📄 Κείμενο νόμου
19. ΑΠΟΦΑΣΗ ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΕΡΓΑΣΙΑΣ Αριθ. 18188 της 6/10 Νοεμ. 1981 (ΦΕΚ Β΄ 686) Περί κηρύξεως εκτελεστής της υπ’ αριθ. 125/81 αποφάσεως του ΔΔΔΔ Αθηνών περί των όρων αμοιβής και εργασίας των επί σχέσει εργασίας ιδιωτικού δικαίου απασχολουμένων καθαριστριών εις το Δημόσιον και Ν.Π.Δ.Δ.». Έχοντες υπ’ όψει: 1.Τας διατάξεις της παρ.1 του άρθρ.20 του Ν. 3239/55 ως αύται ετροποποιήθησαν δια των Ν.Δ.3755/57, 186/69 και 1198/72, αποφασίζομεν: Κηρύσσομεν εκτελεστήν την υπ’ αριθμ. 125/1981 απόφασιν του ΔΔΔΔ Αθηνών εκδοθείσαν εις επίλυσιν διενέξεως μεταξύ αφ’ ενός των Υπουργείων 1) Οικονομικών 2) Συντονισμού, 3) Προεδρίας Κυβερνήσεως, 4) Εξωτερικών, 5) Εθνικής Αμύνης, 6) Δικαιοσύνης, 7) Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων 8) Γεωργίας, 9) Πολιτισμού και Επίστημών, 10) Βιομηχανίας και Ενεργείας. 11) Εμπορίου, 12) Εργασίας, 13) Κοινωνικών Υπηρεσιών, 14) Δημ. Έργων, 15) Συγκοινωνιών, 16) Δημοσίας Τάξεως, 17) Εμπορικής Ναυτιλίας και αφ’ ετέρου του Πανελληνίου Συλλόγου Καθαριστριών Γραφείων Δημοσίων Υπηρεσιών ως και των παρεμβάντων. 1) Σωματείου Εργατοϋπαλλήλων επί συμβάσει ιδιωτικού δικαίου Υπουργείου Κοινωνικών Υπηρεσιών «Η ΜΕΛΙΣΣΑ» 2) Σωματείου Εργατοτεχνικού Προσ/κου Ανωτάτων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων Αθηνών, Πειραιώς και 3) Συλλόγου εργαζομένων εις το Αθλητικόν Κέντρον Αγίου Κοσμά αφορώσαν εις τους όρους αμοιβής και εργασίας των επί σχέσει εργασίας ιδιωτικού δικαίου απασχολουμένων καθαριστριών εις το Δημόσιον και Ν.Π.Δ.Δ. της οποίας το περιεχόμενον έχει ως εξής: 1.Εις τας διατάξεις της παρούσης υπάγονται αι καθαρίστριαι, οι καθαρισταί και αι επόπτριαι καθαριστριών αι απασχολουμέναι επί σχέσει εργασίας ιδιωτικού, εις το Δημόσιον, και τα Ν.Π.Δ.Δ. Εθνικά Κολυμβητήρια, επιτροπήν ΟΛΥΜΠΙΑΚΩΝ ΑΓΩΝΩΝ και ΟΤΑ. 2.Το κατώτατον όριον του βασικού ημερομισθίου των περί ων η προηγουμένη παρ. μισθωτών καθορίζεται ως ακολούθως: α) Καθαρίστριαι-καθαρισταί: Το εκάστοτε ισχύον κατώτατον όριον ημερομισθίου (ημερομίσθιον ασφαλείας) του εργατοτεχνίτου. β) Επόπτριαι καθαριστριών: Το εκάστοτε ισχύον κατώτατον όριον ημερομισθίου (ημερομίσθιον ασφαλείας) του εργατοτεχνίτου προσηυξημένον κατά 15%. γ) Το ως άνω ημερομίσθιον οφείλεται δι’ 6ωρον ημερησίαν απασχόλησιν αυξομειούμενον αναλόγως, δια μείζονα ή ελάσσονα του 6ώρου τοιαύτην. δ) Δια συνολικήν απασχόλησιν μείζονα των 42 ωρών εβδομαδιαίως από 1.10.1981 και εφεξής εφαρμογήν έχουσιν αι διατάξεις της υπ’ αριθ. 6/79 αποφάσεως του ΔΔΔΔ Αθηνών και της από 27.2.1975 Ε.Γ.Σ.Σ.Ε. (Αντί για τη σελ. 358,01(ζ) Σελ. 358,01(η) Τεύχος Ζ103-Σελ.29 ε) Δεν θίγονται δια της παρούσης αι περί υπερωριακής εργασίας κείμεναι διατάξεις. 3.Εις τους περί ων η παρούσα μισθωτούς χορηγούνται τα κάτωθι επιδόματα υπολογιζόμενα επί του ημερομισθίου του προκύπτοντος κατά τα εν παρ. 2 της παρούσης οριζόμενα: α) Ανθυγιεινής εργασίας εκ ποσοστού 10% από 16.3.1981 μέχρι 31.12.1981 και 15% εν συνόλω από 1.1.82 και εφεξής: β) Πολυετούς υπηρεσίας εκ ποσοστού 5% εκάστην τριετίαν και μέχρις οκτώ (8) τριετιών εν συνόλω. Ως υπηρεσία δια την εφαρμογήν της παρούσης υποπαρ.(β) νοείται πάσα εξηρτημένη εργασία παρ’ οιωδήποτε εργοδότη, υφ’ οιανδήποτε ειδικότητα, αποδεικνυομένη δια βεβαιώσεων των παρ’ οις αύται ειργάσθηκαν εργοδοτών. Ο οικείος εργοδότης εις την αρμοδιότητα του οποίου ανήκει, ο έλεγχος των ως άνω βεβαιώσεων δύναται τηρουμένων των αρχών της καλής πίστεως, εις περίπτωσιν αδυναμίας προσκομίσεως τούτων, να λάβη υπ’ όψιν και παν έτερον αποδεικτικόν μέσον (βιβλ. ΙΚΑ, ενόρκους βεβαιώσεις κλπ). Δια την χορήσησιν του επιδόματος πολυετούς υπηρεσίας δεν λαμβάνεται υπ’ όψιν και η υπηρεσία ήτις προσεμετρήθη δια την χορήγησιν συντάξεως εκ του Δημοσίου ή άλλου ασφαλιστικού οργανισμού. 4.Εις τους υποκειμένους εις την παρούσαν μισθωτούς χορηγείται κατ’ έτος μια φόρμα εργασίας (ποδιά). 5.Τυχόν καταβαλλόμεναι αποδοχαί ανώτεραι των υπό της παρούσης καθοριζομένων (εν τω συνόλω των λαμβανόμεναι) δεν μειούνται δια της παρούσης. 6.Η ισχύς της παρούσης υπό τας ανωτέρω διακρίσεις άρχεται από 16 Μαρτίου 1981. Κηρύχθηκε υποχρεωτική με την 13164/5-14 Απρ. 1982 (ΦΕΚ Β΄ 168) αποφ. Υπ. Εργασίας για όλους τους μισθωτούς του επαγγέλματος στο δημόσιο τομέα.
Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.