← Ελλάδα

Γνωμοδότηση σχετικά με τη δημοσιοποίηση των προστίμων σε βάρος των παραβατών των διατάξεων περί εγκατάστασης των συστημάτων παρακολούθησης και ηλεκτρο

Αθήνα, 30-12-2021 Αριθ. Πρωτ.: 3033 ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΗ 8/2021 Η Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα, συνήλθε, μετά από πρόσκληση του Προέδρου της, σε τακτική συνεδρίαση μέσω τηλεδιάσκεψης την Τρίτη 07-12-2021, προκειμένου να εξετάσει την υπόθεση που αναφέρεται στο ιστορικό της παρούσας. Παρέστησαν οι Κωνσταντίνος Μενουδάκος, Πρόεδρος της Αρχής, τα τακτικά μέλη Σπυρίδων Βλαχόπουλος, ως εισηγητής, Κωνσταντίνος Λαμπρινουδάκης, Χαράλαμπος Ανθόπουλος, Χρήστος Καλλονιάτης, Γρηγόρης Τσόλιας. Η Αικατερίνη Ηλιάδου, καθώς και ο αναπληρωματικός αυτής Νικόλαος Φαλδαμής, αν και εκλήθησαν νομίμως, δεν παρέστησαν λόγω κωλύματος. Στη συνεδρίαση, χωρίς δικαίωμα ψήφου, παρέστησαν, με εντολή του Προέδρου, οι ελέγκτριες Καλλιόπη Καρβέλη, ειδική νομική επιστήμονας και η Στεφανία Πλώτα, ειδική νομική επιστήμονας ως βοηθοί εισηγητή, και η Γεωργία Παλαιολόγου, υπάλληλος του Τμήματος Διοικητικών Υποθέσεων, ως γραμματέας. H Αρχή έλαβε υπόψη τα ακόλουθα: Ο Διοικητής της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων (εφεξής ΑΑΔΕ) υπέβαλε στην Αρχή, με το υπ’ αρ. πρωτ. Γ/ΕΙΣ/6097/24-09-2021 έγγραφο, αίτημα παροχής Γνωμοδότησης της Αρχής, σχετικά με το εάν προτεινόμενη ρύθμιση (Κ.Υ.Α.) περί ανάρτησης στην ιστοσελίδα της Α.Α.Δ.Ε. των στοιχείων των παραβατών των διατάξεων περί εγκατάστασης συστημάτων παρακολούθησης και ηλεκτρονικής μετάδοσης δεδομένων εισροών - εκροών καυσίμων είναι συμβατή με τη νομοθεσία περί προστασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. Συγκεκριμένα, το αίτημα της ΑΑΔΕ αναφέρει ότι «με τον Ν. 3784/2009 άρθρο 31 παράγραφος 7 προβλέφθηκε η εγκατάσταση των συστημάτων παρακολούθησης εισροών εκροών καυσίμων, με σκοπό την αποτροπή της παράνομης διακίνησης υγρών καυσίμων, για τη διαφύλαξη 1 Λεωφ. Κηφισίας 1-3, 11523 Αθήνα Τ: 210 6475 600 • E: contact@dpa.gr • www.dpa.gr της είσπραξης δασμών και φόρων για το ελληνικό δημόσιο, αλλά και για την προστασία του καταναλωτή από ελλιπείς παραδόσεις. Με τον Ν. 4608/2019 (άρθρο 30) εισήχθηκαν τροποποιήσεις των παραγράφων 7 έως 11 του άρθρου 31 του Ν. 3784/2009 σχετικά με την υποχρέωση εγκατάστασης συστημάτων παρακολούθησης και ηλεκτρονικής μετάδοσης δεδομένων εισροών-εκροών καυσίμων, καθορίσθηκε το πεδίο εφαρμογής των υπόχρεων εγκατάστασης των εν λόγω συστημάτων, το εύρος των διοικητικών προστίμων για παραβάσεις που αφορούν στα συστήματα, η προστασία των διοικουμένων, οι περιπτώσεις επιβολής ποινικών κυρώσεων, τέθηκε πρόβλεψη περί προσωρινής ή οριστικής αφαίρεσης της άδειας λειτουργίας των εγκαταστάσεων, καθώς και άλλων ρυθμίσεων, με σκοπό την κωδικοποίηση, τη συμπλήρωση αλλά και την εν μέρει τροποποίηση της προϊσχύουσας νομοθεσίας. Με το άρθρο 31 παράγραφος 10 περίπτωση (στ) του Ν. 3784/2009, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 30 του Ν. 4608/2019, προβλέπεται ότι με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών, Οικονομίας και Ανάπτυξης, του Διοικητή της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων και των κατά περίπτωση αρμόδιων υπουργών, εξειδικεύονται οι παραβάσεις που αφορούν στα συστήματα παρακολούθησης και ηλεκτρονικής μετάδοσης δεδομένων εισροών-εκροών καυσίμων, μπορεί να ορίζεται το ύψος των διοικητικών προστίμων για κάθε παράβαση, εξειδικεύονται οι περιπτώσεις επιβολής των κυρώσεων της προσωρινής αφαίρεσης της άδειας λειτουργίας των εγκαταστάσεων ή της προσωρινής παύσης λειτουργίας όταν δεν απαιτείται άδεια λειτουργίας, η διαδικασία και τα όργανα επιβολής των προστίμων, η διαδικασία, ο τρόπος και τα όργανα επιβολής της σφράγισης και αποσφράγισης, της παύσης λειτουργίας και της αφαίρεσης της άδειας λειτουργίας των εγκαταστάσεων, της καταστροφής τυχόν εξοπλισμού και υποδομών που συμμετέχει σε παραποίηση ή αλλοίωση του συστήματος, η διαδικασία είσπραξης των διοικητικών προστίμων, καθώς και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια. Με όμοια απόφαση, με την επιφύλαξη των διατάξεων περί προστασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, δύνανται να ορίζονται οι όροι και οι προϋποθέσεις για τη δημοσιοποίηση των στοιχείων των παραβατών των διατάξεων περί εγκατάστασης των εν λόγω συστημάτων, των παραβάσεων και κυρώσεων, ο τρόπος, ο χρόνος και το μέσο δημοσιοποίησης, η αποστολή των στοιχείων αυτών στο Συντονιστικό Επιχειρησιακό Κέντρο καταπολέμησης του λαθρεμπορίου των προϊόντων Ε.Φ.Κ., καθώς και κάθε αναγκαία 2 λεπτομέρεια.» Κατ’ εφαρμογή των ανωτέρω εξουσιοδοτικών διατάξεων, συστάθηκε ομάδα εργασίας με εκπροσώπηση από την Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων, το Υπουργείο Ανάπτυξης και Επενδύσεων, και το Υπουργείο Μεταφορών και Υποδομών, για την επεξεργασία κοινής υπουργικής απόφασης (Κ.Υ.Α.) με περιεχόμενο τη ρύθμιση των ανωτέρω αντικειμένων σχετικά με την εγκατάσταση των συστημάτων παρακολούθησης και ηλεκτρονικής μετάδοσης δεδομένων εισροών-εκροών στα πρατήρια παροχής υγρών καυσίμων και στις εγκαταστάσεις πωλητών πετρελαίου θέρμανσης. Αναφορικά με το θέμα της δημοσιοποίησης των στοιχείων των παραβατών, των παραβάσεων και των κυρώσεων σε υπό επεξεργασία σχέδιο της Κ.Υ.Α. με πεδίο εφαρμογής τα πρατήρια παροχής υγρών καυσίμων και τις εγκαταστάσεις πωλητών πετρελαίου θέρμανσης, η ομάδα εργασίας συνέταξε το ακόλουθο προσχέδιο κειμένου ρυθμίσεων το οποίο υπέβαλε στην Αρχή για την παροχή γνώμης σχετικά με το εάν είναι συμβατό με το πλαίσιο προστασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα: « Εφόσον το ποσό του προστίμου ανά φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή νομική οντότητα είναι ίσο ή υπερβαίνει το ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ, το αρμόδιο για την επιβολή προστίμου τελωνείο αποστέλλει στη Δ/νση Ανάπτυξης Τελωνειακών, Ελεγκτικών και Επιχειρησιακών Εφαρμογών (ΔΑΤΕ) της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων (ΑΑΔΕ) τα στοιχεία της απόφασης επιβολής προστίμου μέχρι τις 15 του επόμενου μήνα από τον μήνα επίδοσης της απόφασης στον παραβάτη προκειμένου να προβεί στις απαραίτητες ενέργειες για την ανάρτησή τους στον ιστότοπο της ΑΑΔΕ. Η Δ/νση Ανάπτυξης Τελωνειακών, Ελεγκτικών και Επιχειρησιακών Εφαρμογών (ΔΑΤΕ) αναρτά τα στοιχεία της απόφασης επιβολής προστίμου στην ιστοσελίδα της ΑΑΔΕ, Πίνακας Επιβληθεισών Κυρώσεων, μέχρι την τελευταία εργάσιμη ημέρα του μήνα αποστολής, με δυνατότητα ανεύρεσης αλφαβητική και ανά γεωγραφική περιοχή (πόλη βάσει Τ.Κ.). Τα δημοσιοποιούμενα στοιχεία που αποστέλλει το τελωνείο στη ΔΑΤΕ και αναρτά η ΔΑΤΕ στην ιστοσελίδα της ΑΑΔΕ είναι τα ακόλουθα: ονοματεπώνυμο φυσικού προσώπου ή επωνυμία νομικού προσώπου ή νομικής οντότητας, διακριτικό τίτλο επιχείρησης, στα οποία επιβλήθηκε το πρόστιμο, διεύθυνση της εγκατάστασης, αριθμός και ημερομηνία έκδοσης της απόφασης επιβολής προστίμου, περιγραφή της παράβασης, ποσό του επιβληθέντος προστίμου, 3 ημερομηνία τυχόν ασκηθέντων ένδικων μέσων ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων και αποφάσεις των διοικητικών δικαστηρίων επί των ένδικων μέσων. Η δημοσιοποίηση των στοιχείων αυτών αποσκοπεί αφενός στην πάταξη του λαθρεμπορίου καυσίμων, της φοροδιαφυγής και την εξυγίανση της αγοράς καυσίμων, αφετέρου στην προστασία των συναλλασσομένων με τα πρατήρια παροχής υγρών καυσίμων και τους πωλητές πετρελαίου θέρμανσης. Ο προϊστάμενος του αρμόδιου για την επιβολή του προστίμου τελωνείου είναι υπεύθυνος για την ορθότητα, την πληρότητα και την ακρίβεια των στοιχείων που αποστέλλονται στη ΔΑΤΕ και προβαίνει σε ενημέρωσή τους κατόπιν αίτησης του παραβάτη ή αυτεπαγγέλτως, συμπληρώνοντας την ανάρτηση σε περίπτωση που ασκηθεί ένδικο μέσο κατά της απόφασης και προβαίνοντας στην άρση της δημοσιοποίησης βάσει απόφασης διοικητικού δικαστηρίου κατόπιν ένδικων μέσων του παραβάτη. Ο προϊστάμενος του αρμόδιου για την επιβολή του προστίμου τελωνείου οκτώ

(8)ημέρες πριν την αποστολή των στοιχείων στη ΔΑΤΕ ενημερώνει τον παραβάτη με αποστολή μηνύματος ηλεκτρονικού ταχυδρομείου στην τελευταία δηλωθείσα στη Φορολογική Διοίκηση από τον παραβάτη διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου κατ’ αρ. 13 και 14 του Γενικού Κανονισμού για την Προστασία Δεδομένων (ΕΕ) 2016/679 για την επικείμενη αποστολή των στοιχείων της απόφασης στη ΔΑΤΕ με σκοπό την δημοσιοποίησή τους στην ιστοσελίδα της Α.Α.Δ.Ε. και για το δικαίωμα του για διόρθωση των δεδομένων του σε περίπτωση ανακρίβειας αυτών κατ’ αρ. 16 του Γενικού Κανονισμού για την Προστασία Δεδομένων (ΕΕ) 2016/679. Ο χρόνος παραμονής των δημοσιευμένων στοιχείων είναι ένα
(1)έτος από την ημέρα ανάρτησής τους, ανεξαρτήτως της καταβολής ή ρύθμισης του προστίμου». Η Αρχή, μετά από εξέταση της ανωτέρω νομοθετικής πρότασης από την άποψη της νομοθεσίας για την προστασία των προσωπικών δεδομένων και αφού άκουσε τον εισηγητή και τις βοηθούς εισηγητή, οι οποίες αποχώρησαν μετά από τη συζήτηση της υποθέσεως και πριν από τη διάσκεψη, κατόπιν διεξοδικής συζητήσεως ΕΚΔΙΔΕΙ ΤΗΝ ΑΚΟΛΟΥΘΗ ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΗ
  1. Το άρθρο 9Α του Συν/τος ορίζει ότι «καθένας έχει δικαίωμα προστασίας από τη συλλογή, επεξεργασία και χρήση, ιδίως µε ηλεκτρονικά μέσα, των προσωπικών του 4 δεδομένων, όπως νόμος ορίζει. Η προστασία των προσωπικών δεδομένων διασφαλίζεται από ανεξάρτητη αρχή, που συγκροτείται και λειτουργεί όπως νόμος ορίζει». Το άρθρο 5Α του Συν/τος ορίζει τα εξής: «
  2. Καθένας έχει δικαίωμα στην πληροφόρηση, όπως νόμος ορίζει. Περιορισμοί στο δικαίωμα αυτό είναι δυνατόν να επιβληθούν µε νόμο µόνο εφόσον είναι απολύτως αναγκαίοι και δικαιολογούνται για λόγους εθνικής ασφάλειας, καταπολέμησης του εγκλήματος ή προστασίας δικαιωμάτων και συμφερόντων τρίτων.
  3. Καθένας έχει δικαίωμα συµµετοχής στην Κοινωνία της Πληροφορίας. Η διευκόλυνση της πρόσβασης στις πληροφορίες που διακινούνται ηλεκτρονικά, καθώς και της παραγωγής, ανταλλαγής και διάδοσής τους αποτελεί υποχρέωση του Κράτους, τηρουμένων πάντοτε των εγγυήσεων των άρθρων 9, 9Α και 19». Το άρθρο 2 παρ. 1 του Συν/τος ορίζει ότι «ο σεβασμός και η προστασία της αξίας του ανθρώπου αποτελούν την πρωταρχική υποχρέωση της Πολιτείας». Το άρθρο 4 παρ. 1 του Συν/τος ορίζει ότι «οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου», ενώ η παρ. 5 του ίδιου άρθρου ορίζει ότι «οι Έλληνες πολίτες συνεισφέρουν χωρίς διακρίσεις στα δημόσια βάρη, ανάλογα µε τις δυνάμεις τους». Το άρθρο 25 παρ. 1 του Συν/τος ορίζει ότι: «Τα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως µέλους του κοινωνικού συνόλου και η αρχή του κοινωνικού κράτους δικαίου τελούν υπό την εγγύηση του Κράτους. Όλα τα κρατικά όργανα υποχρεούνται να διασφαλίζουν την ανεμπόδιστη και αποτελεσματική άσκησή τους. Τα δικαιώματα αυτά ισχύουν και στις σχέσεις μεταξύ ιδιωτών στις οποίες προσιδιάζουν. Οι κάθε είδους περιορισμοί που µπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα αυτά πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας». Τέλος, το άρθρο 25 παρ. 4 του Συν/τος ορίζει ότι: «Το Κράτος δικαιούται να αξιώνει από όλους τους πολίτες την εκπλήρωση του χρέους της κοινωνικής και εθνικής αλληλεγγύης».
  4. Το άρθρο 8 της ΕΣ∆Α, που αναφέρεται στο δικαίωμα σεβασμού της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής, ορίζει ότι: «
  5. Παν πρόσωπον δικαιούται εις τον σεβασµόν της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής του, της κατοικίας του και της αλληλογραφίας του.
  6. ∆εν επιτρέπεται να υπάρξη επέµβασις δημοσίας αρχής εν τη ασκήσει του δικαιώματος τούτου, εκτός εάν η επέµβασις αύτη προβλέπεται υπό του νόμου και αποτελεί μέτρον το οποίον, εις µίαν δηµοκρατικήν κοινωνίαν είναι αναγκαίον δια 5 την εθνικήν ασφάλειαν, την δηµοσίαν ασφάλειαν, την οικονοµικήν ευηµερίαν της χώρας, την προάσπισιν της τάξεως και την πρόληψιν ποινικών παραβάσεων, την προστασίαν της υγείας ή της ηθικής, ή την προστασίαν των δικαιωµάτων και ελευθεριών άλλων».
  7. Το άρθρο 8 του Χάρτη Θεμελιωδών ∆ικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης ορίζει για την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα τα ακόλουθα: «
  8. Κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα στην προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που το αφορούν.
  9. Η επεξεργασία αυτών των δεδομένων πρέπει να γίνεται νομίμως, για καθορισμένους σκοπούς και µε βάση τη συγκατάθεση του ενδιαφερομένου ή για άλλους θεμιτούς λόγους που προβλέπονται από το νόμο. Κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα να έχει πρόσβαση στα συλλεγέντα δεδομένα που το αφορούν και να επιτυγχάνει τη διόρθωσή τους.
  10. Ο σεβασμός των κανόνων αυτών υπόκειται στον έλεγχο ανεξάρτητης αρχής». Εξάλλου, το άρθρο 51 παρ. 1 του ιδίου Χάρτη ορίζει ότι: «
  11. Οι διατάξεις του παρόντος Χάρτη απευθύνονται στα όργανα και τους οργανισμούς της Ένωσης, τηρουμένης της αρχής της επικουρικότητας, καθώς και στα κράτη µέλη, µόνον όταν εφαρμόζουν το δίκαιο της Ένωσης. Κατά συνέπεια, οι ανωτέρω σέβονται τα δικαιώματα, τηρούν τις αρχές και προάγουν την εφαρμογή τους, σύμφωνα µε τις αντίστοιχες αρμοδιότητές τους». Περαιτέρω, το άρθρο 52 του Χάρτη ορίζει, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: «
  12. Κάθε περιορισμός στην άσκηση των δικαιωμάτων και ελευθεριών που αναγνωρίζονται στον παρόντα Χάρτη πρέπει να προβλέπεται από το νόμο και να τηρεί το βασικό περιεχόμενο των εν λόγω δικαιωμάτων και ελευθεριών. Τηρουμένης της αρχής της αναλογικότητας, περιορισμοί επιτρέπεται να επιβάλλονται μόνον εφόσον είναι αναγκαίοι και ανταποκρίνονται πραγματικά σε στόχους γενικού ενδιαφέροντος που αναγνωρίζει η Ένωση ή στην ανάγκη προστασίας των δικαιωµάτων και ελευθεριών των τρίτων. […]». Ο Χάρτης Θεμελιωδών ∆ικαιωµάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι εφαρμοστέος στην παρούσα υπόθεση, καθόσον το αντικείμενο της γνωμοδοτήσεως διέπεται και από τις διατάξεις του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπως ειδικότερα του Κανονισμού 2016/679/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 27ης Απριλίου 2016 για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών. 6
  13. Το άρθρο 5 του Γενικού Κανονισμού (ΕΕ) 2016/679 (εφεξής Γενικός Κανονισμός) προβλέπει για τις αρχές που διέπουν την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, τα ακόλουθα : «
  14. Τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα: α) υποβάλλονται σε σύννομη και θεμιτή επεξεργασία με διαφανή τρόπο σε σχέση με το υποκείμενο των δεδομένων («νομιμότητα, αντικειμενικότητα και διαφάνεια»), β) συλλέγονται για καθορισμένους, ρητούς και νόμιμους σκοπούς και δεν υποβάλλονται σε περαιτέρω επεξεργασία κατά τρόπο ασύμβατο προς τους σκοπούς αυτούς· η περαιτέρω επεξεργασία για σκοπούς αρχειοθέτησης προς το δημόσιο συμφέρον ή σκοπούς επιστημονικής ή ιστορικής έρευνας ή στατιστικούς σκοπούς δεν θεωρείται ασύμβατη με τους αρχικούς σκοπούς σύμφωνα με το άρθρο 89 παράγραφος 1 («περιορισμός του σκοπού»), γ) είναι κατάλληλα, συναφή και περιορίζονται στο αναγκαίο για τους σκοπούς για τους οποίους υποβάλλονται σε επεξεργασία («ελαχιστοποίηση των δεδομένων»), δ) είναι ακριβή και, όταν είναι αναγκαίο, επικαιροποιούνται· πρέπει να λαμβάνονται όλα τα εύλογα μέτρα για την άμεση διαγραφή ή διόρθωση δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα τα οποία είναι ανακριβή, σε σχέση με τους σκοπούς της επεξεργασίας («ακρίβεια»), ε) διατηρούνται υπό μορφή που επιτρέπει την ταυτοποίηση των υποκειμένων των δεδομένων μόνο για το διάστημα που απαιτείται για τους σκοπούς της επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα· τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα μπορούν να αποθηκεύονται για μεγαλύτερα διαστήματα, εφόσον τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα θα υποβάλλονται σε επεξεργασία μόνο για σκοπούς αρχειοθέτησης προς το δημόσιο συμφέρον, για σκοπούς επιστημονικής ή ιστορικής έρευνας ή για στατιστικούς σκοπούς, σύμφωνα με το άρθρο 89 παράγραφος 1 και εφόσον εφαρμόζονται τα κατάλληλα τεχνικά και οργανωτικά μέτρα που απαιτεί ο παρών κανονισμός για τη διασφάλιση των δικαιωμάτων και ελευθεριών του υποκειμένου των δεδομένων («περιορισμός της περιόδου αποθήκευσης»), στ) υποβάλλονται σε επεξεργασία κατά τρόπο που εγγυάται την ενδεδειγμένη ασφάλεια των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, μεταξύ άλλων την προστασία τους από μη εξουσιοδοτημένη ή παράνομη επεξεργασία και τυχαία απώλεια, καταστροφή ή φθορά, με τη χρησιμοποίηση κατάλληλων τεχνικών ή οργανωτικών μέτρων («ακεραιότητα και εμπιστευτικότητα»).
  15. Ο υπεύθυνος 7 επεξεργασίας φέρει την ευθύνη και είναι σε θέση να αποδείξει τη συμμόρφωση με την παράγραφο 1 («λογοδοσία»).
  16. Το άρθρο 6 του Γενικού Κανονισμού προβλέπει ότι «
  17. Η επεξεργασία είναι σύννομη μόνο εάν και εφόσον ισχύει τουλάχιστον μία από τις ακόλουθες προϋποθέσεις: […] ε) η επεξεργασία είναι απαραίτητη για την εκπλήρωση καθήκοντος που εκτελείται προς το δημόσιο συμφέρον ή κατά την άσκηση δημόσιας εξουσίας που έχει ανατεθεί στον υπεύθυνο επεξεργασίας.
  18. Η Αρχή έχει αρμοδιότητα σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 57 παρ. 1 γ’ του Γενικού Κανονισμού σε συνδυασμό με το άρθρο 13 παρ. 1 γ’ του ν. 4624/2019 να γνωμοδοτήσει στο υπό κρίση ερώτημα σχετικά με το εάν προσκρούει η πρόβλεψη σε υπό έκδοση Κοινή Υπουργική Απόφαση της ανάρτησης στην ιστοσελίδα της ΑΑΔΕ των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα των παραβατών των διατάξεων περί εγκατάστασης των συστημάτων παρακολούθησης και ηλεκτρονικής μετάδοσης δεδομένων εισροών-εκροών καυσίμων στην ισχύουσα νομοθεσία περί προστασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα του υποκειμένου.
  19. Ειδικότερα, η Αρχή έχει αρμοδιότητα να γνωμοδοτήσει σχετικά µε τα ως άνω αναφερθέντα ζητήματα, καθόσον: i. οι πληροφορίες, που περιέχονται στους καταλόγους παραβατών των διατάξεων περί εγκατάστασης των εν συστημάτων, εφόσον αφορούν φυσικά πρόσωπα, συνιστούν δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα των υποκειμένων τους. Σημειώνεται ότι, αντίθετα, τα φορολογικά δεδομένα, που αναφέρονται σε νομικά πρόσωπα, δεν συνιστούν δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, όπως προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 1 του Γενικού Κανονισμού. ii. τα προαναφερόμενα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα τηρούνται σε σύστημα αρχειοθέτησης ή και σε κάποιες περιπτώσεις οι εν λόγω επεξεργασίες είναι εν όλω ή εν µέρει αυτοματοποιημένες, σύμφωνα με το άρθρο 2 του Γενικού Κανονισμού.
  20. Στην υπό κρίση περίπτωση επί της ουσίας τίθεται το ζήτημα του αναγκαίου συγκερασμού μεταξύ, αφενός, του δημοσίου συμφέροντος για την καταπολέμηση του λαθρεμπορίου καυσίμων και της φοροδιαφυγής και την εμπέδωση της φορολογικής δικαιοσύνης µε τη συνεπή εκπλήρωση των φορολογικών υποχρεώσεων των διοικούμενων καθώς, επίσης, για την προστασία του 8 καταναλωτή έναντι πρατηρίων παροχής καυσίμων και πωλητών πετρελαίου θέρμανσης που διακινούν στην αγορά παράνομα καύσιμα, ως αναγκαία προϋπόθεση ιδίως για τη διασφάλιση της εφαρμογής του νόμου και της μη στέρησης δημοσίων εσόδων, τα οποία είναι απαραίτητα για την εκτέλεση των κρατικών υποχρεώσεων αλλά και την προστασία των καταναλωτών, και, αφετέρου, της ουσιαστικής κατοχύρωσης του θεμελιώδους δικαιώματος του ατόμου στην προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που το αφορούν, στο μέτρο που το νομοθέτημα αφορά φυσικά πρόσωπα, σύμφωνα µε τα οριζόμενα στις διατάξεις υπέρτερης τυπικής ισχύος των άρθρων 9Α του Συν/τος, 8 της ΕΣ∆Α, 8 του Χάρτη Θεμελιωδών ∆ικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, της Σύμβασης 108
(1981)του Συμβουλίου της Ευρώπης για την προστασία των ατόμων από την αυτοματοποιημένη επεξεργασία προσωπικών δεδομένων, η οποία κυρώθηκε µε το Ν. 2068/1992 (ΦΕΚ Α΄ 118) και τέθηκε σε ισχύ ως προς την Ελλάδα την 01/12/1995 µε την Ανακοίνωση Υπ. Εξωτερικών Φ.0546/4173 (ΦΕΚ Α΄ 207/1995), του Γενικού Κανονισμού, καθώς και του ν. 4624/2019 για την επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, καθόσον το προαναφερόμενο δημόσιο συμφέρον προτείνεται ως δικαιολογητικός λόγος ενός περιορισμού του συγκεκριμένου θεμελιώδους δικαιώματος
  1. Η Αρχή με τις Γνωμοδοτήσεις 4/2011 και 6/2017 έχει αποφανθεί ότι το «μέτρο της δημοσιοποίησης και μάλιστα στο Διαδίκτυο από το Υπουργείο Οικονομικών – ΓΓΠ (ή την ΑΑΔΕ), ως υπεύθυνο επεξεργασίας, καταλόγου οφειλετών ληξιπρόθεσμων οφειλών προς το Δημόσιο […], το οποίο επέλεξε ο Έλληνας νομοθέτης […] ως καταρχήν πρόσφορο για την εκπλήρωση των φορολογικών υποχρεώσεων των πολιτών προς το Κράτος, […], συνιστά μία συνταγματικώς ανεκτή επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα των αναφερομένων προσώπων, η οποία δεν εξέρχεται των ορίων της προσφορότητας και της αναγκαιότητας και, συνεπώς, δεν έρχεται σε αντίθεση προς κανόνες υπέρτερης τυπικής ισχύος […]», θέτοντας, αφενός στην πρώτη εξ αυτών, όρους που θα πρέπει να τηρούνται και αφετέρου στη δεύτερη Γνωμοδότηση την απαίτηση να αξιολογηθεί η εφαρμογή του εν θέματι Βλ. σχετικά και τις Γνωμοδοτήσεις της Αρχής 1/2011, σκέψη υπ’ αρ. 12, και 4/2011, σκέψη υπ’ αρ. 13 1 9 μέτρου προκειμένου να κριθεί η αποτελεσματικότητα του σε σχέση με τον σκοπό δημοσίου συμφέροντος.
  2. Περαιτέρω, κατά την πάγια νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας, οι περιορισμοί ατομικών δικαιωμάτων πρέπει να ορίζονται γενικώς και αντικειμενικώς µε τυπικό νόμο ή κατόπιν ειδικής νομοθετικής εξουσιοδότησης µε διάταγμα, να δικαιολογούνται από αποχρώντες λόγους δημόσιου συμφέροντος, να είναι πρόσφοροι και αναγκαίοι για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού και να µη θίγουν τον πυρήνα του ατομικού δικαιώματος. Αντίστοιχα, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (Ε∆∆Α) έχει δεχθεί, ιδίως κατά την ερμηνεία του άρθρου 8 παρ. 2 της ΕΣ∆Α, ότι οποιαδήποτε επέμβαση (περιορισμός) στην ιδιωτική ζωή του ατόμου από τη δημόσια εξουσία πρέπει να προβλέπεται σε νόμο, που φέρει τα ποιοτικά χαρακτηριστικά της προσβασιμότητας (accessibility) και της προβλεψιµότητας των συνεπειών του (foreseeability). Η νομολογία αυτή απηχεί την αρχή της νομιμότητας, που διέπει τη δράση της δημόσιας διοίκησης, υπό την έννοια ότι η αρμοδιότητα των δημόσιων αρχών πρέπει να προβλέπεται από νόμο και να ασκείται σύμφωνα µε τον νόμο
  3. Εξάλλου, σύμφωνα µε τη νομολογία του ∆ΕΕ σχετικά µε την ανάγκη εφαρμογής των επιταγών της αρχής της αναλογικότητας κατά τη θέσπιση περιορισμών στην άσκηση θεμελιωδών δικαιωμάτων του ατόμου, ο νομοθέτης διαθέτει καταρχήν ευρεία εξουσία εκτιμήσεως για την επιλογή του ενδεδειγμένου μέτρου, που θα υλοποιεί τους σκοπούς δημοσίου συμφέροντος τους οποίους εκάστοτε επιδιώκει. Στο πλαίσιο αυτό, μπορούν να επιβληθούν περιορισμοί στην άσκηση των θεμελιωδών δικαιωμάτων, αρκεί οι περιορισμοί αυτοί να εξυπηρετούν όντως σκοπούς γενικού συμφέροντος και να µην αποτελούν, σε σχέση µε τον επιδιωκόμενο µε τους εν λόγω περιορισμούς σκοπό, υπέρμετρη παρέμβαση που θίγει την ίδια την υπόσταση των δικαιωμάτων που προστατεύονται
  4. Βλ. σχετικά και την Απόφαση της Αρχής 54/2011, σκέψη υπ’ αρ. 2, και τη Γνωμοδότηση της Αρχής 4/2011, σκέψη υπ’ αρ. 13 3 Βλ. ιδίως: ∆ΕΕ, Απόφαση της 12ης Ιουνίου 2003, στην υπόθεση C-112/00, Eugen Schmidberger, Internationale Transporte und Planzüge, σκέψεις 77-82, και τις αποφάσεις που αναφέρονται στη σκέψη υπ’ αρ. 80, ∆ΕΕ, Απόφαση της 16ης ∆εκεµβρίου 2008, στην υπόθεση C-73/07, Satakunnan Markkinapörssi και Satamedia, σκέψη 53, ∆ΕΕ, Απόφαση της 9ης Νοεµβρίου 2010, στις συνεκδικαζόµενες υποθέσεις C-92/09 και C-93/09, Schecke (C-92/09) και Eifert (C-93/09), σκέψη υπ’ αρ. 76, ∆ΕΕ, Απόφαση της 27ης Σεπτεµβρίου 2017, στην υπόθεση C-73/16, Peter Puškár, Σκέψεις 112επ. 2 10
  5. Το Συμβούλιο της Επικρατείας έχει κρίνει ως προς τη συνταγματική αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 25 παρ. 1 του Συν/τος εδ. δ΄) ότι οι επιβαλλόμενοι από τον νόμο περιορισμοί σε συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα πρέπει να είναι πρόσφοροι και αναγκαίοι για την επίτευξη του επιδιωκόμενου από τον νομοθέτη σκοπού δημόσιου ή κοινωνικού συμφέροντος και να µην είναι δυσανάλογοι σε σχέση προς αυτόν. Όσον αφορά τον έλεγχο της προσφορότητας και αναγκαιότητας των μέτρων, που θεσπίζονται για την επίτευξη του εν λόγω σκοπού, ο νομοθέτης διαθέτει ευρύ περιθώριο εκτίμησης, για τον καθορισμό των ρυθμίσεων, που αυτός κρίνει πρόσφορες και αναγκαίες. Ως εκ τούτου, ο δικαστικός έλεγχος της τήρησης της αρχής της αναλογικότητας περιορίζεται στην κρίση για το εάν η θεσπιζόμενη ρύθμιση είτε είναι προδήλως απρόσφορη, είτε υπερβαίνει προδήλως το απαραίτητο για την πραγματοποίηση του επιδιωκόμενου σκοπού µέτρο
  6. Οι ως άνω προβαλλόμενοι από την ΑΑΔΕ σκοποί, για τη δημοσιοποίηση στο Διαδίκτυο, απλών δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα των παραβατών του νόμου 3784/2009 ως ισχύει τροποποιηθείς και του υπό κρίση σχεδίου της κοινής υπουργικής απόφασης, δηλαδή η εμπέδωση της εφαρμογής του νόμου και της φορολογικής δικαιοσύνης µε τη συνεπή εκπλήρωση από τις φορολογούμενες επιχειρήσεις των φορολογικών υποχρεώσεών τους µέσω της ενίσχυσης της διαφάνειας, της πληροφόρησης και ενημέρωσης των πολιτών και η έγκαιρη είσπραξη των δημοσίων εσόδων ως αναγκαία προϋπόθεση ιδίως για τη διασφάλιση της εκπλήρωσης του δημόσιου σκοπού της εκτέλεσης των κρατικών υποχρεώσεων, καθώς το λαθρεμπόριο καυσίμων και η φοροδιαφυγή είναι πλήγμα στο κράτος δικαίου και τη νομιμότητα σε βάρος των νομοταγών πολιτών, ειδικά στην περίπτωση που οι παραβάσεις αφορούν θέματα που άπτονται της ασφάλειας των πολιτών, είναι καταρχήν καθορισμένοι, σαφείς και νόμιμοι, σύμφωνα µε τα οριζόμενα στις διατάξεις του άρθρου 5 του Γενικού Κανονισμού. Υπό την έννοια αυτή, οι εν λόγω επιδιωκόμενοι σκοποί επεξεργασίας αυτοί καθαυτοί δικαιολογούν καταρχήν περιορισμό σε δικαιώματα που απορρέουν από κανόνες υπέρτερης τυπικής ισχύος, όπως το άρθρο 9Α του Συντάγματος. 4 Βλ. σχετικά, ιδίως, ΟλΣτΕ 3031/2008, σκέψη υπ’ αρ. 9, και ΟλΣτΕ 2010/2010, σκέψη υπ’ αρ.
  7. 11
  8. Ειδικότερα, τόσο η μη τήρηση των νόμων όσο και η παράλειψη εκπλήρωσης των φορολογικών υποχρεώσεων, σε όλες τις μορφές της, αποτελούν συμπεριφορές με ιδιαίτερη συνταγματική απαξία, καθόσον παραβιάζουν πολλαπλώς το Σύνταγμα. Καταρχάς, παραβιάζουν το άρθρο 4 παρ.5 του Συν/τος, και ειδικότερα την αρχή της καθολικότητας του φόρου, που αποτελεί συστατικό στοιχείο της φορολογικής υποχρέωσης. Συγχρόνως, παραβιάζουν και το άρθρο 4 παρ.1 του Συν/τος, δηλαδή τη γενική αρχή της ισότητας, αφού λειτουργεί στην πράξη ως μηχανισμός αναδιανομής εισοδήματος από τους συνεπείς φορολογούμενους στους μη συνεπείς. Περαιτέρω, παραβιάζουν και το άρθρο 25 παρ. 4 του Συν/τος, το οποίο καθιερώνει την αρχή της κοινωνικής και εθνικής αλληλεγγύης, αφού διαρρηγνύει την ελάχιστη κοινωνική και εθνική συνοχή, που διασφαλίζεται μέσα από την εκπλήρωση των συνταγματικών καθηκόντων, μεταξύ των οποίων υψηλή θέση κατέχει η φορολογική υποχρέωση. Τέλος, δεν εναρμονίζονται προς την κατοχυρωμένη με το άρθρο 25 παρ.1 του Συν/τος αρχή του κοινωνικού Κράτους δικαίου, αφού στερεί από το κράτος ένα μεγάλο μέρος νόμιμων εσόδων που προορίζονται για την υλοποίηση των κοινωνικών δικαιωμάτων και γενικότερα για την ικανοποίηση δημοσίων αναγκών. Τα άρθρα 4 παρ. 5, 4 παρ. 1, και 25 παρ.1 και 4 του Συν/τος, ερμηνευόμενα σε συνδυασμό μεταξύ τους, προσδίδουν αυξημένο συνταγματικό βάρος στους στόχους της καταπολέμησης της φοροδιαφυγής και της συνεπούς εκπλήρωσης των φορολογικών υποχρεώσεων, στόχοι που αποτελούν «έργο δημοσίου συμφέροντος ή εμπίπτοντος στην άσκηση δημόσιας εξουσίας που έχει ανατεθεί στον υπεύθυνο της επεξεργασίας» κατά την έννοια του άρθρου 6 στοιχ. ε΄ του Γενικού Κανονισμού και «έργο που εμπίπτει στην άσκηση δημόσιας εξουσίας» κατά την έννοια του ίδιου άρθρου, και δικαιολογούν καταρχήν τη θέσπιση μέτρων που εξυπηρετούν την επίτευξη των στόχων αυτών, έστω και αν τα μέτρα αυτά συνεπάγονται περιορισμούς στο δικαίωμα στην προστασία των προσωπικών δεδομένων, εφόσον μάλιστα -όπως ισχύει στην προκειμένη περίπτωση- πρόκειται για απλά και όχι για ειδικής κατηγορίας δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, υπό την προϋπόθεση ότι δεν θίγεται ο πυρήνας του 12 δικαιώματος αυτού ή άλλου δικαιώματος που κατοχυρώνεται από κανόνες υπέρτερης τυπικής ισχύος
  9. Στο πλαίσιο αυτό, η Αρχή λαμβάνει υπόψη ότι το μέτρο της δημοσιοποίησης και μάλιστα στο Διαδίκτυο από την ΑΑΔΕ, ως υπεύθυνο επεξεργασίας, καταλόγου φυσικών προσώπων παραβατών των εν θέματι διατάξεων συνιστά σοβαρό περιορισμό του δικαιώματος του ατόμου για την προστασία του από την επεξεργασία, ιδίως με ηλεκτρονικά μέσα, των δεδομένων του προσωπικού χαρακτήρα, όπως αυτό κατοχυρώνεται ιδίως από τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 9Α του Συν/τος, 8 της ΕΣΔΑ, 8 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καθώς, επίσης, από τις διατάξεις του Γενικού Κανονισμού και της Σύμβασης 108
(1981)του Συμβουλίου της Ευρώπης. Με τις κρίσιμες ρυθμίσεις του άρθρου 31 του Ν. 3784/2009, όπως πλέον ισχύουν μετά την τροποποίηση του με το άρθρο 30 του Ν. 4608/2019, 6 παρέχεται ειδική εξουσιοδότηση και καθορίζεται σαφώς το αντικείμενο της για την έκδοση κοινής υπουργικής απόφασης, με την οποία θα οριστούν οι όροι και οι προϋποθέσεις για τη δημοσιοποίηση των στοιχείων των παραβατών, των παραβάσεων και κυρώσεων, ο τρόπος, ο χρόνος και το μέσο δημοσιοποίησης, η αποστολή των στοιχείων αυτών στο Συντονιστικό Επιχειρησιακό Κέντρο καταπολέμησης του λαθρεμπορίου των προϊόντων Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης, καθώς και κάθε αναγκαία λεπτομέρεια Πρβλ. τις Γνωμοδοτήσεις της Αρχής 6/2017 και 4/2011 και την Απόφαση του ΔΕΕ της 27ης Σεπτεμβρίου 2017, στην υπόθεση C-73/16, Peter Puškár, σκέψεις 104επ. και ιδίως τη σκέψη 108: «[108] Συγκεκριμένα, η είσπραξη του φόρου και η καταπολέμηση της φοροδιαφυγής, προς τον σκοπό των οποίων καταρτίστηκε ο επίμαχος κατάλογος, πρέπει να θεωρηθούν ως έργα δημοσίου συμφέροντος κατά την έννοια της διάταξης αυτής». 6 Αρ. 31.4.10.στ. «Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών, Οικονομίας και Ανάπτυξης, του Διοικητή της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων και των κατά περίπτωση αρμόδιων υπουργών εξειδικεύονται οι παραβάσεις του παρόντος, μπορεί να ορίζεται το ύψος των διοικητικών προστίμων για κάθε παράβαση, εξειδικεύονται οι περιπτώσεις επιβολής των κυρώσεων της περίπτωσης β`, η διαδικασία και τα όργανα επιβολής αυτών, η διαδικασία, ο τρόπος και τα όργανα επιβολής της σφράγισης και αποσφράγισης, της παύσης λειτουργίας και της αφαίρεσης της άδειας λειτουργίας των εγκαταστάσεων, της καταστροφής τυχόν εξοπλισμού και υποδομών που συμμετέχει σε παραποίηση ή αλλοίωση του συστήματος, η διαδικασία είσπραξης των διοικητικών προστίμων, καθώς και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή της παρούσας. Με την επιφύλαξη των διατάξεων περί προστασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, με όμοια απόφαση δύνανται να ορίζονται οι όροι και οι προϋποθέσεις για τη δημοσιοποίηση των στοιχείων των παραβατών, των παραβάσεων και κυρώσεων, ο τρόπος, ο χρόνος και το μέσο δημοσιοποίησης, η αποστολή των στοιχείων αυτών στο Συντονιστικό Επιχειρησιακό Κέντρο καταπολέμησης του λαθρεμπορίου των προϊόντων ΕΦΚ, καθώς και κάθε αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή του παρόντος εδαφίου.» 5 13 για την εφαρμογή του εν λόγω εδαφίου του νόμου
  1. Συντρέχει, συνεπώς, η βασική απαραίτητη προϋπόθεση, κατά τα προαναφερθέντα, αναφορικά με τη νομιμότητα της εν λόγω επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, δηλαδή η ύπαρξη σχετικής διάταξης τυπικού νόμου, για να θεσπιστούν κανονιστικώς με Κ.Υ.Α. οι συγκεκριμένες ρυθμίσεις
  2. Εξάλλου, σε περιπτώσεις δημοσιοποίησης στοιχείων φυσικών προσώπων που έχουν παραβεί διατάξεις νόμου, έχει υποδειχθεί από την Αρχή 9 ότι θα πρέπει ως προϋπόθεση της δημοσιοποίησης των εν λόγω δεδομένων να υπάρχει οριστικοποίηση της παράβασης η οποία επέρχεται είτε (α) με την παρέλευση άπρακτης της προθεσμίας για την άσκηση προσφυγής κατά της απόφασης επιβολής προστίμου, είτε (β) με την έκδοση τελεσίδικης δικαστικής απόφασης
  3. Στην προκειμένη περίπτωση όμως, το επιχείρημα που προβάλλει η αιτούσα την παρούσα Γνωμοδότηση Αρχή ότι η προϋπόθεση της τελεσιδικίας της απόφασης για τη δημοσιοποίηση των στοιχείων θα αναιρούσε την αποτελεσματικότητα και αποτρεπτικότητα του μέτρου, εάν ληφθεί υπόψη η μεγάλη καθυστέρηση εκδίκασης των ένδικων μέσων από τα διοικητικά δικαστήρια, παρίσταται βάσιμο. Απαιτείται όμως να διασφαλίζεται η δυνατότητα αποτελεσματικής έννομης προστασίας του υποκειμένου, εις βάρος του οποίου επιβάλλεται η κύρωση της δημοσιοποίησης, με την προσθήκη σχετικής ρύθμισης στην προτεινόμενη Κ.Υ.Α. για τον σκοπό αυτό, όπως με τη θέσπιση διοικητικής διαδικασίας, σύμφωνα με την οποία, κατόπιν διαπίστωσης της παράβασης του ν. 3784/2009, όπως ισχύει τροποποιηθείς, και αφού έχει δοθεί προθεσμία στον διοικούμενο να εκφράσει τις αντιρρήσεις του επ’ αυτής, για την κατά την ΚΥΑ δημοσιοποίηση των στοιχείων του παραβάτη θα προβλέπεται η έκδοση από την ΑΑΔΕ ειδικής διοικητικής πράξης, την οποία ο διοικούμενος θα δύναται να προσβάλει στα διοικητικά δικαστήρια με το οικείο ένδικο βοήθημα, περιλαμβανομένου και αυτού της προσωρινής προστασίας.
  4. Πέραν των ανωτέρω, λαμβανομένων υπόψη των διατάξεων των άρθρων 13 και 14 του Γενικού Κανονισμού Προστασίας Δεδομένων και των άρθρων 31 και 32 του ν. Βλ. Απόφαση της Αρχής 54/
  5. Πρβλ. σχετικά τις Γνωμοδοτήσεις της Αρχής 6/2017 και 4/
  6. 9 Βλ. σχετικά τις Γνωμοδοτήσεις της Αρχής 6/2017 και 4/
  7. 10 Σπ. Βλαχόπουλου, Διαφάνεια της κρατικής δράσης και προστασία των προσωπικών δεδομένων, Αθήνα-Κομοτηνή 2007, σελ. 325-326 ,
  8. 7 8 14 4624/2019, θα πρέπει να προβλέπεται στην εν λόγω υπουργική απόφαση ότι, κατόπιν της εκδόσεως της απόφασης για τη δημοσιοποίηση των στοιχείων του παραβάτη και την κοινοποίησή της σε αυτόν, χορηγείται από την ΑΑΔΕ, προθεσμία εύλογου χρονικού διαστήματος, και σε κάθε περίπτωση μεγαλύτερη του διαστήματος των οκτώ ημερών που τίθεται στην υπό εξέταση πρόταση για την άσκηση των δικαιωμάτων του υποκειμένου-παραβάτη σύμφωνα με τον Γενικό Κανονισμό και τον ν. 4624/
  9. Αντίστοιχα, η ΑΑΔΕ θα πρέπει να εξετάσει το τυχόν αίτημα που αφορά την επεξεργασία των προσωπικών δεδομένων του υποκειμένου εντός των προβλεπόμενων από τον Γενικό Κανονισμό Προστασίας Δεδομένων προθεσμιών.
  10. Επίσης, με βάση τις αρχές που διέπουν την επεξεργασία των δεδομένων του άρθρου 5 του Γενικού Κανονισμού και ιδίως των αρχών της νομιμότητας, της διαφάνειας, και της λογοδοσίας θα πρέπει να αιτιολογηθεί επαρκώς αφενός ο καθορισμός σε 50.000 ευρώ του κατώτατου ορίου προστίμου για το οποίο θα γίνεται η δημοσιοποίηση σε σχέση με τη σοβαρότητα των παραβάσεων που επισύρουν πρόστιμο σε αυτό το ύψος σε συσχέτιση και με το ποσοστό επιβολής του εν λόγω προστίμου επί των συνολικών προστίμων που επιβάλλονται λόγω παράβασης του ν. 3784/2009 και αφετέρου ο καθορισμός του χρόνου παραμονής των δημοσιευμένων στοιχείων, σε ένα έτος από την ημέρα ανάρτησής τους.
  11. Συμπερασματικώς, η Αρχή κρίνει ότι το μέτρο της δημοσιοποίησης στο Διαδίκτυο από την ΑΑΔΕ, ως υπεύθυνο επεξεργασίας, των στοιχείων των παραβατών των διατάξεων περί εγκατάστασης συστημάτων παρακολούθησης και ηλεκτρονικής μετάδοσης δεδομένων εισροών-εκροών καυσίμων, το οποίο επέλεξε ο Έλληνας νομοθέτης, με την εισαγωγή των κρίσιμων ρυθμίσεων του άρθρου 31 του Ν. 3783/2009, α) είναι καταρχήν πρόσφορο, καθώς επιδιώκει τον έννομο σκοπό της προστασίας του δημοσίου συμφέροντος και των δικαιωμάτων των τρίτωνσυναλλασσόμενων με τις εν θέματι επιχειρήσεις, συνδράμοντας στην πάταξη του λαθρεμπορίου καυσίμων, της φοροδιαφυγής και στην προστασία των καταναλωτών, και β) συνιστά μία ανεκτή επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα των αναφερομένων φυσικών προσώπων, η οποία δεν εξέρχεται των ορίων της προσφορότητας και της αναγκαιότητας. Κατά συνέπεια, δεν έρχεται σε αντίθεση προς κανόνες υπέρτερης τυπικής ισχύος, εφόσον ληφθούν υπόψη και 15 εφαρμοστούν οι ανωτέρω αναφερθείσες προϋποθέσεις ιδίως όσον αφορά τον κατάλληλο μηχανισμό έννομης προστασίας του διοικούμενου. Ο Πρόεδρος Η Γραμματέας Κωνσταντίνος Μενουδάκος Γεωργία Παλαιολόγου 16

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.