Αθήνα, 07-12-2012 Αριθ. Πρωτ. Γ/ΕΞ/7915/07-12-2012 ΑΡΧΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ∆Ε∆ΟΜΕΝΩΝ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ Α Π Ο Φ Α Σ Η 181/2012 (Τµήµα) Η Αρχή Προστασίας ∆εδοµένων Προσωπικού Χαρακτήρα συνεδρίασε µετά από πρόσκληση του Προέδρου της σε σύνθεση Τµήµατος στην έδρα της την 27-11-2012 και ώρα 12:00, σε συνέχεια των από 16.10.2012 και 20.11.2012 συνεδριάσεων, προκειµένου να εξετάσει την υπόθεση που αναφέρεται στο ιστορικό της παρούσας. Παρέστησαν οι Γεώργιος Μπατζαλέξης, Αναπληρωτής Πρόεδρος, κωλυοµένου του Προέδρου της Αρχής Πέτρου Χριστόφορου, και τα αναπληρωµατικά µέλη της Αρχής Σπύρος Βλαχόπουλος, Γρηγόρης Λαζαράκος, ως εισηγητής, και Χαράλαµπος Ανθόπουλος, σε αντικατάσταση των τακτικών µελών Λεωνίδα Κοτσαλή, Αναστάσιου – Ιωάννη Μεταξά και ∆ηµητρίου Μπριόλα, οι οποίοι αν και εκλήθησαν νοµίµως εγγράφως δεν παρέστησαν λόγω κωλύµατος. Στην συνεδρίαση παρέστησαν, χωρίς δικαίωµα ψήφου, η Θ. Τουτζιαράκη, ειδικός επιστήµονας - δικηγόρος, ως βοηθός εισηγητή, η οποία αποχώρησε µετά τη συζήτηση και πριν τη διάσκεψη και λήψη της απόφασης, και η Ειρήνη Παπαγεωργοπούλου, υπάλληλος του τµήµατος διοικητικών και οικονοµικών υποθέσεων, ως γραµµατέας. Η Αρχή έλαβε υπόψη τα παρακάτω: Με την υπ΄ αριθµ. πρωτ. Γ/ΕΙΣ/7103/27.10.2011 προσφυγή του προς την Αρχή, ο A παραπονείται για παράνοµη ανακοίνωση προσωπικών του δεδοµένων σε τρίτους από τον δικηγόρο B και τον πρόεδρο του ∆ικηγορικού Συλλόγου … . Ειδικότερα, σύµφωνα µε την ως άνω προσφυγή, ο δικηγόρος Β, ο οποίος είχε αναλάβει στο παρελθόν δικαστική υπόθεση του προσφεύγοντος, απέστειλε ηλεκτρονικό µήνυµα στον πρόεδρο του ∆ικηγορικού Συλλόγου … µε κοινοποίηση στην αντιπρόεδρο του Συλλόγου. Το µήνυµα αυτό είχε το ακόλουθο περιεχόµενο: «Αγαπητέ Πρόεδρε, Σε ενηµερώνω για το ακόλουθο ζήτηµα, που αφορά οφειλόµενη δικηγορική αµοιβή από πελάτη µου, 1 ώστε, αν το ∆Σ του Συλλόγου το κρίνει απαραίτητο, να λάβουν γνώση οι συνάδελφοι: Για λογαριασµό του Α, κατοίκου … Αττικής, έχω συντάξει και καταθέσει ανακοπή προς ακύρωση αναγκαστικής εκτέλεσης στο Μονοµελές …. Η συζήτηση της ανακοπής, που έλαβε δικάσιµο ../5/2011, δεν πρόκειται να διεξαχθεί, διότι στο µεταξύ οι διάδικοι συµβιβάστηκαν. Ωστόσο, ο πελάτης µου εξακολουθεί να οφείλει την αµοιβή µου για τη σύνταξη της ανακοπής και το συµβιβασµό που επιτεύχθηκε. Για το λόγο αυτό, έχω ασκήσει αγωγή εναντίον του, η οποία πρόκειται να συζητηθεί στο Μονοµελές … την παραπάνω δικάσιµο. Κατόπιν αυτού θα επιθυµούσα να µην αποδεχθεί κανένα µέλος του Συλλόγου µας, υπό τις παρούσες µάλιστα συνθήκες, να αναλάβει τη δικαστική υποστήριξη του προαναφερόµενου. Με εκτίµηση Β». Κατόπιν τούτου, ο πρόεδρος του ∆ικηγορικού Συλλόγου … απέστειλε µε τη σειρά του νέο, δικό του ηλεκτρονικό µήνυµα σε όλα τα µέλη του Συλλόγου (περίπου 85 άτοµα). Το µήνυµα αυτό είχε το ακόλουθο περιεχόµενο: «Συνάδελφοι, σας ενηµερώνω ότι ο ιδιώτης Α, κάτοικος … Αττικής, οφείλει στο συνάδελφο Β αµοιβή για σύνταξη και κατάθεση ανακοπής προς ακύρωση αναγκαστικής εκτέλεσης στο Μονοµελές …, αλλά και για το συµβιβασµό που επιτεύχθηκε. Για το λόγο αυτό, έχει ασκήσει αγωγή εναντίον του, η οποία πρόκειται να συζητηθεί στο Μονοµελές … την ../5/
- Ως εκ τούτου ο συνάδελφος έχει εκφράσει την επιθυµία να µην αποδεχθεί κανένα µέλος του Συλλόγου µας, υπό τις παρούσες µάλιστα συνθήκες, να αναλάβει τη δικαστική υποστήριξη του προαναφερόµενου. Γ». Στο πλαίσιο εξέτασης της ως άνω υπόθεσης, η Αρχή ζήτησε από τους δυο καταγγελλόµενους να εκθέσουν τις απόψεις τους (Γ/ΕΞ/247/13.01.2012, Γ/ΕΞ/248/13.01.2012 και Γ/ΕΞ/3924/31.05.2012), οι οποίες υποβλήθηκαν µε τα υπ’ αριθµ. πρωτ. Γ/ΕΙΣ/3052/26.04.2012 και Γ/ΕΙΣ/4899/13.07.2012 έγγραφα, αντίστοιχα. Στη συνέχεια ο προσφεύγων και οι καταγγελλόµενοι κλήθηκαν νοµίµως προς ακρόαση κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον του Τµήµατος της Αρχής στις 16.10.2012 µε τις υπ' αριθµ. πρωτ. Γ/ΕΞ/6307/03.10.2012, Γ/ΕΞ/6306/03.10.2012 και Γ/ΕΞ/6308/03.10.2012 κλήσεις και παρέστησαν. Στη συνεδρίαση παρέστη επίσης ο ∆ικηγορικός Σύλλογος … δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του και δήλωσε ότι ασκεί πρόσθετη παρέµβαση υπέρ του ∆ικηγορικού Συλλόγου … Κατά τη συνεδρίαση οι κληθέντες και ο ∆ικηγορικός Σύλλογος Αθηνών εξέθεσαν προφορικά τις απόψεις τους, τις οποίες ανέπτυξαν κατόπιν διεξοδικώς µε σχετικά υποµνήµατά τους (Γ/ΕΙΣ/6582/16-10-2012+Γ/ΕΙΣ/6747/22.10.2012, Γ/ΕΙΣ/6766/22.10.2012 και Γ/ΕΙΣ/7072/05.11.2012 υποµνήµατα των Α, ∆ικηγορικού Συλλόγου Αθηνών και Β, αντίστοιχα). Σηµειώνεται ότι ο ∆ικηγορικός Σύλλογος Αθηνών άσκησε παρέµβαση υπέρ του ∆ικηγορικού Συλλόγου … θεµελιώνοντας το έννοµο συµφέρον του στα άρθρα 199 περ. δ’ και 206 του Κώδικα περί ∆ικηγόρων. Ειδικότερα, αναφέρει ότι η έκβαση της υπό κρίση υπόθεσης θα επηρεάσει ενδεχοµένως το σύνολο των ∆ικηγορικών Συλλόγων της Χώρας, καθώς, µεταξύ άλλων, τίθεται το ζήτηµα του επιτρεπτού της κοινοποίησης του δικηγόρου προς το Σύλλογό του 2 της ύπαρξης οικονοµικής διαφοράς µε πελάτη του. Η παρέµβαση αυτή ασκήθηκε παραδεκτώς (βλ. και ΣτΕ 2770/2011, σκέψη 8, σύµφωνα µε την οποία το έννοµο συµφέρον του παρεµβαίνοντος δικηγορικού συλλόγου σχετικά µε πράξη άλλου δικηγορικού συλλόγου θεµελιώνεται -µεταξύ άλλων- και στην κατά το άρθρο 199 περ. δ’ του Κώδικα περί ∆ικηγόρων µέριµνα των δικηγορικών συλλόγων «περί παντός ζητήµατος ενδιαφέροντος το ∆ικηγορικόν Σώµα ή τα µέλη του Συλλόγου […] ως επαγγελµατικήν τάξιν»). Μετά από εξέταση όλων των παραπάνω στοιχείων και κατόπιν διεξοδικής συζήτησης, ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟΝ ΝΟΜΟ
- Στο άρθρο 2 στοιχ. α', γ', δ’, ε’ και ζ’ του ν. 2472/1997 ορίζονται οι έννοιες των απλών δεδοµένων, του υποκειµένου αυτών, της επεξεργασίας, του αρχείου και του υπεύθυνου επεξεργασίας. Επιπρόσθετα, το άρθρο 3 παρ. 1 προσδιορίζει το πεδίο εφαρµογής του ίδιου νόµου, το οποίο καλύπτει την εν όλω ή εν µέρει αυτοµατοποιηµένη επεξεργασία, καθώς και τη µη αυτοµατοποιηµένη επεξεργασία δεδοµένων προσωπικού χαρακτήρα, τα οποία περιλαµβάνονται ή πρόκειται να περιληφθούν σε αρχείο. Ακολούθως, στο άρθρο 4 του ίδιου νόµου ορίζονται οι βασικές αρχές της επεξεργασίας, ενώ στο άρθρο 5 ορίζονται οι επιµέρους προϋποθέσεις για τη νοµιµότητά της. Σύµφωνα δε µε το άρθρο 5 παρ. 1 του ίδιου νόµου, η επεξεργασία “απλών” δεδοµένων προσωπικού χαρακτήρα επιτρέπεται µόνο όταν το υποκείµενο έχει δώσει τη συγκατάθεσή του. Κατ' εξαίρεση επιτρέπεται και χωρίς τη συγκατάθεση, στην περίπτωση που συντρέχουν οι όροι που περιοριστικά αναφέρονται στην παρ. 2 του ίδιου άρθρου. Τέλος, στο άρθρο 7Α παρ. 1 στοιχ. ε’ του ν. 2472/1997 προβλέπεται η απαλλαγή των δικηγόρων από την υποχρέωση γνωστοποίησης του άρθρου 6 και λήψης άδειας του άρθρου 7 του ίδιου νόµου, ρύθµιση από την οποία προκύπτει σαφώς ότι οι δικηγόροι είναι κατ’ αρχήν υπεύθυνοι επεξεργασίας των δεδοµένων που τηρούν µε αυτοµατοποιηµένα ή µη µέσα τόσο των εντολέων τους, όσο και τρίτων προσώπων που συνδέονται µε τις υποθέσεις που χειρίζονται προς εκπλήρωση της σύµβασης εντολής.
- Σύµφωνα µε τον Κώδικα περί ∆ικηγόρων [Ν.∆. 3026/1954 (ΦΕΚ Α 235)], «Ο ∆ικηγόρος υποχρεούται να τηρή την προσήκουσαν ευπρέπειαν και µετριότητα εκφράσεων κατά τε τας προφορικάς και τας εγγράφους αυτού εκθέσεις, ιδιαίτερα δε εις τας µετά των συναδέλφων του κατ' αντιδικίαν συζητήσεις, οφείλει δε να επιδεικνύη έναντι αυτών αλληλεγγύην και αβρότητα.» (άρθρο 48). Περαιτέρω, ο ∆ικηγόρος υπόκειται, «ως εις προϊσταµένην αυτού αρχήν», στον οικείο ∆ικηγορικό Σύλλογο, οφείλει δε να υπακούει στις αποφάσεις του Συλλόγου και του ∆ιοικητικού 3 Συµβουλίου (άρθρο 60 παρ. 1). Η παράβαση της τελευταίας αυτής υποχρέωσης µπορεί να προκαλέσει τον πειθαρχικό έλεγχο του ∆ικηγόρου (άρθρο 202 εδ. β’). Επίσης, οι ∆ικηγορικοί Σύλλογοι έχουν τη δυνατότητα να κανονίζουν τις αµοιβές σε ποσό έλασσον από αυτό που ορίζεται στις επιµέρους διατάξεις (άρθρο 179 παρ. 2), ενώ ο Πρόεδρος του ∆ικηγορικού Συλλόγου έχει τη δικαιοδοσία να καθορίσει τις προϋποθέσεις για την παράδοση του φακέλου όταν υπάρχουν οικονοµικές διαφορές (άρθρο 179 παρ. 3 εδ. β’). Επιπρόσθετα, στο ίδιο νοµοθέτηµα ορίζεται ότι οι ∆ικηγορικοί Σύλλογοι είναι νοµικά πρόσωπα δηµοσίου δικαίου (άρθρο 194 εδ. α’), στην αρµοδιότητα των οποίων ανήκει, µεταξύ άλλων, τόσο «η µέριµνα περί της εν γένει αξιοπρέπειας των ∆ικηγόρων και της απονοµής παρά πάσης αρχής του προς αυτούς οφειλοµένου σεβασµού, κατά την ενάσκησιν του λειτουργήµατος αυτών» (άρθρο 199 περ. α’), όσο και «η συζήτησις και η απόφασις περί παντός ζητήµατος ενδιαφέροντος το ∆ικηγορικόν Σώµα ή τα µέλη του Συλλόγου ως τοιαύτα ή ως επαγγελµατικήν τάξιν και επί παντός γενικωτέρου ζητήµατος Εθνικού ή Κοινωνικού περιεχοµένου.» (άρθρο 199 περ. δ’). Ακόµη, στο ∆ιοικητικό Συµβούλιο κάθε ∆ικηγορικού Συλλόγου ανήκει η εποπτεία για την προσήκουσα και αξιοπρεπή άσκηση του λειτουργήµατος εκ µέρους των ∆ικηγόρων, καθώς και ο διακανονισµός των µεταξύ ∆ικηγόρων διενέξεων (άρθρο 201 περ. 1 και 3). Παράλληλα, ως επιµέρους σκοποί της Ολοµέλειας των ∆ικηγορικών Συλλόγων της Χώρας, Πρόεδρος της οποίας είναι ο Πρόεδρος του ∆ικηγορικού Συλλόγου Αθηνών, ορίζονται η µέριµνα για ζητήµατα που αφορούν την άσκηση της δικηγορίας, καθώς και η εκπροσώπηση του δικηγορικού σώµατος ενώπιον των αρχών (άρθρο 206 παρ. 1 και παρ. 2 περ. β’ και ε’).
- Σύµφωνα µε το άρθρο 1 του Κώδικα ∆εοντολογίας του ∆ικηγορικού Συλλόγου …, ο οποίος ψηφίστηκε από τη Γενική Συνέλευση του Συλλόγου στις 22.01.1990 και ισχύει από τότε (άρθρο 37 παρ. 2 σε συνδυασµό µε τον Πρόλογο της έντυπης έκδοσης του ίδιου Κώδικα), «Ο ∆ικηγόρος είναι άµισθος δηµόσιος λειτουργός και ένας από τους τρεις παράγοντες του τρίπτυχου της λειτουργίας και της απονοµής της ∆ικαιοσύνης (∆ικαστικοί Λειτουργοί, ∆ικηγόροι, ∆ικαστικοί Υπάλληλοι).». Περαιτέρω, κατά το άρθρο 19 του ίδιου Κώδικα, «Ο ∆ικηγόρος οφείλει να συµπεριφέρεται µε ευγένεια, συναδελφικότητα και αλληλεγγύη προς τους συναδέλφους του.». Επιπρόσθετα, σύµφωνα µε το άρθρο 20 του ίδιου Κώδικα, «Ο ∆ικηγόρος πριν αναλάβει υπόθεση για την οποία ο εντολέας είχε προηγουµένως απασχολήσει άλλο δικηγόρο πρέπει: α) Να καταβάλει προσπάθεια να πείσει τον εντολέα του να µην ανακαλέσει την εντολή από τον προηγούµενο δικηγόρο, αν διαπιστώσει ότι δεν υπάρχει λόγος για ανάκληση της εντολής. β) Αν δεν επιτύχει τη διατήρηση της εντολής στον προηγούµενο συνάδελφο, να βεβαιωθεί πριν αναλάβει την υπόθεση, ότι ο προηγούµενος έχει λάβει την αµοιβή και τα έξοδά του από τον εντολέα του. γ) Σε περίπτωση που ο προηγούµενος δικηγόρος δεν έχει πληρωθεί, να αρνηθεί την ανάληψη της υπόθεσης, χωρίς την έγγραφη συγκατάθεσή του.». 4 Επίσης, στο άρθρο 37 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα προβλέπεται ότι «Η παράβαση των υποχρεώσεων που απορρέουν από τον Κώδικα περί ∆ικηγόρων ή άλλους νόµους, ως και από τον παρόντα Κώδικα ∆εοντολογίας, αποτελεί πειθαρχικό παράπτωµα, που τιµωρείται σύµφωνα µε τις διατάξεις των άρθρων 66 έως 79 του Κώδικα περί ∆ικηγόρων.».
- Τα στοιχεία που αναφέρονται και στα δυο ηλεκτρονικά µηνύµατα που περιγράφονται στο ιστορικό της παρούσας (ονοµατεπώνυµο και περιοχή κατοικίας του προσφεύγοντος, υπόθεση για την οποία οφείλεται η αµοιβή χωρίς περαιτέρω στοιχεία του ιστορικού αυτής, άσκηση αγωγής του δικηγόρου Β κατά του προσφεύγοντος για οφειλόµενη αµοιβή) αποτελούν απλά προσωπικά δεδοµένα του υποκειµένου τους (άρθρο 2 στοιχ. α' και γ' του ν. 2472/1997). Η καταγγελλόµενη διάδοση των ως άνω δεδοµένων µέσω µηνυµάτων ηλεκτρονικού ταχυδροµείου συνιστά αυτοµατοποιηµένη επεξεργασία (άρθρο 2 στοιχ. δ’ σε συνδυασµό µε άρθρο 3 παρ. 1 του ν. 2472/1997, όπου για το χαρακτηρισµό µιας επεξεργασίας ως αυτοµατοποιηµένης αρκεί αυτή να είναι και εν µέρει αυτοµατοποιηµένη). Για παράδειγµα, στην προκειµένη περίπτωση του ηλεκτρονικού ταχυδροµείου, η επεξεργασία είναι τουλάχιστον εν µέρει αυτοµατοποιηµένη όσον αφορά στις µεθόδους / διαδικασίες που εφαρµόζονται στα δεδοµένα, π.χ. η αποθήκευση των µηνυµάτων, η δυνατότητα ταυτόχρονης αποστολής σε µεγάλο αριθµό προσώπων κ.α., ενώ ως µη αυτοµατοποιηµένες θα µπορούσαν να θεωρηθούν οι ενέργειες της σύνταξης ενός µηνύµατος και της εντολής αποστολής του [πρβλ. Απόφαση ∆ΕΕ της 06.11.2003, Υπόθεση C-101/01, Lindqvist, σκ.
(25)-
(27)]. Ο ισχυρισµός του ∆ικηγορικού Συλλόγου Αθηνών ότι δεν υπάρχει επεξεργασία επειδή δεν υφίσταται αρχείο δεν µπορεί να γίνει δεκτός, καθώς η ύπαρξη αρχείου, και µάλιστα διαρθρωµένου, είναι αναγκαία µόνο στην περίπτωση της µη αυτοµατοποιηµένης επεξεργασίας (πβλ. σκ.
(14),
(15)και
(27)του προοιµίου της Οδηγίας 95/46/ΕΚ). Κι αυτό, διότι στην αυτοµατοποιηµένη (ηλεκτρονική) επεξεργασία η διάρθρωση είναι εγγενής επιτρέποντας την ευχερή αναζήτηση των προσωπικών δεδοµένων βάσει κριτηρίων (πβλ. Απόφαση 122/2012 της Αρχής, σκ. 3). Περαιτέρω, ως σκοπός της εν λόγω επεξεργασίας προβάλλεται µεταξύ άλλων και η εκπλήρωση της υποχρέωσης που επιβάλλεται από τα άρθρα 19 και 20 του Κώδικα ∆εοντολογίας του ∆ικηγορικού Συλλόγου … (βλ. ανωτέρω υπό σκέψη 3 άρθρο 5 παρ. 2 στοιχ. β’ του ν. 2472/1997). Oι συγκεκριµένες διατάξεις (άρθρα 19 και 20 του Κώδικα ∆εοντολογίας του Συλλόγου) εξειδικεύουν την υποχρέωση αλληλεγγύης του άρθρου 41 Κώδικα περί ∆ικηγόρων [Ν.∆. 3026/1954 (ΦΕΚ Α 235)]. Περαιτέρω, το καίριο ζήτηµα της νοµιµότητας του επιδιωκόµενου σκοπού και της αναγκαιότητας της υπό κρίση επεξεργασίας θα πρέπει να εξεταστεί για κάθε ένα από τα δυο αναφερόµενα στο ιστορικό της παρούσης µηνύµατα ξεχωριστά. 5
- Αναφορικά µε το µήνυµα ηλεκτρονικού ταχυδροµείου (e-mail) του καταγγελλόµενου δικηγόρου Β προς τον τότε Πρόεδρο και Αντιπρόεδρο του ∆ικηγορικού Συλλόγου …, η εν λόγω επεξεργασία θεµελιώνεται στο άρθρο 5 παρ. 2 στοιχ. ε’ του ν. 2472/1997, καθώς, όπως βάσιµα ισχυρίζεται ο καταγγελλόµενος δικηγόρος, πραγµατοποιήθηκε µε σκοπό την ικανοποίηση του υπέρτερου έννοµου συµφέροντος του για τη λήψη της δικηγορικής του αµοιβής. Συγκεκριµένα, η επεξεργασία αυτή έλαβε χώρα στο πλαίσιο άσκησης του δικαιώµατος αναφοράς του δικηγόρου στο σύλλογό του, δικαίωµα που απορρέει εµµέσως από τα άρθρα 179 και 201 του Κώδικα περί ∆ικηγόρων, όπως βάσιµα ισχυρίζεται ο ∆ικηγορικός Σύλλογος Αθηνών (καθώς για να ασκήσει ο ∆ικηγορικός Σύλλογος τις προαναφερόµενες αρµοδιότητές του, θα πρέπει να του γνωστοποιείται η οικονοµική διαφορά του δικηγόρου µε τον πελάτη του και η αιτιολογική βάση αυτής), αλλά και από το άρθρο 10 του Συντάγµατος. Τούτο σηµαίνει ότι σκοπός του καταγγελλόµενου δικηγόρου, ως υπεύθυνου επεξεργασίας (σκέψη 1), ήταν η αναφορά στο σύλλογό του µιας οικονοµικής διαφοράς µε πελάτη του. ∆ιάφορο δε είναι το ζήτηµα αν στην αναφορά του αυτή συµπεριέλαβε την «επιθυµία» να µην αναλάβει κανένα µέλος του τοπικού συλλόγου τη δικαστική εκπροσώπηση του προσφεύγοντος. ∆εδοµένου ότι ο καταγγελλόµενος δικηγόρος έστειλε το σχετικό ηλεκτρονικό µήνυµα αποκλειστικά προς δυο «καθ’ ύλην» αρµόδια όργανα του Συλλόγου (πρόεδρο και αντιπρόεδρο) και άφηνε στην κρίση των αρµόδιων αυτών προσώπων, αλλά και του ∆.Σ. του Συλλόγου τη σχετική ενηµέρωση των λοιπών δικηγόρων-µελών του Συλλόγου («…ώστε, αν το ∆Σ του Συλλόγου το κρίνει απαραίτητο, να λάβουν γνώση οι συνάδελφοι:...».), η έκφραση της προαναφερόµενης επιθυµίας δεν µπορεί να προσδώσει στην υπό κρίση επεξεργασία παράνοµο χαρακτήρα, όπως αβάσιµα ισχυρίζεται ο προσφεύγων. Και τούτο, διότι από την ως άνω ενέργεια του καταγγελλόµενου δικηγόρου προκύπτει σαφώς ότι ο τελευταίος δεν καθόρισε (κατά την έννοια του άρθρου 2 στοιχ. ζ’ του ν. 2472/1997) τον σκοπό και τον τρόπο της περαιτέρω επεξεργασίας που έγινε από το Σύλλογο (ήτοι της διάδοσης των δεδοµένων του προσφεύγοντος σε όλα τα µέλη του Συλλόγου µέσω νέου ηλεκτρονικού µηνύµατος), ειδάλλως θα είχε ο ίδιος προβεί στην περαιτέρω αυτή επεξεργασία (για τις έννοιες του καθορισµού, του σκοπού και του τρόπου επεξεργασίας και τη σηµασία των εννοιών αυτών για τον ορισµό του υπεύθυνου επεξεργασίας βλ. Γνώµη υπ’ αριθµ. 1/2010 της Οµάδας του Άρθρου 29 της Οδηγίας 95/46/ΕΚ σχετικά µε τις έννοιες του «υπευθύνου της επεξεργασίας» και του «εκτελούντος την επεξεργασία», σελ. 10 επ.). Αντιθέτως, ο καταγγελλόµενος δικηγόρος περιορίστηκε σε µια νόµιµη επεξεργασία για νόµιµο σκοπό (ανακοίνωση δεδοµένων στα αρµόδια όργανα του Συλλόγου στο πλαίσιο υποβολής αναφοράς), κατά την οποία εξέφρασε απλώς µια «επιθυµία», την υλοποίηση της οποίας άφησε στην κρίση του αρµόδιου οργάνου, ενώ ο ίδιος δεν προέβη σε κάποια σχετική υλική ενέργεια που να συνιστά περαιτέρω επεξεργασία των ως άνω απλών δεδοµένων του πρώην εντολέα του, ούτε είχε την δυνατότητα να επιβάλλει την διενέργεια 6 της εν λόγω επεξεργασίας, δηλαδή την περαιτέρω διάδοση της ως άνω επιθυµίας του.
- Αναφορικά µε το µήνυµα ηλεκτρονικού ταχυδροµείου (e-mail) του καταγγελλόµενου τέως Πρόεδρου του ∆ικηγορικού Συλλόγου … -ο οποίος (όπως βάσιµα υποστηρίζει και ο προσφεύγων) τότε δεν ενήργησε ατοµικά, αλλά µε την ιδιότητά του ως εκπροσώπου του εν λόγω δικηγορικού συλλόγου- προς όλα τα µέλη του (85 άτοµα), πρέπει να εξεταστεί αν η εν λόγω διάδοση ήταν πράγµατι αναγκαία προκειµένου ο Σύλλογος, όπως αυτός ισχυρίζεται, να εκπληρώσει την προαναφερόµενη υποχρέωση συναδελφικής αλληλεγγύης (άρθρο 5 παρ. 2 στοιχ. β’ του ν. 2472/1997 σε συνδυασµό µε άρθρο 41 Κώδικα περί ∆ικηγόρων και άρθρα 19 και 20 Κώδικα ∆εοντολογίας ∆ικηγορικού Συλλόγου …), καθώς και να προστατεύσει το δικαίωµα των µελών του να εισπράττουν την αµοιβή τους (άρθρο 5 παρ. 2 στοιχ. ε’ του ν. 2472/1997 σε συνδυασµό µε τις από τον Κώδικα περί ∆ικηγόρων προβλεπόµενες µεσολαβητικές του αρµοδιότητες). Ειδικότερα: Οι σκοποί που προκύπτει ότι επεδίωκε ο ∆ικηγορικός Σύλλογος … δεν στηρίζονται στις διατάξεις που ο ίδιος επικαλείται (άρθρο 41 Κώδικα περί ∆ικηγόρων σε συνδυασµό µε άρθρα 19 και 20 Κώδικα ∆εοντολογίας του Συλλόγου), καθώς, όπως βάσιµα ισχυρίζεται και ο προσφεύγων, η υποχρέωση των δικηγόρων να µην αναλαµβάνουν υπόθεση που προηγουµένως και πριν περαιωθεί οριστικώς χειριζόταν άλλος συνάδελφος αναφέρεται στην ίδια υπόθεση (εν προκειµένω στην εκδίκαση της ανακοπής και του επιτευχθέντος συµβιβασµού) και όχι σε άλλη (εν προκειµένω στην εκδίκαση της αγωγής του δικηγόρου Β κατά του προσφεύγοντος πρώην εντολέα τουφερόµενου ως οφειλέτη της αµοιβής του από τον χειρισµό της προηγούµενης µε το ανωτέρω αντικείµενο υπόθεσης). Με άλλα λόγια, στην υπό εξέταση περίπτωση ο ∆ικηγορικός Σύλλογος … ενηµέρωσε τους δικηγόρους-µέλη του όχι µε σκοπό να µην αναλάβουν υπόθεση την οποία ο δικηγόρος Β χειριζόταν (ανακοπή και συµβιβασµός - υπόθεση η οποία ούτως ή άλλως «έκλεισε»), αλλά µε σκοπό να µην αναλάβουν τη δικαστική υποστήριξη του προσφεύγοντος - φερόµενου ως οφειλέτη του σε νέα υπόθεση, ήτοι στην αγωγή που ο ίδιος ο δικηγόρος Β άσκησε εναντίον του προσφεύγοντος για την οφειλόµενη αµοιβή. Εξάλλου, δεν θα µπορούσε να γίνει δεκτό ότι η «προώθηση» της προαναφερόµενης επιθυµίας (να µην αναλάβει κανένας δικηγόρος του τοπικού δικηγορικού συλλόγου τη δικαστική εκπροσώπηση του προσφεύγοντος) αποτελεί έκφραση συναδελφικής αλληλεγγύης γενικότερα, καθώς η πιθανή «συµµόρφωση» των συναδέλφων δικηγόρων στην επιθυµία αυτή όχι απλώς δεν στηρίζεται σε καµία διάταξη νόµου, αλλά αντιθέτως µπορεί να οδηγήσει στην αποστέρηση της δυνατότητας του προσφεύγοντος να εκπροσωπηθεί από δικηγόρο (πρβλ. άρθρο 94 του Κώδικα Πολιτικής ∆ικονοµίας, όπως ισχύει, στην παρ. 3 του οποίου προβλέπεται ότι ο δικαστής έχει δικαίωµα, εκτιµώντας τις ιδιαίτερες περιπτώσεις, να υποχρεώσει κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρου το διάδικο να προσλάβει δικηγόρο ακόµα και στις περιπτώσεις 7 που επιτρέπεται η δικαστική παράσταση διαδίκου χωρίς πληρεξούσιο δικηγόρο, όπως και στις υποθέσεις του άρθρου 677 περ. 1 ΚΠολ∆, στις οποίες εφαρµόζονται οι διατάξεις που ρυθµίζουν τη διαδικασία ενώπιον των ειρηνοδικείων – 679 παρ. 1 ΚΠολ∆). Αν ο ∆ικηγορικός Σύλλογος … ήθελε πράγµατι, όπως ισχυρίζεται, να εκφράσει εµπράκτως τη συµπαράστασή του σε έναν δικηγόρο-µέλος του που του οφείλεται αµοιβή, θα µπορούσε, σε εκπλήρωση των ως άνω µεσολαβητικών του αρµοδιοτήτων (σκέψη 2) να διαµεσολαβήσει για να επιτευχθεί εξωδικαστική επίλυση της διαµάχης αυτής ή να ασκήσει παρέµβαση στην εκκρεµή δίκη. Η υπό κρίση ενέργεια του Συλλόγου, άλλωστε, έχει ιδιαιτέρως δυσµενείς συνέπειες για το υποκείµενο-προσφεύγοντα, ενόψει του ότι, το µεν διαδίδονται προσωπικά του δεδοµένα ενδεχοµένως ανακριβή (εφόσον το ζήτηµα της οφειλής, την ύπαρξη της οποίας αµφισβητεί ο προσφεύγων, δεν έχει ακόµα κριθεί δικαστικά) σε µεγάλο αριθµό ατόµων (µέλη του εκάστοτε δικηγορικού συλλόγου), το δε, σε περίπτωση που τελικά όλοι οι δικηγόροι-µέλη του οικείου ∆ικηγορικού Συλλόγου κρίνουν ότι θέλουν να «συµµορφωθούν» µε την ενηµέρωση που έχουν λάβει από το Σύλλογό τους (παρά το µη δεσµευτικό χαρακτήρα ενός τέτοιου µηνύµατος), το υποκείµενο-καταγγέλλων στερείται κατ’ αποτέλεσµα τη δικαστική του εκπροσώπηση από τοπικό δικηγόρο της επιλογής του, οπότε αναγκάζεται να αναθέσει την εκπροσώπησή του σε δικηγόρο άλλου δικηγορικού συλλόγου και να επιβαρυνθεί µε επιπλέον έξοδα, πράγµα που συνέβη στην υπό εξέταση περίπτωση, αφού ο καταγγέλλων δηλώνει και αποδεικνύει ότι ανέθεσε σε δικηγόρο του ∆ικηγορικού Συλλόγου Αθηνών την εκπροσώπησή του στην εκδίκαση της αγωγής που κατέθεσε εναντίον του ο δικηγόρος Β στα δικαστήρια της …).
- Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, ιδίως από την εκφρασθείσα επιθυµία να µην εκπροσωπηθεί ο προσφεύγων από µέλη του τοπικού δικηγορικού συλλόγου σε νέα διαφορετική υπόθεσή του (αυτή τη φορά κατά του πρώην δικηγόρου του Β), συνάγεται ότι σκοπός της πρώτης επεξεργασίας (ανακοίνωση δεδοµένων από το δικηγόρο στο Σύλλογο, - σκέψη 5) ήταν η ενηµέρωση του ∆ικηγορικού Συλλόγου … από ένα µέλος του για οφειλόµενη αµοιβή στο πλαίσιο άσκησης του δικαιώµατος αναφοράς, προκειµένου να ασκήσει ο Σύλλογος τις προβλεπόµενες από τον Κώδικα περί ∆ικηγόρων µεσολαβητικές αρµοδιότητές του, όπως αυτές εκτίθενται στη σκέψη 2 της παρούσης. Η άποψη του προσφεύγοντος, ότι η επεξεργασία αυτή είναι παράνοµη, δεν µπορεί να γίνει δεκτή, καθώς η διατύπωση ενός έστω παράνοµου αιτήµατος µε µορφή «επιθυµίας» σε µια αναφορά που υποβάλλεται νοµίµως σε σύλλογο η οποία περιέχει και παράνοµο αίτηµα χωρίς ο αναφέρων να προβαίνει ο ίδιος σε περαιτέρω ενέργεια για την πραγµάτωση του παράνοµου αιτήµατός του (αλλά αντιθέτως εξαρτά την περαιτέρω διαβίβαση του στα λοιπά µέλη του ∆.Σ. από απόφαση του ∆ιοικητικού Συµβουλίου), δεν προσδίδει αυτή καθαυτή παράνοµο χαρακτήρα στην 8 επεξεργασία που διενεργήθηκε µε τον τρόπο αυτό. Αναφορικά δε µε τη δεύτερη επεξεργασία (διάδοση δεδοµένων από το Σύλλογο σε όλα τα µέλη του, υπό σκέψη 6), δεν µπορεί να γίνει δεκτό ότι ο σκοπός της ήταν -κατά τον ισχυρισµό του ∆ικηγορικού Συλλόγου …, άποψη την οποία υποστήριξε και ο ∆ικηγορικός Σύλλογος Αθηνών- η έστω υπερβάλλουσα έµπρακτη έκφραση αλληλεγγύης του Συλλόγου προς το µέλος του που τον ενηµέρωσε για την οφειλόµενη αµοιβή, αλλά ούτε και η προστασία του δικαιώµατος των µελών του να εισπράττουν την αµοιβή τους. Κείται δε πέραν του σκοπού των σχετικών διατάξεων του Κώδικα περί ∆ικηγόρων και του Κώδικα ∆εοντολογίας του ∆ικηγορικού Συλλόγου … η έµµεση προτροπή (διότι πως άλλως θα µπορούσε να χαρακτηριστεί η προώθηση σε όλα τα µέλη της µε το ανωτέρω περιεχόµενο επιθυµίας του καταγγελλοµένου) των µελών του ∆ικηγορικού Συλλόγου να µην αναλάβουν την κατά νόµο εκπροσώπηση του καταγγέλλοντος στη δίκη µε αντίδικο το δικηγόρο µέλος του. Προσχώρηση στην άποψη των καταγγελλοµένων και του παρεµβαίνοντος θα οδηγούσε στο άτοπο ο αντίδικος δικηγόρου να διατρέχει τον κίνδυνο να µην µπορεί να εκπροσωπηθεί σε επίπεδο τουλάχιστον τοπικού δικηγορικού συλλόγου από δικηγόρο της επιλογής του. Η Αρχή, σύµφωνα µε το άρθρο 19 παρ. 1 περ. γ’ του ν. 2472/1997, λαµβάνοντας υπόψη τη βαρύτητα της παράβασης που αποδείχθηκε, ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ 1) Αποφαίνεται ότι η µε τον ανωτέρω τρόπο πραγµατοποιηθείσα ανακοίνωση των απλών δεδοµένων του προσφεύγοντος Α από το δικηγόρο Β προς το ∆ικηγορικό Σύλλογο … δεν αντιβαίνει στο ν. 2472/
- 2) Αποφαίνεται ότι η διάδοση των απλών δεδοµένων του προσφεύγοντος Α από το ∆ικηγορικό Σύλλογο … προς όλους τους δικηγόρους-µέλη του αντιβαίνει στο ν. 2472/1997 ως επεξεργασία δεδοµένων που πραγµατοποιήθηκε για παράνοµο σκοπό. 3) Απευθύνει σύσταση στον ∆ικηγορικό Σύλλογο … για την τήρηση των υποχρεώσεων που απορρέουν από τη νοµοθεσία των προσωπικών δεδοµένων, εν προκειµένω από το άρθρο 5 σε συνδυασµό µε το άρθρο 4 του ν. 2472/
- Ο Αναπληρωτής Πρόεδρος Η Γραµµατέας Γεώργιος Μπατζαλέξης Ειρήνη Παπαγεωργοπούλου 9