Εν συντομία
Αυτός ο νόμος ερμηνεύει έναν προηγούμενο νόμο (Α.Ν. 1364/1949) σχετικά με τη διευκόλυνση του επαναπατρισμού κεφαλαίων και τροποποιεί έναν άλλο νόμο (Α.Ν. 710 του 1945). Κυρίως, παρέχει απαλλαγή από ποινική ευθύνη για όσους επαναπατρίζουν κεφάλαια υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις.
Τι ρυθμίζει
- Την ερμηνεία του Α.Ν. 1364/1949 σχετικά με τον επαναπατρισμό κεφαλαίων σε ξένο νόμισμα.
- Την απαλλαγή από ποινική ευθύνη για παραβάσεις της νομοθεσίας περί προστασίας του Εθνικού Νομίσματος.
- Τις προϋποθέσεις για την εκτέλεση απαλλακτικών αποφάσεων που αφορούν χρηματικές ποινές ή δημευθέντα αντικείμενα.
- Την προσθήκη ή μη της πρόσθετης ποινής της στέρησης της προστασίας του ενοικιοστασίου σε καταδικαστικές αποφάσεις.
Ποιους αφορά
- Άτομα που επαναπατρίζουν κεφάλαια σε ξένο νόμισμα στην Ελλάδα.
- Άτομα που έχουν καταδικαστεί για παραβάσεις της νομοθεσίας περί προστασίας του Εθνικού Νομίσματος.
Βασικά σημεία
- Όσοι επαναπατρίζουν κεφάλαια σε ξένο νόμισμα μέσω της Τράπεζας της Ελλάδος εντός εξαμήνου από τη δημοσίευση του νόμου, απαλλάσσονται από ποινική ευθύνη για την εξαγωγή τους κατά παράβαση των νόμων.
- Η απαλλαγή δεν ισχύει για όσους έχουν καταδικαστεί με τελεσίδικη δικαστική απόφαση ή για υποχρέους εισαγωγής συναλλάγματος από δικαιοπραξίες μέχρι 19 Νοεμβρίου 1944.
- Χρηματικές ποινές και δημευθέντα αντικείμενα από προηγούμενες καταδικαστικές αποφάσεις δεν αποδίδονται.
- Η εξάμηνη προθεσμία για τον επαναπατρισμό κεφαλαίων μπορεί να περιοριστεί με απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου, μετά από γνώμη της Νομισματικής Επιτροπής.
📄 Κείμενο νόμου
8. ΑΝΑΓΚ. ΝΟΜΟΣ υπ’ αριθ. 1539 της 29/29 Οκτ. 1950 Περί ερμηνεία του Α.Ν. 1364/1949 «περί μέτρων διευκολύνσεως επαναπατρισμού κεφαλαίων και τροποποιήσεως του Α.Ν. 710 του 1945». Άρθρ.1.-1.Η αληθής έννοια του Α.Ν. 1364 της 26/29 Νοεμ. 1949 «περί μέτρων διευκολύνσεως επαναπατρισμού κεφαλαίων εις ξένον νόμισμα» είναι αύτη: «Άρθρ.1-1.Οι εντός εξαμήνου από της δημοσιεύσεως του παρόντος επανεισάγοντες εις την Χώραν δια της Τραπέζης της Ελλάδος κεφάλαια εις ξένον νόμισμα ή συνάλλαγμα εξαχθέντα υπ’ αυτών εις την αλλοδαπήν κατά παράβασιν των νόμων περί προστασίας του Εθνικού Νομίσματος, απαλλάσσονται υπό των αρμοδίων δικαστηρίων, ως προς τα εισαγόμενα, οιασδήποτε ποινικής ευθύνης δια την παράβασιν ταύτην. 2.Η διάταξις της προηγουμένης παραγράφου δεν έχει εφαρμογήν: α)δια τους καταδικασθέντας δυνάμει τελεσιδίκου δικαστικής αποφάσεως και β)δια τους υποχρέους εισαγωγής συναλλάγματος μεταβιβασθέντος δι’ οιασδήποτε εν Ελλάδι δικαιοπραξίας αναγνωρίσεως μέχρι και της 19 Νοεμ. 1944, εφ’ ων έχουν εφαρμογήν αι περί τοιούτων αναγνωρίσεων κείμεναι εκάστοτε ειδικαί διατάξεις. 3.Δι’ αποφάσεως του Υπουργικού Συμβουλίου, εκδιδομένης μετά γνώμην της Νομισματικής Επιτροπής, η εν τη πρώτη παραγράφω εξάμηνος προθεσμία δύναται να περιορίζηται». .105. 26.Β.γ.7-8 Επαναπατρισμός Κεφαλαίων Άρθρ.2.-Αι κατά συνέπειαν καταδικαστικών αποφάσεων δια παραβάσεις περί ων το προηγούμενον άρθρον αποτιθείσαι χρηματικαί ποιναί και τα δημευθέντα αντικείμενα δεν αποδίδονται. Αι τυχόν εκδοθείσαι ήδη απαλλακτικαί αποφάσεις βάσει του Α.Ν. 1364 του 1949, αι διατάσσουσαι την απόδοσιν χρηματικών ποινών ή δημευθέντων αντικειμένων, εκτελούνται ως προς την διάταξιν ταύτην μόνον εφ’ όσον το αρμόδιον δικαστήριον, τη αιτήσει του ενδιαφερομένου υποβαλλομένη εντός μηνός από της δημοσιεύσεως του παρόντος, ήθελεν αποφανθή ότι συντρέχουσιν οι όροι του άρθρ. 1 του Α.Ν. 1364, ως ούτος ερμηνεύεται δια του παρόντος Νόμου. Άρθρ.3.-(Προστίθεται παρ. 5 εις το άρθρ. 2 του Α.Ν. 710/1945). Άρθρ.4.-1.Αι ήδη εκδοθείσαι καταδικατικαί αποφάσεις, περί ων το προηγούμενον άρθρον, δύνανται να συμπληρωθώσιν υπό του εκδόντος την απόφασιν δικαστηρίου, δια της απαγγελίας της προσθέτου ποινής της στερήσεως ή μη της προστασίας του ενοικιοστασίου, κατόπιν προτάσεως του Εισαγγελέως, δυναμένης να υποβληθή εντός εξήκοντα ημερών από της δημοσιεύσεως του παρόντος. Προς τον Εισαγγελέα δύναται να υποβληθή σχετική αίτησις εκ μέρους παντός έχοντος έννομον συμφέρον. Εις την περίπτωσιν της τελευταίας περιόδου του προηγουμένου άρθρου ο Εισαγγελεύς υποχρεούται να υποβάλη την πρότασιν, ήτις γίνεται δεκτή υπό του δικαστηρίου, απαγγελλομένης της προσθέτου ποινής. 2.Δικαστικαί αποφάσεις διατάσσουσαι έξωσιν του μισθωτού ένεκα καταδίκης αυτού κατά τας διατάξεις του Α.Ν. 710 και μη εκτελεσθείσαι, δεν εκτελούνται μέχρι συμπληρώσεως της καταδικαστικής αποφάσεως υπό του ποινικού δικαστηρίου κατά τας διατάξεις της προηγουμένης παραγράφου. 3.Εάν η εν τη πρώτη παραγράφω αίτησις δεν ήθελεν υποβληθή ή το δικαστήριον ήθελεν απορρίψη ταύτην ή εάν η αρχικώς εκδοθείσα καταδικαστική απόφασις δεν επέβαλε ποινήν εφέσιμον, η διατάσσουσα την έξωσιν απόφασις δεν εκτελείται διαρκούντος του χρόνου της υπό των διατάξεων του ενοικιοστασίου αναγκαστικής παρατάσεως της μισθώσεως, πλην των περί εξόδων και τελών διατάξεων αυτής, η δε εν τω ακινήτω παραμονή του καθ’ ου η έξωσις εξακολουθεί διεπομένη υπό των διατάξεων του ενοικιοστασίου. Άρθρ.5.-(Αντικαθίσταται το πρώτον εδάφιον της παρ. 1 του άρθρ. 2 του Νόμ. 710/1945). Άρθρ.6.-Η ισχύς του παρόντος Α. Νόμου, υποβληθησομένου προς κύρωσιν εις την Βουλήν άμα τη ενάρξει των εργασιών της, άρχεται από της δημοσιεύσεώς του εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.
Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.