📄 Κείμενο νόμου
13. ΕΓΚΥΚΛΙΟΣ Ι.Κ.Α. Αριθ. 22 της 22 Ιαν. 1953 Επιδότησις ανεργίας των μη δι’ εγκύρου συμβάσεως εργασίας μετά των εργοδοτών των συνδεομένων μισθωτών. Εν συνεχεία προς τας δια της υπ’ αριθ. 245/52 εγκυκλίου μας παρασχεθείσας επί της εφαρμογής των διατάξεων του άρθρ. 2 παρ. 1 εδ. α΄ Α.Ν. 1846/51 οδηγίας, συμφώνως προς τας οποίας εις την κατά του κινδύνου της ανεργίας ασφάλισιν υπάγονται και οι μη δι’ εγκύρου συμβάσεως εργασίας συνδεόμενοι προς τον εργοδότην μισθωτοί, παρέχομεν υμίν τας ακολούθους δια την επιδότησίν των λόγω ανεργίας οδηγίας: Ως γνωστόν, απαραίτητος προϋπόθεσις κατά το άρθρ. 35 του Ν. 1846 δια την χορήγησιν του επιδόματος ανεργίας είναι η περιέλευσις του ησφαλισμένου εις κατάστασιν ανεργίας. Η προϋπόθεσις αύτη πληρούται οσάκις ο συνδεόμενος μετά του εργοδότου του δι’ εγκύρου συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου ησφαλισμένος απολύεται τηρουμένων των διατυπώσεων του άρθρ. 9 Ν. 118/45, μη δικαιούμενος, εν αντιθέτω περιπτώσει επιδόματος ανεργίας επί τω λόγω, ότι συνεπεία της μη τηρήσεως των ανωτέρω διατυπώσεων δεν κατέστη άνεργος, άτε μη λυθείσης της συμβάσεως εργασίας του. Εις ας περιπτώσεις όμως ο ησφαλισμένος δεν συνδέεται μετά του εργοδότου δι’ εγκύρου συμβάσεως εργασίας (τούτο δε συμβαίνει οσάκις οι συμβαλλόμενοι κατά την σύναψιν της συμβάσεως παραβαίνουσι διατάξεις δημοσίας τάξεως, π.χ. πρόσληψις αρτεργάτου, υπαλλήλου ξενοδοχείου, ζαχαροπλαστείου κλπ. μη εφωδιασμένων δια βιβλιαρίου υγείας, αλλοδαπού μη κεκτημένου άδειαν εργασίας κ.ο.κ.), παγίως εκρίθη παρά της Νομολογίας των δικαστηρίων (Α.Π. 63/48, 70/48, 545/50), ότι δύναται ν’ απολυθή παρά του εργοδότου του άνευ της τηρήσεως των περί καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας σχετικών διατάξεων, ήτοι και των του άρθρ. 9 Ν. 118/45. Επομένως, εφ’ όσον ο υπόχρεως εργοδότης δύναται να προβή εις την καθ’ οιονδήποτε τρόπον λύσιν της ακύρου συμβάσεως εργασίας, ο ούτως απολυόμενος μισθωτός καθίσταται πράγματι άνεργος, δικαιούμενος περαιτέρω επιδόματος ανεργίας, εφ’ όσον βεβαίως πληροί και τας λοιπάς του Νόμου προϋποθέσεις. Η παρά του εργοδότου λύσις της ακύρου συμβάσεως εργασίας, οι λόγοι της ακυρότητος ως και η ακριβής ημερομηνία λύσεως ταύτης, αποδεικνύονται δια σχετικής βεβαιώσεως του εργοδότου. Η ανωτέρω βεβαίωσις δεν απαιτείται οσάκις ο εργοδότης, καίτοι μη υπόχρεως προβαίνει εις την συμφώνως προς τας διατάξεις του άρθρ. 9 Ν. 118/1945 καταγγελίαν της ακύρου συμβάσεως εργασίας. Εφιστώμεν την υμετέραν προσοχήν επί του ότι προς αποφυγήν καταστρατηγήσεων των σχετικών περί παροχών ανεργίας διατάξεων του Νόμου και τυχόν συμπαιγνιών μεταξύ εργοδοτών και ησφαλισμένων δέον, όπως εν πάση περιπτώσει, και παραλλήλως προς την σχετικήν βεβαίωσιν ή αναγγελίαν του εργοδότου, η υπηρεσία προβαίνει εις οίκοθεν επισταμένον έλεγχον προς διαπίστωσιν της ακριβείας των εις την ανωτέρω βεβαίωσιν ή αναγγελίαν περιλαμβανομένων δηλώσεων του εργοδότου. Τέλος ευνόητον τυγχάνει, ότι κατόπιν των ανωτέρω εκτεθέντων, οι από της ισχύος του Α.Ν. 1846/51 κι’ εντεύθεν απολυθέντες μισθωΣελ. 299 Επίδομα Ανεργίας 15Β.Η.α.13 τοί του ΕΟΜΑ οι συνδεόμενοι μετ’ αυτού δια σχέσεως ιδιωτικού δικαίου, δικαιούνται επιδόματος ανεργίας, εφ’ όσον πληρούν τας υπό του Νόμου απαιτουμένας προϋποθέσεις.
Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.