Αθήνα, 29-06-2020 Αριθ. Πρωτ.: Γ/ΕΞ/2566-1/29-06-2020 ΑΡΧΗ ΠΡΟ ΤΑ ΙΑ ∆Ε∆ΟΜΕΝΩΝ ΠΡΟ ΩΠΙΚΟΥ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ ΓΝΩΜΟ∆Ο ΗΣΗ 3 /2020 Η Αρχή Προστασίας ∆εδοµένων Προσωπικού Χαρακτήρα συνήλθε, µετά από πρόσκληση του Προέδρου της, σε τακτική συνεδρίαση µέσω τηλεδιάσκεψης την 2506-20 σε συνέχεια των από 05-05-20, 12-05-2020 και 26-05-20 συνεδριάσεων, προκειµένου να εκδώσει Γνωµοδότηση για το χέδιο Προεδρικού ∆ιατάγµατος κατ’ εφαρµογή των άρθρων 13 παρ. 1 περ. γ’ και 67 παρ. 2 του ν. 4624/19, σχετικά µε τη χρήση συστηµάτων βιντεοεπιτήρησης από δηµόσιες αρχές σε δηµόσιους χώρους. Παρέστησαν o Προέδρος της Αρχής, Κωνσταντίνος Μενουδάκος, τα τακτικά µέλη πυρίδων Βλαχόπουλος και Κωνσταντίνος Λαµπρινουδάκης, ως εισηγητές, τα τακτικά µέλη Χαράλαµπος Ανθόπουλος, Ελένη Μαρτσούκου και το αναπληρωµατικό µέλος Γρηγόριος Τσόλιας, επίσης ως εισηγητής. τη συνεδρίαση παρέστησαν, µε εντολή του Προέδρου, οι Κων/νος Λιµνιώτης και Καλλιόπη Καρβέλη, βοηθοί εισηγητών, οι οποίοι παρείχαν τις απαιτούµενες διευκρινήσεις και αποχώρησαν προ της συζήτησης για τη λήψη γνωµοδότησης. Παρέστη επίσης η Γεωργία Παλαιολόγου, υπάλληλος του Τµήµατος ∆ιοικητικών Υποθέσεων, ως γραµµατέας. Α. ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΑ
- Με το υπ’ αριθ. πρωτ. Γ/ΕΙ /2566/09-04-2020 έγγραφο του Υπουργείου Προστασίας του Πολίτη ετέθη υπόψη της Αρχής σχέδιο Προεδρικού ∆ιατάγµατος για τη «χρήση συσ ηµά ων επι ήρησης µε η λήψη ή κα αγραφή ήχου ή εικόνας σε δηµόσιους χώρους», προκειµένου η Αρχή να γνωµοδοτήσει κατ’ εφαρµογή του 1 άρθρου 14 παρ. 4 του ν. 3917/2011 και 13 παρ. 1 περ. γ’ και 67 παρ. 2 του ν. 4624/
- Η Αρχή είχε κατά το παρελθόν εξετάσει προτεινόµενα σχέδια διατάξεων – τροπολογιών του ν. 2472/1997, καθώς και αιτήµατα διατύπωσης συγκεκριµένων νοµοθετικών προτάσεων για τη ρύθµιση της χρήσης συστηµάτων βιντεοπιτήρησης σε δηµόσιους χώρους, επί των οποίων εξέδωσε τις υπ’ αριθ. 1/2009 και 2/2010 Γνωµοδοτήσεις της Ολοµέλειας αυτής, τις οποίες λαµβάνει υπόψη και αναφέρεται σε αυτές στο µέτρο που προσιδιάζουν στα θέµατα, τα οποία σχετίζονται µε το υπό εξέταση σχέδιο.
- Η Αρχή µε τις προαναφερόµενες Γνωµοδοτήσεις της είχε οριοθετήσει το απαιτούµενο γενικό πλαίσιο επιτρεπόµενης και θεµιτής επεξεργασίας δεδοµένων εικόνας ή και ήχου από δηµόσιους χώρους, ενώ η προτεινόµενη µε την υπ’ αριθ. 2/2010 Γνωµοδότησή της νοµοθετική ρύθµιση επί του ζητήµατος υιοθετήθηκε εν πολλοίς και αποτυπώθηκε στις διατάξεις του άρθρου 14 του ν. 3917/
- Από τις διατάξεις του άρθρου 14 του ν. 3917/2011 «∆ια ήρηση δεδοµένων που παράγον αι ή υποβάλλον αι σε επεξεργασία σε συνάρ ηση µε ην παροχή διαθέσιµων σ ο κοινό υπηρεσιών ηλεκ ρονικών επικοινωνιών, χρήση συσ ηµά ων επι ήρησης µε η λήψη ή κα αγραφή ήχου ή εικόνας σε δηµόσιους χώρους και συναφείς δια άξεις» (ΦΕΚ Α’ 22/21-02-2011), ως ειδικού εκτελεστικού του άρθρου 9Α . νόµου1, προβλέπονται οι ουσιαστικές και διαδικαστικές προϋποθέσεις για την εγκατάσταση και λειτουργία συστηµάτων επιτήρησης µε τη λήψη ή καταγραφή ήχου ή εικόνας σε δηµόσιους χώρους, εφόσον συνεπάγεται την επεξεργασία δεδοµένων προσωπικού χαρακτήρα. Με τις διατάξεις αυτές παρέχεται εξουσιοδότηση για τη ρύθµιση ειδικότερων θεµάτων µε Προεδρικό ∆ιάταγµα, το οποίο, σύµφωνα µε όσα έγιναν δεκτά µε την παραπάνω υπ’ αριθ. 2/2010 Γνωµοδότηση της Αρχής (βλ. σκ. 6 και 12), πρέπει να περιλάβει τα αναφερόµενα στη Γνωµοδότηση αυτή στοιχεία και προβλέψεις, ώστε οι θεσπιζόµενοι περιορισµοί του ατοµικού δικαιώµατος να συνάδουν µε τον σεβασµό της ιδιωτικής ζωής και των δεδοµένων προσωπικού χαρακτήρα, σύµφωνα µε τις επιταγές ιδίως των άρθ. 2, 5, 9, 9Α , 11, 19 ., 8 Ε ∆Α, 7, 1 Γ. . Κατρούγκαλος, Οι κάµερες παρακολούθησης, το λυκόφως των ανεξάρτητων αρχών και η δοκιµασία του Κράτους ∆ικαίου, Εφηµ∆∆ 2007, 752 επ. και ιδίως
- 2 8, 52 παρ. 1 ΧΘ∆ΕΕ και ύµβασης 108/1981 του υµβουλίου της Ευρώπης, η οποία κυρώθηκε µε τον ν. 2068/
- Οι διατάξεις που περιλαµβάνονται στο άρθρο 14 ν. 3917/11 αφορούν την επεξεργασία δεδοµένων προσωπικού χαρακτήρα και εντάσσονται στο κεφάλαιο Β’ του νόµου µε τίτλο «χρήση συσ ηµά ων επι ήρησης µε η λήψη ή κα αγραφή ήχου ή εικόνας σε δηµόσιους χώρους και συναφείς δια άξεις». Το κεφάλαιο Α’ του ίδιου νόµου αφορά ιδίως την ενσωµάτωση της Οδηγίας 2006/24/ΕΚ για την υποχρεωτική διατήρηση των δεδοµένων κίνησης και θέσης συνδροµητών και χρηστών από τους παρόχους επικοινωνιών, προκειµένου να καθίστανται διαθέσιµα στις αρµόδιες αρχές για τη διακρίβωση ιδιαίτερα σοβαρών εγκληµάτων (Data Retention Directive). Το ∆ικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης («∆ΕΕ») κήρυξε ανίσχυρη2 την ανωτέρω Οδηγία, κρίνοντας ότι η διατήρηση των δεδοµένων του συνόλου σχεδόν του ευρωπαϊκού πληθυσµού και η πρόσβαση των αρµόδιων εθνικών αρχών σε αυτά για την καταπολέµηση της ιδιαίτερα σοβαρής εγκληµατικότητας συνιστά επέµβαση στα δικαιώµατα που κατοχυρώνονται από τα άρθρα 7 και 8 ΧΘ∆ΕΕ, η οποία ναι µεν αφορά νόµιµο σκοπό γενικού συµφέροντος, πλην όµως αφορά και πρόσωπα για τα οποία δεν υφίστανται ενδείξεις τέλεσης εγκληµάτων και επιπλέον δεν προσδιορίζονται αντικειµενικά κριτήρια, ουσιαστικές, εγγυητικές και διαδικαστικές προϋποθέσεις πρόσβασης των αρµόδιων εθνικών αρχών στα δεδοµένα, µε αποτέλεσµα οι εν λόγω διατάξεις της Οδηγίας να µην είναι σαφείς προς διασφάλιση της αναγκαιότητας της επέµβασης. τα ίδια συµπεράσµατα για το ίδιο ζήτηµα κατέληξε οµοίως το ∆ΕΕ3 ερµηνεύοντας τη διάταξη του άρθ. 15 παρ. 1 της Οδηγίας 2002/58/ΕΚ για την επεξεργασία των δεδοµένων προσωπικού χαρακτήρα και την προστασία της ιδιωτικής ζωής στον τοµέα των ηλεκτρονικών επικοινωνιών (E- Privacy Directive). Η Αρχή λαµβάνει ιδίως υπόψη τις εν λόγω αποφάσεις του ∆ΕΕ λόγω της οµοιότητας προς τα ζητήµατα που ανακύπτουν στο πλαίσιο εξέτασης των διατάξεων του σχ. Π.∆. 2 υνεκδικαζόµενες υποθέσεις Digital Rights Ireland Ltd C-293/12 και Kartner Landesregierung κ.λπ. C-594/12, απόφαση της 08-4-2014 (εφεξής “Digital Rights Ireland”). 3 υνεκδικαζόµενες υποθέσεις C-203/15 Tele2 Sverige AB και C-698/15 Secretary of State for the Home Department, απόφαση της 21-12-2016 (εφεξής “Tele2”). 3 Β. ΓΕΝΙΚΟ ΝΟΜΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΠΡΟΣ ΑΣΙΑΣ ∆Ε∆ΟΜΕΝΩΝ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΧΑΡΑΚ ΗΡΑ
- Το περιεχόµενο των διατάξεων του σχ. Π.∆. οριοθετείται και προσδιορίζεται µε βάση την εξουσιοδοτική διάταξη του άρθρου 14 ν. 3917/2011, ερµηνεύεται και ελέγχεται υπό το πρίσµα ιδίως των διατάξεων των άρθ. 2, 5, 9, 9Α, 11, 19, 25 ., των άρθρων 7, 8, 52 παρ. 1 ΧΘ∆ΕΕ, 8, 11 Ε ∆Α, του υπ’ αριθ. 2016/679 Κανονισµού (Γενικός Κανονισµός Προσωπικών ∆εδοµένων, εφεξής ΓΚΠ∆) καθώς και της υπ’ αριθ. 2016/680 Οδηγίας σε συνδυασµό µε τις διατάξεις του ν. 4624/2019, και της ύµβασης 108/1981 του υµβουλίου της Ευρώπης, η οποία κυρώθηκε µε τον ν. 2068/
- Πρέπει εξ’ αρχής να επισηµανθεί ότι η νοµική βάση της επεξεργασίας των δεδοµένων προσωπικού χαρακτήρα δια της εγκατάστασης και λειτουργίας συστηµάτων επιτήρησης παρέχεται απευθείας από τις διατάξεις του άρθρου 14 παρ. 1 ν. 3917/11, οι δε ουσιαστικές και διαδικαστικές εγγυήσεις προβλέπονται από Προεδρικό ∆ιάταγµα κατά την παρ. 4 του ίδιου άρθρου. Κατά το χρόνο ψήφισης του ν. 3917/11 οι συναφείς διατάξεις ερµηνεύονταν και υπό το πρίσµα της ύστασης
(87)15 του υµβουλίου της Ευρώπης,4 ενώ πλέον στο µέτρο που αφορά επεξεργασία για σκοπούς πρόληψης, διερεύνησης, ανίχνευσης ή δίωξης ποινικών αδικηµάτων εφαρµόζονται οι διατάξεις της Οδηγίας 2016/680 και των άρθ. 43 επ. του ν. 4624/
- Ως προς τους λοιπούς σκοπούς επεξεργασίας εφαρµογής τυγχάνει ο ΓΚΠ∆ και ο ν. 4624/
- Ως δεδοµένο προσωπικού χαρακτήρα νοείται κατ’ άρθ. 4 παρ. 1 ΓΚΠ∆ και 3 περ. 1 Οδηγίας 2016/680 κάθε πληροφορία που αφορά ταυτοποιηµένο ή ταυτοποιήσιµο φυσικό πρόσωπο του οποίου η ταυτότητα µπορεί να εξακριβωθεί, άµεσα ή έµµεσα, ιδίως βάσει αριθµού ταυτότητας ή βάσει ενός η περισσοτέρων 4 Βλ. αναλυτικά υπ’ αρ. 1/2009 Γνωµοδότησή ΑΠ∆ΠΧ. Θα πρέπει να επισηµανθεί ότι η νοµική βάση της Οδηγίας προβλέπεται στο άρθρο 8 και σύµφωνα µε την υπ’ αρ. 1/2020 Γνωµοδότησή της Αρχής δεν έχει ενσωµατωθεί µε τις διατάξεις του ν. 4624/
- Επιπλέον, σύµφωνα µε την Επιστηµονική Υπηρεσία της Βουλής στην έκθεση επί του νοµοσχεδίου µετέπειτα ν. 4639/2019 µε τον οποίο τροποποιήθηκαν οι διατάξεις των άρθρων 41∆ και 41 Ε ν. 2725/1999 το άρθρο 8 της Οδηγίας µπορεί να αποτελεί νοµική βάση επεξεργασίας δεδοµένων προσωπικού χαρακτήρα για τους ίδιους σκοπούς και ειδική νοµοθεσία, όπως στις περιπτώσεις των αθλητικών εκδηλώσεων. 5 4 συγκεκριµένων στοιχείων που χαρακτηρίζουν την υπόστασή του από άποψη φυσική, βιολογική, ψυχική, οικονοµική, πολιτιστική, πολιτική ή κοινωνική. Για την ταυτοποίηση6 του φυσικού προσώπου, η οποία µπορεί να είναι και έµµεση, χωρίς δηλαδή ευθεία αναφορά στο φυσικό πρόσωπο, πρέπει να λαµβάνεται υπόψη το σύνολο των µέσων που µπορούν ευλόγως να χρησιµοποιηθούν, είτε από τον υπεύθυνο επεξεργασίας, είτε από τρίτο
- ύµφωνα µε την ΑΠ∆ΠΧ 41/2017 η έµµεση ταυτοποίηση µπορεί να είναι συνάρτηση πολλών διαφορετικών παραγόντων. Τα ίδια στοιχεία, ο συνδυασµός των οποίων δεν επιτρέπει την ταυτοποίηση ενός προσώπου σε ένα ευρύ κοινωνικό περιβάλλον, µπορεί να οδηγούν σε πλήρη ταυτοποίηση στο πλαίσιο µιας µικρής κοινωνικής οµάδας, όπου όλα τα µέλη της γνωρίζονται µεταξύ τους. Για τον λόγο αυτό, προκειµένου να εξετασθεί εάν έχει λάβει χώρα επεξεργασία δεδοµένων προσωπικού χαρακτήρα, πρέπει να λαµβάνεται υπόψη το σύνολο αυτών των παραµέτρων που αφορούν την υπό κρίση επεξεργασία, διότι και η πιθανότητα έµµεσης ταυτοποίησης, όταν δεν είναι αµελητέα, καθιστά, καταρχήν, την πληροφορία, προσωπικό δεδοµένο. Έτσι, η λήψη ή και καταγραφή της εικόνας ενός ατόµου από µεγάλο ύψος8 ή µακρινή απόσταση ή µε καλυµµένα χαρακτηριστικά (π.χ. κρανιοφόρος ή µασκοφόρος) που καθιστά αδύνατη την αναγνώριση των φυσικών χαρακτηριστικών του προσώπου ενός υποκειµένου των δεδοµένων δεν συνεπάγεται άνευ ετέρου την αδυναµία ταυτοποίησής του, καθώς δύναται εν τέλει να επιτευχθεί από λοιπές πληροφορίες, όπως π.χ. τα εµφανισιακά χαρακτηριστικά (ύψος, σωµατοδοµή, χρώµα και είδος ενδυµάτων και υποδηµάτων) σε συνδυασµό µε επιπλέον πληροφορίες9 (π.χ. επιβίβασή του σε µηχανοκίνητο όχηµα, επισήµανση ή καταγραφή της πορείας και του τελικού προορισµού του, επεξεργασία δεδοµένων θέσης των κινητών τερµατικών συσκευών κινητής τηλεφωνίας για ένα χρονικό διάστηµα σε έναν συγκεκριµένο γεωγραφικό χώρο10). Από την επεξεργασία και τον συνδυασµό επεξεργασιών δεδοµένων προσωπικού χαρακτήρα είναι δυνατή η εξαγωγή συµπερασµάτων που οδηγεί στην δηµιουργία προφίλ του φυσικού προσώπου, το οποίο θα αφορά είτε περιστασιακά, 6 Ε∆∆Α S. and Marper v the UK (GC), 30562/04 & 30566/04, 04.12.2008, § §
- Βλ. Αναλυτικά ΑΠ∆ΠΧ 41/2017, Οµάδα εργασίας αρ. 29 Γνωµοδότηση 5/2014 (WP216) για τις τεχνικές ανωνυµοποίησης και 4/2007 (WP136) για την έννοια των προσωπικών δεδοµένων σελ. 16-
- 8 Κατευθυντήριες Γραµµές υπ’ αρ. 3/2019 Ε Π∆ on processing of personal data through video devices σελ.
- 9 Βλ. ΑΠ∆ΠΧ 20/2008 και Μ. Λεβεντοπούλου, Η βιντεοεπιτήρηση και το δικαίωµα προστασίας προσωπικών δεδοµένων, εκδ. άκκουλα 2010,
- 10 ∆ΕΕ Tele2 παρ.
- 7 5 είτε σε µόνιµη βάση τις συνήθειες, τους τόπους µόνιµης ή προσωρινής διαµονής, τις καθηµερινές και άλλες µετακινήσεις, τις ασκούµενες δραστηριότητες, τις κοινωνικές σχέσεις και τα κοινωνικά περιβάλλοντα στα οποία συχνάζει
- Η εικόνα ενός ατόµου η οποία συλλέγεται δια της χρήσης12 κάµερας συνιστά δεδοµένο προσωπικού χαρακτήρα, στον βαθµό που παρέχεται η δυνατότητα ταυτοποιήσεως του συγκεκριµένου φυσικού προσώπου13 άµεσα ή έµµεσα κατά τα προεκτεθέντα, ενώ η καταγραφή της εικόνας η οποία αποθηκεύεται και διατηρείται σε µηχανισµό βιντεοσκοπήσεως συνεχούς ροής, όπως π.χ. σε σκληρό δίσκο του συστήµατος συνιστά αυτοµατοποιηµένη επεξεργασία δεδοµένων
- Ως εκ τούτου, κάθε επεξεργασία δεδοµένων προσωπικού χαρακτήρα που λαµβάνει χώρα σε διαφορετικά ενδεχοµένως χρονικά στάδια (συλλογή, διατήρηση, αποθήκευση, πρόσβαση, διαβίβαση)15 πρέπει, σύµφωνα µε το Ε∆∆Α να εξοπλίζεται (σε κάθε ένα στάδιο) µε επαρκείς και αναγκαίες εγγυήσεις που αντικατοπτρίζουν τις αρχές επεξεργασίας και δρουν αποτρεπτικά στην καταχρηστική και δυσανάλογη επέµβαση στα δικαιώµατα που κατοχυρώνονται από το άρθρο 8 Ε ∆Α
- Αντίστοιχα, σύµφωνα µε το ∆ΕΕ17, η επεξεργασία ανά στάδιο πρέπει να πληροί τις απαιτήσεις προστασίας δεδοµένων προσωπικού χαρακτήρα που απορρέουν από τα άρθρα 7 και 8 ΧΘ∆ΕΕ, όπως πλέον προκύπτουν από την τήρηση των αρχών επεξεργασίας και νοµιµότητας του ΓΚΠ∆ και της Οδηγίας 2016/
- Ειδικότερα, σύµφωνα µε την αιτ. σκ. 26 της Οδηγίας «Κάθε επεξεργασία δεδοµένων προσωπικού χαρακ ήρα θα πρέπει να είναι σύννοµη, θεµι ή και διαφανής σε σχέση µε α φυσικά πρόσωπα α οποία αφορά και να πραγµα οποιεί αι µόνο για συγκεκριµένους σκοπούς που προβλέπον αι από ον νόµο. Η αρχή αυ ή καθεαυ ή δεν εµποδίζει ις αρχές επιβολής ου νόµου να ασκούν δρασ ηριό η ες όπως οι µυσ ικές έρευνες ή η βιν εοεπι ήρηση. Τέ οιες δρασ ηριό η ες µπορούν να ασκούν αι για ους σκοπούς ης πρόληψης, διερεύνησης, ανίχνευσης ή 11 ∆ΕΕ Tele2 παρ.
- ύµφωνα µε την αιτιολογική έκθεση στο άρθρο 14 ν. 3917/2011 στην έννοια της επεξεργασίας δεδοµένων εικόνας ή και ήχου εµπίπτει και η απλή λήψη αυτών χωρίς καταγραφή, σύµφωνα προς τις υπ’ αρ. 1/2009 και 2/2010 Γνωµοδοτήσεις της Αρχής σε συνδυασµό µε την υπ’ αρ. 4/2004 Γνωµοδότηση της Οµάδας Εργασίας του άρθρου 29 για την επεξεργασία προσωπικών δεδοµένων µέσω βιντεοεπιτήρησης και τις Κατευθυντήριες Γραµµές του Ευρωπαίου Επόπτη Προστασίας ∆εδοµένων για την βιντεοεπιτήρηση της 17-3-
- 13 ∆ΕΕ C-212/13 απόφαση Rynes παρ. 22, ∆ΕΕ C-345/17 απόφαση Sergejs Buivids παρ. 31, ∆ΕΕ C708/18 απόφαση TK κατά M5A παρ.
- 14 ∆ΕΕ Rynes παρ. 23, 25, Sergejs Buivids παρ. 34, ΤΚ παρ.
- 15 Ε∆∆Α Catt v the UK, 43514/15, 24.01.2019, §
- 16 Μ.Μ. v. the UK, 24029/07, 13.11.2012, §
- 17 ∆ΕΕ Digital Rights Ireland παρ. 29, 30 12 6 δίωξης ποινικών αδικηµά ων ή ης εκ έλεσης ποινικών κυρώσεων…εφόσον ορίζον αι από ον νόµο και συνισ ούν απαραί η ο και αναλογικό µέ ρο σε µια δηµοκρα ική κοινωνία, µε δέουσα συνεκ ίµηση ων έννοµων συµφερόν ων ου ενδιαφερόµενου». Παράλληλα, για να είναι νόµιµη η επεξεργασία πρέπει να ορίζονται ιδίως τα βασικά χαρακτηριστικά της επεξεργασίας των δεδοµένων προσωπικού χαρακτήρα, ο σκοπός της επεξεργασίας, τα συγκεκριµένα δεδοµένα προσωπικού χαρακτήρα που είναι αναγκαίο να τύχουν επεξεργασίας, ιδιαίτερα δε τα ευαίσθητα δεδοµένα, κατά τρόπο, ώστε να προκύπτει σαφώς ότι τα συγκεκριµένα δεδοµένα είναι αναγκαία και πρόσφορα σε σχέση µε τον σκοπό της επιδιωκόµενης επεξεργασίας, κατ’ εφαρµογή της αρχής της αναλογικότητας, να αναφέρεται ο χρόνος τήρησης των δεδοµένων και οι τυχόν αποδέκτες των δεδοµένων αυτών. Η εγκατάσταση και λειτουργία συστηµάτων βιντεοεπιτήρησης µε τη λήψη ή και καταγραφή εικόνας ή και ήχου δια της συλλογής, διατήρησης, αποθήκευσης, πρόσβασης και διαβίβασης δεδοµένων προσωπικού χαρακτήρα, ακόµη και από δηµόσιο χώρο18, συνιστούν ως επιµέρους πράξεις επεξεργασίας, επέµβαση στα ατοµικά δικαιώµατα του σεβασµού της ιδιωτικής ζωής κατ’ άρθ. 9 ., 7 ΧΘ∆ΕΕ19 και 8 Ε ∆Α καθώς και της προστασίας των δεδοµένων προσωπικού χαρακτήρα κατ’ άρθ. 9Α ., 8 Ε ∆Α και 8 ΧΘ∆ΕΕ
- ύµφωνα µε το Ε∆∆Α η αποθήκευση και µόνον δεδοµένων προσωπικού χαρακτήρα σε µια ηλεκτρονική πληροφοριακή βάση της αστυνοµίας συνιστά επέµβαση στο δικαίωµα σεβασµού της ιδιωτικής ζωής21, ακόµη και εάν αφορά δηµόσια πληροφορία, εφόσον συλλέγεται συστηµατικά και αποθηκεύεται σε αρχεία που τηρούνται από τις αρχές
- Η πρόσβαση των αρµόδιων εθνικών αρχών στα διατηρούµενα δεδοµένα ή και η διαβίβασή τους µε σκοπό την πρόσβαση και χρήση τους συνιστά µια επιπλέον αυτοτελή επέµβαση στα ανωτέρω θεµελιώδη δικαιώµατα έχουσα ελάχιστη σηµασία, αν οι γνωστοποιούµενες στις αρµόδιες εθνικές αρχές πληροφορίες είναι ή όχι ευαίσθητου χαρακτήρα ή αν οι ενδιαφερόµενοι υπέστησαν ή όχι ενδεχοµένως δυσµενείς συνέπειες λόγω της επέµβασης αυτής
- Τόσο για την 18 Ε∆∆Α Vukota-Bojic v Switzerland, 61838/10, 18.10.2016, § 52 επ., Lopez Ribalda v Spain (GC), 1874/13 & 8567/13, 17.10.2019, §§ 89, 93, Antovic & Mirkovic v Montenegro, 70838/13, 28.11.2017, § 42, Uzun v. Germany, 35623/05, 2.9.2010, §46, Peck v UK, 44647/98, 28.01.2003, §
- 19 ∆ΕΕ Digital Rights Ireland παρ.
- 20 ∆ΕΕ Digital Rights Ireland παρ.
- 21 Catt v the UK, 43514/15, 24.01.2019, §
- 22 Rotaru v Romania, 28341/95, 04.5.2000, §
- 23 χετ. ∆ΕΕ Digital Rights Ireland §§ 32-37, Tele2 §§ 99-
- 7 διατήρηση24 όσο και για την πρόσβαση των αρµόδιων εθνικών αρχών στα διατηρούµενα δεδοµένα προσωπικού χαρακτήρα και χρήση τους προς επίτευξη των επιδιωκόµενων σκοπών επιβάλλεται η πρόβλεψη αντικειµενικών κριτηρίων επί τη βάσει ουσιαστικών, διαδικαστικών και εγγυητικών προϋποθέσεων ελέγχου και επίβλεψης των συναφών µέτρων25, οι οποίες οµοίως πρέπει να προβλέπονται από το εθνικό δίκαιο
- Έτσι, η πρόσβαση από τις αρµόδιες εθνικές αρχές σε διατηρούµενα δεδοµένα προσωπικού χαρακτήρα προς το σκοπό καταπολέµησης του εγκλήµατος είναι σύµφωνη µε τις επιταγές του ΧΘ∆ΕΕ και της Ε ∆Α, µόνον εφόσον στην εθνική ρύθµιση προβλέπονται αντικειµενικά κριτήρια σε σχέση π.χ. µε την ύπαρξη υπονοιών σε βάρος προσώπων ότι «σχεδιάζουν, προ ίθεν αι να διαπράξουν ή έχουν διαπράξει σοβαρή παράβαση ή ακόµη ό ι εµπλέκον αι καθ’ οιονδήπο ε ρόπο σε µια έ οια παράβαση»27, υπό την περαιτέρω προϋπόθεση ότι προσδιορίζεται µε σαφήνεια στον νόµο ο τρόπος σύνδεσής τους και η υπαγωγή τους στην εν λόγω κατηγορία προσώπων, µη αρκούσης µιας γενικής αναφοράς σε «πρόσωπα που σχε ίζον αι µε ην υπόθεση»
- Κατά την πάγια νοµολογία του υµβουλίου της Επικρατείας, οι περιορισµοί ατοµικών δικαιωµάτων πρέπει να ορίζονται γενικώς και αντικειµενικώς, µε τυπικό νόµο ή κατόπιν ειδικής εξουσιοδότησης µε προεδρικό διάταγµα. Εξάλλου, όσο εντονότερος είναι ο περιορισµός του δικαιώµατος, τόσο επιτακτικότερη είναι η ανάγκη ειδικότητας της νοµοθετικής ρύθµισης
- Οι περιορισµοί ατοµικού δικαιώµατος πρέπει να δικαιολογούνται από αποχρώντες λόγους δηµοσίου συµφέροντος, να τελούν σε πρόδηλη λογική συνάφεια µε τον σκοπό αυτό, να είναι πρόσφοροι, κατάλληλοι και αναγκαίοι, για την επίτευξη του επιδιωκόµενου σκοπού, να µην θίγουν τον πυρήνα του δικαιώµατος και να µην απονέµουν στην ∆ιοίκηση ευρεία διακριτική ευχέρεια ( τΕ [Ολ] 3665/2005). Η Αρχή έχει ήδη επισηµάνει ότι η αρχή της νοµιµότητας στον δηµόσιο τοµέα που διέπει τη δράση της δηµόσιας διοίκησης, απαιτεί η αρµοδιότητα των δηµόσιων αρχών να προβλέπεται από νόµο και να ασκείται σύµφωνα µε τον νόµο. Με άλλα λόγια, η αρχή της νοµιµότητας 24 Tele2 παρ. 110-
- Digital Rights παρ. 60-62, Tele2 118-
- 26 Tele2 παρ.
- 27 Tele2 παρ. 119, Roman Zakharov v. Russia (GC), 47143/06, 4.12.2015, §
- 28 Ε∆∆Α Iordachi and Others v. Moldova, 25198/02, 10.2.2009, § 44, Roman Zakharov v. Russia (GC), 47143/06, 4.12.2015, §
- 29 Γνωµοδότηση 02/2010 ΑΠ∆ΠΧ, σκ. 4 και αιτιολογική έκθεση σχ.ν. 3917/
- 25 8 λειτουργεί και ως περιοριστικό όριο της διοικητικής δράσης ή µε αντίστροφο συλλογισµό, η διοικητική ενέργεια πρέπει να είναι σύµφωνη προς τον κανόνα δικαίου που διέπει τη δράση της διοίκησης
- Οµοίως, προκειµένου η επέµβαση στα ανωτέρω ατοµικά δικαιώµατα να είναι ανεκτή στο πλαίσιο ενός σύννοµου περιορισµού θα πρέπει να πληρούνται οι προϋποθέσεις των άρθρων 9Α ., 25 ., 8 παρ. 2 Ε ∆Α ή και 52 παρ. 1 ΧΘ∆ΕΕ. Θα πρέπει να επισηµανθεί ότι το άρθ. 8 ΧΘ∆ΕΕ σε συνδυασµό µε το άρθ. 16 της υνθΛΕΕ προστατεύουν αυτοτελώς, ειδικότερα το δικαίωµα στα δεδοµένα προσωπικού χαρακτήρα. Ενόψει όµως και της ισχύος των διατάξεων του άρθ. 6 παρ. 2 και 3 της υνθΕΕ για την σχέση µεταξύ της ΕΕ και της Ε ∆Α, αλλά και των διατάξεων του άρθ. 52 § 3 ΧΘ∆ΕΕ για την έννοια και την εµβέλεια των ατοµικών δικαιωµάτων που κατοχυρώνονται στον ΧΘ∆ΕΕ σε σχέση µε τα αντίστοιχα της Ε ∆Α διαπιστώνεται η ύπαρξη ενός «νοµολογιακού διαλόγου» µεταξύ του Ε∆∆Α και του ∆ΕΕ για την ερµηνεία των άρθρων 7, 8 ΧΘ∆ΕΕ και 8 Ε ∆Α31 µε εκατέρωθεν παραποµπές στη νοµολογία του καθενός. Η Αρχή λαµβάνει υπόψη και αναφέρεται στη νοµολογία και των δυο ∆ικαστηρίων. Από το άρθρο 8 παρ. 2 Ε ∆Α προκύπτει ότι επιτρεπτώς περιορίζεται το προστατευόµενο ατοµικό δικαίωµα εφόσον το ληφθέν µέτρο πρώτον, προβλέπεται από την εθνική νοµοθεσία (αρχή της νοµιµότητας), δεύτερον, αποσκοπεί στην επίτευξη των εκεί αναφερόµενων λόγων περιορισµού του ατοµικού δικαιώµατος (π.χ. δηµόσια ασφάλεια) και τρίτον, ελέγχεται η συµβατότητα του περιορισµού του ατοµικού δικαιώµατος σε σχέση µε την αρχή της αναλογικότητας υπό ευρεία έννοια (αναγκαιότητα) σε µια δηµοκρατική κοινωνία. Η αρχή της νοµιµότητας απαιτεί τα περιοριστικά µέτρα του ατοµικού δικαιώµατος αφενός να προβλέπονται από τον εθνικό νόµο, αφετέρου, να είναι συµβατά µε την αρχή του κράτους δικαίου32, η οποία ρητώς αναφέρεται στο προοίµιο της Ε ∆Α και είναι σύµφυτη µε τον σκοπό του άρθ. 8 Ε ∆Α
- Ο νόµος πρέπει να είναι «ποιο ικός», ήτοι να είναι προσι ός (προσβάσιµος) στα πρόσωπα στα οποία είναι δυνάµει εφαρµοστέος και προβλέψιµος (σαφώς διατυπωµένος), ώστε να προσδιορίζεται το πεδίο εφαρµογής των µέτρων, παρέχοντας στους πολίτες επαρκείς ενδείξεις ως προς τις περιστάσεις στις οποίες οι 30 Γνωµοδότηση 7/2015 ΑΠ∆ΠΧ για την «ηλεκτρονική κάρτα φιλάθλων», σκ.
- Βλ. ∆ΕΕ Tele2 §§ 126-129 σχετικά µε το ερώτηµα του κατά πόσον η έννοια που αποδόθηκε στα άρθρα 7 και 8 ΧΘ∆ΕΕ στην υπόθεση ∆ΕΕ Digital Rights Ireland είναι ευρύτερη από εκείνη που αποδίδεται στο άρθ. 8 Ε ∆Α από το Ε∆∆Α. 32 ∆ΕΕ C-362/14 Maximillian Schrems απόφαση της 06.10.2015 παρ. 95 µε παραποµπές. 33 Kennedy v. the United Kingdom, 26839/05, 18.5.2010, §
- 31 9 δηµόσιες αρχές έχουν το δικαίωµα να καταφύγουν σε τέτοια µέτρα34 προκειµένου να είναι δυνατή η πρόβλεψη των συνεπειών, έστω και µε τη λήψη κατάλληλης συµβουλής προκειµένου το άτοµο να καθορίσει αναλόγως τη συµπεριφορά του35 (βλ. και αιτ. σκ. 33 Οδηγίας 680/16)
- την ίδια κατεύθυνση κινείται και το ∆ΕΕ, επιτάσσοντας την ύπαρξη ρυθµίσεων που περιλαµβάνουν σαφείς και ακριβείς κανόνες, που να διέπουν την έκταση και την εφαρµογή του οικείου µέτρου και να επιβάλλουν έναν ελάχιστο αριθµό απαιτήσεων, ούτως ώστε τα πρόσωπα, των οποίων τα δεδοµένα διατηρούνται, να έχουν επαρκείς εγγυήσεις ότι προστατεύονται αποτελεσµατικά τα προσωπικού χαρακτήρα δεδοµένα τους από κινδύνους καταχρήσεων, καθώς και από οποιασδήποτε αθέµιτη πρόσβαση και αθέµιτη χρήση των δεδοµένων αυτών
- Επιπλέον, σύµφωνα µε τη νοµολογία του Ε∆∆Α για τις µυστικές παρακολουθήσεις, ιδίως τις τηλεφωνικές38, ο εθνικός νόµος πρέπει να περιλαµβάνει: τη φύση των αδικηµάτων για τα οποία επιτρέπεται η παρακολούθηση, τον προσδιορισµό των κατηγοριών των προσώπων που ενδέχεται να υποβληθούν στο µέτρο της παρακολούθησης, τη χρονική διάρκεια και το όριο της παρακολούθησης, την διαδικασία εξέτασης, χρήσης και αποθήκευσης των πληροφοριών που αποκτήθηκαν από την παρακολούθηση, τις εγγυήσεις ασφαλούς διαβίβασης προς τρίτα µέρη των πληροφοριών που αποκτήθηκαν από την παρακολούθηση και τις προϋποθέσεις διαγραφής ή καταστροφής του υλικού που αποκτήθηκε από την παρακολούθηση
- Περαιτέρω, θα πρέπει να προβλέπεται στον εθνικό νόµο το πεδίο εφαρµογής κάθε τέτοιας διακριτικής ευχέρειας που απονέµεται στις αρµόδιες 34 Centrum För Rättvisa v. Sweden, 35252/08, 19.6.2018, §
- Rotaru v Romania, 28341/95, 04.5.2000, §
- 36 Για µια περιεκτική παρουσίαση της νοµολογίας του Ε∆∆Α επί του θέµατος βλ. Α. ταθάκη, Η στάθµιση του αγαθού της ασφάλειας και του δικαιώµατος για σεβασµό της ιδιωτικής ζωής στη νοµολογία του Ε∆∆Α, σε Η ηλεκτρονική παρακολούθηση σε υπαίθριους χώρους, Εταιρία Ελλήνων ∆ικαστών Λειτουργών για τη ∆ηµοκρατία και της Ελευθερίας, Όµιλος «Αριστόβουλος Μάνεσης», Πρακτικά διήµερης επιστηµονικής συνάντησης 14 και 15 Μαρτίου 2008, εκδ. άκκουλα (εφεξής «Πρακτικά για την ηλεκτρονική παρακολούθηση σε υπαίθριους χώρους»). 37 ∆ΕΕ Digital Rights Ireland παρ. 54-55 µε παραποµπές στη νοµολογία του Ε∆∆Α και Tele2 παρ.
- 38 Το Ε∆∆Α στην υπόθεση R.E. v U.K. 62498/11, 27.10.2015, §§ 126-130 έκρινε ότι αν και οι ελάχιστες εγγυήσεις σεβασµού των δικαιωµάτων που κατοχυρώνονται στο άρθρο 8 παρ. 1 Ε ∆Α είναι αυστηρότερες στις περιπτώσεις µυστικών τηλεφωνικών παρακολουθήσεων σε σχέση µε τις περιπτώσεις µυστικών καταγραφών δεδοµένων εικόνας και ήχου, εν τούτοις, η επιλογή µιας αυστηρής προσέγγισης σχετίζεται µε το σύνολο των περιστάσεων της κάθε υπόθεσης και ιδίως µε το βαθµό επέµβασης στο ατοµικό δικαίωµα. την Catt v the UK, 43514/15, 24.01.2019, § 114 το Ε∆∆Α έκρινε ότι µπορεί να υιοθετήσει την προσέγγιση αυτή όταν οι παρεχόµενες στο Κράτος εξουσίες είναι ασαφείς, δηµιουργώντας έναν κίνδυνο καταχρηστικής άσκησης τους, ιδίως όταν η υφιστάµενη τεχνολογία γίνεται περισσότερο εκλεπτυσµένη. 39 Roman Zakharov v. Russia (GC), 47143/06, 4.12.2015, §
- 35 10 δηµόσιες αρχές, καθώς και ο τρόπος υλοποίησής της µε επαρκή ενάργεια, προκειµένου να παρέχει στο άτοµο επαρκή προστασία έναντι αυθαίρετων επεµβάσεων. Η εξισορρόπηση µεταξύ του µυστικού χαρακτήρα των παρακολουθήσεων και του κινδύνου κατάχρησης λαµβάνει χώρα µε την ύπαρξη επαρκών και αναγκαίων δικλείδων ασφαλείας - εγγυήσεων, τις οποίες αξιολογεί το Ε∆∆Α και αφορούν σε ένα δεύτερο στάδιο ελέγχου : τη φύση, το πεδίο εφαρµογής και τη διάρκεια των πιθανών µέτρων, την απαιτούµενη αιτιολογία για τη λήψη των µέτρων και το είδος των ένδικων βοηθηµάτων που προβλέπονται από το εθνικό δίκαιο
- τις περιπτώσεις λήψης µυστικών µέτρων αναγνωρίζεται στις εθνικές αρχές ένα περιθώριο εκτίµησης ως προς τα µέσα που θα επιλέξουν για να πετύχουν τον νόµιµο σκοπό που επιδιώκουν. Το περιθώριο όµως αυτό δεν πρέπει, σύµφωνα µε το Ε∆∆Α, να είναι απεριόριστο στο όνοµα της µάχης κατά της κατασκοπείας και της τροµοκρατίας41 όπως έχει δεχθεί και το ∆ΕΕ42, στη νοµολογία του οποίου παραπέµπει το Ε∆∆Α, αλλά πρέπει, αφενός να λαµβάνει υπόψη του την φύση, την σοβαρότητα της επεµβάσεως και τον επιδιωκόµενο µε αυτήν σκοπό43, αφετέρου, να είναι σύµφωνο προς την ευρωπαϊκή νοµοθεσία και νοµολογία, δοθέντος ότι ο κίνδυνος που δηµιουργείται από την δηµιουργία και λειτουργία ενός συστήµατος µυστικής παρακολούθησης µπορεί να υπονοµεύσει, ακόµη και να καταστρέψει την δηµοκρατία υπό το πρόσχηµα της προστασίας της, µε αποτέλεσµα να καθίσταται αναγκαία η πρόβλεψη επαρκών και αποτελεσµατικών εγγυήσεων
- Τα ανωτέρω κριτήρια έχει ήδη λάβει υπόψη του ο νοµοθέτης της Ε.Ε. στο πλαίσιο της Οδηγίας 2016/680 ώστε «η νοµοθεσία ων κρα ών µελών που ρυθµίζει ην επεξεργασία ων δεδοµένων προσωπικού χαρακ ήρα εν ός ου πεδίου εφαρµογής [της Οδηγίας] θα πρέπει να καθορίζει ουλάχισ ον ους σ όχους, προσωπικού χαρακ ήρα που υποβάλλον αι σε επεξεργασία, επεξεργασίας και ις διαδικασίες για η δια ήρηση α δεδοµένα ους σκοπούς ης ης ακεραιό η ας και ης εµπισ ευ ικό η ας ων δεδοµένων προσωπικού χαρακ ήρα και ις διαδικασίες για ην κα ασ ροφή ους, παρέχον ας ως εκ ού ου επαρκείς εγγυήσεις κα ά ου κινδύνου κα άχρησης και αυθαιρεσίας» (αιτ. σκ. 33). 40 Association for European Integration and Human Rights and Ekimdzhiev v. Bulgaria, 62540/00, 28.6.2007, §
- 41 Klass and Others v. Germany, 5029/71, 6.9.1978, §
- 42 ∆ΕΕ Digital Rights Ireland παρ.
- 43 Πρβλ. Ε∆∆Α S. and Marper v UK (GC), 30562/04 & 30566/04, 04.12.2008, §
- 44 Szabó and Vissy v. Hungary, 37138/14, 12.1.2016, §
- 11 Η νοµοθετική θέσπιση επαρκών και αναγκαίων εγγυήσεων σε σχέση µε την επίβλεψη της λήψης και υλοποίησης των µέτρων σε βάρος του ατόµου καθίσταται επιβεβληµένη, προκειµένου να εξισορροπηθεί ο µυστικός χαρακτήρας αυτών έναντι του τυχόν κινδύνου καταχρήσεων και υπέρ της προστασίας των ατοµικών δικαιωµάτων εν αγνοία του καθ’ ού
- ύµφωνα µε το Ε∆∆Α είναι κατ’ αρχήν επιθυµητή η ανάθεση του ελέγχου ή της επίβλεψης των διαφορετικών σταδίων (απόφαση, εκτέλεση, ολοκλήρωση) επιβολής των µέτρων περιορισµού του ατοµικού δικαιώµατος στη δικαστική λειτουργία46, χωρίς όµως να κρίνεται εκ προοιµίου ως ασυµβίβαστη µε τις διατάξεις του άρθ. 8 § 2 Ε ∆Α η επιλογή ενός µη δικαστικού οργάνου47, αρκεί το ελεγκτικό όργανο να είναι ανεξάρτητο από τις αρχές που διενεργούν την παρακολούθηση
- ε κάθε περίπτωση, µε βάση την αρχή του κράτους δικαίου, ως αποτελεσµατικός νοείται ο έλεγχος από τη δικαστική λειτουργία που παρέχει τις καλύτερες εγγυήσεις ανεξαρτησίας, αµεροληψίας και δίκαιης διαδικασίας, έστω και στο τελευταίο στάδιο ελέγχου
- Πάντως, ακόµη και στην περίπτωση κατά την οποία η λήψη του µέτρου αποφασίστηκε από δικαστήριο, δεν θα πρέπει το συγκεκριµένο να έχει αρµοδιότητα µεταγενέστερης επίβλεψης της υλοποίησης του ίδιου µέτρου
- την ίδια κατεύθυνση κινείται και το ∆ΕΕ δεχόµενο ότι κατ’ εφαρµογή του άρθρου 8 παρ. 3 ΧΘ∆ΕΕ τα κράτη µέλη οφείλουν να διασφαλίζουν τον έλεγχο της τήρησης του επιπέδου προστασίας που κατοχυρώνει το δίκαιο της Ε.Ε. στον τοµέα της προστασίας των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας των δεδοµένων προσωπικού χαρακτήρα αναθέτοντάς τον σε δικαστήριο ή ανεξάρτητη διοικητική αρχή
- Τέλος, πρέπει να επισηµανθεί ότι οι ανωτέρω απαιτήσεις ισχύουν ακόµη και σε περίπτωση κατά την οποία το σύστηµα επιτήρησης είναι ορατό ή τα υποκείµενα των δεδοµένων ενηµερώνονται προ της εισόδου τους στο πεδίο λήψης ή καταγραφής των δεδοµένων τους, καθώς οι τεχνικές δυνατότητες του συστήµατος και η περαιτέρω επεξεργασία των καταγεγραµµένων πληροφοριών παραµένουν άγνωστες για τα πρόσωπα που παρακολουθούνται (βλ. ΑΠ∆ΠΧ Γνωµοδότηση 1/2009). 45 Association for European Integration and Human Rights and Ekimdzhiev v. Bulgaria, 62540/00, 28.6.2007, § 77, Roman Zakharov v. Russia (GC), 47143/06, 4.12.2015, §
- 46 Big Brother Watch and Others v. the United Kingdom, 58170/13, 62322/14 and 24960/15, 13.9.2018, §§ 309, 318-
- 47 Klass and Others v. Germany, 5029/71, 6.9.1978, §
- 48 Roman Zakharov v. Russia (GC), 47143/06, 4.12.2015, §
- 49 Szabó and Vissy v. Hungary, 37138/14, 12.1.2016, §
- 50 Roman Zakharov v. Russia (GC), 47143/06, 4.12.2015, §
- 51 Tele2 παρ. 120, 123-
- 12
- Η συλλογή και εν γένει επεξεργασία των ανωτέρω πληροφοριών πέραν της επέµβασης στο δικαίωµα σεβασµού της ιδιωτικής ζωής και της προστασίας των δεδοµένων προσωπικού χαρακτήρα, δύναται, ανάλογα µε το περιβάλλον, τις περιστάσεις και τις συνθήκες της επεξεργασίας να συνιστά επιπλέον επέµβαση στην άσκηση θεµελιωδών ατοµικών δικαιωµάτων, όπως ενδεικτικά στην ελευθερία της κίνησης52, ως έκφανσης του δικαιώµατος ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητας και της προσωπικής ελευθερίας53 ή στην ελευθερία της συνάθροισης σε περιπτώσεις κατά τις οποίες λαµβάνεται ή καταγράφεται εικόνα των µετακινήσεων, της πορείας και των τοποθεσιών που επισκέπτεται το άτοµο. ύµφωνα δε µε το Ε∆∆Α ακόµη και η νόµιµη υποχρέωση δήλωσης του τόπου όπου βρίσκεται ή πρόκειται να µεταβεί το άτοµο συνιστά επέµβαση στην ιδιωτική ζωή κατ’ άρθ. 8 Ε ∆Α
- Γ. ΠΑΡΑ ΗΡΗΣΕΙΣ ΕΠΙ ΩΝ ΠΡΟ ΕΙΝΟΜΕΝΩΝ ΡΥΘΜΙΣΕΩΝ ΟΥ ΣΧΕ∆ΙΟΥ Π.∆.
- Άρθρο 1 σχ. Π.∆. Από τις εξουσιοδοτικές διατάξεις του άρθρου 14 παρ. 1 ν. 3917/2011 προκύπτει ότι επιτρέπεται η εγκατάσταση και λειτουργία συστηµάτων επιτήρησης µε τη λήψη ή καταγραφή ήχου ή εικόνας σε δηµόσιους χώρους, µόνο για τους επιδιωκόµενους σκοπούς που περιγράφονται στην ίδια διάταξη «εφόσον συνεπάγε αι ην επεξεργασία δεδοµένων προσωπικού χαρακ ήρα», οριοθετώντας έτσι το πεδίο εφαρµογής των διατάξεων των παρ. 1-3, οι οποίες εξειδικεύονται µε την έκδοση Προεδρικού ∆ιατάγµατος («Π.∆.») σύµφωνα µε την παρ. 4 του ίδιου άρθρου. το άρθρο 1 παρ. 2 σχ. Π.∆. προβλέπεται ότι «Σ ο πεδίο εφαρµογής ου παρόν ος δια άγµα ος δεν εµπίπ ει η εγκα άσ αση και λει ουργία συσ ηµά ων 52 χετικά βλ. ΑΠ∆ΠΧ Γνωµοδότηση 7/2015 για την «ηλεκτρονική κάρτα φιλάθλων» και ΑΠ∆ΠΧ Γνωµοδότηση 1/2017 για το «ηλεκτρονικό εισιτήριο» του ΟΑ Α και τη δηµιουργία ενός προφίλ µετακινήσεων. 53 βλ. Ε∆∆Α Lopez Ribalda v Spain (GC), 1874/13 & 8567/13, 17.10.19, § 89 µε αναφορά στην καταγραφή της συµπεριφοράς, ενεργειών και κινήσεων του ατόµου. 54 National Federation of Sportspersons’ Associations and Unions (FNASS) and others v. France, 48151/11 & 77769/13, 18.01.2018, §§ 151, 159 που αφορά την συναφή υποχρέωση των αθλητών για τον έλεγχο της καταπολέµησης της φαρµακοδιέγερσης (anti-doping controls). 13 επι ήρησης, εφόσον µε βάση α εχνικά χαρακ ηρισ ικά ους δεν µπορούν να προσδιορισθούν, αµέσως ή εµµέσως, α υποκείµενα ων δεδοµένων». Με την εν λόγω πρόβλεψη εξαρτάται η δυνατότητα (άµεσης ή έµµεσης) ταυτοποίησης ή µη των υποκειµένων των δεδοµένων και εποµένως ο χαρακτηρισµός τους ως δεδοµένων προσωπικού χαρακτήρα ή µη από τα τεχνικά χαρακτηριστικά του συστήµατος επιτήρησης. Όπως προκύπτει από την αιτιολογική έκθεση στο σχέδιο ν. 3917/2011 : «Σ ο πεδίο εφαρµογής ης παραγράφου 1 ου άρθρου 14 υπάγε αι η χρήση συσ ηµά ων βιν εο-επι ήρησης, µόνον εφόσον αυ ά συνεπάγον αι ακόµη και εν δυνάµει, λόγω ων εχνικών χαρακ ηρισ ικών ους, ην επεξεργασία προσωπικών δεδοµένων, ενώ, ό αν αυ ό δεν συµβαίνει (για παράδειγµα επειδή α συσ ήµα α λαµβάνουν αποµακρυσµένες εικόνες από χώρους χωρίς δυνα ό η α µεγέθυνσης και αναγνώρισης προσώπων ή λλων πληροφοριών, που αναφέρον αι σε φυσικά πρόσωπα π.χ. πινακίδων οχηµά ων), η εν λόγω ρύθµιση δεν υγχάνει εφαρµογής». την αιτιολογική έκθεση, µε την οποία υιοθετήθηκε η θέση της Αρχής σύµφωνα µε τα διαλαµβανόµενα στην υπ’ αριθ. 2/2010 Γνωµοδότησή της, ορθά γίνεται αναφορά στη δυνατότητα έµµεσης ταυτοποίησης δια του συνδυασµού άλλων πληροφοριών σύµφωνα και µε όσα αναπτύχθηκαν στο προοίµιο της παρούσας. Η αδυναµία αναγνώρισης των φυσικών χαρακτηριστικών του προσώπου λόγω αποµακρυσµένης λήψης ή αδυναµίας µεγέθυνσης της εικόνας ή ακόµη και λόγω ηθεληµένης κάλυψης των χαρακτηριστικών του προσώπου από το ίδιο το υποκείµενο δεν καθιστά την σχετική πληροφορία µη ταυτοποιήσιµη, καθώς από το συνδυασµό της µε άλλες πληροφορίες µπορεί να καθίσταται δυνατή εν τέλει η ταυτοποίηση του ατόµου. Αντιθέτως, σύµφωνα µε τη διατύπωση της υπό εξέταση διάταξης του σχ. Π.∆. κριτήριο ταυτοποίησης και προϋπόθεση εφαρµογής της κείµενης νοµοθεσίας για την προστασία των δεδοµένων προσωπικού χαρακτήρα συνιστούν τα «τεχνικά χαρακτηριστικά» των συστηµάτων επιτήρησης. Με την έννοια αυτή η ρύθµιση κείται εκτός της νοµοθετικής εξουσιοδότησης του άρθ. 14 παρ. 1 ν. 3917/2011 και, επιπλέον, έρχεται σε αντίθεση µε το άρθρο 9Α . αλλά και τη νοµοθεσία της Ε.Ε. Από τις διατάξεις του άρθρου 9Α . δεν προκύπτει η δυνατότητα περιορισµού της έννοιας των δεδοµένων προσωπικού χαρακτήρα µε νοµοθετική πρόβλεψη και άρα ούτε η µείωση του επιπέδου προστασίας του δικαιώµατος του ατόµου στον πληροφοριακό αυτοκαθορισµό του. 14 Επιπλέον, περιορισµός του αντικειµένου και πεδίου εφαρµογής του δικαίου της Ε.Ε. δια της λήψης εθνικών νοµοθετικών µέτρων συρρίκνωσης της έννοιας των δεδοµένων προσωπικού χαρακτήρα κατ’ άρθ. 4 περ. 1 Γενικού Κανονισµού Προστασίας ∆εδοµένων («ΓΚΠ∆») θα ερχόταν σε αντίθεση µε την αρχή της υπεροχής του δικαίου της Ε.Ε. (αµεσότητα και δεσµευτικότητα), οδηγώντας σε µειωµένη προστασία του ατόµου
- Εξάλλου, επιτάσσεται από το άρθρο 35 παρ. 3 περ. γ’ ΓΚΠ∆ (βλ. και αιτ. σκ. 91) η διενέργεια εκτίµησης αντικτύπου στην περίπτωση «συσ ηµα ικής παρακολούθησης δηµοσίως προσβάσιµου χώρου σε µεγάλη κλίµακα» αλλά και από το άρθρο 37 παρ. 1 περ. β’ τελ. εδ. ΓΚΠ∆ ο ορισµός Υπευθύνου Προστασίας ∆εδοµένων στην περίπτωση « ακ ικής και συσ ηµα ικής παρακολούθησης ων υποκειµένων ων δεδοµένων σε µεγάλη κλίµακα», χωρίς βεβαίως να εξαρτάται η τήρηση των εν λόγω υποχρεώσεων από « α εχνικά χαρακ ηρισ ικά» των εν λόγω συστηµάτων. Τα ανωτέρω ισχύουν οµοίως και στο πλαίσιο της Οδηγίας 2016/680 (βλ. ιδίως άρθ. 27 και 28) , όπως ενσωµατώθηκε στην εθνική έννοµη τάξη µε τον ν. 4624/2019 (βλ. ιδίως άρθ. 65 και 67), µε την επιφύλαξη όσων δέχθηκε η Αρχή µε την υπ’ αριθ. 1/2020 Γνωµοδότησή της. Επισηµαίνεται επίσης ότι στο άρθρο 67 παρ. 3 του ν. 4624/2019 προβλέπεται η δυνατότητα η Αρχή να καταρτίζει κατάλογο πράξεων επεξεργασίας, οι οποίες υπόκεινται σε προηγούµενη διαβούλευση σύµφωνα µε την παράγραφο 1 του εν λόγω άρθρου. Η Αρχή έχει σχετικώς εκδώσει την υπ’ αριθ. 65/2019 απόφασή της (βλ. και ΦΕΚ Β΄ 1622/10-5-2019) «Κα άλογος µε α είδη ων πράξεων επεξεργασίας που υπόκειν αι σ ην απαί ηση για διενέργεια εκ ίµησης αν ίκ υπου σχε ικά µε ην προσ ασία δεδοµένων σύµφωνα µε ο άρθρο 35 παρ. 4 ου ΓΚΠ∆». Ο κατάλογος αυτός καθιστά υποχρεωτική τη διενέργεια εκτίµησης αντικτύπου σε περιπτώσεις συστηµατικής και σε µεγάλη κλίµακα επεξεργασίας για την παρακολούθηση, την παρατήρηση ή τον έλεγχο των φυσικών προσώπων µε χρήση δεδοµένων που συλλέγονται µέσω συστηµάτων βιντεοεπιτήρησης ή µέσω δικτύων ή µε οποιοδήποτε 55 ∆ΕΚ 34/73 Fratelli Variola SpA Trieste κατάAmministrazione Italiana delle Finanze, απόφαση της 10-10-1973, σκ. 9-11, ∆ΕΚ απόφαση της 09-3-1978 υπόθεση 106/77, αιτ. σκ. 24, Amministrazione delle finanze dello stato και Simmenthal SpA και απόφαση της 29-4-1999 υπόθεση C-224/97 Erich Ciola κατά Land Vorarlberg, ∆ΕΚ απόφαση της 20-5-1992 υπόθεση C-190/90 Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων κατά Βασιλείου των Κάτω Χωρών, ιδίως αιτ. σκ. 17 και ∆ΕΚ υπόθεση 40/69 απόφαση Hauptzollamt Hamburg Oberelbe κατά εταιρίας Paul G. Bollmann, απόφαση της 1802-1970, σκέψη
- 15 άλλο µέσο σε δηµόσιο χώρο, δηµοσίως προσβάσιµο χώρο ή ιδιωτικό χώρο προσιτό σε απεριόριστο αριθµό προσώπων. Εν όψει των ανωτέρω, καθίσταται προφανές ότι ο εθνικός νοµοθέτης δεν µπορεί να ερµηνεύσει και να περιορίσει την έννοια των δεδοµένων προσωπικού χαρακτήρα όπως προβλέπεται από τους κανόνες της Ε.Ε. και του υντάγµατος, καθήκον το οποίο ανατίθεται αποκλειστικά στα δικαστήρια.56 Προκειµένου δε να µη δηµιουργούνται αµφιβολίες ως προς τη συµµόρφωση της διάταξης προς τους κανόνες αυτούς, προτείνεται η ενοποίηση των δυο παραγράφων του άρθρου 1 σχ. Π.∆. ως εξής: «Σ ο µέ ρο που διενεργεί αι επεξεργασία δεδοµένων προσωπικού χαρακ ήρα, θεσπίζον αι µε ο παρόν διά αγµα οι ειδικό εροι κανόνες για ην εγκα άσ αση και λει ουργία σε δηµόσιους χώρους συσ ηµά ων λήψης ή κα αγραφής ήχου ή εικόνας (εφεξής συσ ήµα α επι ήρησης) κα ά ρόπο ώσ ε να επι υγχάνον αι απο ελεσµα ικά οι σκοποί που προβλέπον αι σ ο άρθρο 14 ου ν.3917/2011 µε αυ όχρονη διασφάλιση ων δικαιωµά ων ων προσώπων που θίγον αι από η χρήση ων συσ ηµά ων αυ ών». .
- Άρθρο 2 σχ. Π.∆. Με το άρθρο 2 σχ. Π.∆. προσδιορίζεται η έννοια των «συσ ηµά ων επι ήρησης» προκειµένου η επεξεργασία δεδοµένων προσωπικού χαρακτήρα να ανταποκρίνεται στις αρχές της νοµιµότητας, αντικειµενικότητας και διαφάνειας, αλλά και να πληροί τις απαιτήσεις που προκύπτουν από τις διατάξεις των άρθρων 7, 8, 52 παρ. 1 ΧΘ∆ΕΕ και 8 Ε ∆Α για την «ποιότητα του νόµου» όπως έχουν ερµηνευθεί από το ∆ΕΕ και το Ε∆∆Α. Με δεδοµένη την πρόοδο της τεχνολογίας καθίσταται δυσχερής η εξαντλητική και περιοριστική απαρίθµηση κάθε είδους και τεχνολογίας συσκευών ή συστηµάτων καταγραφής εικόνας ή και ήχου. Παρά ταύτα, θα πρέπει να γίνεται προσπάθεια ειδικότερου προσδιορισµού αυτών. ε κάθε περίπτωση, συστήµατα επιτήρησης περιλαµβανοµένων των φορητών από φυσικά πρόσωπα (π.χ. wearables) ή µεταφερόµενων από οχήµατα όπως π.χ. των συστηµάτων µη επανδρωµένων 56 Βλ. την από 28.01.2018 Ανακοίνωση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής COM
(2018)43 final “Stronger protection, new opportunities - Commission guidance on the direct application of the General Data Protection Regulation as of 25 May 2018” σελ.
- 16 αεροσκαφών ( µηΕΑ, UAV’s ή RPAS ή drones), θα πρέπει να λειτουργούν σύµφωνα προς το οικείο νοµοθετικό πλαίσιο. Επισηµαίνεται ειδικότερα ότι η χρήση τεχνολογικών µέσων επιτήρησης οφείλει να γίνεται τόσο µε σεβασµό στο ειδικό πλαίσιο λειτουργίας των µέσων αυτών, όσο και στη νοµοθεσία για την προστασία των δεδοµένων προσωπικού χαρακτήρα. Για παράδειγµα, ο υπ’ αριθ. ∆/ΥΠΑ/21860/1422 Κανονισµός για το γενικό πλαίσιο πτήσεων της ΥΠΑ (ΦΕΚ Β’3152/2016) δίνει, στο άρθρο 2 παρ. 2 αυτού, την ευχέρεια σε κρατικούς φορείς να υπαγάγουν τα µηΕΑ που χρησιµοποιούν στις διατάξεις του. Περαιτέρω, όπως επισηµαίνει η ΟΕ του άρθ. 29,57 η χρήση µηΕΑ πρέπει να περιορίζεται για αυστηρά απαριθµηµένους και δικαιολογηµένους σκοπούς και η χρήση τους να περιορίζεται γεωγραφικά και στον χρόνο. το πλαίσιο αυτό το Γαλλικό Ανώτατο ∆ιοικητικό ∆ικαστήριο58 απαγόρευσε τη χρήση µηΕΑ για την επιτήρηση των πολιτών λόγω απουσίας κατάλληλου θεσµικού πλαισίου. Τέλος, θα πρέπει να επισηµανθεί ότι τυχόν εγκατάσταση και χρήση πρόσθετου εξοπλισµού στον οποίο περιλαµβάνεται και λογισµικό που αποσκοπεί σε «περαι έρω επεξεργασία ης εικόνας και ου ήχου» ενδέχεται να αφορά διαφορετική, αυτοτελή και διακριτή επεξεργασία σε σχέση µε την αρχική συλλογή, αποθήκευση και διατήρηση του υλικού, όπως π.χ. σε περίπτωση χρήσης λογισµικού αναγνώρισης και ταυτοποίησης προσώπου (facial recognition) ή και ενδεχοµένως σε περίπτωση χρήσης τεχνητής νοηµοσύνης. ε εκείνη την περίπτωση θα πρέπει να τηρούνται επίσης όλες οι αρχές επεξεργασίας και νοµιµότητας, καθώς και οι απαιτήσεις σεβασµού των υποχρεώσεων που απορρέουν από τις διατάξεις των άρθρων 7, 8, 52 παρ. 1 ΧΘ∆ΕΕ και 8 Ε ∆Α. την ίδια κατεύθυνση βρίσκεται και η πρόσφατη ανακοίνωση59 του Ε Π∆ µε την οποία επισηµαίνεται ότι η χρήση υπηρεσιών τεχνητής νοηµοσύνης για σκοπούς επιβολής του νόµου, ενδέχεται να µη συνάδει µε το θεσµικό πλαίσιο της Ε.Ε. για την προστασία από την επεξεργασία δεδοµένων προσωπικού χαρακτήρα. 57 Βλ. την από 16/6/2015 γνώµη 01/2015 της ΟΕ άρ. 29 on Privacy and Data Protection Issues relating to the Utilisation of Drones, σελ. 11 58 Βλ. https://www.conseil-etat.fr/ressources/decisions-contentieuses/dernieres-decisionsimportantes/conseil-d-etat-18-mai-2020-surveillance-par-drones 59 Βλ. https://edpb.europa.eu/news/news/2020/thirty-first-plenary-session-establishment-taskforcetiktok-response-meps-use_en 17
- Άρθρο 3 σχ. Π.∆. το άρθρο 3 σχ. Π.∆. προβλέπονται ως σκοποί επεξεργασίας των δεδοµένων προσωπικού χαρακτήρα που παράγονται µε την εγκατάσταση και λειτουργία συστηµάτων επιτήρησης, τόσο η «απο ροπή και η κα ασ ολή» αξιόποινων πράξεων που προβλέπονται από τις περιπτώσεις β’ έως δ’ του άρθρου 14 παρ. 1 ν. 3917/2011 (εδ. α’), όσο και η διαχείριση της οδικής κυκλοφορίας (εδ. β’). Η επεξεργασία δεδοµένων προσωπικού χαρακτήρα προς «απο ροπή και κα ασ ολή» αξιόποινων πράξεων του άρθρου 14 παρ. 1 εδ. γ' και δ’ ν. 3917/2011 και του άρθρου 3 σχ. Π.∆. έχει την έννοια και εµπίπτει στους σκοπούς της πρόληψης, διερεύνησης, ανίχνευσης ή δίωξης ποινικών αδικηµάτων ή της εκτέλεσης ποινικών κυρώσεων, σύµφωνα µε τα προβλεπόµενα από την µεταγενέστερη Οδηγία 2016/680, όπως ενσωµατώθηκε στην εθνική έννοµη τάξη µε τις διατάξεις του ν. 4624/2019, όπως προκύπτει και από τις διατάξεις του άρθρου 4 σχ. Π.∆. που υιοθετεί την σχετική ορολογία και παραπέµπει στις οικείες διατάξεις. Επισηµαίνεται ότι σύµφωνα µε την αιτ. σκ. 12 της Οδηγίας 2016/680 το πεδίο εφαρµογής της περιλαµβάνει και αστυνοµικές δραστηριότητες που εκτελούνται χωρίς προηγούµενη γνώση εάν ένα περιστατικό αποτελεί ποινικό αδίκηµα60, ενώ από την αιτ. σκ. 35 προκύπτει ότι οι δραστηριότητες των αρµόδιων αρχών προς επίτευξη των ανωτέρω σκοπών θα πρέπει να καλύπτουν την προστασία των ζωτικών συµφερόντων του υποκειµένου των δεδοµένων. Αντίθετα, στο πεδίο εφαρµογής του ΓΚΠ∆ και του ν. 4624/2019, µε τον οποίο ελήφθησαν µέτρα εφαρµογής του ΓΚΠ∆, εµπίπτει κατ’ αρχήν η επεξεργασία δεδοµένων προσωπικού χαρακτήρα προς διαχείριση της κυκλοφορίας κατ’ άρθ. 14 παρ. 1 εδ. ε’ ν. 3917/
- ύµφωνα µε το άρθρο 3 περ. β’ σχ. Π.∆. στην έννοια της διαχείρισης κυκλοφορίας εµπίπτει η αντιµετώπιση εκτάκτων καταστάσεων στο οδικό δίκτυο, η ρύθµιση της κυκλοφορίας οχηµάτων, καθώς και η πρόληψη και διαχείριση τροχαίων ατυχηµάτων, ενώ από την αιτιολογική έκθεση του άρθ. 14 ν. 3917/11 προκύπτει επιπλέον των ανωτέρω ότι «ο όρος διαχείριση ης κυκλοφορίας περιλαµβάνει η βεβαίωση παραβάσεων ου Κ.Ο.Κ. […]» µε την επισήµανση ότι υφίσταται και εφαρµόζεται η διάταξη του άρθρου 104 παρ. 4 ν. 2696/1999 (όπως ισχύει µετά το ν. 4530/2018) σε συνδυασµό µε το Π.∆. 287/2001 ως προς τις ειδικές 60 Όπως π.χ. στις περιπτώσεις κατά τις οποίες ένας αστυνοµικός (διοικητικής φύσης) έλεγχος που διενεργείται χωρίς υπόνοιες τέλεσης εγκλήµατος αποκαλύπτει εν τέλει την τέλεση εγκλήµατος. 18 ηλεκτρονικές τεχνικές συσκευές για τη βεβαίωση παραβάσεων του Κ.Ο.Κ
- Από τις ανωτέρω διατάξεις και ιδίως από την διάταξη της πρώτης παραγράφου του άρθρου 104 ν. 2696/1999 (όπως ισχύει µετά το ν. 4530/2018) προκύπτει ότι η εν λόγω επεξεργασία λαµβάνει χώρα για τη βεβαίωση διοικητικών παραβάσεων προς επιβολή διοικητικής κύρωσης (προστίµου). Αντίθετα, από τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 4 Π.∆. 287/2001 προκύπτει ότι η διαπίστωση της παραβάσεως του Κ.Ο.Κ. αφορά και αξιόποινες πράξεις που διώκονται σε βαθµό πληµµελήµατος και εφαρµογής τυγχάνουν οι διατάξεις του ΚΠ∆
- Από τις εξουσιοδοτικές διατάξεις όµως του άρθρου 14 παρ. 1 ν. 3917/2011 προκύπτει ότι η επεξεργασία δεδοµένων προσωπικού χαρακτήρα για τη διακρίβωση αξιόποινων πράξεων επιτρέπεται µόνο στις περιοριστικά εκεί προβλεπόµενες περιπτώσεις, οι οποίες σύµφωνα µε την αιτιολογική έκθεση αφορούν σοβαρά εγκλήµατα, ενώ η χρήση των εν λόγω δεδοµένων «[…] θα πρέπει να επι ρέπε αι µόνο σε σχέση µε αξιόποινες πράξεις που υπάγον αι σ ην ανω έρω περιορισ ική απαρίθµηση». Επιπλέον δε, από τη διάταξη του άρθρου 3 περ. β’ τελ. εδ. σχ. Π.∆. προκύπτει ότι «Αν ικείµενο ης κα ασ ολής συνισ ά και η απόδειξη αξιόποινων πράξεων και αυ οποίησης έλεσης ου δράσ η», χωρίς αντίστοιχα να καταλαµβάνει και την περίπτωση β’ για τη διαχείριση της κυκλοφορίας. Από το σύνολο των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι το υπό επεξεργασία σχέδιο δεν έχει εφαρµογή σε περιπτώσεις επεξεργασίας προσωπικών δεδοµένων για τη διακρίβωση παραβάσεων των κανόνων οδικής κυκλοφορίας, η οποία διέπεται από τις διατάξεις του άρθρου 104 παρ. 4 του ν. 2696/1999, όπως ισχύει, και του π.δ. 287/
- Άρθρο 4 σχ. Π.∆. το άρθρο 4 παρ. 1 σχ. Π.∆. προβλέπεται αφενός ότι όλες οι δηµόσιες αρχές που είναι αρµόδιες για την πρόληψη, διερεύνηση, ανίχνευση ή δίωξη εγκληµάτων ή την εκτέλεση των ποινικών κυρώσεων, περιλαµβανοµένων της προστασίας από τις 61 Βλ. ΓνωµΕισΑΠ 6/2004 (Βέρροιου), Ποιν∆ικ 2004,
- «Σ ις περιπ ώσεις που η παράβαση διώκε αι σε βαθµό πληµµελήµα ος, ο αν ί υπο ης φω ογραφίας ή ων φω ογραφιών που προορίζε αι για ο ∆ηµόσιο Κα ήγορο, επισυνάπ ε αι σ η συν αχθείσα σχε ική µήνυση και εφαρµόζον αι οι σχε ικές δια άξεις ου Κ.Π.∆.». 62 19 απειλές κατά της δηµόσιας ασφάλειας και της αποτροπής τους «θεωρούν αι» ως υπεύθυνοι επεξεργασίας κατά τα οριζόµενα στο άρθρο 43 ν. 4624/2019, αφετέρου, ρητά ορίζονται ως υπεύθυνοι επεξεργασίας για την «πρόληψη και ην κα ασ ολή εγκληµά ων» τµήµα των ανωτέρω δηµοσίων αρχών και δη οι αναφερόµενες στη διάταξη υπηρεσίες «σ ο βαθµό που η αποσ ολή ους εµπίπ ει ή συναρ ά αι µε ο πεδίο εφαρµογής ου παρόν ος. Σε περίπ ωση συναρµοδιό η ας ο υπεύθυνος επεξεργασίας ορίζε αι από ην αρµόδια δηµόσια αρχή». 4.
- Η διάκριση µεταξύ των δυο «κατηγοριών» υπευθύνων επεξεργασίας («θεωρούνται» - «ορίζονται») που αφορά το πεδίο εφαρµογής της Οδηγίας 2016/680 κατά τα οριζόµενα στα άρθρα 43 επ. ν. 4624/2019 πέραν του ότι τελεί σε σχέση αλληλοαποκλεισµού, επιπλέον, δεν καθίσταται σαφής και κατανοητή, µε συνέπεια να παραβιάζονται οι αρχές της νοµιµότητας, αντικειµενικότητας και διαφάνειας κατά την επεξεργασία δεδοµένων προσωπικού χαρακτήρα. Περαιτέρω, οι εν λόγω διατάξεις δεν πληρούν τις απαιτήσεις της αρχής της νοµιµότητας που απορρέουν από τις διατάξεις των άρθρων 7 ΧΘ∆ΕΕ και 8 Ε ∆Α και αφορούν την «ποιότητα» του εθνικού νόµου και δη της έκφανσης της προβλεψιµότητας που επιτάσσει ότι «[…] η νοµοθεσία ων κρα ών µελών, η νοµική βάση ή ο νοµοθε ικό µέ ρο θα πρέπει να είναι δια υπωµένα µε σαφήνεια και ακρίβεια και η εφαρµογή ους να είναι προβλέψιµη για όσους υπόκειν αι σε αυ ά, όπως απαι εί αι από η νοµολογία ου ∆ικασ ηρίου και ου Ευρωπαϊκού ∆ικασ ηρίου Ανθρωπίνων ∆ικαιωµά ων» (βλ. αιτ. σκ. 33 Οδηγίας 680/16 µε αναφορά στον καθορισµό των απαιτήσεων συµβατότητας των εθνικών ρυθµίσεων προς τον ΧΘ∆ΕΕ και την Ε ∆Α). Περαιτέρω, η έννοια του υπευθύνου επεξεργασίας, η οποία αποτελεί αυτόνοµη έννοια του ενωσιακού δικαίου, ως προς το υποκειµενικό πεδίο εφαρµογής της αναφέρεται σε σχέση µε τον δηµόσιο τοµέα σε αρχή, δηµόσια υπηρεσία, νοµικό πρόσωπο δηµοσίου δικαίου ή άλλον οργανισµό. Η έννοια του υπεύθυνου της επεξεργασίας είναι λειτουργική και προορίζεται να κατανείµει αρµοδιότητες εκεί όπου βρίσκεται η πραγµατική επιρροή και, εποµένως, βασίζεται περισσότερο σε πραγµατολογική παρά σε τυπική ανάλυση. Βαρύτητα δίδεται στο λειτουργικό κριτήριο, δηλαδή υπεύθυνος επεξεργασίας είναι αυτός που καθορίζει τον σκοπό ή/και τα ουσιώδη, τουλάχιστον, στοιχεία του τρόπου της επεξεργασίας. τη δηµόσια διοίκηση το λειτουργικό κριτήριο συνάπτεται κατ’ αρχήν µε τις αρµοδιότητες που απονέµει ο νόµος σε συγκεκριµένη αρχή, υπηρεσία ή νοµικό πρόσωπο δηµοσίου 20 δικαίου, οι οποίες, επιπλέον, θα πρέπει στην πράξη να ασκούνται από τον φορέα αυτό. Όπως αναφέρει και η Γνώµη 1/201063 της Ο.Ε. του Άρθ. 29 (βλ. σελ. 11) «Η ιδιό η α ου υπευθύνου ης επεξεργασίας είναι πρωτίστως συνέπεια της πραγµατολογικής περίστασης ότι µια οντότητα επέλεξε να επεξεργασθεί δεδοµένα προσωπικού χαρακτήρα για τους δικούς της στόχους. Πράγµα ι, ένα απλώς υπικό κρι ήριο δεν θα ή αν αρκε ό, για δύο ουλάχισ ον λόγους: σε ορισµένες περιπ ώσεις, ο υπικός διορισµός ενός υπευθύνου ης επεξεργασίας –ο οποίος προβλέπε αι, για παράδειγµα, σε έναν νόµο, µια σύµβαση ή µια κοινοποίηση σ ην αρχή προσ ασίας δεδοµένων– απλώς θα ελλείπει· σε άλλες περιπ ώσεις ενδέχε αι ο υπικός διορισµός να µην αν αποκρίνε αι σ ην πραγµα ικό η α, αναθέ ον ας υπικά ον ρόλο ου υπευθύνου ης επεξεργασίας σε έναν φορέα ο οποίος δεν είναι σ ην πραγµα ικό η α σε θέση να «καθορίζει».» Επίσης, προσδιορίζεται ότι: «Η έννοια ου υπεύθυνου ης επεξεργασίας είναι µια λειτουργική έννοια η οποία προορίζεται να κατανείµει αρµοδιότητες εκεί όπου βρίσκε αι η πραγµα ολογική επιρροή και, εποµένως, βασίζε αι περισσό ερο σε πραγµα ολογική παρά σε υπική ανάλυση. Συνεπώς, ο καθορισµός ου ελέγχου µπορεί ενίο ε να απαι εί ενδελεχή και µακρά έρευνα. Ωσ όσο, η αναγκαιό η α διασφάλισης απο ελεσµα ικό η ας απαι εί ην υιοθέ ηση µιας πραγµα ισ ικής προσέγγισης, προκειµένου να εξασφαλισθεί προβλεψιµό η α όσον αφορά ον έλεγχο. Για ον σκοπό αυ ό, απαι ούν αι γενικές αρχές και πρακ ικές παραδοχές για ην καθοδήγηση και ην απλούσ ευση ης εφαρµογής ης νοµοθεσίας για ην προσ ασία ων δεδοµένων.» υνεπώς, η θεώρηση στο χέδιο του ∆ιατάγµατος ως υπευθύνου επεξεργασίας µια υπηρεσιακής δοµής της Ελληνικής Αστυνοµίας, έστω και σε επίπεδο Γενικής ∆ιεύθυνσης ή ∆ιεύθυνσης, είναι αµφίβολο αν πληροί τα κριτήρια του υπευθύνου επεξεργασίας και τούτο, τόσο διότι ο νόµος απονέµει τις αρµοδιότητες στην αρµόδια δηµόσια αρχή (δηλαδή την Ελληνική Αστυνοµία) αλλά και διότι οι δοµές αυτές είναι αµφίβολο αν διαθέτουν την απαιτούµενη αυτοτέλεια για να αποφασίσουν οι ίδιες σχετικά µε τα µέσα της επεξεργασίας. Μάλιστα, δηµιουργείται σύγχυση ως προς τον προσδιορισµό του υπευθύνου επεξεργασίας από το άρθρο 12 του σχ. Π.∆. στο οποίο αναφέρεται ότι «η εγκα άσ αση συσ ηµά ων επι ήρησης σε σ αθερές βάσεις επι ρέπε αι ύσ ερα από απόφαση της αρµόδιας δηµόσιας αρχής, που έχει ην ιδιό η α ου υπεύθυνου 63 Γνώµη 1/2010 σχετικά µε τις έννοιες του «υπευθύνου της επεξεργασίας» και του «εκτελούντος την επεξεργασία» - WP 169 21 επεξεργασίας, κα ά α οριζόµενα σ ο άρθρο 4 ου παρόν ος δια άγµα ος ή της οργανικής µον δας αυ ής σ ην οποία έχει ανα εθεί η σχε ική αρµοδιό η α από ην αρµόδια δηµόσια αρχή». Επιπλέον, τόσο η εν λόγω διάκριση, όσο και η πρόβλεψη περί διορισµού του υπευθύνου επεξεργασίας από την αρµόδια δηµόσια αρχή όταν διαπιστώνεται συναρµοδιότητα, δεν βρίσκει έρεισµα στις διατάξεις του ΓΚΠ∆, της Οδηγίας 2016/680 και του ν. 4624/
- υγκεκριµένα, σύµφωνα µε το άρθρο 26 του ΓΚΠ∆ και το άρθρο 61 του ν. 4624/2019 (άρθρο 21 της Οδηγίας), σε περίπτωση που δύο ή περισσότεροι υπεύθυνοι επεξεργασίας καθορίζουν από κοινού τους σκοπούς και τα µέσα της επεξεργασίας, καθίστανται από κοινού υπεύθυνοι επεξεργασίας. το βαθµό δε που τα καθήκοντα και οι ευθύνες τους δεν προβλέπονται από τον νόµο, απαιτείται έγγραφη συµφωνία, ώστε να καθορίζονται µε διαφανή τρόπο οι υποχρεώσεις τους, ιδίως σε σχέση µε την ικανοποίηση των δικαιωµάτων των υποκειµένων των δεδοµένων. 4.
- την παράγραφο 2 του άρθρου 4 σχ. Π.∆. που αφορά τους υπευθύνους επεξεργασίας για τους σκοπούς της διαχείρισης κυκλοφορίας οµοίως δεν καθίσταται σαφές ποια υπηρεσία ορίζεται ως υπεύθυνος επεξεργασίας, καθώς αφενός προβλέπεται ότι η «η προϊσ αµένη αρχή ης υπηρεσίας που εγκαθισ ά ο σύσ ηµα» έχει « ις υποχρεώσεις υπευθύνου επεξεργασίας», χωρίς να ορίζεται όµως ρητά ως υπεύθυνος επεξεργασίας, αφετέρου, παρέχεται εναλλακτικά και χωρίς προσδιορισµό των οικείων προϋποθέσεων, η επιλογή ορισµού έτερου υπευθύνου επεξεργασίας µε βάση το άρθρο 4 παρ. 1 τελ. εδ. σχ. Π.∆. Επιπλέον, από την ίδια διάταξη προβλέπεται η δυνατότητα διορισµού και άλλων υπηρεσιών, αλλά και του Υπουργείου Υποδοµών και Μεταφορών ως «από κοινού υπευθύνων επεξεργασίας». Ως εκ τούτου καθίσταται δυσχερής, αν όχι αδύνατος, ο προσδιορισµός του υπευθύνου επεξεργασίας από τα υποκείµενα των δεδοµένων κατά παραβίαση των αρχών επεξεργασίας και των απαιτήσεων συµβατότητας προς τον ΧΘ∆ΕΕ και την Ε ∆Α, σύµφωνα µε όσα γίνονται δεκτά ανωτέρω Όσον αφορά στην από κοινού χρήση συστηµάτων επιτήρησης τα οποία έχουν αρχικά εγκατασταθεί από άλλη δηµόσια αρχή ή στην εγκατάσταση συστηµάτων επιτήρησης από κοινού µε άλλη δηµόσια αρχή, η οποία είναι αρµόδια για διαφορετικό σκοπό επεξεργασίας, αυτό προϋποθέτει, σύµφωνα µε το άρθρο 26 του 22 ΓΚΠ∆ και το άρθρο 61 του ν. 4624/2019 (άρθρο 21 της Οδηγίας), κατάλληλη συµφωνία, όπως περιγράφηκε ανωτέρω. Τέλος θα πρέπει να επισηµανθεί ότι τυχόν διασύνδεση συστηµάτων επιτήρησης επεξεργασίας και άλλων συστηµάτων αρχειοθέτησης δεδοµένων προσωπικού χαρακτήρα ή αυτοµατοποιηµένης συνιστά αυτοτελείς και ενδεχοµένως µεταγενέστερες ή περαιτέρω πράξεις επεξεργασίας και για τη νόµιµη διενέργεια τους πρέπει, αφενός να τηρούνται όλες οι αρχές νόµιµης επεξεργασίας και οι απαιτήσεις που προκύπτουν από τις διατάξεις του δικαίου της Ε.Ε64 και αφετέρου, να λαµβάνονται πρόσθετες διασφαλίσεις για τα δικαιώµατα των υποκειµένων των δεδοµένων, λόγω της εγγενούς δυνατότητας συνδυασµού δεδοµένων για διαφορετικούς σκοπούς.
- Άρθρο 5 σχ. Π.∆. 5.
- Με την πρώτη παράγραφο του άρθρου 5 σχ. Π.∆. τίθεται ως προϋπόθεση λειτουργίας των συστηµάτων επιτήρησης η εφαρµογή της αρχής της αναγκαιότητας και της προσφορότητας, ως εκφάνσεων της αρχής της αναλογικότητας εν ευρεία εννοία
- ηµειώνεται ότι ενώ στην παρ. 1 γίνεται λόγος µόνο για λειτουργία των συστηµάτων επιτήρησης, στην παρ. 2 προστίθεται και η εγκατάσταση αυτών. Η συµπερίληψη της «εγκατάστασης» των συστηµάτων επιτήρησης στην παρ. 1 σε συνδυασµό µε το άρθρο 12 του σχ. Π.∆. θα παρείχε πληρέστερη και µε µεγαλύτερη σαφήνεια προστασία στα δικαιώµατα των υποκειµένων, σύµφωνα και µε τις απαιτήσεις περί προβλέψιµου και άρα ποιοτικού νόµου. Από την ίδια διάταξη δεν προκύπτει µε σαφήνεια ο χρόνος ενεργοποίησης των συστηµάτων επιτήρησης σε σχέση µε τους επιδιωκόµενους σκοπούς. Και ενώ η διαχείριση της οδικής κυκλοφορίας θα µπορούσε υπό προϋποθέσεις να δικαιολογήσει τη συνεχή λειτουργία των καµερών π.χ. για την παρακολούθηση και βελτίωση των πυκνωµάτων στις οδικές αρτηρίες, δεν ισχύει το ίδιο για λόγους διακρίβωσης αξιόποινων πράξεων (αναλόγως βεβαίως του συστήµατος επιτήρησης), οπότε η 64 Βλ. Οµάδα Εργασίας αρ. 29, Γνώµη 4/2004 (WP89) για την επεξεργασία προσωπικών δεδοµένων µέσω βιντεοεπιτήρησης, σελ.
- 65 χετικά βλ. Γνώµη 01/2014 (WP211) Οµάδας Εργασίας αρ. 29 σχετικά µε την εφαρµογή της αναγκαιότητας και της αναλογικότητας και την προστασία των δεδοµένων στον τοµέα της επιβολής της νοµοθεσίας, Ευρωπαίος Επόπτης Προστασίας ∆εδοµένων, Assessing the necessity of measures that limit the fundamental right to the protection of personal data: A Toolkit, 11-4-
- 23 επεξεργασία δεδοµένων προσωπικού χαρακτήρα θα πρέπει να είναι σύµφωνη όχι µόνο µε τις αρχές της νοµιµότητας, αντικειµενικότητας και διαφάνειας, αλλά επιπλέον και µε την αρχή του περιορισµού του σκοπού σε συνδυασµό µε την αρχή της αναλογικότητας εν ευρεία εννοία. Θα πρέπει εποµένως να προσδιοριστούν στο Π.∆. οι προϋποθέσεις ενεργοποίησης – θέσης σε λειτουργία του συστήµατος επιτήρησης για όλες τις προβλεπόµενες περιπτώσεις, όπως π.χ. κατά τη διάρκεια επεισοδίων σε δηµόσια συνάθροιση
- 5.
- Κατά την δεύτερη παράγραφο του άρθρου 5 σχ. Π.∆. «η εγκα άσ αση και λει ουργία συσ ηµά ων επι ήρησης περιορίζε αι σ ο συγκεκριµένο χώρο για ον οποίο κρίνε αι απαραί η η η επι ήρηση και δεν µπορεί να εκ είνε αι σε ευρύ ερη περιοχή». Με την εν λόγω διάταξη αφενός δεν προβλέπονται τα κριτήρια µε βάση τα οποία αξιολογείται ως απαραίτητη η επιτήρηση σε συγκεκριµένο χώρο, αφετέρου δεν προβλέπονται οι αναγκαίες διαδικαστικές προϋποθέσεις και οι επιβαλλόµενες εγγυήσεις επίβλεψης και ελέγχου του συναφούς µέτρου καθώς π.χ. δεν προσδιορίζεται το πρόσωπο που λαµβάνει τη σχετική απόφαση, ούτε όµως προβλέπονται εγγυήσεις επίβλεψης και ελέγχου τόσο ως προς τη λήψη της απόφασης, όσο και ως προς τη λειτουργία του συστήµατος, άρα την επεξεργασία δεδοµένων. 5.
- Η πρόβλεψη περί του επιτρεπτού της λήψης εικόνας (και όχι ήχου) τρίτου προσώπου67 (προφανώς αµέτοχου στο έγκληµα68), εφόσον τούτο είναι αναγκαίο (ή και αναπόφευκτο) για την επίτευξη των σκοπών επεξεργασίας είναι σύµφωνη προς την απαίτηση προσδιορισµού των διαφορετικών κατηγοριών υποκειµένων των δεδοµένων, όπως εξάλλου επιτάσσεται και από τις διατάξεις του άρθρου 6 της Οδηγίας 2016/680 και 70 του ν. 4624/2019, τηρουµένου του τεκµηρίου αθωότητας (βλ. αιτ. σκ. 31 Οδηγίας 2016/680). 5.
- Η πρόβλεψη περί του επιτρεπτού της εστίασης (zoom) της εικόνας για τη διαπίστωση πράξεων που εµπίπτουν στους επιδιωκόµενους σκοπούς αφορά µια 66 Βλ. υµεωνίδου Καστανίδου, Προσωπικά ∆εδοµένα και ∆ιαδηλώσεις, µε αφορµή τη 14/2007 ΓνΕισΑΠ ανιδά σε Ποιν∆ικ 2007, ιδίως σελ.
- 67 χετικά βλ. Γνώµη 01/2013 (WP201) της Οµάδας Εργασίας αρ. 29 µε την οποία παρέχονται στοιχεία που θα τροφοδοτήσουν τις συζητήσεις σχετικά µε την πρόταση οδηγίας για την προστασία των δεδοµένων στους τοµείς της αστυνοµικής συνεργασίας και της δικαστικής συνεργασίας σε ποινικές υποθέσεις. 68 Πρβλ. άρθρο 254 παρ. 4 ΚΠ∆. 24 ειδικότερη και αυτοτελή κατηγορία υποκειµένων των δεδοµένων, καθώς τίθεται πλέον στο στόχαστρο συγκεκριµένο πρόσωπο, προκειµένου να διαπιστωθεί η τέλεση πράξεων που εµπίπτουν στους επιδιωκόµενους σκοπούς. Όταν η εστίαση και η στόχευση συγκεκριµένου προσώπου ή αντικειµένου (π.χ. οχήµατος) που δύναται να οδηγήσει σε ταυτοποίηση αποσκοπεί στη διακρίβωση εγκληµάτων, τότε η πράξη της επεξεργασίας δια της εστίασης της κάµερας φέρει χαρακτηριστικά ποινικοδικονοµικής ανακριτικής πράξης µε όσα συνεπάγεται σε επίπεδο εφαρµογής της οικείας νοµοθεσίας, περιλαµβανοµένων των απαιτούµενων σχετικών εγγυήσεων ελέγχου και επίβλεψης. ε αυτό το πλαίσιο διαπιστώνεται η απουσία νοµοθετικής πρόβλεψης ορισµού ενός εκπροσώπου ανεξάρτητης και αµερόληπτης διοικητικής αρχής ή δικαστικού/εισαγγελικού λειτουργού που θα αποφασίζει εκ των προτέρων ή θα ελέγχει ή θα επιβλέπει την διαδικασία εστίασης καθώς και τις µεταγενέστερες εξαρτηµένες πράξεις επεξεργασίας (π.χ. επιλογής) του συναφούς υλικού. Τέλος, καθίσταται σαφές εν όψει των ανωτέρω ότι η εστίαση της εικόνας δεν επιτρέπεται σε περιπτώσεις κατά τις οποίες δεν έχουν τελεσθεί παράνοµες πράξεις, όπως π.χ. στην περίπτωση πρόληψης µελλοντικών αξιόποινων πράξεων κατ’ άρθ. 3 περ. α’ σε συνδ. µε άρθ. 8 παρ. 1 σχ. Π.∆. 5.
- ύµφωνα µε το τελευταίο εδάφιο της παρ. 2 του άρθρου 5 σχ. Π.∆. «ο υπεύθυνος επεξεργασίας εξασφαλίζει ην επαναφορά ης κάµερας σ ην προκαθορισµένη εσ ίαση». Προκειµένου να καθίσταται δυνατή η επαλήθευση της νοµιµότητας της εστίασης και άρα της επεξεργασίας των δεδοµένων προσωπικού χαρακτήρα θα πρέπει να προβλεφθεί ρητά, είτε στο πλαίσιο του παρόντος άρθρου, είτε µε ρητή προσθήκη στο άρθρο 11 παρ. 3 περ. ε’ σχ. Π.∆., είτε και συνδυαστικά η υποχρέωση να τηρούνται τα αρχεία καταγραφής (log files) για την εστίαση σύµφωνα µε τις επιταγές που απορρέουν από τις διατάξεις των άρθρων 25 Οδηγίας 2016/680 (βλ. αιτ. σκ. 57) και 74 ν. 4624/2019 αλλά και τη νοµολογία του Ε∆∆Α
- 5.
- Με τη παράγραφο 4 του άρθρου 5 σχ. Π.∆. «επι ρέπε αι η εγκα άσ αση και λει ουργία συσ ηµά ων επι ήρησης σε δηµόσιους χώρους, ό αν…υπάρχει ανάγκη 69 Ad hoc Kennedy v. the United Kingdom, 26839/05, 18.5.2010, § 165, Roman Zakharov v. Russia (GC), 47143/06, 4.12.2015, §
- 25 ιδιαί ερης προσ ασίας συγκεκριµένων χώρων, κ ιρίων, εγκα ασ άσεων ή προσώπων», όπως αναλυτικά περιγράφονται εν συνεχεία από την ίδια διάταξη. Όπως διατυπώνεται η εν λόγω διάταξη φαίνεται να εκφεύγει της εξουσιοδοτικής διάταξης του άρθρου 14 παρ. 1, 3 και 4 ν. 3917/11 και των σκοπών επεξεργασίας του άρθρου 3 σχ Π.∆. καθώς, ενώ θεσπίζονται κατ’ άρθ. 1 παρ. 1 σχ. Π.∆. οι ειδικότεροι κανόνες για την εγκατάσταση και λειτουργία σε δηµόσιους χώρους συστηµάτων επιτήρησης και προσδιορίζεται κατ’ άρθ. 14 παρ. 3 ν. 3917/11 η έννοια των δηµόσιων χώρων, εντούτοις, προβλέπεται η εγκατάσταση και λειτουργία συστηµάτων επιτήρησης εξαιτίας της αναγκαιότητας ιδιαίτερης προστασίας συγκεκριµένων χώρων, κτιρίων, εγκαταστάσεων ή προσώπων, χωρίς να προκύπτει ρητά ότι εµπίπτουν στους σκοπούς επεξεργασίας του άρθ. 3 σχ. Π.∆. Θα πρέπει εποµένως η σχετική διάταξη να αναδιατυπωθεί ώστε να συσχετιστεί µε τους επιδιωκόµενους σκοπούς. 5.
- το τελευταίο εδάφιο της παρ. 3 του άρθρου 5 σχ. Π.∆. προβλέπεται ότι «η λει ουργία φορητών καµερών επι ρέπε αι σε κάθε περίπ ωση που υπάρχει άµεσος σοβαρός κίνδυνος έλεσης αξιόποινης πράξης από ις προβλεπόµενες σ ο άρθρο 3 ου παρόν ος δια άγµα ος», χωρίς όµως να προσδιορίζεται το πρόσωπο που λαµβάνει την σχετική απόφαση ή οι διαδικαστικές προϋποθέσεις, όροι και εγγυήσεις λήψης του σχετικού µέτρου. ε αυτό το πλαίσιο διαπιστώνεται η απουσία νοµοθετικής πρόβλεψης ορισµού ενός εκπροσώπου ανεξάρτητης και αµερόληπτης διοικητικής αρχής ή δικαστικού/εισαγγελικού λειτουργού που θα αποφασίζει εκ των προτέρων ή θα ελέγχει ή θα επιβλέπει την διαδικασία εστίασης καθώς και τις µεταγενέστερες εξαρτηµένες πράξεις επεξεργασίας (π.χ. επιλογής) του συναφούς υλικού. 5.
- ύµφωνα µε την παρ. 5 του άρθρου 5 σχ. Π.∆. «επι ρέπε αι η εγκα άσ αση και λει ουργία συσ ηµά ων επι ήρησης σε συγκεκριµένα σηµεία ου οδικού δικ ύου εφόσον είναι αναγκαίο ιδίως για ην απο ροπή ροχαίων α υχηµά ων, ον έλεγχο και η διαχείριση ης κυκλοφορίας, υπό ην προϋπόθεση ης αρχής ης αναλογικό η ας». Τέτοια ευχέρεια ενδεικτικής νοµοθετικής ρύθµισης («ιδίως») δεν παρέχεται από την εξουσιοδοτική διάταξη του άρθρου 14 παρ. 1 εδ. ε’ ν. 3917/2011, η οποία επιτρέπει την εγκατάσταση και λειτουργία συστηµάτων επιτήρησης αποκλειστικά για λόγους διαχείρισης της κυκλοφορίας. 26
- Άρθρο 6 σχ. Π.∆. Η επιτήρηση δηµόσιων υπαίθριων συναθροίσεων είναι πολύ σηµαντικό ζήτηµα γιατί συνδέεται µε την άσκηση του ατοµικού δικαιώµατος του συνέρχεσθαι (άρθρο 11 υντ.), ενώ πολλές φορές τα εκδηλούµενα στις συναθροίσεις προσωπικά δεδοµένα εµπίπτουν στην κατηγορία των ειδικών κατηγοριών (ευαίσθητων) δεδοµένων (π.χ. πολιτικές συναθροίσεις). Υπό το πρίσµα αυτό, είναι συνταγµατικά προβληµατικό η εγκατάσταση και λειτουργία συστηµάτων επιτήρησης δηµόσιων συναθροίσεων να ανατίθεται αορίστως σε «αρµόδια δηµόσια αρχή». Θα πρέπει να πρόκειται για δικαστικό/εισαγγελικό λειτουργό που να πληρεί τις προϋποθέσεις της προσωπικής και λειτουργικής ανεξαρτησίας των άρθρων 87 επ. υντ. Το πρόσωπο αυτό θα πρέπει να είναι αρµόδιο για να κρίνει και εάν υπάρχει κίνδυνος για τη ζωή ή σωµατική ακεραιότητα προσώπου (τελευταίο εδάφιο της παρ. 1). Οι περιπτώσεις στις οποίες επιτρέπεται η εγκατάσταση και λειτουργία συστηµάτων επιτήρησης δηµόσιων συναθροίσεων δεν µπορεί να είναι διαφορετικές από αυτές που προβλέπονται στην εξουσιοδοτική διάταξη του άρθρου 14 του ν. 3917/
- Πρέπει συνεπώς οι διατάξεις των περιπτώσεων α) και β) να αναδιατυπωθούν, ώστε οι περιπτώσεις επιτρεπτής εγκατάστασης και λειτουργίας συστηµάτων επιτήρησης δηµόσιων υπαίθριων συναντήσεων να αντιστοιχούν στους σκοπούς του άρθρου 14 του ν. 3917/
- Ιδίως πρέπει να τονισθεί ότι η «απειλή σοβαρής διατάραξης της κοινωνικοοικονοµικής ζωής σε ορισµένη περιοχή» αποτελεί υπό προϋποθέσεις λόγο κατ’ εξαίρεση απαγόρευσης µιας συνάθροισης κατά το άρθρο 11 παρ. 2 υντ. και όχι παρακολούθησής της.
- Άρθρο 7 σχ. Π.∆. Κατά την παράγραφο 2 του άρθρου 7 σχ. Π.∆. η τεχνική δυνατότητα των συστηµάτων επιτήρησης για τη λήψη και επεξεργασία ήχου στο µέτρο που καθιστούν δυνατή την ταυτοποίηση προσώπων πρέπει να είναι απενεργοποιηµένη. Κατ’ εξαίρεση, κατόπιν σχετικής εντολής ή έγκρισης της εισαγγελικής αρχής η επεξεργασία δεδοµένων ήχου επιτρέπεται στο µέτρο που είναι απολύτως αναγκαία για τον εντοπισµό και την αναγνώριση προσώπων που διαπράττουν (προφανώς επ’ 27 αυτοφώρω) τις αναφερόµενες στο άρθρο 3 αξιόποινες πράξεις, εφόσον η διερεύνηση των ανωτέρω αξιοποίνων πράξεων είναι αδύνατη ή ουσιωδώς δυσχερής χωρίς αυτή. Η λήψη και επεξεργασία δεδοµένων ήχου για την διακρίβωση των αναφεροµένων στο άρθρο 3 του σχ. Π.∆. αξιόποινων πράξεων στο µέτρο που στοχοποιείται συγκεκριµένο πρόσωπο αφορά µια ειδικότερη και αυτοτελή κατηγορία επεξεργασίας δεδοµένων προσωπικού χαρακτήρα70, αντίστοιχη προς εκείνη της εστίασης (zoom) της εικόνας και φέρει επίσης χαρακτηριστικά ποινικοδικονοµικής ανακριτικής πράξης µε όσα συνεπάγεται σε επίπεδο εφαρµογής της οικείας νοµοθεσίας, περιλαµβανοµένων των απαιτούµενων εγγυήσεων ελέγχου και επίβλεψης. ε περίπτωση κατά την οποία η λήψη και επεξεργασία δεδοµένων ήχου αφορά την επικοινωνία µεταξύ δύο ή περισσοτέρων προσώπων, ακόµη και εάν λαµβάνει χώρα σε δηµόσιο χώρο, εφαρµογής τυγχάνουν, πέραν των διατάξεων του άρθρου 9Α ., και εκείνες του άρθ. 19 παρ. 1 . για την ελευθερία και το απόρρητο των επικοινωνιών, τηρουµένων των σχετικών προϋποθέσεων71, το οποίο καταλαµβάνει και κάθε ενώπιος ενωπίω (δια ζώσης) προφορική επικοινωνία72, υπό την προϋπόθεση ότι υπάγεται στην προστασία του απορρήτου των επικοινωνιών73, ενώ σύµφωνα µε τη νοµολογία του Ε∆∆Α η καταγραφή επικοινωνιών ενώπιος ενωπίω για την διακρίβωση εγκληµάτων74 ή µε σκοπό να ληφθεί δείγµα φωνής προς ταυτοποίηση75 εµπίπτει στο πεδίο προστασίας του άρθρου 8 παρ. 1 Ε ∆Α. Το απόρρητο των επικοινωνιών προστατεύεται από το άρθρο 19 παρ. 1 . ως απολύτως απαραβίαστο, ο δε περιορισµός του επιτρέπεται µε εκτελεστικό νόµο µε τον οποίο ορίζονται οι εγγυήσεις υπό τις οποίες η δικαστική αρχή δεν δεσµεύεται από το απόρρητο για λόγους εθνικής ασφάλειας ή διακρίβωσης ιδιαίτερα σοβαρών εγκληµάτων. Με τον εκτελεστικό του άρθρου 19 παρ. 1 . νόµο 2225/1994 σε 70 Βλ. Practical guide on the use of personal data in the police sector, Council of Europe, Consultative Committee of the Convention for the protection of individuals with regard to automatic processing of personal data, T-PD
(2018)01, 15-02-
- 71 χετικά βλ. Π. Γ. Μαντζούφα, Προστασία προσωπικών δεδοµένων και δηµόσια ασφάλεια. Οι σταθµίσεις της ΑΠ∆ΠΧ στις αποφάσεις για την χρήση καµερών κλειστού κυκλώµατος σε υπαίθριους χώρους σε Πρακτικά ηλεκτρονικής παρακολούθησης σε υπαίθριους χώρους, όπ.π., σελ.
- 72 χετικά βλ. Γ. Καµίνη, Παράνοµα αποδεικτικά µέσα και συνταγµατική κατοχύρωση των ατοµικών δικαιωµάτων, εκδ. άκκουλα, 1998, σελ.
- 73 Αναλυτικά βλ. Γ. Τσόλια, Απόρρητο ηλεκτρονικών επικοινωνιών ΙΙ, Ειδικοί Ποινικοί Νόµοι, ∆ίκαιο & Οικονοµία, Π.Ν. άκκουλας
- 74 Elahi v. the United Kingdom, 30034/04, 20.6.2006˙ Heglas v. the Czech Republic, 5935/02, 1.3.
- και Wisse v. France, 71611/01, 20.12.2005, Αρµ 2008.1098 επ., παρατ. Ακριβοπούλου/Παπαδοπούλου. 75 P.G. and. J.H. v. the United Kingdom, 44787/98, 25.9.2001, §§ 59-
- 28 συνδυασµό µε τον ν. 3115/2003 και Π.∆. 47/2005 προβλέφθηκε η άρση του απορρήτου των επικοινωνιών µόνο για τις περιπτώσεις που λαµβάνει χώρα δια των παρόχων υπηρεσιών µέσω δηµοσίων δικτύων επικοινωνιών, χωρίς να καταλαµβάνει τις περιπτώσεις δια ζώσης επικοινωνίας76, η οποία και διατηρείται απολύτως απαραβίαστη µε βάση τις διατάξεις αυτές
- Αντιθέτως, µε τη διάταξη του άρθρου 254 παρ. 1 περ. ε’ ΚΠ∆ επιτρέπεται η διενέργεια της ειδικής ανακριτικής πράξης της «κα αγραφής ης δρασ ηριό η ας ή άλλων γεγονό ων εκ ός κα οικίας µε συσκευές ήχου ή εικόνας ή µε άλλα ειδικά εχνικά µέσα» για τα περιοριστικά προβλεπόµενα εγκλήµατα της παρ. 1 και µε την τήρηση των εγγυήσεων και των διαδικασιών των παρ. 2-5 του ίδιου άρθρου που περιλαµβάνουν την έκδοση βουλεύµατος από το αρµόδιο δικαστικό συµβούλιο. ύµφωνα µε τη παράγραφο 6 του άρθρου 254 ΚΠ∆ «οι δια άξεις ου παρόν ος άρθρου εφαρµόζον αι και κα ά η διενέργεια ων αν ίσ οιχων ερευνών που προβλέπον αι σε ειδικούς ποινικούς νόµους, ων οποίων οι ρυθµίσεις εξακολουθούν να ισχύουν, εφόσον δεν έρχον αι σε αν ίθεση µε ις δια άξεις ου παρόν ος». Η διάταξη του άρθρου 7 παρ. 2 σχ. Π.∆. µε την οποία επιτρέπεται η ακρόαση και καταγραφή δεδοµένων ήχου, περιλαµβανοµένης και τυχόν δια ζώσης επικοινωνίας φυσικών προσώπων σε δηµόσιο χώρο, στο µέτρο που αφορά προστατευόµενη από τα άρθρα 9Α και 19 παρ. 1 . επικοινωνία, συνιστά περιορισµό του ατοµικού δικαιώµατος, ο οποίος επιτρεπτώς επιβάλλεται εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις του τελευταίου αυτού άρθρου αλλά και εκείνων των άρθρων 7, 8, 52 παρ. 1 ΧΘ∆ΕΕ και 8 Ε ∆Α. Εάν εποµένως θεωρηθεί ότι η διάταξη του άρθρου 7 παρ. 2 σχ. Π.∆., στο µέτρο που αφορά την ακρόαση και καταγραφή προστατευόµενης συνταγµατικά επικοινωνίας, συνιστά εκτελεστικό του άρθρου 19 παρ. 1 ., θα πρέπει να περιέχει τις αναγκαίες ουσιαστικές και διαδικαστικές προϋποθέσεις λήψης και εφαρµογής του συναφούς µέτρου, περιλαµβανοµένων των εγγυήσεων της δικαστικής αρχής. Από το άρθρο 14 παρ. 7 ν. 3917/11 προκύπτει ότι διατάξεις µε περιεχόµενο αντίστοιχο προς αυτό του άρθρου 7 παρ. 2 σχ. Π.∆. εξακολουθούν να ισχύουν, περιλαµβανοµένης εκείνης « ου άρθρου 253Α παρ. 1 περίπ ωση δ’ ου Κώδικα Ποινικής ∆ικονοµίας» και ήδη άρθρου 254 παρ. 1 περ. ε’ ΚΠ∆, µετά την κύρωση του 76 Βλ. Γ. Τσόλια, Απόρρητο, όπ. π. και ΑΠ 1896/2010 Ποιν∆ικ 2011, 1101 επ. µε την οποία κρίθηκε ως παράνοµο αποδεικτικό µέσο η καταγραφείσα µε ειδική συσκευή συνοµιλία σε ανοικτή ακρόαση που αφορά την διενέργεια ανακριτικής πράξης εκτός της χρήσης δηµοσίου δικτύου επικοινωνιών. 77 χετικά βλ. Γ. Καµίνη, όπ.π.,
- 29 νέου ΚΠ∆ µε το ν. 4620/
- Η τελευταία διάταξη ταυτίζεται ως προς τον τρόπο και τον σκοπό επεξεργασίας των δεδοµένων προσωπικού χαρακτήρα µε εκείνην του άρθρου 7 παρ. 2 σχ. Π.∆. Τυχόν επεξεργασία των δεδοµένων ήχου σύµφωνα µε τα οριζόµενα στο άρθρο 7 παρ. 2 σχ. Π.∆. ως έχει δεν θα ήταν σύµφωνη µε τις επιταγές του άρθρου 19 παρ. 1 ., σύµφωνα µε τα προεκτεθέντα. Περαιτέρω, ακόµη και σε περίπτωση κατά την οποία η λήψη και επεξεργασία δεδοµένων ήχου δεν συνιστά παραβίαση του απορρήτου της επικοινωνίας που κατοχυρώνεται µε το άρθρο 19 παρ. 1 ., η ρύθµιση του άρθρου 7 παρ. 2 του χ. Π∆ είναι ατελής και αντίθετη προς τις αρχές της νοµιµότητας, αντικειµενικότητας και διαφάνειας που διέπουν την επεξεργασία των δεδοµένων, διότι η πρόβλεψη παροχής αποφασιστικής αρµοδιότητας στην εισαγγελική αρχή δια «σχετικής εντολής ή έγκρισής» της είναι παντελώς αόριστη, αφού δεν προσδιορίζεται ιδίως ποια είναι η καθ’ ύλη αρµόδια εισαγγελική αρχή, ποια είναι η διαδικασία και ο τρόπος παροχής της «σχετικής εντολής» ή της µεταγενέστερης «έγκρισης», ούτε όµως προβλέπεται η διαδικασία καταστροφής των δεδοµένων σε περίπτωση µη έγκρισης της εν λόγω λήψης και επεξεργασίας δεδοµένων ήχου. Εξάλλου, η εν λόγω διάταξη ως έχει, θα παραβίαζε εκ πλαγίου τις διατάξεις του άρθρου 254 παρ. 1 περ. ε’, 2-6 ΚΠ∆ καθώς θα επιτρεπόταν η ακρόαση και καταγραφή δεδοµένων ήχου για αξιόποινες πράξεις ήσσονος βαρύτητας και µε µειωµένες ουσιαστικές και διαδικαστικές διασφαλίσεις σε σχέση µε τα αντίστοιχα προβλεπόµενα από τον ΚΠ∆, παραβιάζοντας µε τον τρόπο αυτό τις αρχές της νοµιµότητας, αντικειµενικότητας και διαφάνειας που διέπουν την επεξεργασία των δεδοµένων.
- Άρθρο 8 σχ. Π.∆. 8.
- ύµφωνα µε το άρθρο 6 παρ. 3 σχ. Π.∆. τα δεδοµένα που συλλέγονται στο πλαίσιο της εφαρµογής των διατάξεων για τις δηµόσιες υπαίθριες συναθροίσεις διατηρούνται έως 48 ώρες και καταστρέφονται αυτόµατα, εκτός εάν εφαρµογής τυγχάνουν οι διατάξεις του άρθρου 8 σχ. Π.∆. Κατ’ άρθ. 8 παρ. 1 σχ. Π.∆. διατηρούνται για δεκαπέντε
(15)ηµέρες τα δεδοµένα προσωπικού χαρακτήρα κάθε φυσικού προσώπου που εισήλθε στο πεδίο λήψης ή καταγραφής των συστηµάτων επιτήρησης. ε περίπτωση κατά την οποία δεδοµένα που έχουν διατηρηθεί έως 48 30 ώρες κατ’ άρθ. 6 παρ. 3 σχ. Π.∆. ή για δεκαπέντε ηµέρες κατ’ άρθ. 8 παρ. 1 σχ. Π.∆. και είναι χρήσιµα και αναγκαία για την ταυτοποίηση φυσικού προσώπου προς διακρίβωση αξιόποινων πράξεων, αποθηκεύονται και διατηρούνται προκειµένου να χρησιµοποιηθούν στο πλαίσιο της ποινικής διαδικασίας και µέχρι του πέρατος αυτής µε την έκδοση αµετάκλητης δικαστικής απόφασης ή την οριστική παύση της ποινικής δίωξης ή την παραγραφή του εγκλήµατος. Τέλος, προβλέπεται η διατήρηση δεδοµένων έως δέκα
(10)έτη για πρόσωπα τα οποία χαρακτηρίζονται ως ύποπτα µελλοντικής τέλεσης εγκληµάτων. Από την ανωτέρω διάταξη προκύπτει η κατ’ αρχήν σύµφωνη προς τις διατάξεις των άρθρων 6 Οδηγίας 2016/680 και 70 ν. 4624/2019 διάκριση µεταξύ διαφορετικών κατηγοριών υποκειµένων των δεδοµένων που συνεπάγεται και την αντίστοιχη δηµιουργία διακριτών συστηµάτων αρχειοθέτησης. Επισηµαίνεται πάντως ότι το σχ. Π.∆. δεν περιλαµβάνει διατάξεις σε σχέση µε την προστασία των δεδοµένων προσωπικού χαρακτήρα ανηλίκων (βλ. αιτ. σκ. 50 Οδηγίας 2016/680)78. 8.2. Το χρονικό διάστηµα της διατήρησης των δεδοµένων προσωπικού χαρακτήρα επί δεκαπέντε
(15)ηµέρες αξιολογείται ως εύλογο, σύµφωνα και µε την υπ’ αριθ. 1/2011 Οδηγία της Αρχής. Ωστόσο, λαµβάνοντας υπόψη την αρχή του περιορισµού της περιόδου αποθήκευσης (άρθρο 5 στοιχ. ε’ του ΓΚΠ∆), θα πρέπει – κατ’ αναλογία και µε την ως άνω Οδηγία της Αρχής - να διατυπωθεί ότι τα δεδοµένα τηρούνται κατά µέγιστο για χρονικό διάστηµα δεκαπέντε
(15)ηµερών από τη συλλογή τους. 8.
- Η αποθήκευση, διατήρηση και εν γένει επεξεργασία δεδοµένων προσωπικού χαρακτήρα συγκεκριµένου φυσικού προσώπου προς διακρίβωση αξιόποινων πράξεων από την πλευρά του προϋποθέτει ότι έλαβε ήδη την ιδιότητα του υπόπτου κατ’ άρθ. 244 ΚΠ∆ ή κατηγορουµένου κατ’ άρθ. 72 ΚΠ∆ εφαρµοζοµένων των διατάξεων του ΚΠ∆ και ειδικών ποινικών νόµων, ώστε η σχετική επεξεργασία να φέρει τα χαρακτηριστικά ποινικοδικονοµικών (προ) ανακριτικών πράξεων ή ερευνών. ύµφωνα µε τη διάταξη του άρθρου 8 παρ. 1 σχ. Π.∆. επιτάσσεται η διαγραφή των εν λόγω δεδοµένων µετά το πέρας της οικείας δικαστικής διαδικασίας χωρίς όµως να 78 Επίσης βλ. Γνώµη 3/2015 Οµάδας Εργασίας αρ. 29 on the draft directive on the protection of individuals with regard to the processing of personal data by competent authorities for the purposes of prevention, investigation, detection or prosecution of criminal offences or the execution of criminal penalties, and the free movement of such data (WP233), 01-12-
- 31 προσδιορίζεται η διαδικασία διαγραφής, ούτε το αρµόδιο πρόσωπο που διατάσσει τη διαγραφή των εν λόγω δεδοµένων, όπως π.χ. αντίστοιχα στην περίπτωση του άρθρου 6 ν. 3917/
- ε αυτό το πλαίσιο διαπιστώνεται η απουσία νοµοθετικής πρόβλεψης ορισµού ενός εκπροσώπου ανεξάρτητης και αµερόληπτης διοικητικής αρχής ή δικαστικού/εισαγγελικού λειτουργού που θα αποφασίζει εκ των προτέρων ή θα ελέγχει ή θα επιβλέπει την διαδικασία εστίασης καθώς και τις µεταγενέστερες εξαρτηµένες πράξεις επεξεργασίας (π.χ. επιλογής) του συναφούς υλικού. Θα πρέπει εποµένως η εν λόγω διάταξη να καταστεί σαφής και πλήρης, ώστε να τηρούνται οι αρχές που διέπουν την επεξεργασία των δεδοµένων. 8.
- τα δύο τελευταία εδάφια της παρ. 1 του άρθρου 8 σχ. Π.∆. προβλέπεται η διατήρηση για χρονικό διάστηµα έως δέκα
(10)ετών, δεδοµένων προσωπικού χαρακτήρα «ό αν υπάρχουν δικαιολογηµένες υπόνοιες ό ι ο συγκεκριµένο ά οµο σ ο οποίο αναφέρον αι α δεδοµένα είναι ύποπ ο για ην προπαρασκευή ή ην διάπραξη σ ο µέλλον ων ως άνω αξιόποινων πράξεων». 8.4.
- Από την διάταξη αυτή σε συνδυασµό µε τις λοιπές προβλέψεις της ίδιας παραγράφου προκύπτει ότι δηµιουργείται µια ακόµη κατηγορία υποκειµένων των δεδοµένων που αφορά τον ύποπτο µελλοντικής τέλεσης εγκληµάτων σε αντιδιαστολή προς την κατηγορία και την έννοια του υπόπτου της ποινικής δίκης υπό ευρεία έννοια που προϋποθέτει ήδη την ύπαρξη αξιόποινης πράξης (βλ. άρθ. 244 ΚΠ∆)
- Η επεξεργασία δεδοµένων προσωπικού χαρακτήρα προς αποτροπή µελλοντικού εγκλήµατος υπάγεται στην προληπτική δραστηριότητα της Ελληνικής Αστυνοµίας (π.χ. βλ. άρθ. 74 παρ. 15, 93 παρ. 1, 94, 96 και 99 Π.∆. 141/1991) και αφορά τις λεγόµενες «αστυνοµικές έρευνες» διοικητικής φύσης80 σε αντιδιαστολή προς τις λεγόµενες «(προ)ανακριτικές έρευνες» ποινικοδικονοµικού χαρακτήρα που αφορούν τη διακρίβωση και άρα και την καταστολή υφιστάµενου εγκλήµατος81 (π.χ. βλ. άρθ. 93 παρ. 2, 95 Π.∆. 141/91)
- 79 Για την διάκριση µεταξύ των δυο εννοιών υπόπτου βλ. Ν. Λίβου, Η δικονοµική θέση των καθ’ ων υφίστανται υπόνοιες περί τελέσεως εγκλήµατος (Μια επισκόπηση de lege lata και de lege ferenda), ΠοινΧρ ΜΕ, 1103 επ. 80 Βλ. ΓνωµΕισΑΠ 16/2007 (Μακρή), ΠοινΧρ 2009, 373 επ. 81 Βλ. ΓνωµΕισΑΠ 16/2007, Ποιν∆ικ 2008, 431 επ. 82 Για τη διάκριση µεταξύ αστυνοµικών και ανακριτικών ερευνών βλ. Ν. Λίβο, όπ.π., Γ. Τριανταφύλλου, Η ρύθµιση και η λειτουργία των ερευνών κατά τον ΚΠ∆, σειρά Ποινικά αρ. 41, εκδ. 32 Από τις διατάξεις της Οδηγίας 2016/680 όπως ενσωµατώθηκε µε τον ν. 4624/2019 προκύπτει ότι επιτρέπεται η επεξεργασία δεδοµένων προσωπικού χαρακτήρα από αρµόδιες αρχές και για τον σκοπό της πρόληψης ποινικών αδικηµάτων, διακρίνοντας µάλιστα κατ’ άρθ. 70 παρ. 1 περ. β’ ν. 4624/2019 σε πρόσωπα «για α οποία υπάρχουν σοβαροί λόγοι να πισ εύε αι ό ι πρόκει αι να διαπράξουν ποινικό αδίκηµα», εισάγοντας κατ’ ουσίαν «προληπτικά µέτρα»
- Το Ε∆∆Α όλως προσφάτως στην υπόθεση P.N. v. Germany84 έκρινε ότι η συλλογή και διατήρηση δεδοµένων προσωπικού χαρακτήρα (φωτογραφία, δακτυλικά και παλαµικά αποτυπώµατα, στοιχεία επικοινωνίας και φυσική περιγραφή) ενός υπόπτου για τέλεση µελλοντικών εγκληµάτων και προς διευκόλυνση µιας µελλοντικής διαδικασίας αναγνώρισής του ως πιθανού δράστη συνιστά δικαιολογηµένη επέµβαση στο δικαίωµα σεβασµού του άρθ. 8 Ε ∆Α που επιδιώκει έναν νόµιµο σκοπό όπως η πρόληψη του εγκλήµατος καθώς και η προστασία των δικαιωµάτων των άλλων ατόµων (παρ. 68). Ο εθνικός νοµοθέτης πάντως, κατά την ενσωµάτωση των διατάξεων της Οδηγίας 2006/24/ΕΚ για την υποχρεωτική διατήρηση των δεδοµένων προσωπικού χαρακτήρα στον τοµέα των ηλεκτρονικών επικοινωνιών για τη διερεύνηση, διαπίστωση και δίωξη σοβαρών εγκληµάτων, µε το κεφάλαιο Α’ του ίδιου νόµου 3917/2011, απαγόρευσε, όπως προκύπτει ρητά από την αιτιολογική έκθεση, την προληπτική επεξεργασία των διατηρούµενων δεδοµένων ως αντίθετη προς το άρθρο 19 . και την αρχή της αναλογικότητας85, πριν το ∆ΕΕ µε την απόφαση Digital Rights Ireland κηρύξει ανίσχυρη την εν λόγω Οδηγία. Και ενώ στις περιπτώσεις των αστυνοµικών ερευνών διοικητικής φύσεως για την πρόληψη του εγκλήµατος περιλαµβάνονται σε σχετικές διατάξεις, έστω και άκκουλα, 1993, σελ. 45 επ. και 59 επ., Γ. Τσόλια, Η προληπτική και κατασταλτική δράστης της Α∆ΑΕ στο πλαίσιο των ελεγκτικών της αρµοδιοτήτων (διενέργεια προανακριτικών πράξεων ή διοικητικών ελέγχων;), ΝοΒ 2009, 825 επ. = Τιµητικό Τόµο Άννας Ψαρούδα Μπενάκη. 83 Για την έννοια του προ-προληπτικού ποινικού δικαίου της καταστολής βλ. Καϊάφα-Γκµπάντι Μαρία, Η πρόληψη της τροµοκρατίας και το ποινικό δίκαιο της προ-προληπτικής καταστολής: Νέες αξιόποινες πράξεις για την καταπολέµηση της τροµοκρατίας στην Ε.Ε., ΠοινΧρ 2009, 385 επ., της ιδίας, Υπερκρατικός προσδιορισµός της ποινικής καταστολής: Ιδεολογικοί άξονες ανάπτυξης του ενωσιακού ποινικού δικαίου, ΠοινΧρ 2018, 497 επ. και ιδίως 502-503, της ιδίας, τοιχεία Ενωσιακού Ποινικού ∆ικαίου, Β’ έκδοση άκκουλα 2019, σελ. 90 επ. και 119 επ., ΑΠ 406/2012 ΝοΒ 2012, 2425 για την ύπαρξη έλλογων υπονοιών, ενδείξεων ή πιθανολόγησης µε βάση πληροφορίες προς εκπλήρωση του προληπτικού και ενίοτε προ-προληπτικού ρόλο της Αρχής Καταπολέµησης της Νοµιµοποίησης Εσόδων από Εγκληµατικές ∆ραστηριότητες. 84 Αρ. προσφ. 74440/17 της 11.6.2020 85 χετικά βλ. Γ. Τσόλια, Η διατήρηση και επεξεργασία δεδοµένων στον τοµέα των ηλεκτρονικών επικοινωνιών σύµφωνα µε την Οδηγία 2006/24/ΕΚ (σύντοµη ερµηνευτική προσέγγιση), ∆iΜΕΕ 2006, 347 επ. 33 γενικά (και παρά τις αντιρρήσεις της θεωρίας86), κριτήρια οριοθέτησης της έννοιας του υπόπτου τέλεσης µελλοντικού εγκλήµατος βασιζόµενα σε εξωτερικούς και αντικειµενικά αξιολογούµενους παράγοντες που πρέπει να συντρέχουν87 όπως π.χ. συγκεκριµένες συνθήκες µετακίνησης, τον τόπο ή τον χρόνο88, το γεγονός της ύπαρξης παλαιότερης καταδίκης89 ή τον χαρακτηρισµό ενός δηµόσιου κέντρου ως «ύποπτου» επειδή έχουν κατά το παρελθόν εκεί διαπραχθεί εγκλήµατα ή συχνάζουν άτοµα που έχουν καταδικαστεί90, αντιθέτως, στην υπό εξέταση διάταξη δεν περιλαµβάνεται κανενός είδους κριτήριο χαρακτηρισµού ενός φυσικού προσώπου ως υπόπτου τέλεσης µελλοντικών εγκληµάτων, το οποίο συνιστά προϋπόθεση συλλογής και διατήρησης των δεδοµένων του, αν και σύµφωνα µε τη νοµολογία του ∆ΕΕ «η δια ήρηση ων δεδοµένων πρέπει πάν ο ε να αν αποκρίνε αι σε αν ικειµενικά κρι ήρια που να αποδεικνύουν η σχέση µε αξύ ων δεδοµένων ων οποίων η δια ήρηση προβλέπε αι και ου επιδιωκόµενου σκοπού. Ειδικό ερα, οι προϋποθέσεις αυ ές πρέπει, σ η πράξη, να είναι σε θέση να οριοθε ήσουν απο ελεσµα ικά ην έκ αση ου µέ ρου και, εν συνεχεία, ο κοινό ο οποίο αυ ό αφορά»
- Θα πρέπει δε να καταδειχθεί, ότι τέτοια κριτήρια δεν συνιστούν οι αναφερόµενες ως «επαρκείς ενδείξεις» µε βάση τα πραγµατικά στοιχεία που µνηµονεύονται στο άρθρο 5 παρ. 3 σχ. Π.∆., διότι τα στοιχεία αυτά αναφέρονται στην τέλεση ποινικών αδικηµάτων σε «συγκεκριµένο χώρο» ως προϋπόθεση εγκατάστασης του συστήµατος επιτήρησης στο χώρο αυτό και όχι σε υπόνοιες τέλεσης ποινικών αδικηµάτων από «συγκεκριµένο άτοµο», όπως αναφέρεται στην εδώ εξεταζόµενη περίπτωση. το ίδιο πλαίσιο θα πρέπει να επισηµανθεί ότι µόλις πρόσφατα το Ε∆∆Α στην προαναφερθείσα ήδη υπόθεση P.N. v. Germany92 έκρινε ως σύµφωνα προς το άρθρο 8 Ε ∆Α τα κριτήρια προσδιορισµού ενός φυσικού προσώπου ως υπόπτου τέλεσης µελλοντικών εγκληµάτων, τα οποία κατά τη γερµανική νοµοθεσία και την ερµηνεία της από τα γερµανικά δικαστήρια αφορούν την φύση, τη σοβαρότητα και τον αριθµό 86 Βλ. όπ.π. Λίβο, Ζαχαριάδη και Τριανταφύλλου. Έτσι ακριβώς ο Λίβος, όπ.π. 1108-
- 88 Βλ. άρθρο 74 παρ. 15 περ. η’, θ’ Π∆ 141/
- 89 Βλ. άρθρο 94 περ. γ’ και 99 Π.∆. 141/
- 90 Βλ. άρθρο 100 παρ. 6 Π.∆. 141/
- 91 ∆ΕΕ Tele2 παρ.
- 92 Αρ. προσφ. 74440/17 της 11.6.
- 87 34 των εγκληµάτων για τα οποία έχει το υποκείµενο των δεδοµένων κατά το παρελθόν καταδικαστεί (παρ. 77) ή ασκηθεί σε βάρος του ποινική δίωξη (παρ. 78-83)
- Επιπλέον, η παροχή αρµοδιότητας διενέργειας τέτοιων διοικητικών, άλλως «αστυνοµικής φύσης», ερευνών, θα πρέπει να προβλέπεται ρητά στον νόµο και να βρίσκουν έρεισµα στο άρθρο 8 παρ. 2 Ε ∆Α
- Θα πρέπει δε να σηµειωθεί ότι η αναφορά της εν λόγω διάταξης σχ. Π.∆. σε «δικαιολογηµένες υπόνοιες» σε βάρος του «υπόπτου» προσώπου, πέραν της προφανούς ταυτολογίας, µάλλον αδυνατίζει το βαθµό και την ένταση ύπαρξης υπονοιών σε βάρος συγκεκριµένου προσώπου και εποµένως οδηγεί σε αποδυνάµωση των λόγων περιορισµού του ατοµικού δικαιώµατος. Εάν δε αντιθέτως, ο νοµοθέτης µε την εν λόγω διατύπωση προσπαθεί να επιτείνει τον βαθµό και την ένταση των υπονοιών, ώστε να δικαιολογηθεί η επί δεκαετία διατήρηση των δεδοµένων, τότε θα έπρεπε να περιλάβει διπλά κριτήρια προσδιορισµού των σχετικών εννοιών καθώς µε τη διατύπωση της διάταξης υπονοείται ότι αναφέρεται στην περίπτωση, κατά την οποία σε βάρος ενός προσώπου που έχει ήδη χαρακτηρισθεί εν γένει ως «ύποπτο», ανακύπτουν εν συνεχεία σε βάρος του «δικαιολογηµένες υπόνοιες» ότι θα τελέσει στο µέλλον συγκεκριµένη αξιόποινη πράξη. Η παντελής απουσία κριτηρίων προσδιορισµού της έννοιας του «υπόπτου» ή των «δικαιολογηµένων υπονοιών» τέλεσης µελλοντικού εγκλήµατος στην εξεταζόµενη διάταξη αντιπαραβαλλόµενη προς τις περιπτώσεις π.χ. του Π.∆. 141/1991, δηµιουργεί τον κίνδυνο χαρακτηρισµού ως υπόπτου κάθε προσώπου που εισέρχεται στο πεδίο λήψης και καταγραφής των συστηµάτων επιτήρησης µε βάση µια υποκειµενική και αδιευκρίνιστη πιθανολογική κρίση της αρµόδιας δηµόσιας αρχής, η οποία καθιστά αδύνατο τον συναφή έλεγχο νοµιµότητας αυτής, περιλαµβανοµένης της αδυναµίας ελέγχου της τήρησης της αρχής της αναλογικότητάς
- Ούτε όµως προσδιορίζεται αποθετικά η συναφής έννοια, µε την 93 Βλ. τις αναλυτικές σκέψεις του Ε∆∆Α σε σχέση µε την σε µικρό βαθµό λήψη υπόψη από τις γερµανικές αρχές των ποινικών διώξεων που είχαν ασκηθεί σε βάρος του προσφεύγοντος, οι οποίες όµως δεν οδήγησαν σε καταδικαστική απόφαση καθώς και την διαφοροποίηση της εν λόγω υπόθεσης από εκείνες της S. And Marper v UK και M.K. v. France. 94 χετικά πρβλ. ΓνωµΕισΑΠ 13/2004 ( ανιδά), Ποιν∆ικ 2005, 172=ΠοινΧρ 2005, 1043 και ΓνωµΕισΑΠ 10/1982 ( πυρόπουλου), ΠοινΧρ ΜΒ,
- 95 χετικά βλ. Α.Κ. Ζαχαριάδη, Οι προληπτικές σωµατικές έρευνες, η αρχή της αναγκαιότητάς και η προστασία της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, Υπερ. 1995, 1237 επ. και ιδίως 1243-44, Γ. Τριανταφύλλου, όπ.π. 35 οριοθέτηση π.χ. της έννοιας του «µη υπόπτου»
- Με τον τρόπο όµως αυτό, το υποκείµενο των δεδοµένων δεν γνωρίζει προ της επεξεργασίας τα κριτήρια επί τη βάσει των οποίων πιθανολογείται ο χαρακτηρισµός του ως «υπόπτου» προκειµένου να ληφθούν ή καταγραφούν σύννοµα τα δεδοµένα εικόνας ή ήχου που το αφορούν. Μια τέτοια ασαφής ρύθµιση πέραν του ότι δεν φέρει τα χαρακτηριστικά του ποιοτικού νόµου (βλ. αναλυτικά ανωτέρω καθώς και αιτ. σκ. 33 Οδηγίας 2016/680) που επιτάσσεται από το άρθρο 8 παρ. 2 Ε ∆Α, επιπλέον, παραβιάζει τις αρχές τις αντικειµενικότητας, διαφάνειας και ιδίως της θεµιτής97, άλλως δίκαιης επεξεργασίας των δεδοµένων προσωπικού χαρακτήρα του ατόµου, που απορρέουν από το δικαίωµα σε δίκαιη δίκη, όπως ορίζεται από τις διατάξεις των άρθρων 47 ΧΘ∆ΕΕ και 6 Ε ∆Α (βλ. αιτ. σκ. 26 Οδηγίας 680/16), εφαρµοζοµένου υποχρεωτικά του τεκµηρίου της αθωότητας όπως κατοχυρώνεται από το ΧΘ∆ΕΕ και την Ε ∆Α, και όπως ερµηνεύεται από τη νοµολογία του ∆ΕΕ και του Ε∆∆Α98 (βλ. αιτ. σκ. 31 Οδηγίας 680/16)
- 8.4.
- Ως προς την κατ’ ανώτατο χρονικό όριο διατήρηση επί δεκαετία των δεδοµένων του υπόπτου τέλεσης µελλοντικού εγκλήµατος θα πρέπει να επισηµανθεί ότι ούτε η εν λόγω πρόβλεψη ανταποκρίνεται σε αντικειµενικά κριτήρια που να αποδεικνύουν την αναγκαιότητα χρονικής διατήρησης των δεδοµένων για τέτοια µεγάλη διάρκεια συνυπολογιζοµένου του γεγονότος ότι αφενός, ενδέχεται να µην τελεσθεί ποτέ το εν λόγω έγκληµα, αφετέρου, ότι δεν περιγράφονται τα κριτήρια προσδιορισµού των υπονοιών και της ιδιότητας του υπόπτου µελλοντικού και αβέβαιου εγκλήµατος
- Επιπλέον, δεν προβλέπεται µια ενδιάµεση διαδικασία περιοδικής επανεξέτασης και αναθεώρησης ανά τακτά χρονικά διαστήµατα της αναγκαιότητας διατήρησης των δεδοµένων101 σύµφωνα µε τις επιταγές των άρθρων 5 και 6 Οδηγίας 680/16 καθώς και 70 και 73 παρ. 4 ν. 4624/2019 και ιδίως µε την εντελώς πρόσφατη 96 Πρβλ. άρθρο 100 παρ. 4 Π.∆. 141/91 όπου προβλέπεται ότι πρέπει «να αποφεύγε αι η έρευνα σε γνωσ ά φιλήσυχα και µη ύποπ α πρόσωπα». 97 Ανάλυση της αρχής της θεµιτής ή δίκαιης επεξεργασίας βλ. στην 26/2019 ΑΠ∆ΠΧ σκ. 4-
- 98 S. and Marper v. the UK, 30562/04 & 30566/04, 04.12.2008, §§122,
- 99 ∆ιαπιστώνεται δηλαδή εν τέλει ότι ο ύποπτος ή ο κατηγορούµενος της ποινικής δίκης εν ευρεία εννοία απολαµβάνει περισσότερων εγγυήσεων και δικαιωµάτων παρά το ότι βαρύνεται µε περισσότερες υπόνοιες για την από µέρους τέλεση ενός εγκλήµατος από τον ύποπτο του διοικητικού δικαίου στον οποίο αποδίδεται η πιθανολόγηση µελλοντικής τέλεσης εγκλήµατος επί τη βάσει απροσδιόριστων κριτηρίων υπονοιών. 100 Πρβλ. ∆ΕΕ Tele2 παρ.
- 101 Αντίστοιχα βλ. Ε∆∆Α Catt v the UK, 43514/15, 24.01.2019, § 120 36 νοµολογία του Ε∆∆Α102, ούτε όµως περιλαµβάνονται προβλέψεις µε τα κριτήρια διαγραφής των δεδοµένων προ της συµπλήρωσης του ανώτατου ορίου των δέκα
(10)ετών. ύµφωνα µε την Οµάδα Εργασίας του άρθρου 29103 η διατήρηση των δεδοµένων για προληπτικούς σκοπούς πράγµατι δεν µπορεί να έχει προκαθορισµένο χρόνο διαγραφής εν όψει της φύσης του επιδιωκόµενου στόχου, σε αντίθεση προς την ποινική διαδικασία και εποµένως η αρχή της αναγκαιότητας επιτάσσει την περιοδική εκτίµηση της πρόγνωσης ανά τακτά χρονικά διαστήµατα, ώστε η απόφαση διατήρησης των δεδοµένων για µια περαιτέρω χρονική περίοδο να είναι τεκµηριωµένη, βάσιµη και αιτιολογηµένη. ύµφωνα µε την ίδια Γνώµη, ο εθνικός νόµος θα πρέπει να προβλέπει σαφή και διαφανή κριτήρια για την αξιολόγηση της αναγκαιότητας διατήρησης των δεδοµένων. Οι ανωτέρω απαιτήσεις συµβατότητας προς την αρχή της αναλογικότητας εν ευρεία έννοια και ιδίως της αρχής της αναγκαιότητας δεν πληρούνται εν προκειµένω. 8.4.
- Από τον συνδυασµό των ανωτέρω διατάξεων του σχ. Π.∆. όπως έχουν διατυπωθεί σε συνδυασµό µε τις προβλέψεις των άρθρων 6 Οδηγίας 2016/680 και 70 ν. 4624/2019 για τη διάκριση µεταξύ διαφορετικών κατηγοριών υποκειµένων των δεδοµένων δεν προκύπτει µε σαφήνεια εάν επιτρέπεται η διατήρηση δεδοµένων προσωπικού χαρακτήρα του υποκειµένου σε περισσότερες κατηγορίες π.χ. τόσο στην κατηγορία ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη, όσο και στην κατηγορία ότι θα τελέσει στο µέλλον αξιόποινη πράξη. 8.4.
- Με την παράγραφο 2 του άρθρου 8 σχ. Π.∆. προβλέπεται η κατ’ εξαίρεση διατήρηση δεδοµένων για εκπαιδευτικούς αποκλειστικά σκοπούς µε τις εκεί αναφερόµενες διαδικαστικές προβλέψεις. Θα πρέπει να υπάρξουν πρόσθετες διασφαλίσεις, π.χ. να προβλέπεται ρητώς απαγόρευση της επεξεργασίας για οποιονδήποτε άλλο σκοπό ή/και ρήτρα εχεµύθειας για εκπαιδευτές και εκπαιδευόµενους. 102 P.N. v. Germany, 74440/17, 11.6.2020, §
- Opinion on some key issues of the Law Enforcement Directive (EU 2016/680) της 29-11-2017 (WP258). 103 37
- Άρθρο 9 σχ. Π.∆. Με τη διάταξη του πρώτου εδαφίου του άρθρου 9 σχ. Π.∆. προβλέπεται ότι αποδέκτες των δεδοµένων µπορεί να είναι οι αρµόδιες για κάθε σκοπό δικαστικές, εισαγγελικές ή διοικητικές αρχές, χωρίς να προβλέπεται όµως η σχετική διαδικασία διαβίβασης των δεδοµένων. Ειδικότερα, θα έπρεπε να προβλέπονται ρητά οι αναγκαίες προηγούµενες πράξεις επεξεργασίας, ήτοι εκείνες της χρήσης (ιδίως της επιλογής του αναγκαίου και πρόσφορου υλικού σε σχέση µε τον επιδιωκόµενο σκοπό και εν συνεχεία της δικαστικής αξιοποίησής του) και της διαβίβασης των δεδοµένων, σύµφωνα µε τις απαιτήσεις της εξουσιοδοτικής διάταξης του άρθρου 14 παρ. 4 ν. 3917/
- Παρά το γεγονός ότι όπως αναλυτικά αναφέρθηκε στο Κεφάλαιο Β’ της παρούσας, η διαβίβαση και η χρήση των δεδοµένων προσωπικού χαρακτήρα συνιστά αυτοτελή και διακριτή επεξεργασία, ώστε να καθίσταται αναγκαία η εφαρµογή και τήρηση των αρχών νοµιµότητας της επεξεργασίας104 αλλά και η τήρηση των απαιτήσεων των άρθρων 7, 8, 52 παρ. 1 ΧΘ∆ΕΕ και 8 Ε ∆Α, εν τούτοις, από τη διάταξη δεν καθορίζονται οι ουσιαστικές και ιδίως διαδικαστικές προϋποθέσεις χρήσης και διαβίβασης105, ούτε περιλαµβάνεται καµία εγγύηση προηγούµενου ελέγχου ανεξάρτητης και αµερόληπτης αρχής προ της διαβίβασης106, σύµφωνα και µε τη νοµολογία του Ε∆∆Α
- Ειδικότερα, µε την εξαίρεση της υποχρέωσης τήρησης αρχείων καταγραφής για κάθε διαβίβαση δεδοµένων µε µνεία των αποδεκτών και αιτιολόγηση αυτής στο άρθρο 9 και την αναφορά «εξασφαλίζει µε κα άλληλα εχνικά µέσα ό ι οι διαβιβαζόµενες εικόνες δεν είναι δυνα ό να αλλοιωθούν κα ά ρόπο µη αν ιληπ ό», δεν περιλαµβάνεται ρητή, σαφής και λεπτοµερής πρόβλεψη σχετικά: i. µε τους όρους διαδικασίας και επιλογής του υλικού που θα διαβιβασθεί στους αποδέκτες µόνον εφόσον είναι κατάλληλο (πρόσφορο), συναφές, όχι υπερβολικό, 104 Βλ. Γνωµοδότηση 3/19 Ε Π∆ για την «διακριτή επεξεργασία» σελ. 15 παρ. 51, ΑΠ∆ΠΧ 43/2019, 44/2019, Ε∆∆Α Weber and Saravia v. Germany, 54934/00, 29.6.2006, § 79, 125 ∆ΕΕ Digital Rights Ireland παρ.
- 105 Βλ. ∆ΕΕ Digital Rights Ireland παρ. 61 επ., Tele2 114-119 και Ε∆∆Α Roman Zakharov v. Russia (GC), 47143/06, 4.12.2015, §
- 106 Βλ. ∆ΕΕ Tele2 παρ.
- 107 Rotaru v Romania, 28341/95, 04.5.2000, § 57, τελ. εδ και
- 38 απολύτως αναγκαίο108 και ακριβές για την επίτευξη των επιδιωκόµενων σκοπών (βλ. και άρθρα 45 και 46 ν. 4624/2019), ii. µε τον τρόπο ασφαλούς διαβίβασης του υλικού στους αποδέκτες iii. µε τη διαδικασία και όρους χρήσης του υλικού κατόπιν της διαβίβασης (πρβλ. τις αντίστοιχες διατάξεις των άρθρων 4 και 8 ν. 3917/2011). iv. µε τη διαδικασία ελέγχου και επίβλεψης τόσο της επιλογής, όσο και της διαβίβασης και χρήσης του υλικού από ανεξάρτητη και αµερόληπτη αρχή, όπως αντίστοιχα προβλέπεται, σε µεγάλο βαθµό, από τις διατάξεις του άρθρου 41∆ παρ. 14 ν. 2725/
- 9.
- ε περίπτωση διαβίβασης σε θύµα ή δράστη κατ’ άρθ. 9 εδ. β’ σχ. Π.∆., επισηµαίνεται ότι εφαρµόζονται τα προβλεπόµενα από τον ΓΚΠ∆ και την Οδηγία 2016/680 δικαιώµατα των υποκειµένων των δεδοµένων.
- Άρθρο 10 σχ. Π.∆. Από τις διατάξεις του άρθρου 10 παρ. 2 σχ. Π.∆. προβλέπεται η υποχρέωση ενηµέρωσης του κοινού ότι εισέρχεται σε πεδίο λήψης και καταγραφής εγκατεστηµένων συστηµάτων επιτήρησης. Η εν λόγω υποχρέωση υλοποιείται µε την ανάρτηση σε εµφανές µέρος ευδιάκριτων πινακίδων καθώς και µε την ανάρτηση στην ιστοσελίδα του υπευθύνου επεξεργασίας των απαραίτητων στοιχείων. Η εν λόγω πρόβλεψη, αφενός αφορά τα αναφερόµενα ως «εγκατεστηµένα» συστήµατα επιτήρησης, αφετέρου, αποκλείει την τυχόν ενηµέρωση των υποκειµένων των δεδοµένων και µε άλλους τρόπους, ενώ µε βάση την αρχή της διαφάνειας της επεξεργασίας των δεδοµένων προσωπικού χαρακτήρα, αλλά και την αρχή της φανερής110 ή διαφανούς δράσης της δηµόσιας διοίκησης111 που αντιστρατεύεται κάθε 108 Βλ. και Χ. Ανθόπουλο, Το δικαίωµα στη δηµόσια ανωνυµία. Προστασία προσωπικών δεδοµένων, ελευθερία του συνέρχεσθαι και ηλεκτρονικός έλεγχος των δηµόσιων υπαίθριων συναθροίσεων, Εφηµ∆∆ 2017, 719 επ. και ιδίως
- 109 χετικό το µε αριθ. πρωτ. Γ/ΕΞ/7735/11-11-2019 έγγραφο της Αρχής προς τον Πρόεδρο της ∆ιαρκούς Επιτροπής Μορφωτικών Υποθέσεων της Βουλής των Ελλήνων. 110 χετικά βλ. Π. Παραρά, Η καθιέρωση της προστατευόµενης εµπιστοσύνης ως συνταγµατικής αρχής σε ∆ικαιώµατα του Ανθρώπου, τόµος εκτός σειράς, 2003,
- 111 Αναλυτικά βλ. . Βλαχόπουλο, ∆ιαφάνεια της κρατικής δράσης και προστασία δεδοµένων προσωπικού χαρακτήρα (τα όρια µεταξύ αποκάλυψης και απόκρυψης στην εκτελεστική εξουσία), εκδ. άκκουλα, Αθήνα, 2007, ιδίως σελ. 27 επ. 39 είδους αθέµιτη112 ή µυστική δράση, θα έπρεπε εν όψει του περιορισµού ατοµικών δικαιωµάτων να προβλέπονται ενδεικτικά και όχι περιοριστικά οι τρόποι ενηµέρωσης, ώστε να παρέχεται η δυνατότητα υιοθέτησης και άλλων µέτρων, όπως προβλέπεται από τις αντίστοιχες διατάξεις του άρθρου 41∆ παρ. 14 ν. 2725/1999113 για τις αθλητικές εγκαταστάσεις. Με δεδοµένο ότι η προηγούµενη ενηµέρωση των υποκειµένων των δεδοµένων συνιστά όρο της νοµιµότητας της επεξεργασίας114 θα πρέπει να περιληφθούν σχετικές προβλέψεις για κάθε σύστηµα επιτήρησης περιλαµβανοµένων των φορητών από φυσικά πρόσωπα ή µεταφερόµενων από οχήµατα όπως π.χ. των συστηµάτων µη επανδρωµένων αεροσκαφών ( µηΕΑ, UAV’s ή RPAS ή drones), τα οποία θα πρέπει σε κάθε περίπτωση να λειτουργούν σύµφωνα προς το οικείο νοµοθετικό πλαίσιο, όπως προαναφέρθηκε. Τέλος, θα πρέπει να προβλεφθούν τα κατάλληλα µέτρα ενηµέρωσης για υποκείµενα των δεδοµένων που έχουν απωλέσει την όρασή τους, σύµφωνα και µε την Οµάδα Εργασίας του άρθρου
- 10.
- Το τελευταίο εδάφιο της παρ. 3 του άρθρου 10 σχ. Π.∆. θα πρέπει να αναδιατυπωθεί. Ειδικότερα, θα πρέπει να αντικατασταθεί η φράση «Όταν η άσκηση των δικαιωµάτων τελείται προδήλως αβάσιµα ή καταχρηστικά» µε τη φράση «Όταν η αίτηση υποβάλλεται προδήλως αβάσιµα ή καταχρηστικά». Επίσης επισηµαίνεται ότι το δικαίωµα πρόσβασης, σύµφωνα µε το σχέδιο του Π.∆., αφορά µόνο τα δεδοµένα εικόνας, ενώ θα έπρεπε να περιλαµβάνει και τα δεδοµένα ήχου. 10.
- Από την παράγραφο 5 του άρθρου 10 σχ. Π.∆. προκύπτει το δικαίωµα του υποκειµένου να προσφύγει ενώπιον της Αρχής σε περίπτωση άρνησης ικανοποίησης του αιτήµατος παροχής πληροφοριών ή µη απάντησης του υπευθύνου επεξεργασίας. Επισηµαίνεται ότι σε περίπτωση διεξαγωγής ποινικής έρευνας και διαδικασίας εφαρµογής τυγχάνουν οι διατάξεις των άρθρων 9, 10 παρ. 5 και 59 ν. 4624/
- 112 Όπως π.χ. την εγκατάσταση και λειτουργία κρυφών καµερών. Βλ. Π. Αρµαµέντο, Β. ωτηρόπουλο, Προσωπικά ∆εδοµένα, ερµηνεία κατ’ άρθρο, εκδόσεις άκκουλα, 2008, σελ.
- 113 χετικό το µε αριθ. πρωτ. Γ/ΕΞ/7735/11-11-2019 έγγραφο της Αρχής προς τον Πρόεδρο της ∆ιαρκούς Επιτροπής Μορφωτικών Υποθέσεων της Βουλής των Ελλήνων. 114 ∆ΕΕ Tele2 παρ.
- 115 Γνωµοδότηση 4/2004 (WP89), όπ.π., σελ.
- 40
- ΑΡΘΡΟ 11 σχ. Π.∆. το άρθρο 11 σχ. Π.∆, εξειδικεύονται οι γενικές απαιτήσεις για την ασφάλεια της επεξεργασίας, µε ειδική µνεία στην υποχρέωση του υπευθύνου επεξεργασίας να «κα αρ ίζει και θέ ει σε λει ουργία ολοκληρωµένο σύσ ηµα διαχείρισης ασφάλειας ων δεδοµένων ου συσ ήµα ος, λαµβάνον ας υπόψη α αποδεκ ά διεθνή πρό υπα, ώσ ε να εξασφαλίζον αι α δεδοµένα από υχαία ή παράνοµη κα ασ ροφή και απώλεια, καθώς και από κάθε άλλη παράνοµη επεξεργασία, όπως είναι ιδίως η µη εξουσιοδο ηµένη κοινοποίηση, διάδοση, πρόσβαση ή αλλοίωση. Προς ού ο κα αρ ίζει πολι ική ασφάλειας, η οποία περιέχει κα άλληλη διαδικασία για ην αναθεώρησή ης και, εφόσον συν ρέχει περίπ ωση, αναφορές σε ειδικό ερες διαδικασίες ου συσ ήµα ος διαχείρισης ασφάλειας. Επιπλέον εξειδικεύει α µέ ρα ασφάλειας και µεριµνά για ην αδιάλειπ η ήρηση και περιοδική αξιολόγησή ους». Περαιτέρω, στην παρ. 3 περιγράφεται σειρά ειδικών οργανωτικών και τεχνικών µέτρων ασφάλειας, τα οποία προσιδιάζουν στις ειδικές απαιτήσεις ασφαλείας οι οποίες περιγράφονται στο άρθρο 62 του ν. 4624/
- Κατ’ αρχάς, θα πρέπει να σηµειωθεί ότι τόσο στον ΓΚΠ∆ όσο και στην Οδηγία 2016/680 ο ενωσιακός νοµοθέτης προκρίνει κατ’ ουσίαν µία διαδικασία διαχείρισης κινδύνων ασφάλειας προκειµένου να γίνει η κατάλληλη επιλογή και εφαρµογή µέτρων αντιµετώπισης των κινδύνων αυτών (τα οποία θα πρέπει να αποτυπώνονται στην πολιτική ασφαλείας που περιγράφεται στην εν λόγω διάταξη). Το ίδιο ισχύει και στον ν. 4624/2019, ο οποίος ενσωµατώνει στην εθνική έννοµη τάξη την ως άνω Οδηγία (Κεφάλαιο ∆’ αυτού). υγκεκριµένα, όπως αναφέρεται στο άρθρο 62 του εν λόγω νόµου, αλλά επίσης µε αντίστοιχη διατύπωση και στο άρθρο 32 του ΓΚΠ∆, για να διασφαλίζεται ένα επίπεδο ασφάλειας κατάλληλο για τον κίνδυνο κατά την επεξεργασία δεδοµένων προσωπικού χαρακτήρα πρέπει να λαµβάνονται τα απαραίτητα τεχνικά και οργανωτικά µέτρα, λαµβάνοντας υπόψη τη διαθέσιµη τεχνολογία, το κόστος υλοποίησης, τη φύση, το πεδίο εφαρµογής, τις περιστάσεις και των σκοπούς της επεξεργασίας, καθώς και την πιθανότητα και σοβαρότητα των κινδύνων επεξεργασίας για τα υποκείµενα των δεδοµένων. το σχ. Π.∆. γίνεται µόνο ειδική αναφορά «σ η σ άθµη ης εχνολογίας και σ ο κόσ ος εφαρµογής» ως παράγοντες που λαµβάνονται υπόψη (βλ. παράγραφος 1 του άρθρου 11), µην αναφέροντας όλες τις υπόλοιπες παραµέτρους οι οποίες πρέπει επίσης να ληφθούν υπόψη σε µία διαχείριση κινδύνων – ιδίως, στη συγκεκριµένη περίπτωση, τη φύση 41 της επεξεργασίας, τις περιστάσεις και τους σκοπούς αυτής, αλλά και τη σοβαρότητα των κινδύνων επεξεργασίας για τα υποκείµενα των δεδοµένων. Περαιτέρω, επισηµαίνεται ότι οι ως άνω υποχρεώσεις βαρύνουν όχι µόνο τον υπεύθυνο επεξεργασίας αλλά και τον εκτελούντα την επεξεργασία (βλ. τις προαναφερθείσες διατάξεις του άρθρου 32 του ΓΚΠ∆ και του άρθρου 62 του ν. 4624/2019). το σχ. Π.∆. γίνεται αναφορά σε εκτελούντες την επεξεργασία, µόνο σε σχέση µε το Υπουργείο Υποδοµών και Μεταφορών (άρθρο 4 παρ. 2). Εφόσον χρησιµοποιηθούν εκτελούντες την επεξεργασία, τούτο θα πρέπει να προβλεφθεί στο Π.∆., ενώ θα πρέπει να ληφθούν οι κατάλληλες διασφαλίσεις, όπως προσδιορίζονται στις προαναφερθείσες διατάξεις. Επισηµαίνεται επίσης, ότι στο άρθρο 62 παρ. 3 του ν. 4624/2019 ορίζονται στόχοι των εφαρµοζόµενων µέτρων ασφάλειας από τους οποίους προκύπτει ότι για τους σκοπούς της οδηγίας 680/2016 απαιτούνται ειδικότερα µέτρα ασφάλειας, σε σχέση µε αυτά του άρθρου 32 του ΓΚΠ∆. Καθώς οι περισσότεροι σκοποί του άρθρου 14 του ν. 3917/2011 συνδέονται άµεσα ή έµµεσα µε επεξεργασία δεδοµένων που αφορούν ποινικές διώξεις, είναι απαραίτητο τα λαµβανόµενα µέτρα ασφάλειας να πληρούν τις προδιαγραφές του άρθρου 62 παρ. 3 του ν. 4624/
- Αναφορικά µε τα ειδικότερα µέτρα ασφάλειας της παραγράφου 3 του άρθρου 11 του σχ. Π.∆., τα µέτρα αυτά κρίνονται, κατ’ αρχάς, για τις περιπτώσεις επεξεργασίας οι οποίες περιγράφονται στο Π.∆., ανάλογα των κινδύνων για τα δικαιώµατα και τις ελευθερίες των φυσικών προσώπων. Ωστόσο, λαµβάνοντας υπόψη το µέγεθος αυτών των κινδύνων στις περιπτώσεις αυτές και το άρθρο 62 παρ. 3 του ν. 4624/2019, κρίνεται σκόπιµο να γίνει ειδικότερη αναφορά και σε πρόσθετα προσήκοντα µέτρα ασφάλειας, υπό το φως και άλλων περιπτώσεων στις οποίες – καίτοι διαφορετικές από τις συγκεκριµένες που καλύπτει το σχ. Π.∆. – ο ενωσιακός νοµοθέτης προσδιόρισε ειδικά µέτρα ασφάλειας λόγω των υψηλών κινδύνων116, όπως: α) Να εµποδίζεται η οποιαδήποτε µη εξουσιοδοτηµένη επεξεργασία δεδοµένων117 (ενεργοποίηση zoom/ήχου κατά τη λήψη εικόνας, θέαση, διαβίβαση, αντιγραφή, εξαγωγή, διαγραφή, τροποποίηση υλικού ) 116 Βλ. ενδεικτικώς, Κανονισµό (ΕΚ) 767/2008 ( ύστηµα VIS) Καίτοι τα µέτρα στο σχ. Π.∆. αναφέρονται σε εξουσιοδοτηµένους χρήστες, σε µοναδικούς λογαριασµούς χρηστών και σε διακριτούς ρόλους, θα πρέπει να εξασφαλίζεται ότι οι εξουσιοδοτηµένοι χρήστες δεν θα µπορούν να κάνουν επεξεργασία πέραν της εξουσιοδότησής τους – π.χ. χρήστης µε 117 42 β) Να εξασφαλίζεται ότι τα πρόσωπα που είναι εξουσιοδοτηµένα για πρόσβαση στο σύστηµα επεξεργασίας ή/και αρχειοθέτησης έχουν πρόσβαση µόνο σε δεδοµένα που καλύπτονται από τις άδειες πρόσβασής τους γ) Να προβλέπεται η υλική προστασία των δεδοµένων, καθώς και σχέδια αποκατάστασης και έκτακτης ανάγκης για την προστασία των δεδοµένων δ) το στοιχείο ε΄ της παραγράφου 3, η οποία αφορά τα αρχεία καταγραφής, να γίνει – προς αποσαφήνιση - ειδική αναφορά στο ότι θα πρέπει να µπορεί να ελέγχεται και να εξακριβώνεται ποια δεδοµένα έχουν υποστεί επεξεργασία, τι είδους επεξεργασία, πότε, από ποιον και για ποιο σκοπό.
- Άρθρο 12 σχ. Π.∆. Επισηµαίνεται ότι θα πρέπει να δίνεται ιδιαίτερη προσοχή στην εγκατάσταση συστηµάτων επιτήρησης σε σταθερές βάσεις που λαµβάνουν ή καταγράφουν δεδοµένα προσωπικού χαρακτήρα που δύναται να αποκαλύψουν ευαίσθητες πληροφορίες όπως τις π.χ. πολιτικές πεποιθήσεις του υποκειµένου που λαµβάνει χώρα σε διαδήλωση
- Η διάταξη της παραγράφου 2 αναφέρει ότι «Η απόφαση εγκα άσ ασης συσ ήµα ος επι ήρησης σε σ αθερές ή σε µη σ αθερές βάσεις εκδίδε αι ύσ ερα από διενέργεια εκ ίµησης αν ικ ύπου ων επιπ ώσεων ης επεξεργασίας σ ην προσ ασία ων δεδοµένων προσωπικού χαρακ ήρα». Η διενέργεια εκτίµησης αντικτύπου σχετικά µε την προστασία δεδοµένων, όπως προσδιορίζεται τόσο στο άρθρο 35 του ΓΚΠ∆ όσο και στο άρθρο 65 το ν. 4624/2019, αποτελεί µέσο προσδιορισµού των προβλεπόµενων µέτρων αντιµετώπισης των κινδύνων, περιλαµβανοµένων των εγγυήσεων, των µέτρων και µηχανισµών ασφάλειας, ώστε να διασφαλίζεται η προστασία των δεδοµένων προσωπικού χαρακτήρα των επιτηρούµενων φυσικών προσώπων. Με δεδοµένο ότι η χρήση συστηµάτων βιντεοεπιτήρησης από δηµόσιες αρχές σε δηµόσιους χώρους ενδέχεται να έχει χαρακτηριστικά επεξεργασίας µεγάλης κλίµακας και, εκ της φύσης της τεχνολογικής λύσης, εµπεριέχει υψηλούς κινδύνους για τα δικαιώµατα των επιτηρούµενων φυσικών προσώπων, η υποχρέωση αυτή µόνο δικαίωµα αυτό της θέασης συγκεκριµένου υλικού δεν θα πρέπει να µπορεί να διαβιβάσει/διαγράψει το εν λόγω υλικό. 118 Γνωµοδότηση 3/2019 Ε Π∆ σελ. 17 παρ. 64 και Ε∆∆Α Catt v the UK, 43514/15, 24.01.2019, §§ 112, 123,
- 43 φαίνεται να είναι απαραίτητη
- Επισηµαίνεται ότι σε περίπτωση που µετά τον προσδιορισµό των µέτρων µετριασµού των επιπτώσεων, οι κίνδυνοι παραµένουν υψηλοί, απαιτείται διαβούλευση µε την Αρχή. ∆ιαβούλευση επίσης απαιτείται, σύµφωνα µε το άρθρο 65 παρ. 1 β΄ του ν. 4624/2019, σε περίπτωση που η επεξεργασία εµπίπτει στους σκοπούς της οδηγίας 680/2016 και ο τύπος επεξεργασίας, ιδίως λόγω της χρήσης νέων τεχνολογιών, µηχανισµών ή διαδικασιών, ενέχει σηµαντικό κίνδυνο για τα προστατευόµενα έννοµα συµφέροντα του υποκειµένου των δεδοµένων. Τέλος, επισηµαίνεται ότι δε νοείται η έννοια της «εγκατάστασης» σε συστήµατα που δεν χρησιµοποιούν σταθερές βάσεις, συνεπώς η εν λόγω παράγραφος πρέπει να τροποποιηθεί ώστε να είναι σαφές ότι καταλαµβάνει τα σταθερά συστήµατα, καθώς άλλωστε τα µη σταθερά ρυθµίζονται από την παράγραφο
- Αναφορικά µε την παράγραφο 3 του άρθρου 12, επισηµαίνεται ότι η χρήση φορητών συστηµάτων, ιδίως µηΕΑ και φορητών καµερών, ενέχει, σύµφωνα µε την Ο.Ε. του άρθ. 29120, υψηλούς κινδύνους για τα δικαιώµατα και τις ελευθερίες των επιτηρούµενων φυσικών προσώπων και µάλιστα σε σχέση µε τα άρθρα 8 Ε ∆Α και 7 και 8 ΧΘ∆ΕΕ. ύµφωνα µε την εν λόγω γνώµη, τέτοια συστήµατα δεν επιτρέπεται να χρησιµοποιούνται για επιτήρηση άνευ διάκρισης, µαζική συλλογή δεδοµένων προσωπικού χαρακτήρα και δηµιουργία προφίλ. Αντίθετα, πρέπει να επιβάλλονται περιορισµοί στη χρήση τους για δραστηριότητες επιτήρησης, µε σκοπό να αποφευχθεί η ευρεία διάδοσή τους ή να χρησιµοποιούνται για σηµατοδότηση στόχων βάσει ανάλυσης δεδοµένων. Καθώς η τεχνολογία προοδεύει εµφανίζονται µη σταθερά συστήµατα µε ολοένα και αυξανόµενες δυνατότητες επεξεργασίας, ενώ κάποια από αυτά ενσωµατώνουν στα χαρακτηριστικά των καµερών που χρησιµοποιούν τεχνικές που µπορεί να εξασφαλίσουν, τουλάχιστον ως ένα βαθµό, τις αρχές της προστασίας των δεδοµένων από τον σχεδιασµό και εξ ορισµού
- Το Ε Π∆ επίσης αναφέρει ότι122 119 Βλ, και τις κατευθυντήριες γραµµές του Ε Π∆ για την επεξεργασία δεδοµένων προσωπικού χαρακτήρα µέσω συσκευών λήψης βίντεο, σελ. 33 και την υπ’ αριθµ. 65/2019 απόφαση της Αρχής (ΦΕΚ Β΄ 1622/10-5-2019) «Κατάλογος µε τα είδη των πράξεων επεξεργασίας που υπόκεινται στην απαίτηση για διενέργεια εκτίµησης αντίκτυπου σχετικά µε την προστασία δεδοµένων σύµφωνα µε το άρθρο 35 παρ. 4 του ΓΚΠ∆» 120 Βλ. την από 16/6/2015 γνώµη 01/2015 της ΟΕ άρ. 29 on Privacy and Data Protection Issues relating to the Utilisation of Drones, σελ. 10-11 121 Βλ. και WP 168 "The Future of Privacy", κοινή γνωµοδότηση της ΟΕ αρ.29 και της ΟΕ Αστυνόµευσης και ∆ικαιοσύνης (01/12/2009). 44 όταν υπεύθυνος επεξεργασίας σκοπεύει να προµηθευθεί ένα εµπορικό σύστηµα επιτήρησης, οφείλει να προδιαγράψει κατάλληλα τις απαιτήσεις σε σχέση µε τις δύο ανωτέρω αρχές, κατά τη φάση αυτή. υνεπώς, προκύπτει ότι ειδικά σε σχέση µε τις µη σταθερές κάµερες, οι συνέπειες της λειτουργίας των οποίων είναι δυσχερέστερο να προσδιοριστούν σε σχέση µε τις σταθερές, η διενέργεια µελέτης εκτίµησης αντικτύπου αναφορικά µε τη λειτουργία τους οφείλει να διενεργείται όχι µόνο πριν τη λειτουργία τους, αλλά και πριν την προµήθειά τους, ώστε να είναι σύµφωνη µε τις αρχές της προστασίας των δεδοµένων από τον σχεδιασµό κι εξ ορισµού. Όσον αφορά την ενηµέρωση σχετικά µε τη χρήση φορητών συσκευών, η διάταξη αναφέρει ότι «Η απόφαση λει ουργίας ων συσ ηµά ων επι ήρησης σε µη σ αθερές βάσεις αναρ ά αι σε ισ οσελίδα, σ ην οποία ο υπεύθυνος επεξεργασίας δηµοσιεύει α απαραί η α για ην ενηµέρωση σ οιχεία ». Η Αρχή επισηµαίνει ότι αν και η ενηµέρωση µέσω ιστοσελίδας του υπευθύνου επεξεργασίας, αποτελεί ένα καταρχήν ικανοποιητικό µέτρο, δεν διασφαλίζει πλήρως την υποχρέωση ενηµέρωσης, αν ληφθεί υπόψη ότι φορητές κάµερες και µηΕΑ µπορεί να χρησιµοποιηθούν εύκολα χωρίς σχετική πλήρη γνώση από τα επιτηρούµενα φυσικά πρόσωπα, τα οποία δεν έχουν πάντα τη ευχέρεια πρόσβασης στο διαδίκτυο και δε γνωρίζουν πάντα τον υπεύθυνο επεξεργασίας ενός τέτοιου συστήµατος. υνεπώς, όπως τονίζει και η ΟΕ του άρθ. 29, είναι προτιµότερο να ακολουθείται πολυεπίπεδη προσέγγιση, η οποία να περιλαµβάνει τη δηµοσίευση σε ιστοσελίδα αλλά και κατάλληλα συµπληρωµατικά ή εναλλακτικά µέτρα123, όπως πινακίδες, φυλλάδια, µέσα κοινωνικής δικτύωσης, εκποµπή σήµατος WiFi, κατάλληλο χρωµατισµό, φωτισµό ή ήχο.
- Άρθρο 14 σχ. Π.∆. Όπως αναφέρθηκε στο προοίµιο της παρούσας, οι διατάξεις της Οδηγίας 680/16 και των άρθ. 43 επ. ν. 4624/2019124 εφαρµόζονται όταν η επεξεργασία δεδοµένων 122 Βλ, και τις κατευθυντήριες γραµµές του Ε Π∆ για την επεξεργασία δεδοµένων προσωπικού χαρακτήρα µέσω συσκευών λήψης βίντεο, σελ. 30 123 Βλ. την από 16/6/2015 γνώµη 01/2015 της ΟΕ άρ. 29 on Privacy and Data Protection Issues relating to the Utilisation of Drones, σελ. 15, ιδίως υποσηµείωση 43 124 Θα πρέπει να επισηµανθεί ότι η νοµική βάση της Οδηγίας προβλέπεται στο άρθρο 8 και σύµφωνα µε την υπ’ αρ. 1/2020 Γνωµοδότησή της Αρχής δεν έχει ενσωµατωθεί µε τις διατάξεις του ν. 4624/
- Επιπλέον, σύµφωνα µε την Επιστηµονική Υπηρεσία της Βουλής στην έκθεση επί του 45 προσωπικού χαρακτήρα αποσκοπεί στην πρόληψη, διερεύνηση, ανίχνευση ή δίωξη των εγκληµάτων. Ως προς τους λοιπούς σκοπούς επεξεργασίας εφαρµογής τυγχάνει ο ΓΚΠ∆ και ο ν. 4624/
- Ως εκ τούτου, η από το άρθρο 14 σχ. Π.∆. πρόβλεψη σύµφωνα µε την οποία «Τα θέµα α που δεν ρυθµίζον αι ειδικώς από ις δια άξεις ου άρθρου 14 ου ν. 3917/2011 (ΦΕΚ Α’ 22) και ου παρόν ος δια άγµα ος, διέπον αι από ις εκάσ ο ε εφαρµοσ έες δια άξεις ου Κανονισµού (ΕΕ) 2016/679 και ου νόµου 4624/2019» δεν έχει την έννοια ότι οι διατάξεις του Π.∆. ως ειδικές υπερτερούν εν προκειµένω του δικαίου της Ε.Ε. αλλά αντιθέτως ότι αφενός, οι διατάξεις του Π.∆. πρέπει να ερµηνεύονται υπό το φως του δικαίου της Ε.Ε. εν όψει της υπεροχής αυτού αφετέρου, ότι ισχύουν οι απαιτήσεις προστασίας των δεδοµένων προσωπικού χαρακτήρα που απορρέουν από το δίκαιο της Ε.Ε. ακόµη και εάν δεν έχουν περιληφθεί στις διατάξεις του Π.∆. Όπως πάντως διαπιστώνεται από τη παρούσα Γνώµη της Αρχής, οι απαιτήσεις σαφών και ρητών προβλέψεων στο πλαίσιο ενός ποιοτικού νόµου για την προστασία των δικαιωµάτων των υποκειµένων των δεδοµένων επιτάσσουν σύµφωνα προς τη νοµολογία του Ε∆∆Α και του ∆ΕΕ την υιοθέτηση σχετικών ρυθµίσεων κυρίως στο κείµενο του Π.∆. και επικουρικώς την παραποµπή σε εκείνες του ΓΚΠ∆ και του ν. 4624/
- Ο Πρόεδρος Η Γραµµατέας Κων/νος Μενουδάκος Γεωργία Παλαιολόγου νοµοσχεδίου µετέπειτα ν. 4639/2019 µε τον οποίο τροποποιήθηκαν οι διατάξεις των άρθρων 41∆ και 41 Ε ν. 2725/1999 το άρθρο 8 της Οδηγίας µπορεί να αποτελεί νοµική βάση επεξεργασίας δεδοµένων προσωπικού χαρακτήρα για τους ίδιους σκοπούς και ειδική νοµοθεσία, όπως στις περιπτώσεις των αθλητικών εκδηλώσεων. 46