Αθήνα, 10-10-2022 Αριθ. Πρωτ. 2515 Α Π Ο Φ Α Σ Η 32/2022 (Τμήμα) Η Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα συνήλθε μέσω τηλεδιάσκεψης, μετά από πρόσκληση του Προέδρου της, σε τακτική συνεδρίαση σε σύνθεση Τμήματος στην έδρα της την 19.1.2022 και ώρα 10.00, προκειμένου να εξετάσει την υπόθεση που αναφέρεται στο ιστορικό της παρούσας. Παρέστησαν οι Κωνσταντίνος Μενουδάκος, Πρόεδρος της Αρχής και τα τακτικά μέλη, Κωνσταντίνος Λαμπρινουδάκης και Χαράλαμπος Ανθόπουλος, ως εισηγητής. Στη συνεδρίαση παρέστησαν, με εντολή του Προέδρου χωρίς δικαίωμα ψήφου, η Μαρία Αλικάκου, νομικός, ειδική επιστήμονας, ως βοηθός εισηγήτρια και η Ειρήνη Παπαγεωργοπούλου, υπάλληλος του Διοικητικού Τμήματος της Αρχής, ως γραμματέας. Η Αρχή έλαβε υπόψη τα κατωτέρω: Με το με αριθ. πρωτ. Γ/ΕΙΣ/1092/10.02.2020 έγγραφό του ο Α (εφεξής «αιτών») υπέβαλε αίτηση θεραπείας κατά της με αριθ. 32/2019 Απόφασης της Αρχής. Με την εν λόγω απόφαση η Αρχή εξέτασε την με αριθ. πρωτ. Γ/ΕΙΣ/8420/23.10.2018 καταγγελία και το με αριθ. πρωτ. Γ/ΕΙΣ/2687/09.04.2019 συμπληρωματικό υπόμνημα του κατά της ανώνυμης εταιρίας «ΕΚΟ ΑΒΕΕ» (εφεξής «καθ’ ής»). Συγκεκριμένα, η Αρχή έκανε εν μέρει δεκτή την ως άνω καταγγελία, ενώ απέρριψε το σκέλος αυτής αναφορικά με την αθέμιτη επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα του καταγγέλλοντος μέσω της «αλλοίωσης της ποιότητας» των δεδομένων της κοινωνικής του ασφάλισης ως εκφεύγον της αρμοδιότητας της Αρχής. Ειδικότερα, ως προς την μη ικανοποίηση του δικαιώματος πρόσβασης του καταγγέλλοντος στα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που τον αφορούν, η Αρχή έκρινε τα εξής με την ως άνω απόφασή της: «• Αναφορικά με (
- i)τα ως άνω πρωτογενή έγγραφα, από τα οποία πηγάζει η Κηφισίας 1-3, 11523, Αθήνα, Τηλ: 210 6475600, Fax: 210 6475628, contact@dpa.gr | www.dpa.gr υποχρέωση της καταγγελλόμενης για την κάλυψη και καταβολή του οφειλόμενου κόστους προϋπηρεσίας του και (
- ii)τις γνωστοποιήσεις του ΕΤΕΑΠΕΠ προς την ΕΚΟ ΑΒΕΕ σχετικά με οφειλές από την ασφάλισή του καταγγέλλοντος, η Αρχή έκρινε ότι αυτά χορηγήθηκαν στον καταγγέλλοντα ως τμήμα του πλήρους αντιγράφου του ατομικού του φάκελου. • Αναφορικά με τα αιτούμενα έγγραφα (
- i)του ομαδικού ασφαλιστηρίου συμβολαίου μεταξύ της ΕΚΟ ΑΒΕΕ και της ALICO και (
- ii)της απόφασης του ΔΣ της ΕΚΟ ΑΒΕΕ της 29.3.2002, η Αρχή έκρινε ότι δεν προέκυψε ότι στα έγγραφα αυτά περιλαμβάνονται προσωπικά δεδομένα του καταγγέλλοντος, ώστε να τύχει εφαρμογής ο ΓΚΠΔ. • Αναφορικά με την πρόσβαση του καταγγέλλοντος στις αξιολογήσεις του, η Αρχή έδωσε εντολή στην καταγγελλόμενη ΕΚΟ ΑΒΕΕ να συμμορφωθεί προς το αίτημα του καταγγέλλοντος και να προβεί στην άμεση χορήγησή τους στον καταγγέλλοντα, σε περίπτωση που δεν του είχε χορηγηθεί το σύνολο αυτών.». Ακολούθως, αναφορικά με την ως άνω αίτηση θεραπείας, η Αρχή εξέδωσε την με αριθμ. 48/2020 απόφασή της, με την οποία απέρριψε εν μέρει την εν λόγω αίτηση ως αβάσιμη και ανέβαλε την εξέτασή της ως προς το μέρος που αναφερόταν στη μη χορήγηση στον αιτούντα από την καθ’ ής των λογιστικών παραστατικών για εξόφληση οφειλών που είχε η εν λόγω εργοδότρια εταιρία προς το επικουρικό ταμείο ΕΤΕΑΠΕΠ και τα οποία τον αφορούσαν προκειμένου να ζητηθούν περαιτέρω διευκρινίσεις από την ως άνω εταιρία. Ειδικότερα, αναφορικά με τα εν λόγω παραστατικά, τα οποία κατά τους ισχυρισμούς του αιτούντος περιείχαν προσωπικά του δεδομένα, δεν προέκυπτε με σαφήνεια από την με αριθμ. 32/2019 απόφαση της Αρχής, εάν τελικώς είχαν χορηγηθεί στον αιτούντα και, συνεπώς, υπήρχε ασάφεια ως προς την ικανοποίηση του δικαιώματος πρόσβασης στα εν λόγω έγγραφα. Στη συνέχεια, με το με αριθμ. πρωτ. Γ/ΕΞ/1092-2/31-12-2020 έγγραφό της η Αρχή ζήτησε περαιτέρω διευκρινίσεις από την καθ’ ης αναφορικά με τα καταγγελλόμενα περί μη ικανοποίησης πρόσβασης στα επίμαχα έγγραφα. Η καθ’ ης απάντησε με το με αριθμ. πρωτ. Γ/ΕΙΣ/574/22.1.2021, με το οποίο επιβεβαίωνε την ως άνω διαπίστωση της Αρχής ότι τα επίμαχα έγγραφα δεν είχαν χορηγηθεί στον αιτούντα, επισημαίνοντας ότι ορθώς είχε απορριφθεί η αρχική προσφυγή του αιτούντος με την προσβαλλόμενη απόφαση της Αρχής για τον λόγο ότι αυτά «δεν αποτελούν προσωπικά δεδομένα του Α, ούτε περιέχουν προσωπικά του δεδομένα, καθώς αποτελούν απλώς πιστοποιητικά καταβολής ποσών που όφειλε η εταιρία μας στο ΕΤΕΑΠΕΠ. Ως εκ τούτου αποτελούν εταιρικά έγγραφα, τα οποία Σελίδα 2 από 9 βρίσκονται εκτός του πεδίου εφαρμογής της νομοθεσίας για την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα […]». Κατόπιν τούτων, η Αρχή κάλεσε τα μέρη σε ακρόαση στη συνεδρίασή της στις 31.3.2021 που έλαβε χώρα μέσω τηλεδιάσκεψης. Στην εν λόγω συνεδρίαση παρόντες ήταν ο αιτών, Α, ο οποίος ανέπτυξε προφορικά τις απόψεις του, καθώς και ο Β, υπεύθυνος προστασίας δεδομένων της καθ’ ης, προκειμένου να παράσχει διευκρινίσεις σε θέματα που τέθηκαν από τον Πρόεδρο και τα μέλη δεδομένου ότι ο υπεύθυνος προστασίας δεν έχει τη δυνατότητα να εκπροσωπήσει τον υπεύθυνο επεξεργασίας σύμφωνα με τα ισχύοντα για τον θεσμό του υπευθύνου προστασίας 1. Ακολούθως, τα μέρη υπέβαλαν τα με αριθμ. πρωτ. Γ/ΕΙΣ/2459/14.4.2021 και Γ/ΕΙΣ/2562/14.4.2021 υπομνήματά τους, αντίστοιχα, στην Αρχή, εντός της προθεσμίας που ορίστηκε κατά την ανωτέρω συνεδρίαση. Σύμφωνα με το με αριθμ. πρωτ. Γ/ΕΙΣ/2562/14.4.2021 υπόμνημα της η καθ’ ης γνωστοποίησε στην Αρχή την απόφασή της να μην χορηγήσει τα αιτούμενα έγγραφα στον αιτούντα και τούτο, διότι εμμένει στην αρχική της θέση ότι τα εν λόγω έγγραφα δεν περιέχουν προσωπικά δεδομένα και ότι, σε κάθε περίπτωση, ο αιτών θα μπορούσε να τα λάβει με τη διαδικασία επίδειξης εγγράφων. Επιπλέον, η καθ’ ης προσκόμισε με το ως άνω υπόμνημά της και μετά από σχετικό αίτημα της Αρχής υπόδειγμα αιτούμενου λογιστικού παραστατικού, επισημαίνοντας προς επίρρωση του βασικού ισχυρισμού της ότι δεν εμπεριέχονται προσωπικά δεδομένα του αιτούντος και ότι «η μόνη μνεία στον προσφεύγοντα περιορίζεται στην αιτιολογία της κατάθεσης, η οποία έχει ως εξής «EKOABEE OFEILI GIA A ». Ο αιτών κατά την ως άνω ακρόαση, αλλά και με το σχετικό υπόμνημά του ενέμεινε στα αναφερόμενα στην αίτησή του και δη στη μη χορήγηση εκ μέρους της καθ’ ης των ως αναφερόμενων επίμαχων εγγράφων, ενώ επανέλαβε όσα ήδη είχε υποστηρίξει τόσο στην αρχική του καταγγελία, όσο και στην μεταγενέστερη αίτηση θεραπείας, ζητήματα, Βλ. Κατευθυντήριες Γραμμές σχετικά με τους υπεύθυνους προστασίας Δεδομένων, ΟΕ Α29, όπως αναθεωρήθηκε τελευταία και εγκρίθηκε στις 5 Απριλίου 2017, σελ. 22-23. Επιπλέον, βλ. και δελτίου τύπου Αρχής (αριθμ. Πρωτ. Γ/ΕΞ/568/23.1.2021) αναφορικά με απαγόρευση εκπροσώπησης υπευθύνων επεξεργασίας από τους υπευθύνους προστασίας δεδομένων ενώπιον της Αρχής, διαθέσιμο στον ιστότοπο της Αρχής www.dpa.gr (https://www.dpa.gr/index.php/en/enimerwtiko/press-releases/representationcontrollers-dpa). 1 Σελίδα 3 από 9 για τα οποία η Αρχή, ωστόσο, έχει ήδη αποφανθεί με τις με αριθμ. 32/2019 και 48/2020 αποφάσεις της, αντιστοίχως. Η Αρχή, από την ακροαματική διαδικασία, από τα στοιχεία του φακέλου της υπόθεσης, καθώς και από τα υπομνήματα που υποβλήθηκαν στην Αρχή και αφού άκουσε τον εισηγητή και τη βοηθό εισηγήτρια, η οποία αποχώρησε μετά τη συζήτηση της υπόθεσης και πριν από τη διάσκεψη και τη λήψη απόφασης και κατόπιν διεξοδικής συζήτησης, ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟΝ ΝΟΜΟ 1. Επειδή, το άρθρο 2 παρ. 8 του Ν.3051/2002 για τις «Συνταγµατικά κατοχυρωµένες ανεξάρτητες αρχές, τροποποίηση και συµπλήρωση του συστήµατος προσλήψεων στο δηµόσιο τοµέα και συναφείς ρυθµίσεις» που εκδόθηκε σε εκτέλεση του άρθρου 101 Α του Συντάγµατος ορίζει ότι «8. Κατά των εκτελεστών αποφάσεων των ανεξάρτητων αρχών µπορεί να ασκηθεί αίτηση ακυρώσεως ενώπιον του Συµβουλίου της Επικρατείας, καθώς και οι προβλεπόµενες στο Σύνταγµα και τη νοµοθεσία διοικητικές προσφυγές. Ένδικα βοηθήµατα κατά των αποφάσεων των ανεξάρτητων αρχών µπορεί να ασκεί και ο κατά περίπτωση αρµόδιος Υπουργός». Το άρθρο 24 παρ. 1 του Ν. 2690/1999 (Κ∆∆ιαδ.) ορίζει ότι «Αν από τις σχετικές διατάξεις δεν προβλέπεται η δυνατότητα άσκησης της, κατά το επόμενο άρθρο, ειδικής διοικητικής, ή ενδικοφανούς προσφυγής, ο ενδιαφερόμενος, για την αποκατάσταση υλικής ή ηθικής βλάβης των εννόµων συµφερόντων του που προκαλείται από ατοµική διοικητική πράξη µπορεί, για οποιονδήποτε λόγο, µε αίτησή του, να ζητήσει, είτε από τη διοικητική αρχή η οποία εξέδωσε την πράξη, την ανάκληση ή τροποποίησή της (αίτηση θεραπείας), είτε, από την αρχή η οποία προΐσταται εκείνης που εξέδωσε την πράξη, την ακύρωσή της (ιεραρχική προσφυγή)». Κατά την αληθή έννοια της διάταξης, η αίτηση θεραπείας αποσκοπεί στην ανάκληση ή τροποποίηση της προσβαλλόµενης ατοµικής διοικητικής πράξης για νοµικά ή πραγµατικά ελαττώµατα αυτής που ανάγονται στο καθεστώς υπό το οποίο εκδόθηκε. 2. Επειδή, με τις ανωτέρω διατάξεις του άρθρου 24 Κ∆∆ιαδ. θεσπίζεται δικαίωµα κάθε «ενδιαφερόµενου» διοικουµένου, ο οποίος έχει υποστεί υλική ή ηθική βλάβη από ατοµική διοικητική πράξη, να προσφύγει κατά της αρχής που εξέδωσε την εν λόγω πράξη πριν καταφύγει στη δικαστική του προστασία (απλή διοικητική προσφυγή, άλλως Σελίδα 4 από 9 αίτηση θεραπείας). Πρόκειται για «άτυπη» διοικητική προσφυγή σε αντιδιαστολή µε τις τυπικές «ειδικές» και «ενδικοφανείς» προσφυγές του άρθρου 25 Κ∆∆ιαδ. Η εν λόγω προσφυγή έχει ως αίτηµα την ανάκληση ή την τροποποίηση της ως άνω αναφερόµενης ατοµικής διοικητικής πράξης, προκειµένου να αποκατασταθεί η υλική ή ηθική βλάβη του προσφεύγοντος την οποία προκάλεσε η διοικητική πράξη στις περιπτώσεις εκείνες που ο νόµος δεν προβλέπει τη δυνατότητα άσκησης των παραπάνω προσφυγών του άρθρου 25 ΚΔ∆ιαδ1. 3. Επειδή σύμφωνα με το άρθρο 4 στοιχ. 1) ΓΚΠΔ «δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα»: κάθε πληροφορία που αφορά ταυτοποιημένο ή ταυτοποιήσιμο φυσικό πρόσωπο («υποκείμενο των δεδομένων»)· το ταυτοποιήσιμο φυσικό πρόσωπο είναι εκείνο του οποίου η ταυτότητα μπορεί να εξακριβωθεί, άμεσα ή έμμεσα, ιδίως μέσω αναφοράς σε αναγνωριστικό στοιχείο ταυτότητας, όπως όνομα, […]». Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 5 παρ. 2 αναφορικά με τις αρχές που πρέπει να διέπουν την επεξεργασία προσωπικών δεδομένων «Ο υπεύθυνος επεξεργασίας φέρει την ευθύνη και είναι σε θέση να αποδείξει τη συμμόρφωση με την παράγραφο 1 («λογοδοσία»).». Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 15 σχετικά με το δικαίωμα πρόσβασης και ειδικότερα την παράγραφο 3 αυτού «ο υπεύθυνος επεξεργασίας παρέχει αντίγραφο των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που υποβάλλονται σε επεξεργασία.». 4. Επειδή τα επίμαχα έγγραφα αποτελούν προσωπικά δεδομένα του αιτούντος. Ειδικότερα, από το ως άνω αναφερόμενο υπόδειγμα λογιστικών παραστατικών που προσκόμισε η ίδια η καθ’ ης μετά από σχετικό αίτημα της Αρχής κατά την ως άνω συνεδρίαση της 31.3.2021, αποδεικνύεται σαφώς ότι τα εν λόγω έγγραφα περιέχουν προσωπικά δεδομένα του αιτούντος που συνίστανται ειδικότερα στο ονοματεπώνυμό του με λατινικούς χαρακτήρες. 5. Επειδή στην υπό κρίση υπόθεση, σύμφωνα και με την με αριθμ. 48/2020 απόφαση της Αρχής, δεν διαπιστώθηκε η ικανοποίηση του δικαιώματος πρόσβασης του αιτούντος από την καθ’ ης στα προσωπικά του δεδομένα και δη στα αιτούμενα λογιστικά παραστατικά για εξόφληση οφειλών που είχε η καθ’ ης, ως εργοδότρια εταιρία του αιτούντος, προς το επικουρικό ταμείο ΕΤΕΑΠΕΠ, και, συνεπώς, ως προς αυτό το μέρος η αίτηση θεραπείας κρίνεται βάσιμη και για τον λόγο αυτόν εξετάζεται. 6. Επειδή η έννοια των προσωπικών δεδομένων απασχόλησε αρκετές φορές, τόσο την Σελίδα 5 από 9 Ομάδα Εργασίας του άρθρου 29 2, όσο και το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης 3, ιδίως, σε σχέση με το δικαίωμα πρόσβασης. Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Προστασίας Δεδομένων (ΕΣΠΔ) εξέτασε την έννοια των προσωπικών δεδομένων σε σχέση με το δικαίωμα πρόσβασης στις πρόσφατες Κατευθυντήριες Γραμμές του για το δικαίωμα Πρόσβασης 4. Σύμφωνα με το εν λόγω κείμενο, η κρίση για το ποιες πληροφορίες συνιστούν προσωπικά δεδομένα βαρύνει τον υπεύθυνο επεξεργασίας. Ο υπεύθυνος επεξεργασίας, συνεπώς, οφείλει να αξιολογεί και να δύναται να αναγνωρίζει, ποιες πληροφορίες, από αυτές που επεξεργάζεται σε σχέση με τα υποκείμενα των δεδομένων συνιστούν προσωπικά δεδομένα των τελευταίων. Αυτή η αξιολόγηση συνδέεται άμεσα και με το δικαίωμα πρόσβασης. Και τούτο, διότι η κρίση του υπευθύνου επεξεργασίας ότι οι πληροφορίες που επεξεργάζεται δεν συνιστούν προσωπικά δεδομένα, εύκολα μπορεί να οδηγήσει στη μη ικανοποίηση του δικαιώματος πρόσβασης. Ωστόσο, η εν λόγω κρίση θα πρέπει να βασίζεται σε ουσιαστική αξιολόγηση και τεκμηρίωση εκ μέρους του υπευθύνου στο πλαίσιο της αρχής λογοδοσίας και, ιδίως, στις περιπτώσεις που οι πληροφορίες δεν ταυτοποιούν άμεσα ένα φυσικό πρόσωπο και κατά τούτο, η εν λόγω κρίση μπορεί να είναι δυσχερής. Όταν, όμως, είναι προφανές ότι οι πληροφορίες συνιστούν προσωπικά δεδομένα ενός φυσικού προσώπου, γιατί άμεσα το ταυτοποιούν, πολλώ δε μάλλον, εάν αποτελούν βασικά αναγνωριστικά στοιχεία ταυτότητας του φυσικού προσώπου, όπως είναι για παράδειγμα το ονοματεπώνυμό του, τότε ευχερώς συνάγεται ότι ο υπεύθυνος επεξεργασίας σκοπίμως αρνείται να ικανοποιήσει το δικαίωμα πρόσβασης. Το γεγονός, εξάλλου, ότι ένας υπεύθυνος επεξεργασίας δε δύναται να αξιολογήσει ότι το ονοματεπώνυμο ενός φυσικού προσώπου συνιστά προσωπικό του δεδομένο είναι ιδιαιτέρως επιβαρυντικό για τον ίδιο, για τον λόγο ότι εκτός του ότι ρητώς αναφέρεται ως τέτοιο στο ως άνω αναφερόμενο άρθρο 4 του ΓΚΠΔ, επιπροσθέτως, τόσο ο ΓΚΠΔ, όσο και η προηγούμενη Οδηγία 95/46 ΕΕ περιέχουν έναν ιδιαίτερα ευρύ ορισμό για την έννοια των «προσωπικών δεδομένων». Συμπερασματικά, ο υπεύθυνος επεξεργασίας δεν μπορεί να αρνείται να ικανοποιεί το δικαίωμα πρόσβασης Ενδεικτικά αναφέρονται η Γνώμη 4/2007 για τον ορισμό των προσωπικών δεδομένων και η Γνώμη 5/2014 για τις Τεχνικές Ανωνυμοποίησης. 3 Ενδεικτικά αναφέρεται η Υπόθεση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης C-434/16, Peter Nowak v Data Protection Commissioner, 20 Δεκεμβρίου2017. 4 Κατευθυντήριες Γραμμές 1/2022 του ΕΣΠΔ για το δικαίωμα πρόσβασης, διαθέσιμο στον ιστότοπο του ΕΣΠΔ (https://edpb.europa.eu/system/files/2022-01/edpb_guidelines_012022_right-of-access_0.pdf). 2 Σελίδα 6 από 9 περιορίζοντας αδικαιολογήτως τον ορισμό των προσωπικών δεδομένων. Εξάλλου, τέλος, η διαφορετική αντιμετώπιση της άσκησης δικαιώματος σε σχέση με ορισμένους τύπους προσωπικών δεδομένων, η οποία, ωστόσο, δεν έχει προβλεφθεί από τον ΓΚΠΔ, μπορεί να εισαχθεί αποκλειστικά και μόνο με νόμο και σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 23 ΓΚΠΔ 5. 7. Επειδή, η καθ’ ής ομολογεί ότι δεν έχει χορηγήσει στον αιτούντα τα επίμαχα έγγραφα για τον αποκλειστικό λόγο ότι αυτά δεν περιέχουν προσωπικά δεδομένα του αιτούντος. Ο ισχυρισμός, όμως, αυτός είναι προδήλως αβάσιμος, προσχηματικός και ενδεχομένως παραπλανητικός προκειμένου να αποφύγει ή να δικαιολογήσει την μέχρι σήμερα μη ικανοποίηση του δικαιώματος πρόσβασης του αιτούντος, καθώς μετά και από την προσκόμιση του ως άνω εγγράφου καθίσταται αδιαμφισβήτητο ότι τα αιτούμενα επίμαχα έγγραφα περιέχουν αναμφιβόλως προσωπικά δεδομένα του αιτούντος. Στη διαπίστωση δε αυτή η καθ’ ης μπορούσε άνευ ετέρου να καταλήξει εξ αρχής, καθώς δεν απαιτείται ιδιαίτερη αξιολόγηση, ούτε κάποια ειδικότερη γνώση για να αναγνωρίσει ότι το ονοματεπώνυμο ενός φυσικού προσώπου με λατινικούς χαρακτήρες συνιστά πληροφορία που τον αφορά και, κατά συνέπεια, προσωπικό του δεδομένο. Μάλιστα, το ανωτέρω αναφερόμενο άρθρο 4 στοιχ. 1) ΓΚΠΔ ρητώς ορίζει ότι το «όνομα» ενός φυσικού προσώπου συνιστά αναγνωριστικό στοιχείο ταυτότητας και, άρα, προσωπικό του δεδομένο. 8. Επειδή, περαιτέρω, η καθ’ ής ισχυρίστηκε ότι είναι αβάσιμη η υπό κρίση αίτηση ισχυριζόμενη ότι με την προσβαλλόμενη απόφαση είχε κριθεί ότι είχε ικανοποιηθεί το δικαίωμα πρόσβασης του αιτούντος και, συνεπώς, δεν υπήρχε λόγος να επανεξετασθεί από την Αρχή το εν λόγω ζήτημα. Ειδικότερα, ως προς το ζήτημα της χορήγησης των επίμαχων λογιστικών παραστατικών η καθ’ ης, όπως αναφέρει στο ως άνω υπόμνημά της, θεώρησε ότι αυτό είχε απορριφθεί σιωπηρά με την προσβαλλομένη. Ο ισχυρισμός, ωστόσο, αυτός στηρίζεται σε εσφαλμένη εκδοχή διότι, όπως αναφέρεται ανωτέρω, με την 48/2020 απόφασή της η Αρχή ανέβαλε την εξέταση της αίτησης θεραπείας ως προς το μέρος που αναφερόταν στη μη χορήγηση στον αιτούντα από την καθ’ ής των λογιστικών παραστατικών προκειμένου να διευκρινιστεί αν τα παραστατικά αυτά περιείχαν προσωπικά του αιτούντος δεδομένα κι αν ως τέτοια χορηγήθηκαν τελικώς στον αιτούντα δεδομένου ότι τα στοιχεία αυτά δεν προέκυπταν με σαφήνεια από την με αριθμ. 5 Ο.π.. Σελίδα 7 από 9 32/2019 απόφαση της Αρχής. 9. Επειδή, σύμφωνα με τα ανωτέρω, η Αρχή κρίνει ότι συντρέχει περίπτωση να ασκήσει τις κατά το άρθρο 58 παρ. 2 του ΓΚΠΔ διορθωτικές εξουσίες της σε σχέση με τη διαπιστωθείσα παράβαση του άρθρου 15 παρ. 3 του ΓΚΠΔ. 10 Επειδή περαιτέρω η Αρχή, για τον καθορισμό της κύρωσης έλαβε υπόψη τα κριτήρια επιμέτρησης του προστίμου που ορίζονται στο άρθρο 83 παρ. 2 του ΓΚΠΔ, την παράγραφο 5 στοιχ. α’ και β’ του ίδιου άρθρου που έχουν εφαρμογή στην παρούσα υπόθεση και τις Κατευθυντήριες Γραμμές 4/2020 του ΕΣΠΔ για την εφαρμογή και τον καθορισμό διοικητικών προστίμων για τους σκοπούς του ΓΚΠΔ 6, καθώς και τα πραγματικά δεδομένα της εξεταζόμενης υπόθεσης και, ιδίως,: α) τη φύση της παράβασης που αφορά δικαίωμα του ΓΚΠΔ, β) το γεγονός ότι ο υπεύθυνος επεξεργασίας είχε ενημερωθεί από την Αρχή για τις υποχρεώσεις του σε σχέση με την ικανοποίηση του δικαιώματος πρόσβασης στο πλαίσιο εξέτασης της αρχικής καταγγελίας, για την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη με αριθμ. 32/2019 απόφαση της Αρχής, γ) ότι το υποκείμενο των δεδομένων δεν ήταν σε θέση να διεκδικήσει τα δικαιώματά του έναντι της εταιρείας, δ) ότι έχει επιβληθεί στο παρελθόν διοικητική κύρωση από την Αρχή στον υπεύθυνο επεξεργασίας με την με αριθμ. 7/2019 απόφαση της Αρχής, ε) ότι η ως άνω στοιχειοθετούμενη παράβαση του ΓΚΠΔ δεν αποδίδεται σε αμέλεια του υπευθύνου επεξεργασίας, ο οποίος δεν ικανοποίησε το δικαίωμα ακόμα και μετά την παρέμβαση της Αρχής κατά την εξέταση της με αριθμ. πρωτ. Γ/ΕΙΣ/8420/23.10.2018 καταγγελίας του αιτούντος. Βάσει των ανωτέρω, η Αρχή αποφασίζει ομόφωνα ότι πρέπει να επιβληθεί στην καθ’ ης, ως υπεύθυνο επεξεργασίας, για την ως άνω αναφερόμενη διαπιστωθείσα παράβαση, η αναφερόμενη στο διατακτικό της παρούσας διοικητική κύρωση, η οποία κρίνεται ανάλογη με τη βαρύτητα της εν λόγω παράβασης. Το κείμενο είναι διαθέσιμο στον ιστότοπο του ΕΣΠΔ (https://edpb.europa.eu/system/files/202205/edpb_guidelines_042022_calculationofadministrativefines_en.pdf). 6 Σελίδα 8 από 9 Για τους λόγους αυτούς Η Αρχή: Α. Επιβάλλει στην ΕΚΟ ΑΒΕΕ σύμφωνα με τα άρθρα 58 παρ. 2 στοιχ. θ΄ και 83 παρ. παρ. 5 στοιχ. β΄ ΓΚΠΔ για την παραβίαση του άρθρου 15 παρ. 3 ΓΚΠΔ το αποτελεσματικό, αναλογικό και αποτρεπτικό διοικητικό πρόστιμο που αρμόζει στην συγκεκριμένη περίπτωση, σύμφωνα με τις ειδικότερες περιστάσεις αυτής, ύψους δέκα χιλιάδων (10.000,00) ευρώ, και Β. Δίνει εντολή στην ΕΚΟ ΑΒΕΕ σύμφωνα με τα άρθρα 58 παρ. 2 στοιχ. γ΄ ΓΚΠΔ να ικανοποιήσει προσηκόντως το δικαίωμα πρόσβασης του αιτούντος στα επίμαχα έγγραφα. Ο Πρόεδρος Η Γραμματέας Κωνσταντίνος Μενουδάκος Ειρήνη Παπαγεωργοπούλου Σελίδα 9 από 9