← Ελλάδα

Ανακοίνωση της ΡΑΕ: Δημόσια Διαβούλευση για τον νέο Κανονισμό Διαιτησίας της ΡΑΕ

Η ΡΑΕ, έχοντας αποκτήσει επαρκή εμπειρία στην εφαρμογή της διαδικασίας διαιτητικής επίλυσης διαφορών σε εφαρμογή του άρθρου 37 του ν. 4001/2011, και με γνώμονα την αποτελεσματικότερη ανταπόκριση στο αίτημα για ταχύτερη επίλυση των διαφορών του ενεργειακού τομέα από εξειδικευμένα δικαιοδοτικά όργανα θέτει σε δημόσια διαβούλευση νέο Κανονισμό Διαιτησίας. Η ανάγκη για τη βελτίωση του υφιστάμενου Κανονισμού Διαιτησίας βασίζεται τόσο στην ταχεία μεταρρύθμιση του ενεργειακού συστήματος της χώρας στην οποία οφείλουν να ανταποκρίνονται και να προσαρμόζονται οι διαδικασίες διαπραγμάτευσης και επίλυσης διαφορών, όσο και στη βελτίωση της ενεργειακής διαιτησίας με στόχο την ταχεία διεκπεραίωση και την αποτελεσματική διαχείριση των διαιτητεύσιμων υποθέσεων. Ειδικότερα, υπό το πλαίσιο που θέτει το άρθρο 37 ν. 4001/11, ακολουθήθηκαν τα επιτυχή διεθνή πρότυπα και ενσωματώθηκαν τα πλέον επίκαιρα επιστημονικά διδάγματα, προκειμένου να επανεκκινήσει η μόνιμη διαιτησία της ΡΑΕ, ώστε να καταστεί αξιόπιστη εναλλακτική στην απονομή της δικαιοσύνης, στοχευμένα προσαρμοσμένη στα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των ενεργειακών διαφορών. Οι ενδιαφερόμενοι καλούνται να υποβάλλουν τις απόψεις τους στη ΡΑΕ με ηλεκτρονική επιστολή στη διεύθυνση info@rae.gr. Μετά τη λήξη της παρούσας δημόσιας διαβούλευσης, η ΡΑΕ θα δημοσιοποιήσει κατάλογο των συμμετεχόντων, καθώς και το περιεχόμενο των επιστολών και παρεμβάσεών τους, με εξαίρεση την περίπτωση κατά την οποία ο αποστολέας αιτείται τη μη δημοσιοποίηση των στοιχείων του και/ή των απόψεών του. Λήξη της παρούσας Δημόσιας Διαβούλευσης: Παρασκευή 6/5/2022 ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ ∆ΙΑΙΤΗΣΙΑΣ ΡΥΘΜΙΣΤΙΚΗΣ ΑΡΧΗΣ ΕΝΕΡΓΕΙΑΣ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ Ι. Προοίµιο ΙΙ. Κεφάλαιο Α: Γενικές ∆ιατάξεις i. Μέρος Πρώτο: Ορισµοί - ∆ιαφορές υπαγόµενες στη µόνιµη διαιτησία της ΡΑΕ Άρθρο 1: Ορισµοί Άρθρο 2: ∆ιαφορές υπαγόµενες στη θεσµική διαιτησία της ΡΑΕ Άρθρο 3: Οργάνωση, αρμοδιότητες και καθήκοντα Ειδικής Γραμματείας Μόνιμης Διαιτησίας ΡΑΕ Άρθρο 4: Κατάλογος Διαιτητών – Προσόντα Διαιτητών Άρθρο 5: Δαπάνες Διαιτησίας ΡΑΕ ii. Μέρος ∆εύτερο: Συμφωνία διαιτησίας - συγκρότηση Διαιτητικού Δικαστηρίου Άρθρο 6: Συµφωνία υπαγωγής της διαφοράς στη Mόνιµη Διαιτησία της ΡΑΕ Άρθρο 7: Συγκρότηση του Διαιτητικού Δικαστηρίου Άρθρο 8: ∆ήλωση ανεξαρτησίας και αµεροληψίας διαιτητών και επιδιαιτητή - Αίτηση εξαίρεσης διαιτητών και επιδιαιτητή Άρθρο 9: Ευθύνη διαιτητών και επιδιαιτητή Άρθρο 10: Προθεσμία διεξαγωγής της διαιτησίας Άρθρο 11: Παύση ισχύος της συμφωνίας διαιτησίας III. Κεφάλαιο Β: Εσωτερική ∆ιαιτησία i. Μέρος Πρώτο: Το Διαιτητικό Δικαστήριο Άρθρο 12: Ορισμός διαιτητών και επιδιαιτητή - Συγκρότηση Διαιτητικού Δικαστηρίου- Διορισμός Γραμματέως Διαιτητικού Δικαστηρίου – Αμοιβές ii. Μέρος ∆εύτερο: ∆ιεξαγωγή της διαιτητικής διαδικασίας Άρθρο 13: Αίτηση διαιτησίας και απάντηση Άρθρο 14: Τόπος της διαιτησίας Άρθρο 15: Η διαιτητική διαδικασία - Δικαιοδοσία του Διαιτητικού Δικαστηρίου- Αποδείξεις Άρθρο 16: Λήψη Ασφαλιστικών Μέτρων Άρθρο 17: Εφαρμοστέο Δίκαιο Άρθρο 18: Διεξαγωγή διαιτησίας με Συνυποσχετικό Άρθρο 19: Η διαιτητική απόφαση – Συμβιβασμός – Καταχωρίσεις σε Αρχεία και Βιβλία Δημοσιεύσεων Άρθρο 20: Διόρθωση - Ερμηνεία Διαιτητικής Απόφασης - Αγωγή Ακύρωσης και Αγωγή Αναγνώρισης της ανυπαρξίας Διαιτητικής Απόφασης III. Κεφάλαιο Γ: ∆ιεθνής ∆ιαιτησία 1 i. Μέρος Πρώτο: ∆ιεθνής διαιτησία – δικαιοδοσία του Διαιτητικού Δικαστηρίου Άρθρο 21: ∆ιεθνής ∆ιαιτησία Άρθρο 22: Εξουσία του Διαιτητικού Δικαστηρίου να αποφαίνεται για τη δικαιοδοσία του ii. Μέρος ∆εύτερο: Το Διαιτητικό Δικαστήριο Άρθρο 23: Ορισµός διαιτητών και επιδιαιτητή και συγκρότηση του Διαιτητικού Δικαστηρίου iii. Μέρος Τρίτο: ∆ιεξαγωγή της διαιτητικής διαδικασίας Άρθρο 24: Αίτηση διαιτησίας και απάντηση Άρθρο 25: Εφαρµοστέο δίκαιο Άρθρο 26: Τόπος της διαιτησίας Άρθρο 27: Γλώσσα της διαιτησίας Άρθρο 28: ∆ιεξαγωγή της διαιτητικής διαδικασίας Άρθρο 29: Αποδεικτική Διαδικασία Άρθρο 30: Λήψη ασφαλιστικών μέτρων Άρθρο 31: Διεξαγωγή διαιτησίας επί τη βάσει συνυποσχετικού iv. Μέρος Τέταρτο: Η απόφαση του Διαιτητικού Δικαστηρίου Άρθρο 32: Απόφαση του Διαιτητικού Δικαστηρίου Άρθρο 33: Συµβιβασµός Άρθρο 34: Κοινοποίηση και εκτελεστότητα της διαιτητικής απόφασης Άρθρο 35: ∆ιόρθωση και ερµηνεία της διαιτητικής απόφασης Άρθρο 36: Ακύρωση της διαιτητικής απόφασης Άρθρο 37: Τελικές διατάξεις Παράρτηµα 1 ∆απάνες ∆ιαιτησίας Παράρτηµα 2 Αμοιβές Διαιτητικού Δικαστηρίου Παράρτηµα 3 Υπόδειγµα όρου σε σύµβαση για υπαγωγή διαφοράς σε διαιτησία Παράρτηµα 4 ∆ήλωση ανεξαρτησίας διαιτητή Παράρτηµα 5 Αίτηση για συµµετοχή στον κατάλογο διαιτητών της ΡΑΕ 2 ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ ∆ΙΑΙΤΗΣΙΑΣ ΡΥΘΜΙΣΤΙΚΗΣ ΑΡΧΗΣ ΕΝΕΡΓΕΙΑΣ I. ΠΡΟΟΙΜΙΟ Σύµφωνα µε το άρθρο 37 του Ν. 4001/2011 οργανώνεται µόνιµη, θεσμική διαιτησία στη Ρυθµιστική Αρχή Ενέργειας («ΡΑΕ») για την επίλυση των διαφορών που σύµφωνα µε το άρθρο αυτό δύνανται να υπαχθούν σε αυτή. Ο παρών Κανονισµός και οι επιμέρους προβλέψεις του παράγουν πλήρη δεσμευτικότητα για τις διαφορές που υπάγονται στη μόνιμη διαιτησία της ΡΑΕ. Τα άρθρα 867-901 ΚΠολ∆ και οι διατάξεις του Ν. 2735/1999 εφαρμόζονται συμπληρωματικά, μόνον εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά στις διατάξεις του παρόντος Κανονισμού ή του άρθρου 37 του Ν. 4001/2011, οι οποίες υπερισχύουν σε περίπτωση συγκρούσεως. II. ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α: ΓΕΝΙΚΕΣ ∆ΙΑΤΑΞΕΙΣ Μέρος πρώτο: Ορισµοί – ∆ιαφορές υπαγόµενες στη µόνιµη διαιτησία της ΡΑΕ Άρθρο 1: Ορισµοί Εφόσον δεν ορίζεται άλλως ρητώς στις διατάξεις του παρόντος Κανονισµού: 3

  1. «ΡΑΕ» είναι η «Ρυθµιστική Αρχή Ενέργειας». Οι αρµοδιότητες της ΡΑΕ για τους σκοπούς του παρόντος διακρίνονται ρητώς από τις λοιπές αρµοδιότητες της Αρχής που κατοχυρώνονται δυνάµει του Ν. 4001/
  2. «Γραμματέας Διαιτητικού Δικαστηρίου» άλλως «Γραμματέας ΔΔ» είναι το πρόσωπο που διορίζεται με πράξη του συγκροτηθέντος Διαιτητικού Δικαστηρίου για την υποβοήθηση του έργου του.
  3. «Συντονιστής της Ειδικής Γραμματείας Μόνιμης Διαιτησίας ΡΑΕ» είναι το πρόσωπο που διορίζεται με απόφαση του Προέδρου της ΡΑΕ, το οποίο θα προΐσταται των διαδικασιών που άπτονται των αρμοδιοτήτων της Ειδικής Γραμματείας Μόνιμης Διαιτησίας ΡΑΕ επί συγκεκριμένης διαιτησίας. Σε περίπτωση κωλύματος ή αντικατάστασής του ως Γραμματέας της Ειδικής Γραμματείας Μόνιμης Διαιτησίας ΡΑΕ θα νοείται κατά περίπτωση ο προσωρινός ή μόνιμος αναπληρωτής του, ο οποίος θα διορίζεται χωρίς καθυστέρηση από τον Πρόεδρο της ΡΑΕ αμέσως μόλις ανακύψει ανάγκη.
  4. «∆ιαιτητικό ∆ικαστήριο» είναι το τριµελές διαιτητικό όργανο κατά τον ορισμό της παρ. 4 του άρθρου 37 του Ν. 4001/
  5. «Δαπάνες Διαιτησίας» είναι το κόστος λειτουργίας της Ειδικής Γραµµατείας Μόνιµης ∆ιαιτησίας ΡΑΕ που καλύπτεται σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο Παράρτημα 1 του παρόντος Κανονισµού.
  6. «Εργάσιµες Ηµέρες» είναι οι όλες οι ηµέρες εκτός Σαββάτου, Κυριακής ή επίσηµων αργιών στον τόπο της διαιτησίας.
  7. «Ειδική Γραµµατεία Μόνιµης ∆ιαιτησίας ΡΑΕ» είναι η Γραµµατεία της Μόνιμης Διαιτησίας της ΡΑΕ.
  8. «Έξοδα Διαιτησίας» είναι τα έξοδα που καθορίζονται με πράξη του Διαιτητικού Δικαστηρίου, στα οποία περιλαμβάνεται, μεταξύ άλλων, και η αμοιβή Γραμματέως ΔΔ, και συνιστούν τα συνολικά έξοδα διεξαγωγής της διαιτητικής διαδικασίας στην οποία αφορούν.
  9. «Κατάλογος διαιτητών και επιδιαιτητών ΡΑΕ», άλλως εν συντομία ο «Κατάλογος», είναι ο κατάλογος που προβλέπει η παρ. 4 του άρθρου 37 του Ν. 4001/
  10. «Συνυποσχετικό Διαιτησίας» είναι η έγγραφη συμφωνία, με την οποία τα 4 πρόσωπα του άρθρου 37 παρ. 1 του Ν. 4001/2011 συμφωνούν την παραπομπή μίας ήδη γεγεννημένης μεταξύ τους διαφοράς προς επίλυση στη Μόνιμη Διαιτησία ΡΑΕ, και η οποία κατατίθεται στην Ειδική Γραμματεία Μόνιμης Διαιτησίας ΡΑΕ από οιοδήποτε εκ των συμβαλλόμενων μερών για την κίνηση των προβλεπόμενων στον παρόντα Κανονισμό διαδικασιών.
  11. «Αίτηση Διαιτησίας» είναι η αίτηση που κατατίθεται στην Ειδική Γραμματεία Μόνιμης Διαιτησίας της ΡΑΕ για την κίνηση των προβλεπόμενων στον παρόντα Κανονισμό διαδικασιών. Κατά τα λοιπά για την εφαρµογή των διατάξεων του παρόντος Κανονισµού, ισχύουν οι ορισµοί που δίδονται στο Ν. 4001/2011, όπως ισχύει. Άρθρο 2: ∆ιαφορές υπαγόµενες στη θεσµική διαιτησία της ΡΑΕ
  12. Στη µόνιµη Διαιτησία της ΡΑΕ υπάγονται προς επίλυση διαφορές µεταξύ φυσικών ή νοµικών προσώπων, τα οποία δραστηριοποιούνται στον τοµέα της ενέργειας, καθώς και διαφορές µεταξύ Επιλεγόντων Πελατών, όπως αυτοί προσδιορίζονται στις διατάξεις του N. 4001/2011, όπως εκάστοτε ισχύει, και επιχειρήσεων, οι οποίες ασκούν Ενεργειακές Δραστηριότητες. Οι διαφορές που υπάγονται στη µόνιµη διαιτησία της ΡΑΕ είναι δυνατό να αναφύονται µεταξύ των ανωτέρω προσώπων στο πλαίσιο της εφαρµογής της ισχύουσας εθνικής και ευρωπαϊκής νοµοθεσίας. Η υπαγωγή στη διαιτητική διαδικασία οιασδήποτε εκ των ανωτέρω διαφορών προϋποθέτει αναγκαία την κατάρτιση έγγραφης συμφωνίας διαιτησίας μεταξύ των μερών και το διαιτητεύσιμο της διαφοράς, ήτοι την ύπαρξη εξουσίας διαθέσεως του αντικειµένου της διαφοράς από τα μέρη που συνοµολογούν την υπαγωγή στη διαιτησία.
  13. Στη µόνιµη διαιτησία της ΡΑΕ δεν είναι δυνατό να υπαχθούν αιτήσεις λήψεως ασφαλιστικών µέτρων, ούτε αιτήσεις ανακλήσεως και µεταρρυθµίσεως αποφάσεων ασφαλιστικών µέτρων, µε την επιφύλαξη του άρθρου 30 του παρόντος. Άρθρο 3: Οργάνωση, αρμοδιότητες και καθήκοντα Ειδικής Γραμματείας Μόνιμης Διαιτησίας ΡΑΕ
  14. Με απόφαση της ΡΑΕ συγκροτείται, στελεχώνεται και ανανεώνεται, ανά διετία, ως προς τα πρόσωπα που την απαρτίζουν Ειδική Γραµµατεία Μόνιµης ∆ιαιτησίας ΡΑΕ, έτσι ώστε να λειτουργεί αδιαλείπτως και σε μόνιμη βάση για τη διεκπεραίωση των διαδικαστικών αναγκών που προκύπτουν εκ της υποβολής Αιτήσεως Διαιτησίας ή 5 Συνυποσχετικού Διαιτησίας, την κίνηση της διαιτητικής διαδικασίας και την περαιτέρω διενέργεια της διαιτησίας βάσει του παρόντος Κανονισµού. Τα πρόσωπα που στελεχώνουν την ως άνω Ειδική Γραµµατεία Μόνιµης ∆ιαιτησίας ΡΑΕ φέρουν καθήκον εχεµύθειας και εµπιστευτικότητας. Το κόστος λειτουργίας της Ειδικής Γραµµατείας Μόνιµης ∆ιαιτησίας ΡΑΕ καλύπτεται από τις ∆απάνες ∆ιαιτησίας του Παραρτήµατος 2 του παρόντος Κανονισµού.
  15. Αμέσως μετά την υποβολή της Αιτήσεως Διαιτησίας κατά τα άρθρα 13 και 24 του παρόντος Κανονισμού, µε απόφαση Προέδρου της ΡΑΕ κατόπιν εισήγησης της Ολοµέλειας της ΡΑΕ, επιλέγεται, μεταξύ των δικηγόρων της ΡΑΕ οι οποίοι έχουν ορισθεί μέλη της Ειδικής Γραµµατείας Μόνιµης ∆ιαιτησίας ΡΑΕ, το πρόσωπο εκείνο που, λαμβανομένων υπόψη των ειδικών γνώσεων, προσόντων και της τυχόν εμπειρίας του σε άλλες διαιτησίες, προκρίνεται ως το καταλληλότερο για να ασκήσει καθήκοντα του Συντονιστή της Ειδικής Γραμματείας Μόνιμης Διαιτησίας ΡΑΕ επί της συγκεκριμένης διαιτησίας. Ο Συντονιστή της Ειδικής Γραμματείας της Μόνιμης Διαιτησίας της ΡΑΕ προΐσταται όλων των διαδικασιών που άπτονται των αρμοδιοτήτων της Ειδικής Γραμματείας Μόνιμης Διαιτησίας ΡΑΕ για τη διεξαγωγή της συγκεκριμένης διαιτησίας και συντονίζει το έργο των μελών της Ειδικής Γραμματείας.
  16. Ειδικότερα, κατά τη διεξαγωγή της διαιτητικής δίκης αλλά και κατά το στάδιο προ της συγκροτήσεως του Διαιτητικού Δικαστηρίου και με σκοπό τη συγκρότησή του, ο Συντονιστής της Ειδικής Γραμματείας της Μόνιμης Διαιτησίας ΡΑΕ μεριμνά για τη διεκπεραίωση των διαδικασιών που προβλέπονται στον παρόντα Κανονισμό και διεξάγονται με ευθύνη της Ειδικής Γραμματείας Μόνιμης Διαιτησίας ΡΑΕ, και οι οποίες συνέχονται, ενδεικτικά, με την ενημέρωση των υποψηφίων μελών του Καταλόγου που προτείνονται από τα μέρη για διορισμό, την πρόσκληση αυτών να προβούν στις απαιτούμενες δηλώσεις αποδοχής, διαθεσιµότητας, αµεροληψίας και ανεξαρτησίας, παραλαμβάνει όλα τα έγγραφα, δικόγραφα, αιτήσεις ή άλλες επιστολές οιουδήποτε μέρους ή προταθέντος για διορισμό μέλους του Καταλόγου, μεριμνώντας για την τήρηση προς τούτο αρχείου πρωτοκόλλου για τη διεξαγωγή της συγκεκριμένης διαιτησίας, διαβιβάζει και γνωστοποιεί ή και κοινοποιεί δια δικαστικού επιμελητή, όπου αυτό είναι αναγκαίο, τα εν λόγω έγγραφα, δικόγραφα, αιτήσεις ή επιστολές στα λοιπά εμπλεκόμενα μέρη για τις απόψεις των, τάσσει προθεσμίες σύμφωνα με τον παρόντα Κανονισμό και το νόμο, και μεριμνά για την τήρησή τους. 6 Ο Συντονιστής της Ειδικής Γραμματείας της Μόνιμης Διαιτησίας της ΡΑΕ συντονίζει τις εργασίες της και επιλαμβάνεται κάθε θέματος σχετικού με τις αρμοδιότητες και τον θεσμικό ρόλο της Ειδικής Γραμματείας Μόνιμης Διαιτησίας ΡΑΕ και συνεργάζεται με το Γραμματέα του Διαιτητικού Δικαστηρίου, ή/και τα μέλη του Διαιτητικού Δικαστηρίου. Στο πλαίσιο του συντονιστικού έργου επιμελείται και υπογράφει τις κοινοποιήσεις, επιδόσεις, γνωστοποιήσεις, δηλώσεις κ.λπ. που διενεργούνται από την Ειδική Γραµµατεία Μόνιμης ∆ιαιτησίας ΡΑΕ, τις οποίες και είναι υπεύθυνος για το εμπρόθεσμο των κοινοποιήσεων.
  17. Η Ειδική Γραμματεία της Μόνιμης Διαιτησίας ΡΑΕ είναι αρμόδια: ιδίως για τα ακόλουθα: (α) για τη φύλαξη των εγγράφων που παραλαμβάνονται και τα οποία σχετίζονται µε τη διαιτησία (β) για την τήρηση αρχείου, σε ηλεκτρονική και έγχαρτη μορφή, των κατατεθέντων από τα μέρη δικογράφων σε κάθε στάδιο της διαιτητικής διαδικασίας, των ενδιάμεσων αποφάσεων ή άλλων εκδιδόμενων πράξεων (διατάξεων ή πρακτικών) του διαιτητικού δικαστηρίου, ουσιαστικών, διαδικαστικών ή δικονομικών, καθώς και του συνόλου των εγγράφων που κατατίθενται σε αυτήν από τα μέρη στο πλαίσιο της διαιτητικής διαδικασίας (γ) επιμελείται των αναγκαίων ενεργειών για την εύρεση και παραχώρηση χώρων για την πραγματοποίηση των συνεδριάσεων του Διαιτητικού Δικαστηρίου, τη διεξαγωγή της ακροαματικής διαδικασίας, όπου αυτή κρίνεται από το Διαιτητικό Δικαστήριο αναγκαία, τη διασφάλιση συστήματος μαγνητοφώνησης/απομαγνητοφώνησης (δ) τη συνδρομή στην έγκαιρη διανομή των πρακτικών δίκης στα εμπλεκόμενα μέρη και στο Διαιτητικό Δικαστήριο, στην παραλαβή της απόφασης, την κοινοποίησή της στα μέρη και την καταχώρισή της στα βιβλία δημοσίευσης των εκδιδόμενων διαιτητικών αποφάσεων, όπως εκάστοτε τηρούνται από την Ειδική Γραμματεία της Μόνιμης Διαιτησίας ΡΑΕ, και τη γραµµατεία του μονομελούς πρωτοδικείου, στην περιφέρεια του οποίου εκδόθηκε η διαιτητική απόφαση. (ε) Διενεργεί όλες οι κοινοποιήσεις, επιδόσεις, γνωστοποιήσεις, δηλώσεις κ.λπ., συντασσόμενης προς τούτο έκθεσης ή αποδεικτικού παραλαβής τις οποίες και υπογράφει ο Συντονιστής της Ειδικής Μόνιμης Γραμματείας. Κοινοποιήσεις από τους διαδίκους και το διαιτητικό δικαστήριο δύνανται να λογίζονται έγκυρες εφόσον έχουν 7 ενεργηθεί από και προς τις δηλωθείσες διευθύνσεις ηλεκτρονικού ταχυδρομείου των πληρεξουσίων δικηγόρων. Κοινοποιήσεις προς τους διαδίκους λογίζονται έγκυρες εφόσον έχουν ενεργηθεί προς τις δηλωθείσες διευθύνσεις ηλεκτρονικού ταχυδρομείου των πληρεξουσίων δικηγόρων. (στ) τη γνωστοποίηση στα διάδικα μέρη του λογαριασμού της ΡΑΕ στον οποίο θα κατατεθούν οι Δαπάνες Διαιτησίας, συμπεριλαμβανομένου του ειδικού ανταποδοτικού τέλους, κατά την εκκίνηση της διαιτητικής διαδικασίας, της προθεσμίας για την καταβολή των ως άνω ποσών, καθώς και της αναλογίας συμμετοχής εκάστου μέρους στις Δαπάνες Διαιτησίας. Αναφορικά με τη διαχείριση των Δαπανών Διαιτησίας τηρείται αρχείο σε ηλεκτρονική και έγχαρτη μορφή, όπου καταγράφονται οι διενεργούμενες συναλλαγές και τηρούνται τα αντίστοιχα παραστατικά.
  18. Η Ειδική Γραμματεία της Μόνιμης Διαιτησίας ΡΑΕ σε συνεργασία με το Γραμματέα ΔΔ, ή/και με τα μέλη του Διαιτητικού Δικαστηρίου και σύμφωνα με τα στοιχεία που λαμβάνει από εκείνον, γνωστοποιεί στα διάδικα μέρη το ύψος των Εξόδων Διαιτησίας και των αμοιβών των διαιτητών και του επιδιαιτητή του και του Γραμματέως του ΔΔ, καθώς και την αναλογία συμμετοχής των μερών στα εν λόγω Έξοδα Διαιτησίας, όπως εκάστοτε καθορίζονται με πρακτικό του Διαιτητικού Δικαστηρίου σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο Παράρτημα 2 του παρόντος Κανονισμού. Η αμοιβή του Γραμματέως του ΔΔ βαρύνει τους Διαιτητές, οι οποίοι την καταβάλλουν ισομερώς από την αμοιβή τους.
  19. Η Ειδική Γραμματεία της Μόνιμης Διαιτησίας ΡΑΕ υποχρεούται να παρέχει στο Διαιτητικό Δικαστήριο, στο Γραμματέα ΔΔ και στα διάδικα μέρη κάθε αναγκαία συνδρομή έως την ολοκλήρωση της διαιτητικής διαδικασίας και εντός του πλαισίου διεξαγωγής της, όπως αυτό προβλέπεται στο άρθρο 37 του ν. 4001/2011 και στον παρόντα Κανονισμό. Άρθρο 4: Κατάλογος Διαιτητών – Προσόντα Διαιτητών
  20. Ο Κατάλογος, από τον οποίο επιλέγονται υποχρεωτικώς οι διαιτητές και ο επιδιαιτητής, συντάσσεται κάθε δύο έτη µε απόφαση του Προέδρου της ΡΑΕ, µετά από εισήγηση της Ολοµέλειας της ΡΑΕ. Εντός του τελευταίου διμήνου προ της λήξεως της ισχύος του εν ισχύ Καταλόγου αναρτάται στην ιστοσελίδα της ΡΑΕ σχετική ανακοίνωση – πρόσκληση για εκδήλωση ενδιαφέροντος, για την ανανέωσή του και την κατάρτιση 8 νέου.
  21. Σε περίπτωση παρέλευσης της διετίας και παράλειψης κίνησης των διαδικασιών για τη σύνταξη νέου Καταλόγου, η ισχύς του υφιστάμενου Καταλόγου παρατείνεται αυτοδικαίως και παύει να ισχύει με τη δημοσίευση νέου Καταλόγου.
  22. ∆ικαίωµα εγγραφής στον Κατάλογο έχουν όσοι υποβάλλουν σχετική αίτηση προς τη ΡΑΕ κατά το πρότυπο του Παραρτήματος 5 του παρόντος Κανονισμού, κατόπιν σχετικής πρόσκλησης εκδήλωσης ενδιαφέροντος που αναρτάται στην ιστοσελίδα της ΡΑΕ.
  23. Κατά τον έλεγχο των αιτήσεων για συµµετοχή στον Κατάλογο δεν γίνονται δεκτοί όσοι είναι ανίκανοι ή περιορισµένα ικανοί για δικαιοπραξία, καθώς και εκείνοι που, λόγω καταδίκης, έχουν στερηθεί την άσκηση των πολιτικών τους δικαιωµάτων.
  24. Ο Κατάλογος που συντάσσεται περιλαµβάνει µέλη της ΡΑΕ, µέλη τεχνικών επιµελητηρίων και δικηγορικών συλλόγων, συνταξιούχους δικαστικούς λειτουργούς, καθώς και καθηγητές ή συνταξιούχους καθηγητές ανωτάτων εκπαιδευτικών ιδρυµάτων οποιασδήποτε βαθµίδας, από την Ελλάδα και το εξωτερικό, µε εξειδικευµένες γνώσεις στις υπαγόµενες στη διαιτησία της ΡΑΕ διαφορές.
  25. Οι ενδιαφερόµενοι για εγγραφή στον Κατάλογο πρέπει να αποδεικνύουν τις εξειδικευµένες γνώσεις τους στα γνωστικά αντικείµενα των διαφορών που υπάγονται στη διαιτησία της ΡΑΕ. Η εκδήλωση ενδιαφέροντος πραγματοποιείται µε την υποβολή σχετικής αίτησης στο πρωτόκολλο της ΡΑΕ, συνοδευόµενης από βιογραφικό σηµείωµα και φάκελο συνοδευτικών εγγράφων, βάσει των οποίων αποδεικνύεται η εµπειρία και οι ως άνω εξειδικευµένες γνώσεις του ενδιαφερόµενου, όπως ο νόµος ορίζει και στα οποία επισηµαίνεται η επιστημονική και επαγγελµατική εµπειρία και γνώση στα διαφορές που υπάγονται στη διαιτησία, τη συμμετοχή του σε συναφείς διαδικασίες συµβιβαστικής επίλυσης διαφορών ή την προγενέστερη συµµετοχή του σε διαιτησία.. Οι αιτήσεις διαβιβάζονται στην Ολοµέλεια της ΡΑΕ. Ο κατάλογος των διαιτητών καταρτίζεται τελικώς µε απόφαση του Προέδρου της ΡΑΕ ύστερα από εισήγηση της Ολοµέλειας της ΡΑΕ.
  26. Ο Κατάλογος αναρτάται στην ιστοσελίδα της ΡΑΕ και σε αυτόν καθορίζονται τα ονόµατα, οι ιδιότητες και τα στοιχεία των φυσικών προσώπων που διαπιστώνεται ότι πληρούν τις ανωτέρω αναφερόµενες προϋποθέσεις. Εάν ο συνολικός αριθμός των υποψηφίων μελών του Καταλόγου είναι μικρότερος των είκοσι

(20), δίδεται άπαξ νέα, 9 σύντομη προθεσμία για την υποβολή συμπληρωματικών αιτήσεων εκδήλωσης ενδιαφέροντος. Άρθρο 5: Δαπάνες Διαιτησίας ΡΑΕ
  1. Οι Δαπάνες Διαιτησίας περιλαμβάνουν τα διοικητικά έξοδα της ΡΑΕ για τη διεξαγωγή των διαιτησιών που υπάγονται στη Μόνιμη Διαιτησία της ΡΑΕ και για την κάλυψη των εξόδων λειτουργίας της Ειδικής Γραμματείας της Μόνιμης Διαιτησίας της ΡΑΕ, συμπεριλαμβανομένης της αμοιβής των μελών της Ειδικής Γραμματείας που απασχολούνται στην εκάστοτε υπόθεση διαιτησίας, η οποία (αμοιβή) καθορίζεται κατά περίπτωση με απόφαση της ΡΑΕ.
  2. Στις Δαπάνες Διαιτησίας ΡΑΕ δεν περιλαμβάνονται τα Έξοδα Διαιτησίας, καθώς και η αμοιβή των διαιτητών, του επιδιαιτητή και του Γραμματέως ΔΔ.
  3. Για τον υπολογισμό των Δαπανών Διαιτησίας επί διαφορών, των οποίων το αντικείµενο είναι αποτιµητό σε χρήµα, λαµβάνεται υπόψη το αντικείµενο της διαφοράς, όπως αυτό ορίζεται κατά περίπτωση στην αίτηση διαιτησίας ή το συνυποσχετικό και στην ανταίτηση, και ακολουθείται η διαβάθµιση των πινάκων του Παραρτήματος 1 του παρόντος Κανονισμού. Οι Δαπάνες Διαιτησίας ενδέχεται να υπόκεινται σε φόρο προστιθέµενης αξίας ή και σε άλλους φόρους ή χρεώσεις που καταβάλλονται από τα µέρη. Σε περίπτωση που το αντικείµενο της διαφοράς δεν είναι αποτιµητό σε χρήµα, οι δαπάνες διαιτησίας καθορίζονται κατά εύλογη κρίση από τη ΡΑΕ.
  4. Κάθε Αίτηση Διαιτησίας, η οποία υποβάλλεται σύµφωνα µε τις διατάξεις του παρόντος Κανονισµού, συνοδεύεται από καταβολή ανταποδοτικού τέλους, ποσού 5.000 € σε λογαριασµό της ΡΑΕ. Το ίδιο ισχύει και για κάθε υποβολή ανταίτησης από τον καθ’ ου η Αίτηση. Επί κίνησης της διαδικασίας με την υποβολή Συνυποσχετικού Διαιτησίας, κάθε μέρος οφείλει να καταβάλει ανταποδοτικό τέλος ποσού 5.000 €. Το τέλος δεν επιστρέφεται και αποτελεί τμήμα των Δαπανών Διαιτησίας.
  5. Οι Δαπάνες Διαιτησίας κατανέµονται ισοµερώς µεταξύ των µερών. Το 50% επί του συνολικού ποσού των Δαπανών Διαιτησίας, προκαταβάλλεται από τα µέρη στη ΡΑΕ ευθύς µετά από τη συγκρότηση του Διαιτητικού Δικαστηρίου. Το υπόλοιπο 50% καταβάλλεται στη ΡΑΕ µε την έκδοση της απόφασης του Διαιτητικού Δικαστηρίου.
  6. Εάν µια διαιτησία τερµατιστεί πριν από την έκδοση της διαιτητικής απόφασης, η ΡΑΕ µε την επιφύλαξη της παρ. 4 του παρόντος άρθρου, καθορίζει τις Δαπάνες Διαιτησίας, 10 λαµβάνοντας υπόψη το στάδιο της διαιτητικής διαδικασίας, κατά το οποίο η διαιτησία τερµατίστηκε. 11 Μέρος Δεύτερο: Συμφωνία Διαιτησίας και Συγκρότηση Διαιτητικού Δικαστηρίου Άρθρο 6: Συµφωνία υπαγωγής της διαφοράς στη Μόνιµη Διαιτησία της ΡΑΕ
  7. Η συµφωνία υπαγωγής της διαφοράς στη Μόνιµη Διαιτησία της ΡΑΕ καταρτίζεται εγγράφως. Έγγραφη θεωρείται και η συµφωνία, η οποία καταρτίζεται µε ανταλλαγή ενυπόγραφων επιστολών, μηνυμάτων ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, τηλεγραφηµάτων ή ενυπόγραφων τηλεοµοιοτύπων, άλλων μέσων τηλεπικοινωνίας που καταγράφουν τη συμφωνία ή αν καταρτίζεται κατά τύπο σύμφωνο με τις συνθήκες του διεθνούς εμπορίου. Το πρότυπο συμφωνίας που παρέχεται στο Παράρτημα 3 του παρόντος Κανονισμού είναι ενδεικτικό και δεν παράγει οιαδήποτε δεσμευτικότητα ως προς την επί λέξει υιοθέτησή του.
  8. Σε περίπτωση μη τήρησης του έγγραφου τύπου, εάν τα πρόσωπα που δεσµεύονται από τη συµφωνία υπαγωγής της διαφοράς στη διαιτησία εµφανισθούν και λάβουν ανεπιφύλακτα µέρος στη διαιτητική διαδικασία, η έλλειψη τηρήσεως του έγγραφου τύπου θεραπεύεται.
  9. Συνυποσχετικό Διαιτησίας, δια του οποίου τα μέρη συμφωνούν από κοινού την υπαγωγή της διαφοράς προς επίλυση στη Μόνιμη Διαιτησία της ΡΑΕ, λογίζεται πως εμπεριέχει συμφωνία υπαγωγής στη διαιτησία της ΡΑΕ, όπως την απαιτεί το άρθρο 37 παρ. 2 του Ν. 4001/
  10. Άρθρο 7: Συγκρότηση του Διαιτητικού Δικαστηρίου
  11. Η διαιτησία διεξάγεται ενώπιον Διαιτητικού Δικαστηρίου, το οποίο συγκροτείται από δύο διαιτητές και τον επιδιαιτητή. Οι διαιτητές και ο επιδιαιτητής επιλέγονται υποχρεωτικώς από τον Κατάλογο Διαιτητών και Επιδιαιτητών του άρθρου 4 του παρόντος Κανονισµού.
  12. Ο ορισµός των διαιτητών από τα µέρη, καθώς και ο ορισµός του επιδιαιτητή από τους διαιτητές δεν ανακαλείται.
  13. Αν η συµφωνία για διαιτησία δεν ορίζει διαφορετικά και τα μέρη δεν έχουν ορίσει εμπροθέσμως τους διαιτητές ή οι διαιτητές τον επιδιαιτητή, την αρμοδιότητα διορισµού διαιτητών ή/και επιδιαιτητή αντιστοίχως έχει ο Πρόεδρος της ΡΑΕ µετά από εισήγηση της Ολοµέλειας της ΡΑΕ. Στην κίνηση της αυτεπάγγελτης διαδικασίας 10 διορισμού οφείλει να προβεί με δική του μέριμνα ο Γραμματέας της Ειδικής Γραμματείας Μόνιμης Διαιτησίας ΡΑΕ, εφόσον έχουν παρέλθει δέκα
(10)Εργάσιµες Ηµέρες από την εκπνοή των προθεσμιών που προβλέπονται για το διορισμό των διαιτητών και του επιδιαιτητή στο άρθρο 12 του παρόντος Κανονισµού. Την κίνηση της σχετικής διαδικασίας αυτεπάγγελτου διορισμού διαιτητών ή επιδιαιτητή μπορεί να προκαλέσει και οποιοδήποτε από τα µέρη ή/και οι διαιτητές αντιστοίχως, με αίτησή τους προς τον Πρόεδρο της ΡΑΕ επί παρατεινόμενης αδράνειας του Γραμματέα της Ειδικής Γραμματείας Μόνιμης Διαιτησίας ΡΑΕ. Η απόφαση του Προέδρου της ΡΑΕ για τον διορισμό διαιτητών ή/και επιδιαιτητή δεν ανακαλείται µετά από την έναρξη της διαιτητικής διαδικασίας.
  1. Όποιος ορίζεται ως διαιτητής ή επιδιαιτητής δεν είναι υποχρεωµένος να αποδεχθεί τον διορισµό του. Όποιος αποδέχθηκε τον διορισµό του ως διαιτητή ή επιδιαιτητή, µπορεί για σπουδαίο λόγο να αρνηθεί να εκπληρώσει τα καθήκοντά του ύστερα από άδεια του Προέδρου της ΡΑΕ, µετά από σχετική εισήγηση της Ολοµέλειας της ΡΑΕ.
  2. Εάν ο διαιτητής που όρισε ένα από τα μέρη αποβιώσει ή για οποιονδήποτε λόγο αρνείται ή κωλύεται να διενεργήσει τη διαιτησία ή εξαιρεθεί, τότε το μέρος που τον διόρισε δικαιούται να ορίσει νέο διαιτητή μέσα σε προθεσμία οκτώ
(8)Εργάσιµων Ηµερών από τότε που λαμβάνει γνώση του γεγονότος ενεργοποίησης του δικαιώματός του. Μετά από την άπρακτη παρέλευση της προθεσμίας αυτής, ενεργοποιείται η διαδικασία αυτεπάγγελτου διορισμού νέου διαιτητή με απόφαση του Προέδρου της ΡΑΕ κατόπιν σχετικής εισήγησης της Ολοµέλειας της ΡΑΕ, εφαρμοζομένων αναλόγως των προβλεπομένων στην παράγραφο 4 του παρόντος άρθρου για την κίνηση της διαδικασίας αυτεπάγγελτου διορισμού διαιτητών/επιδιαιτητή. 6. Εάν ο επιδιαιτητής που όρισαν οι διαιτητές αποβιώσει ή για οποιονδήποτε λόγο αρνείται ή κωλύεται να διενεργήσει τη διαιτησία ή εξαιρεθεί, τότε καθένα από τα μέρη καλεί αμελλητί εγγράφως τους διαιτητές να ορίσουν άλλον, και εφόσον δεν προβούν σε ορισµό νέου εντός
(8)Εργάσιµων Ηµερών από την ανωτέρω έγγραφη πρόσκληση, τότε ο νέος επιδιαιτητής ορίζεται με απόφαση του Προέδρου της ΡΑΕ, κατόπιν σχετικής εισήγησης της Ολοµέλειας της ΡΑΕ. Οι διατάξεις της παραγράφου 4 του παρόντος άρθρου που αφορούν στην κίνηση της διαδικασίας αυτεπάγγελτου διορισμού διαιτητών/επιδιαιτητή εφαρμόζονται αναλόγως και στην περίπτωση αυτή.
  1. Μετά από την αποδοχή του διορισμού τους από αμφότερους διαιτητές και από τον επιδιαιτητή και εφόσον έχουν τηρηθεί οι προβλέψεις του άρθρου 8 του παρόντος 11 Κανονισμού, το Διαιτητικό Δικαστήριο προβαίνει στη συγκρότησή του με σχετική πράξη αυτού, η οποία κοινοποιείται στα μέρη από την Ειδική Γραμματεία Μόνιμης Διαιτησίας ΡΑΕ. Άρθρο 8: ∆ήλωση ανεξαρτησίας και αµεροληψίας διαιτητών και επιδιαιτητή – Αίτηση εξαίρεσης διαιτητών και επιδιαιτητή
  2. Έκαστος των διαιτητών και ο επιδιαιτητής οφείλουν να είναι ανεξάρτητοι και αµερόληπτοι έναντι των µερών της διαιτησίας καθόλη τη διάρκεια αυτής.
  3. Κατά την αποδοχή του διορισμού, έκαστος των διαιτητών και ο επιδιαιτητής υπογράφουν δήλωση αποδοχής, διαθεσιµότητας, αµεροληψίας και ανεξαρτησίας κατά το πρότυπο της δήλωσης που επισυνάπτεται στο Παράρτημα 4 του παρόντος Κανονισμού. Οι διαιτητές και ο επιδιαιτητής αποκαλύπτουν γραπτώς στην Ειδική Γραµµατεία Μόνιμης Διαιτησίας ΡΑΕ όλα τα γεγονότα ή τις συνθήκες που είναι δυνατόν να θέτουν σε αµφισβήτηση την ανεξαρτησία τους όπως και όλες τις συνθήκες που είναι δυνατόν να εγείρουν εύλογες αµφιβολίες σε σχέση µε την αµεροληψία του ή την ανεξαρτησία τους. Η Ειδική Γραµµατεία Μόνιµης ∆ιαιτησίας ΡΑΕ πληροφορεί σχετικά τα µέρη γραπτώς και τάσσει εύλογη προθεσµία, κατ’ ελάχιστον δέκα
(10)ημερών, για την υποβολή σχολίων. Σε περίπτωση άπρακτης παρέλευσης της προθεσμίας υποβολής σχολίων λογίζεται ότι το μέρος το οποίο δεν διατύπωσε σχόλια αποδέχεται το περιεχόμενο της δήλωσης μην εγείροντας αντιρρήσεις ως προς το διορισμό του δηλούντος διαιτητή/επιδιαιτητή. 3. Οι διαιτητές και ο επιδιαιτητής μπορούν να προτείνουν την εξαίρεσή τους ή να εξαιρεθούν με αίτηση των διαδίκων μερών. Η αίτηση εξαίρεσης, από κάθε διάδικο μέρος, υποβάλλεται με τα σχόλια επί της δήλωσης αποδοχής, διαθεσιμότητας, αμεροληψίας και ανεξαρτησίας του διαιτητή/επιδιαιτητή και το αργότερο εντός της προθεσμίας που τάσσεται από την Ειδική Γραμματεία σύμφωνα με την παρ. 2 του παρόντος άρθρου για την υποβολή σχολίων από τα μέρη επί της υποβληθείσας από έκαστο των διαιτητών και τον επιδιαιτητή δήλωσης αποδοχής, διαθεσιµότητας, αµεροληψίας και ανεξαρτησίας και κοινοποιείται στο έτερο διάδικο μέρος. Σε κάθε περίπτωση, αίτηση αυτοεξαίρεσης και εξαίρεσης δύναται να υποβληθεί εντός δεκαπέντε
(15)Εργασίμων Ημερών από το χρονικό σημείο που ο διαιτητής ή επιδιατητής επί αιτήσεως αυτοεξαιρέσεως, και το διάδικο μέρος επί αιτήσεως εξαιρέσεως, έλαβαν γνώση των περιστάσεων και συνθηκών που γεννούν επιφυλάξεις 12 για την ανεξαρτησία και την αμεροληψία των διαιτητών και του επιδιαιτητή, εφόσον τα ως άνω περιστατικά και συνθήκες περιήλθαν σε γνώση τους μετά την παρέλευση της προθεσμίας που τάσσεται από την Ειδική Γραμματεία σύμφωνα με την παρ. 2 του παρόντος άρθρου. 4. Αν ο διαιτητής ή ο επιδιαιτητής του οποίου ζητείται η εξαίρεση δεν παραιτηθεί ή αν το άλλο μέρος δεν συμφωνήσει στην εξαίρεση, το Διαιτητικό Δικαστήριο, αφού επιτρέψει στο διαιτητή ή επιδιαιτητή του οποίου ζητείται η εξαίρεση να εκθέσει τις απόψεις του επί της αιτήσεως εξαιρέσεώς του και στα μέρη να λάβουν γνώση των απόψεων του διαιτητή ή επιδιαιτητή και να υποβάλουν τυχόν σχόλιά τους, αποφαίνεται επί της αιτήσεως εξαιρέσεως μέσα σε δέκα πέντε
(15)ημέρες από τη λήψη της. 5. Αν απορριφθεί η αίτηση εξαίρεσης ή εάν το Διαιτητικό Δικαστήριο δεν αποφάνθηκε μέσα στην ως άνω προθεσμία, το μέρος που ζήτησε την εξαίρεση ή ο διαιτητής ή επιδιαιτητής επί αιτήσεως αυτοεξαίρεσης μπορούν να ζητήσουν από την Ολομέλεια της ΡΑΕ, με σχετική αίτηση που υποβάλλεται στην Ειδική Γραμματεία, να αποφασίσει για την εξαίρεση εφαρμοζομένων αναλογικά των διατάξεων των άρθρων 58 έως 60 του ΚΠολΔ. Η αίτηση αυτή πρέπει να υποβληθεί μέσα σε τριάντα
(30)Εργάσιμες Ημέρες από το χρονικό σημείο κατά το οποίο το μέρος ή ο διαιτητής ή επιδιαιτητής επί αιτήσεως αυτοεξαίρεσης έλαβε γνώση της απόφασης που απορρίπτει την αίτηση εξαίρεσης/αυτοεξαίρεσης ή από την άπρακτη πάροδο της προθεσμίας για την έκδοση της σχετικής απόφασης από το Διαιτητικό Δικαστήριο. Η απόφαση της ΡΑΕ δεν υπόκειται σε ένδικα μέσα.
  1. Ενόσω εκκρεμεί η αίτηση εξαίρεσης, το Διαιτητικό Δικαστήριο, στο οποίο συμμετέχει ο διαιτητής/επιδιαιτητής του οποίου έχει ζητηθεί η εξαίρεση, υποχρεούται σε αναβολή της εκδίκασης της υπόθεσης και της έκδοσης απόφασης. Σε αυτή την περίπτωση, παρατείνεται αυτοδικαίως για ισόχρονο διάστημα η προβλεπόμενη στο άρθρο 10 του Κανονισμού προθεσμία ολοκλήρωσης της διεξαγωγής της διαιτητικής διαδικασίας. Άρθρο 9: Ευθύνη διαιτητών και επιδιαιτητή Οι διαιτητές και ο επιδιαιτητής ευθύνονται κατά την εκπλήρωση των καθηκόντων τους µόνον για δόλο ή βαρειά αµέλεια. 13 Άρθρο 10: Προθεσµία διεξαγωγής της διαιτησίας
  2. Το διαιτητικό δικαστήριο µεριµνά ώστε η διαιτητική διαδικασία, η οποία ολοκληρώνεται µε την έκδοση της διαιτητικής αποφάσεως, να περατωθεί κατά τα προβλεπόμενα στο άρθρο 37 παρ. 6 του Ν. 4001/2011 εντός έξι
(6)µηνών από την κίνηση της διαδικασίας ∆ιαιτησίας, η οποία για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου άρχεται από και διά της συγκροτήσεως του Διαιτητικού Δικαστηρίου κατά τα προβλεπόμενα στο άρθρο 7 του παρόντος Κανονισμού.
  1. Σε περίπτωση µη τηρήσεως της ανωτέρω προθεσµίας, ο Πρόεδρος της ΡΑΕ, έπειτα από αίτηση οποιουδήποτε από τα µέρη ή του Διαιτητικού Δικαστηρίου ή του επιδιαιτητή, τάσσει εύλογη προθεσµία για την ολοκλήρωση της διαδικασίας.
  2. Αν η προθεσμία της παρ. 2 παρέλθει άπρακτη, τεκμαίρεται ότι τα μέλη του διαιτητικού δικαστηρίου έχουν παραιτηθεί και αντικαθίστανται αμελλητί με επιμέλεια του Γραμματέα της Ειδικής Γραμματείας Μόνιμης Διαιτησίας ΡΑΕ. Για την ανασυγκρότηση του διαιτητικού δικαστηρίου τηρείται η διαδικασία του άρθρου 7 του παρόντος. Άρθρο 11: Παύση ισχύος της συμφωνίας διαιτησίας Η συμφωνία διαιτησίας και το συνυποσχετικό παύουν να ισχύουν, εάν οι συμβαλλόμενοι σε αυτά συνομολογήσουν εγγράφως την κατάργηση της εν λόγω συμφωνίας ή του συνυποσχετικού αντιστοίχως. III. ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β: ΕΣΩΤΕΡΙΚΗ ∆ΙΑΙΤΗΣΙΑ i. Μέρος Πρώτο: Το Διαιτητικό ∆ικαστήριο Άρθρο 12: Ορισµός διαιτητών και επιδιαιτητή- Συγκρότηση Διαιτητικού ΔικαστηρίουΔιορισμός Γραμματέως Διαιτητικού Δικαστηρίου – Αμοιβές
  3. Οι διαιτητές και ο επιδιαιτητής είναι δυνατό να ορίζονται µε τη συµφωνία υπαγωγής της διαφοράς στη µόνιµη διαιτησία της ΡΑΕ. Αν µε την τελευταία συµφωνία δεν ορίζονται οι διαιτητές, το κάθε µέρος ορίζει ένα διαιτητή.
  4. Συµφωνία, στην οποία αναφέρεται ότι το ένα από τα µέρη ορίζει διαιτητή και για το άλλο µέρος ή ότι τα µέρη µπορούν να ορίσουν άνισο αριθµό διαιτητών είναι άκυρη. 14
  5. Επί κινήσεως διαιτησίας με Αίτηση Διαιτησίας, το μέρος που την υποβάλλει οφείλει εντός αυτής να μνημονεύει και τον διοριζόμενο από μέρους του διαιτητή, και η Ειδική Γραμματεία της Μόνιμης Διαιτησίας ΡΑΕ μετά την παραλαβή της Αιτήσεως διαβιβάζει αμελλητί αυτήν στο καθ’ ου η Αίτηση Διαιτησίας μέρος και τάσσει σε αυτό προθεσμία οκτώ
(8)Εργασίμων Ημερών για το διορισμό από μέρους του διαιτητή. 4. Επί υποβολής Συνυποσχετικού Διαιτησίας, εάν τα μέρη δεν ορίζουν σε αυτό τους διοριζόμενους από αυτά διαιτητές, η Ειδική Γραμματεία της Μόνιμης Διαιτησίας ΡΑΕ οφείλει να καλέσει έκαστο εξ αυτών να προβεί εντός προθεσμίας οκτώ
(8)Εργασίμων Ημερών στο διορισμό διαιτητή. 5. Αν µε τη συµφωνία υπαγωγής της διαφοράς στη διαιτησία της ΡΑΕ δεν ορίζεται επιδιαιτητής, τότε αυτός ορίζεται από τους διαιτητές εντός προθεσμίας δέκα
(10)Εργάσιμων Ημερών από την αποδοχή του διορισμού αμφοτέρων και κοινοποιείται αμελλητί στα μέρη επιμελεία της Ειδικής Γραμματείας Μόνιμης Διαιτησίας ΡΑΕ.
  1. Επί θανάτου, αρνήσεως, εξαιρέσεως ή οποιουδήποτε κωλύµατος των ορισθέντων διαιτητών ή του επιδιαιτητή να διενεργήσουν τη διαιτησία χωρεί αντικατάστασή τους σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 7 του παρόντος Κανονισμού.
  2. Από της συγκροτήσεως του Διαιτητικού Δικαστηρίου, με πράξη αυτού και κατ’ ελεύθερη επιλογή των διαιτητών και του επιδιαιτητή, μπορεί να διορίζεται ένας ή, εφόσον δικαιολογείται από τις ανάγκες της συγκεκριμένης διαιτητικής δίκης, περισσότεροι Γραμματείς του Διαιτητικού Δικαστηρίου, οι οποίοι από το διορισμό τους και εντεύθεν αναλαμβάνουν την υποβοήθηση του Διαιτητικού Δικαστηρίου σε όλη τη διαιτητική διαδικασία έως την περάτωσή της, και μεταξύ άλλων τη σύνταξη των πρακτικών και κάθε είδους εγγράφων της διαιτητικής διαδικασίας, επιμελούνται την τήρησή τους και την έγκαιρη διαβίβασή τους στην Ειδική Γραμματεία προκειμένου αυτά να διαβιβασθούν στα εμπλεκόμενα μέρη, μεριμνούν για την τήρηση του τεθέντος χρονοδιαγράμματος, αλλά και των νομίμων προθεσμιών, και εν γένει διαχειρίζονται και διαμεσολαβούν σε όλες τις επικοινωνίες μεταξύ του Διαιτητικού Δικαστηρίου, των διάδικων μερών και της Ειδικής Γραμματείας Μόνιμης Διαιτησίας ΡΑΕ για οιοδήποτε ουσιαστικό ή διαδικαστικό ζήτημα τυχόν ανακύπτει σχετικά με τη διεξαγωγή της διαιτησίας.
  3. Τα µέρη υποχρεούνται να προκαταβάλουν το µισό της αµοιβής των διαιτητών, του επιδιαιτητή και του/των Γραμματέως/Γραμματέων ΔΔ, καθώς και των Εξόδων Διαιτησίας. Το ποσό της προκαταβολής προσδιορίζεται από το Διαιτητικό Δικαστήριο µε πράξη του. Σε περίπτωση μη καταβολής του αναλογούντος μέρους της προκαταβολής από το ένα μέρος, το 15 αντίστοιχο μερίδιο καλύπτεται από το έτερο διάδικο μέρος, εφόσον διαταχθεί προς τούτο από το Διαιτητικό Δικαστήριο.
  4. Ο τελικός καθορισµός της αµοιβής των διαιτητών, του επιδιαιτητή και του Γραμματέως ΔΔ, καθώς και των Εξόδων Διαιτησίας διενεργείται µε τη διαιτητική απόφαση, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 19 του παρόντος Κανονισμού.
  5. Οι αμοιβές των διαιτητών, του επιδιαιτητή και του/των Γραμματέως/Γραμματέων ΔΔ καθορίζονται κατ’ εύλογη κρίση του Διαιτητικού Δικαστηρίου. Οι αμοιβές των διαιτητών και του επιδιαιτητή δεν δύνανται να υπερβούν τα ανώτατα επίπεδα αμοιβών που ορίζονται στο Παράρτημα 2 του παρόντος Κανονισμού. Οι περιορισµοί επί της αµοιβής των διαιτητών που περιέχονται στις διατάξεις του ΚΠολ∆ δεν ισχύουν. ii. Μέρος ∆εύτερο: ∆ιεξαγωγή της διαιτητικής διαδικασίας Άρθρο 13: Αίτηση Διαιτησίας και Απάντηση
  6. Η Αίτηση Διαιτησίας πρέπει να περιέχει τουλάχιστον τα κατωτέρω στοιχεία: (α) ονοµατεπώνυµο, ή επωνυµία, διεύθυνση και στοιχεία επικοινωνίας εκάστου των µερών, (β) πλήρες ονοµατεπώνυµο, διεύθυνση και στοιχεία επικοινωνίας των προσώπων που εκπροσωπούν τον αιτούντα στη διαιτησία, (γ) περιγραφή της διαφοράς και των πραγµατικών περιστατικών, στα οποία βασίζεται η Αίτηση Διαιτησίας και βάσει των οποίων προβάλλονται οι αξιώσεις, (δ) το αίτηµα κατά τρόπο σαφή, ορισµένο και ευσύνοπτο και, εφόσον αυτό είναι δυνατόν, χρηµατική αποτίµηση των µη χρηµατικών αιτηµάτων, (ε) αναφορά της διαιτητικής συµφωνίας, και, εάν τα αιτήµατα βασίζονται σε περισσότερες της µιας διαιτητικές συµφωνίες, αναφορά όλων των διαιτητικών συµφωνιών, βάσει των οποίων προβάλλεται έκαστο των αιτηµάτων, και (στ) κάθε ισχυρισµό που αφορά στη συγκρότηση του Διαιτητικού Δικαστηρίου, τον τόπο διεξαγωγής διαιτητικής διαδικασίας. Η Αίτηση Διαιτησίας (άνευ σχετικών εγγράφων) κατατίθεται στην Ειδική Γραµµατεία της Μόνιμης Διαιτησίας της ΡΑΕ, η οποία στη συνέχεια τη διαβιβάζει σε εκείνον, κατά του οποίου αυτή στρέφεται, αµελλητί µε συστηµένη επιστολή µε απόδειξη παραλαβής ή µε οποιονδήποτε άλλον πρόσφορο τρόπο και µε απόδειξη παραλαβής. Η Ειδική Γραµµατεία της Μόνιμης Διαιτησίας της ΡΑΕ μπορεί να καλεί τον αιτούντα στη συμπλήρωση τυπικών παραλείψεων της Αίτηςη Διαιτησίας πριν την διαβίβασή της.
  7. Εντός εξήντα
(60)ηµερών από την παραλαβή της Αίτησης Διαιτησίας ο καθ’ ου η 16 τελευταία υποβάλλει Απάντηση, η οποία περιέχει τουλάχιστον τα κατωτέρω στοιχεία: (α) πλήρες ονοµατεπώνυµο ή επωνυµία, διεύθυνση και άλλα στοιχεία επικοινωνίας του καθού η αίτηση, (β) πλήρες ονοµατεπώνυµο, διεύθυνση και στοιχεία επικοινωνίας των προσώπων που τον εκπροσωπούν στη διαιτησία, (γ) ισχυρισµούς και παρατηρήσεις επί του αντικειµένου της διαφοράς και ιδίως επί των πραγµατικών περιστατικών, στα οποία βασίζεται η αίτηση διαιτησίας και βάσει των οποίων προβάλλονται τα αιτήµατα, (δ) απάντηση επί του αιτήµατος (ε) κάθε ισχυρισµό και πρόταση σε σχέση µε την συγκρότηση του Διαιτητικού Δικαστηρίου, τον τόπο της διαιτησίας, καθώς και το εφαρµοστέο σε αυτή δίκαιο.
  1. Εντός της προαναφερθείσας προθεσµίας είναι δυνατή η άσκηση ανταιτήσεως εκ µέρους του καθ’ ου η Αίτηση, η οποία πρέπει να περιέχει τα κατά την παρ. 1 του παρόντος άρθρου στοιχεία της αιτήσεως και ασκείται όπως η αίτηση.
  2. Η απάντηση και η ανταίτηση του καθ’ ου η Αίτηση (άνευ σχετικών εγγράφων) κατατίθενται στην Ειδική Γραµµατεία της Μόνιμης Διαιτησίας της ΡΑΕ, η οποία τις διαβιβάζει αµελλητί µε συστηµένη επιστολή µε απόδειξη παραλαβής ή µε οποιονδήποτε άλλον πρόσφορο τρόπο και µε απόδειξη παραλαβής στον αιτούντα. Άρθρο 14: Τόπος διεξαγωγής της διαιτητικής διαδικασίας
  3. Τα µέρη έχουν την εξουσία να καθορίσουν τον τόπο διεξαγωγής της διαιτητικής διαδικασίας διαιτησίας, η οποία δύναται να διεξαχθεί και στα γραφεία της ΡΑΕ. Αν δεν υπάρχει σχετική συµφωνία, τον τόπο καθορίζει το Διαιτητικό Δικαστήριο λαµβάνοντας υπόψη τις περιστάσεις της υπόθεσης. Σε κάθε περίπτωση ο τόπος διαιτησίας ορίζεται εντός της ελληνικής επικράτειας.
  4. Αν τα µέρη δεν έχουν συµφωνήσει διαφορετικά, το Διαιτητικό Δικαστήριο µπορεί, κατόπιν συνεννοήσεως µε τους διαδίκους και με την Ειδική Γραμματεία της Μόνιμης Διαιτησίας ΡΑΕ, να διενεργεί συνεδριάσεις σε οποιονδήποτε τόπο κρίνει κατάλληλο, προκειµένου να διασκεφθεί, να εξετάσει µάρτυρες, πραγµατογνώµονες ή τους διαδίκους ή να ενεργήσει αυτοψία ή να λάβει γνώση εγγράφων. Άρθρο 15: Η διαιτητική διαδικασία- Δικαιοδοσία του Διαιτητικού ΔικαστηρίουΑυτοτέλεια της ρήτρας διαιτησίας - Αποδείξεις
  5. Η διαιτητική διαδικασία διεξάγεται ενώπιον των διαιτητών και του επιδιαιτητή, οι οποίοι συγκροτούν το Διαιτητικό Δικαστήριο και ενεργούν από κοινού. Το Διαιτητικό 17 Δικαστήριο, αν δεν ορίζεται διαφορετικά με τη συμφωνία διαιτησίας, καλεί τους διαδίκους είτε εγγράφως είτε σε συνεδρίαση ώστε να υποβάλουν τις απόψεις τους για τον καθορισμό του χρονοδιαγράμματος της διαιτητικής διαδικασίας, των επόμενων σταδίων κατάθεσης εκατέρωθεν υπομνημάτων και αποδεικτικών μέσων, τη διαδικασία διαιτησίας και τη διεξαγωγή της ακροαματικής διαδικασίας, εφόσον κρίνεται απαραίτητη από το Διαιτητικό Δικαστήριο. Οι διαιτητές και ο επιδιαιτητής διαµορφώνουν κατά την ελεύθερη κρίση τους τη διαιτητική διαδικασία, συμπεριλαμβανομένης της διαδικασίας που θα ακολουθηθεί ως προς τη διεξαγωγή αποδείξεων, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά στη συμφωνία διαιτησίας. Το διαιτητικό δικαστήριο μπορεί να εκδίδει περαιτέρω πράξεις για τη ρύθμιση κάθε περαιτέρω ζητήματος που ανακύπτει στην πορεία της διαιτητικής δίκης.
  6. Κατά τη διαιτητική διαδικασία τηρείται απαρέγκλιτα η αρχή της εκατέρωθεν ακροάσεως και της ισότητας των διαδίκων, αυτοί δε πρέπει να καλούνται να παραστούν κατά τις συζητήσεις, να αναπτύξουν προφορικώς ή εγγράφως τους ισχυρισµούς τους και να προσκοµίσουν τα µέσα αποδείξεως.
  7. Ο επιδιαιτητής διευθύνει τη συζήτηση. Οι διάδικοι έχουν δικαίωµα να επιχειρούν όλες τις διαδικαστικές πράξεις και να παρίστανται αυτοπροσώπως ή να παρίστανται µετά η δια πληρεξουσίου δικηγόρου.
  8. Αν δεν ορίζεται διαφορετικά µε τη συµφωνία διαιτησίας, η υπόθεση εκδικάζεται, ακόµη και αν οι διάδικοι παραλείψουν να απαντήσουν και να προβάλουν ισχυρισµούς ή να προσκοµίσουν αποδεικτικά µέσα.
  9. Το Διαιτητικό Δικαστήριο αποφαίνεται για τη δικαιοδοσία του και την ύπαρξη ή την ισχύ της συµφωνίας διαιτησίας. Για το σκοπό αυτόν ρήτρα διαιτησίας που περιέχεται σε σύµβαση θεωρείται αυτοτελής συµφωνία. Απόφαση του Διαιτητικού Δικαστηρίου ότι η σύµβαση είναι άκυρη δεν συνεπάγεται κατ’ ανάγκη ακυρότητα της διαιτητικής ρήτρας.
  10. Μετά την υποβολή της απάντησης του καθ’ου η Αίτηση Διαιτησίας, δεν µπορεί να προβληθεί ένσταση έλλειψης δικαιοδοσίας του Διαιτητικού Δικαστηρίου. Η ένσταση αυτή δεν αποκλείεται από το γεγονός ότι το µέρος που την προβάλλει όρισε διαιτητή ή συνέπραξε στο διορισµό του. Ένσταση ότι το Διαιτητικό Δικαστήριο υπερβαίνει τα όρια της εξουσίας του προτείνεται αµέσως µόλις το σχετικό ζήτηµα ανακύψει στη διαιτητική διαδικασία. Και στις δύο περιπτώσεις το Διαιτητικό Δικαστήριο µπορεί να δεχθεί ένσταση που υποβάλλεται σε µεταγενέστερο χρόνο αν θεωρεί δικαιολογηµένη 18 την καθυστερηµένη υποβολή της.
  11. Το Διαιτητικό Δικαστήριο αποφαίνεται για τις ενστάσεις της παραγράφου 6 είτε µε προδικαστική απόφαση είτε µε την απόφαση επί της ουσίας της διαφοράς. Αν το Διαιτητικό Δικαστήριο αποφανθεί µε προδικαστική απόφαση ότι έχει δικαιοδοσία, συνεχίζεται η διαιτητική διαδικασία και εκδίδεται απόφαση επί της ουσίας, αναπόσπαστο µέρος της οποίας θεωρείται η προδικαστική απόφαση. Η προδικαστική αυτή απόφαση προσβάλλεται µόνο µαζί µε την απόφαση επί της ουσίας κατά τους όρους και τη διαδικασία της αγωγής ακύρωσης του ΚΠολΔ.
  12. Κάθε διάδικο µέρος φέρει το βάρος αποδείξεως των ισχυρισµών του. Το Διαιτητικό Δικαστήριο δύναται να κατανείµει µε διαφορετικό τρόπο το βάρος αποδείξεως, εφόσον κρίνει ότι διάδικο µέρος δικαιολογηµένα δεν µπορεί να ανταποκριθεί στο βάρος αποδείξεως που το βαρύνει, ενώ ταυτόχρονα πιθανολογεί ότι τα αποδεικτικά µέσα ευρίσκονται στην κατοχή του άλλου διάδικου µέρους και ασκούν ουσιώδη επιρροή στην εκδίκαση της διαφοράς.
  13. Σε περίπτωση υποβολής αιτήµατος επιδείξεως εγγράφων και στοιχείων από το ένα µέρος στο άλλο, το Διαιτητικό Δικαστήριο διατάσσει την προσκοµιδή των εγγράφων και στοιχείων που κρίνει απαραίτητα για την ικανοποίηση του αιτήµατος, ανεξαρτήτως εάν αυτά µνηµονεύονται ειδικώς στην αίτηση, αρκεί να προσδιορίζεται το αντικείµενο της αποδείξεως. Το Διαιτητικό Δικαστήριο, προκειµένου να προσδιορίσει τα έγγραφα και στοιχεία απευθύνει ειδικό ερώτηµα στο διάδικο µέρος, κατά του οποίου στρέφεται η αίτηση, µε σκοπό να διαπιστώσει, ποια έγγραφα και στοιχεία ευρίσκονται στην κατοχή του, εφόσον το αντίδικο µέρος δεν έχει τη δυνατότητα να τα προσδιορίσει επακριβώς. Άρνηση του διαδίκου να προσκομίσει τα έγγραφα και στοιχεία που του ζητήθηκαν από το Διαιτητικό Δικαστήριο, εκτιμάται ελεύθερα.
  14. Εφόσον το Διαιτητικό Δικαστήριο κρίνει σκόπιµο, µπορεί να ζητήσει, είτε αυτεπαγγέλτως είτε κατόπιν αιτήσεως µέρους, τη διενέργεια πραγµατογνωµοσύνης από φυσικό ή νοµικό πρόσωπο που διαθέτει ειδική εµπειρία ή γνώσεις τέχνης ή επιστήµης επί συγκεκριµένου αντικειµένου. Ειδικώς επί ζητηµάτων ρυθµιστικής αρµοδιότητας ή γνωστικού αντικειµένου της ΡΑΕ, τα οποία είναι κρίσιµα για τη διάγνωση της διαφοράς, δύναται να ζητηθεί η διατύπωση γνώµης της Ολοµέλειας της ΡΑΕ, η οποία εκτιµάται ελεύθερα από το Διαιτητικό Δικαστήριο. Από τη σχετική συνεδρίαση απέχουν τα Μέλη αυτής που τυχόν έχουν ορισθεί ως διαιτητές ή επιδιαιτητές στη συγκεκριµένη διαιτητική διαδικασία. Οµοίως επί ζητηµάτων 19 αρµοδιότητας της ΡΑΕ µπορεί να ζητηθεί από αυτήν η υπόδειξη πραγµατογνωµόνων µε τις απαιτούµενες ειδικές γνώσεις. Κατά τα λοιπά η αποδεικτική διαδικασία διεξάγεται κατά τους όρους του άρθρου 888 ΚΠολ∆. Άρθρο 16: Λήψη Ασφαλιστικών Μέτρων
  15. Το διαιτητικό δικαστήριο δεν επιτρέπεται να αποφανθεί επί αιτήσεων λήψεως ασφαλιστικών µέτρων, καθώς και επί αιτήσεων ανακλήσεως ή µεταρρυθµίσεως αποφάσεων ασφαλιστικών µέτρων. Κατά τα λοιπά εφαρµόζεται η διάταξη της § 2 του άρθρου 889 ΚΠολ∆.
  16. Το Διαιτητικό Δικαστήριο δεν έχει το δικαίωμα ανάκλησης ή μεταρρύθμισης των ασφαλιστικών μέτρων που διατάχθηκαν, προ της συγκροτήσεώς του, από το αρμόδιο δικαστήριο του άρθρου 683 του ΚΠολΔ, για τις οποίες αιτήσεις αποκλειστικά αρμόδιο να αποφανθεί είναι το τελευταίο.
  17. Η εφαρµογή του παρόντος άρθρου δεν αποκλείει τη δυνατότητα προσφυγής στη ΡΑΕ για λήψη προσωρινών µέτρων κατά το άρθρο 35 του Ν. 4001/
  18. Άρθρο 17: Εφαρμοστέο Δίκαιο Αν δεν ορίζεται διαφορετικά με συµφωνία των μερών, οι διαιτητές εκδικάζουν τη διαφορά επί τη βάσει της ισχύουσας εθνικής και ευρωπαϊκής νοµοθεσίας. Με τη συµφωνία διαιτησίας δεν είναι δυνατό να αποκλεισθεί η εφαρµογή κανόνων αναγκαστικού δικαίου ή να κληθούν προς εφαρµογή κανόνες δικαίου που αντιβαίνουν στη δηµόσια τάξη κατά το άρθρο 33 ΑΚ. Άρθρο 18: Διεξαγωγή διαιτησίας με Συνυποσχετικό Εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά στο Συνυποσχετικό Διαιτησίας, η διαδικασία της διαιτησίας και οι λοιπές ρυθμίσεις των άρθρων 14 έως και 17 του παρόντος Κανονισμού εφαρμόζονται αναλογικά και στη διαδικασία διαιτησίας που κινήθηκε με την υποβολή Συνυποσχετικού Διαιτησίας στην Ειδική Γραμματεία της Μόνιμης Διαιτησίας ΡΑΕ. Άρθρο 19: Η διαιτητική απόφαση – Συμβιβασμός – Καταχωρίσεις σε Αρχεία και Βιβλία Δημοσιεύσεων
  19. ∆ιαιτητές και επιδιαιτητής αποφασίζουν από κοινού για το παραδεκτό και τη 20 βασιµότητα της Αιτήσεως και της τυχόν ανταιτήσεως. Αν δεν υπάρξει οµοφωνία, η απόφαση λαµβάνεται από το Διαιτητικό Δικαστήριο κατά πλειοψηφία.
  20. Η διαιτητική απόφαση συντάσσεται εγγράφως και υπογράφεται ιδιοχείρως από τους διαιτητές και τον επιδιαιτητή. Αν κάποιος από τους διαιτητές ή ο επιδιαιτητής αρνείται ή κωλύεται να υπογράψει, τότε στην απόφαση βεβαιώνεται αφενός η άρνησή του και αφετέρου το γεγονός της συµµετοχής του στη διαιτητική διαδικασία και τη διάσκεψη. Κατά την περίπτωση αυτή η απόφαση υπογράφεται από τα λοιπά µέλη του Διαιτητικού Δικαστηρίου.
  21. Η διαιτητική απόφαση πρέπει να αναφέρει: α) το ό ν ο µ α και το επώνυµο των διαιτητών και του επιδιαιτητή, β) τον τόπο και τον χρόνο εκδόσεώς της, γ) το όνοµα και το επώνυµο εκείνων που συµµετείχαν στη διαιτητική διαδικασία και τη συμφωνία διαιτησίας στην οποία βασίστηκε δ) το αιτιολογικό ε) το διατακτικό και στ) τον τελικό καθορισµό της αµοιβής των διαιτητών, του επιδιαιτητή και του Γραμματέως ΔΔ, καθώς και των Εξόδων Διαιτησίας και των λοιπών δαπανών και εξόδων των διαδίκων μερών, καθορίζοντας τον τρόπο κατανομής τους μεταξύ των διάδικων μερών.
  22. Με τη συµφωνία διαιτησίας είναι δυνατό να ορισθεί ότι η διαιτητική απόφαση αρκεί να αναφέρει τη συµφωνία διαιτησίας και το διατακτικό.
  23. Πριν από την έκδοση της διαιτητικής αποφάσεως, το Διαιτητικό Δικαστήριο δύναται να καλεί τα διάδικα μέρη να υποβάλουν κατάλογο των εξόδων και δαπανών τους σχετιζόμενων με την υποστήριξη της υποθέσεώς τους στην διαιτησία, και να προσκομίσουν σχετικές αποδείξεις για την τεκμηρίωσή τους, τα οποία εν συνεχεία το Διαιτητικό Δικαστήριο δύναται να κατανέμει μεταξύ των διάδικων μερών, λαμβάνοντας υπόψη τις περιστάσεις που θεωρεί σχετικές, συμπεριλαμβανομένου του βαθμού στον οποίο κάθε μέρος διεξήγαγε τη διαιτησία με ταχύ και οικονομικά αποδοτικό τρόπο.
  24. Η ολοκλήρωση της διαιτητικής αποφάσεως προϋποθέτει την υπογραφή της από τους 21 διαιτητές και τον επιδιαιτητή κατά τους όρους της § 2 του παρόντος άρθρου.
  25. Αν µετά την έναρξη της διαιτητικής διαδικασίας τα µέρη επιλύσουν συµβιβαστικώς τη διαφορά και εφόσον αυτά το επιθυµούν, ο συµβιβασµός αυτός καταγράφεται από το διαιτητικό δικαστήριο υπό τη µορφή διαιτητικής απόφασης. Σε περίπτωση συμβιβασμού και παραίτησης των μερών από οιεσδήποτε αξιώσεις τους πριν από την έκδοση τελικής απόφασης, το Διαιτητικό Δικαστήριο καθορίζει το καταβλητέο από έκαστο των μερών ποσό των αμοιβών και των εξόδων, με βάση το αναλογικό μερίδιο που προκύπτει συναρτήσει της έως τότε προόδου της διαιτητικής διαδικασίας, λαμβανομένων υπόψη και των ανώτατων ορίων αμοιβών και Εξόδων Διαιτησίας όπως καθορίζονται στο Παράρτημα 2 του παρόντος Κανονισμού.
  26. Ο Γραμματέας ΔΔ υποχρεούται να καταθέσει αμελλητί αντίγραφο της υπογεγραμμένης από το Διαιτητικό Δικαστήριο αποφάσεως στην Ειδική Γραµµατεία Μόνιµης ∆ιαιτησίας της ΡΑΕ. Αντίγραφο της διαιτητικής αποφάσεως κοινοποιείται µε επιμέλεια της Ειδικής Γραμματείας Μόνιμης Διαιτησίας της ΡΑΕ σε όσους συνοµολόγησαν τη συµφωνία διαιτησίας και σε όσους συµµετείχαν στη διαιτητική δίκη με απόδειξη παραλαβής.
  27. Τα μέρη ανά πάσα στιγμή και κατόπιν σχετικής αίτησης μπορούν να λάβουν επικυρωμένα αντίγραφα της διαιτητικής απόφασης καθώς και άλλων εγγράφων που τους είχαν κοινοποιηθεί στο πλαίσιο της διαιτητικής διαδικασίας από την Ειδική Γραμματεία Μόνιμης Διαιτησίας της ΡΑΕ, η οποία τηρεί το αρχείο διαιτησίας σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 3 παρ. 4 του παρόντος Κανονισμού. Αντίγραφο της Διαιτητικής απόφασης κοινοποιείται και στη ΡΑΕ κατόπιν αιτήματός της. Τρίτα πρόσωπα δεν δικαιούνται να λάβουν αντίγραφα της διαιτητικής απόφασης ούτε άλλων εγγράφων της διαιτητικής δίκης.
  28. Μετά την παύση λειτουργίας της Ειδικής Γραμματείας της ΡΑΕ, η φύλαξη εμπιστευτικού αρχείου παρελθουσών διαιτησιών τηρείται από τη ΡΑΕ με τρόπο που αποφασίζεται από την Ολομέλειά της η οποία και δύναται να χορηγεί επικυρωμένα αντίγραφα κατόπιν αιτήσεως του ενδιαφερόμενου διάδικου μέρους.
  29. Ο Γραμματέας ΔΔ σε σύμπραξη με τον αρμόδιο Γραμματέα της Ειδικής Γραμματείας Μόνιμης Διαιτησίας ΡΑΕ υποχρεούνται να καταθέσουν το πρωτότυπο της διαιτητικής αποφάσεως στη γραµµατεία του µονοµελούς πρωτοδικείου, στην περιφέρεια του οποίου εκδόθηκε η απόφαση. 22 Άρθρο 20 Διόρθωση - Ερμηνεία Διαιτητικής Απόφασης – Εκτελεστότητα και Δεδικασμένο Διαιτητικής Απόφασης - Αγωγή Ακύρωσης και Αγωγή Αναγνώρισης της ανυπαρξίας Διαιτητικής Απόφασης
  30. ∆ιόρθωση ή ερµηνεία της διαιτητικής αποφάσεως χωρεί κατά τους όρους του άρθρου 894 ΚΠολ∆.
  31. Η διαιτητική απόφαση δεν προσβάλλεται µε ένδικα µέσα ούτε επιτρέπεται η άσκηση προσφυγής εναντίον της ενώπιον άλλων διαιτητών. Με την υπαγωγή της διαφοράς σε διαιτησία σύµφωνα µε τις διατάξεις του παρόντος Κανονισµού, τα µέρη δεσµεύονται να συµµορφωθούν χωρίς καθυστέρηση προς τη διαιτητική απόφαση.
  32. H διαιτητική απόφαση παράγει δεδικασμένο αντίστοιχο των δικαστικών αποφάσεων, εκτελείται κατά τις διατάξεις των άρθρων 904 επ. του ΚΠολΔ και περιβάλλεται τον τύπο του απογράφου κατά το άρθρο 918 ΚΠολΔ.
  33. Είναι δυνατό να επιδιωχθεί µε αγωγή η ακύρωση της διαιτητικής αποφάσεως, εάν συντρέχουν οι λόγοι του άρθρου 897 ΚΠολ∆, σύµφωνα µε τις διατάξεις των άρθρων 898 έως 900 ΚΠολ∆. Η αναγνώριση της ανυπαρξίας της διαιτητικής αποφάσεως µπορεί να επιδιωχθεί µε αγωγή κατά τους όρους της διατάξεως του άρθρου 901 ΚΠολ∆.
  34. Η προθεσμία και η άσκηση της αγωγής για ακύρωση της διαιτητικής απόφασης ή για αναγνώριση της ανυπαρξίας της δεν αναστέλλουν την εκτέλεση της διαιτητικής απόφασης. Εφόσον η αγωγή ασκήθηκε παραδεκτά, το αρμόδιο δικαστήριο μπορεί κατά τη διαδικασία των άρθρων 686 επ. ΚΠολΔ να χορηγήσει αναστολή με εγγύηση ή και χωρίς εγγύηση ώσπου να εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση επί της αγωγής, αν πιθανολογεί την ευδοκίμηση κάποιου λόγου ακύρωσης ή ανυπαρξίας αντίστοιχα. ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ: ∆ΙΕΘΝΗΣ ∆ΙΑΙΤΗΣΙΑ Μέρος Πρώτο: ∆ιεθνής διαιτησία – ∆ικαιοδοσία του διαιτητικού δικαστηρίου Άρθρο 21: ∆ιεθνής ∆ιαιτησία
  35. ∆ιεθνής είναι η διαιτησία όταν: (α) τα µέρη έχουν, κατά τη σύναψη της συµφωνίας διαιτησίας, την εγκατάστασή τους 23 σε διαφορετικά κράτη ή (β) ένας από τους ακόλουθους τόπους, δεν βρίσκεται στο κράτος στο οποίο τα µέρη έχουν την εγκατάστασή τους: (βα) ο τόπος της διαιτησίας, αν αυτός καθορίζεται από τη συµφωνία διαιτησίας ή προκύπτει από αυτήν, (ββ) οποιοσδήποτε τόπος στον οποίο πρόκειται να εκπληρωθεί σηµαντικό µέρος των υποχρεώσεων που απορρέουν από την εµπορική σχέση ή ο τόπος µε τον οποίο συνδέεται στενά το αντικείµενο της διαφοράς ή (γ) τα µέρη ρητά συµφώνησαν ότι το αντικείµενο της συµφωνίας διαιτησίας σχετίζεται µε περισσότερες χώρες.
  36. Στις διεθνείς διαιτησίες που διεξάγονται στη ΡΑΕ εφαρµοστέοι κανόνες κατά τη διαιτητική διαδικασία είναι οι κανόνες του δικαίου του τόπου της διαιτησίας. Ωστόσο, είναι δυνατή µε βάση ρητή σχετική συµφωνία των µερών η εφαρµογή των κανόνων των άρθρων 867-901 του ΚΠολ∆ και στην περίπτωση διεθνούς διαιτησίας. Η υπαγωγή στους παραπάνω κανόνες δεν αναιρεί τον χαρακτήρα της διαιτησίας ως διεθνούς. Άρθρο 22: Εξουσία του Διαιτητικού Δικαστηρίου να αποφαίνεται για τη δικαιοδοσία του – Αυτοτέλεια της ρήτρας διαιτησίας
  37. Επί της αρμοδιότητας του Διαιτητικού Δικαστηρίου να αποφαίνεται επί της δικαιοδοσίας του, της αυτοτέλειας της ρήτρας διαιτησίας, της δυνατότητας προβολής ένστασης έλλειψης δικαιοδοσίας καθώς και επί της δυνατότητας του Διαιτητικού Δικαστηρίου να αποφαίνεται επί των ενστάσεων ελλείψεως δικαιοδοσίας ή/και υπέρβασης των ορίων της εξουσίας του εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις των παρ. 5 – 7 του άρθρου 15 του Κανονισμού.
  38. Μετά την υποβολή της απάντησης του καθ’ ου η Αίτηση Διαιτησία δεν µπορεί να προβληθεί ένσταση έλλειψης δικαιοδοσίας του Διαιτητικού Δικαστηρίου. Η ένσταση αυτή δεν αποκλείεται από το γεγονός ότι το µέρος που την προβάλλει όρισε διαιτητή ή συνέπραξε στο διορισµό του. Ένσταση ότι το Διαιτητικό Δικαστήριο υπερβαίνει τα όρια της εξουσίας του προτείνεται αµέσως µόλις το σχετικό ζήτηµα ανακύψει στη διαιτητική διαδικασία. Και στις δυο περιπτώσεις το Διαιτητικό Δικαστήριο µπορεί να δεχθεί ένσταση που υποβάλλεται σε 24 µεταγενέστερο χρόνο, αν θεωρεί δικαιολογηµένη την καθυστερηµένη υποβολή της.
  39. Το Διαιτητικό Δικαστήριο αποφαίνεται για τις ενστάσεις της παραγράφου 2 είτε µε προδικαστική απόφαση είτε µε την απόφαση επί της ουσίας της διαφοράς. Αν το Διαιτητικό Δικαστήριο αποφανθεί µε προδικαστική απόφαση ότι έχει δικαιοδοσία, συνεχίζεται η διαιτητική διαδικασία και εκδίδεται απόφαση επί της ουσίας, αναπόσπαστο µέρος της οποίας θεωρείται η προδικαστική απόφαση. Η προδικαστική αυτή απόφαση προσβάλλεται µόνο µαζί µε την απόφαση επί της ουσίας κατά τους όρους και τη διαδικασία της αγωγής ακύρωσης. Μέρος ∆εύτερο: Το διαιτητικό δικαστήριο Άρθρο 23: Ορισµός διαιτητών και επιδιαιτητή και συγκρότηση του διαιτητικού δικαστηρίου
  40. Στον ορισµό των διαιτητών και του επιδιαιτητή καθώς και στη συγκρότηση του διαιτητικού δικαστηρίου εφαρµόζονται αναλόγως τα άρθρα 7, 8 και 12 του Κανονισµού µε την επιφύλαξη της παραγράφου
(2)του παρόντος.
  1. Τα µέρη υποχρεούνται να προκαταβάλουν το µισό της αµοιβής των διαιτητών και του επιδιαιτητή και των Εξόδων Διαιτησίας. Το ποσό της προκαταβολής προσδιορίζεται από το Διαιτητικό Δικαστήριο µε πράξη του. Σε περίπτωση μη καταβολής του αναλογούντος μέρους της προκαταβολής από το ένα μέρος, το αντίστοιχο μερίδιο καλύπτεται από το έτερο διάδικο μέρος, εφόσον διαταχθεί προς τούτο από το Διαιτητικό Δικαστήριο.
  2. Ο τελικός καθορισµός της αµοιβής των διαιτητών, του επιδιαιτητή και του Γραμματέως ΔΔ, καθώς και των Εξόδων Διαιτησίας, και η κατανομή τους μεταξύ των διαδίκων μερών διενεργείται µε τη διαιτητική απόφαση σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 32 του παρόντος Κανονισμού.
  3. Οι αμοιβές των διαιτητών, του επιδιαιτητή και του Γραμματέως ΔΔ καθορίζονται κατ’ εύλογη κρίση του Διαιτητικού Δικαστηρίου, δεν μπορούν να υπερβαίνουν όμως τους περιορισμούς ως προς τα ανώτατα επίπεδα αμοιβής του Παραρτήματος 2 του παρόντος Κανονισμού. Οι περιορισµοί επί της αµοιβής των διαιτητών που περιέχονται στις διατάξεις του ΚΠολ∆ δεν ισχύουν. 25 Μέρος Τρίτο: ∆ιεξαγωγή της διαιτητικής διαδικασίας Άρθρο 24: Αίτηση Διαιτησίας και Απάντηση
  4. Επί του περιεχομένου, της διαδικασίας υποβολής, της διαδικασίας και προθεσμίας διαβίβασης της Αιτήσεως Διαιτησίας και της Απάντησης στην Αίτηση Διαιτησίας καθώς και επί της δυνατότητας άσκησης ανταιτήσεως από τον Καθ’ ου η Αίτηση και του περιεχομένου αυτής εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις του άρθρου 13 του Κανονισμού. .
  5. Εντός εξήντα
(60)ηµερών από την παραλαβή της Αίτησης Διαιτησίας, ο καθ΄ου η τελευταία, υποβάλλει απάντηση (άνευ σχετικών εγγράφων) η οποία περιέχει τουλάχιστον τα κατωτέρω στοιχεία: (α) πλήρες ονοµατεπώνυµο, διεύθυνση και άλλα στοιχεία επικοινωνίας του καθού η αίτηση, (β) πλήρες ονοµατεπώνυµο, διεύθυνση και στοιχεία επικοινωνίας των προσώπων που τον εκπροσωπούν στην διαιτησία, (γ) παρατηρήσεις και σχόλια επί του αντικειµένου της διαφοράς και ιδίως επί των πραγµατικών περιστατικών, στα οποία βασίζεται η αίτηση διαιτησίας και βάσει των οποίων προβάλλονται τα αιτήµατα, (δ) απάντηση επί του αιτήµατος, (ε) κάθε ισχυρισµό και πρόταση σε σχέση µε τη συγκρότηση του διαιτητικού δικαστηρίου καθώς και µε τη γλώσσα και τον τόπο της διαιτησίας και το εφαρµοστέο σε αυτήν δίκαιο.
  1. Εντός της προαναφερθείσας προθεσµίας είναι δυνατή η άσκηση ανταιτήσεως εκ µέρους του καθ’ου η Αίτηση Διαιτησίας, η οποία πρέπει να περιέχει τα κατά την § 1 του παρόντος άρθρου στοιχεία της αιτήσεως και ασκείται όπως η αίτηση.
  2. Οι προθεσµίες που προβλέπονται στις παραγράφους 1 και 2 του παρόντος είναι δυνατόν να παραταθούν κατόπιν αίτησης του καθού η αίτηση µε απόφαση της Ειδικής Γραµµατείας Μόνιµης ∆ιαιτησίας ΡΑΕ.
  3. Η Ειδική Γραµµατεία Μόνιµης ∆ιαιτησίας κοινοποιεί αµελλητί στα µέρη τα έγγραφα που κατατίθενται ενώπιόν της, σύµφωνα µε το παρόν άρθρο. Άρθρο 25: Εφαρµοστέο δίκαιο
  4. Το Διαιτητικό Δικαστήριο εφαρµόζει τους κανόνες ουσιαστικού δικαίου που επέλεξαν τα µέρη. Αν δεν έχει συµφωνηθεί ρητά το αντίθετο, η παραποµπή στο δίκαιο ή δικαιικό σύστηµα ενός κράτους θεωρείται ως άµεση παραποµπή στο ουσιαστικό δίκαιο και όχι στους κανόνες ιδιωτικού διεθνούς δικαίου του κράτους αυτού.
  5. Αν τα µέρη δεν προέβλεψαν σχετικά, το Διαιτητικό Δικαστήριο εφαρµόζει το 26 ουσιαστικό δίκαιο που καθορίζεται από τον κανόνα ιδιωτικού διεθνούς δικαίου, τον οποίο το Διαιτητικό Δικαστήριο θεωρεί ότι αρµόζει περισσότερο στη συγκεκριµένη υπόθεση.
  6. Το Διαιτητικό Δικαστήριο κρίνει κατά δικαία κρίση (ως amiable compositeur) µόνο στην περίπτωση που τα µέρη το έχουν ρητά εξουσιοδοτήσει προς τούτο.
  7. Σε κάθε περίπτωση το Διαιτητικό Δικαστήριο αποφασίζει σύµφωνα µε τους όρους της σύµβασης και αφού λάβει υπόψη τα συναλλακτικά ήθη που αρµόζουν στη συγκεκριµένη συναλλαγή. Άρθρο 26: Τόπος της διαιτησίας Αναφορικά με τον καθορισμό του τόπου διαιτησίας εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις του άρθρου 14 του Κανονισμού. Τα µέρη έχουν την εξουσία να καθορίσουν τον τόπο διαιτησίας. Αν δεν υπάρχει σχετική συµφωνία, τον τόπο διαιτησίας καθορίζει το Διαιτητικό Δικαστήριο, λαµβάνοντας υπόψη τις περιστάσεις της υπόθεσης. Άρθρο 27: Γλώσσα της διαιτησίας
  8. Τα µέρη έχουν την εξουσία να καθορίσουν τη γλώσσα ή τις γλώσσες που χρησιµοποιούνται στη διαιτητική διαδικασία. Αν δεν υπάρχει σχετική συµφωνία, το ζήτηµα ρυθµίζεται από το Διαιτητικό Δικαστήριο. Αν δεν υπάρχει διαφορετική πρόβλεψη από τα µέρη, ο πιο πάνω καθορισµός ισχύει για κάθε έγγραφη δήλωση των µερών, την προφορική διαδικασία, τις αποφάσεις και τις κοινοποιήσεις του Διαιτητικού Δικαστηρίου.
  9. Το Διαιτητικό Δικαστήριο µπορεί να διατάξει να συνοδεύονται τα έγγραφα από µετάφραση στη γλώσσα ή στις γλώσσες που συµφώνησαν τα µέρη ή που καθόρισε το ίδιο. Άρθρο 28: ∆ιεξαγωγή της διαιτητικής διαδικασίας Αναφορικά με τη διεξαγωγή τη διαιτητικής διαδικασίας εφαρμόζονται οι διατάξεις των παρ. 1-4 του άρθρου 1 του Κανονισμού Άρθρο 29: Αποδεικτική Διαδικασία Επί της ενώπιον του Διαιτητικού Δικαστηρίου αποδεικτικής διαδικασίας, συμπεριλαμβανομένης της περίπτωσης υποβολής αιτήματος επιδείξεως εγγράφων και στοιχείων, καθώς και επί της κατανομής του βάρους αποδείξεως των ισχυρισμών των μερών εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις των παρ. 8 – 11 του 27 άρθρου 15 του Κανονισμού. Άρθρο 30: Λήψη ασφαλιστικών µέτρων
  10. Σε περίπτωση διεθνούς διαιτησίας, και µε την επιφύλαξη διαφορετικής συµφωνίας των µερών το Διαιτητικό Δικαστήριο µπορεί μετά την συγκρότησή του, και έπειτα από την υποβολή αιτήσεως ενός µέρους, να διατάξει τα ασφαλιστικά µέτρα που θεωρεί αναγκαία σχετικά µε το αντικείµενο της διαφοράς. Το Διαιτητικό Δικαστήριο µπορεί να υποχρεώσει οποιοδήποτε µέρος σε εγγυοδοσία σχετικά µε αυτά τα µέτρα. Κάθε τέτοιο µέτρο λαµβάνει τη µορφή αιτιολογηµένης απόφασης.
  11. Πριν τη συγκρότηση του Διαιτητικού Δικαστηρίου, και, εφόσον συντρέχουν οι απαιτούµενες προϋποθέσεις, ακόµη και κατόπιν της συγκρότησής του, οι διάδικοι µπορούν να αιτούνται τη λήψη ασφαλιστικών µέτρων ενώπιον των πολιτειακών δικαστηρίων και στην περίπτωση διεθνούς διαιτησίας. Η υποβολή ενός τέτοιου αιτήµατος ενώπιον των πολιτειακών δικαστηρίων και εφόσον συντρέχει αδυναμία λήψης αντίστοιχων μέτρων από το Διαιτητικό Δικαστήριο ενόσω δεν έχει ακόμη συγκροτηθεί, δεν πρέπει να λογίζεται πως συνιστά παραβίαση της διαιτητικής συµφωνίας ή παραίτηση από αυτή. Κάθε αίτηµα περί λήψεως ασφαλιστικών µέτρων, καθώς και κάθε απόφαση, δυνάµει της οποίας διατάσσονται ασφαλιστικά µέτρα από αρµόδια δικαστική αρχή, πρέπει να κοινοποιείται αµελλητί στην Ειδική Γραµµατεία της Μόνιμης Διαιτησίας της ΡΑΕ, η οποία µε τη σειρά της ενηµερώνει σχετικώς το Διαιτητικό Δικαστήριο. Το Διαιτητικό Δικαστήριο δεν έχει το δικαίωμα ανάκλησης ή μεταρρύθμισης των ασφαλιστικών μέτρων που διατάχθηκαν προ της συγκροτήσεώς του από τα αρμόδια πολιτειακά δικαστήριο, για τις οποίες αιτήσεις αποκλειστικά αρμόδια να αποφανθούν είναι τα τελευταία.
  12. Η εφαρµογή των παραγράφων 1 και 2 του παρόντος άρθρου δεν αποκλείει τη δυνατότητα προσφυγής στη ΡΑΕ για λήψη προσωρινών µέτρων κατά το άρθρο 35 του Ν. 4001/
  13. Άρθρο 31: Διεξαγωγή διαιτησίας με Συνυποσχετικό Εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά στο Συνυποσχετικό Διαιτησίας, η διαδικασία της διαιτησίας και οι λοιπές ρυθμίσεις των άρθρων 22 έως 23 και 25 έως και 30 του παρόντος Κανονισμού εφαρμόζονται αναλογικά και στη διαδικασία διαιτησίας που κινήθηκε με την υποβολή Συνυποσχετικού Διαιτησίας στην Ειδική Γραμματεία της Μόνιμης Διαιτησίας ΡΑΕ. 28 Μέρος Τέταρτο: Η απόφαση του διαιτητικού δικαστηρίου Άρθρο 32: Απόφαση του διαιτητικού δικαστηρίου Αναφορικά με τη διαδικασία λήψης, τον τύπο, την υπογραφή και το περιεχόμενο της διαιτητικής απόφασης εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις των παρ. 1 – 4 του άρθρου 19 του Κανονισμού. Άρθρο 33: Συµβιβασµός
  14. Αν µετά την έναρξη της διαιτητικής διαδικασίας τα µέρη επιλύσουν συµβιβαστικώς τη διαφορά και εφόσον αυτά το επιθυµούν, ο συµβιβασµός αυτός καταγράφεται από το διαιτητικό δικαστήριο υπό τη µορφή διαιτητικής απόφασης.
  15. Σε περίπτωση συμβιβασμού και παραίτησης των μερών από οιεσδήποτε αξιώσεις τους πριν από την έκδοση τελικής απόφασης, το Διαιτητικό Δικαστήριο καθορίζει το καταβλητέο από έκαστο των μερών ποσό των αμοιβών και των εξόδων, με βάση το αναλογικό μερίδιο που προκύπτει συναρτήσει της έως τότε προόδου της διαιτητικής διαδικασίας, λαμβανομένων υπόψη και των ανώτατων ορίων αμοιβών και Εξόδων Διαιτησίας όπως καθορίζονται στο Παράρτημα 2 του παρόντος Κανονισμού. Άρθρο 34: Κοινοποίηση και εκτελεστότητα της διαιτητικής απόφασης Αναφορικά με τη διαδικασία κοινοποίησης της διαιτητικής απόφασης, λήψης επικυρωμένων αντιγράφων αυτής και κατάθεσης του πρωτοτύπου της στη γραμματεία του μονομελούς πρωτοδικείου του τόπου έκδοσής της εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις των παρ. 6 – 8 του άρθρου 19 του Κανονισμού. Άρθρο 35: ∆ιόρθωση και ερµηνεία της διαιτητικής απόφασης Για τη διόρθωση και την ερµηνεία της διαιτητικής απόφασης εφαρµόζεται η διάταξη του άρθρου 33 ν. 2735/
  16. Άρθρο 36: Ακύρωση της διαιτητικής απόφασης Κατά της διαιτητικής απόφασης µπορεί να ασκηθεί µόνον αγωγή ακύρωσης κατά τους όρους της διατάξεως του άρθρου 34 ν. 2735/
  17. 29 Άρθρο 37: Τελικές διατάξεις Κατά τα λοιπά και για τα θέματα που δεν ορίζονται ειδικά ή διαφορετικά στον παρόντα Κανονισμό, εφαρµόζονται οι σχετικές διατάξεις του ΚΠολΔ και του Ν. 2735/1999 περί διεθνών διαιτησιών. 30 ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ 1 ΔΑΠΑΝΕΣ ΔΙΑΙΤΗΣΙΑΣ Ι . ∆απάνες ∆ιαιτησίας (Τα ποσοστά ορίζονται µειωµένα κατά 1/3 των αντιστοίχων ποσοστών του ICC) ∆απάνες ∆ιαιτησίας Ποσό της διαφοράς σε Ευρώ ∆απάνες ∆ιαιτησίας σε Ευρώ Έως το ποσό των 20.000 Ευρώ 6.000 € Από 20.001 έως 100.000 Ευρώ 3,15% Από 100.001 έως 200.000 Ευρώ 1,686% Από 200.001 έως 500.000 Ευρώ 1,393% Από 500.001 έως 1.000.000 Ευρώ 1,006% Από 1.000.001 έως 2.000.000 Ευρώ 0,633% Από 2.000.001 έως 5.000.000 Ευρώ 0,306% Από 5.000.001 έως 10.000.000 Ευρώ 0,166% Από 10.000.001 έως 30.000.000 Ευρώ 0,066% Από 30.000.001 έως 50.000.000 Ευρώ 0,06% Από 50.000.001 έως 80.000.000 Ευρώ 0,0066% Από 80.000.001 έως 100.000.000 Ευρώ 0,0023% Από 100.000.001 έως 500.000.000 Ευρώ Πάνω από 500.000.000 Ευρώ 0,0023% 80.065 € 31 ΙΙ. Τρόπος υπολογισµού των δαπανών διαιτησίας (Ο πίνακας παρατίθεται προς διευκόλυνση για να γίνει κατανοητός ο τρόπος υπολογισµού των ποσών) ∆απάνες ∆ιαιτησίας Ποσό της διαφοράς σε Ευρώ ∆απάνες ∆ιαιτησίας σε Ευρώ Έως το ποσό των 20.000 Ευρώ 6.000€ Από 20.001 έως 100.000 Ευρώ 6.000 + 3,15% επί του ποσού της διαφοράς άνω των 20.000 €
  18. 520 + 1,686% επί του ποσού της Από 100.001 έως 200.000 Ευρώ διαφοράς άνω των 100.000 € Από 200.001 έως 500.000 Ευρώ 10.206 + 1,393% επί του ποσού της διαφοράς άνω των 200.000 € Από 500.001 έως 1.000.000 Ευρώ 14.385 + 1,006% επί του ποσού της διαφοράς άνω των 500.000 € Από 1.000.001 έως 2.000.000 Ευρώ 19.415 + 0,633% επί του ποσού της διαφοράς άνω του 1.000.000 € Από 2.000.001 έως 5.000.000 Ευρώ 25.745 + 0,306% επί του ποσού της διαφοράς άνω των 2.000.000 € Από 5.000.001 έως 10.000.000 Ευρώ 34.925 + 0,166% επί του ποσού της διαφοράς άνω των5.000.000 € Από 10.000.001 έως 30.000.000 Ευρώ 43.225 + 0,066% επί του ποσού της διαφοράς άνω των 10.000.000 € Από 30.000.001 έως 50.000.000 Ευρώ 56.425 + 0,06% επί του ποσού της διαφοράς άνω των 30.000.000 € 32 Από 50.000.001 έως 80.000.000 Ευρώ 68.425 + 0,0066% επί του ποσού της διαφοράς άνω των 50.000.000 € Από 80.000.001 έως 100.000.000 Ευρώ 70.405 + 0,0023% επί του ποσού της διαφοράς άνω των 80.000.000 € Από 100.000.001 έως 500.000.000 Ευρώ 70.865 + 0,0023% επί του ποσού της διαφοράς άνω των 100.000.000 € Πάνω από 500.000.000 Ευρώ 80.065 € 33 ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ 2: Ι. AΝΩΤΑΤΑ ΟΡΙΑ ΚΑΘΑΡΩΝ ΑΜΟΙΒΩΝ ΔΙΑΙΤΗΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ Αμοιβές Διαιτητών Ποσό της διαφοράς σε Ευρώ Έως το ποσό των 20.000 Ευρώ Από 20.001 έως 100.000 Ευρώ Ανώτατο Όριο Αμοιβής ανά Μέλος ΔΔ 2.000, 00 € Στήλη επεξήγησης Υπολογισμού Ανώτατου Ορίου Αμοιβής ανά Μέλος 2.000, 00 € 10,76 % 2.000 € +10,76% επί του ποσού της διαφοράς άνω των 20.000 € 4,14% 10.608 € +4,14% επί του ποσού της διαφοράς άνω των 100.000 € 3,6 % 14.748€ +3,6% επί του ποσού της διαφοράς άνω των 200.000 € 2,7 % 25.548€ +2,7% επί του ποσού της διαφοράς άνω των 500.000 € 1,9 % 39.048€ +1, 9% επί του ποσού της διαφοράς άνω των 1.000.000 € 1% 58.048€ +1 % επί του ποσού της διαφοράς άνω των 2.000.000 € 0,6 % 88.048€ + 0,6% επί του ποσού της διαφοράς άνω των 5.000.000 € Από 100.001 έως 200.000 Ευρώ Από 200.001 έως 500.000 Ευρώ Από 500.001 έως 1.000.000 Ευρώ Από 1.000.001 έως 2.000.000 Ευρώ Από 2.000.001 έως 5.000.000 Ευρώ Από 5.000.001 έως 10.000.000 Ευρώ Από 10.000.001 έως 30.000.000 Ευρώ 0,2 % Από 30.000.001 έως 50.000.000 Ευρώ 0,05 % Πάνω από 50.000.000 Ευρώ 168.048 € + 0,04 % με ανώτατο όριο 200.000,00 € 34 118.048€ + 0,2 % επί του ποσού της διαφοράς άνω των 30.000.000 € 158.048€ +0,05% επί του ποσού της διαφοράς άνω των 30.000.000 € 200.000, 00 € ** Τα ποσοστά ορίζονται μειωμένα περίπου κατά 1/3 σε σχέση με τα αντίστοιχα ποσά του ICC. Τα ποσά σε ευρώ που παρατίθενται ανωτέρω στην τρίτη στήλη επεξήγησης υπολογισμού ανώτατου ορίου αμοιβής ανά Μέλος Διαιτητικού Δικαστηρίου προκύπτουν βάσει στρογγυλοποιήσεως των αντίστοιχων αριθμητικών αποτελεσμάτων του πολλαπλασιασμού με τα επιμέρους ποσοστά. ΙΙ. AΝΩΤΑΤΑ ΟΡΙΑ ΕΞΟΔΩΝ ΔΙΑΙΤΗΣΙΑΣ Έξοδα Διαιτησίας Ποσό της διαφοράς σε Ευρώ Έως το ποσό των 20.000 Ευρώ Από 20.001 έως 100.000 Ευρώ Ανώτατο Όριο Εξόδων Διαιτησίας 5.000 € Στήλη επεξήγησης Υπολογισμού Ανώτατου Ορίου Εξόδων Διαιτησίας 5.000€ + 3,15% επί του ποσού της διαφοράς άνω των 20.000€ 3,15% Από 100.001 έως 200.000 Ευρώ 1,686%
  19. 520€ + 1,686% επί του ποσού της διαφοράς άνω των 100.000 € Από 200.001 έως 500.000 Ευρώ 1,393% 9.206€ + 1,393% επί του ποσού της διαφοράς άνω των 200.000 € Από 500.001 έως 1.000.000 Ευρώ 1,006% 13.385€ + 1,006% επί του ποσού της διαφοράς άνω των 500.000 € Από 1.000.001 έως 2.000.000 Ευρώ 0,633% 18.415€ + 0,633% επί του ποσού της διαφοράς άνω του 1.000.000 € Από 2.000.001 έως 5.000.000 Ευρώ Από 5.000.001 έως 10.000.000 Ευρώ 24.745€ + 0,306% επί του ποσού της διαφοράς άνω των 2.000.000 € 0,306% 33.925€ + 0,166% επί του ποσού της διαφοράς άνω των5.000.000 € 0,166% 35 Από 10.000.001 έως 30.000.000 Ευρώ 0,066% 43.225€ + 0,066% επί του ποσού της διαφοράς άνω των 10.000.000 € Από 30.000.001 έως 50.000.000 Ευρώ 0,06% 56.425 €+ 0,06% επί του ποσού της διαφοράς άνω των 30.000.000 € Πάνω από 50.000.000 68.425 € ** Τα ποσοστά ορίζονται µειωµένα σε σχέση με τα αντίστοιχα ποσά του ICC. Τα ποσά σε ευρώ που παρατίθενται ανωτέρω στην τρίτη στήλη επεξήγησης υπολογισμού ανώτατου ορίου εξόδων διαιτησίας προκύπτουν βάσει στρογγυλοποιήσεως πολλαπλασιασμού με τα επιμέρους ποσοστά. 36 των αντίστοιχων αριθμητικών αποτελεσμάτων του ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ 3 ΥΠΟ∆ΕΙΓΜΑ ΟΡΟΥ ΣΕ ΣΥΜΒΑΣΗ ΓΙΑ ΥΠΑΓΩΓΗ ∆ΙΑΦΟΡΑΣ ΣΕ ∆ΙΑΙΤΗΣΙΑ Τα συµβαλλόµενα µέρη συµφωνούν και συναποδέχονται ότι όλες οι διαφορές που προκύπτουν ή σχετίζονται µε την παρούσα σύµβαση, επιλύονται οριστικά σύµφωνα µε τον Κανονισµό ∆ιαιτησίας της Ρυθµιστικής Αρχής Ενέργειας, από διαιτητικό δικαστήριο το οποίο διορίζεται και διεξάγει τη διαιτησία σύµφωνα µε τα οριζόµενα στον εν λόγω Κανονισµό. 37 ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ 4 ∆ΗΛΩΣΗ ΑΝΕΞΑΡΤΗΣΙΑΣ ∆ΙΑΙΤΗΤΗ ΚΑΙ ΕΠΙ∆ΙΑΙΤΗΤΗ Προς: Την Ειδική Γραµµατεία Μόνιµης ∆ιαιτησίας της ΡΑΕ Πειραιώς 132, 118 54, Αθήνα Υπόθεση υπ’ αριθµόν … ∆ήλωση ανεξαρτησίας διαιτητή και επιδιαιτητή Ο κάτωθι υπογεγραµµένος [ονοµατεπώνυµο]  Αναφορικά µε την ανωτέρω υπόθεση, δηλώνω δια της παρούσης ότι είµαι πλήρως ανεξάρτητος από αυτήν, τα διάδικα µέρη και τους νοµικούς τους συµβούλους, και εξ όσων γνωρίζω, δεν συντρέχει κάποιο γεγονός για το οποίο µπορεί να εγερθεί αµφιβολία ως προς την ανεξαρτησία µου και την αντικειµενικότητα της κρίσης µου. ή  Αναφορικά µε την ανωτέρω υπόθεση, επισηµαίνω στην ΡΑΕ ότι τα κάτωθι πραγµατικά περιστατικά (…) θα µπορούσαν να εγείρουν αµφιβολίες ως προς την ανεξαρτησία µου.  ∆ηλώνω υπεύθυνα και έχοντας γνώση των συνεπειών του νόµου, ότι δεν στερούµαι την δικαιοπρακτική µου ικανότητα, ούτε έχω στερηθεί λόγω καταδίκης την άσκηση των πολιτικών µου δικαιωµάτων. Τόπος, ηµεροµηνία Υπογραφή 38 ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ 5 ΑΙΤΗΣΗ ΓΙΑ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ ΣΤΟΝ ΚΑΤΑΛΟΓΟ ∆ΙΑΙΤΗΤΩΝ & ΕΠΙ∆ΙΑΙΤΗΤΩΝ ΠΟΥ ΟΡΓΑΝΩΝΕΤΑΙ ΣΤΗ ΡΑΕ Ι. Προσωπικά Στοιχεία Ονοµατεπώνυµο Πατρώνυµο Ηµεροµηνία γέννησης (ηµέρα / µήνας / έτος) Εθνικότητα Επαγγελµατική ιδιότητα και έτος εγγραφής στον οικείο επαγγελµατικό φορέα ∆ιεύθυνση επικοινωνίας (οδός, αριθµός, ταχυδροµικός κώδικας, δήµος / πόλη, χώρα) Τηλέφωνα επικοινωνίας – τηλεοµοιοτυπίας ∆ιεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδροµείου ΙΙ. Ακαδηµαϊκά προσόντα Ακαδηµαϊκοί τίτλοι και έτος κτήσης τους ∆ιδακτορικό ∆ίπλωµα Μεταπτυχιακές Σπουδές Πτυχιακές Σπουδές Πρόσθετες Πληροφορίες ΙΙΙ. Επαγγελµατική Εµπειρία Επαγγελµατική εµπειρία µε χρονολογική σειρά από την πιο πρόσφατη Πρόσθετες πληροφορίες 39 IV. Γνώση Ξένων Γλωσσών Γλώσσα Βασικό επίπεδο Καλή γνώση Άριστη γνώση V. Λοιπές πληροφορίες Συµµετοχή σε διαιτησία Αριθµός υποθέσεων ∆ιαιτησίας στις οποίες συµµετείχατε Αντικείµενο των υποθέσεων αυτών Συµµετοχή ως Ενασχόληση µε ενεργειακές υποθέσεις Σχετικές Πληροφορίες Αναλυτικός κατάλογος στοιχείων του συνυποβαλλόµενου φακέλου Σηµείωση: Επισηµαίνεται ότι οι ως άνω πληροφορίες παρέχονται προς την Αρχή για τη σύνταξη του σχετικού καταλόγου διαιτητών και επιδιαιτητών και ότι, µέρος ή το σύνολο αυτών, δηµοσιοποιείται στην ιστοσελίδα της ΡΑΕ. Υπεύθυνη ∆ήλωση ∆ηλώνω ότι: α) Αποδέχοµαι ανεπιφύλακτα τα οριζόµενα στην από _ πρόσκληση εκδήλωσης ενδιαφέροντος της ΡΑΕ β) Τα παραπάνω υποβληθέντα υπ΄ εµού στοιχεία είναι ακριβή και αληθή, και παρακαλώ να µε συµπεριλάβετε στον κατάλογο διαιτητών της Ρυθµιστικής Αρχής Ενέργειας. Σε περίπτωση ανακρίβειας γνωρίζω ότι θα έχω τις συνέπειες που προβλέπονται από τις διατάξεις του Ν. 1599/
  20. 40 Ο/ Η ∆ηλ Ηµεροµηνία (Υπογραφή) 41

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.