📄 Κείμενο νόμου
2. ΒΑΣΙΛΙΚΟΝ ΔΙΑΤΑΓΜΑ υπ' αριθ' 657 της 25 Οκτ./1 Νοεμ. 1971 (ΦΕΚ Α' 219) Περί κωδικοποιήσεως των διατάξεων του Κώδικος Πολιτικής Δικονομίας και του Εισαγωγικού αυτού Νόμου. Έχοντες υπ' όψιν:1)τας διατάξεις του άρθρ. 73 του Ν.Δ/τος υπ' αριθ. 958/1971 «περί τροποποιήσεως του Κώδικος Πολιτικής Δικονομίας και του Εισαγωγικού αυτού Νόμου (Α.Ν. 44/1967)» και 2)την υπ' αριθ. 610/1971 γνωμοδότησιν του Συμβουλίου της Επικρατείας. Προτάσει του επί της Δικαιοσύνης Υπουργού, απεφασίσαμεν και διατάσσομεν: Άρθρον πρώτον.-Αι διατάξεις του Α.Ν. 44/1967 «Κώδιξ Πολιτικής Δικονομίας και Εισαγωγικός αυτού Νόμος», ως ετροποποιήθησαν υπό των α)Α.Ν. 545/1968 «Περί διορθώσεών τινων εν τω κειμένω του υπ' αριθ. 44/1967 Α.Νόμου», β)Ν.Δ. 386/1969 «Περί τροποποιήσεως του άρθρ. 500 του Κώδικος Πολιτικής Δικονομίας» και γ)του Ν.Δ. 958/1971 «Περί τροποποιήσεως του Κώδικος Πολιτικής Δικονομίας και του Εισαγωγικού αυτού Νόμου (Α.Ν. 44/1967)», κωδικοποιούνται εις ενιαίον κείμενον, ως ακολούθως: ΚΩΔΙΞ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΔΙΚΟΝΟΜΙΑΣ Με την παρ.1 άρθρ.1 Νόμ.2915/28-29 Μαΐου 2001 (ΦΕΚ Α΄109) κατωτ.αριθ.31, ορίστηκε ότι όπου στις διατάξεις του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, αναφέρονται οι λέξεις «πρώτη συζήτηση» αντικαθίστανται με τη λέξη «συζήτηση».Για την έναρξη ισχύος του ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ Α΄ (άρθρ.1-22) Νόμ.2915/2001 βλ. παρ.1 άρθρ.15 Νόμ.2943/12-12 Σεπτ.2001 (ΦΕΚ Α΄203), κατωτ.αριθ.32. ΒΙΒΛΙΟΝ ΠΡΩΤΟΝ ΓΕΝΙΚΑΙ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α' Δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων. Άρθρον 8 (8 α.ν. 44/67) Ο προσδιορισμός της αξίας του αντικειμένου της διαφοράς απόκειται εις την ελευθέραν κρίσιν του δικαστηρίου δυναμένου εν ανάγκη να διατάξη απόδειξιν. Άρθρον 94 (95 α.ν. 44/67) 1.Ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων υποχρεούνται οι διάδικοι να παρίστανται δια πληρεξουσίου δικηγόρου. 2.Οι διάδικοι δύνανται να παρίστανται άνευ πληρεξουσίου δικηγόρου α)ενώπιον του ειρηνοδικείου, β)επί ασφαλιστικών μέτρων, γ)προς αποτροπήν επικειμένου κινδύνου. 3.Κατά τας περιπτώσεις της § 2 ο δικαστής δικαιούται, εκτιμών τας καθ' έκαστον περιστάσεις, να υποχρεώση τον διάδικον εις πρόσληψιν δικηγόρου. Άρθρον 920 (981 α.ν. 44/67) Επί τη βάσει του κατά της ομορρύθμου ή ετερορρύθμου εταιρίας εκτελεστού τίτλου δύναται να γίνη αναγκαστική εκτέλεσις και κατά των ομορρύθμων εταίρων. Άρθρον 921 (983 ά.ν. 44/67) 1.Η αρξαμένη κατά του οφειλέτου αναγκαστική εκτέλεσις, θανόντος τούτου, συνεχίζεται αφ' ης ο κληρονόμος αποδεχθή την κληρονομίαν ή αφ' ης παρέλθη η προς αποποίησιν προθεσμία ή διορισθή κηδεμών της σχολαζούσης κληρονομίας. 2.Εν όσω ο κληρονόμος έχει το δικαίωμα της αποποιήσεως της κληρονομίας, δεν δύναται να γίνη αναγκαστική εκτέλεσις προς ικανοποίησιν απαιτήσεως κατά της κληρονομίας, πλην αν έχη γίνει διορισμός κηδεμόνος της σχολαζούσης κληρονομίας. 3.Αναγκαστική εκτέλεσις προς ικανοποίησιν απαιτήσεων κατά οφειλέτου γενομένου κληρονόμου δεν δύναται να γίνη επί της κληρονομίας πριν ούτος αποδεχθή την κληρονομίαν ή παρέλθη η προς αποποίησιν αυτής προθεσμία. 4.Οσάκις επί αμφοτεροβαρών συμβάσεων ο οφειλέτης υποχρεούται εις παροχήν υπό τον όρον ταυτοχρόνου εκ μέρους του δανειστού εκπληρώσεως της βαρυνούσης αυτόν αντιπαροχής, η αναγκαστική εκτέλεσις δεν δύναται να χωρήση προ της προσφοράς της αντιπαροχής προς τον οφειλέτην, πλην αν αποδεικνύεται δια δημοσίου εγγράφου ή ιδιωτικού έχοντος αποδεικτικήν δύναμιν ότι εξεπληρώθη ήδη η αντιπαροχή ή ότι ο οφειλέτης περιήλθεν εις υπερημερίαν αποδοχής. Άρθρον 922 (984 α.ν. 44/67) Ο δικαιούμενος εις αναγκαστικήν εκτέλεσιν προκειμένου να προβή εις ταύτην δύναται να ζήτηση την παροχήν κληρονομητηρίου περί του δικαιώματος του καθ' ου η εκτέλεσις. Άρθρον 923 (985 α.ν. 44/67) Αναγκαστική εκτέλεσις κατ' αλλοδαπού Δημοσίου δεν δύναται να γίνη άνευ προηγουμένης αδείας του Υπουργού της Δικαιοσύνης. (Αντί για τη σελ. 119(ε) Σελ. 119(ζ) Τεύχος 1352 Σελ. 95 Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας 10.Α.β.2 Άρθρον 924 (986 α.ν. 44/67) Η διαδικασία της αναγκαστικής εκτελέσεως άρχεται από της επιδόσεως εις τον καθ' ου αύτη αντιγράφου του απογράφου μετ' επιταγής προς εκτέλεσιν, εις την περίπτωσιν δε του άρθρ. 915 και αντιγράφου του εν αυτώ αναφερομένου αποδεικτικού εγγράφου. Η επιταγή γράφεται κάτωθι του αντιγράφου «του απογράφου» και πρέπει να περιέχη ακριβή καθορισμόν της απαιτήσεως. Ο επισπεύδων, εάν δεν κατοική εις την περιφέρειαν του ειρηνοδικείου του τόπου της εκτελέσεως, υποχρεούται να διορίση δια της επιταγής ή δι' αυτοτελούς δικογράφου κοινοποιουμένου προς τον καθ' ου η εκτέλεσις αντίκλητον κατοικούντα εις την περιφέρειαν του ειρηνοδικείου του τόπου της εκτελέσεως. Εάν δεν ορισθή αντίκλητος, αντίκλητος είναι ο υπογράψας την επιταγήν δικηγόρος. Προς τον αντίκλητον δύνανται να γίνουν πάσαι αι αφορώσαι την εκτέλεσιν επιδώσεις και προσφοραί. Οι λέξεις «του απογράφου» στο δεύτερο εδάφιο προστέθηκαν από την παρ. 1 άρθρ.10 Νόμ. 2145/28-28 Μαΐου 1993 (ΦΕΚ Α' 88), τόμ. 8 σελ. 84,243. Άρθρον 925 (987 α.ν. 44/67) 1.Ο καθολικός ή ειδικός διάδοχος του δικαιούχου δεν δύναται να αρχίση ή να συνεχίση την αναγκαστικήν εκτέλεσιν προ της κοινοποιήσεως εις τον καθ' ου η εκτέλεσις της επιταγής και των νομιμοποιούντων αυτόν εγγράφων. 2.Οσάκις η αρξαμένη αναγκαστική εκτέλεσις πρόκειται να συνεχισθή κατά κληρονόμου ή κηδεμόνος σχολαζούσης κληρονομίας, απαιτείται όπως προηγηθή η προς αυτούς επίδοσις της επιταγής. Άρθρ.926.(988 Α.Ν. 44/67).-1.«Μετά την επίδοση της επιταγής δεν μπορεί με ποινή ακυρότητας να γίνει άλλη πράξη εκτέλεσης πριν περάσουν 3 εργάσιμες ημέρες από την επίδοση». Η προθεσμία αύτη πρέπει να τηρείται και οσάκις η αναγκαστική εκτέλεσης συνεχίζεται κατά του κληρονόμου ή του κηδεμόνος της σχολαζούσης κληρονομίας. Το πρώτο εδάφιο αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. 2 άρθρ. 10 Νόμ. 2145/28-28 Μαΐου 1993 (ΦΕΚ Α' 88), Τόμ. 8, σελ. 84,243. 2.Μετά παρέλευσιν έτους από της επιδόσεως της επιταγής δεν δύναται να γίνη περαιτέρω πράξις εκτελέσεως επί τη βάσει αυτής. Άρθρον 927 (989 α.ν. 44/67, 62.8 ν.δ. 958/71) Η αναγκαστική εκτέλεσις γίνεται επιμελεία του δικαιουμένου να προβή εις αυτήν ο οποίος επί του απογράφου παρέχει την προς τούτο εντολήν προς ωρισμένον δικαστικόν κλητήρα, ορίζει τον τρόπον Σελ. 120(ζ) Τεύχος 1352 Σελ. 96 καθ' ον και ει δυνατόν τα αντικείμενα εφ' ων θα γίνη αύτη, επί δε κατασχέσεως, συμβολαιογράφον της περιφερείας του τόπου ταύτης, ως επί του πλειστηριασμού υπάλληλον. Η εντολή πρέπει να χρονολογείται και να υπογράφεται υπό του δικαιούχου ή του πληρεξουσίου αυτού. Η εντολή παρέχει την εξουσίαν προς ενέργειαν πασών των πράξεων της εκτελέσεως, πλην αν άλλως ορίζεται εις αυτήν. Άρθρον 928 (990 α.ν. 44/67) Ο δικαστικός κλητήρ εις τον οποίον παρεδόθη το απόγραφον μετά της εντολής προς εκτέλεσιν έχει την εξουσίαν να δέχεται καταβολήν και να χορηγή έγγραφον εξοφλητικήν απόδειξιν, παραδίδων άμα και το απόγραφον, εφ' όσον πλήρως εξεπληρώθη η παροχή. Δύναται να δεχθή και μερικήν καταβολήν περί της οποίας χορηγεί απόδειξιν και ποιείται μνείαν επί του απογράφου. Η μερική καταβολή δεν εμποδίζει την πρόοδον της εκτελέσεως. Άρθρον 929 (991 α.ν. 44/67, 62.9 ν.δ. 958/71) 1.Ο δικαστικός κλητήρ έχει την εξουσίαν, εφ' όσον ο σκοπός της αναγκαστικής εκτελέσεως απαιτεί τούτο, να εισέρχεται εις την οικίαν ή και εις πάντα έτερον χώρον ευρισκόμενον εν τη κατοχή του καθ' ου η εκτέλεσις, να ανοίγη τας θύρας και να προβαίνη εις ερεύνας, ως και να ανοίγη κεκλεισμένα έπιπλα, σκεύη ή δοχεία. 2.Ο δικαστικός κλητήρ δύναται να ζητή την συνδρομήν της αρμοδίας δια την τήρησιν της τάξεως Αρχής η οποία υποχρεούται να παρέχη την συνδρομήν ταύτην. "3. Κατά τη νύχτα, τα Σάββατα, τις Κυριακές και τις ημέρες τις κατά νόμο εξαιρετέες δεν μπορεί να γίνει πράξη της αναγκαστικής εκτέλεσης, εκτός αν ο ειρηνοδίκης του τόπου της εκτέλεσης δώσει τη σχετική άδεια, κατά τη διαδικασία των άρθρων 686 επ.." Η παρ.3 αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ.1 άρθρ.12 Νόμ.3043/21-21 Αυγ.2002 (ΦΕΚ Α΄192),κατωτ.αριθ.33. Άρθρον 95 (96 α.ν. 44/67) Πλείονες εις την αυτήν δίκην πληρεξούσιοι δικηγόροι δικαιούνται να εκπροσωπούν τον διάδικον είτε από κοινού είτε και ιδία έκαστος. Αντίθετος όρος του πληρεξουσίου εγγράφου δεν ισχύει έναντι του αντιδίκου, πλην αν περιήλθεν εις γνώσιν τούτου δια κοινοποιήσεως. Άρθρον 930 (992 α.ν. 44/67, 62.10 ν.δ. 958/71) 1.Προβαλλόμενης αντιστάσεως κατά την αναγκαστικήν εκτέλεσιν, ο δικαστικός κλητήρ δύναται να μετέλθη βίαν προς απόκρουσιν της αντιστάσεως, καλών άμα προς τούτο την αρμοδίαν δια την τήρησιν της τάξεως αρχήν. 2.Εάν προβάλλεται ή απειλείται αντίστασις ή εάν εις τον τόπον όπου πρόκειται να γίνη πράξις εκτελέσεως δεν ευρίσκεται ο καθ' ου η εκτέλεσις ή ενήλικον πρόσωπον εκ των εν άρθροις 128 § 1 και 129 § 1 αναφερομένων, ο δικαστικός κλητήρ προσλαμβάνει δύο ενηλίκους μάρτυρας ή έτερον δικαστικόν κλητήρα. 10.Α.β.2 Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας Άρθρον 931 (993 4.ν. 44/67) 1.Ο δικαστικός κλητήρ συντάσσει περί πάσης πράξεως της εκτελεστικής διαδικασίας έκθεσιν. «Αν η δικαστική εκτέλεση δεν πραγματώθηκε, ο δικαστικός επιμελητής συντάσσει σχετική έκθεση στην οποία αναφέρει και τους λόγους». To δεύτερο εδάφιο προστέθηκε από την παρ. 1 άρθρ. 4 Νόμ. 2298/1995, ΦΕΚ Α΄ 62 (κατωτ. αριθ. 27). Για το χρόνο εφαρμογής του άνω εδαφίου βλέπε την παρ. 37 άνω άρθρ. 4 Νόμ. 2298/1995, (κατωτ. αριθ. 27). 2.Περί πάσης αξιοποίνου πράξεως γενομένης κατά την αναγκαστικήν εκτέλεσιν ο δικαστικός κλητήρ υποχρεούται να συντάξη και να υποβάλη εις τον αρμόδιον εισαγγελέα έκθεσιν. Άρθρον 932 (994 α.ν. 44/67) Τα έξοδα της αναγκαστικής εκτελέσεως φέρει ο καθ' ου ενεργείται αύτη, προκαταβάλλονται δε ταύτα υπό του επισπεύδοντος την εκτέλεσιν. Άρθρον 933 (995 α.ν. 44/67) 1.Αντιρρήσεις του καθ' ου η εκτέλεσις και παντός δανειστού αυτού έχοντος έννομον συμφέρον αφορώσαι το έγκυρον του εκτελεστού τίτλου, την διαδικασίαν της αναγκαστικής εκτελέσεως ή την απαίτησιν ασκούνται μόνον δι' ανακοπής η οποία εισάγεται ενώπιον του ειρηνοδικείου, εάν ο εκτελεστός τίτλος επί τη βάσει του οποίου γίνεται η εκτέλεσις είναι απόφασις του ειρηνοδικείου, ενώπιον δε του μονομελούς πρωτοδικείου εις πάσαν άλλην περίπτωσιν. («Επί διαταγών πληρωμής η ανακοπή εισάγεται στο καθ' ύλην αρμόδιο δικαστήριο». Το μέσα στα « » τελευταίο εδάφιο της παρ. 1 προστέθηκε από την παρ. 3 άρθρ. 10 Νόμ. 2145/28-28 Μαΐου 1993 (ΦΕΚ Α΄ 88), Τόμ. 8, σελ. 84,243). Το μέσα σε ( ) τελευταίο εδάφιο, που είχε προστεθεί από την παρ. 3 άρθρ. 10 Νόμ. 2145/1993, (ΦΕΚ Α΄ 88), καταργήθηκε από την παρ. 26 άρθρ. 3 Νόμ. 2207/1994, (ΦΕΚ Α΄ 65), κατωτ. αριθ. 26. 2.Αρμόδιον κατά τόπον είναι το δικαστήριον της περιφερείας του τόπου της εκτελέσεως εφ' όσον μετά την επίδοσιν της επιταγής επηκολούθησαν και έτεραι πράξεις της εκτελεστικής διαδικασίας, άλλως το κατά το άρθρον 584 αρμόδιον δικαστήριον. 3.Εάν ο εκτελεστός τίτλος είναι δικαστική απόφασις, αι αντιρρήσεις είναι απαράδεκτοι καθ' ην έκτασιν ισχύει το δεδικασμένον κατά το άρθρον 330. 4.Οι αφορώντες την απόσβεσιν της απαιτήσεως ισχυρισμοί πρέπει να αποδεικνύωνται παραχρήμα, άλλως απορρίπτονται ως απαράδεκτοι και αυτεπαγγέλτως. «Στην περίπτωση αυτή δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρ. 270 παρ. 2 και 3». Το μέσα στα « » τελευταίο εδάφιο της παρ. 4 προστέθηκε από την παρ. 4 άρθρ. 10 Νόμ. 2145/28-28 Μαΐου 1993 (ΦΕΚ Α΄ 88). Τομ. 8, σελ. 84,243. Άρθρον 934 (996 α.ν. 44/67, 62.11 ν.δ. 958/71) 1.Ανακοπή κατά το άρθρον 933 είναι παραδεκτή α)εάν αφορά το έγκυρον του τίτλου ή την προδικασίαν της αναγκαστικής εκτελέσεως εντός δέκα πέντε ημερών από της ενεργείας της πρώτης μετά την επιταγήν πράξεως εκτελέσεως, β)εάν αφορά το έγκυρον πράξεων εκτελέσεως γενομένων από της πρώτης μετά την επιταγήν πράξεως εκτελέσεως και εφεξής ή την απαίτησιν, μέχρι της ενάρξεως της τελευταίας πράξεως εκτελέσεως. «γ)αν αφορά την εγκυρότητα της τελευταίας πράξης εκτέλεσης, μέσα σε έξι μήνες αφότου η πράξη αυτή ενεργηθεί, και αν πρόκειται για εκτέλεση για την ικανοποίηση χρηματικών απαιτήσεων, μέσα σε τριάντα ημέρες από την ημέρα του πλειστηριασμού ή αναπλειστηριασμού αν πρόκειται για κινητά, και ενενήντα ημέρες αφότου μεταγραφεί η περίληψη της κατακυρωτικής έκθεσης, αν πρόκειται για ακίνητα». Το εδάφ. γ΄, που είχε αντικατασταθεί από την παρ. 5 άρθρ. 10 Νόμ. 2145/1993 (ΦΕΚ Α΄ 88), αντικαταστάθηκε και πάλι ως άνω από την παρ. 27 άρθρ. 3 Νόμ. 2207/1994, ΦΕΚ Α΄ 65 (κατωτ. αριθ. 26). 2.Επί εκτελέσεως προς ικανοποίησιν χρηματικών απαιτήσεων, πρώτη μετά την επιταγήν πράξις εκτελέσεως είναι η σύνταξις εκθέσεως κατασχέσεως, τελευταία δε η σύνταξις εκθέσεως πλειστηριασμού και κατακυρώσεως. 3.Η παράλειψις επιβολής κατασχέσεως δύναται να προβληθή μέχρι παρελεύσεως της κατά την § 1 εδάφιον β΄ προθεσμίας. Άρθρον 935 (997 α.ν. 44/67) Λόγοι ανακοπής γεγεννημένοι και δυνάμενοι να προταθούν εις την δίκην επί ανακοπής κατά το άρθρον 933 είναι απαράδεκτοι προτεινόμενοι εις πάσαν μεταγενεστέραν δίκην εις την οποίαν ανακύπτει ζήτημα κύρους της εκτελέσεως. Άρθρον 936 (998 α.ν. 44/67) 1.Τρίτος δικαιούται να ασκήση ανακοπήν κατά της αναγκαστικής εκτελέσεως, εφ' όσον προσβάλλεται δικαίωμα αυτού επί του αντικειμένου της εκτελέσεως το οποίον δικαιούται να αντιτάξη κατά του καθ' ου η εκτέλεσις και ιδία α)εμπράγματον δικαίωμα αποκλείον ή περιορίζον το δικαίωμα του καθ' ου η εκτέλεσις, β)απαγόρευσιν διαθέσεως ταχθείσαν υπέρ αυτού και επαγομένην κατά νόμον ακυρότητα της διαθέσεως. Ανακοπήν δικαιούται ωσαύτως να ασκήση ο νομεύς, πλην αν ο υπέρ ου η εκτέλεσις αποδείξη ότι ο καθ' ου η εκτέλεσις έχει εμπράγματον δικαίωμα επί του κατασχεθέντος επικρατέστερον της νομής. Η ανακοπή εισάγεται ενώπιον του καθ' ύλην αρμοδίου δικαστηρίου του τόπου της εκτελέσεως. 2.Η ανακοπή πρέπει να απευθύνεται κατά του δανειστού και του οφειλέτου, προκειμένου δε περί ακινήτου εγγράφεται εις το βιβλίον διεκδικήσεων κατά το άρθρον 220. «3.Τρίτος που απέκτησε το δικαίωμα από τον καθ' ου η εκτέλεση με απαλλοτρίωση που (Αντί για τη σελ. 121 (δ) Σελ. 121(ε) Τεύχος 1257-Σελ. 119 Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας 10.Α.β.2 διαρρήχθηκε ως καταδολιευτική κατά τα άρθρ. 939 επ. του Αστικού Κώδικα, δεν μπορεί να αντιτάξει το δικαίωμα αυτό κατά του επισπεύδοντος που πέτυχε τη διάρηξη ούτε κατά του υπερθεματιστή και των διαδόχων του». Η παρ. 3, προστέθηκε από την παρ. 2 άρθρ. 4 Νόμ. 2298/1995, ΦΕΚ Α΄ 62 (κατωτ. αριθ. 27). Για το χρόνο εφαρμογής της άνω παρ. 3 βλέπε την παρ. 37 άνω άρθρ. 4 Νόμ. 2298/1995, (κατωτ. αριθ. 27). Άρθρον 937 (999 α.ν. 44/67) Εις τας περί την εκτέλεσιν δίκας 1)δικαιούται να παρέμβη πας δανειστής του καθ' ου η εκτέλεσις, 2)δεν συγχωρείται ανακοπή ερημοδικίας τόσον ενώπιον του πρωτοβαθμίου όσον και ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, 3)η προθεσμία και άσκησις ενδίκων μέσων δεν αναστέλλει την εκτέλεσιν της αποφάσεως. «2.Στις δίκες αυτές η προθεσμία της παρ. 2 του άρθρ. 564 είναι 60΄ ημέρες. Η δικάσιμος για τη συζήτηση της αναίρεσης δεν μπορεί να ορισθεί σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρ. 568, σε χρόνο που υπερβαίνει του έξι (6) μήνες. Οι προθεσμίες της παρ. 4 του άρθρ. 568 είναι τουλάχιστον 60 ημέρες σε κάθε περίπτωση. Αναβολή της συζήτησης, σύμφωνα με το άρθρ. 575, δεν μπορεί να είναι κάθε φορά μεγαλύτερη από 45 ημέρες. (Αν γίνει δεκτή η αναίρεση, το τμήμα του Αρείου Πάγου που αναιρεί την απόφαση κρατεί την υπόθεση σε κάθε περίπτωση»). Το μέσα σε ( ) τελευταίο εδάφιο, καταργήθηκε από την παρ. 5 του άρθρ. 32 του Νόμ. 2172/16-16 Δεκ. 1993 (ΦΕΚ Α΄ 207), κατωτ. αριθ. 25. Η παρ. 2 προστέθηκε από την παρ. 6 άρθρ. 10 Νόμ. 2145/28-28 Μαΐου 1993 (ΦΕΚ Α΄ 88), Τόμ. 8, σελ. 84,243. Άρθρον 938 (1000 α.ν. 44/67, 62.12 ν.δ. 958/71) 1.Τη αιτήσει του ανακόπτοντος δύναται να διαταχθή η αναστολή της αναγκαστικής εκτελέσεως επί εγγυήσει ή άνευ εγγυήσεως εφ' όσον κατά την κρίσιν του δικάζοντος η ενέργεια της αναγκαστικής εκτελέσεως ήθελεν επιφέρει ανεπανόρθωτον βλάβην εις τον αιτούντα «και πιθανολογεί την ευδοκίμηση της ανακοπής». Ωσαύτως δύναται να διαταχθή όπως η αναγκαστική εκτέλεσις χωρήση επί παροχή εγγυήσεως. Οι μέσα στα « » λέξεις στο πρώτο εδάφιο προστέθηκαν από την παρ. 7 άρθρ. 10 Νόμ. 2145/28-28 Μαΐου 1993 (ΦΕΚ Α΄ 88), Τόμ. 8, σελ. 84,243. Σελ. 122 (ε) Τεύχος 1257-Σελ. 120 2.Αρμόδιος να διατάξη τα εν τη § 1 οριζόμενα είναι ο δικαστής ενώπιον του οποίου είναι εκκρεμής η ανακοπή, επί πολυμελούς δε πρωτοδικείου ο πρόεδρος, οίτινες δύνανται δια σημειώματός των να εμποδίσουν την εκτέλεσιν μέχρις εκδόσεως αποφάσεως επί της αιτήσεως αναστολής. «3.Οι κατά την παρ. 1 αιτήσεις ασκούνται και δικάζονται κατά τα άρθρ. 686 επ. Η αίτηση με την οποία ζητείται η αναστολή πλειστηριασμού είναι απαράδεκτη αν δεν κατατεθεί το αργότερο 8 εργάσιμες ημέρες πριν από την ημέρα του πλειστηριασμού. Η απόφαση πρέπει να δημοσιεύεται έως τις 12.00΄ το μεσημέρι της Δευτέρας που προηγείται του πλειστηριασμού». Η παρ. 3 αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. 3 άρθρ. 4 Νόμ. 2298/1995, ΦΕΚ Α΄ 62, (κατωτ. αριθ. 27). Για την έναρξη ισχύος της άνω παρ. 3 βλέπε την παρ. 37 άρθρ. 4 άνω Νόμ. 2298/1995 (κατωτ. αριθ. 27). Η ανωτέρω προθεσμία των 8 ημερών, περιορίστηκε σε 5 εργάσιμες ημέρες από την παρ. 2, Άρθρον 96 (97 α.ν. 44/67) 1.Η πληρεξουσιότης δίδεται είτε δια συμβολαιογραφικής πράξεως είτε προφορικώς δια δηλώσεως καταχωριζομένης εις τα πρακτικά ή την έκθεσιν και δύναται να αφορά ωρισμένας ή και πάσας τας δίκας του παρέχοντος αυτήν, πρέπει δε να αναγράφη τα ονόματα των πληρεξουσίων. 2.Η πληρεξουσιότης αρχής πρός τινα δικηγόρον δύναται να δοθή και δι' εγγράφου αυτής περιέχοντος τα εν § 1 αναφερόμενα στοιχεία. 3.Κατά την ενώπιον του ειρηνοδικείου διαδικασίαν ή πληρεξουσιότης δίδεται και δι' ιδιωτικού εγγράφου περιλαμβάνοντος τα εν § 1 στοιχεία και βεβαιουμένης της υπογραφής του δίδοντος την πληρεξουσιότητα υπό του δημάρχου ή προέδρου κοινότητος ή αστυνόμου. άρθρ. 19 Νόμ. 2331/1995, ΦΕΚ Α΄ 173, τόμ. 8, σελ. 84,257). «4.Η αναστολή της παρ. 1 ή η εγγυοδοσία μπορεί να διαταχθεί μόνο ώσπου να εκδοθεί η οριστική απόφαση για την ανακοπή και με τον όρο να συζητηθεί η ανακοπή μέσα σε προθεσμία που θα καθορίσει το Δικαστήριο. Όταν η προθεσμία αυτή περάσει άπρακτη ή σε περίπτωση που απορριφθεί η αίτηση που υποβλήθηκε ή αν δεν υποβλήθηκε αίτηση, η αναστολή κατά την παρ. 1 ή η εγγυοδοσία μπορεί να διαταχθεί μόνο κατά τη συζήτηση της ανακοπής». Η παρ. 4, αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. 15, του άρθρ. 6 του Νόμ. 2479/6-6 Μαΐου 1997, (ΦΕΚ Α΄ 67), κατωτ. αριθ. 28. 5.(Καταργήθηκε, όπως είχε προστεθεί από την παρ. 7 άρθρ. 10 Νόμ. 2145/1993 (ΦΕΚ Α΄ 88), από την παρ. 28, άρθρ. 3 Νόμ. 2207/1994, ΦΕΚ Α΄ 65, κατωτ. αριθ. 26). 10.Α.β.2 Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας Άρθρον 939 (1001 α.ν. 44/67, 62.13 ν.δ. 958/71) 1.Η διατάσσουσα την αναστολήν της αναγκαστικής εκτελέσεως απόφασις ή απόσπασμα αυτής γνωστοποιείται εις τα όργανα της εκτελέσεως επιμελεία των διαδίκων ή της γραμματείας του δικαστηρίου. Εις επειγούσας περιπτώσεις η γνωστοποίησις δύναται να γίνη υπό του δικαστηρίου δι' υπηρεσιακού τηλεγραφήματος ή προφορικώς, καλουμένου προς τούτο του οργάνου εκτελέσεως ενώπιον αυτού, βεβαιούται δε αύτη δι' απλής σημειώσεως επί της περί αναστολής αποφάσεως. 2.Από της κατά την § 1 γνωστοποιήσεως απαγορεύεται η ενέργεια πάσης πράξεως της αναγκαστικής εκτελέσεως, πλην εκείνων αι οποίαι ειδικώς επετράπησαν δια της περί αναστολής αποφάσεως και δεν τρέχουν αι δια την ενέργειαν των απαγορευομένων πράξεων οριζόμενοι προθεσμίαι, αι δε αρξάμεναι διακόπτονται. 3.Η εκτέλεσις συνεχίζεται από της γνωστοποιήσεως της παύσεως της αναστολής η οποία γίνεται κατά τους εν § 1 τρόπους. Άρθρον 940 (1002 α.ν. 44/67) 1.Εάν εξαφανισθή ή μεταρρυθμιστή απόφασις κηρυχθείσα προσωρινώς εκτελεστή και εκτελεσθείσα, ο καθ' ου η εκτέλεσις δικαιούται, πλην της κατά το άρθρον 914 επαναφοράς των πραγμάτων εις την προτέραν κατάστασιν, να ζητήση παρά του επισπεύσαντος την εκτέλεσιν αποζημίωσιν δια τας εκ της εκτελέσεως προελθούσας ζημίας μόνον εάν ούτος εγνώριζεν ή εκ βαρείας αμελείας ηγνόει την μη ύπαρξιν του δικαιώματος. 2.Εάν εξαφανισθή συνεπεία ασκήσεως ενδίκου μέσου τελεσίδικος απόφασις εκτελεσθείσα, ο καθ' ου η εκτέλεσις δικαιούται, πλην της κατά το άρθρον 914 επαναφοράς των πραγμάτων εις την προτέραν κατάστασιν, να ζητήση παρά του επισπεύσαντος την εκτέλεσιν αποζημίωσιν δια τας εκ της εκτελέσεως προελθούσας ζημίας μόνον εάν ετέλει ούτος εν δόλω ως προς την μη ύπαρξιν του δικαιώματος. 3.Εάν ακυρωθή αμετακλήτως η αναγκαστική εκτέλεσις, ο καθ' ου ενεργήθη αυτή δικαιούται να ζητήση παρά του επισπεύσαντος την εκτέλεσιν αποζημίωσιν δια τας εκ της εκτελέσεως προελθούσας ζημίας, εάν συντρέχουν αι προϋποθέσεις των άρθρων 914 ή 919 του Αστικού Κώδικος. «Άρθρον 940Α.-Στο χρονικό διάστημα από 1 μέχρι 31 Αυγούστου δεν επιτρέπεται η διενέργεια οποιασδήποτε πράξης εκτέλεσης, συμπεριλαμβανομένης και της επιταγής προς εκτέλεση. Το προηγούμενο εδάφιο δεν εφαρμόζεται, όταν πρόκειται για πλοία και αεροσκάφη». Το άρθρ. 940Α προστέθηκε από την παρ. 9 άρθρ. 10 Νόμ. 2145/28-28 Μαΐου 1993 (ΦΕΚ Α' 88), Τόμ. 8, σελ. 84,243. ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Β' Μέσα της αναγκαστικής εκτελέσεως. Άρθρον 941 (1003 α.ν. 44/67) 1.Επί υποχρεώσεως προς παράδοσιν ή απόδοσιν ωρισμένου κινητού πράγματος ή ποσότητος εξ ωρισμένων κινητών πραγμάτων, ο δικαστικός κλητήρ αφαιρεί το πράγμα ή την εξ αυτών οφειλομένην ποσότητα από τον καθ' ου η εκτέλεσις και παραδίδει αυτά εις τον υπέρ ου η εκτέλεσις. 2.Εάν το οφειλόμενον πράγμα δεν ευρεθή, ο καθ' ου η εκτέλεσις υποχρεούται κατά την διαδικασίαν των άρθρων 861 έως 866 να δώση βεβαιωτικόν όρκον ότι δεν κατέχει το πράγμα και δεν γνωρίζει εις ποίον μέρος ευρίσκεται τούτο. Το δικαστήριον δύναται κατά τας περιστάσεις να ορίση και άλλως το περιεχόμενον του όρκου. Αρμόδιον δικαστήριον είναι το ειρηνοδικείον της περιφερείας του τόπου της εκτελέσεως ή της κατοικίας και εν ελλείψει αυτής της διαμονής του καθ' ου η εκτέλεσις. Άρθρον 942 (1004 α.ν. 44/67) Επί υποχρεώσεως προς παροχήν ωρισμένης ποσότητος αντικαταστατών πραγμάτων ή ανωνύμων χρεογράφων, ο δικαστικός κλητήρ, εφ' όσον εύρη τοιαύτα πράγματα παρά τω οφειλέτη, αφαιρεί την εξ αυτών οφειλομένην ποσότητα και παραδίδει αυτά εις τον υπέρ ου η εκτέλεσις. Εάν τούτο δεν επιτευχθή, εφαρμόζονται αι διατάξεις του άρθρου 917. (Μετά τη σελ. 122 (γ) Σελ. 122,01 Τεύχος 1182-Σελ. 87 Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας 10.Α.β.2 Άρθρον 943 (1005 α.ν. 44/67, 63 1 ν.δ. 958/71) 1.Επί υποχρεώσεως προς παράδοσιν ή απόδοσιν ακινήτου πράγματος ο δικαστικός κλητήρ αποβάλλει τον καθ' ου η εκτέλεσις και εγκαθιστά εις αυτό τον υπέρ ου η εκτέλεσις. 2.Τα εν τω ακινήτω ευρισκόμενα κινητά πράγματα τα οποία δεν είναι αντικείμενον της εκτελέσεως παραδίδει ο δικαστικός κλητήρ εις τον καθ' ου η εκτέλεσις επί αποδείξει. Απόντος του καθ' ου η εκτέλεσις ή αρνουμένου να παραλάβη ταύτα, ο δικαστικός κλητήρ παραδίδει αυτά είτε εις πρόσωπον ανήκον εις την οικογένειαν του καθ' ου η εκτέλεσις είτε εις πρόσωπον έχον την προς τούτο εξουσίαν. 3.Μη υπαρχόντων των εν § 2 προσώπων ή αρνουμένων να παραλάβουν τα κινητά πράγματα, ο δικαστικός κλητήρ παραδίδει ταύτα εις μεσεγγυούχον υπ' αυτού διοριζόμενον και αδεία του ειρηνοδικείου της περιφερείας του τόπου της εκτελέσεως, δικάζοντος κατά τας διατάξεις των άρθρων 686 επ., εκθέτει τα κινητά πράγματα εις πλειστηριασμόν. Ο ειρηνοδίκης παρέχων την άδειαν ορίζει άμα τον τόπον του πλειστηριασμού, τον επί του πλειστηριασμού υπάλληλον και την ημέραν και ώραν του πλειστηριασμού. Ο πλειστηριασμός δεν δύναται να ορισθή προ της παρελεύσεως δέκα ημερών από της εγγράφου προσκλήσεως του καθ' ου η εκτέλεσις όπως παραλάβη τα πράγματα. Τρεις ημέρας προ της ημέρας του πλειστηριασμού γίνεται δημοσία κήρυξις εις τον τόπον του πλειστηριασμού, τηρουμένων άμα των διατάξεων του άρθρου 963. Το πλειστηρίασμα μετά την αφαίρεσιν των εξόδων, κατατίθεται δημοσίως. «4.Εάν ο καθ' ου η εκτέλεσις δεν ήτο παρών κατ' αυτήν, η έκθεσις εκτελέσεως κοινοποιείται εις αυτόν εντός τριάκοντα ημερών.» Η ανωτέρω παρ. 4 παραλειφθείσα εις την κωδικοποίησιν ετέθη δια διορθώσεως ημαρτημένων ΦΕΚ Α΄ 249 της 3 Δεκ. 1971. Άρθρον 944 (1006 α.ν. 44/67) Αι διατάξεις του άρθρου 943 εφαρμόζονται και επί πλοίων και επί αεροσκαφών. Η έκθεσις εκτελέσεως κοινοποιείται αμελλητί εις τον λιμενάρχην του λιμένος ένθα είναι ελλιμενισμένον το πλοίον ή εις τον διοικητήν του αερολιμένος. Άρθρον 945 (1007 α.ν. 44/67) 1.Εάν ο οφειλέτης δεν εκπληροί την υποχρέωσιν αυτού να προβή εις πράξιν η οποία δύναται να γίνη και δια τρίτου προσώπου, ο δανειστής δικαιούται να προβή εις πράξιν δαπάναις του οφειλέτου. 2.Το δικαστήριον οσάκις καταδικάζει τον οφειλέτην εις την εν παρ. 1 πράξιν δύναται αιτήσει του δανειστού να καταδικάση συγχρόνως αυτόν και εις την προκαταβολήν του ποσού της δαπάνης δια την επιχείρησιν της πράξεως υπό του δανειστού, υπό τον όρον ότι ο οφειλέτης δεν ήθελεν εκπληρώσει την υποχρέωσιν όπως προβή εις την πράξιν. Το δικαίωμα του δανειστού να απαιτήση μείζον ποσόν του επιδικασθέντος, αν η δαπάνη της επιχειρήσεως της πράξεως υπήρξε μεγαλυτέρα, δεν επηρεάζεται. 10.Α.β.2 Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας 10.Α.β.2 Άρθρον 97 (98 α.ν. 44/67) 1.Η πληρεξουσιότης παρέχει εις τον πληρεξούσιον το δικαίωμα να παριστά επί δικαστηρίου τον δόντα την πληρεξουσιότητα και να επιχειρή όλας τας κυρίας ή παρεπομένας πράξεις τας αφορώσας την διεξαγωγήν της δίκης, περιλαμβανομένης της ασκήσεως αγωγών, ανταγωγών, παρεμβάσεων, προσεπικλήσεων και ενδίκων μέσων, ως και να λαμβάνη ασφαλιστικά μέτρα και να επιδιώκη την εκτέλεσιν, παριστάμενος κατά τας εκ τούτων πηγάζουσας δίκας. 2.Περιορισμός της πληρεξουσιότητος ισχύει μόνον εάν εδηλώθη ρητώς κατά την χορήγησιν αυτής. 3.Πληρεξουσιότης δια πάσας τας δίκας παύει ισχύουσα μετά παρέλευσιν πενταετίας από της χορηγήσεώς της. Άρθρον 946 (1008 α.ν. 44/67) 1.Εάν ο οφειλέτης δεν εκπληροί την υποχρέωσιν αυτού όπως προβή εις πράξιν η οποία δεν δύναται να γίνη δια τρίτου προσώπου, εξαρτάται δε η επιχείρησις αυτής αποκλειστικώς εκ της βουλήσεως του οφειλέτου, το δικαστήριον καταδικάζει αυτόν εις επιχείρησιν της πράξεως, δια την περίπτωσιν δε της μη επιχειρήσεως της πράξεως καταδικάζει αυτόν αυτεπαγγέλτως εις χρηματικήν ποινήν υπέρ του δανειστού μέχρις εκατόν χιλιάδων δραχμών και εις προσωπικήν κράτησιν μέχρις ενός έτους. Το άνω ανώτατο όριο της ποινής από 100.000 δρχ. αυξήθηκε σε δραχ. 2.000.000 από την παρ. 5 άρθρ. 4 Νόμ. 2298/1995, ΦΕΚ Α΄ 62, (κατωτ. αριθ. 27). Με την παρ. δε 37, άνω άρθρ. 4 Νόμ. 2298/1995 (κατωτ. αριθ. 27), ορίζεται η έναρξη ισχύος των άνω διατάξεων. 2.Αι διατάξεις της παρ. 1 δεν εφαρμόζονται οσάκις η πράξις συνίσταται εις την αποκατάστασιν της εγγάμου συμβιώσεως ή εξαρτάται εκ της υπάρξεως εις το πρόσωπον του υποχρέου ιδιαιτέρων προϋποθέσεων δια την άσκησιν των τεχνικών, καλλιτεχνικών ή επιστημονικών ικανοτήτων, η δε άρνησις αυτού δεν οφείλεται εις δυστροπίαν του. Άρθρον 947 (1009 α.ν. 44/67, 63.2 ν.δ. 958/71) 1.Οσάκις ο οφειλέτης υποχρεούται εις παράλειψιν ή ανοχήν πράξεως, επί παραβάσεως της υποχρεώσεως αυτού, απειλείται υπό του δικαστηρίου δι' εκάστην παράβασιν χρηματική ποινή υπέρ του δανειστού μέχρις εκατόν χιλιάδων δραχμών και προσωπική κράτησις μέχρις ενός έτους. Εάν η απειλή της χρηματικής ποινής και της προσωπικής κρατήσεως δεν περιέχεται εις την απόφασιν την καταδικάζουσαν τον οφειλέτην εις παράλειψιν ή ανοχήν πράξεως, απαγγέλεται υπό του μονομελούς πρωτοδικείου. Το δικαστήριον τούτο είναι αρμόδιον και δια την βεβαίωσιν της παραβάσεως και την καταδίκην εις την χρηματικήν ποινήν και την προσωπικήν κράτησιν. Εν τη τελευταία περιπτώσει δικάζει κατά την διαδικασίαν των άρθρων 670 έως 676. Το άνω ανώτατο όριο της ποινής από 100.000 δρχ. αυξήθηκε σε δρχ. 2.000.000 από την παρ. 5 άρθρ. 4 Νόμ. 2298/1995, ΦΕΚ Α΄ 62, (κατωτ. αριθ. 27). Με την παρ. δε 37 άνω άρθρ. 4 Νόμ. 2298/1995, (κατωτ. αριθ. 27), ορίζεται η έναρξη ισχύος των άνω διατάξεων. 2.Τη αιτήσει του δανειστού δύναται το δικαστήριον, πλην της απειλής της χρηματικής ποινής και της προσωπικής κρατήσεως, να επιβάλη εις τον οφειλέτην και την παροχήν εγγυήσεως δια την παράλειψιν ή ανοχήν της πράξεως. (Αντί για τη σελ. 123(δ) Σελ. 123(ε) Τεύχος 1352 Σελ. 97 3.Εάν ο οφειλέτης υποχρεούμενος εις ανοχήν πράξεως προβάλη αντίστασιν, ο δικαστικός κλητήρ παραμερίζει παν εμπόδιον και ενεργεί συμφώνως προς το άρθρον 930. Άρθρον 948 (1010 α.ν. 44/67) Δια των διατάξεων των άρθρων 941 έως 947 δεν θίγεται το δικαίωμα του δανειστού να απαιτήση την κατά τας διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου αποζημίωσιν. Άρθρον 949 (1011 α.ν. 44/67) Καταδικασθέντος τινός εις δήλωσιν βουλήσεως, άμα τη τελεσιδικία της αποφάσεως η δήλωσις βουλήσεως θεωρείται ως γενομένη. Εάν η καταδίκη εις δήλωσιν βουλήσεως εξηρτήθη εξ αντιπαροχής, η δήλωσις βουλήσεως θεωρείται ως γενομένη αφ' ης εξεπληρώθη η αντιπαροχή ή επήλθεν υπερημερία αποδοχής. Άρθρ.950.-(1011 α.ν. 44/67) «1.Με την απόφαση που διατάζεται η απόδοση ή παράδοση τέκνου καταδικάζεται ο γονέας που έχει το τέκνο να εκτελέσει αυτήν την πράξη και με την ίδια απόφαση, για την περίπτωση που δεν την εκτελέσει, απαγγέλεται αυτεπαγγέλτως χρηματική ποινή έως δύο εκατομμύρια δραχμές υπέρ του αιτούντος την απόδοση ή παράδοση ή σε προσωπική κράτηση έως ένα έτος ή και στις δύο ποινές. Αν το τέκνο δεν βρεθεί, εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρ. 861 έως 866». Η παρ. 1 αντικαταστάθηκε ως άνω από το άρθρ. 27 Νόμ. 2721/3-3 Ιουν.1999 (ΦΕΚ Α΄ 112), τόμ. 6 σελ. 146,30. 2.Εάν παρεμποδίζεται το δικαίωμα της προσωπικής επικοινωνίας του γονέως μετά του τέκνου, δια της ρυθμιζούσης την επικοινωνίαν αποφάσεως δύναται να απειληθή χρηματική ποινή και προσωπική κράτησις κατά του κωλύοντος την επικοινωνίαν, εφαρμοζομένων των διατάξεων του άρθρου 947. Άρθρον 951 (1015 α.ν. 44/67, 63 4 ν.δ. 958/71) 1.Η αναγκαστική εκτέλεσις προς ικανοποίησιν χρηματικής απαιτήσεως γίνεται δια κατασχέσεως περιουσίας του καθ' ου η εκτέλεσις ή δι' αναγκαστικής διαχειρίσεως ή δια προσωπικής κρατήσεως. Επί ενώσεως προσώπων του άρθρου 62 § 2 η αναγκαστική εκτέλεσις γίνεται επί της κοινής αυτών περιουσίας. 2.Η κατάσχεσις δεν επιτρέπεται να εκτείνεται πλέον ή όσον απαιτείται δια την ικανοποίησιν της απαιτήσεως και την κάλυψιν των εξόδων της εκτελέσεως. Σελ. 124(ε) Τεύχος 1352 Σελ. 98 Άρθρον 952 (1016 α.ν. 44/67) Εάν δια της επιβληθείσης κατασχέσεως δεν ικανοποιείται ή εάν πιθανολογείται ότι δια της κατασχέσεως δεν δύναται να ικανοποιηθή η απαίτησις του δανειστού ολοσχερώς, δύναται τη αιτήσει του δανειστού να υποχρεωθή ο οφειλέτης κατά την διαδικασίαν των άρθρων 861 έως 866 να υποβάλη κατάλογον των περιουσιακών στοιχείων αυτού, δίδων άμα βεβαιωτικόν όρκον ότι ο κατάλογος περιέχει άπαντα τα εις αυτόν ανήκοντα περιουσιακά στοιχεία, ότι δεν παραλείπει ουδέν εξ αυτών και ότι κατέβαλε πάσαν προσπάθειαν δια να εξακριβώση το σύνολον των περιουσιακών του στοιχείων. 10.Α.β.2 Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Γ΄ Κατάσχεσις επί της κινητής περιουσίας του οφειλέτου. Για την άρση του απορρήτου των καταθέσεων και μετοχών έναντι του δανειστή¸ που έχει δικαίωμα κατάσχεσης της περιουσίας του δικαιούχου της κατάθεσης ή της μετοχής, βλέπε άρθρ.24 Νόμ.2915/28-29 Μαΐου 2001, (ΦΕΚ Α΄109), κατωτ.αριθ.31. Άρθρον 98 (99 α.ν. 44/67) Η κατά το άρθρον 96 παρεχομένη πληρεξουσιότης δεν περιλαμβάνει, πλην αν ειδικώς αναφέρεται εν αυτή, α)το δικαίωμα της ασκήσεως αγωγής κακοδικίας, ως και της διεξαγωγής δικών αφορωσών γαμικάς διαφοράς ή σχέσεις μεταξύ γονέων και τέκνων, β)το δικαίωμα της συνομολογήσεως συμβιβασμού και διαιτησίας, αναγνωρίσεως, παραιτήσεως από του δικαιώματος της αγωγής ή ενδίκων μέσων, ως και της προσβολής εγγράφου ως πλαστού. Άρθρον 953 (1017 α.ν. 44/67) 1.Κατάσχεσις δύναται να γίνη των εις χείρας του οφειλέτου ευρισκομένων κινητών πραγμάτων. 2.Αι διατάξεις περί κατασχέσεως εις χείρας του οφειλέτου εφαρμόζονται και α)οσάκις κινητά πράγματα του οφειλέτου ευρίσκονται εις χείρας του δανειστού ή τρίτου προθύμου να αποδώση ταύτα, β)οσάκις κατάσχεται εμπράγματον δικαίωμα του οφειλέτου επί αλλοτρίου κινητού πράγματος, «γ)όταν πρόκειται για κινητά, πράγματα που είχαν μεταβιβαστεί από τον οφειλέτη σε τρίτο, εφόσον η κατάσχεση επιβάλλεται από δανειστή που πέτυχε τη διάρρηξη της μεταβίβασης ως καταδολιευτικής κατά τα άρθρ. 939 επ. του Αστικού Κώδικα». Το εδάφ. γ΄ προστέθηκε από την παρ. 6 άρθρ. 4 Νόμ. 2298/1995, (κατωτ. αριθ. 27). Για δε την έναρξη ισχύος του άνω εδαφ. γ΄ βλέπε την παρ. 37 άνω άρθρ. 4 Νόμ. 2298/95, (κατω. αριθ. 27). 3.Εξαιρούνται της κατασχέσεως α)πράγματα της προσωπικής χρήσεως του οφειλέτου και της οικογενείας αυτού και ιδίως ενδύματα, κλινοστρωμναί, έπιπλα, εφ' όσον τα πράγματα ταύτα είναι απαραίτητα εις τας στοιχειώδεις ανάγκας της διαβιώσεως αυτών, β)τρόφιμα και καύσιμος ύλη απαραίτητα εις τον οφειλέτην και την οικογένειαν αυτού δια τρεις μήνας, γ)τα παράσημα και τα αναμνηστικά αντικείμενα, τα χειρόγραφα, αι επιστολαί, τα οικογενειακά έγγραφα και τα επαγγελματικά βιβλία, δ)τα προοριζόμενα δια την επιστημονικήν ή καλλιτεχνικήν και γενικώτερον την πνευματικήν μόρφωσιν και ανάπτυξιν του οφειλέτου ή της οικογενείας αυτού βιβλία, μουσικά όργανα, εργαλεία τέχνης. 4.Επί πλέον των εν § 3 περιουσιακών στοιχείων εξαιρούνται της κατασχέσεως επί προσώπων τα οποία πορίζονται τα προς το ζην δια καταβολής προσωπικής εργασίας, τα απαραίτητα δια την εργασίαν αυτών εργαλεία, μηχανήματα, βιβλία ή άλλα πράγματα, πλην τούτων δε α)επί προσώπων ποριζομένων τα προς το ζην εκ γεωργικής εργασίας και δύο αροτριώντα ζώα, έν υποζύγιον, μία δάμαλις, έξ πρόβατα, έξ αίγες, η μέχρι της προσεχούς συγκομιδής απαιτουμένη σπορά και η τροφή των ανωτέρω ζώων επί τρεις μήνας, β)επί προσώπων ποριζομένων τα προς το ζην εκ της κτηνοτροφίας και δώδεκα μεγάλα ζώα ή είκοσι τέσσαρα μικρά ζώα και η τροφή τούτων επί τρεις μήνας, γ)επί προσώπων ποριζομένων τα προς το ζην εκ της κτηνοτροφίας και εκατόν πτηνά και η τροφή αυτών επί τρεις μήνας. 5.Η κατάσχεσις καρπών δεν δύναται να γίνη ενωρίτερον του μηνός από του συνήθους χρόνου της ωριμάσεως αυτών. Οι μεταξοσκώληκες δεν δύνανται να κατασχεθούν πριν ή γίνουν τέλειοι βόμβυκες. 6.Εάν τα κατασχεθέντα πράγματα είναι ασφαλισμένα, η κατάσχεσις ισχύει και επί της αποζημιώσεως της οφειλομένης εκ της ασφαλίσεως. Άρθρον 954 (1018 α.ν. 44/67, 64.4 ν.δ. 958/71) 1.Η κατάσχεσις γίνεται δια της υπό του δικαστικού κλητήρος αφαιρέσεως του πράγματος, συντασσομένης περί τούτου εκθέσεως παρουσία ενός ενηλίκου μάρτυρος. Το κατασχεθέν εκτιμάται υπό του δικαστικού κλητήρος ή υπό του προς τούτο κατά την κρίσιν του κλητήρος προσλαμβανομένου πραγματογνώμονος. 2.Η έκθεσις κατασχέσεως πρέπει να περιέχη, πλην των κατά το άρθρον 117 ουσιωδών προαπαιτούμενων: α)ακριβή περιγραφήν του κατασχεθέντος πράγματος ώστε να μη γεννάται αμφιβολία περί της ταυτότητος αυτού, β)μνείαν της γενομένης υπό του δικαστικού κλητήρας ή του πραγματογνώμονος εκτιμήσεως του κατασχεθέντος, «γ)Τιμή πρώτης προσφοράς που πρέπει να είναι τουλάχιστον τα δύο τρίτα της αξίας, στην οποία εκτιμήθηκε το κατασχεμένο»,δ)μνείαν του εκτελεστού τίτλου επί τη βάσει του οποίου γίνεται η εκτέλεσις της επιδοθείσης εις τον οφειλέτην επιταγής και του πόσου δι' ο γίνεται η κατάσχεσις, ε)μνείαν της ημέρας και του τόπου του πλειστηριασμού, ως και του ονόματος του επί του πλειστηριασμού υπαλλήλου. «Στην έκθεση αναφέρονται επίσης οι όροι που τυχόν έθεσε, σχετικά με τον πλειστηριασμό, ο υπέρ ου η εκτέλεση με την κατά το άρθρ. 927 εντολή». Η περίπτ.γ΄ αντικαταστάθηκε ως άνω από το άρθρ.21 Νόμ.3346/16-17 Ιουν.2005 (ΦΕΚ Α΄140), κατωτ.αριθ.35. Το μέσα σε «» τελευταίο εδάφιο προστέθηκε από το εδάφ. α' της παρ. 7 άρθρ. 4 Νόμ. 2298/1995, ΦΕΚ Α' 62, (κατωτ. αριθ. 27). Για την έναρξη ισχύος του άνω εδαφίου βλέπε την παρ. 37 άνω άρθρ. 4, Νόμ. 2298/1995 (κατωτ. αριθ. 27). 3.Η έκθεσις κατασχέσεως υπογράφεται υπό του δικαστικού κλητήρος και του μάρτυρος, εάν δε ο υπέρ ου και ο καθ' ου η εκτέλεσις είναι παρόντες, και υπό τούτων. Αρνηθέντος τινός εξ αυτών να υπογράψη, γίνεται περί τούτου μνεία εν τη εκθέσει. (Αντί για τη σελ.124,01) Σελ. 124,01(α) Τεύχος 1399 Σελ. 33 Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας 10.A.β.2 «4.Ύ στερα από ανακοπή του επισπεύδοντος ή του καθ' ου η εκτέλεση ή οποιουδήποτε άλλου έχει έννομο συμφέρον, το αρμόδιο κατά το άρθρ. 933 δικαστήριο, δικάζοντας κατά τη διαδικασία των άρθρ. 686 επ., μπορεί να διατάξει τη διόρθωση της έκθεσης, ιδίως ως προς την περιγραφή του κατασχεθέντος, την εκτίμηση και την τιμή πρώτης προσφοράς. Μπορεί επίσης να επιβάλει πρόσθετα μέτρα δημοσιότητας πέρα από αυτά που προβλέπονται στην παρ. 2 του άρθρ. 960. Η ανακοπή είναι απαράδεκτη αν δεν κατατεθεί το αργότερο 5 εργάσιμες ημέρες πριν από την ημέρα του πλειστηριασμού. Η απόφαση πρέπει, κατά το δυνατόν, να δημοσιεύεται έως τις 12.00' το μεσημέρι της προηγούμενης του πλειστηριασμού ημέρας. Αν η ανακοπή γίνει δεκτή, εφόσον ο υπολειπόμενος χρόνος δεν επαρκεί για την τήρηση των διατυπώσεων δημοσιότητας, ορίζεται με την απόφαση νέα ημέρα πλειστηριασμού. Η απόφαση αυτή κατατίθεται στον υπάλληλο του πλειστηριασμού και, αφού η σχετική διόρθωση γίνει και στην περίληψη της κατασχετήριας έκθεσης, τηρούνται οι διατυπώσεις δημοσιότητας του άρθρ. 960 παρ. 2». Η παρ. 4 αντικαταστάθηκε ως άνω από το εδάφ. β' της παρ. 7 άρθρ. 4 Νόμ. 2298/1995, ΦΕΚ Α' 62, (κατωτ. αριθ. 27). Για την έναρξη ισχύος της άνω παρ. 4 βλέπε την παρ. 37 άνω άρθρ. 4 1995, Νόμ. 2298/1995, (κατωτ. αριθ. 27). Σελ. 124,02(α) Τεύχος 1399 Σελ. 34 10.A.β.2 Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας (1019 α.ν. 44/67, 64.2 ν.δ. 958/71) Άρθρ.955.-1.«Αντίγραφο η περίληψη της κατασχετήριας έκθεσης, η οποία περιλαμβάνει το ονοματεπώνυμο του υπέρ ου και του καθ' ου η εκτέλεση, τον εκτελεστό τίτλο, συνοπτική περιγραφή των πραγμάτων που κατασχέθηκαν, την εκτίμηση της αξίας τους, την τιμή πρώτης προσφοράς, την ημέρα, την ώρα και τον τόπο του πλειστηριασμού και το όνομα του υπαλλήλου του πλειστηριασμού, καθώς και τους όρους του πλειστηριασμού που έχουν τυχόν τεθεί από τον υπέρ ου η εκτέλεση με την κατά το άρθρ. 927 εντολή, επιδίδεται μόλις περατωθεί η κατάσχεση όταν καθ' ου η εκτέλεση, αν είναι παρών, και, αν αυτός αρνηθεί να παραλάβει το έγγραφο που του επιδίδεται, ο επιμελητής συντάσσει έκθεση για την άρνησή του». Εάν είναι απών ή δεν είναι δυνατή η άμεσος κατάρτισις του αντιγράφου ή της περιλήψεως η επίδοσις γίνεται το βραδύτερον εντός της επομένης από της κατασχέσεως ημέρας, εφ' όσον ο καθ' ου η εκτέλεσις έχει την κατοικίαν του εις την περιφέρειαν του δήμου ή της κοινότητος ένθα εγένετο η κατάσχεσις, άλλως εντός οκτώ ημερών από ταύτης. Εντός της αυτής οκταημέρου προθεσμίας αντίγραφον της εκθέσεως επιδίδεται εις τον ειρηνοδίκην του τόπου της κατασχέσεως. Η παράλειψις των ανωτέρω επάγεται ακυρότητα. Ο ειρηνοδίκης υποχρεούται να καταχώριση περίληψιν της εκθέσεως εις ειδικόν βιβλίον μετ' αλφαβητικού των καθ' ων η κατάσχεσις ευρετηρίου. Το πρώτο εδάφιο αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. 8 άρθρ. 4 Νόμ. 2298/1995, ΦΕΚ Α' 62 (κατωτ. αριθ. 27). Για δε την έναρξη ισχύος του ανωτέρω εδαφίου βλέπε την παρ. 37 άρθρ. 4 άνω Νόμ. 2298/1995, (κατωτ. αριθ. 27). 2.Ο δικαστικός κλητήρ οφείλει εντός δέκα ημερών από της ημέρας κατασχέσεως να κατάθεση εις τον επί του πλειστηρισμού υπάλληλον, συντασσομένης περί τούτου πράξεως, τον εκτελεστόν τίτλον μετά της εκθέσεως επιδόσεως της επιταγής, την έκθεσιν κατασχέσεως και τας εκθέσεις επιδόσεως ταύτης προς τον οφειλέτην και τον ειρηνοδίκην κατά δε την περίπτωσιν του άρθρου 956 § 3 και το γραμμάτιον δημοσίας καταθέσεως. Άρθρον 956 (1020 α.ν. 44/67, 64.3 ν.δ. 958/71) 1.Τα κατασχεθέντα πράγματα παραδίδονται υπό του δικαστικού κλητήρος εις μεσεγγυούχον προς φύλαξιν. Μεσεγγυούχος δύναται να ορισθή ο υπέρ ου η εκτέλεσις εφ' όσον εις τούτο συναινεί ο καθ' ου αύτη ή και ο καθ' ου η εκτέλεσις, εφ' όσον συναινεί ο υπέρ ου αύτη. 2.Εάν κατεσχέθησαν πράγματα των οποίων η μεταφορά είναι δυσχερής ή δύναται να προξενήση βλάβην εις αυτά, ο δικαστικός κλητήρ αφήνει ταύτα εις τον τόπον της κατασχέσεως. «3.Αν κατασχέθηκαν χρήματα ή άλλα πράγματα δεκτικά κατά το νόμο κατάθεσης, ο δικαστικός επιμελητής τα καταθέτει σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρ. 965 παρ. 4». Η παρ. 3, αντικαταστάθηκε ως άνω από , την παρ. 9 άρθρ. 4 Νόμ. 2298/1995, ΦΕΚ Α' 62, (κατωτ. αριθ. 27). Για την έναρξη ισχύος της άνω παρ. 3 βλέπε την παρ. 37 άρθρ. 4 άνω Νόμ. 2298/95, (κατωτ. αριθ. 27). 4.Ο μεσεγγυούχος φυλάττει τα κατασχεθέντα πράγματα στερούμενος της εξουσίας χρήσεως αυτών. Εάν επιβάλλεται εκ της φύσεως του κατασχεθέντος πράγματος, ο μεσεγγυούχος κατόπιν αδείας του ειρηνοδικείου της περιφερείας του τόπου της κατασχέσεως, δικάζοντος κατά την διαδικασίαν των άρθρων 686 επ., προβαίνει και εις πράξεις διαχειρίσεως. Ο μεσεγγυούχος υποχρεούται εις λογοδοσίαν, το δε προϊόν της διαχειρίσεως παραδίδει εις τον επί του πλειστηριασμού υπάλληλον. 5.Πάσα αμφισβήτησις περί του ορισμού του μεσεγγυούχου ή αφορώσα την μεσεγγύησιν, ως και η αίτησις περί αντικαταστάσεως αυτού εισάγεται, κατά την διαδικασίαν των άρθρων 686 επ., ενώπιον του ειρηνοδικείου της περιφερείας του τόπου της εκτελέσεως. Το δικαστήριον δύναται να ορίση ως μεσεγγυούχον και τον καθ' ου ή τον υπέρ ου η εκτέλεσις. 6.Εάν ο μεσεγγυούχος απεβλήθη ή απώλεσε την κατοχήν του πράγματος, διατάσσεται παρά του ειρηνοδικείου του τόπου της εκτελέσεως, δικάζοντος κατά την διαδικασίαν των άρθων 686 επ. η εις αυτόν απόδοσίς του. 7.Πραγματοποιηθέντος του ασφαλιστικού κινδύνου μετά την κατάσχεσιν, ο ασφαλιστής καταβάλλει την οφειλομένην αποζημίωσιν εις τον επί του πλειστηριασμού υπάλληλον. Ο ασφαλιστής εγκύρως καταβάλλει την αποζημίωσιν εις τον καθ' ου η εκτέλεσις πριν ειδοποιηθή εγγράφως υπό του κατασχόντος περί της γενομένης κατασχέσεως. Άρθρον 957 (1021 α.ν. 44/67, 64.4 ν.δ. 958/71) 1.Εάν τα κατασχεθέντα πράγματα είναι μόνον χρήματα εφαρμόζονται τα άρθρα 971 επ. Το αυτό ισχύει εάν τα κατασχεθέντα είναι αλλοδαπά χρήματα τα οποία ο επί του πλειστηριασμού υπάλληλος, τρέπει εις ημεδαπόν χρήμα. 2.Εάν πλην των χρημάτων κατασχέσθησαν και έτερα πράγματα, η διανομή των χρημάτων γίνεται ομού μετά του πλειστηριάσματος. (Αντί για τη σελ. 125 (δ) Σελ. 125 (ε) Τεύχος 1399 Σελ. 35 Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας 10.A.β.2 Άρθρον 99 (100 α.ν. 44/67, 7 ν.δ. 958/71) Ο διάδικος, παριστάμενος μετά πληρεξουσίου, δύναται να προβαίνη εις άμεσον ανάκλησιν των ομολογιών τούτου. Άρθρον 958 (1022 α.ν. 44/67, 64.5 ν.δ. 958/71) 1.Από της κατά το άρθρον 955 § 1 επιδόσεως αντιγράφου ή περιλήψεως της εκθέσεως κατασχέσεως απαγορεύεται και είναι άκυρος υπέρ του κατασχόντος των αναγγελθέντων δανειστών η διάθεσις του κατασχεθέντος υπό του καθ' ου εγένετο η κατάσχεσις. 2.Η αναγκαστική κατάσχεσις αναγκαστικώς κατεσχημένων ήδη κινητών πραγμάτων απαγορεύεται επί ποινή ακυρότητος αυτής. Άρθρον 959 (1023 α.ν. 44/67, 64.6 ν.δ. 958/71) «1.Τα κατασχεθέντα πράγματα πλειστηριάζονται δημοσίως ενώπιον του επί του πλειστηριασμού ορισθέντος συμβολαιογράφου της περιφερείας του τόπου της κατασχέσεως. «2.Ο πλειστηριασμός γίνεται μέσα στην περιφέρεια της κοινότητας ή του δήμου όπου έγινε η κατάσχεση και κατά την κρίση του δικαστικού επιμελητή που ενεργεί την εκτέλεση, είτε στον τόπο της κατάσχεσης είτε στον τόπο που βρίσκονται τα κατασχεμένα είτε στο δημοτικό ή κοινοτικό κατάστημα του τόπου των κατασχεμένων κινητών πραγμάτων. Αν τα κατασχεμένα πράγματα βρίσκονται στην περιφέρεια περισσότερων δήμων ή κοινοτήτων, ο πλειστηριασμός γίνεται στον τόπο που ορίζει ο δικαστικός επιμελητής (με το πρόγραμμα), «με την κατασχετήρια έκθεση». Ο πλειστηριασμός γίνεται πάντοτε ημέρα Τέταρτη από τις 12 το μεσημέρι ως τις 2 το απόγευμα». Η μέσα σε ( ) φράση, αντικαταστάθηκε με την μέσα σε « » φράση από το εδάφ. α' της παρ. 10 άρθρ. 4 Νόμ. 2298/1995, ΦΕΚ Α' 62, (κατωτ. αριθ. 27). Για την έναρξη ισχύος της άνω διατάξεως βλέπε την παρ. 37 άρθρ. 4 Νόμ. 2298/1995, (κατωτ. αριθ. 27). Η παρ. 2 αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. 1 άρθρ. 3 Νόμ. 1653/31 Οκτ.-8 Νοεμ. 1986 (ΦΕΚ Α' 175), Τόμ, 6Α, σελ. 422,398, της οποίας η ισχύς αρχίζει από 1-1-1987 εκτός από τους πλειστηριασμούς που έχουν προσδιοριστεί. Σύμφωνα με την παρ. 5 του ίδιου άρθρ. 3 η άνω παρ. 2 εφαρμόζεται, και στους πλειστηριασμούς, που διενεργούνται σύμφωνα με το Νόμ. 365/1974 (Κ.Ε.Δ.Ε.). Σελ.126 (ε) Τεύχος 1399 Σελ. 36 10.A.β.2 Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας «Οι δήμοι και οι κοινότητες οφείλουν να διαθέτουν για τη διενέργεια των πλειστηριασμών κατάλληλη αίθουσα με έδρα ειδικά διαρρυθμισμένη για τον υπάλληλο του πλειστηριασμού». Το τελευταίο εδάφιο προστέθηκε από το εδάφ. β' της παρ. 10 άρθρ. 4 Νόμ. 2298/1995, ΦΕΚ Α' 62, (κατωτ. αριθ. 27). Για την έναρξη ισχύος του άνω εδαφίου, βλέπε την παρ. 37 άρθρ. 4 Νόμ. 2298/1995 (κατωτ. αριθ. 27). 3.Αιτήσει του υπέρ ου ή του καθ' ου η εκτέλεσις ή αναγγελθέντος δανειστού, το ειρηνοδικείον του τόπου της εκτελέσεως, δικάζον κατά την διαδικασίαν των άρθρ. 686 επ., δύναται να ορίση έτερον τόπον πλειστηριασμού, ορίζον άμα και τον επί του πλειστηριασμού υπάλληλον εάν ο τόπος του πλειστηριασμού κείται εκτός της περιφερείας του αρχικώς ορισθέντος επί του πλειστηριασμού υπαλλήλου. «Η αίτηση είναι απαράδεκτη αν δεν κατατεθεί το αργότερο 8 εργάσιμες ημέρες πριν από την ημέρα του πλειστηριασμού. Αν η αίτηση γίνει δεκτή, εφόσον ο υπολειπόμενος χρόνος δεν επαρκεί, ορίζεται με την απόφαση νέα ημέρα πλειστηριασμού. Η απόφαση αυτή κατατίθεται στον υπάλληλο του πλειστηριασμού και, αφού σημειωθούν στην περίληψη της κατασχετήριας έκθεσης οι μεταβολές που επήλθαν, τηρούνται οι διατυπώσεις δημοσιότητας που προβλέπονται στο άρθρ. 960 παρ. 2». Τα ανωτέρω εδάφια προστέθηκαν από το εδάφ. γ' της παρ. 10 άρθρ. 4 Νόμ. 2298/1995, ΦΕΚ Α' 62, (κατωτ. αριθ. 27). Για την έναρξη ισχύος των άνω εδαφίων βλέπε την παρ. 37 άρθρ. 4 άνω Νόμ. 2298/1995, (κατωτ. αριθ. 27). Η ανωτέρω προθεσμία των 8 ημερών περιορίστηκε σε 5 εργάσιμες ημέρες από την παρ. 2 άρθρ. 19 Νόμ. 2331/1995, ΦΕΚ Α' 173, (τόμ.8 σελ. 84,257). 4.Αν ο πλειστηριασμός δεν δύναται να γίνη πριν ή παρέλθουν δέκα πέντε ημέραι από της ημέρας της κατασχέσεως, ως και από 1 Αυγούστου μέχρι 15 Σεπτεμβρίου. «Αν η ημέρα του πλειστηριασμού ορίστηκε σε χρόνο απώτερο του τριμήνου από την ημέρα της κατάσχεσης, εφαρμόζεται η διάταξη του άρθρ. 973 παρ. 4». Το τελευταίο εδάφιο προστέθηκε από το εδάφ. δ' της παρ. 10 άρθρ. 4 Νόμ. 2298/1995, ΦΕΚ Α' 62, (κατωτ. αριθ. 27). Για την έναρξη δε ισχύος του άνω εδαφίου, βλέπε την παρ. 37 άρθρ. 4 Νόμ. 2298/1995, (κατωτ. αριθ. 27). 5.Η περί μη ενεργείας του πλειστηριασμού από 1 Αυγούστου μέχρι και 15 Σεπτεμβρίου διάταξις της προηγουμένης παραγράφου δεν εφαρμόζεται επί των υποκειμένων εις φθοράν πραγμάτων». Το άρθρ. 959 αντικατεστάθη ως άνω δια του άρθρ. 15 Ν.Δ. 490/1974(κατωτ. αριθ. 4). (1024 α.ν. 44/67, 64.7 ν.δ. 958/71) «Άρθρ.960.-1. Ο αρμόδιος για την εκτέλεση δικαστικός επιμελητής καταρτίζει περίληψη κατασχετήριας έκθεσης, που περιέχει συνοπτική περιγραφή των κατασχεθέντων κινητών, το ονοματεπώνυμο του υπέρ ου και του καθ' ου η εκτέλεση, το όνομα του υπαλλήλου του πλειστηριασμού, τον τόπο, την ημέρα και την ώρα του πλειστηριασμού, την τιμή πρώτης προσφοράς και τους όρους του πλειστηριασμού που θέτει τυχόν ο υπέρ ου η εκτέλεση και που γνωστοποιήθηκαν στο δικαστικό επιμελητή με την εντολή για εκτέλεση του άρθρου 927. 2. Την κατά την παράγραφο 1 περίληψη ο δικαστικός επιμελητής επιδίδει μέσα σε δέκα (10) ημέρες από την ημέρα της κατάσχεσης στον οφειλέτη και τον ειρηνοδίκη του τόπου της κατάσχεσης, την καταθέτει δε μέσα στην ίδια προθεσμία στον υπάλληλο του πλειστηριασμού. Απόσπασμα της περίληψης αυτής, που περιλαμβάνει τα ονοματεπώνυμα του υπέρ ου και του καθ' ου η εκτέλεση, συνοπτική περιγραφή των κατασχεθέντων κινητών, την τιμή πρώτης προσφοράς, το όνομα και την ακριβή διεύθυνση του υπαλλήλου του πλειστηριασμού, καθώς και τον τόπο, την ημέρα και την ώρα του πλειστηριασμού, δημοσιεύεται δέκα (10) τουλάχιστον ημέρες πριν από την ημέρα του πλειστηριασμού σε κύριο φύλλο καθημερινής εφημερίδας που εκδίδεται στο δήμο ή στην κοινότητα όπου βρίσκεται ο τόπος του πλειστηριασμού και αν δεν εκδίδεται τέτοια εφημερίδα σε κύριο φύλλο καθημερινής εφημερίδας που εκδίδεται στην πρωτεύουσα της επαρχίας στην οποία υπάγεται ο δήμος ή κοινότητα. Αν δεν εκδίδεται τέτοια εφημερίδα ή αν η κατά την κατάσχεση οριζόμενη συνολική αξία των κατασχεθέντων κινητών δεν υπερβαίνει το ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ, η περίληψη ανακοινώνεται δημόσια: α) με τοιχοκόλληση στο γραφείο του δήμου ή της κοινότητας, όπου ο τόπος του πλειστηριασμού, πέντε (5) τουλάχιστον ημέρες πριν από τον πλειστηριασμό και β) με κήρυξη από κήρυκα στην έδρα του δήμου ή της κοινότητας όπου ο τόπος του πλειστηριασμού, και στο συνηθισμένο για τους πλειστηριασμούς τόπο, την προηγούμενη του πλειστηριασμού Τετάρτη από τις 12.00 το μεσημέρι έως τις 14.00 το απόγευμα. Για την κήρυξη ο δικαστικός επιμελητής συντάσσει έκθεση που υπογράφεται και από τον κήρυκα. 3. Ο πλειστηριασμός δεν μπορεί να γίνει χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις των δύο προηγούμενων παραγράφων, διαφορετικά είναι άκυρος." Το άρθρ.960 αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ.1 άρθρ.12 Νόμ.3043/21-21 Αυγ.2002 (ΦΕΚ Α΄192),κατωτ.αριθ.33. (Αντί για τη σελ. 126,01 (β) Σελ. 126,01 (γ) Τεύχος 1352 Σελ. 101 Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας 10.Α.β.2 (1025 α.ν. 44/67, 61.8 ν.δ. 958/71), Άρθρ.961.-(Καταργήθηκε από την παρ. 12 άρθρ. 4 Νόμ. 2298/1995, ΦΕΚ Α' 62, κατωτ. αριθ. 27). Άρθρον 962 (1026 α.ν. 44/67, 64.9 ν.δ. 958/71) Εάν τα κατασχεθέντα πράγματα υπόκεινται εις φθοράν, κατά την κρίσιν του επί του πλειστηριασμού υπαλλήλου, πλειστηριάζονται αμέσως, προηγουμένης επί κοινή ακυρότητος κηρύξεως δια κήρυκος. Ο επί του πλειστηριασμού υπάλληλος δύναται να προβή εις πάσαν ετέραν ενέργειαν προς εξασφάλισιν μείζονος δημοσιότητος. Εν διαφωνία του υπέρ ου ή του καθ' ου η εκτέλεσις αποφαίνεται το ειρηνοδοκείον του τόπου της εκτελέσεως δικάζον κατά την διαδικασίαν των άρθρων 686 επ. Άρθρον 100 (101 α.ν. 44/67) Η πληρεξουσιότης παύει 1)όταν αποβιώση ο πληρεξούσιος ή επέλθη μεταβολή εις την προς το παρίστασθαι επί δικαστηρίου ικανότητα αυτού, 2)όταν περατωθή η δίκη ή η πράξις δια την οποίαν είχε δοθή η πληρεξουσιότης, 3)όταν ο πληρεξούσιος δικηγόρος παραιτηθή, παυθή πλέον των τριών μηνών ή εκπέση του λειτουργήματός του, 4)όταν ανακληθή η πληρεξουσιότης, 5)όταν ο πληρεξούσιος παραιτηθή της πληρεξουσιότητος. (Μετά τη σελ. 18(β) Σελ. 18,01 Τεύχος 1182 - Σελ. 7 Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας 10.Α.β.2 Άρθρον 963 (1027 α.ν.44/67) Κατά την ημέραν του πλειστηριασμού και αμέσως προ της ενάρξεως αυτού πρέπει, επί ποινή ακυρότητος, να γίνεται κήρυξις δια κήρυκος εις τον τόπον του πλειστηριασμού, γινομένης περί τούτου μνείας εις την έκθεσιν του πλειστηριασμού. Άρθρον 964 (1028 α.ν. 44/67, 64.10 ν.δ. 958/71) Ο καθ' ου η εκτέλεσις εάν είναι παρών, προσδιορίζει την σειράν καθ' ην θα κατακυρούται τα κατασχημένα πράγματα. Αφ' ης το πλειστηρίασμα καλύψη το ποσόν της απαιτήσεως του υπέρ ου η εκτέλεσις και των αναγγελθέντων μετά των εξόδων της εκτελέσεως, λήγει ο περαιτέρω πλειστηριασμός των κατεσχημένων πραγμάτων. (1029 α.ν. 44/67, 64.11 ν.δ. 958/71) Άρθρ.965.-«1.Η πλειοδοσία αρχίζει με βάση την τιμή της πρώτης προσφοράς. Δεν μπορούν να πλειοδοτήσουν ο οφειλέτης, ο υπάλληλος του πλειστηριασμού και οι υπάλληλοί του. Ο υπάλληλος του πλειστηριασμού οφείλει, αν προβληθεί αντίρρηση από τον επισπεύδοντα ή τον καθ' ου η εκτέλεση ή από οποιονδήποτε πλειοδότη να αποκλείσει από την πλειοδοσία κάθε πρόσωπο εις βάρος του οποίου επισπεύδεται αναπλειστηριασμός, εφόσον το γεγονός αυτό προκύπτει από δημόσιο έγγραφο ή ομολογείται. Σελ. 126,02 (γ) Τεύχος 1352 Σελ. 102 Κάθε πλειοδότης οφείλει να καταθέτει, σε μετρητά ή με εγγυητική επιστολή τράπεζας ή με επιταγή, που έχει εκδοθεί από τράπεζα ή από άλλο πιστωτικό ίδρυμα, εγγυοδοσία ίση προς το ένα τρίτο της τιμής της πρώτης προσφοράς. Αν υπερθερματιστής αναδείχθηκε άλλος ή αν η κατακύρωση ματαιώθηκε από οποιονδήποτε λόγο, η εγγυοδοσία επιστρέφεται σε εκείνον που την είχε καταθέσει αμέσως μετά το πέρας του πλειστηριασμού». Η παρ. 1, αντικαταστάθηκε ως άνω από το εδάφ. α' της παρ. 13 άρθρ. 4 Νόμ. 2298/1995, ΦΕΚ Α' 62 (κατωτ. αριθ. 27). Για δε την έναρξη ισχύος της άνω παρ. 1 βλέπε την παρ. 37 άρθρ. 4 άνω Νόμ. 2298/1995 (κατωτ. αριθ. 27). 2.Η κατακύρωσις των πλειστηριαζομένων πραγμάτων γίνεται εις τον προσφέροντα την μεγαλυτέραν τιμήν, αφού προηγουμένως τρεις φοράς γίνη πρόσκλησις προς πλειοδοσίαν. Ο επί του πλειστηριασμού υπάλληλος πρέπει να καταχωρίζη εν τη εκθέσει πάσας τας γενομένας προσφοράς. 3.Ο υπερθεματιστής υποχρεούται εις καταβολήν προς τον επί του πλειστηριασμού υπάλληλον του πλειστηριάσματος εις μετρητά άμα τη κατακυρώσει, ευθύς δε μετά τούτο παραδίδεται εις αυτόν το κατακυρωθέν πράγμα. Η παράδοσις του πράγματος εις τον υπερθεματιστήν δεν δύναται να γίνη πριν ή ούτος καταβάλη το πλειστηρίασμα. «4.Ο υπάλληλος του πλειστηριασμού οφείλει, το αργότερο την τρίτη εργάσιμη ημέρα από τον πλειστηριασμό, να προβεί σε δημόσια κατάθεση του πλειστηριάσματος στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων». Η παρ. 4 αντικαταστάθηκε ως άνω από το εδάφ. β' της παρ. 13 άρθρ. 4 Νόμ. 2298/1995, ΦΕΚ Α' 62, (κατωτ. αριθ. 27). Για την έναρξη δε ισχύος της άνω παρ. 4 βλέπε την παρ. 37 άρθρ. 4 άνω Νόμ. 2298/1995, (κατωτ. αριθ. 27). 10.Α.β.2 Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας «5.Αν ο υπερθεματιστής δεν καταβάλει εμπροθέσμως το πλειστηρίασμα, ο υπάλληλος του πλειστηριασμού οφείλει μέσα στις επόμενες 2 εργάσιμες ημέρες να τον οχλήσει με εξώδικη πρόσκληση που επιδίδεται με δικαστικό επιμελητή. Αν ο υπερθεματιστής δεν καταβάλει το πλειστηρίασμα μέσα στις επόμενες από την όχληση 5 εργάσιμες ημέρες, η κατακύρωση σε αυτόν ανατρέπεται, η εγγυοδοσία που έχει καταθέσει καταπίπτει, καλούνται δε οι επόμενοι πλειοδότες, η προσφορά των οποίων, αθροιζομένη με το ποσό της εγγυοδοσίας που κατέπεσε, είναι ίση με το πλειστηρίασμα, να καταβάλουν σε τακτή ημέρα που ορίζεται στην πρόσκληση, το ποσόν που είχαν προσφέρει. Η πρόσκληση επιδίδεται με δικαστικό επιμελητή. Αν εμφανισθούν περισσότεροι ενδιαφερόμενοι συντάσσεται σχετική έκθεση από το συμβολαιογράφο και η κατακύρωση γίνεται σε εκείνον που είχε προσφέρει κατά τον πλειστηριασμό το μεγαλύτερο ποσόν. Το πλειστηρίασμα συνίσταται στο άθροισμα του ποσού που καταβλήθηκε και της εγγυοδοσίας του αρχικού υπερθεματιστή που κατέπεσε. Αν, κατά την ελεύθερη κρίση του υπαλλήλου του πλειστηριασμού, η κατά τα προηγούμενα εδάφια πρόσκληση των επόμενων πλειοδοτών είναι αδύνατη ή ιδιαίτερα δυσχερής για λόγους που εκτίθενται σε σχετική έκθεση, καθώς και σε κάθε περίπτωση που η διαδικασία αυτή δεν τελεσφόρησε, γίνεται αναπλειστηριασμός κατά τις διατάξεις των επόμενων εδαφίων. Η επίσπευση του αναπλειστηριασμού γίνεται είτε με επιμέλεια του υπαλλήλου του πλειστηριασμού είτε από τον υπέρ ου ή από τον καθ' ου η εκτέλεση ή από κάθε δανειστή που έχει αναγγελθεί με τίτλο εκτελεστό. Ο αναπλειστηριασμός επισπεύδεται με πράξη του υπαλλήλου του πλειστηριασμού ή με δήλωση προς τον υπάλληλο του πλειστηριασμού του υπέρ ου ή του καθ' ου ή του δανειστή, για την οποία συντάσσεται πράξη. Περίληψη της πράξης, η οποία περιέχει και όσα πρέπει να περιλαμβάνονται στην περίληψη της κατασχετήριας έκθεσης, υποβάλλεται στις διατυπώσεις δημοσιότητας του άρθρ. 960 παρ. 2. Η διάταξη του άρθρ. 959 παρ. 4 ισχύει αναλόγως και η σχετική προθεσμία υπολογίζεται, αφότου συνταχθεί η πράξη. Ο αρχικός υπερθεματιστής, που δεν κατέβαλε το πλειστηρίασμα, δεν μπορεί να πλειοδοτήσει, δικαιούται όμως, έως ότου αρχίσει η πλειδοσία, να καταβάλει το οφειλόμενο πλειστηρίασμα, με τον τόκο υπερημερίας, καθώς και τα έξοδα του αναπλειστηριασμού και να ζητήσει να του κατακυρωθεί το πράγμα». Η παρ. 5 αντικαταστάθηκε ως άνω από το εδάφ. γ' της παρ. 13 άρθρ. 4 Νόμ. 2298/1995, ΦΕΚ Α' 62 (κατωτ. αριθ. 27). Για την έναρξη δε ισχύος της άνω παρ. 5 βλέπε την παρ. 37 άρθρ. 4 άνω Νόμ. 2298/1995 (κατωτ. αριθ. 27). «6.Αν κατά τον αναπλειστηριασμό δεν επιτευχθεί το ίδιο πλειστηρίασμα, ο πρώτος υπερθεματιστής, που δεν κατέβαλε, ευθύνεται για τη διαφορά εντόκως, με το επιτόκιο υπερημερίας. Η εγγυοδοσία που είχε καταθέσει, με τους τυχόν τόκους της, καταλογίζεται στη διαφορά για την οποία ευθύνεται. Αν απομένει επιπλέον διαφορά, η έκθεση του αναπλειστηριασμού αποτελεί εναντίον του τίτλο εκτελεστό για τη συμπλήρωση. Αν έγιναν περισσότεροι αναπλειστηριασμοί, όλοι οι προηγούμενοι διαδοχικοί υπερθεματιστές, που δεν κατέβαλαν, εξακολουθούν να ευθύνονται εις ολόκληρον για την τυχόν διαφορά μεταξύ του αρχικού πλειστηριάσματος και του πλειστηριάσματος που τελικά επιτεύχθηκε και καταβλήθηκε, χωρίς όμως η ευθύνη του καθενός να υπερβαίνει το ποσόν της διαφοράς από τη δική του οφειλή. Οι εγγυοδοσίες που είχαν κατατεθεί από τους προηγούμενους διαδοχικούς υπερθεματιστές δεν επιστρέφονται έως ότου καταβληθεί το πλειστηρίασμα από τον τελικό υπερθεματιστή, προκειμένου να γίνει ο ως άνω καταλογισμός στην τυχόν διαφορά. Ο υπερθεματιστής που δεν κατέβαλε δεν δικαιούται, αν κατά τον αναπλειστηριασμό επιτεύχθηκε μεγαλύτερο πλειστηρίασμα, να απαιτήσει το επιπλέον». Η παρ., 6, αντικαταστάθηκε ως άνω από το εδάφ. δ' της παρ. 13 άρθρ. 4 Νόμ. 2298/1995, ΦΕΚ Α' 62 (κατωτ. αριθ. 27). Για την έναρξη δε ισχύος της άνω παρ. 6, βλέπε την παρ. 37 άρθρ. 4 άνω Νόμ. 2298/1995, (κατωτ. αριθ. 27). «7.Ο υπάλληλος του πλειστηριασμού μπορεί, αν κρίνει ότι υπάρχει ανάγκη, να ζητεί την παρουσία κατά τη διεξαγωγή του πλειστηριασμού αστυνομικού οργάνου, στο οποίο παρέχει τις αναγκαίες οδηγίες για την τήρηση της τάξης». Η παρ. 7, προστέθηκε από το εδάφ. ε' της παρ. 13 άρθρ. 4 Νόμ. 2298/1995, ΦΕΚ Α' 62 (κατωτ. αριθ. 27). Για την έναρξη δε της ισχύος της άνω παρ. 7 βλέπε την παρ. 37 άρθρ. 4 Νόμ. 2298/1995, (κατωτ. αριθ. 27). (Αντί για τη σελ. 127 (γ) Σελ. 127 (δ) Τεύχος 1212-Σελ. 45 Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας 10.Α.β.2 Άρθρον 966 (1030 α.ν. 44/67, 64.12 ν.δ. 958/71) 1.Πλείονες δύνανται από κοινού να υπερθεματίσουν, ευθυνόμενοι εις ολόκληρον. 2.Εάν δεν εμφανιστούν πλειοδόται, το πλειστηριαζόμενον πράγμα κατακυρούται εις τον υπέρ ου η εκτέλεσις τη αιτήσει του εις την τιμήν της πρώτης προσφοράς. Εάν δεν υποβληθή αίτησις, γίνεται εντός τεσσαράκοντα ημερών νέος πλειστηριασμός. 3.Εάν κατά τον νέον πλειστηριασμόν δεν γίνη κατακύρωσις, το κατά το άρθρον 933 αρμόδιον δικαστήριον, τη αιτήσει παντός έχοντος έννομον συμφέρον, δικάζον κατά την διαδικασίαν των άρθρων 686 επ. δύναται να διατάξη την ενέργειαν νέου πλειστηριασμού εντός τριάκοντα ημερών επί τη αυτή ή κατωτέρα τιμή πρώτης προσφοράς ή να επιτρέψη εντός της αυτής προθεσμίας την υπό του επί του πλειστηριασμού υπαλλήλου ελευθέραν εκποίησιν του πράγματος εις τον υπέρ ου η εκτέλεσις ή τρίτον επί τιμήματι καθοριζομένω υπό του δικαστηρίου, δυναμένου να ορίση και την κατά δόσεις πληρωμήν μέρους του τιμήματος. 4.Εάν και ο νέος πλειστηριασμός απέβη άνευ αποτελέσματος ή δεν επετεύχθη ελευθέρα εκποίησις, το δικαστήριον δύναται να άρη την κατάσχεσιν ή να διάταξη την διενέργειαν νέου πλειστηριασμού εις απώτερον χρόνον «με την ίδια ή κατώτερη τιμή πρώτης προσφοράς». Η μέσα σε « » φράση, προστέθηκε από την παρ. 14 άρθρ. 4 Νόμ. 2298/1995, ΦΕΚ Α' 62, (κατωτ. αριθ. 27). Για την έναρξη δε ισχύος των διατάξεων της άνω φράσεως, βλέπε την παρ. 37 άρθρ. 4 άνω Νόμ. 2298/1995, (κατωτ. αριθ. 27). Άρθρον 967 (1031 α.ν. 44/67) 1.Εάν τα κατεσχημένα πράγματα είναι εκ των αναγραφομένων εις το δελτίον του χρηματιστηρίου αξιών, ο επί του πλειστηριασμού υπάλληλος εκποιεί ταύτα χρηματιστηριακώς. 2.Εάν τα εκπλειστηριαζόμενα πράγματα είναι νομίσματα ή άλλα αντικείμενα εκ χρυσού ή αργύρου, δεν δύνανται να κατακυρωθούν εις τιμήν μικροτέραν της εν τη αγορά τιμής του νομίσματος ή του χρυσού ή αργύρου. Εν η περιπτώσει δεν κατέστη τούτο δυνατόν, ο επί του πλειστηριασμού εκποιεί ταύτα ελευθέρως εις την ανωτέρω τιμήν αυτών. Άρθρον 968 (1032 α.ν. 44/67, 64.13, ν.δ. 958/71) Ο πλειστηριασμός των καρπών δύναται να γίνη είτε μετά τον αποχωρισμόν είτε και προ του αποχωρισμού αυτών. Ο επί του πλειστηριασμού υπάλληλος δύναται να διάταξη την προ του πλειστηριασμού συγκομιδήν των καρπών. Σελ. 128 (δ) Τεύχος 1212-Σελ. 46 Άρθρον 969 (1033 α.ν. 44/67, 64.14 ν.δ. 958/71) 1.Ο πλειστηριασμός τελειούται δια της κατακυρώσεως. Ο υπερθεματίζων δεσμεύεται μέχρι κρείσσονος προσφοράς ή μέχρι ματαιώσεως της κατακυρώσεως. 2.Μέχρι της κατακυρώσεως ο καθ' ου η εκτέλεσις δικαιούται, εξοφλών τα έξοδα και τας απαιτήσεις του επισπεύδοντος και των λοιπών εχόντων τίτλον εκτελεστόν και αναγγελθέντων δανειστών, να αναλάβη τα πλειστηριαζόμενα πράγματα. Ο καθ' ου η εκτέλεσις δικαιούται να ενεχυριάζη τα πλειστηριαζόμενα πράγματα προς εξεύρεσιν των μέσων δια την εξόφλησιν της απαιτήσεως και καταβολήν των εξόδων. «3.Ο υπάλληλος του πλειστηριασμού είναι υποχρεωμένος να τον ενεργήσει, εκτός αν συμφωνούν στην ματαίωσή του ο επισπεύδων την εκτέλεση και όλοι οι αναγγελμένοι δανειστές που έχουν καταθέσει εκτελεστό τίτλο». Η παρ. 3 προστέθηκε από την παρ. 6 άρθρ. 3 Νόμ. 1653/31 Οκτ.-8 Νοεμ. 1986 (ΦΕΚ Α' 173), Τόμ. 6Α, σελ. 422,398, της οποίας η ισχύς αρχίζει από 1-1-1987, εκτός από τους πλειστηριασμούς που έχουν προσδιοριστεί. 10.Α.β.2 Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας Άρθρον 970 (1034 α.ν. 44/67, 64.15 ν.δ. 958/71.) Οσάκις το πράγμα κατακυρούται εις τον υπέρ ου η εκτέλεσις ούτος καταβάλλει εις τον επί του πλειστηριασμού υπάλληλον το μετά την αφαίρεσιν του ποσού της απαιτήσεως αυτού και των εξόδων εκτελέσεως μέρος του πλειστηριάσματος, εφ' όσον δεν ανηγγέλθησαν έτεροι δανεισταί. Η καταβολή δέον να γίνη ε …
Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.