← Ελλάδα

Επιβολή χρηματικού προστίμου ύψους πέντε χιλιάδων (5.000,00) Ευρώ σε πάροχο τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών για παράβαση του άρθρου 8 παρ. 2 του Ν. 2774/1

Αθήνα, 11-02-2013 Αριθ. Πρωτ.: Γ/ΕΞ/945/11-02-2013 ΑΡΧΗ ΠΡΟ ΤΑ ΙΑ ∆Ε∆ΟΜΕΝΩΝ ΠΡΟ ΩΠΙΚΟΥ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ Α Π Ο Φ Α Σ Η 18 /2013 Η Αρχή Προστασίας ∆εδοµένων Προσωπικού Χαρακτήρα συνήλθε, µετά από πρόσκληση του Προέδρου της, σε τακτική συνεδρίαση στην έδρα της, την 12/07/

  1. Παρέστησαν οι Π. Χριστόφορος, Πρόεδρος της Αρχής, και τα τακτικά µέλη της Αρχής Λ. Κοτσαλής, Γρ. Πάντζιου και Αν. –Ιωάν. Μεταξάς, ο οποίος είχε ορισθεί εισηγητής, καθώς και το αναπληρωµατικό µέλος της Αρχής Π. Τσαντίλας, σε αντικατάσταση του τακτικού µέλους Αν. Πράσσου, ο οποίος, εάν και κλήθηκε νοµίµως, δεν παρέστη λόγω κωλύµατος. τη συνεδρίαση παρέστησαν, επίσης, µε εντολή του Προέδρου, η Φ. Παναγοπούλου, ειδική επιστήµων ως βοηθός εισηγήτρια, η οποία αποχώρησε µετά τη συζήτηση της υπόθεσης και πριν από τη διάσκεψη και τη λήψη απόφασης και η Μ. Γιαννάκη, υπάλληλος του ∆ιοικητικού – Οικονοµικού Τµήµατος της Αρχής, ως γραµµατέας. Η Αρχή, µετά την αναποµπή της υποθέσεως µε την 4241/2010 απόφαση του υµβουλίου της Επικρατείας εξέτασε εκ νέου την µε αρ. πρωτ. …/..-..-2000 προσφυγή του Α. Η συζήτηση της υπόθεσης έλαβε χώρα στις 1.3.2012, στην οποία εκλήθησαν και παρέστησαν οι Ν. Χαρλαύτης και Ρ. Τριανταφύλλου, δικηγόροι, ως νόµιµοι εκπρόσωποι του Ο.Τ.Ε. και κατέθεσαν σχετικό υπόµνηµα (ΑΠ∆ΠΧ Γ/ΕΙ /1724/6.3.2012). Επειδή όµως στη συνέχεια µετά την πρώτη συζήτηση της υπόθεσης και πριν τη διάσκεψη για έκδοση σχετικής απόφασης, το τακτικό µέλος της Αρχής Α. Ρουπακιώτης που συµµετείχε στη συνεδρίαση της 1.3.2012, υπέβαλε παραίτηση για το λόγο ότι διορίσθηκε Υπουργός ∆ικαιοσύνης, η υπόθεση επανεισήχθη σε συζήτηση την 12.7.
  2. τη συγκεκριµένη συνεδρίαση οι εκπρόσωποι του Ο.Τ.Ε, εάν και εκλήθησαν εκ νέου, δεν παρέστησαν επειδή όπως δήλωσαν στο από ..-..-2012 έγγραφό τους προς την Αρχή, δεν είχαν να προσθέσουν άλλα στοιχεία επιπλέον του υποµνήµατος που κατέθεσαν µετά την πρώτη συζήτηση της υπόθεσης στις 1.3.
  3. Ο Α κατέθεσε ενώπιον της Αρχής την υπ’ αριθ. πρωτ. …/..-..-2000 προσφυγή του κατά του ΟΤΕ, σύµφωνα µε την οποία, ο ΟΤΕ παραβίασε µη ανακοινώσιµη σύνδεση µέσω της υπηρεσίας 131 του ΟΤΕ και του διαδικτύου. υγκεκριµένα, ο Α µε αίτησή του στις 19-10-1999 ζήτησε να µεταβιβαστεί στο όνοµά του προϋπάρχουσα σύνδεση και στη συνέχεια, µέσω της υπηρεσίας 134, να µετατραπεί η σύνδεση αυτή από ανακοινώσιµη σε µη ανακοινώσιµη. Ο τηλεπικοινωνιακός φορέας τον ενηµέρωσε ότι η αλλαγή θα γινόταν µε την έκδοση νέου τηλεφωνικού καταλόγου τον Mάρτιο του
  4. Εντούτοις, λόγω µη έγκαιρης επεξεργασίας των δεδοµένων κατά την έκδοση του νέου CD ROM του ΟΤΕ, τα προσωπικά στοιχεία του προσφεύγοντος περιελήφθησαν στους νέους καταλόγους και κατά συνέπεια, ανακοινώνονταν και µέσω του 131 και µέσω του διαδικτύου. Μετά από όχληση του προσφεύγοντα προς τον ΟΤΕ στις 7-2-2000, ο ΟΤΕ µε επιστολή του αναγνώρισε ότι η τηλεφωνική σύνδεση δεν καταχωρίσθηκε άµεσα στον κατάλογο µη ανακοινώσιµων και προσφέρθηκε να επιστρέψει τα σχετικά τέλη ως αποζηµίωση και επιπλέον να αλλάξει δωρεάν τον αριθµό του τηλεφώνου του, αλλαγή την οποία δεν δέχθηκε ο προσφεύγων. Ωστόσο, µέχρι την υποβολή της προσφυγής στην Αρχή, αν και διακόπηκε η ανακοίνωση µέσω της υπηρεσίας του 131, ο ΟΤΕ εξακολούθησε να ανακοινώνει προσωπικά στοιχεία του προσφεύγοντα µέσω του διαδικτύου και να του χρεώνει τα τέλη απορρήτου. Μετά από σχετικές ενέργειες της Αρχής, ο ΟΤΕ γνωστοποίησε ότι διέγραψε τα στοιχεία του προσφεύγοντος από τους έντυπους και ηλεκτρονικούς καταλόγους του, κατά την ακρόαση δε ενώπιον της Αρχής στις 26.9.2000 προέβαλε τον ισχυρισµό ότι η καθυστέρηση οφειλόταν στην έλλειψη προσωπικού στη µονάδα τηλεφωνικών καταλόγων της Αθήνας που επεξεργάζεται τα στοιχεία όλων των συνδροµητών κατά την έκδοση του νέου CD ROM, δεδοµένου ότι η επεξεργασία των στοιχείων γίνεται σε προγενέστερο χρόνο, που δεν είναι δυνατόν να προσδιοριστεί κατά περιοχές και χρονολογικά ανάλογα µε τα προβαλλόµενα αιτήµατα. Ισχυρίστηκε ακόµα ότι ο προσφεύγων καταχρηστικά δεν δέχθηκε τη λύση που του πρότεινε ο ΟΤΕ στις 7-22000 για δωρεάν αλλαγή της τηλεφωνικής του σύνδεσης και την άµεση καταχώρισή της στον κατάλογο µη ανακοινώσιµων, αλλά αντιθέτως προσέφυγε ενώπιον της Αρχής στις 23.5.2000, σε χρόνο κατά τον οποίο η τηλεφωνική του σύνδεση είχε διακοπεί λόγω οφειλής. Επίσης, ο ΟΤΕ υποστήριξε ότι απάντησε εµπρόθεσµα και 2 πρότεινε άµεση διόρθωση του λάθους, και εποµένως ο προσφεύγων απεµπόλισε το δικαίωµα να προβάλει παραδεκτά τις αντιρρήσεις του ενώπιον της Αρχής. Η Αρχή µε την υπ’αριθ. 1271/18.10.2000 απόφασή της έκρινε ότι ο ΟΤΕ κατά παραβίαση του άρθρου 8 παρ. 2 του ν. 2774/1999 και 10 παρ. 3 του ν. 2472/1997, ανακοίνωσε προσωπικά στοιχεία του προσφεύγοντος µέσω ονοµαστικών καταλόγων του και της υπηρεσίας 131, παρά την αποδοχή του αιτήµατος του προσφεύγοντος η τηλεφωνική του σύνδεση να είναι µυστική χωρίς να έχει τη συγκατάθεση του υποκειµένου. Για τους λόγους αυτούς, η Αρχή σύµφωνα µε το άρθρο 21 παρ. 1 εδ. β΄ του ν. 2472/1997 και 11 παρ. 1 εδ. α. του ν. 2774/1999 επέβαλε πρόστιµο τριών εκατοµµυρίων δραχµών για παράνοµη επεξεργασία των προσωπικών δεοµένων του Α. Επίσης κατήγγειλε την εν λόγω παράβαση στην Εθνική Επιτροπή Τηλεπικοινωνιών και Ταχυδροµείων (ΕΕΕΤ) για περαιτέρω ενέργειες. Κατά της ανωτέρω απόφασης ως προς την επιβολή προστίµου, ο ΟΤΕ, άσκησε τη µε αριθµό κατάθεσης …./2000 αίτηση ακύρωσης προβάλλοντας ως λόγους ακύρωσης 1) τη µη νόµιµη σύνθεση της Αρχής, 2) την παράβαση ουσιώδους τύπου της προδικασίας, 3) την παράβαση νόµου κατ’ουσίαν. Η ως άνω αίτηση ακύρωσης συζητήθηκε στο 31.1.
  5. Το υµβούλιο της Επικρατείας στις τΕ µε τη υπ’ αριθ. …./2010 απόφασή του ακύρωσε την µε αριθ. 1271/2000 απόφαση της Αρχής λόγω κακής σύνθεσης του συλλογικού οργάνου (κατά την κρίσιµη συνεδρίαση η εισηγήτρια -Κυριακή Λωσταράκου- δεν ανήκε στα µέλη της Αρχής) και ανέπεµψε την υπόθεση στην Αρχή για νέα κρίση. Ο Ο.Τ.Ε κατά την ακρόαση της 1.3.2012, αλλά και µε το υπ’ αριθµ. πρωτ. Γ/ΕΙ /1724/6.3.2012 υπόµνηµά του, ανέφερε ότι η ανακοίνωση της σύνδεσης έγινε ελλείψει προσωπικού στη Μονάδ. Τηλεφ. Καταλόγων, η οποία επεξεργαζόταν όλα τα στοιχεία 5.500.000 συνδροµητών και ως εκ τούτου δεν έγινε έγκαιρη επεξεργασία των δεδοµένων κατά την έκδοση του cd-rom, στο οποίο περιέχονταν οι ονοµαστικοί κατάλογοι των συνδροµητών, µε αποτέλεσµα στο cd-rom που εκδόθηκε το Μάρτιο του 2000 να αναφέρεται η τηλεφωνική σύνδεση του Α. υνεπώς τα στοιχεία του δίδονταν εκ παραδροµής τόσο µέσω του 131 όσο µέσω του διαδικτύου, αφού και στις δύο περιπτώσεις χρησιµοποιείτο το cd-rom. 3 Η Αρχή µετά από εξέταση της προσφυγής, των συνηµµένων σε αυτή εγγράφων, της ακρόασης της υπόθεσης καθώς και του υποµνήµατος που κατέθεσε ο ΟΤΕ Σ ΕΦΤΗ Ε ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ 1.
  6. ύµφωνα µε το άρθρο 8 παρ. 1 και 2 του προϊσχύσαντος νόµου 2774/1999, ο οποίος ίσχυε κατά το χρόνο τελέσεως της παραβάσεως: «
  7. Τα δεδοµ να προσωπικού χαρακτήρα που περι χονται στους ντυπους ή ηλεκτρονικούς καταλόγους συνδροµητών, τα οποία βρίσκονται στη διάθεση του κοινού ή µπορούν να ληφθούν µ σω των υπηρεσιών πληροφοριών καταλόγου, πρ πει να περιορίζονται στα απαραίτητα για την αναγνώριση της ταυτότητας συγκεκριµ νου συνδροµητή(όνοµα, επώνυµο, πατρώνυµο, διεύθυνση) εκτός εάν ο συνδροµητής χει δώσει τη ρητή συγκατάθεσή του για τη δηµοσίευση συµπληρωµατικών δεδοµ νων προσωπικού χαρακτήρα.
  8. Ο συνδροµητής δικαιούται, εφόσον το ζητεί, να µην συµπεριλαµβάνεται σε ντυπο ή ηλεκτρονικό κατάλογο, να δηλώνει ότι δεν επιτρ πει τη χρησιµοποίηση των προσωπικών του στοιχείων για απευθείας εµπορική προώθηση, να ζητά να παραλείπεται η διεύθυνσή του εν µ ρει και να µην επιτρ πει να υπάρχει αναφορά που να αποκαλύπτει το φύλο του, εφόσον τούτο είναι γλωσσικά εφικτό. Ο φορ α παροχής της υπηρεσίας µπορεί να χρεώνει τον συνδροµητή που επιθυµεί να µην αναφ ρονται τα στοιχεία του στον κατάλογο, υπό τον όρο ότι η χρ ωση, περιορίζεται στο πραγµατικό κόστος του φορ α παροχής της υπηρεσίας για την προσαρµογή και ενηµ ρωση της καταστάσεως των συνδροµητών των οποίων τα στοιχεία δεν θα εγγραφούν στο δηµόσιο κατάλογο. Το ύψος και ο τρόπος καταβολής του ποσού καθώς και κάθε άλλη αναγκαία λεπτοµ ρεια ορίζονται µε απόφαση της Ε.Ε.Τ.Τ..» 1.2.. ύµφωνα µε το άρθρο 10 του ισχύοντος νόµου 3471/2006: «Κατάλογοι συνδροµητών
  9. Οι συνδροµητ ς ενηµερώνονται, µε πρόσφορο και σαφή τρόπο και ατελώς, για τους σκοπούς των εντύπων ή ηλεκτρονικών καταλόγων συνδροµητών οι οποίοι διατίθενται στο κοινό ή µπορεί να αποκτηθούν µ σω υπηρεσιών πληροφοριών καταλόγων, στους οποίους µπορεί να περιλαµβάνονται προσωπικά δεδοµ να τους. Οι συνδροµητ ς 4 ενηµερώνονται, επίσης, για κάθε περαιτ ρω δυνατότητα χρήσης που βασίζεται σε λειτουργίες αναζήτησης ενσωµατωµ νες σε ηλεκτρονικ ς εκδόσεις των καταλόγων. Η ενηµ ρωση γίνεται πριν τα δεδοµ να περιληφθούν στον κατάλογο.
  10. Τα περιεχόµενα στους ντυπους ή ηλεκτρονικούς καταλόγους συνδροµητών δεδοµ να προσωπικού χαρακτήρα, τα οποία βρίσκονται στη διάθεση του κοινού ή µπορούν να ληφθούν µ σω των υπηρεσιών πληροφοριών καταλόγου, πρ πει να περιορίζονται στα απαραίτητα για την αναγνώριση της ταυτότητας συγκεκριµ νου συνδροµητή (όνοµα, επώνυµο, πατρώνυµο, διεύθυνση), εκτός εάν ο συνδροµητής χει δώσει τη ρητή συγκατάθεση του για τη δηµοσίευση συµπληρωµατικών δεδοµ νων προσωπικού χαρακτήρα.
  11. Ο συνδροµητής δικαιούται να µη συµπεριλαµβάνεται σε ντυπο ή ηλεκτρονικό δηµόσιο κατάλογο. Η καταχώριση σε κατάλογο γίνεται εφόσον ο συνδροµητής, µετά την ενηµ ρωση του κατά την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, δεν εκφράσει αντίρρηση. Ο συνδροµητής µπορεί επίσης να ζητήσει να παραλείπεται η διεύθυνση του, εν µ ρει, και να µην επιτρ πει να υπάρχει αναφορά που να αποκαλύπτει το φύλο του, εφόσον τούτο είναι γλωσσικά εφικτό. Η µη εγγραφή, η επαλήθευση, η διόρθωση ή η απόσυρση των προσωπικών δεδοµ νων από το δηµόσιο κατάλογο συνδροµητών γίνεται ατελώς.
  12. Τα δεδοµ να προσωπικού χαρακτήρα που περιλαµβάνονται σε δηµόσιο κατάλογο επιτρ πεται να υπόκεινται σε επεξεργασία µόνο για τους σκοπούς για τους οποίους χουν συλλεγεί. Όταν τα δεδοµ να αυτά διαβιβάζονται σε τρίτους, ο συνδροµητής θα πρ πει να ενηµερώνεται, πριν από τη διαβίβαση, για αυτή τη δυνατότητα και για τον παραλήπτη ή για τις κατηγορίες των πιθανών παραληπτών, να χει δε την ευκαιρία να αντιταχθεί στη διαβίβαση. Για τη χρησιµοποίηση των δεδοµ νων αυτών για άλλο σκοπό, είτε από τον φορ α είτε από τρίτο, απαιτείται εκ ν ου η ρητή συγκατάθεση του συνδροµητή. εν επιτρ πεται στους φορείς παροχής υπηρεσιών δηµοσίων καταλόγων να εξαρτούν την παροχή των υπηρεσιών δηµοσίου καταλόγου από τη συγκατάθεση του συνδροµητή για τη διαβίβαση των δεδοµ νων για σκοπούς άλλους από αυτούς για τους οποίους χουν συλλεγεί.
  13. Τα δικαιώµατα που παρ χονται σύµφωνα µε τις παραγράφους 1, 2 και 3 ισχύουν για τους συνδροµητ ς που είναι φυσικά πρόσωπα. Όταν οι συνδροµητ ς είναι νοµικά πρόσωπα, τα στοιχεία που δηµοσιεύονται σε δηµόσιους καταλόγους περιορίζονται στα απαραίτητα για την αναγνώριση της ταυτότητας του νοµικού προσώπου (επωνυµία ή διακριτικός τίτλος, δρα, νοµική 5 µορφή, διεύθυνση), εκτός εάν ο νόµιµος εκπρόσωπος του νοµικού προσώπου χει δώσει τη ρητή συγκατάθεση του για τη δηµοσίευση συµπληρωµατικών στοιχείων.» 1.
  14. ύµφωνα µε τις µεταβατικές διατάξεις του άρθρου 16 του ισχύοντος νόµου 3471/2006: «Οι ρυθµίσεις του άρθρου 10 δεν εφαρµόζονται σε εκδόσεις καταλόγων οι οποίοι χουν ήδη διατεθεί στην αγορά, σε ντυπη ή εξωδικτυακή (offlline) ηλεκτρονική µορφή, πριν από την ναρξη ισχύος του παρόντος. Όταν προσωπικά δεδοµ να συνδροµητών σε διαθ σιµες στο κοινό υπηρεσίες σταθερής ή κινητής τηλεφωνίας χουν περιληφθεί σε δηµόσιο κατάλογο συνδροµητών, σύµφωνα µε προϊσχύουσες διατάξεις, τα προσωπικά δεδοµ να των συνδροµητών αυτών µπορούν να εξακολουθούν να περιλαµβάνονται στην ντυπη ή ηλεκτρονική µορφή του εν λόγω δηµοσίου καταλόγου, συµπεριλαµβανοµ νων των µορφών που διαθ τουν λειτουργίες αναζήτησης, εκτός εάν οι συνδροµητ ς δηλώσουν διαφορετικά, αφού ενηµερωθούν πλήρως για τους σκοπούς και τις επιλογ ς, σύµφωνα ε το άρθρο 10 του παρόντος νόµου.» 1.
  15. Επειδή οι ανωτέρω αναφερόµενες διατάξεις συνάδουν µε το άρθρο της Οδηγίας 97/66/ΕΚ, το άρθρο 15 της Οδηγίας 97/66/ΕΚ, το σηµείο 38 της Οδηγίας 2002/58 και το άρθρο 12 της Οδηγίας 2002/
  16. 1.
  17. Επειδή, στην κρινόµενη περίπτωση εφαρµόζεται η διάταξη του άρθρου 8 παρ. 2 του προϊσχύοντος Ν. 2774/1999 και όχι η διάταξη του άρθρου 10 παρ. 3 του ισχύοντος Ν. 3471/2006, ως ευνοϊκότερη για τον πάροχο, διότι σύµφωνα µε το άρθρο 10 παρ. 3 του Ν. 3471/2006, «Η καταχώριση σε κατάλογο γίνεται εφόσον ο συνδροµητής, µετά την ενηµέρωση του κατά την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, δεν εκφράσει αντίρρηση. Ο συνδροµητής µπορεί επίσης να ζητήσει να παραλείπεται η διεύθυνση του, εν µέρει, και να µην επιτρέπει να υπάρχει αναφορά που να αποκαλύπτει το φύλο του, εφόσον τούτο είναι γλωσσικά εφικτό. Η µη εγγραφή, η επαλήθευση, η διόρθωση ή η απόσυρση των προσωπικών δεδοµένων από το δηµόσιο κατάλογο συνδροµητών γίνεται ατελώς». 1.
  18. ύµφωνα µε το άρθρο 21 του νόµου 2472/1997: 6 «
  19. Η Αρχή επιβάλλει στους υπεύθυνους επεξεργασίας ή στους τυχόν εκπροσώπους τους τις ακόλουθες διοικητικές κυρώσεις, για παράβαση των υποχρεώσεών τους που απορρέουν από τον παρόντα νόµο και από κάθε άλλη ρύθµιση που αφορά την προστασία του ατόµου από την επεξεργασία δεδοµένων προσωπικού χαρακτήρα : α) Προειδοποίηση, µε αποκλειστική προθεσµία για άρση της παράβασης. β) Πρόστιµο ποσού από τριακόσιες χιλιάδες (300.000) έως πενήντα εκατοµµύρια (50.000.000) δραχµές. γ) Προσωρινή ανάκληση άδειας. δ) Οριστική ανάκληση άδειας. ε) Καταστροφή αρχείου ή διακοπή επεξεργασίας και καταστροφή, επιστροφή ή κλείδωµα (δέσµευση) των σχετικών δεδοµένων.
  20. Οι υπό στοιχεία β, γ, δ και ε διοικητικές κυρώσεις της προηγούµενης παραγράφου επιβάλλονται πάντοτε ύστερα από ακρόαση του υπεύθυνου επεξεργασίας ή του εκπροσώπου του. Είναι ανάλογες προς τη βαρύτητα της παράβασης που καταλογίζεται. Οι υπό στοιχεία γ, δ και ε διοικητικές κυρώσεις επιβάλλονται σε περιπτώσεις ιδιαίτερα σοβαρής ή καθ’ υποτροπή παράβασης. Πρόστιµο µπορεί να επιβληθεί σωρευτικά και µε τις υπό στοιχεία γ, δ και ε κυρώσεις. Εάν επιβληθεί η κύρωση της καταστροφής αρχείου, για την καταστροφή ευθύνεται ο υπεύθυνος επεξεργασίας αρχείου, στον οποίο µπορεί να επιβληθεί και πρόστιµο για µη συµµόρφωση.
  21. Τα ποσά των προστίµων της παρ. 1 µπορεί να αναπροσαρµόζονται µε απόφαση του Υπουργού ∆ικαιοσύνης, ύστερα από πρόταση της Αρχής.
  22. Οι πράξεις της Αρχής µε τις οποίες επιβάλλονται πρόστιµα συνιστούν εκτελεστό τίτλο και επιδίδονται στον υπεύθυνο επεξεργασίας ή τον τυχόν εκπρόσωπό του. Η είσπραξη των προστίµων γίνεται κατά τις διατάξεις του Κώδικα Εισπράξεως ∆ηµοσίων Εσόδων (ΚΕ∆Ε).»
  23. Από τα πραγµατικά περιστατικά και από την ακρόαση των εκπροσώπων του ΟΤΕ προέκυψαν τα εξής: Ο Α προσέφυγε στον ΟΤΕ και ο ΟΤΕ αναγνώρισε ότι η τηλεφωνική σύνδεση εκ παραδροµής δεν καταχωρίσθηκε άµεσα στον κατάλογο των µη ανακοινώσιµων τηλεφωνικών συνδέσεων του έτους
  24. υνέπεια της παραδροµής αυτής ήταν να περιληφθούν τα στοιχεία του τηλεφωνικού καταλόγου στο προς έκδοση CD-ROM, το οποίο κυκλοφόρησε το Μάρτιο του 2000, αλλά εχρησιµοποιείτο και από την 7 υπηρεσία του 131 και στην ανεύρεση τηλεφώνου µέσω του διαδικτύου. Ο ΟΤΕ µετά την ανωτέρω όχληση του προσφεύγοντος στις 7-2-2000 πρότεινε στον προσφεύγοντα διόρθωση του λάθους µέσω της δωρεάν αλλαγής του αριθµού της τηλεφωνικής συνδέσεως, χωρίς όµως η πρόταση αυτή να γίνει δεκτή από τον προσφεύγοντα. Ωστόσο, µέχρι την υποβολή της αίτησης στην Αρχή, αν και διακόπηκε η ανακοίνωση µέσω της υπηρεσίας του 131, ο ΟΤΕ εξακολούθησε να ανακοινώνει προσωπικά στοιχεία του προσφεύγοντα µέσω του διαδικτύου και να του χρεώνει τα τέλη απορρήτου. Μετά από σχετικές ενέργειες της Αρχής, ο ΟΤΕ γνωστοποίησε ότι διέγραψε τα στοιχεία του προσφεύγοντος από τους έντυπους και ηλεκτρονικούς καταλόγους του, κατά την ακρόαση δε ενώπιον της Αρχής στις 26.9.2000 προέβαλε τον ισχυρισµό ότι η καθυστέρηση οφειλόταν στην έλλειψη προσωπικού στη µονάδα τηλεφωνικών καταλόγων της Αθήνας που επεξεργάζεται τα στοιχεία όλων των συνδροµητών κατά την έκδοση του νέου CD ROM, δεδοµένου ότι η επεξεργασία των στοιχείων γίνεται σε προγενέστερο χρόνο, που δεν είναι δυνατόν να προσδιοριστεί κατά περιοχές και χρονολογικά ανάλογα µε τα προβαλλόµενα αιτήµατα. Ισχυρίστηκε ακόµα ότι ο προσφεύγων καταχρηστικά δεν δέχθηκε τη λύση που του πρότεινε ο ΟΤΕ µε επιστολή του στις 7-2-2000 για δωρεάν αλλαγή της τηλεφωνικής του σύνδεσης και την άµεση καταχώρισή της στον κατάλογο µη ανακοινώσιµων, αλλά αντιθέτως προσέφυγε ενώπιον της Αρχής στις 23-5-2000, σε χρόνο κατά τον οποίο η τηλεφωνική του σύνδεση είχε διακοπεί λόγω οφειλής. Επίσης ο ΟΤΕ υποστήριξε ότι απάντησε εµπρόθεσµα και πρότεινε άµεση διόρθωση του λάθους, και εποµένως ο προσφεύγων απεµπόλισε το δικαίωµα να προβάλει παραδεκτά τις αντιρρήσεις του ενώπιον της Αρχής. Όµως η επιβάρυνση του συνδροµητή Α µε την υποχρέωση αλλαγής της τηλεφωνικής του σύνδεσης, ώστε να είναι εφικτή η µη ανακοίνωση των προσωπικών του στοιχείων στους εν λόγω καταλόγους δεν µπορεί να θεωρηθεί σύννοµη, εφόσον ο νόµος δεν εξαρτά την ικανοποίηση του συγκεκριµένου δικαιώµατος του προσφεύγοντα η τηλεφωνική του σύνδεση να µην είναι ανακοινώσιµη από τις τεχνικές δυνατότητες ή δυσκολίες του τηλεπικοινωνιακού φορέα να ανταποκριθεί σε ορισµένη χρονική στιγµή στα αιτήµατα των συνδροµητών του.
  25. Επειδή, σύµφωνα µε τα προαναφερόµενα, στην κρινόµενη περίπτωση, ο Ο.Τ.Ε. κατά παράβαση του άρθρου 8 παρ. 2 του Ν. 2774/1999, συµπεριέλαβε σε τηλεφωνικό 8 κατάλογο τα προσωπικά δεδοµένα συνδροµητή, παρά την αποδοχή του αιτήµατος του για µη ανακοινώσιµο αριθµό. Επειδή ειδικότερα, το άρθρο 8 παρ. 2 παρέχει ευθέως στον συνδροµητή το δικαίωµα να µην συµπεριληφθούν τα προσωπικά του στοιχεία σε κατάλογο, εφόσον η δήλωση για µη ανακοινώσιµο αριθµό περιλαµβάνει τόσο τη δήλωση µη εγγραφής στον κατάλογο όσο και στις πληροφορίες καταλόγου, το δε αίτηµα συνδροµητή για µη ανακοινώσιµο αριθµό οδηγεί στη µη συµπερίληψη στον κατάλογο, πρακτική που ακολουθείται µέχρι σήµερα. Επειδή ο προσφεύγων όχλησε κατ’επανάληψη την ΟΤΕ Α.Ε. και δεν έλαβε ικανοποιητική απάντηση και ως εκ τούτου άσκησε το δικαίωµα αντιρρήσεως, κατά το άρθρο 13 του ν. 2472/
  26. Με αυτά τα δεδοµένα, ενόψει της βαρύτητας των πράξεων που αποδείχθηκαν και της προσβολής που επήλθε από αυτές στον προσφεύγοντα, η Αρχή κρίνει οµόφωνα ότι πρέπει να επιβληθεί στον υπεύθυνο επεξεργασίας, δηλαδή στην ανώνυµη εταιρία «Οργανισµός Τηλεπικοινωνιών της Ελλάδας Α.Ε.», η κύρωση που προβλέπεται στο άρθρο 21 παρ. 1 στοιχ. β’ του Ν. 2472/1997 και αναφέρεται στο διατακτικό, η οποία κρίνεται ανάλογη µε τη βαρύτητα της προσβολής. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
  27. ΚΡΙΝΕΙ ότι η ανώνυµη εταιρία «Οργανισµός Τηλεπικοινωνιών της Ελλάδας Α.Ε.» (Ο.Τ.Ε.) συµπεριέλαβε σε τηλεφωνικό κατάλογο τα προσωπικά δεδοµένα του προσφεύγοντος συνδροµητή κατά παράβαση του άρθρου 8 παρ. 2 του Ν. 2774/
  28. ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ στην ΟΤΕ Α.Ε. ως υπεύθυνο επεξεργασίας πρόστιµο ύψους πέντε χιλιάδων (5.000,00) Ευρώ. Ο Πρόεδρος Η Γραµµατέας Πέτρος Χριστόφορος Μελποµένη Γιαννάκη 9

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.