← Ελλάδα

Επιβολή προστίμου για μη σύννομη επεξεργασία δεδομένων μέσω συστήματος βιντεοεπιτήρησης εγκατεστημένο σε κατοικία και εντολή να καταστούν οι πράξεις ε

Αθήνα, 26-08-2020 Αριθ. Πρωτ.: Γ/ΕΞ/5772/26-08-2020 ΑΡΧΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ ΑΠΟΦΑΣΗ 30/2020 Η Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα (εφεξής, Αρχή) συνήλθε, μετά από πρόσκληση του Προέδρου της, σε τακτική συνεδρίαση σε σύνθεση τμήματος μέσω τηλεδιάσκεψης την Τετάρτη 08-04-2020 προκειμένου να εξετάσει την υπόθεση που αναφέρεται στο ιστορικό της παρούσας. Παρέστησαν οι Κωνσταντίνος Μενουδάκος, Πρόεδρος της Αρχής και τα αναπληρωματικά μέλη Ευάγγελος Παπακωνσταντίνου, Γρηγόριος Τσόλιας, ως εισηγητής και Εμμανουήλ Δημογεροντάκης. Δεν παρέστησαν λόγω κωλύματος, παρόλο που εκλήθησαν νομίμως εγγράφως τα τακτικά μέλη Κωνσταντίνος Λαμπρινουδάκης, Χαράλαμπος Ανθόπουλος και Ελένη Μαρτσούκου. Στη συνεδρίαση παρέστησαν, με εντολή του Προέδρου, η Ευφροσύνη Σιουγλέ, ειδική επιστήμονας – ελέγκτρια πληροφορικός, ως βοηθός εισηγητή και η Ειρήνη Παπαγεωργοπούλου, υπάλληλος του Διοικητικού Τμήματος της Αρχής, ως γραμματέας. Η Αρχή έλαβε υπόψη της τα παρακάτω: Με την υπ’ αριθμ. πρωτ. Γ/ΕΙΣ/1126/11-02-2019 καταγγελία, οι Α, Β, Γ και Δ Ι.Κ.Ε. (εφεξής, καταγγέλλοντες) κατήγγειλαν στην Αρχή την παρακολούθηση επί 24ώρου της ιδιοκτησίας τους καθώς και του δρόμου προς την ιδιοκτησία τους με παράνομα οπτικοακουστικά μέσα και ειδικότερα μέσω περιστροφικής κάμερας συστήματος βιντεοεπιτήρησης από τον Ε (εφεξής, καταγγελλόμενος), ιδιοκτήτη όμορης ιδιοκτησίας. Συγκεκριμένα, στην υπό εξέταση καταγγελία αναφέρονται τα 1 ακόλουθα συνοπτικώς αναφερόμενα: Οι δεύτερος και τρίτη εκ των καταγγελλόντων διαθέτουν οικόπεδο στη θέση … στη Φ. Το εν λόγω ακίνητο μισθώθηκε εκ των ιδιοκτητών στην εταιρεία Δ Ι.Κ.Ε.», η οποία εκπροσωπείται νόμιμα από τον πρώτο εκ των καταγγελλόντων, και κάνει χρήση αυτού προβαίνοντας σε όλες τις ενέργειες για την ολοκλήρωση των εκκρεμών επί αυτού οικοδομικών εργασιών. Ο καταγγελλόμενος, στο όμορο ακίνητό του, έχει τοποθετήσει δύο κάμερες, οι οποίες λειτουργούν αδιαλείπτως. Η πρώτη κάμερα (με αριθμό 1) είναι τοποθετημένη στην πύλη της ιδιοκτησίας του καταγγελλόμενου και λαμβάνει παρανόμως εικόνα από παράπλευρη οδό. Η δεύτερη κάμερα (με αριθμό 2) τοποθετήθηκε τον … στη νοτιοδυτική γωνία του ακινήτου ιδιοκτησίας του καταγγελλόμενου, στη στέγη (επίστεψη) με δυνατότητα στρέψης και εστίασης. Η κάμερα με αριθμό 2, η οποία βρίσκεται ακριβώς απέναντι και είναι στραμμένη προς την ιδιοκτησία των καταγγελλόντων, λαμβάνει παρανόμως εικόνα από την ιδιοκτησία τους. (Οι καταγγέλλοντες προσκόμισαν έντεκα

(11)σχετικές φωτογραφίες). Κατά αυτόν τον τρόπο προσβάλλεται το δικαίωμα προστασίας των προσωπικών δεδομένων και της ιδιωτικότητας των τριών πρώτων εκ των καταγγελλόντων καθώς και των εργαζομένων της τέταρτης εκ των καταγγελλόντων εταιρείας, της οποίας ο πρώτος εκ των καταγγελλόντων αποτελεί νόμιμο εκπρόσωπο. Οι εν λόγω κάμερες και οι καταγραφές τους έχουν σκοπό να χρησιμοποιηθούν παρανόμως από τον καταγγελλόμενο στο πλαίσιο αντιδικίας του με τους καταγγέλλοντες, την οποία ο καταγγελλόμενος αναιτίως και με μη σύννομα κίνητρα έχει προκαλέσει προκειμένου να προκαλέσει στους καταγγέλλοντες οικονομική και ηθική ζημία. Συγκεκριμένα, οι καταγγέλλοντες προσκόμισαν στην Αρχή, μεταξύ άλλων, δύο φωτογραφίες (με τίτλους «Λήψη κάμερας υπ’ αριθμ. 2 – Φωτογραφία 1» και «Λήψη κάμερας υπ’ αριθμ. 2 – Φωτογραφία 2»), οι οποίες προέρχονται από το σύστημα βιντεοεπιτήρησης του καταγγελλόμενου, απεικονίζουν την ιδιοκτησία των καταγγελλόντων και καταγράφουν τους εργαζομένους σε αυτή. Οι φωτογραφίες αυτές προσκομίστηκαν από τον καταγγελλόμενο ενώπιον αρμόδιας αρχής στο πλαίσιο αντιδικίας αυτού με τους καταγγέλλοντες. Ακόμα, δεν παρέχεται η δέουσα ενημέρωση με την ανάρτηση των πινακίδων παρά το ότι το πεδίο ελέγχου των καμερών 1 και 2 περιλαμβάνει εξωτερικούς της ιδιοκτησίας του καταγγελλομένου χώρους. Επιπλέον, με την από … εξώδικη όχληση, διαμαρτυρία και πρόσκληση, η οποία 2 επιδόθηκε στον καταγγελλόμενο στις …, οι καταγγέλλοντες ζήτησαν από τον καταγγελλόμενο να αποκαταστήσει άμεσα την προσβολή που έχει διαπράξει στα πρόσωπα των τριών πρώτων εκ των καταγγελλόντων και στους εργαζομένους της τέταρτης εκ των καταγγελλόντων εταιρείας μεταβάλλοντας τη γωνία λήψης της κάμερας με αριθμό 1 και αφαιρώντας την κάμερα με αριθμό 2. Επίσης, με την ίδια εξώδικη όχληση, διαμαρτυρία και πρόσκληση ζήτησαν την παροχή σχετικής ενημέρωσης με την ανάρτηση των αναγκαίων πινακίδων για την κάμερα με αριθμό 1 καθώς και να μην επαναλάβει στο εξής ανάλογες με τις ανωτέρω ενέργειες. Ο καταγγελλόμενος δεν είχε προέβη σε καμία σχετική ενέργεια μέχρι …. (Οι καταγγέλλοντες προσκόμισαν δώδεκα
(12)σχετικές φωτογραφίες). Ο καταγγελλόμενος προέβη σε μια ενέργεια, η οποία συνίσταται στην τοποθέτηση μίας
(1)ενημερωτικής πινακίδας για την κάμερα με αριθμό 1 χωρίς να προβεί σε καμία άλλη ενέργεια για τις κάμερες με αριθμούς 1 και 2. (Οι καταγγέλλοντες προσκόμισα μια
(1)σχετική φωτογραφία). Η Αρχή, στο πλαίσιο εξέτασης της εν λόγω καταγγελίας, διαβίβασε, με το υπ’ αριθ. πρωτ Γ/ΕΞ/1126-1/15-03-2019 έγγραφό της, αντίγραφο της καταγγελίας αυτής στον καταγγελλόμενο και τον κάλεσε να εκθέσει εγγράφως τις απόψεις του επί των καταγγελλομένων. Ο καταγγελλόμενος απάντησε με τα υπ’ αριθμ. πρωτ. Γ/ΕΙΣ/2961/18-04-2019, Γ/ΕΙΣ/2962/18-04-2019 και Γ/ΕΙΣ/2963/18-04-2019 έγγραφα τα εξής συνοπτικώς αναφερόμενα: Κατόπιν δικαστικών ενεργειών του καταγγελλομένου εκδόθηκε προσωρινή διαταγή με την οποία διατάχθηκε η αναστολή της έγκρισης και άδειας δόμησης της όμορης ιδιοκτησίας των καταγγελλόντων. Επίσης, έγινε δεκτή και η αίτηση αναστολής του δυνάμει της με αριθμό … απόφασης του Διοικητικού Εφετείου Πειραιά στην οποία αναφέρεται ότι «η αποπεράτωση των εργασιών στην επίδικη οικοδομή θα έχει ως συνέπεια την αλλοίωση της φυσιογνωμίας της περιοχής και την υποβάθμιση του περιβάλλοντος». Ο καταγγελλόμενος αποφάσισε, …, να εγκαταστήσει δύο κάμερες στην οικία του στην Φ, η οποία βρίσκεται σε ερημική τοποθεσία, λόγω της αυξανόμενης εγκληματικότητας στο νησί τα τελευταία χρόνια και για την καλύτερη φύλαξη αυτής. Στην απόφασή του αυτή έπαιξε ρόλο η διακοπή των εκτελούμενων οικοδομικών εργασιών στην ανωτέρω οικοδομή, καθώς πλέον αυτή θα είναι έρημη και αφύλακτη και υπήρχε σοβαρός κίνδυνος εισόδου τρίτων προσώπων μέσω αυτής εντός της 3 ιδιοκτησίας του, ιδίως λόγω των χωματουργικών αναμορφώσεων του εδάφους στις οποίες οι καταγγέλλοντες είχαν προβεί, οι οποίες και διευκόλυναν την πρόσβαση στην οικία του. Η μια κάμερα τοποθετήθηκε δίπλα στην κεντρική πόρτα και βλέπει στην είσοδο της ιδιοκτησίας του. Η κάμερα αυτή τοποθετήθηκε για λόγους αποτρεπτικούς περισσότερο καθώς ακόμα δεν έχει τεθεί σε λειτουργία και δεν καταγράφει. Ο καταγγελλόμενος επισημαίνει ότι μπροστά από την είσοδο της ιδιοκτησίας του δεν υπάρχει δρόμος, όπως αναφέρουν οι καταγγέλλοντες, αλλά υπάρχει μια δουλεία διόδου. Η δεύτερη κάμερα βρίσκεται στην οροφή της κατοικίας του και η ύπαρξη της είναι εξαιρετικά ουσιώδης για την ασφάλεια της ιδιοκτησίας του. Έχει τοποθετηθεί στο συγκεκριμένο σημείο προκειμένου εξ αυτής να ελέγχεται το προς την οικοδομή των καταγγελλόντων όριο της ιδιοκτησίας του, καθώς εκείνο είναι το πιο επίφοβο σημείο για ενδεχόμενη παραβίαση της ασφάλειας του ακινήτου του. Ο καταγγελλόμενος προσκόμισε τις φωτογραφίες που επικαλούνται οι καταγγέλλοντες (φωτογραφίες με τίτλους «Λήψη κάμερας υπ’ αριθμ. 2 – Φωτογραφία 1» και «Λήψη κάμερας υπ’ αριθμ. 2 – Φωτογραφία 2») στην αρμόδια Πολεοδομία και στο Διοικητικό Εφετείο Πειραιά που έχει επιληφθεί σχετικά προς απόδειξη των εκτελούμενων παράνομων οικοδομικών εργασιών που πραγματοποιούσαν οι καταγγέλλοντες στο ακίνητο τους. Όταν ο καταγγελλόμενος εγκατέστησε την κάμερα δεν εκτελείτο και δεν επιτρεπόταν να εκτελεσθεί στην όμορη οικοδομή η οποιαδήποτε οικοδομική εργασία. Λόγω του ότι το ακίνητο των καταγγελλόντων είναι συνεχόμενο προς το όριο της ιδιοκτησίας του, ένα μικρό τμήμα αυτού φαινόταν στην κάμερα. Η οικοδομή των καταγγελλόντων φαινόταν θολά στις επίμαχες φωτογραφίες που προσκόμισαν στην Αρχή με την υπό εξέταση καταγγελία (λόγω της απόστασης και του βαθμού εστίασης) και δεν ήταν επομένως δυνατή η διάκριση προσώπων ή σωμάτων και επομένως η εξατομίκευση των υποκειμένων των δεδομένων και η προσβολή τους. Προς επίρρωση του εν λόγω νομικού ισχυρισμού, ο καταγγελλόμενος προσκόμισε την υπ’ αρ. … απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χ. Μόλις τον ενημέρωσαν οι καταγγέλλοντες για την δήθεν ενόχληση που τους προκαλεί η ύπαρξη της παραπάνω κάμερας, ο καταγγελλόμενος έδωσε εντολή στον αρμόδιο τεχνικό να προβεί στις απαραίτητες ρυθμίσεις ώστε να μην είναι δυνατή η με οιονδήποτε τρόπο θέαση του οποιουδήποτε μέρους της ιδιοκτησίας τους. Ο 4 καταγγελλόμενος το έπραξε αυτό παρά το γεγονός πως εξαιτίας της συγκεκριμένης αλλαγής στην κλίση της κάμερας δεν είναι δυνατός ο έλεγχος όλου του ορίου της ιδιοκτησίας του. Ακολούθως, η Αρχή με τα υπ’ αριθμ. πρωτ. Γ/ΕΞ/1126-3/05-11-2019 και Γ/ΕΞ/1126-2/05-11-2019 έγγραφα κάλεσε τον καταγγελλόμενο και τους καταγγέλλοντες αντίστοιχα, όπως παρουσιαστούν στη συνεδρίαση του τμήματος της Αρχής την Πέμπτη 14.11.2019 και ώρα 10:00 προκειμένου να συζητηθεί η υπό εξέταση καταγγελία. Κατόπιν αναβολής της συνεδρίασης της 14ης.11.2019, λόγω κωλύματος του Στυλιανού Γκαρίπη, πληρεξούσιου δικηγόρου του καταγγελλομένου (βλ. υπ. αριθμ. πρωτ. Γ/ΕΙΣ/7783/12-11-2019 αίτημά του) το τμήμα της Αρχής συνεδρίασε στις 25.11.2019. Στη συνεδρίαση της Αρχής της 25ης.11.2019 παρέστη ο Στυλιανός Γκαρίπης …, ως πληρεξούσιος δικηγόρος του καταγγελλομένου, ο οποίος εξέθεσε τις απόψεις του καταγγελλομένου και έδωσε διευκρινίσεις ύστερα από σχετικές ερωτήσεις των μελών του τμήματος. Επίσης, στη συνεδρίαση αυτή παρέστη ο καταγγέλλων Α και ο πληρεξούσιος δικηγόρος των καταγγελλόντων, Δημήτριος Αναστασόπουλος …. Ο καταγγελλόμενος και οι καταγγέλλοντες έλαβαν προθεσμία και κατέθεσαν εμπρόθεσμα τα υπ’ αριθμ. πρωτ. Γ/ΕΙΣ/8535/06-12-2019 και Γ/ΕΙΣ/8523/06-12-2019 έγγραφα υπομνήματα αντίστοιχα. Οι καταγγέλλοντες στο υπ’ αριθμ. πρωτ. Γ/ΕΙΣ/8523/06-12-2019 υπόμνημά τους αναφέρουν τα παρακάτω, συνοπτικώς αναφερόμενα: 1) Δεν παρέχεται η δέουσα ενημέρωση για τις κάμερες με την ανάρτηση ενημερωτικών πινακίδων παρά το ότι το πεδίο ελέγχου των καμερών περιλαμβάνει εξωτερικούς της ιδιοκτησίας του καταγγελλομένου χώρους. 2) Οι λήψεις εικόνας από τις κάμερες αυτές σκοπίμως λαμβάνουν χώρα προκειμένου να χρησιμοποιηθούν παρανόμως ενώπιον αρμόδιων αρχών από τον καταγγελλόμενο στο πλαίσιο της αντιδικίας τους για να προκαλέσει στους καταγγέλλοντες οικονομική και ηθική ζημία. 3) Και οι δυο κάμερες με αριθμούς 1 και 2 εξακολουθούν να λειτουργούν αδιαλείπτως μέχρι και την ημερομηνία υποβολής του εν λόγω υπομνήματος. (Οι καταγγέλλοντες προσκόμισαν σχετικά δύο
(2)φωτογραφίες για την κάμερα με αριθμό 2 και επτά
(7)φωτογραφίες και για τις δύο κάμερες). 5 4) Οπωσδήποτε για το διάστημα μετά την υποβολή της εν λόγω καταγγελίας στις …, η λειτουργία και των δύο καμερών αποδεικνύεται από την από … έγγραφη απάντηση του Αστυνομικού Τμήματος Φ, στην οποία βεβαιώνεται ότι εποχούμενη περιπολία του Αστυνομικού Τμήματος Φ μετέβη δέκα έξι
(16)φορές στην ιδιοκτησία των καταγγελλόντων για οικοδομικό έλεγχο από … έως …. Κατά κανόνα οι εν λόγω μεταβάσεις πραγματοποιήθηκαν κατόπιν τηλεφωνικής καταγγελίας του καταγγελλομένου ή του πληρεξούσιου δικηγόρου του Στυλιανού Γκαρίπη, οι οποίοι μέσω των λήψεων των ως άνω καμερών, που τελούσαν εν λειτουργία, υποστήριζαν την παρουσία προσώπων στην ιδιοκτησία των καταγγελλόντων. 5) Στην από απάντηση του Αστυνομικού Τμήματος Φ αναγράφεται ότι «(…) κάμερες οι οποίες ήταν τοποθετημένες σε γειτονικό οικόπεδο φερόμενης ιδιοκτησίας Ε, όπου διαπιστώθηκε ότι υπήρχαν δυο κάμερες τοποθετημένες ως εξής, μια στην είσοδο του οικοπέδου η οποία ήταν στραμμένη σε δημόσια οδό και μια στη στροφή της οικίας που βρίσκονταν μέσα σ’ αυτό (…)». Από από τη βεβαίωση αυτή αποδεικνύεται ότι πράγματι υφίσταται δημόσια οδός στο σημείο παρότι το αρνείται ο καταγγελλόμενος. 6) Η παράνομη λειτουργία των καμερών με αριθμό 1 και 2 επιβεβαιώνεται και από όσα ειπώθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του καταγγελλομένου κατά τη συζήτηση της υπό εξέταση καταγγελίας ενώπιον της Αρχής στις 25-11-2019. Ο πληρεξούσιος δικηγόρος του καταγγελλομένου ανέφερε τα παρακάτω κατά την ως άνω συνεδρίαση: i. Συνομολόγησε την ύπαρξη των δύο καμερών λέγοντας ότι ο ίδιος συμβούλεψε τον καταγγελλόμενο να τοποθετήσει τις κάμερες ώστε να παρακολουθεί την ιδιοκτησία του. ii. Αναφορικά με την καταγγελία για χρήση των καμερών από τον καταγγελλόμενο παρανόμως στο πλαίσιο της με αυτόν αντιδικίας τους, δήλωσε ότι πριν την τοποθέτηση των καμερών δεν υπήρχε η μεταξύ τους αντιδικία για τα πολεοδομικά θέματα, συνομολογώντας ουσιαστικά ότι οι ως άνω κάμερες τοποθετήθηκαν λόγω της μεταξύ τους αντιδικίας και για την εξυπηρέτηση αποκλειστικά των αναγκών αυτής. iii. Αναφορικά με την καταγγελία για την χρήση των καμερών ώστε να παρακολουθούνται οι εργαζόμενοι της τέταρτης εκ των καταγγελλόντων εταιρείας δήλωσε ότι και ο ίδιος έχει βγάλει φωτογραφίες εργαζομένων με το κινητό του τηλέφωνο. 6 iv. Για την εξέταση υιοθέτησης ηπιότερων μέτρων, προ της θέσης σε λειτουργία των δύο καμερών, επιβεβαίωσε ότι δεν υφίσταται εγκαταστημένο ολοκληρωμένο σύστημα συναγερμού στην ιδιοκτησία του καταγγελλομένου. v. Για την λειτουργία της κάμερας με αριθμό 1 και της παράνομης λήψης εικόνας από παράπλευρη οδό, παρότρυνε τους καταγγέλλοντες να μην περνάνε από την επίμαχη οδό. vi. Δεν αντέκρουσε την καταγγελία για λειτουργία κάμερας με δυνατότητα στρέψης και εστίασης, αντίθετα κλήθηκε από την Αρχή να προσκομίσει το εγχειρίδιο λειτουργίας των καμερών, ώστε να σχηματιστεί η σχετική κρίση. Με το υπ’ αριθμ. πρωτ. Γ/ΕΙΣ/8535/06-12-2019 υπόμνημά του, ο καταγγελλόμενος αναφέρει τα παρακάτω, συνοπτικώς αναφερόμενα: 1) Όπως αναπτύχθηκε κατά τη συζήτηση της υπό εξέταση καταγγελίας, από το ίδιο το κείμενο της καταγγελίας προκύπτει ο καταχρηστικός χαρακτήρας της διότι περιλαμβάνει δύο κρίσιμους για τη μεταξύ του καταγγελλομένου και των καταγγελλόντων νομικούς χαρακτηρισμούς: α) δρόμος και β) κατοικία. 2) Δεν υπάρχει δρόμος μπροστά από το αγροτεμάχιο των καταγγελλόντων, όπως ισχυρίζονται, παρά ένας διάδρομος της απόλυτης και αποκλειστικής κυριότητας του καταγγελλομένου, από τον οποίο έχει επιτρέψει στους ιδιοκτήτες όμορης με τους καταγγέλλοντες κατοικίας να διέρχονται για λόγους κοινωνικής ευπρεπείας. Δεν υπάρχει κανένας δρόμος, ούτε καν δίοδος και όπως ομολόγησε ο ένας από τους καταγγέλλοντες ο δρόμος που έχει αποτυπωθεί στους τίτλους κτήσης τους και το Κτηματολόγιο περνά από την άλλη πλευρά του αγροτεμαχίου τους αλλά έχει μείνει στα «χαρτιά». 3) Ουδέποτε κατοικήθηκε από τους καταγγέλλοντες ή οποιονδήποτε άλλο το αγροτεμάχιο τους. Ουδέποτε υφίστατο κατοικία στο αγροτεμάχιο τους. 4) Ο καταγγελλόμενος τοποθέτησε κάμερες στην οικία του στη Φ για την ασφάλεια της ιδιοκτησίας του για τους παρακάτω λόγους: τυγχάνει να είναι ένας από τους μεγαλύτερους … στην Ελλάδα γνωστός για την επιχειρηματική του δράση και την οικονομική του ευμάρεια, η οικία του βρίσκεται εκτός σχεδίου σε ερημική τοποθεσία, η εγκληματικότητα στη Φ έχει αυξηθεί κατακόρυφα τα τελευταία χρόνια ιδίως από τους παράνομους, χωρίς «χαρτιά» διαμένοντες και οι καταγγέλλοντες απασχολούσαν δεκάδες παράνομους εργαζόμενους για την ανέγερση παράνομου 7 οικοδομήματος. 5) Στην ανοικτή ομάδα του μέσου κοινωνικής δικτύωσης facebook με … μέλη ... αναρτώνται φωτογραφίες από τις κάμερες ασφαλείας των κατοίκων της Φ που βλέπουν τους δημόσιους δρόμους με τους διαρρήκτες των κατοικιών τους. Αυτή είναι η καθημερινότητα στη Φ, ακόμα και το χειμώνα και η τοποθέτηση καμερών είναι το μόνο μέσο που χρησιμοποιούν οι κάτοικοι καθώς κάθε άλλη προστασία (πχ με συναγερμό), έχει αποδειχθεί ανεπαρκής. 6) Ο καταγγελλόμενος προσκομίζει και επικαλείται τις τεχνικές προδιαγραφές των καμερών ασφαλείας που έχει τοποθετήσει σε δύο σημεία της κατοικίας του, το ένα με στόχευση στον διάδρομο της αποκλειστικής κυριότητάς του από τον οποίο διέρχονται παράνομα οι καταγγέλλοντες και το άλλο προς την πλευρά της ιδιοκτησίας των καταγγελλόντων. Όπως ανέφερε ενώπιον της Αρχής ο πληρεξούσιος δικηγόρος του καταγγελλομένου, δεν πραγματοποιείται καταγραφή από την κάμερα αυτή αλλά χρησιμοποιείται απλά για εκφοβισμό ενώ μετά την εξώδικη πρόσκληση των καταγγελλόντων η κάμερα που ήταν στραμμένη προς την ιδιοκτησία τους έχει παύσει να είναι στραμμένη προς την κατεύθυνση αυτή. 7) Ο καταγγελλόμενος επαφίεται πλέον για την περιφρούρηση της οικίας του στην πληρεξούσιο δικηγόρο του Στυλιανό Γκαρίπη, όσες φορές διαμένει σε αυτή. Αποδεικνύεται από την αναφορά του Αστυνομικού Τμήματος Φ ότι ο πληρεξούσιος δικηγόρος του καταγγελλόμενου έχει ευρεθεί εντός του χωρίς περίφραξη αγροτεμαχίου των καταγγελλόντων να φωτογραφίζει τις παράνομες εργασίες λόγω της μη καταγραφής από τις κάμερες ασφαλείας της οποιασδήποτε εικόνας από το αγροτεμάχιο των καταγγελλόντων. 8) Για την εγκατάσταση των καμερών, ο καταγγελλόμενος αναφέρει ότι τον είχε συμβουλέψει ο πληρεξούσιος δικηγόρος του, όπως ανέφερε ενώπιον της Αρχής, ο οποίος έχει την άποψη ότι δεν συνιστά παράνομη πράξη η τοποθέτηση καμερών εφόσον δεν επιτρέπει τη διάκριση προσώπων ή σωμάτων και μέσω αυτής την εξατομίκευση των υποκειμένων των δεδομένων και την προσβολή τους, σύμφωνα με την υπ’ αριθμ. … απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χ, που είχε εκδοθεί σε έτερη υπόθεσή του. Αυτό ακριβώς συμβαίνει και στην περίπτωσή του καταγγελλομένου καθώς σε καμία από τις προσκομιζόμενες από τους καταγγέλλοντες φωτογραφίες δεν διακρίνονται τα πρόσωπα των εικονιζόμενών ούτε εξατομικεύονται τα χαρακτηριστικά τους με αποτέλεσμα να είναι αδύνατον να ταυτοποιήσει κάποιος 8 τα εικονιζόμενα πρόσωπα. 9) Είναι αναληθής ο ισχυρισμός των καταγγελλόντων πως ο καταγγελλόμενος έχει τοποθετήσει κάμερα μόνο προς το αγροτεμάχιό τους και όχι όπισθεν ή εξ αριστερών της κατοικίας του γιατί η πρόθεσή του είναι να παρακολουθεί αυτούς, ενώ η αλήθεια είναι πως όπισθεν και αριστερά της κατοικίας του υφίστανται βράχοι ύψους δέκα μέτρων, οπότε δεν είναι δυνατή η είσοδος εντός της κατοικίας του από τα σημεία αυτά. (Ο καταγγελλόμενος προσκόμισε δύο
(2)σχετικές φωτογραφίες). 10) Ο καταγγελλόμενος έχει θέσει τις κάμερες εκτός λειτουργίας και τις διατηρεί μόνο για λόγους αποτροπής έως ότου κρίνει η Αρχή τη νομιμότητα ή όχι της ύπαρξής τους, ενώ, σε κάθε περίπτωση, είναι αναρτημένη η ενημερωτική πινακίδα για την ύπαρξη καμερών εκτός της εισόδου της οικίας του. Η Αρχή, από την ακροαματική διαδικασία, από τα στοιχεία του φακέλου της υπόθεσης, καθώς και από τα υπομνήματα που υποβλήθηκαν και αφού άκουσε τον εισηγητή και τη βοηθό εισηγητή, η οποία αποχώρησε μετά τη συζήτηση της υπόθεσης και πριν από τη διάσκεψη και τη λήψη απόφασης, μετά από διεξοδική συζήτηση, λαμβάνοντας υπόψη ιδίως:
  1. Τις διατάξεις του Συντάγματος, και ιδίως εκείνες των άρθρων 2 παρ. 1, 5 παρ. 1, 9, 9Α και 25
  2. Τις διατάξεις της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου της 04.11.1950 που κυρώθηκε με το ν.δ. 53 της 19.9.1974, όπως ισχύει σήμερα και ιδίως εκείνες του άρθρου 8
  3. Τις διατάξεις Λειτουργίας της Συνθήκης της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ιδίως εκείνες του άρθρου 16
  4. Τις διατάξεις του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκή Ένωσης (2012/C 326/02) και ιδίως εκείνες των άρθρων 7, 8 και 52
  5. Τις διατάξεις της Σύμβασης του Συμβουλίου της Ευρώπης για την προστασία των προσώπων έναντι της αυτοματοποιημένης επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα της 28.1.1981 («Σύμβαση 108»), που κυρώθηκε με το ν. 2068/1992, όπως ισχύει σήμερα και ιδίως εκείνες των άρθρων 5 και 6
  6. Τις διατάξεις του Γενικού Κανονισμού Προστασίας Δεδομένων (ΓΚΠΔ) υπ’ αρ. 679/2016 και την εν γένει εθνική νομοθεσία για την προστασία των δεδομένων 9 προσωπικού χαρακτήρα
  7. Την υπ’ αρ. 1/2011 Οδηγία της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα για τη χρήση συστημάτων βιντεοεπιτήρησης για την προστασία προσώπων και αγαθών
  8. Τις Κατευθυντήριες Γραμμές του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Προστασίας Δεδομένων [ΕΣΠΔ] υπ’ αρ. 3/2019 “on processing of personal data through video devices” της 29-01-2019 (έκδοση 2)
  9. Την υπ’ αρ. 4/2004 Γνωμοδότηση της Ομάδας Εργασίας του άρθρου 29 για την επεξεργασία προσωπικών δεδομένων μέσω βιντεοεπιτήρησης (WP89)
  10. Την υπ’ αρ. 06/2014 Γνώμη της Ομάδας Εργασίας του άρθρου 29 σχετικά με την έννοια των εννόμων συμφερόντων του υπευθύνου επεξεργασίας (WP 217), στο μέτρο που είναι ερμηνευτικά χρήσιμη στο πλαίσιο της παρούσας
  11. Τις Κατευθυντήριες Γραμμές της Ομάδας Εργασίας του άρθρου 29 «Guidelines on transparency under Regulation 2016/679», WP260 rev.01, στο μέτρο που είναι ερμηνευτικά χρήσιμες στο πλαίσιο της παρούσας ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟΝ ΝΟΜΟ
  12. Ως δεδομένο προσωπικού χαρακτήρα νοείται κατά το άρθρο 4 παρ. 1 του ΓΚΠΔ κάθε πληροφορία που αφορά ταυτοποιημένο ή ταυτοποιήσιμο φυσικό πρόσωπο του οποίου η ταυτότητα μπορεί να εξακριβωθεί, άμεσα ή έμμεσα, ιδίως βάσει αριθμού ταυτότητας ή βάσει ενός η περισσοτέρων συγκεκριμένων στοιχείων που χαρακτηρίζουν την υπόστασή του από άποψη φυσική, βιολογική, ψυχική, οικονομική, πολιτιστική, πολιτική ή κοινωνική. Για την ταυτοποίηση του φυσικού προσώπου, η οποία μπορεί να είναι και έμμεση, χωρίς δηλαδή ευθεία αναφορά στο φυσικό πρόσωπο, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη το σύνολο των μέσων που μπορούν ευλόγως να χρησιμοποιηθούν, είτε από τον υπεύθυνο επεξεργασίας, είτε από τρίτο. Σύμφωνα με την υπ’ αριθμ. 41/2017 Απόφαση της Αρχής, η έμμεση ταυτοποίηση μπορεί να είναι συνάρτηση πολλών διαφορετικών παραγόντων. Τα ίδια στοιχεία, ο συνδυασμός των οποίων δεν επιτρέπει την ταυτοποίηση ενός προσώπου σε ένα ευρύ κοινωνικό περιβάλλον, μπορεί να οδηγούν σε πλήρη ταυτοποίηση στο πλαίσιο μιας μικρής κοινωνικής ομάδας, όπου όλα τα μέλη της 10 γνωρίζονται μεταξύ τους ή διαμένουν στο ίδιο κτίριο, σε μια μικρή γειτονιά ή σε κοντινές κατοικίες. Για τον λόγο αυτό, προκειμένου να εξετασθεί εάν έχει λάβει χώρα επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη το σύνολο αυτών των παραμέτρων που αφορούν την υπό κρίση επεξεργασία, διότι και η πιθανότητα έμμεσης ταυτοποίησης, όταν δεν είναι αμελητέα, καθιστά, καταρχήν, την πληροφορία, προσωπικό δεδομένο. Έτσι, η λήψη ή και καταγραφή της εικόνας ενός ατόμου από π.χ. μεγάλο ύψος1 ή μακρινή απόσταση ή με καλυμμένα χαρακτηριστικά (π.χ. κρανιοφόρος) που καθιστά αδύνατη την αναγνώριση των φυσικών χαρακτηριστικών του προσώπου ενός υποκειμένου των δεδομένων δεν συνεπάγεται άνευ ετέρου την αδυναμία ταυτοποίησής του, καθώς δύναται εν τέλει να επιτευχθεί από λοιπές πληροφορίες, όπως π.χ. τα εμφανισιακά χαρακτηριστικά (ύψος, σωματοδομή, χρώμα και είδος ενδυμάτων και υποδημάτων) σε συνδυασμό με επιπλέον πληροφορίες2 (π.χ. επιβίβασή του σε μηχανοκίνητο όχημα, επισήμανση ή καταγραφή της πορείας και του τελικού προορισμού του).
  13. Από την επεξεργασία και τον συνδυασμό επεξεργασιών δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα δια της χρήσης συστημάτων βιντεοεπιτήρησης είναι δυνατή η εξαγωγή συμπερασμάτων που οδηγεί στην δημιουργία προφίλ του φυσικού προσώπου, το οποίο θα αφορά είτε περιστασιακά, είτε σε μόνιμη βάση τις συνήθειες, τους τόπους μόνιμης ή προσωρινής διαμονής, τις καθημερινές και άλλες μετακινήσεις, τις ασκούμενες δραστηριότητες, τις κοινωνικές σχέσεις και τα κοινωνικά περιβάλλοντα στα οποία συχνάζει. Ειδικότερα, στην περίπτωση λήψης και καταγραφής με σύστημα βιντεοεπιτήρησης εγκατεστημένο σε οικία της εικόνας των προσώπων που ευρίσκονται ή διακινούνται, έστω και περιστασιακά, σε άλλη ιδιοκτησία είναι δυνατή η δημιουργία ενός αρχείου-ημερολογίου με τις συνήθεις ώρες προσέλευσης-αποχώρησης και τις άλλες δραστηριότητες που πραγματοποιούνται στην ιδιοκτησία αυτή.
  14. Η εικόνα ενός ατόμου η οποία συλλέγεται δια της χρήσης συστήματος βιντεοεπιτήρησης συνιστά δεδομένο προσωπικού χαρακτήρα, στον βαθμό που παρέχεται η δυνατότητα ταυτοποιήσεως του συγκεκριμένου φυσικού προσώπου 3 Βλ. Κατευθυντήριες Γραμμές υπ’ αρ. 3/2019 ΕΣΠΔ on processing of personal data through video devices σελ.
  15. 2 Βλ. Υπ’ αριθμ. 20/2008 Απόφαση της Αρχής. 3 ΔΕΕ C-212/13 απόφαση Rynes παρ. 22, ΔΕΕ C-345/17 απόφαση Sergejs Buivids παρ. 31, ΔΕΕ C708/18 απόφαση TK κατά M5A παρ.
  16. 1 11 άμεσα ή έμμεσα κατά τα προεκτεθέντα, ενώ η καταγραφή της εικόνας η οποία αποθηκεύεται και διατηρείται σε μηχανισμό βιντεοσκοπήσεως συνεχούς ροής, όπως π.χ. σε σκληρό δίσκο του συστήματος συνιστά αυτοματοποιημένη επεξεργασία δεδομένων
  17. Η εγκατάσταση και λειτουργία συστημάτων βιντεοεπιτήρησης με τη λήψη ή και καταγραφή εικόνας ή και ήχου δια της συλλογής, διατήρησης, αποθήκευσης, πρόσβασης και διαβίβασης δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, ακόμη και από δημόσιο χώρο5, συνιστούν ως επιμέρους πράξεις επεξεργασίας, επέμβαση στα ατομικά δικαιώματα του σεβασμού της ιδιωτικής ζωής κατ’ άρθ. 9 Σ., 7 ΧΘΔΕΕ6 και 8 ΕΣΔΑ καθώς και της προστασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα κατ’ άρθ. 9Α Σ., 8 ΕΣΔΑ και 8 ΧΘΔΕΕ
  18. Προκειμένου τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα να τύχουν νόμιμης επεξεργασίας, ήτοι επεξεργασίας σύμφωνα προς τις απαιτήσεις του ΓΚΠΔ, θα πρέπει να πληρούνται σωρευτικά οι προϋποθέσεις εφαρμογής και τήρησης των αρχών του άρθρου 5 παρ. 1 ΓΚΠΔ, όπως προκύπτει και από την πρόσφατη απόφαση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) της 16-01-2019 στην υπόθεση C-496/2017 Deutsche Post AG κατά Hauptzollamt Köln
  19. Η ύπαρξη ενός νόμιμου θεμελίου (άρθρο 6 ΓΚΠΔ) δεν απαλλάσσει τον υπεύθυνο επεξεργασίας από την υποχρέωση τήρησης των αρχών (άρθρο 5 παρ. 1 ΓΚΠΔ) αναφορικά με τον θεμιτό χαρακτήρα, την αναγκαιότητα και την αναλογικότητα και την αρχή της ελαχιστοποίησης
  20. Σε περίπτωση κατά την οποία παραβιάζεται κάποια εκ των προβλεπομένων στο άρθρο 5 παρ. 1 ΓΚΠΔ αρχών, η εν λόγω επεξεργασία παρίσταται ως μη νόμιμη (αντικείμενη στις διατάξεις του ΓΚΠΔ) και παρέλκει η εξέταση των προϋποθέσεων εφαρμογής των νομικών βάσεων του άρθρου 6 ΔΕΕ Rynes παρ. 23, 25, Sergejs Buivids παρ. 34, ΤΚ παρ.
  21. ΕΔΔΑ Vukota-Bojic v Switzerland, 61838/10, 18.10.2016, § 52 επ., Lopez Ribalda v Spain (GC), 1874/13 & 8567/13, 17.10.2019, §§ 89, 93, Antovic & Mirkovic v Montenegro, 70838/13, 28.11.2017, § 42, Uzun v. Germany, 35623/05, 2.9.2010, §46, Peck v UK, 44647/98, 28.01.2003, §
  22. 6 ΔΕΕ Digital Rights Ireland παρ.
  23. 7 ΔΕΕ Digital Rights Ireland παρ.
  24. 8 «
  25. Ωστόσο, κάθε επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα πρέπει να είναι σύμφωνη, αφενός προς τις αρχές που πρέπει να τηρούνται ως προς την ποιότητα των δεδομένων, τις οποίες θέτει το άρθρο 6 της οδηγίας 95/46 ή το άρθρο 5 του κανονισμού 2016/679 και, αφετέρου, προς τις βασικές αρχές της νόμιμης επεξεργασίας δεδομένων που απαριθμεί το άρθρο 7 της οδηγίας αυτής ή το άρθρο 6 του κανονισμού αυτού (πρβλ. αποφάσεις ...C-465/00, C-138/01, C-139/01, C-131/12».. 9 Σχετικά βλ. Λ. Μήτρου, ο γενικός κανονισμός προστασίας προσωπικών δεδομένων [νέο δίκαιο-νέες υποχρεώσεις-νέα δικαιώματα], εκδ. Σάκκουλα, 2017 σελ. 58 και 69-70). 4 5 12 ΓΚΠΔ
  26. Έτσι, η κατά παράβαση των αρχών του άρθρου 5 ΓΚΠΔ μη νόμιμη συλλογή και επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα δεν θεραπεύεται από την ύπαρξη νόμιμου σκοπού και νομικής βάσης (Υπ’ αριθμ. 43/2019 Απόφαση της Αρχής). Επιπλέον δε, το ΔΕΕ με την από 01-10-2015 απόφασή του στο πλαίσιο της υπόθεσης C-201/14 (Smaranda Bara) έκρινε ως προϋπόθεση της θεμιτής και νόμιμης επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα την ενημέρωση του υποκειμένου των δεδομένων προ της επεξεργασίας αυτών
  27. Περαιτέρω, ο υπεύθυνος επεξεργασίας, στο πλαίσιο της από μέρους του τήρησης της αρχής της θεμιτής ή δίκαιης επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, οφείλει να ενημερώνει το υποκείμενο των δεδομένων ότι πρόκειται να επεξεργαστεί τα δεδομένα του με νόμιμο και διαφανή τρόπο (σχετικά βλ. ΔΕΕ C-496/17 οπ.π. παρ. 59 και ΔΕΕ C-201/14 της 01-10-2015 παρ. 31-35 και ιδίως 34) και να βρίσκεται σε θέση ανά πάσα στιγμή να αποδείξει τη συμμόρφωσή του με τις αρχές αυτές (αρχή της λογοδοσίας κατ’ άρθρο 5 παρ. 2 σε συνδυασμό με άρθρα 24 παρ. 1 και 32 ΓΚΠΔ).
  28. Η επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα με διαφανή τρόπο συνιστά έκφανση της αρχής της θεμιτής επεξεργασίας και συνδέεται με την αρχή της λογοδοσίας, παρέχοντας το δικαίωμα στα υποκείμενα να ασκούν έλεγχο επί των δεδομένων τους καθιστώντας υπόλογους τους υπεύθυνους επεξεργασίας (βλ. Κατευθυντήριες Γραμμές ΟΕ 29, Guidelines on transparency under Regulation 2016/679, WP260 rev.01, σελ. 4 και 5). Πρβλ. ΣτΕ 517/2018 παρ. 12: «[...] προκειμένου τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα να τύχουν νόμιμης επεξεργασίας, απαιτείται σε κάθε περίπτωση να συντρέχουν σωρευτικά οι προϋποθέσεις του άρθρου 4 παρ. 1 του ν. 2472/1997, που μεταξύ άλλων, ορίζει ότι τα δεδομένα πρέπει να συλλέγονται και να υφίστανται επεξεργασία κατά τρόπο θεμιτό και νόμιμο, για σαφείς και νόμιμους σκοπούς...Εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 4 παρ. 1 του ν. 2472/1997 (νόμιμη συλλογή και επεξεργασία δεδομένων για σαφείς και νόμιμους σκοπούς), εξετάζεται περαιτέρω αν συντρέχουν και οι προϋποθέσεις της διατάξεως του άρθρου 5 παρ. 2 του ν. 2472/1997 [νομικές βάσεις]». Επίσης, πρβλ. ΣτΕ σε Ολομέλεια 2285/2001 παρ. 10: «[...] Μόνο δε εάν συντρέχουν οι παραπάνω βασικές προϋποθέσεις, έχουν εφαρμογή οι διατάξεις των άρθρων 5 και 7 του Ν. 2472/1997, οι οποίες επιβάλλουν ως περαιτέρω πρόσθετη, κατ’ αρχήν, προϋπόθεση νόμιμης επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα συγκεκριμένου προσώπου, τη συγκατάθεση αυτού». 11 «
  29. ο υπεύθυνος της επεξεργασίας των δεδομένων ή ο εκπρόσωπος του υπέχουν υποχρέωση ενημερώσεως, το περιεχόμενο της οποίας ορίζεται στα άρθρα 10 και 11 της οδηγίας 95/46 και διαφέρει αναλόγως του αν τα δεδομένα συγκεντρώνονται από το πρόσωπο το οποίο αφορούν τα δεδομένα ή όχι, και τούτο υπό την επιφύλαξη των εξαιρέσεων που προβλέπει το άρθρο 13 της εν λόγω οδηγίας [...]
  30. Συνεπώς, η απαίτηση περί θεμιτής επεξεργασίας δεδομένων την οποία προβλέπει το άρθρο 6 της οδηγίας 95/46 υποχρεώνει τη διοικητική αρχή να ενημερώνει τα πρόσωπα τα οποία αφορούν τα δεδομένα σχετικά με τη διαβίβαση των εν λόγω δεδομένων σε άλλη διοικητική αρχή προς τον σκοπό επεξεργασίας τους από τη δεύτερη ως αποδέκτρια των εν λόγω δεδομένων». 10 13
  31. Με τον ΓΚΠΔ υιοθετήθηκε ένα νέο μοντέλο συμμόρφωσης, κεντρικό μέγεθος του οποίου συνιστά η αρχή της λογοδοσίας, στο πλαίσιο της οποίας ο υπεύθυνος επεξεργασίας υποχρεούται να σχεδιάζει, εφαρμόζει και εν γένει λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα και πολιτικές προκειμένου η επεξεργασία των δεδομένων να είναι σύμφωνη με τις σχετικές νομοθετικές προβλέψεις. Επιπλέον δε, ο υπεύθυνος επεξεργασίας βαρύνεται με το περαιτέρω καθήκον να αποδεικνύει ο ίδιος και ανά πάσα στιγμή τη συμμόρφωσή του με τις αρχές του άρθρου 5 παρ. 1 ΓΚΠΔ. Δεν είναι τυχαίο ότι ο ΓΚΠΔ εντάσσει τη λογοδοσία (άρθρο 5 παρ. 2 ΓΚΠΔ) στη ρύθμιση των αρχών (άρθρο 5 παρ. 1 ΓΚΠΔ) που διέπουν την επεξεργασία, προσδίδοντας σε αυτήν, τη λειτουργία ενός μηχανισμού τήρησής τους, αντιστρέφοντας κατ’ ουσίαν το «βάρος της απόδειξης» ως προς τη νομιμότητα της επεξεργασίας (και εν γένει την τήρηση των αρχών του άρθρου 5 παρ. 1 ΓΚΠΔ), μεταθέτοντάς τη στον υπεύθυνο επεξεργασίας,12 ώστε να υποστηρίζεται βάσιμα ότι εκείνος φέρει το βάρος της επίκλησης και απόδειξης της νομιμότητας της επεξεργασίας
  32. Έτσι, συνιστά υποχρέωση του υπευθύνου επεξεργασίας αφενός να λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να συμμορφώνεται προς τις απαιτήσεις του ΓΚΠΔ, αφετέρου, να αποδεικνύει ανά πάσα στιγμή την ανωτέρω συμμόρφωσή του, χωρίς μάλιστα να απαιτείται η Αρχή, στο πλαίσιο άσκησης των ερευνητικών - ελεγκτικών εξουσιών της, να υποβάλλει επιμέρους – εξειδικευμένα ερωτήματα και αιτήματα προς διαπίστωση της συμμόρφωσης.
  33. Συμπερασματικά, η εγκατάσταση και λειτουργία του σχετικού συστήματος βιντεοεπιτήρησης είναι νόμιμη, εφόσον πληρούνται σωρευτικά οι προϋποθέσεις των άρθρων 5 (γενικές αρχές) και 6 (νόμιμη βάση) ΓΚΠΔ καθώς και της Οδηγίας 1/2011 της Αρχής, τη συναφή δε υποχρέωση απόδειξης της νομιμότητας φέρει ο υπεύθυνος επεξεργασίας κατ’ εφαρμογή της αρχής της λογοδοσίας στο πλαίσιο της συμμόρφωσης και τεκμηρίωσης αυτής, η οποία πρέπει να λαμβάνει χώρα σε χρόνο προ της εγκατάστασης και λειτουργίας του συστήματος (Απόφαση 43/2019 της Αρχής). 12 Σχετικά βλ. Λ. Μήτρου, Η αρχή της Λογοδοσίας σε Υποχρεώσεις του υπεύθυνου επεξεργασίας [Γ. Γιαννόπουλος, Λ. Μήτρου, Γ. Τσόλιας], Συλλογικός Τόμος Λ. Κοτσαλή – Κ. Μενουδάκου «Ο ΓΚΠΔ, Νομική διάσταση και πρακτική εφαρμογή», εκδ. Νομική Βιβλιοθήκη, 2018, σελ. 172 επ. 13 P. de Hert, V. Papakonstantinou, D. Wright and S. Gutwirth, The proposed Regulation and the construction of a principles-driven system for individual data protection, σελ.
  34. 14
  35. Η διαβίβαση του υλικού που έχει καταγραφεί μέσω του συστήματος βιντεοεπιτήρησης συνιστά διακριτή και αυτοτελή πράξη επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και επομένως θα πρέπει να διενεργείται από τον υπεύθυνο επεξεργασίας, αντιστοίχως προς την αρχική νόμιμη συλλογή και διατήρηση του υλικού, έλεγχος της νομιμότητας κατ’ άρθρα 5 και 6 του ΓΚΠΔ συνυπολογιζομένου του ενδεχομένου μεταβολής του αρχικού σκοπού επεξεργασίας κατ’ άρθρο 6 παρ. 4 ΓΚΠΔ (αναλυτικά βλ. ΕΣΠΔ 3/2019 όπ.π. παρ. 48 επ.). Αυτονόητα, η μη νόμιμη αρχική συλλογή και διατήρηση του εν λόγω υλικού που περιέχει δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, καθιστά ομοίως παράνομη την οποιαδήποτε περαιτέρω επεξεργασία των ίδιων δεδομένων κατά παράβαση του άρθρου 5 παρ. 1 ΓΚΠΔ, ακόμη και στην περίπτωση κατά την οποία θα πληρούνταν οι προϋποθέσεις εφαρμογής μιας νόμιμης βάσης του άρθρου 6 παρ. 1 ΓΚΠΔ, όπως π.χ. εκείνης του εδαφίου στ’, αφού η μη τήρηση των αρχών επεξεργασίας του άρθρου 5 παρ. 1 ΓΚΠΔ δεν θεραπεύεται από την ύπαρξη νόμιμου σκοπού και νομικής βάσης (βλ. αιτιολογική σκέψη υπ’ αρ. 4 της Απόφασης 43/2019 της Αρχής).
  36. Οι διατάξεις της Οδηγίας 1/2011 της Αρχής σχετικά με το ζήτημα της χρήσης συστημάτων βιντεοεπιτήρησης για το σκοπό της προστασίας προσώπων και αγαθών πρέπει να εφαρμόζονται σε συνδυασμό με τις νέες διατάξεις του ΓΚΠΔ. Τούτο ισχύει ιδίως για τις υποχρεώσεις του υπευθύνου επεξεργασίας που περιλαμβάνονται στο κεφάλαιο Γ’ αυτής (άρθρα 10 έως 13 της Οδηγίας 1/2011). Για παράδειγμα, οι υπεύθυνοι επεξεργασίας δεν έχουν πλέον υποχρέωση γνωστοποίησης της επεξεργασίας στην Αρχή14, αλλά οφείλουν να λαμβάνουν τα απαραίτητα μέτρα συμμόρφωσης προς τις απαιτήσεις του ΓΚΠΔ και να φροντίζουν για την ικανοποίηση των επαυξημένων δικαιωμάτων που προβλέπει ο ΓΚΠΔ.
  37. Ως αποκλειστικά προσωπική ή οικιακή δραστηριότητα νοείται εκείνη που αναφέρεται στο ιδιωτικό πεδίο δράσης ενός προσώπου ή μιας οικογένειας, δηλαδή εκείνη που δεν εμπίπτει στην επαγγελματική ή/και εμπορική του δραστηριότητα και δεν έχει ως σκοπό ή ως αποτέλεσμα τη συστηματική διαβίβαση ή τη διάδοση δεδομένων σε τρίτους15, όπως συμβαίνει στην περίπτωση Βλ. και ανακοίνωση της Αρχής σχετικά με την κατάργηση των γνωστοποιήσεων τήρησης αρχείου/επεξεργασιών και της χορήγησης αδειών (απόφαση 46/2018). 15 ΔΕΕ C-345/17 Sergejs Buivids απόφαση της 14-02-2019 παρ.
  38. 14 15 που γίνεται ανάρτηση στο διαδίκτυο ή δημοσίευση σε εφημερίδες του συλλεγέντος οπτικοακουστικού υλικού ή προσκόμιση του υλικού σε αρμόδιες αρχές. Ειδικότερα, εφόσον το πεδίο ελέγχου των καμερών συστήματος βιντεοεπιτήρησης εγκατεστημένου σε ιδιωτική οικία περιλαμβάνει χώρους μόνο ιδιωτικούς, τότε η εν λόγω επεξεργασία θεωρείται οικιακή δραστηριότητα (βλ. αιτιολογική σκέψη ΓΚΠΔ υπ’ αριθμ. 18 και άρθρο 3 παρ. 2 της Οδηγίας 1/2011 της Αρχής).
  39. Στον αντίποδα, δεν θεωρείται αποκλειστικά προσωπική ή οικιακή δραστηριότητα η λήψη και επεξεργασία εικόνας ή και ήχου με σύστημα βιντεοεπιτήρησης που είναι εγκατεστημένο σε ιδιωτική οικία, όταν το πεδίο ελέγχου της κάμερας περιλαμβάνει εξωτερικούς δημόσιους ή κοινόχρηστους χώρους ή χώρους που ανήκουν σε ιδιοκτησίες άλλων, οπότε και εφαρμόζονται οι αρχές προστασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. Ειδικότερα, στην υπόθεση C-212/13 Frantisek Rynes το Δικαστήριο της Ε.Ε. με την από 11-12-2014 απόφασή του έκρινε ότι η χρήση συστήματος επιτήρησης με κάμερα, η οποία ήταν τοποθετημένη κάτω από το γείσο της στέγης οικίας και μαγνητοσκοπούσε την είσοδο της ίδιας αυτής οικίας, τη δημόσια οδό καθώς και την είσοδο της απέναντι οικίας (παρ. 13) αφενός συνιστά επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, αφετέρου, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως αποκλειστικώς «προσωπική ή οικιακή δραστηριότητα» (παρ. 33).
  40. Σύμφωνα με το άρθρο 5 της με αρ. 1/2011 Οδηγίας της Αρχής για τη χρήση συστημάτων βιντεοεπιτήρησης για την προστασία προσώπων και αγαθών, η νομιμότητα της επεξεργασίας εξετάζεται στο πλαίσιο του σκοπού που επιδιώκει ο υπεύθυνος επεξεργασίας και σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας, η οποία επιβάλλει τα συστήματα βιντεοεπιτήρησης να είναι πρόσφορα και αναγκαία σε σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό, ο οποίος θα πρέπει να μη δύναται να επιτευχθεί με ηπιότερα μέσα. Η προσφορότητα και η αναγκαιότητα της βιντεοεπιτήρησης εκτιμάται με βάση τον κίνδυνο που ο υπεύθυνος επεξεργασίας θέλει να αντιμετωπίσει σε σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό. Περαιτέρω, τα σημεία εγκατάστασης των καμερών και ο τρόπος λήψης των δεδομένων πρέπει να προσδιορίζονται με τέτοιο τρόπο, ώστε τα δεδομένα που συλλέγονται να μην είναι περισσότερα από όσα είναι απολύτως αναγκαία για την εκπλήρωση του νόμιμου σκοπού της επεξεργασίας και να μη θίγονται τα 16 θεμελιώδη δικαιώματα των προσώπων που ευρίσκονται στο χώρο που επιτηρείται και ιδίως να μην παραβιάζεται αυτό το οποίο μπορεί να θεωρηθεί ως «νόμιμη προσδοκία ορισμένου βαθμού προστασίας της ιδιωτικής ζωής» σε συγκεκριμένο χώρο.
  41. Ειδικότερα, σύμφωνα με το άρθρο 6 παρ. 1 της Οδηγίας 1/2011, απαγορεύεται η λήψη εικόνας από παράπλευρες οδούς και πεζοδρόμια, κατά την επιτήρηση της περιμέτρου κτιρίων µε σκοπό την ασφάλεια προσώπων ή/και αγαθών (π.χ. προστασία της ιδιοκτησίας από φθορές), καθώς ενυπάρχει ο κίνδυνος παρακολούθησης των περαστικών. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις μια τέτοια λήψη μπορεί να επιτρέπεται εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις της ίδιας παραγράφου του ως άνω άρθρου.
  42. Σύμφωνα με το άρθρο 6 παρ. 2 της Οδηγίας 1/2011, απαγορεύεται η λήψη εικόνας από εισόδους ή εσωτερικό γειτονικών κατοικιών, κτιρίων ή άλλων χώρων.
  43. Σύμφωνα με το άρθρο 6 παρ. 4 της Οδηγίας 1/2011, η χρήση καμερών με δυνατότητα στρέψης και εστίασης μπορεί να επιτρέπεται µόνο στις περιπτώσεις κατά τις οποίες ο υπεύθυνος επεξεργασίας παρακολουθεί κινήσεις φυσικών προσώπων σε πραγματικό χρόνο προκειμένου να επέμβει άμεσα προς αποτροπή κάποιου συμβάντος (π.χ. νυχτερινή ασφάλεια σε μεγάλους χώρους, όπως εργοστάσια, αποθήκες κ.α.) και εφόσον έχουν ληφθεί όλα τα απαιτούμενα τεχνικά μέτρα για τον περιορισμό της περιοχής λήψης στην απολύτως απαραίτητη (π.χ. µε χρήση της λειτουργίας απόκρυψης περιοχών - λειτουργία “µάσκας”).
  44. Σύμφωνα με το άρθρο 7 της Οδηγίας 1/2011, απαγορεύεται η επιτήρηση στους χώρους εργασίας εκτός των περιπτώσεων που αναφέρονται στο εν λόγω άρθρο.
  45. Σύμφωνα με το άρθρο 12 της με αρ. 1/2011 Οδηγίας της Αρχής, πριν ένα πρόσωπο εισέλθει στην εμβέλεια του συστήματος βιντεοεπιτήρησης, ο υπεύθυνος επεξεργασίας οφείλει να το ενημερώνει, με τρόπο εμφανή και κατανοητό, ότι πρόκειται να εισέλθει σε χώρο που βιντεοσκοπείται. Προς τούτο, πρέπει: α) να αναρτώνται σε επαρκή αριθμό και εμφανές μέρος ευδιάκριτες πινακίδες, όπου θα αναγράφεται το πρόσωπο για λογαριασμό του οποίου γίνεται η βιντεοσκόπηση (υπεύθυνος επεξεργασίας), ο σκοπός, καθώς και το άτομο με το οποίο οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να επικοινωνήσουν για να ασκήσουν τα δικαιώματα που ο ΓΚΠΔ πλέον, αναγνωρίζει στο υποκείμενο των δεδομένων. 17
  46. Στην προκειμένη περίπτωση, ο καταγγελλόμενος παρά την υποχρέωση λογοδοσίας που τον βαρύνει και απορρέει από το άρθρο 5 παρ. 2 ΓΚΠΔ απέτυχε να αποδείξει τη νομιμότητα της εγκατάστασης και λειτουργίας του συστήματος βιντεοεπιτήρησης, καθώς δεν παρουσίασε, ούτε έθεσε υπόψη της Αρχής έγγραφη τεκμηρίωση της συμμόρφωσης, προ της εγκατάστασης των καμερών, προς τους κανόνες και αρχές που απορρέουν από τα άρθρα 5 και 6 ΓΚΠΔ σε συνδυασμό με την υπ’ αρ. 1/2011 Οδηγία της Αρχής και δεν προσκόμισε, αν και ζητήθηκε ρητά από την Αρχή κατά την ακροαματική διαδικασία, παραστατικά (π.χ. τιμολόγια αγοράς των καμερών, αποδείξεις) ή άλλα έγγραφα (π.χ. υπεύθυνες δηλώσεις εκείνου που εγκατέστησε τις κάμερες) από τα οποία να αποδεικνύεται ο χρόνος αγοράς, εγκατάστασης και λειτουργίας του συστήματος, επιπλέον δε απέφυγε τόσο κατά την ακρόαση όσο και στα υπομνήματά του να προσδιορίσει τον ακριβή χρόνο εγκατάστασης και λειτουργίας του συστήματος, που θα αποτελούσε σημαντικό στοιχείο για την κρίση του ζητήματος εάν ο σκοπός επεξεργασίας αφορούσε την προστασία της ιδιοκτησίας του, όπως ισχυρίζεται ο ίδιος, ή την παρακολούθηση των φυσικών προσώπων που διέρχονταν της οδού και εισέρχονταν στην ιδιοκτησία των καταγγελλόντων προκειμένου να προσκομίσει σχετικό αποδεικτικό υλικό στις αρμόδιες αρχές με σκοπό να πετύχει την παύση των οικοδομικών εργασιών, όπως ισχυρίζονται οι καταγγέλλοντες. Αντιθέτως, από την παραδοχή του ίδιου του καταγγελλόμενου στο από 04/12/2019 μετ’ ακρόαση υπόμνημα του ενώπιον της Αρχής (υπ’ αριθμ. πρωτ. Γ/ΕΙΣ/8535/06-122019), αλλά και τις φωτογραφίες που περιλαμβάνονται στο φάκελο της υπόθεσης προκύπτει ότι ο καταγγελλόμενος είχε θέσει σε λειτουργία και είχε στρέψει (ο ίδιος κάνει λόγο για «στόχευση») την κάμερα που βρισκόταν στην οροφή της οικίας του κατά τρόπο ώστε να λαμβάνει εικόνα και να καταγράφει τις δραστηριότητες των καταγγελλόντων καθώς και κάθε φυσικού προσώπου στην ιδιοκτησία αυτών, ώστε η εν λόγω επεξεργασία να μην πληροί τις προϋποθέσεις της αποκλειστικά προσωπικής ή οικιακής δραστηριότητάς κατ’ άρθρο 2 παρ. 2 εδ. γ’ του ΓΚΠΔ, σύμφωνα και με όσα αναπτύχθηκαν στην υπ’ αρ. 12 σκέψη της παρούσας.
  47. Ο καταγγελλόμενος στα υπομνήματά του αναφέρεται στις ιδιωτικές διαφορές που έχει με τους καταγγέλλοντες και στις επικαλούμενες παραβιάσεις της οικοδομικής νομοθεσίας, οι σχετικοί ισχυρισμοί όμως εκφεύγουν της αρμοδιότητας της Αρχής 18 και σε κάθε περίπτωση δεν καλύπτουν την υποχρέωση λογοδοσίας για την εγκατάσταση και λειτουργία του συστήματος βιντεοεπιτήρησης και, πάντως, η τυχόν ύπαρξη νόμιμου σκοπού και νομικής βάσης δεν δύναται να θεραπεύσει την παραβίαση των αρχών του άρθρου 5 ΓΚΠΔ και να καταστήσει νόμιμη την επεξεργασία, σύμφωνα με την υπ’ αρ. 5 σκέψη της παρούσας.
  48. Η λήψη και καταγραφή της εικόνας των καταγγελλόντων αλλά και κάθε φυσικού προσώπου στην ιδιοκτησία τους επιτρέπει την ταυτοποίηση των υποκειμένων των δεδομένων σύμφωνα με όσα αναπτύχθηκαν στην υπ’ αρ. 1 σκέψη της παρούσας, πρωτίστως δε των καταγγελλόντων, η ταυτότητά των οποίων είναι γνωστή στον καταγγελλόμενο ούτως ή άλλως, ως ιδιοκτητών.
  49. Συνακόλουθα, ο καταγγελλόμενος δεν προέβη σε τεκμηρίωση της νομιμότητας της εγκατάστασης και λειτουργίας του συστήματος βιντεοεπιτήρησης σύμφωνα με την αρχή της λογοδοσίας κατ’ άρθρο 5 παρ. 2 του ΓΚΠΔ και δεν έθεσε υπόψη της Αρχής για το σκοπό αυτό συναφή έγγραφη τεκμηρίωση της νόμιμης λειτουργίας του συστήματος κατ’ άρθρα 5 και 6 του ΓΚΠΔ, αλλά και της Οδηγίας 1/2011 της Αρχής. Διαπιστώνεται, μάλιστα, με βάση τα στοιχεία του φακέλου, ότι ο καταγγελλόμενος εγκατέστησε και λειτούργησε παράνομα σύστημα βιντεοεπιτήρησης και ότι συνολικά η εγκατάσταση και η λειτουργία του συστήματος αυτού παραβίασε κατ’ άρθρο 5 παρ. 1 εδ. α’ του ΓΚΠΔ την αρχή της νομιμότητας, της αντικειμενικότητας και της διαφάνειας, ενόψει και της αρχής της λογοδοσίας κατ’ άρθρο 5 παρ. 2 ΓΚΠΔ, παρέλκει η εξέταση των λοιπών αρχών επεξεργασίας του ίδιου άρθρου, της εφαρμογής της αρχής της αναλογικότητας καθώς και της εξέτασης της εφαρμογής της κατάλληλης νομικής βάσης κατ’ άρθρο 6 παρ. 1 του ΓΚΠΔ σε συνδυασμό με τις διατάξεις της Οδηγίας 1/2011 της Αρχής.
  50. Σύμφωνα με τον ΓΚΠΔ (Αιτ. Σκ. 148) προκειμένου να ενισχυθεί η επιβολή των κανόνων του παρόντος Κανονισμού, κυρώσεις, συμπεριλαμβανομένων των διοικητικών προστίμων, θα πρέπει να επιβάλλονται για κάθε παράβαση του παρόντος Κανονισμού, επιπρόσθετα ή αντί των κατάλληλων μέτρων που επιβάλλονται από την εποπτική αρχή σύμφωνα με τον παρόντα Κανονισμό. Σε περιπτώσεις δε παράβασης ελάσσονος σημασίας ή αν το πρόστιμο που ενδέχεται να επιβληθεί θα αποτελούσε δυσανάλογη επιβάρυνση σε φυσικό πρόσωπο, θα μπορούσε να επιβληθεί επίπληξη αντί προστίμου. 19
  51. Με βάση τα ανωτέρω, η Αρχή κρίνει ότι συντρέχει περίπτωση να ασκήσει τις κατά το άρθρο 58 παρ. 2 του ΓΚΠΔ διορθωτικές εξουσίες της σε σχέση με τις διαπιστωθείσες παραβάσεις και να δώσει εντολή στον καταγγελλόμενο να καταστήσει τις πράξεις επεξεργασίας που λαμβάνουν χώρα μέσω του συστήματος βιντεοεπιτήρησης που διατηρεί σύμφωνες προς τις διατάξεις του ΓΚΠΔ. Συγκεκριμένα, πρέπει να επιβληθεί στον καταγγελλόμενο η υποχρέωση να αποκαταστήσει την ορθή εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 5 παρ. 1εδ. α΄ του ΓΚΠΔ, καθώς και των εδαφίων β΄ έως στ΄ της ίδιας παραγράφου στο μέτρο που η διαπιστωθείσα παραβίαση επηρεάζει τη συμμόρφωση προς τις διατάξεις του ΓΚΠΔ στο πλαίσιο της αρχής της λογοδοσίας, σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στο σκεπτικό της παρούσας. Η εντολή αυτή πρέπει να εκτελεστεί εντός ενός
(1)μηνός από την παραλαβή της παρούσας, ο δε καταγγελλόμενος έχει υποχρέωση να ενημερώσει σχετικά την Αρχή.
  1. Η Αρχή κρίνει περαιτέρω ότι το ανωτέρω διορθωτικό μέτρο δεν αρκεί για την αποκατάσταση της συμμόρφωσης με τις διατάξεις του ΓΚΠΔ που έχουν παραβιαστεί και ότι πρέπει, με βάση τις περιστάσεις που διαπιστώθηκαν, να επιβληθεί, κατ΄ εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 58 παρ. 2 εδ. θ’ του ΓΚΠΔ, επιπλέον και αποτελεσματικό, αναλογικό και αποτρεπτικό διοικητικό χρηματικό πρόστιμο κατ’ άρθρο 83 του ΓΚΠΔ, τόσο προς αποκατάσταση της συμμόρφωσης, όσο και για την τιμωρία της παράνομης συμπεριφοράς
  2. Περαιτέρω η Αρχή, έλαβε υπόψη τα κριτήρια επιμέτρησης του προστίμου που ορίζονται στο άρθρο 83 παρ. 2 του ΓΚΠΔ, την παράγραφο 5 του ίδιου άρθρου που έχει εφαρμογή στην παρούσα υπόθεση και τις Κατευθυντήριες γραμμές για την εφαρμογή και τον καθορισμό διοικητικών προστίμων για τους σκοπούς του Κανονισμού 2016/679 που εκδόθηκαν στις 03-10-2017 από την Ομάδα Εργασίας του άρθρου 29 (WP 253), καθώς και τα πραγματικά δεδομένα της εξεταζόμενης υπόθεσης και ιδίως: α) τη φύση, τη βαρύτητα και τη διάρκεια της παράβασης, ενόψει της φύσης, της έκτασης ή του σκοπού της σχετικής επεξεργασίας, καθώς και τον αριθμό των 16 Βλ. ΟΕ 29, Κατευθυντήριες γραμμές και την εφαρμογή και τον καθορισμό διοικητικών προστίμων για τους σκοπούς του κανονισμού 2016/679 WP253, σελ. 6 20 υποκειμένων των δεδομένων που έθιξε η παράβαση και τον βαθμό ζημίας που υπέστησαν και συγκεκριμένα: i. το γεγονός ότι ο καταγγελλόμενος παραβίασε τις από το άρθρο 5 παρ. 1 εδ. α’ του ΓΚΠΔ αρχές της νομιμότητας, αντικειμενικότητας και διαφάνειας καθώς και την υποχρέωση (αρχή) λογοδοσίας κατ’ άρθρο 5 παρ. 2 του ΓΚΠΔ, ήτοι παραβίασε θεμελιώδεις αρχές του ΓΚΠΔ για την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, ii. το γεγονός ότι η τήρηση των αρχών που προβλέπονται από τις διατάξεις του άρθρου 5 παρ. 1 εδ. α’ και παρ. 2 του ΓΚΠΔ είναι κεφαλαιώδους σημασίας, πρωτίστως δε, η αρχή της νομιμότητας, αντικειμενικότητας και διαφάνειας ώστε εάν εκλείπει αυτή να καθίσταται εξ’ αρχής παράνομη η επεξεργασία, ακόμη και εάν έχουν τηρηθεί οι λοιπές αρχές επεξεργασίας. Ομοίως κεφαλαιώδους σημασίας καθίσταται η αρχή της λογοδοσίας στο πλαίσιο του νέου μοντέλου συμμόρφωσης που εισήχθη με τον ΓΚΠΔ, όπου το βάρος συμμόρφωσης και η σχετική ευθύνη βαρύνει τον υπεύθυνο επεξεργασίας, ο οποίος και έχει εφοδιασθεί από τον ΓΚΠΔ με τα απαραίτητα εργαλεία συμμόρφωσης, iii. το γεγονός ότι ο καταγγελλόμενος δεν κατάφερε να συμμορφωθεί με τις επιταγές των αρχών επεξεργασίας του άρθρου 5 παρ. 1 εδ. α’ ΓΚΠΔ, επιπλέον δε, απέτυχε να τεκμηριώσει στο πλαίσιο της συμμόρφωσης τη νομιμότητα του συστήματος βιντεοεπιτήρησης, iv. το γεγονός ότι η παραβίαση των ανωτέρω αρχών υπάγεται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 83 παρ. 5 εδ. α’ του ΓΚΠΔ στην ανώτερη προβλεπόμενη κατηγορία του συστήματος διαβάθμισης διοικητικών προστίμων, v. το γεγονός ότι, από τα στοιχεία που τέθηκαν υπόψη της Αρχής, δεν προέκυψε η επέλευση υλικής βλάβης στα υποκείμενα των δεδομένων – καταγγέλλοντες από την μη ικανοποίηση του δικαιώματός τους, ούτε έγινε επίκληση σχετικής βλάβης, vi. το γεγονός ότι η παραβίαση των αρχών του άρθρου 5 παρ. 1 εδ. α’ και παρ. 2 του ΓΚΠΔ δεν αφορούσε, με βάση τα στοιχεία που τέθηκαν υπόψη της Αρχής, δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα των άρθρων 9 και 10 του ΓΚΠΔ. 21 β) τον βαθμό υπαιτιότητας του καταγγελλόμενου Η από μέρους του καταγγελλομένου εγκατάσταση και λειτουργία του συστήματος βιντεοεπιτήρησης κατά παράβαση της αρχής της νομιμότητας, αντικειμενικότητας και διαφάνειας καθώς και της λογοδοσίας υπήρξε αποτέλεσμα ανεπαρκούς γνώσης και εφαρμογής των διατάξεων του ΓΚΠΔ και επομένως αποδίδεται σε αμέλεια. γ) τυχόν ενέργειες στις οποίες προέβη ο καταγγελλόμενος για να μετριάσει τη ζημία που υπέστησαν τα υποκείμενα των δεδομένων και τον βαθμό συνεργασίας με την Αρχή για την επανόρθωση της παράβασης και τον περιορισμό των πιθανών δυσμενών επιπτώσεών της Πέραν της δήλωσης του καταγγελλόμενου ότι αναστέλλει τη λειτουργία του συστήματος βιντεοεπιτήρησης, ο καταγγελλόμενος δεν διαπιστώθηκε ότι προέβη σε άλλες ενέργειες προς μετριασμό τυχόν (μη υλικής) ζημίας που υπέστησαν οι καταγγέλλοντες, όπως π.χ. στη διαγραφή του υλικού καταγραφής. δ) τυχόν σχετικές προηγούμενες παραβάσεις του καταγγελλομένου Από σχετικό έλεγχο προκύπτει ότι δεν έχει επιβληθεί στον καταγγελλόμενο μέχρι σήμερα διοικητική κύρωση από την Αρχή. ε) τις κατηγορίες δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα τα οποία επηρεάζει η παράβαση Δεν πρόκειται για δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα των άρθρων 9 και 10 του ΓΚΠΔ, σύμφωνα με τα στοιχεία που τέθηκαν υπόψη της Αρχής. στ) το γεγονός ότι ο καταγγελλόμενος δεν απέστειλε στην Αρχή τα έγγραφα που ζητήθηκαν κατά την ακροαματική διαδικασία ζ) την δήλωση του καταγγελλόμενου στο από 04/12/2019 μετ’ ακρόαση Υπόμνημα του ενώπιον της Αρχής (υπ’ αρ. πρωτ. Γ/ΕΙΣ/8535/06-12-2019) σύμφωνα με το οποίο: «Τυγχάνει να είμαι ένας από τους μεγαλύτερους … της Ελλάδας, γνωστός για την επιχειρηματική μου δράση και την οικονομική μου ευμάρεια», η οποία λαμβάνεται 22 υπόψη στο πλαίσιο της εκτίμησης της αποτελεσματικότητας και του αποτρεπτικού χαρακτήρα της επιβαλλόμενης διοικητικής κύρωσης. 26, Βάσει των ανωτέρω, η Αρχή κρίνει ομόφωνα ότι πρέπει να επιβληθεί στον καταγγελλόμενο υπεύθυνο επεξεργασίας η αναφερόμενη στο διατακτικό διοικητική κύρωση, η οποία κρίνεται ανάλογη με τη βαρύτητα της παράβασης. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Η ΑΡΧΗ Α. Δίνει εντολή στον Ε όπως εντός ενός
(1)μηνός από την παραλαβή της παρούσας: i. να αποκαταστήσει την ορθή εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 5 παρ. 1 εδ. α’ του ΓΚΠΔ σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στο σκεπτικό της παρούσας, ii. να αποκαταστήσει εν συνεχεία και την ορθή εφαρμογή των λοιπών διατάξεων του άρθρου 5 παρ. 1 εδ. β-στ’ ΓΚΠΔ στο μέτρο που η διαπιστωθείσα παραβίαση επηρεάζει τη συμμόρφωση προς τις διατάξεις του ΓΚΠΔ λαμβάνοντας κάθε αναγκαίο μέτρο στο πλαίσιο της αρχής της λογοδοσίας, iii. να καταστήσει τις πράξεις επεξεργασίας που λαμβάνουν χώρα μέσω του συστήματος βιντεοεπιτήρησης που διατηρεί σύμφωνες προς τις διατάξεις του ΓΚΠΔ και της Οδηγίας 1/2011, ιδίως προσαρμόζοντας το πεδίο λήψης και καταγραφής εικόνων κατά τρόπο ώστε να επιτευχθεί η προστασία της περιουσίας και της ζωής των διαμενόντων στην εν λόγω οικία χωρίς να λαμβάνει εικόνα από την ιδιοκτησία των καταγγελλόντων ή άλλους ιδιωτικούς ή δημόσιους χώρους και κάνοντας χρήση κάμερας με δυνατότητα στρέψης και εστίασης μόνο εφόσον τεκμηριώσει την πλήρωση των προϋποθέσεων του άρθρου 6 παρ. 4 της Οδηγίας 1/2011, iv. να ενημερώσει την Αρχή σχετικά με την πραγματοποίηση των ανωτέρω ενεργειών. 23 Β. Επιβάλλει στον Ε το αποτελεσματικό, αναλογικό και αποτρεπτικό διοικητικό χρηματικό πρόστιμο που αρμόζει στην συγκεκριμένη περίπτωση, σύμφωνα με τις ειδικότερες περιστάσεις αυτής, ύψους οκτώ χιλιάδων (8.000,00) ευρώ. Ο Πρόεδρος Η Γραμματέας Κωνσταντίνος Μενουδάκος Ειρήνη Παπαγεωργοπούλου 24

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.