← Ελλάδα

Προειδοποίηση στον ΕΦΚΑ για μη ενημέρωση ασφαλισμένου

Αθήνα, 03-07-2019 Αριθ. Πρωτ.:Γ/ΕΞ/4722/03-07-2019 ΑΡΧΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ Α Π Ο Φ Α Σ Η 20/2019 (Τμήμα) Η Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα συνεδρίασε σε σύνθεση Τμήματος στην έδρα της την Τετάρτη 15.05.2019 μετά από πρόσκληση του Προέδρου της, προκειμένου να εξετάσει την υπόθεση που αναφέρεται στο ιστορικό της παρούσας. Παρέστησαν ο Αναπληρωτής Πρόεδρος Γεώργιος Μπατζαλέξης, κωλυομένου του Προέδρου της Αρχής Κωνσταντίνου Μενουδάκου, και τα αναπληρωματικά μέλη της Αρχής Παναγιώτης Ροντογιάννης, Ευάγγελος Παπακωνσταντίνου και Γρηγόριος Τσόλιας, ως εισηγητής, σε αντικατάσταση των τακτικών μελών Αντωνίου Συμβώνη, Κωνσταντίνου Λαμπρινουδάκη και Χαράλαμπου Ανθόπουλου αντίστοιχα, οι οποίοι, αν και εκλήθησαν νομίμως εγγράφως, δεν παρέστησαν λόγω κωλύματος. Παρούσες χωρίς δικαίωμα ψήφου ήταν η Kάλλη Καρβέλη, ειδική επιστήμονας-δικηγόρος, ως βοηθός εισηγητή, η οποία αποχώρησε μετά τη συζήτηση της υπόθεσης και πριν από τη διάσκεψη και τη λήψη απόφασης και η Ειρήνη Παπαγεωργοπούλου, υπάλληλος του τμήματος διοικητικών υποθέσεων της Αρχής, ως γραμματέας. Η Αρχή έλαβε υπόψη της τα ακόλουθα: Με την υπ’ αριθ. πρωτ. Γ/ΕΙΣ/5577/22.06.2018 καταγγελία της στην Αρχή η Α, δια του πληρεξουσίου συζύγου της Β, καταγγέλλει ότι ο Ενιαίος Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης/Διεύθυνση Ιατρικής Αξιολόγησης (εφεξής ΕΦΚΑ) και το Κέντρο Πιστοποίησης Αναπηρίας (εφεξής ΚΕ.Π.Α.) παραποίησε τα ιατρικά δεδομένα της με 1 σκοπό να αποτρέψουν την πρόσβασή της στα ωφελήματα που προβλέπονταν για την πάθησή της, επινοώντας και αποδίδοντάς της με την έκδοση σχετικής απόφασης πιστοποίησης α) άλλη πάθηση από αυτήν με την οποία είχε διαγνωστεί, β) αναπηρία και χαρακτηριστικά που αφορούν σε επινοημένη πάθηση, γ) ποσοστό αναπηρίας που αφορά την επινοημένη πάθηση και δ) διάρκεια αναπηρίας που επίσης αφορά την επινοημένη πάθηση. Επίσης, καταγγέλλει ότι παρά την άσκηση του δικαιώματος εναντίωσής της με την υποβολή προσφυγής στην αρμόδια δευτεροβάθμια υγειονομική επιτροπή για την αλλαγή και παραποίηση της πάθησής της, τα ανακριβή προσωπικά της δεδομένα δεν διορθώθηκαν ποτέ. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από τα επισυναπτόμενα στην καταγγελία σχετικά έγγραφα, η Α υπέβαλε αίτηση πιστοποίησης της αναπηρίας της στο ΚΕ.Π.Α. την ..., προκειμένου να τύχει διαφόρων παροχών από τις αρμόδιες υπηρεσίες λόγω αναπηρίας. Ακολούθως, εξετάστηκε από την Α’θμια Υγειονομική Επιτροπή ειδικότητας … και εκδόθηκε η υπ’ αρ. … Γνωστοποίηση Αποτελέσματος Πιστοποίησης Αναπηρίας, σύμφωνα με την οποία αξιολογήθηκε για τη νόσο της «σοβαρής διαταραχής … », με συνολικό ποσοστό αναπηρίας ..% για χρονικό διάστημα … (…-…), προκειμένου να επανελεγχθεί. Κατά της εν λόγω γνωμάτευσης, η καταγγέλλουσα υπέβαλε προσφυγή στις … ενώπιον της Β΄θμιας Επιτροπής του ΚΕ.Π.Α. διαφωνώντας με την ιατρική εκτίμηση– γνωμάτευση καθώς και με το ποσοστό αναπηρίας με το οποίο αξιολογήθηκε ο βαθμός αναπηρίας της και ζητώντας να εξετασθεί εκ νέου το αίτημά της βάσει του φακέλου που αρχικά κατέθεσε, χωρίς όμως να διορθωθεί, όπως ισχυρίζεται, το ανακριβές δεδομένο της πάθησης και του ποσοστού αναπηρίας. Το αίτημα αυτό αφορούσε την επαναξιολόγηση της παθήσεώς της από την Β΄θμια Επιτροπή, σύμφωνα με τα ισχύοντα στην ιατρική επιστήμη, και δεν περιείχε αίτημα διόρθωσης ή διαγραφής δεδομένων. Κατόπιν αυτού, με την καταγγελία της προς την Αρχή παραπονείται καταρχάς επειδή το ΚΕ.Π.Α. παραποίησε τα ιατρικά δεδομένα της, χωρίς να λάβει υπόψη τη διάγνωση του θεράποντος ιατρού της Γ, επινοώντας και αποδίδοντάς της α) άλλη πάθηση από αυτήν με την οποία είχε διαγνωστεί (… διαταραχή στο … ), β) αναπηρία και χαρακτηριστικά που αφορούν σε μια επινοημένη πάθηση, ήτοι σε κάποια «σοβαρή διαταραχή … », γ) ποσοστό αναπηρίας που αφορά στην επινοημένη πάθηση (…% αντί για …%) και δ) διάρκεια αναπηρίας που επίσης αφορά στην επινοημένη 2 πάθηση/διαταραχή … αντί δια βίου. Για το σχετικό ζήτημα η καταγγέλλουσα υπέβαλε καταγγελία και στον Συνήγορο του Πολίτη, στο Υπουργείο Εργασίας, στη Γενική Επιθεωρήτρια Δημόσιας Διοίκησης και στην Επιτροπή των Ηνωμένων Εθνών για τα Δικαιώματα των Ατόμων με Αναπηρίες, καθώς και μήνυση κατά των ιατρών του ΚΕ.Π.Α. για παράβαση καθήκοντος, η οποία βρίσκεται στο στάδιο της προκαταρκτικής εξέτασης, και αγωγή (άρθρων 105 και 106 ΕισΝΑΚ) κατά του ΕΦΚΑ ενώπιον του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών για αποζημίωση λόγω ηθικής βλάβης. Ο Συνήγορος του Πολίτη έθεσε την υπόθεση στο αρχείο, με την αιτιολογία ότι το ζήτημα έχει αχθεί ενώπιον των αρμοδίων δικαστηρίων. Επίσης, με την καταγγελία της στην Αρχή ισχυρίζεται ότι α) ο Συνήγορος του Πολίτη αποσιώπησε, συγκάλυψε, παρερμήνευσε και δεν κατήγγειλε, ως όφειλε, την παραποίηση του ιατρικού φακέλου της και τον αποκλεισμό της από τα δικαιώματα που απορρέουν από την πιστοποίησή της ως προσώπου με … , β) η Εθνική Συνομοσπονδία Ατόμων με Αναπηρία, παρόλο που ενημερώθηκε γραπτώς με αποδεικτικά στοιχεία, αποσιώπησε, συγκάλυψε και δεν κατήγγειλε την παραποίηση των προσωπικών δεδομένων της και γ) το Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης διαβίβασε παραποιημένα και ψευδή στοιχεία στα Η.Ε., αναπτύσσοντας επιχειρηματολογία για την υπεράσπιση των παραβατών ιατρών. Η καταγγέλλουσα ζητά ειδικότερα από την Αρχή: 1) να αναζητήσει και να λάβει για λογαριασμό της κάθε προσωπικό δεδομένο που κατέχει και έχει επεξεργαστεί το Υπουργείο Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης και ο ΕΦΚΑ στο πλαίσιο του αιτήματός της για πιστοποίηση της πάθησής της ως αναπηρίας (δικαίωμα πρόσβασης), 2) να υποχρεώσει το Υπουργείο Εργασίας και τη Διοίκηση του ΕΦΚΑ στην έκδοση ορθής απόφασης πιστοποίησης αναπηρίας της, συμμορφούμενη με τη διαγνωσμένη πάθησή της (δικαίωμα διόρθωσης), 3) να υποχρεώσει τη Διοίκηση του ΕΦΚΑ να ανακαλέσει και διαγράψει οριστικά από τα αρχεία της την απόφαση της Α΄θμιας Υγειονομικής Επιτροπής της … και του πορίσματος του δειγματοληπτικού ελέγχου, κοινοποιώντας την απόφαση περί οριστικής και αμετάκλητης διαγραφής τόσο στην ίδια όσο και στον θεράποντα ιατρό (δικαίωμα στη λήθη), 4) να υποχρεώσει τη Διοίκηση και οποιονδήποτε εμπλεκόμενο να παύσει την περαιτέρω επεξεργασία των προσωπικών δεδομένων της, 5) να επιβάλει τις δέουσες κυρώσεις σε όλους τους εμπλεκομένους, 6) να ενημερώσει τον Συνήγορο του Πολίτη, ώστε να ανακινήσει το ζήτημα, το οποίο έθεσε στο αρχείο, 7) να κοινοποιήσει την απόφαση ή τη σχετική γνωμοδότησή της στην Επιτροπή των Η.Ε 3 για τα Δικαιώματα των Ατόμων με Αναπηρίες, 8) να μεριμνήσει ώστε να επιστραφεί στην ίδια η πρωτότυπη Γνωμάτευση-Βεβαίωση του θεράποντος ιατρού της, Γ, που εμπεριέχεται στον εισηγητικό φάκελο του ΚΕ.Π.Α., 9) να ενημερώσει τον Γ, ως υποκείμενο των δεδομένων, για τις συνέπειες της παραποίησης από τρίτους δεδομένων που ο ίδιος χορήγησε σε ασθενή του, 10) να ελέγξει τη συμμόρφωση του ΕΦΚΑ με τον ΓΚΠΔ και 11) να γνωμοδοτήσει σχετικά με το καθεστώς ανωνυμίας των Υγειονομικών Επιτροπών και των Επιτροπών Δειγματοληπτικού Ελέγχου του ΚΕ.Π.Α. Η Αρχή, στο πλαίσιο διερεύνησης των καταγγελλομένων, απέστειλε την 20.9.2018 το υπ’ αρ. πρωτ. Γ/ΕΞ/5577-1/20.9.2018 έγγραφο προς τον ΕΦΚΑ/ΚΕ.Π.Α. για παροχή διευκρινίσεων σχετικά με την καταγγελία, ο οποίος στην υπ’ αρ. πρωτ. … απάντησή του ανέφερε ότι οριστικοποιήθηκε το αποτέλεσμα της πρωτοβάθμιας υγειονομικής κρίσης, αφού δεν κατέστη δυνατό να επανελεγχθεί νομίμως αυτή από την αρμόδια Β΄θμια Υγειονομική Επιτροπή, λόγω αρνήσεως της καταγγέλλουσας να παραστεί και να παράσχει τις δέουσες διευκρινίσεις στα μέλη της Επιτροπής. Επίσης, επισυνάπτει το πόρισμα του διενεργηθέντος από την αρμόδια Επιτροπή την … δειγματοληπτικού ελέγχου αναφορικά με την ορθότητα ή μη της πρωτοβάθμιας υγειονομικής κρίσης, σύμφωνα με το οποίο α) «δεν προκύπτουν στοιχεία συνηγορούντα υπέρ της διάγνωσης διαταραχής του … » και β) «η ασφαλισμένη θα μπορούσε να προσφύγει σε δευτεροβάθμιο όργανο, ζητώντας τη διόρθωση τυχόν εσφαλμένης κρίσης …. και έστω και τώρα μπορεί να υποβληθεί η ασθενής σε ειδικές ή/και προβολικές δοκιμασίες για ακριβή διαφοροδιάγνωση». Κατόπιν των προαναφερόμενων, η Αρχή κάλεσε την καταγγέλλουσα στο Τμήμα κατά τη συνεδρίαση της ..….2018 για παροχή διευκρινίσεων σχετικά με την υπόθεση. Στη συγκεκριμένη συνεδρίαση παρέστη ο κ. Χρίστος Δημητρίου, πληρεξούσιος δικηγόρος της καταγγέλλουσας, ο οποίος, τόσο κατά την ακροαματική διαδικασία όσο και στο υπ’ αρ. πρωτ. Γ/ΕΙΣ/158/10.01.2019 κατατεθέν υπόμνημά του στην Αρχή ανέφερε τα εξής: 1) η Πρωτοβάθμια Υγειονομική Επιτροπή του ΚΕ.Π.Α., α) εν αγνοία της Α προέβη σε νέα αυτοτελή ιατρική πράξη («διάγνωση» και βεβαίωση), χωρίς να νομιμοποιείται να το πράξει. Πιο συγκεκριμένα, σχημάτισε διάγνωση της αρεσκείας της και στηρίχθηκε σε αυτή για να γνωματεύσει στη συνέχεια περί της διάρκειας και του ποσοστού αναπηρίας της αρεσκείας της, β) δεν περιορίστηκε στο καθήκον της, που είναι η γνωμάτευση επί του ποσοστού και της διάρκειας της 4 αναπηρίας που αντιστοιχούν, βάσει του τότε ισχύοντος Ενιαίου Πίνακα Πιστοποίησης Ποσοστού Αναπηρίας, στη διαγνωσμένη πάθηση της Α που είναι ο …, αλλά αγνόησε πλήρως τον εισηγητικό φάκελο της αιτούσας και τη διαγνωσμένη πάθησή της και προέβη σε εκτέλεση καθηκόντων θεράποντος ιατρού, 2) η Δευτεροβάθμια Επιτροπή δεν υπήρχε περίπτωση να διορθώσει την παραποίηση των ιατρικών δεδομένων της Α και αυτό αποδεικνύεται από το πόρισμα της Επιτροπής Δειγματοληπτικού Ελέγχου, η οποία επικύρωσε την ενέργεια της Πρωτοβάθμιας Επιτροπής, επιχειρώντας να την αμνηστεύσει, η δε διενέργεια δειγματοληπτικού ελέγχου και το πόρισμα αυτής έλαβαν χώρα αφού είχε κατατεθεί μήνυση και προσφυγή στα Ηνωμένα Έθνη και η ελληνική κυβέρνηση είχε κληθεί να παράσχει εξηγήσεις, 3) το πόρισμα αυτό συντάχθηκε εν αγνοία και ερήμην της Α με αποδέκτη τη Δ/νση … του Υπ. Εργασίας, που αποδεικνύει ότι το πόρισμα συντάχθηκε επί τούτου και με σκοπό η ελληνική κυβέρνηση να το χρησιμοποιήσει για να ανακόψει την προσφυγή του συζύγου της Α ενώπιον των Ηνωμένων Εθνών, και στην ουσία νομικο-τεχνικά δεν αποτελεί ιατρικό πιστοποιητικό ή διοικητική πράξη, αλλά συνιστά ένα έγγραφο εσωτερικού ελέγχου της διοίκησης, 4) το εν λόγω πόρισμα περιλαμβάνει ψυχιατρικό προφίλ και ιατρική διάγνωση προσώπου που δεν εξέτασαν ποτέ και δεν είχαν την αρμοδιότητα να εξετάσουν, η δε διοίκηση του ΕΦΚΑ/ΚΕ.Π.Α. πρότεινε στην κυβέρνηση τη χρήση αυτού του πορίσματος ενώπιον των Ηνωμένων Εθνών, 5) η Α συμμετείχε σε συνέντευξη μόλις και μετά βίας για ένα τέταρτο της ώρας από την Πρωτοβάθμια Υγειονομική Επιτροπή του ΚΕ.Π.Α., 6) αν η Πρωτοβάθμια Υγειονομική Επιτροπή του ΚΕ.Π.Α. είχε πρόθεση να εκτελέσει το νόμιμο καθήκον της και χρειαζόταν να λάβει ειδικότερα και λεπτομερέστερα στοιχεία για τη ζωή και τις δυσκολίες της Α θα μπορούσε είτε να επιφυλαχθεί και να ζητήσει πρόσθετα στοιχεία από τον θεράποντα ιατρό της είτε να επικαλεστεί η ίδια αδυναμία κρίσεως λόγω μη εξειδίκευσης και να παραπέμψει σε Επιτροπή αμιγώς εξειδικευμένων ψυχιάτρων-νευρολόγων, 7) ο ΕΦΚΑ (το ΚΕ.Π.Α. δεν έχει οργανική αυτοτέλεια) όταν δέχεται ένα αίτημα πιστοποίησης αναπηρίας λαμβάνει με τον εισηγητικό φάκελο προσωπικά δεδομένα υγείας τα οποία έχουν εκδώσει δομές του Υπουργείου Υγείας ή ιδιώτες ιατροί. Ο ΕΦΚΑ, βασιζόμενος σε αυτά τα δεδομένα υγείας και με εργαλείο τον Ενιαίο Πίνακα Προσδιορισμού Ποσοστού Αναπηρίας, εξάγει με την σειρά του δεδομένα αναπηρίας. Οποιαδήποτε παρέμβαση στα δεδομένα υγείας δεν επιτρέπεται από τον νόμο και θα απαιτούσε την προηγούμενη ενημέρωση και συγκατάθεση τόσο του ασθενούς όσο και του θεράποντος ιατρού, 8) ο τρόπος με 5 τον οποίο ενήργησε ο ΕΦΚΑ στην περίπτωση της Α ήταν η πλήρης παραποίηση των δεδομένων υγείας της που περιέχονταν στο πιστοποιητικό του Γ και της δημόσιας δομής υγείας του … Νοσοκομείου Χ, η οποία συνιστά πράξη διανοητικής πλαστογράφησης και εγείρει ζητήματα ποινικής ευθύνης, 9) η Α ανέμενε από το ΚΕ.Π.Α. να καθορίσει τα προβλεπόμενα από τον νόμο ποσοστά και διάρκεια αναπηρίας της σε σχέση με τη διαγνωσμένη πάθησή της, που είναι ο … , και υπό αυτούς τους όρους και με αυτήν την προσδοκία προσήλθε στο ΚΕ.Π.Α., και προς τούτο κατέθεσε και τον εισηγητικό φάκελο που υποδεικνύει και απαιτεί το ΚΕ.Π.Α., και δεν έδωσε ποτέ εξουσιοδότηση στο ΚΕ.Π.Α. να δημιουργήσει νέα δεδομένα που αφορούν την κατάσταση της υγείας της και ούτε έχει τέτοια αρμοδιότητα και δυνατότητα το ΚΕ.Π.Α., και τέλος, 10) συνολικά, οι ενέργειες του ΚΕ.Π.Α. έγιναν έξω και πέρα από το σαφές και αυστηρό πλαίσιο του αιτήματος της Α και χωρίς η ίδια να ενημερωθεί ποτέ για τις ενέργειες αυτές. Η Αρχή, μετά από εξέταση των στοιχείων του φακέλου, την ακροαματική διαδικασία και αφού άκουσε τον εισηγητή και τη βοηθό εισηγητή, η οποία αποχώρησε μετά τη συζήτηση της υπόθεσης και πριν από τη διάσκεψη και τη λήψη απόφασης, μετά από διεξοδική συζήτηση ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟΝ ΝΟΜΟ 1) Σύμφωνα με το άρθρο 2 στοιχ. δ’ του ν. 2472/1997, επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα αποτελεί κάθε εργασία ή σειρά εργασιών που πραγματοποιείται από το Δημόσιο ή από νομικό πρόσωπο δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου ή ένωση προσώπων ή φυσικό πρόσωπο με ή χωρίς τη βοήθεια αυτοματοποιημένων μεθόδων, όπως συλλογή, καταχώριση, οργάνωση, διατήρηση ή αποθήκευση, τροποποίηση, εξαγωγή, χρήση, διαβίβαση, διάδοση ή κάθε άλλης μορφής διάθεση, συσχέτιση, συνδυασμός, διασύνδεση, δέσμευση, διαγραφή, καταστροφή προσωπικών δεδομένων. Ο υπεύθυνος επεξεργασίας οφείλει τόσο κατά το στάδιο συλλογής προσωπικών δεδομένων όσο και πριν από τη διαβίβαση αυτών σε τρίτους, να ενημερώνει με σαφή και πρόσφορο τρόπο το υποκείμενο των δεδομένων για τα προσωπικά δεδομένα που επεξεργάζεται καθώς και για τα δικαιώματά του (άρθρο 11 του ν. 2472/1997). Ειδικότερα, ο υπεύθυνος επεξεργασίας οφείλει να ενημερώνει το υποκείμενο των δεδομένων για τα εξής τουλάχιστον στοιχεία: την 6 ταυτότητά του και την ταυτότητα του τυχόν εκπροσώπου του, τον σκοπό επεξεργασίας, τους αποδέκτες ή τις κατηγορίες αποδεκτών των δεδομένων και την ύπαρξη του δικαιώματος πρόσβασης (άρθρο 11 παρ. 1 εδ. α’ του ν. 2472/1997). Επίσης, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 12 του ν. 2472/1997, το υποκείμενο των δεδομένων έχει δικαίωμα να γνωρίζει ανά πάσα στιγμή εάν προσωπικά δεδομένα που το αφορούν αποτελούν ή αποτέλεσαν αντικείμενο επεξεργασίας, ενώ εάν ο υπεύθυνος επεξεργασίας δεν απαντήσει εντός δεκαπέντε ημερών ή εάν η απάντησή του δεν είναι ικανοποιητική, το υποκείμενο των δεδομένων έχει δικαίωμα να προσφύγει στην Αρχή, στην περίπτωση κατά την οποία ο υπεύθυνος επεξεργασίας αρνηθεί να ικανοποιήσει το αίτημα του ενδιαφερομένου, κοινοποιεί την απάντησή του στην Αρχή και ενημερώνει τον ενδιαφερόμενο ότι μπορεί να προσφύγει σε αυτήν (άρ. 12 παρ. 4 του ν. 2472/1997). Ταυτόχρονα, το υποκείμενο των δεδομένων έχει δικαίωμα να προβάλει οποτεδήποτε αντιρρήσεις για την επεξεργασία δεδομένων που το αφορούν (άρθρο 13 παρ. 1 του ν. 2472/1997). Οι αντιρρήσεις απευθύνονται εγγράφως στον υπεύθυνο επεξεργασίας και πρέπει να περιέχουν αίτημα για συγκεκριμένη ενέργεια, όπως διόρθωση, προσωρινή μη χρησιμοποίηση, δέσμευση, μη διαβίβαση ή διαγραφή. Ο υπεύθυνος επεξεργασίας έχει την υποχρέωση να απαντήσει εγγράφως επί των αντιρρήσεων μέσα σε αποκλειστική προθεσμία δεκαπέντε

(15)ημερών. Εάν ο υπεύθυνος επεξεργασίας δεν απαντήσει εμπροθέσμως ή η απάντησή του δεν είναι ικανοποιητική, το υποκείμενο των δεδομένων έχει δικαίωμα να προσφύγει στην Αρχή και να ζητήσει την εξέταση των αντιρρήσεών του (παρ. 2 του άρθρου 13 του ν. 2472/1997). Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 19 παρ. 1 εδ. στ’ του ν. 2472/1997, η Αρχή επιβάλλει τις κατά το άρθρο 21 του νόμου διοικητικές κυρώσεις, μια εκ των οποίων αποτελεί η προειδοποίηση στον υπεύθυνο επεξεργασίας ή στον τυχόν εκπρόσωπό του για άρση της παράβασης των υποχρεώσεών του, σύμφωνα με την παρ. 1 εδ. α’ του άρθρου αυτού (άρθρο 21 του ν. 2472/1997).
  1. Από τα στοιχεία του φακέλου και την ακροαματική διαδικασία προέκυψαν τα εξής: Η Α υπέβαλε αίτηση πιστοποίησης της αναπηρίας της στο ΚΕ.Π.Α. την …, προκειμένου να τύχει διαφόρων παροχών από τις αρμόδιες υπηρεσίες λόγω αναπηρίας. Ακολούθως, εξετάστηκε από την Α’θμια Υγειονομική Επιτροπή ειδικότητας ψυχιάτρων και εκδόθηκε η υπ’ αρ. … Γνωστοποίηση Αποτελέσματος Πιστοποίησης Αναπηρίας, σύμφωνα με την οποία αξιολογήθηκε για τη νόσο της «… 7 διαταραχής …», με συνολικό ποσοστό αναπηρίας ..% για χρονικό διάστημα ενός έτους (…), προκειμένου να επανελεγχθεί. Κατά της εν λόγω γνωμάτευσης, η ενδιαφερόμενη υπέβαλε προσφυγή στις … ενώπιον της Β΄θμιας Επιτροπής του ΚΕ.Π.Α. διαφωνώντας με την ιατρική εκτίμηση– γνωμάτευση καθώς και με το ποσοστό αναπηρίας με το οποίο αξιολογήθηκε ο βαθμός αναπηρίας της και ζητώντας να εξετασθεί εκ νέου το αίτημά της βάσει του φακέλου που αρχικά κατέθεσε, και να επαναξιολογηθεί η πάθησή της από την Β΄θμια Επιτροπή σύμφωνα με τα ισχύοντα στην ιατρική επιστήμη, λαμβάνοντας υπόψη και τη διάγνωση του θεράποντος ιατρού της Γ, σύμφωνα με την οποία πάσχει από … διαταραχή στο … του … . Το αποτέλεσμα της πρωτοβάθμιας υγειονομικής κρίσης οριστικοποιήθηκε, αφού δεν κατέστη δυνατό να επανελεγχθεί νομίμως αυτή από την αρμόδια Β΄θμια Υγειονομική Επιτροπή. Επίσης, σύμφωνα με το από … συνταχθέν πόρισμα της αρμόδιας Επιτροπής Δειγματοληπτικού Ελέγχου αναφορικά με την ορθότητα ή μη της πρωτοβάθμιας υγειονομικής κρίσης, α) «δεν προκύπτουν στοιχεία συνηγορούντα υπέρ της διάγνωσης διαταραχής του … » και β) «η ασφαλισμένη θα μπορούσε να προσφύγει σε δευτεροβάθμιο όργανο, ζητώντας τη διόρθωση τυχόν εσφαλμένης κρίσης …. και έστω και τώρα μπορεί να υποβληθεί η ασθενής σε ειδικές ή/και προβολικές δοκιμασίες για ακριβή διαφοροδιάγνωση». Για το σχετικό ζήτημα η Α, δια του πληρεξουσίου συζύγου της, υπέβαλε καταγγελία και στον Συνήγορο του Πολίτη, στο Υπουργείο Εργασίας, στη Γενική Επιθεωρήτρια Δημόσιας Διοίκησης και στην Επιτροπή των Ηνωμένων Εθνών για τα Δικαιώματα των Ατόμων με Αναπηρίες, καθώς και μήνυση κατά των ιατρών του ΚΕ.Π.Α. για παράβαση καθήκοντος, η οποία βρίσκεται στο στάδιο της προκαταρκτικής εξέτασης, και αγωγή (άρθρων 105 και 106 ΕισΝΑΚ) κατά του ΕΦΚΑ ενώπιον του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών για αποζημίωση λόγω ηθικής βλάβης. Ο Συνήγορος του Πολίτη έθεσε την υπόθεση στο αρχείο, με την αιτιολογία ότι το ζήτημα έχει αχθεί ενώπιον των αρμοδίων δικαστηρίων.
  2. Στην κρινόμενη περίπτωση, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, με εξαίρεση το δικαίωμα πρόσβασης, τα υπόλοιπα δικαιώματα διόρθωσης, διαγραφής, περιορισμού της επεξεργασίας, εναντίωσης ούτε ασκήθηκαν, ούτε απευθύνθηκαν στον υπεύθυνο επεξεργασίας. Ειδικότερα, η υποβληθείσα την … προσφυγή κατά της αποφάσεως της Α’θμιας Επιτροπής του ΚΕ.Π.Α. αφορούσε την επαναξιολόγηση της παθήσεως της Α από τη Β΄θμια Επιτροπή σύμφωνα με τα ισχύοντα στην ιατρική επιστήμη, και δεν 8 περιείχε αίτημα διόρθωσης ή διαγραφής δεδομένων. Ομοίως και οι υποβληθείσες καταγγελίες στο Υπουργείο Εργασίας, στον Συνήγορο του Πολίτη καθώς και τα λοιπά αναφερόμενα στο τμήμα 8 του εντύπου καταγγελίας αιτήματα και υπομνήματα δεν συνιστούν άσκηση δικαιώματος του ΓΚΠΔ ή ν. 2472/1997, επιπλέον δε, φαίνεται ότι ασκούνται σε αναρμόδια όργανα π.χ. εισαγγελέας πλημμελειοδικών, Επιτροπή Ηνωμένων Εθνών.
  3. Εν συνεχεία, η καταγγέλλουσα αναφέρεται σε «παραποίηση» των ιατρικών και προσωπικών δεδομένων (ή της πάθησής) της επειδή καταρχάς το ΚΕ.Π.Α. με τη «Γνωστοποίηση Αποτελέσματος Πιστοποίησης Αναπηρίας» κατέληξε σε διαφορετικό ιατρικό πόρισμα σε σχέση με αυτό στο οποίο κατέληξε ο Γ, όπως περιγράφεται στην με αρ. πρωτ. … Ιατρική Βεβαίωση–Γνωμάτευσή του. Επίσης, στο ίδιο συμπέρασμα περί «παραποίησης» καταλήγει η καταγγέλλουσα και στην περίπτωση της διερεύνησης των καταγγελιών της από την Επιτροπή Δειγματοληπτικού Ελέγχου του ΚΕ.Π.Α.
  4. Η καταγγέλλουσα, κάνοντας λόγο για «παραποίηση» των ιατρικών και προσωπικών δεδομένων της, αναφέρεται στα ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα που περιλαμβάνονται στο ιατρικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε ο Γ το οποίο θεωρεί ως ορθό, σε αντίθεση με το αντίστοιχο του ΚΕ.Π.Α. Στο συμπέρασμα αυτό καταλήγει η Αρχή επιπλέον και με βάση την από … επιστολή-αίτηση του πληρεξουσίου δικηγόρου του καταγγέλλοντος (αρ. πρωτ. Γ/ΕΙΣ/7576) σύμφωνα με την οποία «προειδοποιεί» την Αρχή ότι «...είστε υποχρεωμένοι να λάβετε ως μοναδικό προσωπικό δεδομένο υγείας, αναφοράς εκκίνησης και προσανατολισμού εκείνο της διάγνωσης του θεράποντος ιατρού της, Γ». Όπως επισημαίνει ο Συνήγορος του Πολίτη στο με αρ. πρωτ. … από … έγγραφο του προς το ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, το οποίο προσκόμισε η καταγγέλλουσα ως σχετικό υπ’ αρ. 8 της καταγγελίας της, «διατυπώνονται αμφιβολίες αναφορικά με την ορθότητα της ιατρικής εκτίμησης» από τον ίδιο, καθώς «η αρμόδια επιτροπή διαπίστωσε νόσο διαφορετική από τη διάγνωση στην οποία κατά ιατρική εκτίμηση προέβη ο θεράπων ιατρός...». Η καταγγέλλουσα, τόσο αρχικά όσο και ειδικότερα στις διευκρινίσεις της κατόπιν της ακρόασης ενώπιον της Αρχής (αρ. πρωτ. Γ/ΕΙΣ/158 από 10-01-2019), υποστηρίζει ότι «Η Πρωτοβάθμια Υγειονομική Επιτροπή του ΚΕΠΑ δεν έλαβε καν 9 υπόψη της την ιατρική βεβαίωση και τον εισηγητικό φάκελο του θεράποντος ιατρού της Α, Γ, ούτε έκανε καμία μνεία, αναφορά ή παραπομπή σε αυτά» (σελ. 1), «αγνόησε πλήρως τον εισηγητικό φάκελο της αιτούσας και τη διαγνωσμένη πάθησή της...εάν δεν είχε καθολικά εκτοπίσει και εξαφανίσει την Ιατρική Πράξη του Γ, δεν θα είχε την δυνατότητα να προβεί σε γνωμάτευση αναπηρίας με ποσοστό και διάρκεια της αρεσκείας της» (σελ. 2), «ο τρόπος με τον οποίο ενήργησε ο ΕΦΚΑ στην περίπτωση της Α, ήτοι η πλήρης παραποίηση των Δεδομένων Υγείας της ....συνιστά πράξη διανοητικής πλαστογραφίας και εγείρει ζητήματα ποινικής ευθύνης» (σελ. 11). Ο ανωτέρω ισχυρισμός της καταγγέλλουσας συνεπάγεται την απουσία οιασδήποτε πράξης επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα κατ’ άρθ. 2 περ. δ’ ν. 2472/1997 και, επομένως, καθίσταται αδύνατη η παραβίαση των διατάξεων του ν. 2472/1997 από τη μη λήψη υπόψη και μη αξιολόγηση δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. Στην αντίθετη περίπτωση, η τελικά τυχόν λήψη υπόψη και αξιολόγηση της επίμαχης Ιατρικής Γνωμάτευσης–Βεβαίωσης από τους ιατρούς του ΚΕ.Π.Α., μαζί με όσα προέκυψαν από την κλινική εικόνα με βάση τη συνέντευξη της αιτούσας, την πιστοποίηση αναπηρίας και τις σχετικές διευκρινίσεις, οδήγησε τους ιατρούς σε διαφορετική ιατρική εκτίμηση–διάγνωση από αυτήν που θεωρεί ως ορθή η καταγγέλλουσα, χωρίς η διαφοροποίηση αυτή να συνιστά παραβίαση της νομοθεσίας για την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. Σε κάθε περίπτωση, από τα ανωτέρω προκύπτει ότι δεν υπήρξε παράνομη επεξεργασία στο αρχείο προσωπικών δεδομένων (εισηγητικό φάκελο παροχών αναπηρίας) που περιλάμβανε την ανωτέρω Ιατρική Βεβαίωση–Γνωμάτευση του Γ, υπό τη μορφή της «τροποποίησης» ή «καταστροφής» των ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων της, κατ’ αρ. 2 περ. δ’ ν. 2472/1997, ούτε ως τέτοια μπορεί να νοηθεί τυχόν μη λήψη υπόψη της ανωτέρω Ιατρικής Βεβαίωσης–Γνωμάτευσης ή η εξαγωγή διαφορετικής ιατρικής εκτίμησης ή γνωμάτευσης.
  5. Τα ανωτέρω συμπεράσματα (υπό αρ. 5) στα οποία καταλήγει η Αρχή επιβεβαιώνονται και από το ότι η καταγγέλλουσα σε καμία από τις αιτήσεις και προσφυγές της προς το ΚΕ.Π.Α., τον ΕΦΚΑ, το Υπουργείο Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης δεν επικαλείται παραβίαση της νομοθεσίας για την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα της, ούτε επικαλείται τυχόν τροποποίηση ή καταστροφή των ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων της κατ’ 10 άρθ. 2 περ. δ’ ν. 2472/1997, ούτε άσκησε κανένα από τα επικαλούμενα ως παραβιασθέντα δικαιώματα διόρθωσης, διαγραφής, περιορισμού της επεξεργασίας και εναντίωσης. Ειδικότερα, από το κείμενο της καταγγελίας προς την Αρχή και τα επισυναπτόμενα σε αυτήν έγγραφα προκύπτει ότι η καταγγέλλουσα δεν υπέβαλε αίτημα διόρθωσης των φερομένων ως ανακριβών προσωπικών δεδομένων της στο ΚΕ.Π.Α., ούτε άσκησε το δικαίωμα εναντίωσής της για διαγραφή των δεδομένων αυτών, ενώ, σύμφωνα με τις προαναφερόμενες διατάξεις, θα έπρεπε να είχε υποβάλει αίτημα διόρθωσης ή/και εναντίωσης στο ΚΕ.Π.Α., ως υπεύθυνο επεξεργασίας, και στη συνέχεια, σε περίπτωση που δεν ελάμβανε απάντηση εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας ή η απάντησή του δεν ήταν ικανοποιητική, να υποβάλει καταγγελία στην Αρχή. Συγκεκριμένα, στην από … προσφυγή της η Α ενώπιον της Β΄βάθμιας Επιτροπής του ΚΕ.Π.Α. κατά της απόφασης της Α΄βάθμιας Επιτροπής του ανωτέρω διοικητικού οργάνου, στις τελευταίες τρεις γραμμές της ανωτέρω αιτήσεως αναφέρονται επί λέξει τα ακόλουθα: «Ζητώ όπως εξετασθεί εκ νέου το αίτημά μου βάσει του φακέλου που αρχικά κατέθεσα» Το αμέσως παραπάνω αίτημα, ωστόσο, αφορά την επαναξιολόγηση της παθήσεώς της από την Β΄βάθμια Επιτροπή σύμφωνα με τα ισχύοντα στην ιατρική επιστήμη, αλλά σε καμία περίπτωση δεν συνιστά αίτημα διόρθωσης ή διαγραφής δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα.
  6. Επιπλέον δε, σύμφωνα με τα έγγραφα που η ίδια η καταγγέλλουσα προσκόμισε, ουδέποτε εκείνη επικαλέσθηκε παραβίαση των διατάξεων του ν. 2472/1997 στο πλαίσιο της καταγγελίας της προς τον Συνήγορο του Πολίτη και προς τη Γενική Επιθεωρήτρια Δημόσιας Διοίκησης, στο πλαίσιο της αίτησης πρόσβασης σε έγγραφα προς τον κ. Εισαγγελέα Ακροάσεως Αθηνών, στο πλαίσιο της μήνυσης που υπέβαλε ενώπιον του κ. Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών κατά των Μελών της Πρωτοβάθμιας Επιτροπής Κέντρου Πιστοποίησης Αναπηρίας (ΚΕ.Π.Α.), καθώς και στο πλαίσιο της αγωγής που άσκησε σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου κατ’ άρθρ. 105 – 106 ΕισΝΑΚ.
  7. Τα αιτήματα περί λήψης αντιγράφων από μέρους της Αρχής για να αναζητήσει και να λάβει για λογαριασμό της καταγγέλλουσας κάθε προσωπικό δεδομένο της που κατέχει και έχει επεξεργαστεί το Υπουργείο Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης και ο ΕΦΚΑ στο πλαίσιο του αιτήματός 11 της για πιστοποίηση της πάθησής της ως αναπηρίας θα πρέπει να απορριφθούν, καθώς η Αρχή δεν έχει σχετική αρμοδιότητα. Επιπλέον δε, ακόμη και εάν θεωρηθεί ότι τα ανωτέρω συνιστούν αιτήματα πρόσβασης και ενημέρωσης για τα τηρούμενα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, αυτά υποβάλλονται και ικανοποιούνται απευθείας προς και από τον ίδιο τον υπεύθυνο επεξεργασίας και όχι δια της Αρχής (ΣτΕ 4597/2015 Α’ Δημοσίευση NOMOS).
  8. Αντιθέτως, προέκυψε ότι παραβιάσθηκε το προβλεπόμενο από τις διατάξεις των άρθρων 11 και 12 του ν. 2472/1997 δικαίωμα ενημέρωσης και πρόσβασης της καταγγέλλουσας από τον ΕΦΚΑ σχετικά με τα ονόματα των ιατρών–μελών του Ειδικού Σώματος Υγειονομικών Επιτροπών του ΚΕ.Π.Α., καθώς το υποκείμενο των δεδομένων δικαιούται να γνωρίζει, μεταξύ άλλων, την ταυτότητα και τα πλήρη στοιχεία επικοινωνίας του υπευθύνου επεξεργασίας και/ή του εκπροσώπου αυτού (βλ. άρθρο 11 παρ. 1 εδ. α’ ν. 2472/1997), όπως και κάθε προσώπου που απασχολείται στον υπεύθυνο επεξεργασίας και προβαίνει σε επεξεργασία προσωπικών δεδομένων προκειμένου να εκπληρώσει τα καθήκοντα του υπευθύνου επεξεργασίας, χωρίς βεβαίως να είναι εκτελών την επεξεργασία (βλ. Ευρωπαϊκή Επιτροπή ανάλυση σε https://ec.europa.eu/info/law/law-topic/data-protection/reform/rules-business-andorganisations/obligations/controller-processor/what-data-controller-or-dataprocessor_el και Ομάδα Εργασίας άρθρου 29 Γνώμη 1/2010 σχετικά με τις έννοιες του υπευθύνου της επεξεργασίας και του εκτελούντος την επεξεργασία της 16-022010, WP 169 . Ειδικότερα, από το με αρ. πρωτ. … από … έγγραφο της Διοίκησης του ΙΚΑ προς τον πληρεξούσιο της καταγγέλλουσας, Β προκύπτει ότι απορρίφθηκε το αίτημά της να λάβει γνώση των ονομάτων των ιατρών που συμμετείχαν στην επιτροπή του ΚΕ.Π.Α. «καθώς πρόκειται για επεξεργασία ευαίσθητων δεδομένων και δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα για τους κάτωθι σοβαρούς λόγους» (σελ. 5), ήτοι ότι δεν περιγράφεται επακριβώς η οικεία έννομη σχέση, το δικαίωμα για την αναγνώριση του οποίου κρίνονται απολύτως αναγκαία και πρόσφορα τα ζητούμενα στοιχεία, ήτοι ενόψει συγκεκριμένης αναγνώρισης, άσκησης ή υπεράσπισης δικαιώματος ενώπιον δικαστηρίου ή πειθαρχικού οργάνου, ότι τα ζητούμενα στοιχεία δεν μπορεί να αξιολογηθούν ως απολύτως αναγκαία και πρόσφορα για τον σκοπό της επεξεργασίας τους, όπως αυτός υπονοείται καθώς και ότι το έννομο συμφέρον και το αντίστοιχο δικαίωμα, συγκρινόμενο με τα αντίστοιχα των φορέων των προσωπικών δεδομένων, 12 δεν υπερέχει προφανώς των τελευταίων. Επιπλέον δε, ζητήθηκε η προσκόμιση εισαγγελικής παραγγελίας, η οποία θα έπρεπε, σύμφωνα με το ίδιο έγγραφο, να είναι πλήρως αιτιολογημένη και να μην αποτελεί απλώς διαβιβαστικό της σχετικής αίτησης χωρίς τη ρητή έκφραση της γνώμης του συντάκτη της. Επί των ανωτέρω, θα πρέπει να επισημανθεί καταρχάς ότι το ονοματεπώνυμο των μελών της επιτροπής ή η ιδιότητά τους ως ιατρών δεν συνιστά ευαίσθητο δεδομένο προσωπικού χαρακτήρα, όπως εσφαλμένα διαλαμβάνεται στην ανωτέρω απάντηση. Επιπλέον, στην αιτιολογία απόρριψης του αιτήματος ενημέρωσης και πρόσβασης ουδεμία αναφορά έγινε στις διατάξεις των άρθρων 11 και 12 του ν. 2472/1997 αλλά σε νομικό πλαίσιο και διαδικασίες εκτός του νομικού πλαισίου για την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. Περαιτέρω, το ΙΚΑ στο ίδιο έγγραφο, προκειμένου να απορρίψει το συναφές αίτημα, διέλαβε ότι «(γ) Το έννομο συμφέρον και το αντίστοιχο δικαίωμά σας, συγκρινόμενο με τα αντίστοιχα των φορέων των προσωπικών δεδομένων, δεν υπερέχει προφανώς των τελευταίων», χωρίς να προβεί σε επίκληση των οικείων νομικών βάσεων για την επεξεργασία προσωπικών δεδομένων και χωρίς να παραθέσει τα πραγματικά στοιχεία με βάση τα οποία κατέληξε στην απόρριψη του συναφούς αιτήματος. Τέλος, η «απαίτηση» περί προσκόμισης εισαγγελικής παραγγελίας παραβλέπει ότι οι ρυθμίσεις του ν. 2472/1997, ως ειδικές, κατισχύουν άλλων γενικών διατάξεων της νομοθεσίας, που αφορούν διαβίβαση δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, όπως είναι η διάταξη του άρθρου 25 παρ. 4 περιπτ. β΄ του ΚΟΔΚΔΛ (ν. 1756/1988) για τις εισαγγελικές παραγγελίες και δεν απαλλάσσει τον υπεύθυνο επεξεργασίας από την τήρηση των υποχρεώσεών του με βάση τον ν. 2472/1997 (πρβλ. ΣτΕ 1817/2018 παρ. 7 και 9, Α’ Δημοσίευση ΝΟΜΟS). Θα πρέπει, δε, να επισημανθεί ότι ο υπεύθυνος επεξεργασίας, ενώ απέρριψε το σχετικό αίτημα, δεν ενημέρωσε το υποκείμενο των δεδομένων για το δικαίωμά του να προσφύγει στην Αρχή ούτε κοινοποίησε την απάντησή του στην Αρχή κατ’ άρ. 12 παρ. 4 ν. 2472/1997 και, επομένως, δεν εφαρμόσθηκε εν προκειμένω το νομικό πλαίσιο για την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. Ως εκ τούτου, ο υπεύθυνος επεξεργασίας όφειλε κατ’ άρθρο 11 παρ. 1 εδ. α’ σε συνδυασμό με το άρθρο 12 ν. 2472/1997 α) να ενημερώσει την καταγγέλλουσα για 13 την ταυτότητα των ιατρών μελών της επιτροπής, καθώς και για το δικαίωμά της να προσφύγει στην Αρχή, και β) να κοινοποιήσει την απάντησή του στην Αρχή.
  9. Ενόψει των ανωτέρω, η Αρχή, λαμβάνοντας υπόψη, αφενός, τη βαρύτητα της παράβασης των άρθρων 11 και 12 του ν. 2472/1997 που αποδείχθηκε και την προσβολή που επήλθε από αυτή στο υποκείμενο των δεδομένων, αφετέρου, το γεγονός ότι ο υπεύθυνος επεξεργασίας δεν εφάρμοσε τη νομοθεσία για την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, κρίνει ότι πρέπει να επιβληθεί στον ΕΦΚΑ, ως υπεύθυνο επεξεργασίας, η προβλεπόμενη στο άρθρο 21 παρ. 1 εδαφ. α΄ του ν. 2472/1997 αναγκαία και αναλογική κύρωση που αναφέρεται στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Η Αρχή:
  10. Κρίνει ότι ο ΕΦΚΑ, ως υπεύθυνος επεξεργασίας, όφειλε να ενημερώσει την καταγγέλλουσα για την ταυτότητα των ιατρών μελών της επιτροπής, καθώς και για το δικαίωμά της να προσφύγει στην Αρχή, και να κοινοποιήσει την απάντησή του στην Αρχή για τους λόγους που αναφέρονται στο σκεπτικό της παρούσας.
  11. Επιβάλλει στον ΕΦΚΑ, ως υπεύθυνο επεξεργασίας, για τη μη τήρηση της ως άνω υποχρέωσης προηγούμενης ενημέρωσης της καταγγέλλουσας και μη κοινοποίησης της απάντησής του στην Αρχή και για τους λόγους που αναφέρονται στο σκεπτικό της παρούσας, την κύρωση της προειδοποίησης, επισημαίνοντας ότι εφεξής θα πρέπει να ενημερώνει τους προσφεύγοντες κατά των αποφάσεων των Υγειονομικών Επιτροπών του ΚΕ.Π.Α. για την ταυτότητα των ιατρών μελών των εν λόγω επιτροπών καθώς και για το δικαίωμά τους να προσφύγουν στην Αρχή. Ο Αναπληρωτής Πρόεδρος Η Γραμματέας Γεώργιος Μπατζαλέξης Ειρήνη Παπαγεωργοπούλου 14

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.