Εν συντομία
Αυτή η εγκύκλιος του ΙΚΑ του 1952 διευκρινίζει πότε η εργασία που παρέχεται από έναν εταίρο σε μια εταιρική επιχείρηση θεωρείται εξαρτημένη εργασία, δημιουργώντας ασφαλιστική σχέση με το ΙΚΑ. Εξετάζει συγκεκριμένα περιπτώσεις όπου ο εταίρος λαμβάνει ιδιαίτερη αμοιβή για την εργασία του, πέραν της εταιρικής του εισφοράς.
Τι ρυθμίζει
- Τη νομική φύση της εργασίας που παρέχεται από εταίρο σε εταιρική επιχείρηση.
- Την ύπαρξη ή μη εξαρτημένης εργασίας σε τέτοιες περιπτώσεις.
- Τη δημιουργία ασφαλιστικής σχέσης με το ΙΚΑ για τον εταίρο που παρέχει εργασία.
- Την εφαρμογή του ερμηνευτικού κανόνα του άρθρου 2 παρ. 1α του Α.Ν. 1846/51.
Ποιον αφορά
- Εταίρους που παρέχουν εργασία σε εταιρική επιχείρηση έναντι ιδιαίτερης αμοιβής.
- Επιχειρήσεις με συνιδιοκτήτες που απασχολούνται σε αυτές (π.χ. συνιδιοκτήτες αυτοκινήτου που το εκμεταλλεύονται εταιρικά).
Βασικά σημεία
- Η κρίση για το αν η εργασία είναι εξαρτημένη δεν γίνεται με γενικό κανόνα, αλλά με εξέταση όλων των περιστατικών.
- Βασικό στοιχείο εξαρτημένης εργασίας είναι η υποχρέωση συμμόρφωσης στις οδηγίες και εντολές του εργοδότη.
- Εάν ο εταίρος είναι ο διαχειριστής των εταιρικών υποθέσεων και παρέχει εργασία (π.χ. ως οδηγός), η εργασία του δεν είναι εξαρτημένη.
- Εάν ο εταίρος υποχρεούται να συμμορφώνεται σε εντολές και οδηγίες άλλων εταίρων, η εργασία του μπορεί να κριθεί ως εξαρτημένη.
- Πρέπει να ερευνάται αν η εξαρτημένη απασχόληση αποτελεί και το κύριο επάγγελμα του εταίρου, λαμβάνοντας υπόψη το ποσοστό μετοχής, τις προσόδους και την προηγούμενη απασχόληση.
📄 Κείμενο νόμου
3. ΕΓΚΥΚΛΙΟΣ Ι.Κ.Α. Αριθ.288 της 19 Δεκ. 1952 Νομική φύσις παρεχομένης εργασίας υπό συνεταίρου εις εταιρικήν επιχείρησιν. Η περίπτωσις, η οποία προεκάλεσε το ερώτημα της υμετέρας Υπηρεσίας συνίσταται εις την απασχόλησιν του ενός των δύο συνεταίρων επιχειρήσεως εις εργασίας σχετικάς με το αντικείμενον της επιχειρήσεως, χωρίς η εργασία αύτη να παρέχηται ως εταιρική εισφορά, αλλά δια την εργασίαν ταύτην να καταβάλληται εις τον συνεταίρον ιδιαιτέρα αμοιβή. Συμφώνως προς τα εν τω εγγράφω υμών εκτιθέμενα, η περίπτωσις αύτη εμφανίζεται ειδικότερον επί συνιδιοκτητών αυτοκινήτου, εκμεταλλευομένων το αυτοκίνητον εταιρικώς, εκ των οποίων ο εις απασχολείται εις το αυτοκίνητον ως οδηγός ή εισπράκτωρ αυτού, αμειβόμενος δια την απασχόλησιν ταύτην δι’ ιδιαιτέρας αμοιβής. Το εν προκειμένω γεννώμενον ζήτημα είναι κατά πόσον η υπό του συνεταίρου παρεχομένη εργασία αποτελεί εξηρτημένην εργασίαν εκ της οποίας δημιουργείται δια τον παρέχοντα την εργασίαν συνεταίρον η ασφαλιστική προς το Ι.Κ.Α. σχέσις. Το ζήτημα τούτο δεν είναι κατά την γνώμην ημών, επιδεκτικόν γενικής απαντήσεως, ισχυούσης δια πάσαν τοιαύτην περίπτωσιν. Εάν η παρεχομένη εις τας περιπτώσεις ταύτας υπό του συνεταίρου εργασία είναι εξηρτημένη ή όχι, δεν δύναται να κριθή βάσει αφηρημένου γενικού κανόνος, αλλά μόνον εκ της μελέτης απάντων των συνοδευόντων την παροχήν της εργασίας περιστατικών. Εκ της μελέτης των περιστατικών τούτων θα κριθή κατά πόσον εις την συγκεκριμένην περίπτωσιν υφίστανται τα στοιχεία εκείνα, τα οποία καθιστούν την εργασίαν εξηρτημένην. Τοιαύτα στοιχεία είναι κυρίως η Σελ. 83 600 Διάκριση Ασφαλισμένων 15Β.Β.δ.2-3 εις την παροχήν εξηρτημένης εργασίας υφισταμένη υποχρέωσις του μισθωτού να συμμορφούται προς τας οδηγίας και εντολάς του εργοδότου και ν’ ακολουθή τον παρ’ αυτού προδιαγραφόμενον τρόπον εργασίας. Εις την απασχολούσαν ημάς περίπτωσιν παροχής υπηρεσιών εκ μέρους συνεταίρου, εάν ο συνεταίρος ούτος είναι ο διαχειριζόμενος τας εταιρικάς υποθέσεις, παρέχει δε συγχρόνως την εργασίαν του κατά την εκμετάλλευσιν του εταιρικού αυτοκινήτου, ως οδηγός ή εισπράκτωρ αυτού, προφανώς η παρ’ αυτού παρεχομένη εργασία, δεν είναι εξηρτημένη. Αντιθέτως η παρεχομένη εργασία θα έδει να κριθή ως εξηρτημένη εις τας περιπτώσεις, καθ’ ας ο έτερος των συνεταίρων ή αμφότεροι διαχειρίζονται τας εταιρικάς υποθέσεις, ο παρέχων δε την εργασίαν του ως οδηγός ή εισπράκτωρ του αυτοκινήτου συνεταίρος, υποχρεούται να συμμορφούται προς τας εντολάς και οδηγίας και ν’ ακολουθή τον παρ’ αμφοτέρων των συνεταίρων ή του ετέρου τούτων προδιαγραφόμενον τρόπον εργασίας. Εκ της φύσεως της συνδεούσης τους συνεταίρους σχέσεως, η παρ’ ενός τούτων παρεχομένη εις την εταιρικήν επιχείρησιν εργασία, εις τας περισσοτέρας των περιπτώσεων, παρέχεται, κατά την γνώμην ημών, ως μη εξηρτημένη εργασία. Εκ του λόγου τούτου, η εφαρμογή του κατ’ άρθρ. 2 παρ. 1α του Α.Ν. 1846/51 ερμηνευτικού κανόνος εις τας περιπτώσεις ταύτας, δέον να γίνεται μετ’ επιφυλάξεως και δη μόνον οσάκις εκ των συνοδευόντων την παροχήν της εργασίας περιστατικών υφίστανται ενδείξεις περί υπάρξεως των στοιχείων της παροχής εξηρτημένης εργασίας, κατά τα ανωτέρω αναπτυσσόμενα (Νόμ. Δ/νσεως ΙΚΑ 39303/30.10.52). Επί τούτοις σημειούμεν, ότι ισχυούσης, επί του παρόντος, της προϋποθέσεως της κατά κύριον επάγγελμα παροχής εξηρτημένης εργασίας δια την υπαγωγήν προσώπου τινός εις την παρά τω ημετέρω Ιδρύματι ασφάλισιν, εις πάσας τας περιπτώσεις, καθ’ ας, κατά τα εν τη κοινοποιουμένη γνωματεύσει αναπτυσσόμενα, θέλει διαπιστούται εκ των συνοδευόντων την παροχήν της εργασίας εκ μέρους του εταίρου περιστατικών, ότι υφίστανται τα στοιχεία της παροχής εξηρτημένης εργασίας, δέον να ερευνάται εάν η εξηρτημένη αύτη απασχόλησις συνιστά και το κύριον επάγγελμα του παρέχοντος ταύτην εταίρου.Το ποσοστόν της μετοχής του εις την Εταιρικήν Επιχείρησιν, αι πρόσοδοί του εκ της εξηρτημένης απασχολήσεώς του, η προηγουμένη τούτου απασχόλησις, αποτελούν, πλην ετέρων, στοιχεία, εφ’ ων δύναται η υπηρεσία να στηριχθή δια την κρίσιν της, εάν η εξηρτημένη απασχόλησις συνιστά το κύριον ή παρεπόμενον του παρέχοντος την εργασίαν του προς την εταιρικήν επιχείρησιν εταίρου επάγγελμα. Σελ. 84 601 15Β.Β.δ.3 Διάκριση Ασφαλισμένων
Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.