Εν συντομία
Αυτή η απόφαση ρυθμίζει την υποχρεωτική αναγραφή του αριθμού φορολογικού μητρώου (ΑΦΜ) σε φορολογικά στοιχεία και συγκεντρωτικές καταστάσεις, με έναρξη ισχύος από την 1η Ιανουαρίου 1987. Σκοπός της είναι η διευκόλυνση της μηχανογραφικής επεξεργασίας των φορολογικών στοιχείων, ενόψει της εφαρμογής του φόρου προστιθέμενης αξίας.
Τι ρυθμίζει
- Την αναγραφή του ΑΦΜ του επιτηδευματία σε όλα τα φορολογικά στοιχεία που εκδίδει.
- Την αναγραφή του ΑΦΜ του επιτηδευματία στις συγκεντρωτικές καταστάσεις που υποβάλλει.
- Την αναγραφή του ΑΦΜ του αντισυμβαλλόμενου επιτηδευματία σε φορολογικά στοιχεία και συγκεντρωτικές καταστάσεις για επαγγελματικές συναλλαγές.
- Εξαιρέσεις από την υποχρέωση αναγραφής ΑΦΜ σε συγκεκριμένα φορολογικά στοιχεία και συγκεντρωτικές καταστάσεις.
Ποιον αφορά
- Επιτηδευματίες, φυσικά ή νομικά πρόσωπα, και τα πρόσωπα της παρ. 4 του άρθρ. 1 του Κ.Φ.Σ.
- Οι ύπανδρες γυναίκες επιτηδευματίες.
Βασικά σημεία
- Από 1ης Ιανουαρίου 1987, ο επιτηδευματίας πρέπει να αναγράφει τον δικό του ΑΦΜ σε όλα τα φορολογικά στοιχεία και τις συγκεντρωτικές καταστάσεις.
- Οι ύπανδρες γυναίκες επιτηδευματίες αναγράφουν τον δικό τους ΑΦΜ, όχι του συζύγου τους.
- Ο επιτηδευματίας πρέπει να αναγράφει και τον ΑΦΜ του αντισυμβαλλόμενου σε φορολογικά στοιχεία και συγκεντρωτικές καταστάσεις για επαγγελματικές συναλλαγές.
- Εξαιρέσεις από την υποχρέωση αναγραφής ΑΦΜ αντισυμβαλλόμενου περιλαμβάνουν τιμολόγια χονδρικής πώλησης αγαθών αξίας μέχρι 1.000 δραχμές και τιμολόγια παροχής υπηρεσιών με αμοιβή μέχρι 500 δραχμές.
📄 Κείμενο νόμου
49. ΑΠΟΦΑΣΗ ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ Αριθ. Σ. 1082/51 της 8 Απρ./15 Μαΐου 1986 (ΦΕΚ Β’ 330) Αναγραφή του αριθμού φορολογικού μητρώου στα φορολογικά στοιχεία. Έχοντας υπόψη: 1.Τις διατάξεις των περιπτ. γ’ και δ’ του άρθρ. 49 του Π.Δ. 99/77 «περί Κώδικος Φορολογικών Στοιχείων», όπως ισχύει. 2.Την ανάγκη διευκόλυνσης της μηχανογραφικής επεξεργασίας των φορολογικών στοιχείων, ενόψει και της εφαρμογής από 1.1.1987 του φόρου προστιθέμενης αξίας, αποφασίζουμε: Ορίζουμε όπως από 1ης Ιαν. 1987 και στο εξής: 1.Ο επιτηδευματίας φυσικό ή νομικό πρόσωπο και τα πρόσωπα της παρ. 4 του άρθρ. 1 του Κ.Φ.Σ. αναγράφει, εντύπως ή με σφραγίδα, σε όλα τα φορολογικά στοιχεία που εκδίδει, σύμφωνα με τις διατάξεις του Κ.Φ.Σ., και τον αριθμό του φορολογικού μητρώου. Τον ίδιο αριθμό αναγράφει ο επιτηδευματίας και στις συγκεντρωτικές καταστάσεις που υποβάλλονται απ’ αυτόν στον Οικ. Έφορο, σύμφωνα με τα άρθρ. 32 μέχρι 37 του Κ.Φ.Σ. Οι ύπανδρες γυναίκες επιτηδευματίες, τα εισοδήματα των οποίων δηλώνονται από το σύζυγο με κοινή δήλωση, αναγράφουν στα φορολογικά στοιχεία και στις συγκεντρωτικές καταστάσεις της προηγούμενης παραγράφου το δικό τους αριθμό φορολογικού μητρώου (όχι του συζύγου τους) που τους χορηγείται από την αρμόδια φορολογική Αρχή. 3.Στα φορολογικά στοιχεία που εκδίδει ο επιτηδευματίας φυσικό νομικό πρόσωπο και τα πρόσωπα των παρ. 4 και 5 του άρθρ. 1 του Κ.Φ.Σ., για τις συναλλαγές του με άλλο επιτηδευματία ή πρόσωπο της παρ. 4 του άρθρ. 1 του Κ.Φ.Σ. προς επαγγελματική του εξυπηρέτηση ή την εκτέλεση του σκοπού του, εφόσον για τα φορολογικά αυτά στοιχεία υποβάλλονται στον Οικονομικό Έφορο συγκεντρωτικές καταστάσεις σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρ. 32 μέχρι 37 του Κ.Φ.Σ., αναγράφει και τον αριθμό του φορολογικού μητρώου του αντισυμβαλλόμενου. 4.Ο επιτηδευματίας φυσικό ή νομικό πρόσωπο και τα πρόσωπα των παρ. 4 και 5 του άρθρ. Ι του Κ.Φ.Σ., υποχρεούνται να αναγράφουν στις συγκεντρωτικές καταστάσεις που υποβάλλουν σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρ. 32 μέχρι 37 του Κ.Φ.Σ. και τον αριθμό του φορολογικού μητρώου παραπλεύρως του ονοματεπωνύμου ή της επωνυμίας του καταχωριζομένου σ’ αυτές επιτηδευματία ή προσώπου της παρ. 4 του άρθρ. Ι του Κ.Φ.Σ. 5.Στην περίπτωση που στις συγκεντρωτικές καταστάσεις, που υποβάλλονται στον Οικονομικό Έφορο σύμφωνα με τις διατάξεις των παρ. 1, 3 και 5 του άρθρ. 35 και του άρθρ. 36 του Κ.Φ.Σ. καταχωρίζονται φυσικά πρόσωπα του ονοματεπωνύμου τους αναγράφεται ο αριθμός της αστυνομικής τους ταυτότητας ή άλλης ταυτότητας που την αναπληρώνει. 6.Κατά παρέκκλιση των οριζομένων στις παρ. 3 και 4 της απόφασης αυτής, οι πιο πάνω υπόχρεοι μπορούν να μην αναγράφουν τον αριθμό φορολογικού μητρώου των συναλλασσομένων με αυτούς επιτηδευματιών ή προσώπων της παρ. 4 του άρθρ. 1 του Κ.Φ.Σ. στα πιο κάτω εκδιδόμενα απ’ αυτούς φορολογικά στοιχεία και τις υποβαλλόμενες γι’ αυτά συγκεντρωτικές καταστάσεις: α)Στις φορτωτικές και στα διορθωτικά σημειώματα. β)Στα τιμολόγια χονδρικής πώλησης αγαθών αξίας κάθε πώλησης μέχρι 1.000 δραχμές, και στα τιμολόγια παροχής υπηρεσιών, εφόσον το ποσό της αμοιβής δεν υπερβαίνει τις 500 δραχμές. γ)Στα πιστωτικά σημειώματα. δ)Στις αποδείξεις πώλησης και παροχής υπηρεσιών. 7.Οι συγκεντρωτικές καταστάσεις που προβλέπονται από τις διατάξεις των άρθρ. 32 μέχρι 37 του Κ.Φ.Σ., που αφορούν στο ημερολογιακό έτος 1986, θα υποβληθούν στον Οικονομικό Έφορο σύμφωνα με όσα ορίζονται στις αποφάσεις μας Σ. 2952/76/9.5.79 και Σ. 6145/137/18.10.79, οι οποίες κατά τα λοιπά παύσουν να ισχύουν από 1ης Ιαν. 1987. 8.Οι καταστάσεις που προβλέπονται από τις διατάξεις των άρθρ. 32, 33, 34, 35 παρ. 1, 4 και 5 και 36 παρ. 2, υποβάλλονται στον Οικονομικό Έφορο μέχρι 20 Μαρτίου κάθε έτους. (Αντί για τη σελ. 136,05) Σελ. 136,05(α) Τεύχος Θ63-Σελ. 109 Βιβλία και Φορολογικά Στοιχεία 27.Β.δ.48-49
Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.