← Ελλάδα

Λήψη και αποστολή φωτογραφιών με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο

Αθήνα, 13.2.2006 ΑΠ: 828 ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΑΡΧΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ Ταχ. Δ/νση: ΚΗΦΙΣΙΑΣ 1-3 115 23 ΑΘΗΝΑ ΤΗΛ.: 210-6475600 FAX: 210-6475628 ΑΠΟΦΑΣΗ ΑΡ. 4 / 2006 Η Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα, συνήλθε μετά από πρόσκληση του Προέδρου της σε τακτική συνεδρίαση την 24-11-2005 στο κατάστημά της αποτελούμενη από τον Δ. Γουργουράκη, Πρόεδρο και τους Α. Παπανεοφύτου, Λ. Κοτσαλή και Φ. Δωρή, τακτικά μέλη, και τα αναπληρωματικά μέλη Γ. Πάντζιου και Α. Πράσσο, σε αναπλήρωση των τακτικών μελών Α. Πομπόρτση και Σ. Σαρηβαλάση αντίστοιχα, οι οποίοι αν και είχαν προσκληθεί νομίμως δεν προσήλθαν λόγω κωλύματος, προκειμένου να εξετάσει την υπόθεση που αναφέρεται στο ιστορικό της παρούσας. Το τακτικό μέλος Ν. Φραγκάκης και το αναπληρωματικό αυτού Χ. Πολίτης δεν προσήλθαν στη συζήτηση της υπόθεσης λόγω κωλύματος, αν και είχαν νομίμως προσκληθεί. Παρούσες χωρίς δικαίωμα ψήφου ήταν η Ε. Ι. Τσακιρίδου, και Ζ. Καρδασιάδου, ελέγκτριες, ως εισηγήτριες και η Γ. Παλαιολόγου ως γραμματέας. Στη συνεδρίαση προσήλθαν και ακούστηκαν ο Δ. Ρ. και ο Π. Λ.. Η Αρχή έλαβε υπόψη τα παρακάτω: 1) την υπ’ αριθμ….. αίτηση-αναφορά του Δ. Ρ. με τα σχετικά αυτής έγγραφα, 2) το υπ’ αριθμ. …. έγγραφο της Αρχής προς τον Π. Λ. για υποβολή των απόψεών του σχετικά με τα καταγγελλόμενα γεγονότα, 1 3) το από 15.2.2005 έγγραφο του Π. Λ., με το οποίο αυτός καταγγέλλει ότι παρακολουθείτο ο ηλεκτρονικός του υπολογιστής, 4) την από 11.10.2005 εξώδικη δήλωση-γνωστοποίηση του Μ. Ν. προς την Αρχή (αριθμ. πρωτ. …), 5) την από 9.10.2005 εξώδικη δήλωση-γνωστοποίηση του M. D. προς την Αρχή (αριθμ. πρωτ. …), 6) το υπόμνημα του Π.Λ. (με αριθμ. πρωτ. …) 7) τις καταθέσεις των προσώπων που κλήθηκαν σε ακρόαση, Δ. Ρ. και Π. Λ., βλ. πρακτικά συνεδρίασης της 24.11.2005, (η εξέταση της υπόθεσης αναβλήθηκε, σε ικανοποίηση υποβληθέντος αιτήματος, χωρίς νέα κλήτευση των παρόντων, δύο φορές κατά την συνεδρίαση της 20.10.2005 και της 3.11.2005, βλ. πρακτικά συνεδρίασης της 20.10.2005 και 3.11.2005). Η Αρχή συνεξετάζοντας τις παραπάνω καταγγελίες, τα παραπάνω αναφερόμενα έγγραφα και όλα τα λοιπά στοιχεία του φακέλου και κατόπιν διαλογικής συζήτησης ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Α.- Κατά το άρθρ. 3 παρ. 1 «Οι διατάξεις του παρόντος νόμου εφαρμόζονται στην εν όλω ή εν μέρει αυτοματοποιημένη επεξεργασία, καθώς και στη μη αυτοματοποιημένη επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, τα οποία περιλαμβάνονται ή πρόκειται να περιληφθούν σε αρχείο». Τίθεται το ζήτημα αν οι δύο φωτογραφίες στα χέρια κάποιου συνιστούν αρχείο, ώστε να εφαρμόζεται ο ν. 2472/97. Ωστόσο, αναφορικά με φωτογραφίες που τηρούνται σε ηλεκτρονική μορφή (π.χ. ελήφθησαν με ψηφιακή κάμερα ή κάμερα κινητού τηλεφώνου) με δυνατότητα περαιτέρω επεξεργασίας τους, στην οποία περιλαμβάνεται και η αποστολή τους σε τρίτους είναι ορθότερο να γίνει δεκτό ότι πρόκειται για αυτοματοποιημένη επεξεργασία προσωπικών δεδομένων. Σύμφωνα όμως με το αρθρ. 3 παρ. 2 «Οι διατάξεις του παρόντος νόμου δεν εφαρμόζονται στην επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, η οποία πραγματοποιείται από φυσικό πρόσωπο για την άσκηση δραστηριοτήτων αποκλειστικά προσωπικών ή οικιακών». Πρόκειται για αρνητική προϋπόθεση εφαρμογής του ν. 2472/97 όπως προκύπτει και από την αντίστοιχη διάταξη της Οδηγίας 95/46/ΕΚ (αρθρ. 3 παρ. 2 περ. β). Συνεπώς, ανακύπτει στην υπό κρίση περίπτωση ζήτημα εάν η συγκεκριμένη επεξεργασία, η οποία συνίσταται στη λήψη φωτογραφίας και αποστολή της μέσω 2 ηλεκτρονικού ταχυδρομείου σε δύο πρόσωπα του περιβάλλοντος του αποστολέα, αληθής υποτιθέμενη, εμπίπτει στην εξαίρεση του αρθρ. 3 παρ. 2 του ν. 2472/97. Σύμφωνα με την αιτιολογική σκέψη

(12)της Οδηγίας 95/46/ΕΚ «…εξαιρούνται οι επεξεργασίες που εκτελούνται από φυσικό πρόσωπο για την άσκηση αποκλειστικά προσωπικών ή οικιακών δραστηριοτήτων, όπως οι επεξεργασίες οι σχετικές με την αλληλογραφία και την τήρηση καταλόγων διευθύνσεων». Η διάταξη αυτή έχει ως σκοπό να εξαιρέσει από το πεδίο εφαρμογής επεξεργασίες ήσσονος σημασίας με το σκεπτικό ότι η χρήση προσωπικών δεδομένων για προσωπικές ή οικιακές δραστηριότητες δεν πρόκειται να αποτελέσει βαθειά και εκτεταμένη προσβολή των θεμελιωδών δικαιωμάτων, τέτοια ώστε να δικαιολογείται η υπαγωγή της στις αυστηρές διατάξεις της Οδηγίας και των εθνικών νομοθεσιών και η εποπτεία αυτών των επεξεργασιών από τις εθνικές Αρχές για την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. Άλλωστε, τα πρόσωπα που θίγονται από τέτοιου είδους επεξεργασίες έχουν τη δυνατότητα να προσφύγουν στη δικαιοσύνη θεμελιώνοντας τις αξιώσεις τους σε γενικές διατάξεις του δικαίου, ιδίως στην προστασία της προσωπικότητας, στο οποίο περιλαμβάνεται και το δικαίωμα στην εικόνα του προσώπου. Ως εξαίρεση από το πεδίο εφαρμογής του ν. 2472/97 και της Οδηγίας η παραπάνω διάταξη πρέπει καταρχάς να ερμηνεύεται στενά ώστε να προστατεύονται αποτελεσματικά τα θεμελιώδη δικαιώματα των υποκειμένων των δεδομένων. Με βάση τα προηγούμενα θα πρέπει να γίνει διάκριση στη λήψη και αποθήκευση μίας φωτογραφίας αφενός και στην αποστολή της σε τρίτα πρόσωπα αφετέρου. Η λήψη μίας φωτογραφίας τρίτου προσώπου μέσω κινητού τηλεφώνου του ενδιαφερομένου και η αποθήκευσή της στον προσωπικό υπολογιστή του εύκολα μπορεί να υπαχθεί στην επεξεργασία για προσωπικές ή οικιακές δραστηριότητες, αφού η επεξεργασία γίνεται από τον ενδιαφερόμενο και δεν ανακοινώνονται τα δεδομένα σε τρίτους. Τέτοιες δραστηριότητες αποτελούν η τήρηση διευθύνσεων φίλων, μελών συλλόγων με αντικείμενο δραστηριότητες του ελεύθερου χρόνου (χόμπυ). Ο αριθμός των δεδομένων δεν έχει σημασία στο μέτρο που τηρείται ο σκοπός της επεξεργασίας, εκτός βέβαια και αν ένας ιδιαίτερα μεγάλος αριθμός δεδομένων υποδηλώνει επεξεργασία που υπερβαίνει την προσωπική ή οικιακή χρήση (Πβλ. Damann/Simitis, EG-Datenschutzrichtlinie – Kommentar, Baden Baden 1997, (Σχολιασμένος Κώδικας της Οδηγίας 95/46/ΕΚ), Αρθρ. 3, αρ. περ. 8). Σε ανάλογο συμπέρασμα καταλήγει και η Ομάδα Εργασίας του Αρθρ. 29 της Οδηγίας 95/46/ΕΚ σχετικά με μία άλλη περίπτωση, 3 αυτή της εγκατάστασης κλειστών κυκλωμάτων τηλεόρασης. Σύμφωνα με τη Γνωμοδότηση 4/2004 της Ομάδας του Άρθρου 29 όταν το σύστημα βιντεοεπιτήρησης χρησιμοποιείται από μια μεμονωμένη οικογένεια για την παρακολούθηση μιας πόρτας, μιας εισόδου ή ενός χώρου σταθμεύσεων η Οδηγία δεν εφαρμόζεται λόγω της αποκλειστικά προσωπικής χρήσης και τη μη διάθεσης των δεδομένων σε τρίτους, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι τα δικαιώματα και συμφέροντα των θιγόμενων προσώπων δεν μπορούν να προστατευθούν με βάση τις γενικές διατάξεις του αστικού δικαίου (προστασία προσωπικότητας, επαγγελματικού απορρήτου κλπ.) [βλ. Ομάδα Εργασίας Αρθρ. 29, Γνωμοδότηση 4/2004, κεφ. 5 Β) καθώς και Έγγραφο Εργασίας της Ομάδας Εργασίας Αρθρ. 29 για την επεξεργασία προσωπικών δεδομένων μέσω βιντεοσκόπησης, 25/11/2002, κεφ. 5 Β), το οποίο αποτέλεσε τη βάση για την έκδοση της Γνωμοδότησης 4/2004]. Ως προς την αποστολή της φωτογραφίας μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου σε άλλους συναδέλφους, θα πρέπει να εξετασθεί εάν αυτή η ανακοίνωση/διάθεση/διάδοση, που συνιστά επεξεργασία σύμφωνα με το αρθρ. 2 στοιχ. δ΄ ν. 2472/97, μπορεί να χαρακτηρισθεί ότι πραγματοποιείται για αποκλειστικά προσωπική ή οικιακή χρήση ή εάν η διάδοση σε τρίτους σημαίνει αυτομάτως ότι πρόκειται για επεξεργασία που υπερβαίνει τις προαναφερθείσες χρήσεις. Βέβαιο είναι ότι η διάδοση των δεδομένων σε ένα απεριόριστο αριθμό ατόμων, όπως η ανάρτησή τους σε μία ιστοσελίδα του διαδικτύου, στην οποία έχει πρόσβαση ο καθένας με μόνη προϋπόθεση την πληκτρολόγηση του δικτυακού ονόματος της ιστοσελίδας, εκφεύγει της προσωπικής χρήσης και υπάγεται συνεπώς στις διατάξεις του ν. 2472/97 (Πβλ. Damann/Simitis, EG-Datenschutzrichtlinie – Kommentar, Baden Baden 1997, (Σχολιασμένος Κώδικας της Οδηγίας 95/46/ΕΚ), Αρθρ. 3, αρ. περ. 8, ΔΕΚ C-101/01 (Bodil Lindqvist), 6.11.2003, σκέψη 47). Υπάρχουν ωστόσο ενδιάμεσες οριακές περιπτώσεις, όπως η κρινόμενη, όπου η φωτογραφία μεταδίδεται περιστασιακά σε έναν περιορισμένο αριθμό ατόμων με τα οποία ο ενδιαφερόμενος συνδέεται προσωπικώς (π.χ. λόγω φιλίας, γνωριμίας ή λόγω του ότι είναι συνάδελφοι). Λαμβάνεται επίσης υπόψη η ενδιαφέρουσα ερμηνευτική προσέγγιση της Ιταλικής Αρχής για την προστασία των προσωπικών δεδομένων σχετικά με τους κανόνες που ισχύουν για τα MMS (=μηνύματα μέσω κινητού που περιλαμβάνουν εικόνα και/ή ήχο και/ή κείμενο) για προσωπική χρήση (Βλ. Garante per la protezione dei dati personali – MMS: le regole anche per gli usi personali, σε http://www.garanteprivacy.it/garante/doc.jsp?ID=29816). Κατά την Ιταλική Αρχή η λήψη και η περιστασιακή αποστολή φωτογραφίας μέσω κινητού τηλεφώνου (MMS) σε συγγενείς 4 και φίλους ή σε ένα περιορισμένο περιβάλλον αποδεκτών για σκοπούς αποκλειστικά προσωπικούς (πολιτιστικούς, ψυχαγωγικούς ή άλλου είδους), δεν υπερβαίνει την αποκλειστικά προσωπική και οικιακή χρήση. Αντίθετα ο ιταλικός νόμος για την προστασία των προσωπικών δεδομένων εφαρμόζεται, αν η επεξεργασία της ψηφιακής φωτογραφίας υπερβαίνει την αποκλειστικά προσωπική και οικιακή χρήση, πράγμα που πρέπει να γίνει δεκτό μόνο εάν η αποστολή της εν λόγω φωτογραφίας γίνεται συστηματικά σε περισσότερους αποδέκτες ή σε αόριστο αριθμό αποδεκτών ή εάν η διάδοση της εν λόγω εικόνας, που είχε αρχικά συλλεγεί π.χ. με κάμερα κινητού τηλεφώνου, γίνεται με ανάρτησή της σε ιστοσελίδα του διαδικτύου έστω και για σκοπούς απλά πολιτιστικούς ή πληροφοριακούς. Β.- Από τα στοιχεία του φακέλου προέκυψαν τα εξής:
  1. Με την από 20.7.2004 αναφορά του ο δικηγόρος Δ. Ρ., καταγγέλλει ότι ο Π. Λ., ο οποίος βρίσκεται σε δικαστική αντιδικία με την εν διαστάσει σύζυγό του και πελάτισσα του καταγγέλλοντος, την 27.4.2004 μετά τη συζήτηση αιτήσεώς του για τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων στο (δικαστήριο) κατά της εν διαστάσει συζύγου του, προκάλεσε, όπως παραθέτει ο ανωτέρω δικηγόρος, επεισόδιο σε βάρος του καταγγέλλοντος και σε βάρος του Ι. Κ., πατέρα της εν διαστάσει συζύγου του, με τελικό αποτέλεσμα να καταλήξουν όλοι στο (αστυνομικό τμήμα), όπου αλληλουποβλήθηκαν μηνύσεις και διατάχθηκε προανάκριση. Στο παραπάνω αστυνομικό τμήμα έγινε και η λήψη των δακτυλικών αποτυπωμάτων τους. Στη συνέχεια, την 16.6.2004 έμαθε ο παραπάνω δικηγόρος, όπως αναφέρει, με μήνυμα μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου που του διαβίβασε η ανωτέρω πελάτισσά του Ά.Κ. (…..@.....org) το μήνυμα που φέρεται ότι έστειλε ο Π. Λ. (…..@.....gr) την 2.6.2004 με θέμα «fingerprints» και συνημμένες δύο φωτογραφίες, στην μία των οποίων απεικονίζεται με το αστυνομικό όργανο, κατά την καταγγελία, ο παραπάνω δικηγόρος και στην άλλη ο Ι. Κ., στις ηλεκτρονικές διευθύνσεις …….. και……... Ο τελευταίος (Μ. Ν., συνάδελφος των εν διαστάσει συζύγων, όπως προκύπτει και από την αναφορά σε αυτόν στην από 5.8.2004 εξώδικη δήλωση του Π. Λ. κατά της εν διαστάσει συζύγου του Α. Κ.) ενημέρωσε την πελάτισσά του και αυτή τον καταγγέλλοντα δικηγόρο. Ο Δ. Ρ. επισυνάπτει και την εκτύπωση του ηλεκτρονικού ταχυδρομείου (e-mail), το οποίο καταγγέλλει ότι του απέστειλε η πελάτισσά του Ά. Κ. την 16.6.2004, από την οποία εκτύπωση προκύπτει η αποστολή από τον Π. Λ. του ανωτέρω 5 μηνύματος την 2.6.2004 προς τους παραπάνω αποδέκτες και η προώθηση του μηνύματος αυτού από τον ένα από τους παραπάνω αποδέκτες στην πελάτισσά του και η περαιτέρω προώθηση αυτού από την πελάτισσα στον καταγγέλλοντα δικηγόρο. Επίσης επισυνάπτονται οι δύο φωτογραφίες που φέρεται να επισυνάπτονταν στο παραπάνω μήνυμα.
  2. Η Αρχή με το από 31.1.2005 έγγραφό της διαβίβασε την καταγγελία του Δ.Ρ. στον καταγγελλόμενο Π. Λ. και ζήτησε να της γνωρίσει ο τελευταίος τις απόψεις του επί της καταγγελίας εντός της τασσόμενης προθεσμίας των 15 ημερών. Ο Π. Λ. δεν απήντησε κατ’ ουσίαν στο έγγραφο της Αρχής, με το οποίο του ζητήθηκε να απαντήσει σχετικά με όσα του προσάπτονται από τον καταγγέλλοντα. Αντ’ αυτού ο Π. Λ. με το από 15.2.2005 έγγραφό του θεωρεί ότι έλαβε μία ακατανόητη επιστολή από την Αρχή που επιβεβαιώνει τους φόβους του ότι η εν διαστάσει σύζυγός του Ά. Κ. και ο πατέρας της Ι. Κ. και οι δύο ηλεκτρονικοί μηχανικοί, έχουν βρει κάποιον τρόπο ώστε να παρακολουθούν τον ηλεκτρονικό του υπολογιστή με στόχο να υποκλέψουν στοιχεία των τραπεζικών του λογαριασμών. Το γεγονός αυτό το έχει αντιληφθεί ήδη από το 2003 και γι’ αυτό, όπως αυτός παραθέτει, έστειλε επιστολές στον πρώην εργοδότη του και στις τράπεζες X στην … και Y στην ….. Ο Π. Λ. επισυνάπτει και την από 5.8.2004 εξώδικη δήλωσηδιαμαρτυρία του προς την Α. Κ., στο οποίο, μεταξύ των άλλων, αναφέρει ότι: «Είναι δε τέτοιο το θράσος του [αναφερόμενος στον δικηγόρο Δ. Ρ.] και η έλλειψη συμμόρφωσης του με τους ισχύοντες νόμους, ώστε να δηλώνει ο ίδιος σε εξώδικό του στις 17.6.2004, και να ομολογεί ότι παρακολουθεί παρανόμως το προσωπικό ηλεκτρονικό μου ταχυδρομείο, χωρίς να σέβεται τον νόμο περί προστασίας των προσωπικών δεδομένων, και να μου κάνει μάλιστα παρατηρήσεις για το περιεχόμενο των επιστολών μου !!!» και τέλος ο εξωδίκως διαμαρτυρόμενος Π. Λ. καλεί την εν διαστάσει σύζυγό του, μεταξύ των άλλων, «
  3. να σταματήσετε αμέσως τόσο εσείς όσο και ο πληρεξούσιος δικηγόρος σας Δ. Ρ. να χρησιμοποιείτε συκοφαντικά ψεύδη εναντίον μου στο πρώην εργασιακό μου περιβάλλον και κυρίως να παραβιάζετε τον νόμο περί προσωπικών δεδομένων και να με παρακολουθείτε. Επίσης, σας καλώ να σταματήσετε αμέσως την παρακολούθηση του ηλεκτρονικού μου ταχυδρομείου αλλά και του ηλεκτρονικού ταχυδρομείου των συναδέλφων μας». Όπως δηλώνει ο Π. Λ. στην από 15.2.2005 καταγγελία του προς την Αρχή, «έκτοτε και μετά και την αναβάθμιση των υπολογιστικών μου συστημάτων από τον περασμένο Αύγουστο με διάφορα packs-firewalls, δεν παρατήρησα άλλες υποκλοπές». Τέλος, ο Π. Λ. ζητεί από την 6 Αρχή να ενεργήσει δεόντως προς αποφυγή παρόμοιων πρακτικών εναντίον του στο μέλλον.
  4. Ο Μ.Ν. και ο M. D. που φέρεται να έλαβαν το επίμαχο ηλεκτρονικό μήνυμα από τον Π. Λ. και ο πρώτος από τους φερόμενους αποδέκτες φέρεται να προώθησε το παραπάνω μήνυμα στην τέως σύζυγο του Π. Λ., Α. Κ., δηλώνουν με εξώδικη δήλωσηγνωστοποίηση ότι ποτέ δεν έλαβαν αυτό το μήνυμα από τον πρώην συνάδελφό τους Π. Λ., ότι πρόκειται για ψεύδη, ότι δεν υπάρχουν στοιχεία που αποδεικνύουν κάτι τέτοιο και ότι τα στοιχεία που υπάρχουν στο φάκελο [η προαναφερόμενη εκτύπωση του μηνύματος] δεν είναι ούτε αληθινά ούτε αξιόπιστα. Ομοίως, ο Π. Λ. με υπόμνημά του αρνείται ότι αυτός έβγαλε τις επίμαχες φωτογραφίες και στη συνέχεια της απέστειλε με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο στις ηλεκτρονικές διευθύνεις των Μ. Ν. και Δ. Μ. και επισημαίνει ότι δεν αποδεικνύεται με στοιχεία κάτι τέτοιο και ότι οι προαναφερόμενοι-φερόμενοι αποδέκτες αρνούνται κατηγορηματικά την όποια εμπλοκή τους σύμφωνα με την καταγγελία. Από τα παραπάνω προκύπτει ότι είναι ερευνητέο το αν η παραπάνω εκτύπωση του μηνύματος, που φέρεται ότι προωθήθηκε, αποτυπώνει πράγματι την αληθινή κίνησή του ή εάν η αποτύπωση της κίνησής του είναι ενδεχομένως παραποιημένη, προϊόν δηλ. επεξεργασίας (copy/paste). Γ.- Η Αρχή επιφυλάσσεται στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων της (βλ. άρθρ. 19 παρ. 1 περ. α΄, θ΄, ι΄ του ν. 2472/1997) να οριοθετήσει την έννοια της προσωπικής χρήσης του άρθρ. 3 § 2 του ν. 2472/97, όπως αυτή προσιδιάζει σε ειδικότερες κατηγορίες επεξεργασίας προσωπικών δεδομένων π.χ. σε μηνύματα μέσω κινητού που περιλαμβάνουν εικόνα και/ή ήχο και/ή κείμενο.
  5. Ανεξάρτητα από το εάν η καταγγελλόμενη λήψη και αποστολή φωτογραφίας με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο εμπίπτει ή όχι στις διατάξεις του άρθρ. 3 § 2 του ν.2472/1997, η βασιμότητα της καταγγελίας του Δ. Ρ. σχετικά με τη φωτογράφησή του και αποστολή της φωτογραφίας του με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο σε δύο άτομα, η οποία επιστηρίζεται στην συνημμένη εκτύπωση της κίνησης των ηλεκτρονικών μηνυμάτων, όπου φαίνονται, αποστολέας, παραλήπτης και η ώρα της αποστολής, και στο ότι στην κίνηση αυτή των μηνυμάτων υπάρχουν δύο συνημμένα αρχεία (φωτογραφίες) με το όνομα «…..» και «…..» με θέμα του μηνύματος «fingerprints», δεν αποδείχθηκε ότι έγινε από τον Π. Λ. (βλ. και κατάθεση Δ. Ρ. στα πρακτικά της 24.11.2005, ο οποίος πέραν από το επίμαχο ηλεκτρονικό 7 μήνυμα που έλαβε δεν γνωρίζει ποιος τράβηξε τις φωτογραφίες και ποιος τις έστειλε, βλ. και κατάθεση Π. Λ., ο οποίος αρνείται ότι τράβηξε αυτός τις φωτογραφίες ή ότι έστειλε αυτός το επίμαχο ηλεκτρονικό μήνυμα).
  6. Επίσης, η καταγγελία του Π. Λ. ότι παρακολουθείτο ο ηλεκτρονικός του υπολογιστής από τον Δ.Ρ. ή άλλον μέχρι την αναβάθμισή του αορίστως προβλήθηκε, δεν ευσταθεί καθώς δεν αποδείχθηκε κάτι τέτοιο, βλ. την κατάθεση του Δ. Ρ., ο οποίος δίνει επαρκείς εξηγήσεις σχετικά με το προαναφερόμενο εξώδικο, όπου τάχα, σύμφωνα με τον Π. Λ., ο ίδιος ομολογεί την παρακολούθηση του ηλεκτρονικού ταχυδρομείου του τελευταίου και την κατάθεση του Π. Λ., ο οποίος στην ουσία αναιρεί την καταγγελία του δεχόμενος από τη μία ότι οι πληροφορίες που θεωρεί ότι διέρρευσαν από τον προσωπικό του υπολογιστή μπορεί να προήλθαν απευθείας από την τράπεζά του (και άρα όχι μέσω παρακολούθησης του προσωπικού του υπολογιστή) και από την άλλη ότι ο δικηγόρος Δ. Ρ. δεν έχει εξάλλου τις ειδικές γνώσεις και δεν θα μπορούσε ούτως ή άλλως να κάνει όσα του αποδίδει. Για τους λόγους αυτούς Απορρίπτει ως αβάσιμες τις υπό κρίση καταγγελίες. Ο Πρόεδρος Δημήτριος Γουργουράκης Αντιπρόεδρος Αρείου Πάγου ε.τ. Η Γραμματέας Γεωργία Παλαιολόγου 8

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.