ΟΡΘΗ ΕΠ Ν ΛΗΨΗ Αθήνα, 26-02-2013 Αριθ. Πρωτ.: Γ/ΕΞ/946/26-02-2013 ΑΡΧΗ ΠΡΟ ΤΑ ΙΑ ∆Ε∆ΟΜΕΝΩΝ ΠΡΟ ΩΠΙΚΟΥ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ ΠΟΦ Σ Η 16 /2013 Η Αρχή Προστασίας ∆εδοµένων Προσωπικού Χαρακτήρα συνήλθε, µετά από πρόσκληση του Προέδρου της, σε τακτική συνεδρίαση στην έδρα της, την 12/07/
- Παρέστησαν οι Π. Χριστόφορος, Πρόεδρος της Αρχής, και τα τακτικά µέλη της Αρχής Λ. Κοτσαλής, Γρ. Πάντζιου και Αν.–Ιωάν. Μεταξάς, ο οποίος είχε ορισθεί εισηγητής, καθώς και το αναπληρωµατικό µέλος της Αρχής Π. Τσαντίλας, σε αντικατάσταση του τακτικού µέλους Αν. Πράσσου, ο οποίος, εάν και κλήθηκε νοµίµως, δεν παρέστη λόγω κωλύµατος. τη συνεδρίαση παρέστησαν, επίσης, µε εντολή του Προέδρου, η Φ. Παναγοπούλου, ειδική επιστήµων ως βοηθός εισηγήτρια, η οποία αποχώρησε µετά τη συζήτηση της υπόθεσης και πριν από τη διάσκεψη και τη λήψη απόφασης και η Μ. Γιαννάκη, υπάλληλος του ∆ιοικητικού – Οικονοµικού Τµήµατος της Αρχής, ως γραµµατέας. Η Αρχή, µετά την αναποµπή της υποθέσεως µε την …./2010 απόφαση του υµβουλίου της Επικρατείας, εξέτασε εκ νέου την µε αρ. πρωτ. ….-..-2000 αναφορά του A. Η συζήτηση της υπόθεσης έλαβε χώρα στις 1.3.2012, στην οποία εκλήθησαν και παρέστησαν οι Ν. Χαρλαύτης και Ρ. Τριανταφύλλου, δικηγόροι, ως νόµιµοι εκπρόσωποι του Ο.Τ.Ε. και κατέθεσαν σχετικό υπόµνηµα (ΑΠ∆ΠΧ Γ/ΕΙ /1725/6.3.2012). Επειδή όµως στη συνέχεια µετά την πρώτη συζήτηση της υπόθεσης και πριν τη διάσκεψη για έκδοση σχετικής απόφασης, το τακτικό µέλος της Αρχής Α. Ρουπακιώτης που συµµετείχε στη συνεδρίαση της 1.3.2012, διορίσθηκε Υπουργός, η υπόθεση επανεισήχθη σε συζήτηση την 12.7.
- τη συγκεκριµένη συνεδρίαση οι εκπρόσωποι του Ο.Τ.Ε, εάν και εκλήθησαν εκ νέου, δεν παρέστησαν επειδή όπως δήλωσαν στο από 10.7.2012 έγγραφό τους προς την Αρχή, δεν είχαν να προσθέσουν άλλα στοιχεία επιπλέον του υποµνήµατος που κατέθεσαν µετά την πρώτη συζήτηση της υπόθεσης στις 1.3.
- 1 Ο A κατέθεσε ενώπιον της Αρχής την υπ’ αριθ. πρωτ. ….-..-2000 προσφυγή του κατά του Οργανισµού Τηλεπικοινωνιών Ελλάδος (ΟΤΕ), σύµφωνα µε την οποία ο ΟΤΕ παραβίασε µη ανακοινώσιµη σύνδεση. υγκεκριµένα, µε σύµβαση που έχει συνάψει ο Α από 31-10-1978 του δόθηκε η τηλεφωνική σύνδεση X η οποία ήταν µη ανακοινώσιµη και χρεωνόταν κανονικά µε τα σχετικά τέλη. Ωστόσο, όπως διαπίστωσε το 1985 ο προσφεύγων, ο ΟΤΕ ανακοίνωνε (µέχρι της υποβολής της προσφυγής προς την Αρχή) σε κάθε ζήτηση µέσω της υπηρεσίας 131 και του διαδικτύου τα προσωπικά του στοιχεία. το υπόµνηµά του προς την Αρχή ο ΟΤΕ ισχυρίζεται, επικαλούµενος σχετικά φωτοαντίγραφα τηλεφωνικών καταλόγων, ότι η επίδικη τηλεφωνική σύνδεση και τα στοιχεία του συνδροµητή δεν ανακοινώνονταν στους ονοµαστικούς καταλόγους του κατά το χρονικό διάστηµα 1978 µέχρι 1996, οπότε και ζητήθηκε η µετατροπή της συγκεκριµένης σύνδεσης από µη ανακοινώσιµη σε ανακοινώσιµη, µετά από αίτηση του προσφεύγοντα στις 28-2-1996, όπως προκύπτει από προσαγόµενο αντίγραφο της καρτέλας του εν λόγω συνδροµητή. Από το 1997 και µέχρι το 2000 τα στοιχεία του αναγράφονται µε τη συναίνεσή του στους ονοµαστικούς καταλόγους και στο CD ROM, οπότε ανακοινώνονται από το 131 και το διαδίκτυο. Επίσης ο OΤΕ προέβαλε ότι η προσφυγή του A ήταν απαράδεκτη, αφού δεν άσκησε προηγουµένως το δικαίωµα αντίρρησης στις υπηρεσίες του ΟΤΕ. υναφώς η Αρχή έκρινε ότι ο ΟΤΕ κατά παραβίαση του άρθρου 8 παρ. 2 του ν. 2774/1999 και 10 παρ. 3 του ν. 2472/1997, ανακοίνωσε προσωπικά στοιχεία του προσφεύγοντος µέσω ονοµαστικών καταλόγων του και της υπηρεσίας 131, χωρίς να έχει τη συγκατάθεση του υποκειµένου και παρά το γεγονός ότι εισέπραττε ανελλιπώς το σχετικό τέλος. Για τους λόγους αυτούς, η Αρχή σύµφωνα µε το άρθρο 21 παρ. 1 εδ. β΄ του ν. 2472/1997 και 11 παρ. 1 εδ. α. του ν. 2774/1999 επέβαλε πρόστιµο τριών εκατοµµυρίων δραχµών για παράνοµη επεξεργασία των προσωπικών δεοµένων του A. Επίσης κατήγγειλε την εν λόγω παράβαση στην Εθνική Επιτροπή Τηλεπικοινωνιών και Ταχυδροµείων (ΕΕΕΤ) για περαιτέρω ενέργειες. Κατά της ανωτέρω απόφασης ως προς την επιβολή προστίµου, ο Ο.Τ.Ε., άσκησε τη µε αριθµό κατάθεσης …./2000 αίτηση ακύρωσης προβάλλοντας ως λόγους ακύρωσης 1) τη µη νόµιµη σύνθεση της Αρχής, 2) την παράβαση νόµου κατ’ουσίαν. Η ως άνω αίτηση ακύρωσης συζητήθηκε στο υµβούλιο της Επικρατείας στις ..-.
- Το τΕ µε τη υπ’ αριθ. …./2010 απόφασή του ακύρωσε την µε αριθ. 1273/18.10.2000 απόφαση της Αρχής λόγω κακής σύνθεσης του συλλογικού οργάνου 2 (κατά την κρίσιµη συνεδρίαση η εισηγήτρια -Κυριακή Λωσταράκου- δεν ανήκε στα µέλη της Αρχής) και ανέπεµψε την υπόθεση στην Αρχή για νέα κρίση. Η Αρχή µετά από εξέταση της προσφυγής, των συνηµµένων σε αυτή εγγράφων, της ακρόασης της υπόθεσης καθώς και του υποµνήµατος που κατέθεσε ο ΟΤΕ ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ 1.
- ύµφωνα µε το άρθρο 4 παρ. 1 εδ. γ΄ του νόµου 2472/1997:
- Τα δεδοµένα προσωπικού χαρακτήρα για να τύχουν νόµιµης επεξεργασίας πρέπει : γ) Να είναι ακριβή και, εφόσον χρειάζεται, να υποβάλλονται σε ενηµέρωση. 1.
- ύµφωνα µε το άρθρο 5 παρ. 2 εδ. ε΄ του νόµου 2472/1997 (ο οποίος εφαρµόζεται για παραβιάσεις που έλαβαν χώρα προ της θέσεως σε ισχύ του ν. 2774/1999): Προϋποθ σεις επεξεργασίας
- Κατ’ εξαίρεση επιτρ πεται η επεξεργασία και χωρίς τη συγκατάθεση, όταν: β) Η επεξεργασία είναι αναγκαία για την εκπλήρωση υποχρεώσεως του υπεύθυνου επεξεργασίας, η οποία επιβάλλεται από το νόµο. 1.
- ύµφωνα µε το άρθρο 8 παρ. 1 και 2 του προϊσχύσαντος νόµου 2774/1999, ο οποίος ίσχυε κατά το χρόνο τελέσεως της παραβάσεως: «
- Τα δεδοµ να προσωπικού χαρακτήρα που περι χονται στους ντυπους ή ηλεκτρονικούς καταλόγους συνδροµητών, τα οποία βρίσκονται στη διάθεση του κοινού ή µπορούν να ληφθούν µ σω των υπηρεσιών πληροφοριών καταλόγου, πρ πει να περιορίζονται στα απαραίτητα για την αναγνώριση της ταυτότητας συγκεκριµ νου συνδροµητή(όνοµα, επώνυµο, πατρώνυµο, διεύθυνση) εκτός εάν ο συνδροµητής χει δώσει τη ρητή συγκατάθεσή του για τη δηµοσίευση συµπληρωµατικών δεδοµ νων προσωπικού χαρακτήρα.
- Ο συνδροµητής δικαιούται, εφόσον το ζητεί, να µην συµπεριλαµβάνεται σε ντυπο ή ηλεκτρονικό κατάλογο, να δηλώνει ότι δεν επιτρ πει τη χρησιµοποίηση των προσωπικών του στοιχείων για απευθείας εµπορική προώθηση, να ζητά να παραλείπεται η διεύθυνσή του εν µ ρει και να µην επιτρ πει να υπάρχει αναφορά που να αποκαλύπτει το φύλο του, εφόσον τούτο είναι γλωσσικά εφικτό. Ο φορ α παροχής της υπηρεσίας µπορεί να χρεώνει τον συνδροµητή που επιθυµεί να µην αναφ ρονται τα στοιχεία του στον κατάλογο, υπό τον όρο ότι η χρ ωση, περιορίζεται στο πραγµατικό κόστος του φορ α παροχής της υπηρεσίας για την προσαρµογή και ενηµ ρωση της 3 καταστάσεως των συνδροµητών των οποίων τα στοιχεία δεν θα εγγραφούν στο δηµόσιο κατάλογο. Το ύψος και ο τρόπος καταβολής του ποσού καθώς και κάθε άλλη αναγκαία λεπτοµ ρεια ορίζονται µε απόφαση της Ε.Ε.Τ.Τ..» 1.4.. ύµφωνα µε το άρθρο 10 του ισχύοντος νόµου 3471/2006: «Κατάλογοι συνδροµητών
- Οι συνδροµητ ς ενηµερώνονται, µε πρόσφορο και σαφή τρόπο και ατελώς, για τους σκοπούς των εντύπων ή ηλεκτρονικών καταλόγων συνδροµητών οι οποίοι διατίθενται στο κοινό ή µπορεί να αποκτηθούν µ σω υπηρεσιών πληροφοριών καταλόγων, στους οποίους µπορεί να περιλαµβάνονται προσωπικά δεδοµ να τους. Οι συνδροµητ ς ενηµερώνονται, επίσης, για κάθε περαιτ ρω δυνατότητα χρήσης που βασίζεται σε λειτουργίες αναζήτησης ενσωµατωµ νες σε ηλεκτρονικ ς εκδόσεις των καταλόγων. Η ενηµ ρωση γίνεται πριν τα δεδοµ να περιληφθούν στον κατάλογο.
- Τα περιεχόµενα στους ντυπους ή ηλεκτρονικούς καταλόγους συνδροµητών δεδοµ να προσωπικού χαρακτήρα, τα οποία βρίσκονται στη διάθεση του κοινού ή µπορούν να ληφθούν µ σω των υπηρεσιών πληροφοριών καταλόγου, πρ πει να περιορίζονται στα απαραίτητα για την αναγνώριση της ταυτότητας συγκεκριµ νου συνδροµητή (όνοµα, επώνυµο, πατρώνυµο, διεύθυνση), εκτός εάν ο συνδροµητής χει δώσει τη ρητή συγκατάθεση του για τη δηµοσίευση συµπληρωµατικών δεδοµ νων προσωπικού χαρακτήρα.
- Ο συνδροµητής δικαιούται να µη συµπεριλαµβάνεται σε ντυπο ή ηλεκτρονικό δηµόσιο κατάλογο. Η καταχώριση σε κατάλογο γίνεται εφόσον ο συνδροµητής, µετά την ενηµ ρωση του κατά την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, δεν εκφράσει αντίρρηση. Ο συνδροµητής µπορεί επίσης να ζητήσει να παραλείπεται η διεύθυνση του, εν µ ρει, και να µην επιτρ πει να υπάρχει αναφορά που να αποκαλύπτει το φύλο του, εφόσον τούτο είναι γλωσσικά εφικτό. Η µη εγγραφή, η επαλήθευση, η διόρθωση ή η απόσυρση των προσωπικών δεδοµ νων από το δηµόσιο κατάλογο συνδροµητών γίνεται ατελώς.
- Τα δεδοµ να προσωπικού χαρακτήρα που περιλαµβάνονται σε δηµόσιο κατάλογο επιτρ πεται να υπόκεινται σε επεξεργασία µόνο για τους σκοπούς για τους οποίους χουν συλλεγεί. Όταν τα δεδοµ να αυτά διαβιβάζονται σε τρίτους, ο συνδροµητής θα πρ πει να ενηµερώνεται, πριν από τη διαβίβαση, για αυτή τη δυνατότητα και για τον παραλήπτη ή για τις κατηγορίες των πιθανών παραληπτών, να χει δε την ευκαιρία να αντιταχθεί στη διαβίβαση. Για τη χρησιµοποίηση των δεδοµ νων αυτών για άλλο σκοπό, είτε από τον φορ α είτε από τρίτο, απαιτείται εκ ν ου η ρητή συγκατάθεση του 4 συνδροµητή. εν επιτρ πεται στους φορείς παροχής υπηρεσιών δηµοσίων καταλόγων να εξαρτούν την παροχή των υπηρεσιών δηµοσίου καταλόγου από τη συγκατάθεση του συνδροµητή για τη διαβίβαση των δεδοµ νων για σκοπούς άλλους από αυτούς για τους οποίους χουν συλλεγεί.
- Τα δικαιώµατα που παρ χονται σύµφωνα µε τις παραγράφους 1, 2 και 3 ισχύουν για τους συνδροµητ ς που είναι φυσικά πρόσωπα. Όταν οι συνδροµητ ς είναι νοµικά πρόσωπα, τα στοιχεία που δηµοσιεύονται σε δηµόσιους καταλόγους περιορίζονται στα απαραίτητα για την αναγνώριση της ταυτότητας του νοµικού προσώπου (επωνυµία ή διακριτικός τίτλος, δρα, νοµική µορφή, διεύθυνση), εκτός εάν ο νόµιµος εκπρόσωπος του νοµικού προσώπου χει δώσει τη ρητή συγκατάθεση του για τη δηµοσίευση συµπληρωµατικών στοιχείων.» 1.
- ύµφωνα µε τις µεταβατικές διατάξεις του άρθρου 16 του ισχύοντος νόµου 3471/2006: «Οι ρυθµίσεις του άρθρου 10 δεν εφαρµόζονται σε εκδόσεις καταλόγων οι οποίοι χουν ήδη διατεθεί στην αγορά, σε ντυπη ή εξωδικτυακή (offlline) ηλεκτρονική µορφή, πριν από την ναρξη ισχύος του παρόντος. Όταν προσωπικά δεδοµ να συνδροµητών σε διαθ σιµες στο κοινό υπηρεσίες σταθερής ή κινητής τηλεφωνίας χουν περιληφθεί σε δηµόσιο κατάλογο συνδροµητών, σύµφωνα µε προϊσχύουσες διατάξεις, τα προσωπικά δεδοµ να των συνδροµητών αυτών µπορούν να εξακολουθούν να περιλαµβάνονται στην ντυπη ή ηλεκτρονική µορφή του εν λόγω δηµοσίου καταλόγου, συµπεριλαµβανοµ νων των µορφών που διαθ τουν λειτουργίες αναζήτησης, εκτός εάν οι συνδροµητ ς δηλώσουν διαφορετικά, αφού ενηµερωθούν πλήρως για τους σκοπούς και τις επιλογ ς, σύµφωνα ε το άρθρο 10 του παρόντος νόµου.» 1.
- ύµφωνα µε το άρθρο 21 του νόµου 2472/1997: «
- Η Αρχή επιβάλλει στους υπεύθυνους επεξεργασίας ή στους τυχόν εκπροσώπους τους τις ακόλουθες διοικητικ ς κυρώσεις, για παράβαση των υποχρεώσεών τους που απορρ ουν από τον παρόντα νόµο και από κάθε άλλη ρύθµιση που αφορά την προστασία του ατόµου από την επεξεργασία δεδοµ νων προσωπικού χαρακτήρα : α) Προειδοποίηση, µε αποκλειστική προθεσµία για άρση της παράβασης. β) Πρόστιµο ποσού από τριακόσιες χιλιάδες (300.000) ως πενήντα εκατοµµύρια (50.000.000) δραχµ ς. 5 γ) Προσωρινή ανάκληση άδειας. δ) Οριστική ανάκληση άδειας. ε) Καταστροφή αρχείου ή διακοπή επεξεργασίας και καταστροφή, επιστροφή ή κλείδωµα (δ σµευση) των σχετικών δεδοµ νων.49
- Οι υπό στοιχεία β, γ, δ και ε διοικητικ ς κυρώσεις της προηγούµενης παραγράφου επιβάλλονται πάντοτε ύστερα από ακρόαση του υπεύθυνου επεξεργασίας ή του εκπροσώπου του. Είναι ανάλογες προς τη βαρύτητα της παράβασης που καταλογίζεται. Οι υπό στοιχεία γ, δ και ε διοικητικ ς κυρώσεις επιβάλλονται σε περιπτώσεις ιδιαίτερα σοβαρής ή καθ’ υποτροπή παράβασης. Πρόστιµο µπορεί να επιβληθεί σωρευτικά και µε τις υπό στοιχεία γ, δ και ε κυρώσεις. Εάν επιβληθεί η κύρωση της καταστροφής αρχείου, για την καταστροφή ευθύνεται ο υπεύθυνος επεξεργασίας αρχείου, στον οποίο µπορεί να επιβληθεί και πρόστιµο για µη συµµόρφωση.
- Τα ποσά των προστίµων της παρ. 1 µπορεί να αναπροσαρµόζονται µε απόφαση του Υπουργού ∆ικαιοσύνης, ύστερα από πρόταση της Αρχής.
- Οι πράξεις της Αρχής µε τις οποίες επιβάλλονται πρόστιµα συνιστούν εκτελεστό τίτλο και επιδίδονται στον υπεύθυνο επεξεργασίας ή τον τυχόν εκπρόσωπό του. Η είσπραξη των προστίµων γίνεται κατά τις διατάξεις του Κώδικα Εισπράξεως ∆ηµοσίων Εσόδων (ΚΕ∆Ε).»
- Από τα πραγµατικά περιστατικά και από την ακρόαση των εκπροσώπων του ΟΤΕ προέκυψαν τα εξής: Ο A κατέθεσε ενώπιον της Αρχής την υπ’ αριθ. πρωτ. ….-..-2000 προσφυγή του κατά του Οργανισµού Τηλεπικοινωνιών Ελλάδος (ΟΤΕ), σύµφωνα µε την οποία ο ΟΤΕ παραβίασε µη ανακοινώσιµη σύνδεση. υγκεκριµένα, µε σύµβαση που έχει συνάψει ο A από 31-10-1978 του δόθηκε η τηλεφωνική σύνδεση X, η οποία ήταν µη ανακοινώσιµη και χρεωνόταν κανονικά µε τα σχετικά τέλη. Ωστόσο, όπως διαπίστωσε το 1985 ο προσφεύγων, ο ΟΤΕ ανακοίνωνε (µέχρι της υποβολής της προσφυγής προς την Αρχή) σε κάθε ζήτηση µέσω της υπηρεσίας 131 και του διαδικτύου τα προσωπικά του στοιχεία. το υπόµνηµά του προς την Αρχή ο ΟΤΕ ισχυρίζεται, επικαλούµενος σχετικά φωτοαντίγραφα τηλεφωνικών καταλόγων, ότι η επίδικη τηλεφωνική σύνδεση και τα στοιχεία του συνδροµητή δεν ανακοινώνονταν στους ονοµαστικούς καταλόγους του κατά το χρονικό διάστηµα 1978 µέχρι 1996, οπότε και ζητήθηκε η µετατροπή της συγκεκριµένης σύνδεσης από µη ανακοινώσιµη σε ανακοινώσιµη, µετά από αίτηση 6 του προσφεύγοντα στις 28-2-1996, όπως προκύπτει από προσαγόµενο αντίγραφο της καρτέλας του εν λόγω συνδροµητή. Από το 1997 και µέχρι το 2000 τα στοιχεία του αναγράφονται µε τη συναίνεσή του στους ονοµαστικούς καταλόγους και στο CD ROM, οπότε ανακοινώνονται από το 131 και το διαδίκτυο. O OΤΕ επίσης προέβαλε ότι η προσφυγή του A ήταν απαράδεκτη, αφού δεν άσκησε προηγουµένως το δικαίωµα αντίρρησης στις υπηρεσίες του ΟΤΕ. Επίσης ο ΟΤΕ, αν και επικαλείτο, δεν είχε µέχρι τις 18.7.2000 προσκοµίσει προς την Αρχή τη σχετική αίτηση, µε την οποία ο προσφεύγων A ζήτησε τη µετατροπή της τηλεφωνικής σύνδεσης από µη ανακοινώσιµη σε ανακοινώσιµη, την οποία ο προσφεύγων αρνείται ότι έχει κάνει. υνεπώς, ο ΟΤΕ δεν απέδειξε τον ισχυρισµό του. Εξάλλου, όπως και ο ΟΤΕ παραδέχθηκε, τα τέλη µη ανακοινώσιµης σύνδεσης εισπράττονταν από αυτόν και µέχρι και την ηµέρα κατά την οποία κλήθηκε αρχικά ο ΟΤΕ σε ακρόαση ενώπιον της Αρχής. Από το γεγονός αυτό αποδεικνύεται και πάλι το αβάσιµο του ισχυρισµού του ΟΤΕ ότι τα εισέπραττε εκ λάθους. Αν αυτό ήταν αληθές (η εκ λάθους χρέωση), θα ήταν αναµενόµενο ότι ο προσφεύγων, ο οποίος έλεγχε τους λογαριασµούς του από το 1978, θα είχε προσφύγει από το 1996 στον ΟΤΕ για να επισηµάνει το λάθος και να ζητήσει επιστροφή των αχρεωστήτων τελών .
- Επειδή για το διάστηµα από το 1997 (θέση σε ισχύ του νόµου 2472/1997) έως το 1999 (θέση σε ισχύ του ν. 2774/1997) εφαρµόζεται η διάταξη του άρθρου 10 παρ. 3 του ν. 2472/
- Επειδή από το 1999 (θέση σε ισχύ του ν. 2774/1999) εφαρµόζεται η διάταξη του άρθρου 8 παρ. 2 του προϊσχύοντος Ν. 2774/1999 και όχι η διάταξη του άρθρου 10 παρ. 3 του ισχύοντος Ν. 3471/2006, ως ευνοϊκότερη για τον πάροχο, διότι σύµφωνα µε το άρθρο 10 παρ. 3 του Ν. 3471/2006, «Η καταχώριση σε κατάλογο γίνεται εφόσον ο συνδροµητής, µετά την ενηµέρωση του κατά την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, δεν εκφράσει αντίρρηση. Ο συνδροµητής µπορεί επίσης να ζητήσει να παραλείπεται η διεύθυνση του, εν µέρει, και να µην επιτρέπει να υπάρχει αναφορά που να αποκαλύπτει το φύλο του, εφόσον τούτο είναι γλωσσικά εφικτό. Η µη εγγραφή, η επαλήθευση, η διόρθωση ή η απόσυρση των προσωπικών δεδοµένων από το δηµόσιο κατάλογο συνδροµητών γίνεται ατελώς». Επειδή οι ανωτέρω αναφερόµενες διατάξεις συνάδουν µε το άρθρο 15 της Οδηγίας 97/66/ΕΚ, το σηµείο 38 της Οδηγίας 2002/58 και το άρθρο 12 της Οδηγίας 2002/
- υναφώς η Αρχή κρίνει ότι ο ΟΤΕ κατά παραβίαση του άρθρου 8 παρ. 2 του ν. 2774/1999 και 10 παρ. 3 του ν. 2472/1997, ανακοίνωσε προσωπικά στοιχεία του προσφεύγοντος µέσω ονοµαστικών καταλόγων του και της υπηρεσίας 131, παρά την 7 ρητή δήλωσή του υποκειµένου η τηλεφωνική του σύνδεση να µην είναι ανακοινώσιµη και την καταβολή του αντιστοίχου τέλους. Επειδή, σύµφωνα µε τα προαναφερόµενα, στην κρινόµενη περίπτωση, ο Ο.Τ.Ε. κατά παράβαση των ανωτέρω εφαρµοστέων διατάξεων, συµπεριέλαβε σε τηλεφωνικό κατάλογο τα προσωπικά δεδοµένα συνδροµητή, παρά το αίτηµά του για µη ανακοινώσιµο αριθµό. Επειδή ειδικότερα το άρθρο 8 παρ. 2 του ν. 2774/1997 παρέχει ευθέως στον συνδροµητή το δικαίωµα να µην συµπεριληφθούν τα προσωπικά του στοιχεία σε κατάλογο, εφόσον η δήλωση για µη ανακοινώσιµο αριθµό περιλαµβάνει τόσο τη δήλωση µη εγγραφής στον κατάλογο όσο και στις πληροφορίες καταλόγου, το δε αίτηµα συνδροµητή για µη ανακοινώσιµο αριθµό οδηγεί στη µη συµπερίληψη στον κατάλογο, πρακτική που ακολουθείται µέχρι σήµερα. Επειδή ο ΟΤΕ, αν και επικαλείτο, δεν είχε µέχρι τις 18.7.2000 προσκοµίσει προς την Αρχή τη σχετική αίτηση, µε την οποία ο προσφεύγων A ζήτησε τη µετατροπή της τηλεφωνικής σύνδεσης από µη ανακοινώσιµη σε ανακοινώσιµη, την οποία ο προσφεύγων αρνείται ότι έχει κάνει. υνεπώς, ο ΟΤΕ δεν απέδειξε τον ισχυρισµό του. Επειδή ο ΟΤΕ παραδέχθηκε ότι τα τέλη µη ανακοινώσιµης σύνδεσης εισπράττονταν από αυτόν και ως εκ τούτου αποδεικνύεται και πάλι το αβάσιµο του ισχυρισµού του ΟΤΕ ότι τα εισέπραττε εκ λάθους. Αν αυτό ήταν αληθές (η εκ λάθους χρέωση), θα ήταν αναµενόµενο ότι ο προσφεύγων, ο οποίος έλεγχε τους λογαριασµούς του από το 1978, θα είχε προσφύγει από το 1996 στον ΟΤΕ για να επισηµάνει το λάθος και να ζητήσει επιστροφή των αχρεωστήτων τελών. Με αυτά τα δεδοµένα, ενόψει της βαρύτητας των πράξεων που αποδείχθηκαν και της προσβολής που επήλθε από αυτές στον προσφεύγοντα, η Αρχή επιλαµβανόµενη της υποθέσεως αυτεπαγγέλτως επ’ευκαιρία της προσφυγής του A κρίνει οµόφωνα ότι πρέπει να επιβληθεί στον υπεύθυνο επεξεργασίας, δηλαδή στην ανώνυµη εταιρία «Οργανισµός Τηλεπικοινωνιών της Ελλάδας Α.Ε.», η κύρωση που προβλέπεται στο άρθρο 21 παρ. 1 στοιχ. β’ του Ν. 2472/1997 και αναφέρεται στο διατακτικό, η οποία κρίνεται ανάλογη µε τη βαρύτητα της προσβολής. ΓΙ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΥΤΟΥΣ
- ΚΡΙΝΕΙ ότι η ανώνυµη εταιρία «Οργανισµός Τηλεπικοινωνιών της Ελλάδας Α.Ε.» (Ο.Τ.Ε.) συµπεριέλαβε σε τηλεφωνικό κατάλογο τα προσωπικά δεδοµένα του 8 προσφεύγοντος συνδροµητή κατά παράβαση του άρθρου 8 παρ. 2 του Ν. 2774/1999 και 10 παρ. 3 του ν. 2472/
- ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ στην ΟΤΕ Α.Ε. ως υπεύθυνο επεξεργασίας πρόστιµο ύψους πέντε χιλιάδων (5.000,00) Ευρώ. Ο Πρόεδρος Η Γραµµατέας Πέτρος Χριστόφορος Μελποµένη Γιαννάκη 9