Αθήνα, 24-06-2015 ΑΡΧΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ∆Ε∆ΟΜΕΝΩΝ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ Αριθ. Πρωτ.: Γ/ΕΞ/3618/24-06-2015 Α Π Ο Φ Α Σ Η 71 / 2015 (Τµήµα) Η Αρχή Προστασίας ∆εδοµένων Προσωπικού Χαρακτήρα συνεδρίασε µετά από πρόσκληση του Προέδρου της σε σύνθεση Τµήµατος στην έδρα της στις 3/6/2015, σε συνέχεια των από 01-042015, 18-03-2015 και 27-05-2015 συνεδριάσεων, προκειµένου να εξετάσει την υπόθεση που αναφέρεται στο ιστορικό της παρούσας. Παρέστησαν οι Γ. Μπατζαλέξης, Αναπληρωτής Πρόεδρος, κωλυοµένου του Προέδρου της Αρχής Π. Χριστόφορου, και τα αναπληρωµατικά µέλη της Αρχής Σ. Βλαχόπουλος ως εισηγητής, Γ. Λαζαράκος και Χ. Ανθόπουλος, σε αντικατάσταση των τακτικών µελών Λ. Κοτσαλή, Α.-Ι. Μεταξά και ∆. Μπριόλα, οι οποίοι, αν και εκλήθησαν νοµίµως εγγράφως, δεν παρέστησαν λόγω κωλύµατος. Στη συνεδρίαση παρέστη, χωρίς δικαίωµα ψήφου, η Ε. Παπαγεωργοπούλου, υπάλληλος του τµήµατος διοικητικών και οικονοµικών υποθέσεων, ως γραµµατέας. Η βοηθός εισηγητή Θ. Τουτζιαράκη, νοµικός ελεγκτής (δικηγόρος), δεν παρέστη στη συνεδρίαση αυτή λόγω κωλύµατος. Η Αρχή έλαβε υπόψη τα παρακάτω: Με την υπ’ αριθµ. πρωτ. Γ/ΕΙΣ/1403/28-02-2014 προσφυγή του προς την Αρχή, ο Α καταγγέλλει παράνοµη επεξεργασία προσωπικών του δεδοµένων σχετικά µε την πιστοληπτική του ικανότητα από την τράπεζα Eurobank. Ειδικότερα, ο προσφεύγων αναφέρει ότι, κατόπιν άσκησης του δικαιώµατος πρόσβασής του προς την εταιρεία ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ Α.Ε. στις 04-12-2013, πληροφορήθηκε εγγράφως ότι η τράπεζα Eurobank αναζήτησε προσωπικά του δεδοµένα σχετικά µε την πιστοληπτική του ικανότητα στα αρχεία της ως άνω εταιρείας στις 18-09-2013 (βλ. την από 10-122013 επιστολή της ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ Α.Ε. προς τον προσφεύγοντα). Στη συνέχεια, ο προσφεύγων 1 άσκησε προς την τράπεζα Eurobank το δικαίωµα πρόσβασης µε την από 07-01-2014 επιστολή του ζητώντας, συγκεκριµένα, να πληροφορηθεί «…τα πλήρη στοιχεία και ιδιότητα του/των συγκεκριµένου/ων υπαλλήλου/ων σας που προέβη/σαν στις ανωτέρω παράνοµες αναζητήσεις προσωπικών µου δεδοµένων, καθώς κι εκείνου/ων που έδωσε/αν τη σχετική εντολή ή απηύθηνε/αν ερώτηµα ή παραίνεση ή αίτηµα ή παράκληση, για ποια συγκεκριµένη αιτία, πώς επεξεργάστηκαν και που επικοινωνήθηκαν-γνωστοποιήθηκαν αυτά (αν έλαβε χώρα τέτοια περαιτέρω επεξεργασία κι επικοινωνία εσωτερικά ή εξωτερικά της Τράπεζας)». Η Τράπεζα φέρεται να απάντησε στο αίτηµα αυτό µε την από 23-01-2014 επιστολή της, όπου αναφέρει ότι η επίµαχη αναζήτηση διενεργήθηκε στο πλαίσιο αναζήτησης κατ’ όνοµα, η οποία αφορούσε σε τρίτο πρόσωπο, συνονόµατο του προσφεύγοντος. Σύµφωνα πάντα µε την ως άνω προσφυγή, η τράπεζα Eurobank α) προέβη στην αναζήτηση των δεδοµένων του προσφεύγοντος στα αρχεία της ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ Α.Ε. χωρίς νόµιµο λόγο, δεδοµένου ότι ο προσφεύγων ούτε διατηρούσε κάποια ενεργή κατά το χρόνο εκείνο συναλλακτική σχέση µε τη συγκεκριµένη τράπεζα (πλην ενός σχεδόν µηδενικού και ανενεργού λογαριασµού µε ελάχιστες κινήσεις µικρών χρηµατικών ποσών, όπως αναφέρει) ούτε είχε απευθύνει οποιοδήποτε ερώτηµα ή είχε γενικά οποιαδήποτε συναλλαγή ή εκκρεµότητα µε την Τράπεζα, και β) δεν απάντησε ικανοποιητικά στο από 07-01-2014 αίτηµά του, µε το οποίο ο ίδιος άσκησε το δικαίωµα πρόσβασης (µε την έννοια της πληροφόρησης), δεδοµένου ότι, µε την από 2301-2014 επιστολή της, η τράπεζα Eurobank δεν του απάντησε σχετικά µε όλα όσα ζήτησε. Στο πλαίσιο εξέτασης της ως άνω υπόθεσης, η Αρχή ζήτησε από την τράπεζα Eurobank να διευκρινίσει τις απόψεις της επ’ αυτής, οι οποίες υποβλήθηκαν εγγράφως (βλ. υπ’ αριθµ. πρωτ. Γ/ΕΞ/1403-1/16-10-2014 έγγραφο της Αρχής προς την τράπεζα Eurobank και υπ’ αριθµ. πρωτ. Γ/ΕΙΣ/698/04-02-2015 απάντηση της τράπεζας Eurobank, κατόπιν των υπ’ αριθµ. πρωτ. Γ/ΕΙΣ/6780/07-11-2014 και Γ/ΕΙΣ/6939/14-11-2014 αιτηµάτων για παροχή παράτασης ως προς την προθεσµία απάντησης). Ειδικότερα, η τράπεζα Eurobank απάντησε στην Αρχή ότι προέβη σε αναζήτηση στοιχείων Βαθµολογικής Συµπεριφοράς προκειµένου να προτείνει στον προσφεύγοντα τη χορήγηση πιστωτικής κάρτας µε προνοµιακούς όρους, λαµβάνοντας υπόψη την καλή συναλλακτική της σχέση µε τον ίδιο, και ότι η ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ Α.Ε. απάντησε διαβιβάζοντας κωδικοποιηµένο αποτέλεσµα βαθµολόγησης (score). Επίσης, η Τράπεζα ισχυρίζεται ότι ο προσφεύγων είχε συγκατατεθεί για την επεξεργασία προσωπικών του δεδοµένων κατ’ εντολή της Τράπεζας µε σκοπό την προώθηση των τραπεζικών υπηρεσιών και την αναβάθµιση των µεταξύ τους σχέσεων µε ειδική ενυπόγραφη δήλωσή του που περιλαµβάνεται στο έντυπο της από 27-012006 αίτησης/σύµβαση προσωπικού-καταναλωτικού δανείου και πιστωτικής κάρτας. Περαιτέρω, η Τράπεζα αναφέρει ότι, για λόγους που ανάγονται στην πιστοληπτική πολιτική της, έλαβε τελικά την απόφαση να µην προβεί σε υποβολή πρότασης προς τον προσφεύγοντα για την κατάρτιση 2 σύµβασης χορήγησης πιστωτικής κάρτας. Ακολούθως, ο προσφεύγων και η τράπεζα Eurobank κλήθηκαν νοµίµως σε ακρόαση κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον της Αρχής στις 18-03-2015 µε τις υπ’ αριθµ. πρωτ. Γ/ΕΞ/1441/0503-2015 και Γ/ΕΞ/1440/05-03-2015 κλήσεις σε ακρόαση, αντίστοιχα, και προσήλθαν. Κατά τη συνεδρίαση, η τράπεζα Eurobank ζήτησε και έλαβε αναβολή για τη συζήτηση της υπόθεσης για µεταγενέστερη ηµεροµηνία. Κατόπιν τούτου, η υπόθεση συζητήθηκε ενώπιον της Αρχής στις 0104-2015, όπου οι κληθέντες εξέθεσαν προφορικά τις απόψεις τους, τις οποίες η τράπεζα Eurobank ανέπτυξε κατόπιν διεξοδικώς µε σχετικό υπόµνηµά της (βλ. το υπ’ αριθµ. πρωτ. Γ/ΕΙΣ/2235/08-042015 υπόµνηµα της Τράπεζας). Σηµειώνεται δε ότι τόσο κατά τη συζήτηση ενώπιον της Αρχής όσο και µε το τελευταίο υπόµνηµά της, η Τράπεζα παραδέχθηκε ότι η από 23-01-2014 έγγραφή απάντησή της προς τον προσφεύγοντα (ότι η επίµαχη αναζήτηση αφορούσε σε τρίτο πρόσωπο συνονόµατο του προσφεύγοντος) ήταν, ουσιαστικά, λανθασµένη και ότι το λάθος αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι η εν λόγω απάντηση δόθηκε κατόπιν έρευνας που διεξήχθη «υπό πίεση χρόνου», δεδοµένου ότι πολιτική της Τράπεζας είναι η σύντοµη και έγκαιρη ικανοποίηση των αιτηµάτων των πελατών της. Επιπρόσθετα, η Τράπεζα αναφέρει ότι, κατόπιν του υπ’ αριθµ. πρωτ. Γ/ΕΞ/1403-1/16-10-2014 διευκρινιστικού εγγράφου της Αρχής, αποφάσισε να διεξάγει «περαιτέρω και ενδελεχή έρευνα της υπόθεσης», από την οποία διαπιστώθηκε ότι η αναζήτηση στο Σύστηµα Βαθµολογικής Συµπεριφοράς της ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ Α.Ε. έλαβε χώρα πράγµατι για τον προσφεύγοντα και όχι για τρίτο πρόσωπο συνονόµατό του, στο πλαίσιο ενεργειών προώθησης πιστωτικής κάρτας. Αναφορικά δε µε τη νοµιµότητα της εν λόγω επεξεργασίας, η Τράπεζα ισχυρίζεται ότι, σύµφωνα µε την Απόφαση 51/2011 της Αρχής και τη Γνώµη 1/2010 της Οµάδας Εργασίας του Άρθρου 29, αποκλειστικός υπεύθυνος επεξεργασίας των δεδοµένων του Συστήµατος Βαθµολογικής Συµπεριφοράς της ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ Α.Ε. είναι η ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ Α.Ε. και όχι οι τράπεζες, όταν το αποτέλεσµα της βαθµολόγησης στηρίζεται όχι µόνο στα δεδοµένα που έχουν παράσχει οι τράπεζες, αλλά στο σύνολο των δεδοµένων που τηρεί η ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ Α.Ε. για ένα φυσικό πρόσωπο. Συνεπώς, κατά την άποψη της Τράπεζας, η ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ Α.Ε. είναι η µόνη υπεύθυνη για τον έλεγχο της συνδροµής των νοµίµων προϋποθέσεων για τη διαβίβαση των δεδοµένων στην Τράπεζα. Επικουρικώς, η Τράπεζα σηµειώνει ότι η επίµαχη επεξεργασία µε τη µορφή της άντλησης των δεδοµένων του προσφεύγοντος είναι νόµιµη, καθώς υπήρχε προς τούτο αίτηση και συγκατάθεση του προσφεύγοντος. Ειδικότερα, η Τράπεζα ισχυρίζεται ότι ο προσφεύγων διατηρούσε κατά την κρίσιµη περίοδο ενεργές συναλλακτικές σχέσεις µε την Τράπεζα πλέον του ενός λογαριασµού που αναφέρει ότι διέθετε, καθώς υφίσταντο οι ακόλουθες ενεργές συµβάσεις: α) Η από 09-02-2011 σύµβαση ανοίγµατος τρεχούµενου καταθετικού λογαριασµού και 3 αίτηση χορήγηση χρεωστικής κάρτας Euroline Debit, διενέργειας συναλλαγών µέσω ηλεκτρονικών δικτύων και Ειδικών Όρων Συνεργασίας, στο πλαίσιο της οποίας (σελ. 2 – όρος 5 και 6α) ο προσφεύγων είχε υπογράψει ότι αποδέχεται τους Γενικούς Όρους Συναλλαγών της Τράπεζας, στο άρθρο Ι του Κεφαλαίου 1 των οποίων προβλέπεται η επεξεργασία προσωπικών δεδοµένων, ενώ στη σελ. 3 της ίδιας αίτησης ο προσφεύγων είχε συγκατατεθεί ρητά στη χρήση των προσωπικών του δεδοµένων από την τράπεζα µε σκοπό, µεταξύ άλλων, την προώθηση τραπεζικών υπηρεσιών. Η Τράπεζα αναφέρει ότι, κατά την επίµαχη περίοδο, ο εν λόγω τραπεζικός λογαριασµός ήταν καθ’ όλα ενεργός (βλ. την προσκοµιζόµενη από 30-03-2015 κίνηση λογαριασµού), ενώ παράλληλα έληγε η χορηγηθείσα χρεωστική κάρτα Euroline Debit και έλαβε χώρα η αντικατάστασή της, κατόπιν της οποίας πραγµατοποιήθηκε και η εν λόγω αναζήτηση στην ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ Α.Ε. Η Τράπεζα διευκρινίζει ότι προέβη στην αναζήτηση αυτή µε σκοπό να προτείνει στον προσφεύγοντα, µετά την αντικατάσταση της χρεωστικής του κάρτας, την έκδοση πιστωτικής κάρτας, δηλαδή η πρόταση τραπεζικού προϊόντος µε ευνοϊκότερους όρους. Ωστόσο, µετά το βαθµολογικό αποτέλεσµα που απεστάλη από την ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ Α.Ε., η Τράπεζα αποφάσισε να µην προβεί στην εν λόγω προωθητική ενέργεια. β) Η από 23-01-2012 αίτηση του προσφεύγοντος για τη χορήγηση χρεωστικής κάρτας Prepaid, κατ’ αποδοχή της οποίας εκδόθηκε η προπληρωµένη κάρτα, η οποία χρησιµοποιήθηκε από τον προσφεύγοντα έως τον Οκτώβρη 2013 και έληξε τον ∆εκέµβρη 2013, συνεπώς ήταν ενεργή κατά τον κρίσιµο χρόνο (βλ. την προσκοµιζόµενη από 17-10-2013 συνοπτική εικόνα του λογαριασµού της εν λόγω κάρτας). Επίσης, η Τράπεζα επαναλαµβάνει τον ισχυρισµό που είχε προβάλει µε την πρώτη έγγραφη απάντησή της προς την Αρχή (Γ/ΕΙΣ/698/04-02-2015) ότι ο προσφεύγων είχε συγκατατεθεί για την επεξεργασία προσωπικών του δεδοµένων κατ’ εντολή της Τράπεζας µε σκοπό την προώθηση των τραπεζικών υπηρεσιών και την αναβάθµιση των µεταξύ τους σχέσεων µε ειδική ενυπόγραφη δήλωσή του που περιλαµβάνεται στο έντυπο της από 27-01-2006 αίτησης/σύµβαση προσωπικούκαταναλωτικού δανείου και πιστωτικής κάρτας, προκειµένου να επισηµάνει ότι στο πλαίσιο όλων των συναλλακτικών σχέσεών του µε την Τράπεζα (ενεργών, όπως οι δυο πρώτες, και ανενεργών, όπως η τελευταία), ο προσφεύγων είχε συγκατατεθεί πλειστάκις στην επεξεργασία προσωπικών του δεδοµένων εκ µέρους της Τράπεζας. Όλως επικουρικώς, η Τράπεζα ισχυρίζεται ότι, ακόµη και αν κριθεί ότι δεν υφίστατο στην κρινόµενη περίπτωση συγκατάθεση του προσφεύγοντος, η επεξεργασία έλαβε χώρα νοµίµως σύµφωνα µε το άρθρο 5 παρ. 2 στοιχ. α΄ του ν. 2472/1997, καθώς έλαβε χώρα στο πλαίσιο της ως άνω σύµβασης ανοίγµατος τρεχούµενου λογαριασµού και χορήγησης χρεωστικής κάρτας, για την οποία ήταν αναγκαίος ο έλεγχος των προσωπικών στοιχείων του προσφεύγοντος που ελέγχθηκαν κατά την έκδοσή της. Τέλος, αναφορικά µε τη µη 4 ικανοποίηση του δικαιώµατος πρόσβασης του προσφεύγοντος, η Τράπεζα επαναλαµβάνει τον ισχυρισµό ότι δεν είναι υπεύθυνος επεξεργασίας ως προς το επίµαχο Σύστηµα Βαθµολογικής Συµπεριφοράς της ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ Α.Ε. και συνεπώς δεν υπέχει υποχρέωση χορήγησης πρόσβασης στον προσφεύγοντα ούτε έγγραφης σχετικής απάντησης σε αυτόν, άλλωστε η ίδια δεν διέθετε πλήρη πρόσβαση στο Σύστηµα, ώστε να µπορέσει να χορηγήσει περισσότερες πληροφορίες στο υποκείµενο των δεδοµένων. Η Αρχή, µετά από εξέταση όλων των προαναφερόµενων στοιχείων του φακέλου, αφού άκουσε τον εισηγητή, και κατόπιν διεξοδικής συζήτησης, ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟΝ ΝΟΜΟ 1. Στο άρθρο 2 στοιχ. α΄ και γ΄ του ν. 2472/1997 ορίζονται οι έννοιες των απλών δεδοµένων και του υποκειµένου αυτών αντίστοιχα, ενώ στο στοιχ. δ΄ του ίδιου άρθρου ορίζεται και η έννοια της επεξεργασίας, στην οποία συµπεριλαµβάνονται «η συλλογή, …, η εξαγωγή, …, η χρήση, …, κάθε άλλης µορφής διάθεση… ». Επίσης, στο στοιχ. ζ΄ του ίδιου άρθρου ορίζεται ως «‘υπεύθυνος επεξεργασίας’, οποιοσδήποτε καθορίζει τον σκοπό και τον τρόπο επεξεργασίας των δεδοµένων προσωπικού χαρακτήρα, όπως φυσικό ή νοµικό πρόσωπο, δηµόσια αρχή ή υπηρεσία ή οποιοσδήποτε άλλος οργανισµός. Όταν ο σκοπός και ο τρόπος της επεξεργασίας καθορίζονται µε διατάξεις νόµου ή κανονιστικές διατάξεις εθνικού ή κοινοτικού δικαίου, ο υπεύθυνος επεξεργασίας ή τα ειδικά κριτήρια βάσει των οποίων γίνεται η επιλογή του καθορίζονται αντίστοιχα από το εθνικό ή το κοινοτικό δίκαιο.», ενώ στο στοιχ. ια΄ του ίδιου άρθρου ορίζεται ως «‘συγκατάθεση’ του υποκειµένου των δεδοµένων, κάθε ελεύθερη, ρητή και ειδική δήλωση βουλήσεως, που εκφράζεται µε τρόπο σαφή, και εν πλήρη επιγνώσει, και µε την οποία, το υποκείµενο των δεδοµένων, αφού προηγουµένως ενηµερωθεί, δέχεται να αποτελέσουν αντικείµενο επεξεργασίας τα δεδοµένα προσωπικού χαρακτήρα που το αφορούν. Η ενηµέρωση αυτή περιλαµβάνει πληροφόρηση τουλάχιστον για τον σκοπό της επεξεργασίας, τα δεδοµένα ή τις κατηγορίες δεδοµένων που αφορά η επεξεργασία, τους αποδέκτες ή τις κατηγορίες αποδεκτών των δεδοµένων προσωπικού χαρακτήρα, καθώς και το όνοµα, την επωνυµία και τη διεύθυνση του υπεύθυνου επεξεργασίας και του τυχόν εκπροσώπου του. Η συγκατάθεση µπορεί να ανακληθεί οποτεδήποτε, χωρίς αναδροµικό αποτέλεσµα.». Ακολούθως, στο άρθρο 4 του ν. 2472/1997 ορίζονται οι βασικές αρχές της επεξεργασίας, ενώ στο άρθρο 5 του ίδιου νόµου ορίζονται οι επιµέρους προϋποθέσεις για τη νοµιµότητά της. Περαιτέρω, το άρθρο 12 του ν. 2472/1997 καθιερώνει το δικαίωµα πρόσβασης του υποκειµένου στα δεδοµένα που το αφορούν µε 5 κύριο σκοπό να βεβαιώνεται το υποκείµενο για την ακρίβεια και τον σύννοµο χαρακτήρα της επεξεργασίας των δεδοµένων του (βλ. αιτιολογική σκέψη 41 της Οδηγίας 95/46/ΕΚ). Ως εκ τούτου, για την ικανοποίηση του δικαιώµατος πρόσβασης δεν απαιτείται η επίκληση έννοµου συµφέροντος, αφού θεωρείται δεδοµένο το έννοµο συµφέρον (έστω και ηθικό) του υποκειµένου να λάβει γνώση πληροφοριών που το αφορούν και οι οποίες έχουν καταχωρηθεί σε αρχείο που τηρεί ο υπεύθυνος επεξεργασίας, έτσι ώστε να πραγµατώνεται η βασική αρχή του δικαίου για την προστασία των προσωπικών δεδοµένων, που συνίσταται στη διαφάνεια της επεξεργασίας ως προϋπόθεση κάθε περαιτέρω ελέγχου της νοµιµότητάς της εκ µέρους του υποκειµένου των δεδοµένων (βλ. ενδεικτικά Αποφάσεις της Αρχής υπ’ αριθµ. 71/2013, 72/2013, 98/2014 και 149/2014). Από την πλευρά του, ο υπεύθυνος επεξεργασίας, έχει υποχρέωση να απαντήσει εγγράφως, κατά τρόπο εύληπτο και σαφή και µέσα σε προθεσµία δεκαπέντε
Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.