Εν συντομία
Αυτός ο νόμος καθορίζει τον τρόπο με τον οποίο οι Τράπεζες μπορούν να διαγράφουν επισφαλείς απαιτήσεις για τον υπολογισμό των καθαρών τους κερδών, επιτρέποντας την έκπτωση ενός ποσοστού επί των πραγματικών χορηγήσεων.
Τι ρυθμίζει
- Την έκπτωση ποσοστού επί των πραγματικών χορηγήσεων των Τραπεζών για τον υπολογισμό των καθαρών κερδών.
- Τον ορισμό των "πραγματικών χορηγήσεων" και τι δεν περιλαμβάνεται σε αυτές.
- Τα συγκεκριμένα ποσοστά έκπτωσης ανάλογα με τον τύπο της Τράπεζας.
- Τις προβλέψεις για απόσβεση απαιτήσεων για τραπεζικές εταιρείες και τις συνέπειες μη επαλήθευσης αυτών.
Ποιους αφορά
- Τράπεζες γενικά.
- Κτηματικές Τράπεζες και Τράπεζες Επενδύσεων.
- Τραπεζικές εταιρείες.
Βασικά σημεία
- Οι Τράπεζες μπορούν να εκπίπτουν ένα ποσοστό επί του ετήσιου μέσου όρου των πραγματικών χορηγήσεών τους αντί για οριστικές διαγραφές επισφαλών απαιτήσεων.
- Οι πραγματικές χορηγήσεις δεν περιλαμβάνουν δάνεια προς το Δημόσιο, εγγυημένα δάνεια από το Δημόσιο, και καταθέσεις σε άλλες Τράπεζες.
- Τα ποσοστά έκπτωσης είναι: 2‰ για Κτηματικές Τράπεζες (εκτός χορηγήσεων σε ξενοδοχειακές/τουριστικές επιχειρήσεις όπου είναι 1%), 2% για Τράπεζες Επενδύσεων, και 1% για τις λοιπές Τράπεζες.
- Τραπεζικές εταιρείες μπορούν να εκπίπτουν αιτιολογημένες προβλέψεις για απόσβεση απαιτήσεων, οι οποίες μπορεί να υπερβαίνουν τα παραπάνω ποσοστά. Εάν οι προβλέψεις δεν επαληθευτούν εντός 3 χρήσεων, υποχρεούνται σε συμπληρωματική δήλωση φορολογίας εισοδήματος με προσαυξήσεις.
📄 Κείμενο νόμου
4. ΑΝΑΓΚ. ΝΟΜΟΣ υπ’ αριθ. 396 της 30 Απρ./4 Μαΐου 1968 (ΦΕΚ Α΄ 95) Περί καθορισμού αποσβέσεων επισφαλών απαιτήσεων των Τραπεζών. Άρθρον μόνον.-1.«Προς εξεύρεσιν των καθαρών κερδών των Τραπεζών, επιτρέπεται όπως αντί της δι’ οριστικών εγγραφών αποσβέσεως των επισφαλών απαιτήσεων, ως ορίζει η διάταξις της παρ. 3 του άρθρ. 8 του Ν.Δ. 3843/1958, ενεργείται έκπτωσις ποσοστού επί του ποσού του ετησίου μέσου όρου των πραγματικών χορηγήσεων των Τραπεζών, ως το ποσόν τούτο προκύπτει εκ των μηνιαίων λογιστικών καταστάσεων τούτων». Το εντός « » πρώτον εδάφιον αντικατεστάθη αφ’ ης ίσχυσεν, ως άνω δια του άρθρου μόνου του κατωτέρω Α.Ν. 479/1968. Ως ταιαύται πραγματικαί χορηγήσεις νοούνται αι εκ κεφαλαίου και των εγγεγραμμένων τόκων απαιτήσεις, ουχί δε και επισφαλείς ή μη εισπράξιμοι τόκοι των επισφαλών ή μη παραγωγικών απαιτήσεων, τους οποίους αι Τράπεζαι δικαιούνται να μη εμφανίζωσιν ή εγγράφωσιν εις τα βιβλία αυτών, υπέχουσαι όμως την υποχρέωσιν όπως αποδεικνύωσιν ότι πρόκειται περί τόκων υπαγομένων εις την ως άνω κατηγορίαν. Εις τας κατά το προηγούμενον εδάφιον πραγματικάς χορηγήσεις δεν περιλαμβάνονται: α)Τα προς το Δημόσιον και Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου εν γένει δάνεια, β)τα παρά του Δημοσίου ηγγυημένα δάνεια εν γένει και γ)αι καταθέσεις παρ’ άλλαις Τραπέζαις. «Η αληθής έννοια της παρ. 1 του άρθρου μόνου του Α.Ν. 396/1968 «περί καθορισμού αποσβέσεων επισφαλών απαιτήσεων των Τραπεζών», είναι ότι ως πραγματική χορήγησις νοείται και η υπό των ως άνω Τραπεζών Επεν(Αντί για τη σελ. 206,883(η) Σελ. 206,883(θ) Τεύχος 1107-Σελ. 87 Φόρος Εισοδήματος Νομικών Προσώπων 27.Β.ν.3-4 δύσεων εν όλω ή εν μέρει κάλυψις ομολογιακού δανείου ιδιωτικών επιχειρήσεων, ή η κτήσις μετοχών κατά την σύστασιν ανωνύμου εταιρείας ή αύξησιν κεφαλαίου αυτής δια το χρονικόν διάστημα κατά το οποίον οι τίτλοι των ομολογιών ή μετοχών παραμένουν εις χείρας της Τραπέζης». (Άρθρ. 11 παρ. 2 Ν.Δ. 34/1968, τόμ. 12 σελ. 30,07). «2.Το κατά την προηγουμένην παράγραφον ποσοστόν επί του ποσού του ετησίου μέσου όρου των πραγματικών χορηγήσεων των Τραπεζών, ορίζεται ως εξής: α)Εις 2‰ προκειμένου περί των κατά Νόμ. 3221/1924 Κτηματικών Τραπεζών, εξαιρουμένων των προς ξενοδοχειακάς και τουριστικάς επιχειρήσεις χορηγήσεων, δι’ ας ορίζεται εις 1%. β)Εις 2% προκειμένου περί Τραπεζών Επενδύσεων και γ)Εις 1% προκειμένου περί των λοιπών Τραπεζών». Η παρ. 2 αντικατεστάθη ως άνω δια του άρθρ. 18 Ν.Δ. 1077/1971 (ανωτ. σελ. 194,35). Αι διατάξεις της ανωτ. παρ. 2 ως προς τας υπό των Κτηματικών Τραπεζών χορηγήσεις προς ξενοδοχειακάς και εν γένει Τουριστικάς επιχειρήσεις, εφαρμόζονται επί ισολογισμών κλειομένων από 1ης Ιαν. 1972 και εφεξής, (άρθρ. 20 παρ. δ΄ Ν.Δ. 1077/1971 ανωτ. σελ. 194,35). «3.Προκειμένου περί τραπεζικών εταιρειών εκπίπτονται, εκ των ακαθάριστων εσόδων των για τον προσδιορισμό των αποτελεσμάτων της εταιρικής χρήσεως, αιτιολογημένες κατά περίπτωση προβλέψεις για απόσβεση απαιτήσεων, το ύψος των οποίων μπορεί να υπερβαίνει τα προβλεπόμενα από την παρ. 2 του άρθρου μόνου του παρόντος νόμου ποσοστά έκπτωσης. Κατά το μέρος που οι πιο πάνω προβλέψεις δεν επαληθευθούν και δεν ενεργηθούν οριστικές εγγραφές διαγραφής των απαιτήσεων μέσα στις επόμενες 3 χρήσεις από τη χρήση σχηματισμού τους, η τραπεζική επιχείρηση υποχρεούται εντός τριών μηνών από τη λήξη της τρίτης χρήσης να υποβάλει συμπληρωματική δήλωση φορολογίας εισοδήματος του οικείου οικονομικού έτους, στο οποίο σχηματίσθηκε η πρόβλεψη. Η δήλωση αυτή είναι εκπρόθεσμη και επιβάλλονται επί του φόρου που προκύπτει από τη δήλωση αυτήν οι προσαυξήσεις που προβλέπονται για την εκπρόθεσμη υποβολή της δήλωσης. Σελ. 206,884(θ) Τεύχος 1107-Σελ. 88 Σε περίπτωση μη υποβολής της δήλωσης αυτής εκδίδεται φύλλο ελέγχου καταλογισμού του οφειλόμενου τυχόν φόρου πλέον πρόσθετος φόρος μη δήλωσης και πρόστιμο, που δεν μπορεί να είναι μικρότερο του 20% του ποσού της πρόβλεψης». Η άνω παράγραφος, που ονομάζεται ως παρ. 3, προστέθηκε από την παρ. 1 άρθρ. 3 Νόμ. 1947/1991, ΦΕΚ Α΄ 70, (ανωτ. σελ. 196,483). Σύμφωνα δε με την παρ. 2 άνω άρθρ. 3, οι διατάξεις της άνω παρ. 3 έχουν εφαρμογή από τους ισολογισμούς που κλείνουν μετά την 30 Δεκ. 1990 και εφεξής. 3.Αι διατάξεις του παρόντος Νόμου εφαρμόζονται επί ισολογισμών κλειομένων από 1ης Δεκ. 1967 και εφεξής.
Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.