← Ελλάδα

9. ΝΟΜΟΣ υπ' αριθ. 3810 της 23/27 Δεκ. 1957 Περί του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου και της ενώπιον αυτού διαδικασίας επί των πολιτικών δικών. Άρθρ.1.-(

Εν συντομία

Αυτός ο νόμος καθορίζει τις αρμοδιότητες του Αρείου Πάγου, του ανώτατου δικαστηρίου της χώρας, και τη διαδικασία που ακολουθείται στις πολιτικές και ποινικές υποθέσεις που εκδικάζονται ενώπιόν του.

Τι ρυθμίζει

Ποιον αφορά

Βασικά σημεία

📄 Κείμενο νόμου
9. ΝΟΜΟΣ υπ' αριθ. 3810 της 23/27 Δεκ. 1957 Περί του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου και της ενώπιον αυτού διαδικασίας επί των πολιτικών δικών. Άρθρ.1.-(Καταργήθηκε από την περίπτ. θ΄ άρθρ. 113 Νόμ. 1756/ 24-26 Φεβρ. 1988 (ΦΕΚ Α΄ 35), ανωτ. σελ. 109). Άρθρ.2.-1.Εις την αρμοδιότητα των πολιτικών τμημάτων του Αρείου Πάγου υπάγονται α)αιτήσεις αναιρέσεως κατ' αποφάσεων πολιτικών δικαστηρίων, κατά τας διατάξεις της Πολ. Δικονομίας ή άλλων Νόμων, β)πάσα άλλη κατά την Πολιτικήν Δικονομίαν ή αστικούς δικονομικούς Νόμους υπόθεσις της αρμοδιότητος του Αρείου Πάγου. (Αντί για τη σελ. 149 (γ) Σελ. 149(δ) Τεύχος Ι-32 Σελ. 15 2.Εις την αρμοδιότητα των ποινικών τμημάτων του Αρείου Πάγου υπάγονται α)αιτήσεις αναιρέσεως κατ' αποφάσεων και βουλευμάτων ποινικών δικαστηρίων, β)η άσκησις πειθαρχικής εξουσίας κατά το άρθρ. 300 παρ. 3 του Οργανισμού των Δικαστηρίων και γ)πάσα άλλη κατά την ποινικήν δικονομίαν ή άλλους Νόμους υπόθεσις της αρμοδιότητος του Αρείου Πάγου, μη υπαχθείσα εις τα πολιτικά τμήματα. Άρθρ.3.-1.Εις την αρμοδιότητα της ολομελείας του Αρείου Πάγου υπάγονται α)αι αιτήσεις αναιρέσεως υπέρ του Νόμου, β)αι αιτήσεις αναιρέσεως κατ' αποφάσεων των πολιτικών ή ποινικών δικαστηρίων ή των ποινικών βουλευμάτων, αι παραπεμπόμεναι προς εκδίκασιν εις την ολομέλειαν δια κοινού πρακτικού του Προέδρου του Αρείου Πάγου ή του Προέδρου του οικείου τμήματος αυτού και του Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου, συντασσομένου προ της ημέρας της συζητήσεως, ή δια πρακτικού του δικάζοντος την υπόθεσιν τμήματος και γ)η άρσις διαφωνίας, αν το κληθέν να αποφασίση μετ' αναίρεσιν τμήμα, κατά τα εν παρ. 2 του άρθρ. 834 Πολ. Δικονομίας, έχη διαφέρουσαν γνώμην της εν τη αναιρετική αποφάσει. 2.Η παραπομπή της εκδικάσεως εις την Ολομέλειαν δύναται να γίνη ως προς πάντας ή τινός μόνον των λόγων αναιρέσεως εάν, καθ' εκατέραν των περιπτώσεων, κριθή ότι γεννώνται ζητήματα γενικωτέρου ενδιαφέροντος, ιδία συνταγματικότητος Νόμου, ή ενότητος της Νομολογίας. 3.Το δικάζον τμήμα υποχρεούται να παραπέμψη την εκδίκασιν της υποθέσεως εις την Ολομέλειαν, εάν η επί της αιτήσεως απόφασις αυτού (αναιρετική ή απορριπτική) λαμβάνεται δια πλειοψηφίας μιας ψήφου, ή εάν αρνήται την εφαρμογήν Νόμου, κρινομένου ως αντισυνταγματικού, δύναται δε να παραπέμψη εις την Ολομέλειαν την εκδίκασιν, όταν κρίνη ταύτην επιβεβλημένην, λόγω αντιθέτου γνώμης αυτού, επί κρινομένου νομικού ζητήματος, προς προγενεστέραν απόφασιν της Ολομελείας ή Τμήματος. 4.Αι αποφάσεις της Ολομελείας του Αρείου Πάγου και των τμημάτων δεσμεύουν τα επιλαμβανόμενα της αυτής υποθέσεως δικαστήρια ως προς τα υπ' αυτών επιλυθέντα νομικά ζητήματα, πλην της εν άρθρ. 834 παρ. 2 Πολ. Δικονομίας περιπτώσεις. Σελ. 150(δ) Τεύχος Ι-32 Σελ. 16 Άρθρ.4.-1.(Καταργήθηκε από την περίπτ. θ΄ άρθρ. 113 Νόμ. 1756/24-26 Φεβρ. 1988 (ΦΕΚ Α΄ 35), ανωτ. σελ. 109). 2.Εάν η παραπομπή γίνεται υπό Τμήματος, η υπόθεσις συζητείται ενώπιον της Ολομελείας δια κλητεύσεως, επί πολιτικών μεν υποθέσεων επιμελεία τινός των διαδίκων, κατά το άρθρ. 834 παρ. 4 και 5 Πολ. Δικονομίας, επί ποινικών δε υποθέσεων επιμελεία του Εισαγγελέως κατά το άρθρ. 513 Ποιν. Δικονομίας. …………………………………………………….. Δια τας λοιπάς διατάξεις βλ. Τόμ. 10 σελ. 134,09 (α). 6.Β.β.9 Άρειος Πάγος

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.