📄 Κείμενο νόμου
2. ΑΝΑΓΚ. ΝΟΜΟΣ 99 της 26 Αυγ. /7 Σεπτ. 1936 Περί κυρώσεως συλλογικών συμβάσεων εργασίας. Άρθρον 1 1.Κυρούνται αι από 12 Αυγ. 1936 υπογραφείσαι υπό της Κυβερνήσεως και των αντιπροσώπων των εργοδοτικών και εργατικών οργανώσεων της Χώρας δύο συλλογικαί συμβάσεις εργασίας περί καθορισμού κατωτάτου ορίου μισθών των ιδιωτικών υπαλλήλων και ημερομισθίων των εργατών βιομηχανίας, καθ’ όλας αυτών τας διατάξεις και τους όρους, αίτινες επέχουν ισχύν νόμου από της καταθέσεως των εν λόγω συμβάσεων παρά τω Γραμματεί του ειρηνοδικείου Αθηνών. Τα κείμενα των συμβάσεων τούτων παρατίθενται κατωτέρω εν 15.Δβ. και 15.Δγ. 2.Η παρά τω Γραμματεί του Ειρηνοδικείου Αθηνών κατάθεσις των ως είρηται δύο συλλογικών συμβάσεων αναπληροί πλήρως την κατά τας διατάξεις του από 16 Νοεμ. 1935 Α.Ν. π. συλλογικών συμβάσεων εργασίας (ανωτ. αρ. 1) κατάθεσιν παρά τω γραμματεί του ειρηνοδικείου εκάστης περιφερείας, ισχυουσών, από της τοιαύτης παρά τω ειρηνοδικείω Αθηνών καταθέσεως αυτών, δι’ όλον το Κράτος. 3.Η υπό των αντιπροσώπων των εν ταις ως άνω συμβάσεσιν αναφερομένων γενικών εργοδοτικών και εργατικών επαγγελματικών οργανώσεων και οργανισμών υπογραφή τούτων θεωρείται αναπληρούσα πλήρως την υπογραφήν αυτών και υπό πάσης άλλης γενικής, τοπικής, ή ειδικής επαγγελματικής εργοδοτικής, ή εργατικής οργανώσεως της Χώρας και δεσμεύει και τας οργανώσεις ταύτας από κοινού με τας υπογραψάσας γενικάς οργανώσεις δια την εν ταις συμβάσεσι ταύταις αναφερομένην χρονικήν διάρκειαν. «Η αληθής έννοια του άρθρ. 1 παρ. 3 του υπ’ αριθ. 99/1936 Α.Ν. είναι ότι αι από 12 Αυγ. 1936 κυρωθείσαι συλλογικαί συμβάσεις εργασίας ισχύουν επί παντός εν γένει ιδιωτικού υπαλλήλου, ως και επί των εργατών πάσης εν γένει ιδιωτικής επιχειρήσεως, υφ’ οιανδήποτε μορφήν και αν ασκήται αύτη, εφ’ όσον δεν υπάγονται ούτοι εις ειδικήν συλλογικήν σύμβασιν και ανεξαρτήτως του αν ανήκουν ή ου εις επαγγελματικήν οργάνωσιν. Αι αυταί συλλογικαί συμβάσεις ισχύουν εφαρμοζόμεναι ανεξαρτήτως συστήματος πληρωμής (ημερομίσθιον κατ’ αποκοπήν κλπ.). Εκ παραλλήλου προς τα πρόσωπα ή τας επιχειρήσεις, δια των άνω συλλογικών συμβάσεων, υποχρεούνται επιπροσθέτως και αι εργοδοτικαί οργανώσεις ή οργανώσεις μισθωτών, εφ’ όσον υπάρχουν τοιαύται» (Άρθρ. 2 παρ. 1, Α.Ν. 866 κατωτ. αρ. 3). Άρθρον 2 Πάσα παράβασις ή μη συμμόρφωσις προς τας διατάξεις των εν λόγω συμβάσεων θεωρείται ως αδικαιολόγητος καταγγελία συμβάσεως εργασίας, υποχρεούσα τους παραβάτας εις καταβολήν διπλασίας μεν δια τους ιδιωτικούς υπαλλήλους, πενταπλασίας δε δια τους εργάτας της υπό του ν. 2112/1920 π. υποχρεωτικής καταγγελίας συμβάσεως εργασίας ιδιωτικών υπαλλήλων, (15. Ζα. 1) ως ετροποποιήθη μεταγενεστέρως, οριζομένης αποζημιώσεως. «Η αληθής έννοια του άρθρ. 2 του αυτού Α.Ν. (υπ’ αριθ. 99 / 1936) είναι ότι αι εν αυτώ αστικαί κυρώσεις είναι ανεξάρτητοι παντός ετέρου εκ της συλλογικής συμβάσεως απορρέοντος δικαιώματος» (Άρθρ. 2 παρ. 1, Α.Ν. 866 κατωτ. αρ. 3). («Πάσα δε παράβασις ή μη συμμόρφωσις των μισθωτών προς το περιεχόμενον συλλογικής συμβάσεως εργασίας ή αποφάσεως Διαιτησίας, διαρκούσης της ισχύος αυτών, θεωρείται ως αδικαιολόγητος καταγγελία της συλλογικής συμβάσεως εργασίας, επισύρουσα πλέον των ή(Αντί της σελ. 101) Σελ. 101(α) Συλλογική Σύμβαση 15.Δ.α.1-2 3 δη προβλεπομένων κυρώσεων και λύσιν της σχέσεως εργασίας, οφειλομένη εις υπαιτιότητα του παραβάτου ή του μη συμμορφουμένου»). Η εντός « » παράγραφος προσετέθη δια του άρθρ. 9 Ν.Δ. 3086/1954, (κατωτ. σελ. 138 (ε), πλην το Ν.Δ. 3086 κατηργήθη δια του άρθρ. 42 Νόμ. 3239 / 1955. Άρθρον 3 Πάσα διαφορά περί την εφαρμογήν των ως άνω συμβάσεων δικάζεται κατά τας διατάξεις του ν.ΓπΟΔ΄ (τόμ. 10) αναλόγως εφαρμοζομένας.
Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.