← Ελλάδα

Παραβίαση των αρχών της αναλογικότητας και της νομιμότητας αναφορικά με επεξεργασία προσωπικών δεδομένων από ειδησεογραφική ιστοσελίδα

Αθήνα, 04-07-2025 Αριθ. Πρωτ.: 2404 ΑΠΟΦΑΣΗ 30/2025 (Τμήμα) Η Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα συνήλθε μετά από πρόσκληση του Προέδρου της σε συνεδρίαση μέσω τηλεδιασκέψεως την Τετάρτη 1812-2024 και ώρα 10:00, προκειμένου να εξετάσει την υπόθεση που αναφέρεται στο ιστορικό της παρούσας. Παρέστησαν, ο Αναπληρωτής Πρόεδρος της Αρχής, Γεώργιος Μπατζαλέξης, κωλυόμενου του Προέδρου της Αρχής Κωνσταντίνου Μενουδάκου και τα αναπληρωματικά μέλη της Αρχής Δημοσθένης Βουγιούκας και Μαρία Ψάλλα, σε αντικατάσταση των τακτικών μελών Κωνσταντίνου Λαμπρινουδάκη και Γρηγορίου Τσόλια, οι οποίοι, αν και εκλήθησαν νομίμως, δεν παρέστησαν λόγω κωλύματος και Νικόλαος Λίβος ως εισηγητής. Παρούσες χωρίς δικαίωμα ψήφου ήταν η Στεφανία Πλώτα, ειδική επιστήμονας-δικηγόρος, ως βοηθός εισηγητή και η Ειρήνη Παπαγεωργοπούλου, υπάλληλος του τμήματος διοικητικών υποθέσεων της Αρχής, ως γραμματέας. Η Αρχή έλαβε υπόψη της τα κατωτέρω: Με την υπ’ αριθ. πρωτ. Γ/ΕΙΣ/7874/09-06-2022 καταγγελία του στην Αρχή, ο Α (εφεξής «καταγγέλλων») καταγγέλλει την ενημερωτική ιστοσελίδα zougla.gr (εφεξής «καταγγελλόμενη ιστοσελίδα» ή «zougla.gr») για ανάρτηση άρθρου περιέχοντος δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που τον αφορούν. Ειδικότερα, ο καταγγέλλων αναφέρει ότι στις … η καταγγελλόμενη ιστοσελίδα ανάρτησε άρθρο με τίτλο «…», στη διαδικτυακή θέση …, στο οποίο αναφέρεται ότι ο καταγγέλλων και η 1 Λεωφ. Κηφισίας 1-3, 11523 Αθήνα Τ: 210 6475 600 • E: contact@dpa.gr • www.dpa.gr μητέρα του Β, προσπαθούν να καταπατήσουν ένα αγροτεμάχιο του Γ, το οποίο νοικιάζει από τη Δ αλλά στην πραγματικότητα το εν λόγω ακίνητο ανήκει στη μητέρα του καταγγέλλοντος σύμφωνα με το Κτηματολόγιο. Ο καταγγέλλων αναφέρει ότι ο Γ εμφάνισε φωτογραφίες, έγγραφα, καθώς και ηχητικό υλικό, στα οποία φαίνονται τα πλήρη στοιχεία τους, η διεύθυνση κατοικίας τους, καθώς και τα στοιχεία του πατέρα του Ε στην Εισαγγελική Παραγγελία, στοχοποιώντας παράλληλα και τα τρία μέλη της οικογένειας [του] Α, αναφέροντας ότι η οικία τους είναι αυθαίρετη, παρότι κατέχουν άδεια αυτής, καθώς και την ιδιότητα του καταγγέλλοντος (…), το αξίωμά του και τον βαθμό του, καθιστώντας τον στόχο λόγω αυτής της ιδιότητας και τα στοιχεία του ορατά σε όλον τον κόσμο. Στην εν λόγω καταγγελία ο καταγγέλλων υποβάλλει συνημμένα i. το από 29-11-2017 έγγραφο της Δ/νσης Υπηρεσίας Δόμησης του Δήμου Φ προς τη μητέρα του με τίτλο «Διακοπή οικοδομικών εργασιών», με το οποίο την ενημερώνουν ότι διακόπτουν τις οικοδομικές εργασίες, προκειμένου εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος ο ιδιοκτήτης να προσκομίσει την απόφαση του Γενικού Γραμματέα Αποκεντρωμένης Διοίκησης αναφορικά με άδεια δόμησης ακινήτου και τον χαρακτηρισμό οδού ως «κύριας δημοτικής οδού», ii. την από 20-05-2022 καταγγελία Γ για παράνομες εργασίες περίφραξης από την Β σε οικόπεδο ιδιοκτησίας του, iii. την απομαγνητοφώνηση του ηχητικού αρχείου zougla.gr, στο οποίο ο Γ αναφέρει τα στοιχεία του καταγγέλλοντος και της μητέρας του, καθώς και ότι η οικογένεια του καταγγέλλοντος προσπαθεί να βάλει συρματοπλέγματα στο αγροτεμάχιο που ο ίδιος νοικιάζει, ώστε να μεγαλώσει η έκταση του οικοπέδου τους για να νομιμοποιηθεί η οικία τους που θεωρείται παράνομη, καθώς και ότι στο Αστυνομικό Τμήμα [περιοχής] Χ κρύβουν έγγραφα και μηνύσεις προς όφελος του Α, ενώ κατόπιν μικρής συμπλοκής μεταξύ τους μετέβησαν στο Αστυνομικό Τμήμα [περιοχής] Χ, όπου εκεί κρατήθηκε ο μηνυτής Γ και αφέθηκε ελεύθερος ο καταγγέλλων (Α). Η Αρχή, στο πλαίσιο εξέτασης της ανωτέρω καταγγελίας απέστειλε στην εταιρεία με την επωνυμία «ΖΟΥΓΚΛΑ ΤΖΙ−ΑΡ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΜΕΣΩΝ ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΩΝ ΜΑΖΙΚΗΣ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ», διαχειρίστρια της ιστοσελίδας «www.zougla.gr», το υπ’ αριθ. πρωτ. Γ/ΕΞ/2062/12-08-2022 έγγραφο προς παροχή 2 απόψεων, διαβιβάζοντας την εν λόγω καταγγελία. Επειδή η Αρχή δεν έλαβε καμία απάντηση, απέστειλε το υπ’ αριθ. πρωτ. Γ/ΕΞ/3088/02-12-2022 έγγραφο στην καταγγελλόμενη καλώντας την να παράσχει αμελλητί τις απόψεις της, επισημαίνοντας την υποχρέωσή της ως υπεύθυνος επεξεργασίας να συνεργαστεί με την Αρχή δυνάμει του άρθρου 31 ΓΚΠΔ, και με το από 30-05-2023 μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου η Αρχή διαβίβασε εκ νέου την καταγγελία στην καταγγελλόμενη ιστοσελίδα μαζί με τα δύο προηγούμενα έγγραφα, καθώς μέχρι τότε δεν είχε λάβει καμία απάντηση και το επίμαχο δημοσίευμα παρέμενε αναρτημένο στην καταγγελλόμενη ιστοσελίδα. Μέσα στην ίδια ημέρα, η Αρχή έλαβε μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου από την ηλεκτρονική δ/νση «newsroom zougla», στο οποίο αναφερόταν ότι «Διευθετήθηκε το ζήτημα. Κατεβάσαμε το δημοσίευμα» και η Αρχή διεπίστωσε, κατόπιν σχετικής αναζήτησης, ότι δεν ήταν πλέον αναρτημένο το επίμαχο άρθρο στην ιστοσελίδα «zougla.gr». Μετά την πάροδο μικρού χρονικού διαστήματος, ο καταγγέλλων ενημέρωσε την Αρχή ότι σε αναζήτηση που έκανε στο διαδίκτυο, προέκυψε και πάλι το επίμαχο άρθρο στην ιστοσελίδα «zougla.gr», γεγονός το οποίο διεπίστωσε και η Αρχή με αντίστοιχη αναζήτηση και το οποίο είχε αυτούσιο αναπαραχθεί στις ιστοσελίδες www.theworldnews.net και www.opennews.gr. Κατόπιν τηλεφωνικής επικοινωνίας της Αρχής με την καταγγελλόμενη ιστοσελίδα, η τελευταία απέστειλε στην Αρχή το από 12-09-2023 μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, στο οποίο αναφερόταν ότι «διεγράφησαν» και σε εκ νέου αναζήτηση της Αρχής δεν προέκυψε ως αποτέλεσμα το επίμαχο άρθρο στην καταγγελλόμενη ιστοσελίδα. Κατόπιν τούτων, η Αρχή κάλεσε με τα υπ’ αριθ. πρωτ. Γ/ΕΞ/1193/18-04-2024 και Γ/ΕΞ/1194/18-04-2024 τον καταγγέλλοντα Α και την εταιρεία με την επωνυμία «ΖΟΥΓΚΛΑ ΤΖΙ−ΑΡ Α.Ε. ΜΕΣΩΝ ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΩΝ ΜΑΖΙΚΗΣ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ», διαχειρίστρια της καταγγελλόμενης ιστοσελίδας «www.zougla.gr», όπως νομίμως εκπροσωπείται, να παραστούν στη συνεδρίαση του Τμήματος της Αρχής στις 24-042024, προκειμένου να συζητηθεί η εν θέματι καταγγελία. Στη συνεδρίαση αυτή συζητήθηκε το αίτημα αναβολής που υπέβαλε η καταγγελλόμενη, το οποίο έγινε αποδεκτό από το Τμήμα της Αρχής και ορίστηκε ως νέα ημερομηνία συζήτησης η 15η3 05-

  1. Στην εν λόγω συνεδρίαση παρέστησαν ο καταγγέλλων Α μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Χάρη Τριανταφύλλου (ΑΜΔΣ …) και εκ μέρους της καταγγελλόμενης η πληρεξούσια δικηγόρος Ελένη–Μαρία Τριανταφύλλου (ΑΜΔΣ …). Κατά τη συνεδρίαση αυτή, οι παριστάμενοι ανέπτυξαν τις απόψεις τους και εν συνεχεία η καταγγελλόμενη υπέβαλε στην Αρχή το υπ’ αρ. πρωτ. Γ/ΕΙΣ/4775/31-052024 υπόμνημα. Στο υπόμνημα η καταγγελλόμενη ιστοσελίδα αναφέρει ότι: i. διατηρεί ειδησεογραφικό site κάτω από το όνομα χώρου www.zougla.gr, το οποίο διακρίνεται για την προβολή ειδήσεων, ρεπορτάζ κοινωνικού ενδιαφέροντος και την ανάδειξη σημαντικών καταγγελιών από πολίτες, ii. έχουν αποσυρθεί από τους διακομιστές τους και από τη μηχανή αναζήτησης της Google (που αφορά το δικό τους portal zougla.gr) όλες οι σχετικές αναρτήσεις για το επίμαχο δημοσίευμα με τίτλο «…», μόλις έλαβαν γνώση του σχετικού αιτήματος του προσφεύγοντος από την Αρχή, iii. ως προς τον ισχυρισμό του καταγγέλλοντος περί αναδημοσίευσης της επίμαχης δημοσίευσης τον Αύγουστο του 2023 ουδόλως αποδεικνύεται και δεν ευσταθεί, ενημερώνοντας ότι το εν λόγω διάστημα πραγματοποιήθηκε αναδιαμόρφωση – μεταφορά του site και σε περίπτωση που επανεμφανίσθηκε η δημοσίευση, καταφανώς πρόκειται για τεχνικό ζήτημα, το οποίο και επιλύθηκε άμεσα, με αποτέλεσμα να μην φέρει ευθύνη για το συμβάν, iv. όσον αφορά τις αναδημοσιεύσεις από έτερες ιστοσελίδες μέσω συστήματος RSS, η εταιρεία δεν φέρει ουδεμία ευθύνη και δεδομένου του όγκου αναρτήσεων ειδήσεων, θεμάτων και ρεπορτάζ καθημερινώς είναι πρακτικά αδύνατος ο έλεγχος, η παρακολούθηση και η καταγραφή αναδημοσιεύσεων αναρτήσεων της ιστοσελίδας της από άλλες ειδησεογραφικές ιστοσελίδες, v. σε κάθε περίπτωση, όπως προκύπτει από το ίδιο το δημοσίευμα, όλα τα πρόσωπα που φέρονται να απεικονίζονται στο δημοσίευμα έχουν αποκρυφθεί, όπως επιβάλλει το δημοσιογραφικό καθήκον και η δεοντολογία, vi. το δημοσίευμα αφορά σε αυτούσια παράθεση της καταγγελίας που απέστειλε στην ιστοσελίδα zougla.gr ο Γ και αποτελεί προϊόν έρευνας αλλά και ενδελεχούς διερεύνησης της καταγγελίας, με μελέτη και αξιολόγηση δημοσίων εγγράφων, τα οποία ετέθησαν υπόψιν της, vii. δεν υπάρχει ουδεμία προσωπική γνωριμία με τον εν 4 λόγω καταγγέλλοντα (Γ), ο οποίος απλώς επικοινώνησε με την ηλεκτρονική ιστοσελίδα zougla.gr ζητώντας να υποβάλει την καταγγελία του, πρόθυμος να απαντήσει σε όλες τις ερωτήσεις της καταγγελλόμενης και να αποδείξει τα λεγόμενά του με πολλούς τρόπους και έγινε αντιληπτό ότι ο σκοπός του δεν ήταν επουδενί η διαπόμπευση και προσβολή της προσωπικότητας του καταγγέλλοντος (στην Αρχή) λόγω ιδιωτικής διαφοράς αλλά ουσιαστικά επιζητούσε τη δημοσίευση της καταγγελίας του διότι ένιωθε «απροστάτευτος» από τις Αρχές σε σχέση με την αντιμετώπισή του σχετικά με την προστασία ιδιωτικών δικαιωμάτων του, επιθυμούσε δε, τη δημοσιοποίηση της καταγγελίας προκειμένου να ενημερωθούν κάτοικοι της περιοχής, οι οποίοι πιθανόν να είχαν παρόμοια αντιμετώπιση. Κατ’ επέκταση, δικαιολογημένα θεωρήθηκε ότι η συγκεκριμένη καταγγελία άπτεται του δημοσίου συμφέροντος και του ενδιαφέροντος της κοινής γνώμης, δεδομένου ότι αφορούσε σε πρόσωπο που ασκεί δημόσιο λειτούργημα που τον καθιστά δημόσιο λειτουργό, οπότε και το δημοσιογραφικό ενδιαφέρον είναι εύλογο σε αυτές τις περιπτώσεις. Η καταγγελλόμενη στη συνέχεια αναφέρει ότι «όποιος χαρακτηρίζεται “δημόσιο πρόσωπο” απολαμβάνει περιορισμένης προστασίας του ν. 2472/1997 και ότι ως τέτοια θεωρούνται τα πρόσωπα, στα οποία έχει αποδοθεί δημόσια εξουσία αλλά και τα επονομαζόμενα πρόσωπα απόλυτης επικαιρότητας, ήτοι τα πρόσωπα που κατέχουν μια ιδιαίτερη θέση στην κοινωνία, διατηρώντας ισχύ και ασκώντας επιρροή στα κοινωνικά δρώμενα, όπως είναι π.χ. οι δικαστικοί λειτουργοί, οι πολιτικοί ή οι καλλιτέχνες, ενώ κατά το ΕΔΔΑ νοούνται τα πρόσωπα που κατέχουν δημόσια θέση ή/και χρησιμοποιούν δημόσιο χρήμα ή ακόμα και όλοι όσοι διαδραματίζουν ρόλο στη δημόσια ζωή είτε την πολιτική, την οικονομική, την καλλιτεχνική, την κοινωνική, την αθλητική ή οποιουδήποτε άλλου τομέα της δημόσιας ζωής (βλ. απόφαση ΕΔΔΑ Καρολίνα του Ανόβερου κατά Γερμανίας 24-6-
  2. Ως άτομα στα οποία έχει αποδοθεί δημόσια εξουσία θεωρούνται από την ελληνική νομολογία “σε μια δημοκρατική κοινωνία τα άτομα τα οποία αποφασίζουν να αναλάβουν οποιαδήποτε θέση που θεωρείται ή μπορεί να θεωρηθεί ότι αφορά το δημόσιο βίο και προδήλως τέτοια είναι η θέση του κυβερνητικού επιτρόπου έστω και προσωρινού, μιας τράπεζας, υπόκεινται στον αμείλικτο έλεγχο του τύπου, τον οποίο, 5 εφ’ όσον δεν θίγει ανεπίτρεπτα την τιμή ή την υπόληψή τους, είναι υποχρεωμένα να ανεχθούν”». Επίσης, αναφέρει ότι τα δημόσια πρόσωπα και τα πρόσωπα της επικαιρότητας υπόκεινται νόμιμα σε έλεγχο και κριτική από τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης (ΜΜΕ) για κάθε θέμα που αφορά στον τρόπο διαχείρισης της δημόσιας εξουσίας που τους έχει ανατεθεί, το οποίο αποτελεί δικαίωμα και υποχρέωση του Τύπου που προστατεύεται από τον νομό, το Σύνταγμα και την ΕΣΔΑ αρ. 10, σύμφωνα με το οποίο «τα ΜΜΕ έχουν καθήκον να ενημερώνουν το κοινό για υποθέσεις που έχουν δημόσιο ενδιαφέρον και το κοινό αντίστοιχα έχει δικαίωμα να ενημερώνεται για ζητήματα και υποθέσεις γενικού ενδιαφέροντος (βλ. απόφαση 26-05-1979 Sunday Times κ. Ηνωμένου Βασιλείου, απόφαση 08-07-1986 Lingens κ. Αυστρίας και απόφαση 23-04-1992 Kastells κ. Ισπανίας)». Επίσης, αναφέρει ότι «το αντίστοιχο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου έχει δεχθεί ότι “η ελευθερία γνώμης και έκφρασης καλύπτει και πληροφορίες και κρίσεις που είναι δυσμενείς ή ενοχλητικές για ένα τμήμα του πληθυσμού, αφού αυτό επιβάλλει ο πλουραλισμός των απόψεων και ιδεών, και η αρχή της αναλογικότητας που είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τη δημοκρατική λειτουργία μίας κοινωνίας” (βλ. απόφαση 07-021976 Handiside κ. Ηνωμένου Βασιλείου)», όπως και ότι «στο πεδίο προστασίας του άρθρου 10 της ΕΣΔΑ εμπίπτει ακόμη και ο δημοσιογραφικός λόγος με “δόση υπερβολής και προκλητικότητας” (βλ. αποφάσεις της 26-4-1995 DeHaes και Oberschlick κατά Βελγίου και Oberschlick κατά Αυστρίας, απόφασης της 20-5-1999, υπόθεση Bladet Troms e Stensaas κατά Νορβηγίας καθώς και την απόφαση που αφορά στην Ελλάδα της 27-5-2004, υπόθεση Ρίζου-Ντάσκα κατά Ελλάδας)» και έχει κριθεί ότι «τα πρόσωπα που ασκούν δημόσια εξουσία δεν δύνανται να διαφύγουν του κριτικού δημοσιογραφικού ελέγχου ώστε η Κοινή Γνώμη να βεβαιωθεί ότι τα πρόσωπα αυτά ανταποκρίνονται στις υψηλές τους ευθύνες, σύμφωνα με τον σκοπό της αποστολής που τους έχει ανατεθεί υπό την προϋπόθεση ότι οι σχετικές κρίσεις θα στηρίζονται σε γεγονότα που δεν στερούνται ολοσχερώς πραγματικής βάσης» και «περί του τρόπου παρουσίασης των εκπομπών των τηλεοπτικών σταθμών και του καθήκοντος ενημέρωσης των πολιτών και τη συμπεριφορά προσώπων για τα οποία αίρεται ο άδικος χαρακτήρας της πράξεως ενδεικτικά και μόνο κατά τη νομολογία (ΑΠ 6 167/2000 Εφ Πατρών, 889/99 Εφ. Αθηνών, 1652/88 και Πολ. Πρωτ. Αθηνών (65/2004) έχει κριθεί ότι “ο Τύπος στα πλαίσια της αποστολής του μπορεί να στιγματίσει με καυστική γλώσσα πράξεις τρίτων χωρίς αυτά να αποτελούν προσβολή της τιμής αφού συγκροτούν δριμύ δημοσιογραφικό ύφος και όχι εξυβριστικό τρόπο εκδηλώσεως”». Αναφορικά με το δικαιολογημένο ενδιαφέρον, το οποίο νοείται η επιδίωξη σκοπού που αναγνωρίζεται από το δίκαιο ως άξιος προστασίας και «συντρέχει όταν η εκδήλωση αυτή (απλής δυσφήμησης ή εξύβρισης) αποτελώντας περιεχόμενο οφειλόμενης ή επιθυμητής φροντίδας του δράστη για την εξυπηρέτηση του σκοπού του, ισοσταθμίζεται ή δεν είναι φανερά δυσανάλογη με την εξυπηρέτηση του συγκεκριμένου σκοπού που δεν μπορεί να γίνει με άλλο τρόπο (ΑΠ 73/2002 Ποιν. Διλ. 2002.582 και 451/2000 ΠΧ Ν.921», εφόσον «η προσβλητική της τιμής εξωτερίκευση είναι αναγκαία για την προστασία του δράστη, δηλαδή αποτελεί το επιβαλλόμενο και αντικειμενικώς αναγκαίο μέσο για τη διαφύλαξη του δικαιώματος χωρίς το οποίο η διαφύλαξη δεν ήταν δυνατή (ΑΠ 1147/98 ΠΧ ΜΘ 665 και 1678/94 ΠΧ ΜΕ 47)», επισημαίνοντας ότι «το προστατευόμενο συμφέρον έχει γίνει γενικά αποδεκτό ότι (εκτός από τον ίδιον τον δράστη) μπορεί να αφορά και το συμφέρον της ολότητας (Αιτ. Εκθ. Σελ. 246 Schonke – Schroder παρ. 193 αριθμ. 9 και Σπινέλλης Ειδ. Μ. Σελ. 81)». Στη συνέχεια, η καταγγελλόμενη εταιρεία αναφέρεται στη συνταγματική προστασία του Τύπου, σημειώνοντας τα αρ. 14 και 15 του Συντάγματος, καταλήγοντας ότι «ελευθερία συντάξεως σημαίνει καταρχάς ελευθερία συγκεντρώσεως της ύλης», στην ελευθερία της έκφρασης περιλαμβάνονται ιδέες, γεγονότα, μηνύματα, ειδήσεις και γενικότερα κάθε άποψη με την οποία το πρόσωπο εκφράζει τα συναισθήματα και τις ιδέες του και κάθε είδους μήνυμα που μεταδίδεται στο διαδίκτυο προστατεύεται ως ελευθερία της έκφρασης που σημαίνει ότι ο καθένας μπορεί να διαμορφώνει ελεύθερα τη γνώμη του με λόγο και με εικόνα και να τη διαδίδει στον χρόνο και τον χώρο επιλογής του στο διαδίκτυο, χωρίς δυσμενείς γι’ αυτόν συνέπειες. Η καταγγελλόμενη παραθέτει απόσπασμα από την υπ’ αρ. ΠΡΦ22-160 ad hoc Διάταξη του Αντ/λέως Εφετών Αθηνών, στο οποίο, μεταξύ άλλων, αναφέρεται ότι «η δημοσίευση απορρήτου εγγράφου που παραβιάζει τα προσωπικά δεδομένα ιδιώτη είναι ανεκτή υπό το φως του αρ. 10 της ΕΣΔΑ και στα πλαίσια της 7 ελεύθερης άσκησης του δημοσιογραφικού επαγγέλματος που περιλαμβάνει την απρόσκοπτη δημοσιογραφική λειτουργία στη συλλογή πληροφοριών όταν αυτή δε σκοπεί στη βλάβη τρίτου προσώπου ή του κράτους αλλά αφενός εξυπηρετεί τη γενικότερη ανάγκη του κοινού για πληροφόρηση αφετέρου προάγει μία συζήτηση γενικότερου ενδιαφέροντος. Για να διαπιστωθεί αν συντρέχουν οι όροι που θέτει το ΕΔΔΑ πρέπει να ελέγχεται κατά περίπτωση το κάθε δημοσίευμα. […] η ανάρτηση της λίστας με τα ονόματα χωρίς να γίνεται καμία ειδική αναφορά σε κάποιο εξ αυτών δε σκοπεί σε βλάβη ουδενός προσώπου.» Τέλος, η καταγγελλόμενη αναφέρεται στην τέλεση παράνομης πράξης σε σχέση με τον ιδιωτικό βίο, καταλήγοντας ότι «είναι λογικά αδόκιμος ο συλλογισμός σύμφωνα με τον οποίο, εφόσον οιαδήποτε πράξη τελείται στο πλαίσιο ιδιωτικής επαφής, ή στην “ιδιωτική σφαίρα”, αυτή αναγκαστικά αναφέρεται στον ιδιωτικό “βίο” του προσώπου, από τον οποίο ως εκ τούτου να αποκλείεται κάθε δημοσιογραφική ή και κρατική παρέμβαση» και ότι «η θεωρία και η νομολογία έχουν αποφανθεί ότι είναι πλήρως και απολύτως νόμιμη η δημοσιογραφική έρευνα και άσκηση κριτικής επί μιας σειράς ζητημάτων που αναφέρονται στον “ιδιωτικό βίο” δημοσίων προσώπων και ειδικώς σε ό,τι αφορά στα δημόσια πρόσωπα που ασκούν δημόσια εξουσία, η έννοια του ιδιωτικού βίου» έχει δικαιολογημένα σχετικοποιηθεί». Παραθέτει απόσπασμα της υπ’ αρ. 854/2002 Απόφαση του Αρείου Πάγου στην οποία γίνεται δεκτό ότι «η δημοσίευση γεγονότων που άπτονται του ιδιωτικού και οικογενειακού βίου προσώπων που έχει καταστεί πρόσωπο της επικαιρότητας και έχει ανάμιξη στο δημόσιο βίο επιδιώκοντας την ανάληψη αξιώματος και την προβολή του από τα ΜΜΕ δεν αποτελεί παράνομη πράξη αλλά αντίθετα εμπίπτει στο δικαιολογημένο ενδιαφέρον πληροφόρησης της κοινής γνώμης». Τέλος, η καταγγελλόμενη αιτείται την απαλλαγή της επειδή δεν στοιχειοθετείται παραβίαση των προσωπικών δεδομένων υπό την έννοια της παράνομης πρόσβασης σε προσωπικό αρχείο και επειδή το δημόσιο συμφέρον υπερτερεί έναντι του ατομικού δικαιώματος στην ιδιωτική ζωή. Η Αρχή, μετά από εξέταση των στοιχείων του φακέλου, αφού άκουσε τον εισηγητή και τις διευκρινίσεις από τη βοηθό εισηγητή, η οποία παρέστη χωρίς δικαίωμα ψήφου, κατόπιν διεξοδικής συζητήσεως, 8 ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟΝ ΝΟΜΟ
  3. Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 51 και 55 του Γενικού Κανονισμού Προστασίας Δεδομένων (ΕΕ) 2016/679 (εφεξής «ΓΚΠΔ») και του άρθρου 9 του νόμου 4624/2019 (ΦΕΚ Α΄ 137) προκύπτει ότι η Αρχή έχει αρμοδιότητα να εποπτεύει την εφαρμογή των διατάξεων του ΓΚΠΔ, του νόμου αυτού και άλλων ρυθμίσεων που αφορούν την προστασία του ατόμου από την επεξεργασία προσωπικών δεδομένων. Ειδικότερα, από τις διατάξεις των άρθρων 57 παρ. 1 στοιχ. στ΄ του ΓΚΠΔ και 13 παρ. 1 στοιχ. ζ΄ του νόμου 4624/2019 προκύπτει ότι η Αρχή έχει αρμοδιότητα να επιληφθεί της καταγγελίας του Α κατά της ιστοσελίδας «zougla.gr» που διαχειρίζεται η εταιρεία «ΖΟΥΓΚΛΑ ΤΖΙ−ΑΡ Α.Ε. ΜΕΣΩΝ ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΩΝ ΜΑΖΙΚΗΣ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ» και να ασκήσει, αντίστοιχα, τις εξουσίες που της απονέμονται από τις διατάξεις των άρθρων 58 του ΓΚΠΔ και 15 του νόμου 4624/
  4. Επειδή, κάθε πληροφορία που αφορά ταυτοποιημένο πρόσωπο είναι «δεδομένο προσωπικού χαρακτήρα», «επεξεργασία» ορίζεται κάθε πράξη που πραγματοποιείται με ή χωρίς τη χρήση αυτοματοποιημένων μέσων σε δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, όπως η συλλογή, η καταχώρηση, η οργάνωση, η διάρθρωση, η διάδοση ή κάθε άλλη μορφή διάθεσης, και «υπεύθυνος επεξεργασίας» είναι το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που καθορίζει τον σκοπό και τον τρόπο της επεξεργασίας αυτών (άρθρο 4 ΓΚΠΔ). Ειδικότερα, δεδομένου ότι ως «επεξεργασία» ορίζεται και «η διάδοση ή κάθε άλλης μορφής διάθεση» προσωπικών δεδομένων, η διάθεση ενός δημοσιεύματος στον διαδικτυακό τόπο μιας εφημερίδας ή η ανάρτηση κειμένου σε ιστοσελίδα στο Διαδίκτυο συνιστά επεξεργασία υπό την έννοια του ΓΚΠΔ και, μάλιστα, εν όλω ή εν μέρει αυτοματοποιημένη κατά την έννοια του άρθρου 2 παρ.1 του ΓΚΠΔ. Όπως έχει κρίνει το ΔΕΚ1, «η αναγραφή στοιχείων σε ιστοσελίδα του Διαδικτύου προϋποθέτει, σύμφωνα με τις εφαρμοζόμενες σήμερα τεχνικές και μηχανογραφικές διαδικασίες, την εκτέλεση μιας εργασίας τοποθετήσεως της σελίδας αυτής σε ένα διακομιστή του Διαδικτύου (server), καθώς και τις αναγκαίες εργασίες 1 Βλ. Απόφαση της 06.11.2003, C-101/01, Lindqvist, σκ. 25-27, βλ. και απόφαση της Αρχής 165/2012, σκ.
  5. 9 για να μπορούν να έχουν πρόσβαση στη σελίδα αυτή τα πρόσωπα που συνδέονται με το Διαδίκτυο. Οι εργασίες αυτές πραγματοποιούνται, τουλάχιστον εν μέρει, κατά τρόπο αυτοματοποιημένο». Συνεπώς, καταλήγει το ΔΕΚ, «η εργασία, που συνίσταται στην αναφορά, επί ιστοσελίδας του Διαδικτύου, σε διάφορα πρόσωπα και στον προσδιορισμό τους είτε με το όνομά τους είτε με άλλα μέσα [...] συνιστά αυτοματοποιημένη, εν όλω ή εν μέρει, επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, κατά την έννοια του άρθρου 3, παράγραφος 1, της οδηγίας 95/46».
  6. Επειδή, ο ΓΚΠΔ προβλέπει την ειδική περίπτωση επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα κατά την άσκηση του δικαιώματος στην ελευθερία έκφρασης και πληροφόρησης (άρθρο 85 ΓΚΠΔ, σκέψη 153 του προοιμίου του με παραπομπή στο άρθρο 11 του Χάρτη), και με «ρήτρα ανοίγματος» δίνει την ευχέρεια στα κράτη-μέλη να εισάγουν τις κατάλληλες ρυθμίσεις, ώστε να συμβιβάζονται το δικαίωμα στην προστασία προσωπικών δεδομένων και το δικαίωμα στην ελευθερία έκφρασης και πληροφόρησης, συμπεριλαμβανομένης της επεξεργασίας για δημοσιογραφικούς σκοπούς και προς εφαρμογή της ως άνω διάταξης ο εθνικός νομοθέτης εισήγαγε σχετική ρύθμιση με το άρθρο 28 του ν. 4624/
  7. Επίσης, από τα άρθρα 5 παρ. 1, 9 παρ. 1, σε συνδυασμό με το άρθρο 2 παρ. 1 του Συντάγματος απορρέει, ως ιδιαίτερη εκδήλωση του δικαιώματος της προσωπικότητας, το δικαίωμα πληροφοριακής αυτοδιάθεσης, δικαίωμα που είναι ρητά πλέον συνταγματικά κατοχυρωμένο στο άρθρο 9Α. Από το Σύνταγμα απορρέει επίσης το δικαίωμα του τύπου να ενημερώνει το κοινό και η αντίστοιχη αξίωση των πολιτών στην πληροφόρηση, κατά το άρθρο 14 παρ. 1 του Συντάγματος (ελευθερία της έκφρασης, δικαίωμα του πληροφορείν) και κατά το, συνταγματικά πλέον στο άρθρο 5Α κατοχυρωμένο, δικαίωμα της πληροφόρησης (δικαίωμα του πληροφορείσθαι), αναγκαίο για την ενεργοποίηση του δικαιώματος συμμετοχής καθενός στην κοινωνική, οικονομική και πολιτική ζωή της χώρας που κατοχυρώνεται στο άρθρο 5 παρ. 1 του Συντάγματος. Από το Σύνταγμα δεν προκύπτει in abstracto επικράτηση του ενός δικαιώματος πάνω στο άλλο και θα πρέπει να γίνεται μία in concreto οριοθέτηση των πεδίων εφαρμογής των συγκρουόμενων δικαιωμάτων, σύμφωνα με τις αρχές της ad hoc στάθμισης των αντιτιθέμενων συμφερόντων και της πρακτικής 10 αρμονίας και αναλογικής εξισορρόπησης, με εφαρμογή και της αρχής της αναλογικότητας που κατοχυρώνεται πλέον και συνταγματικά στο άρθρ. 25 παρ. 1, με τέτοιον τρόπο ώστε τα προστατευόμενα αγαθά (ελευθερία της πληροφόρησης και δικαίωμα των πολιτών στην πληροφόρηση – άρθρα 14 παρ. 1 και 5Α Σ. – και δικαίωμα στην προσωπικότητα και στην προστασία του ιδιωτικού βίου και το δικαίωμα του πληροφοριακού αυτοκαθορισμού) να διατηρήσουν την κανονιστική τους εμβέλεια. Η κρίση αν συγκεκριμένη επεξεργασία διενεργήθηκε νόμιμα ή, αντίθετα, αν παραβιάστηκε κατ’ αυτή το δικαίωμα της πληροφοριακής αυτοδιάθεσης των θιγόμενων προσώπων και της ιδιωτικής ζωής, πρέπει να βασίζεται σε εκτίμηση του ζητήματος, αφενός κατά πόσο η επεξεργασία αυτή εξυπηρέτησε το συμφέρον της πληροφόρησης της κοινής γνώμης και αν το συμφέρον αυτό υπερτερεί στη συγκεκριμένη περίπτωση του δικαιώματος της ιδιωτικής ζωής, και αφετέρου κατά πόσο η εξεταζόμενη προσβολή ήταν στο πλαίσιο της αρχής της αναλογικότητας αναγκαία για την άσκηση του δικαιώματος πληροφόρησης
  8. Σύμφωνα με την αρχή της στάθμισης, που γίνεται δεκτή από την πάγια νομολογία των ελληνικών δικαστηρίων και του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ), τα ΜΜΕ έχουν κατά το άρθρο 10 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974, καθήκον να ενημερώνουν το κοινό για υποθέσεις και θέματα που έχουν δημόσιο ενδιαφέρον και αντίστοιχα το κοινό έχει δικαίωμα να ενημερώνεται για ζητήματα και υποθέσεις γενικού ενδιαφέροντος. Ειδικά εφόσον πρόκειται για πρόσωπα της δημόσιας ζωής ή θέματα δημοσίου ενδιαφέροντος, η ανάγκη ενημέρωσης του κοινού είναι εντονότερη. Για τον λόγο αυτό το ΕΔΔΑ αναγνωρίζει το ρόλο των δημοσιογράφων ως δημόσιων φρουρών (“public watchdogs”), ήτοι την ελεγκτική λειτουργία του Τύπου, η οποία καλύπτει τη δυνατότητά του να στηλιτεύει τα κακώς κείμενα με τη δημοσιοποίηση και δημόσια κριτική τους. Οι ασκούντες δημόσιο λειτούργημα δεν δύνανται να εκφύγουν του δημοσιογραφικού ελέγχου και της άσκησης οξείας κριτικής, προκειμένου η κοινή γνώμη να βεβαιωθεί ότι ανταποκρίνονται στα δημόσια 2 Βλ. τη σχετική υπό τη θεματική ΜΜΕ νομολογία της Αρχής, ενδεικτικά, τις Αποφάσεις της Αρχής 100/2000, 24/2005, 25/2005, 26/2007, 43/2007, 58/2007, 17/2008, 36/2012, 165/2012, 16/2015, 17/2015 και 41/
  9. 11 καθήκοντά τους και τον σκοπό της αποστολής τους. Εξάλλου, ως «δημόσια πρόσωπα» έχει γίνει δεκτό ότι νοούνται τα πρόσωπα που ασκούν δημόσια εξουσία καθώς και εκείνα που διαδραματίζουν ρόλο σε οποιονδήποτε τομέα της δημόσιας ζωής, όπως στην πολιτική, ή στην πολιτιστική, επιστημονική, θρησκευτική, οικονομική, καλλιτεχνική, κοινωνική, αθλητική ζωή
  10. Επειδή, σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ. 1 ν. 4624/2019 (ΦΕΚ Α ́ 137/29.08.2019), η επεξεργασία προσωπικών δεδομένων κατά την άσκηση του δικαιώματος στην ελευθερία έκφρασης και πληροφόρησης, επιτρέπεται όταν: α) το υποκείμενο των δεδομένων έχει παράσχει τη ρητή συγκατάθεσή του, β) αφορά δεδομένα που έχουν προδήλως δημοσιοποιηθεί από το ίδιο το υποκείμενο, γ) υπερέχει το δικαίωμα στην ελευθερία της έκφρασης και το δικαίωμα της πληροφόρησης έναντι του δικαιώματος προστασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα του υποκειμένου, ιδίως για θέματα γενικότερου ενδιαφέροντος ή όταν αφορά δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα δημοσίων προσώπων και δ) όταν περιορίζεται στο αναγκαίο μέτρο για την εξασφάλιση της ελευθερίας της έκφρασης και του δικαιώματος ενημέρωσης, ιδίως όταν αφορά ειδικών κατηγοριών δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, καθώς και ποινικές διώξεις, καταδίκες και τα σχετικά με αυτές μέτρα ασφάλειας, λαμβάνοντας υπόψη το δικαίωμα του υποκειμένου στην ιδιωτική και οικογενειακή του ζωή. Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, ερμηνευόμενες ενόψει της αρχής της αναλογικότητας και της αρχής της πρακτικής εναρμόνισης μεταξύ προστασίας των προσωπικών δεδομένων και ελευθερίας του τύπου, η επεξεργασία προσωπικών δεδομένων κατά την άσκηση του δικαιώματος έκφρασης και πληροφόρησης επιτρέπεται όταν το δικαίωμα αυτό υπερέχει έναντι του δικαιώματος προστασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα του υποκειμένου, ιδίως για θέματα γενικότερου ενδιαφέροντος ή όταν αφορά δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα δημοσίων προσώπων, με την προϋπόθεση ότι η επεξεργασία περιορίζεται 3 Πρβλ. άρθρο 7 του Ψηφίσματος 1165

(1998)της Κοινοβουλευτικής Συνέλευσης του Συμβουλίου της Ευρώπης για το δικαίωμα στην ιδιωτική ζωή, απόφαση του ΕΔΔΑ «Καρολίνα του Αννόβερου κατά Γερμανίας», 24.06.2004, σκ. 42 και 72 -όπου εξετάστηκε, μεταξύ άλλων, αν κατά την κρυφή φωτογράφησή της από δημοσιογράφους η προσφεύγουσα ασκούσε δημόσια καθήκοντα ή όχι- και Αποφάσεις της Αρχής 26/2007, 165/2012, 73/2013, 52/2015 και 41/
  1. 12 στο αναγκαίο μέτρο για την εξασφάλιση της ελευθερίας της έκφρασης και του δικαιώματος ενημέρωσης
  2. Επειδή, σύμφωνα με το άρθρο 31 ΓΚΠΔ «ο υπεύθυνος επεξεργασίας και ο εκτελών την επεξεργασία και, κατά περίπτωση, οι εκπρόσωποί τους συνεργάζονται, κατόπιν αιτήματος, με την εποπτική αρχή για την άσκηση των καθηκόντων της». Η διάταξη αυτή εισάγει αυτοτελή γενική υποχρέωση κάθε υπευθύνου επεξεργασίας να συνεργάζεται με την εποπτική αρχή, όταν υποβάλλεται σχετικό αίτημα κατά την άσκηση των καθηκόντων που της έχει αναθέσει ο ευρωπαίος νομοθέτης, ενώ η παραβίαση εκπλήρωσής της επισύρει αυτοτελώς την επιβολή του διοικητικού προστίμου του άρθρου 83 παρ. 4 στοιχ. α΄ ΓΚΠΔ.
  3. Επειδή, στην υπό εξέταση καταγγελία, το επίμαχο δημοσίευμα στην ειδησεογραφική ιστοσελίδα αφορά σε καταγγελία ιδιώτη για κτηματικές διαφορές με … και μέλη της οικογενείας του τελευταίου, στο οποίο αναφέρονται τα πλήρη στοιχεία τους, η διεύθυνση κατοικίας τους και η ιδιότητα του καταγγέλλοντος (…), η εταιρεία που διαχειρίζεται την καταγγελλόμενη ιστοσελίδα καθίσταται υπεύθυνος επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα του καταγγέλλοντος, σύμφωνα με όσα αναφέρονται ανωτέρω στη σκέψη
  4. Σημειώνεται ότι η Αρχή δεν εξετάζει τυχόν παραβίαση ως προς τα στοιχεία τρίτων, καθώς η εν θέματι καταγγελία δεν έχει ασκηθεί από τα εν λόγω υποκείμενα. Είναι δε, κατά τα προαναφερόμενα, ερευνητέο από την Αρχή, εάν οι συγκεκριμένες πράξεις επεξεργασίας προσωπικών δεδομένων ήταν απολύτως αναγκαίες για την άσκηση του δικαιώματος της πληροφόρησης έναντι του δικαιώματος προστασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα του υποκειμένου, σύμφωνα με τις απαιτήσεις της αρχής της αναλογικότητας και της αρχής της πρακτικής εναρμόνισης μεταξύ ελευθερίας του τύπου και προστασίας των προσωπικών δεδομένων. Ειδικότερα, τίθεται το ζήτημα εάν η εν λόγω υπόθεση είναι δημόσιου ενδιαφέροντος, ιδίως εφόσον, αφενός αμφισβητείται από τον καταγγέλλοντα στην ιστοσελίδα η νομιμότητα ενεργειών … και αφετέρου υπονοείται κάποια διακριτική μεταχείριση υπέρ του Α και ασκείται κριτική για τις ενέργειες της Ελληνικής Αστυνομίας στο ΑΤ [περιοχής] Χ, καθώς και 4 Βλ. και Γνωμοδότηση της Αρχής 1/2020 διαθέσιμη στην ιστοσελίδα της. 13 εάν η ιδιότητα του καταγγέλλοντος … καθιστά τον ίδιο «δημόσιο πρόσωπο», δεκτικό κριτικής.
  5. Επειδή, στην υπό εξέταση καταγγελία, από τα στοιχεία του φακέλου της υπόθεσης, την ακρόαση των εμπλεκομένων μερών, καθώς και τα υποβληθέντα υπομνήματα προκύπτει ότι: i. το αντικείμενο της αντιδικίας λόγω της οποίας αναρτήθηκαν τα στοιχεία του καταγγέλλοντος -και των συγγενών του- αφορά ιδιωτική διαφορά για ακίνητο που ανήκει στην μητέρα του καταγγέλλοντος και όχι στον ίδιο, ii. η υπόθεση ως προς την ιδιωτική αντιδικία δύο γειτόνων είναι ήσσονος σημασίας για να ενημερωθεί για αυτήν το κοινό, πολλώ δε μάλλον για τα στοιχεία του καταγγέλλοντος, ωστόσο η εμπλοκή σε αυτήν …, ως πρόσωπο που ασκεί δημόσια εξουσία και η σύννομη ή μη συμπεριφορά του ακόμα και σε υπόθεση ιδιωτικής φύσεως είναι ζήτημα που θα μπορούσε να έχει δημόσιο ενδιαφέρον, χωρίς όμως και πάλι να δικαιολογείται στην συγκεκριμένη περίπτωση η δημοσιοποίηση των προσωπικών του δεδομένων, καθώς το κρίσιμο είναι οι ενέργειες του … και όχι το ίδιο το άτομο, iii. εάν θα μπορούσε να ενδιαφέρει το κοινό η τυχόν διακριτική μεταχείριση του ΑΤ [περιοχής] Χ, θα έπρεπε να αναφερόταν η είδηση σε αυτό το γεγονός, χωρίς ονομαστική αναφορά στον καταγγέλλοντα (…), και iv. δεν έχει ελεγχθεί η ακρίβεια της καταγγελίας στην ειδησεογραφική ιστοσελίδα, ούτε έχει παρατεθεί και η άποψη της άλλης πλευράς, ήτοι του καταγγέλλοντος …5, v. το επίμαχο δημοσίευμα έχει αναδημοσιευθεί και σε άλλες ιστοσελίδες. Επομένως, η καταγγελία/άρθρο που έχει δημοσιευθεί στην καταγγελλόμενη ιστοσελίδα αναφέρεται σε θέμα γενικότερου ενδιαφέροντος σε σχέση με το ζήτημα των ενεργειών ενός … και της τυχόν διακριτικής μεταχείρισης υπέρ αυτού, χωρίς όμως να προκύπτει ότι το ίδιο το πρόσωπο του καταγγέλλοντος χαρακτηρίζεται ως «δημόσιο» πρόσωπο» που έχει απασχολήσει την επικαιρότητα με τον πρότερο βίο του, ώστε να καθίσταται απαραίτητη για την ικανοποίηση του δικαιώματος στην πληροφόρηση του κοινού η επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα του 5 Βλ. «Ο δημοσιογράφος οφείλει να ερευνά προκαταβολικά, με αίσθημα ευθύνης και με επίγνωση των συνεπειών, την ακρίβεια της πληροφορίας ή της είδησης που πρόκειται να μεταδώσει» Κώδικας Δεοντολογίας του Δημοσιογραφικού Επαγγέλματος, αρ. 1ε. «Ο τύπος οφείλει να εξαντλεί όλα τα μέσα που έχει στη διάθεσή του, προκειμένου να ελέγξει την αλήθεια και την προέλευση των ειδήσεων» (ΑΠ 1265/2010, ΔιΜΕΕ 2011, σ. 58). 14 καταγγέλλοντος και η ταυτοποίησή του. Κατόπιν αυτών, θεμιτώς καταρχήν η ειδησεογραφική ιστοσελίδα προέβη στη δημοσίευση της καταγγελίας/είδησης, πλην όμως, η δημοσίευση των στοιχείων του καταγγέλλοντος αποτελεί μορφή επέμβασης στα δικαιώματα που συγκροτούν την συνταγματικώς προστατευόμενη ιδιωτική σφαίρα του προσώπου, σύμφωνα με τα άρθρα 9 παρ. 1 εδ. β΄ και 9Α του Συντάγματος6, η οποία κρίνεται ως μη νόμιμη διότι δεν παρίσταται αναγκαία για τον σκοπό ενημέρωσης του κοινού και υπερβαίνει τα όρια που θέτει η αρχή της αναλογικότητας ( σύμφωνα με τα οριζόμενα στις διατάξεις του άρθρου 28 παρ. 1 και 2 του ν. 4624/2019), συνεπώς πραγματοποιείται χωρίς νόμιμη βάση και κατά παράβαση της αρχής της νομιμότητας της επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα του καταγγέλλοντος (άρ. 5 παρ. 1 στοιχ. α΄ ΓΚΠΔ). Επομένως, η Αρχή διαπιστώνει ότι η καταγγελλόμενη ιστοσελίδα έχει επεξεργαστεί τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα του καταγγέλλοντος κατά παράβαση του άρθρου 28 παρ. 1 του ν. 4624/2019 και της αρχής της νομιμότητας του άρθρου 5 παρ. 1 στοιχ. α’ του ΓΚΠΔ, αναρτώντας την καταγγελία/άρθρο με δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που οδηγούν στην ταυτοποίηση του καταγγέλλοντος, το οποίο ωστόσο έχει πλέον διαγραφεί από την καταγγελλόμενη ιστοσελίδα, όπως προκύπτει από σχετική αναζήτηση στο διαδίκτυο στις 15-05-
  6. Επειδή, κατόπιν της αρχικής ανάρτησης της καταγγελίας/άρθρου στην καταγγελλόμενη ιστοσελίδα, ακολούθησαν, σύμφωνα με την υπό εξέταση καταγγελία, αυτούσιες αναδημοσιεύσεις του στις ενημερωτικές ιστοσελίδες www.opennews.gr και www.theworldnews.net, η καταγγελλόμενη ιστοσελίδα πρέπει να λάβει τα κατάλληλα μέτρα για να ενημερώσει τους υπευθύνους επεξεργασίας που αναπαρήγαγαν το εν λόγω δημοσίευμα ότι η επίμαχη ανάρτηση με ονομαστική αναφορά στον καταγγέλλοντα κρίθηκε παράνομη, ότι ήδη απαναρτήθηκε από την αρχική πηγή/ιστοσελίδα (ειδησεογραφική ιστοσελίδα www.zougla.gr) και συνεπώς ότι πρέπει κι αυτοί να διακόψουν την αναδημοσίευσή της
  7. 6 Βλ. σχετικά και Χ. Ακριβοπούλου, Το δικαίωμα στην ιδιωτική ζωή, Εκδόσεις Σάκκουλα ΑθήναΘεσσαλονίκη, 2012, σελ. 291 επ. 7 Πρβλ. αρ. 17 παρ. 2 ΓΚΠΔ, βλ. Απόφαση 41/2017 Αρχής διαθέσιμη στην ιστοσελίδα της. 15
  8. Επειδή, η Αρχή είχε αποστείλει στις 12-08-2022 και στις 02-12-2022 επιστολές προς την εταιρεία-διαχειρίστρια της καταγγελλόμενης ειδησεογραφικής ιστοσελίδας, με τις οποίες ζητούσε τις απόψεις της επί της διαβιβασθείσας σε αυτήν καταγγελίας, επισημαίνοντας στη δεύτερη εξ αυτών την υποχρέωση του υπευθύνου επεξεργασίας, βάσει του άρθρου 31 του ΓΚΠΔ, να συνεργάζεται με την Αρχή. Η καταγγελλόμενη δεν απάντησε στις εν λόγω επιστολές και μόνο όταν έλαβε και τρίτη επιστολή στις 30-05-2023 και τηλεφωνική κλήση από την Αρχή, προέβη την ίδια ημέρα στην αποανάρτηση του επίμαχου άρθρου, χωρίς να έχει παράσχει τις απόψεις της στην Αρχή. Επιπροσθέτως, ενώ η ίδια η καταγγελλόμενη δήλωσε τη διευθέτηση του ζητήματος, ο καταγγέλλων διαπίστωσε ότι τρεις
(3)μήνες μετά αναρτήθηκε εκ νέου το επίμαχο δημοσίευμα, το οποίο πάλι αποανάρτησε η ιστοσελίδα κατόπιν σχετικής επικοινωνίας της Αρχής. Κατ’ ακολουθία, η Αρχή διαπιστώνει ότι η καταγγελλόμενη επέδειξε κατ’ εξακολούθηση αδιαφορία στις αλλεπάλληλες κλήσεις της για παροχή διευκρινίσεων για μεγάλο χρονικό διάστημα, χωρίς αιτιολόγηση της συγκεκριμένης συμπεριφοράς που συνιστά παραβίαση των υποχρεώσεών της ως υπευθύνου επεξεργασίας, προκαλώντας ουσιαστικά προσκόμματα στην εξέταση της υπό κρίση υπόθεσης, καθώς και ότι ανάρτησε εκ νέου το επίμαχο δημοσίευμα, παρότι είχε ενημερώσει την Αρχή για την αποανάρτηση αυτού. Επισημαίνεται ότι ο υπεύθυνος επεξεργασίας έχει υποχρέωση να συνεργάζεται με την εποπτική Αρχή, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 31 του ΓΚΠΔ, ήτοι στη συγκεκριμένη περίπτωση να απαντάει στις επιστολές και τα αιτήματα της Αρχής και να είναι συνεπής με τα όσα δηλώνει στην Αρχή, ενώ στην αντίθετη περίπτωση, όπως συνέβη στην υπό εξέταση καταγγελία, αποδεικνύεται μη συνεργασία της καταγγελλόμενης ιστοσελίδας με την εποπτική Αρχή και συνιστά παραβίαση του άρθρου 31 του ΓΚΠΔ.
  1. Επειδή, κατόπιν των ανωτέρω, η Αρχή κρίνει ότι συντρέχει περίπτωση να ασκήσει τις κατά τα άρθρα 58 παρ. 2 θ’ και 83 ΓΚΠΔ διορθωτικές εξουσίες της επιβολής προστίμων, όσον αφορά τις ανωτέρω διαπιστωθείσες παραβάσεις, καθώς και τις κατά το άρθρο 58 παρ. 2 δ’ διορθωτικές εξουσίες της προκειμένου να δώσει εντολή στον υπεύθυνο επεξεργασίας να λάβει κατάλληλα μέτρα για να ενημερώσει τους υπευθύνους επεξεργασίας που αναπαρήγαγαν τα εν λόγω δημοσιεύματα ότι 16 πρέπει κι αυτοί να διαγράψουν από την ιστοσελίδα τους τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που αφορούν τον καταγγέλλοντα και περιέχονται στην επίμαχη καταγγελία/άρθρο. Για τον καθορισμό των προστίμων, ώστε να είναι αποτελεσματικά, αναλογικά και αποτρεπτικά, λαμβάνονται υπόψη τα κριτήρια επιμέτρησης που ορίζονται στο άρθρο 83 παρ. 2 του ΓΚΠΔ που έχουν εφαρμογή στην παρούσα υπόθεση, όπως αυτά έχουν ειδικότερα ερμηνευτεί από τις Κατευθυντήριες Γραμμές 4/2022 του ΕΣΠΔ για τον υπολογισμό των διοικητικών προστίμων
  2. Επειδή η Αρχή κατά την αξιολόγηση των δεδομένων, έλαβε υπόψη: - το γεγονός ότι η δημοσίευση του επίμαχου άρθρου θα μπορούσε να γίνει χωρίς ονομαστική αναφορά στον καταγγέλλοντα, - το γεγονός ότι η καταγγελλόμενη ιστοσελίδα προέβη εν τέλει σε αποανάρτηση του επίμαχου άρθρου/καταγγελίας, κατόπιν της διαβίβασης της υπό εξέταση καταγγελίας αλλά και των σχετικών αλλεπάλληλων επικοινωνιών με την Αρχή, - το γεγονός ότι το επίμαχο άρθρο με την ονομαστική αναφορά στον καταγγέλλοντα αναδημοσιεύτηκε και σε έτερες ιστοσελίδες, όπου παραμένει και μετά την διαγραφή του από την αρχική πηγή/ιστοσελίδα, δυσχεραίνοντας τη θέση του καταγγέλλοντα που επιζητεί τη διαγραφή του. Βάσει των ανωτέρω, η Αρχή αποφασίζει ομόφωνα ότι πρέπει να επιβληθούν στην καταγγελλόμενη εταιρεία, η οποία είναι διαχειρίστρια της ειδησεογραφικής ιστοσελίδας «zougla.gr», υπό την ιδιότητα του υπευθύνου επεξεργασίας, οι αναφερόμενες στο διατακτικό διοικητικές κυρώσεις, οι οποίες κρίνονται ανάλογες με τη βαρύτητα των παραβάσεων ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Η ΑΡΧΗ 8 Κατευθυντήριες Γραμμές 4/2022 σχετικά με τον υπολογισμό των διοικητικών προστίμων βάσει του ΓΚΠΔ 17 Α. Διαπιστώνει ότι η καταγγελλόμενη εταιρεία «ΖΟΥΓΚΛΑ ΤΖΙ-ΑΡ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΜΕΣΩΝ ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΩΝ ΜΑΖΙΚΗΣ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ», διαχειρίστρια της ιστοσελίδας «www.zougla.gr» ως υπεύθυνος επεξεργασίας, δημοσίευσε το αναφερόμενο άρθρο με ονομαστική αναφορά στον καταγγέλλοντα κατά παράβαση των διατάξεων του άρθρου 28 παρ. 1 του ν. 4624/2019 και της αρχής της νομιμότητας (άρθρο 5 παρ. 1 εδ. α’ του ΓΚΠΔ) και επιβάλει στην καταγγελλόμενη εταιρεία κατ’ άρθρο 58 παρ. 2 στοιχ. θ’ του ΓΚΠΔ πρόστιμο δύο χιλιάδων (2.000) ευρώ. Β. Δίνει εντολή, κατ’ άρθρο 58 παρ. 2 στοιχ. γ΄ ΓΚΠΔ, στην καταγγελλόμενη εταιρεία «ΖΟΥΓΚΛΑ ΤΖΙ-ΑΡ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΜΕΣΩΝ ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΩΝ ΜΑΖΙΚΗΣ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ», διαχειρίστρια της ιστοσελίδας «www.zougla.gr» ως υπεύθυνο επεξεργασίας, να λάβει κατάλληλα μέτρα για να ενημερώσει τις ιστοσελίδες www.theworldnews.net και www.opennews.gr που αναπαρήγαγαν το εν λόγω δημοσίευμα ότι η επίμαχη ανάρτηση με ονομαστική αναφορά στον καταγγέλλοντα κρίθηκε παράνομη, ότι ήδη απαναρτήθηκε από την αρχική πηγή/ιστοσελίδα (ειδησεογραφική ιστοσελίδα www.zougla.gr) και συνεπώς ότι πρέπει κι αυτοί να διακόψουν την αναδημοσίευσή της. Γ. Διαπιστώνει ότι η καταγγελλόμενη εταιρεία «ΖΟΥΓΚΛΑ ΤΖΙ-ΑΡ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΜΕΣΩΝ ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΩΝ ΜΑΖΙΚΗΣ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ», διαχειρίστρια της ιστοσελίδας «www.zougla.gr» ως υπεύθυνος επεξεργασίας, παρέβη το άρθρο 31 του ΓΚΠΔ και επιβάλλει στην καταγγελλόμενη εταιρεία κατ’ άρθρο 58 παρ. 2 στοιχ. θ’ του ΓΚΠΔ πρόστιμο χιλίων (1.000) ευρώ. Ο Αναπληρωτής Πρόεδρος Η Γραμματέας Γεώργιος Μπατζαλέξης Ειρήνη Παπαγεωργοπούλου 18

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.