📄 Κείμενο νόμου
10. ΕΓΚΥΚΛΙΟΣ ΙΚΑ Αριθ. 42 της 23 Φεβρ. 1953 Δια την καταβολήν επιδόματος στρατεύσεως αναγκαία η μέχρι ταύτης ύπαρξις ενεργού συμβάσεως εργασίας. Ως εγνωρίσαμεν υμίν δια προγενεστέρων οδηγιών μας (εγκύκλιος 120/52 παρ. VI) εφεδρικού επιδόματος δικαιούνται οι μισθωτοί, εφ’ όσον η εργασιακή αυτών σχέσις συνεχίζεται μέχρι της στρατεύσεως. Η άποψις αύτη, ήτις εστηρίζετο εις την υφισταμένην προ του Ν.2054/1952 νομοθεσίαν και ήτις και εις τας διατάξεις τούτου ερείδεται (βλ. ιδία άρθρ. 7), υπεστηρίχθη υπό της παρ’ ημίν Νομικής Υπηρεσίας δια δύο προσφάτων γνωματεύσεων αυτήν (υπ’ αριθ. 53795/9720/5-12-1952 και 7125/10081/31-1-53). Κατά συνέπειαν δέον να ερευνώνται τα πραγματικά δεδομένα εκάστης περιπτώσεως και βάσει τούτων να επιλύεται πάσα εν τη πράξει αμφισβήτησις. Ως εικός, η έρευνα δέον να κατατείνη εις την εξακρίβωσιν, εις ας περιπτώσεις η εργασία εξηκολούθησε παρεχομένη μέχρι της προτεραίας της στρατεύσεως, εάν το μεσολαβούν κενόν χρονικόν διάστημα οφείλεται εις προ της στρατεύσεως διακοπήν της συμβάσεως εργασίας ή μη. Και εάν μεν πρόκειται περί συμβάσεως εργασίας ωρισμένου χρόνου ή έργου, ως η εν τη υμετέρα ως άνω αναφορά εκτιθεμένη περίπτωσις ή η περίπτωσις των επί συμβάσει εργασίας μίας ημέρας προσλαμβανομένων ελευθέρων εργατών του Οργανισμού Λιμένος Πειραιώς, ουδεμία αμφιβολία ότι ταύτης ληγούσης και μη ανανεουμένης προ της στρατεύσεως ουδέν ζήτημα επιδοτήσεως γεννάται. Εξ άλλου δια σχετική έρευνα πλην των πραγματικών δεδομένων δέον να κατατείνη εις την εξακρίβωσιν της αληθούς βουλήσεως των ενδιαφερομένων εργοδότου και μισθωτού, εάν τ.ε. παρά την επελθούσαν διακοπήν της παροχής εργασίας δεν ενυπήρχε παρ’ αυτοίς πρόθεσις καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας. Προς τούτο επί των τοιούτων αορίστου χρόνου συμβάσεως εκ της προ της προσκλήσεως του μισθωτού υπό τα όπλα, ήτοι της προ της κοινοποιήσεως της σχετικής διαταγής προσκλήσεως, διακοπής της εργασίας, κατ’ αρχήν τεκμαίρεται καταγγελία της εργασιακής σχέσεως. Τούτου τυχόν αμφισβητουμένου εκτός των άλλων, εις ας πόλεις έχει επεκταθή η ασφάλισις ανεργίας, δέον να ερευνάται εάν τυχόν εκ μέρους του οικείου εργοδότου έχει κατατεθή παρ’ υμίν η κατά τας διατάξεις του Ν.118/45 έγγραφος καταγγελία της συμβάσεως εργασίας. Σημειωτέον ότι είναι αδιάφορον αν η διακοπή της εργασίας οφείλεται εις ασθένειαν και τυχόν ένεκεν ταύτης επιδότησιν παρά του Ιδρύματος. Και εν προκειμένω εάν η ασθένεια παρατείνεται πέραν των υπό του Ν.2112 άρθρ. 5 χρονικών ορίων η σύμβασις εργασίας λογίζεται λυομένη. Τουναντίον κατά το άρθρ. 7 του Ν. 2054/52 παρά την καταγγελίαν της συμβάσεως εάν ο ησφαλισμένος κατά την στράτευσίν του λαμβάνη επίδομα ανεργίας-πληρουμένων πάντως των λοιπών προϋποθέσεων-θα τύχη και του επιδόματος στρατεύσεως. Εξ άλλου εάν-προκειμένου ωσαύτως περί των αορίστου χρόνου συμβάσεων εργασίας-η διακοπή της απασχολήσεως λαμβάνη χώραν μετά την κοινοποίησιν της υπό τα όπλα προσκλήσεως του μισθωτού δέον κατ’ αρχήν να τεκμαίρεται, ότι αύτη εγένετο εν όψει και προς τον σκοπόν της κατατάξεως εις τας τάξεις του στρατού και ουχί καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας, καθ’ όσον η παρά τω ησφαλισμένω εν τοιαύτη περιπτώσει πρόθεσις οικειοθελούς αποχωρήσεως εκ της εργασίας εμφανίζεται ως απίθανος, ενώ η εκ μέρους του εργοδότου καταγγελία-τουλάχιστον δια τας καταγγελίας τας γενομένας εις ην εποχήν προ του Ν.2054 υπόχρεοι δια την καταβολήν των επιδομάτων στρατεύσεως ετύγχανον οι εργοδόται-ως γενομένη προς τον σκοπόν καταστρατηγήσεως των διατάξεων περί προστασίας των στρατευομένων μισθωτών κατά ρητήν επιταγήν του νόμου (άρθρ. 7 Ν.519/48) τυγχάνει άκυρος. Συναφώς παρατηρούμεν ότι κατά τας σχετικάς διατάξεις της ισχυούσης στρατολογικής νομοθεσίας (Ν.4324/39, ως ετροποποιήθη μεταγενεστέρως) τοιαύται διαταγαί προσκλήσεως υπό τα όπλα δέον όπως κοινοποιούνται είκοσι τουλάχιστον ημέρας προ της εν αυταίς οριζομένης ημέρας κατατάξεως.
Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.