← Ελλάδα

Επιβολή πρόστιμου για μη ικανοποίηση δικαιώματος πρόσβασης και παράβαση για θέση και καθήκοντα ΥΠΔ

Αθήνα, 23-06-2025 Αριθ. Πρωτ. 2195 Α Π Ο Φ Α Σ Η 34 /2025 Η Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα συνήλθε μετά από πρόσκληση του Προέδρου της μέσω τηλεδιάσκεψης, την Τρίτη 17 Ιουνίου και ώρα 11.30 π.μ, προκειμένου να εξετάσει την υπόθεση, που αναφέρεται κατωτέρω στο ιστορικό της παρούσας απόφασης. Παρέστησαν ο Πρόεδρος της Αρχής, Κωνσταντίνος Μενουδάκος και τα τακτικά μέλη της Αρχής Σπυρίδων Βλαχόπουλος, ως εισηγητής, Κωνσταντίνος Λαμπρινουδάκης, Χαράλαμπος Ανθόπουλος, Χρήστος Καλλονιάτης και Γρηγόριος Τσόλιας, καθώς και το αναπληρωματικό μέλος Νικόλαος Φαλδαμής, σε αναπλήρωση του τακτικού μέλους Αικατερίνης Ηλιάδου η οποία αν και εκλήθη νομίμως και εμπροθέσμως, δεν παρέστη. Παρούσα χωρίς δικαίωμα ψήφου ήταν η Ελένη Μαραγκού, ως βοηθός εισηγητή και η Ειρήνη Παπαγεωργοπούλου, υπάλληλος του τμήματος διοικητικών υποθέσεων, ως γραμματέας. Η Αρχή έλαβε υπόψη της τα κάτωθι: Με τη με αριθ. πρωτ. Γ/ΕΙΣ/502/22-01-2024 καταγγελία που υπέβαλε ενώπιον της Αρχής, ο Α (εφεξής, ο καταγγέλλων), στρέφεται κατά του Πυροσβεστικού Σώματος του Υπουργείου Κλιματικής Κρίσης και Πολιτικής Προστασίας (εφεξής, καταγγελλόμενος) για τη μη ικανοποίηση του δικαιώματος πρόσβασης σε δεδομένα που τον αφορούν. Συγκεκριμένα, καταγγέλλεται η επί τέσσερις φορές ρητή και σιωπηρή άρνηση της Διοίκησης του Π.Σ. να χορηγήσει στον καταγγέλλοντα εν ενεργεία Αξιωματικό του Π.Σ. ακριβές αντίγραφο Εισηγητικού Σημειώματος μεθ' όλων των επ' αυτού γνωμών και σημειώσεων, το οποίο αποτελεί κρίσιμο στοιχείο του Πειθαρχικού, εναντίον του, φακέλου, καθώς και ρητό έρεισμα της παραπομπής του ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Ανακριτικού Συμβουλίου. Στην καταγγελία του ο καταγγέλλων αναφέρει ότι με την με αριθμ. … απόφαση Α.Π.Σ. τέθηκε σε 1 διαθεσιμότητα για τον λόγο ότι είχε καταθέσει αίτημα για τη λήψη οφειλόμενων αδειών και ρεπό και γιατί είχε κάνει χρήση αναρρωτικών αδειών, αλλά και «διότι είχε παραπεμφθεί στο Πρωτοβάθμιο Ανώτατο Συμβούλιο Κρίσεων Αξιωματικών Π.Σ. (Πρωτοβάθμιο Ανακριτικό Συμβούλιο) με το ερώτημα της «αργίας δια απολύσεως» λόγω του ότι είχε, δήθεν, υποπέσει σε «σοβαρά πειθαρχικά παραπτώματα». Με την ως άνω απόφαση, του συγκοινοποιήθηκε και η υπ’ αρ. … απόφαση Α.Π.Σ. περί Παραπομπής στο Πρωτοβάθμιο Ανακριτικό Συμβούλιο». Περαιτέρω, ο καταγγέλλων ισχυρίζεται ότι σε καμία από τις ανωτέρω αποφάσεις δεν διαλαμβάνονταν οι ενέργειες που, κατά την κρίση της Διοίκησης, στοιχειοθετούσαν πειθαρχικά αδικήματα. Αντ’ αυτού, η υπ’ αρ. … απόφαση Α.Π.Σ. παρέπεμπε ρητώς στο από … Εισηγητικό Σημείωμα και την επ’ αυτού Απόφαση της ιεραρχίας. Ο καταγγέλλων ζήτησε να του χορηγηθούν τα εν λόγω δύο έγγραφα (Εισηγητικό Σημείωμα και την επ’ αυτού Απόφαση) αρχικά με την με αριθμ. … Αναφορά του, και, μάλιστα, αμέσως μετά την επίδοση σε αυτόν της ως άνω … Απόφασης. Με την υπ’ αρ. … Απάντηση η Διοίκηση, βάσει της υπ’ αρ. … Διαταγής Α.Π.Σ., απέρριψε το αίτημα χορήγησης κυρωμένου αντιγράφου του εν λόγω Εισηγητικού Σημειώματος και της επ’ αυτού Απόφασης, «μολονότι αυτό συνιστούσε ρητώς το έρεισμα της παραπομπής [του καταγγέλλοντα] στο Ανακριτικό Συμβούλιο (βλ. … απόφαση Α.Π.Σ.) και είχε ληφθεί, συνεπώς, υπόψη για τον καθορισμό της διοικητικής δράσης ή τη διαμόρφωση γνώμης ή κρίσης διοικητικού οργάνου. Αιτιολογία της απόρριψης ήταν ότι, εν προκειμένω, εφαρμόζεται δήθεν η ΥΑ 18951 Φ.109.1/6.10.1992 (ΦΕΚ Β΄ 614), και ότι, συνεπώς, εξομοιούμαι με πολίτη, ήτοι με τρίτον τινά, μη έχοντα έννομο συμφέρον, και δη εξωϋπηρεσιακό, ο οποίος, ως τέτοιος, σύμφωνα με την εν λόγω ΚΥΑ, δεν δύναται να λάβει γνώση των εισηγητικών σημειωμάτων της Διοίκησης.». Με την υπ’ αρ. … δεύτερη αίτησή του ο καταγγέλλων αιτήθηκε εκ νέου την χορήγηση των προαναφερθέντων εγγράφων. Η Διοίκηση, με την υπ’ αρ. … απάντησή της, χορήγησε μεν τα λοιπά έγγραφα της εις βάρος του καταγγέλλοντος υπ’ αρ. … Ε.Δ.Ε., αλλά, με την ίδια αιτιολογία αρνήθηκε και πάλι τη χορήγηση του επίμαχου Εισηγητικού Σημειώματος. 2 Εν τω μεταξύ και ενώ το Πειθαρχικό Συμβούλιο απάλλαξε τον καταγγέλλοντα από τα πειθαρχικά παραπτώματα, ο τελευταίος κατέθεσε αγωγή για την ανόρθωση της περιουσιακής και ηθικής ζημίας, που υπέστη από την επιβολή της με αριθμ. … Απόφαση Α.Π.Σ. με την οποία είχε τεθεί σε διαθεσιμότητα και η οποία ερείδεται επί της υπ’ αρ. … απόφασης Α.Π.Σ. περί παραπομπής στο Πρωτοβάθμιο Ανακριτικό Συμβούλιο και το συνοδευτικό Εισηγητικό Σημείωμα. Προκειμένου να καταστεί δυνατή η αξιοποίηση των σχετικών εγγράφων στη δίκη και προς υπεράσπιση αυτής ο καταγγέλλων αιτήθηκε για λόγους δικαστικής χρήσης για τρίτη φορά το εν λόγω Εισηγητικό Σημείωμα με το υπ’ … έγγραφο, το οποίο απορρίφθηκε εκ νέου με την ίδια αιτιολογία με το υπ’ αρ. … έγγραφο Α.Π.Σ. Κατόπιν τούτων, απευθύνθηκε στον Υπεύθυνο Προστασίας Δεδομένων του Πυροσβεστικού Σώματος με την από … Δ.Υ. αναφορά, μέσω μηνύματος ηλεκτρονικής αλληλογραφίας (στην ηλεκτρ. διεύθυνση: …@psnet.gr), επισημαίνοντάς την άρνηση της Διοίκησης να παράσχει πρόσβαση σε προσωπικά δεδομένα του και να του χορηγήσει ακριβές αντίγραφο του ως άνω Εισηγητικού Σημειώματος. Ωστόσο, δεν έλαβε απάντηση ούτε από τον Υπεύθυνο Προστασίας Δεδομένων του Π.Σ. αλλά ούτε και από τον Υπεύθυνο Επεξεργασίας. Στο πλαίσιο διερεύνησης της ως άνω καταγγελίας, η Αρχή με το Γ/ΕΞ/1293/0105-2024 έγγραφο διαβίβασε στο καταγγελλόμενο Πυροσβεστικό Σώμα (ΠΣ) την καταγγελία και τα σχετικά έγγραφα και το κάλεσε να εκθέσει τις απόψεις του επί των καταγγελλομένων, διευκρινίζοντας ιδίως: α) εάν και με ποιον τρόπο ανταποκρίθηκε στο αίτημα πρόσβασης και σε περίπτωση που δεν έχει ικανοποιηθεί το δικαίωμα αυτό προσηκόντως και εμπροθέσμως ή έχει ικανοποιηθεί μερικώς, να ενημερώσει την Αρχή και να στοιχειοθετήσει τους λόγους μη ικανοποίησης παρέχοντας παράλληλα την απαιτούμενη από τον ΓΚΠΔ τεκμηρίωση για την σχετική ληφθείσα απόφαση, β) να πληροφορήσει την Αρχή για το πεδίο εφαρμογής της ΥΑ 18951/1992 Φ. 109.1/06.10.1992 (ΦΕΚΒ’ 614), την οποία φαίνεται ότι επικαλείται το ΠΣ ως αιτιολόγηση και τεκμηρίωση για την άρνηση πρόσβασης του υποκειμένου σε δεδομένα που το αφορούν και γ) να ενημερώσει την Αρχή σχετικά με την τυχόν ύπαρξη γραπτής περιγραφής των καθηκόντων του ορισμένου Υπεύθυνου Προστασίας Δεδομένων (ΥΠΔ) του ΠΣ και εάν σε αυτά περιλαμβάνεται η παροχή γνωμοδότησης προς τη διοίκηση σχετικά με θέματα που ανάγονται στην άσκηση του 3 δικαιώματος πρόσβασης των υποκειμένων των δεδομένων και την ικανοποίηση τους καθώς και εάν ζητήθηκε η γνώμη του ΥΠΔ επί του επίμαχου αιτήματος πρόσβασης. Με το υπ’ αρ. πρωτ. Γ/ΕΙΣ/4544/24-5-2024 απαντητικό έγγραφο το ΠΣ ισχυρίζεται ότι το αίτημα του καταγγέλλοντος για χορήγηση αντιγράφου του φακέλου Ένορκης Διοικητικής Εξέτασης που τον αφορά, έχει ικανοποιηθεί πλήρως, όπως προκύπτει από το υπ’ αριθ. … έγγραφο του Τμήματος Αξιωματικών και Πυρονόμων της Διεύθυνσης Ανθρωπίνων Πόρων του Α.Π.Σ. Όσον αφορά τη χορήγηση του από 09-09-21 εισηγητικού σημειώματος του ανωτέρω τμήματος, το καταγγελλόμενο ΠΣ θεωρεί ότι ορθώς δεν χορηγήθηκε, καθώς καλύπτεται από το υπηρεσιακό απόρρητο, όπως ευθέως προκύπτει από τη γραμματική διατύπωση του μόνου άρθρου της ΥΑ 18951/Φ.109.1/92 (Β΄614). Επίσης, προστίθεται ότι η αναγραφή του επίμαχου εισηγητικού στο προοίμιο της υπ’ αριθ. … απόφασης Α.Π.Σ. περί παραπομπής στο Πρωτοβάθμιο Ανακριτικό Συμβούλιο έγινε εκ του περισσού, καθώς το εισηγητικό εν προκειμένω, αλλά και εν γένει, δεν αποτελεί ουσιώδες στάδιο της πειθαρχικής διαδικασίας (όπως αυτή περιγράφεται στα αρ. 60 επ. του Π.Δ. 210/92 (Α΄99) και το αρ. 25 του Ν.Δ. 343/69 (Α΄238), αλλά ένα υποβοηθητικό έγγραφο προς την ιεραρχία με σκοπό τη διευκόλυνση της μελέτης του εκάστοτε φακέλου Ε.Δ.Ε. και επιτάχυνση της διαδικασίας λόγω του μεγάλου όγκου Ε.Δ.Ε που διεκπεραιώνονται από το Α.Π.Σ., ενώ η απόφαση του Αρχηγού του ΠΣ είναι η τελική - και εκτελεστή - διοικητική πράξη. Αναφορικά δε, με τα ερωτήματα που είχε θέσει η Αρχή σχετικά με τη θέση και ρόλο του ΥΠΔ, το ΠΣ απάντησε μόνο ότι δεν υφίσταται ειδικότερη περιγραφή των καθηκόντων του πέραν των οριζόμενων στο αρθρ. 8 του ν. 4624/2019 και ότι ο Υ.Π.Δ. του Α.Π.Σ. είναι Αξιωματικός Γενικών Καθηκόντων – νομικός που υπηρετεί στο 1ο Τμήμα Νομικών Υποθέσεων της Διεύθυνσης Νομικής Υποστήριξης του Α.Π.Σ., το οποίο είναι, μεταξύ άλλων, αρμόδιο σύμφωνα με το αρ.85 παρ.7 περ. Α υποπερ. α΄ του ν. 4662/20 (Α΄27) για «α. Την παροχή νομικής υποστήριξης στην Ηγεσία του Πυροσβεστικού Σώματος, τις Διευθύνσεις του Επιτελείου και τις Υπηρεσίες του Πυροσβεστικού Σώματος.». Σε συνέχεια των ανωτέρω, η Αρχή με τις Γ/ΕΞ/738/04-03-2025 και Γ/ΕΞ/739/0403-2025 κλήσεις κάλεσε τον καταγγέλλοντα και το καταγγελλόμενο ΠΣ αντίστοιχα, σε ακρόαση ενώπιον της Ολομέλειας της Αρχής στις 13-03-2025, προκειμένου να 4 εκθέσουν τις απόψεις τους για την υπόθεση, κοινοποιώντας τους ταυτόχρονα συμπληρωματικά έγγραφα που είχαν προστεθεί στον φάκελο της υπόθεσης. Στην εν λόγω συνεδρίαση, η οποία πραγματοποιήθηκε μέσω τηλεδιάσκεψης, ήταν παρόντες εκ μέρους του υπεύθυνου επεξεργασίας, ο Αρχιπύραρχος Β, και o Υποπυραγός Γ ΥΠΔ του Αρχηγείου, καθώς και ο καταγγέλλων Α, ο πληρεξούσιος δικηγόρος του Γρηγόρης Λαζαράκος (με ΑΜΔΣΑ …) και η δικηγόρος Μαριάνθη Καλυβιώτου (με ΑΜΔΣΑ …). Οι παριστάμενοι αφού απάντησαν στις ερωτήσεις του Προέδρου, του εισηγητή, των μελών και της βοηθού εισηγητού και ανέπτυξαν προφορικά τις απόψεις τους, έλαβαν προθεσμία προσκομίσεως υπομνημάτων προς περαιτέρω υποστήριξη των ισχυρισμών τους, τα οποία υπέβαλαν εμπροθέσμως, ο μεν καταγγέλλων με το με αριθμ. πρωτ. της Αρχής Γ/ΕΙΣ/2480/26-03-2025 έγγραφο, ο δε καταγγελλόμενος υπεύθυνος επεξεργασίας με μήνυμα ηλεκτρονικής αλληλογραφίας την 28-03-2025 και αριθμ. πρωτ. της Αρχής Γ/ΕΙΣ/4732/29-05-

  1. Ο καταγγέλλων μέσω του υπομνήματος που υπέβαλε ο πληρεξούσιος δικηγόρος του επανέλαβε τους ισχυρισμούς του σχετικά με την παραβίαση του δικαιώματος πρόσβασης, υπενθυμίζοντας ότι το ΠΣ έχει υποπέσει και σε προηγούμενη παράβαση του ΓΚΠΔ που τον αφορούσε και εντάσσεται σε μια πάγια κακή πρακτική στην εφαρμογή της νομοθεσίας για τα προσωπικά δεδομένα. Ειδικότερα, στο υπόμνημα σημειώνεται ότι το καθ’ ού παραβίασε καταρχάς την αποκλειστική προθεσμία των 30 ημερών, που τάσσει η νομοθεσία για την απόκριση σε αιτήματα που ασκούνται δυνάμει των άρθρων 15 – 22 του ΓΚΠΔ, δεδομένου ότι αποκρίθηκε μετά την παρέλευση δύο σχεδόν μηνών από την υποβολή του αιτήματος πρόσβασης κατά παράβαση των οριζομένων στο άρθρο 12 παρ. 3 ΓΚΠΔ. Υποστήριξε περαιτέρω, ότι το υπηρεσιακό απόρρητο που επικαλέσθηκε το ΠΣ για να αιτιολογήσει την άρνησή του να χορηγήσει κεκυρωμένο αντίγραφο του Εισηγητικού Σημειώματος δεν εφαρμόζεται στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει ευθέως από τη διάταξη του άρθρου 15 παρ. 4 ΓΚΠΔ, σύμφωνα με το οποίο «το δικαίωμα να λαμβάνεται αντίγραφο που αναφέρεται στην παράγραφο 3 δεν επηρεάζει δυσμενώς τα δικαιώματα και τις ελευθερίες άλλων», όπως είναι επί παραδείγματι, σύμφωνα με την αιτιολογική σκέψη 63 του ΓΚΠΔ, το επαγγελματικό απόρρητο ή το δικαίωμα διανοητικής ιδιοκτησίας και, ιδίως, το δικαίωμα δημιουργού που προστατεύει το λογισμικό, καθώς, όπως είναι ευνόητο, στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν συντρέχει 5 τέτοιου είδους απόρρητο ενώ, ούτε και το Πυροσβεστικό Σώμα επικαλείται κάτι σχετικό. Επιπλέον, αναφορικά με την εξέταση του αιτήματος πρόσβασης από τον υπεύθυνο επεξεργασίας κατά την άποψη του καταγγέλλοντος τυγχάνουν εφαρμογής και κατισχύουν οι διατάξεις του ΓΚΠΔ και όχι διατάξεις ειδικότερης νομοθεσίας όπως οι διατάξεις του πειθαρχικού δικαίου. Επισημάνθηκε, επίσης, από τον καταγγέλλοντα ότι οι γνώμες και κρίσεις που περιλαμβάνονται στο υπό κρίση Εισηγητικό Σημείωμα αποτελούν δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, όπως έχει ερμηνευτεί από το ΔΕΕ στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-141/12, C-372/12,51 και C-434/16, και δέχεται το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Προστασίας Δεδομένων. Κατά την άποψη του καταγγέλλοντος, προκύπτει τόσο από την ακροαματική διαδικασία ενώπιον της Αρχής όσο και από το σύνολό της σχετικής αλληλογραφίας ότι το Πυροσβεστικό Σώμα «δεν διαθέτει διαδικασίες διαχείρισης αιτημάτων φυσικών προσώπων που ασκούνται με βάση τις διατάξεις του ΓΚΠΔ και ότι δεν είναι προετοιμασμένο από κάθε άποψη (νομική, οργανωτική, τεχνική), μόλις λάβει το αίτημα, να το αξιολογήσει σωστά και να δώσει την κατάλληλη απάντηση χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση στο πρόσωπο που την υποβάλλει. Ως εκ τούτου, το καθ’ ου η καταγγελία έχει παραβιάσει τη βασική υποχρέωση που έχει, ως υπεύθυνος επεξεργασίας, να λαμβάνει κατάλληλα μέτρα για την διαχείριση των αιτημάτων σε συνθήκες που εγγυώνται την ασφάλεια των δεδομένων, χωρίς όμως να παρεμποδίζουν την άσκηση των δικαιωμάτων του υποκειμένου των δεδομένων, όπως συνέβη εν προκειμένω.». Η παραπάνω διαπίστωση προκύπτει άλλωστε, και από την στάση του ΥΠΔ του Πυροσβεστικού Σώματος, ο οποίος ουδέποτε αποκρίθηκε σε επιχειρηθείσα επικοινωνία εκ μέρους του καταγγέλλοντος. Σχετικώς με το ζήτημα του ΥΠΔ προβάλλεται από τον καταγγέλλοντα ο προβληματισμός για τη θέση του εξαιτίας της σύμπτωσης στο ίδιο πρόσωπο των ιδιοτήτων τόσο του ΥΠΔ όσο και του νομικού στο Τμήμα Νομικών Υποθέσεων της Διεύθυνσης Νομικής Υποστήριξης του Α.Π.Σ στο μέτρο που δεν διασφαλίζεται ότι ο ΥΠΔ του Π.Σ. είναι σε θέση να εκτελεί τα καθήκοντά του με επαρκή βαθμό αυτονομίας και με τρόπο ανεξάρτητο λαμβάνοντας υπόψη ότι κατά τη γνώμη του καταγγέλλοντος «ο ΥΠΔ λειτούργησε, δια της αδράνειάς του, με τον «μανδύα» του νομικού συμβούλου του Π.Σ. προασπιζόμενος τα συμφέροντα του οργανισμού που υπηρετεί, αγνοώντας -και ταυτόχρονα 6 παραβιάζοντας- την υποχρέωση που υπέχει βάσει του άρθρου 38 παρ. 4 ΓΚΠΔ, να επικοινωνεί με τα υποκείμενα των δεδομένων.» Το καταγγελλόμενο ΠΣ, σε απάντηση ερωτημάτων και ζητημάτων που είχαν τεθεί κατά την ακρόαση ενώπιον της Ολομέλειας της Αρχής, με το υποβληθέν υπόμνημά του διευκρίνισε ότι αναφορικά με τη δυνατότητα επικοινωνίας με τον ΥΠΔ, «η επικοινωνία του διοικούμενου με τον «DPO» από τον Οκτώβρη του 2022 γίνονταν με δύο τρόπους, είτε μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου είτε μέσω τηλεφωνικής επικοινωνίας. Αμφότερα τα εν λόγω στοιχεία, βρίσκονται μόνιμα αναρτημένα στην ιστοσελίδα του Πυροσβεστικού Σώματος, ως μέρος της «Πολιτικής Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων», η οποία και βρίσκεται σε εμφανή «Σύνδεσμο» στην εν λόγω ιστοσελίδα. Οι ανωτέρω δύο τρόποι επικοινωνίας, ελαχιστοποιούν αλλά δεν αποκλείουν τυχόν εκ παραδρομής «μη απάντηση» του «DPO» σε κάποιο αίτημα...». Σε παραδρομή, άλλωστε αποδίδεται η μη απόκριση του ΥΠΔ στο αίτημα επικοινωνίας του καταγγέλλοντος, ενώ σημειώνεται ότι «η όποια απάντηση θα δίνονταν αλυσιτελώς, καθότι ο καταγγέλλων είχε ήδη λάβει την απάντηση της Υπηρεσίας, λαμβάνοντας υπόψη ότι η γνώμη του «DPO» δεν δεσμεύει τον Υπεύθυνο Επεξεργασίας.». Επιπλέον, αναφέρεται ότι έχει εκδοθεί και κοινοποιηθεί σε όλες τις υπηρεσίες του ΠΣ έγγραφο της Διεύθυνσης Νομικής Υποστήριξης με θέμα «Επισήμανση προς τις Υπηρεσίες για πιστή τήρηση της νομοθεσίας αναφορικά με ζητήματα δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα κι ενημέρωση του Υπεύθυνου Προστασίας Δεδομένων». Με το έγγραφο αυτό αφενός εφιστάται η προσοχή σε όλες τις Υπηρεσίες και τους υπαλλήλους του Πυροσβεστικού Σώματος για την πιστή τήρηση της νομοθεσίας για τα προσωπικά δεδομένα και αφετέρου καλούνται όλοι οι υπηρεσιακοί παράγοντες «να απευθύνονται κι ενημερώνουν τον αρμόδιο Υ.Π.Δ., προκειμένου κι ο ίδιος να δύναται να διεκπεραιώνει τις εκ του νόμου απορρέουσες αρμοδιότητες του». Για το έτερο ζήτημα της ύπαρξης σύγκρουσης συμφερόντων λόγω του διπλού ρόλου του ίδιου προσώπου ως ΥΠΔ και μέλος του προσωπικού της Διεύθυνσης Νομικής Υποστήριξης του Α.Π.Σ. επισημαίνεται ότι ο «DPO» στους Δημόσιους Φορείς μπορεί να εκτελεί και άλλα καθήκοντα (άρθρο 8 του Ν.4624/2019) και ο Υπεύθυνος Επεξεργασίας εξασφαλίζει να μην προκύπτει σύγκρουση συμφερόντων. 7 Η Αρχή, έπειτα από εξέταση των στοιχείων του φακέλου και όσων προέκυψαν από την ενώπιόν της ακροαματική διαδικασία και τα υπομνήματα του υπεύθυνου επεξεργασίας, με τα συμπληρωματικά έγγραφα αυτών, αφού άκουσε τον εισηγητή και τις διευκρινίσεις από την βοηθό εισηγητή, η οποία παρέστη χωρίς δικαίωμα ψήφου, κατόπιν διεξοδικής συζητήσεως, ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
  2. Από τις διατάξεις των άρθρων 51 και 55 του Γενικού Κανονισμού Προστασίας Δεδομένων (Κανονισμού (ΕΕ) 2016/679 – εφεξής, ΓΚΠΔ) και του άρθρου 9 του Ν. 4624/2019 (ΦΕΚ Α΄ 137) προκύπτει ότι η Αρχή έχει αρμοδιότητα να εποπτεύει την εφαρμογή των διατάξεων του ΓΚΠΔ, του προαναφερθέντος νόμου και άλλων ρυθμίσεων που αφορούν την προστασία του ατόμου από την επεξεργασία προσωπικών δεδομένων. Ειδικότερα, από τις διατάξεις των άρθρων 57 παρ. 1 στοιχ. στ΄ του ΓΚΠΔ, 13 παρ. 1 και 4 του ν. 3471/2006 και 13 παρ. 1 στοιχ. ζ΄ του ν. 4624/2019 προκύπτει ότι η Αρχή έχει αρμοδιότητα να επιληφθεί της καταγγελίας του Α κατά του Πυροσβεστικού Σώματος και να ασκήσει, αντίστοιχα, τις εξουσίες που της απονέμονται από τις διατάξεις των άρθρων 58 του ΓΚΠΔ και 15 του νόμου 4624/
  3. Στο άρθρο 5 παρ. 1 του ΓΚΠΔ προβλέπονται οι αρχές που πρέπει να διέπουν μια επεξεργασία. Σύμφωνα με το άρθρο 5 παρ. 1 α’ του ΓΚΠΔ «
  4. Τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα: α) υποβάλλονται σε σύννομη και θεμιτή επεξεργασία με διαφανή τρόπο σε σχέση με το υποκείμενο των δεδομένων («νομιμότητα, αντικειμενικότητα και διαφάνεια)». Περαιτέρω, σύμφωνα με την αρχή της λογοδοσίας που εισάγεται ρητώς με την δεύτερη παράγραφο του ιδίου άρθρου και συνιστά ακρογωνιαίο λίθο του ΓΚΠΔ, ο υπεύθυνος επεξεργασίας «φέρει την ευθύνη και είναι σε θέση να αποδείξει τη συμμόρφωση με την παράγραφο 1 («λογοδοσία»)». Η αρχή αυτή συνεπάγεται την υποχρέωση του υπευθύνου επεξεργασίας να δύναται να αποδείξει συμμόρφωση με τις αρχές του άρθ. 5 παρ.
  5. Σύμφωνα με το άρθρο 12 ΓΚΠΔ: «[…]
  6. Ο υπεύθυνος επεξεργασίας παρέχει στο υποκείμενο των δεδομένων πληροφορίες για την ενέργεια που πραγματοποιείται κατόπιν αιτήματος δυνάμει των άρθρων 15 έως 22 χωρίς καθυστέρηση και σε κάθε περίπτωση εντός μηνός από την παραλαβή του αιτήματος. Η εν λόγω προθεσμία 8 μπορεί να παραταθεί κατά δύο ακόμη μήνες, εφόσον απαιτείται, λαμβανομένων υπόψη της πολυπλοκότητας του αιτήματος και του αριθμού των αιτημάτων. Ο υπεύθυνος επεξεργασίας ενημερώνει το υποκείμενο των δεδομένων για την εν λόγω παράταση εντός μηνός από την παραλαβή του αιτήματος, καθώς και για τους λόγους της καθυστέρησης […]
  7. Εάν ο υπεύθυνος επεξεργασίας δεν ενεργήσει επί του αιτήματος του υποκειμένου των δεδομένων, ο υπεύθυνος επεξεργασίας ενημερώνει το υποκείμενο των δεδομένων, χωρίς καθυστέρηση και το αργότερο εντός μηνός από την παραλαβή του αιτήματος, για τους λόγους για τους οποίους δεν ενήργησε και για τη δυνατότητα υποβολής καταγγελίας σε εποπτική αρχή και άσκησης δικαστικής προσφυγής».
  8. Σύμφωνα με το άρθρο 15 ΓΚΠΔ: «
  9. Το υποκείμενο των δεδομένων έχει το δικαίωμα να λαμβάνει από τον υπεύθυνο επεξεργασίας επιβεβαίωση για το κατά πόσον ή όχι τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που το αφορούν υφίστανται επεξεργασία και, εάν συμβαίνει τούτο, το δικαίωμα πρόσβασης στα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα και στις ακόλουθες πληροφορίες:[…]
  10. Ο υπεύθυνος επεξεργασίας παρέχει αντίγραφο των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που υποβάλλονται σε επεξεργασία. Για επιπλέον αντίγραφα που ενδέχεται να ζητηθούν από το υποκείμενο των δεδομένων, ο υπεύθυνος επεξεργασίας μπορεί να επιβάλει την καταβολή εύλογου τέλους για διοικητικά έξοδα. Εάν το υποκείμενο των δεδομένων υποβάλλει το αίτημα με ηλεκτρονικά μέσα και εκτός εάν το υποκείμενο των δεδομένων ζητήσει κάτι διαφορετικό, η ενημέρωση παρέχεται σε ηλεκτρονική μορφή που χρησιμοποιείται συνήθως.». Περιορισμοί των δικαιωμάτων του υποκειμένων των δεδομένων προβλέπονται στο άρθρο 23 ΓΚΠΔ υπό το φως της αιτιολογικής σκέψης 63 του ΓΚΠΔ ως εξής:
  11. Το δίκαιο της Ένωσης ή του κράτους μέλους στο οποίο υπόκειται ο υπεύθυνος επεξεργασίας ή ο εκτελών την επεξεργασία των δεδομένων μπορεί να περιορίζει μέσω νομοθετικού μέτρου το πεδίο εφαρμογής των υποχρεώσεων και των δικαιωμάτων που προβλέπονται στα άρθρα 12 έως 22 και στο άρθρο 34, καθώς και στο άρθρο 5, εφόσον οι διατάξεις του αντιστοιχούν στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που προβλέπονται στα άρθρα 12 έως 22, όταν ένας τέτοιος περιορισμός σέβεται την ουσία των θεμελιωδών δικαιωμάτων και ελευθεριών και συνιστά αναγκαίο και αναλογικό μέτρο σε μια δημοκρατική κοινωνία για τη διασφάλιση: α) της ασφάλειας του κράτους, β) της εθνικής άμυνας, γ) της 9 δημόσιας ασφάλειας, δ) της πρόληψης, της διερεύνησης, της ανίχνευσης ή της δίωξης ποινικών αδικημάτων ή της εκτέλεσης ποινικών κυρώσεων, περιλαμβανομένης της προστασίας από απειλές κατά της δημόσιας ασφάλειας και της πρόληψης αυτών, ε) άλλων σημαντικών στόχων γενικού δημόσιου συμφέροντος της Ένωσης ή κράτους μέλους, ιδίως σημαντικού οικονομικού ή χρηματοοικονομικού συμφέροντος της Ένωσης ή κράτους μέλους, συμπεριλαμβανομένων των νομισματικών, δημοσιονομικών και φορολογικών θεμάτων, της δημόσιας υγείας και της κοινωνικής ασφάλισης, στ) της προστασίας της ανεξαρτησίας της δικαιοσύνης και των δικαστικών διαδικασιών, ζ) της πρόληψης, της διερεύνησης, της ανίχνευσης και της δίωξης παραβάσεων δεοντολογίας σε νομοθετικά κατοχυρωμένα επαγγέλματα, η) της παρακολούθησης, της επιθεώρησης ή της κανονιστικής λειτουργίας που συνδέεται, έστω περιστασιακά, με την άσκηση δημόσιας εξουσίας στις περιπτώσεις που αναφέρονται στα στοιχεία α) έως ε) και ζ), θ) της προστασίας του υποκειμένου των δεδομένων ή των δικαιωμάτων και των ελευθεριών τρίτων, ι) της εκτέλεσης αστικών αξιώσεων.
  12. Ειδικότερα, κάθε νομοθετικό μέτρο το οποίο αναφέρεται στην παράγραφο 1 περιέχει συγκεκριμένες διατάξεις τουλάχιστον, ανάλογα με την περίπτωση, όσον αφορά: α) τους σκοπούς της επεξεργασίας ή τις κατηγορίες επεξεργασίας, β) τις κατηγορίες δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, γ) το πεδίο εφαρμογής των περιορισμών που επιβλήθηκαν, δ) τις εγγυήσεις για την πρόληψη καταχρήσεων ή παράνομης πρόσβασης ή διαβίβασης, ε) την ειδική περιγραφή του υπευθύνου επεξεργασίας ή των κατηγοριών των υπευθύνων επεξεργασίας, στ) τις περιόδους αποθήκευσης και τις ισχύουσες εγγυήσεις, λαμβάνοντας υπόψη τη φύση, το πεδίο εφαρμογής και τους σκοπούς της επεξεργασίας ή τις κατηγορίες επεξεργασίας, ζ) τους κινδύνους για τα δικαιώματα και τις ελευθερίες των υποκειμένων των δεδομένων και η) το δικαίωμα των υποκειμένων των δεδομένων να ενημερώνονται σχετικά με τον περιορισμό, εκτός εάν αυτό μπορεί να αποβεί επιζήμιο για τους σκοπούς του περιορισμού». Σύμφωνα δε με τις Κατευθυντήριες Γραμμές 1/2022 σχετικά με τα δικαιώματα των υποκειμένων – δικαίωμα πρόσβασης του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων (ΕΣΠΔ) ο ορισμός των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα υπό τον ΓΚΠΔ εξακολουθεί να αναφέρεται σε «κάθε πληροφορία που αφορά ταυτοποιημένο ή ταυτοποιήσιμο φυσικό πρόσωπο» και σε αυτόν τον ορισμό μπορεί να εμπίπτει απεριόριστη ποικιλία δεδομένων, 10 συμπεριλαμβανομένων των ιατρικών ευρημάτων, του ιστορικού αγορών, των δεικτών πιστοληπτικής ικανότητας, του επικοινωνιακού περιεχομένου κ.λπ. Υπό το πρίσμα του ευρέος πεδίου εφαρμογής του ορισμού των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, η στενή αξιολόγηση του εν λόγω ορισμού από τον υπεύθυνο επεξεργασίας θα οδηγούσε σε εσφαλμένη ταξινόμηση των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και, εν τέλει, σε παραβίαση του δικαιώματος πρόσβασης. Συναφώς γίνεται αναφορά στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-141/12 και C-372/12,51 με τις οποίες το ΔΕΕ αποφάνθηκε ότι από το δικαίωμα πρόσβασης καλύπτονται δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που περιέχονται σε πρακτικά.
  13. Σύμφωνα με το άρθρο 33 του ν. 4624/2019 - Δικαίωμα πρόσβασης του υποκειμένου των δεδομένων / Ανακοίνωση παραβίασης δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα στο υποκείμενο των δεδομένων «
  14. Εκτός των εξαιρέσεων που προβλέπονται στην παράγραφο 2 του άρθρου 29 και στην παράγραφο 2 του άρθρου 30, δεν ισχύει το δικαίωμα πρόσβασης του υποκειμένου των δεδομένων, σύμφωνα με το άρθρο 15 του ΓΚΠΔ, όταν: α) το υποκείμενο των δεδομένων δεν ενημερώνεται σύμφωνα με το στοιχείο ββ των περιπτώσεων α και β της παραγράφου 1 του προηγούμενου άρθρου [άρθρο 32 παρ. 1 περ. α) ββ) θα έθετε σε κίνδυνο την εθνική ασφάλεια ή τη δημόσια ασφάλεια και περ. β) ββ) ο αρμόδιος δημόσιος φορέας έχει προσδιορίσει στον υπεύθυνο επεξεργασίας, ότι η δημοσιοποίηση των δεδομένων θα έθετε σε κίνδυνο την εθνική άμυνα, την εθνική ασφάλεια και τη δημόσια ασφάλεια, στην περίπτωση της επεξεργασίας δεδομένων για σκοπούς επιβολής του νόμου, δεν απαιτείται προσδιορισμός σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο.] ή β) τα δεδομένα, αα) καταγράφηκαν μόνο επειδή δεν μπορούν να διαγραφούν λόγω νομικών ή κανονιστικών διατάξεων υποχρέωσης διατήρησής τους, ή ββ) εξυπηρετούν αποκλειστικά σκοπούς προστασίας ή ελέγχου των δεδομένων, και η παροχή πληροφοριών θα απαιτούσε δυσανάλογη προσπάθεια και τα απαραίτητα τεχνικά και οργανωτικά μέτρα καθιστούν αδύνατη την επεξεργασία για άλλους σκοπούς».
  15. Σύμφωνα με το άρθρο 24 παρ. 1 και 2 του ΓΚΠΔ, «
  16. Λαμβάνοντας υπόψη τη φύση, το πεδίο εφαρμογής, το πλαίσιο και τους σκοπούς της επεξεργασίας, καθώς και τους κινδύνους διαφορετικής πιθανότητας επέλευσης και σοβαρότητας για τα δικαιώματα και τις ελευθερίες των φυσικών προσώπων, ο υπεύθυνος επεξεργασίας εφαρμόζει κατάλληλα τεχνικά και οργανωτικά μέτρα προκειμένου να διασφαλίζει και 11 να μπορεί να αποδεικνύει ότι η επεξεργασία διενεργείται σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό. Τα εν λόγω μέτρα επανεξετάζονται και επικαιροποιούνται όταν κρίνεται απαραίτητο.
  17. Όταν δικαιολογείται σε σχέση με τις δραστηριότητες επεξεργασίας, τα μέτρα που αναφέρονται στην παράγραφο 1 περιλαμβάνουν την εφαρμογή κατάλληλων 27 πολιτικών για την προστασία των δεδομένων από τον υπεύθυνο επεξεργασίας». Με τη διάταξη αυτή επισημαίνεται η ουσιώδης σημασία και αναγκαιότητα της θέσπισης κατάλληλων διαδικασιών και πολιτικών που θα εξασφαλίζουν τον έγκαιρο και αποτελεσματικό χειρισμό αιτημάτων υποκειμένων των δεδομένων για την άσκηση δικαιωμάτων τους βάσει του ΓΚΠΔ.
  18. Σύμφωνα με την ΥΑ 18951 Φ.109.1/6.10.1992 (ΦΕΚ Β΄ 614) - Άρνηση σε πολίτη από Πυροσβεστικές Υπηρεσίες να λάβει γνώση διοικητικών εγγράφων: «Οι Υπηρεσίες του Πυροσβεστικού Σώματος δικαιούνται ν’ αρνηθούν σε πολίτη να λάβει γνώση διοικητικών εγγράφων, ως Υπηρεσιακά απόρρητα στις εξής περιπτώσεις: α. Στις υποθέσεις που αφορούν το Τμήμα Πυρασφαλείας των Πυροσβεστικών Υπηρεσιών των εγγράφων που περιέχονται στον οικείο φάκελο κάθε υπόθεσης εκτός από το πιστοποιητικό η βεβαίωση πυροπροστασίας. β. Των Εισηγητικών και Ενημερωτικών Σημειωμάτων που απευθύνονται προς την ιεραρχία του Σώματος.».
  19. Σύμφωνα με το άρθρο 63 παρ. 3 του ΠΔ 210/1992 « Οι αργίες και η απόταξη είναι ανώτερες πειθαρχικές ποινές. Τα παραπτώματα, η διαδικασία βεβαίωσης τους και η διαδικασία επιβολής των ποινών αυτών στο πυροσβεστικό προσωπικό καθορίζονται από τις διατάξεις των Ν.Δ. 343/69 και 935/71, όπως τροποποιήθηκαν μεταγενέστερα». Στο δε άρθρο 25 παρ. 6 – Βεβαίωσις πειθαρχικών παραπτωμάτων του Ν.Δ. 343/69 ορίζεται ότι : « Ο υπό κατηγορίαν, αφ` ης κληθή εις απολογίαν και προ ταύτης καλείται εγγράφως, όπως λάβη γνώσιν απάντων των εγγράφων της δικογραφίας και προτείνη παν μέσον υπερασπίσεώς του, δικαιούμενος εις υποχρεωτικήν εξέτασιν προτεινομένων υπ` αυτού μαρτύρων, του αριθμού αυτών μη δυναμένου να υπερβή του πέντε

(5), ως επίσης και εις παροχήν αυτώ 24ώρου προθεσμίας, ίνα απολογήθη.»
  1. Τα άρθρα 37-39 ΓΚΠΔ προβλέπουν τον ορισμό, τη θέση και τα καθήκοντα του ΥΠΔ. Ειδικότερα, στο άρθρο 38 προβλέπεται ότι «
  2. Ο υπεύθυνος επεξεργασίας και ο εκτελών την επεξεργασία διασφαλίζουν ότι ο υπεύθυνος προστασίας δεδομένων 12 συμμετέχει, δεόντως και εγκαίρως, σε όλα τα ζητήματα τα οποία σχετίζονται με την προστασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα.
  3. Ο υπεύθυνος επεξεργασίας και ο εκτελών την επεξεργασία στηρίζουν τον υπεύθυνο προστασίας δεδομένων στην άσκηση των καθηκόντων που αναφέρονται στο άρθρο 39 παρέχοντας απαραίτητους πόρους για την άσκηση των εν λόγω καθηκόντων και πρόσβαση σε δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα και σε πράξεις επεξεργασίας, καθώς και πόρους απαραίτητους για τη διατήρηση της εμπειρογνωσίας του…
  4. Τα υποκείμενα των δεδομένων μπορούν να επικοινωνούν με τον υπεύθυνο προστασίας δεδομένων για κάθε ζήτημα σχετικό με την επεξεργασία των δεδομένων τους προσωπικού χαρακτήρα και με την άσκηση των δικαιωμάτων τους δυνάμει του παρόντος κανονισμού.».
  5. Στην υπό εξέταση υπόθεση, από το σύνολο των στοιχείων του φακέλου και των όσων προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία διαπιστώνεται ότι ο καταγγέλλων αιτήθηκε την πρόσβαση και χορήγηση αντιγράφων του συνόλου του φακέλου της Ένορκης Διοικητικής Εξέτασης που τον αφορά και των σχετικών εισηγητικών σημειωμάτων περιλαμβάνοντας στο αίτημά του το σύνολο των προσωπικών δεδομένων που τον αφορούν στο πλαίσιο της προαναφερθείσας Ε.Δ.Ε. Εν τούτοις, ο υπεύθυνος επεξεργασίας αρνήθηκε την χορήγηση του επίμαχου εισηγητικού σημειώματος επικαλούμενο την ΥΑ 18951 Φ.109.1/6.10.1992 (ΦΕΚ Β΄ 614), σύμφωνα με την οποία το ΠΣ δύναται να αρνηθεί σε πολίτη την πρόσβαση σε υπηρεσιακά απόρρητα έγγραφα, μεταξύ των οποίων και εισηγητικά και ενημερωτικά προς την ιεραρχία του Σώματος. Επιπλέον, το καταγγελλόμενο ΠΣ υποστήριξε ενώπιον της Αρχής ότι το εν λόγω εισηγητικό σημείωμα δεν αποτελεί ουσιώδες στοιχείο της διαδικασίας, αλλά ένα υποβοηθητικό έγγραφο προς την ιεραρχία και ότι το αίτημα πρόσβασης του καταγγέλλοντα έχει ικανοποιηθεί, δεδομένου ότι έχει χορηγηθεί αντίγραφο του φακέλου της Ε.Δ.Ε. Με βάση τα παραπάνω διαπιστώνεται ότι το ΠΣ δεν εξέτασε το αίτημα του καταγγέλλοντος υπό το πρίσμα της νομοθεσίας για τα προστασία των προσωπικών δεδομένων. Περαιτέρω, το ως άνω αίτημα δεν ικανοποιήθηκε προσηκόντως, καθώς δεν είχε περιληφθεί στην χορήγηση το σύνολο των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που αφορούσαν τον καταγγέλλοντα και δη το εν λόγω εισηγητικό σημείωμα, το οποίο ο τελευταίος αιτήθηκε ειδικώς και 13 επανειλημμένως. Κατά συνέπεια, διαπιστώνεται παραβίαση του δικαιώματος πρόσβασης του άρθρου 15 του ΓΚΠΔ σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 12 παρ. 3 του ΓΚΠΔ. Επισημαίνεται ότι το ΠΣ για την άρνηση χορήγησης του εισηγητικού σημειώματος, το οποίο, όπως αναφέρθηκε ως άνω, εμπίπτει σαφώς και περιλαμβάνεται στην έννοια και εμβέλεια των προσωπικών δεδομένων που αφορούν συγκεκριμένο πρόσωπο, δεν επικαλέστηκε λόγο ως νόμιμο περιορισμό του δικαιώματος πρόσβασης σύμφωνα με το άρθρο 23 του ΓΚΠΔ και το άρθρο 33 του ν. 4624/
  6. Ειδικότερα, η ανωτέρω απόφαση, την οποία επικαλείται ο υπεύθυνος επεξεργασίας, δεν παρέχει έρεισμα στην άρνηση ικανοποίησης του επίμαχου αιτήματος διότι, ανεξαρτήτως αν το εισηγητικό σημείωμα στο πλαίσιο πειθαρχικής διαδικασίας, του οποίου αντίγραφο ζήτησε ο καταγγέλλων, αποτελεί εισηγητικό ή ενημερωτικό σημείωμα προς την ιεραρχία του ΠΣ κατά την έννοια της υπουργικής αυτής απόφασης, πάντως η εν λόγω απόφαση δεν έχει εφαρμογή στην περίπτωση άσκησης δικαιώματος πρόσβασης από υποκείμενο των δεδομένων κατά τις διατάξεις της νομοθεσίας για την προστασία των προσωπικών δεδομένων, οι οποίες τυγχάνουν εφαρμογής στην προκειμένη περίπτωση κατά τα ανωτέρω εκτεθέντα. Συνεπώς, το ΠΣ, το οποίο κατά την εξέταση του αιτήματος του καταγγέλλοντος δεν έλαβε υπόψη τη νομοθεσία για την προστασία των προσωπικών δεδομένων, παραβίασε τις ανωτέρω διατάξεις του ΓΚΠΔ, δεδομένου ότι αρνήθηκε την πρόσβαση του καταγγέλλοντα στο εισηγητικό σημείωμα δίχως τη συνδρομή νόμιμου λόγου προβλεπόμενου από τις διατάξεις αυτές. Εξάλλου, αλυσιτελώς επικαλείται το καταγγελλόμενο για να υποστηρίξει τη νομιμότητα της καταγγελλόμενης άρνησης την ειδικότερη για το ΠΣ νομοθεσία και δη το ΝΔ 343/1969 -Υπηρεσιακή κατάσταση Αξιωματικών Σωμάτων Ασφαλείας- αφού στο άρθρο 26 παρ. 6 του ν. δ/τος αυτού προβλέπεται η πρόσβαση του εγκαλούμενου ενώπιον πειθαρχικής διαδικασίας σε άπαντα τα έγγραφα της δικογραφίας χωρίς καμία εξαίρεση.
  7. Εξάλλου, ανεξαρτήτως του γεγονότος ότι στο πλαίσιο χειρισμού του αιτήματος πρόσβασης του καταγγέλλοντα, δεν διερευνήθηκε το αίτημα βάσει της νομοθεσίας για τη προστασία προσωπικών δεδομένων και δεν τηρήθηκαν οι σχετικές διαδικασίες και προθεσμίες που τίθενται από τη νομοθεσία αυτή, διαπιστώνεται ότι, μολονότι υφίσταται κάποια πολιτική προστασίας προσωπικών δεδομένων, δεν έχουν θεσπιστεί και εμπεδωθεί επαρκείς και κατάλληλες διαδικασίες και πολιτικές που θα 14 εξασφαλίζουν τον έγκαιρο και αποτελεσματικό χειρισμό αιτημάτων υποκειμένων των δεδομένων για την άσκηση δικαιωμάτων τους βάσει του άρθρου 24 παρ. 1 και 2 ΓΚΠΔ.
  8. Αναφορικά με τον ορισμό του ΥΠΔ του ΠΣ, ο οποίος είναι νομικός που υπηρετεί σε Τμήμα Νομικών Υποθέσεων της Δ/νσης Νομικής Υποστήριξης του ΠΣ, το καταγγελλόμενο ορθώς σημειώνει, ότι ο ΥΠΔ δύναται να εκτελεί και άλλα καθήκοντα, η δυνατότητα, όμως, αυτή παρέχεται με την προϋπόθεση ότι ο υπεύθυνος επεξεργασίας εξασφαλίζει ότι δεν συντρέχει σύγκρουση συμφερόντων κατά το άρθρο 8 του ν. 4624/
  9. Τούτο πρέπει να μπορεί να αποδειχθεί κατά περίπτωση, σύμφωνα και με την αρχή της λογοδοσίας. Το Υπηρεσιακό Σημείωμα της 7-04-2021 του 1ου Τμήματος Νομικών Υποθέσεων του ΠΣ, το οποίο υποβλήθηκε στην Αρχή συνημμένα με την με αριθμ. πρωτ. της Αρχής Γ/ΕΙΣ/4544/24-05-2024 απάντηση προς αυτήν σχετικά με την υπό εξέταση καταγγελία, είναι υπογεγραμμένο από τον ΥΠΔ του ΠΣ, ο οποίος όμως, υπογράφει ως αν. τμηματάρχης του Τμήματος Νομικών Υποθέσεων, δηλαδή ως εκπρόσωπος του υπευθύνου επεξεργασίας που εκφράζει τις απόψεις του τελευταίου για το αίτημα πρόσβασης του καταγγέλλοντος στο επίμαχο υπηρεσιακό σημείωμα, και όχι ως ΥΠΔ. Ενόψει αυτού, καταλείπονται αμφιβολίες αναφορικά με την διασφάλιση εκ μέρους του υπευθύνου επεξεργασίας του διακριτού ρόλου του ΥΠΔ και της αποφυγής σύγκρουσης καθηκόντων. Με βάση τα παραπάνω και ενόψει του ότι δεν τεκμηριώθηκε ειδικώς και συγκεκριμένα η ουσιαστική συμβολή του ΥΠΔ υπό αυτόν τον ρόλο προς τον υπεύθυνο επεξεργασίας στη συγκεκριμένη υπόθεση της διαχείρισης του δικαιώματος πρόσβασης του καταγγέλλοντα, ανεξαρτήτως του λόγου της μη απάντησης του ΥΠΔ στον καταγγέλλοντα, και παρά το ότι με το αναφερόμενο στο υπόμνημα του ΠΣ με αριθμ. πρωτ. … έγγραφο της Δ/νσης Νομικής Υποστήριξης του ΠΣ προς όλες τις υπηρεσίες, με οποίο καλούνται όλες οι υπηρεσίες να τηρούν πιστά την νομοθεσία για τα προσωπικά δεδομένα και να απευθύνονται και να ενημερώνουν τον ΥΠΔ για κάθε σχετικό ζήτημα, η Αρχή διαπιστώνει, ότι ο υπεύθυνος επεξεργασίας δεν διασφάλισε ότι ο ΥΠΔ πραγματικά συμμετέχει δεόντως και εγκαίρως κατ’ άρθρο 38 παρ. 1 ΓΚΠΔ σε συνδυασμό με το άρθρο 7 παρ. 1 του ν. 4624/2019 στα ζητήματα, τα οποία σχετίζονται με την προστασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, ώστε να ασκεί τα κατ’ άρθρο 39 παρ. 1 ΓΚΠΔ και άρθρο 8 παρ. 1 του ν. 4624/2019 καθήκοντα. 15
  10. Με βάση τα ανωτέρω, η Αρχή κρίνει ότι συντρέχει περίπτωση να ασκήσει τις κατά το άρθρο 58 παρ. 2 του ΓΚΠΔ διορθωτικές εξουσίες της σε σχέση με τις διαπιστωθείσες παραβάσεις.
  11. Η Αρχή κρίνει ότι ως προς τη διαπιστωθείσα παράβαση του άρθρου 24 ΓΚΠΔ προσήκει να απευθύνει επίπληξη στο ΠΣ, σύμφωνα με το άρθρο 58 παρ. 2 εδ. β’ του ΓΚΠΔ και όχι διοικητικό πρόστιμο, δεδομένου ότι το επιμέρους ζήτημα αυτό αξιολογείται παρακάτω σχετικά με τη γενικότερη συμμόρφωσης προς τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τα άρθρα 12 και 15 του ΓΚΠΔ, στο πλαίσιο διακριτής περίπτωσης ελέγχου και εν μέρει απορροφάται από την τελευταία αυτή παράβαση.
  12. Για την παραβίαση των διατάξεων του άρθρου 15 παρ. 1 και 3 του ΓΚΠΔ συνδυαστικά προς τις διατάξεις των παραγράφων 3 του άρθρου 12 του ΓΚΠΔ ως προς τη μη προσήκουσα και την εκπρόθεσμη ικανοποίηση του δικαιώματος πρόσβασης αναφορικά με τα δεδομένα που αφορούσαν στον καταγγέλλοντα, η Αρχή κρίνει ότι πρέπει, με βάση τις περιστάσεις που διαπιστώθηκαν, να επιβληθεί κατ’ εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 58 παρ. 2 εδ. θ’ του ΓΚΠΔ, αποτελεσματικό, αναλογικό και αποτρεπτικό διοικητικό χρηματικό πρόστιμο, κατ’ άρθρο 83 του ΓΚΠΔ, και του άρθρου 39 παρ. 1 και 2 του ν. 4624 που αφορά την επιβολή διοικητικών κυρώσεων στους φορείς του δημόσιου τομέα, όπως αναφέρεται στο διατακτικό της παρούσας απόφασης. Για την επιμέτρηση του προστίμου ελήφθησαν υπόψη τα κριτήρια που ορίζονται στο άρθρο 83 παρ. 2 του ΓΚΠΔ, η παρ. 5 εδ. β’ του ιδίου άρθρου που έχει εφαρμογή για την παράβαση αυτή και ιδίως τα εξής: I. ότι το καταγγελλόμενο ΠΣ δεν ανταποκρίθηκε στα επανειλημμένα αιτήματα του καταγγέλλοντος για χορήγηση αντιγράφου του εισηγητικού σημειώματος. II. ότι ο καταγγελλόμενος έχει κατά το παρελθόν υποπέσει σε διαπιστωμένες από την Αρχή παραβάσεις της νομοθεσίας για τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα (βλ. Απόφαση 24/2022, 59/2022 της Αρχής). III. Το γεγονός ότι η ανυπαρξία επαρκών και κατάλληλων διαδικασιών και κατευθύνσεων στη διαχείριση αιτημάτων των υποκειμένων των δεδομένων και η μη έγκαιρη και ουσιαστική συμμετοχή του ΥΠΔ σε 16 αυτά εγκυμονεί κινδύνους για επαναλαμβανόμενες σχετικές παραβάσεις μεγάλου δυνητικά αριθμού υποκειμένων των δεδομένων. IV. Το γεγονός ότι η παράβαση των διατάξεων σχετικά με τα δικαιώματα των υποκειμένων υπάγεται, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 83 παρ. 5 εδ. β’ ΓΚΠΔ, στην ανώτερη προβλεπόμενη κατηγορία του συστήματος διαβάθμισης διοικητικών προστίμων. V. Το γεγονός ότι δεν προκύπτει κάποιο από τα ζητηθέντα προσωπικά δεδομένα του καταγγέλλοντος να περιλαμβάνει προσωπικά δεδομένα ειδικών κατηγοριών. VI. Το γεγονός ότι η παράβαση δεν είχε ως συνέπεια να θιγεί μεγάλος αριθμός προσώπων αλλά μόνο ένα υποκείμενο των προσωπικών δεδομένων σε σχέση με την ικανοποίηση του δικαιώματος πρόσβασης. VII. Το γεγονός ότι το καταγγελλόμενο δεν καθυστέρησε να ανταποκριθεί στα έγγραφα της Αρχής και συνεργάστηκε στην παροχή διευκρινίσεων. Η Αρχή κρίνει ότι, με βάση τις παραβάσεις που διαπιστώθηκαν, η κύρωση που αναφέρεται στο διατακτικό της απόφασης είναι το αποτελεσματικό, αναλογικό και αποτρεπτικό μέτρο τόσο προς αποκατάσταση της συμμόρφωσης, όσο και για την τιμωρία της παράνομης συμπεριφοράς ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Η ΑΡΧΗ Α. Επιβάλλει στο Πυροσβεστικό Σώμα με βάση το άρθρο 58 παρ. 2 εδ. θ’ του ΓΚΠΔ, διοικητικό πρόστιμο συνολικού ύψους δέκα χιλιάδες ευρώ (10.000€) ευρώ, για την παράβαση του άρθρου 15 του άρθρου 15 παρ. 1 και 3 του ΓΚΠΔ συνδυαστικά με το το άρθρο 12 παρ. 3 του ΓΚΠΔ. Β. Επιβάλλει στο Πυροσβεστικό Σώμα με βάση το άρθρο 58 παρ. 2 εδ. θ’ του ΓΚΠΔ, διοικητικό πρόστιμο συνολικού ύψους πέντε χιλιάδες ευρώ (5.000€) ευρώ, για την παράβαση του άρθρου 38 παρ. 1 ΓΚΠΔ συνδυαστικά με το άρθρο 7 παρ. 1 του ν. 4624/2019 και τα άρθρα 39 παρ. 1 ΓΚΠΔ και 8 παρ. 1 του ν. 4624/
  13. 17 Γ. Απευθύνει στο ΠΣ, ως υπεύθυνο επεξεργασίας, με βάση το άρθρο 58 παρ. 2 εδ. β’ του ΓΚΠΔ, επίπληξη, για τη διαπιστωθείσα παράβαση του άρθρου 24 ΓΚΠΔ. Δ. Δίνει εντολή, κατ’ άρθρον 58 παρ. 2 δ΄ ΓΚΠΔ, στο Πυροσβεστικό Σώμα να προβεί στην άμεση ικανοποίηση του δικαιώματος πρόσβασης του καταγγέλλοντα χορηγώντας του άμεσα το αιτούμενο εισηγητικό σημείωμα Ε. Δίνει εντολή, κατ’ άρθρον 58 παρ. 2 δ΄ ΓΚΠΔ, στο Πυροσβεστικό Σώμα να προβεί στην έκδοση κατευθυντηρίων οδηγιών για τη διαχείριση αιτημάτων των υποκειμένων των δεδομένων και στην εκπόνηση κατάλληλης, ειδικής και συγκεκριμένης διαδικασίας που θα εξασφαλίζει την έγκαιρη και ουσιαστική συμμετοχή του ΥΠΔ σε θέματα προστασίας των προσωπικών δεδομένων καθώς και την αποφυγή σύγκρουσης συμφερόντων ως προς τυχόν διττούς ρόλους του ΥΠΔ έως την 31/12/
  14. Ο Πρόεδρος Η Γραμματέας Κωνσταντίνος Μενουδάκος Ειρήνη Παπαγεωργοπούλου 18

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.