Εν συντομία
Αυτή η εγκύκλιος αφορά την αναδρομική εφαρμογή ευνοϊκότερων διατάξεων του νόμου Α.Ν. 1846/51 για την αναγνώριση δικαιωμάτων σε παροχές του Κλάδου Συντάξεων, ακόμη και για ασφαλιστικές περιπτώσεις που συνέβησαν πριν την έναρξη ισχύος του νόμου.
Τι ρυθμίζει
- Την αναδρομική εφαρμογή του Α.Ν. 1846/51 για την αναγνώριση συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων.
- Την αντιμετώπιση περιπτώσεων όπου οι προϋποθέσεις του Α.Ν. 1846/51 πληρούνται, αλλά όχι αυτές του καταργηθέντος Ν. 6298/34.
- Την αναθεώρηση απορριφθέντων αιτήσεων για συντάξεις και εκκρεμών αιτήσεων θεραπείας.
- Την αναθεώρηση αποφάσεων που έχουν ήδη ληφθεί από ασφαλιστικά όργανα.
Ποιον αφορά
- Ασφαλισμένους που αιτούνται παροχές από τον Κλάδο Συντάξεων.
- Ασφαλιστικά όργανα που κρίνουν αιτήσεις για συντάξεις.
Βασικά σημεία
- Επιτρέπεται η απόκλιση από την αρχή της μη αναδρομικής εφαρμογής του δικαίου, όταν ο Α.Ν. 1846/51 είναι πιο ευνοϊκός από τον Ν. 6298/34.
- Το δικαίωμα κρίνεται με βάση τις διατάξεις του Α.Ν. 1846/51, εφόσον είναι ευνοϊκότερες.
- Η καταβολή της σύνταξης δεν μπορεί να ανατρέξει σε χρονική περίοδο πριν την 1η Αυγούστου 1951.
- Πρέπει να αναθεωρηθούν αιτήσεις που απορρίφθηκαν ή εκκρεμούν, καθώς και αποφάσεις που έχουν ήδη ληφθεί, σύμφωνα με τις οδηγίες της εγκυκλίου.
📄 Κείμενο νόμου
11. ΕΓΚΥΚΛΙΟΣ Ι.Κ.Α. Αριθ. 62 της 19 Μαρτ. 1953 Περιπτώσεις καθ’ ας ενδείκνυται η αναδρομική εφαρμογή των προς αναγνώρισιν δικαιώματος επί τας παροχάς του Κλάδου Συντάξεων διατάξεων του Α.Ν. 1846/51. Παρουσιάζονται εν τη πράξει περιπτώσεις, καθ’ ας αιτείται υπό το κράτος ισχύος του Α.Ν. 1846/51, αναγνώρισις παροχής του κλάδου συντάξεων δι’ ασφαλιστικήν περίπτωσιν επελθούσεν προ του χρόνου ισχύος του νόμου τούτου, ενώ δε πληρούνται αι υπό του Α.Ν. 1846/51 τασσόμεναι προϋποθέσεις, δεν πληρούνται και αι υπό του καταργηθέντος Ν. 6298/34 τοιαύται. Υποβάλλεται π.χ. νυν αίτησις χήρας προς αναγνώρισιν συντάξεως λόγω θανάτου του συζύγου της επελθόντος προ της 1 Αυγ. 1951. Ενώ δε ούτος έχει πραγματοποιήσει εις την ασφάλισιν του κλάδου συντάξεων πλείονας των 2.500 ημερών εργασίας, όσας εν ενδεχομένη περιπτώσει κατ’ ελάχιστον όριον απαιτεί ο Α.Ν. 1846/51, εν τούτοις αι 300 εκ τούτων δεν επραγματοποιήθησαν εντός της τελευταίας από του θανάτου του 4ετίας, ως απήτει ο καταργηθείς νόμος 6298/34, υπό το κράτος του οποίου επήλθεν η αναφερόμενη ασφαλιστική περίπτωσις. Επί τοιούτων περιπτώσεων ενδείκνυται, όπως συγχωρηθή απόκλισις εκ του αξιώματος περί μη αναδρομικής εφαρμογής των κανόνων του δικαίου, ώστε η θεσπιζομένη δια του νέου νόμου ευνοϊκωτέρα προστασία του ησφαλισμένου να περιλάβη και τοιαύτας σχέσεις, έστω και προ του χρόνου της ισχύος του γεννηθείσας. Τούτο δε διότι άλλως θ’ απέβαινεν οξύμωρον, εφ’ όσον δια του νέου νόμου, δι’ ου απηχείται το σύγχρονον περί δικαίου αίσθημα, εκδηλούται μεταβολή επί το επιεικέστερο των αντιλήψεων του νομοθέτου, εν τούτοις εις λαμβανομένην υπό το κράτος της ισχύος του νόμου τούτου απόφασιν ν’ αντικατοπτρίζει η δια της μεταβολής των περί δικαίου αντιλήψεων κατακινηθείσα αυστηροτέρα αντίληψις του παρελθόντος. Εις ας επομένως περιπτώσεις δια την αναγνώρισιν του δικαιώματος επί τας παροχάς του Κλάδου Συντάξεων αι διατάξεις του Α.Ν. 1846/51 τυγχάνουν πλεόν ευνοϊκαί δια τον ησφαλισμένον ή αι του Ν. 6298/34, το όλον δικαίωμα δέον να κρίνεται κατά τας διατάξεις του νεωτέρου τούτου Α.Ν. 1846/51. Δεδομένου όμως ότι η ισχύς των περί παροχών διατάξεων του Α.Ν. 1846/51 ήρξατο την 1-8-51, έπεται, ότι ασχέτως των υπό της διατάξεως του άρθρ. 29 παρ. 5 του νόμου τούτου καθοριζομένων περί αναδρομής της συντάξεως, εις περιπτώσεις αναγνωρίσεως συνταξιοδοτικού δικαιώματος επί τη βάση των ανωτέρω εκτεθέντων, η καταβολή ταύτης δεν δύναται ν’ ανατρέξη δια προ της 1-8-51 χρονική περίοδον. Δια την ομοιόμορφον δε ασφαλιστικήν μεταχείρισιν των ησφαλισμένων μας, ορίζομεν όπως εις ας περιπτώσεις επί τη βάσει αντιθέτων προς τας ανωτέρω σκέψεων, απερρίφθησαν αιτήσεις προς απονομήν συντάξεων, προβήτε εις αναθέωρησίν των. Τουτ' αυτό δέον να ενεργηθή και εις ας περιπτώσεις εκκρεμεί αίτησις θεραπείας ενώπιον ασφαλιστικού οργάνου εις δεύτερον βαθμόν αποφαινομένου (π.χ. Τ.Δ.Ε.) της τοιαύτης αιτήσεως θεωρουμένης ως αποβλεπούσης εις ανάκλησιν της εκδοθείσης αποφάσεως. Αλλά και εις ας έτι περιπτώσεις κατόπιν αιτήσεως θεραπείας έχει ληφθεί απόφασις υπό ασφαλιστικού οργάνου εις δεύτερον βαθμόν δικαιοδοσίας κρίνοντος (π.χ. της Τ.Δ.Ε.) το εις πρώτον βαθμόν αποφανθέν επί της υποθέσεως ασφαλιστικόν όργανον θεωρείται αρμόδιον όπως αναθεωρήση την εαυτού απόφασιν συμφώνως προς τας δια της παρούσης εγκυκλίου παρεχομένας οδηγίας ώστε ο ησφαλισμένος να μη στερηθή εν ενδεχομένη περιπτώσει του νομίμου δικαιώματός του, όπως τη ούτως εκδοθησομένην απόφασιν προσβάλη ενώπιον του εις δεύτερον βαθμόν κρίνοντος ασφαλιστικού οργάνου (Τ.Δ.Ε).
Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.