Αθήνα, 06-09-2022 Αριθ. Πρωτ.: Γ/ΕΞΕ/2181 ΑΠΟΦΑΣΗ 37/2022 (Τμήμα) Η Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα συνεδρίασε σε σύνθεση Τμήματος μέσω τηλεδιασκέψεως την 20-07-2022 μετά από πρόσκληση του Προέδρου της, προκειμένου να εξετάσει την υπόθεση που αναφέρεται στο ιστορικό της παρούσας. Παρέστησαν ο Γεώργιος Μπατζαλέξης, Αναπληρωτής Πρόεδρος, κωλυομένου του Προέδρου της Αρχής, Κωνσταντίνου Μενουδάκου, το αναπληρωματικό μέλος, Χρήστος Παπαθεοδώρου ως εισηγητής και τα επίσης αναπληρωματικά μέλη Μαρία Ψάλλα και Δημοσθένης Βουγιούκας, σε αναπλήρωση των τακτικών μελών Σπυρίδωνος Βλαχόπουλου, Γρηγορίου Τσόλια και Κωνσταντίνου Λαμπρινουδάκη αντίστοιχα, οι οποίοι, αν και είχαν προσκληθεί νομίμως εγγράφως, απουσίασαν λόγω κωλύματος. Στη συνεδρίαση παρέστησαν, με εντολή του Προέδρου, η Κυριακή Καρακάση, νομική ελέγκτρια – δικηγόρος, ως βοηθός εισηγητή και η Ειρήνη Παπαγεωργοπούλου, υπάλληλος του τμήματος διοικητικών υποθέσεων της Αρχής, ως γραμματέας. Η Αρχή έλαβε υπ’ όψιν της τα παρακάτω: Με την υπ’ αριθμ. πρωτ. Γ/ΕΙΣ/7435/12-11-2021 καταγγελία του Α, ο τελευταίος καταγγέλλει τη μη ανταπόκριση της καταγγελλόμενης παιδιάτρου, Β, στο δικαίωμα πρόσβασης σε ιατρικά δεδομένα του ανήλικου τέκνου του που άσκησε με γραπτό ηλεκτρονικό μήνυμα (sms) την 8η-10-
- Προσκομίζει δε στην Αρχή, μεταξύ άλλων, και τη με αριθ. … συμβολαιογραφική πράξη εκούσιας αναγνώρισης του εν λόγω τέκνου της συμβολαιογράφου Αθηνών, Γ (με αριθ. πρωτ. Γ/ΕΙΣ/7436/12-11-2021). Η Αρχή, στο πλαίσιο εξέτασης της ανωτέρω καταγγελίας, με το με αριθ. πρωτ. Λ. Κηφισίας 1-3, 11523 Αθήνα, Τηλ: 210 6475600, Fax: 210 6475628, contact@dpa.gr / www.dpa.gr Γ/ΕΞ/2686/29-11-2021 έγγραφό της, ζήτησε από την εν λόγω ιατρό διευκρινίσεις επισημαίνοντας την πάγια νομολογία της Αρχής1, δυνάμει της οποίας ο ασκών τη γονική μέριμνα του ανήλικου τέκνου του (άρ. 128 και 1510 ΑΚ) έχει καταρχήν ως νόμιμος εκπρόσωπός του το δικαίωμα πρόσβασης του άρθρου 15 του ΓΚΠΔ στα στοιχεία που αναφέρονται στο ανήλικο τέκνο του, εκτός εάν προβλέπεται διαφορετικά από δικαστική απόφαση. Ειδικότερα, η Αρχή ζήτησε από την καταγγελλόμενη ιατρό να διευκρινίσει εάν ο καταγγέλλων άσκησε ενώπιόν της το δικαίωμα πρόσβασης στα ιατρικά δεδομένα του ανήλικου τέκνου του και σε ποια συγκεκριμένα καθώς και με ποιον τρόπο η τελευταία απάντησε στο εν λόγω δικαίωμα πρόσβασης, άλλως ζητήθηκε να διευκρινιστούν οι λόγοι για τους οποίους η ιατρός δεν ανταποκρίθηκε στο σχετικό αίτημα, παρέχοντας σχετική προς τούτο τεκμηρίωση. Κατόπιν αυτού, και παρά το γεγονός ότι η καταγγελλόμενη παιδίατρος παρέλαβε το ανωτέρω έγγραφο της Αρχής με συστημένη επιστολή (καθ’ όσον, όπως προκύπτει από τα στοιχεία που τηρούνται στο Πρωτόκολλο, δεν επεστράφη στην Αρχή ως μη παραδοθέν), δεν ανταποκρίθηκε. Ακολούθως, και αφού η καταγγελλόμενη διέκοψε την από 13-01-2022 τηλεφωνική επικοινωνία που έλαβε χώρα με πρωτοβουλία της Αρχής, της απεστάλη το με αριθ. πρωτ. Γ/ΕΞΕ/162/19-01-2022 έγγραφο, υπενθυμίζοντας στην τελευταία ότι δεν έχει ανταποκριθεί στις διευκρινίσεις που της ζητήθηκαν με το με αριθ. πρωτ. Γ/ΕΞ/2686/29-112021 έγγραφο της Αρχής αναφέροντας και την κατ’ άρθρο 31 του ΓΚΠΔ υποχρέωση του υπευθύνου επεξεργασίας όπως συνεργάζεται με την Αρχή. Η δε καταγγελλόμενη, ακόμα και μετά την παράδοση ως συστημένου του δεύτερου ως άνω εγγράφου της Αρχής, ουδέποτε ανταποκρίθηκε καθ’ όσον δεν απέστειλε οποιαδήποτε έγγραφη απάντηση μέχρι και τις 1003-2022, οπότε και πάλι διέκοψε την απόπειρα τηλεφωνικής επικοινωνίας που έγινε με πρωτοβουλία της Αρχής. Κατόπιν τούτων, η Αρχή κάλεσε με τις με αριθ. πρωτ. Γ/ΕΞΕ/1021/04-05-2022 και Γ/ΕΞΕ/1022/04-05-2022 κλήσεις αμφότερα τα μέρη σε ακρόαση, ενημερώνοντάς τα σχετικώς και με τα με αριθ. πρωτ. Γ/ΕΞΕ/1316 και 1317/31-05-2022 έγγραφα, ώστε να ακουστούν στην από 08-06-2022 συνεδρίαση του αρμόδιου Τμήματος. Ακολούθως, η καταγγελλόμενη απέστειλε το με αριθ. πρωτ. Γ/ΕΙΣ/7773/07-06-2022 υπόμνημά της με το οποίο αναφέρει ότι έχει παρακολουθήσει ιατρικά το ανήλικο τέκνο του καταγγέλλοντος, ακολούθως, σημειώνει Βλ. σχετικές αποφάσεις 24/2009, 21, 22 και 53/2010, 130/2013, 18/2018, 4/2020, 26/2021 της Αρχής, δημοσιευμένες στην ιστοσελίδα της www.dpa.gr 1 2 ότι μίλησε τηλεφωνικά με τον καταγγέλλοντα, ο οποίος ζήτησε ενημέρωση για την ιατρική πορεία του ως άνω τέκνου καθώς και σχετική έγγραφη βεβαίωση για ιατρικά δεδομένα του εν λόγω τέκνου, ενώ δεσμεύτηκε στο πλαίσιο της ως άνω τηλεφωνικής επικοινωνίας να ενημερώσει τον καταγγέλλοντα εφόσον αποδείκνυε τη σχέση του με το ανήλικο τέκνο. Επιπλέον, η καταγγελλομένη παραδέχεται ότι ήρθε σε επαφή με τη μητέρα του τέκνου, η οποία της απαγόρευσε να χορηγήσει στον καταγγέλλοντα οποιαδήποτε πληροφορία ή έγγραφο, αφού τόνισε ότι εκείνη ασκούσε την επιμέλεια του τέκνου, επιβεβαιώνοντας τη διάρρηξη της σχέσης της με τον καταγγέλλοντα και ομολογεί ότι κατόπιν τούτων δεν ικανοποίησε το επίμαχο δικαίωμα πρόσβασης που άσκησε ο καταγγέλλων. Για το ζήτημα της υποχρέωσης συνεργασίας της με την Αρχή κατ’ άρθρο 31 του ΓΚΠΔ, το οποίο περιλαμβανόταν ρητά στην κλήση προς ακρόαση που έλαβε η καταγγελλόμενη ιατρός, επικαλείται ασθένεια του δικηγόρου που κατά τους ισχυρισμούς της είχε αναλάβει το πρώτον την υπόθεσή της. Στην ως άνω συνεδρίαση παραστάθηκαν ο μεν καταγγέλλων αυτοπροσώπως, η δε καταγγελλόμενη διά της δικηγόρου της Ευστρατίας Χατζηγιάννη (με ΑΜ ΔΣ …), ενώ μετά την εν λόγω ακρόαση δόθηκε σε αμφότερα τα μέρη προθεσμία προσκομίσεως τυχόν υπομνημάτων προς περαιτέρω υποστήριξη των ισχυρισμών τους μέχρι τις 24-06-
- Ακολούθως, ο καταγγέλλων υπέβαλε εμπροθέσμως το με αριθ. πρωτ. Γ/ΕΙΣ/7867/0906-2022 υπόμνημά του, στο οποίο αναφέρει ότι μία μέρα πριν τη γραπτή άσκηση του δικαιώματος πρόσβασης ενώπιον της καταγγελλόμενης παιδιάτρου, ήτοι στις 07-10-2021, μίλησε τηλεφωνικά με την τελευταία. Η δε παιδίατρος διαβεβαίωσε ότι είχε μιλήσει με τη μητέρα του τέκνου και είχε ενημερωθεί ότι θα την καλούσε τηλεφωνικά ο καταγγέλλων ως πατέρας αυτού. Ο καταγγέλλων τονίζει ότι στο πλαίσιο της εν λόγω τηλεφωνικής επικοινωνίας δεν αμφισβητήθηκε από την καταγγελλόμενη η ιδιότητά του ως πατέρα του τέκνου ούτε και του ζητήθηκε η προσκόμιση της συμβολαιογραφικής πράξης αναγνώρισης του τέκνου του, ενώ αναφέρεται ότι ήταν θετική να του αποστείλει τις ιατρικές εξετάσεις του παιδιού όταν τις έχει. Επιπλέον, και αφού είχε μεσολαβήσει άρνηση της μητέρας του τέκνου να του κοινοποιήσει τις ως άνω ιατρικές εξετάσεις του τέκνου, αναφέρεται πως από τις 0810-2021 και μέχρι την ημέρα της ακρόασης ενώπιον της Αρχής, η καταγγελλόμενη δεν ανταποκρίθηκε στις τηλεφωνικές κλήσεις του καταγγέλλοντος ούτε και στο σχετικό γραπτό μήνυμα που της απηύθυνε στις 08-10-
- Τέλος, ο καταγγέλλων αναφέρει ότι είναι φορέας άσκησης της γονικής μέριμνας του ανήλικου τέκνου του, ενώ δεν εκκρεμεί επί του 3 ανωτέρω ζητήματος η έκδοση κάποιας δικαστικής απόφασης. Η δε καταγγελλόμενη με το με αριθ. πρωτ. Γ/ΕΙΣ/8271/27-06-2022 εμπροθέσμως κατατεθέν υπόμνημά της αναφέρει συνοπτικά, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: Καταρχάς αναφέρει ότι ουδέποτε αρνήθηκε να χορηγήσει στον καταγγέλλοντα οποιοδήποτε έγγραφο, ενώ κατά την τηλεφωνική τους επικοινωνία η ίδια συναίνεσε στη χορήγηση των εγγράφων που αφορούσαν στο τέκνο του καταγγέλλοντος, εφόσον αποδείκνυε ότι είναι πατέρας του εν λόγω τέκνου αποστέλλοντας κάποιο έγγραφο καθώς και την ταυτότητά του. Ακολούθως, η καταγγελλόμενη επιβεβαιώνει ότι έλαβε στις 08-10-2021 γραπτό μήνυμα του καταγγέλλοντος, με το οποίο ο τελευταίος της ζητούσε πρόσβαση σε έγγραφα επισημαίνοντας ότι προερχόταν από άγνωστο τηλεφωνικό αριθμό. Η καταγγελλόμενη σημειώνει ότι ο λόγος που δεν απάντησε στο γραπτό μήνυμα του καταγγέλλοντος ήταν ακριβώς η προέλευσή του από άγνωστο αριθμό καθώς και η πάγια τακτική της να απαντάει μόνο σε emails και όχι σε προσωπικά μηνύματα. Περαιτέρω, σημειώνει ότι δεν έλαβε κάποιο έγγραφο από το οποίο να προκύπτει η ιδιότητα του καταγγέλλοντος ως πατέρα του τέκνου, ενώ αναφέρει ότι ουδέποτε έχει γνωρίσει τον καταγγέλλοντα ή επικοινωνήσει μαζί του όσο παρακολουθεί ιατρικά το τέκνο του. Επιπλέον, η καταγγελλόμενη παραδέχεται ότι ρώτησε αμέσως μετά το πρώτο τηλεφώνημα που δέχτηκε από τον καταγγέλλοντα τη μητέρα του τέκνου σχετικά με την ιδιότητά του ως πατέρα του εν λόγω τέκνου και η απάντηση της τελευταίας περί του ότι οι σχέσεις τους είχαν διαρραγεί την έκανε επιφυλακτική ως προς την ικανοποίηση του επίμαχου δικαιώματος πρόσβασης, ενώ ισχυρίζεται ότι αν χορηγούσε παρανόμως οποιοδήποτε έγγραφο στον καταγγέλλοντα, θα ήταν εκτεθειμένη απέναντι στη μητέρα του τέκνου και θα παραβίαζε τη νομοθεσία περί προσωπικών δεδομένων. Η επιφυλακτικότητα δε της καταγγελλομένης θεμελιώθηκε και στο ότι δεν γνώριζε εάν είχε τη γονική μέριμνα ή την επιμέλεια του τέκνου ο καταγγέλλων τονίζοντας ότι ακόμα και αν το γνώριζε είχε την πεποίθηση ότι μόνο ο ασκών την επιμέλεια του τέκνου έχει δικαίωμα πρόσβασης στα έγγραφα του τέκνου. Λίγο αργότερα δε και με αφορμή την υπό εξέταση καταγγελία ανέθεσε, όπως ισχυρίζεται, την υπόθεση σε δικηγόρο. Τονίζει, επιπλέον, η καταγγελλόμενη ότι δεν πιέστηκε από τη μητέρα του τέκνου, ώστε να μη χορηγήσει στον καταγγέλλοντα τα ζητηθέντα δεδομένα του τέκνου του, ενώ επισημαίνει ότι ουδεμία επικοινωνία είχε η δικηγόρος της με τον καταγγέλλοντα λόγω της εκκρεμούς καταγγελίας ενώπιον της Αρχής. Τέλος, αφού η καταγγελλόμενη ισχυρίζεται ότι ήδη από την αρχή είχε αναθέσει την υπό διερεύνηση υπόθεση σε δικηγόρο, ο οποίος τη διαβεβαίωνε ότι ελέγχει 4 την υπόθεση, ενώ μεταγενέστερα διαπίστωσε η ίδια ότι κάτι τέτοιο δεν ίσχυε, καθώς είχε αμελήσει να επικοινωνήσει και να απαντήσει έγκαιρα για λογαριασμό της στην Αρχή, επικαλούμενος, μάλιστα, πρόβλημα υγείας του, δηλώνει ότι προτίθεται να χορηγήσει στον καταγγέλλοντα όποιο έγγραφο ζητηθεί. Η Αρχή, μετά από εξέταση των στοιχείων του φακέλου, αφού άκουσε τον εισηγητή και τις διευκρινίσεις από τη βοηθό εισηγητή, και κατόπιν διεξοδικής συζητήσεως, ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟΝ ΝΟΜΟ
- Επειδή από τις διατάξεις των άρθρων 51 και 55 του Γενικού Κανονισμού Προστασίας Δεδομένων (Κανονισμού (ΕΕ) 2016/679 – εφεξής, ΓΚΠΔ) και του άρθρου 9 του νόμου 4624/2019 (ΦΕΚ Α΄ 137) προκύπτει ότι η Αρχή έχει αρμοδιότητα να εποπτεύει την εφαρμογή των διατάξεων του ΓΚΠΔ, του νόμου αυτού και άλλων ρυθμίσεων που αφορούν την προστασία του ατόμου από την επεξεργασία προσωπικών δεδομένων. Με το άρθρο 5 παρ. 1 του Γενικού Κανονισμού (ΕΕ) 2016/679 για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα (εφεξής ΓΚΠΔ) τίθενται οι αρχές που πρέπει να διέπουν μια επεξεργασία. Σύμφωνα με την αρχή της λογοδοσίας που εισάγεται με το εν λόγω άρθρο ορίζεται ρητώς στην δεύτερη παράγραφο αυτού, ότι ο υπεύθυνος επεξεργασίας «φέρει την ευθύνη και είναι σε θέση να αποδείξει τη συμμόρφωση με την παράγραφο 1 («λογοδοσία»)». Η αρχή αυτή, η οποία συνιστά ακρογωνιαίο λίθο του ΓΚΠΔ, συνεπάγεται την υποχρέωση του υπευθύνου επεξεργασίας να δύναται όπως αποδείξει συμμόρφωση. Επιπλέον, δίδει τη δυνατότητα στον υπεύθυνο επεξεργασίας να δύναται να ελέγξει και να τεκμηριώσει νομικά μια επεξεργασία που διενεργεί σύμφωνα με τις νομικές βάσεις που του παρέχει ο ΓΚΠΔ και το εθνικό δίκαιο προστασίας δεδομένων.
- Επειδή σύμφωνα με το άρθρο 15 παρ. 1, 3 και 4 του ΓΚΠΔ «
- Το υποκείμενο των δεδομένων έχει το δικαίωμα να λαμβάνει από τον υπεύθυνο επεξεργασίας επιβεβαίωση για το κατά πόσον ή όχι τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που το αφορούν υφίστανται επεξεργασία και, εάν συμβαίνει τούτο, το δικαίωμα πρόσβασης στα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα και στις ακόλουθες πληροφορίες: […]
- […]
- Ο υπεύθυνος επεξεργασίας παρέχει αντίγραφο των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που υποβάλλονται σε επεξεργασία. […] Εάν το υποκείμενο των δεδομένων υποβάλλει το αίτημα με ηλεκτρονικά μέσα και εκτός εάν το υποκείμενο των δεδομένων ζητήσει κάτι διαφορετικό, η ενημέρωση 5 παρέχεται σε ηλεκτρονική μορφή που χρησιμοποιείται συνήθως.
- Το δικαίωμα να λαμβάνεται αντίγραφο που αναφέρεται στην παράγραφο 3 δεν επηρεάζει δυσμενώς τα δικαιώματα και τις ελευθερίες άλλων.». Στο πλαίσιο του ως άνω δικαιώματος επισημαίνεται πως το υποκείμενο των δεδομένων θα πρέπει να έχει δικαίωμα πρόσβασης σε δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα τα οποία συλλέχθηκαν και το αφορούν και να μπορεί να ασκεί το εν λόγω δικαίωμα ευχερώς και σε εύλογα τακτά διαστήματα, προκειμένου να έχει επίγνωση και να επαληθεύει τη νομιμότητα της επεξεργασίας. Αυτό περιλαμβάνει το δικαίωμα των υποκειμένων των δεδομένων να έχουν πρόσβαση στα δεδομένα που αφορούν την υγεία τους, για παράδειγμα τα δεδομένα των ιατρικών αρχείων τους τα οποία περιέχουν πληροφορίες όπως διαγνώσεις, αποτελέσματα εξετάσεων, αξιολογήσεις από θεράποντες ιατρούς και κάθε παρασχεθείσα θεραπεία ή επέμβαση. Ο δε υπεύθυνος επεξεργασίας θα πρέπει να δύναται να παρέχει πρόσβαση εξ αποστάσεως σε ασφαλές σύστημα μέσω του οποίου το υποκείμενο των δεδομένων αποκτά άμεση πρόσβαση στα δεδομένα που το αφορούν
- Επομένως, ενόψει των ανωτέρω προκύπτει ότι καθιερώνεται το δικαίωμα πρόσβασης του υποκειμένου στα προσωπικά δεδομένα που το αφορούν µε κύριο σκοπό να βεβαιώνεται το υποκείµενο για την ακρίβεια και τον σύννομο χαρακτήρα της επεξεργασίας των δεδομένων του
- Ως εκ τούτου, για την ικανοποίηση του δικαιώματος πρόσβασης δεν απαιτείται η επίκληση εννόμου συμφέροντος, αφού αυτό ενυπάρχει και αποτελεί βάση του δικαιώματος πρόσβασης του υποκειμένου να λάβει γνώση πληροφοριών που το αφορούν και οι οποίες έχουν καταχωρηθεί σε αρχείο που τηρεί ο υπεύθυνος επεξεργασίας, έτσι ώστε να πραγματώνεται η βασική αρχή του δικαίου για την προστασία των προσωπικών δεδομένων, που συνίσταται στη διαφάνεια της επεξεργασίας ως προϋπόθεση κάθε περαιτέρω ελέγχου της νοµιµότητάς της εκ µέρους του υποκειμένου των δεδοµένων
- Ομοίως, δεν απαιτείται η επίκληση των λόγων για τους οποίους το υποκείμενο των δεδομένων επιθυμεί την άσκηση του δικαιώματος πρόσβασης. Εξάλλου, θα πρέπει να επισημανθεί ότι η ικανοποίηση του δικαιώματος πρόσβασης είναι καθολική, αφορά δηλαδή σε όλες τις πληροφορίες που αφορούν στο υποκείμενο των δεδομένων και επιπλέον, δεν προϋποθέτει όχι μόνο επίκληση των λόγων για τους οποίους το υποκείμενο των δεδομένων Βλ. αιτιολογική σκέψη 63 του ΓΚΠΔ και ΑΠΔ 23/
- Βλ. ωσαύτως αιτιολογική σκέψη 63 του ΓΚΠΔ. 4 Βλ. ενδεικτικά ΑΠΔ 2/2020, 23/2020, 16/2017, 98/2014, 149/2014, 72/2013 και 71/
- 2 3 6 επιθυμεί την άσκηση του εν λόγω δικαιώματος, όπως προεξετέθη, αλλά ούτε και διαμεσολάβηση
- Επομένως ενόψει του ότι δεν απαιτείται επίκληση των λόγων για τους οποίους το υποκείµενο των δεδοµένων ασκεί το εν λόγω δικαίωµα, παρέπεται ότι για την ικανοποίηση του εν λόγω αιτήµατος δεν θα πρέπει η ικανοποίηση του δικαιώματος να εξαρτάται από την τυχόν προηγούµενη κρίση του υπεύθυνου επεξεργασίας ως προς το αν δικαιολογείται η άσκηση του δικαιώµατος αυτού ή όχι
- Επειδή σύμφωνα με το άρθρο 12 ΓΚΠΔ «
- Ο υπεύθυνος επεξεργασίας λαμβάνει τα κατάλληλα μέτρα για να παρέχει στο υποκείμενο των δεδομένων […] κάθε ανακοίνωση στο πλαίσιο των άρθρων 15 […]
- Ο υπεύθυνος επεξεργασίας διευκολύνει την άσκηση των δικαιωμάτων των υποκειμένων των δεδομένων που προβλέπονται στα άρθρα 15 έως 22 […]
- Ο υπεύθυνος επεξεργασίας παρέχει στο υποκείμενο των δεδομένων πληροφορίες για την ενέργεια που πραγματοποιείται κατόπιν αιτήματος δυνάμει των άρθρων 15 έως 22 χωρίς καθυστέρηση και σε κάθε περίπτωση εντός μηνός από την παραλαβή του αιτήματος. Η εν λόγω προθεσμία μπορεί να παραταθεί κατά δύο ακόμη μήνες, εφόσον απαιτείται, λαμβανομένων υπόψη της πολυπλοκότητας του αιτήματος και του αριθμού των αιτημάτων. Ο υπεύθυνος επεξεργασίας ενημερώνει το υποκείμενο των δεδομένων για την εν λόγω παράταση εντός μηνός από την παραλαβή του αιτήματος, καθώς και για τους λόγους της καθυστέρησης. […]
- Εάν ο υπεύθυνος επεξεργασίας δεν ενεργήσει επί του αιτήματος του υποκειμένου των δεδομένων, (…) ενημερώνει το υποκείμενο των δεδομένων, χωρίς καθυστέρηση και το αργότερο εντός μηνός από την παραλαβή του αιτήματος, για τους λόγους, για τους οποίους δεν ενήργησε και για τη δυνατότητα υποβολής καταγγελίας σε εποπτική αρχή και άσκησης δικαστικής προσφυγής.».
- Επειδή σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 31 του ΓΚΠΔ προβλέπεται ότι «Ο υπεύθυνος επεξεργασίας και ο εκτελών την επεξεργασία και, κατά περίπτωση, οι εκπρόσωποί τους συνεργάζονται, κατόπιν αιτήματος, με την εποπτική αρχή για την άσκηση των καθηκόντων της» . Η διάταξη αυτή εισάγει αυτοτελή γενική υποχρέωση κάθε υπευθύνου επεξεργασίας Βλ. ΑΠΔ 16/2017, 26/
- Βλ. σχετικά ΑΠΔ 1/2005 απόφαση της Αρχής µε την οποία κρίθηκε ότι ο υπεύθυνος επεξεργασίας οφείλει να απαντήσει στο αίτηµα πρόσβασης του υποκειµένου των δεδοµένων χωρίς αοριστίες και υπεκφυγές επικαλούµενος λόγους άσχετους µε την ικανοποίηση του δικαιώµατος πρόσβασης. Βλ. επίσης και την ΑΠΔ 16/2017 και 26/
- 5 6 7 να συνεργάζεται με την εποπτική αρχή, όταν υποβάλλεται σχετικό αίτημα κατά την άσκηση των καθηκόντων που της έχει αναθέσει ο ευρωπαίος νομοθέτης, ενώ η παραβίαση εκπλήρωσής της επισύρει αυτοτελώς την επιβολή του διοικητικού προστίμου του άρθρου 83 παρ. 4 στοιχ. α΄ ΓΚΠΔ. Επισημαίνεται ότι η υποχρέωση αυτή μαζί την αρχή της λογοδοσίας του άρθρου 5 παρ. 2 ΓΚΠΔ ενισχύει τον ρόλο της εποπτικής Αρχής κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων της προς την πραγμάτωση του σκοπού της αποτελεσματικής εφαρμογής των κανόνων προστασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα 7 .
- Επειδή το άρθρο 1510ΑΚ περί γονικής μέριμνας ορίζει, μεταξύ άλλων ότι «Η μέριμνα για το ανήλικο τέκνο είναι καθήκον και δικαίωμα των γονέων (Γονική μέριμνα), οι οποίοι την ασκούν από κοινού και εξίσου. Η γονική μέριμνα περιλαμβάνει την επιμέλεια του προσώπου, τη διοίκηση της περιουσίας και την εκπροσώπηση του τέκνου σε κάθε υπόθεση ή δικαιοπραξία ή δίκη, που αφορούν το πρόσωπο ή την περιουσία του…». Εξάλλου, το άρθρο 1513ΑΚ ορίζει, μεταξύ άλλων τα εξής: «Στις περιπτώσεις διαζυγίου ή ακύρωσης του γάμου ή λύσης ή ακύρωσης του συμφώνου συμβίωσης ή διακοπής της συμβίωσης των συζύγων ή των μερών του συμφώνου συμβίωσης και εφόσον ζουν και οι δύο γονείς, εξακολουθούν να ασκούν από κοινού και εξίσου τη γονική μέριμνα. Ο γονέας με τον οποίο διαμένει το τέκνο, επιχειρεί τις πράξεις που προβλέπονται στο πρώτο εδάφιο του άρθρου 1516, κατόπιν προηγούμενης ενημέρωσης του άλλου γονέα.».
- Επειδή επιπλέον, σύμφωνα με το άρθρο 14 του Κώδικα Ιατρικής Δεοντολογίας (ν. 3418/2005) ορίζεται ότι: «
- Ο ιατρός υποχρεούται να τηρεί ιατρικό αρχείο, σε ηλεκτρονική ή μη μορφή, το οποίο περιέχει δεδομένα που συνδέονται αρρήκτως ή αιτιωδώς με την ασθένεια ή την υγεία των ασθενών του. …
- Τα ιατρικά αρχεία πρέπει να περιέχουν το ονοματεπώνυμο, το πατρώνυμο, το φύλο, την ηλικία, το επάγγελμα, τη διεύθυνση του ασθενή, τις ημερομηνίες της επίσκεψης, καθώς και κάθε άλλο ουσιώδες στοιχείο που συνδέεται με την παροχή φροντίδας στον ασθενή, όπως, ενδεικτικά και ανάλογα με την ειδικότητα, τα ενοχλήματα της υγείας του και το λόγο της επίσκεψης, την πρωτογενή και δευτερογενή διάγνωση ή την αγωγή που ακολουθήθηκε. …
- Η υποχρέωση διατήρησης των ιατρικών αρχείων ισχύει: α) στα ιδιωτικά ιατρεία και τις λοιπές μονάδες πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας του ιδιωτικού τομέα, για μία δεκαετία από την τελευταία επίσκεψη του 7 Βλ. Απόφαση της Αρχής 28/2022, σκ.
- 8 ασθενή και β) σε κάθε άλλη περίπτωση, για μία εικοσαετία από την τελευταία επίσκεψη του ασθενή».
- Επειδή σύμφωνα με πάγια νομολογία της Αρχής, κατά τα προαναφερόμενα 8, ο ασκών τη γονική μέριμνα του ανήλικου τέκνου του (άρ. 128 και 1510 ΑΚ) έχει καταρχήν ως νόμιμος εκπρόσωπός του το δικαίωμα πρόσβασης του ανωτέρω άρθρου 15 στα στοιχεία που αναφέρονται στο ανήλικο τέκνο του, εκτός εάν προβλέπεται διαφορετικά από δικαστική απόφαση. Ειδικότερα, στο πλαίσιο της υπό εξέταση περίπτωσης, ο καταγγέλλων ως ασκών τη γονική μέριμνα του ανήλικου τέκνου του από κοινού και εξίσου με τη μητέρα, έχει δικαίωμα πρόσβασης στα ιατρικά δεδομένα του τελευταίου, όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1510 και 1513 ΑΚ, 14 του Κώδικα Ιατρικής Δεοντολογίας και 15 του ΓΚΠΔ, χωρίς, μάλιστα, να απαιτείται περαιτέρω η συνδρομή στο πρόσωπό του συγκεκριμένου εννόμου συμφέροντος. Τούτο δε διότι ο καταγγέλλων ως ασκών τη γονική μέριμνα του ανήλικου τέκνου του ταυτίζεται με το υποκείμενο των συγκεκριμένων δεδομένων. Επομένως η καταγγελλόμενη ιατρός υποχρεούται να ικανοποιεί σχετικά δικαιώματα πρόσβασης που ασκούνται από τον πατέρα και ασκούντα τη γονική μέριμνα του ανήλικου τέκνου για το οποίο έχει γνωματεύσει, στο πλαίσιο παροχής υπηρεσιών που το αφορούν.
- Επειδή στην προκειμένη περίπτωση, ο καταγγέλλων άσκησε το δικαίωμα πρόσβασης για λογαριασμό του ανήλικου τέκνου του ενώπιον της καταγγελλόμενης ιατρού – υπευθύνου επεξεργασίας, υπό την ιδιότητά του ως ασκούντος τη γονική μέριμνα, κατά τα ως άνω εκτιθέμενα, η οποία δεν προκύπτει να του έχει αποστερηθεί. Ειδικότερα, ο καταγγέλλων ζήτησε από την ανωτέρω ιατρό όπως αποκτήσει πρόσβαση σε ιατρικές πληροφορίες (εξετάσεις) του ιατρικού φακέλου του ανήλικου τέκνου του. Μάλιστα, ο καταγγέλλων προέβη στην άσκηση του επίμαχου δικαιώματος πρόσβασης κατά τρόπο σαφή μέσω γραπτού μηνύματος περιλαμβάνοντας πλήρη στοιχεία τόσο του ιδίου όσο και του τέκνου του ως ασθενούς της καταγγελλομένης. Από το εν λόγω μήνυμα, που προσκομίστηκε ενώπιον της Αρχής, προκύπτει, ωσαύτως κατά τρόπο αναντίρρητο και επαρκή, η καθ’ όλα νόμιμη άσκηση του δικαιώματος πρόσβασης του καταγγέλλοντος. Εξάλλου, όπως προεξετέθη και στη δεύτερη σκέψη της παρούσας με παραπομπή σε νομολογία της Αρχής, Βλ. ενδεικτικά σχετικές αποφάσεις ΑΠΔ 24/2009, 21, 22 και 53/2010, 130/2013, 18/2018, 4/2020, 26/
- 8 9 για την ικανοποίηση του δικαιώµατος πρόσβασης δεν απαιτείται η επίκληση εννόµου συµφέροντος, αφού θεωρείται δεδοµένο το έννοµο συµφέρον (έστω και ηθικό) του υποκειµένου να λάβει γνώση πληροφοριών, οι οποίες το αφορούν και οι οποίες έχουν καταχωρηθεί σε αρχείο που τηρεί ο υπεύθυνος επεξεργασίας, έτσι ώστε να πραγµατώνεται η βασική αρχή του δικαίου για την προστασία των προσωπικών δεδοµένων, που συνίσταται στη διαφάνεια της επεξεργασίας ως προϋπόθεση κάθε περαιτέρω ελέγχου της νοµιµότητάς της εκ µέρους του υποκειµένου των δεδοµένων. Σε κάθε δε περίπτωση, η άσκηση του δικαιώματος πρόσβασης δεν απαιτείται να λαμβάνει χώρα με συγκεκριμένο τύπο ή πανηγυρικά π.χ. με την επίκληση των διατάξεων του ΓΚΠΔ ή με ρητή αναφορά σε άσκηση του
- Το ως άνω δε αίτημα, το οποίο διατυπώθηκε εγγράφως στις 08-10-2021 μέσω sms στο κινητό της καταγγελλόμενης παιδιάτρου, κατά τα προδιαλαμβανόμενα, δεν προκύπτει εκ των στοιχείων του φακέλου να ικανοποιήθηκε από την ιατρό-υπεύθυνο επεξεργασίας, καθ’ όσον η τελευταία ουδέποτε ανταποκρίθηκε σε αυτό. Ειδικότερα, από τους ισχυρισμούς της καταγγελλόμενης, όπως αυτοί αναπτύσσονται στα ανωτέρω Υπομνήματα που υπέβαλε ενώπιον της Αρχής, προκύπτει ότι δεν έχει χορηγήσει στον καταγγέλλοντα κανένα έγγραφο αναφορικά με το ανήλικο τέκνο του. Επιπλέον, επισημαίνεται ότι ο υπεύθυνος επεξεργασίας δεν απαλλάσσεται από την περί ενημερώσεως υποχρέωσή του έναντι του υποκειμένου των δεδομένων σχετικά με το ασκηθέν δικαίωμα πρόσβασης εκ μόνου του λόγου ότι το εκάστοτε επίμαχο δεδομένο δεν υπάρχει σε τηρούμενο από αυτόν αρχείο
- Επομένως η καταγγελλόμενη ιατρός όφειλε να απαντήσει ενημερώνοντας τον καταγγέλλοντα έστω και μόνον για το γεγονός ότι δεν διατηρεί τυχόν στο αρχείο της δεδομένα που να αφορούν στο ανήλικο τέκνο του. Κατά μείζονα δε λόγο, η καταγγελλόμενη παιδίατρος όφειλε να απαντήσει στο επίμαχο δικαίωμα πρόσβασης που ασκήθηκε κατά τα ανωτέρω από τη στιγμή που και η ίδια συνομολογεί ότι παρακολουθεί το ανήλικο τέκνο του καταγγέλλοντος και ως εκ τούτου συλλέγει και καταγράφει στο τηρούμενο από την ίδια σύστημα αρχειοθέτησης, ήτοι στον ιατρικό φάκελο του ασθενούς, έγγραφα που το αφορούν (βλ. ενδεικτικά σελ. 2-3 του υπ’ αριθ. πρωτ. Γ/ΕΙΣ/8271/27-06-2022 Υπόμνημα της καταγγελλομένης). Θα πρέπει δε να επισημανθεί, συμπληρωματικά προς τα ανωτέρω, η υποχρέωση της ιατρού δυνάμει του Βλ. Απόφαση της Αρχής 26/2021, διαθέσιμη στον ιστότοπο αυτής www.dpa.gr. Βλ. ΣτΕ 2627/2017, σκ.
- Βλ. συναφώς και τις με αριθ. 61/2021, 2/2020, σκ. 1 και 43/2019 Αποφάσεις της Αρχής. 9 10 10 προαναφερόμενου άρθρου 14 του Κώδικα Ιατρικής Δεοντολογίας, όπως τηρεί ιατρικό αρχείο για τους ασθενείς που παρακολουθεί. Με δεδομένο ότι η ίδια η καταγγελλόμενη παραδέχεται ότι παρακολουθεί το τέκνο και ως εκ τούτου τηρεί το εν λόγω αρχείο, το οποίο είναι διαθέσιμο, οφείλει ως υπεύθυνη επεξεργασίας να διασφαλίζει κατ’ αρ. 12 παρ. 1 και 2 ΓΚΠΔ την ευχερή 11 και απρόσκοπτη σε αυτό πρόσβαση κατ’ αρ. 15 παρ. 1 ΓΚΠΔ του εκάστοτε ασκούντος τη γονική μέριμνα ανήλικου τέκνου που παρακολουθεί ως ιατρός.
- Επειδή επιπλέον, επιβεβαιώνεται και μετά την εξέταση των προβαλλόμενων με τα Υπομνήματα ισχυρισμών αμφοτέρων των μερών ότι δεν έχει ικανοποιηθεί το ασκηθέν δικαίωμα πρόσβασης του καταγγέλλοντος και δεν έχει λάβει γνώση ο τελευταίος, τουλάχιστον μέχρι την ημερομηνία της ακροάσεως της 08ης-06-2022 ενώπιον της Αρχής, οποιουδήποτε στοιχείου του ιατρικού φακέλου του ανήλικου τέκνου του, ενώ δεν προκύπτει η δικαιολογημένη, κατά τα προδιαλαμβανόμενα, μη ικανοποίηση αυτού, ή καθυστερημένη εκπλήρωση αυτού και δη εντός των εκ του ΓΚΠΔ προβλεπόμενων προθεσμιών, στοιχειοθετείται η παραβίαση της διάταξης του άρθρου 15 του ΓΚΠΔ σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 12 παρ. 1, 3 και 4 ΓΚΠΔ.
- Επειδή ο ισχυρισμός της καταγγελλομένης περί αμφισβήτησης της ταυτότητας του καταγγέλλοντος ως πατέρα - ασκούντος τη γονική μέριμνα του εν λόγω ανήλικου ασθενούς της, από την οποία η παιδίατρος αναφέρει ότι εξάρτησε τη μη ικανοποίηση του επίμαχου δικαιώματος πρόσβασης, ελέγχεται ως ουσία αβάσιμος. Τούτο δε διότι, πέραν του ότι ο καταγγέλλων αρνείται ρητά το γεγονός ότι αμφισβητήθηκε κατά την επικοινωνία του με την καταγγελλόμενη η ταυτότητά του ως πατέρα ασκούντος τη γονική μέριμνα του εν λόγω ανήλικου τέκνου και ότι του ζητήθηκε η προσκόμιση εγγράφων προς απόδειξη της ιδιότητάς του και, επιπλέον, δεν αποδεικνύεται εκ των στοιχείων του φακέλου ο ως άνω περί του αντιθέτου ισχυρισμός της καταγγελλόμενης παιδιάτρου, σε κάθε περίπτωση, ο επίμαχος ισχυρισμός έρχεται σε ευθεία αντίφαση με τους ίδιους τους ισχυρισμούς της καταγγελλομένης, όπως αυτοί προβλήθηκαν στο πλαίσιο του με αριθ. πρωτ. Γ/ΕΙΣ/7773/0706-2022 Υπομνήματός της ενώπιον της Αρχής. Ειδικότερα, στο ως άνω Υπόμνημα η παιδίατρος ομολογεί ρητά ότι μετά την τηλεφωνική επικοινωνία που είχε με τον καταγγέλλοντα, ήτοι πριν την από 08-10-2021 έγγραφη άσκηση του επίμαχου δικαιώματος Πρβλ. ΑΠΔ 72/2013, ιδίως σκ. 6, όπου γίνεται αναφορά στην ευχέρεια, ήτοι στη μη υπέρμετρη θυσία, εκ μέρους του Υπευθύνου Επεξεργασίας προς την κατεύθυνση ικανοποίησης του δικαιώματος πρόσβασης. Βλ. συναφώς και ΑΠΔ 26/
- 11 11 πρόσβασης, προέβη σε σχετική ενημέρωση της μητέρας του ανήλικου τέκνου, η οποία της επιβεβαίωσε τη διάρρηξη των μεταξύ τους σχέσεων και επομένως ήταν εξ αντικειμένου σαφές στην καταγγελλόμενη ήδη πριν την άσκηση του δικαιώματος πρόσβασης, που έλαβε χώρα σε χρόνο μεταγενέστερο της ως άνω επικοινωνίας με τη μητέρα του τέκνου, από τον καταγγέλλοντα, ότι ο τελευταίος δεν ήταν ένα άγνωστο πρόσωπο αλλά ο πατέρας του ως άνω τέκνου. Περαιτέρω, και από το με αριθ. πρωτ. Γ/ΕΙΣ/8271/27-06-2022 Υπόμνημα της καταγγελλομένης, που υπεβλήθη στην Αρχή μετά την ακρόαση, επιβεβαιώνεται ότι μετά το πρώτο τηλεφώνημα που δέχτηκε η παιδίατρος από τον καταγγέλλοντα, και ως εκ τούτου σε χρόνο προγενέστερο από την άσκηση του επίμαχου δικαιώματος πρόσβασης, όπως προεξετέθη, ρώτησε τη μητέρα του τέκνου για την ιδιότητα του καταγγέλλοντος και ήταν σαφές ότι οι σχέσεις τους είχαν διαρραγεί. Επομένως, εκ των ανωτέρω προκύπτει ότι η καταγγελλόμενη παιδίατρος είχε ήδη πριν την άσκηση του ως άνω δικαιώματος πρόσβασης επιβεβαιώσει τη σχέση που είχε ο καταγγέλλων με τη μητέρα και το τέκνο και άρα της ήταν σαφής η ιδιότητά του, καθ’ όσον εκ των ισχυρισμών της δεν προκύπτει ότι η μητέρα του τέκνου αμφισβήτησε την ιδιότητα του καταγγέλλοντος ως πατέρα του τελευταίου. Και ναι μεν από τη διάταξη του άρθρου 12 παρ. 6 ΓΚΠΔ προκύπτει ότι σε περίπτωση κατά την οποία ο υπεύθυνος επεξεργασίας έχει εύλογες αμφιβολίες σχετικά με την ταυτότητα του φυσικού προσώπου που υποβάλλει το αίτημα πρόσβασης, ο τελευταίος μπορεί να ζητήσει την παροχή πρόσθετων πληροφοριών αναγκαίων για την επιβεβαίωση της ταυτότητας του υποκειμένου των δεδομένων πλην όμως, και ενόψει του ότι η ως άνω ιδιότητα ήταν ήδη γνωστή στην παιδίατρο και ότι πάντως σίγουρα ο καταγγέλλων δεν ήταν τρίτος σε σχέση με το τέκνο, όπως προέκυψε από την ενημέρωση που συνομολογεί η καταγγελλομένη ότι είχε από τη μητέρα του τελευταίου, ανεξαρτήτως του ποιος γονέας ασκούσε την επιμέλεια, και δεδομένου ότι, σε κάθε περίπτωση, δεν αποδείχθηκε ότι πράγματι εκφράστηκαν στον καταγγέλλοντα τέτοιες αμφιβολίες και ότι του ζητήθηκαν πρόσθετες πληροφορίες, τα όσα περί αμφιβολίας για την ταυτότητα και την ιδιότητα του καταγγέλλοντος ως πατέρα – ασκούντος τη γονική μέριμνα του ως άνω ανήλικου τέκνου αναφέρει η καταγγελλόμενη ως λόγο μη ικανοποίησης του ασκηθέντος δικαιώματος πρόσβασης, προβάλλονται όλως αβάσιμα και προσχηματικά εν όψει των επικαλούμενων από την ίδια πραγματικών περιστατικών και ως εκ τούτου τυγχάνουν απορριπτέα.
- Επειδή οι ισχυρισμοί της καταγγελλομένης περί επιλεκτικής της ανταπόκρισης σε συγκεκριμένο μόνο τύπο μηνυμάτων, ήτοι emails και όχι γραπτά τηλεφωνικά μηνύματα, 12 τυγχάνουν ωσαύτως απορριπτέοι, καθ’ όσον όφειλε να απαντήσει ως υπεύθυνη επεξεργασίας σε κάθε περίπτωση στον καταγγέλλοντα πολλώ δε μάλλον από τη στιγμή που ο τελευταίος άσκησε ρητώς και προσηκόντως το επίμαχο δικαίωμα πρόσβασης ζητώντας έγγραφα που σχετίζονται ευθέως με το ασκούμενο επάγγελμα της καταγγελλομένης και σημειώνοντας, μάλιστα, στο τέλος του επίμαχου μηνύματος την ηλεκτρονική του διεύθυνση. Σημειώνεται δε ότι για την ικανοποίηση του δικαιώματος πρόσβασης δεν τίθεται εκ του νόμου ως προϋπόθεση η προηγούμενη προσωπική γνωριμία του υποκειμένου των δεδομένων με τον εκάστοτε υπεύθυνο επεξεργασίας, προς αντίκρουση του επικαλούμενου ισχυρισμού της καταγγελλομένης περί μη προηγούμενης προσωπικής γνωριμίας ή επικοινωνίας και διά ζώσης συνάντησης με τον καταγγέλλοντα (βλ. σελ. 1 του υπ’ αριθ. πρωτ. Γ/ΕΙΣ/8271/27-06-2022 ως άνω Υπομνήματός της). Τέλος, επισημαίνεται ότι η επικαλούμενη από την καταγγελλομένη ενημέρωση του καταγγέλλοντος από τη μητέρα του τέκνου για την κατάσταση της υγείας του τελευταίου, ουδόλως αναιρεί την υποχρέωση της παιδιάτρου ως υπεύθυνης επεξεργασίας να ανταποκρίνεται και ικανοποιεί το προσηκόντως και ρητώς ασκηθέν ως άνω δικαίωμα πρόσβασης.
- Επιπλέον, εκ των ανωτέρω πραγματικών περιστατικών προκύπτει ότι η καταγγελλόμενη παιδίατρος – υπεύθυνη επεξεργασίας δεν επέδειξε απολύτως καμία διάθεση συνεργασίας με την Αρχή παρέχοντας διευκρινίσεις σχετικά με την καταγγελία που την αφορούσε. Ειδικότερα, αδιαφόρησε και δεν μερίμνησε να απαντήσει στην Αρχή και τις δύο φορές που η τελευταία της απηύθυνε τα ανωτέρω με αριθ. πρωτ. Γ/ΕΞΕ/2686/29-11-2021 και Γ/ΕΞΕ/162/19-01-2022 έγγραφα, κατά τα αναλυτικώς εκτεθέντα στο ιστορικό της παρούσας. Μάλιστα, της αποστολής του δεύτερου ως άνω υπενθυμιστικού εγγράφου της Αρχής προς την καταγγελλόμενη, είχε προηγηθεί τηλεφωνική επικοινωνία με την τελευταία στις 13-012022 με πρωτοβουλία της Αρχής, την οποία και διέκοψε απότομα η παιδίατρος, ενώ επισημαίνεται ότι ακόμα και μετά την παράδοση ως συστημένου του ανωτέρω υπενθυμιστικού εγγράφου της Αρχής ακολούθησε και πάλι με πρωτοβουλία της Αρχής στις 10-03-2022 τηλεφωνική επικοινωνία με την καταγγελλομένη λόγω της μη ανταπόκρισής της μέχρι τότε, για να διακοπεί και πάλι απότομα από την παιδίατρο. Μέχρι δε την ακρόασή της ενώπιον της Αρχής στις 08-06-2022, δεν ανταποκρίθηκε στις ως άνω ζητηθείσες διευκρινίσεις παρά μόνο στις 06-06-2022, οπότε και απέστειλε το με αριθ. πρωτ. Γ/ΕΙΣ/7773/07-06-2022 υπόμνημα. 13 Επομένως, ενόψει των ως άνω γεγονότων, δεν μπορεί εξ αντικειμένου να επιβεβαιωθεί η επικαλούμενη από την καταγγελλόμενη παιδίατρο δήθεν άμεση προσφυγή της σε νομικό παραστάτη, ήτοι από την το πρώτον διαβίβαση της καταγγελίας σε αυτή από την Αρχή, ως εν τοις πράγμασι απόδειξη της διάθεσής της για συνεργασία με την Αρχή. Ιδίως δε ενόψει του ότι ακόμα και στη δεύτερη τηλεφωνική επικοινωνία με την παιδίατρο που έλαβε χώρα στις 10-03-2022, οπότε και κατέστη σαφές στην ίδια την καταγγελλόμενη ότι κανένας δεν είχε ανταποκριθεί για λογαριασμό της στις διευκρινίσεις που της ζητήθηκαν περί τα τέλη του 2021 από την Αρχή, δεν ελήφθη καμία μέριμνα από την καταγγελλόμενη, ώστε να οχλήσει (εκ νέου) τον τυχόν νομικό παραστάτη στον οποίο, κατά τους ισχυρισμούς της, είχε αναθέσει το χειρισμό της σχετικής υπόθεσης. Τούτο δε αποδεικνύεται εκ του γεγονότος ότι το πρώτο της υπόμνημα υποβλήθηκε στην Αρχή περί τους 3 μήνες αργότερα και μάλιστα, 2 ημέρες πριν την ακρόαση ενώπιον της Αρχής. Επισημαίνεται συναφώς ότι το επικαλούμενο από την καταγγελλόμενη πρόβλημα υγείας του πρώτου, κατά τους ισχυρισμούς της, νομικού παραστάτη που είχε αναλάβει την επίμαχη υπόθεσή της, ακόμα και αν ήθελε θεωρηθεί ως αληθές, δεν δικαιολογεί την προαναφερθείσα καθυστέρηση στην ανταπόκρισή της ενώπιον της Αρχής ακόμα και μετά την παραλαβή του δεύτερου ως άνω υπενθυμιστικού εγγράφου, το οποίο απεστάλη κατευθείαν στην καταγγελλόμενη ως συστημένη επιστολή, μετά τη λήψη της οποίας αποδεικνύεται ότι δεν έλαβε χώρα καμία απολύτως ενέργεια της καταγγελλόμενης προς την κατεύθυνση της συνεργασίας με την Αρχή ή ακόμα και διάθεσης από την πλευρά της όπως ενημερώσει την Αρχή με δική της πρωτοβουλία. Τουναντίον δε, η ανωτέρω εξακολουθητική καθυστέρηση επτά περίπου μηνών αναφορικά με την ανταπόκρισή της προς την Αρχή σε συνδυασμό με την εκ μέρους της καταγγελλομένης απότομη διακοπή των τηλεφωνικών επικοινωνιών που έλαβαν χώρα με πρωτοβουλία της Αρχής καταδεικνύουν τη μη συνεργασία της ως υπεύθυνης επεξεργασίας με την Αρχή. Με τον τρόπο αυτό παραβίασε ως υπεύθυνη επεξεργασίας την απορρέουσα από το προαναφερόμενο άρθρο 31 του ΓΚΠΔ υποχρέωσή της, η οποία είναι αυτοτελής και η παραβίασή της επισύρει την επιβολή του διοικητικού προστίμου του άρθρου 83 παρ. 4 στοιχ. α΄ ΓΚΠΔ
- Επειδή διαπιστώνεται η παραβίαση του δικαιώματος πρόσβασης του άρθρου 15 παρ. 1 του ΓΚΠΔ συνδυαστικά προς τις διατάξεις των παραγράφων 1, 3 και 4 του άρθρου 12 του Ενδεικτικά σημειώνεται ότι η Αρχή με την απόφαση 33/2021 επέβαλε διοικητικό πρόστιμο για την αυτοτελή παραβίαση της διάταξης του άρθρου 31 ΓΚΠΔ. 12 14 ΓΚΠΔ και το ότι παρά την παρέμβαση της Αρχής που επελήφθη της επίμαχης καταγγελίας και δη περί τους επτά μήνες αργότερα, δεν έχει ακόμη ικανοποιηθεί το δικαίωμα πρόσβασης του καταγγέλλοντος από την καταγγελλόμενη ιατρό
- Επιπλέον, διαπιστώνεται και η παραβίαση της αυτοτελούς υποχρέωσης της καταγγελλομένης ως υπεύθυνης επεξεργασίας όπως συνεργάζεται με την εποπτική αρχή κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 31 του ΓΚΠΔ και ότι η παραβίαση των προβλεπόμενων στα άρθρα 12-22 του ΓΚΠΔ δικαιωμάτων των υποκειμένων των δεδομένων, επισύρει την επιβολή των σχετικών κυρώσεων κατ’ άρθρο 83 παρ. 5 στοιχ. β΄ του ΓΚΠΔ, ενώ η παραβίαση των προβλεπόμενων στα άρθρα 25 έως 39, μεταξύ άλλων, υποχρεώσεων του υπευθύνου επεξεργασίας επισύρει την επιβολή των σχετικών κυρώσεων κατ΄ άρθρο 83 παρ. 4 στοιχ. α’ του ΓΚΠΔ.
- Σύμφωνα με τον ΓΚΠΔ (Αιτ. Σκ. 148) προκειμένου να ενισχυθεί η επιβολή των κανόνων του παρόντος Κανονισμού, κυρώσεις, συμπεριλαμβανομένων των διοικητικών προστίμων, θα πρέπει να επιβάλλονται για κάθε παράβαση του παρόντος Κανονισμού, επιπρόσθετα ή αντί των κατάλληλων μέτρων που επιβάλλονται από την εποπτική αρχή σύμφωνα με τον παρόντα Κανονισμό.
- Με βάση τα ανωτέρω, η Αρχή κρίνει ότι συντρέχει περίπτωση να ασκήσει τις κατά το άρθρο 58 παρ. 2 του ΓΚΠΔ διορθωτικές εξουσίες της σε σχέση με τις διαπιστωθείσες παραβάσεις.
- Η Αρχή κρίνει περαιτέρω ότι η επιβολή διορθωτικού μέτρου δεν αρκεί για την αποκατάσταση της συμμόρφωσης με τις διατάξεις του ΓΚΠΔ που έχουν παραβιαστεί και ότι πρέπει, με βάση τις περιστάσεις που διαπιστώθηκαν, να επιβληθούν, κατ’ εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 58 παρ. 2 εδ. θ’ του ΓΚΠΔ, επιπλέον και αποτελεσματικά, αναλογικά και αποτρεπτικά διοικητικά χρηματικά πρόστιμα κατ’ άρθρο 83 του ΓΚΠΔ τόσο προς αποκατάσταση της συμμόρφωσης, όσο και για την τιμωρία της παράνομης συμπεριφοράς
- Περαιτέρω η Αρχή, έλαβε υπ’ όψιν τα κριτήρια επιμέτρησης των προστίμων που ορίζονται στο άρθρο 83 παρ. 2 του ΓΚΠΔ, τις παραγράφους 4 περ. α’ και 5 περ. β’ του ίδιου άρθρου που έχουν εφαρμογή στην παρούσα υπόθεση και τις Κατευθυντήριες γραμμές για Πρβλ. ΑΠΔ 37/2015 και 71/2015, ιδίως σκ.
- Βλ. και ΑΠΔ 26/
- Βλ. ΟΕ 29, Κατευθυντήριες γραμμές και την εφαρμογή και τον καθορισμό διοικητικών προστίμων για τους σκοπούς του κανονισμού 2016/679 WP253, σελ.
- 13 14 15 την εφαρμογή και τον καθορισμό διοικητικών προστίμων για τους σκοπούς του Κανονισμού 2016/679 που εκδόθηκαν στις 03-10-2017 από την Ομάδα Εργασίας του άρθρου 29 (WP 253), καθώς και τα πραγματικά δεδομένα της εξεταζόμενης υπόθεσης και ιδίως: Α. Για την παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 15 παρ. 1 του ΓΚΠΔ συνδυαστικά προς τις διατάξεις των παραγράφων 1, 3 και 4 του άρθρου 12 του ΓΚΠΔ: i. Το γεγονός ότι η παραβίαση του δικαιώματος πρόσβασης αφορά και δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα του άρθρου 9 ΓΚΠΔ σχετικά με την κατάσταση της υγείας του ανήλικου τέκνου του καταγγέλλοντος (άρ. 4 περ. 15 ΓΚΠΔ), ενώ η καταγγελλόμενη του στέρησε τη δυνατότητα να πληροφορηθεί την κατάσταση υγείας του ανηλίκου τέκνου του. ii. Το γεγονός ότι η καταγγελλόμενη δεν ικανοποίησε το δικαίωμα πρόσβασης που άσκησε ο καταγγέλλων κατ’ άρθρο 15 παρ. 1 ΓΚΠΔ. iii. Το γεγονός της μακράς χρονικής διάρκειας μη ικανοποίησης του δικαιώματος πρόσβασης παρά την παρέμβαση της Αρχής. iv. Το γεγονός ότι η παράβαση εν προκειμένω έθιξε ένα
(1)φυσικό πρόσωπο ως υποκείμενο των προσωπικών δεδομένων σε σχέση με την ικανοποίηση του δικαιώματος πρόσβασης. v. Το γεγονός ότι η παραβίαση του δικαιώματος πρόσβασης αποδίδεται σε αμέλεια της καταγγελλόμενης λόγω άγνοιας των διατάξεων του ΓΚΠΔ και ως εκ τούτου μη λήψης συναφών μέτρων συμμόρφωσης . vi. Την απουσία συνεργασίας της καταγγελλόμενης με την Αρχή, δεδομένου ότι ενώ η Αρχή στο πλαίσιο της άσκησης των ελεγκτικών-ερευνητικών της αρμοδιοτήτων ζήτησε διευκρινίσεις από την καταγγελλόμενη και επιχείρησε με δική της πρωτοβουλία να επικοινωνήσει με την τελευταία, κατά τα αναλυτικώς ως άνω εκτεθέντα, για το χρονικό διάστημα από τον Νοέμβριο του 2021, οπότε και απεστάλη το πρώτο έγγραφο στην παιδίατρο, μέχρι και το Μάϊο του 2022, οπότε και της εστάλη η κλήση προς ακρόαση, η ίδια ουδέποτε ανταποκρίθηκε παρά μόνο 2 ημέρες πριν την από 08-06-2022 ακρόαση ενώπιον της Αρχής αποστέλλοντας το πρώτο της υπόμνημα. 16 vii. Την απουσία τυχόν ενεργειών στις οποίες μπορούσε να προβεί και δεν προέβη η καταγγελλόμενη για να μετριάσει τη ζημία που υπέστη το υποκείμενο των δεδομένων και δη την δυνατότητα να ικανοποιήσει, έστω και εκπρόθεσμα, το δικαίωμα πρόσβασης. viii. Την απουσία προηγούμενων διαπιστωμένων παραβάσεων της καταγγελλόμενης καθώς από σχετικό έλεγχο προκύπτει ότι δεν της έχει επιβληθεί μέχρι σήμερα διοικητική κύρωση από την Αρχή. ix. Το γεγονός ότι από τα στοιχεία που τέθηκαν υπ’ όψιν της Αρχής και με βάση τα οποία διαπίστωσε την παραβίαση του ΓΚΠΔ, ο υπεύθυνος επεξεργασίας δεν αποκόμισε οικονομικό όφελος, ούτε προκάλεσε υλική ζημία στον καταγγέλλοντα. x. Το γεγονός ότι η παράβαση των διατάξεων σχετικά με τα δικαιώματα των υποκειμένων υπάγεται, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 83 παρ. 5 εδ. β’ ΓΚΠΔ, στην ανώτερη προβλεπόμενη κατηγορία του συστήματος διαβάθμισης διοικητικών προστίμων. Β. Για την παραβίαση της υποχρέωσης συνεργασίας με την Αρχή κατ’ άρθρο 31 του ΓΚΠΔ, η οποία υπάγεται στην κατηγορία της περ. α’ της παραγράφου 4 του άρθρου 83 του ΓΚΠΔ ως προς το σύστημα διαβάθμισης των διοικητικών προστίμων: i. Tον εξακολουθητικό χαρακτήρα της μη συνεργασίας της καταγγελλομένης με την Αρχή, όπως αναλυτικά περιγράφηκε ανωτέρω. ii. Tο γεγονός ότι η παραβίαση διαπιστώθηκε στο πλαίσιο διερεύνησης καταγγελίας για παραβίαση του δικαιώματος πρόσβασης σε δεδομένα ειδικής κατηγορίας ανηλίκου. iii) Το γεγονός ότι πάντως η συγκεκριμένη παραβίαση συνιστά μεμονωμένη περίπτωση. 18. Βάσει των ανωτέρω, η Αρχή αποφασίζει ομόφωνα ότι πρέπει να επιβληθούν στην καταγγελλόμενη ιατρό ως υπεύθυνη επεξεργασίας οι αναφερόμενες στο διατακτικό διοικητικές κυρώσεις, οι οποίες κρίνονται ανάλογες με τη βαρύτητα των παραβάσεων. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Η Αρχή 17 Επιβάλλει στην καταγγελλόμενη υπεύθυνη επεξεργασίας ιατρό, Β, το αποτελεσματικό, αναλογικό και αποτρεπτικό διοικητικό χρηματικό πρόστιμο που αρμόζει στην συγκεκριμένη περίπτωση, σύμφωνα με τις ειδικότερες περιστάσεις αυτής, ύψους δύο χιλιάδων πεντακοσίων (2.500) ευρώ για τις ως άνω διαπιστωθείσες παραβιάσεις των άρθρων 15 παρ. 1 ΓΚΠΔ και 12 παρ. 1, 3 και 4 ΓΚΠΔ, σύμφωνα με τα άρθρα 58 παρ. 2 στοιχ. θ΄ και 83 παρ. 5 στοιχ. β΄ ΓΚΠΔ και ύψους δύο χιλιάδων πεντακοσίων (2.500) ευρώ για την ως άνω διαπιστωθείσα παραβίαση του άρθρου 31 ΓΚΠΔ, σύμφωνα με τα άρθρα 58 παρ. 2 στοιχ. θ΄ και 83 παρ. 4 στοιχ. α΄ ΓΚΠΔ. Ο Αναπληρωτής Πρόεδρος Η Γραμματέας Γεώργιος Μπατζαλέξης Ειρήνη Παπαγεωργοπούλου 18