← Ελλάδα

3. ΝΟΜΟΣ 4596 της 26 Απρ./2 Μαΐου 1930 Περί Ιεροκηρύκων Άρθρ.1.-Παρ’ εκάστη Μητροπόλει διορίζεται προτάσει της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου δια Δ/τος εις το

Εν συντομία

Αυτός ο νόμος του 1930 καθορίζει τους όρους διορισμού, προαγωγής, μετάθεσης και απόλυσης των ιεροκηρύκων, καθώς και τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τους ως δημοσίων υπαλλήλων.

Τι ρυθμίζει

Ποιους αφορά

Βασικά σημεία

📄 Κείμενο νόμου
3. ΝΟΜΟΣ 4596 της 26 Απρ./2 Μαΐου 1930 Περί Ιεροκηρύκων Άρθρ.1.-Παρ’ εκάστη Μητροπόλει διορίζεται προτάσει της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου δια Δ/τος εις τουλάχιστον ιεροκήρυξ, κληρικός άγαμος, πτυχιούχος της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών ή άλλης ομοταγούς ορθοδόξου Θεολογικής Σχολής, έχων βαθμόν εισηγητού. Άρθρ.2.-«Οι ιεροκήρυκες προάγονται κατά πενταετίαν κατόπιν ευδοκίμου υπηρεσίας εις τον αμέσως ανώτερον υπαλληλικόν βαθμόν μέχρι και του βαθμού Διευθυντού β΄ τάξεως, προτάσει της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου. Η Διαρκής Ι. Σύνοδος προτείνει και την μετάθεσιν αυτών εις άλλην Μητρόπολιν. Εκ των κατά την δημοσίευσιν του παρόντος υπηρετούντων ιεροκηρύκων οι εν τω βαθμώ του Εισηγητού έχοντες 7ετή υπηρεσίαν είτε ως ιεροκήρυκες είτε εν εκπαιδευτική δημοσία υπηρεσία προάγονται κατά ένα βαθμόν, οι έχοντες δε 12ετή τοιαύτην κατά δύο βαθμούς και οι από τριετίας κατέχοντες τον βαθμόν τμηματάρχου β΄ τάξεως προάγονται κατά ένα βαθμόν. Οι ιεροκήρυκες όντες δημόσιοι υπάλληλοι υπάγονται κατά πάντα εις τας εκάστοτε περί δημοσίων υπαλλήλων κρατούσας διατάξεις και αι αποδοχαί αυτών είναι αι αντίστοιχοι του υπαλληλικού βαθμού ον φέρουσι, απονέμεται δε εις αυτούς σύνταξις συμφώνως προς τας ισχυούσας περί των συντάξεων των λοιπών δημοσίων υπαλλήλων διατάξεις. Αι αποδοχαί, η σύνταξις, τα οδοιπορικά έξοδα, τα έξοδα νοσηλείας κλπ. καταβάλλονται εις τους ιεροκήρυκας υπό του ΟΔΕΠ. Από της δημοσιεύσεως του παρόντος ο κλάδος των ιεροκηρύκων υπάγεται εις το Ταμείον Προνοίας Δημοσίων Υπαλλήλων. Οι εκ των ιεροκηρύκων έχοντες προγενεστέρας καταβολάς εις το Τ.Π.Δ.Υ. λόγω προϋπηρεσίας των εις άλλην δημοσίαν υπηρεσίαν, υποχρεούνται εις αναδρομικήν καταβολήν πασών των από της λήξεως της υπηρεσίας των εκείνης κρατήσεων, εφ’ όσον εν συνεχεία υπηρετούσιν ως ιεροκήρυκες, θεωρουμένης ούτω της συμμετοχής των εις αυτό συνεχούς από της πρώτης αυτών υπαγωγής εις τούτο. Οι εκ των ιεροκηρύκων χειροτονούμενοι αρχιερείς στερούνται παντός δικαιώματος απονομής βοηθήματος, ουδ’ επιστρέφονται αυτοίς αι γενόμεναι καταβολαί, παραμένουσαι υπέρ του Ταμείου Προνοίας Δημοσίων Υπαλλήλων». Το άρθρ. 2 ετροποποιήθη ως άνω δια του Α.Ν. 28 Οκτ./12 Νοεμ. 1935. Βλ. και κατωτ. άρθρ. 6 Ν.Δ. 1919/1942. Άρθρ.3.-Οι ιεροκήρυκες προάγονται, μετατίθενται και απολύονται δια Δ/τος, προτάσει της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου, θεωρουμένης εν τη τελευταία περιπτώσει ως πειθαρχικού Συμβουλίου. Κατά το άρθρ. 19 του Νόμ. 5187/1931 «τον διορισμόν, μετάθεσιν και απόλυσιν των ιεροκηρύκων προτείνουσι τη Δ. Ι. Συνόδω οι Μητροπολίται, δια την κατά τον Νόμ. 4596 ενέργειαν». Βλ. όμως ήδη άρθρ. 62 Α.Ν. 2200/1940 (ανωτ. σελ. 82). Άρθρ.4.-Ο ιεροκήρυξ ουδεμίαν δημοσίαν ή ιδιωτικήν υπηρεσίαν δύναται να αναλάβη ουδέ να ασκή εφημεριακά καθήκοντα, δύναται δε μόνον να λαμβάνη μέρος εις ιεροτελεστίας αδεία του οικείου Μητροπολίτου. Άρθρ.5.-Δια Δ/τος, εκδοθησομένου μετά γνώμην της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου, καθορισθήσονται τα καθήκοντα των ιεροκηρύκων και τα της πρακτικής αυτών μορφώσεως. Σελ. 113 161-107 Ιεροκήρυκες 33.Β.γ.1-3 Άρθρ.6.-Προς πρακτικήν μόρφωσιν των Ιεροκηρύκων, ιδρύεται εν τη Ριζαρείω Εκκλησιαστική Σχολή ή αλλαχού ειδικόν φροντιστήριον ιεροκηρύκων διατελούν υπό την εποπτείαν του Αρχιεπισκόπου Αθηνών και διευθυνόμενον υπό καθηγητού της πρακτικής θεολογίας. Ο οργανισμός του φροντιστηρίου τούτου καθορισθήσεται δια Δ/τος.

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.