Αθήνα, 20-7-2011 Αριθ. Πρωτ.: 5062 ΑΡΧΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ∆Ε∆ΟΜΕΝΩΝ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ Α Π Ο Φ Α Σ Η 94 /2011 Η Αρχή Προστασίας ∆εδοµένων Προσωπικού Χαρακτήρα συνήλθε µετά από πρόσκληση του προεδρεύοντος Λ. Κοτσαλή, σε έκτακτη συνεδρίαση ηµέρα Τρίτη 19.07.2011 και ώρα 09.30 στο κατάστηµά της, προκειµένου να εξετάσει την υπόθεση που αναφέρεται στο ιστορικό της παρούσας, αποτελούµενη από τους Λ. Κοτσαλή (εκτελούντος χρέη προεδρεύοντος λόγω παραιτήσεως του προέδρου Χ. Γεραρή και του αναπληρωτή Προέδρου Χ. Παληοκώστα), Α. Ρουπακιώτη, τακτικό µέλος και τα αναπληρωµατικά µέλη Π. Τσαντίλα και Γρ. Λαζαράκο, ως εισηγητή, σε αντικατάσταση των τακτικών µελών Α. Πράσσου και Α.Ι. Μεταξά, οι οποίοι αν και κλήθηκαν νοµίµως εγγράφως δεν παρέστησαν λόγω κωλύµατος. ∆εν παρέστησαν τα τακτικά µέλη Α. Παπανεοφύτου λόγω κωλύµατος και Α. Ποµπόρτσης λόγω παραιτήσεως, καθώς και τα αναπληρωµατικά µέλη αυτών Ι. Τζιώνας, λόγω παραιτήσεως και Γρ. Πάντζιου λόγω κωλύµατος. Παρόντες χωρίς δικαίωµα ψήφου ήταν ο Φίλιππος Μίτλεττον, ως βοηθός εισηγητής και η Γεωργία Παλαιολόγου, υπάλληλος του τµήµατος διοικητικών και οικονοµικών υποθέσεων, ως γραµµατέας. Η Αρχή έλαβε υπόψη της τα παρακάτω: Το Υπουργείο ∆ηµόσιας Τάξης – Αρχηγείο Ελληνικής Αστυνοµίας – Κλάδος Λ. Κηφισίας 1-3, 11523 Αθήνα, Τηλ: 210 6475600, Fax: 210 6475628, contact@dpa.gr / www.dpa.gr ∆ιοικητικού – ∆ιεύθυνση Αστυνοµικού Προσωπικού – Τµήµα 2ο – Γραφείο 4ο υπέβαλε στην Αρχή το µε αριθµ. πρωτοκόλλου ………….-2005 (αριθµ. πρωτ. Αρχής 3048/27-62005) αίτηµα για γνωµοδότηση σχετικά µε τη νοµιµότητα χορήγησης στον A, εκπρόσωπο του Ελληνικού Παρατηρητηρίου των Συµφωνιών του Ελσίνκι (ΕΠΣΕ) και πληρεξουσίου της B, αντιγράφων της Ε∆Ε που διενεργήθηκε σε βάρος του αστυφύλακα Γ, ύστερα από καταγγελία της B. Το Υπουργείο ∆ηµόσιας Τάξης – Αρχηγείο Ελληνικής Αστυνοµίας – Κλάδος ∆ιοικητικού – ∆ιεύθυνση Αστυνοµικού Προσωπικού – Τµήµα 2ο – Γραφείο 4ο µε το µε αρ. πρωτ. ……….-2004 έγγραφο προς το Αστυνοµικό Τµήµα …….., το οποίο κοινοποίησε στην Αρχή (αρ. πρωτ. Αρχής 3780/15-11-2004), αναφέρεται στο µε αρ. πρωτ. …….-2004 έγγραφό του, το οποίο δεν επισυνάπτεται, και παρακαλεί το Αστυνοµικό Τµήµα ……… να το επιδώσει στον Γ και να του γνωρίσει ότι µπορεί να προσφύγει στην Αρχή µέσα σε 5 ηµέρες από την επίδοση «προκειµένου να εξετασθούν οι αντιρρήσεις του για τη χορήγηση των αιτουµένων αντιγράφων», χωρίς όµως να αναφέρεται η φύση και το αντικείµενο των αιτουµένων εγγράφων. Στη συνέχεια το Αστυνοµικό Τµήµα ………… µε το µε αρ. πρωτ. ……..2004 (αρ. πρωτ. Αρχής 3794/16-11-04) έγγραφό του διαβιβάζει στην Αρχή την από ….-2004 αίτηση του Γ µε την οποία δηλώνει ότι δεν συγκατατίθεται στη γνωστοποίηση των προσωπικών του δεδοµένων. Το Υπουργείο ∆ηµόσιας Τάξης – Αρχηγείο Ελληνικής Αστυνοµίας – Κλάδος ∆ιοικητικού – ∆ιεύθυνση Αστυνοµικού Προσωπικού – Τµήµα 2ο – Γραφείο 4ο µε το µε αρ. πρωτ. …….-2005 έγγραφο προς τον Α – Ελληνικό Παρατηρητήριο των Συµφωνιών του Ελσίνκι, το οποίο κοινοποίησε στην Αρχή (αρ. πρωτ. Αρχής 3047/27-6-2005), ενηµερώνει τον Α σχετικά µε την πορεία της υπόθεσης που αφορά το αίτηµά του για χορήγηση αντιγράφων της Ε∆Ε σε βάρος του Γ. Στο έγγραφο αυτό αναφέρεται ότι ο αστυφύλακας Γ προέβαλε αντιρρήσεις την …-2004, τις οποίες το Υπουργείο ∆ηµόσιας Τάξης, ως υπεύθυνος επεξεργασίας, απέρριψε µε το µε αρ. πρωτ. …..-2004 έγγραφο και του γνωστοποίησε το δικαίωµά του να προσφύγει ενώπιον της Αρχής προκειµένου να εξετασθούν οι αντιρρήσεις του. Τέτοια προσφυγή ουδέποτε υπεβλήθη στην Αρχή. Στη συνέχεια µε την υπό κρίση αίτηση το Υπουργείο ∆ηµόσιας Τάξης υπέβαλε στην Αρχή όλα τα έγγραφα του σχετικού φακέλου και ζήτησε από την Αρχή να του γνωρίσει Λ. Κηφισίας 1-3, 11523 Αθήνα, Τηλ: 210 6475600, Fax: 210 6475628, contact@dpa.gr / www.dpa.gr αν οφείλει να προβεί στη χορήγησή αντιγράφων τους στον Α. Από τα έγγραφα του φακέλου προκύπτουν τα εξής: Με αφορµή καταγγελίες της υπηκόου Ρουµανίας Β σε βάρος µη κατονοµαζοµένων αστυνοµικών στην τηλεοπτική εκποµπή …….. την …..-1998, διατάχτηκε η διενέργεια Ε∆Ε από την οποία προέκυψε ευθύνη του αστυφύλακα Γ, «γιατί, υπηρετών στο Τµήµα Αλλοδαπών Αθηνών, το τρίτο δεκαήµερο του Σεπτεµβρίου 1998, σε επίσκεψη της καταγγέλλουσας [Β], στην οικία του Αστ/κα, µε τον ∆ α.λ.σ., προαγωγό και την ανήλικη αλλοδαπή Ε (εκδιδόµενη στον παραπάνω οίκο ανοχής) έγινε συζήτηση για την πώλησή της σε άλλο αφεντικό (επισκέψεις που συνεχίστηκαν) ενώ, την …-1998, σε έρευνα που διενεργήθηκε στον οίκο ανοχής βρέθηκε ιδιόχειρο σηµείωµα µε τα στοιχεία του (Γ)». Σε συνέχεια των ανωτέρω µε τη µε αρ. ….-200 απόφαση του ∆ευτεροβάθµιου Πειθαρχικού Συµβουλίου επιβλήθηκε στον Γ η ποινή της απόταξης και µε απόφαση του Αρχηγού της Ελληνικής Αστυνοµίας τέθηκε σε διαθεσιµότητα από ..-1998 ως ..-
- Σε υλοποίηση της πιο πάνω απόφασης απόταξης, εκδόθηκε η µε αρ. ….-2000 απόφαση του Προϊσταµένου Κλάδου ∆ιοικητικού µε την οποία ο Γ αποτάχθηκε από το Σώµα της Ελληνικής Αστυνοµίας και διαγράφηκε από τη δύναµή του την …..-
- Το ∆ιοικητικό Εφετείο Αθηνών µε τη µε αρ. …./2001 απόφαση ακύρωσε την απόφαση απόταξης και, κατά συνέπεια, η υπόθεση αναπέµφθηκε στο ∆ευτεροβάθµιο Πειθαρχικό Συµβούλιο το οποίο µε τη µε αρ. ….-2003 απόφαση του επέβαλε ποινή 6µηνης αργίας µε απόλυση. Την …2004 ανέλαβε καθήκοντα στο Αστυνοµικό Τµήµα …….. Την …-2004 ο Α, εκπρόσωπος του Ελληνικού Παρατηρητηρίου των Συµφωνιών του Ελσίνκι, ως πληρεξούσιος της Β, ζήτησε από την Ελληνική Αστυνοµία τη χορήγηση αντιγράφων της Ε∆Ε που διενεργήθηκε εις βάρος του Γ, προκειµένου να τα χρησιµοποιήσει ενώπιον των ελληνικών δικαστηρίων σε ποινική δίκη που επρόκειτο να γίνει την ….-
- Ο Γ µε την από …-2004 αναφορά του προς την Ελληνική Αστυνοµία προέβαλε αντιρρήσεις για τη χορήγηση των αιτουµένων εγγράφων στον Α. Οι αντιρρήσεις αυτές απορρίφθηκαν µε το µε αρ. …..-2004 έγγραφο της Ελληνικής Αστυνοµίας. Κατόπιν τούτων ο Α επανήλθε µε νέο αίτηµά του για χορήγηση των αναφερόµενων πιο πάνω εγγράφων. Λ. Κηφισίας 1-3, 11523 Αθήνα, Τηλ: 210 6475600, Fax: 210 6475628, contact@dpa.gr / www.dpa.gr Η Αρχή, µετά από εξέταση όλων των παραπάνω στοιχείων και κατόπιν διεξοδικής συζήτησης, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
- Το άρθρο 2 στοιχ. α΄, β΄, δ΄, ζ΄ και θ΄ του Ν. 2472/1997 για την προστασία του ατόµου από την επεξεργασία δεδοµένων προσωπικού χαρακτήρα προβλέπει ότι «Για τους σκοπούς του παρόντος νόµου νοούνται ως: “∆εδοµένα προσωπικού χαρακτήρα”, κάθε πληροφορία που αναφέρεται στο υποκείµενο των δεδοµένων... “Ευαίσθητα δεδοµένα” τα δεδοµένα που αφορούν τη φυλετική ή εθνική προέλευση, τα πολιτικά φρονήµατα, τις θρησκευτικές ή φιλοσοφικές πεποιθήσεις, τη συµµετοχή σε ένωση, σωµατείο και συνδικαλιστική οργάνωση, την υγεία, την κοινωνική πρόνοια και την ερωτική ζωή, καθώς και τα σχετικά µε ποινικές διώξεις ή καταδίκες...“Επεξεργασία δεδοµένων προσωπικού χαρακτήρα” κάθε εργασία ή σειρά εργασιών που πραγµατοποιείται, από το ∆ηµόσιο ή από νοµικό πρόσωπο δηµοσίου δικαίου ή ιδιωτικού δικαίου ή ένωση προσώπων ή φυσικό πρόσωπο µε ή χωρίς τη βοήθεια αυτοµατοποιηµένων µεθόδων και εφαρµόζονται σε δεδοµένα προσωπικού χαρακτήρα, όπως η συλλογή, η καταχώριση, η οργάνωση, η διατήρηση ή αποθήκευση, η τροποποίηση, η εξαγωγή, η χρήση, η διαβίβαση, η διάδοση ή κάθε άλλης µορφής διάθεση, η συσχέτιση ή ο συνδυασµός, η διασύνδεση, η δέσµευση (κλείδωµα), η διαγραφή, η καταστροφή... “Υπεύθυνος Επεξεργασίας” οποιοσδήποτε καθορίζει το σκοπό και τον τρόπο επεξεργασίας των δεδοµένων προσωπικού χαρακτήρα, όπως φυσικό ή νοµικό πρόσωπο, δηµόσια αρχή ή υπηρεσία ή οποιοσδήποτε άλλος οργανισµός... “Τρίτος”, κάθε φυσικό ή νοµικό πρόσωπο, δηµόσια αρχή ή υπηρεσία, ή οποιοσδήποτε άλλος οργανισµός, εκτός από το υποκείµενο των δεδοµένων, τον υπεύθυνο επεξεργασίας και τα πρόσωπα που είναι εξουσιοδοτηµένα να επεξεργάζονται τα δεδοµένα προσωπικού χαρακτήρα, εφόσον ενεργούν υπό την άµεση εποπτεία ή για λογαριασµό του υπεύθυνου επεξεργασίας ». Το άρθρο 4 παρ. 1 στοιχ. α΄ και β΄ του Ν. 2472/1997 ορίζει ότι ο σκοπός της Λ. Κηφισίας 1-3, 11523 Αθήνα, Τηλ: 210 6475600, Fax: 210 6475628, contact@dpa.gr / www.dpa.gr επεξεργασίας πρέπει να είναι καθορισµένος, σαφής και νόµιµος, τα δε δεδοµένα να είναι συναφή, πρόσφορα και όχι περισσότερα από όσα απαιτούνται ενόψει του σκοπού της επεξεργασίας. Η επεξεργασία των προσωπικών δεδοµένων διέπεται από τη διάταξη του άρθρου 5 του Ν. 2472/1997, σύµφωνα µε την παράγραφο 1 της οποίας, «επεξεργασία δεδοµένων προσωπικού χαρακτήρα επιτρέπεται µόνον όταν το υποκείµενο των δεδοµένων έχει δώσει τη συγκατάθεσή του». Η επεξεργασία προσωπικών δεδοµένων χωρίς τη συγκατάθεση των υποκειµένων τους, είναι κατ' εξαίρεση επιτρεπτή, µόνο στην περίπτωση που συντρέχει κάποια από τις εξαιρετικές βάσεις νοµιµότητας της επεξεργασίας της παραγράφου 2 του ίδιου άρθρου, η οποία ορίζει ότι: «Κατ’ εξαίρεση επιτρέπεται η επεξεργασία και χωρίς τη συγκατάθεση, όταν: ... β) Η επεξεργασία είναι αναγκαία για την εκπλήρωση υποχρεώσεως του υπεύθυνου επεξεργασίας, η οποία επιβάλλεται από το νόµο..., ε) Η επεξεργασία είναι απολύτως αναγκαία για την ικανοποίηση του έννοµου συµφέροντος που επιδιώκει ο υπεύθυνος επεξεργασίας ή ο τρίτος ή οι τρίτοι στους οποίους ανακοινώνονται τα δεδοµένα και υπό τον όρο ότι τούτο υπερέχει προφανώς των δικαιωµάτων και συµφερόντων των προσώπων στα οποία αναφέρονται τα δεδοµένα και δεν θίγονται οι θεµελιώδεις ελευθερίες αυτών». Για τη νόµιµη επεξεργασία ευαίσθητων προσωπικών δεδοµένων απαραίτητη είναι η χορήγηση άδειας από την Αρχή στην περίπτωση που συντρέχει κάποια από τις βάσεις νοµιµότητας της επεξεργασίας που ορίζονται στην παράγραφο 2 του άρθρου 7 του Ν. 2472/
- Κατά το άρθρο 7 παρ. 2 στοιχ. γ΄ του προαναφερθέντος νόµου «Κατ΄ εξαίρεση επιτρέπεται η συλλογή και η επεξεργασία ευαίσθητων δεδοµένων, καθώς και η ίδρυση και λειτουργία σχετικού αρχείου, ύστερα από άδεια της Αρχής, όταν συντρέχουν µία ή περισσότερες από τις ακόλουθες προϋποθέσεις:...γ) Η επεξεργασία αφορά δεδοµένα που δηµοσιοποιεί το ίδιο το υποκείµενο ή είναι αναγκαία για την αναγνώριση, άσκηση ή υπεράσπιση δικαιώµατος ενώπιον δικαστηρίου ή πειθαρχικού οργάνου...». Η διάταξη του άρθρου 11 παρ. 3 του Ν. 2472/1997 προβλέπει ότι «Εάν τα δεδοµένα ανακοινώνονται σε τρίτους, το υποκείµενο ενηµερώνεται για την ανακοίνωση πριν από αυτούς». Η µε αριθµ. 1/1999 Κανονιστική Πράξη της Αρχής, περαιτέρω, στο άρθρο 5 παρ. 2 ορίζει ότι «Η ενηµέρωση γίνεται εγγράφως και αποδεικνύεται από τον υπεύθυνο Λ. Κηφισίας 1-3, 11523 Αθήνα, Τηλ: 210 6475600, Fax: 210 6475628, contact@dpa.gr / www.dpa.gr επεξεργασίας».
- Οι πειθαρχικές διώξεις και κυρώσεις δεν αποτελούν ευαίσθητα προσωπικά δεδοµένα, όπως προκύπτει από την αποκλειστική απαρίθµηση του άρθρου 2 στοιχ. β΄ του Ν. 2472/
- Η χορήγηση, συνεπώς, αντιγράφων από φάκελο διενεργηθείσας Ένορκης ∆ιοικητικής Εξέτασης βάσει του άρθρου 26 του ισχύοντος κατά τον κρίσιµο χρόνο Π∆ 22/1996 (Πειθαρχικό ∆ίκαιο Αστυνοµικού Προσωπικού), αποτελεί επεξεργασία προσωπικών δεδοµένων, η οποία επιτρέπεται και χωρίς τη συγκατάθεση του υποκειµένου των δεδοµένων, εφόσον συντρέχει κάποια από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές βάσεις νοµιµότητας της επεξεργασίας του άρθρου 5 παρ. 2 του Ν. 2472/
- Η διάταξη του άρθρου 24 παρ. 4 του Π∆ 22/1996, η οποία ρυθµίζει ειδικά το δικαίωµα ενηµέρωσης όσων καταγγέλλουν πειθαρχικά παραπτώµατα αστυνοµικών, ορίζει τα εξής: «Όποιος υποβάλλει καταγγελία εναντίον αστυνοµικού, που δικαιολογεί σύµφωνα µε τις ισχύουσες διατάξεις ενέργεια προκαταρκτικής έρευνας ή προφορικής ή ένορκης διοικητικής εξέτασης, δικαιούται ύστερα από αίτηµά του να πληροφορείται για το αποτέλεσµα αυτών». Ως αποτέλεσµα της προκαταρκτικής έρευνας ή προφορικής ή ένορκης διοικητικής εξέτασης, που διενεργήθηκε, νοείται το πόρισµα που συντάσσεται για την ολοκλήρωση των διοικητικών εξετάσεων. Από το συνδυασµό της παραπάνω διάταξης µε τη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 2 στοιχ. β΄ του Ν. 2472/1997 προκύπτει ότι η χορήγηση αντιγράφου του πορίσµατος της διοικητικής εξέτασης στον καταγγέλλοντα πειθαρχικό παράπτωµα αστυνοµικού συνιστά νόµιµη επεξεργασία προσωπικών δεδοµένων, ακόµα και χωρίς τη συγκατάθεση του υποκειµένου των δεδοµένων.
- Περαιτέρω, όµως, η χορήγηση αντιγράφων των συνοδευόντων το πόρισµα στοιχείων, που περιέχονται στη δικογραφία της διοικητικής εξέτασης, επιτρέπεται µόνο εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 5 παρ. 2 στοιχ. ε΄ του Ν. 2472/1997, όταν, δηλαδή, το έννοµο συµφέρον του αιτούντος τρίτου υπερέχει προφανώς των δικαιωµάτων και συµφερόντων του προσώπου στο οποίο αναφέρονται τα δεδοµένα και ταυτόχρονα δεν θίγονται οι θεµελιώδεις ελευθερίες του τελευταίου. Τέτοια περίπτωση συντρέχει, ιδίως, όταν η η χορήγηση προσωπικών δεδοµένων είναι αναγκαία για την αναγνώριση, άσκηση ή υπεράσπιση δικαιώµατος ενώπιον δικαστηρίου (βλ. στοιχ. γ΄ του Λ. Κηφισίας 1-3, 11523 Αθήνα, Τηλ: 210 6475600, Fax: 210 6475628, contact@dpa.gr / www.dpa.gr άρθρου 7 παρ. 2 του Ν. 2472/1997 για τα ευαίσθητα προσωπικά δεδοµένα, το οποίο ισχύει κατά µείζονα λόγο και στα απλά προσωπικά δεδοµένα). Ο τρίτος, µε την έννοια του άρθρου 2 στοιχ. θ΄ του Ν. 2472/1997, στην αίτησή του προς τον υπεύθυνο επεξεργασίας πρέπει να επικαλείται αλλά και να αποδεικνύει ότι τα συγκεκριµένα στοιχεία που ζητά είναι απολύτως αναγκαία και πρόσφορα για την αναγνώριση, άσκηση ή υπεράσπιση δικαιώµατός του ενώπιον δικαστηρίου, και δη ενόψει συγκεκριµένης εκκρεµούς δίκης, ώστε εκ του σκοπού να οριοθετηθεί η έκταση των αναγκαίων και πρόσφορων για το σκοπό αυτό στοιχείων που επιτρέπεται να του χορηγηθούν κατά τα άρθρα 5 παρ. 2 στοιχ. ε΄ και 4 παρ. 1 στοιχ. β΄ του Ν. 2472/
- Εξάλλου, η αναγκαιότητα υφίσταται µόνο όταν ο επιδιωκόµενος σκοπός της προάσπισης των δικαιωµάτων του αιτούντος ενώπιον δικαστηρίου δεν µπορεί να επιτευχθεί µε άλλα ηπιότερα µέσα (πρβλ. 8/2005 και 9/2005 Αποφάσεις της ΑΠ∆ΠΧ, διαθέσιµες στον διαδικτυακό τόπο της Αρχής www.dpa.gr)
- Στην περίπτωση που η δικογραφία της Π∆Ε/Ε∆Ε περιέχει και ευαίσθητα προσωπικά δεδοµένα, όπως αυτά αποκλειστικά απαριθµούνται στο άρθρο 2 στοιχ. β΄ του Ν. 2472/1997, η χορήγηση (ως µορφή επεξεργασίας) στον καταγγέλλοντα πειθαρχικό παράπτωµα αστυνοµικού του πορίσµατος και του αποδεικτικού υλικού, είναι νόµιµη µόνο µετά από άδεια της Αρχής και εφόσον τα έγγραφα που περιέχουν ευαίσθητα δεδοµένα είναι αναγκαία για την αναγνώριση, άσκηση ή υπεράσπιση δικαιώµατος ενώπιον δικαστηρίου ή πειθαρχικού οργάνου, όταν, δηλαδή, συντρέχει η βάση νοµιµότητας της επεξεργασίας του άρθρου 7 παρ. 2 στοιχ. γ΄ του Ν. 2472/
- Και σε αυτή την περίπτωση ο τρίτος στην αίτησή του προς τον υπεύθυνο επεξεργασίας πρέπει να επικαλείται αλλά και να αποδεικνύει ότι τα συγκεκριµένα στοιχεία που ζητά είναι απολύτως αναγκαία και πρόσφορα για την επίτευξη του συγκεκριµένου σκοπού.
- Κατά το άρθρο 22 παρ. 2 του Π∆ 22/1996 «Η πειθαρχική δίωξη ασκείται µε έναν από τους κατωτέρω αναφερόµενους τρόπους: α) Με απευθείας κλήση σε απολογία, β) Με την έκδοση διαταγής για τη διενέργεια Ένορκης ή Προφορικής ∆ιοικητικής Εξέτασης προς βεβαίωση πειθαρχικών παραπτωµάτων». Και στις δύο περιπτώσεις προβλέπεται η µυστικότητα της πειθαρχικής διαδικασίας, καθώς για µεν τις περιπτώσεις της απευθείας κλήσης το άρθρο 25 παρ. 1 επιφυλάσσει το δικαίωµα γνώσης των στοιχείων του φακέλου µόνο στον εγκαλούµενο, για δε τις περιπτώσεις διενέργειας Ε∆Ε το άρθρο 27 παρ. 4 του Λ. Κηφισίας 1-3, 11523 Αθήνα, Τηλ: 210 6475600, Fax: 210 6475628, contact@dpa.gr / www.dpa.gr ίδιου Π.∆/τος (το οποίο σύµφωνα µε τα οριζόµενα στο άρθρο 26 παρ. 5 εφαρµόζεται και στη διενέργεια Π∆Ε) ορίζει ότι «Η ανάκριση είναι µυστική και ουδείς δύναται να λάβει γνώση των στοιχείων αυτής, εκτός του εγκαλουµένου και του συνηγόρου του». Το στοιχείο της µυστικότητας της πειθαρχικής διαδικασίας δεν συντρέχει µετά το πέρας αυτής (πρβλ. ΓνµΝΣΚ 178/2000, δηµοσίευση ΝΟΜΟΣ, η οποία ερµηνεύει τις αντίστοιχες αλλά όχι όµοιες διατάξεις του Ν. 2683/1999).
- Στην υπό κρίση περίπτωση ο Α, ως πληρεξούσιος της Β, ζητεί να λάβει αντίγραφα των εγγράφων της Ε∆Ε που διενεργήθηκε εις βάρος του αστυφύλακα Γ, µετά από καταγγελία της Β, προκειµένου να τα χρησιµοποιήσει προς υπεράσπιση των δικαιωµάτων της Β ενώπιον των ελληνικών δικαστηρίων.
- Από τα έγγραφα που τέθηκαν υπόψη της Αρχής προέκυψε ότι η Β έχει δικαίωµα, κατά τα προεκτεθέντα, να λάβει αντίγραφο τόσο του πορίσµατος της Ε∆Ε που διενεργήθηκε κατά του Γ, ως καταγγέλλουσα πειθαρχικά παραπτώµατα αστυνοµικού υπαλλήλου, όσο και των λοιπών εγγράφων του σχετικού φακέλου, καθώς υφίσταται υπέρτερο έννοµο συµφέρον της που συνίσταται στην υποστήριξη των δικαιωµάτων της ενώπιον των ελληνικών δικαστηρίων.
- Ενόψει των ανωτέρω η Αρχή κρίνει ότι το Υπουργείο ∆ηµόσιας Τάξης – Αρχηγείο Ελληνικής Αστυνοµίας – Κλάδος ∆ιοικητικού – ∆ιεύθυνση Αστυνοµικού Προσωπικού – Τµήµα 2ο – Γραφείο 4ο δεν κωλύεται από το Ν. 2472/1997 να χορηγήσει στον αιτούντα αντίγραφο του πορίσµατος της διενεργηθείσας Ένορκης ∆ιοικητικής Εξέτασης, ως πληρεξουσίου της Β που προέβη στην καταγγελία των σχετικών πειθαρχικών παραπτωµάτων του αστυνοµικού υπαλλήλου Γ και έχει δικαίωµα ενηµέρωσης για το αποτέλεσµα της καταγγελίας της, όπως αυτό εξειδικεύεται από τη διάταξη του άρθρου 24 παρ. 4 του Π∆ 22/
- Περαιτέρω, δεν κωλύεται επίσης από τις διατάξεις του Ν. 2472/1997 να χορηγήσει αντίγραφα των λοιπών εγγράφων της διοικητικής δικογραφίας, εφόσον προκύπτει ότι υφίσταται υπέρτερο έννοµο συµφέρον που συνίσταται στην υποστήριξη των δικαιωµάτων της ενώπιον των ελληνικών δικαστηρίων. Σε κάθε περίπτωση πρέπει να τηρηθεί η υποχρέωση προηγούµενης ενηµέρωσης του υποκειµένου των δεδοµένων πριν την ανακοίνωση των δεδοµένων του στους αιτούντες (άρθρο 11 παρ. 3 του Ν. 2472/1997). Λ. Κηφισίας 1-3, 11523 Αθήνα, Τηλ: 210 6475600, Fax: 210 6475628, contact@dpa.gr / www.dpa.gr ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Η Αρχή αποφαίνεται ότι το Υπουργείο ∆ηµόσιας Τάξης – Αρχηγείο Ελληνικής Αστυνοµίας – Κλάδος ∆ιοικητικού – ∆ιεύθυνση Αστυνοµικού Προσωπικού – Τµήµα 2ο – Γραφείο 4ο δεν κωλύεται από το ν. 2472/1997 να χορηγήσει στον Α, πληρεξούσιο της Β, αντίγραφο του πορίσµατος της διενεργηθείσας Ένορκης ∆ιοικητικής Εξέτασης, που διενεργήθηκε εις βάρος του Γ καθώς και των λοιπών εγγράφων του σχετικού πειθαρχικού φακέλου, αφού πρώτα τον ενηµερώσει για την ανακοίνωση των δεδοµένων. Ο Προεδρεύων Η Γραµµατέας Λεωνίδας Κοτσαλής Γεωργία Παλαιολόγου Μέλος Λ. Κηφισίας 1-3, 11523 Αθήνα, Τηλ: 210 6475600, Fax: 210 6475628, contact@dpa.gr / www.dpa.gr