← Ελλάδα

Εξέταση καταγγελίας κατά της ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ για μη ικανοποίηση δικαιώματος διόρθωσης/διαγραφής.

Αθήνα, 26-05-2026 Αριθμ. Πρωτ. 2369 Απόφαση 4/2026 (Τμήμα) Η Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα συνεδρίασε σε σύνθεση Τμήματος μέσω τηλεδιασκέψεως την 04-02-2026 μετά από πρόσκληση του εκτελούντος χρέη Προέδρου, αναπληρωτή προέδρου της, προκειμένου να εξετάσει την υπόθεση που αναφέρεται στο ιστορικό της παρούσας. Στη συνεδρίαση παρέστησαν ο Γεώργιος Μπατζαλέξης, Αναπληρωτής Πρόεδρος, το αναπληρωματικό μέλος, Μαρία Ψάλλα ως εισηγήτρια, σε αναπλήρωση του τακτικού μέλους, Γρηγορίου Τσόλια, ο οποίος αν και είχε προσκληθεί νομίμως εγγράφως, απουσίασε λόγω κωλύματος και το επίσης αναπληρωματικό μέλος, Δημοσθένης Βουγιούκας, σε αναπλήρωση του τακτικού μέλους, Κωνσταντίνου Λαμπρινουδάκη, ο οποίος, αν και είχε προσκληθεί νομίμως εγγράφως, απουσίασε λόγω κωλύματος. Στη συνεδρίαση παρέστη ως βοηθός εισηγήτριας, με εντολή του Προέδρου, η νομική ελέγκτρια Αναστασία Κανικλίδου και η Ειρήνη Παπαγεωργοπούλου, υπάλληλος του τμήματος διοικητικών υποθέσεων της Αρχής, ως γραμματέας. Η Αρχή έλαβε υπ’ όψιν της τα παρακάτω: Υποβλήθηκε στην Αρχή η υπ’ αριθμ. πρωτ. Αρχής Γ/ΕΙΣ/1510/28-02-2023 καταγγελία του Α (εφεξής ο «καταγγέλλων»), οι οφειλές του οποίου έχουν υπαχθεί σε ρύθμιση κατά τις διατάξεις του ν. 3869/2010, με την οποία καταγγέλλει την ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ Α.Ε. (εφεξής η «καταγγελλόμενη») για μη ικανοποίηση ασκηθέντος δικαιώματος διόρθωσης και διαγραφής σε προσωπικά του δεδομένα. Ειδικότερα, σύμφωνα με τα όσα καταγγέλλει, με τα από 04-10-2022 και από 29-01-2023 αιτήματά του, ζήτησε τη διόρθωση και τη διαγραφή εγγραφών/καταχωρήσεων που τον αφορούν, όπως 1 εμφανίζονται στο Αρχείο Συγκέντρωσης Χορηγήσεων («Λευκή Λίστα») της καταγγελλομένης και συγκεκριμένα ως εξής: (α) Τη διαγραφή της εγγραφής αναφορικά με το «ανύπαρκτο δάνειο»/ «άγνωστο εικονικό δάνειο», κατά τους ισχυρισμούς του καταγγέλλοντος, με κωδικό καταναλωτικού δανείου … καταχωρημένου στο Αρχείο Συγκέντρωσης Χορηγήσεων από την εταιρεία VERALTIS ASSET MANAGEMENT MON. A.E.Δ.Α.Π (πρώην B2 KAPITAL) (εφεξής Veraltis), δεδομένου ότι για την εν λόγω εγγραφή, κατά τους ισχυρισμούς του, δεν προσκομίσθηκε κανένα νομιμοποιητικό έγγραφο το οποίο να έχει υπογραφεί από τον ίδιο. (β) Τη διόρθωση συνεπεία λανθασμένου χαρακτηρισμού και «συλλαθών οικονομικών στοιχείων» σχετιζόμενων με τα δάνεια που διαχειρίζεται η “Intrum Hellas” με κωδικούς … και …, τα οποία σχετίζονταν με στεγαστικό και επισκευαστικό/ καταναλωτικό δάνειο αντίστοιχα, τα οποία είχε λάβει ο καταγγέλλων από την Τράπεζα Κύπρου και τα οποία, σύμφωνα με τα όσα αναφέρει, έχουν ρυθμιστεί δικαστικά οριστικά βάσει του ν. 3869/2010. Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, τα εν λόγω δάνεια έχουν μετατραπεί σε «έντοκη οφειλή» σε εφαρμογή διατακτικού δικαστικής απόφασης. Στο σχετικό δε αίτημά του προς την καταγγελλόμενη, ζητά από την τελευταία να τεθεί στο πεδίο «Παρατηρήσεις» ότι πρόκειται για «οφειλή ρύθμισης ν. 3869/2010», με παράλειψη του οφειλόμενου ποσού αφού δεν μπορεί να υπολογισθεί με τον τρόπο που ορίζει το διατακτικό της απόφασης. Στο πλαίσιο διερεύνησης της εν λόγω καταγγελίας, η Αρχή την κοινοποίησε στην καταγγελλόμενη στις 29-05-2023, ζητώντας της να εκθέσει τις απόψεις της εντός 15 ημερών, και συγκεκριμένα να αναλύσει τις εγγραφές στα αρχεία της που αφορούν τον καταγγέλλοντα και να παράσχει τεκμηρίωση για τη νομιμότητα και την ορθότητα των σχετικών εγγραφών. Η καταγγελλόμενη στις 13-06-2023 απέστειλε την υπ’ αριθμ. πρωτ. Αρχής Γ/ΕΙΣ/4414/14-06-2023 απάντησή της, με την οποία παραθέτει, μεταξύ άλλων, εκτεταμένο ιστορικό και υλικό τεκμηρίωσης της επικοινωνίας, που είχε με τους φορείς, προκειμένου να επιβεβαιωθεί η ορθότητα των εγγραφών του καταγγέλλοντος. Συγκεκριμένα αναφέρει ότι: 2 - Στις 08-02-2023 η καταγγελλόμενη απέστειλε μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου στην διαχειρίστρια εταιρεία Veraltis, ζητώντας από την τελευταία να διευκρινίσει αν ο καταγγέλλων είχε υπογράψει την αρχική σύμβαση του εν λόγω δανείου, καθώς και αν υφίστατο απαίτηση από το εν λόγω δάνειο, διότι, κατά τους ισχυρισμούς του, η εν λόγω εγγραφή ήταν ψευδής. Η Veraltis, στις 10-02-2023, με την απάντησή της ενημέρωσε την καταγγελλόμενη ότι η σχετική απαίτηση η οποία απέρρεε από την εν λόγω σύμβαση δεν είχε εξοφληθεί, καθώς και εν συνεχεία, στις 13-02-2023, κατόπιν και νέου μηνύματος της καταγγελλόμενης (στις 10-02-2023), την ενημέρωσε ότι ο καταγγέλλων είχε υπογράψει τη σχετική σύμβαση. - Στις 13-02-2023 η καταγγελλόμενη απέστειλε σχετικό αίτημα στην INTRUM HELLAS και ακολούθως στην Τράπεζα Πειραιώς, η οποία ήταν αρμόδια για τις υποθέσεις που αφορούν δικαστικές ρυθμίσεις δυνάμει του ν. 3869/2010, ζητώντας σχετική ενημέρωση, ενώ παράλληλα όμοιο αίτημα εστάλη και στην Τράπεζα Eurobank. Για τα παραπάνω ενημερώθηκε ο καταγγέλλων. - Στις 03-03-2023 η καταγγελλόμενη απέστειλε υπενθυμιστικό μήνυμα στην Τράπεζα Πειραιώς για την ΙΝTRUM HELLAS. - Στις 15-03-2023, η ΙΝΤRUM ΗΕLLAS απάντησε στο σχετικό αίτημα διαβιβάζοντας τα έντυπα εκ νέου, ενώ στις 17-03-2023 η καταγγελλόμενη απέστειλε νεότερο ερώτημα στην Τράπεζα Πειραιώς αναφορικά με την ορθότητα των εγγραφών των δύο δανείων με … και …., το οποίο επανέλαβε στις 19-04-2023 τόσο στην Τράπεζα Πειραιώς όσο και στην Τράπεζα Eurobank (αναφορικά με το δάνειο με αριθμό …). Όπως αναφέρει στην απάντησή της η καταγγελλόμενη, οι εν λόγω επικοινωνίες με τους φορείς συνεχίσθηκαν και μετά τη διαβίβαση της καταγγελίας της Αρχής, και στις 30-05-2023 εστάλη νέο μήνυμα στην Veraltis, στην ΙΝΤRUM HELLAS και στην Τράπεζα Πειραιώς. Τελικά, κατόπιν των από 02-06-2023 και 07-06-2023 απαντήσεων της Veraltis, καθώς και της από 08-06-2023 απάντησης της ΙΝΤRUM HELLAS, σύμφωνα με τις οποίες τα διαβιβασθέντα δεδομένα που αφορούν τα δύο δάνεια είναι ορθά, η καταγγελλόμενη ανέφερε στην απάντησή της προς την Αρχή ότι: (α) Σε συνέχεια των σχετικών επικοινωνιών με τους αρμόδιους φορείς, προκειμένου να ελεγχθεί η ορθότητα των εγγραφών του καταγγέλλοντος και σε 3 ικανοποίηση του σχετικού αιτήματός του, στις 08-06-2023 ετέθη ανακοίνωση στην οικονομική μονάδα του περί υπαγωγής των σχετικών δανείων, που διαχειρίζεται η ΙΝTRUM Hellas, σε δικαστική ρύθμιση δυνάμει του ν. 3869/2010, αναφέροντας επί λέξει «η οφειλή που απορρέει από τα δάνεια με ημερομηνία έγκρισης 31/01/2013 και εγκριθέντα ποσά 108.967,20 ευρώ και 18.532,80 ευρώ, αντίστοιχα, έχει υπαχθεί σε δικαστική ρύθμιση βάσει του ν. 3869/2010» και ενημερώθηκε σχετικά ο καταγγέλλων. (β) αναφορικά με την ορθότητα της απεικόνισης του υπ’ αριθμ. … καταναλωτικού δανείου καταχωρημένου στο Αρχείο Συγκέντρωσης Χορηγήσεων από την εταιρεία Veraltis, η τελευταία, κατόπιν σχετικών ερωτημάτων από την καταγγελλόμενη εταιρεία, επιβεβαίωσε την ορθότητα της εν λόγω εγγραφής, επισυνάπτοντας και σχετικό απόσπασμα του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών αναφορικά με τη νομιμότητα μεταβίβασης της απαίτησης από την Τράπεζα Eurobank Ergasias Bank. Επιπλέον, με την από 07-06-2023 επιστολή της η Veraltis επιβεβαίωσε ότι η σχετική σύμβαση ανάληψης υποχρέωσης φέρει την υπογραφή του οφειλέτη. Τέλος, στην απάντησή της προς την Αρχή, η καταγγελλόμενη αναφέρει ότι σκοπός της επεξεργασίας των δεδομένων που τηρεί η εταιρεία είναι η ελαχιστοποίηση των κινδύνων από τη σύναψη πιστωτικών συμβάσεων των αποδεκτών με αφερέγγυους πελάτες και εν γένει από τη δημιουργία επισφαλών απαιτήσεων, που οδηγεί στην προστασία της εμπορικής πίστης και την εξυγίανση των οικονομικών συναλλαγών προς εξυπηρέτηση δημοσίου συμφέροντος. Στο ανωτέρω πλαίσιο, η εταιρεία πέραν από το αρχείο των δεδομένων αθέτησης υποχρεώσεων (ΣΑΥ), που αποσκοπεί κυρίως στην εκτίμηση της φερεγγυότητας των δανειοληπτών, επεξεργάζεται από το 2002, και δεδομένα που αφορούν τις υποχρεώσεις, που έχουν λάβει ιδιώτες και επιχειρήσεις, έναντι του τραπεζικού συστήματος από χρηματοδοτήσεις πάσης φύσης (αρχείο συγκέντρωσης χορηγήσεων - ΣΣΧ), συμπεριλαμβανομένων και αυτών που προκύπτουν στο πλαίσιο εφαρμογής των νόμων για ρύθμιση των οφειλών (ν. 3869/2010), που αποσκοπεί στην εκτίμηση της πιστοληπτικής ικανότητας των δανειοληπτών. Επιπλέον, όπως εξηγεί στην απάντησή της, τα σχετικά στοιχεία (εκάστοτε οφειλόμενα υπόλοιπα δανείων και πιστώσεων), που αφορούν το ΣΣΧ διαβιβάζονται στην εταιρεία από τους φορείς χορήγησης των 4 αντίστοιχων δανείων ή πιστώσεων, χωρίς την προηγούμενη συγκατάθεση των υποκειμένων, σύμφωνα με το άρθρο 70 του ν. 3746/2009, σε μηνιαία βάση, ώστε να εξασφαλίζεται η συστηματική επικαιροποίηση των δεδομένων και, συνεπώς, η ακρίβειά τους. Συγκεκριμένα, οι φορείς έχουν αναλάβει την υποχρέωση να αποστέλλουν τα οφειλόμενα, τον προηγούμενο της αποστολής ημερολογιακό μήνα, υπόλοιπα των χορηγήσεων και είναι αποκλειστικά υπεύθυνοι για την ενημέρωση των αρχείων. Όπως περαιτέρω εξηγεί η καταγγελλόμενη, σε περίπτωση που κάποιο μήνα δεν υπάρξει ενημέρωση για κάποιο δάνειο/πίστωση, τότε στο αρχείο μεταδιδόμενων πληροφοριών εμφανίζονται τα πιο πρόσφατα στοιχεία του δανείου/πίστωσης και αναγράφεται η ημερομηνία τελευταίας ενημέρωσης από τον φορέα. Σε περίπτωση δε που τα στοιχεία δεν αποσταλούν για χρονικό διάστημα τριών μηνών, στα δεδομένα τίθεται η ένδειξη (D) και παύει η μετάδοσή τους στους αποδέκτες. Τέλος, η καταγγελλόμενη σημειώνει ότι η ενημέρωση της εταιρείας από τους φορείς περιλαμβάνει και τα σχετικά με το «κλείσιμο» της χορήγησης (π.χ. λόγω μεταβίβασης της απορρέουσας από την πίστωση απαίτησης - όπως στην περίπτωση του καταγγέλλοντος). Νομική δε βάση της διενεργούμενης επεξεργασίας είναι το έννομο συμφέρον που επιδιώκει ο αποδέκτης των δεδομένων (νομική και εποπτική υποχρέωση εκτίμησης του πιστωτικού κινδύνου, κατάρτιση και λειτουργία συμβάσεων με τις οποίες αναλαμβάνονται πιστωτικοί κίνδυνοι), η συμμόρφωση με έννομες υποχρεώσεις και η αποφυγή υπερχρέωσης των δανειοληπτών (άρθρο 6 παρ. 1 στ’ του ΓΚΠΔ). Συμπερασματικά, η καταγγελλόμενη αναφέρει στην απάντησή της ότι στην περίπτωση του καταγγέλλοντος η εταιρεία πραγματοποίησε πολυάριθμες επικοινωνίες με τους φορείς, οι οποίοι ανήγγειλαν τα υπό εξέταση δεδομένα τους στο ΣΣΧ. Οι εν λόγω φορείς επιβεβαίωσαν την ύπαρξη, την ορθότητα και ακρίβεια των δεδομένων οφειλών που διαβίβασαν αλλά και την εκ μέρους του καταγγέλλοντος υπογραφή της σχετικής δανειακής σύμβασης. Τέλος, σε ικανοποίηση του αιτήματος του καταγγέλλοντος, η καταγγελλόμενη εταιρεία έθεσε ανακοίνωση περί υπαγωγής των δανείων του καταγγέλλοντος στον ν. 3869/2010, προκειμένου να ικανοποιήσει το υποβληθέν προς τούτο αίτημά του. Εν συνεχεία, ο καταγγέλλων υπέβαλε το συμπληρωματικό έγγραφό του με αριθμ. πρωτ. Αρχής Γ/ΕΙΣ/4408/13-06-2023, με το οποίο προσκόμισε στην Αρχή 5 βεβαίωση καταβολών εκδοθείσα από την Tράπεζα EUROBANK από την οποία, κατά τους ισχυρισμούς του, προκύπτει η οριστική αποπληρωμή του ποσού που οφείλετο στην εν λόγω Τράπεζα και που είχε ορίσει το διατακτικό της δικαστικής απόφασης (με αριθμ. …) του Μονομελούς Πρωτοδικείου Φ, ισχυριζόμενος ότι το συγκεκριμένο δάνειο θα έπρεπε να έχει διαγραφεί οριστικά από το τηρούμενο σύστημα της καταγγελλομένης. Η Αρχή με το έγγραφό της με αριθμ. πρωτ. Αρχής Γ/ΕΞ/2749/31-10-2023, ζήτησε συμπληρωματικές διευκρινίσεις από την καταγγελλόμενη, ζητώντας της να ενημερώσει την Αρχή αν είχε λάβει γνώση των αναφερόμενων ως άνω στοιχείων (ήτοι, μεταξύ άλλων, της σχετικής βεβαίωσης καταβολών εκδοθείσας από την Τράπεζα Eurobank) είτε από το υποκείμενο των δεδομένων είτε από τους αρμόδιους φορείς. Σε απάντηση του ως άνω εγγράφου, η καταγγελλόμενη απέστειλε την Αρχή την υπ’ αριθμ. πρωτ. Αρχής Γ/ΕΙΣ/8132/15-11-2023 απάντησή της, σύμφωνα με την οποία, αφού επανέλαβε ότι προέβη σε πολυάριθμες επικοινωνίες με τους αρμόδιους φορείς, προκειμένου να εξεταστεί η βασιμότητα των ισχυρισμών του καταγγέλλοντος, σημείωσε ότι ο καταγγέλλων ουδέποτε της προσκόμισε το αντίγραφο της εν λόγω βεβαίωσης, αλλά ούτε και την ίδια την εφετειακή απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Φ περί υπαγωγής του στις διατάξεις του ν. 3869/2010. Όπως αναφέρει δε στην απάντησή της, η καταγγελλόμενη δεν γνώριζε την εν λόγω απόφαση, ενώ ανέφερε ότι αποκλειστικά αρμόδιοι για το είδος και το περιεχόμενο των πληροφοριών που διαβιβάζουν είναι οι φορείς χορήγησης, αφού αυτοί έχουν και τα πλήρη στοιχεία της κάθε χορήγησης. Επιπλέον, στην απάντησή της η καταγγελλόμενη επανέλαβε ότι, σε περίπτωση που κάποια πληροφορία του αρχείου τεθεί υπό αμφισβήτηση, επικοινωνεί άμεσα με τους φορείς για την εξέταση και για ενέργειες διόρθωσης. Όπως εξηγεί περαιτέρω στην απάντησή της, σε περίπτωση που το υποκείμενο προσκομίσει απευθείας στην καταγγελλόμενη έγγραφα, που χωρίς αμφιβολία αποδεικνύουν τους ισχυρισμούς του (όπως λ.χ. εξοφλητική βεβαίωση, δικαστική απόφαση κτλ) τότε η καταγγελλόμενη εξαιρετικά προβαίνει σε ενέργειες χωρίς τη μεσολάβηση των φορέων, περίπτωση η οποία ωστόσο, όπως αναφέρει, δεν συνέτρεξε εν προκειμένω. 6 Κατόπιν τούτων, η καταγγελλόμενη την 01-11-2023 επικοινώνησε εκ νέου με την εταιρεία Veraltis και την Τράπεζα Εurobank προκειμένου να ελεγχθεί η βασιμότητα του εν λόγω ισχυρισμού. Σε απάντηση του εν λόγω ερωτήματος, η Τράπεζα Eurobank στις 14-11-2023, αφού επιβεβαίωσε ότι ο καταγγέλλων αποπλήρωσε το ποσό που προσδιορίσθηκε με την απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Φ, με την τελευταία καταβολή να λαμβάνει χώρα την 30-11-2016, ανάφερε επί λέξει «δεν φαίνεται να προκύπτει παραβίαση εκ μέρους της Τράπεζας των κανόνων για την προστασία των προσωπικών δεδομένων του κ. Α με δεδομένο ότι δεν έχει περιέλθει στην Τράπεζα δικαστική ή έστω εξώδικη βεβαίωση/ενημέρωση για κανονική εκπλήρωση των υποχρεώσεών του προς όλους τους πιστωτές, όπως καθορίσθηκαν στην υπ’ αριθμ. 21/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Φ. Ήταν προϋπόθεση για την απαλλαγή από το σύνολο του υπολοίπου των οφειλών. Αυτό ισχύει και για τον χρόνο μετά τη λήψη της επιστολής, με την οποία ενημερώνεται για την επικείμενη πώληση και μεταβίβαση της απαίτησης εκ μέρους μας». Επιπλέον, όπως αναφέρει στην απάντησή της προς την Αρχή, προκειμένου να διερευνηθεί περαιτέρω από τη διαχειρίστρια εταιρεία σε συνεργασία με την τράπεζα μεταβίβασης η ορθότητα της απεικόνισης του με αριθμ. … καταναλωτικού δανείου στο αρχείο ΣΣΧ, η εταιρεία προέβη αυθημερόν (στις 14-11-2023) στη προσωρινή μεταφορά της εν λόγω πληροφορίας στο αρχείο μη μεταδιδομένων προς τους αποδέκτες πληροφοριών έως ότου οι αρμόδιοι φορείς προβούν σε κατάλληλες ενέργειες ενημέρωσή τους. Για την ενέργεια δε αυτή ενημερώθηκε σχετικώς και ο καταγγέλλων με επιστολή. Τέλος, η καταγγελλόμενη ανέφερε ότι σε σχέση με τις λοιπές καταχωρήσεις, η ΙNTRUM HELLAS με τα από 06-11-2023, 07-11-2023, 09-112023 και 14-11-2023 μηνύματά της, επιβεβαίωσε την ορθότητα των καταχωρήσεων που αφορούν τον καταγγέλλοντα, αναφέροντας επί λέξει «επιβεβαιώθηκε η ορθότητα των πεδίων της εικόνας του κ. Α με ημερομηνία 29-09-2023». Σημειώνει δε ότι προς την κατεύθυνση βελτιστοποίησης της ακρίβειας και ορθότητας των δεδομένων του αρχείου συγκέντρωσης χορηγήσεων της εταιρείας, έχει ήδη δρομολογηθεί η αποστολή έγγραφης επικοινωνίας με τους Φορείς χορήγησης και τις εταιρείες διαχείρισης προκειμένου να ελεγχθεί η ορθότητα των αποστελλομένων από αυτούς δεδομένων. 7 Ακολούθως, ο καταγγέλλων υπέβαλε το συμπληρωματικό του έγγραφο με αριθμ. πρωτ. Αρχής Γ/ΕΙΣ/8732/07-12-2023, με το οποίο επαναλαμβάνει ότι η καταγγελλόμενη δεν διενήργησε, ως υποχρεούτο, προληπτικό έλεγχο ορθότητας των στοιχείων που διαβιβάσθηκαν αναφορικά με ενεργή ρύθμισή του, δυνάμει του ν. 3869/2010, ενώ δεν διέγραψε δάνεια οριστικά ρυθμισθέντα με εξοφληθείσα οφειλή εδώ και πλέον 7 έτη όπως, κατά τους ισχυρισμούς του, υποχρεούτο. Επιπλέον, όπως ο καταγγέλλων σημειώνει, η ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ αρνείται να προβεί σε ουσιαστικό και πλήρη έλεγχο του αποτελέσματος υπολογισμού της οφειλής περί δανείων βάσει του άρθρου 64 του Ν. 4549/2018, ενώ επιπλέον εγγράφει στο ΣΣΧ οφειλή του ν. 3869/2010 ωσάν στεγαστικό δάνειο. Αναφέρει δε ότι, αν και η Τράπεζα Εurobank αναγνωρίζει επιβεβαιωμένα ότι η ρύθμιση έχει εξοφληθεί από τις 30-11-2016 και έχει εκδώσει σχετική βεβαίωση, έχει μεταβιβάσει την απαίτηση σε «fund» και, παρότι έχει διαγραφεί βάσει του άρθρου 64 του ν. 4549/2018, η ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ προχώρησε σε εγγραφή νέου εικονικού δανείου, σε χρόνο που θεωρείται διαγεγραμμένο. Τέλος, ο καταγγέλλων αναφέρει ότι τα ποσά αναφορικά με τη Β΄ περίοδο ρύθμισης ν. 3869/2010 είναι εσφαλμένα, ενώ σημειώνει ότι «η οφειλή και των 4 δανείων έχει εξοφληθεί εδώ και πλέον επτά έτη». Με τα υπ’ αριθμ. πρωτ. Αρχής Γ/ΕΙΣ/5847/10-07-2024 και Γ/ΕΙΣ/5861/11-072024 συμπληρωματικά έγγραφα η καταγγελλόμενη προσκόμισε στην Αρχή την υπ’ αριθμ. … απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Φ, την οποία, όπως αναφέρει, έλαβε με ιδία πρωτοβουλία από το εκδόν δικαστήριο καθώς και αναλυτική αναφορά δεδομένων που αφορούν τον καταγγέλλοντα στην οποία, όπως επισημαίνει σε σχέση με τα δύο δάνεια διαχείρισης της ΙΝΤRUM (στα οποία αφορά η υπό κρίση καταγγελία), έχει ήδη τεθεί η σχετική με την υπαγωγή σε δικαστική ρύθμιση ανακοίνωση (σε ικανοποίηση σχετικού αιτήματος του καταγγέλλοντος), ενώ το δάνειο της Veraltis δεν μεταδίδεται στους αποδέκτες. Επιπλέον, με το συμπληρωματικό της έγγραφο με αριθ. πρωτ. Αρχής Γ/ΕΙΣ/7977/15-10-2024, η καταγγελλόμενη ανέφερε ότι, με βάση σχετικό μήνυμα που έλαβε από την εταιρεία Veraltis στις 02-10-2024, προέβη στις 08-10-2024 σε οριστική διαγραφή του με αρ. … καταναλωτικού δανείου του καταγγέλλοντος, διαχείρισης της τελευταίας, και ενημέρωσε σχετικώς τόσο τον καταγγέλλοντα όσο και τη διαχειρίστρια εταιρεία. 8 Τέλος, ο καταγγέλλων με το συμπληρωματικό του έγγραφο (με αριθμ. πρωτ. Αρχής Γ/ΕΙΣ/8076/18-10-2024) αναφέρει ότι στις 11-10-2024 ενημερώθηκε με επιστολή από την καταγγελλόμενη για την οριστική διαγραφή του ως άνω υπ’ αριθμ. … καταναλωτικού δανείου, γεγονός που επιβεβαιώνει την ορθότητα των ισχυρισμών του, ενώ επισημαίνει εκ νέου την αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην ικανοποίηση των δικαιωμάτων του. Κατόπιν τούτων, η Αρχή κάλεσε σε ακρόαση ενώπιον του Τμήματος της Αρχής μέσω τηλεδιάσκεψης, με τις υπ’ αριθ. πρωτ. Αρχής Γ/ΕΞΕ/2347/27-06-2025 και Γ/ΕΞΕ/2346/27-06-2025 κλήσεις της, τον καταγγέλλοντα και την καταγγελλόμενη εταιρεία, αντίστοιχα, στις 09-07-2025, ημερομηνία κατά την οποία παρέστη o καταγγέλλων και ο πληρεξούσιος δικηγόρος του Στέφανος Βαζάκας (ΑΜ/ΔΣ …) και ανέπτυξε τις απόψεις του, εκ μέρους δε της καταγγελλόμενης παρέστη ο Ιωάννης Μούργελας, δικηγόρος (ΑΜ/ΔΣ …), ενώ παρούσα ήταν και η Υπεύθυνη Προστασίας Δεδομένων της καταγγελλόμενης Β (δικηγόρος ΑΜ/ΔΣ …). Περαιτέρω, μετά την εν λόγω ακρόαση χορηγήθηκε προθεσμία προσκομίσεως υπομνημάτων προς περαιτέρω υποστήριξη των ισχυρισμών τους μέχρι την 18η Ιουλίου 2025. Ακολούθως, ο καταγγέλλων και η καταγγελλόμενη υπέβαλαν εμπροθέσμως στις 18-07-2025 τα με αριθ. πρωτ. Αρχής Γ/ΕΙΣ/6758/18-07-2025 και Γ/ΕΙΣ/7101/28-072025 υπομνήματά τους μετά των συνημμένων σε αυτά εγγράφων, στα οποία αναφέρουν μεταξύ άλλων τα ακόλουθα: Καταρχάς ο καταγγέλλων, τόσο κατά την ακρόαση όσο και με το υπόμνημά του, ανέφερε ότι η θέση της καταγγελλόμενης στην οικονομία είναι κρίσιμη, καθόσον τα δεδομένα που παρέχει στους χρήστες καθορίζουν και επηρεάζουν καίρια τη συναλλακτική συμπεριφορά τους έναντι του υποκειμένου των δεδομένων ή έναντι των νομικών προσώπων. Όπως σημειώνει, η καταγγελλόμενη τηρεί δεδομένα και οικονομικές πληροφορίες που αν είναι ανακριβή μπορούν να νοθεύσουν την επιχειρηματική ελευθερία και τον ελεύθερο ανταγωνισμό, με σοβαρές οικονομικές συνέπειες τόσο για το υποκείμενο των δεδομένων όσο και για τρίτα πρόσωπα και οικονομικά συμμετέχοντες. Σημειώνει δε ότι η καταγγελλόμενη δεν ελέγχει ούτε επιβεβαιώνει τα δεδομένα που τηρούνται στη βάση της, έχοντας παραχωρήσει μέγιστη ανεξαρτησία επεξεργασίας και χρήσης της βάσης της στις Τράπεζες και σε 9 εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις, αυτοπεριοριζόμενη σε ρόλο απλού διαμεσολαβητή, ενώ οι μέτοχοι της είναι οι ελληνικές τράπεζες και συνεπώς δεν έχει κανένα βαθμό ανεξαρτησίας και επιχειρηματικής ελευθερίας από το τραπεζικό σύστημα όσον αφορά τα δικαιώματα του ΓΚΠΔ. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, η καταγγελλόμενη έχει αποτύχει να λειτουργήσει ένα ικανό σύστημα προστασίας υποκειμένων των δεδομένων, καθόσον δεν ασκεί κανένα είδος προληπτικού ελέγχου και εποπτείας επί των δεδομένων και πληροφοριών, που τα πιστωτικά ιδρύματα καταχωρίζουν στα συστήματά του ούτε έχει εγκαταστήσει κάποιου είδους δειγματοληπτικό προληπτικό έλεγχο αλλά ούτε τηρεί επαρκείς διαδικασίες κατασταλτικού ελέγχου όταν καταγγέλλεται περίπτωση ψευδούς ή ανακριβούς εγγραφής ή παράλειψης επικαιροποιημένων στοιχείων. Αναφέρει ότι η ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ περιορίζεται σε εσωτερική αλληλογραφία με το πιστωτικό ίδρυμα που καταχώρισε την ανακριβή εγγραφή και ανύπαρκτη απαίτηση και δεν ελέγχει τη βασιμότητα ή την ακρίβεια της εγγραφής, αντιστρέφοντας το βάρος απόδειξης, απαιτώντας από το υποκείμενο των δεδομένων να αποδείξει την ανυπαρξία ή ανακρίβεια της καταχωρισμένης απαίτησης/εγγραφής με το πιστωτικό ίδρυμα. Σημειώνει δε ότι η διαγραφή ψευδούς και η διόρθωση της ανακριβούς εγγραφής εξαρτάται είτε από τις διαθέσεις του πιστωτικού ιδρύματος είτε από τελεσίδικη δικαστική απόφαση, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για τις συνέπειες της ψευδούς και ανακριβούς πιστοληπτικής πληροφορίας για το υποκείμενο των δεδομένων. Περαιτέρω, αναφέρει ότι οι εμφανιζόμενες εγγραφές που αφορούσαν το πρόσωπό του ήταν επτά και τονίζει ότι τα αναγνωριστικά εγγραφών δεν ταυτίζονται ευθύς με εύκολο τρόπο με τους αριθμούς των δανειακών συμβάσεων, που όντως σύναψε το υποκείμενο, πρακτική που δυσχεραίνει τον έλεγχο και την προστασία των δικαιωμάτων του υποκειμένου. Ισχυρίζεται ότι δυο εκ των εγγραφών ήταν παντελώς ψευδείς και δεν σχετίζονταν με καμία πραγματική οφειλή, οι δε υπόλοιπες πέντε αφορούσαν οφειλές του, όχι δανειακές αλλά ρυθμισμένες δυνάμει του ν. 3869/2010, οι τρεις αφορώσες σε καταναλωτικά δάνεια (δύο από την Τράπεζα Πειραιώς και ένα από την Τράπεζα Eurobank), τα οποία είχαν ρυθμιστεί με την πρώτη (τετραετή) περίοδο και είχαν εξοφληθεί ήδη από το 2017. Οι υπόλοιπες δύο αφορούν στεγαστικό και επισκευαστικό της Τράπεζας Πειραιώς (αρχικώς της Τράπεζας Κύπρου) και αυτές ρυθμισμένες με δικαστική απόφαση. Έτι περαιτέρω, επεξηγεί ότι 10 τρία είναι τα ζητήματα που τίθενται: (α) παράνομη εμφάνιση μιας ψευδούς εγγραφής για ανύπαρκτη απαίτηση, (β) παράνομη εμφάνιση τριών ανακριβών εγγραφών που είχαν ρυθμιστεί βάσει τελεσίδικης απόφασης του ν. 3869/2010 και εξοφληθεί από το 2017 και άρα θα έπρεπε να έχουν διαγραφεί το 2022 με τη συμπλήρωση της προβλεπόμενης πενταετίας και (γ) παράνομη εμφάνιση δύο ρυθμισμένων οφειλών βάσει αμετάκλητης δικαστικής απόφασης ν. 3869/2010 εσφαλμένως ως δάνεια. Επιπλέον, σημειώνει ότι η εσφαλμένη εγγραφή ως δάνεια και όχι ως ρυθμισμένες οφειλές, μαζί με τα υπόλοιπα οικονομικά στοιχεία δίνει ψευδή εντύπωση ότι το υποκείμενο συνεχίζει να είναι συμβαλλόμενο με τις Τράπεζες με συγκεκριμένες δανειακές συμβάσεις, η παράβαση των οποίων επιφέρει συγκεκριμένες συνέπειες. Όμως, μετά τη δικαστική ρύθμιση, το σύνολο της έννομης σχέσης μεταξύ Τράπεζας - υπερχρεωμένου οφειλέτη διέπεται από τη δικαστική απόφαση και τις διατάξεις του ν. 3869/2010, οι οποίες είναι ευνοϊκότερες για τον οφειλέτη, προβλέπουν ειδική διαδικασία έκπτωσης από τη ρύθμιση με εχέγγυα δικαστικής κρίσης της βασιμότητας των λόγων έκπτωσης, ενώ, όταν ο τρίτος/ χρήστης της υπηρεσίας αυτής έχει πρόσβαση στις πληροφορίες αυτές που εμφανίζονται ως δάνεια, δεν κατανοεί πως τελούν υπό ιδιαίτερο νομικό καθεστώς προστασίας και σχηματίζει εσφαλμένη αντίληψη περί του οικονομικού προφίλ του υποκειμένου. Ακολούθως, επαναλαμβάνει τα όσα ανέφερε και κατά την ακρόαση της υπόθεσης, επισημαίνοντας ότι επί δύο χρόνια η ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ αδιαφορούσε για τις διαρκείς έγγραφες διαμαρτυρίες περί ανυπαρξίας της εγγραφής προερχόμενης από τη με αριθμό … σύμβαση/αριθμός λογαριασμού … που χειριζόταν η Veraltis και επέμενε να υποστηρίζει τις θέσεις της Veraltis και να διατηρεί ψευδή εγγραφή, παραπέμποντας στη Veraltis για τις λοιπές ενέργειες. Επανέλαβε δε ότι η καταγγελλόμενη εμφάνιζε παρανόμως σε βάρος του μια οφειλή από ανύπαρκτη απαίτηση, αναφέροντας ότι η ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ αδυνατούσε να εντοπίσει το ζήτημα της ανύπαρκτης οφειλής και να διεξάγει έρευνα, αντ’ αυτού έθεσε σε προσωρινή αναστολή τη συγκεκριμένη εγγραφή ανύπαρκτης οφειλής. Τελικώς δε ο καταγγέλλων αναφέρει ότι σύμφωνα με επιστολή της καταγγελλόμενης με αριθμ. πρωτ. … προέβη σε οριστική διαγραφή του εν λόγω δανείου από το Αρχείο Συγκέντρωσης Χορηγήσεων, επειδή αντιλήφθηκε την παρανομία και τη παράβαση των δικαιωμάτων του, ενώ αναφέρει ότι η εγγραφή ψευδούς εγγραφής στον ΤΕΙΡΕΣΙΑ έγινε από ψευδή και εσφαλμένα στοιχεία που 11 τηρούν στις δικές τους βάσεις η Τράπεζα Eurobank και η Veraltis. Ακολούθως, ο καταγγέλλων επαναλαμβάνει τα όσα ανέφερε κατά την ακρόαση, ότι η καταγγελλόμενη θα έπρεπε να λάβει άμεσα όλα τα κατάλληλα μέτρα εναντίον της τράπεζας (προκειμένου να προστατεύσει την ασφάλεια των πληροφοριών που επεξεργάζεται στη βάση της), ενώ αναφέρει ότι σκοπίμως η καταγγελλόμενη κατά τη συζήτηση της υπόθεσης επαναλάμβανε τους ισχυρισμούς της Τράπεζας Εurobank και της Veraltis, αποδεικνύοντας με αυτόν τον τρόπο ότι δεν προβαίνει σε κανέναν έλεγχο και λειτουργεί υπέρ των Τραπεζών και σε βάρος του υποκειμένου. Επαναλαμβάνει ότι από τις πέντε εγγραφές οι τρεις αφορούν τρία καταναλωτικά δάνεια και όλα έχουν ρυθμιστεί με μηνιαίες καταβολές συγκεκριμένου ποσού την πρώτη περίοδο (τετραετία), ενώ αναφέρει πως ο ν. 3869/2010 δεν θέτει καμία άλλη προϋπόθεση ούτε απαιτεί άλλη διαδικασία και κηρύσσει αυτομάτως και άνευ ετέρου την πλήρη απαλλαγή του οφειλέτη ώστε δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία περί αυτού ούτε συντρέχει περίπτωση αμφισβήτησης της μεθόδου υπολογισμού του επιτοκίου (όπως συμβαίνει με τις ρυθμισμένες οφειλές των στεγαστικών/ επισκευαστικών δανείων που αφορούν τις δύο εγγραφές του). Περαιτέρω, ο καταγγέλλων σημειώνει ότι οι συνέπειες της παράβασης των δόσεων της οφειλής της εικοσαετίας περιορίζονται στα ρυθμισμένα στεγαστικά/ επισκευαστικά δάνεια και δεν ανατρέχουν αναδρομικά στα καταναλωτικά, η απαλλαγή για τα οποία είναι οριστική και αμετάκλητη και επαναλαμβάνει ότι η Τράπεζα Eurobank γνώριζε από το 2017 ότι η ρύθμιση είχε εξοφληθεί και συνέτρεχε περίπτωση πλήρους απαλλαγής, έχοντάς του χορηγήσει και σχετική βεβαίωση. Επισημαίνει ότι μετά την ακροαματική διαδικασία η καταγγελλόμενη αναγκάστηκε να διαγράψει τις τρεις αυτές εγγραφές, ενώ αναφέρει ότι τα ίδια ισχύουν και για την παράνομη εμφάνιση δύο ρυθμισμένων οφειλών από στεγαστικό και επισκευαστικό δάνειο, τα οποία η καταγγελλόμενη επιμένει να τα εμφανίζει ψευδώς ως δάνεια (με μια μόνο λεκτική διευκρινιστική προσθήκη), ενώ αποτελούν ρύθμιση, παραπονούμενος ότι τα αναφερόμενα ποσά είναι παντελώς ανακριβή. Η καταγγελλόμενη συνεπώς, κατά τους ισχυρισμούς του καταγγέλλοντος, αρνήθηκε επανειλημμένα να ικανοποιήσει το δικαίωμα στη διόρθωση επικαλούμενος δηλώσεις τρίτων εταιρειών (Ιntrum, Veraltis, Tράπεζες), χωρίς να ζητήσει αποδεικτικά έγγραφα. Η καταγγελλόμενη, τόσο κατά την ακρόαση όσο και με το μετ’ ακρόαση 12 υπόμνημά της, ανάφερε τα εξής: Στα αρχεία που τηρεί η εταιρεία περιλαμβάνεται και το Σύστημα Συγκέντρωσης Χορηγήσεων (ΣΣΧ), τα δεδομένα του οποίου αποστέλλονται από τα πιστωτικά και χρηματοδοτικά ιδρύματα («φορείς») που χορηγούν τα δάνεια όπως και τα εκάστοτε υπόλοιπα αυτών και, στη συνέχεια, τα παρακολουθούν, τόσο από άποψη λειτουργίας της δανειακής σύμβασης όσο και λογιστικά. Οι δανειστές αυτοί έχουν πλήρη και έγκαιρη ενημέρωση για την εξέλιξη των δανείων που χορηγούν και αποτελούν τη μόνη πηγή των καταχωρούμενων στο ως άνω αρχείο πληροφοριών. Κατά τους ισχυρισμούς της καταγγελλόμενης , «για τη δραστηριότητά τους αυτή τα πιστωτικά και χρηματοδοτικά ιδρύματα είναι κατά τον Κανονισμό υπεύθυνα επεξεργασίας και έχουν την ευθύνη και υποχρέωση τήρησης όλων των αρχών επεξεργασίας του άρθρου 5 του ΓΚΠΔ μεταξύ των οποίων και η ακρίβεια και η πληρότητα των διαβιβαζόμενων στην ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ δεδομένων», ενώ επιπλέον έχουν «την υποχρέωση να ανταποκρίνονται έγκαιρα σε περίπτωση άσκησης από τα υποκείμενα των δεδομένων που διαβιβάζουν στην ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ των κατά τον Κανονισμό δικαιωμάτων τους μεταξύ οποίων το δικαίωμα διόρθωσης». Η ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ, επιπλέον, ισχυρίζεται ότι η ίδια «στην οποία αποστέλλονται, τα δεδομένα από την παραλαβή τους καθίσταται υπεύθυνη επεξεργασίας για τη μετέπειτα διαχείρισή τους, δηλαδή για την καταχώρησή τους όπως ακριβώς παραλαμβάνονται, την ορθή ταξινόμησή και κατηγοριοποίησή τους, τη διόρθωση τους, εφόσον ο αποστολέας προβαίνει σε διόρθωσή τους και την εξασφάλιση ακώλυτης πρόσβασης σε αυτά των νομίμων αποδεκτών τους». Όπως περαιτέρω εξηγεί η ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ δεν μπορεί να αντιμετωπίσει αιτήματα διόρθωσης, γιατί δεν έχει ούτε θα μπορούσε να έχει, πρόσβαση σε δανειακούς λογαριασμούς ή βιβλία, εκτός αν το υποκείμενο των δεδομένων υποβάλει κάποιο αναμφισβήτητο στοιχείο από το οποίο προκύπτει η ανάγκη διόρθωσης (π.χ. δικαστική απόφαση απαλλαγής από την οφειλή). Σε οποιαδήποτε άλλη περίπτωση, όταν παραλαμβάνει ένα αίτημα διόρθωσης, το μόνο που μπορεί και υποχρεούται να κάνει είναι να ενημερώσει τον δανειστή, ο οποίος οφείλει να απαντήσει για να γίνει η διόρθωση και να αποκατασταθεί η ακρίβεια του αρχείου. Περαιτέρω, η καταγγελλόμενη εξηγεί ότι στο Αρχείο Δεδομένων Οικονομικής Συμπεριφοράς δεν περιλαμβάνεται οικονομική ή άλλη αξιολόγηση των εντασσόμενων σε αυτό, η δε αξιολόγηση τους ανήκει στον αποδέκτη των δεδομένων, 13 ο οποίος τα συνεκτιμά σε συνδυασμό με την οικονομική συναλλαγή που πρόκειται να πραγματοποιήσει. Επίσης, η καταγγελλόμενη επαναλαμβάνει ότι με σκοπό τη συμμόρφωση με τις επιταγές του ΓΚΠΔ και ειδικότερα με την αρχή της ακρίβειας, πραγματοποιεί ποικίλους ελέγχους σε όλα τα στάδια επεξεργασίας των δεδομένων, οι δε Φορείς που λειτουργούν ως αυτοτελώς υπεύθυνοι αποστέλλουν αρχεία δεδομένων σε συγκεκριμένη μορφή, η οποία εξασφαλίζει την πληρότητα και την ομοιογένεια των αρχείων εισόδου και τη δυνατότητα αυτοματοποιημένης επεξεργασίας. Αναφέρει ότι μετά την παραλαβή κάθε αρχείου, ενεργοποιούνται αυτόματοι έλεγχοι αρχείων (που εκτελούν έλεγχο δομής, λογικούς και ποιοτικούς ελέγχους), έλεγχοι από τη διεύθυνση πληροφοριών και εξυπηρέτησης πολιτών επιχειρήσεων (που περιλαμβάνουν αιτήματα πολίτων και τραπεζών) αλλά και έλεγχοι από τη διεύθυνση των τραπεζικών σχέσεων. Αναφορικά με το αρχείο ΣΣΧ, η καταγγελλόμενη σημειώνει στην απάντησή της ότι τα δάνεια που προκύπτουν στο πλαίσιο ρύθμισης του ν. 3869/2010 ή άλλου θεσμικού πλαισίου (ΠΕΕ), πρέπει να αναγγέλλονται από τον αρμόδιο φορέα με το σχετικό χαρακτηρισμό. Επαναλαμβάνει ότι οι φορείς έχουν αναλάβει την υποχρέωση να αποστέλλουν τα οφειλόμενα, τον προηγούμενο της αποστολής ημερολογιακό μήνα, υπόλοιπα των χορηγήσεων και είναι αποκλειστικά υπεύθυνοι για ενημέρωση/ επικαιροποίηση των δεδομένων. Σε περίπτωση που κάποιο μήνα δεν υπάρξει ενημέρωση για κάποιο δάνειο, τότε στο αρχείο μεταδιδόμενων πληροφοριών εμφανίζονται τα πιο πρόσφατα στοιχεία του δανείου/πίστωσης και αναγράφεται η ημερομηνία τελευταίας ενημέρωσης από τον φορέα, ενώ αν δεν αποσταλούν τα στοιχεία για χρονικό διάστημα τριών μηνών, στα δεδομένα τίθεται η ένδειξη «D» και παύει η μετάδοσή τους στους αποδέκτες (έτσι όπως έγινε εν προκειμένω και με τα δύο δάνεια του καταγγέλλοντος που τελικά διεγράφησαν οριστικά από το Αρχείο ΣΣΧ την 14-12-2022). Αναφέρει δε ότι η ενημέρωση της ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ από τους φορείς περιλαμβάνει και τα σχετικά με το «κλείσιμο» της χορήγησης (π.χ. λόγω μεταβίβασης της απαίτησης από την πίστωση απαίτησης – όπως στην περίπτωση καταγγέλλοντος, λόγω μεταφοράς υπολοίπου, κλπ). Επεξηγεί ότι διενεργούνται οι ακόλουθοι έλεγχοι σε διάφορα στάδια επεξεργασίας των δεδομένων του αρχείου συγκέντρωσης χορηγήσεων: αυτόματοι έλεγχοι, περαιτέρω έλεγχοι πριν την οριστικοποίηση εγγραφής στο αρχείο ΣΣΧ, ενώ πραγματοποιούνται και ειδικοί έλεγχοι για 14 μεταβιβασθείσες απαιτήσεις που περιλαμβάνουν τις τράπεζες και τις εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις, και επαναλαμβάνει τη διαδικασία που ακολουθείται για τη διαγραφή δεδομένου από το Αρχείο του ΣΣΧ και τη διόρθωση δεδομένων Αρχείων ΣΣΧ. Έτι περαιτέρω, η καταγγελλόμενη επεξηγεί τη διαδικασία συμπλήρωσης και διαγραφής δεδομένου σε αιτήσεις δικαστικής ρύθμισης οφειλών (άρθρο 4 παρ. 1 του ν. 3869/2010), αλλά και συμπλήρωσης και διαγραφής δεδομένου σε αποφάσεις δικαστικής ρύθμισης οφειλών (άρθρο 8 του ν. 3869/2010). Αναφέρει ότι στην περίπτωση συμπλήρωσης δεδομένων σε αποφάσεις δικαστικής ρύθμισης χρεών (άρθρο 8 του ν. 3869/2010), με την ένδειξη «εξόφληση οφειλών ρύθμισης», «πιστοποίησης απαλλαγής από υπόλοιπο οφειλών», η συμπλήρωση του δεδομένου πραγματοποιείται εφόσον προσκομισθούν από τον ενδιαφερόμενο έγγραφα που αποδεικνύουν την εξόφληση των οφειλών ή δικαστική απόφαση από την οποία πιστοποιείται η απαλλαγή του από το υπόλοιπο των οφειλών ή γνωστοποιηθεί στην ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ από τις πιστώτριες τράπεζες/εταιρείες η εξόφληση των οφειλών προς εκάστη αυτών. Εφόσον το πρωτογενές δεδομένο έχει διαβιβασθεί στην ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ από την πιστώτρια τράπεζα/εταιρεία, τότε η τράπεζα/εταιρεία γνωστοποιεί στην ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ την εξόφληση εντός 2 εργάσιμων ημερών από την ημερομηνία εξόφλησης. Επιπλέον αναφέρει ότι προς περαιτέρω προστασία του υποκειμένου των δεδομένων, σε περίπτωση άσκησης του δικαιώματος περιορισμού της επεξεργασίας κατ’ άρθρο 18 ΓΚΠΔ, εμφανίζεται σχετική ένδειξη περί περιορισμού της επεξεργασίας και η εταιρεία προβαίνει σε διερεύνηση του υπό αμφισβήτηση δεδομένου, η δε καταγγελλόμενη στη συγκεκριμένη περίπτωση ικανοποίησε πλήρως και εμπρόθεσμα το δικαίωμα περιορισμού της επεξεργασίας του καταγγέλλοντος. Η καταγγελλόμενη σημειώνει ότι έκφανση του δικαιώματος περιορισμού της επεξεργασίας είναι και το δικαίωμα μη μετάδοσης των δεδομένων, το οποίο δύναται να ζητηθεί από το υποκείμενο των δεδομένων. Στην περίπτωση αυτή τα δεδομένα δεν εμφανίζονται στο αρχείο μεταδιδόμενων πληροφοριών, αλλά εμφανίζεται σχετική ένδειξη ότι «δεν επιθυμεί τη μετάδοση των δεδομένων που τον αφορούν», ένδειξη που εκτιμάται ελεύθερα από τους αποδέκτες. Επεξηγεί δε ότι μετά από κοινή απόφαση των Γενικού Διευθυντή, YΠΔ και Διευθυντή Νομικών Υπηρεσιών, δεδομένα των αρχείων της ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ, για τα οποία υπάρχει εύλογη αμφισβήτηση αναφορικά με την ακρίβεια 15 και μέχρι την επιβεβαίωση της ορθότητας της πληροφορίας από την πηγή, διαγράφονται από το αρχείο μεταδιδόμενων πληροφοριών και μεταφέρονται σε αρχείο μη μεταδιδόμενων πληροφοριών. Όπως δε η καταγγελλόμενη εταιρεία αναφέρει, ευθύς μόλις τέθηκε υπόψη της η βεβαίωση καταβολών, έθεσε το αμφισβητούμενο δάνειο διαχείρισης της Veraltis σε αρχείο μη μεταδιδόμενων πληροφοριών. Εν τέλει δε προέβη σε οριστική διαγραφή μετά από νεότερη επικοινωνία με τους αρμοδίους φορείς. Η καταγγελλόμενη παραθέτει δε μια σειρά από επικοινωνίες και συναντήσεις με φορείς (τράπεζες, εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων και ΥΠΔ αυτών) και ενέργειες με αφορμή την καταγγελία προκειμένου να διασφαλιστεί η ποιότητα των δεδομένων που αποστέλλονται και η ορθή απεικόνιση αυτών, υπενθυμίζοντας ειδικότερα ζητήματα της αποστολής προϊόντων που έχουν υπαχθεί στον ν. 3869/2010 και ειδικότερη έμφαση στην υποχρέωση του άρ. 5 του ν. 3816/2010. Σύμφωνα με τα όσα αναφέρει η καταγγελλόμενη, οι εν λόγω ενέργειες περιλαμβάνουν τα εξής: (

  1. i)διατραπεζικές συναντήσεις που έλαβαν χώρα τον Ιούλιο και Δεκέμβριο του 2023 με στελέχη διαρκούς συνεργασίας της εταιρείας, κατά τις οποίες η καταγγελλόμενη ενημέρωσε τους εμπλεκομένους φορείς σχετικά με την ποιότητα (ακρίβεια και πληρότητα) δεδομένων που αποστέλλονται εκ μέρους των τραπεζών και ΕΔΑΔΠ και υπενθύμισε τη σημασία της διασφάλισης της ποιότητας και ορθής απεικόνισης των αποστελλόμενων δεδομένων, (
  2. ii)συναντήσεις με την ΥΠΔ της καταγγελλόμενης και των τραπεζών και των μεγαλύτερων ΕΔΑΔΠ τον Φεβρουάριο του 2024 και 2025 με όμοιο θέμα, (iii) διατραπεζική συνάντηση τον Απρίλιο του 2024, κατά την οποία συζητήθηκαν η ακρίβεια και η ορθότητα μεταδιδόμενων δεδομένων, και δόθηκαν κατευθύνσεις και έμφαση στην υποχρέωση του άρθρου 5 του ν. 3816/2010, (
  3. iv)απεστάλησαν ηλεκτρονικές επιστολές προς τα στελέχη διαρκούς συνεργασίας που εκπροσωπούν τράπεζες, λοιπούς φορείς και τις εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις, με δυνατότητα πρόσβασης στο Αρχείο ΣΣΧ, (
  4. v)συναντήσεις όμοιου περιεχομένου την 01-10-2024 με ειδικότερη έμφαση στη ποιότητα δεδομένων και διαχείριση χορηγήσεων του ν. 3869/2010, με ειδική παρουσίαση του τρόπου διαχείρισης των ρυθμισμένων βάσει του ν. 3869/2010 τόσο στο Αρχείο Αθέτησης Υποχρεώσεων (ΣΑΥ) όσο και στο Αρχείο Συγκέντρωσης Χορηγήσεων (ΣΣΧ), (
  5. vi)συναντήσεις τον Μάιο του 2025 με όλα τα στελέχη διαρκούς συνεργασίας των Φορέων στην οποία πραγματοποιήθηκε 16 ενημέρωση αναφορικά με την αναθεώρηση των προδιαγραφών του αρχείου ΣΣΧ και την προσθήκη επιπλέον ενδείξεων και πεδίων με ειδικό παράρτημα στο ν. 3869/2010, τονίζοντας τη σημασία της ορθής απεικόνισης των πληροφοριών στο αρχείο. Επιπλέον, όπως αναφέρει η καταγγελλόμενη, προσετέθησαν επιπλέον ενδείξεις και πεδία στο μηνιαίο αρχείο συγκέντρωσης χορηγήσεων με ειδικό παράρτημα αναφερόμενο στο ν. 3869/2010, ενώ έλαβε χώρα και έγινε παρουσίαση σχετικoύ εγχειριδίου. Καταληκτικά δε η καταγγελλόμενη επισημαίνει τα εξής: Η ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ τηρεί το Αρχείο Αθέτησης Υποχρεώσεων και το Αρχείο Συγκέντρωσης Χορηγήσεων με την ιδιότητα της υπεύθυνης επεξεργασίας, εξέτασε δε άμεσα και σε βάθος τα υποβληθέντα αιτήματα από τον καταγγέλλοντα, παρά το γεγονός ότι ουδέποτε της διαβιβάστηκε κάποιο δικαιολογητικό που να τεκμηριώνει τις προβληθείσες αιτιάσεις, πραγματοποιώντας πολυάριθμες επικοινωνίες με τους φορείς, ενώ επαναλαμβάνει ότι τα στοιχεία που είχε ο καταγγέλλων (ήτοι την από 09-03-2017 βεβαίωση της πραγματοποίησε, καθώς Eurobank αναφορικά και την εφετειακή με τις καταβολές απόφαση του που Μονομελούς Πρωτοδικείου Φ) δεν τα προσκόμισε, αλλά τα επεσύναψε για πρώτη φορά στη συμπληρωματική καταγγελία. Επισημαίνει ότι έχει προβεί σε όλες τις επικοινωνίες με τα στελέχη διαρκούς συνεργασίας των πιστωτικών ιδρυμάτων, ζητώντας να προβούν σε διορθωτικές ενέργειες τυχόν σφαλμάτων που απεικονίζονται στο Αρχείο Συγκέντρωσης Χορηγήσεων, αφορώντας δάνεια που εμφανίζονται τα οποία μεταβιβάστηκαν σε χρόνο μεταγενέστερο της εξόφλησης των σχετικών οφειλών σε ΕΔΑΔΠ ως μόνα αρμόδια. Όπως επεξηγεί η καταγγελλόμενη, η τήρηση της δικαστικής απόφασης από τον οφειλέτη πρέπει να είναι καθολική, έναντι όλων των πιστωτικών ιδρυμάτων από τα οποία διατηρεί οφειλές, και προκειμένου να επέλθει η απαλλαγή του οφειλέτη από την εκάστοτε οφειλή απαιτείται είτε έκδοση δικαστικής απόφασης που να πιστοποιεί την απαλλαγή του οφειλέτη από το υπόλοιπο των χρεών είτε να προσκομισθούν βεβαιώσεις από τον ίδιο τήρησης της δικαστικής απόφασης και από τα λοιπά πιστωτικά ιδρύματα. Επιπλέον, όπως αναφέρει στο μετ’ ακρόαση υπόμνημά της η καταγγελλόμενη, μετά την καταγγελία έχει πραγματοποιηθεί έργο αναθεώρησης με την προσθήκη από τους φορείς και τις ΕΔΑΔΠ επιπλέον ενδείξεων στο μηνιαίο αρχείο ΣΣΧ ειδικά αναφορικά με τον ν. 3869/2010. Tέλος, καταλήγει ότι τα όποια προβλήματα έχουν δημιουργηθεί σε σχέση με τον ν. 3869/2010 και τη 17 μεταβίβαση των σχετικών απαιτήσεων είναι μεμονωμένα, σημειώνοντας ότι η ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ έχει υποχρέωση να θέτει στη διάθεση των πιστωτικών ιδρυμάτων δεδομένα οικονομικής συμπεριφοράς ώστε να μπορούν με ακρίβεια να εκτιμούν τους πιστωτικούς κινδύνους και να αποφασίζουν επί αιτημάτων χρηματοδότησης, ενώ δεν πρέπει να παροράται ότι η υποβολή αίτησης δικαστικής απόφασης ρύθμισης του ν. 3869/2010 και η έκδοση απόφασης υπαγωγής συνιστούν σημαντικότατες πληροφορίες στην αξιολόγηση της πιστοληπτικής ικανότητας του αιτούντος από τον εκάστοτε αρμόδιο Φορέα. Η εκτίμηση δε του πιστωτικού κινδύνου οδηγεί σε περιορισμό των επισφαλειών και της υπερχρέωσης. Η Αρχή, αφού έλαβε υπ’ όψιν της τα ανωτέρω, μετά από εξέταση των στοιχείων του φακέλου και αφού άκουσε την εισηγήτρια και τις διευκρινίσεις από τη βοηθό εισηγήτρια, η οποία παρέστη χωρίς δικαίωμα ψήφου, κατόπιν διεξοδικής συζήτησης ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟΝ ΝΟΜΟ 1. Από τις διατάξεις των άρθρων 51 και 55 ΓΚΠΔ και του άρθρου 9 του νόμου 4624/2019 (ΦΕΚ Α΄ 137) προκύπτει ότι η Αρχή έχει αρμοδιότητα να εποπτεύει την εφαρμογή των διατάξεων του Γενικού Κανονισμού (ΕΕ) 2016/679 για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα (εφεξής ΓΚΠΔ), του νόμου αυτού και άλλων ρυθμίσεων που αφορούν την προστασία του ατόμου από την επεξεργασία προσωπικών δεδομένων. Ειδικότερα, από τις διατάξεις των άρθρων 57 παρ. 1 στοιχ. στ’ του ΓΚΠΔ και 13 παρ. 1 στοιχ. ζ’ του ν. 4624/2019 προκύπτει ότι η Αρχή έχει αρμοδιότητα να επιληφθεί της καταγγελίας του A κατά της εταιρείας ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ Α.Ε. και να ασκήσει, αντίστοιχα τις εξουσίες που της απονέμονται από τις διατάξεις των άρθρων 58 του ΓΚΠΔ και 15 του ν. 4624/2019. 2. Ως «επεξεργασία» προσωπικών δεδομένων σύμφωνα με το άρθρο 4 στοιχ. 2 ΓΚΠΔ νοείται κάθε πράξη ή σειρά πράξεων που πραγματοποιείται με ή χωρίς τη χρήση αυτοματοποιημένων μέσων, σε δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα ή σε σύνολα δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, όπως η συλλογή, η καταχώριση, η οργάνωση, η διάρθρωση, η αποθήκευση, η προσαρμογή ή η μεταβολή, η ανάκτηση, η αναζήτηση πληροφοριών, η χρήση, η κοινολόγηση με διαβίβαση, η διάδοση ή κάθε 18 άλλη μορφή διάθεσης, η συσχέτιση ή ο συνδυασμός, ο περιορισμός, η διαγραφή ή η καταστροφή. Σύμφωνα δε με το άρθρο 4 στοιχ. 7 ΓΚΠΔ ως υπεύθυνος επεξεργασίας ορίζεται «το φυσικό ή νομικό πρόσωπο, η δημόσια αρχή, η υπηρεσία ή άλλος φορέας που, μόνα ή από κοινού με άλλα, καθορίζουν τους σκοπούς και τον τρόπο της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα· όταν οι σκοποί και ο τρόπος της επεξεργασίας αυτής καθορίζονται από το δίκαιο της Ένωσης ή το δίκαιο κράτους μέλους, ο υπεύθυνος επεξεργασίας ή τα ειδικά κριτήρια για τον διορισμό του μπορούν να προβλέπονται από το δίκαιο της Ένωσης ή το δίκαιο κράτους μέλους». 3. Στο άρθρο 5 παρ. 1 του ΓΚΠΔ τίθενται οι αρχές που πρέπει να διέπουν την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. Σε αυτές περιλαμβάνεται και η αρχή της ακρίβειας (εδάφιο δ΄), σύμφωνα με την οποία τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα είναι ακριβή και, όταν είναι αναγκαίο, επικαιροποιούνται· πρέπει να λαμβάνονται όλα τα εύλογα μέτρα για την άμεση διαγραφή ή διόρθωση δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα τα οποία είναι ανακριβή, σε σχέση με τους σκοπούς της επεξεργασίας («ακρίβεια»). Περαιτέρω, σύμφωνα με την αιτιολογική σκέψη 39 «θα πρέπει να λαμβάνεται κάθε εύλογο μέτρο ώστε να εξασφαλίζεται ότι τα δεδομένα που δεν είναι ακριβή διορθώνονται ή διαγράφονται». Επιπλέον, σύμφωνα με την αρχή της λογοδοσίας που εισάγεται με τη δεύτερη παράγραφο του αυτού ως άνω άρθρου 5, ορίζεται ρητώς ότι ο υπεύθυνος επεξεργασίας «φέρει την ευθύνη και είναι σε θέση να αποδείξει τη συμμόρφωση με την παράγραφο 1 («λογοδοσία»)». Η αρχή αυτή, η οποία συνιστά ακρογωνιαίο λίθο του ΓΚΠΔ, συνεπάγεται την υποχρέωση του υπευθύνου επεξεργασίας να σχεδιάζει, εφαρμόζει και εν γένει λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα και πολιτικές, προκειμένου η επεξεργασία των δεδομένων να είναι σύμφωνη με τις σχετικές νομοθετικές προβλέψεις και, επιπλέον, να είναι σε θέση να αποδεικνύει ο ίδιος και ανά πάσα στιγμή τη συμμόρφωσή του με τις αρχές του άρθρου 5 παρ. 1 ΓΚΠΔ. 4. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 24 παρ. 1 ΓΚΠΔ: «1. Λαμβάνοντας υπόψη τη φύση, το πεδίο εφαρμογής, το πλαίσιο και τους σκοπούς της επεξεργασίας, καθώς και τους κινδύνους διαφορετικής πιθανότητας επέλευσης και σοβαρότητας για τα δικαιώματα και τις ελευθερίες των φυσικών προσώπων, ο υπεύθυνος 19 επεξεργασίας εφαρμόζει κατάλληλα τεχνικά και οργανωτικά μέτρα προκειμένου να διασφαλίζει και να μπορεί να αποδεικνύει ότι η επεξεργασία διενεργείται σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό. Τα εν λόγω μέτρα επανεξετάζονται και επικαιροποιούνται όταν κρίνεται απαραίτητο». 5. Η Αρχή ήδη από το έτος 1999 έχει εκδώσει τις με αριθ. 109/31-03-1999 και 523/19-10-1999 Αποφάσεις της, με τις οποίες ορίζονται οι προϋποθέσεις τήρησης αρχείου δυσμενών δεδομένων οικονομικής συμπεριφοράς από την ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ Α.Ε. και οι κανόνες κατηγοριοποίησης των δεδομένων αυτών (που αποτελούν το Σύστημα Αθέτησης Υποχρεώσεων, «μαύρη λίστα»). Το 2004 η Αρχή επανέλαβε τις παραπάνω αποφάσεις της (με αριθ. 24 και 25/2004 Αποφάσεις) προκειμένου, ως κανονιστικές πράξεις, να δημοσιευθούν στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ Β΄ 684/11-052004)1. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τις ανωτέρω αποφάσεις της Αρχής, η τήρηση δυσμενών δεδομένων οικονομικής συμπεριφοράς από την ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ Α.Ε. επιτρέπεται και χωρίς τη συγκατάθεση του/των υποκειμένου/ων των δεδομένων, με βάση το άρθρο 5 παρ. 2 περ. ε΄ του ν. 2472/1997 (υπέρτερο έννομο συμφέρον, που συνίσταται στην ελαχιστοποίηση των κινδύνων από τη σύναψη πιστωτικών συμβάσεων με αφερέγγυους πελάτες και εν γένει από τη δημιουργία επισφαλών απαιτήσεων, στην προστασία της εμπορικής πίστης και στην εξυγίανση των οικονομικών συναλλαγών). Με τις αποφάσεις αυτές κρίθηκε ότι «η επεξεργασία είναι πράγματι «απολύτως αναγκαία» για την ικανοποίηση του σκοπού αυτού, ενώ η προστασία της εμπορικής πίστης, στη σύγκριση με τα συμφέροντα των υποκειμένων των δεδομένων, μπορεί να θεωρηθεί ότι «υπερέχει προφανώς», υπό την έννοια του άρθρου 5 παρ. 2 εδ. ε’». Περαιτέρω, εξειδικεύτηκαν οι κατηγορίες των δεδομένων που επιτρέπεται να τηρηθούν από την ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ Α.Ε. για τον συγκεκριμένο σκοπό και ο χρόνος τήρησης αυτών ανάλογα με το είδος τους, οι αποδέκτες του συγκεκριμένου αρχείου, κτλ. 1 Με τις εν λόγω Αποφάσεις η Αρχή καθόρισε, μεταξύ άλλων, και το είδος των δεδομένων που μπορεί να τηρεί νομίμως η ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ Α.Ε. στο Σύστημα Αθέτησης Υποχρεώσεων. Πρόκειται για δεδομένα σχετικά με αθέτηση συγκεκριμένων οικονομικών υποχρεώσεων, ήτοι ακάλυπτες σφραγισμένες επιταγές, απλήρωτες συναλλαγματικές και γραμμάτια σε διαταγή, καταγγελίες συμβάσεων δανείων και πιστώσεων, αιτήσεις πτωχεύσεων, κηρυχθείσες πτωχεύσεις, διαταγές πληρωμής, προγράμματα πλειστηριασμών και περιλήψεις εκθέσεων κατάσχεσης, κατασχέσεις και επιταγές ν.δ. 1923, διοικητικές κυρώσεις του Υπ.Οικ., προσημειώσεις υποθηκών και υποθήκες. 20 Επίσης, η Αρχή από το έτος 2002 έχει εκδώσει απόφαση για τις προϋποθέσεις τήρησης αρχείου «συγκέντρωσης κινδύνων ή λευκής λίστας» από την ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ Α.Ε. Συγκεκριμένα, η Αρχή µε την Απόφαση 86/2002 έκρινε ότι, σε αντίθεση µε το αρχείο δυσμενών οικονομικών δεδομένων («µαύρης λίστας»), η δημιουργία του εν λόγω αρχείου («λευκής λίστας») από την ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ Α.Ε., χωρίς τη συγκατάθεση του υποκειμένου αντίκειται στο νόµο και υπερβαίνει το σκοπό της επεξεργασίας. Έγινε δηλαδή δεκτό ότι το εν λόγω αρχείο («λευκή λίστα»), το οποίο περιέχει τις ενήµερες οφειλές και τις οφειλές σε καθυστέρηση, χωρίς αυτές όμως να είναι οφειλές βεβαιωμένες και απαιτητές (όπως στην περίπτωση της «µαύρης λίστας»), µπορεί να δημιουργηθεί και να λειτουργήσει µόνο στη βάση της συγκατάθεσης του υποκειμένου των δεδομένων. Στη συνέχεια, ο νομοθέτης µε την διάταξη του άρθρου 40 ν. 3259/2004, ρύθµισε τη λειτουργία του αρχείου «µαύρης λίστας» της ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ, κατά τρόπο που ουσιαστικά ταυτίζεται µε το περιεχόμενο της Απόφασης της Αρχής µε αριθ. 109/3103-1999 (που επέτρεψε στην ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ τη δημιουργία του εν λόγω αρχείου χωρίς τη συγκατάθεση του υποκειμένου των δεδομένων) και τροποποίησε τις συγκεκριμένες κατηγορίες δεδομένων, τις οποίες όρισε η Αρχή µε την µε αριθ. 523/19-10-1999 Απόφαση και τον χρόνο τήρησης αυτών. Ακολούθως, µε την διάταξη του άρθρου 70 του ν. 3746/2009 αντικαταστάθηκε η προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 40 του ν. 3746/2009. Συγκεκριμένα, με τη διάταξη αυτή, πέραν του ότι τροποποιήθηκαν οι όροι και ο χρόνος τήρησης συγκεκριμένων κατηγοριών (δυσμενών δεδομένων) (βλ. παρ. 1 και 3, όπως αυτές αντικαταστάθηκαν πάλι με το άρθρο 4 παρ. 1 και 2 του ν. 3816/2010, βλ. σχετικά και τα άρθρα 3-5 ν. 3816/2010) ορίστηκε ρητά ότι: «2. Επιτρέπεται στα πιστωτικά και χρηματοδοτικά ιδρύµατα η διαβίβαση προς καταχώριση δεδομένων επί των εκάστοτε ανεξόφλητων υπολοίπων δανείων ή και πιστώσεων, περιλαμβανομένων και των υφιστάμενων, που χορηγούν σε φυσικά ή νοµικά πρόσωπα ή ενώσεις προσώπων, σε αρχείο δεδομένων οικονομικής συμπεριφοράς που λειτουργεί νόµιµα, χάριν αυτών, χωρίς την προϋπόθεση του άρθρου 5 παρ. 1 του ν. 2472/1997 (ΦΕΚ 50 Α΄). 21 Η πρόσβαση των πιστωτικών και χρηματοδοτικών ιδρυµάτων στα ως άνω δεδομένα επιτρέπεται µόνο κατά τους όρους και προϋποθέσεις του ν. 2472/1997, όπως εκάστοτε ισχύει και εφαρμόζεται. Ο χρόνος τήρησης και χρήσης από τα πιστωτικά ιδρύµατα ή από αρχεία δεδομένων οικονομικής συμπεριφοράς που λειτουργούν νόµιµα χάριν αυτών των δεδομένων δεν µπορεί να υπερβαίνει την πενταετία». 6. Περαιτέρω η ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ, ως υπεύθυνη επεξεργασίας, πρέπει να τηρεί όλες τις αρχές που διέπουν τη νόμιμη επεξεργασία των προσωπικών δεδομένων, μεταξύ άλλων και της αρχής της ακρίβειας. Σύμφωνα με την απόφαση της Αρχής 60/20092, όπως ορίζεται και στην υπ’ αριθμ. 24/2004 απόφαση της Αρχής, σχετικά με τις προϋποθέσεις τήρησης αρχείου από την ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ Α.Ε., τα δυσμενή για το υποκείμενο των δεδομένων προσωπικά δεδομένα που διαβιβάζονται κάθε φορά στον αποδέκτη πρέπει να είναι ακριβή και ενημερωμένα μέχρι τον χρόνο διαβίβασης. Η ακρίβεια και η ενημέρωση των στοιχείων αποτελεί, κατ’ αρχήν, βάρος του υπευθύνου επεξεργασίας. Από τις δύο ανωτέρω αποφάσεις, σε συνδυασμό με το άρθρο 4 παρ. 1 γ’ του Ν. 2472/19973 συνάγεται ότι η ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ ως υπεύθυνη επεξεργασίας έχει την ευθύνη για την ακρίβεια των περιλαμβανομένων σε αυτό στοιχείων. Περαιτέρω, ο έλεγχος που πρέπει να γίνεται από τις τράπεζες σχετικά με την ακρίβεια των στοιχείων, αφού είναι και οι ίδιες πηγές των δεδομένων, δεν απαλλάσσει την ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ από το καθήκον να ελέγχει και να εξασφαλίζει ότι οι απαιτήσεις του νόμου για τη νόμιμη επεξεργασία δεδομένων εφαρμόζονται. Στο πλαίσιο της αρχής της ακρίβειας είναι ευνόητο ότι κατά την επεξεργασία πρέπει να λαμβάνονται εκείνα τα μέτρα προσοχής και συνέπειας ώστε να αποφεύγονται οι παραδρομές αλλά και η πιθανή σύγχυση λ.χ. λόγω συνωνυμίας. Στις περιπτώσεις όμως που τα σχετικά γεγονότα (λ.χ. εξόφλησης) δεν αποκτούν δημοσιότητα, τα σχετικά στοιχεία θα πρέπει να προσκομίζονται από τα ενδιαφερόμενα υποκείμενα ή από τους φορείς στην ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ, δεδομένου ότι η τελευταία δεν έχει άμεση πρόσβαση στα στοιχεία των Τραπεζών 4. 2 Διαθέσιμη στην ιστοσελίδα της Αρχής, www.dpa.gr Πλέον, υπό τον ΓΚΠΔ, η αρχή της ακρίβειας ορίζεται στο άρθρο 5 παρ. 1 εδ. δ’ του ΓΚΠΔ. 4 Βλέπε Απόφαση της Αρχής 104/2001 διαθέσιμη στην ιστοσελίδα της Αρχής www.dpa.gr, και ΑΠ 1923/2006, Δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, στην οποία κρίθηκε ότι «ενόψει του ότι η εξόφληση δεν αποκτά 3 22 7. Πηγές του εν λόγω αρχείου (ΣΣΧ) αποτελούν τα πιστωτικά και χρηματοδοτικά ιδρύματα και τα υποκείμενα των δεδομένων. Εν συνεχεία δε, σε αυτές συμπεριλήφθηκαν και οι εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις δεδομένου ότι πλέον, σε πολλές περιπτώσεις, στη θέση των πιστωτικών και χρηματοδοτικών ιδρυμάτων έχουν υπεισέλθει κατά το ισχύον θεσμικό πλαίσιο oι εν λόγω εταιρείες (Ε.Δ.Α.Δ.Π)5 για τις απαιτήσεις που αυτές διαχειρίζονται. Τα δε στοιχεία, πρέπει να αποστέλλονται στην ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ άμεσα από τις πηγές, και σύμφωνα και με τον Κανονισμό Επεξεργασίας Δεδομένων Αρχείων της ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ, μέχρι την 5η ημέρα εκάστου μήνα ή σε περίπτωση που η 5η ημέρα είναι αργία, μέχρι την επόμενη εργάσιμη και αφορούν την εικόνα των δανείων όπως διαμορφώθηκε κατά την τελευταία επεξεργασία του προηγούμενου της αποστολής ημερολογιακού μήνα. 8. Προσέτι, υφίσταται η υποχρέωση των πιστωτικών, χρηματοδοτικών ιδρυμάτων (και πλέον και των εν λόγω εταιρειών - ΕΔΑΔΠ) που έχουν αποστείλει την ανάλογη πρωτογενή αναγγελία οικονομικών δεδομένων, να ενημερώνουν την ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ σχετικά με την εξόφληση της οφειλής, ενώ επιπλέον, σύμφωνα με το άρθρο 5 του ν. 3816/2010 περί «ρύθμισης επιχειρηματικών και επαγγελματικών οφειλών προς τα πιστωτικά ιδρύματα, διατάξεις για την επεξεργασία δεδομένων οικονομικής συμπεριφοράς και άλλες διατάξεις», το πιστωτικό και εν γένει το χρηματοδοτικό ίδρυμα που έχει διαβιβάσει σε αρχεία δεδομένων οικονομικής συμπεριφοράς που λειτουργούν νόµιµα δυσμενή δεδομένα για οφειλές υποχρεούται µέσα σε δύο εργάσιμες ηµέρες από την περιέλευση σε αυτό των στοιχείων, που αποδεικνύουν την εξόφληση της οφειλής, να προβεί αδαπάνως για τον οφειλέτη στην ενηµέρωση του υπευθύνου επεξεργασίας των παραπάνω αρχείων. 9. Οι διατάξεις του ν. 3869/2010 περί «Ρύθμισης των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων και άλλες διατάξεις» στόχο έχουν την επανένταξη του υπερχρεωμένου πολίτη στην οικονοµική και κοινωνική ζωή µε την δημοσιότητα, τα σχετικά στοιχεία θα πρέπει να προσκομισθούν από τον αναιρεσείοντα ή την Τράπεζα αφού άλλωστε, όπως επαλλήλως δέχεται το εφετείο, η αναιρεσίβλητη δεν είχε άμεση πρόσβαση στο αρχείο της συγκεκριμένης τράπεζας και κατά λογική ακολουθία δεν ήταν σε θέση να προβεί στον άνω έλεγχο, γεγονός που σημαίνει ότι η αναιρεσίβλητη αγνοούσε ανυπαιτίως την εξόφληση…[…]…» 5 Βλ. και απόφαση 18/2019 της Αρχής, διαθέσιμη στην ιστοσελίδα της Αρχής, αλλά και ν. 5072/2023 (πρβλ και ν. 4354/2015). 23 επανάκτηση της οικονομικής ελευθερίας, που συνεπάγεται η εξάλειψη των χρεών που αδυνατεί να αποπληρώσει. Η συλλογική ικανοποίηση των πιστωτών αποβλέπει εν προκειμένω στη δυνατότητα μιας δεύτερης ευκαιρίας στο υπερχρεωμένο φυσικό πρόσωπο για ένα νέο οικονοµικό ξεκίνημα, χωρίς τα βάρη του παρελθόντος, µε τη δυνατότητα απαλλαγής από υποχρεώσεις που έχει αναλάβει, εφόσον για ένα ορισμένο χρονικό διάστηµα εξαντλήσει τις δυνατότητες ικανοποίησης των πιστωτών του. 10. Η Αρχή, με την υπ’ αριθμ. 50/2011 απόφασή της, έκρινε ότι τα δεδομένα οικονομικής συμπεριφοράς που σχετίζονται με τη διαδικασία του ν. 3869/2010 μπορούν να τηρούνται νομίμως. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με το άρθρο 16 του ν. 3869/2010, «ο χρόνος τήρησης από τα πιστωτικά ιδρύματα ή τρίτους χάριν αυτών δεδομένων οικονομικής συμπεριφοράς, που αναφέρονται στη διαδικασία του παρόντος νόμου, δεν μπορεί να υπερβαίνει το χρονικό διάστημα των τριών ετών από την επέλευση της απαλλαγής από τα χρέη σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 1 του άρθρου 11». Από τον εν λόγω κανόνα του χρόνου τήρησης των δεδομένων οικονομικής συμπεριφοράς προκύπτει εμμέσως ότι τα δεδομένα αυτά μπορούν πράγματι να τηρούνται νομίμως, χωρίς να απαριθμεί τα δεδομένα που μπορούν να τηρούνται, αλλά τα προσδιορίζει γενικά 6, για δε τον προσδιορισμό των δεδομένων, που καταλαμβάνονται από τη ρύθμιση αυτή, θα πρέπει να αποσαφηνιστούν οι ενέργειες που περιλαμβάνονται σε αυτή. Συγκεκριμένα, και σύμφωνα με την απόφαση της Αρχής 50/2011 «Ο νόμος διακρίνει τις απαιτούμενες για τη ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων ενέργειες σε δύο φάσεις. Η πρώτη φάση ρυθμίζεται στο άρθρο 2 του νόμου και φέρει τον τίτλο «Διαδικασία εξωδικαστικού συμβιβασμού». Η δεύτερη φάση αφορά τη διαδικασία ενώπιον του αρμοδίου δικαστηρίου και ρυθμίζεται στα άρθρα 3 επ. του νόμου. Η διάκριση της διαδικασίας για τη ρύθμιση των κρίσιμων οφειλών σε δύο φάσεις δεν υποδηλώνει νομοθετική πρόθεση για τη διαφορετική μεταχείριση των δεδομένων του οφειλετών σε κάθε φάση της διαδικασίας. Η χωριστή ρύθμιση των δύο αυτών φάσεων της ίδιας διαδικασίας δικαιολογείται από την ανάγκη καθιέρωσης ενός προστάδιου εξωδικαστικής αναζήτησης δυνατοτήτων διευθέτησης των επιπτώσεων 6 Βλ. Σκέψη 2 απόφαση 50/2011 της Αρχής, διαθέσιμη στην ιστοσελίδα της Αρχής www.dpa.gr 24 της μόνιμης αδυναμίας πληρωμής χρεών σε αυτά. Η τήρηση αυτού του προστάδιου αποτελεί προϋπόθεση για την έναρξη της δικαστικής διαδικασίας (άρθρο 2 παρ. 1), χωρίς να συνιστά ωστόσο αυτοτελή διαδικασία. Για αυτό άλλωστε και το άρθρο 16 δεν διακρίνει ανάμεσα στις δύο φάσεις της διαδικασίας ρύθμισης των χρεών, αλλά αναφέρεται στη συνολική «διαδικασία του παρόντος νόμου». Συνεπώς, από το γράμμα και τον σκοπό του σχετικού κανόνα, συνάγεται ότι αυτός εφαρμόζεται σε δεδομένα που αφορούν τόσο τη διαδικασία εξωδικαστικού συμβιβασμού όσο και την ενώπιον του δικαστηρίου διαδικασία για τη ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων. Επιπλέον, η εν λόγω απόφαση έκρινε ότι τα σχετικά με την υποβολή αίτησης εξωδικαστικού συμβιβασμού κατά το άρθρ. 2 του ν. 3869/2010 δεδομένα νομίμως συλλέγονται από την ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ Α.Ε. χωρίς τη συγκατάθεση των υποκειμένων τους σύμφωνα με το άρθρο 5 παράγραφος 2 στοιχ. β΄ του ν. 2472/1997 προκειμένου να καταχωρισθούν στο Σύστημα Συγκέντρωσης Χορηγήσεων (Λευκή Λίστα) και διέταξε τη διαγραφή τους από το Σύστημα Αθέτησης Υποχρεώσεων (Μαύρη Λίστα). 11. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 11 του Ν. 3869/2010, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 64 παρ. 1 του ν. 4549/2018 «1. Η κανονική εκτέλεση από τον οφειλέτη των υποχρεώσεων που επιβάλλονται με την απόφαση που εκδίδεται σε εφαρμογή των παραγράφων 2, 4 και 5 του άρθρου 8 επιφέρει, με την επιφύλαξη των όσων ορίζονται στην παράγραφο 6 του άρθρου 4 και στην παράγραφο 2 του άρθρου 9, την αυτοδίκαιη απαλλαγή του από κάθε τυχόν υφιστάμενο υπόλοιπο οφειλής έναντι όλων των πιστωτών, ακόμη και έναντι εκείνων που δεν ανήγγειλαν τις απαιτήσεις τους. Ο οφειλέτης μπορεί να ζητήσει από το Ειρηνοδικείο, με αίτηση που κοινοποιείται στους πιστωτές και εκδικάζεται με τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, την πιστοποίηση της απαλλαγής του από το υπόλοιπο των οφειλών». Σύμφωνα δε και με την αιτιολογική έκθεση του ν. 3869/2010 με την παράγραφο 1 καθίσταται προαιρετική πλέον η απόφαση του Ειρηνοδικείου που πιστοποιεί την απαλλαγή του οφειλέτη, η δε απαλλαγή του οφειλέτη επέρχεται αυτοδικαίως µε την κανονική εκτέλεση των υποχρεώσεών του από την απόφαση ρύθμισης οφειλών, χωρίς να απαιτείται κάποια πρόσθετη διαδικασία 7. Διατηρείται 7 Βλ. Αιτιολογική Έκθεση του Ν. 4549/2018, ο οποίος τροποποίησε τον ν. 3869/2010. 25 πάντως το δικαίωμα του οφειλέτη να ζητήσει την έκδοση απόφασης που θα βεβαιώνει την απαλλαγή του, ενέργεια στην οποία συνιστάται να προβεί ο εκάστοτε οφειλέτης προκειμένου να πιστοποιήσει την έννομη θέση του και να διασφαλίσει με τα έννομα συμφέροντά του. Εξ άλλου συνιστά προϋπόθεση της απαλλαγής του οφειλέτη η συμμόρφωσή του στη ρύθμιση των οφειλών ως προς όλους τους πιστωτές οι απαιτήσεις των οποίων καταλαμβάνονται από τη δικαστική ρύθμιση και δεν αρκεί μόνη η συμμόρφωση του οφειλέτη προς την κανονική εκτέλεση των υποχρεώσεών του έναντι ενός μόνο πιστωτή8. Η διαπίστωση της ως άνω προϋπόθεσης, ήτοι της κανονικής εκτέλεσης των υποχρεώσεων του οφειλέτη προς όλους τους πιστωτές, γίνεται με την προσκόμιση εκ μέρους του οφειλέτη εξοφλητικών αποδείξεων από τους λοιπούς πιστωτές των οποίων οι απαιτήσεις ρυθμίζονται από τη δικαστική απόφαση, στις οποίες θα πιστοποιείται ότι ο αιτών οφειλέτης έχει συμμορφωθεί στις έναντι αυτών υποχρεώσεις του, όπως αυτές ρυθμίζονται από την εκάστοτε δικαστική απόφαση και ότι δεν υπολείπεται καμία δόση από τις οριζόμενες στη δικαστική απόφαση. Η προσκόμιση των βεβαιώσεων αυτών παρέλκει, όταν η απαλλαγή πιστοποιείται με δικαστική απόφαση. Η απαλλαγή του οφειλέτη επέρχεται ανεξαρτήτως από την τήρηση της ρύθμισης του άρθρου 9 παρ. 2 του ν. 3869/2010 (για τη διάσωση της κύριας κατοικίας του οφειλέτη), η οποία ενδέχεται να μην εξελιχθεί ομαλά. Στην περίπτωση αυτή, ο οφειλέτης επιτυγχάνει μεν απαλλαγή κατά το άρθρο 11 παρ. 1 του νόμου, ενδέχεται όμως να αντιμετωπίσει την καταγγελία της ρύθμισης από τον πιστωτή και την ενεργοποίηση της διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης σε βάρος της κύριας κατοικίας του, αν καθυστερήσει τέσσερις τουλάχιστον μηνιαίες δόσεις (άρθρ. 9 παρ. 3 του νόμου)9. 12. Συνεπεία των ανωτέρω, προκειμένου να απαλλαγεί ο οφειλέτης από κάθε τυχόν υφιστάμενο υπόλοιπο οφειλής δυνάμει του άρθρου 11 του Ν. 3869/2010, μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 64 παρ. 1 του ν. 4549/2018, αν δεν επιθυμεί να προσφύγει στο οικείο Ειρηνοδικείο προκειμένου να πιστοποιηθεί η απαλλαγή του 8 Βλ. και σελ. 686 επ. Ιάκωβος Βενιέρης, Θεόδωρος Κατσάς, «Εφαρμογή του Ν 3869/2010 για τα υπερχρεωμένα φυσικά πρόσωπα», Νομική Βιβλιοθήκη 9 Βλ. σχετικώς ΜΠΑθηνών 30015/2025, Α δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, Ειρηνοδικείο Ερμ. 24/2018, Ειρηνοδικείο Αταλάντης 60/2024, Α’ δημοσίευση ΝΟΜΟΣ. 26 από το υπόλοιπο των οφειλών (διαδικασία η οποία είναι μεν, πλέον προαιρετική, προσδίδει ωστόσο την απαιτούμενη ασφάλεια δικαίου) θα πρέπει ο ίδιος να προσκομίσει στην ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ πλήρη τεκμηρίωση του σχετικού αιτήματός του, προσκομίζοντας αντίστοιχες βεβαιώσεις ολοκλήρωσης και τήρησης της δικαστικής ρύθμισης της α’ περιόδου κατ’ άρθρο 8 παρ. 2 του ν. 3869/2010 από όλους τους πιστωτές των οποίων οι απαιτήσεις καταλαμβάνονται από τη δικαστική ρύθμιση. Ανεξαρτήτως από τα ανωτέρω, τα πιστωτικά και χρηματοδοτικά ιδρύματα και οι εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις έχουν υποχρέωση να επικαιροποιούν άμεσα τα αντίστοιχα δεδομένα που βρίσκονται στη σφαίρα επιρροής τους και είναι καταχωρημένα στα αρχεία της ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ, ενημερώνοντας, μεταξύ άλλων, και για την περίπτωση ολοκλήρωσης καταβολής των δόσεων που περιλαμβάνονται στην α’ περίοδο της δικαστικής ρύθμισης10. 13. Όσον αφορά στον χρόνο τήρησης των σχετικών δεδομένων, το άρθρο 16 του ν. 3869/2010 ορίζει ότι «ο χρόνος τήρησης από τα πιστωτικά ιδρύματα ή τρίτους χάριν αυτών δεδομένων οικονομικής συμπεριφοράς, που αναφέρονται στη διαδικασία του παρόντος νόμου, δεν μπορεί να υπερβαίνει το χρονικό διάστημα των τριών ετών από την επέλευση της απαλλαγής από τα χρέη σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 1 του άρθρου 11». Περαιτέρω, σύμφωνα δε με το άρθρο 40 του ν. 3259/2004, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 70 του Ν. 3746/2009 «Ο χρόνος τήρησης και χρήσης από τα πιστωτικά ιδρύματα ή από αρχεία δεδομένων οικονομικής συμπεριφοράς που λειτουργούν νόμιμα χάριν αυτών των δεδομένων δεν μπορεί να υπερβαίνει την πενταετία». Ωστόσο, στη συγκεκριμένη περίπτωση, η διάταξη του άρθρου 16 του ν. 3869/2010 που ρυθμίζει τον χρόνο τήρησης των δεδομένων από την επέλευση της απαλλαγής από τα χρέη σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 1 του άρθρου 11 είναι ειδικότερη διάταξη από αυτή του άρθρου 70 του ν. 3746/2009. Εν προκειμένω, ο Έλληνας νομοθέτης προέβλεψε ειδικότερα σε σχέση με το άρθρο 70 10 Βλέπε και παραπάνω ΑΠ 1923/2006, Α’ Δημοσίευση ΝΟΜΟΣ στην οποία κρίθηκε ότι «ενόψει του ότι η εξόφληση δεν αποκτά δημοσιότητα, τα σχετικά στοιχεία θα πρέπει να προσκομισθούν από τον αναιρεσείοντα ή την Τράπεζα αφού άλλωστε, όπως επαλλήλως δέχεται το εφετείο, η αναιρεσίβλητη δεν είχε άμεση πρόσβαση στο αρχείο της συγκεκριμένης τράπεζας και κατά λογική ακολουθία δεν ήταν σε θέση να προβεί στον άνω έλεγχο, γεγονός που σημαίνει ότι η αναιρεσίβλητη αγνοούσε ανυπαιτίως την εξόφληση…[…]…» 27 του ν. 3746/2009, ρυθμίζοντας ότι οι πληροφορίες σχετικά με την επέλευση απαλλαγής από τα χρέη του άρθρου 11 παρ. 1 του Ν. 3869/2010 διατηρούνται για τρία χρόνια από επέλευση της απαλλαγής11. Συνεπώς, ο Έλληνας νομοθέτης εκτίμησε ότι μετά την παρέλευση του χρονικού διαστήματος των τριών ετών τα δικαιώματα και τα συμφέροντα του υποκειμένου των δεδομένων υπερισχύουν των δικαιωμάτων και των συμφερόντων των αποδεκτών των δεδομένων να έχουν πρόσβαση στις συγκεκριμένες πληροφορίες12. 14. Στην προκειμένη περίπτωση, από το σύνολο των στοιχείων του φακέλου της υπόθεσης, την ακροαματική διαδικασία και τα υποβληθέντα υπομνήματα προέκυψαν τα εξής: Ο καταγγέλλων άσκησε προς την καταγγελλόμενη στις 29-01-2023 (
  6. i)αίτημα διαγραφής της εγγραφής που ήταν καταχωρημένη στο αρχείο ΣΣΧ από την εταιρεία Veraltis με κωδικό καταναλωτικού δανείου … και (
  7. ii)αίτημα διόρθωσης των «συλλαθών οικονομικών στοιχείων» σχετιζόμενων με τα δάνεια που διαχειρίζεται η ΙΝTRUM Hellas, (στεγαστικό και επισκευαστικό/ καταναλωτικό δάνειο αντίστοιχα), τα οποία είχε λάβει ο καταγγέλλων από την Τράπεζα Κύπρου και τα οποία, σύμφωνα με τα όσα αναφέρει, έχουν ρυθμιστεί δικαστικά οριστικά βάσει του ν. 3869/2010. Σημειωτέον δε ότι ο καταγγέλλων, όταν υπέβαλε το αίτημα στην καταγγελλόμενη υπεύθυνη επεξεργασίας, δεν προσκόμισε όλα τα απαραίτητα δικαιολογητικά προς τεκμηρίωση του αιτήματός του, δηλαδή δεν προσκόμισε ούτε τη σχετική απόφαση υπαγωγής του στις διατάξεις του ν. 3869/2010, ούτε απόφαση του αρμοδίου Ειρηνοδικείου προκειμένου να πιστοποιηθεί η απαλλαγή του από το υπόλοιπο των οφειλών του ούτε (αντ’ αυτής) αντίστοιχες βεβαιώσεις τήρησης της α’ περιόδου ρύθμισης εκ μέρους όλων των πιστωτών, των οποίων οι απαιτήσεις ρυθμίζονται από τη δικαστική απόφαση, στις οποίες 11 Βλ. και Αιτιολογική Έκθεση του νόμου 3816/2010, στην οποία αναφέρεται ότι «η επεξεργασία οικονομικών πληροφοριών αποτελεί ουσιαστικό παράγοντα για την εκτίμηση της φερεγγυότητας και της πιστοληπτικής ικανότητας των αντισυμβαλλομένων. Η διατήρηση στα εν λόγω αρχεία και η διαβίβαση προς τα πιστωτικά ιδρύματα πληροφοριών που είναι ανεπίκαιρες ή δεν δικαιολογούν, με βάση και τις επικρατούσες κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες, τη βαρύτητά τους μπορεί να έχει δυσμενείς επιπτώσεις για τους πολίτες και τις επιχειρήσεις, να πλήξει, χωρίς επαρκές έρεισμα, την πιστοληπτική τους ικανότητα και κατ’ επέκταση την οικονομική τους ελευθερία». 12 Βλ. σχετικώς και σκέψη 97-98 της απόφασης του ΔΕΕ της 7ης Δεκεμβρίου 2023, στις συνεκδικαζόμενες αποφάσεις C-26/22 και C-64/22, https://curia.europa.eu/juris/document/document.jsf?text=&docid=280428&pageIndex=0&doclang= el&mode=req&dir=&occ=first&part=1. 28 πιστοποιείται ότι ο αιτών οφειλέτης έχει συμμορφωθεί στις έναντι αυτών υποχρεώσεις του, όπως αυτές ρυθμίζονται από τη δικαστική απόφαση και δεν υπολείπεται καμία δόση έτσι ώστε να τεκμηριωθεί η απαλλαγή του από τα υπόλοιπα των χρεών (όπως ορίζεται στο άρθρο 11 παρ. 1 του ν. 3869/2010). Όσον αφορά τον ισχυρισμό του καταγγέλλοντος ότι τα ποσά αναφορικά με την Β΄ περίοδο ρύθμισης του ν. 3869/2010 είναι εσφαλμένα, απαραδέκτως προβάλλεται ενώπιον της Αρχής δεδομένου ότι αρμόδια να επιλύσουν τη εν λόγω διαφορά είναι τα οικεία πολιτικά δικαστήρια13. Η καταγγελλόμενη, σε συνέχεια του ασκηθέντος αιτήματος του καταγγέλλοντος, προέβη σε αλλεπάλληλες επικοινωνίες με τους αρμόδιους φορείς προκειμένου να ελέγξει την ορθότητα των εγγραφών του καταγγέλλοντος, ενώ στις 08-06-2023 έθεσε ανακοίνωση/ παρατήρηση στην οικονομική μονάδα του σχετικού αρχείου περί υπαγωγής των σχετικών δανείων που διαχειρίζεται η Ιntrum Ηellas σε δικαστική ρύθμιση βάσει του ν. 3869/2010, αναφέροντας επί λέξει «η οφειλή που απορρέει από τα δάνεια με ημερομηνία έγκρισης 31/01/2013 και εγκριθέντα ποσά 108.967,20 και 18.532,80 ευρώ, έχει υπαχθεί σε δικαστική ρύθμιση βάσει του Ν. 3869/2010» ενημερώνοντας σχετικά και τον καταγγέλλοντα. Eπιπλέον, αναφορικά με την ορθότητα της απεικόνισης του με αριθμ. … καταναλωτικού δανείου στο Αρχείο Συγκέντρωσης Χορηγήσεων, όπως προέκυψε, το εν λόγω δάνειο ρυθμίστηκε σε εφαρμογή του ν. 3869/2010, όπως αναφέρει στην απάντησή της προς την καταγγελλόμενη η Τράπεζα Eurobank. Στη σχετική της απάντηση η τελευταία διευκρινίζει ότι ο καταγγέλλων έχει αποπληρώσει το ποσό που προσδιορίσθηκε ότι έπρεπε να καταβληθεί ως προς την εν λόγω Τράπεζα με την υπ’ αριθμ. 21/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Φ, καταβάλλοντας το συνολικό πόσο των 1.731,84 ευρώ. Προς το σκοπό αυτό δε, χορηγήθηκε και η από 09-03-2017 επιστολή προς τον καταγγέλλοντα, με την οποία βεβαιώνεται απλώς η 13 Η Αρχή με την από 14-01-2022 πράξη αρχειοθέτησης, η οποία διαβιβάσθηκε στον καταγγέλλοντα με το υπ’αριθμ. πρωτ. Αρχής Γ/ΕΞΕ/188/20-01-2022 διαβιβαστικό, προέβη σε αρχειοθέτηση της καταγγελίας του με αριθμό πρωτ. Γ/ΕΙΣ/8116/13-12-2021 κατά της ΙΝΤRUM , ως μη υπαγόμενη στην αρμοδιότητα της Αρχής, με την αιτιολογία ότι η Αρχή στερείται αρμοδιότητας όπως αξιολογεί το χειρισμό αιτημάτων διόρθωσης οικονομικών στοιχείων, ιδίως όταν προϋποτίθεται η διενέργεια λογιστικού ελέγχου, σημειώνοντας ότι ο - κατά τους ισχυρισμούς του καταγγέλλοντος – εσφαλμένος υπολογισμός των ανωτέρω οικονομικών στοιχείων που τον αφορούν, αποτελεί ζήτημα που γεννά μια ιδιωτικού δικαίου διαφορά, μη εμπίπτουσα προς επίλυση στις αρμοδιότητες της Αρχής. 29 καταβολή των δόσεων προς την εν λόγω Τράπεζα με την ως άνω δικαστική απόφαση. Ωστόσο, όπως αναφέρει στην απάντησή της η Τράπεζα Εurobank, επειδή προϋπόθεση για τη, σύμφωνα με το άρθρο 11 παρ. 1 του ν. 3869/2010 ως ισχύει, απαλλαγή του οφειλέτη είναι η συμμόρφωση ως προς τη ρύθμιση οφειλών προς όλους τους πιστωτές των οποίων οι απαιτήσεις καταλαμβάνονται από τη δικαστική ρύθμιση, η απαίτηση συμπεριελήφθη στα δάνεια που πωλήθηκαν στην Hellas 2P Investment Designated Activity Company με διαχειρίστρια αρχικώς την FPS και στη συνέχεια την Β2Κ (και ήδη Veraltis). Σε συνέχεια των ανωτέρω, η καταγγελλόμενη προέβη στις 14-11-2023 στην προσωρινή μεταφορά της εν λόγω πληροφορίας του αρχείου της σε αρχείο μη μεταδιδομένων προς τους αποδέκτες πληροφοριών, έως ότου οι αρμόδιοι Φορείς προβούν σε κατάλληλες ενέργειες ενημέρωσής του. Τέλος, η καταγγελλόμενη εταιρεία, με το συμπληρωματικό της έγγραφο με αριθ. πρωτ. Αρχής Γ/ΕΙΣ/7977/1510-2024, ανέφερε ότι με βάση σχετικό μήνυμα που έλαβε από την εταιρεία Veraltis στις 02-10-2024, προέβη στις 08-10-2024 σε οριστική διαγραφή του με αρ. … καταναλωτικού δανείου του καταγγέλλοντος και ενημέρωσε σχετικώς τόσο τον καταγγέλλοντα όσο και τη διαχειρίστρια εταιρεία. Από τα παραπάνω προκύπτει ότι η καταγγελλόμενη ως υπεύθυνη επεξεργασίας, η οποία πρέπει να τηρεί όλες τις αρχές που διέπουν τη νόμιμη επεξεργασία των προσωπικών δεδομένων, μεταξύ άλλων και της αρχής της ακρίβειας, αναζήτησε επιβεβαίωση και ενημέρωση από τους αρμόδιους φορείς, σε σχέση με τις πληροφορίες που ετέθησαν υπόψη της από το υποκείμενο των δεδομένων, ωστόσο η ανταπόκριση των φορέων δεν ήταν άμεση και παρουσιάσθηκαν καθυστερήσεις στην επικαιροποίηση των τηρούμενων δεδομένων που σχετίζονται με τον ν. 3869/2010, με αποτέλεσμα το τηρούμενο αρχείο να μην είναι ακριβές και επικαιροποιημένο. Συνεπώς, σύμφωνα με τα ανωτέρω εκτιθέμενα, η Αρχή διαπιστώνει παραβίαση της αρχής της ακρίβειας κατ’ άρθρο 5

(1)στοιχ. (δ) του ΓΚΠΔ εκ μέρους της καταγγελλόμενης υπευθύνου επεξεργασίας. H Αρχή επιφυλάσσεται να εξετάσει τυχόν γενικότερο ζήτημα με τους φορείς-πηγές των δεδομένων στο εν λόγω αρχείο της Τειρεσίας, αν κριθεί σκόπιμο. 15. Με βάση τα ανωτέρω, η Αρχή κρίνει ότι συντρέχει περίπτωση να ασκήσει τις εκ του άρθρου 58 παρ. 2 ΓΚΠΔ διορθωτικές εξουσίες. Ειδικότερα η Αρχή 30 κρίνει ότι πρέπει, με βάση την παράβαση που διαπιστώθηκε, να απευθύνει κατ΄ εφαρμογή της διάταξης 58 παρ. 2 στοιχ. β΄ ΓΚΠΔ επίπληξη στην καταγγελλόμενη για την διαπιστωθείσα παράβαση του άρθρου 5 παρ. 1 στοιχ. δ’ του ΓΚΠΔ και να δώσει εντολή στην καταγγελλόμενη κατ’ άρθρο 58 παρ. 2 εδ. δ’ να μεριμνήσει για την ανάπτυξη βελτιωμένης διαδικασίας έτσι ώστε να εξασφαλίζεται η τήρηση της αρχής της ακρίβειας, μέσω της σωστής και έγκαιρης ανταπόκρισης των εκάστοτε φορέων στα τηρούμενα δεδομένα στα αρχεία της, συμπεριλαμβανομένων και των πληροφοριών που άπτονται του ν. 3869/2010, δεδομένου ότι μόνο εάν η παρεχόμενη πληροφόρηση προς τους αποδέκτες των δεδομένων είναι επίκαιρη και ακριβής πληρούται ο σκοπός τήρησης του εν λόγω αρχείου. Η Αρχή κρίνει ότι με βάση τις περιστάσεις που διαπιστώθηκαν πρέπει να επιβληθούν στην καταγγελλόμενη οι αναφερόμενες στο διατακτικό κυρώσεις, οι οποίες αποτελούν αποτελεσματικό, αναλογικό και αποτρεπτικό μέτρο τόσο προς αποκατάσταση της συμμόρφωσης όσο και για την τιμωρία της παράνομης συμπεριφοράς. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Η Αρχή α) Απευθύνει στην καταγγελλόμενη ανώνυμη εταιρεία «ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ Α.Ε.» ως υπεύθυνο επεξεργασίας, επίπληξη σύμφωνα με το άρθρο 58 παρ. 2 στοιχ. β΄ ΓΚΠΔ για την διαπιστωθείσα παράβαση του άρθρου 5 παρ. 1 στοιχ. δ’ του ΓΚΠΔ, β) Δίδει εντολή, κατ’ άρθρο 58 παρ. 2 εδ. δ’ στην καταγγελλόμενη ανώνυμη εταιρεία «ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ Α.Ε», ως υπεύθυνο επεξεργασίας, να μεριμνήσει για την ανάπτυξη διαδικασίας που θα ενισχύει την πλήρωση της τήρησης της αρχής της ακρίβειας, κατά τρόπο που να εξασφαλίζεται η σωστή και έγκαιρη ανταπόκριση των εκάστοτε φορέων στα τηρούμενα δεδομένα στα αρχεία της, συμπεριλαμβανομένων και των πληροφοριών που άπτονται του ν. 3869/2010, παρέχοντας στην Αρχή σχετική τεκμηρίωση εντός εξαμήνου από την κοινοποίηση της παρούσας. 31 Ο εκτελών χρέη Προέδρου Αν. Πρόεδρος Η Γραμματέας Γεώργιος Μπατζαλέξης Ειρήνη Παπαγεωργοπούλου 32

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.