Αθήνα, 25-06-2025 Αριθ. Πρωτ.: 2303 ΑΠΟΦΑΣΗ 26/2025 Η Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα, συνήλθε, μετά από πρόσκληση του Προέδρου της, σε συνεδρίαση μέσω τηλεδιάσκεψης την Τρίτη, 03-062025 και ώρα 9.00 π.μ., προκειμένου να εξετάσει την υπόθεση που αναφέρεται στο ιστορικό της παρούσας. Στη συνεδρίαση παρέστησαν ο Πρόεδρος της Αρχής, Κωνσταντίνος Μενουδάκος και τα τακτικά μέλη Σπυρίδων Βλαχόπουλος, Χαράλαμπος Ανθόπουλος, Χρήστος Καλλονιάτης, Αικατερίνη Ηλιάδου και Γρηγόριος Τσόλιας. Παρέστη επίσης το αναπληρωματικό μέλος Δημοσθένης Βουγιούκας, σε αναπλήρωση του τακτικού μέλους Κωνσταντίνου Λαμπρινουδάκη, ο οποίος δεν παρέστη αν και εκλήθη νομίμως εγγράφως καθώς και το αναπληρωματικό μέλος Νικόλαος Λίβος, ως εισηγητής χωρίς δικαίωμα ψήφου βάσει του άρθρου 8 παρ. 2 του Κανονισμού Λειτουργίας της Αρχής. Παρούσες, χωρίς δικαίωμα ψήφου, ήταν η Αναστασία Κανικλίδου, ειδική επιστήμονας – ελέγκτρια, ως βοηθός εισηγητή και η Ειρήνη Παπαγεωργοπούλου, υπάλληλος του τμήματος διοικητικών υποθέσεων της Αρχής, ως γραμματέας. Η Αρχή έλαβε υπόψη τα παρακάτω: Υποβλήθηκε ενώπιον της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα η υπ’ αριθμ. πρωτ. Γ/ΕΙΣ/7499/02-11-2020 καταγγελία του Α (εφεξής «ο καταγγέλλων») κατά της Τράπεζας Alpha Bank (εφεξής «η καταγγελλόμενη») η οποία αφορά σε μη ικανοποίηση δικαιώματος πρόσβασης σε έκθεση εκτίμησης ακινήτου. Συγκεκριμένα, με την καταγγελία ο καταγγέλλων – πελάτης της Τράπεζας Alpha Bank, 1 με την οποία έχει συνάψει επισκευαστικό/καταναλωτικό δάνειο, αναφέρει ότι στο πλαίσιο αίτησής του περί αλλαγής προσημείωσης ώστε να προσημειωθεί άλλο ακίνητο που βρίσκεται στην ιδιοκτησία του, η Τράπεζα ανέθεσε σε μηχανικό της τη σύνταξη έκθεσης εκτίμησης ακινήτου. Εν συνεχεία, και αφού ο καταγγέλλων ενημερώθηκε ότι με βάση την έκθεση του μηχανικού το ακίνητο έχει μια σειρά από αυθαιρεσίες που έπρεπε να τακτοποιηθούν, ο καταγγέλλων ζήτησε από την καταγγελλόμενη στις 15-07-2020, στις 04-08-2020 και στις 06-09-2020 με αντίστοιχα μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου αντίγραφο της σχετικής συνταχθείσας έκθεσης. Η Τράπεζα Alpha Bank στις 24-07-2020 του απάντησε ότι η εν λόγω έκθεση του μηχανικού της Τραπέζης είναι έγγραφο εσωτερικής χρήσης, αντίγραφο του οποίου δεν μπορεί να λάβει ο καταγγέλλων, και τον παρέπεμψε για τις προτεινόμενες τακτοποιήσεις αυθαιρεσιών επί του ακινήτου στις σχετικές επιστολές του αρμόδιου υποκαταστήματος της Τράπεζας. Η Αρχή, στο πλαίσιο εξέτασης της ανωτέρω καταγγελίας κάλεσε την καταγγελλόμενη να εκθέσει τις απόψεις της με το υπ’ αριθμ. πρωτ. Αρχής Γ/ΕΞΕ/2905/20-12-2021 έγγραφό της. Με την από 29-12-2021 απάντηση επί του ανωτέρω εγγράφου, η καταγγελλόμενη Τράπεζα με το με αριθμό πρωτ. Αρχής Γ/ΕΙΣ/247/13-01-2022 έγγραφο αναφέρει ότι ο καταγγέλλων στις 06-09-2020 έστειλε αίτημα στον υπεύθυνο προστασίας δεδομένων (ΥΠΔ) της Τράπεζας ζητώντας να του χορηγηθεί αντίγραφο της έκθεσης εκτίμησης ακινήτου που συντάχθηκε κατ’ εντολή και για λογαριασμό της Τράπεζας, στο πλαίσιο αιτήματός του για αντικατάσταση του ενυπόθηκου ακινήτου του προς εξασφάλιση δύο δανείων που είχε λάβει από την Τράπεζα. Σύμφωνα με τα όσα αναφέρει, στις 22-09-2020 η Τράπεζα απάντησε στον καταγγέλλοντα ότι «δεν είναι δυνατή η χορήγηση αντιγράφου της σχετικής έκθεσης εκτίμησης ακινήτου, καθώς αποτελεί έγγραφο εσωτερικής χρήσης με αποκλειστικό αποδέκτη την ίδια». Στην απάντησή της προς την Αρχή η Τράπεζα επεσήμανε ότι η μη χορήγηση εσωτερικών εγγράφων του υπευθύνου επεξεργασίας δεν συνιστά παραβίαση του δικαιώματος πρόσβασης, ακόμα και αν αυτά εμπεριέχουν προσωπικά δεδομένα του υποκειμένου των δεδομένων. Όπως αναφέρει περαιτέρω στην απάντησή της, το εν λόγω έγγραφο τίθεται για αποκλειστική χρήση της Τράπεζας, για τον σκοπό της εκτίμησης της εξασφάλισης που της έχει παράσχει ο 2 καταγγέλλων, στο πλαίσιο εκτέλεσης της σύμβασης δανείου του και «δεν είναι δυνατόν να χάνεται ο εσωτερικός απόρρητος χαρακτήρας αυτών των εγγράφων με όχημα τον ΓΚΠΔ» ο οποίος «έχει σκοπό την προστασία του ατόμου από την προσβολή της προσωπικότητάς του λόγω κακής, παράνομης χρήσης των προσωπικών του δεδομένων και όχι την κατάλυση των δικαιωμάτων αυτών που επεξεργάζονται προσωπικά δεδομένα νόμιμα, όπως στη συγκεκριμένη περίπτωση στο πλαίσιο υφιστάμενης σύμβασης κατ’ αίτηση του υποκειμένου». Σε συνέχεια των ανωτέρω, η Αρχή κάλεσε τον καταγγέλλοντα και την καταγγελλόμενη σε ακρόαση ενώπιον της Ολομέλειας της Αρχής την 26 η-11-2024 μέσω τηλεδιάσκεψης προκειμένου να εκθέσουν τις απόψεις τους για την υπόθεση, με τις υπ’ αριθμ. πρωτ. Γ/ΕΞ/3198/18-11-2024 και Γ/ΕΞΕ/3201/18-11-2024 κλήσεις, αντίστοιχα. Την 26η-11-2024 η συζήτηση των υποθέσεων αναβλήθηκε οίκοθεν και τα μέρη ενημερώθηκαν σχετικώς με τα υπ’ αριθμ. πρωτ. Γ/ΕΞΕ/3280/22-11-2024 και Γ/ΕΞΕ/3281/22-11-2024 έγγραφα. Ακολούθως, ο καταγγέλλων και η καταγγελλόμενη εκλήθησαν εκ νέου σε ακρόαση ενώπιον της Ολομέλειας της Αρχής μέσω τηλεδιάσκεψης την 17η-12-2024 με τις υπ’ αριθμ. πρωτ. Γ/ΕΞΕ/3409/03-12-2024 και Γ/ΕΞΕ/3423/03-12-2024 κλήσεις, αντίστοιχα. Στη συνεδρίαση της Αρχής την 17η-122024 παρέστη εκ μέρους της καταγγελλομένης ο Γεώργιος Σουμέλας (Δικηγόρος ΑΜ/ΔΣΑ …), η Στεφανία Κρικιγιάννη (Δικηγόρος με ΑΜ/ΔΣΑ …) ενώ παρών ήταν και ο ΥΠΔ της Τράπεζας Β, με την δε αίτησή της με αριθμ. πρωτ. Γ/ΕΙΣ/9455/06-12-2024 η καταγγελλόμενη υπέβαλε αίτημα αναβολής. Κατόπιν τούτου, η Αρχή δέχθηκε το αίτημα και όρισε νέα ημερομηνία συζήτησης της υπόθεσης την 21η-01-2025, την οποία ανακοίνωσε στους εκπροσώπους της καταγγελλομένης που ήταν παρόντες κατά τη συνεδρίαση, ενώ ο καταγγέλλων ενημερώθηκε σχετικώς με την υπ’ αριθμ. πρωτ. Γ/ΕΞΕ/81/08-01-2025 κλήση σε ακρόαση. Κατά τη συνεδρίαση της 21ης-012025, η οποία έλαβε χώρα μέσω τηλεδιάσκεψης, παρέστησαν, ο καταγγέλλων αυτοπροσώπως, εκ μέρους δε της καταγγελλόμενης οι Ιωάννης Μούργελας, δικηγόρος (ΑΜ/ΔΣΑ …) και Σπυρίδων Ανδρίτσος, δικηγόρος (AM/ΔΣΑ …), ενώ παρών ήταν και ο ΥΠΔ του Ομίλου Β. Τα μέρη έλαβαν προθεσμία υποβολής υπομνημάτων την 03-02-
- Ο καταγγέλλων δεν υπέβαλε σχετικό υπόμνημα και η καταγγελλόμενη υπέβαλε το υπόμνημά της στις 04-02-2025 με το υπ’ αριθμ. πρωτ. Γ/ΕΙΣ/1006/04-02-2025 έγγραφό της. 3 Κατά την ακρόαση ο καταγγέλλων και η καταγγελλόμενη επανέλαβαν τους αναφερόμενους, αντιστοίχως, στην καταγγελία και στην έγγραφη απάντηση της τελευταίας ισχυρισμούς τους, επισημαίνοντας ιδίως τα κάτωθι: Ο καταγγέλλων επανέλαβε ότι ζήτησε αντίγραφο της έκθεσης εκτίμησης του ακινήτου, το οποίο δεν του δόθηκε αφού η Τράπεζα του απάντησε ότι αποτελεί εσωτερικό έγγραφό της. Η καταγγελλόμενη Τράπεζα ανέφερε ότι ο καταγγέλλων είχε λάβει δύο στεγαστικά δάνεια από την Τράπεζα, για την εξασφάλιση αποπληρωμής των οποίων, αρχικά, είχε εγγραφεί προσημείωση υποθήκης σε ακίνητο, το οποίο δεν του ανήκε. Δεδομένου ότι οι σχετικές συμβάσεις καταγγέλθηκαν, οι συμβαλλόμενοι (οφειλέτης και εγγυητές) ζήτησαν από την Τράπεζα την αντικατάσταση του βεβαρημένου ακινήτου με άλλο ακίνητο ιδιοκτησίας του καταγγέλλοντος, σημειώνοντας ότι αν προέκυπτε ότι το προσφερόμενο νέο ακίνητο ήταν μικρότερης αξίας από το αρχικά προσημειωμένο, θα κατέβαλλε στην Τράπεζα τη διαφορά με μετρητά. Ως εκ τούτου, όπως ισχυρίστηκε η Τράπεζα, ήταν προφανές στον καταγγέλλοντα ότι έπρεπε να προχωρήσει σε έκθεση εκτίμησης του προσφερόμενου από αυτόν νέου ακινήτου γεγονός που του γνωστοποιήθηκε, ώστε να προσκομίσει τα αναγκαία για την εκτίμηση έγγραφα (τίτλους ιδιοκτησίας κτλ). Την εν λόγω έκθεση διενήργησε η Αlpha Αστικά Ακίνητα Α.Ε. για λογαριασμό της Τράπεζας. Στο σχετικό από 06-09-2020 αίτημα του καταγγέλλοντος να λάβει αντίγραφο της έκθεσης η Τράπεζα απάντησε στις 22-09-2020 ότι δεν μπορεί να το ικανοποιήσει γιατί είναι εσωτερικό έγγραφό της, με μοναδικό αποδέκτη την ίδια. Όπως δε αναφέρει στο υπόμνημά της, η Τράπεζα ήδη από τον Ιούλιο 2020, τον είχε ενημερώσει, ότι σύμφωνα με την έκθεση εκτίμησης αυτό είχε συγκεκριμένα προβλήματα πολεοδομικού χαρακτήρα που έπρεπε να τακτοποιηθούν. Όπως περαιτέρω υποστήριξε η Τράπεζα, εφόσον επισκοπηθεί μια έκθεση εκτίμησης ακινήτου, διαπιστώνεται ότι οι μόνες πληροφορίες που περιέχονται σε αυτήν και προσδιορίζουν φυσικό πρόσωπο είναι το ονοματεπώνυμο του πελάτη και τα συμβολαιογραφικά έγγραφα που αφορούν το ακίνητο (π.χ. αγοράς ακινήτου, εξόφλησης τιμήματος κτλ), τα οποία προσκομίζονται από τον πελάτη της Τράπεζας, όπως έπραξε ο καταγγέλλων. Aν από τις εν λόγω εκθέσεις αφαιρεθούν τα προσωπικά δεδομένα των φυσικών προσώπων-πελατών της Τράπεζας, τα στοιχεία που μένουν 4 δεν είναι δυνατόν να οδηγήσουν σε συγκεκριμένο φυσικό πρόσωπο. Η φωτογραφία του ακινήτου, που συνήθως υπάρχει στις εκθέσεις εκτίμησης, δεν μπορεί να οδηγήσει σε φυσικό πρόσωπο ιδίως όταν πρόκειται για πολυκατοικία, στην οποία κατοικούν πολλά φυσικά πρόσωπα αλλά ούτε και όταν πρόκειται για μονοκατοικία εφόσον μπορεί αυτή να είναι συνιδιοκτησία πολλών ή σε αυτή να διαμένει διαφορετικό πρόσωπο από τον ιδιοκτήτη. Το ίδιο ισχύει και για τη διεύθυνση του ακινήτου, που επίσης αναφέρεται στην έκθεση εκτίμησης. Πέραν αυτών στις εκθέσεις εκτίμησης αναφέρονται χαρακτηριστικά του εκτιμώμενου ακινήτου, όπως και η μέθοδος της εκτίμησης. Όπως ισχυρίστηκε επίσης η Τράπεζα, ο καταγγέλλων γνώριζε τα προσωπικά του δεδομένα που αναφέρονται στην έκθεση γιατί αυτός τα διέθεσε στην Τράπεζα και συνεπώς επεδίωξε να χρησιμοποιήσει ως όχημα τον Κανονισμό για να λάβει ένα εσωτερικό αντίγραφο της Τράπεζας που αφορά σε μέθοδο εκτίμησης ακινήτου και στον τρόπο εφαρμογής της. Επιπλέον, όπως υποστήριξε η Τράπεζα, μια μέθοδος άσκησης δραστηριότητας ή μια αμιγώς εσωτερική διαδικασία ορισμένης επιχείρησης, καθώς και ο τρόπος που αυτή εφαρμόζεται στην πράξη (όπως εν προκειμένω η συγκεκριμένη μεθοδολογία σύνταξης μιας έκθεσης εκτίμησης ακινήτου) προστατεύονται από το επιχειρηματικό απόρρητο, αποτελώντας εμπιστευτική πληροφορία και οιονεί «περιουσιακό στοιχείο» της επιχείρησης. Όπως αναφέρει η Τράπεζα, πράγματι υπάρχουν σχετικά πρωτόκολλα και εκτιμητικά πρότυπα που δημοσιεύονται, και τα ίδια ή και ο συνδυασμός αυτών, μπορεί να αποτελέσουν τη βάση για μια τέτοια μέθοδο. Όμως η τελική μέθοδος διαφοροποιείται, όχι μόνο από τράπεζα σε τράπεζα, εφόσον προσαρμόζεται στην πιστωτική πολιτική κάθε τράπεζας, αλλά και από ακίνητο σε ακίνητο και πάλι σύμφωνα με την πιστωτική πολιτική κάθε τράπεζας. Συνεπώς, αντικείμενο προστασίας αποτελεί η εξειδίκευση και ο τρόπος εφαρμογής των επιμέρους εκτιμητικών προτύπων από κάθε πιστωτικό ίδρυμα αλλά και ο τρόπος στάθμισης των επιμέρους παραμέτρων που λαμβάνονται υπόψη για την εκτίμηση της αξίας ενός συγκεκριμένου ακινήτου. Η κοινολόγηση των στοιχείων είτε προς τον τραπεζικό ανταγωνισμό είτε προς τρίτους ενδέχεται να είναι πολλαπλά επιζήμια για την Τράπεζα. Σύμφωνα με την καταγγελλόμενη, είναι σαφές ότι η μέθοδος εκτίμησης ενός ακινήτου και ο τρόπος που αυτή εφαρμόζεται 5 αναμφισβήτητα αποτελεί επιχειρηματική της περιουσία που καλύπτεται από το επιχειρηματικό απόρρητο. Απαντώντας δε σε σχετικό ερώτημα που ετέθη κατά την ακρόαση, αν η έκθεση εκτίμησης ακινήτου παράγει έννομες συνέπειες για τον οφειλέτη/καταγγέλλοντα ως υποκείμενο των δεδομένων και αν αυτή ασκεί επιρροή στον τρόπο αντιμετώπισης του οφειλέτη/καταγγέλλοντος από την Τράπεζα για την διεκδίκηση της οφειλής, η καταγγελλόμενη απάντησε καταφατικά, επεξηγώντας ότι πρόκειται για μια σύνθετη αξιολόγηση, κατά την οποία συνεξετάζονται πολλά στοιχεία, μεταξύ των οποίων και η αξία του ακινήτου, ενώ λαμβάνονται υπόψη και ελέγχονται ταυτόχρονα η σχέση αξίας του ακινήτου και παρεχόμενης εξασφάλισης καθώς και άλλα τυχόν στοιχεία για τον οφειλέτη (λ.χ. οικογενειακή κατάσταση). Επισήμανε δε ότι το δικαίωμα πρόσβασης και οι περιορισμοί του εισάγονται και στην ελληνική έννομη τάξη με το άρθρο 33 του Ν. 4624/2019 (παράγραφος 4), το οποίο προβλέπει ειδικότερη εξαίρεση ως προς την υποχρέωση ενημέρωσης του υποκειμένου των δεδομένων, και σχετίζεται με την υποχρέωση διατήρησης του απορρήτου. Η καταγγελλόμενη ανέφερε επίσης ότι ο καταγγέλλων είχε πλήρη γνώση των προσωπικών του δεδομένων που ο ίδιος είχε διαθέσει στην Τράπεζα, τόσο αρχικά για την χορήγηση του στεγαστικού δανείου, όσο και μεταγενέστερα για την αντικατάσταση του βεβαρημένου ακινήτου, καθώς και ότι ενημερώθηκε από την Τράπεζα για τα πολεοδομικής φύσης προβλήματα του ακινήτου του, στοιχεία σημαντικά για την τακτοποίησή τους προς όφελος της αξίας του ακινήτου και συνακόλουθα της περιουσίας του
- Συνεπώς, κατά την καταγγελλόμενη δεν ετίθετο θέμα προσωπικών δεδομένων και άσκησης δικαιωμάτων, εφόσον ο καταγγέλλων τα γνώριζε με πληρότητα, ώστε η Τράπεζα δεν είχε υποχρέωση να του τα γνωστοποιήσει. Η Αρχή, μετά από εξέταση των στοιχείων του φακέλου και αφού άκουσε τον εισηγητή και τις διευκρινίσεις από τη βοηθό εισηγητή, μετά από διεξοδική συζήτηση ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ 1 Σημειώνεται ότι δεν προσκομίσθηκε κάποιο τεκμήριο από την καταγγελλόμενη που να πιστοποιεί τον εν λόγω ισχυρισμό. 6
- Aπό τις διατάξεις των άρθρων 51 και 55 ΓΚΠΔ και του άρθρου 9 του νόμου 4624/2019 (ΦΕΚ Α΄ 137) προκύπτει ότι η Αρχή έχει αρμοδιότητα να εποπτεύει την εφαρμογή των διατάξεων του Γενικού Κανονισμού (ΕΕ) 2016/679 για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα (εφεξής «ΓΚΠΔ»), του νόμου αυτού και άλλων ρυθμίσεων που αφορούν την προστασία του ατόμου από την επεξεργασία προσωπικών δεδομένων. Συνεπώς, η αρμοδιότητα της Αρχής να επιληφθεί ορισμένης υπόθεσης συναρτάται με το πεδίο εφαρμογής του ΓΚΠΔ, το οποίο καθορίζεται από το άρθρο 2 παρ. 1 ΓΚΠΔ: «ο παρών Κανονισμός εφαρμόζεται στην, εν όλω ή εν μέρει, αυτοματοποιημένη επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, καθώς και στη μη αυτοματοποιημένη επεξεργασία τέτοιων δεδομένων τα οποία περιλαμβάνονται ή πρόκειται να περιληφθούν σε σύστημα αρχειοθέτησης». Κρίσιμη, επομένως, προϋπόθεση, για την εφαρμογή του ΓΚΠΔ και την εγκαθίδρυση της αρμοδιότητας της Αρχής εν προκειμένω είναι, προηγουμένως, η διαπίστωση ότι η έκθεση εκτίμησης ακινήτου, επί της οποίας ερείδεται η καταγγελλόμενη παραβίαση του δικαιώματος πρόσβασης, περιλαμβάνει δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που μπορούν να αποδοθούν άμεσα ή έμμεσα σε συγκεκριμένο, ταυτοποιημένο ή ταυτοποιήσιμο, φυσικό πρόσωπο και επομένως αποτελούν προσωπικά δεδομένα του εκάστοτε ιδιοκτήτη του ακινήτου, και εν προκειμένω του καταγγέλλοντος.
- Επειδή, σύμφωνα με τους ορισμούς του άρθρου 4 στοιχείο 1 και 2 ΓΚΠΔ «νοούνται ως «δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα»: κάθε πληροφορία που αφορά ταυτοποιημένο ή ταυτοποιήσιμο φυσικό πρόσωπο («υποκείμενο των δεδομένων»)· το ταυτοποιήσιμο φυσικό πρόσωπο είναι εκείνο του οποίου η ταυτότητα μπορεί να εξακριβωθεί, άμεσα ή έμμεσα, ιδίως μέσω αναφοράς σε αναγνωριστικό στοιχείο ταυτότητας, όπως όνομα, σε αριθμό ταυτότητας, σε δεδομένα θέσης, σε επιγραμμικό αναγνωριστικό ταυτότητας ή σε έναν ή περισσότερους παράγοντες που προσιδιάζουν στη σωματική, φυσιολογική, γενετική, ψυχολογική, οικονομική, πολιτιστική ή κοινωνική ταυτότητα του εν λόγω φυσικού προσώπου». 7 Η φράση «κάθε πληροφορία» στο πλαίσιο του ορισμού της έννοιας των «δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα», που περιλαμβάνεται στη διάταξη αυτή, εκφράζει τον σκοπό του νομοθέτη της Ένωσης να ορίσει ευρέως την έννοια αυτή, η οποία δυνητικά καλύπτει κάθε είδος πληροφοριών, τόσο αντικειμενικών όσο και υποκειμενικών, με τη μορφή γνώμης ή εκτιμήσεως, υπό την προϋπόθεση ότι οι πληροφορίες αυτές «αφορούν» το συγκεκριμένο πρόσωπο. H τελευταία αυτή προϋπόθεση πληρούται όταν λόγω του περιεχομένου της, του σκοπού της ή του αποτελέσματός της, η πληροφορία συνδέεται με συγκεκριμένο φυσικό πρόσωπο και η χρησιμοποίησή της είναι ικανή να έχει αντίκτυπο και επιπτώσεις στα δικαιώματα και τα συμφέροντά του2,
- Επιπλέον, όπως επισημαίνεται στην Γνώμη 4/2007 της Ομάδας Προστασίας Δεδομένων του Άρθρου 29 σχετικά με την έννοια του όρου «δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα»4, οι πληροφορίες μπορούν να θεωρηθούν ότι «αναφέρονται» σε ένα άτομο όταν σχετίζονται με αυτό το άτομο
- Όπως αναφέρεται στην εν λόγω Γνώμη «σε μερικές περιπτώσεις, οι πληροφορίες που εμπεριέχονται στα δεδομένα αφορούν κατά πρώτο λόγο αντικείμενα και όχι φυσικά πρόσωπα. Τα αντικείμενα αυτά ανήκουν συνήθως σε κάποιον […]. Η αξία ενός συγκεκριμένου σπιτιού είναι πληροφορία για ένα αντικείμενο. Οι κανόνες προστασίας δεν 2 Βλ. και Γνώμη 4/2007, σχετικά με την έννοια του όρου δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα της Ομάδας Εργασίας του άρθρου 29, σελ. 11 επ, στην οποία αναφέρεται ότι έστω και αν απουσιάζει το στοιχείο του «περιεχομένου» και του «σκοπού», τα δεδομένα μπορούν να θεωρηθούν ότι «αναφέρονται» σε κάποιο άτομο, επειδή η χρήση τους είναι πιθανόν να έχει επιπτώσεις στα δικαιώματα και τα συμφέροντα ενός συγκεκριμένου προσώπου, λαμβανομένων υπόψη όλων των σχετικών με τη συγκεκριμένη περίπτωση συνθηκών. Ομοίως, βλέπε και απόφαση ΔΕΕ της 9ης Νοεμβρίου 2023, Gesamtverband Autoteile -Handel eV, C-319/22, σκέψη
- 3 Βλ., απόφαση της 20ής Δεκεμβρίου 2017, Nowak, C-434/16, EU:C:2017:994, σκέψη 34, και απόφαση της 4ης Μαΐου 2023, FF, C-487/2021, σκέψη 23-
- 4 Βλ. σελ. 10, Γνώμη 4/2007 της Ομάδας Εργασίας του άρθρου 29, σχετικά με την έννοια του όρου «δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα» (WP136). 5 Υπό την Οδηγία 95/46 που ήταν σε ισχύ όταν εκδόθηκε η Γνώμη 4/2007, «δεδοµένα προσωπικού χαρακτήρα» νοείται κάθε πληροφορία που αναφέρεται σε φυσικό πρόσωπο του οποίου η ταυτότητα είναι γνωστή ή µπορεί να εξακριβωθεί («το πρόσωπο στο οποίο αναφέρονται τα δεδοµένα»). Ως πρόσωπο του οποίου η ταυτότητα µπορεί να εξακριβωθεί λογίζεται το πρόσωπο εκείνο που µπορεί να προσδιοριστεί, άµεσα ή έµµεσα, ιδίως βάσει αριθµού ταυτότητας ή βάσει ενός ή περισσοτέρων συγκεκριµένων στοιχείων που χαρακτηρίζουν την υπόστασή του από φυσική, βιολογική, ψυχολογική, οικονοµική, πολιτιστική ή κοινωνική άποψη”. Πλέον, σύμφωνα με το άρθρο 4 του Κανονισμού 2016/679 (ΓΚΠΔ), στοιχείο
(1)«δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα»: κάθε πληροφορία που αφορά ταυτοποιημένο ή ταυτοποιήσιμο φυσικό πρόσωπο («υποκείμενο των δεδομένων»)· το ταυτοποιήσιμο φυσικό πρόσωπο είναι εκείνο του οποίου η ταυτότητα μπορεί να εξακριβωθεί, άμεσα ή έμμεσα, ιδίως μέσω αναφοράς σε αναγνωριστικό στοιχείο ταυτότητας, όπως όνομα, σε αριθμό ταυτότητας, σε δεδομένα θέσης, σε επιγραμμικό αναγνωριστικό ταυτότητας ή σε έναν ή περισσότερους παράγοντες που προσιδιάζουν στη σωματική, φυσιολογική, γενετική, ψυχολογική, οικονομική, πολιτιστική ή κοινωνική ταυτότητα του εν λόγω φυσικού προσώπου.» 8 εφαρμόζονται όταν αυτές οι πληροφορίες χρησιμοποιούνται αποκλειστικά για να δοθεί μια εικόνα του επιπέδου των τιμών των ακινήτων σε μια ορισμένη περιοχή. Ωστόσο, υπό ορισμένες συνθήκες, οι πληροφορίες αυτές θα πρέπει να θεωρηθούν επίσης ως δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα. Συγκεκριμένα, το σπίτι αποτελεί περιουσιακό στοιχείο ενός ιδιοκτήτη, το οποίο μπορεί να χρησιμοποιηθεί συνεπώς για να προσδιορίσει π.χ. το ύψος των φόρων που πρέπει να καταβάλει αυτό το πρόσωπο. Στην περίπτωση αυτή, είναι αδιαμφισβήτητο ότι οι εν λόγω πληροφορίες θα πρέπει να θεωρηθούν ως δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα»
- Στην απόφασή του από 04-05-2023 (C-487/21) επί αιτήματος έκδοσης προδικαστικής απόφασης του Ομοσπονδιακού Διοικητικού Δικαστηρίου της Αυστρίας με αντικείμενο την ερμηνεία του άρθρου 15 παρ. 3 ΓΚΠΔ, το ΔΕΕ αναφέρει ότι η ευρεία ερμηνεία της έννοιας των «δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα» δεν καλύπτει μόνο τα δεδομένα που συλλέγονται και διατηρούνται από τον υπεύθυνο επεξεργασίας, αλλά περιλαμβάνει επίσης όλες τις πληροφορίες που προκύπτουν από την επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που αφορούν ταυτοποιημένο ή ταυτοποιήσιμο πρόσωπο, όπως η εκτίμηση της φερεγγυότητάς του ή της προθυμίας του να πληρώσει
- Εν προκειμένω, η επίμαχη έκθεση εκτίμησης ακινήτου περιέχει προσωπικά δεδομένα του ιδιοκτήτη του ακινήτου, αφού αφενός μεν περιλαμβάνει πληροφορίες που προσδιορίζουν το φυσικό πρόσωπο (λ.χ. το ονοματεπώνυμο του ιδιοκτήτηπελάτη, τη διεύθυνσή του, τον ΑΦΜ, στοιχεία εκ των συμβολαιογραφικών εγγράφων που αφορούν το ακίνητο) όπως η Τράπεζα αναφέρει στο υπ’ αριθμ. πρωτ. Γ/ΕΙΣ/247/13-01-2022 έγγραφό της, αφετέρου δε αναπτύσσει έννομες συνέπειες για το υποκείμενο των δεδομένων, ιδίως σε σχέση με τον καθορισμό του ύψους της παρεχόμενης εξασφάλισης και κατά συνέπεια επιφέρει δεσμευτικές επιπτώσεις στα συμφέροντά του. Τούτο δε διότι, όπως και η Τράπεζα συνομολογεί η έκθεση εκτίμησης αξίας ακινήτου αποτελεί μια εκ των παραμέτρων που σταθμίζονται και 6 Βλ. Γνώμη 4/2007, σχετικά με την έννοια του όρου δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα της Ομάδας Εργασίας του άρθρου 29, σελ. 10 επ. 7 Σκέψη 26 της από 04-05-2023 απόφασης του ΔΕΕ στην υπόθεση C-487-21 https://curia.europa.eu/juris/document/document.jsf?text=&docid=273286&pageIndex=0&doclang= EL&mode=req&dir=&occ=first&part=1&cid=3908903 9 λαμβάνονται υπόψη προκειμένου να εκτιμηθεί ο πιστωτικός κίνδυνος που καλείται να αναλάβει το χρηματοπιστωτικό ίδρυμα και να ληφθεί απόφαση σε σχέση με συγκεκριμένο δανειολήπτη (είτε αίτημα χορήγησης δανείου, είτε αλλαγής προσημείωσης, είτε ρύθμισης υφιστάμενης οφειλής από υφιστάμενο δάνειο κτλ). Από το σύνολο των ανωτέρω, διαπιστώνεται ότι ο ισχυρισμός της Τράπεζας ότι η επίμαχη έκθεση εκτίμησης ακινήτου δεν συνιστά προσωπικό δεδομένο που αφορά σε ορισμένο πρόσωπο τυγχάνει απορριπτέος ως αβάσιμος κατ’ εφαρμογή του άρθρου 4 στοιχ. 1 ΓΚΠΔ, καθώς η επίμαχη έκθεση εκτίμησης ακινήτου αφορά σε περιουσιακό στοιχείο του οφειλέτη και ήδη καταγγέλλοντος ενώπιον της Αρχής, η οποία ιδίως λόγω του σκοπού και του αποτελέσματός της, επηρεάζει ουσιωδώς την εμπράγματη αξίωση της Τράπεζας και την διεκδίκηση κατόπιν αυτής του συνολικού ύψους της οφειλής από τον οφειλέτη και νυν καταγγέλλοντα ενώπιον της Αρχής. Ως εκ τούτου, ιδρύεται αρμοδιότητα της Αρχής σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1 και 57 παρ. 1 στοιχείο στ’ του ΓΚΠΔ και 13 στοιχείο ζ΄ του ν. 4624/2019, να επιληφθεί της καταγγελίας του Α κατά της Τράπεζας Αlpha Bank για παραβίαση του δικαιώματος πρόσβασης σε προσωπικά του δεδομένα και να ασκήσει, αντίστοιχα, τις εξουσίες που της απονέμονται από τις διατάξεις των άρθρων 58 του ΓΚΠΔ και 15 του ν. 4624/
- Επειδή, σύμφωνα και με το άρθρο 8 παρ. 1 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το άρθρο 9Α του Συντάγματος και την αιτιολογική σκέψη 4 ΓΚΠΔ, το δικαίωμα στην προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα δεν είναι απόλυτο, αλλά πρέπει να εκτιμάται σε σχέση με τη λειτουργία του στην κοινωνία και να σταθμίζεται με άλλα θεμελιώδη δικαιώματα, σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας. Ο ΓΚΠΔ σέβεται όλα τα θεμελιώδη δικαιώματα και υιοθετεί τις ελευθερίες και αρχές που αναγνωρίζονται στον Χάρτη, ιδίως τον σεβασμό της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής, της κατοικίας και των επικοινωνιών, την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, την ελευθερία σκέψης, συνείδησης και θρησκείας, την ελευθερία έκφρασης και πληροφόρησης, την επιχειρηματική ελευθερία, το δικαίωμα πραγματικής προσφυγής ενώπιον αμερόληπτου δικαστηρίου και την πολιτιστική, θρησκευτική και γλωσσική πολυμορφία. Ο σκοπός δε του ΓΚΠΔ συνίσταται, μεταξύ άλλων, στη διασφάλιση 10 υψηλού επιπέδου προστασίας των θεμελιωδών ελευθεριών και δικαιωμάτων των φυσικών προσώπων, ιδίως του δικαιώματός τους στην προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, ενώ εξάλλου, όπως διευκρινίζεται στην αιτιολογική σκέψη 11 του ΓΚΠΔ, σκοπός του είναι η ενίσχυση και η αποσαφήνιση των δικαιωμάτων των υποκειμένων των δεδομένων
- Επειδή, το άρθρο 5 του ΓΚΠΔ καθορίζει τις αρχές επεξεργασίας που διέπουν την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. Συγκεκριμένα, ορίζεται στην παράγραφο 1 ότι τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, μεταξύ άλλων: «α) υποβάλλονται σε σύννομη και θεμιτή επεξεργασία με διαφανή τρόπο σε σχέση με το υποκείμενο των δεδομένων («νομιμότητα, αντικειμενικότητα, διαφάνεια»), β) συλλέγονται για καθορισμένους, ρητούς και νόμιμους σκοπούς και δεν υποβάλλονται σε περαιτέρω επεξεργασία κατά τρόπο ασύμβατο προς τους σκοπούς αυτούς (…), γ) είναι κατάλληλα, συναφή και περιορίζονται στο αναγκαίο για τους σκοπούς για τους οποίους υποβάλλονται σε επεξεργασία («ελαχιστοποίηση των δεδομένων»), δ) είναι ακριβή και, όταν είναι αναγκαίο, επικαιροποιούνται· πρέπει να λαμβάνονται όλα τα εύλογα μέτρα για την άμεση διαγραφή ή διόρθωση δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα τα οποία είναι ανακριβή, σε σχέση με τους σκοπούς της επεξεργασίας («ακρίβεια»), ε) διατηρούνται υπό μορφή που επιτρέπει την ταυτοποίηση των υποκειμένων των δεδομένων μόνο για το διάστημα που απαιτείται για τους σκοπούς της επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα· τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα μπορούν να αποθηκεύονται για μεγαλύτερα διαστήματα, εφόσον τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα θα υποβάλλονται σε επεξεργασία μόνο για σκοπούς αρχειοθέτησης προς το δημόσιο συμφέρον, για σκοπούς επιστημονικής ή ιστορικής έρευνας ή για στατιστικούς σκοπούς, σύμφωνα με το άρθρο 89 παράγραφος 1 και εφόσον εφαρμόζονται τα κατάλληλα τεχνικά και οργανωτικά μέτρα που απαιτεί ο παρών κανονισμός για τη διασφάλιση των δικαιωμάτων και ελευθεριών του υποκειμένου των δεδομένων («περιορισμός της περιόδου αποθήκευσης») (…)». 8 Βλ. απόφαση της 4ης Μαΐου 2023, Österreichische Datenschutzbehörde και CRIF, C-487/21, EU:C:2023:369, σκέψη
- 11
- Επειδή, σύμφωνα με τα οριζόμενα στη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 2 του ΓΚΠΔ ο υπεύθυνος επεξεργασίας φέρει την ευθύνη και πρέπει να είναι σε θέση να αποδείξει τη συμμόρφωσή του με τις αρχές της επεξεργασίας που καθιερώνονται στην παράγραφο 1 του ίδιου άρθρου. Όπως έχει κρίνει η Αρχή9, με τον ΓΚΠΔ υιοθετήθηκε ένα νέο μοντέλο συμμόρφωσης, κεντρικό σημείο του οποίου συνιστά η αρχή της λογοδοσίας, στο πλαίσιο της οποίας ο υπεύθυνος επεξεργασίας υποχρεούται να σχεδιάζει, εφαρμόζει και εν γένει λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα και πολιτικές, προκειμένου η επεξεργασία των δεδομένων να είναι σύμφωνη με τις σχετικές νομοθετικές προβλέψεις. Επιπλέον δε, ο υπεύθυνος επεξεργασίας βαρύνεται με το περαιτέρω καθήκον να αποδεικνύει ο ίδιος και ανά πάσα στιγμή τη συμμόρφωσή του με τις αρχές του άρθρου 5 παρ. 1 ΓΚΠΔ.
- Επειδή, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 15 παρ. 1, 3 και 4 ΓΚΠΔ: «
- Το υποκείμενο των δεδομένων έχει το δικαίωμα να λαμβάνει από τον υπεύθυνο επεξεργασίας επιβεβαίωση για το κατά πόσον ή όχι τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που το αφορούν υφίστανται επεξεργασία και, εάν συμβαίνει τούτο, το δικαίωμα πρόσβασης στα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα […].
- Ο υπεύθυνος επεξεργασίας παρέχει αντίγραφο των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που υποβάλλονται σε επεξεργασία.[…]
- Το δικαίωμα να λαμβάνεται αντίγραφο που αναφέρεται στην παράγραφο 3 δεν επηρεάζει δυσμενώς τα δικαιώματα και τις ελευθερίες άλλων». Συγκεκριμένα, το προβλεπόμενο στο άρθρο 15 δικαίωμα πρόσβασης κατοχυρώνεται για την επίτευξη των σκοπών που επιδιώκονται με τον ΓΚΠΔ, οι οποίοι συνίστανται, όπως διαλαμβάνεται στις αιτιολογικές σκέψεις 10 και 11 αυτού, στη διασφάλιση συνεκτικής και υψηλού επιπέδου προστασίας των φυσικών προσώπων εντός της ένωσης, καθώς και στην ενίσχυση και λεπτομερή καθορισμό των δικαιωμάτων των υποκειμένων των δεδομένων
- Προς το σκοπό αυτό, το δικαίωμα πρόσβασης που προβλέπεται στο άρθρο 15 του ΓΚΠΔ πρέπει να παρέχει στο υποκείμενο των δεδομένων τη δυνατότητα να βεβαιώνεται ότι τα δεδομένα 9 Βλ. απόφαση Αρχής 26/2019, σκέψη 8, διαθέσιμη στην ιστοσελίδα της. Βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 26ης Οκτωβρίου 2023, FT (Αντίγραφα του ιατρικού φακέλου) [C-307/22, στο εξής: απόφαση FT (Αντίγραφα του ιατρικού φακέλου), EU:C:2023:811, σκέψεις 47 και 48 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία]. 10 12 προσωπικού χαρακτήρα που το αφορούν είναι ακριβή και ότι η επεξεργασία τους γίνεται με νόμιμο τρόπο
- Όπως, εξάλλου, επισημαίνει στις προτάσεις του ο Γενικός Εισαγγελέας στην υπόθεση C-487/21 «το δικαίωμα πρόσβασης είναι αναγκαίο προκειμένου το υποκείμενο των δεδομένων να μπορεί να ασκήσει πλείονα άλλα δικαιώματα τα οποία προβλέπονται στον ΓΚΠΔ, περιλαμβανομένων του δικαιώματος διόρθωσης, του δικαιώματος διαγραφής («δικαιώματος στη λήθη») και του δικαιώματος περιορισμού της επεξεργασίας, τα οποία αναγνωρίζονται υπέρ του υποκειμένου των δεδομένων στα άρθρα 16, 17 και 18, αντιστοίχως, του ΓΚΠΔ. Το ΔΕΕ έχει διευκρινίσει περαιτέρω ότι το δικαίωμα πρόσβασης είναι επίσης αναγκαίο προκειμένου το υποκείμενο των δεδομένων να μπορέσει να αντιταχθεί στην επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που το αφορούν, σύμφωνα με το άρθρο 21 του ΓΚΠΔ, ή να ασκήσει το δικαίωμά του δικαστικής προσφυγής σε περίπτωση ζημίας και να λάβει αποζημίωση, σύμφωνα με τα άρθρα 79 και 82 του ΓΚΠΔ»12 . Επιπλέον, σύμφωνα με την ανωτέρω απόφασή του με αντικείμενο την ερμηνεία του άρθρου 15 παρ. 3 ΓΚΠΔ13, το ΔΕΕ, κατ’ εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 15 παρ. 4 ΓΚΠΔ έκρινε ότι: «
- […] σε περίπτωση σύγκρουσης μεταξύ, αφενός, της άσκησης του δικαιώματος πλήρους πρόσβασης στα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα και, αφετέρου, των δικαιωμάτων ή των ελευθεριών τρίτων, θα πρέπει να γίνει στάθμιση των επίμαχων δικαιωμάτων. Οσάκις είναι δυνατόν, θα πρέπει να επιλέγονται τρόποι κοινοποίησης των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα οι οποίοι δεν προσβάλλουν τα δικαιώματα ή τις ελευθερίες τρίτων, λαμβανομένου, εντούτοις, υπόψη ότι, όπως προκύπτει από την αιτιολογική σκέψη 63 του ΓΚΠΔ, τέτοιοι παράγοντες δεν πρέπει «να έχουν ως αποτέλεσμα την άρνηση παροχής κάθε πληροφορίας στο υποκείμενο των δεδομένων». Επισημαίνεται ότι στα εν λόγω 11 Βλέπε μεταξύ άλλων, απόφαση της 4ης Μαΐου 2023, Österreichische Datenschutzbehörde και CRIF (C-487/21, στο εξής: απόφαση Österreichische Datenschutzbehörde και CRIF, EU:C:2023:369, σκέψη 34 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία), και απόφαση C307/22 FT (Αντίγραφα του ιατρικού φακέλου) (σκέψη 73 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). 12 Βλ. σχετικώς σκέψη 65 των προτάσεων του Γενικού Εισαγγελέα Giovanni Pitruzzella, στην υπόθεση C-487/
- 13 Βλ. σκέψη 44, στην από 04.05.2023 απόφαση του ΔΕΕ στην υπόθεση C-487-21 https://curia.europa.eu/juris/document/document.jsf?text=&docid=273286&pageIndex=0&doclang= EL&mode=req&dir=&occ=first&part=1&cid=3908903 13 δικαιώματα περιλαμβάνονται οπωσδήποτε, όπως προκύπτει ρητώς από την αιτιολογική σκέψη 63 του ΓΚΠΔ «το επαγγελματικό απόρρητο ή το δικαίωμα διανοητικής ιδιοκτησίας και, ειδικότερα, το δικαίωμα του δημιουργού να προστατεύει το λογισμικό». Η διατύπωση του άρθρου 15 παρ. 4 του ΓΚΠΔ έχει γενικό χαρακτήρα και δεν περιλαμβάνει κατάλογο των δικαιωμάτων και των ελευθεριών «άλλων» που μπορεί να συνιστούν αντίβαρο στην άσκηση πλήρους δικαιώματος πρόσβασης μέσω της λήψης αντιγράφου
- Ο όρος δικαιώματα και ελευθερίες «των άλλων» συμπεριλαμβάνει τα δικαιώματα και τις ελευθερίες του υπευθύνου επεξεργασίας
- Ο υπεύθυνος επεξεργασίας πρέπει να είναι σε θέση να αποδείξει ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση, τα δικαιώματα ή οι ελευθερίες των άλλων, όντως επηρεάζονται αρνητικά
- Ωστόσο, αυτοί οι παράγοντες δεν πρέπει «να έχουν ως αποτέλεσμα την άρνηση παροχής κάθε πληροφορίας στο υποκείμενο των δεδομένων». Αυτό σημαίνει, για παράδειγμα, ότι όταν εφαρμόζεται ο περιορισμός, οι πληροφορίες που αφορούν τους άλλους θα πρέπει να καθίστανται δυσανάγνωστες στο μέτρο του δυνατού αντί να υπάρχει άρνηση παροχής αντιγράφου των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα
- Ο υπεύθυνος επεξεργασίας δηλαδή θα πρέπει να παράσχει όσο το δυνατόν περισσότερες πληροφορίες, οι οποίες δεν αποκαλύπτουν εμπορικό απόρρητο, ακόμα και αν αυτό προϋποθέτει να καταβληθεί προσπάθεια στην επεξεργασία της παρεχόμενης πληροφορίας, με την απάλειψη για παράδειγμα των πληροφοριών εμπορικού απορρήτου από το έγγραφο
- Υπό την ανωτέρω εκδοχή θα είχε ικανοποιηθεί το δικαίωμα πρόσβασης του υποκειμένου, χωρίς να τεθεί ζήτημα διακινδύνευσης απορρήτου. 14 Βλ. σκέψη 60, από τις προτάσεις του Γενικού Εισαγγελέα Giovanni Pitruzzella επί της ως άνω από 04-05-2023 απόφασης του ΔΕΕ, στην υπόθεση C-487/
- 15 Guidelines 1/2022 on data subject rights - Right of access του ΕΣΠΔ, σελ. 53, σκέψη 171, διαθέσιμο στην ιστοσελίδα https://edpb.europa.eu/our-work-tools/documents/publicconsultations/2022/guidelines-012022-data-subject-rights-right_en 16 Σκέψη 172, σελίδα 53, Guidelines 1/2022 on data subject rights - Right of access του ΕΣΠΔ, διαθέσιμο στην ιστοσελίδα https://edpb.europa.eu/our-work-tools/documents/publicconsultations/2022/guidelines-012022-data-subject-rights-right_en 17 Βλ. Σκέψη 173, σελίδα 69, Guidelines 1/2022 on data subject rights - Right of access του ΕΣΠΔ, διαθέσιμο στην ιστοσελίδα https://edpb.europa.eu/our-work-tools/documents/publicconsultations/2022/guidelines-012022-data-subject-rights-right_en 18 Βλ. και απόφαση της Ιταλικής Αρχής Προστασίας Δεδομένων (Garante_10043600), διαθέσιμη στο https://www.garanteprivacy.it/home/docweb/-/docweb-display/docweb/10043600 σύμφωνα με την 14 Εάν ο υπεύθυνος επεξεργασίας αρνηθεί να ικανοποιήσει αίτημα πρόσβασης εν όλω ή εν μέρει, σύμφωνα με το άρθρο 15 παρ. 4 του ΓΚΠΔ, θα πρέπει να ενημερώσει το υποκείμενο των δεδομένων για τους λόγους άρνησης χωρίς καθυστέρηση και το αργότερο εντός μηνός (άρθρο 12 παρ. 4 του ΓΚΠΔ)
- Στην περίπτωση αυτή ο υπεύθυνος επεξεργασίας πρέπει να εξηγεί στο υποκείμενο των δεδομένων τις συγκεκριμένες περιστάσεις οι οποίες κατά την κρίση του δικαιολογούν την άρνηση ικανοποίησης στο αίτημά του, ώστε να επιτρέπει εν τέλει στο υποκείμενο να αξιολογήσει αν επιθυμεί να προσφύγει κατά της εν λόγω άρνησης.
- Επειδή, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 12 παρ. 1 του ΓΚΠΔ: «Ο υπεύθυνος επεξεργασίας λαμβάνει τα κατάλληλα μέτρα για να παρέχει στο υποκείμενο των δεδομένων κάθε πληροφορία που αναφέρεται στα άρθρα 13 και 14 και κάθε ανακοίνωση στο πλαίσιο των άρθρων 15 έως 22 και του άρθρου 34 σχετικά με την επεξεργασία σε συνοπτική, διαφανή, κατανοητή και εύκολα προσβάσιμη μορφή, χρησιμοποιώντας σαφή και απλή διατύπωση, ιδίως όταν πρόκειται για πληροφορία απευθυνόμενη ειδικά σε παιδιά. Οι πληροφορίες παρέχονται γραπτώς ή με άλλα μέσα, μεταξύ άλλων, εφόσον ενδείκνυται, ηλεκτρονικώς. Όταν ζητείται από το υποκείμενο των δεδομένων, οι πληροφορίες μπορούν να δίνονται προφορικά, υπό την προϋπόθεση ότι η ταυτότητα του υποκειμένου των δεδομένων είναι αποδεδειγμένη με άλλα μέσα […].
- Ο υπεύθυνος επεξεργασίας παρέχει στο υποκείμενο των δεδομένων πληροφορίες για την ενέργεια που πραγματοποιείται κατόπιν αιτήματος δυνάμει των άρθρων 15 έως 22 χωρίς καθυστέρηση και σε κάθε περίπτωση εντός μηνός από την παραλαβή του αιτήματος. Η εν λόγω προθεσμία μπορεί να παραταθεί κατά δύο ακόμη μήνες, εφόσον απαιτείται, λαμβανομένων υπόψη της πολυπλοκότητας του αιτήματος και του αριθμού των αιτημάτων. Ο υπεύθυνος επεξεργασίας ενημερώνει το υποκείμενο των δεδομένων για την εν λόγω παράταση εντός μηνός από την παραλαβή του αιτήματος, καθώς και για τους λόγους οποία στους περιορισμούς που θέτει το άρθρο 15 παρ. 4 του ΓΚΠΔ μπορεί να περιλαμβάνεται και το δικαίωμα του υπευθύνου επεξεργασίας να προστατεύσει το εμπορικό απόρρητο, ωστόσο αυτό δεν μπορεί να οδηγήσει σε πλήρη άρνησή του να ενεργήσει επί του αιτήματος. Αντιθέτως, ο υπεύθυνος επεξεργασίας θα έπρεπε να προβεί σε στάθμιση των δυο δικαιωμάτων και να λάβει τα κατάλληλα μέτρα να ενεργήσει επί της παροχής πληροφοριών, όπως για παράδειγμα απαλείφοντας τις πληροφορίες εμπορικού απορρήτου από το έγγραφο. 19 Σκέψη 174, σελ. 55 ως άνω. 15 της καθυστέρησης. […]
- Εάν ο υπεύθυνος επεξεργασίας δεν ενεργήσει επί του αιτήματος του υποκειμένου των δεδομένων, ο υπεύθυνος επεξεργασίας ενημερώνει το υποκείμενο των δεδομένων, χωρίς καθυστέρηση και το αργότερο εντός μηνός από την παραλαβή του αιτήματος, για τους λόγους, για τους οποίους δεν ενήργησε και για τη δυνατότητα υποβολής καταγγελίας σε εποπτική αρχή και άσκησης δικαστικής προσφυγής».
- Επειδή, σύμφωνα με την παράγραφο 4 του άρθρου 33 του Ν. 4624/2019, το δικαίωμα ενημέρωσης του υποκειμένου των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα σύμφωνα με το άρθρο 15 του ΓΚΠΔ δεν ισχύει, στον βαθμό που μέσω της ενημέρωσης θα αποκαλύπτονταν πληροφορίες, οι οποίες σύμφωνα με διάταξη νόμου ή λόγω της φύσης τους, ιδίως λόγω των υπέρτερων έννομων συμφερόντων τρίτου, πρέπει να παραμείνουν απόρρητες.
- Εν προκειμένω, από το σύνολο των στοιχείων του φακέλου της υπόθεσης και την ακροαματική διαδικασία προκύπτει ότι ο καταγγέλλων στις 15-072020, στις 04-09-2020 και στις 06-09-2020 ζήτησε με αντίστοιχα μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προς την καταγγελλόμενη Τράπεζα να λάβει αντίγραφο της έκθεσης εκτίμησης του ακινήτου του, άσκησε δηλαδή σύμφωνα με τα ανωτέρω δικαίωμα πρόσβασης σε δεδομένα που τον αφορούσαν.
- Σύμφωνα με τα ανωτέρω αναφερόμενα στην σκέψη 2, η επίμαχη έκθεση εκτίμησης ακινήτου ιδιοκτησίας του καταγγέλλοντος, περιέχει απλά προσωπικά του δεδομένα κατ’ άρθρο 4 παρ. 1 του ΓΚΠΔ. Κατ’ ακολουθίαν, ο καταγγέλλων ως υποκείμενο των δεδομένων έχει, κατ’ αρχήν, κατ’ άρθρο 15 του ΓΚΠΔ, δικαίωμα πρόσβασης στην ως άνω έκθεση, λαμβάνοντας επιβεβαίωση για την επεξεργασία των προσωπικών του δεδομένων και πρόσβαση στη σχετική έκθεση. Εξάλλου, όπως προαναφέρθηκε, το δικαίωμα πρόσβασης που προβλέπεται στο άρθρο 15 του ΓΚΠΔ πρέπει να παρέχει στο υποκείμενο των δεδομένων τη δυνατότητα να βεβαιώνεται ότι τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που το αφορούν είναι ακριβή και ότι η επεξεργασία τους γίνεται με νόμιμο τρόπο
- Συνεπώς, οι 20 Βλ μεταξύ άλλων, απόφαση της 4ης Μαΐου 2023, Österreichische Datenschutzbehörde και CRIF (C-487/21, στο εξής: απόφαση Österreichische Datenschutzbehörde και CRIF, EU:C:2023:369, 16 πληροφορίες που γνωστοποιούνται πρέπει να παρέχουν στο υποκείμενο των δεδομένων τη δυνατότητα να ελέγξει αν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα και αν επομένως ερείδονται σε ακριβείς πληροφορίες. Ο δε σχετικός ισχυρισμός της καταγγελλόμενης Τράπεζας ότι δεν είχε υποχρέωση να γνωστοποιήσει στον καταγγέλλοντα κάποια στοιχεία της έκθεσης με την αιτιολογία ότι είχε πλήρη γνώση των προσωπικών του δεδομένων που ο ίδιος είχε διαθέσει στην Τράπεζα, τόσο κατά τη χορήγηση στεγαστικού δανείου, όσο και μεταγενέστερα για την αντικατάσταση του βεβαρημένου ακινήτου όπως την αιτία και τον σκοπό επεξεργασίας του, τυγχάνει απορριπτέος ως αβάσιμος. Και τούτο, διότι ακόμα και αν ο καταγγέλλων είχε ήδη πρόσβαση σε ορισμένα εκ των στοιχείων που αιτήθηκε, το γεγονός αυτό ουδόλως επηρεάζει ούτε αναιρεί την υποχρέωση που είχε η καταγγελλόμενη Τράπεζα ως υπεύθυνη επεξεργασίας να ικανοποιήσει το σχετικό δικαίωμα πρόσβασης που ασκήθηκε ενώπιόν της. Η υποχρέωση του υπευθύνου επεξεργασίας να ικανοποιήσει το δικαίωμα του καταγγέλλοντος σχετικά με τη χορήγηση αντιγράφου της έκθεσης εκτίμησης του ακινήτου του εξαρτάται από το εάν συντρέχουν εν προκειμένω οι περιστάσεις της παρ. 4 του άρθρου 15 ΓΚΠΔ και της παραγράφου 4 του άρθρου 33 του Ν. 4624/2019, εάν δηλαδή η ικανοποίηση του δικαιώματος επηρεάζει δυσμενώς τα δικαιώματα και τις ελευθερίες άλλων21 ή αν μέσω αυτού θα αποκαλύπτονταν πληροφορίες, οι οποίες σύμφωνα με διάταξη νόμου ή λόγω της φύσης τους, ιδίως λόγω των υπέρτερων έννομων συμφερόντων τρίτων, μεταξύ των οποίων και η ίδια η Τράπεζα, πρέπει να παραμείνουν απόρρητες. Η καταγγελλόμενη Τράπεζα με την από 24-07-2020 απάντησή της στον καταγγέλλοντα αρνήθηκε να ικανοποιήσει το δικαίωμα πρόσβασής του στην έκθεση εκτίμησης ακινήτου, ενημερώνοντάς τον ότι η εν λόγω έκθεση μηχανικού της σκέψη 34 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία), και απόφαση FT (Αντίγραφα του ιατρικού φακέλου) (σκέψη 73 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). 21 Ο όρος δικαιώματα και ελευθερίες «των άλλων» συμπεριλαμβάνει τα δικαιώματα και τις ελευθερίες του υπευθύνου επεξεργασίας, βλ. Guidelines 1/2022 on data subject rights - Right of access του ΕΣΠΔ, σελ. 53, σκέψη 171, διαθέσιμο στην ιστοσελίδα https://edpb.europa.eu/our-worktools/documents/public- consultations/2022/guidelines-012022-data-subject-rights-right_en 17 Τραπέζης είναι έγγραφο εσωτερικής χρήσης, αντίγραφο του οποίου δεν μπορεί να λάβει ο καταγγέλλων και τον παρέπεμψε για τις προτεινόμενες τακτοποιήσεις αυθαιρεσιών επί του ακινήτου στις σχετικές επιστολές του αρμοδίου υποκαταστήματος της Τράπεζας. Ως προς τον ισχυρισμό αυτό της καταγγελλόμενης Τράπεζας ότι εν προκειμένω τίθεται ζήτημα απορρήτου, προκειμένου να δικαιολογηθεί η μη ανταπόκριση στο δικαίωμα πρόσβασης του καταγγέλλοντος, επισημαίνεται ότι η Τράπεζα ανέφερε ότι στην επίμαχη έκθεση περιέχονται χαρακτηριστικά του εκτιμώμενου ακινήτου, όπως και η μέθοδος εκτίμησης, η δε συγκεκριμένη μεθοδολογία σύνταξης μιας έκθεσης εκτίμησης ακινήτου, προστατεύεται από το επιχειρηματικό απόρρητο, αποτελώντας εμπιστευτική πληροφορία και οιονεί «περιουσιακό στοιχείο της επιχείρησης», ενώ, όσον αφορά τη φύση του προστατευτέου υπέρτερου συμφέροντος, η Τράπεζα εξειδικεύει το αντικείμενο προστασίας του προβαλλόμενου απορρήτου ως την εξειδίκευση και τον τρόπο εφαρμογής των επιμέρους εκτιμητικών προτύπων αλλά και του τρόπου στάθμισης των επιμέρους παραμέτρων που λαμβάνονται υπόψη για την εκτίμηση της αξίας ενός συγκεκριμένου ακινήτου. Ωστόσο, η Τράπεζα δεν παρέχει επαρκή τεκμηρίωση ενώπιον της Αρχής σχετικά με την υποχρέωση τήρησης απόρρητης πληροφορίας αναφορικά με την επίμαχη έκθεση ακινήτου, προστατευόμενη από κάποια συγκεκριμένη διάταξη νόμου, που θα μπορούσε να δικαιολογήσει τον περιορισμό του δικαιώματος πρόσβασης, ούτε θεμελιώνει ποιες ακριβώς πληροφορίες από αυτές που περιλαμβάνονται στην επίμαχη έκθεση συνιστούν πληροφορίες που εντάσσονται στο απόρρητο. Πράγματι, η επίκληση εκ μέρους της Τράπεζας του ισχυρισμού ότι μια πληροφορία που αφορά τραπεζικές εργασίες είναι προστατευτέα ως υπαγόμενη στο επιχειρηματικό απόρρητο δεν απαλλάσσει την Τράπεζα από την υποχρέωση να τεκμηριώσει τον ισχυρισμό της αυτό, ώστε να δικαιολογείται ενδεχόμενος περιορισμός του δικαιώματος πρόσβασης. Ομοίως όφειλε η Τράπεζα να τεκμηριώσει επαρκώς τον ισχυρισμό της ότι τα έννομα συμφέροντά της υπερισχύουν εν προκειμένω του δικαιώματος πρόσβασης του υποκειμένου των δεδομένων. 18 Σε κάθε περίπτωση, επισημαίνεται ότι η επίκληση από την Τράπεζα του «επιχειρηματικού απορρήτου», και οι τυχόν εμπιστευτικές πληροφορίες που περιλαμβάνονται σε αυτό ως οιονεί περιουσιακό στοιχείο της επιχείρησης, δεν μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα την άρνηση της παροχής κάθε πληροφορίας στο υποκείμενο των δεδομένων (βλ. αιτ. σκ. 63 ΓΚΠΔ) δεδομένου ότι ο υπεύθυνος επεξεργασίας οφείλει κατ’ άρθρο 12 παρ. 1 σε συνδυασμό προς το άρθρο 24 παρ. 1 ΓΚΠΔ να λαμβάνει τα κατάλληλα μέτρα για να παρέχει στο υποκείμενο των δεδομένων κάθε δυνατή πληροφορία στο πλαίσιο των άρθρων 15 έως 22 ΓΚΠΔ, γνωστοποιώντας του πληροφορίες που θα του παρέχουν τη δυνατότητα να ελέγξει αν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα και αν επομένως ερείδονται σε ακριβείς πληροφορίες. Ως εκ τούτου, η Τράπεζα, ως υπεύθυνη επεξεργασίας, όφειλε να εξετάσει το εν λόγω αίτημα του καταγγέλλοντος ως αίτημα πρόσβασης και να το ικανοποιήσει, κατ’ αρχήν, ενεργώντας επί της παροχής πληροφοριών και κοινοποιώντας του τις πληροφορίες που αντιστοιχούν στο δικαίωμα πρόσβασής του, απαλείφοντας από την έκθεση μόνο τις πληροφορίες, οι οποίες κατά την εκτίμηση της Τράπεζας συνιστούν εμπορικό/επιχειρηματικό απόρρητο έτσι ώστε ο καταγγέλλων να είναι σε θέση να ελέγξει την ακρίβεια του περιεχομένου της έκθεσης και να ασκήσει τα κατά τον ΓΚΠΔ δικαιώματά του αν συντρέχει περίπτωση. Η πλήρης άρνηση ικανοποίησης όμως του αιτήματος με γενική επίκληση του επιχειρηματικού απορρήτου, δεν μπορεί να θεωρηθεί δικαιολογημένη ούτε να θεμελιωθεί στο άρθρο 15 παρ. 4 του ΓΚΠΔ
- Στην προκειμένη περίπτωση, σύμφωνα με τα ανωτέρω εκτιθέμενα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προκύπτουν κατ΄ εκτίμηση των στοιχείων του φακέλου και των ισχυρισμών που προβλήθηκαν κατά την ακροαματική διαδικασία, ο καταγγέλλων άσκησε το δικαίωμα πρόσβασης κατ’ άρθρο 15 ΓΚΠΔ στην 22 Βλ. ανωτέρω απόφαση της Ιταλικής Αρχής Προστασίας Δεδομένων (Garante_10043600), διαθέσιμη στο https://www.garanteprivacy.it/home/docweb/-/docweb-display/docweb/10043600 , σύμφωνα με την οποία στους περιορισμούς που θέτει το άρθρο 15 παρ. 4 του ΓΚΠΔ μπορεί να περιλαμβάνεται και το δικαίωμα του υπευθύνου επεξεργασίας να προστατεύσει το εμπορικό απόρρητο, ωστόσο αυτό δεν μπορεί να οδηγήσει σε πλήρη άρνησή του να ενεργήσει επί του αιτήματος. Αντιθέτως, ο υπεύθυνος επεξεργασίας θα έπρεπε να προβεί σε στάθμιση των δυο δικαιωμάτων και να λάβει τα κατάλληλα μέτρα να ενεργήσει επί της παροχής πληροφοριών, όπως για παράδειγμα απαλείφοντας τις πληροφορίες εμπορικού απορρήτου από το έγγραφο. 19 καταγγελλόμενη Τράπεζα, ζητώντας να λάβει αντίγραφο της έκθεσης εκτίμησης του ακινήτου του στις 15-07-2020, η δε καταγγελλόμενη Τράπεζα αρνήθηκε να ικανοποιήσει το δικαίωμα πρόσβασης, ενημερώνοντάς τον στις 24-07-2020 ότι το περιεχόμενο του αιτούμενου εγγράφου είναι εσωτερικής χρήσης. Με τα δεδομένα αυτά, διαπιστώνεται ότι η καταγγελλόμενη Τράπεζα ως υπεύθυνη επεξεργασίας παραβίασε την υποχρέωση του άρθρου 15 παρ. 3 του ΓΚΠΔ, διότι αφενός ουδόλως απέδειξε ενώπιον της Αρχής τον απόρρητο χαρακτήρα της έκθεσης εκτίμησης ακινήτου, επικαλούμενη συγκεκριμένη διάταξη νόμου, και αφετέρου ουδόλως θεμελίωσε ποιες ακριβώς πληροφορίες από αυτές που περιλαμβάνονται στην επίμαχη έκθεση συνιστούν πληροφορίες που εντάσσονται στο υποτιθέμενο απόρρητο, ώστε να συντρέχει περίπτωση περιορισμού του δικαιώματος πρόσβασης κατ’ εφαρμογή του άρθρου 15 παρ. 4 ΓΚΠΔ. Σε κάθε περίπτωση, ακόμη και αν θεωρηθεί ακριβής ο ισχυρισμός της καταγγελλόμενης ότι η έκθεση εκτίμησης ακινήτου ιδιοκτησίας του καταγγέλλοντος συνιστά επιχειρηματικό απόρρητο αποκλείοντας την παροχή οιασδήποτε πληροφορίας επί αυτής στον ιδιοκτήτη του, η Τράπεζα όφειλε, κατά αληθή και δίκαιη στάθμιση με τον πυρήνα του δικαιώματος πρόσβασης, να παράσχει στον οφειλέτη ιδιοκτήτη τις πληροφορίες εκείνες που ήταν ικανές να διασφαλίσουν κατ’ ελάχιστο την έννομη προστασία του για την οφειλή που διαμορφώθηκε μετά από την σύνταξη της έκθεσης.
- Η Αρχή, σε σχέση με τη διαπιστωθείσα παράβαση της διάταξης του άρθρου 15 παρ. 3 του ΓΚΠΔ αναφορικά με την μη ικανοποίηση δικαιώματος πρόσβασης, κρίνει ότι συντρέχει περίπτωση να ασκήσει τις εκ του άρθρου 58 παρ. 2 και 3 ΓΚΠΔ διορθωτικές και συμβουλευτικές εξουσίες της. Ειδικότερα, η Αρχή λαμβάνοντας υπόψη, κατά την αιτιολογική σκέψη 148 ΓΚΠΔ, το μη εσκεμμένο χαρακτήρα της παράβασης, καθώς και την αμφιβολία που ανέκυπτε ως προς τον χαρακτηρισμό της διενεργηθείσας έκθεσης εκτίμησης ακινήτου ως απόρρητης/εμπιστευτικής, επί του οποίου ερείδεται η μη προσήκουσα ικανοποίηση κατ’ άρθρο 15 παρ. 3 του ΓΚΠΔ του δικαιώματος πρόσβασης, αφενός θέτει υπόψη της Τράπεζας, δυνάμει του άρθρου 58 παρ. 3 στοιχ. β΄ του ΓΚΠΔ, την ανάγκη να αναθεωρήσει συνολικά την πρακτική που ακολουθεί για τον χαρακτηρισμό των διενεργηθεισών εκθέσεων εκτίμησης ακινήτων ως εμπιστευτικών/ απόρρητων, και 20 αφετέρου δίνει εντολή στην Τράπεζα, δυνάμει του άρθρου 58 παρ. 2 στοιχ. γ΄ ΓΚΠΔ, να ικανοποιήσει το δικαίωμα πρόσβασης του καταγγέλλοντος στην επίμαχη έκθεση εκτίμησης ακινήτου. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Η ΑΡΧΗ Α) Θέτει υπόψη της Τράπεζας, δυνάμει του άρθρου 58 παρ. 3 στοιχ. β΄ του ΓΚΠΔ, την ανάγκη να αναθεωρήσει συνολικά την πρακτική που ακολουθεί για τον χαρακτηρισμό των διενεργηθεισών εκθέσεων εκτίμησης ακινήτων ως εμπιστευτικών/απόρρητων. Β) Δίνει εντολή, κατ’ άρθρο 58 παρ. 2 εδ. γ’ του ΓΚΠΔ στην καταγγελλόμενη Τράπεζα Alpha Bank A.E, ως υπεύθυνη επεξεργασίας, να εξετάσει το ασκηθέν δικαίωμα πρόσβασης του καταγγέλλοντος και να το ικανοποιήσει κατά τα διαλαμβανόμενα στις ανωτέρω σκέψεις. Ο Πρόεδρος Κωνσταντίνος Μενουδάκος Η Γραμματέας Ειρήνη Παπαγεωργοπούλου 21