← Ελλάδα

Εξέταση καταγγελίας για μη ικανοποίηση δικαιώματος πρόσβασης σε έκθεση εκτίμησης ακινήτου

Αθήνα, 25-06-2025 Αριθ. Πρωτ.: 2302 ΑΠΟΦΑΣΗ 25/2025 Η Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα, συνήλθε, μετά από πρόσκληση του Προέδρου της, σε συνεδρίαση μέσω τηλεδιάσκεψης την Τρίτη, 03-062025 και ώρα 9.00 π.μ., προκειμένου να εξετάσει την υπόθεση που αναφέρεται στο ιστορικό της παρούσας. Στη συνεδρίαση παρέστησαν ο Πρόεδρος της Αρχής, Κωνσταντίνος Μενουδάκος και τα τακτικά μέλη Χαράλαμπος Ανθόπουλος, Σπυρίδων Βλαχόπουλος, Αικατερίνη Ηλιάδου, Χρήστος Καλλονιάτης, και Γρηγόριος Τσόλιας. Παρέστη επίσης το αναπληρωματικό μέλος Δημοσθένης Βουγιούκας, σε αναπλήρωση του τακτικού μέλους Κωνσταντίνου Λαμπρινουδάκη, ο οποίος δεν παρέστη αν και εκλήθη νομίμως εγγράφως καθώς και το αναπληρωματικό μέλος Νικόλαος Λίβος, ως εισηγητής χωρίς δικαίωμα ψήφου βάσει του άρθρου 8 παρ. 2 του Κανονισμού Λειτουργίας της Αρχής. Παρούσες, χωρίς δικαίωμα ψήφου, ήταν η Αναστασία Κανικλίδου, ειδική επιστήμονας – ελέγκτρια, ως βοηθός εισηγητή και η Ειρήνη Παπαγεωργοπούλου, υπάλληλος του τμήματος διοικητικών υποθέσεων της Αρχής, ως γραμματέας. Η Αρχή έλαβε υπόψη τα παρακάτω: Υποβλήθηκε ενώπιον της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα η υπ’ αριθμ. πρωτ. Γ/ΕΙΣ/11933/21-11-2022 καταγγελία της Α (εφεξής «η καταγγέλλουσα») κατά της Τράπεζας Alpha Bank (εφεξής «Τράπεζα»), της εταιρείας Alpha Aστικά Ακίνητα Α.Ε. και της Εταιρείας Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις Cepal Hellas (εφεξής «Cepal Hellas»), αφορώσα σε μη ικανοποίηση δικαιώματος πρόσβασης σε έκθεση εκτίμησης αξίας ακινήτου. 1 Λεωφ. Κηφισίας 1-3, 11523 Αθήνα Τ: 210 6475 600 • E: contact@dpa.gr • www.dpa.gr Συγκεκριμένα, η καταγγέλλουσα αναφέρει ότι στις 24-05-2022 υπέβαλε αίτημα προς την Cepal Hellas και την Alpha Αστικά Ακίνητα Α.Ε. και στις 08-06-2022 όμοιο αίτημα προς την Τράπεζα, προκειμένου να λάβει αντίγραφο της έκθεσης εκτίμησης αξίας του ακινήτου της, για το οποίο έχει λάβει στεγαστικό δάνειο από την προαναφερόμενη Τράπεζα. Ειδικότερα, όπως η καταγγέλλουσα αναφέρει, σε συνέχεια της από 03-03-2022 κοινοποίησης από την Cepal Hellas καταγγελίας της σύμβασης δανείου που είχε συνάψει με την Τράπεζα, και στο πλαίσιο εξεύρεσης λύσης προς αποπληρωμή του εμφανιζόμενου υπολοίπου αυτού, η Cepal Hellas της ζήτησε να της καταβάλει το ποσό των 148,80 ευρώ, προκειμένου η Alpha Aστικά Ακίνητα Α.Ε. να συντάξει έκθεση εκτίμησης αξίας του ακινήτου της προκειμένου βάσει αυτής να καθορισθεί το ύψος του ποσού που θα καλείτο να καταβάλει σε εξόφληση του φερόμενου υπολοίπου της απαίτησης. Ωστόσο, αν και η καταγγέλλουσα κατέβαλε το εν λόγω ποσό, στις 27-05-2022 η Cepal Hellas της απάντησε στο σχετικό από 24-05-2022 αίτημά της ότι για τη χορήγηση εγγράφων θα πρέπει να απευθυνθεί στην Τράπεζα, από την οποία, κατά τους ισχυρισμούς της καταγγέλλουσας, ουδεμία απάντηση είχε λάβει μέχρι την υποβολή της καταγγελίας. Εξάλλου, στο ανωτέρω από 24-05-2022 αίτημα η Alpha Aστικά Ακίνητα Α.Ε. απάντησε στις 30-05-2022 επί λέξει ότι «δεν έχουμε διενεργήσει την αναφερόμενη έκθεση εκτίμησης του ακινήτου σας στο πλαίσιο μεταξύ υμών υφιστάμενης συμβατικής σχέσης ως αναφέρεστε και συνεπώς δεν οφείλουμε την χορήγηση αντιγράφου αυτής προς εσάς». Επιπλέον, όπως η καταγγέλλουσα αναφέρει στο από 08-06-2022 εξώδικό της προς την καταγγελλόμενη Τράπεζα, κατόπιν της διενέργειας της έκθεσης εκτίμησης ακινήτου, της δηλώθηκε επί λέξει ότι «η αξία του ακινήτου της εντός μερικών μηνών «εκτοξεύτηκε» περί τις 100.000 ευρώ, καθώς σε προηγηθείσα έκθεση εκτίμησης που έλαβε χώρα επίσης από την Cepal Ηellas, (και την οποία είχε στην κατοχή της η καταγγέλλουσα) η αξία του ακινήτου ήταν πολύ χαμηλότερη και περί τις 160.000 ευρώ». Σύμφωνα με τη δήλωση αυτή, συνεπεία της διενεργηθείσας έκθεσης εκτίμησης ακινήτου επήλθε μια ουσιώδης μεταβολή της αξίας του ακινήτου της καταγγέλλουσας. 2 Η Αρχή, στο πλαίσιο εξέτασης της ανωτέρω καταγγελίας κάλεσε τις καταγγελλόμενες να εκθέσουν τις απόψεις τους επ’ αυτής, με το υπ’ αριθμ. πρωτ. Γ/ΕΞΕ/412/17-02-2023 έγγραφό της. Με το έγγραφό της, η Αρχή κάλεσε τις καταγγελλόμενες να διευκρινίσουν, ιδίως, α) σε ποιο πλαίσιο, κατ’ εντολή και για λογαριασμό ποιου συντάχθηκε η επίμαχη έκθεση εκτίμησης αξίας ακινήτου από την Alpha Aστικά Ακίνητα Α.Ε., καθώς και εάν η επίμαχη έκθεση εκτίμησης αξίας ακινήτου περιέχει ή συνδέεται με προσωπικά δεδομένα της καταγγέλλουσας, ως δανειολήπτριας, β) εάν και με ποιον τρόπο ανταποκρίθηκαν στο ως άνω αίτημα της καταγγέλλουσας για χορήγηση της εν λόγω έκθεσης ή και για ποιο λόγο τυχόν δεν της χορήγησαν την αιτούμενη έκθεση εκτίμησης ακινήτου. Η Τράπεζα και η Alpha Αστικά Ακίνητα Α.Ε. με τις υπ’ αριθμ. πρωτ. Γ/ΕΙΣ/1837/13-03-2023 και Γ/ΕΙΣ/1844/13-03-2023 απαντήσεις τους αντίστοιχα ανέφεραν τα εξής: - Η Alpha Αστικά Ακίνητα Α.Ε. με το υπ’ αριθμ. πρωτ. Γ/ΕΙΣ/1844/13-03-2023 έγγραφό της ανέφερε ότι αποτελεί θυγατρική εταιρεία της Tράπεζας και διενεργεί εκτιμήσεις για λογαριασμό της τελευταίας. Στο πλαίσιο της δραστηριότητάς της αυτής, η Τράπεζα της ζήτησε να εκτιμήσει το ακίνητο της καταγγέλλουσας και να της υποβάλει σχετική έκθεση, αίτημα στο οποίο ανταποκρίθηκε. Ενεργούσε, δηλαδή, ως εκτελούσα την επεξεργασία για λογαριασμό της Τράπεζας, συνεπώς δεν είχε υποχρέωση να ανταποκριθεί στο αίτημα πρόσβασης του υποκειμένου των δεδομένων και ενημέρωσε σχετικώς και την καταγγέλλουσα την 01-06-

  1. - Η Τράπεζα, με το υπ’ αριθμ. πρωτ. Γ/ΕΙΣ/1837/13-03-2023 έγγραφό της, ανέφερε ότι τόσο στις περιπτώσεις χορήγησης δανείου όσο και στις περιπτώσεις ρύθμισης υφιστάμενης οφειλής από δάνειο, όπως ήταν η περίπτωση της καταγγέλλουσας, το χρηματοπιστωτικό ίδρυμα εκτιμά τον πιστωτικό κίνδυνο που καλείται να αναλάβει. Εν προκειμένω, όπως αναφέρει στην ανωτέρω απάντησή της, τον Ιούνιο του 2021 προχώρησε σε τιτλοποίηση των απαιτήσεών της από δάνεια και πιστώσεις κατά τις διατάξεις του άρθρου 10 του ν. 3156/2003 μεταξύ των οποίων και η εξασφαλιζόμενη με το ακίνητο της καταγγέλλουσας που εκτιμήθηκε και της οποίας τη συμβιβαστική εξόφληση είχε ζητήσει η καταγγέλλουσα. Η διαχείριση των ως άνω απαιτήσεων ανατέθηκε από εταιρεία ειδικού σκοπού στην κυριότητα της οποίας αυτές περιήλθαν, στην εταιρεία διαχείρισης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις 3 Cepal ΑΕ. Η δε απόφαση επί των αιτημάτων συμβιβαστικής εξόφλησης (όπως η συγκεκριμένη) λαμβάνεται με συμμετοχή της Τράπεζας. Σε αυτό το πλαίσιο, προκειμένου να εξετασθεί το αίτημα της καταγγέλλουσας για συμβιβαστική εξόφληση της οφειλής, η Τράπεζα ζήτησε από την Alpha Αστικά Ακίνητα να εκτιμήσει το προσημειωμένο ακίνητο της καταγγέλλουσας-οφειλέτιδας. Η εκτίμηση διενεργήθηκε από την Alpha Αστικά Ακίνητα και η σχετική έκθεση παραδόθηκε στην Τράπεζα. Επιπλέον, η Τράπεζα στην ως άνω απάντησή της στην Αρχή υποστήριξε, μεταξύ άλλων ότι: «η όλη διαδικασία αξιολόγησης του κατά περίπτωση πιστωτικού κινδύνου, στην οποία αναμφίβολα εντάσσεται και η εκτίμηση της αξίας των σχετικών εξασφαλίσεων, αποτελεί εσωτερική διαδικασία κάθε πιστωτικού και χρηματοδοτικού ιδρύματος και τα έγγραφα που παράγονται στο πλαίσιο αυτής αποτελούν εσωτερικά έγγραφα αυτών. Περιέχουν στοιχεία, μεθόδους και κρίσεις εντασσόμενες στον σκληρό πυρήνα του επαγγελματικού απορρήτου αυτών, ώστε δεν είναι δυνατόν να δημοσιοποιούνται». Επισημαίνει δε η Τράπεζα στην απάντησή της στην Αρχή ότι αν από την έκθεση εκτίμησης ακινήτου αφαιρεθούν τα προσωπικά δεδομένα ταυτοποίησης του υποκειμένου (ονοματεπώνυμο, ΑΦΜ, διεύθυνση κατοικίας κτλ) οι υπόλοιπες αναγραφόμενες επί της έκθεσης πληροφορίες δεν μπορούν να συσχετισθούν με συγκεκριμένο φυσικό πρόσωπο και ως εκ τούτου δεν αποτελούν κατά τον Κανονισμό (ΕΕ) 2016/679 προσωπικά δεδομένα. Επιπρόσθετα, η Τράπεζα υποστηρίζει ότι ο Κανονισμός υιοθετήθηκε για να προστατευτεί η προσωπικότητα των υποκειμένων από την εκτός κανόνων επεξεργασία των προσωπικών τους δεδομένων και «σε καμία περίπτωση για να χρησιμοποιηθεί ως όχημα για την κατάλυση άλλων θεσμών και την προσβολή άλλων δικαιωμάτων, όπως είναι το επαγγελματικό απόρρητο και η προστασία περιουσιακών στοιχείων, όπως πχ μέθοδοι και διαδικασίες». Ακόμα, η Τράπεζα επισυνάπτει στην απάντησή της στην Αρχή το από 04-01-2023 μήνυμά της προς την καταγγέλλουσα με το οποίο την ενημέρωνε ότι το περιεχόμενο του αιτούμενου εγγράφου είναι εμπιστευτικό διότι συντάχθηκε για λόγους εσωτερικής πληροφόρησης, και ως εκ τούτου το αίτημά της δεν μπορεί να γίνει δεκτό. Τέλος, αναφέρει ότι «σχετικά με την καταβολή εκ μέρους της καταγγέλλουσας του ποσού των 148,80 ευρώ, διευκρινίζεται ότι αφορά την κάλυψη του πρόσθετου κόστους για την εκτίμηση του ακινήτου στο πλαίσιο εξέτασης του αιτήματός της, καταβολή η οποία ορθά ζητήθηκε από την οφειλέτιδα σύμφωνα με 4 την ΠΔ/ΤΕ 2501/2002» (το οποίο προβλέπει τη χρέωση στους πελάτες του κόστους ειδικών εργασιών). Η Cepal Hellas, με την υπ’ αριθμ. πρωτοκόλλου Γ/ΕΙΣ/1637/06-03-2023 απάντησή της προς την Αρχή σημειώνει ότι οι οφειλές της καταγγέλλουσας, οι οποίες βρίσκονται σε καθυστέρηση, περιλαμβάνονται στο χαρτοφυλάκιο της “Gemini Core Securitisation Designated Activity Company” (“ΕΕΣ Gemini”), στην οποία μεταβιβάστηκαν οι απαιτήσεις της Τράπεζας στο πλαίσιο τιτλοποίησης, και τις οποίες διαχειρίζεται η Cepal Hellas, κατόπιν σχετικής ανάθεσης από την εν λόγω εταιρεία. Στην ανωτέρω απάντησή της προς την Αρχή, η Cepal Hellas περαιτέρω αναφέρει ότι η Τράπεζα διατηρεί τη δυνατότητα να συνεχίσει να εκτελεί ορισμένες υποστηρικτικές εργασίες σε σχέση με τη διαχείριση των απαιτήσεων (όπως, ενδεικτικά, υποστήριξη πληρωμών, αποστολή ενημερώσεων, εντολές για έκδοση εκθέσεων εκτίμησης ακινήτων κλπ.). Η δε έκδοση της έκθεσης εκτίμησης αξίας ακινήτου γίνεται για λόγους εσωτερικής πληροφόρησης και προκειμένου η Τράπεζα και η Cepal Hellas να αποφανθούν σε σχέση με τη ρύθμιση ή το διακανονισμό της οφειλής της καταγγέλλουσας. Σημειώνει δε ότι «τα προσωπικά δεδομένα που περιλαμβάνονται στην έκθεση εκτίμησης της αξίας του ακινήτου της Αείναι τα εξής: το ονοματεπώνυμό της, ο κωδικός ταυτοποίησης ως πελάτη από την Alpha Αστικά Ακίνητα, η εκτιμώμενη αξία του ακινήτου της και κατά κύριο λόγο περιέχει τεχνικά χαρακτηριστικά του ακινήτου ως προς την εκτίμησή του». Τέλος, με την ως άνω απάντησή της στην Αρχή η Cepal Hellas επισημαίνει ότι απάντησε στο αίτημα της καταγγέλλουσας ενημερώνοντάς την ότι πρέπει να απευθυνθεί στην Τράπεζα, καθώς η συγκεκριμένη έκθεση συντάχθηκε κατ’ εντολή της. Σε συνέχεια των ανωτέρω, η Αρχή κάλεσε την καταγγέλλουσα και τις καταγγελλόμενες σε ακρόαση ενώπιον της Ολομέλειας της Αρχής την 26-11-2024 μέσω τηλεδιάσκεψης προκειμένου να εκθέσουν τις απόψεις τους για την υπόθεση και, συγκεκριμένα, την καταγγέλλουσα με την υπ’ αριθμ. πρωτ. Γ/ΕΞΕ/3202/18-112024 κλήση, τις δε Cepal Hellas με την υπ’ αριθμ. πρωτ. Γ/ΕΞ/3196/18-11-2024, την Αlpha Αστικά Ακίνητα με την υπ’ αριθμ. πρωτ. Γ/ΕΞΕ/3194/18-11-2024 και την Tράπεζα με την υπ’ αριθμ. πρωτ. Γ/ΕΞΕ/3203/18-11-2024 κλήσεις, αντίστοιχα. Την 26η-11-2024 η συζήτηση των υποθέσεων αναβλήθηκε οίκοθεν και τα μέρη ενημερώθηκαν σχετικώς με τα υπ’ αριθμ. πρωτ. Γ/ΕΞΕ/3275/22-11-2024, 5 Γ/ΕΞΕ/3276/22-11-2024, Γ/ΕΞΕ/3277/22-11-2024 και Γ/ΕΞΕ/3278/22-11-2024 έγγραφα, αντίστοιχα. Ακολούθως, η καταγγέλλουσα και οι καταγγελλόμενες εκλήθησαν εκ νέου σε ακρόαση ενώπιον της Ολομέλειας της Αρχής μέσω τηλεδιάσκεψης, η καταγγέλλουσα με την υπ’ αριθμ. πρωτ. Γ/ΕΞΕ/3416/03-12-2024 κλήση, η Tράπεζα με την υπ’αριθμ. πρωτ. Γ/ΕΞΕ/3411/03-12-2024 κλήση, η Αlpha Aστικά Ακίνητα Α.Ε. με την υπ’αριθμ. πρωτ. Γ/ΕΞΕ/3412/03-12-2024 και η Cepal Hellas με την υπ’αριθμ. πρωτ. Γ/ΕΞΕ/3417/03-12-2024 κλήσεις, αντίστοιχα, προκειμένου η υπόθεση να συζητηθεί την 17η-12-
  2. Στη συνεδρίαση της 17ης-122024 παρέστησαν εκ μέρους της Τράπεζας και της Alpha Aστικά Ακίνητα Α.Ε. ο Γεώργιος Σουμέλας (δικηγόρος ΑΜ/ΔΣΑ…), η Στεφανία Κρικιγιάννη (δικηγόρος ΑΜ/ΔΣΑ…) ενώ παρών ήταν και ο ΥΠΔ της Τράπεζας Β. Εκ μέρους της Cepal Hellas παρέστησαν η Γ, Head of Financial Risk Management, o Κωνσταντίνος Τσενές του Παναγιώτου (δικηγόρος ΑΜ/ΔΣΑ …), η Ελένη Τζούμα (δικηγόρος ΑΜ/ΔΣΑ …), η Ήρα Χιώνη, (δικηγόρος ΑΜ/ ΔΣΑ …), η Ιουλία Κωνσταντίνου (δικηγόρος ΑΜ/ΔΣΗ…), η Βασιλική Τσοχαντάρη (δικηγόρος ΑΜ/ΔΣΑ…), ενώ παρούσα ήταν και η Δ ΥΠΔ και δικηγόρος (με ΑΜ/ΔΣΑ…). Η καταγγελλόμενη Τράπεζα με την αίτησή της με αριθμ. πρωτ. Γ/ΕΙΣ/9455/06-12-2024 υπέβαλε αίτημα αναβολής της υπόθεσης. Κατόπιν τούτου, η Αρχή δέχθηκε το αίτημα και όρισε νέα ημερομηνία συζήτησης της υπόθεσης την 21η-01-2025, την οποία ανακοίνωσε στους εκπροσώπους των καταγγελλόμενων που ήταν παρόντες, ενώ η καταγγέλλουσα ενημερώθηκε σχετικώς για τη νέα ορισθείσα ημερομηνία συζήτησης της υπόθεσης με την υπ’ αριθμ. πρωτ. Γ/ΕΞ/79/08-01-2025 κλήση σε ακρόαση. Κατά τη συνεδρίαση της 21ης-01-2025, η οποία έλαβε χώρα μέσω τηλεδιάσκεψης, η καταγγέλλουσα δεν παρέστη, ενώ εκ μέρους της Τράπεζας Alpha Bank A.E. και της Αlpha Αστικά Ακίνητα Α.Ε. παρέστη μέσω τηλεδιάσκεψης, ο Ιωάννης Μούργελας, δικηγόρος (ΑΜ/ΔΣΑ…), παρών δε ήταν και ο ΥΠΔ του Ομίλου Β, ενώ εκ μέρους της Τράπεζας Alpha Bank A.E παρέστη και ο Σπυρίδων Ανδρίτσος, δικηγόρος (AM/ΔΣΑ…). Για την Cepal Hellas παρέστη η Γ, Head of Financial Risk Management, o Κωνσταντίνος Τσενές, δικηγόρος (ΑΜ/ΔΣΑ…), η Ελένη Τζούμα, δικηγόρος (ΑΜ/ΔΣΑ…), η ‘Ηρα Χιώνη, δικηγόρος (ΑΜ/ΔΣΑ…) και η Βασιλική Τσοχαντάρη, δικηγόρος (ΑΜ/ΔΣΑ…), ενώ παρούσα ήταν και η ΥΠΔ (δικηγόρος με ΑΜ/ΔΣΑ…). Οι παριστάμενοι, μετά από την ακρόαση, έλαβαν προθεσμία υποβολής υπομνημάτων ως την 03η-02-
  3. Η Cepal Hellas υπέβαλε το 6 υπόμνημά της με το από 03-02-2025 και με αριθμ. πρωτ. Αρχής Γ/ΕΙΣ/974/04-02-2025 έγγραφό της, η Τράπεζα Alpha Bank Α.Ε στις 04-02-2025 με το αριθμ. πρωτ. Αρχής Γ/ΕΙΣ/1007/04-02-2025 υπόμνημά της ενώ η Alpha Aστικά Ακίνητα Α.Ε. δεν υπέβαλε υπόμνημα. Κατά την ακρόαση οι καταγγελλόμενες επανέλαβαν τους αναφερόμενους στα έγγραφα ισχυρισμούς τους, επισημαίνοντας ιδίως τα κάτωθι: Η Cepal Hellas ανέφερε ότι η Τράπεζα της είχε αναθέσει τη διαχείριση των απαιτήσεων απορρεουσών από μη εξυπηρετούμενα δάνεια και πιστώσεις, στις οποίες περιλαμβάνεται και η απορρέουσα από τη σύμβαση στεγαστικού δανείου απαίτηση της καταγγέλλουσας. Εν προκειμένω, μετά τη διαβίβαση του αιτήματος ρύθμισης της καταγγέλλουσας και προκειμένου να εξεταστεί το αίτημά της, δόθηκε από την Τράπεζα εντολή για τη διενέργεια εκτίμησης του προσημειωμένου προς εξασφάλιση της οφειλής ακινήτου της καταγγέλλουσας. Όπως περαιτέρω εξήγησε η Cepal Hellas, η εν λόγω έκθεση συντάχθηκε από την Αlpha Aστικά Ακίνητα Α.Ε. κατ’ εντολή και για λογαριασμό της Τράπεζας, προκειμένου να εκτιμηθεί η δυνατότητα ρύθμισης της οφειλής της, κατόπιν σχετικού αιτήματος της καταγγέλλουσας, η δε Cepal Hellas δεν είχε καμία εμπλοκή στην ανάθεση και διενέργεια της εν λόγω έκθεσης από την Alpha Aστικά Ακίνητα Α.Ε. Τέλος, η Cepal Hellas ανέφερε ότι ήταν επιφορτισμένη μόνο με τη διαχείριση της απαίτησης και δεν είχε δικαίωμα να χορηγήσει αντίγραφο της επίμαχης έκθεσης εκτίμησης ακινήτου της καταγγέλλουσας. Η Tράπεζα ανέφερε ότι η αποπληρωμή του στεγαστικού δανείου το οποίο είχε λάβει η καταγγέλλουσα δεν εξυπηρετείτο κανονικά και η Τράπεζα ανέθεσε τη διαχείρισή του στην Cepal Hellas. H τελευταία κατήγγειλε τη σχετική σύμβαση δανείου τον Μάρτιο του 2022 και εν συνεχεία η καταγγέλλουσα επικοινώνησε με την Cepal Hellas με σκοπό να διαπραγματευτεί την επίτευξη ρύθμισης για την αποπληρωμή του οφειλόμενου από το δάνειο ποσού. Η Τράπεζα ισχυρίστηκε περαιτέρω ότι επειδή το δάνειο ήταν εμπραγμάτως εξασφαλισμένο με προσημείωση υποθήκης στο ακίνητο της καταγγέλλουσας, στο πλαίσιο της διαδικασίας επεξεργασίας του αιτήματος διευθέτησης, η Τράπεζα στην οποία ανήκε η απαίτηση έπρεπε να επανεκτιμήσει το ως άνω ακίνητο για να διαπιστώσει το βαθμό 7 εξασφάλισης της εκκρεμούσας απαίτησης, δοθέντος ότι ο πιστωτικός κίνδυνος από την εκκρεμούσα απαίτηση είχε αυξηθεί σημαντικά. Όπως εξήγησε, πρόκειται για μια ουσιαστική υποχρέωση κάθε πιστωτικού ιδρύματος που αποσκοπεί στον περιορισμό της ζημίας από μη εξυπηρετούμενα δάνεια, αλλά και υποχρέωση απορρέουσα από την εποπτική λειτουργία της Τράπεζας της Ελλάδος, στο πλαίσιο των εποπτικών καθηκόντων και υποχρεώσεων της Τράπεζας της Ελλάδος. Επιπλέον δε ανέφερε ότι η ως άνω επανεκτίμηση ήταν μια πρόσθετη διαδικασία, η αναγκαιότητα της οποίας προέκυψε μετά από τη μη κανονική, σύμφωνα με τη δανειακή σύμβαση, εξέλιξη του δανείου, και το αίτημα της οφειλέτιδας για διευθέτηση. Ως εκ τούτου, το σχετικό κόστος πληρωμής της εν λόγω έκθεσης θα έπρεπε να αναληφθεί από την καταγγέλλουσα, σύμφωνα με την ΠΔ/ΤΕ2501/2002 -πράξη διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος. Επίσης, η Τράπεζα υποστήριξε ότι στην εξώδικη πρόσκληση, με την οποία η καταγγέλλουσα ζήτησε αντίγραφο της έκθεσης εκτίμησης, ουδεμία απολύτως αναφορά γίνεται σε προσωπικά δεδομένα, ούτε σε δικαίωμα πρόσβασης σε αυτά, αποτυπώνεται όμως σε αυτή η γνώση της για το αποτέλεσμα της έκθεσης εκτίμησης, όπως και η γνώση της για προηγούμενη έκθεση εκτίμησης. Συνεπώς, σύμφωνα με την Τράπεζα, ουδέν ενδιαφέρον είχε η καταγγέλλουσα για τα προσωπικά της δεδομένα, αλλά μόνο για την τεχνική έκθεση εκτίμησης, την αξιοπιστία της οποίας ήθελε να προσβάλει για να επιτύχει ευνοϊκή για αυτήν ρύθμιση της εξόφλησης της οφειλής. Όπως περαιτέρω ανέφερε η Τράπεζα, εφόσον επισκοπηθεί μια έκθεση εκτίμησης ακινήτου, διαπιστώνεται ότι οι μόνες πληροφορίες που περιέχονται σε αυτήν και προσδιορίζουν φυσικό πρόσωπο είναι το ονοματεπώνυμο του πελάτη και τα συμβολαιογραφικά έγγραφα που αφορούν το ακίνητο (π.χ. αγοράς ακινήτου, εξόφλησης τιμήματος κτλ), τα οποία προσκομίζονται από τον πελάτη, όπως έπραξε η καταγγέλλουσα. Σύμφωνα με όσα υποστηρίζει η Τράπεζα, η φωτογραφία του ακινήτου, που συνήθως υπάρχει στις εκθέσεις εκτίμησης, δεν μπορεί να οδηγήσει σε φυσικό πρόσωπο ιδίως όταν πρόκειται για πολυκατοικία, στην οποία κατοικούν πολλά φυσικά πρόσωπα, αλλά ούτε και όταν πρόκειται για μονοκατοικία εφόσον μπορεί αυτή να είναι συνιδιοκτησία πολλών ή σε αυτή να διαμένει διαφορετικό πρόσωπο από τον ιδιοκτήτη. Το ίδιο ισχύει και για τη διεύθυνση του ακινήτου, που 8 επίσης αναφέρεται στην έκθεση εκτίμησης. Πέραν αυτών, στις εκθέσεις εκτίμησης ακινήτων αναφέρονται χαρακτηριστικά του εκτιμώμενου ακινήτου, όπως και η μέθοδος της εκτίμησης. Όμως, όπως ανέφερε η Τράπεζα, μια μέθοδος άσκησης δραστηριότητας ή μια αμιγώς εσωτερική διαδικασία ορισμένης επιχείρησης, καθώς και ο τρόπος που αυτή εφαρμόζεται στην πράξη (όπως εν προκειμένω η συγκεκριμένη μεθοδολογία σύνταξης μιας έκθεσης εκτίμησης ακινήτου) προστατεύονται από το επιχειρηματικό απόρρητο, αποτελώντας εμπιστευτική πληροφορία και οιονεί «περιουσιακό στοιχείο» της επιχείρησης. Όπως ανέφερε η Τράπεζα, πράγματι υπάρχουν σχετικά πρωτόκολλα και εκτιμητικά πρότυπα που δημοσιεύονται, τα οποία τα ίδια ή και ο συνδυασμός αυτών, μπορεί να αποτελέσουν τη βάση για μια τέτοια μέθοδο. Όμως η τελική μέθοδος διαφοροποιείται, όχι μόνο από τράπεζα σε τράπεζα, εφόσον προσαρμόζεται στην πιστωτική πολιτική κάθε τράπεζας, αλλά και από ακίνητο σε ακίνητο και πάλι σύμφωνα με την πιστωτική πολιτική κάθε τράπεζας. Συνεπώς, αντικείμενο προστασίας αποτελεί η εξειδίκευση και ο τρόπος εφαρμογής των επιμέρους εκτιμητικών προτύπων από κάθε πιστωτικό ίδρυμα, αλλά και ο τρόπος στάθμισης των επιμέρους παραμέτρων που λαμβάνονται υπόψη για την εκτίμηση της αξίας ενός συγκεκριμένου ακινήτου. Η κοινολόγηση των στοιχείων είτε προς τον τραπεζικό ανταγωνισμό είτε προς τρίτους ενδέχεται να είναι πολλαπλά επιζήμια για την Τράπεζα. Είναι σαφές, κατά την Τράπεζα, ότι η μέθοδος εκτίμησης της αξίας ενός ακινήτου και ο τρόπος που αυτή εφαρμόζεται αποτελεί επιχειρηματική περιουσία που καλύπτεται από επιχειρηματικό απόρρητο. Απαντώντας δε σε σχετικό ερώτημα που ετέθη κατά την ακρόαση ενώπιον της Αρχής, αν δηλαδή η έκθεση εκτίμησης ακινήτου παράγει έννομες συνέπειες για την οφειλέτιδα/καταγγέλλουσα, ως υποκείμενο των δεδομένων και αν αυτή ασκεί επιρροή στον τρόπο αντιμετώπισης της οφειλέτιδας/καταγγέλλουσας από την Τράπεζα για την διεκδίκηση της οφειλής, η Τράπεζα απάντησε καταφατικά, επεξηγώντας ότι πρόκειται για μια σύνθετη αξιολόγηση, κατά την οποία συνεξετάζονται πολλά στοιχεία, μεταξύ των οποίων και η αξία του ακινήτου, ενώ λαμβάνονται υπόψη και ελέγχονται ταυτόχρονα η σχέση αξίας του ακινήτου και παρεχόμενης εξασφάλισης καθώς και άλλα τυχόν στοιχεία για την οφειλέτιδα (λ.χ. οικογενειακή κατάσταση). Επισήμανε δε ότι το δικαίωμα πρόσβασης και οι περιορισμοί του εισάγονται και στην ελληνική έννομη τάξη με το άρθρο 33 του Ν. 9 4624/2019 (παράγραφος 4), η οποία προβλέπει ειδικότερη εξαίρεση ως προς την υποχρέωση ενημέρωσης του υποκειμένου των δεδομένων, και η οποία σχετίζεται με την υποχρέωση διατήρησης του απορρήτου. Η καταγγελλόμενη Τράπεζα ανέφερε περαιτέρω ότι η καταγγέλλουσα είχε πλήρη γνώση των προσωπικών της δεδομένων που η ίδια είχε διαθέσει στην Τράπεζα, τόσο αρχικά για την χορήγηση του στεγαστικού δανείου, όσο και μεταγενέστερα για την διευθέτηση της εξ αυτού οφειλής της, όπως για την αιτία και στο σκοπό της επεξεργασίας τους και ειδικότερα ότι γνώριζε -άγνωστο πώς- και το αποτέλεσμα της εκτίμησης, ώστε δεν ετίθετο θέμα ούτε γνωστοποίησης κάποιων στοιχείων της έκθεσης και ως εκ τούτου η Τράπεζα δεν είχε υποχρέωση να της το γνωστοποιήσει γιατί ήταν σε γνώση της (άρθρο 14 παρ. 5 α’ του ΓΚΠΔ). Η Αρχή, μετά από εξέταση των στοιχείων του φακέλου και αφού άκουσε τον εισηγητή και τις διευκρινίσεις από τη βοηθό εισηγητή, μετά από διεξοδική συζήτηση ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
  4. Aπό τις διατάξεις των άρθρων 51 και 55 ΓΚΠΔ και του άρθρου 9 του νόμου 4624/2019 (ΦΕΚ Α΄ 137) προκύπτει ότι η Αρχή έχει αρμοδιότητα να εποπτεύει την εφαρμογή των διατάξεων του Γενικού Κανονισμού (ΕΕ) 2016/679 για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα (εφεξής «ΓΚΠΔ»), του νόμου αυτού και άλλων ρυθμίσεων που αφορούν την προστασία του ατόμου από την επεξεργασία προσωπικών δεδομένων. Συνεπώς, η αρμοδιότητα της Αρχής να επιληφθεί ορισμένης υπόθεσης συναρτάται με το πεδίο εφαρμογής του ΓΚΠΔ, το οποίο καθορίζεται από το άρθρο 2 παρ. 1 ΓΚΠΔ: «ο παρών Κανονισμός εφαρμόζεται στην, εν όλω ή εν μέρει, αυτοματοποιημένη επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, καθώς και στη μη αυτοματοποιημένη επεξεργασία τέτοιων δεδομένων τα οποία περιλαμβάνονται ή πρόκειται να περιληφθούν σε σύστημα αρχειοθέτησης». Κρίσιμη, επομένως, προϋπόθεση, για την εφαρμογή του ΓΚΠΔ και την εγκαθίδρυση της αρμοδιότητας της Αρχής εν προκειμένω είναι, προηγουμένως, η διαπίστωση ότι η έκθεση εκτίμησης ακινήτου, επί της οποίας ερείδεται η καταγγελλόμενη παραβίαση του δικαιώματος πρόσβασης, περιλαμβάνει δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που μπορούν να αποδοθούν άμεσα ή έμμεσα σε συγκεκριμένο, ταυτοποιημένο ή ταυτοποιήσιμο, 10 φυσικό πρόσωπο και επομένως αποτελούν προσωπικά δεδομένα του εκάστοτε ιδιοκτήτη του ακινήτου, και εν προκειμένω της καταγγέλλουσας.
  5. Επειδή, σύμφωνα με τους ορισμούς του άρθρου 4 στοιχείο 1 και 2 ΓΚΠΔ «νοούνται ως «δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα»: κάθε πληροφορία που αφορά ταυτοποιημένο ή ταυτοποιήσιμο φυσικό πρόσωπο («υποκείμενο των δεδομένων»)· το ταυτοποιήσιμο φυσικό πρόσωπο είναι εκείνο του οποίου η ταυτότητα μπορεί να εξακριβωθεί, άμεσα ή έμμεσα, ιδίως μέσω αναφοράς σε αναγνωριστικό στοιχείο ταυτότητας, όπως όνομα, σε αριθμό ταυτότητας, σε δεδομένα θέσης, σε επιγραμμικό αναγνωριστικό ταυτότητας ή σε έναν ή περισσότερους παράγοντες που προσιδιάζουν στη σωματική, φυσιολογική, γενετική, ψυχολογική, οικονομική, πολιτιστική ή κοινωνική ταυτότητα του εν λόγω φυσικού προσώπου». Η φράση «κάθε πληροφορία» στο πλαίσιο του ορισμού της έννοιας των «δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα», που περιλαμβάνεται στη διάταξη αυτή, εκφράζει τον σκοπό του νομοθέτη της Ένωσης να ορίσει ευρέως την έννοια αυτή, η οποία δυνητικά καλύπτει κάθε είδος πληροφοριών, τόσο αντικειμενικών όσο και υποκειμενικών, με τη μορφή γνώμης ή εκτιμήσεως, υπό την προϋπόθεση ότι οι πληροφορίες αυτές «αφορούν» το συγκεκριμένο πρόσωπο. H τελευταία αυτή προϋπόθεση πληρούται όταν λόγω του περιεχομένου της, του σκοπού της ή του αποτελέσματός της, η πληροφορία συνδέεται με συγκεκριμένο φυσικό πρόσωπο και η χρησιμοποίησή της είναι ικανή να έχει αντίκτυπο και επιπτώσεις στα δικαιώματα και τα συμφέροντά του1,
  6. Επιπλέον, όπως επισημαίνεται στην Γνώμη 4/2007 της Ομάδας Προστασίας Δεδομένων του Άρθρου 29 σχετικά με την έννοια του όρου «δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα»3 οι πληροφορίες μπορούν να θεωρηθούν ότι 1 Βλ. και Γνώμη 4/2007, σχετικά με την έννοια του όρου δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα της Ομάδας Εργασίας του άρθρου 29, σελ. 11 επ, στην οποία αναφέρεται ότι έστω και αν απουσιάζει το στοιχείο του «περιεχομένου» και του «σκοπού», τα δεδομένα μπορούν να θεωρηθούν ότι «αναφέρονται» σε κάποιο άτομο, επειδή η χρήση τους είναι πιθανόν να έχει επιπτώσεις στα δικαιώματα και τα συμφέροντα ενός συγκεκριμένου προσώπου, λαμβανομένων υπόψη όλων των σχετικών με τη συγκεκριμένη περίπτωση συνθηκών. Ομοίως, βλέπε και απόφαση ΔΕΕ της 9 ης Νοεμβρίου 2023, Gesamtverband Autoteile -Handel eV, C-319/22, σκέψη
  7. 2 Βλ., απόφαση της 20ής Δεκεμβρίου 2017, Nowak, C-434/16, EU:C:2017:994, σκέψη 34, και απόφαση της 4ης Μαΐου 2023, FF, C-487/2021, σκέψη 23-
  8. 3 Βλ. σελ. 10, Γνώμη 4/2007 της Ομάδας Εργασίας του άρθρου 29, σχετικά με την έννοια του όρου «δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα» (WP136). 11 «αναφέρονται» σε ένα άτομο όταν σχετίζονται με αυτό το άτομο
  9. Όπως αναφέρεται στην εν λόγω Γνώμη «σε μερικές περιπτώσεις, οι πληροφορίες που εμπεριέχονται στα δεδομένα αφορούν κατά πρώτο λόγο αντικείμενα και όχι φυσικά πρόσωπα. Τα αντικείμενα αυτά ανήκουν συνήθως σε κάποιον […]. Η αξία ενός συγκεκριμένου σπιτιού είναι πληροφορία για ένα αντικείμενο. Οι κανόνες προστασίας δεν εφαρμόζονται όταν αυτές οι πληροφορίες χρησιμοποιούνται αποκλειστικά για να δοθεί μια εικόνα του επιπέδου των τιμών των ακινήτων σε μια ορισμένη περιοχή. Ωστόσο, υπό ορισμένες συνθήκες, οι πληροφορίες αυτές θα πρέπει να θεωρηθούν επίσης ως δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα. Συγκεκριμένα, το σπίτι αποτελεί περιουσιακό στοιχείο ενός ιδιοκτήτη, το οποίο μπορεί να χρησιμοποιηθεί συνεπώς για να προσδιορίσει π.χ. το ύψος των φόρων που πρέπει να καταβάλει αυτό το πρόσωπο. Στην περίπτωση αυτή, είναι αδιαμφισβήτητο ότι οι εν λόγω πληροφορίες θα πρέπει να θεωρηθούν ως δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα»
  10. Στην απόφασή του από 04-05-2023 (C-487/21) επί αιτήματος έκδοσης προδικαστικής απόφασης του Ομοσπονδιακού Διοικητικού Δικαστηρίου της Αυστρίας με αντικείμενο την ερμηνεία του άρθρου 15 παρ. 3 ΓΚΠΔ, το ΔΕΕ αναφέρει ότι η ευρεία ερμηνεία της έννοιας των «δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα» δεν καλύπτει μόνο τα δεδομένα που συλλέγονται και διατηρούνται από τον υπεύθυνο επεξεργασίας, αλλά περιλαμβάνει επίσης όλες τις πληροφορίες που προκύπτουν από την επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που αφορούν 4 Υπό την Οδηγία 95/46 που ήταν σε ισχύ όταν εκδόθηκε η Γνώμη 4/2007, «δεδοµένα προσωπικού χαρακτήρα» νοείται κάθε πληροφορία που αναφέρεται σε φυσικό πρόσωπο του οποίου η ταυτότητα είναι γνωστή ή µπορεί να εξακριβωθεί («το πρόσωπο στο οποίο αναφέρονται τα δεδοµένα»). Ως πρόσωπο του οποίου η ταυτότητα µπορεί να εξακριβωθεί λογίζεται το πρόσωπο εκείνο που µπορεί να προσδιοριστεί, άµεσα ή έµµεσα, ιδίως βάσει αριθµού ταυτότητας ή βάσει ενός ή περισσοτέρων συγκεκριµένων στοιχείων που χαρακτηρίζουν την υπόστασή του από φυσική, βιολογική, ψυχολογική, οικονοµική, πολιτιστική ή κοινωνική άποψη”. Πλέον, σύμφωνα με το άρθρο 4 του Κανονισμού 2016/679 (ΓΚΠΔ), στοιχείο

(1)«δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα»: κάθε πληροφορία που αφορά ταυτοποιημένο ή ταυτοποιήσιμο φυσικό πρόσωπο («υποκείμενο των δεδομένων»)· το ταυτοποιήσιμο φυσικό πρόσωπο είναι εκείνο του οποίου η ταυτότητα μπορεί να εξακριβωθεί, άμεσα ή έμμεσα, ιδίως μέσω αναφοράς σε αναγνωριστικό στοιχείο ταυτότητας, όπως όνομα, σε αριθμό ταυτότητας, σε δεδομένα θέσης, σε επιγραμμικό αναγνωριστικό ταυτότητας ή σε έναν ή περισσότερους παράγοντες που προσιδιάζουν στη σωματική, φυσιολογική, γενετική, ψυχολογική, οικονομική, πολιτιστική ή κοινωνική ταυτότητα του εν λόγω φυσικού προσώπου». 5 Βλ. Γνώμη 4/2007, σχετικά με την έννοια του όρου δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα της Ομάδας Εργασίας του άρθρου 29, σελ. 10 επ. 12 ταυτοποιημένο ή ταυτοποιήσιμο πρόσωπο, όπως η εκτίμηση της φερεγγυότητάς του ή της προθυμίας του να πληρώσει
  1. Εν προκειμένω, η επίμαχη έκθεση εκτίμησης ακινήτου περιέχει προσωπικά δεδομένα του ιδιοκτήτη του ακινήτου, αφού αφενός μεν περιλαμβάνει πληροφορίες που προσδιορίζουν το φυσικό πρόσωπο (λ.χ. το ονοματεπώνυμο του ιδιοκτήτηπελάτη, τη διεύθυνσή του, τον ΑΦΜ, στοιχεία εκ των συμβολαιογραφικών εγγράφων που αφορούν το ακίνητο), όπως η Τράπεζα αναφέρει στο υπ’ αριθμ. πρωτ. Γ/ΕΙΣ/1837/13-03-2023 έγγραφό της, αφετέρου δε αναπτύσσει έννομες συνέπειες για το υποκείμενο των δεδομένων, ιδίως σε σχέση με τον καθορισμό του ύψους της οφειλής και του ποσού που θα καλείτο ο συμβαλλόμενος να καταβάλει για τη ρύθμιση της οφειλής του απορρέουσας από την δανειακή σύμβαση της Τράπεζας και κατά συνέπεια επιφέρει δεσμευτικές επιπτώσεις στα συμφέροντά του. Τούτο δε διότι, όπως και η Τράπεζα συνομολογεί, η έκθεση εκτίμησης αξίας ακινήτου αποτελεί μια εκ των παραμέτρων που σταθμίζονται και λαμβάνονται υπόψη προκειμένου να εκτιμηθεί ο πιστωτικός κίνδυνος που καλείται να αναλάβει το χρηματοπιστωτικό ίδρυμα και να ληφθεί απόφαση σε σχέση με συγκεκριμένο δανειολήπτη (είτε αίτημα χορήγησης δανείου, είτε αλλαγής προσημείωσης, είτε ρύθμισης υφιστάμενης οφειλής από υφιστάμενο δάνειο κτλ). Από το σύνολο των ανωτέρω, διαπιστώνεται ότι ο ισχυρισμός της Τράπεζας ότι η επίμαχη έκθεση εκτίμησης ακινήτου δεν συνιστά προσωπικό δεδομένο που αφορά σε ορισμένο πρόσωπο τυγχάνει απορριπτέος ως αβάσιμος κατ’ εφαρμογή του άρθρου 4 στοιχ. 1 ΓΚΠΔ, καθώς η επίμαχη έκθεση εκτίμησης ακινήτου αφορά σε περιουσιακό στοιχείο της οφειλέτιδας και ήδη καταγγέλλουσας ενώπιον της Αρχής, η οποία ιδίως λόγω του σκοπού και του αποτελέσματός της, επηρεάζει ουσιωδώς την εμπράγματη αξίωση της Τράπεζας και την διεκδίκηση κατόπιν αυτής του συνολικού ύψους της οφειλής από την οφειλέτιδα και νυν καταγγέλλουσα ενώπιον της Αρχής. Ως εκ τούτου, ιδρύεται αρμοδιότητα της Αρχής σύμφωνα τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1 και 57 παρ. 1 στοιχείο στ’ του ΓΚΠΔ και 2 και 13 στοιχείο ζ΄ του ν. 6 Σκέψη 26 της από 04-05-2023 απόφασης του ΔΕΕ στην υπόθεση C-487-21 https://curia.europa.eu/juris/document/document.jsf?text=&docid=273286&pageIndex=0&doclang= EL&mode=req&dir=&occ=first&part=1&cid=3908903 13 4624/2019, να επιληφθεί της καταγγελίας της Α κατά της Τράπεζας Αlpha Bank, της εταιρείας Cepal Hellas και της εταιρείας Alpha Αστικά Ακίνητα Α.Ε. για παραβίαση του δικαιώματος πρόσβασης σε προσωπικά της δεδομένα και να ασκήσει, αντίστοιχα, τις εξουσίες που της απονέμονται από τις διατάξεις των άρθρων 58 του ΓΚΠΔ και 15 του ν. 4624/
  2. Επειδή, σύμφωνα και με το άρθρο 8 παρ. 1 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το άρθρο 9Α του Συντάγματος και την αιτιολογική σκέψη 4 ΓΚΠΔ, το δικαίωμα στην προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα δεν είναι απόλυτο, αλλά πρέπει να εκτιμάται σε σχέση με τη λειτουργία του στην κοινωνία και να σταθμίζεται με άλλα θεμελιώδη δικαιώματα, σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας. Ο ΓΚΠΔ σέβεται όλα τα θεμελιώδη δικαιώματα και υιοθετεί τις ελευθερίες και αρχές που αναγνωρίζονται στον Χάρτη, ιδίως τον σεβασμό της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής, της κατοικίας και των επικοινωνιών, την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, την ελευθερία σκέψης, συνείδησης και θρησκείας, την ελευθερία έκφρασης και πληροφόρησης, την επιχειρηματική ελευθερία, το δικαίωμα πραγματικής προσφυγής ενώπιον αμερόληπτου δικαστηρίου και την πολιτιστική, θρησκευτική και γλωσσική πολυμορφία. Ο σκοπός δε του ΓΚΠΔ συνίσταται, μεταξύ άλλων, στη διασφάλιση υψηλού επιπέδου προστασίας των θεμελιωδών ελευθεριών και δικαιωμάτων των φυσικών προσώπων, ιδίως του δικαιώματός τους στην προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, ενώ εξάλλου όπως διευκρινίζεται στην αιτιολογική σκέψη 11 του ΓΚΠΔ, σκοπός του είναι η ενίσχυση και η αποσαφήνιση των δικαιωμάτων των υποκειμένων των δεδομένων
  3. Επειδή, το άρθρο 5 του ΓΚΠΔ καθορίζει τις αρχές επεξεργασίας που διέπουν την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. Συγκεκριμένα, ορίζεται στην παράγραφο 1 ότι τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, μεταξύ άλλων: «α) υποβάλλονται σε σύννομη και θεμιτή επεξεργασία με διαφανή τρόπο σε σχέση με το υποκείμενο των δεδομένων («νομιμότητα, αντικειμενικότητα, διαφάνεια»), β) συλλέγονται για καθορισμένους, ρητούς και νόμιμους σκοπούς και δεν υποβάλλονται 7 Βλ. απόφαση της 4ης Μαΐου 2023, Österreichische Datenschutzbehörde και CRIF, C-487/21, EU:C:2023:369, σκέψη
  4. 14 σε περαιτέρω επεξεργασία κατά τρόπο ασύμβατο προς τους σκοπούς αυτούς (…), γ) είναι κατάλληλα, συναφή και περιορίζονται στο αναγκαίο για τους σκοπούς για τους οποίους υποβάλλονται σε επεξεργασία («ελαχιστοποίηση των δεδομένων»), δ) είναι ακριβή και, όταν είναι αναγκαίο, επικαιροποιούνται · πρέπει να λαμβάνονται όλα τα εύλογα μέτρα για την άμεση διαγραφή ή διόρθωση δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα τα οποία είναι ανακριβή, σε σχέση με τους σκοπούς της επεξεργασίας («ακρίβεια»), ε) διατηρούνται υπό μορφή που επιτρέπει την ταυτοποίηση των υποκειμένων των δεδομένων μόνο για το διάστημα που απαιτείται για τους σκοπούς της επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα· τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα μπορούν να αποθηκεύονται για μεγαλύτερα διαστήματα, εφόσον τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα θα υποβάλλονται σε επεξεργασία μόνο για σκοπούς αρχειοθέτησης προς το δημόσιο συμφέρον, για σκοπούς επιστημονικής ή ιστορικής έρευνας ή για στατιστικούς σκοπούς, σύμφωνα με το άρθρο 89 παράγραφος 1 και εφόσον εφαρμόζονται τα κατάλληλα τεχνικά και οργανωτικά μέτρα που απαιτεί ο παρών κανονισμός για τη διασφάλιση των δικαιωμάτων και ελευθεριών του υποκειμένου των δεδομένων («περιορισμός της περιόδου αποθήκευσης») (…)».
  5. Επειδή, σύμφωνα με τα οριζόμενα στη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 2 του ΓΚΠΔ ο υπεύθυνος επεξεργασίας φέρει την ευθύνη και πρέπει να είναι σε θέση να αποδείξει τη συμμόρφωσή του με τις αρχές της επεξεργασίας που καθιερώνονται στην παράγραφο 1 του ίδιου άρθρου. Όπως έχει κρίνει η Αρχή8, με τον ΓΚΠΔ υιοθετήθηκε ένα νέο μοντέλο συμμόρφωσης, κεντρικό σημείο του οποίου συνιστά η αρχή της λογοδοσίας στο πλαίσιο της οποίας ο υπεύθυνος επεξεργασίας υποχρεούται να σχεδιάζει, εφαρμόζει και εν γένει λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα και πολιτικές, προκειμένου η επεξεργασία των δεδομένων να είναι σύμφωνη με τις σχετικές νομοθετικές προβλέψεις. Επιπλέον δε, ο υπεύθυνος επεξεργασίας βαρύνεται με το περαιτέρω καθήκον να αποδεικνύει ο ίδιος και ανά πάσα στιγμή τη συμμόρφωσή του με τις αρχές του άρθρου 5 παρ. 1 ΓΚΠΔ. 8 Βλ. απόφαση Αρχής 26/2019, σκέψη 8, διαθέσιμη στην ιστοσελίδα της. 15
  6. Επειδή, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 15 παρ. 1, 3 και 4 ΓΚΠΔ: «
  7. Το υποκείμενο των δεδομένων έχει το δικαίωμα να λαμβάνει από τον υπεύθυνο επεξεργασίας επιβεβαίωση για το κατά πόσον ή όχι τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που το αφορούν υφίστανται επεξεργασία και, εάν συμβαίνει τούτο, το δικαίωμα πρόσβασης στα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα […].
  8. Ο υπεύθυνος επεξεργασίας παρέχει αντίγραφο των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που υποβάλλονται σε επεξεργασία.[…]
  9. Το δικαίωμα να λαμβάνεται αντίγραφο που αναφέρεται στην παράγραφο 3 δεν επηρεάζει δυσμενώς τα δικαιώματα και τις ελευθερίες άλλων». Συγκεκριμένα, το προβλεπόμενο στο άρθρο 15 δικαίωμα πρόσβασης κατοχυρώνεται για την επίτευξη των σκοπών που επιδιώκονται με τον ΓΚΠΔ, οι οποίοι συνίστανται, όπως διαλαμβάνεται στις αιτιολογικές σκέψεις 10 και 11 αυτού, στη διασφάλιση συνεκτικής και υψηλού επιπέδου προστασίας των φυσικών προσώπων εντός της ένωσης, καθώς και στην ενίσχυση και λεπτομερή καθορισμό των δικαιωμάτων των υποκειμένων των δεδομένων
  10. Προς το σκοπό αυτό, το δικαίωμα πρόσβασης που προβλέπεται στο άρθρο 15 του ΓΚΠΔ πρέπει να παρέχει στο υποκείμενο των δεδομένων τη δυνατότητα να βεβαιώνεται ότι τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που το αφορούν είναι ακριβή και ότι η επεξεργασία τους γίνεται με νόμιμο τρόπο
  11. Όπως, εξάλλου, επισημαίνει στις προτάσεις του ο Γενικός Εισαγγελέας στην υπόθεση C-487/21 «το δικαίωμα πρόσβασης είναι αναγκαίο προκειμένου το υποκείμενο των δεδομένων να μπορεί να ασκήσει πλείονα άλλα δικαιώματα τα οποία προβλέπονται στον ΓΚΠΔ, περιλαμβανομένων του δικαιώματος διόρθωσης, του δικαιώματος διαγραφής («δικαιώματος στη λήθη») και του δικαιώματος περιορισμού της επεξεργασίας, τα οποία αναγνωρίζονται υπέρ του υποκειμένου των δεδομένων στα άρθρα 16, 17 και 18, αντιστοίχως, του ΓΚΠΔ. Το ΔΕΕ έχει διευκρινίσει περαιτέρω ότι το δικαίωμα πρόσβασης είναι επίσης αναγκαίο 9 Βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 26ης Οκτωβρίου 2023, FT (Αντίγραφα του ιατρικού φακέλου) [C-307/22, στο εξής: απόφαση FT (Αντίγραφα του ιατρικού φακέλου), EU:C:2023:811, σκέψεις 47 και 48 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία]. 10 Βλέπε μεταξύ άλλων, απόφαση της 4ης Μαΐου 2023, Österreichische Datenschutzbehörde και CRIF (C-487/21, στο εξής: απόφαση Österreichische Datenschutzbehörde και CRIF, EU:C:2023:369, σκέψη 34 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία), και απόφαση C307/22 FT (Αντίγραφα του ιατρικού φακέλου) (σκέψη 73 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). 16 προκειμένου το υποκείμενο των δεδομένων να μπορέσει να αντιταχθεί στην επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που το αφορούν, σύμφωνα με το άρθρο 21 του ΓΚΠΔ, ή να ασκήσει το δικαίωμά του δικαστικής προσφυγής σε περίπτωση ζημίας και να λάβει αποζημίωση, σύμφωνα με τα άρθρα 79 και 82 του ΓΚΠΔ»11 . Επιπλέον, σύμφωνα με την ανωτέρω απόφασή του, με αντικείμενο την ερμηνεία του άρθρου 15 παρ. 3 ΓΚΠΔ12, το ΔΕΕ κατ’ εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 15 παρ. 4 ΓΚΠΔ έκρινε ότι: «
  12. […] σε περίπτωση σύγκρουσης μεταξύ, αφενός, της άσκησης του δικαιώματος πλήρους πρόσβασης στα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα και, αφετέρου, των δικαιωμάτων ή των ελευθεριών τρίτων, θα πρέπει να γίνει στάθμιση των επίμαχων δικαιωμάτων. Οσάκις είναι δυνατόν, θα πρέπει να επιλέγονται τρόποι κοινοποίησης των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα οι οποίοι δεν προσβάλλουν τα δικαιώματα ή τις ελευθερίες τρίτων, λαμβανομένου, εντούτοις, υπόψη ότι, όπως προκύπτει από την αιτιολογική σκέψη 63 του ΓΚΠΔ, τέτοιοι παράγοντες δεν πρέπει «να έχουν ως αποτέλεσμα την άρνηση παροχής κάθε πληροφορίας στο υποκείμενο των δεδομένων». Επισημαίνεται ότι στα εν λόγω δικαιώματα περιλαμβάνονται οπωσδήποτε, όπως προκύπτει ρητώς από την αιτιολογική σκέψη 63 του ΓΚΠΔ «το επαγγελματικό απόρρητο ή το δικαίωμα διανοητικής ιδιοκτησίας και, ειδικότερα, το δικαίωμα του δημιουργού να προστατεύει το λογισμικό». Η διατύπωση του άρθρου 15 παρ. 4 του ΓΚΠΔ έχει γενικό χαρακτήρα και δεν περιλαμβάνει κατάλογο των δικαιωμάτων και των ελευθεριών «άλλων» που μπορεί να συνιστούν αντίβαρο στην άσκηση πλήρους δικαιώματος πρόσβασης μέσω της λήψης αντιγράφου
  13. Ο όρος δικαιώματα και ελευθερίες «των άλλων» 11 Βλ. σχετικώς σκέψη 65 των προτάσεων του Γενικού Εισαγγελέα Giovanni Pitruzzella, στην υπόθεση C-487/
  14. 12 Βλ. σκέψη 44, στην από 04.05.2023 απόφαση του ΔΕΕ στην υπόθεση C-487-21 https://curia.europa.eu/juris/document/document.jsf?text=&docid=273286&pageIndex=0&doclang= EL&mode=req&dir=&occ=first&part=1&cid=3908903 13 Βλ. σκέψη 60, από τις προτάσεις του Γενικού Εισαγγελέα Giovanni Pitruzzella επί της ως άνω από 04-05-2023 απόφασης του ΔΕΕ, στην υπόθεση C-487/
  15. 17 συμπεριλαμβάνει τα δικαιώματα και τις ελευθερίες του υπευθύνου επεξεργασίας
  16. Ο υπεύθυνος επεξεργασίας πρέπει να είναι σε θέση να αποδείξει ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση, τα δικαιώματα ή οι ελευθερίες των άλλων, όντως επηρεάζονται αρνητικά
  17. Ωστόσο, αυτοί οι παράγοντες δεν πρέπει «να έχουν ως αποτέλεσμα την άρνηση παροχής κάθε πληροφορίας στο υποκείμενο των δεδομένων». Αυτό σημαίνει, για παράδειγμα, ότι όταν εφαρμόζεται ο περιορισμός, οι πληροφορίες που αφορούν τους άλλους θα πρέπει να καθίστανται δυσανάγνωστες στο μέτρο του δυνατού αντί να υπάρχει άρνηση παροχής αντιγράφου των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα
  18. Ο υπεύθυνος επεξεργασίας δηλαδή θα πρέπει να παράσχει όσο το δυνατόν περισσότερες πληροφορίες, οι οποίες δεν αποκαλύπτουν εμπορικό απόρρητο, ακόμα και αν αυτό προϋποθέτει να καταβληθεί προσπάθεια στην επεξεργασία της παρεχόμενης πληροφορίας, με την απάλειψη για παράδειγμα των πληροφοριών εμπορικού απορρήτου από το έγγραφο
  19. Υπό την ανωτέρω εκδοχή θα είχε ικανοποιηθεί το δικαίωμα πρόσβασης του υποκειμένου, χωρίς να τεθεί ζήτημα διακινδύνευσης απορρήτου. Εάν ο υπεύθυνος επεξεργασίας αρνηθεί να ικανοποιήσει αίτημα πρόσβασης εν όλω ή εν μέρει, σύμφωνα με το άρθρο 15 παρ. 4 του ΓΚΠΔ, θα πρέπει να ενημερώσει το υποκείμενο των δεδομένων για τους λόγους άρνησης χωρίς καθυστέρηση και το αργότερο εντός μηνός (άρθρο 12 παρ. 4 του ΓΚΠΔ)
  20. Στην περίπτωση αυτή ο υπεύθυνος επεξεργασίας πρέπει να εξηγεί στο υποκείμενο τις 14 Βλ. Guidelines 1/2022 on data subject rights - Right of access του ΕΣΠΔ, σελ. 53, σκέψη 171, διαθέσιμο στην ιστοσελίδα https://edpb.europa.eu/our-work-tools/documents/publicconsultations/2022/guidelines-012022-data-subject-rights-right_en, 15 Σκέψη 172, σελίδα 53, Guidelines 1/2022 on data subject rights - Right of access του ΕΣΠΔ, διαθέσιμο στην ιστοσελίδα https://edpb.europa.eu/our-work-tools/documents/publicconsultations/2022/guidelines-012022-data-subject-rights-right_en 16 Βλ. Σκέψη 173, σελίδα 69, Guidelines 1/2022 on data subject rights - Right of access του ΕΣΠΔ, διαθέσιμο στην ιστοσελίδα https://edpb.europa.eu/our-work-tools/documents/publicconsultations/2022/guidelines-012022-data-subject-rights-right_en 17 Βλ. και απόφαση της Ιταλικής Αρχής Προστασίας Δεδομένων (Garante_10043600), διαθέσιμη στο https://www.garanteprivacy.it/home/docweb/-/docweb-display/docweb/10043600 σύμφωνα με την οποία στους περιορισμούς που θέτει το άρθρο 15 παρ. 4 του ΓΚΠΔ μπορεί να περιλαμβάνεται και το δικαίωμα του υπευθύνου επεξεργασίας να προστατεύσει το εμπορικό απόρρητο, ωστόσο αυτό δεν μπορεί να οδηγήσει σε πλήρη άρνησή του να ενεργήσει επί του αιτήματος. Αντιθέτως, ο υπεύθυνος επεξεργασίας θα έπρεπε να προβεί σε στάθμιση των δυο δικαιωμάτων και να λάβει τα κατάλληλα μέτρα να ενεργήσει επί της παροχής πληροφοριών, όπως για παράδειγμα απαλείφοντας τις πληροφορίες εμπορικού απορρήτου από το έγγραφο. 18 Σκέψη 174, σελ. 55 ως άνω. 18 συγκεκριμένες περιστάσεις, οι οποίες δικαιολογούν την άρνηση ικανοποίησης στο αίτημά του, ώστε να επιτρέπει εν τέλει στο υποκείμενο των δεδομένων να αξιολογήσει αν επιθυμεί να προσφύγει κατά της εν λόγω άρνησης.
  21. Επειδή, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 12 παρ. 1 του ΓΚΠΔ: «Ο υπεύθυνος επεξεργασίας λαμβάνει τα κατάλληλα μέτρα για να παρέχει στο υποκείμενο των δεδομένων κάθε πληροφορία που αναφέρεται στα άρθρα 13 και 14 και κάθε ανακοίνωση στο πλαίσιο των άρθρων 15 έως 22 και του άρθρου 34 σχετικά με την επεξεργασία σε συνοπτική, διαφανή, κατανοητή και εύκολα προσβάσιμη μορφή, χρησιμοποιώντας σαφή και απλή διατύπωση, ιδίως όταν πρόκειται για πληροφορία απευθυνόμενη ειδικά σε παιδιά. Οι πληροφορίες παρέχονται γραπτώς ή με άλλα μέσα, μεταξύ άλλων, εφόσον ενδείκνυται, ηλεκτρονικώς. Όταν ζητείται από το υποκείμενο των δεδομένων, οι πληροφορίες μπορούν να δίνονται προφορικά, υπό την προϋπόθεση ότι η ταυτότητα του υποκειμένου των δεδομένων είναι αποδεδειγμένη με άλλα μέσα […].
  22. Ο υπεύθυνος επεξεργασίας παρέχει στο υποκείμενο των δεδομένων πληροφορίες για την ενέργεια που πραγματοποιείται κατόπιν αιτήματος δυνάμει των άρθρων 15 έως 22 χωρίς καθυστέρηση και σε κάθε περίπτωση εντός μηνός από την παραλαβή του αιτήματος. Η εν λόγω προθεσμία μπορεί να παραταθεί κατά δύο ακόμη μήνες, εφόσον απαιτείται, λαμβανομένων υπόψη της πολυπλοκότητας του αιτήματος και του αριθμού των αιτημάτων. Ο υπεύθυνος επεξεργασίας ενημερώνει το υποκείμενο των δεδομένων για την εν λόγω παράταση εντός μηνός από την παραλαβή του αιτήματος, καθώς και για τους λόγους της καθυστέρησης. […]
  23. Εάν ο υπεύθυνος επεξεργασίας δεν ενεργήσει επί του αιτήματος του υποκειμένου των δεδομένων, ο υπεύθυνος επεξεργασίας ενημερώνει το υποκείμενο των δεδομένων, χωρίς καθυστέρηση και το αργότερο εντός μηνός από την παραλαβή του αιτήματος, για τους λόγους, για τους οποίους δεν ενήργησε και για τη δυνατότητα υποβολής καταγγελίας σε εποπτική αρχή και άσκησης δικαστικής προσφυγής».
  24. Επειδή, σύμφωνα με την παράγραφο 4 του άρθρου 33 του Ν. 4624/2019, το δικαίωμα ενημέρωσης του υποκειμένου των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα σύμφωνα με το άρθρο 15 του ΓΚΠΔ δεν ισχύει, στον βαθμό που μέσω της ενημέρωσης θα αποκαλύπτονταν πληροφορίες, οι οποίες σύμφωνα με διάταξη 19 νόμου ή λόγω της φύσης τους, ιδίως λόγω των υπέρτερων έννομων συμφερόντων τρίτου, πρέπει να παραμείνουν απόρρητες.
  25. Εν προκειμένω, από το σύνολο των στοιχείων του φακέλου της υπόθεσης και την ακροαματική διαδικασία προκύπτει ότι η καταγγέλλουσα στις 2405-2022 υπέβαλε αίτημα προς την Cepal Hellas, την Alpha Αστικά Ακίνητα Α.Ε. και στις 08-06-2022 όμοιο αίτημα προς την Τράπεζα, προκειμένου να λάβει αντίγραφο της έκθεσης εκτίμησης αξίας του ακινήτου της, άσκησε δηλαδή σύμφωνα με τα ανωτέρω δικαίωμα πρόσβασης σε δεδομένα που την αφορούσαν. Από το σύνολο των στοιχείων της υπόθεσης, και όπως και οι καταγγελλόμενοι συνομολογούν ενώπιον της Αρχής, υπεύθυνος επεξεργασίας (άρθρο 4 στοιχ. 7 ΓΚΠΔ) των προσωπικών δεδομένων της καταγγέλλουσας, δυνάμει της δανειακής σύμβασης, είναι η καταγγελλόμενη Τράπεζα. Η δε Alpha Αστικά Ακίνητα ανέλαβε, με την ιδιότητα του εκτελούντος την επεξεργασία (άρθρο 4 στοιχ. 8 ΓΚΠΔ), τη σύνταξη της επίμαχης έκθεσης εκτίμησης ακινήτου της καταγγέλλουσας και μετά την ολοκλήρωσή της την υπέβαλε στην Τράπεζα. Επομένως, η Τράπεζα, ως υπεύθυνος επεξεργασίας, βαρύνεται με την υποχρέωση ικανοποίησης του δικαιώματος πρόσβασης της καταγγέλλουσας σε δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που την αφορούν, όπως η επίμαχη έκθεση εκτίμησης του ακινήτου της δυνάμει της μεταξύ τους δανειακής σύμβασης.
  26. Σύμφωνα με τα ανωτέρω αναφερόμενα στην σκέψη 2, η επίμαχη έκθεση εκτίμησης ακινήτου ιδιοκτησίας της καταγγέλλουσας περιέχει απλά προσωπικά της δεδομένα κατ’ άρθρο 4 παρ. 1 του ΓΚΠΔ. Κατ’ ακολουθίαν, η καταγγέλλουσα ως υποκείμενο των δεδομένων έχει, κατ’ αρχήν, κατ’ άρθρο 15 του ΓΚΠΔ, δικαίωμα πρόσβασης στην ως άνω έκθεση, λαμβάνοντας επιβεβαίωση για την επεξεργασία των προσωπικών της δεδομένων και πρόσβαση στη σχετική έκθεση. Εξάλλου, όπως προαναφέρθηκε το δικαίωμα πρόσβασης που προβλέπεται στο άρθρο 15 του ΓΚΠΔ πρέπει να παρέχει στο υποκείμενο των δεδομένων τη δυνατότητα να βεβαιώνεται ότι τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που το αφορούν είναι ακριβή και ότι η επεξεργασία τους γίνεται με νόμιμο τρόπο
  27. Συνεπώς, οι 19 Βλ. μεταξύ άλλων, απόφαση της 4ης Μαΐου 2023, Österreichische Datenschutzbehörde και CRIF (C-487/21, στο εξής: απόφαση Österreichische Datenschutzbehörde και CRIF, EU:C:2023:369, 20 πληροφορίες που γνωστοποιούνται πρέπει να παρέχουν στο υποκείμενο των δεδομένων τη δυνατότητα να ελέγξει αν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα και αν επομένως ερείδονται σε ακριβείς πληροφορίες. Ο δε σχετικός ισχυρισμός της Τράπεζας ότι όταν υποβλήθηκε το αίτημα, δεν αναφέρθηκε από την καταγγέλλουσα ότι αποτελεί άσκηση δικαιώματος πρόσβασης αλλά ούτε υπήρχε μέσα στο αίτημα ο όρος «προσωπικά δεδομένα» τυγχάνει απορριπτέος ως προδήλως αβάσιμος, δεδομένου ότι ο υπεύθυνος επεξεργασίας δεν μπορεί να αρνηθεί να παράσχει τα δεδομένα επικαλούμενος τη μη αναφορά της νομικής βάσης του αιτήματος ιδίως την έλλειψη ειδικής αναφοράς στο δικαίωμα πρόσβασης ή στον ΓΚΠΔ
  28. Εξάλλου, ο υπεύθυνος επεξεργασίας υποχρεούται δυνάμει του άρθρου 12 παρ. 3 ΓΚΠΔ να διευκολύνει τα υποκείμενα των δεδομένων κατά την άσκηση των δικαιωμάτων τους εκ του ΓΚΠΔ. Επιπλέον, ο ισχυρισμός της καταγγελλόμενης Τράπεζας, με τον οποίο υποστηρίζεται, κατ’ επίκληση του άρθρου 14 παρ. 5 στοιχ. α’ του ΓΚΠΔ, ότι δεν είχε υποχρέωση να γνωστοποιήσει στην καταγγέλλουσα κάποια στοιχεία της έκθεσης ή το αποτέλεσμα αυτής με την αιτιολογία ότι η τελευταία είχε πλήρη γνώση των προσωπικών της δεδομένων και γνώριζε και το αποτέλεσμα της εκτίμησης, τυγχάνει, επίσης, απορριπτέος ως αβάσιμος. Και τούτο, διότι η προβλεπόμενη εξαίρεση στο άρθρο 14 παρ. 5 στοιχ. α΄ ΓΚΠΔ της υποχρέωσης του υπευθύνου επεξεργασίας να ενημερώσει το υποκείμενο των δεδομένων για δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που δεν έχουν συλλεγεί από αυτό όταν αυτό διαθέτει ήδη τις πληροφορίες δεν συνιστά, ούτε μπορεί να συνιστά, περιορισμό στην ικανοποίηση του δικαιώματος πρόσβασης κατ’ άρθρο 15 του ΓΚΠΔ. Ο ΓΚΠΔ, εκτός από τις παρεκκλίσεις και τους πιθανούς περιορισμούς του άρθρου 15 παρ. 4 δεν επιτρέπει περαιτέρω εξαιρέσεις ή παρεκκλίσεις από το δικαίωμα πρόσβασης. Εξάλλου, ακόμα και αν η καταγγέλλουσα είχε ήδη πρόσβαση σε ορισμένα εκ των στοιχείων που αιτήθηκε, μεταξύ των οποίων σκέψη 34 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία), και απόφαση FT (Αντίγραφα του ιατρικού φακέλου) (σκέψη 73 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). 20 Βλ. Κατευθυντήριες Σκέψη 50, σελίδα 27, Guidelines 1/2022 on data subject rights - Right of access του ΕΣΠΔ, διαθέσιμο στην ιστοσελίδα https://edpb.europa.eu/our-work-tools/documents/publicconsultations/2022/guidelines-012022-data-subject-rights-right_en, αλλά και απόφαση της Αρχής 26/2021 σκέψη
  29. 21 και η αξία του ακινήτου της, το γεγονός αυτό ουδόλως επηρεάζει ούτε αναιρεί την υποχρέωση που είχε η καταγγελλόμενη Τράπεζα ως υπεύθυνη επεξεργασίας να ικανοποιήσει το σχετικό δικαίωμα πρόσβασης που ασκήθηκε ενώπιόν της. Απεναντίας, δεδομένου ότι δυνάμει της επίμαχης εκτίμησης ακινήτου που διενεργήθηκε από την Alpha Αστικά Ακίνητα κατ’ εντολή της Τράπεζας ανέκυψε διαφορά στο ύψος του εκτιμηθέντος ακινήτου το οποίο εξασφάλιζε απαίτηση για την οποία ήταν υπόχρεη η καταγγέλλουσα, η παροχή πρόσβασης κατ΄ άρθρο 15 ΓΚΠΔ εξυπηρετούσε την απαίτηση διαφανούς ενημέρωσης (άρθρο 5 παρ. 1 στοιχ. α΄ ΓΚΠΔ) της καταγγέλλουσας. Η υποχρέωση του υπευθύνου επεξεργασίας να ικανοποιήσει το δικαίωμα της καταγγέλλουσας σχετικά με τη χορήγηση αντιγράφου της έκθεσης εκτίμησης του ακινήτου της εξαρτάται από το εάν συντρέχουν εν προκειμένω οι περιστάσεις της παρ. 4 του άρθρου 15 ΓΚΠΔ και της παραγράφου 4 του άρθρου 33 του Ν. 4624/2019, εάν δηλαδή η ικανοποίηση του δικαιώματος επηρεάζει δυσμενώς τα δικαιώματα και τις ελευθερίες άλλων21 ή αν μέσω αυτού θα αποκαλύπτονταν πληροφορίες, οι οποίες σύμφωνα με διάταξη νόμου ή λόγω της φύσης τους, ιδίως λόγω των υπέρτερων έννομων συμφερόντων τρίτων, μεταξύ των οποίων και η ίδια η Τράπεζα, πρέπει να παραμείνουν απόρρητες. Η καταγγελλόμενη Τράπεζα με την από 04-01-2023 απάντησή της προς την καταγγέλλουσα αρνήθηκε να ικανοποιήσει το δικαίωμα πρόσβασης στην έκθεση εκτίμησης αξίας ακινήτου, ενημερώνοντάς την ότι το περιεχόμενο του αιτούμενου εγγράφου είναι εμπιστευτικό, καθώς συντάχθηκε για λόγους εσωτερικής πληροφόρησης. Ως προς τον ισχυρισμό αυτό της καταγγελλόμενης Τράπεζας ότι εν προκειμένω τίθεται ζήτημα απορρήτου, προκειμένου να δικαιολογηθεί η μη ανταπόκριση στο δικαίωμα πρόσβασης της καταγγέλλουσας, επισημαίνεται ότι στην από 10-03-2023 απάντησή της προς την Αρχή (και με αριθμό πρωτ. Γ/ΕΙΣ/1837/1303-2023), η Τράπεζα υποστηρίζει ότι η όλη διαδικασία αξιολόγησης του κατά περίπτωση πιστωτικού κινδύνου, στην οποία αναμφίβολα εντάσσεται και η εκτίμηση 21 Ο όρος δικαιώματα και ελευθερίες «των άλλων» συμπεριλαμβάνει τα δικαιώματα και τις ελευθερίες του υπευθύνου επεξεργασίας, βλ. Guidelines 1/2022 on data subject rights - Right of access του ΕΣΠΔ, σελ. 53, σκέψη 171, διαθέσιμο στην ιστοσελίδα https://edpb.europa.eu/our-worktools/documents/public- consultations/2022/guidelines-012022-data-subject-rights-right_en 22 της αξίας των σχετικών εξασφαλίσεων, αποτελεί εσωτερική διαδικασία κάθε πιστωτικού και χρηματοδοτικού ιδρύματος και τα έγγραφα που παράγονται στο πλαίσιο αυτής αποτελούν εσωτερικά έγγραφα αυτών, και περιέχουν μεθόδους και κρίσεις εντασσόμενες στον σκληρό πυρήνα του επαγγελματικού απορρήτου. Ενώπιον της Αρχής η Τράπεζα επανέλαβε τον ισχυρισμό ότι στην επίμαχη έκθεση περιέχονται χαρακτηριστικά του εκτιμώμενου ακινήτου, όπως και η μέθοδος εκτίμησης, και ότι η συγκεκριμένη μεθοδολογία σύνταξης μιας έκθεσης εκτίμησης ακινήτου, προστατεύεται από το επιχειρηματικό απόρρητο, αποτελώντας εμπιστευτική πληροφορία και οιονεί περιουσιακό στοιχείο της επιχείρησης. Ενώ, όσον αφορά τη φύση του προστατευτέου υπέρτερου συμφέροντος, η Τράπεζα εξειδικεύει το αντικείμενο προστασίας του προβαλλόμενου απορρήτου ως την εξειδίκευση και τον τρόπο εφαρμογής των επιμέρους εκτιμητικών προτύπων αλλά και του τρόπου στάθμισης των επιμέρους παραμέτρων που λαμβάνονται υπόψη για την εκτίμηση της αξίας ενός συγκεκριμένου ακινήτου. Ωστόσο, η Τράπεζα δεν παρέχει επαρκή τεκμηρίωση ενώπιον της Αρχής σχετικά με την υποχρέωση τήρησης απόρρητης πληροφορίας αναφορικά με την επίμαχη έκθεση ακινήτου, προστατευόμενη από κάποια συγκεκριμένη διάταξη νόμου, που θα μπορούσε να δικαιολογήσει τον περιορισμό του δικαιώματος πρόσβασης, ούτε θεμελιώνει ποιες ακριβώς πληροφορίες από αυτές που περιλαμβάνονται στην επίμαχη έκθεση συνιστούν πληροφορίες που εντάσσονται στο απόρρητο. Πράγματι, η επίκληση εκ μέρους της Τράπεζας του ισχυρισμού ότι μια πληροφορία που αφορά τραπεζικές εργασίες είναι προστατευτέα ως υπαγόμενη στο επιχειρηματικό απόρρητο δεν απαλλάσσει την Τράπεζα από την υποχρέωση να τεκμηριώσει τον ισχυρισμό της αυτό, ώστε να δικαιολογείται ενδεχόμενος περιορισμός του δικαιώματος πρόσβασης. Ομοίως όφειλε η Τράπεζα να τεκμηριώσει επαρκώς τον ισχυρισμό της ότι τα έννομα συμφέροντά της υπερισχύουν εν προκειμένω του δικαιώματος πρόσβασης του υποκειμένου των δεδομένων. Σε κάθε περίπτωση, επισημαίνεται ότι η επίκληση από την Τράπεζα του «επιχειρηματικού απορρήτου» και οι τυχόν εμπιστευτικές πληροφορίες που περιλαμβάνονται σε αυτό ως οιονεί περιουσιακό στοιχείο της επιχείρησης, δεν μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα την άρνηση της παροχής κάθε πληροφορίας στο 23 υποκείμενο των δεδομένων (βλ. αιτ. σκ. 63 ΓΚΠΔ) δεδομένου ότι ο υπεύθυνος επεξεργασίας οφείλει κατ’ άρθρο 12 παρ. 1 σε συνδυασμό προς το άρθρο 24 παρ. 1 ΓΚΠΔ να λαμβάνει τα κατάλληλα μέτρα για να παρέχει στο υποκείμενο των δεδομένων κάθε δυνατή πληροφορία στο πλαίσιο των άρθρων 15 έως 22 ΓΚΠΔ, γνωστοποιώντας του πληροφορίες που θα του παρέχουν τη δυνατότητα να ελέγξει αν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα και αν επομένως ερείδονται σε ακριβείς πληροφορίες. Ως εκ τούτου, η Τράπεζα, ως υπεύθυνη επεξεργασίας όφειλε να εξετάσει το εν λόγω αίτημα της καταγγέλλουσας ως αίτημα πρόσβασης και να το ικανοποιήσει, κατ’ αρχήν, ενεργώντας επί της παροχής πληροφοριών και κοινοποιώντας της τις πληροφορίες που αντιστοιχούν στο δικαίωμα πρόσβασής της, απαλείφοντας από την έκθεση μόνο τις πληροφορίες, οι οποίες κατά την εκτίμηση της Τράπεζας συνιστούν εμπορικό/επιχειρηματικό απόρρητο έτσι ώστε η καταγγέλλουσα να είναι σε θέση να ελέγξει την ακρίβεια του περιεχομένου της έκθεσης και να ασκήσει τα κατά τον ΓΚΠΔ δικαιώματά της αν συντρέχει περίπτωση. Η πλήρης άρνηση όμως ικανοποίησης του αιτήματος με γενική επίκληση του επιχειρηματικού απορρήτου, δεν μπορεί να θεωρηθεί δικαιολογημένη ούτε να θεμελιωθεί στο άρθρο 15 παρ. 4 του ΓΚΠΔ
  30. Στην προκειμένη περίπτωση, σύμφωνα με τα ανωτέρω εκτιθέμενα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προκύπτουν κατ΄ εκτίμηση των στοιχείων του φακέλου και των ισχυρισμών που προβλήθηκαν κατά την ακροαματική διαδικασία, η καταγγέλλουσα άσκησε στις 08-06-2022 το δικαίωμα πρόσβασης κατ’ άρθρο 15 ΓΚΠΔ στην καταγγελλόμενη Τράπεζα, ζητώντας να λάβει αντίγραφο της έκθεσης εκτίμησης αξίας του ακινήτου της στις 08-06-2022, η δε καταγγελλόμενη Τράπεζα της αρνήθηκε να ικανοποιήσει το δικαίωμα πρόσβασης, ενημερώνοντάς την στις 04-012023 ότι το περιεχόμενο του αιτούμενου εγγράφου είναι εμπιστευτικό, καθώς 22 Βλ. ανωτέρω απόφαση της Ιταλικής Αρχής Προστασίας Δεδομένων (Garante_10043600), διαθέσιμη στο https://www.garanteprivacy.it/home/docweb/-/docweb-display/docweb/10043600, σύμφωνα με την οποία στους περιορισμούς που θέτει το άρθρο 15 παρ. 4 του ΓΚΠΔ μπορεί να περιλαμβάνεται και το δικαίωμα του υπευθύνου επεξεργασίας να προστατεύσει το εμπορικό απόρρητο, ωστόσο αυτό δεν μπορεί να οδηγήσει σε πλήρη άρνησή του να ενεργήσει επί του αιτήματος. Αντιθέτως, ο υπεύθυνος επεξεργασίας θα έπρεπε να προβεί σε στάθμιση των δυο δικαιωμάτων και να λάβει τα κατάλληλα μέτρα να ενεργήσει επί της παροχής πληροφοριών, όπως για παράδειγμα απαλείφοντας τις πληροφορίες εμπορικού απορρήτου από το έγγραφο. 24 συντάχθηκε για λόγους εσωτερικής πληροφόρησης. Με τα δεδομένα αυτά διαπιστώνεται ότι η καταγγελλόμενη Τράπεζα παραβίασε την υποχρέωση του άρθρου 15 παρ. 3 του ΓΚΠΔ σε συνδυασμό με το άρθρο 12 παρ. 3 του ΓΚΠΔ διότι αφενός ουδόλως απέδειξε ενώπιον της Αρχής τον απόρρητο χαρακτήρα της έκθεσης εκτίμησης ακινήτου, επικαλούμενη συγκεκριμένη διάταξη νόμου, και αφετέρου ουδόλως θεμελίωσε ποιες ακριβώς πληροφορίες από αυτές που περιλαμβάνονται στην επίμαχη έκθεση συνιστούν πληροφορίες που εντάσσονται στο υποτιθέμενο απόρρητο, ώστε να συντρέχει περίπτωση περιορισμού του δικαιώματος πρόσβασης κατ’ εφαρμογή του άρθρου 15 παρ. 4 ΓΚΠΔ. Σε κάθε περίπτωση, ακόμη και αν θεωρηθεί ακριβής ο ισχυρισμός της καταγγελλόμενης ότι η έκθεση εκτίμησης ακινήτου ιδιοκτησίας της καταγγέλλουσας συνιστά επιχειρηματικό απόρρητο αποκλείοντας την παροχή οιασδήποτε πληροφορίας επί αυτής στον ιδιοκτήτη του, η Τράπεζα όφειλε κατά αληθή και δίκαιη στάθμιση με τον πυρήνα του δικαιώματος πρόσβασης να παράσχει στην οφειλέτιδα ιδιοκτήτρια τις πληροφορίες εκείνες που ήταν ικανές να διασφαλίσουν κατ’ ελάχιστο την έννομη προστασία της για το ύψος της συνολικής οφειλής και εξασφάλισης δυνάμει της δανειακής σύμβασης που διαμορφώθηκε μετά από την σύνταξη της έκθεσης.
  31. Η Αρχή, σε σχέση με τη διαπιστωθείσα παράβαση της διάταξης του άρθρου 15 παρ. 3 του ΓΚΠΔ αναφορικά με την μη ικανοποίηση δικαιώματος πρόσβασης, κρίνει ότι συντρέχει περίπτωση να ασκήσει τις εκ του άρθρου 58 παρ. 2 και 3 ΓΚΠΔ διορθωτικές και συμβουλευτικές εξουσίες της. Ειδικότερα, η Αρχή λαμβάνοντας υπόψη, κατά την αιτιολογική σκέψη 148 ΓΚΠΔ, το μη εσκεμμένο χαρακτήρα της παράβασης, καθώς και την αμφιβολία που ανέκυπτε ως προς τον χαρακτηρισμό της διενεργηθείσας έκθεσης εκτίμησης ακινήτου ως απόρρητης/εμπιστευτικής, επί του οποίου ερείδεται η μη προσήκουσα ικανοποίηση κατ’ άρθρο 15 παρ. 3 του ΓΚΠΔ του δικαιώματος πρόσβασης, αφενός θέτει υπόψη της Τράπεζας, δυνάμει του άρθρου 58 παρ. 3 στοιχ. β΄ του ΓΚΠΔ, την ανάγκη να αναθεωρήσει συνολικά την πρακτική που ακολουθεί για τον χαρακτηρισμό των διενεργηθεισών εκθέσεων εκτίμησης ακινήτων ως εμπιστευτικών/ απόρρητων, και αφετέρου δίνει εντολή στην Τράπεζα, δυνάμει του άρθρου 58 παρ. 2 στοιχ. γ΄ ΓΚΠΔ 25 να ικανοποιήσει το δικαίωμα πρόσβασης της καταγγέλλουσας στην επίμαχη έκθεση εκτίμησης ακινήτου. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Η ΑΡΧΗ Α) Θέτει υπόψη της Τράπεζας, δυνάμει του άρθρου 58 παρ. 3 στοιχ. β΄ του ΓΚΠΔ, την ανάγκη να αναθεωρήσει συνολικά την πρακτική που ακολουθεί για τον χαρακτηρισμό των διενεργηθεισών εκθέσεων εκτίμησης ακινήτων ως εμπιστευτικών/ απόρρητων. Β) Δίνει εντολή, κατ’ άρθρο 58 παρ. 2 εδ. γ’ του ΓΚΠΔ στην καταγγελλόμενη Τράπεζα Alpha Bank A.E, ως υπεύθυνη επεξεργασίας, να εξετάσει το ασκηθέν δικαίωμα πρόσβασης της καταγγέλλουσας και να το ικανοποιήσει κατά τα διαλαμβανόμενα στις ανωτέρω σκέψεις. Ο Πρόεδρος Κωνσταντίνος Μενουδάκος Η Γραμματέας Ειρήνη Παπαγεωργοπούλου 26

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.