Αθήνα, 28-02-2018 Αριθ. Πρωτ.: Γ/ΕΞ/1707/28-02-2018 ΑΡΧΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ∆Ε∆ΟΜΕΝΩΝ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ ΑΠΟΦΑΣΗ 19 /2018 (Τµήµα) Η Αρχή Προστασίας ∆εδοµένων Προσωπικού Χαρακτήρα συνεδρίασε σε σύνθεση Τµήµατος στην έδρα της την 15.02.2018 και ώρα 10:00 µετά από πρόσκληση του Προέδρου της, προκειµένου να εξετάσει την υπόθεση που αναφέρεται στο ιστορικό της παρούσας. Παρέστησαν ο Αναπληρωτής Πρόεδρος, Γ. Μπατζαλέξης, κωλυοµένου του Προέδρου της Αρχής, Κ. Μενουδάκου, και τα αναπληρωµατικά µέλη της Αρχής Χ. Τσιλιώτης, ως εισηγητής, Γρ. Τσόλιας και Π. Ροντογιάννης, σε αντικατάσταση των τακτικών µελών Σ. Βλαχόπουλου, Χ. Ανθόπουλου, και Αντ. Συµβώνη αντίστοιχα, οι οποίοι, αν και εκλήθησαν νοµίµως εγγράφως, δεν παρέστησαν λόγω κωλύµατος. Παρούσες χωρίς δικαίωµα ψήφου ήταν η Κ. Καρβέλη, Ε.Ε.Π.-δικηγόρος, ως βοηθός εισηγητή και η Ε. Παπαγεωργοπούλου, υπάλληλος του τµήµατος διοικητικών υποθέσεων, ως γραµµατέας. Η Αρχή έλαβε υπόψη της τα παρακάτω: Mε την υπ’ αριθµ. πρωτ. Γ/ΕΙΣ/7665/24.10.2017 αίτησή της προς την Αρχή, η Α ζητά την παρέµβαση της Αρχής για την ενηµέρωσή της από την ∆/νση ∆/θµιας Εκπαίδευσης (εφεξής ∆∆Ε) Α’ Αθήνας σχετικά µε την υλοποίηση της µη χορήγησης αναρρωτικής αδείας και περικοπής µισθού στον Β, ∆/ντή του Χ Γυµνασίου Αθήνας. Όπως ειδικότερα προκύπτει από την ανωτέρω αναφερόµενη αίτησή της στην Αρχή και τα επισυναπτόµενα σε αυτήν έγγραφα, µε την από … αναφορά της, η οποία 1 διαβιβάσθηκε αρµοδίως από το ΥΠΠΕΘ στη ∆∆Ε Α’ Αθήνας η αιτούσα κατήγγειλε ότι ο Β σε έγγραφό του προς την Εισαγγελία Πληµµελειοδικών Αθηνών δήλωνε πως απουσίαζε από τα καθήκοντά του µε αναρρωτική άδεια δύο
(2)εβδοµάδων κατά το χρονικό διάστηµα Μαρτίου-Απριλίου 2013, ενώ το σύστηµα αδειών της Υπηρεσίας δεν είχε ενηµερωθεί για την άδεια αυτή. Κατόπιν τούτου, η ∆∆Ε Α΄ Αθήνας αφού διερεύνησε τα καταγγελλόµενα, προχώρησε σε µη χορήγηση αδείας και περικοπή του µισθού του Β για το ανωτέρω χρονικό διάστηµα, διότι ο καταγγελλόµενος κατέθεσε µεν αίτηση µε διαβιβαστικό του Χ Γυµνασίου Αθηνών στην Α’/θµια Υγειονοµική Επιτροπή, η οποία γνωµάτευσε ότι δικαιούται αναρρωτική άδεια, ωστόσο κατέθεσε εκπρόθεσµα στην ∆∆Ε Α’ Αθήνας τα απαραίτητα για τη χορήγηση της αιτούµενης αναρρωτικής αδείας δικαιολογητικά. Η αιτούσα ενηµερώθηκε για το αποτέλεσµα της αναφοράς-καταγγελίας της από την ∆∆Ε Α’ Αθήνας µε το υπ’ αριθµ. Εµπ. πρωτ. …. Στη συνέχεια, µε την από … αίτησή της, η οποία διαβιβάσθηκε στην ∆∆Ε Α’ Αθήνας µε την υπ’ αριθµ. πρωτ. … εισαγγελική παραγγελία του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, η Α ζήτησε να ενηµερωθεί από την ∆/ντρια της ∆∆Ε Α’ Αθήνας και Πρόεδρο του ΠΥΣ∆Ε για την υλοποίηση της µη χορήγησης αναρρωτικής αδείας και περικοπής µισθού στον καταγγελλόµενο Β, τόσο µε την ιδιότητα της ως καταγγέλλουσας, αλλά και λόγω του εννόµου συµφέροντός της ενόψει εκκρεµών πειθαρχικών και ποινικών διαδικασιών σε βάρος του καταγγελλόµενου, µετά από καταγγελίες και µηνύσεις που κατέθεσε η ίδια σε βάρος του. Συγκεκριµένα, όπως αναφέρει στην αίτησή της προς την Αρχή, εκκρεµεί µεταξύ άλλων προς εκδίκαση στο Πρωτοβάθµιο Πειθαρχικό Συµβούλιο η παραποµπή του Β µετά από σχετικά καταγγελία-αναφορά της καθώς και η υπ’ αριθµ. … µήνυση, την οποία κατέθεσε σε βάρος του η αιτούσα. Πλην όµως, όπως αναφέρει στην αίτησή της προς την Αρχή, η ∆∆Ε Α’ Αθήνας, ενώ της γνωστοποίησε τη µη χορήγηση αναρρωτικής αδείας και περικοπής µισθού στον καταγγελλόµενο Β, δεν έχει ικανοποιήσει ακόµη το αίτηµα ενηµέρωσής της για την υλοποίηση αυτών, επικαλούµενη ότι πρόκειται για προσωπικά δεδοµένα τρίτων. Για τον λόγο αυτό η αιτούσα ζητά την παρέµβαση της Αρχής, ώστε να της χορηγηθούν τα αιτούµενα στοιχεία. Η Αρχή, µετά από την εξέταση των στοιχείων του φακέλου και αφού άκουσε τον εισηγητή και τις διευκρινίσεις από τη βοηθό εισηγητή, η οποία στη συνέχεια αποχώρησε πριν από τη διάσκεψη για τη λήψη απόφασης, µετά από διεξοδική συζήτηση 2 ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟΝ ΝΟΜΟ Η Αρχή έχει αποφανθεί ότι ο N. 2472/1997 αναγνωρίζει υποχρεώσεις του υπευθύνου επεξεργασίας µόνο έναντι του υποκειµένου των δεδοµένων και όχι του τρίτου (βλ. Γνωµοδότηση 4/2009 για την έκταση αρµοδιότητας της Αρχής επί αιτήσεων τρίτων σε δεδοµένα προσωπικού χαρακτήρα και σχετική αναφορά στην Ετήσια Έκθεση 2009, Ενότητα 3.9.3.1.). Ειδικότερα, σύµφωνα µε την Γνωµοδότηση 4/2009 ο Ν. 2472/1997 διαλαµβάνει στα άρθρα 5 παρ. 2 και 7 παρ. 2 τις προϋποθέσεις, υπό τις οποίες επιτρέπεται η συλλογή και επεξεργασία προσωπικών δεδοµένων, αντιστοίχως απλών και ευαίσθητων, ενώ το άρθρο 4 θέτει τις γενικές αρχές της επεξεργασίας που εφαρµόζονται και στις δύο κατηγορίες προσωπικών δεδοµένων. Ο νόµος απονέµει αρµοδιότητα στην Αρχή να κρίνει τη συνδροµή των προϋποθέσεων του επιτρεπτού της εν λόγω επεξεργασίας συµπεριλαµβανοµένης της τυχόν διαβίβασης δεδοµένων σε αποδέκτες τρίτα πρόσωπα. Τούτο όµως δεν συνεπάγεται, ως λογική αναγκαιότητα, την αρµοδιότητα της Αρχής να επιβάλει στον υπεύθυνο επεξεργασίας υποχρέωση χορηγήσεως προσωπικών δεδοµένων και περαιτέρω κύρωση για µη εκτέλεση της υποχρέωσης αυτής. Αρµοδιότητα µε το περιεχόµενο αυτό θα έπρεπε να προβλέπεται ρητώς στο νόµο. Ως εκ τούτου, ο Ν. 2472/1997 δεν θεµελιώνει αξιώσεις τρίτων για παροχή πληροφοριών. Περαιτέρω, οι διατάξεις του Ν. 2472/1997, θεσπίζουν την καταρχήν απαγόρευση της επεξεργασίας προσωπικών δεδοµένων, προβλέπουν δε τους όρους και τις προϋποθέσεις, µε βάση τις οποίες είναι νόµιµη και επιτρεπτή η επεξεργασία προσωπικών δεδοµένων. Συγκεκριµένα, τα άρθρα 5 και 7 του παραπάνω νόµου δεν ιδρύουν αξιώσεις τρίτων για επεξεργασία προσωπικών δεδοµένων του υποκειµένου, παρά µόνο θέτουν τα περιθώρια νόµιµης συµπεριφοράς του υπευθύνου επεξεργασίας. Οι διατάξεις αυτές αποτελούν τις νοµιµοποιητικές βάσεις επεξεργασίας και δεν καθιερώνουν ως κανόνα το δικαίωµα πρόσβασης τρίτου στα προσωπικά δεδοµένα του υποκειµένου. Κατά συνέπεια, η Αρχή, που κατά την αρµοδιότητά της επιβάλλει κυρώσεις µόνο για παραβιάσεις του Ν. 2472/1997, δεν έχει την αρµοδιότητα να διατάξει την ικανοποίηση αιτηµάτων τρίτων για παροχή πληροφοριών, ούτε δύναται να επιβάλλει κυρώσεις για µη χορήγηση προσωπικών δεδοµένων σε τρίτους αιτούντες. Η απόφαση για τη διαβίβαση των προσωπικών δεδοµένων στον αιτούντα τρίτο ανήκει τελικά στον υπεύθυνο επεξεργασίας, ο οποίος, αν είναι διοικητική αρχή, 3 ελέγχεται από το Συµβούλιο της Επικρατείας και τα διοικητικά δικαστήρια, ενώ, αν είναι ιδιώτης, υπάγεται στον έλεγχο των πολιτικών δικαστηρίων. Στην κρινόµενη περίπτωση, όπως εκτίθεται στο ιστορικό, η αιτούσα Α ζητά την παρέµβαση της Αρχής, ώστε να υποχρεωθεί η ∆∆Ε Α’ Αθήνας να την ενηµερώσει για την υλοποίηση της µη χορήγησης αναρρωτικής αδείας και περικοπής µισθού στον καταγγελλόµενο Β. Ωστόσο, σύµφωνα µε τα προαναφερόµενα, η Αρχή δεν έχει την αρµοδιότητα να διατάξει την ικανοποίηση του αιτήµατός της για την παροχή των συγκεκριµένων πληροφοριών, ούτε δύναται να επιβάλλει κυρώσεις για την µη χορήγησή τους. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Η Αρχή απορρίπτει λόγω αναρµοδιότητας την αίτηση της Α. Ο Αναπληρωτής Πρόεδρος Η Γραµµατέας Γεώργιος Μπατζαλέξης Ειρήνη Παπαγεωργοπούλου 4