Εν συντομία
Αυτός ο νόμος καθορίζει ότι οι καταθέσεις σε πιστωτικά ιδρύματα είναι απόρρητες, με συγκεκριμένες εξαιρέσεις. Θεσπίζει επίσης ποινές για όσους αποκαλύπτουν πληροφορίες σχετικά με αυτές τις καταθέσεις.
Τι ρυθμίζει
- Το απόρρητο των καταθέσεων σε πιστωτικά ιδρύματα.
- Τις εξαιρέσεις από το τραπεζικό απόρρητο.
- Τις ποινές για την αποκάλυψη πληροφοριών από τραπεζικές καταθέσεις.
- Τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες επιτρέπεται η παροχή πληροφοριών για απόρρητες καταθέσεις.
Ποιον αφορά
- Όλους τους καταθέτες σε πιστωτικά ιδρύματα.
- Διοικητές, μέλη Διοικητικών Συμβουλίων, συλλογικών οργάνων και υπαλλήλους Τραπεζών.
Βασικά σημεία
- Όλες οι μορφές καταθέσεων σε πιστωτικά ιδρύματα είναι απόρρητες.
- Το απόρρητο δεν ισχύει έναντι της Τράπεζας της Ελλάδος κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων της για τον έλεγχο του τραπεζικού συστήματος και την εφαρμογή νομισματικών, πιστωτικών και συναλλαγματικών κανόνων.
- Διοικητές, μέλη Διοικητικών Συμβουλίων ή υπάλληλοι Τραπεζών που αποκαλύπτουν πληροφορίες τιμωρούνται με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών.
- Επιτρέπεται η παροχή πληροφοριών για απόρρητες καταθέσεις μόνο μετά από ειδικά αιτιολογημένη παραγγελία ή απόφαση αρμόδιου οργάνου, εφόσον είναι απολύτως αναγκαία για την ανίχνευση και τον κολασμό κακουργήματος.
📄 Κείμενο νόμου
29. ΝΟΜΟΘΕΤ. ΔΙΑΤΑΓΜΑ υπ’ αριθ. 1059 της 17/23 Δεκ. 1971 (ΦΕΚ Α΄ 270) Περί του απορρήτου των τραπεζικών καταθέσεων. «Άρθρ.1.-Οι κάθε μορφής καταθέσεις σε πιστωτικά ιδρύματα είναι απόρρητες. Το απόρρητο αυτό δεν ισχύει έναντι της Τράπεζας της Ελλάδος κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων της, των σχετικών με τον έλεγχο του τραπεζικού συστήματος και της εφαρμογής των νομισματικών, πιστωτικών και συναλλαγματικών κανόνων». («Εξαιρετικά, επιτρέπεται η άρση του τραπεζικού απορρήτου ύστερα από ενέργεια του προϊσταμένου της αρμόδιας Δ.Ο.Υ., στην περίπτωση που προσκομίζεται προσωπική επιταγή ποσού άνω του 1.000.000 δραχμ., για εξόφληση χρεών προς το Δημόσιο, οπότε και δίδεται πρόβλεψη και δέσμευση του ποσού υπέρ της Δ.Ο.Υ.»). Το μέσα σε () εδάφιο που είχε προστεθεί με την παρ. 3 άρθρ. 25 Νόμ. 2214/1994 (ΦΕΚ Α΄ 75), τόμ. 27, σελ. 194,563, καταργήθηκε από την παρ.8 άρθρ.22 Νόμ.2443/29 Νοεμ.-3 Δεκ.1996 (ΦΕΚ Α΄265), τόμ.30Α σελ.202,301. Το άρθρ. 1 αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. 1 άρθρ. 10 Νόμ.. 1858/1989, ΦΕΚ Α΄ 148 (τόμ. 21Α, σελ. 208,925). Με το άρθρ. 40 Νόμ. 1806/15-20 Σεπτ. 1988 (ΦΕΚ Α΄ 207), κατωτ.αριθ. 53, ορίστηκε ότι το απόρρητο των καταθέσεων σε οποιασδήποτε μορφής πιστωτικό ίδρυμα που λειτουργεί στη χώρα μας και που θεσπίστηκε με το άνω άρθρ. 1, δεν ισχύει έναντι της Τράπεζας της Ελλάδος και για ορισμένα πρόσωπα, βλ. σχετικό άνω άρθρ.40. Άρθρ.2.-1.Διοικηταί, μέλη Διοικητικών Συμβουλίων ή άλλων συλλογικών οργάνων ή υπάλληλοι Τραπεζών, οίτινες ως εκ των καθηκόντων των λαμβάνουν γνώσιν των τραπεζικών καταθέσεων, παρέχοντες καθ’ οιονδήποτε τρόπον, οιανδήποτε περί αυτών πληροφορίαν, τιμωρούνται δια φυλακίσεως τουλάχιστον εξ μηνών. Η συναίνεσις ή έγκρισις του υπέρ ου το απόρρητον καταθέτου, ουδαμώς αναιρεί το αξιόποινον χαρακτήρα της πράξεως. «Οι παραπάνω διατάξεις δεν εφαρμόζονται για την Διοίκηση και τα λοιπά όργανα της Τράπεζας της Ελλάδος προκειμένου να επιβληθούν διοικητικές κυρώσεις για παραβάσεις νομισματικών, πιστωτικών ή συναλλαγματικών κανόνων». Το μέσα σε « » εδάφιο προστέθηκε από την παρ. 2 άρθρ. 10 Νόμ. 1858/1989, ΦΕΚ Α΄ 148 (τόμ. 21Α, σελ. 208,925). 2.Επί καταδίκης δια την εν τη προηγουμένη παραγράφω πράξιν το δικαστήριον δεν δύναται να διατάξη αναστολήν εκτελέσεως της ποινής, ουδέ μετατροπήν ταύτης εις χρηματικήν. 3.Τα εν παρ. 1 αναφερόμενα πρόσωπα, καλούμενα ως μάρτυρες εν πολιτική ή ποινική δίκη, ουδέποτε εξετάζονται περί των απορρήτων καταθέσεων, και συναινούντος έτι του υπέρ ου το απόρρητον καταθέτου. Άρθρ.3.-«Εξαιρετικώς επιτρέπεται η παροχή πληροφοριών για τις απόρρητες χρηματικές ή άλλες καταθέσεις σε τράπεζες που λειτουργούν στην Ελλάδα μετά από ειδικά αιτιολογημένη παραγγελία ή αίτηση ή απόφαση του αρμόδιου για την άσκηση ποινικής δίωξης ή τη διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης ή προανάκρισης ή κύριας ανάκρισης οργάνου δια του δικαστικού συμβουλίου ή δικαστηρίου, στο οποίο διενεργείται η σχετική διαδικασία, εφ’ όσον η παροχή των πληροφοριών αυτών είναι απολύτως αναγκαία για την ανίχνευση και τον κολασμό κακουργήματος». Το άρθρ. 3 αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. 1 άρθρ. 27 Νόμ. 1868/10-10 Οκτ. 1989 (ΦΕΚ Α΄ 230), Τόμ. 6, σελ. 146,07.
Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.