Αθήνα, 18-12-2013 Αριθ. Πρωτ. Γ/ΕΞ/8049/18-12-2013 ΑΡΧΗ ΠΡΟ ΤΑ ΙΑ ∆Ε∆ΟΜΕΝΩΝ ΠΡΟ ΩΠΙΚΟΥ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ Α Π Ο Φ Α Σ Η 154 / 2013 (Τµήµα) Η Αρχή Προστασίας ∆εδοµένων Προσωπικού Χαρακτήρα συνεδρίασε µετά από πρόσκληση του Προέδρου της σε σύνθεση Τµήµατος στην έδρα της την 19-11-2013 και ώρα 10:00, σε συνέχεια της από 15-10-2013 συνεδρίασης, προκειµένου να εξετάσει την υπόθεση που αναφέρεται στο ιστορικό της παρούσας. Παρέστησαν οι Γεώργιος Μπατζαλέξης, Αναπληρωτής Πρόεδρος, κωλυοµένου του Προέδρου της Αρχής Πέτρου Χριστόφορου, και τα αναπληρωµατικά µέλη της Αρχής πύρος Βλαχόπουλος, ως εισηγητής, Γρηγόρης Λαζαράκος και Χαράλαµπος Ανθόπουλος, σε αντικατάσταση των τακτικών µελών Λεωνίδα Κοτσαλή, Αναστάσιου – Ιωάννη Μεταξά και ∆ηµητρίου Μπριόλα, οι οποίοι αν και εκλήθησαν νοµίµως εγγράφως δεν παρέστησαν λόγω κωλύµατος. την συνεδρίαση παρέστησαν, χωρίς δικαίωµα ψήφου, η Θ. Τουτζιαράκη, νοµικός ελεγκτής (δικηγόρος), ως βοηθός εισηγητή, η οποία αποχώρησε µετά τη συζήτηση και πριν τη διάσκεψη και λήψη της απόφασης, και η Ειρήνη Παπαγεωργοπούλου, υπάλληλος του τµήµατος διοικητικών και οικονοµικών υποθέσεων, ως γραµµατέας. Η Αρχή έλαβε υπόψη τα παρακάτω: Με την υπ’ αριθµ πρωτ. Γ/ΕΙ /6557/15.10.2012 προσφυγή της προς την Αρχή, η A παραπονείται για παράνοµη επεξεργασία δεδοµένων σχετικά µε την πιστοληπτική της ικανότητα από την Τράπεζα Κύπρου, την εταιρεία X., η οποία τυγχάνει πιστούχος και πελάτης της προαναφερόµενης τράπεζας, καθώς και προσωπικά από τον B, ο οποίος είναι και ο νόµιµος εκπρόσωπος της εταιρείας X. Ειδικότερα, η προσφεύγουσα, η οποία είναι δικαστική λειτουργός, αναφέρει ότι στις ..-..-2012 προσήλθε στο γραφείο της Γενικής Επιτρόπου των Τακτικών ∆ιοικητικών ∆ικαστηρίων (κατόπιν 1 σχετικής τηλεφωνικής κλήσης από τη Γραµµατεία) και ενηµερώθηκε ότι την προηγούµενη ηµέρα (..-..-2013) βρέθηκε κάτω από την πόρτα του γραφείου της Γενικής Επιτρόπου µια ανώνυµηανυπόγραφη-δακτυλογραφηµένη επιστολή που την αφορούσε. Η εν λόγω επιστολή αναφερόταν, µεταξύ άλλων, σε χρέη της A απέναντι σε τεχνίτες που είχαν εργαστεί για την ανακαίνιση της οικίας της, καθώς και σε σχετική καταχώρισή της στα αρχεία της ΤΕΙΡΕ ΙΑ Α.Ε. Η προσφεύγουσα ισχυρίζεται ότι η επιστολή εστάλη στο γραφείο της Γενικής Επιτρόπου των Τακτικών ∆ιοικητικών ∆ικαστηρίων µε σκοπό τη µαταίωση της επικείµενης προαγωγής της σε Εφέτη, καθώς η παραλήπτρια της επιστολής ήταν το πρόσωπο που θα εισηγείτο στο Ανώτατο ∆ικαστικό υµβούλιο ∆ιοικητικής ∆ικαιοσύνης περί της επάρκειας, ακεραιότητας και ικανότητας των υπό προαγωγή τελούντων προέδρων πρωτοδικών, µεταξύ των οποίων και η προσφεύγουσα. Την ίδια ηµέρα, η προσφεύγουσα άσκησε το δικαίωµα πρόσβασης στην ΤΕΙΡΕ ΙΑ Α.Ε., από όπου και πληροφορήθηκε ότι στις ..-..-2012 πραγµατοποιήθηκαν για το πρόσωπό της δυο αναζητήσεις, µία από την Millennium Bank/Κεντρικές Υπηρεσίες και µία από την Τράπεζα Κύπρου/Άνω Πατήσια. Ακολούθως, η προσφεύγουσα άσκησε το δικαίωµα πρόσβασης στην Τράπεζα Κύπρου, η οποία της απάντησε ότι η αναζήτηση στο αρχείο της ΤΕΙΡΕ ΙΑ Α.Ε. έγινε µετά από τηλεφωνικό ερώτηµα του λογιστή της εταιρείας X. για το αν η τράπεζα θα µπορούσε να δεχθεί ως ενέχυρο µια επιταγή εκδόσεως της προσφεύγουσας. Περαιτέρω, η προσφεύγουσα αναφέρει ότι συζούσε επί χρονικό διάστηµα επτά
(7)ετών περίπου µε τον B, νόµιµο εκπρόσωπο της εταιρείας X, καθώς και ότι, µετά τη διακοπή της συµβίωσης αυτής (κατά το Μάρτιο του 2011), ο B ξεκίνησε έναν «ανηλεή πόλεµο» εναντίον εκείνης και συγγενικών της προσώπων (τέκνων και πρώην συζύγου της), µε πάµπολλα εξώδικα, αιτήσεις ασφαλιστικών µέτρων, µηνύσεις και αγωγές, οι οποίες εκκρεµούν στα αρµόδια δικαστήρια. Κατόπιν τούτων, η προσφεύγουσα καταγγέλλει συγκεκριµένα ότι: α) Η Τράπεζα Κύπρου αναζήτησε προσωπικά της δεδοµένα στο αρχείο της ΤΕΙΡΕ ΙΑ Α.Ε. χωρίς νόµιµο λόγο και, στη συνέχεια, ανακοίνωσε τα δεδοµένα αυτά στην εταιρεία X., ως πιστούχου και πελάτη της. β) Ο B, εκµεταλλευόµενος την ιδιότητά του ως νοµίµου εκπροσώπου της εταιρείας X, ζήτησε και έµαθε (µέσω του λογιστή της εταιρείας) από την Τράπεζα Κύπρου, χωρίς νόµιµο λόγο, τα τηρούµενα στο αρχείο της ΤΕΙΡΕ ΙΑ Α.Ε. δυσµενή δεδοµένα της προσφεύγουσας. τη συνέχεια, σύµφωνα πάντα µε τα καταγγελλόµενα, ο Β ανακοίνωσε τα δεδοµένα αυτά στη Γενική Επίτροπο των Τακτικών ∆ιοικητικών ∆ικαστηρίων µέσω της προαναφερόµενης ανώνυµης επιστολής µε σκοπό να µαταιώσει την επικείµενη προαγωγή της προσφεύγουσας ως Εφέτη και να την βλάψει ηθικά, επαγγελµατικά και οικονοµικά. το πλαίσιο εξέτασης της ως άνω υπόθεσης, η Αρχή, µε τα υπ’ αριθµ. πρωτ. Γ/ΕΞ/3809/04-062 2013 και Γ/ΕΞ/3810/04-06-2013 έγγραφά της, ζήτησε από την Τράπεζα Κύπρου και την εταιρεία X. να διευκρινίσουν τις απόψεις τους επ’ αυτής. Ακολούθως, οι καταγγελλόµενες παρείχαν τις απαραίτητες διευκρινίσεις µε τα υπ’ αριθµ. πρωτ. Γ/ΕΙ /4402/01-07-2013 και Γ/ΕΙ /4194/19-062013 έγγραφά τους, αντίστοιχα, ενώ παράλληλα η Τράπεζα Πειραιώς – Πρώην ∆ίκτυο Τράπεζας Κύπρου στην Ελλάδα, µε το υπ’ αριθµ. πρωτ. Γ/ΕΙ /4168/18-06-2013 έγγραφο της, ενηµέρωσε την Αρχή, µεταξύ άλλων, ότι «… σύµφων µε τους όρους των πό 26-03-2013 συµβάσεων που υπεγράφησ ν στο πλ ίσιο των µέτρων εξυγί νσης του πιστωτικού συστήµ τος της Κυπρι κής ∆ηµοκρ τί ς, µετ βιβάσθηκ ν στην Τράπεζ Πειρ ιώς συγκεκριµέν µόνο στοιχεί του ενεργητικού κ ι π θητικού των υποκ τ στηµάτων στην Ελλάδ των πιστωτικών ιδρυµάτων ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ∆ΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΙΜΙΤΕ∆, CYPRUS POPULAR BANK CO LTD κ ι ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ∆ΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΙΜΙΤΕ∆». Ταυτόχρονα µε την παροχή των απαραίτητων διευκρινίσεων για την ως άνω υπόθεση (δηλ. µε το ίδιο έγγραφο υπ’ αριθµ. πρωτ. Γ/ΕΙ /4194/19-06-2013), ο νόµιµος εκπρόσωπος της εταιρείας X, ως φυσικό πρόσωπο εν προκειµένω, παραπονείται ότι η προσφεύγουσα A επεξεργάστηκε χωρίς νόµιµο λόγο προσωπικά του δεδοµένα σχετικά µε τραπεζικούς λογαριασµούς και ποινική δίωξη. Ειδικότερα, ο B, ως φυσικό πρόσωπο, καταγγέλλει ότι: α) Η A έστειλε σε τέσσερα διαφορετικά πρόσωπα (στον Γ-πατέρα της εγγονής της Α και υπάλληλο του Β, στη ∆-εν διαστάσει σύζυγο του Β, στη Ε-κοινή φίλη της Α και του Β και στον Τ-φίλο και συνεργάτη του Β), τα οποία είχαν προβεί σε ένορκες βεβαιώσεις υπέρ του Β στο πλαίσιο εκκρεµούσης ποινικής διαδικασίας (µήνυση για συκοφαντική δυσφήµιση που η ίδια Α είχε υποβάλλει κατά του Β), τέσσερις αντίστοιχες επιστολές. τις επιστολές αυτές, σύµφωνα πάντα µε τα καταγγελλόµενα, η Α αναφέρει, µεταξύ άλλων, δεδοµένα σχετικά µε τραπεζικούς λογαριασµούς του Β και επισυνάπτει αποσπάσµατα κινήσεως των λογαριασµών αυτών (“extraits”). β) Η Α, εκµεταλλευόµενη την ιδιότητά της ως δικαστικού λειτουργού, συνέλεξε από το αρχείο της εισαγγελίας δεδοµένα σχετικά µε εκκρεµή ποινική δίωξη του Β, ήτοι αντικείµενο κατηγορίας (µη έγκαιρη καταβολή εργοδοτικών εισφορών) και ηµ/νία δικασίµου (../..) και ανέφερε τα στοιχεία αυτά σε µήνυµα ηλεκτρονικού ταχυδροµείου που απευθυνόταν από εκείνη προς τον Β. τη συνέχεια, η Α, η εταιρεία Χ. δια του νοµίµου εκπροσώπου της Β και η Τράπεζα Κύπρου κλήθηκαν νοµίµως προς ακρόαση κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον του Τµήµατος της Αρχής στις ..-..-2013 µε τις υπ' αριθµ. πρωτ. Γ/ΕΞ/6243/03-10-2013, Γ/ΕΞ/6247/03-10-2013 και Γ/ΕΞ/6246/03-10-2013 κλήσεις αντίστοιχα και παρέστησαν. Κατά τη συνεδρίαση οι κληθέντες εξέθεσαν προφορικά τις απόψεις τους, τις οποίες ανέπτυξαν κατόπιν διεξοδικώς µε σχετικά υποµνήµατά τους (βλ. τα υπ’ αριθµ. πρωτ. Γ/ΕΙ /6521/15-10-2013, Γ/ΕΙ /6767/24-10-2013 και Γ/ΕΙ /6828/25-10-2013 υποµνήµατα των Α, Χ. και Τράπεζα Κύπρου αντίστοιχα). τη συνεδρίαση 3 παρέστη επίσης η Ε και άσκησε παραδεκτώς πρόσθετη παρέµβαση υπέρ του Β µε το υπ’ αριθµ. πρωτ. Γ/ΕΙ /6768/24-10-2013 έγγραφό της. Ειδικότερα, η Ε αναφέρει ότι έχει έννοµο συµφέρον να επιθυµεί την αποδοχή της προσφυγής του Β ως προς το σκέλος που αφορά στην ανακοίνωση δεδοµένων σχετικών µε τραπεζικούς του λογαριασµούς από την Α σε τρίτα πρόσωπα, καθώς µε την ενέργειά της αυτή η Α διέδωσε παρανόµως και προσωπικά δεδοµένα της προσθέτως παρεµβαίνουσας, ήτοι ότι η τελευταία κατέθετε σε τακτική βάση χρήµατα σε τραπεζικό λογαριασµό του Β για ένα εξάµηνο περίπου. Η Αρχή, µετά από εξέταση όλων των προαναφερόµενων στοιχείων του φακέλου, αφού άκουσε τον εισηγητή και τη βοηθό εισηγητή, η οποία στη συνέχεια αποχώρησε, και κατόπιν διεξοδικής συζήτησης, Σ ΕΦΤΗ Ε ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟΝ ΝΟΜΟ
- το άρθρο 2 στοιχ. α', β΄, γ', δ΄, ε΄ και ζ΄ του ν. 2472/1997 ορίζονται οι έννοιες των απλών και ευαίσθητων δεδοµένων, του υποκειµένου αυτών, της επεξεργασίας, του αρχείου και του υπεύθυνου επεξεργασίας. Επιπρόσθετα, σύµφωνα µε το άρθρο 3 παρ. 2 στοιχ. α΄ του ίδιου νόµου, οι διατάξεις του ν. 2472/1997 δεν εφαρµόζονται στην επεξεργασία δεδοµένων που πραγµατοποιείται από φυσικό πρόσωπο για την άσκηση δραστηριοτήτων αποκλειστικά προσωπικών ή οικιακών. Ακολούθως, στο άρθρο 4 του ίδιου νόµου ορίζονται οι βασικές αρχές της επεξεργασίας, ενώ στο άρθρο 5 ορίζονται οι επιµέρους προϋποθέσεις για τη νοµιµότητά της. ύµφωνα δε µε το άρθρο 5 παρ. 1 του ίδιου νόµου, η επεξεργασία απλών δεδοµένων προσωπικού χαρακτήρα επιτρέπεται µόνο όταν το υποκείµενο έχει δώσει τη συγκατάθεσή του. Κατ’ εξαίρεση επιτρέπεται και χωρίς τη συγκατάθεση, στην περίπτωση που συντρέχουν οι όροι που περιοριστικά αναφέρονται στην παρ. 2 του ίδιου άρθρου. Τέλος, σύµφωνα µε το άρθρο 24 παρ. 5 του Ν. 2472/1997, «Οι δι τάξεις των άρθρων 11, 12, 13 [δικαιώµατα του υποκειµένου των δεδοµένων] κ ι 19 π ρ. 1 [αρµοδιότητα της Αρχής] του π ρόντος νόµου δεν εφ ρµόζοντ ι στο ποινικό µητρώο κ ι στ υπηρεσι κά ρχεί που τηρούντ ι πό τις ρµόδιες δικ στικές ρχές γι την εξυπηρέτηση των ν γκών της ποινικής δικ ιοσύνης κ ι στο πλ ίσιο της λειτουργί ς της».
- Η Αρχή, µε τις Κανονιστικές Αποφάσεις 24/2004 και 25/2004, όρισε τις προϋποθέσεις τήρησης αρχείου από την ΤΕΙΡΕ ΙΑ Α.Ε. κοπός τήρησης και λειτουργίας του εν λόγω αρχείου είναι «η ελ χιστοποίηση των κινδύνων πό τη σύν ψη πιστωτικών συµβάσεων µε φερέγγυους πελάτες κ ι εν 4 γένει πό τη δηµιουργί επισφ λών π ιτήσεων κ ι τελικά η προστ σί της εµπορικής πίστης κ ι η εξυγί νση των οικονοµικών συν λλ γών», ενώ η σχετική επεξεργασία επιτρέπεται ως επεξεργασία απολύτως αναγκαία για την ικανοποίηση του υπέρτερου έννοµου συµφέροντος του υπεύθυνου επεξεργασίας σύµφωνα µε το άρθρο 5 παρ. 2 στοιχ. ε΄ του ν. 2472/1997 (βλ. παρ. 1 της απόφασης 24/2004). Περαιτέρω, µε βάση τις προαναφερόµενες Κανονιστικές Αποφάσεις (βλ. ιδίως παρ. 4 της Απόφασης 24/2004 και παρ. Β΄ της Απόφασης 25/2004), νόµιµοι αποδέκτες του αρχείου της ΤΕΙΡΕ ΙΑ Α.Ε. είναι -µεταξύ άλλων- τα χρηµατοπιστωτικά ιδρύµατα, τα οποία έχουν το δικαίωµα χρησιµοποίησης των σχετικών δεδοµένων για τον προαναφερθέντα σκοπό, ενώ η περαιτέρω επεξεργασία των δεδοµένων αυτών (διαβίβαση σε τρίτους κ.λ.π.) είναι απολύτως απαγορευτική.
- Αναφορικά µε την πρόσβαση και άντληση δεδοµένων πιστοληπτικής ικανότητας της προσφεύγουσας από το αρχείο της ΤΕΙΡΕ ΙΑ Α.Ε., η Τράπεζα Κύπρου παραδέχεται ότι ο ειδικά προς τούτο εξουσιοδοτηµένος υπάλληλός της, ανταποκρινόµενος σε τηλεφωνικό ερώτηµα του λογιστή της πιστούχου εταιρίας Χ., προέβη σε αναζήτηση των στοιχείων της προσφεύγουσας στο αρχείο ΑΥ& ΥΠ της ΤΕΙΡΕ ΙΑ Α.Ε., προκειµένου να ερευνήσει τη φερεγγυότητά της, να εκτιµήσει τον αναλαµβανόµενο από την τράπεζα πιστωτικό κίνδυνο και να αποφανθεί επί της απόρριψης ή της αποδοχής του αιτήµατος ενεχύρασης επιταγής εκδόσεως της προσφεύγουσας µε βάση την πολιτική χορηγήσεων της τράπεζας. Ωστόσο, ο εν λόγω υπάλληλος αρκέστηκε σε τηλεφωνικό αίτηµα της πιστούχου εταιρίας, παρά τις σχετικές οδηγίες και τη θεµελιωµένη πρακτική της Τράπεζας Κύπρου για προσκόµιση εγγράφων προς τεκµηρίωση της εκάστοτε αναζήτησης στο αρχείο της ΤΕΙΡΕ ΙΑ Α.Ε. [βλ. το από ..-..-2009 υπηρεσιακό σηµείωµα της ∆ιεύθυνσης Οργάνωσης και Μεθόδων της Τράπεζας Κύπρου προς όλα τα διευθυντικά στελέχη του δικτύου και της διοίκησης µε θέµα «ΠΡΟΣΒΑΣΗ ΣΕ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΤΟΥ ΤΕΙΡΕΣΙΑ», όπου ορίζεται ότι «… οποι δήποτε ν ζήτηση στοιχείων στον ΤΕΙΡΕΣΙΑ πρέπει ν ποδεικνύετ ι κ ι ν τεκµηριώνετ ι µε έγγρ φ . Ειδικότερ : - Αν ζήτηση στοιχείων στο σύστηµ ΣΑΥ (Μ ύρη Λίστ ), τεκµηριώνετ ι µόνο εφ’ όσον υπάρχουν έγγρ φ δ νείου, που ποδεικνύουν έννοµο συµφέρον ( ίτηση ίτηση έκδοσης checkbook, επιτ γή κλπ.).», καθώς και τον από 23.05.2012 Οδηγό Εργασιών σχετικά µε τις διαδικασίες που θα πρέπει να ακολουθούνται για την ενεχυρίαση µεταχρονολογηµένων επιταγών]. Οι ισχυρισµοί της Τράπεζας ότι πρόκειται για έκτακτο και µεµονωµένο περιστατικό προς χειρισµό του οποίου η Τράπεζα ενήργησε άµεσα και µε ειλικρίνεια προς την προσφεύγουσα (ικανοποιώντας εγγράφως και εντός δυο ηµερών το δικαίωµα πρόσβασής της), ότι κανένα άλλο παρόµοιο περιστατικό δεν έχει λάβει χώρα από το χρόνο λήψης των προαναφερόµενων οργανωτικών µέτρων (υπηρεσιακό σηµείωµα και οδηγός εργασιών), καθώς και 5 ότι είχε δηµιουργηθεί µε την εταιρεία Χ. ένα κλίµα εµπιστοσύνης λόγω της εύρυθµης και οµαλής εξέλιξης της µεταξύ τους συµβατικής σχέσης (σύµβαση πίστωσης µε αλληλόχρεο λογαριασµό από το έτος 2008, στο πλαίσιο της οποίας έχουν ενεχυραστεί µέχρι και σήµερα συνολικά 16 επιταγές) δεν αναιρούν το γεγονός ότι ο εν λόγω υπάλληλος παραβίασε τις ως άνω οδηγίες της Τράπεζας στην συγκεκριµένη περίπτωση. υνεπώς, η Τράπεζα Κύπρου έχει λάβει καταρχάς κατάλληλα οργανωτικά µέτρα σύµφωνα µε το άρθρο 10 του ν. 2472/1997 τόσο προς τεκµηρίωση των αναζητήσεων στα αρχεία της ΤΕΙΡΕ ΙΑ Α.Ε. όσο και προς έλεγχο και απόδειξη των νόµιµων λόγων αναζήτησης, οποτεδήποτε αυτό απαιτηθεί (πρβλ. Απόφαση 57/2013 της Αρχής, όπου η καταγγελλόµενη τράπεζα δεν ήταν σε θέση να ελέγξει εάν αναζητήσεις στο σύστηµα της ΤΕΙΡΕ ΙΑ από τους υπαλλήλους της στην συγκεκριµένη περίπτωση είχαν γίνει νόµιµα ή όχι). Ωστόσο, στην υπό κρίση περίπτωση παραβιάστηκαν τα προαναφερόµενα οργανωτικά µέτρα, δηλαδή οι πράξεις επεξεργασίας (πρόσβαση και άντληση) στις οποίες υποβλήθηκαν τα δεδοµένα της προσφεύγουσας δεν είχαν νόµιµο σκοπό κατά την έννοια του άρθρου 5 παρ. 2 στοιχ. ε΄ του ν. 2472/1997, όπως αυτός εξειδικεύεται στην παρ. 1 της Κανονιστικής Απόφασης 24/2004 της Αρχής, καθώς δεν είχε προσκοµιστεί αντίγραφο επιταγής εκδόσεως της προσφεύγουσας, ώστε να νοµιµοποιείται η Τράπεζα να ελέγξει την πιστοληπτική της ικανότητα από το αρχείο της ΤΕΙΡΕ ΙΑ Α.Ε. Η δε Τράπεζα δεν ασκούσε τον δέοντα έλεγχο αν οι υπάλληλοι της, όπως και ο ανωτέρω, ενεργούσαν σύµφωνα µε τον νόµο και τις εγκυκλίους των αρµοδίων οργάνων της, ως και την τήρηση των εντολών της κατά την πρόσβαση στα δεδοµένα της ΤΕΙΡΕ ΙΑ Α.Ε. και την άντληση στοιχείων απ αυτά σε βάρος πολιτών.
- Αναφορικά µε την ανακοίνωση/χορήγηση δεδοµένων πιστοληπτικής ικανότητας της προσφεύγουσας στην εταιρία Χ., ακόµη και αν γίνουν δεκτοί οι ισχυρισµοί της Τράπεζας Κύπρου και του Β ότι ο τελευταίος δεν ζήτησε ποτέ (µέσω της εταιρείας του) από την Τράπεζα να αντλήσει δυσµενή δεδοµένα της προσφεύγουσας από το αρχείο της ΤΕΙΡΕ ΙΑ Α.Ε., καθώς και ότι πράγµατι η Τράπεζα δεν ανακοίνωσε σε αυτόν κανένα συγκεκριµένο στοιχείο, παρά µόνο το γεγονός ότι δεν θα δεχόταν ως ενέχυρο επιταγή εκδόσεώς της προσφεύγουσας, µε την σχετική πληροφόρηση που παρείχε η Τράπεζα στον Β αποκαλύπτονται εµµέσως δεδοµένα σχετικά µε τη φερεγγυότητα της προσφεύγουσας, ότι δηλαδή δεν θα δεχόταν η Τράπεζα ως ενέχυρο επιταγή εκδόσεως της προσφεύγουσας γιατί, κατά λογική ακολουθία, θεωρεί την τελευταία ως πρόσωπο αφερέγγυο. Άλλωστε, ο µέσος σύγχρονος συναλλασσόµενος γνωρίζει πλέον πως, για να αξιολογήσει µια τράπεζα τη φερεγγυότητα ενός φυσικού προσώπου, θα συνεκτιµήσει (κατεξοχήν) τα στοιχεία που θα αντλήσει από το αρχείο της ΤΕΙΡΕ ΙΑ Α.Ε. Από το γεγονός αυτό όµως σε καµία περίπτωση δεν συνάγεται, όπως εσφαλµένα υποστηρίζει ο Β ότι έχει καθιερωθεί ως 6 «επιχειρηµατική πρακτική», ότι η Τράπεζα νοµιµοποιείται να ενεργεί ως «εταιρεία επιχειρηµατικής πληροφόρησης/πιστοληπτικής ικανότητας» παρέχοντας στους πελάτες της (ανταποκρινόµενη µάλιστα σε απλά τηλεφωνικά ερωτήµατα) οποιαδήποτε πληροφορία σχετικά µε τη φερεγγυότητα ενός άλλου φυσικού προσώπου (βλ. ιδίως παρ. 4 της Απόφασης 24/2004 και παρ. Β΄ της Απόφασης 25/2004).
- Ο ισχυρισµός της Α ότι τα ανωτέρω δυσµενή δεδοµένα (καταχώριση το αρχείο της ΤΕΙΡΕ ΙΑ Α.Ε.) ανακοινώθηκαν από τον Β προς τη Γενική Επίτροπο των Τακτικών ∆ιοικητικών ∆ικαστηρίων µέσω της αναφερόµενης στο ιστορικό της παρούσης ανώνυµης επιστολής δεν αποδεικνύεται και, ως εκ τούτου, η προσφυγή της Α πρέπει να απορριφθεί ως προς αυτό το σκέλος, αφού δεν ενισχύεται από κάποιο αποδεικτικό στοιχείο και δεν αποτελεί τέτοιο το επικαλούµενο από την προσφεύγουσα ότι ήταν το µόνο πρόσωπο που θα ήθελε µε τον τρόπο αυτό να την βλάψει υπηρεσιακά και να αποτρέψει την προαγωγή της σε Εφέτη, η οποία (προαγωγή) και τελικά πραγµατοποιήθηκε.
- Αναφορικά µε τα στοιχεία κινήσεως τραπεζικών λογαριασµών του Β, όπως και ο ίδιος παραθέτει, η Α συνέλλεξε νοµίµως τα υπό κρίση δεδοµένα, καθώς είχαν κατατεθεί από τον ίδιο σε φάκελο εκδοθείσας σε βάρος της διαταγής πληρωµής. τη συνέχεια, η Α χρησιµοποίησε τα δεδοµένα αυτά για σκοπό διαφορετικό από εκείνον για τον οποίο νοµίµως τα συνέλλεξε, δηλαδή για την ενηµέρωσή της προκειµένου να ασκήσει ανακοπή κατά της διαταγής πληρωµής, καθώς (όπως και η ίδια συνοµολογεί) τα ανακοίνωσε στον Τ-φίλο και συνεργάτη του Β µέσω προσωπικής επιστολής, µε την οποία εκφράζει στον ως άνω παραλήπτη τη δυσαρέσκειά της για την ένορκη βεβαίωση στην οποία αυτός προέβη σε βάρος της ως παλιός της γνώριµος από τη σχέση της µε τον Β. Ειδικότερα, στην επιστολή αυτή η Α διέλαβε για το ζήτηµα αυτό τα ακόλουθα: «Η κ Ε, χρόνι επιστήθι φίλη µου [20 χρόνι ?], τι ν πω? […] Αποδείχθηκε κι υτή “φίδι κολοβό”, βέβ ι , ότ ν εγώ ν κάλυψ , όλως τυχ ίως, ότι η κ. Ε κ τέθετε συχνά πυκνά χρήµ τ σε τρ πεζικό λογ/σµό του κου Β στην ΓΙΟΥΡΟΜΠΑΝΚ, γι έν εξάµηνο περίπου, που εγώ πήρ τ σχετικά π ρ στ τικά στ χέρι µου πό το φάκελο του ειρηνοδικείου, που ο Β είχε εκδώσει δι τ γή πληρωµής εις βάρος µου, κ ι “έπεσ πό τ σύννεφ ” γι τί δεν µπορούσ ν φ ντ στώ τι είδους οικονοµική δοσοληψί είχ ν υτοί οι δυο, κ τάλ β ότι η ξ φνική φιλί της κ ς Ε µε τον κο Β κ ι η έχθρ της γι µέν δεν ήτ ν τυχ ί κ ι φυσικά ΚΑΘΟΛΟΥ ΑΝΙ∆ΙΟΤΕΛΗΣ! ΟΛΟΙ ΕΧΟΥΝ ΤΟ ΤΙΜΗΜΑ ΤΟΥΣ!!», δεν αποδεικνύεται όµως ότι επεσύναψε στην επιστολή αυτή απόσπασµα κινήσεως λογαριασµού (“extrait”) του Β ούτε περαιτέρω αν η ίδια απέστειλε επιστολές παρόµοιου περιεχοµένου και αποσπάσµατα κινήσεως λογαριασµών στα λοιπά τρία πρόσωπα που αναφέρει ο Β (ήτοι στον Γ7 πατέρα της εγγονής της Α και υπάλληλο του Β, στη ∆-εν διαστάσει σύζυγο του Β και στην Ε πρώην κοινή φίλη της Α και του Β), ισχυρισµούς που η ίδια η Α αρνείται κατηγορηµατικά. υνεπώς, θα πρέπει να γίνει δεκτό ότι η πραγµατοποιηθείσα ανακοίνωση µε τον ανωτέρω τρόπο, δεδοµένων σχετικά µε περιοδικές καταθέσεις χρηµάτων από τη Ε σε τραπεζικό λογαριασµό του Β για ένα εξάµηνο περίπου (άρθρα 2 στοιχ. α', γ', δ΄, ε΄ και ζ΄ του ν. 2472/1997), πραγµατοποιήθηκε χωρίς νόµιµο σκοπό (άρθρο 4 παρ. 1 στοιχ. α΄ και άρθρο 5 του ν. 2472/1997) και εµπίπτει στις διατάξεις του ν. 2472/1997 εφόσον εκφεύγει της προσωπικής χρήσης για την οποία προόριζε αρχικά τα απλά αυτά προσωπικά δεδοµένα του Β η εν λόγω αντίδικός του στην δίκη εκείνη. Ωστόσο, ένα µέλος διατύπωσε την άποψη ότι η εν λόγω επεξεργασία προσωπικών δεδοµένων δεν εµπίπτει στο πεδίο εφαρµογής του ν. 2472/1997, καθώς, σύµφωνα µε το άρθρο 3 παρ. 2 στοιχ. α΄, πραγµατοποιήθηκε από την καταγγέλλουσα κατά την άσκηση προσωπικών της δραστηριοτήτων. Η ανακοίνωση µέσω προσωπικής αλληλογραφίας σε ένα µόνον άτοµο -µε το οποίο ο υπεύθυνος επεξεργασίας διατηρεί ή διατηρούσε προσωπικές/φιλικές σχέσεις- προσωπικών δεδοµένων τρίτου προσώπου, µε το οποίο ο υπεύθυνος διατηρούσε επίσης φιλικές σχέσεις, όπως συµβαίνει εν προκειµένω, εµπίπτει στην έννοια της προσωπικής χρήσης, ενώ ο θιγόµενος θα πρέπει να αναζητήσει προστασία µε βάση τις κείµενες διατάξεις περί δυσφήµισης ή/και προσβολής προσωπικότητας.
- Τα δεδοµένα σχετικά µε ποινική δίωξη του Β, ήτοι αντικείµενο κατηγορίας (µη έγκαιρη καταβολή εργοδοτικών εισφορών) και ηµ/νία δικασίµου (../..), αποτελούν ευαίσθητα προσωπικά δεδοµένα του υποκειµένου τους (άρθρο 2 στοιχ. β΄ και γ΄ του ν. 2472/1997), ενώ η συλλογή των δεδοµένων αυτών συνιστά επεξεργασία (άρθρο 2 στοιχ. δ΄ και θ΄ του ν. 2472/1997), η οποία επιτρέπεται κατ’ εξαίρεση ύστερα από άδεια της Αρχής (άρθρο 7 παρ. 2 του ν. 2472/1997). Ωστόσο, σύµφωνα µε το άρθρο 24 παρ. 5 του ν. 2472/1997, η Αρχή δεν ασκεί εποπτεία στο ποινικό µητρώο και στα υπηρεσιακά αρχεία που τηρούνται από τις αρµόδιες δικαστικές αρχές για την εξυπηρέτηση των αναγκών της ποινικής δικαιοσύνης και στο πλαίσιο της λειτουργίας της (βλ. Ετήσια Έκθεση Πεπραγµένων της Αρχής 2012, 3.12.2 Ειδικά ζητήµ τ ρµοδιότητ ς που π σχόλησ ν την Αρχή, καθώς και απαντητικό έγγραφο Γ/ΕΞ/6084/26-09-2013). υνεπώς, η εξέταση της νοµιµότητας της συλλογής των προαναφερόµενων δεδοµένων σχετικών µε ποινική δίωξη του Β από την Α εκφεύγει της αρµοδιότητας της Αρχής. Επιπρόσθετα, όταν µια επεξεργασία δεδοµένων πραγµατοποιείται στο πλαίσιο άσκησης δραστηριοτήτων αποκλειστικά προσωπικών ή οικιακών, τότε εκφεύγει του πεδίου εφαρµογής του ν. 2472/1997 (άρθρο 3 παρ. 1 του ν. 2472/1997). υνεπώς, εφόσον η Α ανέφερε τα εν λόγω δεδοµένα σε µήνυµα ηλεκτρονικού ταχυδροµείου που απευθυνόταν αποκλειστικά από εκείνη προς τον Β (όπως προκύπτει από τα 8 στοιχεία που και ο ίδιος ο Β προσκοµίζει) και σε κανέναν άλλο τρίτο, η εν λόγω επεξεργασία πρέπει να γίνει δεκτό ότι πραγµατοποιήθηκε για αποκλειστικά προσωπική χρήση κατά την έννοια του άρθρου 3 παρ. 1 του ν. 2472/1997 και, ως εκ τούτου, εκφεύγει του πεδίου εφαρµογής του νόµου αυτού. Η Αρχή, λαµβάνοντας υπόψη τη βαρύτητα των παραβάσεων των άρθρων 4 και 5 του ν. 2472/1997 που αποδείχθηκαν και της προσβολής που επήλθε από αυτές στα υποκείµενα, κρίνει κατά πλειοψηφία ότι πρέπει να επιβληθούν στους υπεύθυνους επεξεργασίας οι προβλεπόµενες στο άρθρο 21 παρ.1 εδαφ. α΄ και β΄ του ν. 2472/1997 κυρώσεις που αναφέρονται στο διατακτικό και οι οποίες κρίνονται ανάλογες µε τη βαρύτητα των παραβάσεων, καθώς και ότι πρέπει να απευθυνθεί σε έναν εκ των υπευθύνων επεξεργασίας σχετική σύσταση σύµφωνα µε το άρθρο 19 παρ. 1 στοιχ. γ΄ του ν. 2472/
- ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Η Αρχή 1) Αποφαίνεται ότι η πρόσβαση της Τράπεζας Κύπρου στα δεδοµένα πιστοληπτικής ικανότητας της προσφεύγουσας Α που τηρούνται στο αρχείο της ΤΕΙΡΕ ΙΑ Α.Ε. και η ακόλουθη ανακοίνωση των δεδοµένων αυτών στην εταιρεία Χ. και κατ’ επέκταση στο νόµιµο εκπρόσωπο αυτής Β αντιβαίνει στο ν. 2472/1997 ως επεξεργασία δεδοµένων που πραγµατοποιήθηκε για παράνοµο σκοπό. 2) Επιβάλλει στην Τράπεζα Κύπρου, ως υπεύθυνο επεξεργασίας, χρηµατικό πρόστιµο ύψους πέντε χιλιάδων (5.000) Ευρώ για παράνοµη πρόσβαση στο αρχείο της ΤΕΙΡΕ ΙΑ Α.Ε. και για παράνοµη ανακοίνωση των δεδοµένων που άντλησε από το αρχείο αυτό σε τρίτο πρόσωπο. 3) Επιβάλλει στην εταιρεία Χ., ως υπεύθυνο επεξεργασίας, χρηµατικό πρόστιµο ύψους τριών χιλιάδων (3.000) Ευρώ για παράνοµη συλλογή δεδοµένων πιστοληπτικής ικανότητας της Α. 4) Επιβάλλει την κύρωση της προειδοποίησης στην Α, ως υπεύθυνο επεξεργασίας, για παράνοµη ανακοίνωση δεδοµένων σχετικών µε τραπεζικό λογαριασµό του Β σε τρίτο πρόσωπο. 9 5) Απευθύνει σύσταση στην Τράπεζα Κύπρου, ως υπεύθυνο επεξεργασίας, να λάβει αυστηρότερα οργανωτικά µέτρα σχετικά µε την τεκµηρίωση των αναζητήσεων που πραγµατοποιούν οι εξουσιοδοτηµένοι προς τούτο υπάλληλοί της στα αρχεία της ΤΕΙΡΕ ΙΑ Α.Ε. (π.χ. εντατικοποίηση των ελέγχων που πραγµατοποιεί προς διαπίστωση συµµόρφωσης των υπαλλήλων της µε τις σχετικές οδηγίες), ώστε να αποφευχθούν στο µέλλον παρόµοια περιστατικά αναφορικά µε πρόσβαση στα εν λόγω αρχεία χωρίς νόµιµο λόγο. 6) Απορρίπτει εν µέρει την προσφυγή της Α ως προς το σκέλος της περαιτέρω διάδοσης δεδοµένων σχετικών µε καταχώρισή της στα αρχεία της ΤΕΙΡΕ ΙΑ Α.Ε. από τον Β στη Γενική Επίτροπο των Τακτικών ∆ιοικητικών ∆ικαστηρίων, για τους λόγους που αναφέρονται στο σκεπτικό της παρούσας (σκέψη 5). 7) Απορρίπτει εν µέρει την προσφυγή του Β ως προς το σκέλος της πρόσβασης της Α στο αρχείο της Εισαγγελίας και της περαιτέρω χρήση των δεδοµένων αυτών για τους λόγους που αναφέρονται στο σκεπτικό της παρούσας (σκέψη 7). Ο Αναπληρωτής Πρόεδρος Η Γραµµατέας Γεώργιος Μπατζαλέξης Ειρήνη Παπαγεωργοπούλου • 10