📄 Κείμενο νόμου
15. ΒΑΣΙΛΙΚΟΝ ΔΙΑΤΑΓΜΑ υπ' αριθ. 174 της 12/30 Μαρτ. 1963 (ΦΕΚ Α' 37) Περί κωδικοποιήσεως των διατάξεων του Νόμ. 2190/1920 εις ενιαίον κείμενον. Έχοντες υπ’όψει το άρθρ. 33 του Ν.Δ. 4237 του 1962 "περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως του Νόμ. 2190/1920 "περί Ανωνύμων Εταιρειών" και άλλων τινών διατάξεων", προτάσει του Ημετέρου επί του Εμπορίου Υπουργού, απεφασίσαμεν και διατάσσομεν: Άρθρον μόνον.-Το κείμενον του Νόμ. 2190 του 1920 "Περί Ανωνύμων Εταιρειών" ως ετροποποιήθη και συνεπληρώθη μεταγενεστέρως κωδικοποιείται εις ενιαίον κείμενον Νόμου, έχον ως έπεται: ΝΟΜΟΣ 2190 Περί Ανωνύμων Εταιρειών Με την περίπτ.ε της παρ.10 άρθρ.10 Νόμ.2741/28-28 Σεπτ.1999 (ΦΕΚ Α΄199), τόμ.5 σελ.180,03, ορίστηκε ότι: «΄Οπου στον Κ.Ν.2190/1920, όπως ισχύει, γίνεται αναφορά σε Ποδοσφαιρικές Ανώνυμες Εταιρείες, νοούνται οι «Αθλητικές Ανώνυμες Εταιρείες». ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 1ον Γενικαί Διατάξεις άρθρ. 29 παρ. 3 και 31 παρ. 2, επιτρέπεται να χορηγείται στους ομολογιούχους δανειστές δικαίωμα μετατροπής των ομολογιών τους, σε μετοχές. Σ' αυτή την περίπτωση εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις για τη δημοσιότητα της απόφασης για την αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου, για την πιστό(Αντί για τη σελ. 9 (θ) Σελ. 9(ι) Τεύχος 1213 – Σελ. 37 Γενικές Διατάξεις περί Ανωνύμων Εταιρειών 12.Α.α.15 ποίηση της καταβολής του, καθώς και οι διατάξεις της παρ. 8 του άρθρο.13". Η παρ. 1 αντικαταστάθηκε ως άνω από το άρθρ. 40 εδάφ. α΄ του παρόντος έχουσι μέτοχοι αντιπροσωπεύοντες τουλάχιστον το 1/10 του καταβεβλημένου εταιρικού κεφαλαίου. β)Η Επιτροπή του Χρηματιστηρίου δύναται να ζητήση τον άνω έλεγχον δι' αποφάσεως αυτής λαμβανομένης ουχί διά της πλειοψηφίας αυτής, ως εν άρθρ. 40 εδάφ. β΄, αλλά διά πλειοψηφίας των 3/4 των μελών αυτής. γ)Ο Υπουργός του Εμπορίου δικαιούται να ζητήση τον αυτόν ως άνω έλεγχον, αλλά μετά γνώμην της Επιτροπής Ανωνύμων Εταιρειών. Άρθρ.38.-1.Οι ελεγκταί δικαιούνται δι' αιτήσεως αυτών προς τον Πρόεδρον του Διοικητικού Συμβουλίου να ζητήσωσι την σύγκλησιν εκτάκτου γενικής συνελεύσεως. 2.Η Συνέλευσις αύτη συγκαλείται υποχρεωτικώς υπό του Διοικητικού Συμβουλίου εντός δέκα ημερών από της επιδόσεως της αιτήσεως προς τον Πρόεδρον αυτού, έχει δε ως αντικείμενον ημερησίας διατάξεως το εν τη αιτήσει περιεχόμενον. Άρθρ.39.-1.Αιτήσει μετόχων, εκπροσωπούντων το εν εικοστόν του καταβεβλημένου εταιρικού κεφαλαίου, το Διοικητικόν Συμβούλιον υποχρεούται ίνα συγκαλή έκτακτον γενικήν συνέλευσιν των μετόχων, ορίζον ημέραν συνεδρίας αυτής, μη απέχουσαν περισσότερον των τριάκοντα ημερών από της χρονολογίας της επιδόσεως της αιτήσεως προς τον Πρόεδρον του Διοικητικού Συμβουλίου. 2.Η αίτησις περιέχει το αντικείμενον της ημερησίας διατάξεως. "3.Με αίτηση μετόχου ή μετόχων που εκπροσωπούν το 1/20 του καταβεβλημένου μετοχικού κεφαλαίου, ο πρόεδρος της συνέλευσης υποχρεούται να αναβάλει μία μόνο φορά τη λήψη αποφάσεων από τη γενική συνέλευση, τακτική ή έκτακτη, για όλα ή ορισμένα θέματα, ορίζοντας ημέρα συνέχισης της συνεδρίασης, αυτήν που ορίζεται στην αίτηση των μετόχων, η οποία όμως δεν μπορεί να απέχει περισσότερο από 30 ημέρες από τη χρονολογία της αναβολής. Η μετ΄ αναβολή γενική συνέλευση αποτελεί συνέχιση, της προηγούμενης και δεν απαιτείται η επανάληψη των διατυπώσεων δημοσίευσης της πρόσκλησης των μετόχων, σε αυτήν δε, μπορούν να μετάσχουν και νέοι μέτοχοι, τηρουμένων των διατάξεων των άρθρ. 27 παρ. 2 και 28". Η παρ. 3, αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. 3 άρθρ. 13 Νόμ. 2339/1995, ΦΕΚ Α΄ 204 (κατωτ. αριθ. 50). (Αντί για τη σελ. 21 (β) Σελ. 21(γ) Τεύχος 1213-Σελ.63 Γενικές Διατάξεις περί Ανωνύμων Εταιρειών 12.Α.α.15 4.Αιτήσει μετόχων εκπροσωπούντων το 1/20 του καταβεβλημένου εταιρικού κεφαλαίου, υποβαλλομένη εις την εταιρείαν πέντε πλήρεις ημέρας προ της τακτικής Γενικής Συνελεύσεως, το Διοικητικόν Συμβούλιον υποχρεούται, α)ν' ανακοινοί εις την Γενικήν συνέλευσιν των μετόχων τα ποσά άτινα κατά την τελευταίαν διετίαν κατεβλήθησαν δι' οιανδήποτε αιτίαν υπό της εταιρείας εις μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου ή τους Διευθυντάς ή άλλους υπαλλήλους αυτής, ως και πάσαν άλλην παροχήν προς τα πρόσωπα ταύτα ή πάσαν εξ οιασδήποτε αιτίας υφισταμένην σύμβασιν της εταιρείας μετ' αυτών, β)να παρέχη τας αιτουμένας συγκεκριμένας πληροφορίας περί των υποθέσεων της εταιρείας καθ' ο μέτρον είναι αύται χρήσιμοι διά την πραγματικήν εκτίμησιν των θεμάτων της ημερησίας διατάξεως. Το Διοικητικόν Συμβούλιον δύναται ν' αρνηθή την παροχήν των αιτουμένων πληροφοριών ένεκα αποχρώντος λόγου, της αιτιολογίας αναγραφομένης εις τα πρακτικά. 5.Αιτήσει μετόχων εκπροσωπούντων το 1/3 του καταβεβλημένου εταιρικού κεφαλαίου υποβαλλομένη εις την εταιρείαν εντός της προθεσμίας της προηγουμένης παραγράφου και εφ' όσον ούτοι δεν εκπροσωπούνται εν τω Διοικητικώ Συμβουλίω, το Διοικητικόν Συμβούλιον υποχρεούται να παράσχη προς αυτούς κατά την γενικήν συνέλευσιν ή εάν προτιμά προς ταύτης εις εκπρόσωπον αυτών, πληροφορίας περί της πορείας των εταιρικών υποθέσεων και της περιουσιακής καταστάσεως της εταιρείας. Το Διοικητικόν Συμβούλιον δύναται ν' αρνηθή ένεκα αποχρώντος ουσιώδους λόγου, της αιτιολογίας αναγραφομένης εις τα πρακτικά. "6.Στις περιπτώσεις του δευτέρου εδαφίου της παρ. 4 και της παρ. 5 του παρόντος άρθρου, τυχόν αμφισβήτηση ως προς το βάσιμο ή μη της αιτιολογίας άρνησης παροχής των πληροφοριών, επιλύεται από το μονομελές πρωτοδικείο της έδρας της εταιρείας, με απόφασή του, που εκδίδεται κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων. Με την ίδια απόφαση το δικαστήριο υποχρεώνει και την εταιρεία να παράσχει τις πληροφορίες που αρνήθηκε". Η παρ. 6, αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. 3 άρθρ. 13, Νόμ. 2339/1995, ΦΕΚ Α΄204, (κατωτ. αριθ. 50). 7.Αιτήσει μετόχων εκπροσωπούντων το 1/20 του καταβεβλημένου εταιρικού κεφαλαίου η λήψις αποφάσεως επί τινος θέματος της ημερησίας διατάξεως γενικής συνελεύσεως ενεργείται δι' ονομαστικής κλήσεως. Σελ. 22(γ) Τεύχος 1213 - Σελ. 64 8.Εις απάσας τας άνω περιπτώσεις των παρ. 1-5 οι αιτούντες μέτοχοι οφείλουσι να τηρήσωσι κατατεθειμένας, συμφώνως προς το άρθρ. 28 του παρόντος, τας παρεχούσας αυτοίς τα ανωτέρω δικαιώματα μετοχάς αυτών από της χρονολογίας της επιδόσεως της αιτήσεώς των μέχρι της συνεδριάσεως της γενικής συνελεύσεως, εις δε τας περιπτώσεις της παρ. 6 μέχρι εκδόσεως της αποφάσεως του Προέδρου. 9.Το καταστατικόν δύναται να μειώση, ουχί όμως πέραν του ημίσεως, τα απαιτούμενα διά την άσκησιν των εις τας ανωτέρω παρ. 4 και 5 δικαιωμάτων ποσοστά του καταβεβλημένου εταιρικού κεφαλαίου. 12.Α.α.15 Γενικές Διατάξεις περί Ανωνύμων Εταιρειών Άρθρ.39α.-1.Η άσκησις του ελέγχου επί των Ελληνικών Ανωνύμων Εταιρειών ως και των εν Ελλάδι υποκαταστημάτων και πρακτορείων των αλλοδαπών ανωνύμων εταιρειών, όσον αφορά την συμφώνως προς τους Νόμους, το καταστατικόν και τας αποφάσεις της Γενικής Συνελεύσεως κατάρτισιν του Ισολογισμού και οικονομικήν εν γένει διαχείρισιν και λειτουργίαν αυτών, γίνεται κατά τας διατάξεις των άρθρ. 40, 40α, 40β, 40γ, 40δ και 40ε. 2.Η λοιπή αρμοδιότης ελέγχου, περί ου τα άρθρ. 51-53 του παρόντος παραμένει εις τον Υπουργόν του Εμπορίου δυνάμενον, οσάκις κρίνει αναγκαίον, να ασκήση αυτόν διά των αρμοδίων υπαλλήλων του Υπουργείου τούτου ή των κατά το άρθρ. 40β του παρόντος ελεγκτών ανωνύμων εταιρειών. 3."Αρμόδιοι υπάλληλοι της προηγούμενης παραγράφου νοούνται οι υπάλληλοι του Υπουργείου Εμπορίου, ως και οι υπάλληλοι των νομαρχιακών αυτοδιοικήσεων, που υπηρετούν στις αρμόδιες υπηρεσίες ανωνύμων εταιρειών και εμπορίου, οριζόμενοι με απόφαση του Υπουργού Εμπορίου, κατηγορίας ΠΕ ή ΤΕ που συμπληρώνουν οκταετή υπηρεσία και κατηγορίας ΔΕ που συμπληρώνουν δεκαεπταετή υπηρεσία και είναι κάτοχοι τουλάχιστον απολυτηρίου λυκείου ή εξαταξίου γυμνασίου". Το πρώτο εδάφιο, αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. 4 άρθρ. 13, Νόμ. 2339/1995, ΦΕΚ Α΄ 204, (κατωτ. αριθ. 50). Η αμοιβή των ελεγκτών της παραγράφου αυτής καθορίζεται με απόφαση του Υπουργού Εμπορίου και καταβάλλεται υποχρεωτικά από την εταιρεία, στην οποία διενεργήθηκε ο έλεγχος". Η παρ. 3 προστέθηκε από την παρ. 1 άρθρ. 6 Νόμ. 2156/1993 (ΦΕΚ Α΄ 109), τόμ. 13Β σελ. 772,27. "4.Με κοινή απόφαση των Υπουργών Προεδρίας της κυβέρνησης, Οικονομικών και Εμπορίου συνιστάται ειδικός λογαριασμός στην Τράπεζα της Ελλάδος, στον οποίο περιέρχονται τα έσοδα από ειδική εισφορά ποσοστού 7%, που επιβάλλεται επί των τελών δημοσιεύσεως στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως των πράξεων και στοιχείων των ανωνύμων εταιρειών που υπόκεινται σε δημοσιότητα, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρ. 7α του κωδ. Νόμ. 2190/1920, υπέρ των υπαλλήλων του Υπουργείου Εμπορίου. Με απόφαση του Υπουργού Εμπορίου καθορίζονται οι προϋποθέσεις διάθεσης της κατά τα ανωτέρω εισφοράς στους υπαλλήλους, ως και κάθε άλλη λεπτομέρεια που είναι αναγκαία για την εφαρμογή των διατάξεων της παραγράφου αυτής". Η παρ. 4 προστέθηκε από το άρθρ. 29 Νόμ. 2339/1995, ΦΕΚ Α΄ 204, (κατωτ. αριθ. 50). Άρθρ.40.-"1.Δικαίωμα να ζητήσουν έλεγχο της εταιρείας από το μονομελές πρωτοδικείο της περιφερείας στην οποία εδρεύει η εταιρεία, που δικάζει κατά τη διαδικασία της εκούσιας διακιοδοσίας, έχουν οι κατωτέρω και υπό τις εξής προϋποθέσεις: Το πρώτο εδάφιο, αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. 5 άρθρ. 13, Νόμ. 2339/1995, ΦΕΚ Α΄ 204, (κατωτ. αριθ. 50). α)Μέτοχοι της εταιρείας αντιπροσωπεύοντες τουλάχιστον το 1/20 του καταβεβλημένου εταιρικού κεφαλαίου. Το καταστατικόν δύναται να μειώση ουχί όμως πέραν του ημίσεος το απαιτούμενον διά την άσκησιν του εις το παρόν άρθρον δικαιώματος ποσοστόν του καταβεβλημένου εταιρικού κεφαλαίου. β)Η Επιτροπή του Χρηματιστηρίου προκειμένου περί εταιρειών, ων αι μετοχαί έχουσιν εισαχθή εις το Χρηματιστήριον, της σχετικής αποφάσεως λαμβανομένης διά πλειοψηφίας των 2/3 των μελών αυτής. γ)Ο Υπουργός Εμπορίου, οσάκις συντρέχουσιν προς τούτο σοβαροί λόγοι. δ)Επί ανωνύμων εταιρειών ασκουσών επιχείρησιν κοινής ωφελείας ή χρήσεως, το αυτό δικαίωμα έχει παραλλήλως και ο εποπτεύων Υπουργός. 2.Εις τας περιπτ. α΄ και β΄ ο έλεγχος διατάσσεται εάν πιθανολογήται ότι διά των καταγγελομένων πράξεων παραβιάζονται αι διατάξεις των Νόμων ή του καταστατικού της εταιρείας ή των αποφάσεων της Γενικής Συνελεύσεως. Εις την περίπτ. γ΄ και δ΄ ο έλεγχος διατάσσεται υποχρεωτικώς υπό του αρμοδίου Προέδρου. Εις πάσας τας περιπτώσεις αι καταγγελλόμεναι πράξεις δέον να εγένοντο εις χρόνον μη απέχοντα πλέον της διετίας από της χρονολογίας της εγκρίσεως του ισολογισμού της χρήσεως εντός της οποίας ετελέσθησαν αύται. 3.Μέτοχοι της εταιρείας εκπροσωπούντες το 1/3 του καταβεβλημένου εταιρικού κεφαλαίου δικαιούνται όπως ζητήσωσιν από τον αρμόδιον Πρόεδρον κατά τα ως άνω εν παρ. 1 οριζόμενα, έλεγχον της εταιρείας εφ' όσον εκ της όλης πορείας των εταιρικών υποθέσεων καθίσταται πιστευτόν ότι η διοίκησις των εταιρικών υποθέσεων δεν ασκείται ως επιβάλλει η χρηστή και συνετή διαχείρισις. Η διάταξις αύτη δεν εφαρμόζεται οσάκις η αιτούσα μειοψηφία εκπροσωπείται εις το Διοικητικόν Συμβούλιον της Εταιρείας. 4.Οι αιτούντες δέον μέχρι της αποφάσεως επί της αιτήσεως να τηρώσι κατατεθειμένας παρά τω Ταμείω Παρακαταθηκών και Δανείων, τη Τραπέζη της Ελλάδος ή οιαδήποτε άλλη αναγνωρισμένη Ελληνική Τραπέζη τας παρεχούσας εις αυτούς, το δικαίωμα προς υποβολήν αιτήσεως μετοχάς, πάντως δε ουχί ολιγώτερον των τριάκοντα ημερών από της υποβολής της αιτήσεως. (Αντί για τη σελ. 23 (α) Σελ. 23(β) Τεύχος 1213-Σελ. 65 Γενικές Διατάξεις περί Ανωνύμων Εταιρειών 12.Α.α.15 Άρθρ.40α.Ο κατά τα ανωτέρω αρμόδιος Πρόεδρος, διατάσσων τον έλεγχον επί των καταγγελλομένων πράξεων, αναθέτει την ενέργειαν αυτού εις ένα ή πλείονας των κατά το κατωτέρω άρθρον ελεγκτών των ανωνύμων εταιρειών. Άρθρ.40β.-1.Οι κατά το προηγούμενον άρθρον ελεγκταί των ανωνύμων εταιρειών προέρχονται εξ ανωτέρων υπαλλήλων της Τραπέζης της Ελλάδος, της Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος και της Αγροτικής Τραπέζης της Ελλάδος και εξ ανωτέρων υπαλλήλων του Κράτους εν ενεργεία ή συνταξιούχων, διορίζονται δε κατά τον ακόλουθον τρόπον. 2.Προσκλήσει του Υπουργού του Εμπορίου η Τράπεζα της Ελλάδος, η Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος και η Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος και αι δημόσιαι υπηρεσίαι, αίτινες έχουσι μεταξύ του προσωπικού των πρόσωπα κατάλληλα διά την άσκησιν του περί ου ο παρών Νόμος ελέγχου αποστέλλουσιν εις το Υπουργείον τούτο κατάλογον τοιούτων προσώπων, την καταλληλότητα των οποίων πιστοποιούσιν οι αρμόδιοι διευθυνταί των υπηρεσιών. 3.Ο Υπουργός του Εμπορίου διαβιβάζει τον κατάλογον τούτον εις την Επιτροπήν Ανωνύμων Εταιρειών, ήτις, μετ' έρευναν, προτείνει ως διοριστέους διπλάσιον αριθμόν των εκάστοτε αναγκαιούντων, εξ ων ο Υπουργός εκλέγει τους ημίσεις, διοριζομένους διά πράξεώς του, δημοσιευομένης εν τω Δελτίω Ανωνύμων Εταιρειών και Εταιρειών Περιωρισμένης Ευθύνης. 4.Οι ελεγκταί των ανωνύμων εταιρειών προ της αναλήψεως των καθηκόντων αυτών δίδουσι τον όρκον του δημοσίου υπαλλήλου ενώπιον του Υπουργού ή άλλης υπ' αυτού εξουσιοδοτημένης Αρχής. 5.Οι ελεγκταί των Ανωνύμων Εταιρειών θεωρούνται κατά την άσκησιν του ελέγχου ως δημόσιοι υπάλληλοι. 6.Εν τη περί διορισμού πράξει ορίζονται και η πόλις ή η περιφέρεια εντός των οποίων δύνανται ν' ασκήσωσι το έργον των οι ελεγκταί. 7.Ο αριθμός των ελεγκτών δι' εκάστην πόλιν ή περιφέρειαν καθορίζεται δι' αποφάσεως του Υπουργού του Εμπορίου. Αι Αθήναι και ο Πειραιεύς διά την εφαρμογήν της παρούσης θεωρούνται μία πόλις. 8.Οι προερχόμενοι εκ των ως άνω Τραπεζών ελεγκταί δεν δικαιούνται να ασκήσωσιν έλεγχον επί των ανωνύμων τραπεζιτικών εταιρειών. Σελ. 24(β) Τεύχος 1213 - Σελ. 66 Άρθρ.40γ.-1.Οι ελεγκταί ανωνύμων εταιρειών, οφείλουσιν όσον το δυνατόν ταχύτερον να περατώσι το ανατιθέμενον εκάστοτε αυτοίς έργον του ελέγχου, το δε πόρισμα αυτών υποχρεούνται να υποβάλλωσιν εις τον Υπουργόν του Εμπορίου, εις περίπτωσιν δε καθ' ην εξηκρίβωσαν παραβάσεις ποινικώς κολασίμους και εις την αρμοδίαν εισαγγελικήν αρχήν. 2.Η αμοιβή των ελεγκτών καθορίζεται μετά το πέρας του ελέγχου υπό του Υπουργείου Εμπορίου, μετά σύμφωνον γνώμην της Επιτροπής Ανωνύμων Εταιρειών, καταβάλλεται δε υποχρεωτικώς υπό της εταιρείας, εφ' ης ενηργήθη ο έλεγχος. Άρθρ.40δ.-Οι ελεγκταί των ανωνύμων εταιρειών παύονται δι' αποφάσεως του Υπουργού του Εμπορίου, μετά σύμφωνον γνώμην της Επιτροπής Ανωνύμων Εταιρειών, εις περιπτώσεις μη ευόρκου ή αμελούς εκπληρώσεως των καθηκόντων αυτών. Η περί τούτων απόφασις ητιολογημένη δημοσιεύεται εις το Δελτίον Ανωνύμων Εταιρειών και Εταιρειών Περιωρισμένης Ευθύνης. 12.Α.α.15 Γενικές Διατάξεις περί Ανωνύμων Εταιρειών άρθρ. 4 Π.Δ. 409/12-28 Νοεμβ. 1986 (ΦΕΚ Α' 191), (κατωτ. αριθ. 36). 2.Εν τη αποφάσει ταύτη δέον να ορίζηται ο χρόνος και ο τρόπος ασκήσεως του δικαιώματος και η τιμή μετατροπής απαγορευομένης της χορηγήσεως μετοχών ονομαστικής αξίας ανωτέρας της τιμής εκδόσεως των μετατρεπομένων ομολογιών. 3.΄Αμα τη χορηγήσει υπό της εταιρείας των αντιστοίχων μετοχών θεωρείται παραγματοποιηθείσα ισόποσος αύξησις του κεφαλαίου. Το Διοικητικόν Συμβούλιον υποχρεούται επί ταις ποιναίς του άρθρ. 55 του παρόντος Νόμου να αναπροσαρμόζη το περί κεφαλαίου άρθρον του καταστατικού εις το τέλος της χρήσεως, καθ' ην επραγματοποιήθη η μετατροπή και να προβαίνη εις δημοσίευσιν εν τω Δελτίω Ανωνύμων Εταιρειών και Εταιρειών Περιωρισμένης Ευθύνης της γενομένης αυξήσεως. Άρθρ.40ε.-Ο κατά τα άρθρ. 40 και 40α διατασσόμενος έλεγχος διαχειρίσεως των ανωνύμων εταιρειών ανατίθεται υποχρεωτικώς εις ορκωτόν ή ορκωτούς λογιστάς, εφ' όσον η ελεγχομένη εταιρεία έχει τακτικόν ελεγκτήν εκ του Σώματος των Ορκωτών Λογιστών. Εις πάσαν άλλην περίπτωσιν έχουσι πλήρη εφαρμογήν αι διατάξεις των άρθρ. 40 και 40α του παρόντος. ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 5ον Βιβλία, ισολογισμός και διάθεσις κερδών Άρθρ.41.-1.Κατά την έναρξιν της λειτουργίας αυτής, η εταιρεία οφείλει να ενεργήση την κατά το άρθρ. 9 του Εμπορικού Νόμου απογραφήν. 2.Την αυτήν υποχρέωσιν υπέχει και εις το τέλος πάσης εταιρικής χρήσεως, ως καθορίζεται αύτη εν τω καταστατικώ. "3.Πάντα τα υπό του Εμπορικού Νόμου προβλεπόμενα βιβλία των ανωνύμων εταιρειών, ημεδαπών και αλλοδαπών, δέον να τηρώνται εις την Ελληνικήν γλώσσαν". Η παρ. 3, προστέθηκε από την παρ. 2 του άρθρ. 2 του Π.Δ. 367/28-29 Νοεμ. 1994, (ΦΕΚ Α΄ 200), κατωτ. αριθ. 46, που μετέφερε (και αποτέλεσε την άνω παρ. 3), το άρθρ. 53α, του παρόντος Νόμ. 2190/1920. Άρθρ.42.-1.Η εταιρική χρήσις δεν δύναται να περιλαμβάνη πλείονας των δώδεκα μήνας. 2.Εξαιρετικώς δύναται η πρώτη εταιρική χρήσις να ορισθή διά διάστημα μη υπερβαίνον τους είκοσι τέσσαρας μήνας. Γενικές διατάξεις για τους ετήσιους λογαριασμούς (ετήσιες οικονομικές καταστάσεις) Άρθρ.42α.-"1.Οι ετήσιες οικονομικές καταστάσεις περιλαμβάνουν: (α)τον ισολογισμό, (β)το λογαριασμό "αποτελέσματα χρήσεως", (γ)τον "πίνακα διαθέσεως αποτελεσμάτων" και (δ)το προσάρτημα. Τα έγγραφα αυτά αποτελούν ενιαίο σύνολο και ελέγχονται όπως ορίζουν τα άρθρ. 36, 36α και 37. 2.Οι ετήσιες οικονομικές καταστάσεις καταρτίζονται υποχρεωτικά με βάση τις διατάξεις αυτού του άρθρου, καθώς και των άρθρ. 42β, 42γ, 42δ, 42ε, 43 και 43α και εμφανίζουν με απόλυτη σαφήνεια την πραγματική εικόνα της περιουσιακής διάρθρωσης, της χρηματοοικονομικής θέσης και των αποτελεσμάτων χρήσης της εταιρίας. 3.Σε περίπτωση που η εφαρμογή των διατάξεων αυτού του άρθρου, καθώς και των άρθρ. 42β, 42γ, 42δ, 42ε, 43 και 43α, δεν επαρκεί για την παρουσίαση της πραγματικής εικόνας που απαιτείται σύμφωνα με τις διατάξεις της προηγούμενης παρ. 2, παρέχονται όλες οι αναγκαίες συμπληρωματικές πληροφορίες για την επίτευξη του σκοπού αυτού. Εάν, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, η εφαρμογή μιας από τις παραπάνω διατάξεις έρχεται σε αντίθεση με τις αρχές της προηγούμενης παρ. 2, επιβάλλεται παρέκκλιση από αυτή τη διάταξη για να αποδοθεί η πραγματική εικόνα που προβλέπεται από την πιο πάνω παρ. 2. Κάθε τέτοια παρέκκλιση αναφέρεται στο προσάρτημα μαζί με την πλήρη αιτιολόγησή της και με πληροφορίες για τις επιδράσεις της πάνω στην περιουσιακή διάρθρωση, τη χρηματοοικονομική θέση και τα αποτελέσματα χρήσης της εταιρίας. 4.Όσοι από τους τίτλους των λογαριασμών των υποδειγμάτων, στα οποία παραπέμπουν τα άρθρ. 42γ και 42δ, δεν προσιδιάζουν στην ειδικότερη φύση των ανωνύμων εταιριών επενδύσεων-χαρτοφυλακίου και των ανώνυμων εταιριών διαχείρισης αμοιβαίων κεφαλαίων του Ν.Δ. 608/1970 "Περί εταιριών επενδύσεων-χαρτοφυλακίου και αμοιβαίων κεφαλαίων" (ΦΕΚ Α΄ 170/1970) μπορούν να τροποποιούνται έτσι ώστε οι ισολογισμοί και οι λογαριασμοί αποτελεσμάτων που συντάσσονται από τις εταιρίες αυτές να πληρούν τις αρχές της παραπάνω παρ. 2. Η τροποποίηση αυτή γίνεται με αποφάσεις του Υπουργού Εμπορίου, που δημοσιεύονται στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης. "5.Για να ληφθεί από τη γενική συνέλευση έγκυρη απόφαση πάνω στις οικονομικές καταστάσεις που έχουν εγκριθεί από το διοικητικό συμβούλιο, πρέπει να έχουν υπογραφεί από τρία διαφορετικά πρόσωπα, ήτοι από α)τον πρόεδρο του διοικητικού συμβουλίου ή τον αναπληρωτή του, β)τον διευθύνοντα ή εντεταλμένο σύμβουλο και, σε περίπτωση που δεν υπάρχει τέτοιος σύμβουλος ή η ιδιότητά τους συμπίπτει με εκείνη των ανωτέρων προσώπων, από ένα μέλος του διοικητικού συμβουλίου που ορίζεται από αυτό και γ)τον υπεύθυνο για τη διεύθυνση του λογιστηρίου. Οι παραπάνω σε περίπτωση διαφωνίας από πλευράς νομιμότητας του τρόπου κατάρτισης των οικονομικών καταστάσεων, οφείλουν να εκθέτουν εγγράφως τις αντιρρήσεις τους στη γενική συνέλευση". Η παρ. 5, αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. 6 άρθρ. 13 Νόμ. 2339/1995, ΦΕΚ Α΄ 204, (κατωτ. αριθ. 50). 6.Κάθε εταιρία, η οποία, κατά την ημερομηνία κλεισίματος του πρώτου μετά την έναρξη ισχύος αυτού του Νόμου ισολογισμού της, δεν υπερβαίνει τα αριθμητικά όρια των δύο από τα παρακάτω τρία κριτήρια: α."σύνολο ισολογισμού 500.000.000 δραχμ." όπως αυτό προκύπτει από την άθροιση των στοιχ. Α μέχρι και Ε του ενεργητικού στο υπόδειγμα ισολογισμού που παραπέμπει το άρθρ. 42γ. Η μέσα σε « » φράση αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. 1 άρθρ. 2 Π.Δ. 325/6-24 Οκτ. 1994 (ΦΕΚ Α΄ 174). (Αντί για τη σελ. 25 (β) Σελ. 25 (γ) Τεύχος 1213-Σελ. 67 Γενικές Διατάξεις περί Ανωνύμων Εταιρειών 12.Α.α.15 β."καθαρός κύκλος εργασιών 1.000.000.000 δραχμ.". Η μέσα σε « » φράση αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. 2 άρθρ. 2 Π.Δ. 325/6-24 Οκτ. 1994 (ΦΕΚ Α΄ 174). γ.μέσος όρος προσωπικού που απασχολήθηκε κατά τη διάρκεια της χρήσης, 50 άτομα, μπορεί να δημοσιεύει συνοπτικό ισολογισμό, που να εμφανίζει μόνο τους λογαριασμούς οι οποίοι, στο υπόδειγμα που παραπέμπει το άρθρ. 42γ, χαρακτηρίζονται με γράμματα και λατινικούς αριθμούς, με τον όρο ότι οι απαιτήσεις και υποχρεώσεις θα διαχωρίζονται σε μακροπρόθεσμες και βραχυπρόθεσμες, με την έννοια της παρ. 6 του άρθρ. 42ε. 7.Η ευχέρεια της προηγούμενης παρ. 6 παρέχεται και στις εταιρίες που παύουν να υπερβαίνουν τα όρια των δύο από τα τρία κριτήρια της ίδιας παραγράφου, σε δύο τουλάχιστο συνεχείς χρήσεις. 8.Η ευχέρεια της παραπάνω παρ. 6 παύει να παρέχεται στις εταιρίες των προηγούμενων παρ. 6 και 7, οι οποίες υπερβαίνουν τα όρια των δύο από τα τρία κριτήρια της παραπάνω παρ. 6 σε συνεχείς χρήσεις". Το άρθρ. 42α, με την επιφύλαξη της παρ. 1 άρθρ. 70β, αντικαταστάθηκε ως άνω από το άρθρ. 29 Π.Δ. 409/12-28 Νοεμ. 1986 (ΦΕΚ Α΄ 191), (κατωτ. αριθ. 36). Γενικές διατάξεις για τη δομή του ισολογισμού και του λογαριασμού "αποτελέσματα χρήσεως". Άρθρ.42β."1.Η δομή του ισολογισμού και του λογαριασμού "αποτελέσματα χρήσεως" και ιδιαίτερα η ακολουθούμενη στα πλαίσια αυτού του Νόμου μορφή εμφάνισης των οικονομικών αυτών καταστάσεων, απαγορεύεται να μεταβάλλεται από τη μία χρήση στην άλλη. Παρέκκλιση από την αρχή αυτή επιτρέπεται μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις, με τον όρο ότι η παρέκκλιση αυτή θα αναφέρεται στο προσάρτημα και θα αιτιολογείται επαρκώς. 2.Οι λογαριασμοί που προβλέπονται στα υποδείγματα στα οποία παραπέμπουν τα άρθρ. 42γ και 42δ, καταχωρούνται στον ισολογισμό, στο λογαριασμό "αποτελέσματα χρήσεως" και στον "πίνακα διαθέσεως αποτελεσμάτων", ξεχωριστά ο καθένας και με τη σειρά που καθορίζεται στα υποδείγματα αυτά. Λογαριασμός στον οποίο δεν υπάρχει ποσό, ούτε της κλειόμενης ούτε της προηγούμενης χρήσης, παραλείπεται. Επιτρέπεται η παραπέρα ανάλυση των λογαριασμών που παρατίθενται στα υποδείγματα των άρθρ. 42γ και 42δ, με τον όρο ότι δε θα μεταβάλλεται η σειρά των λογαριασμών αυτών. Επίσης, επιτρέπεται η προσθήκη και άλλων λογαριασμών, εφόσον το περιεχόμενό τους δεν περιλαμβάνεται σε κάποιον από τους υποχρεωτικούς λογαριασμούς των παραπάνω υποδειγμάτων. Σελ. 26(γ) Τεύχος 1213-Σελ. 68 Όταν ένα στοιχείο ενεργητικού ή παθητικού σχετίζεται με περισσότερους από έναν υποχρεωτικούς λογαριασμούς, το στοιχείο αυτό καταχωρείται στο λογαριασμό στον οποίο προσιδιάζει περισσότερο, αλλά η σχέση του με τους άλλους λογαριασμούς αναφέρεται στο προσάρτημα, εφόσον αυτό χρειάζεται για την κατανόηση των οικονομικών καταστάσεων. 3.Η δομή και οι τίτλοι των λογαριασμών που έχουν αραβική αρίθμηση στα υποδείγματα ισολογισμού και λογαριασμού «αποτελέσματα χρήσεως», στα οποία παραπέμπουν τα άρθρ. 42γ και 42δ, πρέπει να προσαρμόζονται ανάλογα, όταν η ειδική φύση της επιχείρησης το απαιτεί, ώστε οι χρησιμοποιούμενοι τίτλοι λογαριασμών να υποδηλώνουν με σαφήνεια τα απεικονιζόμενα στοχεία. Η καταχώρηση ανομοιογενών στοιχείων στον ίδιο λογαριασμό, απαγορεύεται. Κάθε προσαρμογή που γίνεται σύμφωνα με τα παραπάνω, αναφέρεται και αιτιολογείται στο προσάρτημα. 4.Οι λογαριασμοί των υποδειγμάτων του ισολογισμού και των αποτελεσμάτων χρήσης, στα οποία παραπέμπουν τα άρθρ. 42γ και 42δ, οι οποίοι έχουν αραβική αρίθμηση, μπορούν να συγχωνεύονται όταν: α.τα ποσά τους είναι ασήμαντα και η συγχώνευσή τους δε θίγει τις αρχές της παρ. 2 του άρθρ. 42α, και β.η συγχώνευση γίνεται για χάρη μεγαλύτερης σαφήνειας, με τον όρο ότι οι συγχωνευόμενοι λογαριασμοί θα αναλύονται στο προσάρτημα. 5.Τα ποσά των λογαριασμών του ενεργητικού και του παθητικού του ισολογισμού, καθώς και του λογαριασμού "αποτελέσματα χρήσεως", απεικονίζονται σε δύο τουλάχιστο στήλες, στις οποίες αντιπαρατίθενται τα αντίστοιχα και ομοειδή κονδύλια της κλειόμενης και της προηγούμενης χρήσης. Σε περίπτωση όμως που στοιχεία της προηγούμενης χρήσης δεν είναι ομοειδή και συγκρίσιμα με τα αντίστοιχα της κλειόμενης χρήσης, γίνεται κατάλληλη αναμόρφωσή τους. Κάθε τέτοια αναμόρφωση αναφέρεται και επεξηγείται στο προσάρτημα. 6.Εταιρία που έχει υποκαταστήματα ενσωματώνει στον ετήσιο ισολογισμό και στο λογαριασμό "αποτελέσματα χρήσεως" τα ενεργητικά και τα παθητικά στοιχεία, καθώς και τα έσοδα και τα έξοδα των υποκαταστημάτων της, και συγχωνεύει τα σχετικά ποσά στους οικείους λογαριασμούς του ισολογισμού και των αποτελεσμάτων χρήσης, συμψηφίζοντας κάθε αμοιβαία χρεωαπαίτηση, τόσο των υποκαταστημάτων μεταξύ τους, όσο και μεταξύ υποκαταστημάτων και κεντρικού. 7.Απαγορεύεται οποιοσδήποτε συμψηφισμός μεταξύ κονδυλίων των λογαριασμών ενεργητικού και παθητικού ή των λογαριασμών εσόδων και εξόδων και η εμφάνιση μόνο της μεταξύ τους διαφοράς". Το άρθρ. 42β, με την επιφύλαξη της παρ. 1 Άρθρ.3β.-"Επιτρέπεται όπως κατά την έκδοση ομολογιακαού δανείου, αποφασιζομένη κατά τας διατάξεις των άρθρ. 29 παρ. 3 και 31 παρ. 2, ως επίσης και κατά τας διατάξεις της περίπτ. β) της παρ. 1 του άρθρ. 13, χορηγείται στους ομολογιούχους δικαίωμα προς απόληψη, πέραν των τόκου και ωρισμένου ποσοστού επί των κερδών των υπολειπομένων μετά την απόληψη του κατά το άρθρ. 45 πρώτου μερίσματος από τους προνομιούχους και κοινούς μετόχους ή προς λήψη άλλης τινός προσθέτου παροχής εξαρτωμένης από το ύψος της παραγωγής ή του εν γένει επιπέδου δραστηριότητας της Εταιρείας. (Οι πέραν του τόκου παροχές λογίζονται φορολογικά σαν μέρισμα)". Το μέσα σε ( ) δεύτερο εδάφιο, απαλήφθηκε από την παρ. 3 άρθρ. 1 Νόμ. 2339/1995, ΦΕΚ Α' 204, (κατωτ. αριθ. 50). Το άρθρ. 3β, αντικαταστάθηκε ως άνω από το άρθρ. 70β, αντικαταστάθηκε ως άνω από το άρθρ. 30 Π.Δ. 409/12-28 Νοεμ. 1986 (ΦΕΚ Α΄ 191), (κατωτ. αριθ. 36). 12.Α.α.15 Γενικές Διατάξεις περί Ανωνύμων Εταιρειών Δομή του ισολογισμού Άρθρ.42γ.-"Ο ισολογισμός καταρτίζεται σε δύο παράπλευρα σκέλη, στο πρώτο από τα οποία περιλαμβάνεται το ενεργητικό και στο δεύτερο το παθητικό, σύμφωνα με το υπόδειγμα της παρ. 4.1.103 του άρθρ. 1 του Π.Δ. 1123/1980 "Περί ορισμού του Περιεχομένου και του χρόνου ενάρξεως της προαιρετικής εφαρμογής του Γενικού Λογιστικού Σχεδίου" (ΦΕΚ Α΄ 75/1980), σε συνδυασμό με όσα ορίζονται στις παρ. 4.1.101 και 4.1.102 του άρθρ. 1 του ίδιου Π.Δ/τος, αναφορικά με το περιεχόμενο κάθε κατηγορίας και κάθε λογαριασμού του ισολογισμού αυτού". Το άρθρ. 42γ, με την επιφύλαξη της παρ. 1 άρθρ. 70β, αντικαταστάθηκε ως άνω από το άρθρ. 31 Π.Δ. 409/12-28 Νοεμ. 1986 (ΦΕΚ Α΄ 191), (κατωτ. αριθ. 36). Δομή του λογαριασμού "αποτελέσματα χρήσεως" και του "πίνακα διαθέσεως αποτελεσμάτων". Άρθρ.42δ.-"1.Ο λογαριασμός "αποτελέσματα χρήσεως" καταρτίζεται σε κάθετη διάταξη, σύμφωνα με το υπόδειγμα της παρ. 4.1.202 του άρθρ. 1 του Π.Δ. 1123/1980, σε συνδυασμό με όσα ορίζονται στην παρ. 4.1.201 του άρθρ. 1 του ίδιου Π.Δ/τος, αναφορικά με το περιεχόμενο κάθε επιμέρους κατηγορίας του λογαριασμού αυτού. 2. Ο "πίνακας διαθέσεως αποτελεσμάτων" καταρτίζεται σύμφωνα με το υπόδειγμα της παρ. 4.1.302 του άρθρ. 1 του Π.Δ. 1123/1980 σε συνδυασμό με όσα ορίζονται στην παρ. 4.1.301 του ίδιου Π.Δ/τος, αναφορικά με το περιεχόμενο κάθε επιμέρους κατηγορίας του πίνακα αυτού". Το άρθρ. 42δ, με την επιφύλαξη της παρ. 1 άρθρ. 70β, αντικαταστάθηκε ως άνω από το άρθρ. 32 Π.Δ. 409/12-28 Νοεμ. 1986 (ΦΕΚ Α΄ 191), (κατωτ. αριθ. 36). Ειδικές διατάξεις για ορισμένα στοιχεία του ισολογισμού και του λογαριασμού "αποτελέσματα χρήσεως". Άρθρ.42ε.-"1.Έξοδα εγκατάστασης (πολυετούς απόσβεσης) είναι οι υποκείμενες σε τμηματική απόσβεση δαπάνες, οι οποίες πραγματοποιούνται για την ίδρυση και οργάνωση της εταιρίας, την απόκτηση των διαρκών μέσων εκμετάλλευσης και την επέκταση ή την αναδιοργάνωσή της. 2.Στο πάγιο ενεργητικό περιλαμβάνεται το σύνολο των αγαθών, αξιών και δικαιωμάτων, που προορίζονται να παραμείνουν μακροχρόνια και με την ίδια περίπου μορφή στην εταιρία, με στόχο να χρησιμοποιούνται για την επίτευξη των σκοπών της. Επίσης, περιλαμβάνονται οι συμμετοχές και οι μακροπρόθεσμες απαιτήσεις, με την έννοια των παρ. 5 και 6 αυτού του άρθρου. 3.Ασώματες ακινητοποιήσεις (άϋλα πάγια στοιχεία) είναι τα ασώματα οικονομικά αγαθά που αποκτούνται από την εταιρία με σκοπό να χρησιμοποιούνται παραγωγικά για χρονικό διάστημα οπωσδήποτε μεγαλύτερο από ένα έτος. Στους λογαριασμούς της κατηγορίας των ασώματων ακινητοποιήσεων περιλαμβάνονται τα ποσά που καταβάλλονται για την απόκτηση τέτοιων αγαθών, καθώς και τα ποσά που δαπανούνται από την εταιρία για τη δημιουργία των αγαθών αυτών. 4.Ενσώματα πάγια στοιχεία είναι τα υλικά αγαθά που αποκτούνται από την εταιρία για να τα χρησιμοποιεί για την εκπλήρωση του σκοπού της, κατά τη διάρκεια της ωφέλιμης ζωής τους, η οποία οπωσδήποτε είναι μεγαλύτερη από ένα έτος. 5.Ως συμμετοχές, που καταχωρούνται στους λογαριασμούς της κατηγορίας "συμμετοχές και άλλες μακροπρόθεσμες χρηματοοικονομικές απαιτήσεις", ορίζονται τα δικαιώματα συμμετοχής στο κεφάλαιο άλλων επιχειρήσεων, οποιασδήποτε νομικής μορφής, τα οποία αντιπροσωπεύουν ποσοστό τουλάχιστον 10% του κεφαλαίου των επιχειρήσεων αυτών και αποκτούνται με σκοπό διαρκούς κατοχής τους. Οι συμμετοχές και οι απαιτήσεις και οι υποχρεώσεις σε συνδεμένες επιχειρήσεις, καθώς και οι μετοχές της εταιρίας, που κατέχονται από την ίδια (ίδιες μετοχές) σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν κάθε φορά, καταχωρούνται μόνο στους λογαριασμούς που έχουν προβλεφτεί για τις περιπτώσεις αυτές στο υπόδειγμα ισολογισμού του άρθρ. 42γ. Για την εφαρμογή αυτού του Νόμου, συνδεμένες επιχειρήσεις είναι: α.Οι επιχειρήσεις εκείνες μεταξύ των οποίων υπάρχει σχέση μητρικής επιχείρησης προς θυγατρική. Σχέση μητρικής επιχείρησης προς θυγατρική υπάρχει όταν μία επιχείρηση (μητρική): α.α.ή έχει την πλειοψηφία του κεφαλαίου ή των δικαιωμάτων ψήφου μιας άλλης (θυγατρικής) επιχείρησης, έστω και αν η πλειοψηφία αυτή σχηματίζεται ύστερα από συνυπολογισμό των τίτλων και δικαιωμάτων που κατέχονται από τρίτους για λογαριασμό της μητρικής επιχείρησης, β.β.ή ελέγχει την πλειοψηφία των δικαιωμάτων ψήφου μιας άλλης (θυγατρικής) επιχείρησης ύστερα από συμφωνία με άλλους μετόχους ή εταίρους της επιχείρησης αυτής, γ.γ.ή συμμετέχει στο κεφάλαιο μιας άλλης επιχείρησης και έχει το δικαίωμα, είτε άμεσα, είτε μέσω τρίτων, να διορίζει ή να παύει την πλειοψηφία των μελών των οργάνων διοίκησης της επιχείρησης αυτής (θυγατρικής), (Αντί για τη σελ. 27(β) Σελ. 27(γ) Τεύχος Ι-31 Σελ. 63 Γενικές Διατάξεις περί Ανωνύμων Εταιρειών 12.Α.α.15 δ.δ.ή ασκεί δεσπόζουσα επιρροή σε μία άλλη επιχείρηση (θυγατρική). Δεσπόζουσα επιρροή υπάρχει όταν η μητρική επιχείρηση διαθέτει, άμεσα ή έμμεσα, δηλαδή μέσω τρίτων που ενεργούν για λογαριασμό της επιχείρησης αυτής, τουλάχιστον το 20% του κεφαλαίου ή των δικαιωμάτων ψήφου της θυγατρικής και, ταυτόχρονα, ασκεί κυριαρχική επιρροή στη διοίκηση ή τη λειτουργία της τελευταίας. Για την εφαρμογή των παραπάνω υποπεριπτώσεων στα ποσοστά συμμετοχής ή στα δικαιώματα ψήφου, καθώς και στα δικαιώματα διορισμού ή ανάκλησης που έχει η μητρική επιχείρηση, πρέπει να προστίθενται τα ποσοστά συμμετοχής και τα δικαιώματα κάθε άλλης επιχείρησης που είναι θυγατρική της ή θυγατρική θυγατρικής της. "Για την εφαρμογή των παραπάνω περιπτ. αα, ββ, γγ και δδ, από τα αναφερόμενα ποσοστά συμμετοχής ή δικαιώματα ψήφου πρέπει να αφαιρούνται εκείνα που απορρέουν από: (1) τις μετοχές ή τα μερίδια που κατέχονται για λογαριασμό άλλου προσώπου εκτός της μητρικής ή θυγατρικής επιχείρησης, ή (2) τις μετοχές ή τα μερίδια που κατέχονται για εγγύηση, εφόσον τα δικαιώματα αυτά ασκούνται σύμφωνα με τις οδηγίες που έχουν δοθεί, ή που κατέχονται για ασφάλεια δανείων που χορηγήθηκαν στα πλαίσια συνήθους επιχειρηματικής δραστηριότητας στον τομέα της χορήγησης δανείων, υπό τον όρο ότι αυτά τα δικαιώματα ψήφου ασκούνται προς όφελος του παρέχοντος την εγγύηση". "Για την εφαρμογή των παραπάνω υποπεριπτ. αα και ββ, από το σύνολο του κεφαλαίου ή των δικαιωμάτων ψήφου των μετόχων ή εταίρων της θυγατρικής επιχείρησης πρέπει να αφαιρούνται τα ποσοστά κεφαλαίου ή τα δικαιώματα ψήφου που απορρέουν από τις μετοχές ή μερίδια που κατέχονται, είτε από την ίδια επιχείρηση, είτε από θυγατρικές της επιχειρήσεις, είτε από πρόσωπο που ενεργεί στο όνομά του, αλλά για λογαριασμό των επιχειρήσεων αυτών". Τα δύο τελευταία μέσα στα " " εδάφια προστέθηκαν από την παρ. 1 άρθρ. 3 Π.Δ. 498/3131 Δεκ. 1987 (ΦΕΚ Α΄ 236), κατωτ. αριθ. 39. β.Οι συνδεμένες επιχειρήσεις της προηγούμενης περιπτ. α, και κάθε μία από τις θυγατρικές ή τις θυγατρικές των θυγατρικών των συνδεμένων αυτών επιχειρήσεων. γ.Οι θυγατρικές επιχειρήσεις των προηγούμενων περιπτ. α και β, άσχετα αν μεταξύ των θυγατρικών αυτών δεν υπάρχει απευθείας δεσμός συμμετοχής. Σελ. 28(γ) Τεύχος Ι - 31 Σελ. 64 "δ.Οι συνδεμένες επιχειρήσεις των προηγούμενων περιπτώσεων α, β και γ και κάθε άλλη επιχείρηση που συνδέεται με αυτές με τις σχέσεις των διατάξεων της παρ. 1 του άρθρ. 96". Η περιπτ. δ΄ προστέθηκε από την παρ. 2 άρθρ. 3 Π.Δ. 498/31-31 Δεκ. 1987 (ΦΕΚ Α΄ 236) κατωτ. αριθ. 39. 6.Μακροπρόθεσμες απαιτήσεις είναι οι απαιτήσεις των οποίων η προθεσμία εξόφλησης λήγει μετά το τέλος της επόμενης χρήσης. Όλες οι άλλες απαιτήσεις είναι βραχυπρόθεσμες και καταχωρούνται στους οικείους λογαριασμούς του κυκλοφορούντος ενεργητικού. Τα ανωτέρω ισχύουν, αναλόγως, και για τη διάκριση των υποχρεώσεων σε μακροπρόθεσμες και βραχυπρόθεσμες, για το σκοπό της χωριστής εμφάνισής τους στους οικείους λογαριασμούς υποχρεώσεων του παθητικού. 12.Α.α.15 Γενικές Διατάξεις περί Ανωνύμων Εταιρειών 7.Οι αποσβέσεις των στοιχείων του πάγιου ενεργητικού και των εξόδων εγκατάστασης καταχωρούνται στο ενεργητικό, αφαιρετικά από την αξία κτήσης ή ιδιοκατασκευής του κάθε στοιχείου του ισολογισμού, ώστε για κάθε λογαριασμό να εμφανίζεται η αξία κτήσης ή ιδιοκατασκευής, οι σωρευμένες μέχρι τη λήξη της χρήσης αποσβέσεις και η αναπόσβεστη αξία του στοιχείου. 8.Οι μεταβολές που έγιναν μέσα στη χρήση στα στοιχεία πάγιου ενεργητικού και στις αποσβέσεις τους, αναφέρονται στο προσάρτημα. Ειδικώτερα, για τον καθένα από τους λογαριασμούς πάγιων στοιχείων που εμφανίζονται στο ενεργητικό αναφέρονται χωριστά, η αξία κτήσης ή το κόστος ιδιοκατασκευής, οι προσθήκες και βελτιώσεις, οι μειώσεις και οι μεταφορές που έγιναν μέσα στη χρήση, καθώς και οι αποσβέσεις της χρήσης, οι τυχόν διορθώσεις που έγιναν μέσα στη χρήση πάνω στις αποσβέσεις των προηγούμενων χρήσεων, οι συνολικές αποσβέσεις μέχρι την ημερομηνία κλεισίματος του ισολογισμού και η αναπόσβεστη αξία κατά την ημερομηνία αυτή. Σε περίπτωση που κατά την πρώτη εφαρμογή της διάταξης αυτής της παραγράφου ανακύψουν δυσκολίες στη συγκέντρωση των δεδομένων της παραπάνω ανάλυσης, είναι δυνατό να ληφθεί σαν αξία κτήσης ή κόστους ιδιοκατασκευής η αναπόσβεστη αξία των στοιχείων αυτών κατά την έναρξη της χρήσης, με την προϋπόθεση ότι θα γίνεται σχετική διευκρίνιση στο προσάρτημα. Οι διατάξεις αυτής της παραγράφου εφαρμόζονται αναλόγως και για τα έξοδα εγκατάστασης. 9.Εμπράγματα δικαιώματα της εταιρίας σε ακίνητα απεικονίζονται στην κατηγορία των ενσώματων ακινητοποιήσεων. Εμπράγματες ασφάλειες, που χορηγήθηκαν από την εταιρία σε ενσώματες ακινητοποιήσεις της, αναφέρονται στον ισολογισμό ή στο προσάρτημα, με ιδιαίτερη μνεία των εμπράγματων ασφαλειών που χορηγήθηκαν υπέρ συνδεμένων επιχειρήσεων. Όμοια παρουσίαση γίνεται επίσης και για κάθε μορφή εγγύησης που χορηγήθηκε από την εταιρία. 10.Μετοχές επικαρπίας ή ιδρυτικοί τίτλοι που εκδόθηκαν από ανώνυμη εταιρία, αναφέρονται στον ισολογισμό ή στο προσάρτημα. 11.Στους λογαριασμούς τάξεως απεικονίζονται ιδίως τα αλλότρια περιουσιακά στοιχεία, οι αμφοτεροβαρείς συμβάσεις και οι κάθε μορφής εγγυήσεις, καθώς και οι εμπράγματες ασφάλειες. Σχετικές αναλύσεις παρέχονται στο προσάρτημα. Τα ποσά των λογαριασμών τάξεως αποτελούν ιδιαίτερο άθροισμα, το οποίο δεν προστίθεται στα συνολικά αθροίσματα των λογαριασμών του ενεργητικού και του παθητικού. 12.Έξοδα που πληρώθηκαν μέσα στην κλειόμενη χρήση, αλλά αφορούν την επόμενη ή τις επόμενες χρήσεις, καθώς και έσοδα που αφορούν την κλειόμενη χρήση, αλλά δεν εισπράχτηκαν ή δε χρεώθηκαν σε προσωπικούς λογαριασμούς μέσα σ’ αυτή, εμφανίζονται χωριστά στους μεταβατικούς λογαριασμούς ενεργητικού. Έσοδα που εισπράχτηκαν μέσα στην κλειόμενη χρήση, αλλά αφορούν την επόμενη ή τις επόμενες χρήσεις, καθώς και έξοδα που πραγματοποιήθηκαν και αφορούν την κλειόμενη χρήση, αλλά δεν πληρώθηκαν ή δεν πιστώθηκαν σε προσωπικούς λογαριασμούς μέσα σ’ αυτή, εμφανίζονται χωριστά στους μεταβατικούς λογαριασμούς παθητικού. Όταν το σύνολο των εσόδων που αφορούν την κλειόμενη χρήση, αλλά δεν εισπράχτηκαν ή δε χρεώθηκαν μέσα σ’ αυτή, ή το σύνολο των εξόδων που πραγματοποιήθηκαν και αφορούν την κλειόμενη χρήση, αλλά δεν πληρώθηκαν ή δεν πιστώθηκαν μέσα σ’ αυτή, είναι σημαντικό, γίνεται σχετική ανάλυση στο προσάρτημα. (Μετά τη σελ. 28 (γ) Σελ. 28,001 Τεύχος Ι-31 Σελ. 65 Γενικές Διατάξεις περί Ανωνύμων Εταιρειών 12.Α.α.15 12.Α.α.15 Γενικές Διατάξεις περί Ανωνύμων Εταιρειών 13.Σε περίπτωση που στο τέλος της χρήσης κατέχονται ίδιες μετοχές σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν κάθε φορά, σχηματίζεται αποθεματικό ισόποσο με την αξία κτήσης των μετοχών αυτών. Το σχετικό ποσό καταχωρείται σε λογαριασμό του παθητικού με τίτλο αποθεματικό για ίδιες μετοχές”. Το αποθεματικό αυτό σχηματίζεται από τα κέρδη της χρήσης, από τα οποία επιτρέπεται να αφαιρεθούν προηγουμένως μόνο τα ποσά που είναι αναγκαία για το σχηματισμό του τακτικού αποθεματικού και για τη διανομή πρώτου μερίσματος. Αν δεν υπάρχουν κέρδη για σχηματισμό του παραπάνω αποθεματικού, ο λογαριασμός του ενεργητικού ίδιες μετοχές εμφανίζεται στο παθητικό αφαιρετικά από το άθροισμα των ίδιων κεφαλαίων. 14.Οι προβλέψεις για κινδύνους και έξοδα προορίζονται να καλύψουν ζημίες, δαπάνες ή υποχρεώσεις της κλειόμενης και των προηγούμενων χρήσεων, που διαφαίνονται σαν πιθανές κατά την ημέρα σύνταξης του ισολογισμού, αλλά δεν είναι γνωστό το ακριβές μέγεθός τους ή ο χρόνος στον οποίο θα προκύψουν. Οι προβλέψεις αυτές σχηματίζονται κάθε χρόνο σε ύψος που καλύπτει τα αναγκαία όρια. Οι προβλέψεις για αποζημίωση προσωπικού λόγω εξόδου από την υπηρεσία, που υπολογίζονται και σχηματίζονται στο τέλος κάθε χρήσης, καλύπτουν, τουλάχιστον, τις αποζημιώσεις εξόδου από την υπηρεσία λόγω συνταξιοδότησης. Κατά την πρώτη χρήση εφαρμογής των διατάξεων αυτού του Νόμου παρέχεται η δυνατότητα στις εταιρίες να καταχωρήσουν στο λογαριασμό λοιπά έξοδα πολυετούς αποσβέσεως τις σωρευμένες προβλέψεις για αποζημιώσεις προσωπικού λόγω εξόδου από την υπηρεσία, που αντιστοιχούν στην προϋπηρεσία του προσωπικού τους κατά τις προηγούμενες χρήσεις. Οι προβλέψεις αυτές αποσβένονται τμηματικά και ισόποσα, μέσα σε μία πενταετία. Αν το ποσό που εμφανίζεται στο λογαριασμό “λοιπές προβλέψεις είναι σημαντικό, παρέχεται ανάλυσή του στο προσάρτημα. Οι προβλέψεις που αφορούν υποτιμήσεις περιουσιακών στοιχείων του ενεργητικού σχηματίζονται σε ύψος που καλύπτει τις υποτιμήσεις των στοιχείων αυτών, κατά την ημερομηνία κλεισίματος του ισολογισμού, και εμφανίζονται στο ενεργητικό του ισολογισμού αφαιρετικά από τα στοιχεία στα οποία αναφέρονται. 15.α.Το καθαρό ύψος του κύκλου εργασιών περιλαμβάνει τα ποσά των εσόδων που πραγματοποιούνται από την πώληση προϊόντων ή την παροχή υπηρεσιών, μέσα στα πλαίσια της συνήθους δραστηριότητας της εταιρίας, από τα οποία έχουν αφαιρεθεί οι εκπτώσεις πωλήσεων και οι υπέρ του Δημοσίου και τρίτων εισπραττόμενοι φόροι. β.Στους λογαριασμούς έκτακτα και ανόργανα έσοδα και έκτακτα και ανόργανα έξοδα καταχωρούνται τα έσοδα ή έξοδα που δεν προέρχονται από τη συνήθη δραστηριότητα της εταιρίας. Αν τα ποσά των εσόδων ή των εξόδων αυτών είναι σημαντικά, παρέχεται ανάλυσή τους στο προσάρτημα, μαζί με διευκρινίσεις, αναφορικά με τη φύση τους και την επίδρασή τους στον υπολογισμό του φόρου εισοδήματος της εταιρίας για την κλειόμενη χρήση. Τα ανωτέρω ισχύουν και για τυχόν έσοδα ή έξοδα που καταχωρήθηκαν στην κλειόμενη χρήση, αλλά αφορούν προηγούμενες χρήσεις. Το άρθρ. 42ε προστέθηκε από το άρθρ. 33 Π.Δ. 409/12-28 Νοεμ. 1986 (ΦΕΚ Α΄ 191) (κατωτ. αριθ. 36). Κανόνες αποτίμησης άρθρ. 3 Π.Δ. 56/15 Φεβρ.-4 Μαρτ. 1991 (ΦΕΚ Α' 26). "Άρθρ.3γ.-1.Επιτρέπεται η υπό Ανωνύμου Εταιρείας έκδοσις ομολογιακού δανείου ησφαλισμένου εν τω συνόλω μετά των τόκων του δι' υποθήκης επί ενός ή πλειόνων ακινήτων της οφειλέτιδος ή τρίτου τινός. Σελ. 10(ι) Τεύχος 1213-Σελ. 38 2.Διά την έκδοσιν τοιούτου δανείου απαιτείται άδεια της Επιτροπής Κεφαλαιοαγοράς, ήτις κρίνει την επάρκειαν της παρεχομένης ασφαλείας. Προς τούτο η προτιθέμενη την έκδοσιν τοιούτου δανείου Εταιρεία υποβάλλει τη ως άνω Επιτροπή αίτησιν αναφέρουσαν το ποσόν, του δανείου, τον αριθμόν των ομολογιών, τον χρόνον εξοφλήσεως, τον τόκον και τον "εκπρόσωπον των ομολογιούχων", οίος δύναται να είναι μόνον Τράπεζα ως και πιστοποιητικόν του Υποθηκοφυλακείου συνοδευόμενον υπό εγγράφου βεβαιώσεως του νομίμου εκπροσώπου της Εταιρείας ότις το εις υποθήκην προσφερόμενον ακίνητον ανήκει κατά πλήρη κυριότητα εις μόνην την αιτούσαν ή τον προσφέροντα την υποθήκην τρίτον και ότι είναι ελεύθερον βάρους κατασχέσεως ή διεκδικήσεως ή αναφέρουσαν τα τυχόν υφιστάμενα επ' αυτού υποθηκικά βάρη. Η άδεια της Επιτροπής Κεφαλαιοαγοράς, περιέχουσα πάντα τα στοιχεία ταύτα, αποτελεί τον τίτλον εγγραφής της υποθήκης. Τα πάσης φύσεως δικαιώματα των εμμίσθων ή αμίσθων υποθηκοφυλάκων δια την προς ασφάλειαν του εκδιδομένου κατά τα ανωτέρω ομολογιακού δανείου εγγραφήν υποθήκης δεν δύναται να υπερβώσι το ποσόν των δραχ. 3.000. Δια την εγγραφήν ή διαγραφήν της υποθήκης ουδεμία κράτησις υπέρ οιουδήποτε τρίτου ενεργείται. 3.Η εκδίδουσα το δάνειον εταιρεία δημοσιεύει εις δύο τουλάχιστον ημερησίας εφημερίδας πρόγραμμα του δανείου, μνημονεύον τους εγκριθέντας όρους αυτού, την προς τούτο άδειαν της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, τον εκπρόσωπον των ομολογιούχων, την δια το συνολικόν ποσόν του δανείου και τους τόκους αυτού εγγραφήν της υποθήκης δι' αναφοράς του πιστοποιητικού του Υποθηκοφύλακος, την ύπαρξιν ή μη υποθητικών βαρών και σειράν εγγραφής της υποθήκης. 4.Αι εκ του δανείου υποθηκικαί αξιώσεις των ομολογιούχων ασκούνται αποκλειστικώς υπό του εκπροσώπου αυτών. Η είσπραξις της ονομαστικής αξίας της ομολογίας κατά την λήξιν της, και των τοκομεριδίων ενεργούνται υπό των κομιστών τούτων. 12.Α.α.15 Γενικές Διατάξεις περί Ανωνύμων Εταιρειών 5.Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς δικαιούται, να ορίση έτερον «εκπρόσωπον ομολογιούχων» αν ο υπάρχων παραιτηθή, εκλείψη ή ανακληθή υπό του Προέδρου των Πρωτοδικών, κατά την διαδικασίαν του Άρθρ.43.-1.Τα ποσά των ετήσιων οικονομικών καταστάσεων πρέπει να προκύπτουν από περιουσιακά στοιχεία που έχουν αποτιμηθεί σύμφωνα με τους κανόνες αυτού του άρθρου. Η αποτίμηση γίνεται με βάση την αρχή της τιμής κτήσης ή του κόστους παραγωγής και των πιο κάτω γενικών αρχών: α.Θεωρείται ως δεδομένη η συνέχιση της δραστηριότητας της εταιρίας. β.Οι μέθοδοι αποτίμησης εφαρμόζονται πάγια, χωρίς μεταβολές από χρήση σε χρήση. γ.Η αρχή της συντηρητικότητας εφαρμόζεται πάντοτε και ιδιαίτερα: -σε κάθε χρήση περιλαμβάνονται μόνο τα κέρδη που έχουν πραγματοποιηθεί μέσα σ’ αυτή, -λαμβάνονται υπόψη όλοι οι πιθανοί κίνδυνοι και όλες οι πιθανές ζημίες που αφορούν την κλειόμενη ή τις προηγούμενες χρήσεις, έστω και αν οι σχετικές ενδείξεις άρχισαν να διαφαίνονται μετά το τέλος της κλειόμενης χρήσης, αλλά μέσα στην περίοδο περάτωσης των πράξεων κλεισίματος του ισολογισμού, -λογίζονται οι απαραίτητες αποσβέσεις και προβλέψεις, ανεξάρτητα από το αν κατά τη χρήση προκύπτει καθαρό κέρδος ή ζημία. δ.Τα έσοδα και τα έξοδα που αφορούν τη χρήση λογίζονται σ’ αυτή, ανεξάρτητα από το χρόνο της είσπραξης ή της πληρωμής τους. ε.Τα περιουσιακά στοιχεία των λογαριασμών του ενεργητικού και του παθητικού αποτιμούνται χωριστά και όπως ορίζεται στις επόμενες παραγράφους. στ.Τα ποσά ανοίγματος των λογαριασμών της χρήσης συμφωνούν απόλυτα με τον ισολογισμό κλεισίματος της προηγούμενης χρήσης. 2.Παρέκκλιση από τις αρχές της προηγούμενης παρ. 1 επιτρέπεται μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις. Κάθε τέτοια παρέκκλιση αναφέρεται στο προσάρτημα, κατάλληλα αιτιολογημένη, όπου παρατίθενται οι επιδράσεις της στην περιουσιακή διάρθρωση, στη χρηματοοικονομική θέση και στα αποτελέσματα χρήσης της εταιρίας. (Μετά τη σελ. 28 (β) Σελ. 28,01 Τεύχος Θ31-Σελ. 29 Γενικές Διατάξεις περί Ανωνύμων Εταιρειών 12.Α.α.15 3.α.Τα ποσά των εξόδων εγκατάστασης (πολυετούς απόσβεσης) των κατηγοριών “έξοδα ιδρύσεως και πρώτης εγκαταστάσεως” και τόκοι δανείων κατασκευαστικής περιόδου, καθώς και τα ποσά των λογαριασμών έξοδα αυξήσεως κεφαλαίου και εκδόσεως ομολογιακών δανείων, “έξοδα κτήσεως ακινητοποιήσεων”, “έξοδα αναδιοργανώσεως” και “λοιπά έξοδα πολυετούς αποσβέσεως”, της κατηγορίας “λοιπά έξοδα εγκαταστάσεως”, αποσβένονται, είτε εφάπαξ κατά το έτος πραγματοποίησής τους, είτε τμηματικά και ισόποσα μέσα σε μία πενταετία. β.Ομολογίες που εκδόθηκαν από την εταιρία εμφανίζονται στο παθητικό με την τιμή στην οποία η εταιρία οφείλει να τις εξοφλήσει. Οι διαφορές από τη διάθεση ομολογιών σε τιμή μικρότερη από την ονομαστική τους, καθώς και οι διαφορές από την εξόφληση ομολογιών σε τιμή μεγαλύτερη από την ονομαστική τους, καταχωρούνται στο λογαριασμό εξόδων πολυετούς απόσβεσης διαφορές εκδόσεως και εξοφλήσεως ομολογιών της κατηγορίας λοιπά έξοδα εγκαταστάσεως. Οι διαφορές αυτές αποσβένονται με τμηματικές ισόποσες δόσεις μέχρι τη λήξη της προθεσμίας εξόφλησης του ομολογιακού δανείου. γ.Οι συναλλαγματικές διαφορές που προκύπτουν κατά την πληρωμή ή την αποτίμηση σε δραχμές των υποχρεώσεων από δάνεια ή πιστώσεις σε ξένο νόμισμα, εφόσον τα δάνεια ή οι πιστώσεις αυτές χρησιμοποιήθηκαν αποκλειστικά για την απόκτηση πάγιων περιουσιακών στοιχείων, καταχωρούνται στο λογαριασμό της κατηγορίας των εξόδων εγκατάστασης (πολυετούς απόσβεσης) συναλλαγματικές διαφορές δανείων για κτήσεις πάγιων στοιχείων και αποσβένονται τμηματικά, ανάλογα με την υπόλοιπη κανονική χρονική διάρκεια του δανείου ή της πίστωσης, όπως ορίζεται από τις σχετικές διατάξεις της περίπτ. 23 της παρ. 2.2.110 του άρθρ. 1 του Π.Δ. 1123/1980 Περί ορισμού του περιεχομένου και του χρόνου ενάρξεως της προαιρετικής εφαρμογής του Γενικού Λογιστικού Σχεδίου (ΦΕΚ Α΄ 75/1980), όπως τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με τη διάταξη της παρ. 12 του μοναδικού άρθρου του Π.Δ. 502/1984 τροποποίηση και συμπλήρωση των διατάξεων του Π.Δ. 1123/1980 (ΦΕΚ Α΄ 179/1984). Τα ποσά και ο λογιστικός χειρισμός των παραπάνω συναλλαγματικών διαφορών που αφορούν τη χρήση, αναφέρονται στο προσάρτημα. δ.Μέχρι την πλήρη απόσβεση όλων των εξόδων εγκατάστασης πολυετούς απόσβεσης απαγορεύεται οποιαδήποτε διανομή κερδών, εκτός αν το αναπόσβεστο υπόλοιπο των εξόδων αυτών είναι μικρότερο από το άθροισμα των προαιρετικών αποθεματικών και του υπολοίπου των κερδών εις νέο. Σελ. 28,02 Τεύχος Θ31- Σελ. 30 ε.Τα ποσά που εμφανίζονται στα έξοδα εγκατάστασης πολυετούς απόσβεσης, που αφορούν τη χρήση, αναλύονται και επεξηγούνται στο προσάρτημα. 4.α.Οι διατάξεις των περιπτ. α, δ και ε της προηγούμενης παρ. 3 εφαρμόζονται και για τα έξοδα ερευνών και ανάπτυξης των λογαριασμών “έξοδα ερευνών ορυχείων-μεταλλείων-λατομείων και “έξοδα λοιπών ερευνών”, καθώς και για τις παραχωρήσεις και δικαιώματα βιομηχανικής ιδιοκτησίας των λογαριασμών δικαιώματα εκμεταλλεύσεως ορυχείων-μεταλλείων-λατομείων” και “λοιπές παραχωρήσεις”, εκτός αν ειδικές διατάξεις της νομοθεσίας προβλέπουν διαφορετική ρύθμιση. β.Η υπεραξία της επιχείρησης (GOODWILL), που δημιουργείται κατά την εξαγορά ή συγχώνευση ολόκληρης οικονομικής μονάδας και που είναι ίση με τη διαφορά μεταξύ του ολικού τιμήματος αγοράς και της πραγματικής αξίας των επιμέρους περιουσιακών στοιχείων της, καταχωρείται στο λογαριασμό υπεραξία επιχειρήσεως των ασώματων ακινητοποιήσεων και αποσβένεται, είτε εφάπαξ, είτε τμηματικά και ισόποσα, σε περισσότερες από μία χρήσεις, οι οποίες δεν είναι δυνατό να υπερβαίνουν τα πέντε έτη. Τα ποσά που εμφανίζονται στο λογαριασμό “υπεραξία επιχειρήσεως” αναλύονται και επεξηγούνται στο προσάρτημα. γ.Τα ποσά που καταχωρούνται στο λογαριασμό «δικαιώματα βιομηχανικής ιδιοκτησίας» της κατηγορίας των ασώματων ακινητοποιήσεων παραχωρήσεις και δικαιώματα βιομηχανικής ιδιοκτησίας , αποσβένονται με ισόποσες ετήσιες αποσβέσεις μέσα στο χρόνο της παραγωγικής χρησιμότητας κάθε άϋλου στοιχείου. Πάντως, η απόσβεση πρέπει να έχει ολοκληρωθεί μέχρι τη λήξη του χρόνου της παρεχόμενης από το νόμο προστασίας, σε περιπτώσεις που η προστασία αυτή έχει περιορισμένη διάρκεια. δ.Τα ποσά της κατηγορίας “λοιπές ασώματες ακινητοποιήσεις των λογαριασμών “δικαιώματα χρήσεως ενσώματων πάγιων στοιχείων” και “λοιπά δικαιώματα”, αποσβένονται με ισόποσες ετήσιες αποσβέσεις, μέσα στο χρόνο που καθορίζεται συμβατικά για τη χρησιμοποίηση κάθε άϋλου πάγιου στοιχείου. 12.Α.α.15 Γενικές Διατάξεις περί Ανωνύμων Εταιρειών 5.α.Με την επιφύλαξη των διατάξεων της παρακάτω περίπτ.ε, καθώς και της παρ. 9 αυτού του άρθρου, τα ενσώματα πάγια περιουσιακά στοιχεία αποτιμούνται στην αξία της τιμής κτήσης ή του κόστους ιδιοκατασκευής τους. Η αξία αυτή προσαυξάνεται με τις δαπάνες προσθηκών και βελτιώσεων και μειώνεται με τις αποσβέσεις που προβλέπονται από αυτό το άρθρο. β.Τιμή κτήσης είναι η τιμολογιακή αξία αγοράς, η οποία προσαυξάνεται με τα ειδικά έξοδα αγοράς και μειώνεται με τις σχετικές εκπτώσεις. Τα έξοδα κτήσης των ακινήτων, όπως είναι οι φόροι μεταβίβασης, τα συμβολαιογραφικά και μεσιτικά έξοδα και οι αμοιβές μελετητών και δικηγόρων, δεν περιλαμβάνονται στην τιμή κτήσης των στοιχείων αυτών. Τα έξοδα αυτά καταχωρούνται στο λογαριασμό έξοδα κτήσεως ακινητοποιήσεων της κατηγορίας λοιπά έξοδα εγκαταστάσεως. γ.Κόστος παραγωγής ή ιδιοκατασκευής είναι η τιμή κτήσης των πρώτων υλών και διάφορων υλικών, που χρησιμοποιήθηκαν στην παραγωγή των συγκεκριμένων προϊόντων ή ιδιοκατασκευών. Η τιμή αυτή προσαυξάνεται με αναλογία γενικών εξόδων αγορών, καθώς και με το κόστος κατεργασίας που απαιτήθηκε για να φθάσουν τα σχετικά προϊόντα ή οι ιδιοκατασκευές στη θέση και στην κατάσταση που βρίσκονται στη στιγμή της απογραφής τους. δ.Η απόσβεση του καθενός από τα πάγια περιουσιακά στοιχεία είναι ανάλογη της ετήσιας μείωσης της αξίας του, που οφείλεται τόσο στη χρησιμοποίηση του στοιχείου αυτού όσο και στην πάροδο του χρόνου και στην οικονομική απαξίωσή του. Η απόσβεση του κάθε στοιχείου ενεργείται συστηματικά και ομοιόμορφα μέσα στις χρήσεις της πιθανολογούμενης διάρκειας παραγωγικής χρησιμοποίησής του και σύμφωνα με τις ειδικές διατάξεις της νομοθεσίας που ισχύει κάθε φορά. Τυχόν πρόσθετες αποσβέσεις που γίνονται με βάση ειδικές φορολογικές διατάξεις με τη μορφή αναπτυξιακών κινήτρων, παρατίθενται αναλυτικά, κατά κατηγορία παγίου, στο προσάρτημα, με μνεία των σχετικών φορολογικών διατάξεων. ε.Σε περίπτωση υποτίμησης ενσώματου πάγιου περιουσιακού στοιχείου, άσχετα αν αυτό υπόκειται ή όχι σε απόσβεση, εφόσον η υποτίμηση προβλέπεται ότι θα είναι διαρκής, σχηματίζεται ανάλογη πρόβλεψη, ώστε η αποτίμηση του στοιχείου αυτού, κατά την ημέρα κλεισίματος του ισολογισμού, να γίνεται στη χαμηλότερη τιμή μεταξύ της τιμής κτήσης ή του κόστους ιδιοκατασκευής και της υποτιμημένης τρέχουσας τιμής του. Οι προβλέψεις αυτές βαρύνουν τα αποτελέσματα χρήσης και το ποσό τους εμφανίζεται χωριστά στο λογαριασμό αποτελέσματα χρήσεως ή στο προσάρτημα, όταν είναι αξιόλογο. Η αποτίμηση στην παραπάνω χαμηλότερη τιμή μπορεί να μη συνεχισθεί σε περίπτωση που οι λόγοι που επέβαλαν την προσαρμογή της αξίας έπαψαν να υπάρχουν. “6.Για την αποτίμηση των συμμετοχών και χρεογράφων εφαρμόζονται τα ακόλουθα: “α)Οι μετοχές ανωνύμων εταιρειών, οι ομολογίες και τα λοιπά χρεόγραφα, καθώς και τα μερίδια αμοιβαίων κεφαλαίων και οι συμμετοχές σε επιχειρήσεις που δεν έχουν την μορφή ανώνυμης εταιρείας, αποτιμούνται στην κατ’ είδος χαμηλότερη τιμή, μεταξύ της τιμής κτήσεώς τους και της τρέχουσας τιμής τους. Ειδικότερα, οι τράπεζες και εν γένει τα πιστωτικά ιδρύματα του Νόμ.2076/1992, αποτιμούν το χαρτοφυλάκιο των συμμετοχών και χρεογράφων τους, στη συνολικά χαμηλότερη τιμή, μεταξύ της τιμής κτήσεώς τους και της τρέχουσας τιμής τους». Η μέσα σε «» περίπτ.α΄ αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ.12 άρθρ.20 Νόμ.2386/6-7 Μαρτ.1996 (ΦΕΚ Α΄43), τόμ.24Α σελ.194,04. Σύμφωνα δε με την περίπτ.ζ άρθρ.29 του ίδιου Νόμ.2386/96 οι διατάξεις της άνω παρ.12 ισχύουν για τις εταιρικές χρήσεις που αρχίζουν από 1 Ιαν.1995 και μετά. β)Ως τρέχουσα τιμή, για τη εφαρμογή αυτού του Νόμου, θεωρείται: (βα)Για τους εισηγμένους στο Χρηματιστήριο τίτλους (μετοχές, ομολογίες, κ.λ.π.), ο μέσος όρος της χρηματιστηριακής τιμής τους κατά τον τελευταίο μήνα της χρήσεως. (ββ)Για τα μερίδια αμοιβαίων κεφαλαίων, ο μέσος όρος της καθαρής τιμής τους κατά τον τελευταίο μήνα της χρήσεως. (βγ)Για τις μετοχές ανωνύμων εταιρειών, που δεν είναι εισηγμένες στο Χρηματιστήριο, τις συμμετοχές σε άλλες (πλην Α.Ε.) επιχειρήσεις και τους τίτλους με χαρακτήρα ακινητοποιήσεων των άλλων αυτών επιχειρήσεων, που συντάσσουν οικονομικές καταστάσεις σύμφωνα με τις διατάξεις αυτού του Νόμου, η εσωτερική λογιστική αξία των μετοχών ή των συμμετοχών ή των τίτλων των επιχειρήσεων αυτών, όπως προκύπτει από το νόμιμα συνταγμένο τελευταίο ισολογισμό τους. Στην περίπτωση που ο τελευταίος νόμιμα συνταγμένος ισολογισμός των πιο πάνω επιχειρήσεων, με βάση τα δεδομένα του οποίου προσδιορίστηκε η τρέχουσα τιμή των μη εισηγμένων στο Χρηματιστήριο μετοχών ή συμμετοχών σε λοιπές (πλην Α.Ε.) επιχειρήσεις, δεν έχει ελεγχθεί από αναγνωρισμένο κατά νόμο, ελεγτκή, αναγράφεται σημείωση στον ισολογισμό και στο παράρτημα στην οποία αναφέρεται ότι, στους αντίστοιχους λογαριασμούς του ενεργητικού περιλαμβάνονται και μετοχές ανωνύμων εταιρειών ή συμμετοχές σε λοιπές (πλην Α.Ε.) επιχειρήσεις συγκεκριμένης αξίας κτήσεως (ή αποτιμήσεως) αντίστοιχα μη εισηγμένες στο Χρηματιστήριο και ότι ο Ισολογισμός (ή οι ισολογισμοί), με βάση τον οποίο έγινε ο προσδιορισμός της εσωτερικής λογιστικής αξίας αυτών των μετοχών και συμμετοχών, δεν έχει ελεγχθεί από αναγνωρισμένο κατά νόμο ελεγκτή. (Αντί για τη σελ. 28,03(β) Σελ. 28,03(γ) Τεύχος 1411 Σελ. 27 Γενικές Διατάξεις περί Ανωνύμων Εταιρειών 12.Α.α.15 γ)Για την τιμή (αξία) κτήσεως των συμμετοχών και χρεωγράφων εφαρμόζονται τα οριζόμενα στις περίπτ. 2 και 3 της παρ. 2.2.112 του άρθρ. 1 του Π.Δ. 1123/1980. Ειδικά για τους τίτλους σταθερού εισοδήματος (ομολογιών, ομολόγων του Ελληνικού Δημοσίου, Τραπεζικών ομολόγων και εντόκων γραμματίων του Ελληνικού Δημοσίου) των οποίων η διαπραγμάτευση στο Xρηματιστήριο γίνεται στην καθαρή τιμή τους, δίχως το δεδουλευμένο μέχρι την αγορά τους τόκο, αξία (τιμή) κτήσεώς τους είναι η καθαρή τιμή τους αυτή, που καταχωρείται σε ιδιαίτερους υπολογισμούς με την ονομασία αξία κτήσεως τίτλων ενταγμένους στους λογαριασμούς κάθε είδους τίτλων σταθερού εισοδήματος. Για την μέθοδο υπολογισμού της τιμής κτήσεως των συμμετοχών και χρεωγράφων, εφαρμόζεται η περίπτ. β΄ της επόμενης παρ. 7. δ)Όταν η τρέχουσα τιμή είναι χαμηλότερη της τιμής κτήσεως, η διαφορά χρεώνεται στο λογαριασμό 68.01 “Προβλέψεις για υποτιμήσεις συμμετοχών και χρεωγράφων” του Γενικού Λογιστικού Σχεδίου του Π.Δ. 1123/1980, με πίστωση αντίστοιχων αντίθετων λογαριασμών προβλέψεων κατά κατηγορία τίτλων, που δημιουργούνται στους λογαριασμούς 18.00.99, 18.01.99 και 34.99 του ίδιου Π.Δ. Κατά τον επανυπολογισμό των προβλέψεων, που γίνεται στο τέλος κάθε επόμενης χρήσεως, σύμφωνα με τα παραπάνω αναπροσαρμόζονται τα ποσά των προβλέψεων, που εμφανίζονται στους πιο πάνω αντίθετους λογαριασμούς, με βάση τα δεδομένα της νέας χρήσεως, είτε με χρέωση των υπολογαριασμών του λογαριασμού 68 (σχηματισμός συμπληρωματικής προβλέψεως), είτε με πίστωση των υπολογαριασμών του λογαριασμού 84.00 “έσοδα από αχρησιμοποίητες προβλέψεις προηγουμένων χρήσεων του Π.Δ. 1123/1980. ε)Για τον προσδιορισμό της δραχμικής τρέχουσας αξίας των κινητών αξιών (χρεωγράφων και άλλων τίτλων) σε ξένο νόμισμα, εφαρμόζονται αναλόγως οι σχετικές διατάξεις της υποπαρ. 2.3.301 του άρθρ. 1 του Π.Δ. 1123/1980, όπως ισχύει. στ)Τα κάθε φύσεως χρεώγραφα και τίτλοι, που έχουν χαρακτήρα προθεσμιακής κατάθεσης και δεν έχουν εισαχθεί στο Χρηματιστήριο, αποτιμούνται στην κατ’ είδος παρούσα αξίας του κατά την ημέρα κλεισίματος του ισολογισμού η οποία προσδιορίζεται με βάση το ετήσιο επιτόκιο του κάθε χρεωγράφου ή τίτλου. Η παρ. 6, αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. 1 του άρθρ. 3 του Π.Δ. 367/28-29 Νοεμ. 1994, (ΦΕΚ Α΄ 200), κατωτ. αριθ. 46. Σελ. 28,04(γ) Τεύχος 1411 Σελ. 28 7.α.Τα αποθέματα, εκτός από τα υπολείμματα, τα υποπροϊόντα και τα ελαττωματικά προϊόντα, αποτιμούνται στην κατ’ είδος χαμηλότερη τιμή, μεταξύ της τιμής κτήσεως ή του κόστους παραγωγής τους και της τιμής στην οποία η επιχείρηση δύναται να τα αγοράσει (τρέχουσα τιμή αγοράς) ή να τα παράγει (τρέχουσα τιμή αναπαραγωγής) κατά την ημέρα κλεισίματος του ισολογισμού. Εάν η τρέχουσα τιμή αγοράς ή αναπαραγωγής είναι χαμηλότερη από την τιμή κτήσεως ή το ιστορικό κόστος παραγωγής, αλλά μεγαλύτερη από την καθαρή ρευστοποιήσιμη αξία, τότε η αποτίμηση γίνεται στην καθαρή ρευστοποιήσιμη αξία. Τα υπολείμματα, τα υποπροϊόντα, τα ελαττωματικά προϊόντα και τα συμπαράγωγα προϊόντα, αποτιμούνται σύμφωνα με όσα ορίζονται στις περιπτ. 3, 4, 11, 12, 13 και 14 της παρ. 2.2.205 του άρθρ. 1 του Π.Δ. 1123/1980. Για την εφαρμογή των διατάξεων της παρούσας παραγράφου λαμβάνονται υπόψη οι εννοιολογικοί προσδιορισμοί της τιμής κτήσεως, της τρέχουσας τιμής αγοράς, του ιστορικού κόστους παραγωγής και της καθαρής ρευστοποιήσιμης αξίας, που ορίζονται στις περίπτ. 6, 8, 9 και 10 της παρ. 2.2.205 του άρθρ. 1 του Π.Δ. 1123/1980. Η περίπτ. α΄ αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. 2 του άρθρ. 3 του Π.Δ. 367/28-29 Νοεμ. 1994, ΦΕΚ Α΄ 200, κατωτ. αριθ. 46. β.Η μέθοδος υπολογισμού της τιμής κτήσης ή του κόστους παραγωγής των αποθεμάτων, καθώς και της τιμής κτήσης των κινητών αξιών επιλέγεται, από την εταιρία, από τις μεθόδους της περίπτ. 7 της παρ. 2.2.205 του άρθρ. 1 του Π.Δ. 1123/1980 και εφαρμόζεται πάγια, από χρήση σε χρήση. Αλλαγή της εφαρμοζόμενης μεθόδου δεν επιτρέπεται, εκτός αν υπάρχει μεταβολή συνθηκών, ή άλλος σοβαρός λόγος, οπότε η αλλαγή της μεθόδου αναφέρεται και αιτιολογείται στο προσάρτημα μαζί με την επίδραση της αλλαγής αυτής στη διαμόρφωση των αποτελεσμάτων χρήσης. γ.Σε περίπτωση που η εμφανιζόμενη στον ισολογισμό αξία, όπως έχει προσδιοριστεί με την εφαρμογή μιας από τις μεθόδους της προηγούμενης περίπτ. β, διαφέρει σημαντικά από την αξία που προκύπτει με βάση την τελευταία, σε σχέση με την ημέρα κλεισίματος του ισολογισμού, γνωστή τιμή της αγοράς, η διαφορά αυτή σημειώνεται στο προσάρτημα, συνολικά για κάθε κατηγορία περιουσιακών στοιχείων. 12.Α.α.15 Γενικές Διατάξεις περί Ανωνύμων Εταιρειών 8.α.Οι απαιτήσεις που είναι ανεπίδεκτες είσπραξης αποσβένονται ολοσχερώς, ενώ οι επισφαλείς απαιτήσεις απεικονίζονται στον ισολογισμό με την πιθανή τους αξία κατά το χρόνο σύνταξής του. β.Οι απαιτήσεις και οι υποχρεώσεις σε ξένο νόμισμα, καθώς και τα τυχόν διαθέσιμα σε ξένο νόμισμα, εμφανίζονται στον ισολογισμό με το ποσό των δραχμών που προκύπτει από τη μετατροπή του κάθε ξένου νομίσματος με βάση την επίσημη τιμή του κατά την ημέρα κλεισίματος του ισολογισμού. Με την επιφύλαξη της διατάξεως της περίπτ. γ της παραπάνω παρ. 3, οι συναλλαγματικές διαφορές που προκύπτουν κατά την αποτίμηση των απαιτήσεων και των υποχρεώσεων σε ξένο νόμισμα καταχωρούνται σε ιδιαίτερους λογαριασμούς, κατά ξένο νόμισμα, χωριστούς για τις βραχυπρόθεσμες απαιτήσεις και υποχρεώσεις και χωριστούς για τις μακροπρόθεσμες και μεταφέρονται στα αποτελέσματα χρήσης, όπως ορίζεται από τις σχετικές διατάξεις της περίπτ. 4 της παρ. 2.3.2. του άρθρ. 1 του Π.Δ. 1123/1980, όπως τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με τη διάταξη της παρ. 23 του μοναδικού άρθρου του Π.Δ. 502/1984. Οι συναλλαγματικές διαφορές που προκύπτουν κατά την αποτίμηση τυχόν διαθεσίμων σε ξένο νόμισμα, μεταφέρονται στα αποτελέσματα χρήσης. 9.Αναπροσαρμογή της αξίας των περιουσιακών στοιχείων του πάγιου ενεργητικού δεν επιτρέπεται, εκτός αν αυτή γίνεται σε εφαρμογή ειδικού νόμου. Για την εφαρμογή αυτού του Νόμου, η αναπροσαρμοσμένη αξία των στοιχείων αυτών θεωρείται και αξία κτήσης τους. Κάθε τέτοια αναπροσαρμογή, που έγινε μέσα στην κλειόμενη χρήση, αναφέρεται και επεξηγείται στο προσάρτημα, μαζί με πλήρη ανάλυση της κίνησης του σχετικού λογαριασμού που περιλαμβάνεται στις διαφορές αναπροσαρμογής. 10.Για την εφαρμογή της παρ. 6 του άρθρ. 42β, τα εκφρασμένα σε ξένο νόμισμα στοιχεία υποκαταστημάτων που έχουν την έδρα τους στο εξωτερικό μετατρέπονται σε δραχμές ως εξής: α.Τα στοιχεία του πάγιου ενεργητικού, πλην των μακροπρόθεσμων απαιτήσεων, και οι κινητές αξίες (χρεώγραφα και άλλοι τίτλοι) μετατρέπονται σε δραχμές με την τιμή του ξένου νομίσματος της ημέρας κτήσης (αγοράς ή ιδιοκατασκευής) κάθε στοιχείου. Οι διατάξεις των παρ. 5 και 6 εφαρμόζονται αναλόγως. β.Τα αποθέματα μετατρέπονται σε δραχμές με την τιμή του ξένου νομίσματος της ημέρας κτήσης τους (αγοράς ή παραγωγής). Οι διατάξεις της παρ. 7 εφαρμόζονται αναλόγως. γ.Τα διαθέσιμα περιουσιακά στοιχ …
Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.