Αθήνα, 24-10-2017 Αριθ. Πρωτ.: Γ/ΕΞ/4349-2/24-10-2017 ΑΡΧΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ∆Ε∆ΟΜΕΝΩΝ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ Α Π Ο Φ Α Σ Η 129/2017 (Τµήµα) Η Αρχή Προστασίας ∆εδοµένων Προσωπικού Χαρακτήρα συνεδρίασε σε σύνθεση Τµήµατος στην έδρα της την 18.10.2017 και ώρα 10:00 µετά από πρόσκληση του Προέδρου της, προκειµένου να εξετάσει την υπόθεση που αναφέρεται στο ιστορικό της παρούσας. Παρέστησαν ο Αναπληρωτής Πρόεδρος, Γ. Μπατζαλέξης, κωλυοµένου του Προέδρου της Αρχής, Κ. Μενουδάκου, και τα αναπληρωµατικά µέλη της Αρχής Χ. Τσιλιώτης, ως εισηγητής, Γρ. Τσόλιας και Π. Ροντογιάννης, σε αντικατάσταση των τακτικών µελών Σ. Βλαχόπουλου, Χ. Ανθόπουλου και Αντ. Συµβώνη αντίστοιχα, οι οποίοι, αν και εκλήθησαν νοµίµως εγγράφως, δεν παρέστησαν λόγω κωλύµατος. Παρούσες χωρίς δικαίωµα ψήφου ήταν η Κ. Καρβέλη, Ε.Ε.Π.-δικηγόρος, ως βοηθός εισηγητή και η Ε. Παπαγεωργοπούλου, υπάλληλος του τµήµατος διοικητικών και οικονοµικών υποθέσεων, ως γραµµατέας. Η Αρχή έλαβε υπόψη της τα παρακάτω: Mε τα υπ’ αριθµ. πρωτ. … από … (αριθµ. πρωτ. Αρχής Γ/ΕΙΣ/4349/01.06.2017) και … από … (αριθµ. πρωτ. Αρχής Γ/ΕΙΣ/5696/27.07.2017) έγγραφά της προς την Αρχή, η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος ζητά την άδεια της Αρχής, προκειµένου να χορηγήσει στην αιτούσα A αντίγραφα από τον φάκελο της πειθαρχικής δικογραφίας του κατηγορουµένου B, κατά κόσµον …, κληρικούΣτρατιωτικού ιερέως, για δικαστική χρήση. Όπως ειδικότερα προκύπτει από τα ανωτέρω αναφερόµενα έγγραφα και το υπ’ αριθµ. πρωτ. … συµπληρωµατικό έγγραφο της Ιεράς Συνόδου προς την Αρχή (αριθµ. πρωτ. Αρχής Γ/ΕΙΣ/7286/11.10.2017) σε απάντηση του υπ’ αριθµ. Γ/ΕΞ/43491 1/06.10.2017 εγγράφου της Αρχής για παροχή περαιτέρω διευκρινίσεων για την υπόθεση, η διαδικασία η οποία έχει κινηθεί από τις Εκκλησιαστικές Αρχές της Εκκλησίας της Ελλάδος και βρίσκεται σε εξέλιξη κατά του B, κληρικούΣτρατιωτικού ιερέως, έχει χαρακτήρα πειθαρχικό. Ειδικότερα, κατόπιν καταγγελίας της αιτούσας την … , ο Μητροπολίτης [περιοχής] Χ µε τις υπ’ αριθµ…., …, …, και … εντολές του διέταξε τη διεξαγωγή ανακρίσεων προς διακρίβωση των σε βάρος του κληρικού καταγγελλοµένων. Μετά το πέρας των ανακρίσεων η υπόθεση παραπέµφθηκε ενώπιον του Επισκοπικού ∆ικαστηρίου της Ιεράς Μητροπόλεως [περιοχής] Χ, το οποίο δυνάµει της υπ’ αριθµ. … αποφάσεώς του, κήρυξε ένοχο τον πειθαρχικώς ελεγχόµενο, επειδή όµως, σύµφωνα µε το άρθρο 12 του Ν. 5383/1932 «Περί Εκκλησιαστικών ∆ικαστηρίων», η επιβολή της προσήκουσας ποινής για το πειθαρχικό παράπτωµα το οποίο κρίθηκε ότι τέλεσε ο ανωτέρω υπερέβαινε την αρµοδιότητά του, παρέπεµψε την υπόθεση µε ολόκληρο τον φάκελο της δικογραφίας, συµπεριλαµβανοµένης και της υπ’ αριθµ. … αποφάσεως αυτού, στο Πρωτοβάθµιο Συνοδικό ∆ικαστήριο, προκειµένου να την εκδικάσει πρωτοβαθµίως. Την … το Πρωτοβάθµιο Συνοδικό ∆ικαστήριο εκδίκασε σε πρώτο βαθµό την πειθαρχική υπόθεση και εξέδωσε την υπ’ αριθµ. … απόφασή του µε την οποία έκρινε ότι τέλεσε το πειθαρχικό αδίκηµα που του αποδόθηκε και του επέβαλε την προσήκουσα για το αδίκηµα αυτό ποινή. Ο κατηγορούµενος ιερέας άσκησε έφεση, η οποία έχει αναστέλλουσα δύναµη και ως εκ τούτου η υπόθεση δεν έχει τελεσιδικήσει και η πειθαρχική διαδικασία δεν έχει ακόµα ολοκληρωθεί. Η αιτούσα Α, µε την ιδιότητα της καταγγέλλουσας και της βασικής µάρτυρος κατηγορίας του ανωτέρω κληρικού στην πειθαρχική του υπόθεση, µε τις από …και … αιτήσεις της προς την Ιερά Σύνοδο, ζητά την χορήγηση των εγγράφων που βρίσκονται στον φάκελο της πειθαρχικής δικογραφίας (µαρτυρικές καταθέσεις και απόφαση του Πρωτοβάθµιου Συνοδικού ∆ικαστηρίου) καθώς και την υπ’ αριθµ. … απόφαση του Επισκοπικού ∆ικαστηρίου της Ιεράς Μητροπόλεως [περιοχής] Χ, για δικαστική χρήση και ειδικότερα για την υπεράσπιση των εννόµων δικαιωµάτων της α) ως εναγοµένης, µεταξύ άλλων, στην κατατεθείσα από τον πειθαρχικώς ελεγχόµενο ιερέα αγωγή αποζηµιώσεως, λόγω προσβολής της προσωπικότητάς του, η οποία εκδικάζεται στις … ενώπιον του Μονοµελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά την ειδική διαδικασία του άρθρου 681 ∆ ΚΠολ∆, β) ως κατηγορουµένης σε υπόθεση για διατάραξη οικιακής ειρήνης µετά την ποινική δίωξη που ασκήθηκε σε βάρος της κατόπιν της έγκλησης που ο ίδιος υπέβαλε, η οποία κατέληξε στην παραποµπή της 2 στο Μονοµελές Πληµµελειοδικείο [περιοχής] Χ , µε ορισθείσα δικάσιµο την … , γ) σε υποθέσεις στις οποίες είναι κατηγορούµενη µετά από κατατεθείσες εγκλίσεις σε βάρος της για συκοφαντική δυσφήµηση, για τις οποίες δεν έχει ορισθεί ακόµη δικάσιµος και δ) σε όλες τις δίκες, οι οποίες θα επακολουθήσουν ενώπιον οιουδήποτε δικαστηρίου. Η Αρχή, µετά από την εξέταση των στοιχείων του φακέλου και αφού άκουσε τον εισηγητή και τις διευκρινίσεις από τη βοηθό εισηγητή, η οποία στη συνέχεια αποχώρησε πριν από τη διάσκεψη για την λήψη απόφασης, µετά από διεξοδική συζήτηση ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟΝ ΝΟΜΟ
- Οι διατάξεις των άρθρων 2 στοιχ. β’, 4 παρ. 1 και 7 παρ. 2 στοιχ. γ΄ του Ν. 2472/1997 καθορίζουν τους όρους και τις προϋποθέσεις για τη νόµιµη επεξεργασία ευαίσθητων προσωπικών δεδοµένων και την χορήγησή τους σε τρίτο πρόσωπο, εφόσον έχει έννοµο συµφέρον και το αποδεικνύει. Περαιτέρω, το άρθρο 11 παρ. 3 του Ν. 2472/1997 ορίζει ότι εάν τα δεδοµένα ανακοινώνονται σε τρίτους, το υποκείµενο ενηµερώνεται για την ανακοίνωση πριν από αυτούς. Ακόµη σύµφωνα µε το άρθρο 135 του Ν. 5383/1932 «Περί Εκκλησιαστικών ∆ικαστηρίων», η ασκηθείσα έφεση κατά της αποφάσεως του Πρωτοβάθµιου Συνοδικού ∆ικαστηρίου αναστέλλει την εκτέλεση της καταδικαστικής πρωτόδικης απόφασης.
- Στην κρινόµενη περίπτωση, η αιτούσα ζητά µε την ιδιότητα της καταγγέλλουσας και της βασικής µάρτυρος κατηγορίας του ανωτέρω κληρικού στην πειθαρχική υπόθεση την χορήγηση των εγγράφων που βρίσκονται στον φάκελο της πειθαρχικής δικογραφίας (µαρτυρικές καταθέσεις, απόφαση του Πρωτοβάθµιου Συνοδικού ∆ικαστηρίου, και την υπ’ αριθµ. … απόφαση του Επισκοπικού ∆ικαστηρίου της Ιεράς Μητροπόλεως [περιοχής] Χ για δικαστική χρήση, και ειδικότερα για την υπεράσπιση των εννόµων δικαιωµάτων της: α) ως εναγοµένης, µεταξύ άλλων, στην κατατεθείσα από τον πειθαρχικώς ελεγχόµενο ιερέα αγωγή αποζηµιώσεως, λόγω προσβολής της προσωπικότητάς του, δια του τύπου, η οποία συζητείται στις … ενώπιον του Μονοµελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά την ειδική 3 διαδικασία του άρθρου 681 ∆ ΚΠολ∆, β) ως κατηγορουµένης στην υπόθεση για διατάραξη οικιακής ειρήνης µετά την ποινική δίωξη που ασκήθηκε σε βάρος της, κατόπιν της έγκλησης που ο ίδιος υπέβαλε, η οποία κατέληξε στην παραποµπή της στο Μονοµελές Πληµµελειοδικείο [περιοχής] Φ, µε ορισθείσα δικάσιµο την… , γ) σε υποθέσεις στις οποίες είναι κατηγορούµενη µετά από κατατεθείσες εγκλίσεις σε βάρος της για συκοφαντική δυσφήµηση, για τις οποίες δεν έχει ορισθεί ακόµη δικάσιµος και δ) σε όλες τις δίκες, οι οποίες θα επακολουθήσουν ενώπιον οιουδήποτε δικαστηρίου.
- H Αρχή είναι αρµόδια να κρίνει τη νοµιµότητα χορήγησης των αιτούµενων στοιχείων σε τρίτον για δικαστική χρήση, µόνον για εκκρεµείς αστικής φύσεως δίκες, για τις οποίες έχει ορισθεί ρητή δικάσιµος, ήτοι στην συγκεκριµένη περίπτωση την ασκηθείσα αγωγή αποζηµιώσεως, στην οποία είναι µεταξύ άλλων εναγοµένη και συζητείται την …, κατά την ειδική διαδικασία του άρθρου 681 ∆ ΚΠολ∆, και όχι για κάθε µελλοντική ενδεχόµενη δικαστική χρήση, εφόσον θα πρέπει κάθε φορά κατά περίπτωση να σταθµίζει εάν συντρέχουν οι όροι και οι προϋποθέσεις των άρθρων 4 παρ. 1 και 7 παρ. 2 στοιχ. γ΄ του Ν. 2472/1997 για τη νόµιµη επεξεργασία ευαίσθητων προσωπικών δεδοµένων και την χορήγησή τους στον τρίτο αιτούντα και αν πληρούται η αρχή της αναλογικότητας (αναγκαιότητα – προσφορότητα) για την αιτούµενη επεξεργασία, λαµβανοµένου υπόψη του σκοπού που επιδιώκεται µε αυτή, πράγµα το οποίο κρίνεται από το αντικείµενο της εκκρεµούσης δίκης στην οποία και πρόκειται να χρησιµοποιηθούν τα ευαίσθητα δεδοµένα. Ειδικότερα, στην υπό κρίση περίπτωση, ο προβαλλόµενος σκοπός επεξεργασίας καταρχήν συνάδει µε τις προαναφερόµενες διατάξεις του άρθρου 7 παρ. 2 στοιχ. γ’ του Ν. 2472/1997, στο µέτρο που τα αιτούµενα στοιχεία από τον φάκελο της πειθαρχικής δικογραφίας είναι συναφή µε την εκκρεµή αστική δίκη (αγωγή αποζηµιώσεως µε δικάσιµο την … ενώπιον του Μονοµελούς Πρωτοδικείου), και αναγκαία στην αιτούσα για την αντίκρουση της αγωγής ως εναγοµένη. Από τα στοιχεία του φακέλου όµως προκύπτει ότι εκκρεµεί η εκδίκαση της ασκηθείσας εφέσεως ενώπιον του ∆ευτεροβάθµιου Συνοδικού ∆ικαστηρίου και η πειθαρχική διαδικασία δεν έχει ακόµη περατωθεί. Κατά συνέπεια, η αιτούσα, ως τρίτη, δεν νοµιµοποιείται να έχει πρόσβαση στον φάκελο της πειθαρχικής δικογραφίας και να λάβει γνώση των στοιχείων που περιλαµβάνονται σε αυτόν, εφόσον ακόµη η σχετική πειθαρχική δίκη εκκρεµεί και η πρωτοβάθµια απόφαση δεν έχει τελεσιδικήσει, τόσο περισσότερο καθόσον η ασκηθείσα έφεση έχει ανασταλτική 4 δύναµη και δεν είναι νοητό να γίνει χρήση της πρωτόδικης αποφάσεως, η οποία αυτή τη στιγµή δεν έχει εκτελεστό χαρακτήρα, είναι δε πιθανόν στην κατ’ έφεση πειθαρχική δίκη να υπάρξει διαφορετικό αποτέλεσµα που µπορεί να καταλήξει και στην εξαφάνισή της. Σηµειωτέον ότι στην ενώπιον του συνοδικού δικαστηρίου πειθαρχική διαδικασία ισχύει, κατ’ ανάλογη εφαρµογή της οικείας διατάξεως του δηµοσιοϋπαλληλικού κώδικα (άρθρ. 127 YK) η αρχή της µυστικότητας της διαδικασίας (ΣτΕ 195/87 και ΣτΕ Ολοµ. 825/88). Συνεπώς στο στάδιο αυτό της διαδικασίας, κατά την πλειοψηφούσα γνώµη, η αιτούµενη επεξεργασία (χορήγηση) των ανωτέρω στοιχείων από την πειθαρχική δικογραφία, τα οποία συνιστούν ευαίσθητα προσωπικά δεδοµένα, δεν τυγχάνει αφενός νόµιµη, διότι συνεπάγεται παραβίαση της αρχής της µυστικότητας της πειθαρχικής διαδικασίας, που βρίσκεται σε εξέλιξη (εκκρεµεί στο ∆ευτεροβάθµιο Συνοδικό ∆ικαστήριο), αφετέρου πρόσφορη, αφού τα αιτούµενα στοιχεία, που περιέχουν ευαίσθητα προσωπικά δεδοµένα του εγκαλουµένου και εκκαλούντος, ενδεχοµένως και τρίτων προσώπων, δεν µπορούν να χρησιµεύσουν αποτελεσµατικά στην, κατά την ανωτέρω έννοια, άσκηση του δικαιώµατος υπεράσπισης της αιτούσας στην πολιτική δίκη, εφόσον τα δεδοµένα αυτά ενδέχεται να ανατραπούν στην δευτεροβάθµια πειθαρχική δίκη, ενδεχόµενο το οποίο δηµιουργεί µεγάλη αβεβαιότητα για την προσφορότητα της αιτούµενης επεξεργασίας προς επίτευξη του επιδιωκόµενου ως άνω σκοπού, η κατάφαση της οποίας σε βαθµό βεβαιότητας αποτελεί αναγκαίο προαπαιτούµενο για χορήγηση της αιτούµενης άδειας από την Αρχή. Επιπροσθέτως, δεν προκύπτει κατά ποιο τρόπο τα αιτούµενα στοιχεία συνδέονται µε την αντίκρουση της αγωγής, αφού ούτε η ίδια η αιτούσα επικαλείται και εξειδικεύει τον σύνδεσµο αυτό, αλλά αρκείται στην επίκληση ότι θέλει να τα χρησιµοποιήσει στις ανωτέρω δίκες και σε άλλες που βρίσκονται σε πρώιµο διαδικαστικό στάδιο. Σε κάθε πάντως περίπτωση, αν η αιτούσα θεωρεί, για λόγους που πρέπει να συγκεκριµενοποιήσει και εξειδικεύσει, απαραίτητα τα στοιχεία αυτά για την αντίκρουση της αγωγής και την ορθή έρευνα της υποθέσεως, µπορεί να υποβάλλει αίτηµα στο ∆ικαστήριο αναβολής της δίκης, κατ’ άρθρο 249 ΚΠολ∆, µέχρι να περατωθεί τελεσίδικα η πειθαρχική δίκη και στο ∆ικαστήριο εναπόκειται, εκτιµώντας το περιεχόµενο και την θεµελίωση του αιτήµατός της, να κρίνει, αν η διάγνωση της ενώπιόν του διαφοράς εξαρτάται από το ζήτηµα που εκκρεµεί ενώπιον του ∆ευτεροβαθµίου Συνοδικού ∆ικαστηρίου, και να κάνει δεκτό το αίτηµα, προκειµένου µετά την τελεσιδικία να λάβει η αιτούσα τα στοιχεία αυτά, κατόπιν αδείας της Αρχής, 5 εφόσον κριθεί ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που τάσσουν οι ανωτέρω διατάξεις του Ν. 2472/
- Η ανωτέρω διάταξη ενισχύει την άποψη της πλειοψηφίας ότι η αιτούµενη επεξεργασία δεν µπορεί να διενεργηθεί στο στάδιο αυτό της πειθαρχικής διαδικασίας, αλλά απαιτείται καταρχήν να περατωθεί τελεσίδικα η πειθαρχική δίκη. Κατά τη γνώµη όµως ενός µέλους του Τµήµατος η χορήγηση των αιτουµένων εγγράφων δεν προσκρούει καταρχήν σε καµία απαγορευτική διάταξη του Ν. 2472/1997 ή άλλου νόµου, όπως µη ερείδουσα σε διάταξη νόµου είναι και η διάκριση µεταξύ ολοκληρωµένης, που δικαιολογεί την χορήγηση των αιτουµένων εγγράφων κατ’ άρθρο 7 παρ. 2 στοιχ. γ΄ Ν. 2472/1997, και µη ολοκληρωµένης πειθαρχικής διαδικασίας, που δεν την δικαιολογεί. Τέτοια διάκριση δεν προκύπτει ούτε από γραµµατική ερµηνεία της ως άνω διάταξης ούτε από συστηµατική της ερµηνεία µε άλλες διατάξεις. Τουναντίον η διάταξη αυτή θα πρέπει να ερµηνευθεί υπό το φως του δικαιώµατος δικαστικής προστασίας του άρθρου 20 παρ. 1 Σ και της δίκαιης δίκης του άρθρου 6 παρ. 1 ΕΣ∆Α, καθότι όπως δέχεται και η πλειοψηφία, τα αιτούµενα στοιχεία είναι συναφή µε την εκκρεµή δίκη (αγωγή χρηµατικής ικανοποίησης), και αναγκαία στην αιτούσα για την υπεράσπιση των εννόµων συµφερόντων της σε αυτή. Σύµφωνα µε το άρθρο 338 ΚΠολ∆ ο εναγόµενος, όπως εν προκειµένω η αιτούσα στην δίκη που έχει ανοίξει το υποκείµενο των ευαίσθητων προσωπικών δεδοµένων, Β, κατά κόσµον …, µε την άσκηση αγωγής χρηµατικής ικανοποίησης, µεταξύ άλλων και εναντίον της, ενώπιον του Μονοµελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (∆ιαδικασία άρθρου 681∆ ΚΠολ∆), φέρει το βάρος ανταποδείξεως στους ισχυρισµούς του ενάγοντος. Σύµφωνα µε το άρθρο 340 παρ. 1 ΚΠολ∆ το δικαστήριο λαµβάνει υπόψη τα αποδεικτικά µέσα που πληρούν τους όρους του νόµου, σύµφωνα µε την προβλεπόµενη αποδεικτική δύναµη του καθενός. Λαµβάνει επίσης υπόψη και εκτιµά ελεύθερα και αποδεικτικά µέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόµου, µε την επιφύλαξη των άρθρων 393 και
- Κατά την παρ. 2 του ιδίου άρθρου εκτός από τις περιπτώσεις που ορίζει ρητά ο νόµος, το δικαστήριο κρίνει ελεύθερα τα αποδεικτικά µέσα και αποφασίζει κατά συνείδηση αν οι ισχυρισµοί είναι αληθινοί. Στην απόφαση πρέπει να αναφέρονται οι λόγοι που οδήγησαν το δικαστή να σχηµατίσει την πεποίθηση του. Το γεγονός ότι ελλείψει ολοκλήρωσης της πειθαρχικής διαδικασίας τα δεδοµένα της πειθαρχικής υπόθεσης µπορούν να ανατραπούν δεν καθιστά τα έγγραφα της δικογραφίας ανεπίτρεπτα κατά τις ως άνω διατάξεις του ΚΠολ∆, τα οποία το πολιτικό 6 ∆ικαστήριο εκτιµά ελεύθερα κατά τα ανωτέρω για τον σχηµατισµό της δικανικής του πεποιθήσεως. Άλλωστε και µετά το πέρας της πειθαρχικής διαδικασίας προβλέπεται η άσκηση αιτήσεως ακυρώσεως από όποιον έχει έννοµο συµφέρον κατά της πράξης του ∆ευτεροβαθµίου Συνοδικού ∆ικαστηρίου, ενδεχόµενη ευδοκίµηση της οποίας, επίσης, µπορεί να ανατρέψει τα δεδοµένα και µάλιστα µετά από πολλά χρόνια. Κατά συνέπεια το πολιτικό δικαστήριο, το Μονοµελές Πρωτοδικείο Αθηνών (∆ιαδικασία άρθρου 681∆ ΚΠολ∆) εν προκειµένω, µπορεί να λάβει υπόψη του τα αιτούµενα έγγραφα, να τα εκτιµήσει ελεύθερα µαζί µε τα λοιπά προσκοµιζόµενα αποδεικτικά στοιχεία και δικαστικά τεκµήρια κατά την αποδεικτική διαδικασία των άρθρων 335 επ. ΚΠολ∆ και να τους προσδώσει την αποδεικτική δύναµη που εκείνο κρίνει. Η χορήγηση αδείας στην Ιερά Σύνοδο της Εκκλησίας της Ελλάδος, να χορηγήσει στην αιτούσα έγγραφα που περιέχουν ευαίσθητα προσωπικά δεδοµένα του ως άνω B κατά κόσµον … εµπίπτει στο πεδίο εφαρµογής του άρθρου 7 παρ. 2 στοιχ. γ΄ Ν. 2472/1997, του οποίου η συστολή, όπως την δέχεται η πλειοψηφία, δεν δικαιολογείται ενόψει των άρθρων 20 παρ. 1 Σ και 6 παρ. 1 ΕΣ∆Α, του δικαιώµατος δικαστικής προστασίας και δίκαιης δίκης που αυτά κατοχυρώνουν αλλά και της γενικής αρχής του δικαίου για ορθή απονοµή της ∆ικαιοσύνης και της αρχής της οικονοµίας της δίκης που διατρέχει το όλον δικονοµικό σύστηµα και βρίσκει έρεισµα στο άρθρο 6 παρ. 1 ΕΣ∆Α περί δίκαιης και ταχείας σε εύλογο χρόνο δίκης. Προσέτι, και ενόψει των ανωτέρω και της καταρχήν επιλογής του νοµοθέτη κατά το άρθρο 7 παρ. 2 στοιχ. γ΄ Ν. 2472/1997 να επιτρέψει τον περιορισµό του δικαιώµατος στα ευαίσθητα προσωπικά δεδοµένα του υποκειµένου για χάριν της υπεράσπισης δικαιώµατος ενώπιον δικαστηρίου, τηρείται και η αρχή της αναλογικότητας ως εργαλείο επίλυσης της σύγκρουσης του δικαιώµατος στα ευαίσθητα προσωπικά δεδοµένα του ως άνω κατά κόσµον … αφενός και του δικαιώµατος δικαστικής προστασίας και δίκαιης δίκης της αιτούσας αφετέρου, στην οποία έχει προβεί καταρχήν και εν πρώτοις ο ίδιος ο νοµοθέτης µε την ως άνω διάταξη. Εν προκειµένω κατά στάθµιση των αντιτιθεµένων εννόµων συµφερόντων, άπαντα τα οποία βρίσκουν υπερνοµοθετικό έρεισµα (άρθρα 9α παρ.1 Σ και 8 παρ. 1 ΕΣ∆Α, άρθρα 20 παρ. 1 Σ και 6 παρ. 1 ΕΣ∆Α) προέχει κατά την παρούσα γνώµη η κατίσχυση των δικαιωµάτων της αιτούσας, ενώ κρίνεται ότι η χορήγηση των αιτουµένων εγγράφων είναι κατάλληλο µέσο για την υπεράσπιση των εννόµων συµφερόντων της ενώπιον του αρµοδίου ∆ικαστηρίου προς ανταπόδειξη των ισχυρισµών του ενάγοντος, είναι επίσης αναγκαίο καθότι δεν είναι εµφανές κάποιο 7 λιγότερο επαχθές για το υποκείµενο µέσο και αναλογικό υπό στενή έννοια, εφόσον η αναλογία κόστους για τα δικαιώµατα του υποκειµένου και οφέλους για τα δικαιώµατα της αιτούσας είναι εύλογη. Τέλος, η επίκληση του άρθρου 249 ΚΠολ∆, το οποίο ειρήσθω εν παρόδω δίδει διακριτική ευχέρεια στο δικαστήριο και επ’ ουδενί το υποχρεώνει να αναβάλει την δίκη, ως δικαιολογητικού λόγου για τη µη χορήγηση των αιτουµένων εγγράφων δεν κρίνεται κατά την εδώ υποστηριζόµενη άποψη βάσιµη, καθότι ενδεχόµενη αναβολή της δίκης δυνάµει της ως άνω διατάξεως δεν συµβαδίζει µε την αρχή της οικονοµίας της δίκης και της αποτελεσµατικής δικαστικής προστασίας, έννοµα αγαθά, τα οποία ως προεξετέθη, βρίσκουν υπερνοµοθετικό έρεισµα στο άρθρο 6 παρ. 1 ΕΣ∆Α. Περαιτέρω, όσον αφορά τη χρήση των αιτούµενων στοιχείων για την υπεράσπιση της αιτούσας ως κατηγορουµένης για διατάραξη οικιακής ειρήνης, στην εκκρεµούσα ποινική δίκη, στην οποία ισχύει το ανακριτικό σύστηµα, σύµφωνα µε τις διατάξεις του άρθρου 251 και επ. ΚΠ∆, οι οποίες ως ειδικότερες κατισχύουν του Ν. 2472/1997, η Αρχή κρίνει οµόφωνα ότι η κατηγορουµένη στη δίκη εκείνη µπορεί να ζητήσει να αναβληθεί η εκδίκαση της υποθέσεως για περισσότερες αποδείξεις (άρθρο 352 παρ. 3 ΚΠ∆) και να τεθούν στην οικεία δικογραφία οποιαδήποτε έγγραφα θεωρεί, για συγκεκριµένους λόγους, που πρέπει να επικαλεσθεί και εξειδικεύσει, απαραίτητα για την υπεράσπισή της και το ανωτέρω ∆ικαστήριο, αν τα κρίνει όντως αναγκαία για την διερεύνηση της σε βάρος της κατηγορίας, θα κάνει δεκτό το αίτηµα και θα διατάξει τον εµπλουτισµό της δικογραφίας και µε αυτά. Κατά συνέπεια, για την προσκόµιση των αιτούµενων στοιχείων δεν απαιτείται άδεια της Αρχής, η οποία στερείται στην περίπτωση αυτή της προς τούτο αρµοδιότητας, αλλά εναπόκειται στο ∆ικαστήριο να κρίνει τη νοµιµότητα και την προσφορότητα της αιτούµενης επεξεργασίας των ευαίσθητων προσωπικών δεδοµένων, εκτιµώντας το αίτηµα και το σύνολο των ισχυρισµών της αιτούσας και το λοιπό αποδεικτικό υλικό της δικογραφίας, ως και το γεγονός ότι στην πειθαρχική δίκη δεν έχει εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση, αλλά η υπόθεση εκκρεµεί στο ∆ευτεροβάθµιο Συνοδικό ∆ικαστήριο (βλ. σχ. Αποφάσεις της Αρχής 14/2014, 29/2015, 35/2015 και 110/2016, διαθέσιµες στην ιστοσελίδα της). 8 ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Η Αρχή δεν παρέχει άδεια στην Ιερά Σύνοδο της Εκκλησίας της Ελλάδος, να χορηγήσει στην αιτούσα Α τα αιτούµενα ευαίσθητα προσωπικά δεδοµένα του Β, κατά κόσµον … , τα οποία τηρεί στο αρχείο της και αναφέρονται στο ιστορικό, για τους λόγους που αναφέρονται στο σκεπτικό της παρούσας. Ο Αναπληρωτής Πρόεδρος Γεώργιος Μπατζαλέξης Η Γραµµατέας Ειρήνη Παπαγεωργοπούλου 9