← Ελλάδα

Νομιμότητα επεξεργασίας δεδομένων δημοσίου προσώπου και συγγενικών του προσώπων από υπηρεσίες της Πολεοδομίας και από δημοσιογράφο

ΑΡΧΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ∆Ε∆ΟΜΕΝΩΝ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ Αθήνα, 10-02-2015 Αριθ. Πρωτ. Γ/ΕΞ/876/10-02-2015 Α Π Ο Φ Α Σ Η 17 / 2015 (Τµήµα) Η Αρχή Προστασίας ∆εδοµένων Προσωπικού Χαρακτήρα συνεδρίασε µετά από πρόσκληση του Προέδρου της σε σύνθεση Τµήµατος στην έδρα της την 07-01-2015 και ώρα 10:00, σε συνέχεια της από 03-12-2014 συνεδρίασης και εξ αναβολής της από 17-12-2014 συνεδρίασης, προκειµένου να εξετάσει την υπόθεση που αναφέρεται στο ιστορικό της παρούσης. Παρέστησαν οι Γεώργιος Μπατζαλέξης, Αναπληρωτής Πρόεδρος, κωλυοµένου του Προέδρου της Αρχής Πέτρου Χριστόφορου, και τα αναπληρωµατικά µέλη της Αρχής Σπύρος Βλαχόπουλος, ως εισηγητής, Γρηγόρης Λαζαράκος και Χαράλαµπος Ανθόπουλος, σε αντικατάσταση των τακτικών µελών Λεωνίδα Κοτσαλή, Αναστάσιου – Ιωάννη Μεταξά και ∆ηµητρίου Μπριόλα, οι οποίοι αν και εκλήθησαν νοµίµως εγγράφως δεν παρέστησαν λόγω κωλύµατος. Στην συνεδρίαση παρέστησαν, χωρίς δικαίωµα ψήφου, η Κάλλη Καρβέλη και η Θεοδώρα Τουτζιαράκη, ειδικοί επιστήµονες – νοµικοί ελεγκτές, ως βοηθοί εισηγητή, οι οποίες αποχώρησαν µετά τη συζήτηση και πριν τη διάσκεψη και λήψη της απόφασης, και η Ειρήνη Παπαγεωργοπούλου, υπάλληλος του τµήµατος διοικητικών και οικονοµικών υποθέσεων, ως γραµµατέας. Η Αρχή έλαβε υπόψη τα παρακάτω: Με την υπ’ αριθµ. πρωτ. Γ/ΕΙΣ/2367/11-04-2014 αίτησή τους προς την Αρχή, οι A, Β και Γ καταγγέλλουν στην Αρχή ότι η επεξεργασία προσωπικών τους δεδοµένων που έγινε από τις υπηρεσίες της Πολεοδοµίας Νοµού χ, τον Αντινοµάρχη Νοµού χ και τον δηµοσιογράφο ∆ δεν είναι σύµφωνη µε τις διατάξεις του ν. 2472/

  1. Πιο συγκεκριµένα, σύµφωνα µε την ως άνω αίτηση και τα επισυναπτόµενα σε αυτήν έγγραφα, ο δηµοσιογράφος ∆ στην από …/…/2009 αίτησή του προς την ∆/νση Πολεοδοµίας Νοµαρχιακής Αυτοδιοίκησης Νοµού χ ανέφερε ότι οικοδοµή στην περιοχή ψ του Νοµού χ, η οποία σύµφωνα µε τις µαρτυρίες κατοίκων της περιοχής ανήκει στην τότε βουλευτή Α, στερείται νόµιµης οικοδοµικής άδειας και ζήτησε τη διερεύνηση του θέµατος και την ενηµέρωσή του ως προς τη νοµιµότητα της ανέγερσης του κτιρίου, εάν όντως ανήκει στην τότε βουλευτή, καθώς και για τις ενέργειες της πολεοδοµίας σχετικά µε το θέµα. Στην εν λόγω δε αίτηση επισύναπτε φωτογραφία της οικοδοµής και σχεδιάγραµµα του σηµείου όπου βρίσκεται και δορυφορική απεικόνιση της οικίας. Επίσης, οι αιτούντες αναφέρουν ότι α) στις …/…/2009 η πρώτη αιτούσα δέχτηκε τηλεφώνηµα από τον τότε Υφυπουργό Απασχόλησης και βουλευτή Νοµού χ Ε, ο οποίος ρώτησε εάν έχει κάποιο αυθαίρετο στο ποτάµι περιοχής ψ και εάν µπορεί να δώσει το κινητό της τηλέφωνο στον τότε Αντινοµάρχη Νοµού χ, υπεύθυνο για τη διαδικασία, Ζ, γιατί εκείνος του είχε τηλεφωνήσει, επειδή είχε λάβει υπηρεσιακώς µία καταγγελία σε βάρος της, ότι είναι ιδιοκτήτρια αυθαιρέτου και β) η επίσηµη ενηµέρωσή τους έγινε στις …/…/2009, κατόπιν των επανειληµµένων αιτήσεων της πρώτης αιτούσας προς τον Νοµάρχη να ενηµερωθούν σχετικά µε το ζήτηµα. Επιπρόσθετα, στις …/…/2009 ο δηµοσιογράφος ∆ δηµοσίευσε στο προσωπικό του blog αυτούσια τα κείµενα α) της από …/…/2009 αιτήσεώς του προς την ∆/νση Πολεοδοµίας Νοµαρχιακής Αυτοδιοίκησης Νοµού χ µε φωτογραφία του σπιτιού και περιγραφή της τοποθεσίας, καθώς και β) της από …/…/2009 καταγγελίας της Α προς τον Επιθεωρητή ∆ηµόσιας ∆ιοίκησης σχετικά µε το θέµα, στην οποία γινόταν λεπτοµερής αναφορά του όλου θέµατος καθώς και της σχετικής αλληλογραφίας µε τους εµπλεκόµενους φορείς. Επίσης, την ίδια ηµεροµηνία ο δηµοσιογράφος δηµοσίευσε σε στήλη του πολιτικού ρεπορτάζ της εφηµερίδας ω αντίστοιχο κείµενο, στο οποίο ανέφερε ότι η τότε βουλευτής Α α) τον αποκαλεί συκοφάντη επειδή κατέθεσε αίτηση στην Πολεοδοµία Νοµού χ προκειµένου να πληροφορηθεί εάν είναι νόµιµη η κατοικία ιδιοκτησίας της στην περιοχή ψ και β) µε ανάλογους χαρακτηρισµούς επιτίθεται κατά των αρµοδίων υπηρεσιών της Νοµαρχίας, οι οποίες ερεύνησαν το θέµα, χωρίς προηγούµενη ενηµέρωσή της, όπως αναφέρει και σε σχετική καταγγελία της προς τον Επιθεωρητή ∆ηµόσιας ∆ιοίκησης. Σύµφωνα πάντα µε τους αιτούντες - καταγγέλοντες, στις …/…/2009 έγινε επιτόπια αυτοψία από την ∆/νση Πολεοδοµίας περιοχής φ, µε την οποία διαπιστώθηκε η κατασκευή δύο κτισµάτων βοηθητικών χώρων άνευ οικοδοµικής άδειας. Κατόπιν αυτού, την ίδια ηµεροµηνία συντάχθηκε από την ανωτέρω ∆/νση η σχετική έκθεση αυτοψίας αυθαίρετης κατασκευής και υπολογισµού προστίµων, η οποία κοινοποιήθηκε στον ∆ήµο κ, λόγω αρµοδιότητάς του σύµφωνα µε τις διατάξεις του άρθρου 1 του Π.∆.267/98 α) να ερευνήσει 2 και να ενηµερώσει την πολεοδοµία για την ορθότητα των στοιχείων των αναφερόµενων στην έκθεση υπόχρεων και β) να τοιχοκολλήσει την έκθεση αυτοψίας και να την διατηρήσει αναρτηµένη τριάντα ηµέρες. Η έκθεση αυτοψίας κοινοποιήθηκε επίσης στο ΙΚΑ περιοχής φ, στον δηµοσιογράφο ∆, και στη Βουλή των Ελλήνων µε αποδέκτες τους Α, Β και Γ, αν και η Πολεοδοµία περιοχής φ είχε λάβει από …/…/2009 µεταξύ των λοιπών εγγράφων και την υπ’ αριθµ. …/2001 µεταβίβαση ακινήτου από τον Β στις Α και Γ. Για τον λόγο αυτό, στις …/…/2009 ο Β απέστειλε εξώδικη πρόσκληση στην Πολεοδοµία περιοχής φ ότι τα πρόστιµα επεβλήθησαν και σε αυτόν, ενώ πλέον δεν είναι κύριος του ακινήτου. Στη συνέχεια η ∆/νση Πολεοδοµίας περιοχής φ απέστειλε στις …/…/2009 εκ νέου το έγγραφο της έκθεσης αυτοψίας µε ορθή επανάληψη όσον αφορά τα ονόµατα των ιδιοκτητών, α) στη Βουλή των Ελλήνων µε αποδέκτες τους Α και Γ, β) στον ∆ήµο κ, γ) στο ΙΚΑ Περιοχής φ και δ) στον δηµοσιογράφο ∆. Μετά την κοινοποίηση της έκθεσης αυτοψίας, ο δηµοσιογράφος δηµοσίευσε στις …/…/2009 ολοσέλιδο ρεπορτάζ στην εφηµερίδα ω µε τίτλο «…», όπου µεταξύ άλλων αναφέρεται ότι η πολεοδοµία επέβαλε πρόστιµο και σε δύο συγγενικά πρόσωπα της τότε βουλευτού και δηµοσιεύεται αυτούσιο απόσπασµα της έκθεσης αυτοψίας, στο οποίο διαπιστώνεται η κατασκευή δύο κτισµάτων βοηθητικών χώρων άνευ οικοδοµικής άδειας. Η δηµοσιοποίηση των στοιχείων αυτών έγινε και στην τοπική εφηµερίδα του Νοµού χ «λ» την ίδια ηµεροµηνία, καθώς και σε διάφορα blogs στο διαδίκτυο. Στη συνέχεια οι Α και Γ, σύµφωνα µε τις διατάξεις του Π.∆.267/1998, υπέβαλαν ένσταση κατά της έκθεσης αυτοψίας και της συναφούς πράξεως επιβολής προστίµου στις …/…/2009, η δε Επιτροπή Ενστάσεων της ∆/νσης Πολεοδοµίας, Χωροταξίας & Περιβάλλοντος Τ.Π. ι , κάθε φορά που καλούσε τους ενδιαφερόµενους, οι οποίοι είχαν υποβάλει ένσταση να παραβρεθούν για την εκδίκασή της, απέστελλε µαζικές κλήσεις σε όλους τους ενδιαφεροµένους, µεταξύ αυτών και στις Α και Γ, µε αναγραφή των ονοµάτων και των ταχυδροµικών διευθύνσεων όλων όσων θα εκδικάζονται οι ενστάσεις τους. Μάλιστα σε µία από τις προσκλήσεις που απεστάλησαν γινόταν και αναγραφή µέσα σε παρένθεση της ιδιότητάς της ως βουλευτού. Στη δε σχετική διαµαρτυρία της Α προς την Επιτροπή για την δηµοσιοποίηση µε τον τρόπο αυτό των προσωπικών δεδοµένων της σε τρίτους, η Επιτροπή στην από …/…/2010 απάντησή της ανέφερε µεταξύ άλλων ότι α) σε παλαιότερη επιστολή της η ίδια είχε ζητήσει να απευθύνουν τα έγγραφά τους στην ταχυδροµική της θυρίδα στη Βουλή, β) η αναφορά στην πρόσκληση για την εκδίκαση των αυθαιρέτων ως βουλευτού, δεν γίνεται για να προσδιορίσει το επάγγελµά της ή την επαγγελµατική της ιδιότητα, άλλωστε η ίδια σε παλαιότερη επιστολή της ανέφερε κάτω από το ονοµατεπώνυµό της τον 3 προσδιορισµό «Βουλευτής …» και γ) οι µαζικές κλήσεις είναι συνήθης και πάγια πρακτική της υπηρεσίας χωρίς εξαιρέσεις, εξάλλου δεν αναφέρεται στο έγγραφο της πρόσκλησης τίποτε περισσότερο πέραν της ταχυδροµικής διευθύνσεως των αιτούντων. Στις …/…/2012 ο τότε Υπουργός ∆ικαιοσύνης έστειλε στον Πρόεδρο της Βουλής, σύµφωνα µε τις διατάξεις του άρθρου 62 του Συντάγµατος έγγραφο της εισαγγελίας του Αρείου Πάγου και την ποινική δικογραφία προκειµένου να δοθεί ή µη η απαιτούµενη άδεια για την ποινική δίωξη της τότε βουλευτού Α για κατασκευή αυθαιρέτου κτίσµατος από κοινού, και στον διαβιβασθέντα φάκελο από τον Άρειο Πάγο στη Βουλή, εκτός των στοιχείων που αφορούσαν την Α, υπήρχε η πράξη κατηγορητηρίου για την Γ (εκδοθείσας τελικώς της υπ’ αριθµ. …/2013 αθωωτικής απόφασης του Μονοµελούς Πληµµελειοδικείου Ν). Τον Μάρτιο του 2013 ο δηµοσιογράφος ∆, αν και, όπως αναφέρουν οι αιτούντες, γνώριζε ότι σύµφωνα µε την αυτοψία-απόφαση που εξέδωσε η Κρατική Υπηρεσία Ελέγχου της Αποκεντρωµένης ∆ιοίκησης ∆υτικής Ελλάδος δεν υπήρξε ποτέ αυθαίρετο, γράφει τρισέλιδο άρθρο στο περιοδικό Μ δηµοσιεύοντας µεταξύ άλλων και την έκθεση αυτοψίας, όπου φαίνονται και τα ονόµατα των Γ και Β (ο οποίος δεν ήταν ιδιοκτήτης και ο δηµοσιογράφος το γνώριζε), καθώς και έγχρωµη φωτογραφία της κατοικίας. Τέλος, οι αιτούντες αναφέρουν ότι η εκδίκαση της υπόθεσης έγινε στις …/…/2013 στο Πληµµελειοδικείο Ν µε αθωωτική απόφαση για τις δύο κατηγορούµενες. Στο πλαίσιο εξέτασης της ως άνω υπόθεσης, η Αρχή ζήτησε µε τα από υπ’ αριθµ. πρωτ. Γ/ΕΞ/2367-1/27-06-2014 και Γ/ΕΞ/2367-2/27-06-2014 έγγραφά της προς την Υπηρεσία ∆όµησης του ∆ήµου Ι και την Υπηρεσία ∆όµησης του ∆ήµου φ, αντίστοιχα, να διευκρινίσουν τις απόψεις τους για το θέµα α) της κοινοποίησης της εκθέσεως αυτοψίας στον δηµοσιογράφο ∆ και β) των µαζικών κλήσεων που απεστάλησαν για την εκδίκαση των ενστάσεων. Η Υπηρεσία ∆όµησης του ∆ήµου φ στο από …/…/2014 και µε αριθµ. πρωτ. … (αρ. πρωτ. Αρχής Γ/ΕΙΣ/4418/14-07-2014) έγγραφό της ανέφερε ότι κάθε πολεοδοµική αρχή κοινοποιεί τα πορίσµατά της τόσο στον καταγγέλλοντα, όσο και στον καταγγελλόµενο και ότι η προθεσµία των τριάντα ηµερών που ορίζεται στο άρθρο 4 του Π.∆. 267/1998 αφορά την υποβολή της ένστασης κατά της εκθέσεως αυτοψίας από τους ιδιοκτήτες και όχι την κοινοποίηση της έκθεσης µετά την παρέλευση των τριάντα ηµερών. Η δε Υπηρεσία ∆όµησης του ∆ήµου Ι στο από …/…/2014 και µε αριθµ. πρωτ. … (αριθµ. πρωτ. Αρχής Γ/ΕΙΣ/4489/17-07-2014) έγγραφό της ανέφερε ότι ο τρόπος της µαζικής προσκλήσεως έχει επικρατήσει στο δηµόσιο τοµέα και σε πολλές διαφορετικές περιπτώσεις µαζικών ενηµερώσεων, αφού χρησιµοποιείται τόσο από το ΣΥ.ΠΟ.ΘΑ (το συµβούλιο που 4 αντικατέστησε την επιτροπή εκδίκασης ενστάσεων αυθαιρέτων), το οποίο ενηµερώνει τους προσφεύγοντες µε τον τρόπο αυτό, όσο και κατά την ενηµέρωση των πολιτών για τις πράξεις αναλογισµού. Ύστερα δε από την πρώτη συζήτηση της υπόθεσης στο Τµήµα της Αρχής στις 03-12-2014, η Αρχή ζήτησε διευκρινίσεις από το δηµοσιογράφο αναφορικά ιδίως µε το ζήτηµα της ακρίβειας των δηµοσιευθέντων στοιχείων (βλ. υπ’ αριθµ. πρωτ. Γ/ΕΞ/2367-3/0512-2014 της Αρχής και την υπ’ αριθµ. πρωτ. Γ/ΕΙΣ/7967/18-12-2014 απάντηση του δηµοσιογράφου). Τέλος, οι αιτούντες υπέβαλαν στην Αρχή τα υπ’ αριθµ. πρωτ. Γ/ΕΙΣ/7953/18-12-2014 συµπληρωµατικά στοιχεία, µεταξύ των οποίων και την υπ’ αριθµ. …/2013 απόφαση του Μονοµελούς Πληµ/κείου Ν. Η Αρχή, µετά από εξέταση όλων των στοιχείων του φακέλου, αφού άκουσε τον εισηγητή και τις βοηθούς εισηγήτριες, οι οποίες στη συνέχεια αποχώρησαν, και κατόπιν διεξοδικής συζήτησης, ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟΝ ΝΟΜΟ
  2. Αναφορικά µε το πρώτο ερώτηµα των αιτούντων σχετικά µε το εάν η έκθεση αυτοψίας κοινοποιήθηκε νοµίµως από την Πολεοδοµία περιοχής φ στον δηµοσιογράφο ∆, πριν παρέλθει η προβλεπόµενη από τις διατάξεις του άρθρου 4 του Π.∆. 267/1998 προθεσµία των τριάντα ηµερών για την κατάθεση ενστάσεως, σηµειώνεται, καταρχάς, ότι η έκθεση αυτοψίας αποτελεί δηµόσιο έγγραφο στο οποίο εµπεριέχονται και δεδοµένα προσωπικού χαρακτήρα κατά την έννοια του άρθρου 2 του ν. 2472/
  3. Ακολούθως, στο άρθρο 4 του ν. 2472/1997 ορίζονται οι βασικές αρχές της επεξεργασίας, ενώ στο άρθρο 5 του ίδιου νόµου ορίζονται οι επιµέρους προϋποθέσεις για τη νοµιµότητά της. Σύµφωνα µε την παράγραφο 1 του ίδιου άρθρου, η επεξεργασία δεδοµένων προσωπικού χαρακτήρα επιτρέπεται µόνον όταν το υποκείµενο των δεδοµένων έχει δώσει τη συγκατάθεσή του. Η επεξεργασία προσωπικών δεδοµένων χωρίς τη συγκατάθεση των υποκειµένων τους, είναι κατ’ εξαίρεση επιτρεπτή, µόνον στην περίπτωση που συντρέχει κάποια από τις εξαιρετικές βάσεις νοµιµότητας της επεξεργασίας της παραγράφου 2 του ίδιου άρθρου, η οποία ορίζει µεταξύ άλλων ότι: «Κατ’ εξαίρεση επιτρέπεται η επεξεργασία και χωρίς τη συγκατάθεση, όταν: ... ε) Η επεξεργασία είναι απολύτως αναγκαία για την ικανοποίηση του εννόµου συµφέροντος που επιδιώκει ο υπεύθυνος επεξεργασίας ή ο τρίτος ή οι τρίτοι στους οποίους ανακοινώνονται τα δεδοµένα και υπό τον όρο ότι τούτο υπερέχει προφανώς των δικαιωµάτων και συµφερόντων των προσώπων στα οποία αναφέρονται τα δεδοµένα και δεν θίγονται οι θεµελιώδεις ελευθερίες αυτών …». Επίσης σύµφωνα µε τις διατάξεις του άρθρου 11 παρ. 3 του ν. 2472/1997, εάν τα δεδοµένα 5 ανακοινώνονται σε τρίτους, το υποκείµενο ενηµερώνεται για την ανακοίνωση πριν από αυτούς. Στην κρινόµενη περίπτωση, η κοινοποίηση της εκθέσεως αυτοψίας από την ∆/νση Πολεοδοµίας Περιοχής φ στο δηµοσιογράφο ∆ έγινε στο πλαίσιο ενηµέρωσής του για τις ενέργειες στις οποίες προέβη η υπηρεσία κατόπιν της αιτήσεώς του σχετικά µε τη νοµιµότητα της ανέγερσης του επίδικου κτιρίου. Ωστόσο, η Πολεοδοµία Περιοχής φ χορήγησε στον αιτούντα δηµοσιογράφο περισσότερα στοιχεία από όσα ήταν αναγκαία ενόψει του σκοπού της ενηµέρωσής του για την εν λόγω υπόθεση, δεδοµένου ότι, πρώτον, εφόσον δεν είχε παρέλθει το προβλεπόµενο χρονικό διάστηµα για την υποβολή ενστάσεως, η εξέταση της υπόθεσης δεν είχε ουσιαστικά ολοκληρωθεί, και, δεύτερον, ο επιδιωκόµενος σκοπός µπορούσε να επιτευχθεί µε ηπιότερα µέσα, ήτοι µε την απλή πληροφόρηση του αιτούντος δηµοσιογράφου ότι η υπόθεση είναι υπό εξέταση, ότι έχει ήδη διενεργηθεί σχετική αυτοψία και ότι η σχετική έκθεση θα του χορηγηθεί, εφόσον υποβάλει αίτηση προς τούτο, µετά την παρέλευση της προθεσµίας για την υποβολή ένστασης από τους ιδιοκτήτες του ακινήτου (βλ. άρθρο 4 παρ. 1 στοιχ. β΄ και γ΄ του ν. 2472/1997). ∆εν θα πρέπει, άλλωστε, να παροράται και το γεγονός ότι συνέπεια της άµεσης κοινοποίησης της πρώτης έκθεσης αυτοψίας ήταν να λάβει ο αιτών δηµοσιογράφος λανθασµένα στοιχεία, καθώς περιλαµβανόταν σε αυτή το όνοµα του Β ως συνιδιοκτήτη του ακινήτου. Επιπρόσθετα, σύµφωνα µε το άρθρο 11 παρ. 3 του ν. 2472/1997, η ∆/νση Πολεοδοµίας Περιοχής φ όφειλε, ως υπεύθυνος επεξεργασίας, να ενηµερώσει σχετικά τις αιτούσες Α και Γ, πριν διαβιβάσει την έκθεση αυτοψίας ή οποιαδήποτε άλλο στοιχείο σχετικά µε την υπόθεση του ακινήτου ιδιοκτησίας τους στον ∆.
  4. Αναφορικά µε το ζήτηµα της αποστολής των µαζικών προσκλήσεων για την εκδίκαση των ενστάσεων, που εστάλησαν από την Υπηρεσία ∆όµησης του ∆ήµου Ι, σύµφωνα µε τις διατάξεις του άρθρου 4 παρ. 1 στοιχ. β΄ του ν. 2472/1997, τα δεδοµένα προσωπικού χαρακτήρα πρέπει να είναι συναφή, πρόσφορα και όχι περισσότερα από όσα κάθε φορά απαιτείται ενόψει των σκοπών της επεξεργασίας, ενώ θα πρέπει να εξεταστεί αν η εν λόγω επεξεργασία µπορεί να υπαχθεί σε µια από τις νοµιµοποιητικές βάσεις του άρθρου 5 του ίδιου νόµου, καθώς πρόκειται για απλά δεδοµένα σύµφωνα µε το άρθρο 2 του ίδιου νόµου. Επίσης σύµφωνα µε τη διάταξη του άρθρου 11 παρ. 3 του ιδίου νόµου, εάν τα δεδοµένα ανακοινώνονται σε τρίτους το υποκείµενο ενηµερώνεται για την ανακοίνωση πριν από αυτούς. Ακόµη, σύµφωνα µε τις διατάξεις του άρθρου 4 παρ. 2 του Π.∆. 267/1998, µαζί µε την ένσταση, η οποία ασκείται σε ανατρεπτική προθεσµία τριάντα ηµερών από την τοιχοκόλληση της έκθεσης στο αυθαίρετο, πρέπει να κατατεθούν και αντίγραφα των 6 στοιχείων που αποδεικνύουν τις απόψεις που υποστηρίζει αυτός που υποβάλει την ένσταση και αφορούν στην νοµιµότητα του κτίσµατος ή την εξαίρεσή του από την κατεδάφιση. Σύµφωνα δε µε τις διατάξεις της παρ. 4 του ιδίου άρθρου, κατά τη συζήτηση της ένστασης κατά της έκθεσης αυτοψίας µπορεί να παρίσταται για να εκθέσει τις απόψεις του ο υποβάλλων την ένσταση ή πληρεξούσιός του. Η επιτροπή, αφού εξετάσει τις απόψεις του ενδιαφεροµένου, αποφαίνεται οριστικά επί της ένστασης µε αιτιολογηµένη απόφαση, η οποία αναγράφεται πάνω στην ένσταση και υπογράφεται από τα µέλη και τον γραµµατέα αυτής. Της απόφασης λαµβάνει γνώση ο ενδιαφερόµενος, υπογράφοντας αµέσως. Αν αρνηθεί να υπογράψει ή δεν είναι παρών, γίνεται σχετική ενυπόγραφη σηµείωση από τον γραµµατέα της επιτροπής. Άλλη ειδοποίηση στον ενδιαφερόµενο δεν απαιτείται, η απόφαση δε της επιτροπής είναι οριστική. Από τις ανωτέρω διατάξεις του Π.∆. 267/1998, προκύπτει ότι η πρόσκληση του ενδιαφεροµένου γίνεται προκειµένου, εάν επιθυµεί, να παρευρεθεί στην ηµεροµηνία εκδίκασης της ενστάσεώς του, και δεν είναι υποχρεωτική η αυτοπρόσωπη παρουσία του ενδιαφεροµένου, εφόσον έχει τη δυνατότητα να εκθέσει τις απόψεις του εγγράφως µε τα επισυναφθέντα στην ένστασή του στοιχεία ή/και να παρασταθεί στην συζήτηση της ενστάσεώς του ο πληρεξούσιος του. Συνεπώς, ο σκοπός της αποστολής της πρόσκλησης είναι η προσωπική ενηµέρωση του ενδιαφερόµενου για την ηµεροµηνία εκδίκασης της ενστάσεώς του, προκειµένου εάν επιθυµεί να παρευρεθεί και, όπως είναι ευνόητο, όχι η ταυτόχρονη ενηµέρωση κάθε ενδιαφεροµένου για τις ατοµικές υποθέσεις των υπολοίπων. Ως εκ τούτου, η µαζική αποστολή κλήσεων συνιστά ανακοίνωση/διάδοση δεδοµένων προσωπικού χαρακτήρα σε τρίτους, η οποία υπερβαίνει το αναγκαίο µέτρο για την εκτέλεση έργου που εµπίπτει στην άσκηση δηµόσιας εξουσίας και εκτελείται από δηµόσια αρχή σύµφωνα µε το άρθρο 5 παρ. 2 στοιχ. δ΄ σε συνδυασµό µε το άρθρο 4 παρ. 1 στοιχ. β΄ του ν. 2472/
  5. Αναφορικά µε τη νοµιµότητα της επεξεργασίας δεδοµένων των µελών της οικογένειας και των φωτογραφιών του σπιτιού από τον δηµοσιογράφο ∆ στο προσωπικό του ιστολόγιο, καθώς και στην εφηµερίδα ω και το περιοδικό µ, ισχύουν τα ακόλουθα: Όπως κατ’ επανάληψη έχει κρίνει η Αρχή (βλ., ενδεικτικά, Αποφάσεις 26/2007, 43/2007, 58/2007, 36/2012 και 165/2012)1, το δικαίωµα για την προστασία της ιδιωτικής ζωής (άρθρο 9 παρ. 1 Σ) και των προσωπικών δεδοµένων (άρθρο 9Α Σ) συχνά συγκρούεται µε την 7 ελευθερία της έκφρασης και του Τύπου για την ενηµέρωση του κοινού (άρθρο 14 παρ. 1 Σ), καθώς και µε το δικαίωµα στην πληροφόρηση (άρθρο 5Α Σ). Από το Σύνταγµα δεν προκύπτει in abstracto επικράτηση του ενός ατοµικού δικαιώµατος επί του άλλου. Ως εκ τούτου, πρέπει να γίνεται µία in concreto οριοθέτηση των πεδίων εφαρµογής των συγκρουόµενων δικαιωµάτων, σύµφωνα µε τις αρχές της ad hoc στάθµισης των αντιτιθέµενων συµφερόντων και της πρακτικής αρµονίας και αναλογικής εξισορρόπησης. Ταυτόχρονα, θα πρέπει να εφαρµόζεται και η αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 25 παρ. 1 Σ) µε τέτοιον τρόπο, ώστε τα προστατευόµενα αγαθά (ελευθερία του Τύπου, δικαίωµα των πολιτών στην πληροφόρηση και δικαίωµα στην προστασία της ιδιωτικής ζωής του ατόµου και στον πληροφοριακό αυτοκαθορισµό) να διατηρήσουν την κανονιστική τους εµβέλεια (βλ. και Εγχειρίδιο σχετικά µε την ευρωπαϊκή νοµοθεσία για την προστασία των προσωπικών δεδοµένων, Έκδοση του Οργανισµού Θεµελιωδών ∆ικαιωµάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του Συµβουλίου της Ευρώπης, 2014, ενότητα 1.
  6. – Στάθµιση δικαιωµάτων και υποενότητα 1.2.
  7. – Ελευθερία της έκφρασης, σελ. 26 επ.). Επιπρόσθετα, η Αρχή έχει κρίνει ότι η επεξεργασία προσωπικών δεδοµένων για δηµοσιογραφικούς σκοπούς επιτρέπεται, αν υφίσταται δικαιολογηµένο ενδιαφέρον του κοινού για ενηµέρωση (άρθρο 5 παρ. 2 στοιχ. ε΄ σε συνδυασµό µε τα κριτήρια που θέτει το άρθρο 7 παρ. 2 στοιχ. ζ΄ του ν. 2472/1997 για την άσκηση του δηµοσιογραφικού λειτουργήµατος2 και εφαρµόζεται κατά µείζονα λόγο και στην περίπτωση των απλών δεδοµένων). Το δικαιολογηµένο ενδιαφέρον καλύπτει και εκδηλώσεις δηµοσίων προσώπων3 οι οποίες, ανεξάρτητα από τον τρόπο που γίνονται, µπορούν να θεωρηθούν ότι αφορούν τα 1 Όλες οι αναφερόµενες στο παρόν Αποφάσεις της Αρχής είναι διαθέσιµες στην ιστοσελίδα της www.dpa.gr / Αποφάσεις. 2 Σηµειώνεται ότι η Αρχή δεν εφαρµόζει τη διάταξη του άρθρου 7 παρ. 2 στοιχ. ζ΄ του ν. 2472/1997, στο µέτρο που αυτή απαιτεί άδεια της Αρχής για την επεξεργασία ευαίσθητων προσωπικών δεδοµένων κατά την άσκηση του δηµοσιογραφικού επαγγέλµατος. Και τούτο, διότι η από τη διάταξη αυτή απαιτούµενη άδεια της Αρχής συνιστά προληπτικό µέτρο της ελευθερίας του Τύπου και ως τέτοιο απαγορεύεται, σύµφωνα µε τα οριζόµενα στο άρθρο 14 παρ. 2 Σ (έτσι ρητά οι Αποφάσεις της Αρχής 26/2007 σκ. 11 και 17/2008 σκ. 18). Κατά τα λοιπά, όµως, η διάταξη του άρθρου 7 παρ. 2 στοιχείο ζ΄ του Ν. 2472/1997 είναι εφαρµοστέα, δεδοµένου ότι θέτει ουσιαστικά κριτήρια για την άσκηση του δηµοσιογραφικού λειτουργήµατος, τα οποία είναι τα ακόλουθα: 1) η επεξεργασία να αφορά δεδοµένα δηµοσίων προσώπων, εφόσον αυτά συνδέονται µε την άσκηση δηµοσίου λειτουργήµατος ή τη διαχείριση συµφερόντων τρίτων, 2) η επεξεργασία να πραγµατοποιείται αποκλειστικά για δηµοσιογραφικούς σκοπούς και 3) η επεξεργασία είναι απολύτως αναγκαία για την εξασφάλιση του δικαιώµατος πληροφόρησης επί θεµάτων δηµοσίου ενδιαφέροντος καθώς και στο πλαίσιο καλλιτεχνικής έκφρασης και εφόσον δεν παραβιάζεται καθ’ οιονδήποτε τρόπο το δικαίωµα προστασίας της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής. 3 Ως δηµόσια πρόσωπα κατά την έννοια του ν. 2472/1997 νοούνται τα πρόσωπα που κατέχουν δηµόσια θέση ή/και χρησιµοποιούν δηµόσιο χρήµα ή ακόµα και όλοι όσοι διαδραµατίζουν ρόλο στη δηµόσια ζωή, όπως στην πολιτική, επιστηµονική, θρησκευτική, οικονοµική, καλλιτεχνική, κοινωνική, αθλητική [πρβλ. άρθρο 7 του Ψηφίσµατος 1165

(1998)της Κοινοβουλευτικής Συνέλευσης του Συµβουλίου της Ευρώπης για το δικαίωµα στην ιδιωτική ζωή, Απόφαση του Ε∆∆Α «Καρολίνα του Αννόβερου κατά Γερµανίας», 24.06.2004, σκ. 42 και 72 -όπου εξετάστηκε, µεταξύ άλλων, αν κατά την κρυφή φωτογράφησή της από δηµοσιογράφους η προσφεύγουσα ασκούσε δηµόσια καθήκοντα ή όχι- και Αποφάσεις 26/2007 και 165/2012 της Αρχής]. 8 πλαίσια της ανατεθειµένης σε αυτούς δηµόσιας λειτουργίας, η οποία ως εκ της φύσεως και του είδους των εκπληρούµενων καθηκόντων υπόκειται σε δηµόσιο έλεγχο και κριτική (βλ. Αποφάσεις της Αρχής υπ’ αριθµ. 26/2007, 43/2007 και 165/2012). Σηµειώνεται δε ότι η υποχρέωση ενηµέρωσης των υποκειµένων των δεδοµένων δεν υφίσταται όταν η συλλογή γίνεται αποκλειστικά για δηµοσιογραφικούς σκοπούς και αφορά σε δηµόσια πρόσωπα (άρθρο 11 παρ. 5 του ν. 2472/1997). Εν προκειµένω, η έκθεση αυτοψίας που περιλαµβάνει τα ονόµατα µελών της οικογένειάς της Α, καθώς και οι φωτογραφίες του σπιτιού, δεδοµένου ότι από αυτές αποκαλύπτονται εµµέσως πληροφορίες για τους ιδιοκτήτες του, συνιστούν απλά προσωπικά δεδοµένα της ιδίας και των µελών της οικογένειάς της (άρθρο 2 στοιχ. α΄ και γ΄ του ν. 2472/1997 σε συνδυασµό µε Γνώµη 4/2007 της Οµάδας Εργασίας του Άρθρου 29 της Οδηγίας 95/46/ΕΚ σχετικά µε την έννοια του όρου «δεδοµένα προσωπικού χαρακτήρα»). Ακολούθως, ενόψει των τεχνικών µεθόδων που ακολουθούνται σήµερα στην εκτύπωση των εφηµερίδων και των περιοδικών, η καταχώριση και δηµοσίευση/διάδοση των εγγράφων αυτών από την εφηµερίδα ω και από το περιοδικό µ συνιστά επεξεργασία εν µέρει αυτοµατοποιηµένη (άρθρο 2 στοιχ. δ΄ σε συνδυασµό µε άρθρο 3 παρ. 1 του ν. 2472/1997, βλ. και Απόφαση 73/2013 της Αρχής, σκ. 3 και 6). Συγκεκριµένα, η αυτούσια αναπαραγωγή του επίµαχου εγγράφου (δεδοµένου ότι αναπαράγεται ολόκληρο το σώµα αυτού), καθώς και των φωτογραφιών του σπιτιού, συνιστά ιδιαίτερη και διακριτή µορφή επεξεργασίας ως καταχώριση και διάδοση δεδοµένων, ενώ αναφορικά µε τη χρήση µεθόδου επεξεργασίας, τα δεδοµένα της υπέστησαν κατά τη διαδικασία δηµοσίευσης, η οποία αποτέλεσε το µέσο διάδοσής τους σε έναν ευρύτατο κύκλο προσώπων, περισσότερες διαδοχικές διακριτές ηλεκτρονικές επεξεργασίες, όπως την ψηφιοποίησή τους µέσω ειδικών σαρωτών (εφόσον δεν ήταν ήδη σε ψηφιακή µορφή), την καταχώρισή τους σε ηλεκτρονικό αρχείο και την περαιτέρω επεξεργασία τους ως εικόνων, προκειµένου να βελτιωθούν η ευκρίνεια και οι χρωµατισµοί τους και να πραγµατοποιηθεί η σµίκρυνσή τους (βλ. Απόφαση 73/2013 της Αρχής, σκ. 3 και 6). Η ως άνω επεξεργασία από τον δηµοσιογράφο ∆, ο οποίος υπογράφει ως συντάκτης των προαναφερόµενων δηµοσιευµάτων, δεν προσκρούει, καταρχάς, στο ν. 2472/1997, καθώς υφίσταται δικαιολογηµένο ενδιαφέρον του κοινού για ενηµέρωση σχετικά µε ζήτηµα που συνδέεται µε φερόµενα ως αυθαίρετα κτίσµατα σε περιβαλλοντικά ευαίσθητη περιοχή, πολλώ δε µάλλον εφόσον το ζήτηµα αυτό αφορά σε -κατά την κρίση του συντάκτη των υπό κρίση δηµοσιευµάτων- ενδεχόµενη παραβατική συµπεριφορά από πρόσωπο που κατέχει δηµόσια θέση, δεδοµένης της ιδιότητάς της πρώτης εκ των αιτούντων (Α) ως βουλευτού 9 τότε, και σε συναφείς ενέργειες του προσώπου αυτού ενώπιον των αρµόδιων αρχών και υπηρεσιών. Στο πλαίσιο αυτό, τα δεδοµένα που δηµοσιεύθηκαν αφορούν, σύµφωνα µε τα ανωτέρω, σε πράξεις που σχετίζονται (άµεσα ή έµµεσα) µε τη δηµόσια δράση της πρώτης εκ των αιτούντων και είναι συναφή και πρόσφορα ενόψει του επιδιωκόµενου δηµοσιογραφικού σκοπού, δεδοµένου µάλιστα ότι, τελικώς, οι ισχυρισµοί του δηµοσιογράφου περί ύπαρξης αυθαίρετων κτισµάτων στο ακίνητο των αιτούντων ήταν εν µέρει τουλάχιστον αληθείς. Συνεπώς, η υπό κρίση επεξεργασία δεν υπερβαίνει το αναγκαίο µέτρο για την εξασφάλιση του δικαιώµατος του Τύπου να ασκήσει δηµόσιο έλεγχο και κριτική (ρόλος “public watchdog” κατά τη νοµολογία του Ε∆∆Α) δηµοσιεύοντας τα επίµαχα στοιχεία σχετικά µε εκκρεµή υπόθεσή της ενώπιον των πολεοδοµικών υπηρεσιών και των δικαστικών αρχών, αλλά και του δικαιώµατος του κοινού να ενηµερωθεί για την υπόθεση αυτή. Τούτο ισχύει και για τη διάδοση των ίδιων δεδοµένων µέσω διαδικτύου, ήτοι µέσω του προσωπικού ιστολογίου (blog) του εν λόγω δηµοσιογράφου, καθώς, σύµφωνα µε πρόσφατη νοµολογία του ∆ΕΕ (βλ. ∆ΕΕ C-131/12, Google Spain, σκ. 96 – 98, ιδίως 97)4, το δικαιολογηµένο ενδιαφέρον του κοινού υπερέχει του δικαιώµατος του δηµοσίου προσώπου να ζητήσει, ως υποκείµενο των δεδοµένων, τη διαγραφή ή το κλείδωµα των δεδοµένων του (τη δέσµευση, δηλαδή, του ονοµατεπωνύµου του, ώστε να µην αποτελεί λέξη – κλειδί για την αναζήτηση του κρίσιµου δηµοσιεύµατος, πρβλ. Απόφαση 165/2012 σκ. 5 και 9). Τα ανωτέρω ισχύουν ακόµη και αν γίνει δεκτός ο ισχυρισµός των αιτούντων ότι τα υπό κρίση δηµοσιεύµατα πλήττουν ταυτόχρονα και µέλη της οικογένειάς τους, καθώς το δικαιολογηµένο ενδιαφέρον του κοινού καλύπτει ακόµα και πράξεις µη δηµοσίων προσώπων, όπως οι κοντινοί συγγενείς του ελεγχόµενου δηµοσίου προσώπου, όταν αυτές ενδιαφέρουν, λόγω της φύσης τους και την άµεσης συνάφειάς τους µε την ελεγχόµενη συµπεριφορά του δηµοσίου προσώπου, το κοινωνικό σύνολο (βλ. ιδίως Απόφαση 43/2007 της Αρχής). Σηµειώνεται δε ότι, ειδικά για 4 Σύµφωνα µάλιστα µε το σηµείο 4 του διατακτικού της ανωτέρω απόφασης: «4) Τα άρθρα 12, στοιχείο β΄, και 14, πρώτο εδάφιο, στοιχείο α΄, της οδηγίας 95/46 έχουν την έννοια ότι, στο πλαίσιο της εκτίµησης σχετικά µε τη συνδροµή των προϋποθέσεων εφαρµογής των εν λόγω διατάξεων, πρέπει µεταξύ άλλων να εξετάζεται αν το υποκείµενο των δεδοµένων έχει δικαίωµα να πάψει η σχετική µε το πρόσωπό του πληροφορία να συνδέεται, επί του παρόντος, µε το ονοµατεπώνυµό του µέσω του καταλόγου αποτελεσµάτων ο οποίος προκύπτει κατόπιν αναζήτησης που έχει διενεργηθεί µε βάση το ονοµατεπώνυµο αυτό, χωρίς πάντως η αναγνώριση του δικαιώµατος αυτού να προϋποθέτει ότι η εµφάνιση της επίµαχης πληροφορίας στον κατάλογο αποτελεσµάτων προκαλεί βλάβη στο υποκείµενο των δεδοµένων. ∆εδοµένου ότι το υποκείµενο των δεδοµένων µπορεί, βάσει των θεµελιωδών δικαιωµάτων του κατά τα άρθρα 7 και 8 του Χάρτη των Θεµελιωδών ∆ικαιωµάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, να ζητήσει να πάψει η επίµαχη πληροφορία να τίθεται στη διάθεση του ευρέος κοινού λόγω της εµφάνισής της στον προαναφερθέντα κατάλογο αποτελεσµάτων, τα δικαιώµατα αυτά καταρχήν υπερέχουν όχι µόνο του οικονοµικού συµφέροντος του φορέα εκµετάλλευσης της µηχανής αναζήτησης, αλλά και του συµφέροντος του κοινού να αποκτήσει πρόσβαση στην πληροφορία αυτή στο πλαίσιο αναζήτησης µε βάση το ονοµατεπώνυµο του εν λόγω υποκειµένου. Εντούτοις, τούτο δεν ισχύει όταν, για ειδικούς λόγους, όπως ο ρόλος που διαδραµατίζει το εν λόγω υποκείµενο στον δηµόσιο βίο, προκύπτει ότι η επέµβαση στα θεµελιώδη δικαιώµατα του υποκειµένου δικαιολογείται από το υπέρτερο συµφέρον του κοινού για πρόσβαση στην επίµαχη πληροφορία συνεπεία της εµφάνισής της στον προαναφερθέντα κατάλογο.». 10 τη δηµοσίευση του ονόµατος του Β, ο οποίος, όπως αναφέρεται στο ιστορικό της παρούσας, δεν ήταν ιδιοκτήτης από το έτος 2001 λόγω µεταβίβασης ακινήτου στις Α και Γ, δεν προκύπτει ότι ο δηµοσιογράφος γνώριζε το γεγονός αυτό καθώς ουδέποτε του κοινοποιήθηκε η ορθή επανάληψη της από …/…/2009 έκθεσης αυτοψίας ή η µεταγενέστερη από …/…/2011 έκθεση αυτοψίας της Αποκεντρωµένης ∆ιοίκησης Ω από τις αρµόδιες υπηρεσίες ή από κάποιον από τους αιτούντες και οι αιτούντες δεν αποδεικνύουν το αντίθετο (ότι δηλαδή πράγµατι του γνωστοποιήθηκαν τα ορθά στοιχεία). Άλλωστε, στο Πρακτικό της από …/…/2013 συνεδρίασης του Συµβουλίου Πολεοδοµικών Θεµάτων & Αµφισβητήσεων Π.Ε. Νοµού χ, το οποίο περιλαµβάνεται στο φάκελο της δικογραφίας της προαναφερόµενης υπ’ αριθµ. …/2013 Απόφασης του Μονοµελούς Πληµ/κείου ν, αναφέρεται πάλι ο Β µεταξύ των ιδιοκτητών του συγκεκριµένου ακινήτου. 4. Όσον αφορά το ερώτηµα των αιτούντων σχετικά µε την διαβίβαση του κατηγορητηρίου από τον Άρειο Πάγο στη Βουλή, η διαβίβαση αυτή έγινε στο πλαίσιο της ποινικής διαδικασίας, στην οποία εφαρµόζονται οι οικείες διατάξεις του Κώδικα Ποινικής ∆ικονοµίας, οι οποίες, ως ειδικές, κατισχύουν των διατάξεων του ν. 2472/1997 (βλ. ενδεικτικά Γνµδ. ΝΣΚ 312/2013, 96/2008, ΑΠποιν.1554/2009, 1713/2006 και 1945/2002). Κατά συνέπεια, σύµφωνα µε τα προαναφερόµενα, η Αρχή είναι αναρµόδια να κρίνει επί του συγκεκριµένου ζητήµατος. 5. Σχετικά µε το εάν είχε δικαίωµα ο τότε Αντινοµάρχης Νοµού χ να τηλεφωνήσει στον τότε υφυπουργό Απασχόλησης και να του γνωστοποιήσει την υπόθεση, σύµφωνα µε τις διατάξεις του άρθρου 3 παρ. 1 του ν. 2472/1997, επισηµαίνεται ότι οι διατάξεις του ν. 2472/1997 εφαρµόζονται µόνον στην αυτοµατοποιηµένη ή µη αυτοµατοποιηµένη επεξεργασία δεδοµένων προσωπικού χαρακτήρα τα οποία περιλαµβάνονται ή πρόκειται να περιληφθούν σε αρχείο. Η προφορική ανακοίνωση προσωπικών δεδοµένων, όπως η συγκεκριµένη περίπτωση, δεν αποτελεί αρχείο σύµφωνα µε τις ανωτέρω αναφερόµενες διατάξεις του ν. 2472/1997 (βλ. Απόφαση 77/2012 της Αρχής, σκέψη 3), και ως εκ τούτου η Αρχή είναι αναρµόδια να κρίνει επί του συγκεκριµένου ζητήµατος. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ 11 Η Αρχή, 1) Κρίνει ότι η επεξεργασία των δεδοµένων των αιτούντων από την Πολεοδοµία Περιοχής φ αντίκειται στις διατάξεις του ν. 2472/1997 για τους λόγους που αναφέρονται στο σκεπτικό της παρούσας (σκέψη 1). 2) Κρίνει ότι η επεξεργασία των δεδοµένων των αιτούντων από την Υπηρεσία ∆όµησης του ∆ήµου ι αντίκειται στις διατάξεις του ν. 2472/1997 για τους λόγους που αναφέρονται στο σκεπτικό της παρούσας (σκέψη 2). 3) Κρίνει ότι η επεξεργασία των δεδοµένων των αιτούντων από τον δηµοσιογράφο ∆ δεν αντίκειται στις διατάξεις του ν. 2472/1997 για τους λόγους που αναφέρονται στο σκεπτικό της παρούσας (σκέψη 3). 4) Επιβάλει την προβλεπόµενη στις διατάξεις του άρθρου 21 παρ. 1 στοιχ. α΄ του ν. 2472/1997 κύρωση της προειδοποίησης στην Πολεοδοµία Περιοχής φ α) σε περίπτωση υποβολής καταγγελίας ή αιτήσεως τρίτου για διερεύνηση αυθαίρετης κατασκευής, να µην κοινοποιεί στους καταγγέλλοντες ή αιτούντες τρίτους αυτούσιες τις εκθέσεις αυτοψίας, αλλά να τους ενηµερώνει εγγράφως για την εξέλιξη της υπόθεσης (π.χ. ότι έχει ήδη διενεργηθεί σχετική αυτοψία) και για το γεγονός ότι η σχετική έκθεση µπορεί να τους χορηγηθεί τηρουµένων των προϋποθέσεων του άρθρου 5 του Κώδικα ∆ιοικητικής ∆ιαδικασίας, κατόπιν σχετικής έγγραφης αιτήσεώς τους, σε κάθε δε περίπτωση µετά την άπρακτη παρέλευση της προθεσµίας για την υποβολή ένστασης από τους ιδιοκτήτες των ακινήτων ή την έκδοση απόφασης επ’ αυτής, καθώς και β) να ενηµερώνει κάθε φορά τα υποκείµενα των δεδοµένων πριν την ανακοίνωση των προσωπικών δεδοµένων τους σε τρίτους. 5) Επιβάλει την προβλεπόµενη στις διατάξεις του άρθρου 21 παρ. 1 στοιχ. α΄ του ν. 2472/1997 κύρωση της προειδοποίησης στην Υπηρεσία ∆όµησης του ∆ήµου ι να αποστέλλει εφεξής τις προσκλήσεις ενηµέρωσης των ενδιαφεροµένων για την εκδίκαση των ενστάσεών τους ατοµικά στον κάθε ενδιαφερόµενο για την υπόθεσή του και µόνο, καθώς, σύµφωνα µε όσα αναλύονται στο σκεπτικό της παρούσας, η αποστολή µαζικών προσκλήσεων προς όλους τους ενδιαφεροµένους για την εκδίκαση των ενστάσεων τους, µε την αναγραφή του ονοµατεπωνύµου τους και της ταχυδροµικής διευθύνσεως όλων 12 των ενιστάµενων υπερβαίνει τον επιδιωκόµενο σκοπό επεξεργασίας, που είναι η ατοµική ενηµέρωσή τους για την ηµεροµηνία εκδίκασης της ενστάσεώς τους, ώστε εάν επιθυµούν να παρευρεθούν, εφόσον µε τον τρόπο αυτό ανακοινώνονται περισσότερα δεδοµένα από όσα απαιτούνται για την επίτευξη του συγκεκριµένου σκοπού. Ο Αναπληρωτής Πρόεδρος Η Γραµµατέας Γεώργιος Μπατζαλέξης Ειρήνη Παπαγεωργοπούλου 13

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.