Επί της υπ’ αριθμ. πρωτ. ΡΑΑΕΥ Ι-409707/26.01.2026 αίτησης αναθεώρησης της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΔΙΚΤΥΟΥ ΔΙΑΝΟΜΗΣ ΗΛΕΚΤΡΙΚΗΣ ΕΝΕΡΓΕΙΑΣ Α.Ε.» με διακριτικό τίτλο «ΔΕΔΔΗΕ Α.Ε.» κατά υπ’ αριθμ. Ε-238/2025 Απόφασης του Κλάδου Ενέργειας της ΡΑΑΕΥ. Πειραιώς 132, 118 54 Αθήνα Τηλ.: 210-3727400 E-mail: info@raaey.gr Web: www.raaey.gr ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΚΛΑΔΟΥ ΕΝΕΡΓΕΙΑΣ ΤΗΣ Ρ.Α.Α.Ε.Υ. ΥΠ’ ΑΡΙΘΜ. Ε-102/2026 Επί της υπ’ αριθμ. πρωτ. ΡΑΑΕΥ Ι-409707/26.01.2026 αίτησης αναθεώρησης της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΔΙΚΤΥΟΥ ΔΙΑΝΟΜΗΣ ΗΛΕΚΤΡΙΚΗΣ ΕΝΕΡΓΕΙΑΣ Α.Ε.» με διακριτικό τίτλο «ΔΕΔΔΗΕ Α.Ε.» κατά υπ’ αριθμ. Ε-238/2025 Απόφασης του Κλάδου Ενέργειας της ΡΑΑΕΥ. Η Σύνθεση του Κλάδου Ενέργειας της Ρυθμιστικής Αρχής Αποβλήτων Ενέργειας και Υδάτων Κατά την τακτική συνεδρίασή της, στην έδρα της, στις 02.04.2026, και Λαμβάνοντας υπόψη:
- Τις διατάξεις του ν. 4001/2011 «Για τη λειτουργία των Ενεργειακών Αγορών Ηλεκτρισμού και Φυσικού Αερίου, για Έρευνα και Παραγωγή και δίκτυα μεταφοράς Υδρογονανθράκων και άλλες ρυθμίσεις» (ΦΕΚ Α΄ 179/22.08.2011), όπως ισχύει (εφ΄εξής ο Νόμος) και ιδίως το άρθρο 34 αυτού.
- Τις διατάξεις του ν. 5037/2023 «Μετονομασία της Ρυθμιστικής Αρχής Ενέργειας σε Ρυθμιστική Αρχή Αποβλήτων, Ενέργειας και Υδάτων και διεύρυνση του αντικειμένου της με αρμοδιότητες επί των υπηρεσιών ύδατος και της διαχείρισης αστικών αποβλήτων, ενίσχυση της υδατικής πολιτικής - Εκσυγχρονισμός της νομοθεσίας για τη χρήση και παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές μέσω της ενσωμάτωσης των Οδηγιών ΕΕ 2018/2001 και 2019/944 Ειδικότερες διατάξεις για τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και την προστασία του περιβάλλοντος» (ΦΕΚ Α΄ 78/28.3.2023).
- Την υπ΄αριθμ. 111/2024 «Έγκριση του Κανονισμού Εσωτερικής Λειτουργίας και Διαχείρισης της Ρυθμιστικής Αρχής Αποβλήτων, Ενέργειας και Υδάτων (ΡΑΑΕΥ)» (ΦΕΚ Β’ 1867/26.03.2024)
- Τις διατάξεις του ν. 2690/1999 «Κύρωση του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας και άλλες διατάξεις» (ΦΕΚ Α’ 45/9.3.1999), όπως ισχύει.
- Τις διατάξεις του Κώδικα Διαχείρισης Ελληνικού Δικτύου Διανομής Ηλεκτρικής Ενέργειας (ΕΔΔΗΕ) (ΦΕΚ’ Β’ 78/20.01.2017), όπως ισχύει (εφ΄εξής και «Κώδικας Διαχείρισης» ή «ΚΔΕΔΔΗΕ»).
- Την Απόφαση ΡΑΕ 236/2017 «Εγχειρίδιο ρευματοκλοπών σε εφαρμογή της παραγράφου 23 του άρθρου 95 του Κώδικα Διαχείρισης Δικτύου Διανομής Ηλεκτρικής Ενέργειας» (ΦΕΚ Β' 1871/30.05.2017), όπως ισχύει.
- Την Απόφαση ΡΑΕ 1151/2019 «Α. Τροποποίηση του Προγράμματος «Εγγυημένες Υπηρεσίες προς Καταναλωτές» του Διαχειριστή του ελληνικού Δικτύου Διανομής Ηλεκτρικής Ενέργειας (Απόφαση ΡΑΕ 165/2014) και κωδικοποίηση σε ενιαίο κείμενο. Β. Παρακολούθηση διαστάσεων ποιότητας εξυπηρέτησης μέσω δεικτών ολικής απόδοσης. Γ. Καθορισμός λεπτομερειών εφαρμογής αναφορικά με τη χορήγηση ποσού σε καταναλωτές του Δικτύου λόγω βλαβών σε συσκευές.»(ΦΕΚ Β’1339/13.4.2020), όπως στη συνέχεια τροποποιήθηκε με την υπ΄αριθμ. 1593Α/2020 ΡΑΕ (ΦΕΚ B’2925/05.07.2021, ΦΕΚ Β’4032/2.9.2021) (εφ΄ εξής : «ΕΓΓΥΗΜΕΝΕΣ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ»)
- Την υπ’ αριθμ. πρωτ. ΡΑAΕY I-398270/08.07.2025 Καταγγελία της κυρίας [__] (εφεξής και η «Καταγγέλλουσα»).
- Το υπ’ αριθμ. Ο-116721 /28.08.2025 έγγραφο της Αρχής με το οποίο ζητήθηκαν οι απόψεις της καθής η καταγγελία, ΔΕΔΔΗΕ Α.Ε. (εφ΄εξής : «ΔΕΔΔΗΕ» ή «Διαχειριστής»), για την υπό κρίση υπόθεση.
- Την υπ΄ αριθμ. Ε-196/2025 Απόφαση της ΡΑΑΕΥ με την οποία παρατάθηκε έως τις 09.11.2025 η προθεσμία για την έκδοση οριστικής απόφασης επί της υπό κρίση καταγγελίας. -2-
- Το υπ΄ αριθμ. πρωτ. ΡΑΑΕΥ I- 401394/04.09.2025 έγγραφο του ΔΕΔΔΗΕ μετά των συνημμένων σε αυτό έγγραφων δικαιολογητικών και αποδεικτικών στοιχείων, με το οποίο υπέβαλε τις απόψεις του επί της ως άνω καταγγελίας.
- Την υπ΄ αριθμ. Ε-238/2025 Απόφαση της ΡΑΑΕΥ (εφεξής και η «Προσβαλλόμενη απόφαση») επί της υπ’ αριθμ. πρωτ. ΡΑΑΕΥ Ι-398270/08.07.2025 Καταγγελίας της κυρίας [__] κατά της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΔΙΚΤΥΟΥ ΔΙΑΝΟΜΗΣ ΗΛΕΚΤΡΙΚΗΣ ΕΝΕΡΓΕΙΑΣ Α.Ε.» με διακριτικό τίτλο «ΔΕΔΔΗΕ Α.Ε.», αναφορικά με υπόθεση διαπίστωσης ρευματοκλοπής.
- Την υπ΄ αριθμ. πρωτ. ΡΑΑΕΥ I-405012 /07.11.2025 επιστολή του ΔΕΔΔΗΕ με θέμα «Απάντηση σχετικά με διαμαρτυρία της κας [__] για διαδικασία διαπίστωσης ρευματοκλοπής» μετά των σε αυτήν συνημμένων έγγραφων, με την οποία ο Διαχειριστής επανήλθε στην υπόθεση 2 και πλέον μήνες μετά την τακτική διαδικασία υποβολής απόψεων (σχετ. 9 και 11) επί της ως άνω καταγγελίας.
- Την υπ’ αριθμ. πρωτ. ΡΑΑΕΥ Ι-409707/26.01.2026 αίτηση αναθεώρησης (εφεξής και η «Αίτηση Αναθεώρησης») της ΔΕΔΔΗΕ Α.Ε. κατά της Προσβαλλόμενης απόφασης. Σκέφτηκε ως εξής: Ι. Σύντομο Ιστορικό Η κα [__] υπέβαλε Καταγγελία (σχετ. 8) κατά του Διαχειριστή σχετικά με υπόθεση διαπίστωσης ρευματοκλοπής αναφορικά με την παροχή [__] στην περιοχή [__], επικαλούμενη παραβιάσεις από το Διαχειριστή της διαδικασίας που προβλέπεται στο ρυθμιστικό πλαίσιο για τη διαπίστωση ρευματοκλοπής και αιτούμενη ενώπιον της Αρχής την επανεξέταση από τον ΔΕΔΔΗΕ της υποβληθείσας από 06.02.2025 ένστασής της, την ανάκληση της υπ' αρ. πρωτ. XX__X03/07.11.2Ο24 πράξης διαπίστωσης ρευματοκλοπής και καταλογισμού οφειλής του περιφερειακού γραφείου [__] του Διαχειριστή (εφ΄εξής η «πράξη διαπίστωσης») καθώς και την επιβολή στο Διαχειριστή του εκ του νόμου προβλεπόμενου προστίμου για την περιγραφόμενη στην καταγγελία της συμπεριφορά. Στο πλαίσιο εξέτασης της Καταγγελίας, η Αρχή ζήτησε τις απόψεις του Διαχειριστή με το υπ’ αριθμ. O-116721 /28.08.2025 έγγραφό της (σχετ. 9) – θέτοντας και κάποια -3- συγκεκριμένα ερωτήματα προς ειδική απόκριση τάσσοντας προθεσμία απάντησης οκτώ
(8)ημερών και εξέδωσε την Ε-196/2025 Απόφαση παράτασης προθεσμίας έκδοσης οριστικής απόφασης επί της Καταγγελίας μέχρι 09-11-2025 (σχετ. 10). Ο Διαχειριστής απέστειλε απόψεις με το I-401394/04.09.2025 εισερχόμενο έγγραφο συνοδευόμενο από σχετικά στοιχεία και έγγραφα. Επί της προαναφερόμενης καταγγελίας, μετά από ολοκληρωμένη διερεύνηση και επεξεργασία της υπόθεσης σύμφωνα με τις προβλεπόμενες εσωτερικές διαδικασίες και διεργασίες της Αρχής, εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. Ε-238/30.10.2025 απόφαση με την οποία η ΡΑΑΕΥ, κατόπιν διαπίστωσης των αναφερόμενων σε αυτήν παραβάσεων των ά. 87 και 95 ΚΔΕΔΔΗΕ από τον Διαχειριστή, καθώς και των αντίστοιχων όμοιου περιεχομένου διατάξεων του Εγχειριδίου Ρευματοκλοπών και επίσης των όσων ορίζονται στο ά. 27 του Νόμου για πλήρη, κατάλληλη και αληθή ενημέρωση της Αρχής κατά τη διερεύνηση υποθέσεων, επέβαλε στην ΔΕΔΔΗΕ Α.Ε. διοικητικό πρόστιμο ανερχόμενο συνολικά στο ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) Ευρώ, όπως αναλύεται στην εν λόγω απόφαση, το οποίο, υπολειπόμενο κατά πολύ του προβλεπόμενου στον Νόμο, συνιστά εύλογη και επιεική κύρωση για τις παραβάσεις που διαπιστώθηκαν κατά την εξέταση της υπόθεσης. Σε συνέχεια των ανωτέρω, ο ΔΕΔΔΗΕ υπέβαλε ενώπιον της Αρχής Αίτηση Αναθεώρησης της Προσβαλλόμενης απόφασης. ΙΙ. Νομοθετικό Πλαίσιο Α. Επί των παραβάσεων που διαπιστώθηκαν με την Προσβαλλόμενη απόφαση: i) Η αντιμετώπιση και διαχείριση της ρευματοκλοπής προβλέπεται στο άρθρο 95 του Κώδικα Διαχείρισης Εθνικού Δικτύου Διανομής Ηλεκτρικής Ενέργειας - ΚΔΕΔΔΗΕ (σχετ. 5). Σύμφωνα με την παρ. 1 του εν λόγω άρθρου, η ρευματοκλοπή, ως πράξη, συνίσταται σε αυθαίρετη και με δόλο επέμβαση σε εξοπλισμό ή/και εγκαταστάσεις του δικτύου, με συνέπεια την κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας, χωρίς αυτή να καταγράφεται ή χωρίς να αντιστοιχίζεται με εκπρόσωπο φορτίου, επομένως χωρίς να τιμολογείται. Ο διαχειριστής του δικτύου οφείλει να λαμβάνει, στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων του, όλα τα πρόσφορα και αναγκαία μέτρα για τον αποτελεσματικό εντοπισμό και την κατά το δυνατόν αποτροπή των περιπτώσεων ρευματοκλοπής, τηρώντας παράλληλα τις προβλεπόμενες υποχρεώσεις νομιμότητας των ενεργειών του. -4- Έτσι, ο διαχειριστής του δικτύου θα πρέπει να παρέχει άμεσα, σαφή και λεπτομερή ενημέρωση στον εμπλεκόμενο καταναλωτή, ακολουθώντας, μάλιστα, καθορισμένες διαδικασίες κατά τη διαπίστωση της ρευματοκλοπής και συγκεκριμένη μεθοδολογία για τον υπολογισμό της μη καταγραφείσας ενέργειας, κατά την αναλυτική αναφορά και διατύπωση του ά. 95 ΚΔΕΔΔΗΕ, για την τήρηση του οποίου ελέγχεται από την Αρχή στα πλαίσια της εποπτικής αρμοδιότητάς της και του ελέγχου τήρησης της νομιμότητας που καθορίζει το κύρος των ενεργειών του Διαχειριστή. Ειδικότερα, σχετικά με τη διαδικασία που οφείλει να ακολουθεί ο Διαχειριστής, το άρθρο 95 ΚΔΕΔΔΗΕ προβλέπει τα ακόλουθα : «
- Ο Διαχειριστής του Δικτύου λαμβάνει, εντός των αρμοδιοτήτων του, όλα τα πρόσφορα και αναγκαία μέτρα για τον αποτελεσματικό εντοπισμό και την κατά το δυνατόν αποτροπή των περιπτώσεων ρευματοκλοπής και εν γένει μη εξουσιοδοτημένης επέμβασης στον εξοπλισμό των παροχών εγκαταστάσεων Χρηστών, συμπεριλαμβανομένου του εξοπλισμού μέτρησης. Στο πλαίσιο αυτό, ο Διαχειριστής του Δικτύου διασφαλίζει ιδίως τα ακόλουθα: (α) Τον οπτικό έλεγχο των μετρητικών διατάξεων και των παροχών για ίχνη επέμβασης, στο πλαίσιο της λήψης ενδείξεων καταμέτρησης καθώς και κατά την εκτέλεση λοιπών εργασιών, και την καταγραφή των περιπτώσεων που ενδέχεται να χρήζουν διερεύνησης (έλεγχο καταναλώσεων και αυτοψία για έλεγχο παροχής/μετρητικής διάταξης από τεχνικό συνεργείο του Διαχειριστή). [….]
- Ο Διαχειριστής του Δικτύου διασφαλίζει ότι τηρούνται οι ακόλουθοι κανόνες σχετικά με τη διενέργεια αυτοψιών και ελέγχων για διαπίστωση ρευματοκλοπής: (α) Κατά την άφιξη του συνεργείου του Διαχειριστή του Δικτύου στην ηλεκτροδοτούμενη εγκατάσταση, αναζητείται ο χρήστης της παροχής ή άλλος κατά δήλωση του τελευταίου εκπρόσωπός του, προκειμένου να ενημερωθεί για τον έλεγχο, να συνδράμει επιτρέποντας την πρόσβαση στον μετρητή, εφόσον αυτό απαιτείται, και να παρίσταται εφόσον το επιθυμεί. (β) Στην περίπτωση που διαπιστώνεται ρευματοκλοπή, τα ευρήματα που συνιστούν αποδεικτικά στοιχεία καταγράφονται και φωτογραφίζονται πριν την αποκατάσταση της κανονικής λειτουργίας των εγκαταστάσεων και παρουσία του Χρήστη ή του εκπροσώπου του, εφόσον αυτό είναι δυνατό. Για την ενίσχυση των αποδεικτικών στοιχείων ρευματοκλοπής, το συνεργείο του Διαχειριστή του Δικτύου μπορεί να βιντεοσκοπεί την όλη διαδικασία εξέτασης ή και αντικατάστασης στοιχείων της μετρητικής -5- διάταξης στα οποία έχει εντοπιστεί επέμβαση για ρευματοκλοπή. (γ) Συντάσσεται επί τόπου και επιδίδεται στον χρήστη ή θυροκολλείται δελτίο επίσκεψης συνεργείου με το οποίο ενημερώνεται ο χρήστης για το χρόνο διενέργειας του ελέγχου, το πλαίσιο στο οποίο έλαβε χώρα αυτός, την έκβασή του (διαπίστωση ρευματοκλοπής, πιθανολογούμενη ρευματοκλοπή, ουδέν εύρημα) και τυχόν ενέργειες που έπονται. Στο δελτίο αναγράφονται επίσης τα στοιχεία του συνεργείου που διενήργησε τον έλεγχο, καθώς και ανεξάρτητου οργάνου που τυχόν παρίσταται. (δ) Τα ευρήματα της ρευματοκλοπής συλλέγονται και φυλάσσονται στις εγκαταστάσεις του Διαχειριστή του Δικτύου έως ότου η υπόθεση τελεσιδικήσει, είναι δε διαθέσιμα για επιθεώρηση από τον Χρήστη ή/και από εκπρόσωπό του.
- Λεπτομέρειες για τη διεξαγωγή αυτοψιών και ελέγχων για τη διαπίστωση ρευματοκλοπών, καθώς επίσης και για τυχόν παράσταση ανεξάρτητου φορέα κατά τη διενέργειά τους, προς διευκόλυνση και ενίσχυση της αντικειμενικότητας της διαδικασίας ελέγχου, καθορίζονται με το Εγχειρίδιο Ρευματοκλοπών.
- Ο Διαχειριστής του Δικτύου φέρει το βάρος της απόδειξης της ρευματοκλοπής. Με βάση τα ευρήματα των αυτοψιών και των τεχνικών ελέγχων, σε συνδυασμό, κατά περίπτωση, με τα ευρήματα από τον έλεγχο του ιστορικού κατανάλωσης του Χρήστη, διακρίνονται οι εξής περιπτώσεις: (α) Διαπιστωμένης ρευματοκλοπής, όταν υπάρχουν εμφανή, απτά και αδιάσειστα ευρήματα που αποδεικνύουν κατά τρόπο αναμφισβήτητο την τέλεση ρευματοκλοπής, όπως η επέμβαση στη μετρητική διάταξη ή τη συνδεσμολογία της ή η απ’ ευθείας σύνδεση της εγκατάστασης του Χρήστη με το Δίκτυο παρακάμπτοντας τον εξοπλισμό μέτρησης ή και απουσία αυτού. (β) Πιθανής ρευματοκλοπής, όταν υπάρχουν μεν ευρήματα, ωστόσο αυτά αποτελούν ενδείξεις αλλά όχι αποδείξεις αλλοίωσης της μέτρησης, όπως ενδεικτικά η παραβίαση σφραγίδας του κελύφους του μετρητή, σε συνδυασμό με δυσεξήγητη μεταβολή στο ιστορικό κατανάλωσης του Χρήστη. Ενδεικτικές περιπτώσεις επεμβάσεων και ευρημάτων που συνιστούν διαπιστωμένη ρευματοκλοπή περιλαμβάνονται στο Εγχειρίδιο Ρευματοκλοπών.
- Στην περίπτωση διαπιστωμένης ρευματοκλοπής, η παροχή διακόπτεται άμεσα εφόσον συντρέχει οποιαδήποτε από τις ακόλουθες προϋποθέσεις: (α) Η εγκατάσταση ηλεκτροδοτείται από το Δίκτυο χωρίς να υπάρχει σύμβαση προμήθειας, ανεξαρτήτως της ύπαρξης ή όχι μετρητή, ή η παροχή έχει απενεργοποιηθεί ή διακοπεί λόγω χρέους ή για άλλο λόγο σύμφωνα με τα οριζόμενα στον παρόντα Κώδικα και διαπιστώνεται αυθαίρετη -6- επανενεργοποίηση, επανασύνδεση ή/και ρευματοκλοπή. (β) Στην περίπτωση που ο τρόπος διενέργειας της ρευματοκλοπής ενέχει κινδύνους είτε για τον διαπράττοντα αυτήν, είτε και για παρακείμενους καταναλωτές.
- Σε κάθε άλλη περίπτωση, μετά τη διαπίστωση ρευματοκλοπής και τη διαχείριση των ευρημάτων της κατά τα οριζόμενα στο παρόν άρθρο, αποκαθίσταται η κανονική συνδεσμολογία και λειτουργία των επηρεαζόμενων εγκαταστάσεων του Δικτύου, αντικαθίσταται τυχόν εξοπλισμός που κρίνεται ακατάλληλος για επαναχρησιμοποίηση και επανηλεκτροδοτείται η παροχή.
- [..]
- Στις περιπτώσεις διαπιστωμένης ρευματοκλοπής, ο Διαχειριστής του Δικτύου εκτιμά τη μη καταγραφείσα ενέργεια βάσει μεθοδολογίας που καθορίζεται στο Εγχειρίδιο Ρευματοκλοπών και λαμβάνει υπόψη τα ακόλουθα: (α) Η εκτίμηση να είναι κατά το δυνατόν άμεση και ευχερής προκειμένου ο υπολογισμός και η βεβαίωση των απαιτητών ποσών να διεκπεραιώνονται εντός ολίγων ημερών από τη διαπίστωση της ρευματοκλοπής, ώστε η ρύθμιση να λειτουργεί αποτελεσματικά ως προς την αποτροπή του φαινομένου. (β) Ο προσδιορισμός της χρονικής στιγμής έναρξης της ρευματοκλοπής και η απόδοση της επέμβασης με σκοπό τη ρευματοκλοπή (τέλεση της ρευματοκλοπής) σε συγκεκριμένο Χρήστη του Δικτύου με σχετική κατά την κρίση του Διαχειριστή βεβαιότητα βάσει στοιχείων που διαθέτει. Για το λόγο αυτό, για τον προσδιορισμό της χρονικής στιγμής έναρξης της ρευματοκλοπής εξετάζεται το ιστορικό κατανάλωσης ανά Χρήστη της παροχής, ξεκινώντας από τον τρέχοντα Χρήστη και χωρίς περιορισμό στο πλήθος των προηγούμενων Χρηστών που εξετάζονται, προκειμένου να προσδιοριστεί αν η τέλεση της ρευματοκλοπής συσχετίζεται με τον τρέχοντα Χρήστη. (γ) Η εκτίμηση να γίνεται κατά τρόπο ενιαίο για όλες τις περιπτώσεις διαπιστωμένης ρευματοκλοπής, ανεξαρτήτως του τρόπου διάπραξης αυτής. Για την εκτίμηση αξιοποιούνται κατάλληλα ιστορικά στοιχεία κατανάλωσης, εφόσον είναι διαθέσιμα, ενώ μπορούν επίσης να χρησιμοποιούνται και στοιχεία κατανάλωσης που καταγράφεται μετά την άρση της ρευματοκλοπής.
- Οι Χρήστες στους οποίους καταλογίζονται ποσότητες μη καταγραφείσας ενέργειας λόγω διαπιστωμένης ρευματοκλοπής είναι υπόχρεοι για την καταβολή τιμήματος που αναλογεί στην ενέργεια αυτή. Το θεωρούμενο χρονικό διάστημα ρευματοκλοπής για τον προσδιορισμό της μη καταγραφείσας ενέργειας που λαμβάνεται υπόψη στον υπολογισμό του τιμήματος, περιορίζεται κατ’ αρχάς από το χρόνο χρήσης της παροχής από τον Χρήστη και σε κάθε περίπτωση δεν υπερβαίνει τα πέντε
(5)έτη -7- που προηγούνται του χρόνου διαπίστωσης της ρευματοκλοπής. Το ύψος του τιμήματος υπολογίζεται βάσει διοικητικά οριζόμενης μοναδιαίας τιμής και ποσοστού προσαύξησης, τα οποία καθορίζονται με απόφαση της ΡΑΕ. […]
- Αμέσως μετά την εκτίμηση της μη καταγραφείσας ενέργειας και των αναλογούντων χρεώσεων λόγω διαπιστωμένης ρευματοκλοπής, ο Διαχειριστής του Δικτύου ενημερώνει εγγράφως τον Χρήστη, τον συμβαλλόμενο για τη σύνδεση σε περίπτωση που διαφέρει από τον Χρήστη και υπάρχουν διαθέσιμα στοιχεία επικοινωνίας, και τον αντίστοιχο Προμηθευτή, εφόσον υπάρχει. Το περιεχόμενο της ενημέρωσης είναι πλήρες και λεπτομερές και περιλαμβάνει τουλάχιστον τις εξής πληροφορίες: (α) Το χρόνο διενέργειας της αυτοψίας και τα στοιχεία της παροχής (β) Το έναυσμα διενέργειας της αυτοψίας ή, κατά περίπτωση, το γενικότερο πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται (γ) Τα ευρήματα της αυτοψίας και το πώς αυτά στοιχειοθετούν την διάπραξη ρευματοκλοπής (δ) Τις ενέργειες που ανελήφθησαν για την αποκατάσταση της ορθής καταγραφής της καταναλισκόμενης ηλεκτρικής ενέργειας. (ε) Το διαθέσιμο αποδεικτικό υλικό και το σημείο φύλαξής του. (στ) Την ένδειξη του μετρητή κατά τη χρονική στιγμή της αυτοψίας. (ζ) Την εκτίμηση της μη καταγραφείσας ενέργειας, την αντίστοιχη χρονική περίοδο αναφοράς αυτής και τον εκτιμώμενο χρόνο έναρξης της ρευματοκλοπής, εφόσον είναι διαφορετικός, καθώς και αν στον Χρήστη αποδίδεται η τέλεση της ρευματοκλοπής. (η) Το καταλογιζόμενο ποσό το οποίο οφείλει να συλλέξει ο Διαχειριστής του Δικτύου για τη μη καταγραφείσα ενέργεια και για την αποζημίωση του Διαχειριστή του Δικτύου έναντι του διαχειριστικού κόστους της ρευματοκλοπής. (θ) Τους τρόπους εξόφλησης της καταλογισθείσας οφειλής, περιλαμβανομένης της ρύθμισης σε δόσεις βάσει σχετικού διακανονισμού που έχει διαμορφώσει και ανακοινώσει ο Διαχειριστής του Δικτύου, και το σχετικό χρονικό περιθώριο για την τακτοποίηση της οφειλής, με ρητή επισήμανση στη δυνατότητα του Διαχειριστή του Δικτύου να προβεί, χωρίς άλλη ειδοποίηση, στην απενεργοποίηση της παροχής, εφόσον το περιθώριο αυτό παρέλθει άπρακτο. (ι) Το δικαίωμα του Χρήστη να υποβάλλει τεκμηριωμένες αντιρρήσεις και σχετικά υποστηρικτικά στοιχεία ενώπιον του Διαχειριστή του Δικτύου. (ια) Το γεγονός ότι η υποχρέωση τακτοποίησης της οφειλής εντός του τιθέμενου χρονικού περιθωρίου δεν αίρεται παρά μόνο σε περίπτωση επαναπροσδιορισμού του ύψους της, είτε με πρωτοβουλία του Διαχειριστή του Δικτύου βάσει νεότερων δεδομένων που πιθανώς να προκύψουν, είτε κατόπιν -8- παρέμβασης του Χρήστη, πριν η οφειλή καταστεί ληξιπρόθεσμη. (ιβ) Το δελτίο αναφοράς ρευματοκλοπής, οι φωτογραφίες των ευρημάτων που την καταδεικνύουν και το φύλλο υπολογισμού της μη καταγραφείσας ενέργειας και των καταλογιζόμενων ποσών.
- Ο Χρήστης υποχρεούται να τακτοποιήσει την ανωτέρω οφειλή, εξοφλώντας ολοσχερώς το ποσό ή ρυθμίζοντάς το σε δόσεις, εντός διαστήματος είκοσι
(20)εργάσιμων ημερών από την παραλαβή της ανωτέρω ενημέρωσης. 14. Ο Χρήστης έχει το δικαίωμα διατύπωσης τεκμηριωμένων αντιρρήσεων ενώπιον του Διαχειριστή του Δικτύου υποβάλλοντας σχετικά υποστηρικτικά στοιχεία και ζητώντας αναθεώρηση των υπολογισμών ή επανεξέταση της υπόθεσης συνολικά, έως και τρεις
(3)μήνες μετά την αρχική ενημέρωση από τον Διαχειριστή του Δικτύου. Ο Διαχειριστής του Δικτύου αξιολογεί τα πρόσθετα στοιχεία και αποφαίνεται εντός εύλογου χρόνου, ενημερώνοντας σχετικά τον Χρήστη. Σε περίπτωση επαναπροσδιορισμού του ποσού πριν τη λήξη της προθεσμίας εξόφλησης του αρχικά προσδιορισθέντος, το νέο οφειλόμενο ποσό καταβάλλεται εντός της αρχικώς ταχθείσας προθεσμίας ή εντός δέκα
(10)εργάσιμων ημερών από τη νέα ενημέρωση, το αργότερο. Σε περίπτωση επαναπροσδιορισμού μετά τη λήξη της προθεσμίας και εφόσον η αρχική οφειλή έχει τακτοποιηθεί, ο Διαχειριστής προβαίνει σε εκκαθάριση της διαφοράς στο ακέραιο. Σε περίπτωση που γίνεται εκ των υστέρων δεκτό ότι δεν υπήρξε ρευματοκλοπή, επιστρέφεται στο ακέραιο το καταλογιζόμενο ποσό ρευματοκλοπής καθώς επίσης και το ποσό που αφορά στην κάλυψη του σχετικού διαχειριστικού κόστους. [ …] 16. Σε περίπτωση μη εμπρόθεσμης τακτοποίησης της οφειλής κατά τα ανωτέρω, καθώς και σε περίπτωση αθέτησης διακανονισμού, ο Διαχειριστής του Δικτύου προβαίνει αμελλητί και άνευ ετέρου σε απενεργοποίηση της παροχής του Χρήστη, ενημερώνοντας σχετικά τον Προμηθευτή του. […]
- ii)Αντίστοιχες προβλέψεις και περαιτέρω ανάπτυξη των οφειλόμενων ενεργειών και στοιχείων περιλαμβάνονται και στο Εγχειρίδιο Ρευματοκλοπών : Απόφ. ΡΑΕ 236/2017 (ΦΕΚ Β' 1871/30.05.2017) «Εγχειρίδιο ρευματοκλοπών σε εφαρμογή της παραγράφου 23 του άρθρου 95 του Κώδικα Διαχείρισης Δικτύου Διανομής Ηλεκτρικής Ενέργειας» (σχετ. 6). Παρατίθενται οι -9- ειδικότερες ρυθμίσεις που ελήφθησαν υπόψη κατά την αξιολόγηση της προκείμενης υπόθεσης : Άρθρο 5 για τους Βασικούς Κανόνες που διέπουν τη διαδικασία : « 1. Οι ενέργειες και οι χειρισμοί του Διαχειριστή του Δικτύου κατά τη διαδικασία διαπίστωσης των ρευματοκλοπών υπακούουν στις ακόλουθες γενικές αρχές: Α) Αποτελεσματικότητα των χειρισμών, […] Β) Διαφάνεια των ενεργειών. Επιτυγχάνεται με την αποτύπωση των ευρημάτων και τη λήψη φωτογραφιών, καθώς και την πρόνοια για την αναζήτηση, την ενημέρωση και φυσική παρουσία του καταναλωτή ή εκπροσώπου του (εφόσον αυτός παρευρίσκεται στο ακίνητο) πριν την έναρξη του ελέγχου καθώς και πριν από οποιαδήποτε επέμβαση προς άρση της ρευματοκλοπής (παρέμβαση στην μετρητική διάταξη ή αντικατάστασή της), την έγγραφη ενημέρωση του καταναλωτή στη συνέχεια και την συλλογή και φύλαξη όλων των αποδεικτικών στοιχείων. Επίσης με τυχόν παρουσία, κατά τη διάρκεια του ελέγχου, εκπροσώπου ανεξάρτητου φορέα, εφόσον αυτός έχει καθοριστεί σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις. Γ) Ίση μεταχείριση των καταναλωτών. Επιτυγχάνεται με την τυποποίηση των εγγράφων και των παρεχόμενων πληροφοριών, την επικέντρωση στις περιπτώσεις διαπιστωμένων ρευματοκλοπών και την κατά το δυνατόν οριοθέτηση των τελευταίων, καθώς και με την κοινή σε όλες τις περιπτώσεις αλληλουχία ενεργειών. - Άρθρο 7 - Περιπτώσεις Διακοπής Παροχής Ηλεκτροδότησης και αποκατάστασης της ορθής λειτουργίας της μετρητικής διάταξης 1. Με τη διαπίστωση της ρευματοκλοπής, η παροχή ηλεκτροδότησης δεν διακόπτεται, εκτός από τις ακόλουθες περιπτώσεις που η παροχή διακόπτεται επί τόπου: (α) Σε όλες τις περιπτώσεις τροφοδότησης από το Δίκτυο χωρίς να υπάρχει σύμβαση με προμηθευτή, ανεξαρτήτως της ύπαρξης ή όχι μετρητή, καθώς και στις περιπτώσεις που υφίσταται μεν σύμβαση με προμηθευτή, η παροχή όμως έχει διακοπεί είτε λόγω χρέους είτε για άλλο λόγο (παραβίαση όρου σύμβασης σύνδεσης, μη ανανέωση εργοταξιακής παροχής κ.λπ.) και διαπιστώνεται αυθαίρετη επανασύνδεση ή και ρευματοκλοπή. (β) Στην περίπτωση που ο τρόπος διενέργειας της ρευματοκλοπής ενέχει κινδύνους είτε για τον διαπράττοντα αυτήν, - 10 - είτε και για παρακείμενους καταναλωτές (η περίπτωση της διακοπής της συνέχειας του ουδετέρου και της σύνδεσης του στη γείωση) και μέχρι την άρση της επικινδυνότητας με αποκατάσταση από πλευράς του χρήστη των ορθών συνδέσεων. 2. Σε όλες τις άλλες περιπτώσεις διαπιστωμένης ρευματοκλοπής, μετά το πέρας του ελέγχου, το συνεργείο του ΔΕΔΔΗΕ αποκαθιστά την ορθή λειτουργία της μετρητικής διάταξης, με ή χωρίς αντικατάσταση του υφιστάμενου μετρητή, συλλέγει τα αποδεικτικά στοιχεία της ρευματοκλοπής (κομμένα καλώδια, πρόσθετες «γέφυρες» ή άλλα ξένα σώματα κ.λπ.) και προβαίνει στη σφράγιση των κιβωτίων εντός των οποίων είναι τοποθετημένοι οι μετρητές και τα λοιπά στοιχεία της μέτρησης, χωρίς διακοπή της ηλεκτροδότησης. Εφόσον η αλλοίωση της καταγραφόμενης ενέργειας δεν επήλθε ως αποτέλεσμα άμεσης επέμβασης στον μετρητή και αυτός διατηρεί την αρτιότητα και λειτουργικότητα του (πχ. παράκαμψη του μετρητή, επέμβαση στη συνδεσμολογία της μέτρησης, αφαίρεση γεφυροσυνδέσμου διέγερσης κ.λπ.), ο μετρητής δεν αντικαθίσταται, ενώ σε αντίθετη περίπτωση, δηλ. στην περίπτωση που υπάρχουν εμφανή ίχνη παραβίασης ή και ζημίας του μετρητή, αυτός αντικαθίσταται και η παροχή επανηλεκτροδοτείται. Σε κάθε περίπτωση καταγράφεται η τρέχουσα ένδειξη του υφιστάμενου μετρητή κατά την χρονική στιγμή του ελέγχου. Άρθρο 8 Ενημέρωση του Χρήστη της Παροχής για τη διενέργεια ελέγχου Συντάσσεται επί τόπου και επιδίδεται στον χρήστη ή θυροκολλείται δελτίο επίσκεψης συνεργείου με το οποίο ενημερώνεται ο χρήστης για το χρόνο διενέργειας του ελέγχου, το πλαίσιο στο οποίο έλαβε χώρα αυτός, την έκβαση του (διαπίστωση ρευματοκλοπής, πιθανολογούμενη ρευματοκλοπή, ουδέν εύρημα) και τυχόν ενέργειες που έπονται. Στο δελτίο αναγράφονται επίσης τα στοιχεία της οικείας τοπικής μονάδας του Διαχειριστή Δικτύου (Περιοχή), του συνεργείου που διενήργησε τον έλεγχο, του εκπροσώπου του ανεξάρτητου φορέα, του αστυνομικού οργάνου και του καταναλωτή ή εκπροσώπου του, οι οποίοι παρίσταντο. Άρθρο 11 Γνωστοποίηση των αποτελεσμάτων του ελέγχου στον χρήστη […] 3. Η επιστολή αποστέλλεται στον χρήστη με επιστροφή απόδειξης παραλαβής στον αποστολέα και κοινοποιείται ταυτόχρονα στον προμηθευτή που εκπροσωπεί - 11 - την παροχή, εφόσον υπάρχει, και επίσης, για λόγους ενημέρωσης, στον συμβαλλόμενο για τη σύνδεση, σε περίπτωση που διαφέρει από τον χρήστη και υπάρχουν διαθέσιμα στοιχεία επικοινωνίας. Στην περίπτωση που στον χρήστη καταλογίζεται η διάπραξη της ρευματοκλοπής, η επιστολή κοινοποιείται και στο οικείο αστυνομικό τμήμα (για την πιθανή αυτεπάγγελτη άσκηση δίωξης). Άρθρο 13 - Βεβαίωση Καταλογιζόμενου Ποσού 1. Η βεβαίωση του καταλογιζόμενου ποσού γίνεται ταυτόχρονα με την επιστολή που αποστέλλεται στον χρήστη της παροχής κατά τα προαναφερθέντα. […] iii) Περαιτέρω, το άρθρο 87 ΚΔΕΔΔΗΕ «Έλεγχοι και δοκιμές λειτουργίας Μετρητών» ορίζει ότι: «1. Ο Διαχειριστής του Δικτύου διενεργεί τακτικούς και έκτακτους ελέγχους και δοκιμές λειτουργίας των Μετρητών Δικτύου και συνεργάζεται με τους Χρήστες για τη διενέργεια αντίστοιχων ελέγχων και δοκιμών των Εσωτερικών Μετρητών. […]. 4. Σε περίπτωση ανάγκης επέμβασης σε Μετρητή, στο πλαίσιο τακτικού ή έκτακτου ελέγχου, καθώς και για την περαιτέρω διερεύνηση πιθανού προβλήματος ή την αποκατάστασή του, με όποιο τρόπο ή ευκαιρία εντοπίσθηκε αυτό, ο Διαχειριστής του Δικτύου εφαρμόζει διαδικασίες που συμμορφώνονται με τις ακόλουθες γενικές αρχές: (α) Πριν από οποιαδήποτε επέμβαση, καταβάλλεται προσπάθεια ενημέρωσης του Χρήστη της εγκατάστασης σχετικά με τις ενέργειες στις οποίες θα προβεί ο Διαχειριστής του Δικτύου, προκειμένου αυτός να παρίσταται ή να εκπροσωπείται, εφόσον επιθυμεί, καθώς και προκειμένου ο Χρήστης να παράσχει πρόσβαση στον Διαχειριστή του Δικτύου στις περιπτώσεις εγκαταστάσεων που διαθέτουν Εσωτερικούς Μετρητές. (β) Συλλέγονται πλήρη αποδεικτικά στοιχεία, υλικό και πληροφορίες, έτσι ώστε να είναι δυνατή, σε μελλοντικό χρόνο, η πλήρης ανασύνθεση της κατάστασης και των συνθηκών λειτουργίας της μετρητικής διάταξης, τη χρονική στιγμή καταγραφής του συμβάντος. […]. 11. Σε σχέση με τους ελέγχους μετρητών, κατά τα οριζόμενα στο παρόν άρθρο, ο Διαχειριστής του Δικτύου λαμβάνει επίσης υπόψη τις ειδικότερες διατάξεις του άρθρου 95, όπου αυτές βρίσκουν εφαρμογή».
- iv)ΝΟΜΟΣ 4001/2011 Άρθρο 27 - Συλλογή στοιχείων - 12 - ¨[…] 1. Η ΡΑΕ δύναται να συλλέγει πάσης φύσεως στοιχεία, ιδίως τεχνικά, οικονομικά, λογιστικά, εμπορικά και άλλα συναφή στοιχεία, προκειμένου να εκπληρώνει αποτελεσματικά τις εκ του νόμου αρμοδιότητές της. 2. Η ΡΑΕ δύναται να απαιτεί πληροφορίες από τις επιχειρήσεις που ασκούν Ενεργειακές Δραστηριότητες σχετικά με την εκπλήρωση των καθηκόντων τους, συμπεριλαμβανομένης της αιτιολόγησης για οποιαδήποτε άρνηση χορήγησης πρόσβασης σε τρίτους, καθώς και οποιεσδήποτε πληροφορίες σχετικά με μέτρα αναγκαία για την ενίσχυση των Συστημάτων ή των Δικτύων Διανομής Ενέργειας. Σε περίπτωση άρνησης ή καθυστέρησης παροχής στοιχείων ή υποβολής ελλιπών στοιχείων, η ΡΑΕ δύναται να επιβάλλει τις κυρώσεις που προβλέπονται στην περίπτωση α` της παραγράφου 3 του άρθρου 38 του ν. 3959/20111.[…] Β. Πρόσθετες νομοθετικές διατάξεις, επί της εξέτασης των λόγων αναθεώρησης : ΝΟΜΟΣ 4001/2011 Άρθρο 36 - Διοικητικές κυρώσεις 1. Με απόφαση της ΡΑΕ, η οποία εκδίδεται μετά από ακρόαση των ενδιαφερομένων, επιβάλλονται στους κυρίους και τους διαχειριστές των Συστημάτων και των Δικτύων Διανομής ηλεκτρικής ενέργειας και φυσικού αερίου και στις επιχειρήσεις που ασκούν Ενεργειακές Δραστηριότητες, εφόσον παραβιάζουν τις υποχρεώσεις που υπέχουν από την Οδηγία (ΕΕ) 2019/944 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 5ης Ιουνίου 2019, «σχετικά με τους κοινούς κανόνες για την εσωτερική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας και την τροποποίηση της Οδηγίας 2012/27/ΕΕ» (L 158), τον Κανονισμό (ΕΕ) 2019/943 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 5ης Ιουνίου 2019, «σχετικά με την εσωτερική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας» (L 158), τους κώδικες δικτύου και τις κατευθυντήριες γραμμές που εκδίδονται δυνάμει των άρθρων 59, 60 και 61 του ως άνω Κανονισμού, και από τη λοιπή ενωσιακή νομοθεσία, μεταξύ άλλων, όσον αφορά 1 ά. 38 ν. 3959/2011 (κωδικοποιημένος με τον ν. 5111/2024) : «3. Σε περίπτωση άρνησης, δυστροπίας ή καθυστέρησης παροχής πληροφοριών ή άρνησης παροχής προφορικών επεξηγήσεων ή παροχής ανακριβών, παραπλανητικών ή ελλιπών πληροφοριών, κατά περίπτωση, στο πλαίσιο εφαρμογής των παρ. 1 και 2 ή σε περίπτωση παροχής ανακριβών, παραπλανητικών ή ελλιπών πληροφοριών, στο πλαίσιο εφαρμογής των παρ. 1Α και 2Β και με την επιφύλαξη των ποινικών κυρώσεων του άρθρου 44, η Επιτροπή Ανταγωνισμού μπορεί, όταν πρόκειται για: α) επιχειρήσεις ή ενώσεις επιχειρήσεων να επιβάλει, με απόφασή της, χρηματική κύρωση ανά ημέρα μη συμμόρφωσης, η οποία καθορίζεται αναλογικά προς τον μέσο ημερήσιο συνολικό παγκόσμιο κύκλο εργασιών της επιχείρησης ή της ένωσης επιχειρήσεων κατά την προηγούμενη της έκδοσης της απόφασης οικονομική χρήση, με ανώτατο όριο το 3% αυτού του κύκλου εργασιών και υπολογίζονται από την ημερομηνία που ορίζει η οικεία απόφαση της Αρχής, ατομικώς δε στους διευθυντές και υπαλλήλους τους να επιβάλει πρόστιμο από δεκαπέντε χιλιάδες (15.000) έως τριάντα χιλιάδες (30.000) ευρώ ανά ημέρα μη συμμόρφωσης, β) […] - 13 - διασυνοριακά θέματα, και τις αποφάσεις του Οργανισμού για τη Συνεργασία Ευρωπαϊκών Ρυθμιστικών Αρχών Ενέργειας (ΟΣΡΑΕ), τις διατάξεις του παρόντος νόμου και των πράξεων που εκδίδονται κατ’ εξουσιοδότησή του ή τους όρους των αδειών που τους έχουν χορηγηθεί, πρόστιμα ύψους έως δέκα τοις εκατό (10%) του ετήσιου κύκλου εργασιών τους. Το ύψος του προστίμου είναι ανάλογο με τη βαρύτητα και τη συχνότητα της παράβασης.2 2. Με απόφαση της Ρ.Α.Ε., η οποία δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, εξειδικεύεται η μεθοδολογία και τα επί μέρους κριτήρια των προστίμων και εν γένει διοικητικών κυρώσεων των παραγράφων 1 και 3 του παρόντος άρθρου. Για τον προσδιορισμό και την επιμέτρηση του ύψους των προστίμων που επιβάλλονται, λαμβάνονται υπόψη, κατά περίπτωση από την Ρ.Α.Ε. και εφόσον αυτό είναι δυνατόν από τα στοιχεία που διαθέτει η Αρχή, ιδίως τα ακόλουθα: α) η σοβαρότητα, η συχνότητα και η διάρκεια της παράβασης, β) η επίπτωση της παράβασης στην εύρυθμη λειτουργία της αγοράς και στη διάχυση ορθής και έγκυρης πληροφόρησης στην αγορά ενέργειας, γ) η αξία των παράνομων συναλλαγών, εφόσον αυτό είναι δυνατόν να προσδιορισθεί, δ) ο βαθμός ευθύνης του υπεύθυνου για την παράβαση προσώπου, ε) η χρηματοοικονομική ευρωστία του υπεύθυνου για την παράβαση προσώπου, όπως προκύπτει για παράδειγμα από τον συνολικό κύκλο εργασιών προκειμένου περί νομικού προσώπου ή από το ετήσιο δηλωθέν εισόδημα προκειμένου περί φυσικού προσώπου, στ) το ύψος των κερδών που αποκτήθηκαν ή των ζημιών που αποφεύχθηκαν από το υπεύθυνο για την παράβαση πρόσωπο, στον βαθμό που μπορούν να προσδιοριστούν, ζ) ο βαθμός συνεργασίας του υπεύθυνου για την παράβαση προσώπου με την Ρ.Α.Ε. κατά το στάδιο διερεύνησης ελέγχου από την τελευταία με την επιφύλαξη της ανάγκης αποστέρησης των αποκτηθέντων κερδών ή αποφευχθεισών ζημιών από το εν λόγω πρόσωπο, η) οι ανάγκες της ειδικής και γενικής πρόληψης, θ) τυχόν προηγούμενες παραβάσεις των διατάξεων του Κανονισμού (Ε.Ε.) 1227/2011 και της εθνικής και ενωσιακής νομοθεσίας της αγοράς ενέργειας, 2 Όπως τροποποιήθηκε με το Άρθρο 17 Νόμος 4986/2022 με ισχύ την 28/10/2022 - 14 - ι) τα μέτρα που έχουν ληφθεί από το υπεύθυνο για την παράβαση πρόσωπο προκειμένου να αποτραπεί τυχόν επανάληψη της παράβασης.3 3. [….] ΙΙΙ. Προβαλλόμενοι λόγοι αναθεώρησης της υπ’ αριθμ. Ε-238/2025 Απόφασης του Κλάδου Ενέργειας της ΡΑΑΕΥ. Προς υποστήριξη της αίτησης περί αναθεώρησης της Προσβαλλόμενης απόφασης, ο αιτών Διαχειριστής προβάλλει τους ακόλουθους ισχυρισμούς (όπως αυτοί ειδικότερα αναπτύσσονται στην υπό εξέταση Αίτηση): Στην εισαγωγή της αίτησης και προ της καταγραφής των λόγων, ο Διαχειριστής αναφέρεται εκτενώς σε μία επιστολή που απηύθυνε στην Αρχή, εν είδει απάντησης στην επιστολή διερεύνησης της ΡΑΑΕΥ (σχετ. 9), περί της οποίας επάγεται τη μη συνεκτίμησή της κατά την έκδοση της Προσβαλλόμενης. Εάν, δε, κατά τους ισχυρισμούς του, η Αρχή ελάμβανε υπόψη την συγκεκριμένη επιστολή, θα μετέβαλε ουσιωδώς την τελική διαμόρφωση της κρίσης της. Πρόκειται για την επιστολή από 07.11.2025 (σχετ.13), στην οποία ο Διαχειριστής : 1. καταγράφει χρονικό διαπίστωσης της ρευματοκλοπής, 2. αναφέρεται στην αποστολή με συστημένη επιστολή της πράξης διαπίστωσης και επάγεται μη ενημέρωσή του περί του γεγονότος ότι η εν λόγω επιστολή είχε επιστραφεί χωρίς να έχει παραδοθεί στο Χρήστη κατά το χρόνο (17.12.2024) που εδόθη η εντολή απενεργοποίησης της παροχής, και 3. καταγράφει ένα προηγούμενο και ανέλεγκτο ιστορικό/χρονικό απενεργοποιήσεων και επανασυνδέσεων μετρητή προς αντίκρουση μίας αναφοράς της καταγγέλλουσας στο κείμενο της Καταγγελίας περί του ότι δεν είχε ποτέ προηγουμένως παραβιάσει το μετρητή της. Ο Διαχειριστής ισχυρίζεται ότι η ανωτέρω (2η) επιστολή (απόψεων) απεστάλη εγκαίρως εντός του προκαθορισμένου χρόνου (έως 09.11.2025) παρατάσεως (σχετ. 10) της προθεσμίας έκδοσης της Προσβαλλομένης, με σκοπό να «εμπλουτίσει», όπως χαρακτηριστικά σημειώνεται στην Αίτηση Αναθεώρησης, τα στοιχεία που εστάλησαν στην αρχική του απάντηση απόψεων και στοιχείων (σχετ. 11). Στη συνέχεια, κατόπιν των εισαγωγικών παρατηρήσεων, στην αίτηση παρατίθενται κατά σειρά οι ακόλουθοι λόγοι αναθεώρησης : 3 Όπως τροποποιήθηκε με την Παρ.4 Άρθρο 2 Νόμος 4643/2019 με ισχύ την 3/12/2019 - 15 - 1) Παραβίαση ουσιώδους τύπου της διαδικασίας (αρχής της προηγούμενης ακρόασης, κατ΄ άρθρο 6 του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας) και του ά. 23 του π.δ. 138/2001. Τυπικές πλημμέλειες της διαδικασίας) – Παράβαση του άρθρου 3 παρ. 2 του π.δ. 138/2001. Στο πλαίσιο αυτό, ο ΔΕΔΔΗΕ διατείνεται ότι παραβιάσθηκε η προβλεπόμενη στο π.δ. 138/20014 διαδικασία προφορικής ακρόασης, καθώς ο καθού η επίμαχη καταγγελία, Διαχειριστής, κλήθηκε μόνο εγγράφως να υποβάλει απόψεις και επί πλέον δεν ελήφθη υπόψη από την Αρχή η από 7.11.2025 (2η) επιστολή απόψεων (σχετ. 13, εφ΄εξής και : «η 2η επιστολή») κατά την έκδοση της Προσβαλλόμενης απόφασης. 2) Εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 27 του Ν. 4001/2011 βάσει του οποίου επεβλήθη πρόστιμο 80.000 ευρώ Ειδικότερα, ο Αιτών διατείνεται ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις εφαρμογής του εν λόγω άρθρου, λόγω έλλειψης πρόθεσης απόκρυψης γεγονότων από την Αρχή εκ μέρους του Διαχειριστή, το οποίο, κατά την άποψή του, αποδεικνύεται από την επίμαχη επιστολή της 07.11.2025 (σχετ. 13), η οποία περιήλθε εκ των υστέρων στην Αρχή. Περαιτέρω, ο Διαχειριστής επικαλείται νομολογία αφορώσα τις προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 38 του ν. 3959/20115, επαγόμενος ότι δεν συντρέχουν αυτές στην υπό κρίση υπόθεση. 3) Επί των φερόμενων παραβάσεων του ειδικού κανονιστικού πλαισίου περί Ρευματοκλοπών Ο Αιτών την αναθεώρηση, διατρέχει τις διαπιστωθείσες με την Προσβαλλόμενη απόφαση παραβάσεις και προβάλλει ισχυρισμούς προς αντίκρουσή τους. Επάγεται μη συσχετισμό του ά. 87 με το άρθρο 95 ΚΔΕΔΔΗΕ, προβαίνει σε αναλυτική χρονική καταγραφή παρελθοντικών αυθαίρετων επανασυνδέσεων του επίμαχου μετρητή, κείμενες εκτός αξιολόγησης της υπό κρίση υπόθεσης και περαιτέρω, αναφέρεται στα στάδια της διαδικασίας, που κατά την άποψή του τηρήθηκαν με επιμέλεια σε αντίθεση με τις αντίστοιχες διαπιστώσεις της Αρχής με την προσβαλλόμενη απόφαση. 4) Πλημμελής ερμηνεία και εφαρμογή αναφορικά με την εξειδικευμένη μεθοδολογία 4 Σημ.: πρόκειται για το π.δ. 139/2001 «Κανονισμός Εσωτερικής Λειτουργίας και Διαχείρισης της Ρυθμιστικής Αρχής Ενέργειας» (ΦΕΚ Α΄ 121/18.6.2001), το οποίο δεν βρίσκεται πλέον σε ισχύ, κατόπιν της θέσπισης του νέου Κανονισμού λειτουργίας της Αρχής (σχετ. 3). 5 σημ.: στο οποίο παραπέμπει το άρθρο 27 του Νόμου ως προς την εφαρμογή κυρώσεων, ίδ. ανωτέρω σχετική παράθεση Νομοθετικού Πλαισίου (Ενότητα ΙΙ) - 16 - και τον ακριβή προσδιορισμό του τρόπου υπολογισμού του επιβληθέντος προστίμου – Παραβίαση των αρχών της σαφήνειας και της προβλεψιμότητας Ο Διαχειριστής επάγεται εσφαλμένη εκτίμηση παραμέτρων και εσφαλμένη άσκηση από πλευράς ΡΑΑΕΥ της διακριτικής της ευχέρειας τόσο ως προς την επιλογή (μεταξύ πλειόνων) της πλέον πρόσφορης επιβαλλόμενης κύρωσης όσο και ως προς την επιμέτρηση του επιβληθέντος προστίμου. 5) Επιβολή μη προσήκοντος και αναλογικού προστίμου – Παραβίαση της αρχής της Αναλογικότητας Ο προσφεύγων με την εξεταζόμενη αίτηση (ενδικοφανής προσφυγή), ΔΕΔΔΗΕ, ισχυρίζεται ότι σύμφωνα με το άρθρο 36 παρ. 1 του ν. 4001/2011 προβλέπεται ότι «το ύψος του προστίμου είναι ανάλογο με τη βαρύτητα και τη συχνότητα της παράβασης»,». Ισχυρίζεται δε ότι στο πλαίσιο της αρχής της αναλογικότητας, ο υπολογισμός του τυχόν επιβαλλόμενου προστίμου πραγματοποιείται όχι αφηρημένα, αλλά συγκεκριμένα, επαγόμενος έλλειψη επαρκούς στοιχειοθέτησης και πλημμελούς εκτίμησης στην προσβαλλόμενη απόφαση ως προς τους παράγοντες που ελήφθησαν υπόψη κατά τον υπολογισμό και την επιμέτρηση του ποσού, με αποτέλεσμα την επιβολή μη ευλόγου και μη προσήκοντος ύψους προστίμου. Ως εκ τούτου, ο αιτών Διαχειριστής θεωρεί ότι το επιβληθέν πρόστιμο πρέπει να μειωθεί στο προσήκον μέτρο. ΙV. Επί των λόγων της Αιτήσεως Αναθεώρησης και των λοιπών προβαλλόμενων ισχυρισμών
- i)Αναφερόμαστε αρχικά στην από 07.11.2025 (σχετ. 13) 2η επιστολή, στην οποία ο Διαχειριστής αφιερώνει εκτενή ανάπτυξη στο εισαγωγικό μέρος της Αίτησης Αναθεώρησης και επιπλέον η επίκλησή της διατρέχει όλους τους λόγους αναθεώρησης προς υποστήριξη των οικείων προβαλλόμενων ισχυρισμών. 1. Εκ προοιμίου επισημαίνεται ότι η ημερομηνία αποστολής της επίμαχης επιστολής (07.11.2025) τίθεται εκτός του χρόνου έκδοσης της Προσβαλλόμενης Απόφασης (30.10.2025). Ως απώτατο χρονικό σημείο έκδοσης οριστικής απόφασης επί της Καταγγελίας είχε οριστεί, με την Ε-196/2025 απόφαση της Αρχής (σχετ. 10), η 9η.11.2025, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο άρθρο 34 του Νόμου. Ωστόσο, ο πραγματικός/τελικός - 17 - χρόνος συζήτησης μίας υπόθεσης εν συνθέσει του εκάστοτε αρμοδίου Κλάδου και κατά συνέπεια έκδοσης απόφασης, καθορίζεται από τον προγραμματισμό εργασιών της εκάστοτε αρμόδιας Σύνθεσης και τις διαθέσιμες ημερομηνίες συζήτησης σε συνδυασμό με την τεθείσα προθεσμία για την λήψη οριστικής απόφασης6. Ως εκ τούτου, με βάση τον εν λόγω προγραμματισμό, η τελευταία διαθέσιμη, προ της λήξης της ορισθείσας ως απώτατης προθεσμίας της 9ης.11.2025, ημερομηνία συζήτησης της υπόθεσης και έκδοσης απόφασης ήταν η 30η Οκτωβρίου 2025, οπότε και η υπόθεση εισήχθη στην κρίση της Σύνθεσης και ελήφθη η σχετική απόφαση επί της Καταγγελίας (σχετ. 12). Στο σημείο αυτό, θα πρέπει να αναφερθεί, ότι οι προθεσμίες (ή παρατάσεις κατά νόμο οριζόμενων προθεσμιών) έκδοσης αποφάσεων της Αρχής δεν επιτελούν σκοπούς ανοιχτής διαδικασίας υποβολής απόψεων των εμπλεκομένων και κατάθεσης στοιχείων κατά διακριτική ευχέρεια, αλλά διαθέσιμο διάστημα για την επεξεργασία της υπόθεσης από τα αρμόδια τμήματα, κατά την οργάνωση των εσωτερικών εργασιών της Υπηρεσίας. Η διερεύνηση μίας υπόθεσης εκκινεί με την συγκέντρωση απόψεων, στοιχείων και δικαιολογητικών από τους εμπλεκομένους, για την υποβολή των οποίων τάσσονται συγκεκριμένες προθεσμίες απόκρισης, προκειμένου για τη δημιουργία ολοκληρωμένου φακέλου προς επεξεργασία και εκτίμηση αρμοδίως. Αντιστοίχως και στην υπό κρίση υπόθεση, πέραν των στοιχείων που είχαν ήδη κατατεθεί από την Καταγγέλλουσα, ζητήθηκαν από τον Διαχειριστή οι απόψεις του επί του συνόλου των ισχυρισμών της Καταγγελίας και όλα τα διαθέσιμα σχετικά αποδεικτικά, ιδιαιτέρως, δε, τέθηκαν και συγκεκριμένα ερωτήματα προς απάντηση, με ταχθείσα συγκεκριμένη προθεσμία απόκρισης (έγγραφο ΡΑΑΕΥ, σχετ. 9). Ο Διαχειριστής απέστειλε τις απόψεις του και φάκελο συνημμένων αποδεικτικών εγγράφων, απαντώντας και ειδικώς επί των τεθέντων ερωτημάτων (σχετ. 11). Η αποστολή των απόψεων διενεργήθηκε εντός της ταχθείσας προθεσμίας, παρ΄όλο που σε αρκετές περιπτώσεις παρόμοιας διαδικασίας διερεύνησης από πλευράς ΡΑΑΕΥ, έχει παρατηρηθεί ότι ο Διαχειριστής επανέρχεται αιτούμενος παράταση της ταχθείσας προθεσμίας, με αιτιολογία την αποστολή εμπεριστατωμένων απόψεων. Στην περίπτωση της Καταγγελίας [__], δεν ζητήθηκε κάποια παράταση και οι απόψεις υποβλήθηκαν εγκαίρως, ωστόσο η Αρχή δεν είχε κάποιο λόγο να θεωρήσει ότι οι απόψεις που εστάλησαν δεν ήταν «οριστικές», δεδομένου ότι απαντήθηκαν τα ερωτηθέντα και κατατέθηκαν και σχετικά στοιχεία. Επομένως, ευλόγως υπήρξε πεποίθηση της Αρχής περί της βεβαιότητας του Διαχειριστή επί της δοθείσας απάντησης και δεν προέκυπτε θέμα μεταγενέστερης αλλαγής των απόψεων και των στοιχείων που 6 (βλ. επίσης και άρθρα 1-10 του Κανονισμού Εσωτερικής Λειτουργίας της Αρχής (σχετ. 3) - 18 - διαβιβάστηκαν. Σε κάθε, δε, περίπτωση, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως ευλόγως αναμενόμενο και δικαιολογημένο, να επανέλθει ο Διαχειριστής 2 μήνες και πλέον (!) μετά την πρώτη απάντησή του και μάλιστα μόλις 2 ημέρες προ της τυπικώς τεθείσας απώτατης προθεσμίας έκδοσης οριστικής απόφασης και να στείλει δεύτερη απάντηση επί της Καταγγελίας, όταν η επεξεργασία της υπόθεσης από τις υπηρεσίες της Αρχής ήταν παραπάνω από βέβαιο ότι θα είχε ολοκληρωθεί. Ως εκ τούτου, η επίμαχη 2η επιστολή, ανεξαρτήτως του ότι από το περιεχόμενο της προκύπτει – όπως καταδεικνύεται κατωτέρω - ότι δεν επρόκειτο να ασκήσει ουσιώδη επιρροή στα πορίσματα της διερεύνησης της Αρχής, αφενός εκλαμβάνεται βάσιμα εκ των προαναφερθέντων ότι απεστάλη παρελκυστικά προκειμένου για τον αποπροσανατολισμό ήδη εξαχθέντων πορισμάτων, αφετέρου παρελήφθη ούτως ή άλλως από την ΡΑΑΕΥ μετά την έκδοση της Προσβαλλόμενης απόφασης. Επομένως, και πέραν των όσων σημειώνονται στη συνέχεια ειδικώς επί εκάστου λόγου αναθεώρησης, δεν ισχύει ο ισχυρισμός ότι η Αρχή δεν έλαβε υπόψη της κρίσιμα στοιχεία, κατά την έκδοση της απόφασής της, καθώς κατά τον χρόνο έκδοσης της Προσβαλλόμενης απόφασης, ελήφθησαν υπόψη όλα τα κρίσιμα στοιχεία του φακέλου της υπόθεσης. 2. Όσον αφορά το περιεχόμενο της 2ης επιστολής, διαπιστώνεται ότι με αυτήν, ο αιτών την υπό κρίση αναθεώρηση ΔΕΔΔΗΕ, επιχειρεί να ανατρέψει τα όσα διαπιστώθηκαν από την αξιολόγηση των ήδη διαθέσιμων έγγραφων στοιχείων κατά την έκδοση της Προσβαλλομένης σχετικά με: α) τη γνώση του κατά το χρόνο εντολής απενεργοποίησης της ηλεκτροδότησης της παροχής περί του γεγονότος της επιστροφής, ως μη παραληφθείσας από τον Χρήστη, της πράξης διαπίστωσης και β) την απόκρυψη της γνώσης αυτής κατά την αποστολή της πρώτης απάντησής του στην Αρχή (σχετ. 11), όπως αυτά περιγράφονται στα πορίσματα αξιολόγησης υπό στ. 3 και 4 της Ενότητας ΙΙΙ της Προσβαλλόμενης απόφασης. Ο Διαχειριστής για πρώτη φορά στη 2η επιστολή αναφέρεται στο γεγονός ότι επεστράφη η πράξη διαπίστωσης, το οποίο ουδόλως είχε αναφέρει στην πρώτη απάντησή του προς την Αρχή – αντιθέτως στην εν λόγω απάντηση (σχετ. 11) σημειώθηκε κατά λέξη : «2. Ενημέρωση και ειδοποίηση της καταναλώτριας. Ο πελάτης ενημερώθηκε άμεσα για τα ευρήματα και τις συνέπειες της παράβασης, σύμφωνα με τις προβλεπόμενες διαδικασίες. Του κοινοποιήθηκαν εγγράφως οι σχετικές πράξεις, καθώς και οι επόμενες ενέργειες. Επισυνάπτεται σχετική αλληλογραφία και κοινοποιήσεις» και «4. Αιτιολόγηση διακοπής ηλεκτροδότησης. Η διακοπή ηλεκτροδότησης πραγματοποιήθηκε σύμφωνα με το άρθρο 7 του Εγχειριδίου Ρευματοκλοπών και τις σχετικές κανονιστικές προβλέψεις. Επισυνάπτονται τα έγγραφα που αποδεικνύουν την τήρηση όλων των σταδίων της διαδικασίας.». Όπως - 19 - προκύπτει αναντίλεκτα από το περιεχόμενο της πρώτης αυτής απάντησης, ουδεμία αναφορά υφίσταται στο γεγονός της μη παράδοσης της πράξης διαπίστωσης στην Καταγγέλλουσα, οπότε και η ενημέρωσή της δεν έλαβε χώρα εν τοις πράγμασι, γεγονός όμως που είχε ήδη αποκαλυφθεί με την απάντηση του Διαχειριστή στην ασκηθείσα ένσταση της Καταγγέλλουσας, στην οποία ο ΔΕΔΔΗΕ δηλώνει ότι η πράξη διαπίστωσης επεστράφη στις 15/11/2024, όπως διεξοδικά αναλύεται στα ανωτέρω σημειωθέντα οικεία σημεία της Προσβαλλομένης, με συνέπεια τις αυτόθι διαπιστωθείσες παραβάσεις. Ενώ λοιπόν έχει ήδη διαπιστωθεί, κατά τα προαναφερόμενα, η γνώση του Διαχειριστή, ήδη από τις 15.11.2024, για την μη προσήκουσα ενημέρωση του Χρήστη λόγω της επιστροφής του συστημένου, στην επίμαχη δεύτερη απάντηση του προς την Αρχή, με την οποία παραδέχεται το γεγονός της επιστροφής (σε μία προσπάθεια να ανατρέψει τη διαπιστωθείσα, βάσει της πρώτης απάντησης, εσκεμμένη απόκρυψη του στοιχείου αυτού), διατηρεί την αποπροσανοτιλιστική προσέγγιση της ενημέρωσης της Αρχής, αναφέροντας ότι ειδοποιήθηκε καθυστερημένα περί της εν λόγω επιστροφής – επομένως, επιχειρεί να προβάλει ότι δεν γνώριζε περί της μη προσήκουσας ενημέρωσης της Καταγγέλλουσας, λόγω της οποίας δεν θα μπορούσε να στοιχειοθετηθεί καθυστέρηση καταβολής οφειλομένων. Όλα αυτά όμως παραμένουν στη σφαίρα της αναλήθειας, δεδομένου ότι στην επίμαχη 2η επιστολή, ο ίδιος ο Διαχειριστής αναφέρει ότι η α΄δόση ήταν οφειλόμενη την 09.12.2024 και λόγω της μη καταβολής της δόθηκε εντολή απενεργοποίησης μετρητή στις 17.12.2024. Κατά την ημερομηνία αυτή, όπως αποδεικνύεται από τα προαναφερθέντα, ο ΔΕΔΔΗΕ ήδη γνώριζε την έλλειψη γνώσης της Καταγγέλλουσας περί καταλογισμού και οφειλής, αφού το γεγονός αυτό το γνώριζε από τις 15.11.2024 !! Και το μόνο σημείο, στο οποίο το αποκαλύπτει είναι η απάντησή του στην ένστασή της Καταγγέλλουσας. Σε όλες τις σχετικές ενημερώσεις προς την Αρχή (σχετ. 11, σχετ. 13), το αποκρύπτει επιμελώς! Κατόπιν όλων των ανωτέρω, όχι μόνο καταρρίπτεται κάθε ισχυρισμός περί «μη λήψης υπόψη από την Αρχή» «του κρίσιμου στοιχείου» της (από 07.11.2025) 2ης επιστολής, η οποία δήθεν θα μετέβαλε ουσιωδώς τα συμπεράσματα της Προσβαλλομένης, αλλά αντιθέτως επιτείνεται η βαρύτητα των διαπιστωθεισών παραβάσεων, ακριβώς λόγω του περιεχομένου της δεύτερης αυτής απάντησης, εγείροντας αντίστοιχα και ζήτημα συνδρομής επιβαρυντικών παραγόντων στην επιμέτρηση του ήδη επιβληθέντος προστίμου. 3. Επιπλέον, δέον σημειωθεί ότι όλες οι ανωτέρω αναφορές του Διαχειριστή στα περί αποστολής και επιστροφής της πράξης διαπίστωσης, παραμένουν στο επίπεδο του απλού - 20 - ισχυρισμού, καθώς ο ΔΕΔΔΗΕ, παρά τις σχετικές «υποσχέσεις» επισύναψης και στις 2 απαντήσεις του (σχετ. 11 και 13), ουδέν αποδεικτικό προσκομίζει ούτε περί της αποστολής της πράξης διαπίστωσης ούτε περί της επιστροφής αυτής. Ως εκ τούτου, δεν αποδεικνύονται όχι μόνο όσα αναφέρει περί επιστροφής της επιστολής αλλά ούτε καν εάν τελικώς αυτή απεστάλη εξ΄αρχής ! Υπάρχει μόνο η δήλωσή του στην απάντηση επί της ένστασης της Καταγγέλλουσας, ότι η επιστολή με την πράξη διαπίστωσης ρευματοκλοπής «μας επεστράφη στις 15.11.2024» τεκμαίροντας της γνώση του από την ημερομηνία αυτή περί της μη προσήκουσας ενημέρωσης και εν τέλει (περί) της έλλειψης γνώσης της Καταγγέλλουσας περί των καταλογισμών και οφειλών της κατά το χρόνο που δόθηκε η εντολή διακοπής ρευματοδότησης της παροχής στις 17.12.2024, όπως ακριβώς διαπιστώθηκε και από την ΡΑΑΕΥ στην Προσβαλλομένη απόφαση. Επομένως, η επίμαχη νεότερη (2η) επιστολή, όχι απλώς δεν θα επιδρούσε στην μεταβολή του πορίσματος της Προσβαλλομένης αλλά αντιθέτως θα επέτεινε τη βαρύτητα και τη σοβαρότητά της διαπιστωθείσας παράβασης που αναλύεται στα υπό στ. 3 και 4 της Ενότητας ΙΙΙ της Προσβαλλόμενης απόφασης. 4. Τέλος, αναφερόμαστε στα όσα καταμαρτυρούνται στη 2η επιστολή περί μίας σειράς προηγούμενων της υπό κρίση υπόθεσης διαπιστώσεων (?) «παράνομης» επανασύνδεσης (= ρευματοκλοπής) του επίμαχου μετρητή. Οι σχετικές καταγραφές προβάλλονται σε αντίκρουση μίας μεμονωμένα επιλεγείσας φράσης από ολόκληρη την καταγγελία της Καταγγέλλουσας ότι «ουδέποτε προέβη[ν] σε οποιαδήποτε επέμβαση του μετρητή [μου]». Εκτός του ότι όλα όσα σχετικώς επισημαίνονται από τον ΔΕΔΔΗΕ δεν τέθηκαν υπό διερεύνηση κατά τη συγκεκριμένη υπόθεση ρευματοκλοπής, δεν αναφέρει ο Διαχειριστής ποια συνέχεια δόθηκε, κατά τα προβλεπόμενα στον ΚΔΕΔΔΗΕ και το Εγχειρίδιο Ρευματοκλοπών, στις συγκεκριμένες «κατ΄ εξακολούθηση παράνομες παρεμβάσεις στον μετρητή» που επικαλείται στη 2η επιστολή του. Εκκινήθηκε διαδικασία ρευματοκλοπής ; Υπήρξε οριστική διαπίστωση ; Καταλογίστηκαν ποσά μη τιμολογηθείσας κατανάλωσης ; Ελλείψει διευκρινίσεων επί των ανωτέρω, ανακύπτουν βάσιμα ερωτήματα ως προς το λόγο για τον οποίο δεν ολοκληρώθηκαν νομοτύπως οι σχετικές διαδικασίες διαπίστωσης καθώς και τον λόγο αναφοράς τους στην 2η επιστολή.
- ii)Υπό το πρίσμα της ανωτέρω ανάπτυξης, εξετάζονται κατά σειρά, όπως αριθμούνται στην υπό κρίση Αίτηση Αναθεώρησης, οι προβαλλόμενοι λόγοι : Α. Επί του 1ου λόγου : - 21 - Επί των ισχυρισμών του πρώτου λόγου, κατ΄αρχήν, ως έχει ήδη αναφερθεί (σχετ. 3 και υποσημ. 2), το επικαλούμενο από τον ΔΕΔΔΗΕ π.δ. 139/2001, δεν βρίσκεται πλέον σε ισχύ, μετά τη θέσπιση του Κανονισμού Εσωτερικής Λειτουργίας της Αρχής (σχετ. 3), ο οποίος προβλέπει τα σχετικά με τις διαδικασίες ακροάσεων στα άρθρα 23 και επ. Όπως, δε, προκύπτει από τις διατυπώσεις του άρθρου 23, αλλά και των επόμενων άρθρων περί της εφαρμοζόμενης διαδικασίας, η ΡΑΑΕΥ διεξάγει ακροάσεις εφ΄όσον κρίνει περί της αναγκαιότητάς τους. Η άσκηση του συνταγματικώς κατοχυρωμένου δικαιώματος της προηγουμένης ακροάσεως – το οποίο προβλέπεται πλέον και στο άρθρο 6 του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας (σχετ. 4), αποβλέπει στην παροχή της δυνατότητας στον διοικούμενο, τον οποίον αφορά η δυσμενής διοικητική πράξη να προβάλλει συγκεκριμένους ισχυρισμούς ενώπιον του αρμοδίου διοικητικού οργάνου, ούτως ώστε να επηρεάσει τη λήψη από το όργανο αυτό της σχετικής αποφάσεως ύστερα από διαφορετική εμφάνιση ή εκτίμηση του πραγματικού υλικού, συνίσταται δε στις εξής αξιώσεις του διοικουμένου προς τη διοίκηση: 1) την αξίωση του ενδιαφερομένου για έγγραφη κλήση, 2) την αξίωση ενημέρωσης του ενδιαφερομένου από το αρμόδιο όργανο σχετικά με την επίμαχη υπόθεση, η οποία μπορεί να οδηγήσει στη λήψη δυσμενούς μέτρου σε βάρος του, 3) την αξίωση του ενδιαφερομένου για λυσιτελή και αποτελεσματική διατύπωση των απόψεών του και 4) την αξίωση του ενδιαφερομένου να ληφθούν υπόψη οι ισχυρισμοί που διατύπωσε. Ωστόσο, όπως έχει ερμηνευθεί από τη νομολογία, η συνταγματική διάταξη δεν απαιτεί την κλήση του διοικούμενου σε προηγούμενη ακρόαση, εφόσον ο διοικούμενος ανέπτυξε τις απόψεις του με υπόμνημα έχοντας λάβει γνώση των στοιχείων του φακέλου (ΣτΕ 2205/2004)7, έχει δε καταδειχθεί (ΣτΕ 1556/2025) ότι «[…]όπως έχει κριθεί (ΣτΕ 3744/2009 σκ. 8), οι διατάξεις των άρθρων 20 παρ. 2 του Συντάγματος και 6 του ν. 2690/1999 δεν κατοχυρώνουν την αυτοπρόσωπη παράσταση του ενδιαφερομένου ενώπιον των αρμοδίων οργάνων και την προφορική ανάπτυξη των ισχυρισμών του […]». Η οικεία υποχρέωση της Διοίκησης πληρούται, εφ΄όσον ο διοικούμενος καλείται «πριν την έκδοση της καταλογιστικής πράξεως να εκθέσει τις απόψεις του επί των περιστατικών που καταρχήν στοιχειοθετούν τις παραβάσεις […]» (ΣτΕ 567/2020), η πλήρωση, δε, στοιχειοθετείται και εμπράκτως από το γεγονός ( ΔΠρΑθ 5284/2025) ότι «η προσφεύγουσα άσκησε το 7 (…ή όταν η διοίκηση λειτουργεί κατά δέσμια αρμοδιότητα, διότι στην περίπτωση αυτή η βλάβη των δικαιωμάτων ή των εννόμων συμφερόντων του επέρχεται ως αυτόματη συνέπεια του νόμου και συνεπώς η προηγούμενη ακρόαση είναι αλυσιτελής.) - 22 - συγκεκριμένο δικαίωμά της και διατύπωσε τις απόψεις της, οι οποίες κατέστησαν στοιχεία του φακέλου (πρβλ. ΣτΕ 2092/2018, ΔΕΑ 1141/2016)». Επιπροσθέτως, η επίκληση του δικαιώματος της προηγούμενης ακρόασης πρέπει να τεκμηριώνεται κατά τρόπο ειδικό και εμπεριστατωμένο. Συγκεκριμένα, όπως προκύπτει και από την υπ’ αριθμ. 3382/2010 απόφαση της επταμελούς σύνθεσης του Συμβουλίου της Eπικρατείας (Δ’ Tμήμα) έγινε δεκτό ότι, για την ακύρωση της διοικητικής πράξης, δεν αρκεί η εκ μέρους του διοικουμένου απλή επίκληση της παράβασης του δικαιώματος διοικητικής ακρόασης, αλλά πρέπει να γίνεται και επίκληση κατά τρόπο ειδικό και συγκεκριμένο της ύπαρξης κρίσιμων στοιχείων, τα οποία, αν έθετε υπόψη της διοίκησης, θα οδηγούσαν σε διαφορετικό αποτέλεσμα (ΣτΕ 715/2013, Ολ 4447/2012.) Σημειώνεται ότι της πιο πάνω απόφασης είχαν προηγηθεί και άλλες, παρόμοιες, αποφάσεις τόσο του ΣτE, όσο και του Δικαστηρίου Eυρωπαϊκών Kοινοτήτων (ενδεικτικά. ΣτE 3546/1994, 879/1998, 2002/2000, επίσης βλ και ΔEK απόφαση της 21.3.1990, C-142/87, Bέλγιο κατά Eπιτροπής, Συλλ. 1990, σελ. I-959, σκέψη 48, ΔEK απόφαση της 5.10.2000, C-288/96 Γερμανία κατά Eπιτροπής, Συλλ. 2000, σελ. I-8237, σκέψη 101, κ.ά.) με τις οποίες κρίθηκε ότι η έκδοση της βλαπτικής για το πρόσωπο πράξης κατά παράβαση του δικαιώματος της προηγούμενης ακρόασης, δεν συνεπάγεται ακυρότητα της πράξης παρά μόνον, εάν, χωρίς την πλημμέλεια αυτή, η οικεία διοικητική διαδικασία μπορούσε να καταλήξει σε διαφορετικό αποτέλεσμα8. Ωστόσο, όπως και ο ίδιος ο αιτών την αναθεώρηση, ΔΕΔΔΗΕ, αναφέρει αλλά διεξοδικώς αναπτύσσουμε και παραπάνω υπό το τμήμα (
- i)της παρούσας ενοτητας IV, η ΡΑΑΕΥ στην πραγματικότητα ζήτησε εγγράφως τις γραπτές απόψεις του Διαχειριστή ως προς τα ζητήματα/αιτιάσεις που συμπεριλαμβάνονταν στην επίμαχη καταγγελία με ταυτόχρονη διαβίβαση ολόκληρου του σχετικού υποβληθέντος από την Καταγγέλλουσα φακέλου9, ο δε Διαχειριστής απέστειλε την απάντησή του (σχετ. 11), απευθυνόμενος και στα ειδικά ερωτήματα που διατυπώσαμε και προσκομίζοντας τα δικαιολογητικά και στοιχεία που έκρινε ως απαραίτητα για την υποστήριξη των απόψεών του. Η δε Καταγγέλλουσα είχε ήδη 8 Δέον, δε, σημειωθεί ότι σχετικώς παρατεθείσα νομολογία αναφέρεται σε παράβαση του δικαιώματος ακρόασης του διοικούμενου, δηλ. σε μη παροχή στο διοικούμενο καν ευκαιρίας να «ακουσθεί», άλλως να εκφρασθεί επί της υπόθεσης, το οποίο φυσικά, όπως αναπτύσσεται στη συνέχεια, δεν ισχύει στην εξεταζόμενη περίπτωση. 9 Πρβλ σχετικά και την ΔΠρΑθ 5284/2025 ως προς την επίμαχη επιστολή απόψεων, με συνημμένο το φάκελο της Καταγγελίας, που η Αρχή απηύθυνε προς τον Διαχειριστή (σχετ. 9) : «εφόσον περιγράφεται σε αυτή ειδικώς και συγκεκριμένως το ζήτημα επί του οποίου καλείται η προσφεύγουσα να δώσει εξηγήσεις και γενικότερα να εκθέσει τις απόψεις της (βλ. ΣτΕ 3830/2009, 1105/2008)». - 23 - υποβάλει με την Καταγγελία τον φάκελο των συνημμένων αποδεικτικών στοιχείων και εγγράφων. Ωσαύτως, όπως εκτέθηκε αναλυτικά ανωτέρω, η ΡΑΑΕΥ ενημερώθηκε κατά τρόπο πλήρη και τεκμηριωμένο τόσο από την Καταγγέλλουσα όσο και από τον Διαχειριστή ως προς την αλληλουχία των γεγονότων επί των οποίων ερείδεται η καταγγελία, παρείχε δε στον Διαχειριστή πλήρη δυνατότητα εξηγήσεων και έκφρασης επί των καταγγελθέντων εναντίον του και πλήρη ενημέρωση επί των όσων είχαν καταμαρτυρηθεί εναντίον του στο πλαίσιο της Καταγγελίας. Ακολούθως, η ΡΑΑΕΥ στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων της και μετά την ολοκλήρωση της επεξεργασίας της υπόθεσης κατά την εσωτερική οργάνωση και λειτουργία της, εξέδωσε την Προσβαλλομένη με πλήρη αιτιολόγηση των πορισμάτων περί παραβάσεων του ρυθμιστικού πλαισίου από τον Διαχειριστή και συναφή επιβολή του αναλογούντος διοικητικού προστίμου νομίμως αλλά και επιεικώς επιμετρηθέντος. Όπως δε αναλυτικά και εμπεριστατωμένα παρατίθεται ανωτέρω, η εκ των υστέρων υποβληθείσα 2η επιστολή, όχι μόνο δεν θα μετέβαλε τα πορίσματα της Προσβαλλομένης αλλά υπήρχε σοβαρό ενδεχόμενο να οδηγήσει σε επαύξηση του προστίμου λόγω : 1. Βάσιμων αμφιβολιών ακόμη και περί του γεγονότος της αρχικώς επαγόμενης από τον Διαχειριστή (συστημένης) αποστολής ενημέρωσης της Καταγγέλλουσας περί της πράξης διαπίστωσης, 2. Ισχυροποίησης της διαπίστωσης ότι ο Διαχειριστής ήταν πράγματι σε γνώση περί της μη προσήκουσας ενημέρωσης της Καταγγέλλουσας, παρ΄όλα αυτά εξέδωσε εντολή διακοπής ηλεκτροδότησης την 17.12.2024 ωσάν να είχε προσηκόντως αυτή ενημερωθεί περί του καταλογισμού και της οφειλής της, 3. Επίτασης της πρόθεσης απόκρυψης γεγονότων από την Αρχή, με την κατ΄ εξακολούθηση απόκρυψη του γεγονότος της από 15.11.2024 επιστροφής της επιστολής ενημέρωσης της Καταγγέλλουσας και τον αποπροσανατολιστικό αλλά και αβάσιμο ισχυρισμό ότι «ενημερώθηκε καθυστερημένα». Εξ΄όλων των ανωτέρω, συνάγεται ότι δεν υπήρξε παράβαση της αρχής της προηγούμενης ακρόασης καθόσον ο προσφεύγων Διαχειριστής είχε αφενός, ενδελεχώς εκθέσει στο πλαίσιο της Καταγγελίας τα πραγματικά περιστατικά που καταδείκνυαν την αλληλουχία των γεγονότων, ήτοι τις πράξεις και τις παραλείψεις του, αφετέρου η ΡΑΑΕΥ στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων της και μετά από ολοκληρωμένη εξέταση όλων των στοιχείων της υπόθεσης, έλαβε την πλήρως αιτιολογημένη και εμπεριστατωμένη Απόφαση επί της κρινόμενης Καταγγελίας, κατά της οποίας στρέφεται αβασίμως ο Αιτών την αναθεώρησή της Διαχειριστής. - 24 - Επομένως, ο 1ος λόγος αναθεώρησης απορρίπτεται ως νόμω και ουσία αβάσιμος. Β. Επί του 2ου λόγου : Όπως έχει εκτενώς αναπτυχθεί ανωτέρω υπό σημείο (
- i)της παρούσας Ενότητας IV, η υποβολή της 2ης απάντησης ΔΕΔΔΗΕ (σχετ. 13), όχι μόνο δεν αποδεικνύει την έλλειψη πρόθεσής του προς απόκρυψη στοιχείων από την Αρχή αλλά αντιθέτως επιτείνει και ισχυροποιεί τις διαπιστώσεις της Προσβαλλομένης περί της πρόθεσης απόκρυψης γεγονότων, επιπλέον, δε, εγείρει σοβαρά ερωτηματικά περί παρελκυστικής τακτικής και προσχηματικών αιτιάσεων του Διαχειριστή. Πέραν των ανωτέρω, τα όσα επάγεται ο Διαχειριστής περί των προϋποθέσεων εφαρμογής του ά. 27, επικαλούμενος τις προϋποθέσεις εφαρμογής του ν. 3959/2011, διευκρινίζεται ότι η παραπομπή στο συγκεκριμένο νόμο αφορά το είδος και το ύψος των επιβαλλόμενων κυρώσεων, όπως αυτές προβλέπονται στην περ. α΄ της παρ. 3 του ά. 38 του εν λόγω νόμου και ουδόλως αφορά τις προϋποθέσεις εφαρμογής του ίδιου του άρθρου 38. Οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ά. 27, ορίζονται στο ίδιο αυτό άρθρο και είναι «η άρνηση ή η καθυστέρηση παροχής στοιχείων ή η υποβολή ελλιπών στοιχείων», περιπτώσεις στις οποίες εμπίπτει η αξιολογηθείσα κατά τα ανωτέρω συμπεριφορά του Διαχειριστή, συνιστάμενη σε απόκρυψη γεγονότων αλλά και σε εκ των υστέρων (άλλως καθυστερημένα, κατά τα ρητώς προβλεπόμενα στο εν λόγω άρθρο) «μισή» παραδοχή ως προς τη διαδικασία που ακολούθησε μέχρι την διακοπή ρευματοδότησης της Καταγγέλλουσας. Επομένως, όλοι οι προβαλλόμενοι, στο πλαίσιο του 2ου λόγου αναθεώρησης, ισχυρισμοί αυτοί είναι ομοίως απορριπτέοι. Γ. Επί του 3ου λόγου : Η διατύπωση του Άρθρου 87 ΚΔΕΔΔΗΕ είναι σαφής και δεν καταλείπει αμφιβολίες ούτε περί του πεδίου εφαρμογής του ούτε περί της προκείμενης παραβίασής του από τον Διαχειριστή. Κατά τα προβλεπόμενα στο εν λόγω άρθρο, επ΄αφορμή επίσκεψης επί του μετρητή «στο πλαίσιο τακτικού ή έκτακτου ελέγχου, καθώς και για την περαιτέρω διερεύνηση πιθανού προβλήματος ή την αποκατάστασή του, με όποιο τρόπο ή ευκαιρία εντοπίσθηκε αυτό,»10 - ήτοι ως ακριβώς η κρινόμενη περίπτωση όπου κλήθηκε από την Καταναλώτρια τεχνικός για έλεγχο του μετρητή, εφ΄όσον προκύψουν ευρήματα που παραπέμπουν σε ρευματοκλοπή ακολουθούνται τα προβλεπόμενα στο άρθρο 95 του Κώδικα Διαχείρισης (ά. 10 Άρθρο 87 παρ. 4 (ίδ. ανωτέρω Ενότητα ΙΙ, Τμήμα Α, στ. iii.) - 25 - 87 παρ. 11). Αυτό περιλαμβάνει και επιτάσσει την τήρηση συγκεκριμένων κανόνων και ενεργειών διαφάνειας και ενημέρωσης του Χρήστη περί των βημάτων αξιολόγησης και διαπίστωσης από την πλευρά του Διαχειριστή, οι οποίοι σε καμία περίπτωση δεν τηρήθηκαν εν προκειμένω. Αλλά και το ίδιο το άρθρο 87 του Κώδικα περιέχει τις ίδιες προβλέψεις, στις υποπαραγράφους α και β της παρ. 4 αυτού, όσον αφορά τη διαφάνεια και την ενημέρωση11 του Χρήστη επί του ιδίου του ρυθμιζόμενου αντικειμένου του άρθρου, δηλ. την περίπτωση ελέγχου, οι οποίες επίσης δεν τηρήθηκαν. Εκ του συνόλου των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει σαφώς η υποχρέωση του Διαχειριστή να ενημερώνει δεόντως τον Χρήστη (εν προκειμένω την Καταγγέλλουσα), καθώς και να λαμβάνει όλα τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να διασφαλίζει την πραγματική παραλαβή των προβλεπόμενων εγγράφων από αυτόν. Όπως προέκυψε από τη διερεύνηση της υπόθεσης και ρητά αποτυπώθηκε στην προσβαλλομένη, η Καταγγέλλουσα έλαβε γνώση τόσο του καταλογισμού της ρευματοκλοπής και της σχετικής διαδικασίας εντοπισμού, όσο και της βεβαίωσης του οφειλόμενου ποσού, όχι μέσω της προβλεπόμενης διαδικασίας έγγραφης ενημέρωσης, αλλά κατόπιν δικής της πρωτοβουλίας και επικοινωνίας με τον Διαχειριστή, και μάλιστα μετά τη διακοπή της παροχής ηλεκτροδότησης λόγω μη τακτοποίησης της οφειλής. Αυτή ακριβώς ήταν και η διαπίστωση της Αρχής στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι με την απουσία κάθε ενημέρωσης του Χρήστη κατά την επίσκεψη του τεχνικού στις 07.10.2024 υπάρχει σαφής παραβίαση των υποχρεώσεων του άρθρου 87 τόσο όσον αφορά το στενό πλαίσιο του ελέγχου μετρητή όσο και σε συνδυασμό (μέσω ρητής παραπομπής στο συγκεκριμένο άρθρο) με τα απαιτούμενα του άρθρου 95 κατόπιν της διαπίστωσης της ρευματοκλοπής. Επομένως, ουδεμία αμφιβολία καταλείπεται περί της ορθής αποτύπωσης των υποχρεώσεων που παραβιάσθηκαν, στις οποίες ορθώς και νομοτύπως συμπεριλαμβάνονται αυτές που προκύπτουν από το άρθρο 87 ΚΔΕΔΔΗΕ. Μάλιστα ο ίδιος ο Διαχειριστής (στ. 26, 29, 31, 32 του κειμένου της εξεταζόμενης αίτησης), κατά την προσπάθεια αποδόμησης των αναντίλεκτων πορισμάτων της Αρχής, παλινδρομεί μεταξύ αφενός «ακαταλληλότητας» ενός απλού οπτικού ελέγχου από περιοδικό καταμετρητή να οδηγήσει σε αποτελεσματικό εντοπισμό των όσων τελικώς πράγματι διαπιστώθηκαν κατά τον «εξειδικευμένο» τεχνικό έλεγχο που διενεργήθηκε στις 7.10.2024 11 Ειδοποίηση του Χρήστη, ενημέρωση περί αποτελεσμάτων ελέγχου, συλλογή και ασφαλής φύλαξη στοιχείων και αποδεικτικών. - 26 - αφετέρου της έλλειψης εφοδιασμού του εξειδικευμένου τεχνικού με τα κατάλληλα έγγραφα ενημέρωσης περί των πορισμάτων, που ο ίδιος, όπως μας λέει ο Διαχειριστής, ήταν ο μόνος κατάλληλος να διαπιστώσει. Από τη μία πλευρά ισχυρίζεται ότι ο τεχνικός δεν είχε τα κατάλληλα έγγραφα μαζί του για ενημέρωση - θυροκόλληση κλπ. και από την άλλη πλευρά υποστηρίζει ότι μόνο ο συγκεκριμένος τεχνικός είχε τη δυνατότητα να προβεί στις διαπιστώσεις που προέβη και όχι ο «απλός» κατά τη διενέργεια καταμέτρησης. Όλα τα ανωτέρω που όλως παρελκυστικά και αντιφατικά ισχυρίζεται ο Διαχειριστής, δεν αναιρούν την απόλυτη δέσμευσή του από συγκεκριμένες και πραγματικές υποχρεώσεις κατά το ρυθμιστικό πλαίσιο, ανεξαρτήτως της «κατάρτισης» και του «εφοδιασμού με τα κατάλληλα έγγραφα» του τεχνικού που πραγματοποιεί φυσική μετάβαση σε ένα μετρητή. Η δέσμευση αφορά το Διαχειριστή και περιλαμβάνει την υποχρέωση σε κάθε φυσική μετάβαση να διενεργείται οπτικός έλεγχος του εξοπλισμού προς εντοπισμό παρεμβάσεων12 και να ειδοποιείται κατάλληλα ο ενδιαφερόμενος Χρήστης σύμφωνα με όσα προβλέπονται στα άρθρα 87 και 95 ΚΔΕΔΔΗΕ. Περαιτέρω, ο Διαχειριστής αναφέρεται εκτενώς σε προηγούμενες διαπιστωθείσες ρευματοκλοπές μέσω παράνομων επανασυνδέσεων του επίμαχου μετρητή κατά τα έτη 2016, 2017, 2018 και 2019. Τα σχετικά με τον ισχυρισμό αυτό αναπτύχθηκαν αρκούντως στο πλαίσιο εξέτασης του περιεχομένου της 2ης επιστολή (ίδ. ανωτέρω υπό τμήμα i.4 της παρούσας Ενότητας IV). Επιπροσθέτως, δέον επισημανθεί, όπως επανειλημμένως έχει αναφερθεί τόσο στην προσβαλλομένη όσο και σε έτερες υποθέσεις-αποφάσεις επί ρυθμιστικών παραβάσεων, ότι η Αρχή δεν εξετάζει εάν η καταγγέλλουσα προέβη ή όχι σε ρευματοκλοπή ούτε εάν η παροχή έχει ιστορικό παραβάσεων. Αντιθέτως, εστιάζει στο εάν τηρήθηκαν οι προβλεπόμενες διαδικασίες, ώστε να διασφαλίζεται η δυνατότητα τεκμηρίωσης των προστίμων. Επομένως, οι προκείμενοι ισχυρισμοί αλυσιτελώς προβάλλονται από τον αιτούντα την αναθεώρηση Διαχειριστή. Η ίδια προαναφερθείσα επισήμανση ισχύει και επί των αιτιάσεων του ΔΕΔΔΗΕ περί της εξέτασης της Αρχής από τεχνικής άποψης των υποβληθέντων από τον Διαχειριστή στοιχείων, φωτογραφιών και λοιπών δικαιολογητικών, η οποία εστιάζει στην επάρκεια, καταλληλότητα, ακρίβεια και πληρότητά τους ως αποδεικτικών στοιχείων περί της αθέμιτης παρέμβασης στον μετρητή και περί των υπολογισμών για την εκτίμηση της χρονικής 12 Πρβλ και 461/2025 ΠΠρΑθ, όπου χαρακτηριστικά αναφέρεται : « Εάν πράγματι υπήρχε επέμβαση στον επίδικο μετρητή του ενάγοντος τότε κάποιο από τα συνεργεία της εναγόμενης θα το είχε εντοπίσει[…]» - 27 - έκτασης της ρευματοκλοπής (παρ. 4 -β- , παρ. 6 και παρ. 10 άρθρου 95 ΚΔΕΔΔΗΕ), κατά την αναλογούσα ρυθμιστική υποχρέωση του Διαχειριστή. Τα σχετικά τεχνικά ευρήματα στο βαθμό που συναρτώνται με την ουσία της υπόθεσης, ήτοι την απάντηση στο ερώτημα αν όντως διαπράχθηκε η ρευματοκλοπή από την Καταγγέλλουσα, ουδόλως, όμως, προσδιορίζουν την απόφαση της Αρχής επί Καταγγελίας13, καθόσον αυτό αποτελεί αντικείμενο δικανικής κρίσης βάσει σχετικώς προσδιοριζομένων και προσκομιζόμενων αποδεικτικών στοιχείων. Επομένως, οι κρίσεις της Αρχής επί των σχετικών στοιχείων που αναφέρονται στην προσβαλλομένη αφορούσαν την καταλληλότητα και επάρκεια τους ως αποδείξεων των ευρημάτων της εξεταζόμενης υπόθεσης και φυσικά στηρίχθηκαν στα αποδεικτικά στοιχεία, υπό τη μορφή και τον τύπο που προσκομίστηκαν κατά τη διερεύνηση της υπόθεσης και όχι όπως υποβάλλονται τώρα σε δεύτερο χρόνο με την Αίτηση Αναθεώρησης, οπότε και ανακύπτει και το εύλογο ερώτημα για ποιο λόγο δεν προσκομίστηκαν εξ΄αρχής στη «βελτιωμένη» έκδοσή τους… Ειδικότερα, οι προσκομισθείσες στο φάκελο της προσβαλλομένης φωτογραφίες κρίθηκαν με σαφή αιτιολόγηση στο κείμενο της απόφασης ότι δεν αποτυπώνουν τα ευρήματα του ελέγχου επί του μετρητή. Μάλιστα καταδείχθηκαν οι ελλείψεις στην απεικόνιση και σημειώθηκαν τα στοιχεία που θα καθιστούσαν τις οικείες αποδείξεις πλήρεις και εμπεριστατωμένες. Οι φωτογραφίες επανυποβάλλονται με ορθότερο τρόπο στο φάκελο της παρούσας εξεταζόμενης αίτησης και συνοδευόμενες από υποδειχθέντα στοιχεία (σσ. σχεδιάγραμμα καλωδίωσης), ωστόσο δεν δύνανται να κάμψουν την ορθότητα της κρίσης της Αρχής, υπό τα δεδομένα που αυτή διαμορφώθηκε κατά την έκδοση της προσβαλλομένης. Κατά τον ίδιο τρόπο προσκομίζονται «βελτιωμένα» ή/και διαφοροποιημένα διαγράμματα περί του κριτηρίου της κάμψης της κατανάλωσης κατά το καταλογισθέν χρονικό διάστημα ρευματοκλοπής σε σύγκριση με αυτά που είχαν υποβληθεί από τον Διαχειριστή στο φάκελο της προσβαλλομένης, επί των οποίων η Αρχή κατέληξε με την Ε-238/2025 ΡΑΑΕΥ ότι δεν είναι συγκρίσιμα, στερούνται τεκμηρίωσης και δεν αποτυπώνουν σε όλες τις απεικονίσεις τις καταναλώσεις της παροχής μετά την αντικατάσταση. 13 κατά την οποία διερευνώνται μόνο οι παραβάσεις ρυθμιστικού πλαισίου των ενεργειακών επιχειρήσεων (άρθρο 34 του Νόμου). - 28 - Ο Διαχειριστής αντιτείνει ότι : «τα ευρήματά μας για την διαπίστωση της ρευματοκλοπής και της μεταβολής της καταγραφόμενης κατανάλωσης μετά την αντικατάσταση του μετρητή της παροχής βασίζονται σε διαγράμματα και πίνακες ενδείξεων που παρουσιάζουν τους μέσους όρους ημερήσιας κατανάλωσης ημέρας, νύχτας, τις ετήσιες καταναλώσεις, τον μέσο όρο ημερήσιας κατανάλωσης ετήσιων καταναλώσεων και την τηλεμετρούμενη παροχή (σχετικά 5, 6, 7, 8 και 9).», πλην όμως, δέον επισημανθεί ότι οι καμπύλες που παρουσιάζονται στα σχετικά 5,6,7, και 8 δεν είναι αυτά το οποία κατατέθηκαν στην Αρχή με τις απόψεις του Διαχειριστή (σχετ. 11). Συγκεκριμένα με τις ανωτέρω απόψεις, κοινοποιήθηκαν τα κάτωθι διαγράμματα: - 29 - Ενώ με την Αίτηση Αναθεώρησης, υποβλήθηκαν τα κάτωθι : Σχετικό 5 - 30 - Σχετικό 6 Σχετικό 7 Σχετικό 8 - 31 - Όπως προκύπτει, ορισμένα εκ των νεότερων υποβληθέντων διαγραμμάτων απεικονίζουν κοινή καταναλωτική πορεία με τα υποβληθέντα στο φάκελο της προσβαλλομένης. Ωστόσο : - Δεν παραδόθηκαν σε επεξεργάσιμη μορφή ή με συνοδεία αρχείων δεδομένων (π.χ. .csv ή .xlsx), ώστε να είναι εφικτή η ανάλυσή τους και Τα συνυποβληθεντα στο σχετικό 11 : (α) δεν ήταν σαφές τι απεικόνιζαν. (β) Δεν είχαν τα ίδια σημεία αναφοράς (ημερολογιακά) ούτε την ίδια κλίμακα στον άξονα Ψ (π.χ. στα γραφήματα σωρευτικών καταναλώσεων). (γ) Ορισμένα γραφήματα δεν ήταν καν αναγνώσιμα (δ) Δεν απεικόνιζαν την κατανάλωση μετά την αντικατάσταση του μετρητή. Επομένως παραμένει ισχυρή η κρίση της Αρχής που διατυπώθηκε στην Ε-238/2025 απόφασή της περί αδυναμίας τεκμηρίωσης της πράξης κατά παράβαση των προβλέψεων του άρθρου 95 του Κώδικα Διαχειριστής και των σχετικών διατάξεων του Εγχειριδίου Ρευματοκλοπών. Κατόπιν όλων αυτών, ο εξεταζόμενος 3ος λόγος αναθεώρησης κρίνεται απορριπτέος. Δ. Επί του 4ου και του 5ου λόγου : Ενδείκνυται συνεξέταση των δύο λόγων προς αποφυγήν σύγχυσης και επαναλήψεων, καθώς τόσο οι ισχυρισμοί υποστήριξής τους από πλευράς ΔΕΔΔΗΕ όσο και το σκεπτικό αξιολόγησής τους από την Αρχή τίθενται επί μίας ενιαίας και για τους δύο λόγους βάσης, ήτοι της επαγόμενης από την πλευρά της Αιτούσας λανθασμένης κρίσης της Αρχής ως προς την επιμέτρηση του προστίμου και ως προς την εκτίμηση των κριτηρίων που οδήγησαν στην επιβολή του. 1. Η ΡΑΑΕΥ κατά την έκδοση της προσβαλλόμενης, συναξιολόγησε τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούσαν το περιεχόμενο της εξεταζόμενης καταγγελίας της κας [__] και ακολούθως εξέδωσε την προσβαλλόμενη, επί τη βάσει των οριζομένων στις διατάξεις - 32 - του άρθρου 36 του Νόμου και ιδίως στην παρ. 2 αυτού κριτηρίων14, με συνιστώσες, αφενός την αρχή της αναλογικότητας, αφετέρου τη στάθμιση των καταλογισθεισών παραβάσεων. Ήτοι, κατά τις διαπιστώσεις της προσβαλλομένης : 1.παραβίαση των υποχρεώσεων εφαρμογής της διαδικασίας του ά. 95 ΚΔΕΔΔΗΕ - με έμφαση στις παρ. 2, 4, 12, 13 και 16 - ως προς τις προϋποθέσεις και τα στάδια ενεργειών κατά τη διαπίστωση ρευματοκλοπής και την συνεπή ενημέρωση του καταλογιζόμενου χρήστη, καθώς και των αντίστοιχων όμοιου περιεχομένου διατάξεων του Εγχειριδίου Ρευματοκλοπών και των αρχών της αποτελεσματικότητας και διαφάνειας ενεργειών ως προς τον εντοπισμό και την αποτροπή ρευματοκλοπών - άρθρα 5, 6 παρ. 2. 8, 11 και 13 του Εγχειριδίου, 2. μη συνεπής τήρηση της υποχρέωσης εκ του άρθρου 87 ΚΔΕΔΔΗΕ για προηγούμενη ειδοποίηση του χρήστη κατά την εκτέλεση οποιασδήποτε εργασίας στον μετρητή του και 3. παραβίαση των οριζομένων στο ά. 27 του Νόμου για πλήρη, κατάλληλη και αληθή ενημέρωση της Αρχής κατά τη διερεύνηση υποθέσεων, με αποτέλεσμα οι ενέργειες ή παραλείψεις οφειλόμενης ενέργειας να αντίκεινται στα προβλεπόμενα στις διατάξεις του ν. 4001/2011 και των πράξεων που εκδίδονται κατ' εξουσιοδότηση του15. Κατά συνέπεια με βάση πλήρως θεμελιωμένες κρίσεις της Αρχής επί όλων των κρίσιμων στοιχείων, τα οποία αναφέρθηκαν αναλυτικά στο σκεπτικό της προσβαλλομένης και σε συνδυασμό με διεξοδική παράθεση των αντίστοιχων διατάξεων, διαπιστώθηκε όλως τεκμηριωμένα η μη συμμόρφωση του Διαχειριστή στη διαδικασία που οφείλει να τηρεί βάσει πλαισίου προκειμένου για την νομιμότητα των ενεργειών του και ότι κατά την κρινόμενη υπόθεση διαπίστωσης ρευματοκλοπής έχει υποπέσει σε σφάλματα και παρατυπίες, που αναπτύχθηκαν στην Ενότητα III της προσβαλλομένης με αντίστοιχη σημείωση της διάταξης που πλήττεται από την εκάστοτε επισημασμένη ενέργεια. Όπως επαρκώς σημειώθηκε στην προσβαλλομένη, το ύψος του προστίμου είναι ανάλογο με τη βαρύτητα και τη συχνότητα της παράβασης. Σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 36 του Νόμου, για τον προσδιορισμό και την επιμέτρηση του ύψους των προστίμων που επιβάλλονται, λαμβάνονται υπόψη, κατά περίπτωση από τη ΡΑΑΕΥ, ιδίως τα ακόλουθα κριτήρια: α) η σοβαρότητα, η συχνότητα και η διάρκεια της παράβασης, β) η επίπτωση της 14 Όπως η παράγραφος αυτή διαμορφώθηκε/τροποποιήθηκε με την παρ.4 Άρθρο 2 Νόμου 4643/2019 με ισχύ την 3/12/2019, κατισχύοντας επί της παλαιότερης υπ’ αριθμ 366Α/2013 σχετικής Απόφασης τής Αρχής αναφορικά με τη «μεθοδολογία προσδιορισμού του ύψους των προστίμων» και άμεσα εφαρμοζομένη από τη ΡΑΑΕΥ εν αναμονή νεότερης απόφασης της Αρχής - κατ΄εξουσιοδότηση της ίδιας παραγράφου - προκειμένου για την επικαιροποίηση/εξειδίκευση της μεθοδολογίας και των επί μέρους κριτηρίων των προστίμων και εν γένει διοικητικών κυρώσεων, όπως απαιτείται. 15 όπως ρητά προβλέπεται στο άρθρο 36 του Νόμου, ως προϋπόθεση εφαρμογής του. - 33 - παράβασης στην εύρυθμη λειτουργία της αγοράς, γ) ο βαθμός ευθύνης του υπεύθυνου για την παράβαση προσώπου, δ) η χρηματοοικονομική ευρωστία του υπεύθυνου για την παράβαση προσώπου, η) οι ανάγκες της ειδικής και γενικής πρόληψης, θ) τυχόν προηγούμενες παραβάσεις, ι) τα μέτρα που έχουν ληφθεί για την αποτροπή τυχόν επανάληψης της παράβασης. Η διαπίστωση από τη ΡΑΑΕΥ της παράβασης του θεσμικού πλαισίου από τη ΔΕΔΔΗΕ Α.Ε. μέσω της αναλυτικής ανάπτυξης εκάστης παράβασης στο σκεπτικό της προσβαλλομένης, αποτέλεσε το θεμέλιο της τεκμηριωμένης ανάλυσης των κριτηρίων για την επιβολή κυρώσεων και ειδικότερα της σοβαρότητας, συχνότητας, διάρκειας και βαρύτητας των παραβάσεων. Επισημάνθηκε δεόντως ότι η πλημμελής άσκηση των αρμοδιοτήτων του Διαχειριστή πλήττει ευθέως θεμελιώδη δικαιώματα του καταναλωτή που είναι ο αποδέκτης των ενεργειών και παραλείψεων, η δε ορθή τήρηση της προβλεπόμενης διαδικασίας διαπίστωσης ρευματοκλοπών, όπως επίσης και οι ίδιες οι κατηγορίες ρευματοκλοπών αφορούν την ορθή λειτουργία των Δικτύων Διανομής Ενέργειας, καθώς επηρεάζουν τόσο το προβλεπόμενο εγκεκριμένο έσοδο των διαχειριστών, το επίπεδο της ποιότητας εξυπηρέτησης, το επίπεδο ποιότητας του ίδιου του δικτύου και τον πραγματικό συντελεστή τεχνικών απωλειών δικτύων. Κρίθηκε, δε, ως ιδιάζουσας σοβαρότητας η μη τήρηση της προβλεπόμενης διαδικασίας καθώς η διαπίστωση πράξης που μπορεί να συνιστά αξιόποινη και ποινικά κολάσιμη συμπεριφορά του καταναλωτή16 πρέπει να θεμελιώνεται σε νόμιμα συγκεντρωθέντα στοιχεία και αποδεικτικά μέσα, τηρουμένων των σχετικών διαδικασιών, σύμφωνα με τις επιταγές της χρηστής διοίκησης και της αρχής της νομιμότητας. Περαιτέρω, αναδείχθηκε ότι η απόκρυψη στοιχείων από την Αρχή θέτει ζήτημα παρακώλυσης της άσκησης αρμοδιότητάς της που αποβλέπουν στη διασφάλιση δημοσίου συμφέροντος. Επί πλέον, στην προσβαλλομένη αιτιολογούνται επαρκώς και με σαφήνεια τα κριτήρια του βαθμού ευθύνης του παραβάτη, της ανάγκης ειδικής και γενικής πρόληψης, του βαθμού συνεργασίας και τυχόν προηγούμενες παραβάσεις. Ειδικά όσον αφορά το βαθμό συνεργασίας, καταδείχθηκε η ισχνή ανταπόκριση του Διαχειριστή στις οχλήσεις της Αρχής άλλοτε με ελλειμματικές απαντήσεις και άλλοτε με απουσία απάντησης, γνώση που έχει αποκομίσει η ΡΑΑΕΥ από τις υπεράριθμες υποθέσεις παραπόνων και καταγγελιών 16 Πρβλ και 461/2025 ΠΠρΑθ και 69/2025 ΜονΠρωτΡοδόπης - 34 - καταναλωτών κατά του ΔΕΔΔΗΕ, που έχει κληθεί να διαχειριστεί. Όπως όμως δόκιμα υπογραμμίσθηκε, το κριτήριο αυτό ελήφθη υπόψη διακριτά για την προσμέτρηση του προστίμου βάσει του άρθρου 27 του νόμου 4001/2011. Περαιτέρω, ως προς τη συστηματικότητα της παράβασης, στην προσβαλλομένη γίνεται λόγος περί της εν εξελίξει διαδικασίας συλλογικής εξέτασης από την Αρχή της συμπεριφοράς του Διαχειριστή ως προς τα ζητήματα της συστηματικότητας στην παραβίαση πλαισίου, δεδομένου ότι η ΡΑΑΕΥ έχει εκδώσει κατά το πρόσφατο παρελθόν αριθμό αποφάσεων με τις οποίες διαπιστώνεται ασυνεπής τήρηση των υποχρεώσεων της ΔΕΔΔΗΕ Α.Ε., ως Διαχειριστή Δικτύου, κατά την εφαρμογή τής κατά το άρθρο 95 ΚΔΕΔΔΗΕ διαδικασίας και κατά τούτο επισημάνθηκε στην προσβαλλομένη ότι το εν λόγω κριτήριο δεν προσμετράται κατά την επιβολή προστίμου επί της κρινόμενης υπόθεσης. Όπως προκύπτει από όλα τα ανωτέρω, η προσβαλλόμενη απόφαση περιλαμβάνει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολόγηση της εφαρμογής των κριτηρίων που ισχύουν επί της επιβολής προστίμου, των παραμέτρων που ελήφθησαν υπόψη σχετικά με τις επιπτώσεις στην αγορά ενέργειας, τις τυχόν ελαφρυντικές περιστάσεις καθώς και την αρχή της αναλογικότητας. Στο Κεφάλαιο ΙV της προσβαλλόμενης απόφασης, όλα τα ανωτέρω καλύπτονται με σαφήνεια και πληρότητα. Στη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 36 του ν. 4001/2011 ρητά ορίζεται ως βάση αναφοράς για την επιβολή προστίμου ο ετήσιος κύκλος εργασιών του καθ’ ου η επιβολή. Σύμφωνα με την υπ’ αριθ. 121Α/2017 Απόφαση ΡΑΕ, η Αρχή ενέκρινε τις Αρχές και τους Κανόνες των λογιστικά διαχωρισμένων Οικονομικών Καταστάσεων των δραστηριοτήτων της ΔΕΔΔΗΕ Α.Ε., σύμφωνα με την οποία ο Διαχειριστής του ΕΔΔΗΕ οφείλει να τηρεί διακριτούς λογαριασμούς για τη δραστηριότητα της διαχείρισης του δικτύου διανομής για τα απομακρυσμένα μικροδίκτυα και τα Μη Διασυνδεδεμένα Νησιά, από τις λοιπές δραστηριότητες της εταιρείας, προκειμένου να αποφεύγονται οι διακρίσεις, οι σταυροειδής επιδοτήσεις και οι στρεβλώσεις του ανταγωνισμού. Καταλήγοντας στην επιβολή του προστίμου βάσει του μέγιστου, νομοθετικά οριζόμενου, προστίμου που μπορεί να επιβληθεί στην επιχείρηση, ήτοι 10% του ετήσιου κύκλου εργασιών της, ανάλογα με τη σοβαρότητα και τη συχνότητα της παράβασης, η ΡΑΑΕΥ προσδιόρισε το πρόστιμο επί των πιο πρόσφατων, κατά τον κρίσιμο χρόνο λήψης της απόφασης, δημοσιευμένων οικονομικών καταστάσεων της ΔΕΔΔΗΕ Α.Ε., που αφορούν στο έτος 2024. - 35 - Ως εκ τούτου νομίμως, επέβαλε πρόστιμο στον Διαχειριστή ύψους σαράντα χιλιάδων ευρώ (40.000 €), το οποίο είναι εύλογο (κείται εντός του ανωτάτου ορίου του 10% του κύκλου εργασιών του Διαχειριστή) και - λαμβάνοντας υπόψη τα νομικά και πραγματικά δεδομένα που σχετίζονται με τις ως άνω καταλογισθείσες πράξεις και παραλείψεις- είναι αντίστοιχο της σοβαρότητάς τους, ενώ παράλληλα το επιβαλλόμενο πρόστιμο αποσκοπεί και επιτυγχάνει, κατά την κρίση της Αρχής, το αναγκαίο αποτρεπτικό αποτέλεσμα, εφόσον κατά τη θεμελιωμένη γνώση της Αρχής έχει καταγραφεί πολλαπλή υποτροπή του Διαχειριστή στην «διαχείριση» παρομοίων καταστάσεων αναφορικά με ζητήματα ρευματοκλοπής. Στην προσβαλλομένη γίνεται ιδιαίτερη αναφορά ως διακριτή παράβαση και ως επιβαρυντική περίπτωση επί της υπό κρίση υπόθεσης, η απόκρυψη από την Αρχή εκ μέρους του Διαχειριστή της πληροφορίας περί της επιστροφής - ως μη παραδοθείσας - της επιστολής ενημέρωσης, επομένως (η απόκρυψη) της άγνοιας του Χρήστη περί του καταλογισμού οφειλών, η οποία και καθιστά μη νόμιμη, ως εκ τούτου, τη διακοπή ηλεκτροδότησης λόγω οφειλών από ρευματοκλοπή. Η τελευταία αυτή προβληματική συμπεριφορά του Διαχειριστή (βλ. Ενότητα III στ. 4 της προσβαλλομένης), η διαπίστωση της οποίας ουδόλως επηρεάζεται από την πολύ μεταγενέστερη «2η επιστολή» του Διαχειριστή, όπως επαρκώς αναπτύχθηκε ανωτέρω, αποτελεί αυτοτελώς προβλεπόμενη παράβαση και καλεί για τον συνυπολογισμό, κατά την επιβολή κυρώσεων, της κύρωσης (προστίμου) βάσει του άρθρου 27 του Νόμου, με αναγωγή στην παρ. α) της παρ. 3 του άρθρου 38 ν. 3959/2011, στο οποίο αυτό παραπέμπει. Η κατά γράμμα εφαρμογή της διάταξης καλεί για επιβολή προστίμου με βάση τις ημέρες μη συμμόρφωσης, που εν προκειμένου υπολογίζονται από την απάντηση του Διαχειριστή που σηματοδότησε την απόκρυψη (υπ΄αριθμ. πρωτ. ΡΑΑΕΥ I- 401394_04.09.2025 έγγραφο ΔΕΔΔΗΕ σχετ. 11), μέχρι την έκδοση της προσβαλλομένης απόφασης – «με ανώτατο όριο το 3% [αυτού] του κύκλου εργασιών»17. Ωστόσο, η ΡΑΑΕΥ, εξ επιεικείας ορμώμενη, υπολόγισε μειωμένο πρόστιμο για τον καταλογισμό της παράβασης του άρθρου 27 του Νόμου, ανερχόμενο στο ποσό των 80.000 € και υπολειπόμενο κατά πολύ του πραγματικού ύψους που θα προέκυπτε με εγγύτερη εφαρμογή των οικείων ρυθμίσεων της παρ. 2 του εν λόγω άρθρου. 2. Η προσφεύγουσα, ΔΕΔΔΗΕ Α.Ε., ισχυρίζεται ότι το πλέγμα των κυρώσεων που προβλέπει το άρθρο 36 του Νόμου «ουδόλως αποκλείει την επιβολή έτερων, λιγότερο 17 πρβλ. υποσημείωση 1 - 36 - επαχθών, διοικητικών κυρώσεων, όπως η σύσταση, κύρωση η οποία άλλωστε έχει συχνά στο παρελθόν χρησιμοποιηθεί από την Αρχή [Σας] στο πλαίσιο εξέτασης καταγγελιών του άρθρου 34 του ν. 4001/2011, όπως και στην περίπτωση και της προσβαλλομένης». Ισχυρίζεται επομένως ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι τουλάχιστον εριζόμενης νομιμότητας και μη αναλογική ως προς την διακριτική ευχέρεια που διέθετε η Αρχή για την επιβολή λιγότερο επαχθών διοικητικών κυρώσεων. Η επίκληση της (μη) αναλογικότητας από τον Αιτούντα Διαχειριστή καταλαμβάνει περαιτέρω αφενός τη διαδικασία επιβολής της σχετικής κύρωσης αφ΄ετέρου και το ύψος του προστίμου, που ανέρχεται εν το συνόλω σε εκατόν είκοσι χιλιάδες ευρώ (120.000 €, ήτοι 40.000€ και 80.000€, όπως κατά τα προλεχθέντα επιμερίστηκε για τις διαπιστωθείσες παραβάσεις), παραπέμπει, δε, στις έννοιες του μέτρου, του ορθολογισμού και της ισορροπίας κατά την επιβολή κυρώσεων, δεδομένου ότι η ΡΑΑΕΥ κατά την άσκηση της διακριτικής της ευχέρειας, εξακολουθεί να δεσμεύεται από το δίκαιο. Ωστόσο, και με βάση όλα όσα έχουν προαναφερθεί, η διοικητική αρχή προσέδωσε τη δέουσα σημασία και εξέτασε τη βαρύτητα της παράβασης, την ενδεχόμενη υποτροπή του διοικουμένου και τις συνθήκες τέλεσης της πράξης, μεριμνώντας να αιτιολογήσει ειδικά την κρίση της, επομένως ο σχετικός επικαλούμενος ισχυρισμός κρίνεται αβάσιμος. Άλλωστε, όπως παγίως έχει γίνει δεκτό τα σχετικά κριτήρια επιμέτρησης της κύρωσης μπορεί να προβλέπονται από το νομοθέτη, όπως εν προκειμένω, ή να συνάγονται από τον ίδιο το δικαστή κατά την ερμηνευτική διαδικασία της κείμενης νομοθεσίας «ενόψει της αρχής της αναλογικότητας» . Χαρακτηριστικά αναφέρεται η απόφαση του ΣτΕ 1249/2010 σύμφωνα με την οποία «οι νομίμως επιβαλλόμενοι περιορισμοί των ατομικών δικαιωμάτων πρέπει να πληρούν τα ακόλουθα τρία κριτήρια, να είναι α) κατάλληλοι, ήτοι πρόσφοροι για την πραγμάτωση του επιδιωκόμενου σκοπού, β) αναγκαίοι, ήτοι να συνιστούν μέτρο το οποίο, σε σχέση με άλλα μέτρα που μπορεί να ληφθούν, επάγεται τον ελάχιστο δυνατό περιορισμό για τον ιδιώτη ή το κοινό, και γ) εν στενή εννοία αναλογικοί, να τελούν δηλαδή σε εύλογη σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό, ώστε η αναμενόμενη ωφέλεια να μην υπολείπεται της βλάβης που προκαλούν». Με την προσβαλλόμενη απόφασή της, η Αρχή έκρινε ότι οι τελεσθείσες από τον Διαχειριστή παραβάσεις είναι ιδιάζουσας ρυθμιστικής σοβαρότητας, διότι αποτελούν ευθεία παραβίαση κείμενων, σαφών κανονιστικών διατάξεων, και είχαν ως αποτέλεσμα να πλήττονται θεμελιώδη δικαιώματα του καταναλωτή αλλά και η ορθή λειτουργία του Δικτύου Διανομής Ενέργειας. Περαιτέρω, αναδείχθηκε κατηγορηματικά ότι η απόκρυψη στοιχείων από την - 37 - Αρχή δημιουργεί ζητήματα παρακώλυσης της άσκησης αρμοδιότητάς της που αποβλέπουν στη διασφάλιση δημοσίου συμφέροντος. Ενόψει προεχόντως της φύσεως και της σοβαρότητας των παραβάσεων, οι οποίες μάλιστα καταδείχτηκε ότι δεν αποτελούν μεμονωμένη περίπτωση, προκύπτει αναντίλεκτα ότι το πρόστιμο θα πρέπει να είναι ανάλογο των παραγόντων αυτών. Παρότι οι παραβάσεις αντικειμενικώς ήταν και σοβαρές και με σοβαρότατες επιπτώσεις, όπως αναφέρεται αιτιολογημένα στην προσβαλλόμενη, η ΡΑΑΕΥ έκρινε επιεικώς την προσφεύγουσα ΔΕΔΔΗΕ Α.Ε. και επέβαλε πρόστιμο που θεωρείται μηδαμινό συγκρινόμενο με το δυνάμενο να επιβληθεί. Είναι χαρακτηριστικό να αναφερθεί ότι το επιβληθέν συνολικό πρόστιμο, ανερχόμενο σε ποσοστό πέριξ του 0,0034%, αναφορικά με τις παραβάσεις ΚΔΕΔΔΗΕ και σε ποσοστό 0,0067% περίπου, αναφορικά με την παράβαση του άρθρου 27 Ν. 4001/2011, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι αγγίζει ούτε καν τα ευλόγως αναμενόμενα κατώτερα όρια προβλεπόμενων κυρώσεων, αν αναλογιστεί κανείς ότι οι αντίστοιχες διατάξεις προβλέπουν ανώτατο όριο 10% και 3% (και μάλιστα 3% για κάθε ημέρα παράβασης !!) αντίστοιχα επί του ετήσιου κύκλου εργασιών του παραβάτη! Η σχετική δε κρίση της Αρχής περί επιμετρήσεως του προστίμου δεν κλονίζεται ούτε από τον προβαλλόμενο, όλως αβασίμως, ισχυρισμό του αιτούντος την αναθεώρηση Διαχειριστή περί της δήθεν κρισιμότητας της περίφημης «2ης επιστολής» που αποφάσισε να αποστείλει «την τελευταία στιγμή» και με διαφορά δύο και πλέον μηνών από την 1η κανονική και τακτή απάντηση, όπως αναλυτικά αναπτύσσεται στο σημείο (
- i)της παρούσας Ενότητας (IV). Η ΡΑΑΕΥ συνεκτίμησε, αφενός, προς εξασφάλιση της αποτελεσματικότητας και της αποτρεπτικότητας της κύρωσης, εντός του πλαισίου της αρχής της αναλογικότητας, τον σκοπό του προστίμου, ο οποίος συνίσταται στην καταστολή της παράνομης συμπεριφοράς και στην πρόληψη επαναλήψεώς της και αποβλέπει, μεταξύ άλλων, στην προστασία των καταναλωτών, στην εύρυθμη λειτουργία της ενεργειακής αγοράς υπό συνθήκες ασφάλειας εφοδιασμού και υγιούς ανταγωνισμού, αφετέρου, τη σοβαρότητα και τη συχνότητα της διαπιστωθείσας παράβασης (ΣτΕ 1970/2019, 1105/2018, 2774/2014). Εξάλλου, με το άρθρο 36 του Νόμου καθιερώνεται δέσμη κριτηρίων για την επιλογή του είδους και της επιμέτρησης των διοικητικών κυρώσεων, στη ΡΑΑΕΥ, δε, απόκειται, στο πλαίσιο της απονεμομένης σε αυτήν από το νόμο αρμοδιότητας για επιβολή των εν λόγων κυρώσεων, να σταθμίσει τα ως άνω κριτήρια και να προσδώσει, κατά περίπτωση, βαρύτητα σε ορισμένο ή ορισμένα από αυτά. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης, η Αρχή έλαβε υπόψη για την επιλογή του είδους και του ύψους της - 38 - διοικητικής κύρωσης όλα τα αναφερόμενα στη διάταξη κριτήρια, τα οποία αποτελούν νόμιμα κριτήρια, επί τη βάσει των οποίων η ΡΑΑΕΥ δύναται να επιλέγει το είδος και να καθορίζει το ύψος της προσήκουσας στην κάθε περίπτωση διοικητικής κύρωσης (ΣτΕ 727/2018, 4044/2008, 619/2010) και τα οποία αιτιολόγησε επαρκώς και εμπεριστατωμένα, τεκμηριώνοντας πλήρως τη βαρύτητα και τη συχνότητα της παράβασης. Από τα ανωτέρω καθίσταται προφανής η εσφαλμένη επίκληση της παραβίασης της αρχής αναλογικότητας, λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι είναι αδιαμφισβήτητη, η εξάντληση κάθε δυνατότητας επιείκειας από την Αρχή, στο μέτρο που είχε να κρίνει περί συμμόρφωσης προς τις ρητώς προβλεπόμενες υποχρεώσεις του Διαχειριστή που συνδέονται άρρηκτα με ικανοποίηση επιτακτικών σκοπών δημοσίου συμφέροντος. Το ύψος του επιβληθέντος προστίμου ανερχόμενου (συνολικά) μόλις στο 0,010% περίπου του ετήσιου κύκλου εργασιών της αιτούσας, ο οποίος ανερχόταν για το 2024 σε 1.177 εκ. ευρώ, δεν θα μπορούσε σε καμία περίπτωση να υποστηριχθεί βασίμως ότι επηρεάζει ουσιωδώς την οικονομική επιβίωση της εταιρείας, δεν προσκρούει στην αρχή της αναλογικότητας, όπως αβασίμως προβάλλεται με την Αίτηση Αναθεώρησης (κατά πάγια νομολογία, βλ. ενδεικτικά ΣτΕ 1089/2018, 610/2018, 535/2018, 2878/2016, 4060/2010). Αντιθέτως, η σοβαρότητα και συχνότητα της παράβασης θα έπρεπε να επισύρουν πολύ υψηλότερες κυρώσεις. 3. Περαιτέρω προβάλλεται στην υπό κρίση αίτηση ότι κατά την έκδοση της προσβαλλομένης δεν τηρήθηκαν οι αρχές της σαφήνειας και της προβλεψιμότητας. Όπως έχει ήδη καταδειχθεί, στην προσβαλλόμενη διατυπώνονται με σαφήνεια οι εφαρμοστέες διατάξεις και τα κρίσιμα για την συγκεκριμένη περίπτωση πραγματικά περιστατικά, η δε νομική ερμηνεία και υπαγωγή διατυπώνεται με ακρίβεια και σαφήνεια στο σώμα της απόφασης. Σε αντίθεση με την προσφεύγουσα, η οποία καταφεύγει σε υποθετικές νοητικές κατασκευές και εκτενή λεκτική επιχειρηματολογία περί των υποχρεώσεων της Αρχής προκειμένου να αποπροσανατολίσει από την πραγματικότητα των ρυθμιστικών παραβάσεών της, η ΡΑΑΕΥ, στην προσβαλλόμενη απόφαση, εκθέτει με σαφήνεια και συγκεκριμένα το νομικό έρεισμα της πράξης, την ερμηνεία των διατάξεων επί τη βάσει των οποίων εξέδωσε την πράξη, τη διαπίστωση συνδρομής των νόμιμων προϋποθέσεων για την έκδοση της πράξης, την ουσιαστική εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών που συνθέτουν το ιστορικό της ένδικης διαφοράς, τον νομικό τους χαρακτηρισμό, τις σκέψεις και τα κριτήρια σχετικά με την άσκηση της διακριτικής της ευχέρειας. - 39 - Επί πλέον, οφείλει να επισημανθεί ότι και το πλέγμα των διατάξεων, που διαπιστώνεται ότι έχουν παραβιασθεί, διακρίνονται από σαφήνεια και κανονιστική πληρότητα, καθορίζουν δε επακριβώς τη συμπεριφορά που οφείλει να τηρείται. Στην προκείμενη περίπτωση της κριθείσας με την προσβαλλομένη υπόθεσης, αφενός τα ζητήματα συνεργασίας του Διαχειριστή με την Αρχή, του καθήκοντος αληθείας και της πληρότητας των παρεχόμενων πληροφοριών ορίζονται με σαφήνεια εκ των προτέρων μέσω των ρητώς και κατηγορηματικώς προβλεπόμενων υποχρεώσεων του άρθρου 27 του Νόμου, αφετέρου, το κείμενο κανονιστικό και ρυθμιστικό πλαίσιο περιγράφει με σαφήνεια και πληρότητα όλες τις διαδικασίες και ρυθμιστικές υποχρεώσεις που οφείλει να τηρεί ο Διαχειριστής, κατά την άσκηση των καθηκόντων και της δραστηριότητάς του. Συναφώς, σε περίπτωση ρυθμιστικής παράβασης προβλέπεται, ρητώς και με σαφήνεια, στο άρθρο 36 του Νόμου, η δυνατότητα επιβολής διοικητικών κυρώσεων, η οποία συνιστά αρμοδιότητα του Ρυθμιστή, θεμελιώδη για την εκπλήρωση της αποστολής του (βλ. και Οδηγίες 2009/72/ΕΚ, 2019/944 κλπ.). Με τη διάταξη του άρθρου 36 παρ.1 του Νόμου, θεσπίζεται πλήρης, σαφής και ολοκληρωμένη ρύθμιση, για την επιβολή της διοικητικής κύρωσης του προστίμου, μεταξύ άλλων και σε βάρος των διαχειριστών των Δικτύων Διανομής ηλεκτρικής ενέργειας, σε περίπτωση παράβασης των διατάξεων του ίδιου ν. 4001/2011 και των πράξεων που εκδίδονται κατ’ εξουσιοδότησή του ή τους όρους των χορηγηθεισών σε αυτούς αδειών (ΣτΕ 851/2020) και συνακόλουθα σε περίπτωση παράβασης των ρητώς μνημονευθεισών διατάξεων του άρθρου 27 του Νόμου και των άρθρων 87 και 95 του ΚΔΕΔΔΗΕ και του Εγχειριδίου Ρευματοκλοπών. Υπό τα δεδομένα αυτά, ήταν επαρκώς προβλέψιμο για την προσφεύγουσα ότι, οι διαγνωσθείσες παραβιάσεις επισύρουν την επιβολή διοικητικής κύρωσης, κατά τα οριζόμενα στις εφαρμοσθείσες διατάξεις του Νόμου (91/2023 ΔΕφΑθ, αιτιολογικές σκέψεις 22-24). Ως έπεται εκ των ανωτέρω, τα προβαλλόμενα στην Αίτηση Αναθεώρησης περί δήθεν αντίθεσης της προσβαλλομένης προς τις αρχές της σαφήνειας και προβλεψιμότητας πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα. Με τα ανωτέρω δεδομένα, η ΡΑΑΕΥ νομίμως και επαρκώς αιτιολόγησε την κρίση της για την επιβολή της κύρωσης και τον καθορισμό του ύψους του προστίμου στο ως άνω ποσό, μέσα στα όρια του νόμου. Κατά τούτο και οι συνεξετασθέντες 4ος και 5ος λόγοι αναθεώρησης απορρίπτονται, ως μη ερειδόμενοι σε νόμιμη βάση. - 40 - Για όλους τους παραπάνω λόγους Αποφασίζει Την απόρριψη της υπ’ αριθμ. πρωτ. ΡΑΑΕΥ Ι-409707/26.01.2026 Αίτησης Αναθεώρησης της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΔΙΚΤΥΟΥ ΔΙΑΝΟΜΗΣ ΗΛΕΚΤΡΙΚΗΣ ΕΝΕΡΓΕΙΑΣ Α.Ε.» με διακριτικό τίτλο «ΔΕΔΔΗΕ Α.Ε.» κατά της υπ’ αριθμ. Ε-238/2020 Απόφασης της Αρχής. Αθήνα, 2.04.2026 Ο Αντιπρόεδρος του Κλάδου Ενέργειας της ΡΑΑΕΥ Δημήτριος Φούρλαρης Η απόφαση αυτή κοινοποιείται στην Αιτούσα και αναρτάται στην ιστοσελίδα της ΡΑΑΕΥ και στο πρόγραμμα «Διαύγεια» και δύναται να προσβληθεί σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 33 του ν. 4001/2011, ως ισχύει. - 41 -