← Ελλάδα

1. ΝΟΜΟΣ υπ’ αριθ. 1493 της 17/17 Αυγ. 1950 Περί κυρώσεως του Κώδικος Ποινικής Δικονομίας. ΕΙΣΗΓΗΤΙΚΗ ΕΚΘΕΣΙΣ Προς την Δ΄ Αναθεωρητικήν Βουλήν των Ελλ

Εν συντομία

Αυτός ο νόμος, με αριθμό 1493 και ημερομηνία 17 Αυγούστου 1950, αφορά την κύρωση του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας. Σκοπός του είναι να εκσυγχρονίσει την ποινική δικονομία της χώρας, η οποία διέπεται ακόμη από τον κώδικα του 1834, και να την προσαρμόσει στις σύγχρονες επιστημονικές αντιλήψεις και την ελληνική πρακτική.

Τι ρυθμίζει

Ποιους αφορά

Βασικά σημεία

📄 Κείμενο νόμου
1. ΝΟΜΟΣ υπ’ αριθ. 1493 της 17/17 Αυγ. 1950 Περί κυρώσεως του Κώδικος Ποινικής Δικονομίας. ΕΙΣΗΓΗΤΙΚΗ ΕΚΘΕΣΙΣ Προς την Δ΄ Αναθεωρητικήν Βουλήν των Ελλήνων Ι Το Σχέδιον Κώδικος Ποινικής Δικονομίας υπεβλήθη εις επανειλημμένας συζητήσεις και αναθεωρήσεις. Αρχικώς το 1931 συνεστήθησαν δύο επιτροπαί συνεπεία του νόμ. 4937 «περί συγκροτήσεως επιτροπών προς εκπόνησιν κώδικος ποινικής δικονομίας», όστις, ως ωρίζετο εν άρθρω 1 του νόμου, «θα περιλαμβάνη αναθεώρησιν του εν ισχύϊ κώδικος, περισυλλογήν και τακτοποίησιν των εκασταχού της κειμένης νομοθεσίας εγκατεσπαρμένων δικονομικών διατάξεων, τροποποιουμένων αναλόγως και προσαρμογήν του συνόλου υπό ενιαίον σύστημα, σύμφωνον προς τα νεώτερα επιστημονικά πορίσματα». Εκ των δύο Επιτροπών, η Συντακτική, αποτελεσθείσα εκ των Αντ. Ρηγανάκου, Αγγ. Μπουροπούλου και Παν. Γιωτοπούλου, ησχολήθη εις την σύνταξιν γενικού διαγράμματος του Σχεδίου, όπερ εκτυπωθέν κατ’ Ιανουάριον 1932 και διανεμηθέν εις τους δικαστικούς και δικηγορικούς συλλόγους του Κράτους, προς μελέτην και υποβολήν παρατηρήσεων, ετέθη υπό την κρίσιν της ετέρας επιτροπής, της Αναθεωρητικής, αποτελεσθείσης εκ των τριών μελών της Συντακτικής Επιτροπής και 4 ετέρων, των Αντ. Ρωμάνου, Κωνστ. Τσουκαλά, Δημ. Μπαμπάκου και Χρ. Γιώτη. Μετά μακράς συζητήσεις επί του διαγράμματος, η Συντακτική Επιτροπή, συμφώνως προς τας υποδείξεις της Αναθεωρητικής, κατήρτισε το προσχέδιον του Κώδικος, όπερ συζητηθέν εκτενώς υπό της Αναθεωρητικής Επιτροπής, έλαβε την οριστικήν μορφήν του Σχεδίου και εδημοσιεύθη τω 1934. Το επόμενον έτος εδημοσιεύθησαν εις ιδιαίτερον τεύχος αι αιτιολογίαι αυτού, αμφότερα δε, το τε Σχέδιον και αι αιτιολογίαι, απεστάλλησαν εις τους δικαστικούς και δικηγορικούς συλλόγους. Τα επελθόντα τότε πολιτικά γεγονότα εματαίωσαν την υποβολήν του Σχεδίου εις την Βουλήν, κατά τας αρχάς δε του έτους 1936 διά του αν. νόμου της 24 Ιανουαρίου 1936 «περί αναθεωρήσεως του σχεδίου Κώδικος ποιν δικονομίας» διετάχθη και εγένετο νέα αναθεώρησις αυτού υπό της ιδίας Αναθεωρητικής Επιτροπής του νόμ. 4937, εις ην προστέθησαν δύο έτι μέλη, οι Νικ. Χωραφάς και Α. Γεωργίου, συνελθούσης από 7 Σεπτεμβρίου 1936 μέχρι 17 Απριλίου 1937 εις είκοσι μίαν συνεδριάσεις. Μετά το πέρας της Αναθεωρήσεως ταύτης τριμελής υποεπιτροπή εκ των μελών Αγγ. Μπουροπούλου Χρ. Γιώτη και Α. Γεωργίου, προέβη δυνάμει του α.ν. 870/1937 εις την ανασύνταξιν των υπό της Αναθεωρητικής Επιτροπής κριθέντων μεταρρυθμιστέων άρθρων του Σχεδίου και εις άλλας τινας, κριθείσας υπ’ αυτής αναγκαίας, τροποποιήσεις επεξεργασθείσα μέχρι της 23 Μαρτίου 1938 ότε επεράτωσε τας εργασίας της, τα Α΄ έως Δ΄ βιβλία του Σχεδίου. Μεθ’ ο, δυνάμει του άρθρ. 7 του α.ν. 1487/1938 «περί της νομοπαρασκευαστικής Επιτροπής του Υπουργείου της Δικαιοσύνης» συνεκροτήθη δια της υπ’ αριθ. 21781 της 27 Φεβρουαρίου 1939 αποφάσεως του επί της Δικαιοσύνης Υπουργού, εκ των μελών αυτής Αγγ. Μπουροπούλου, Κωνστ. Τσουκαλά, Χρ. Γιώτη, Στυλ. Τεγοπούλου και Γ. Λαγοπάτη, Επιτροπή προς αναθεώρησιν των υπολοίπων βιβλίων Ε΄-Η΄ του Σχεδίου, ήτις συνελθούσα εις 63 συνεδριάσεις, επεράτωσε το έργον της τη 25 Φεβρουαρίου 1941 και υπέβαλε το αναθεωρηθέν Σχέδιον, εκτυπωθέν. Αι επακολουθήσασαι περιπέτειαι της Χώρας δεν επέτρεψαν την ψήφισιν του σχεδίου. Διαρκούσης της εχθρικής κατοχής, τριμελής Επιτροπή εκ των Αγγ. Μπουροπούλου, Κωνσταντ. Τσουκαλά και Χρ. Γιώτη, συγκροτηθείσα δυνάμει του άρθρ. 1 εδ. 3 του ν.δ. 116/1941, δια της υπ’ αριθ. 7384 της 10 Φεβρουαρίου 1944 αποφάσεως του Υπουργείου της Δικαιοσύνης, συνήλθεν εις 9 μόνον συνεδριάσεις και προέβη κυρίως μόνον εις την ανασύνταξιν των «περί εξαιρέσεως δικαστών» άρθρων του ανατυπωθέντος καθ’ α ανωτέρω ελέχθη, Σχεδίου. Μετά την απελευθέρωσιν, δυνάμει του ν.δ. 222 της 14 Απριλίου 1947 «περί συστάσεως Επιτροπών προς περάτωσιν της αναθεωρήσεως των σχεδίων ποιν. κώδικος και κώδικος ποιν. δικονομίας», συνεκροτήθη δια της υπ’ αριθ. 31410 της 19 Απριλίου 1947 αποφάσεως του επί της Δικαιοσύνης Υπουργού, Επιτροπή προς αναθεώρησιν του Σχεδίου, εκ των Αγγ. Μπουροπούλου ως προέδρου, Κωνστ. Τσουκαλά, Χρ. Γιώτη, Στυλ. Τεγοπούλου και Ιακ. Ζαγκαρόλα, εις ην προσετέθη αντί του θανόντος προ της ενάρξεως των εργασιών της Κωνστ. Τσουκαλά, ο Παν. Γιωτόπουλος, μέλος της αρχικής Συντακτικής και Αναθεωρητικής Επιτροπής. Η Επιτροπή αύτη, εργασθείσα συντόνως, επεράτωσε την απ’ αρχής αναθέωρησιν του Σχεδίου εις 43 συνεδριάσεις, και το έργον αυτής έχω την τιμήν να υποβάλω προς Υμάς δια την ψήφισιν αυτού, δια ν’ Σελίς 9 Κώδικας Ποινικής Δικονομίας 9.Α.β.1 αποκτήση η Χώρα, διεπομένη ακόμη υπό της ποιν. δικονομίας του 1834, κώδικα σύμφωνον προς τας συγχρόνους επιστημονικάς αντιλήψεις και τα διδάγματα της ελληνικής πράξεως ΙΙ Το Σχέδιον, συμφώνως προς την επιταγήν του ν. 4037/1931, δεν απομακρύνεται ριζικώς του ισχύοντος άχρι τούδε δικονομικού δικαίου, όπερ ως δια των νεωτέρων της ποιν. δικονομίας μεταρρυθμίσεων διεμορφώθη ανταποκρίνεται εις τας παρ’ ημίν περί του τρόπου της απονομής της ποινικής δικαιοσύνης αντιλήψεις. Κατεβλήθη φροντίς όπως θεραπευθώσι τα εν τη πράξει καταδειχθέντα ελαττώματα του δικονομικού τούτου συστήματος και συμπληρωθώσι τα κενά αυτού, κατά τρόπον συντείνοντα εις την απρόσκοπτον πρόοδον της ποινικής διαδικασίας, ης πρωτίστη αρετή είναι η ταχύτης, αλλά και συγχρόνως διασφαλίζοντα τα δικαιώματα του κατηγορουμένου. Εν τω τμήματι Ι «περί των ποινικών δικαστηρίων και των δικαστικών προσώπων» η εν γένει οργάνωσις των ποινικών δικαστηρίων παραμένει η αυτή. Η αναθεωρήσασα το υποβαλλόμενον Σχέδιον Επιτροπή, καίτοι ομοφώνως ετάχθη υπέρ της καταργήσεως του αμιγούς ορκωτικού συστήματος και της συστάσεως προς εκδίκασιν των κακουργημάτων μικτών ορκωτών δικαστηρίων, διαβιβάσασα αντίγραφον των σχετικών πρακτικών και εις την επί της αναθεωρήσεως του Συντάγματος Επιτροπήν, ένεκα συνταγματικού κωλύματος διετήρησε τας περί αρμοδιότητος των κακουργιοδικείων ισχυούσας διατάξεις. Αν ήθελεν αρθή δια της αναθεωρήσεως του Συντάγματος το συνταγματικόν τούτο κώλυμα, ολίγα άρθρα του Σχεδίου, και ειδικώς τα άρθρα 380-403 ήθελον αχρηστευθή. Επίσης δεν επήλθε μεταβολή τις ως προς την δικαιοδοσίαν του μονομελούς πλημμελειοδικείου, κριθέντος ότι το συλλογικόν σύστημα απεδείχθη εκ της άχρι τούδε εφαρμογής του ν. 3998/1929, σκοπιμώτερον δια την εκδίκασιν των σοβαρωτέρων πλημμελημάτων. Τας εις το μονομελές πλημμελειοδικείον υπαγομένας αξιοποίνους πράξεις δικάζει, κατά το Σχέδιον πάντοτε, πρωτοδίκης, καταργουμένης της νυν ισχυούσης αναπληρώσεως τούτου παρ’ ειρηνοδίκου ή πταισματοδίκου. Η ουσιωδεστέρα καινοτομία ήτις εν τω κεφαλαίω τούτω πραγματοποιείται δια του Σχεδίου είναι η ίδρυσις, πλην του μονομελούς, και τριμελούς δικαστηρίου ανηλίκων. Ο ισχύων α.ν. 2135/1939, δι’ ου το πρώτον συνεστήθησαν παρ’ ημίν ειδικά δικαστήρια ανηλίκων, περιώρισε την δικαιοδοσίαν αυτών εις μόνα τα πλημμελήματα, έτι δε και εις τα πταίσματα τα διαπραττόμενα εν τη έδρα του πρωτοδικείου, ενώ ως προς τα κακουργήματα οι ανήλικοι εξακολουθούν υπαγόμενοι εις τα κακουργιοδικεία. Ήδη δια του Σχεδίου (άρθρ. 7) ολοκληρούται ο περί ου πρόκειται θεσμός δια της ιδρύσεως και τριμελούς δικαστηρίου ανηλίκων, συγκροτουμένου κατά πρώτον μεν βαθμόν εκ του δικαστού ανηλίκων, και δύο ετέρων πλημμελειοδικών και κατά δεύτερον βαθμόν εκ του παρ’ εφέταις δικαστού ανηλίκων και δύο ετέρων εφετών, προς εκδίκασιν των σοβαρωτέρων εγκλημάτων των ανηλίκων, τοιαύτα δε κατά το άρθρ. 113 του Σχεδίου είναι τα συνεπαγόμενα ποινήν περιορισμού εντός σωφρονιστικού καταστήματος τουλάχιστον πέντε ετών. Η ποινή αύτη κατά το άρθρ. 54 του Σχεδίου ποινικού κώδικος επιβάλλεται όταν η τελεσθείσα παρά το ανηλίκου πράξις απειλείται εν τω νόμω δια στερητικής της ελευθερίας ποινής ανωτέρας των δέκα ετών ή δια θανατικής ποινής, κατά δε το άρθρ. 18 του αυτού Σχεδίου εφόσον διαπράττονται αι τοιαύται πράξεις υπό ανηλίκων, προσλαμβάνουν τον χαρακτήρα πλημμελήματος, αδιαφόρως της διαρκείας του περιορισμού εντός σωφρονιστικού καταστήματος, τον οποίον συνεπάγονται. Σελίς 10 9.Α.β.1 Κώδικας Ποινικής Δικονομίας Κατά το άρθρον 11 του Σχεδίου εις έκαστον πολυμελές δικαστήριον όταν ο οργανικός αριθμός των δικαστών είναι τουλάχιστον δέκα, καθορίζεται δια του εσωτερικού αυτού κανονισμού ίδιον ποινικόν τμήμα. Το μέτρον τούτο σκοπεί να καταστήση τους δικαστάς οικείους εις το ποινικόν δίκαιον, εις ο παρέργως, ατυχώς, σήμερον ασχολούνται, εφ’ όσον ίδρυσις ιδίου σώματος ποινικών δικαστών δεν είναι, το γε νυν έχον, εφικτή παρ’ ημίν, αλλ’ ούτε και σκόπιμος. Νέα όλως μορφή προσεδόθη εις τον θεσμόν της εξαιρέσεως δικαστών. Η σπουδαιοτέρα εν προκειμένω καινοτομία είναι η διάκρισις των λόγω ανικανότητος του δικαστού περί την εκτέλεσιν εν τη συγκεκριμένη δίκη των δικαστικών του καθηκόντων, περί ων πραγματεύεται το άρθρον 14 του Σχεδίου, από των λόγω εξαιρέσεως περί ων το άρθρα 14 και 15 διαχωρίζουν τους λόγους ανικανότητος του είναι τινά δικαστήν (judcx inhabilis) εις ωρισμένην δίκην - δημιουργουμένου ex lege λόγου αναιρέσεως εν περιπτώσει συμμετοχής του- και τους λόγους εξαιρέσεως (judex suspectus) οίτινες δέον να προταθώσιν εγκαίρως, διότι άλλως καλύπτονται και δεν αποτελούν λόγον αναιρέσεως. Επ' αμφοτέροις τοις λόγοις τούτοις καθιερούται ιδιότυπος γενικός τοιούτος ο της διεγέρσεως υπονοίας μεροληψίας από σκοπού μη καθοριζομένου πλήρως κατά περιεχόμενον ίνα αφεθή η ευχέρεια εις την επιστήμην και νομολογίαν να υπαγάγουν υπό την ελαστικήν του διατύπωσιν τας ενδιαμέσους και εν τη πράξει εμφανιζομένας περιπτώσεις καθ' ας δύναται να γεννηθή τοιαύτη υπόνοια. Νεωτερισμόν αποτελεί η υπό της παρ. 3 του άρθρου 29 του σχεδίου προβλεπομένη ευχέρεια του εφετείου όπως εις υποθέσεις γενικωτέρας σημασίας δυναμένας να έχουν ευρυτέρους κοινωνικούς αντικτύπους αναλαμβάνη το ίδιον υπό την αιγίδα του την ανάκρισιν ίνα προσδώση μείζον κύρος εις τας επιχειρουμένας διαδικαστικάς πράξεις, του συμβουλίου των εφετών αποφαινομένου εν πρώτω και τελευταίω βαθμώ επί της κατηγορίας. Εις τα άρθρα 30 έως 37 και 43 έως 48 του σχεδίου γίνεται νέα σκοπιμωτέρα διαρρύθμισις και επέκτασις των δικαιωμάτων και αρμοδιοτήτων της εισαγγελικής αρχής χάριν της ταχυτέρας και ουσιαστικωτέρας απονομής της ποιν. δικαιοσύνης και της περαιώσεως των ποινικών δικών. Το σχέδιον επίσης τέμνει ορθώς (άρθρ. 60-62) τα εν τη Επιστήμη και Νομολογία στασιαζόμενα ζητήματα της σχέσεως της ποινικής προς εκκρεμούσαν πολιτικήν δίκην ή απόφασιν πολιτικού δικαστηρίου και ακολουθεί την ενδεδειγμένην λύσιν του αδεσμεύτου δηλ. του ποινικού δικαστού εκ των πράξεων ή αποφάσεων των άλλων δικαστηρίων τας οποίας σταθμίζει ως πρόσθετα αποδεικτικά στοιχεία, άτινα εκτιμά ελευθέρως. Αι αρχαί της φανεράς ανακρίσεως και της διαφυλάξεως των δικαιωμάτων του κατηγορουμένου διατηρούνται και καθορίζονται σαφώς εις τα άρθρα 96 έως 10S του σχεδίου. Αι δια του νόμου ΓΦΜΗ' του 1910 εισαχθείσαι εγγυήσεις υπέρ του κατηγορουμένου φρονούμεν ότι δεν θίγονται ούτε εκ της διατάξεως του άρθρου 96 της περιοριζούσης τον αριθμόν των δικηγόρων του κατηγορουμένου εκ δύο κατά την προδικασίαν και τρεις εν τω ακροατηρίω, ούτε εκ του τελευταίου εδαφίου του άρθρου 101 του Σχεδίου καθ' ο διαρκούσης της προδικασίας και εάν η ανάκρισις διαρκή πέραν του μηνός από της απολογίας του κατηγορουμένου ή εκάστης μεταγενεστέρας τοιαύτης, δικαιούται ο κατηγορούμενος να ασκή τα δικαιώματά του όπως λαμβάνη γνώσιν της δικογραφίας και αντίγραφα εκ ταύτης άπαξ μόνον του μηνός. Ο τιθέμενος περιορισμός δικαιολογείται εκ της ανάγκης όπως εις δίκας παρουσιαζούσας δυσχερείας κατά την συλλογήν του αποδεικτικού υλικού μη παρακωλύηται το έργον της ανακρίσεως εκ της συχνής και σκοπίμου παρεμβολής του κατηγορουμένου. Επίσης δεν θίγονται ουσιωδώς τα δικαιώματα των κατηγορουμένων εκ των ορισμών των άρθρων 105 και 106, διότι οι περιορισμοί είναι δυνητικοί, τίθενται χάριν της ευχερεστέρας και ταχυτέρας απονομής της δικαιοσύνης και αφορούν περιοριστικώς τας εν τω νόμω αναφερομένας περιπτώσεις (εγκλήματα επ' αυτοφώρω ή τοιαύτα φόνου, ληστείας και εκβιάσεως) πάντοτε δε μεσολαβεί προκειμένου να εφαρμοσθούν οι περιορισμοί ούτοι απόφασις του δικαστικού συμβουλίου μετά πρότασιν του Εισαγγελέως. Τοιούτοι και ευρύτεροι περιορισμοί συναντώνται εν τη ισχυούση νομοθεσία και ιδίως εις το ψήφισμα της Εθνοσυνελεύσεως της 29 Δεκεμβρίου 1924 "περί εκδικάσεως αδικημάτων υπό των εφετών κ.λ.π.". Δέον επίσης να επικροτηθή ο εν άρθροις 109-112 του Σχεδίου προβλεπόμενος περιορισμός του θεσμού της ιδιαζούσης δικαιοδοσίας. Αι υπέρ σωρείας κρατικών λειτουργών καθιερωθείσαι εξαιρέσεις ως προς την ανάκρισιν και εκδίκασιν των παρ' αυτών τελουμένων αδικημάτων απετέλουν προνόμιον προσβάλλον την σημερινήν περί δικαίου και ισότητος των πολιτών αντίληψιν. Ευλόγως δε αι περιπτώσεις ιδιαζούσης δικαιοδοσίας, και τούτο μόνον ως προς την εκδίκασιν της κατηγορίας ουχί δε την δίωξιν και ανάκρισιν, περιωρίσθησαν εις μόνον τους δικαστάς και δικηγόρους λόγω της λεπτής και ιδιοτύπου σχέσεως αυτών εις την διακονίαν της δικαιοσύνης. Αξιόλογοι είναι αι διατάξεις των άρθρ. 170-176 Σελίς 21 Κώδικας Ποινικής Δικονομίας 9.Α.β.1 του Σχεδίου αι επιλύουσαι τα ακανθώδη ζητήματα των δικονομικών ακυροτήτων εις την ποινικήν δίκην. Η προβλεπομένη ρύθμισις είναι συντελεστική της ταχύτητος και της εξευρέσεως της ουσιαστικής αληθείας. Ο ρητός καθορισμός των ακυροτήτων εν τω νόμω, η διάκρισις εις απολύτους και σχετικάς, αι προθεσμίαι προτάσεως και τα έννομα αποτελέσματα αυτών γίνονται κατά τρόπον σαφή και πρακτικόν, προάγοντα την καλώς εννουμένην απονομήν της ποινικής δικαιοσύνης. Η συμβολή των συγχρόνων επιστημονικών μεθόδων εξιχνιάσεως, ανακρίσεως και εκδικάσεως των ποινικών αδικημάτων και τα πορίσματα των ψυχολογικών και κοινωνιολογικών ερευνών επί της ψυχολογίας των μαρτύρων, πραγματογνωμόνων και δικαστών έσχον τους ευεργετικούς των αντικτύπους εις το υπό κρίσιν Σχέδιον. Ρυθμίζονται εν αυτώ συστηματικώς τα επίμαχα θέματα της αυτοψίας, της συλλογής του ανακριτικού υλικού, της πραγματογνωμοσύνης και της ιδρύσεως εργαστηρίων επιστημονικής αστυνομίας (άρθρ. 180-203 Σχεδίου). Απαρχήν εισαγωγής της κατ' αντιδικίαν πραγματογνωμοσύνης (expertise contradictoire) περί ης τόσος εν τη επιστήμη εγένετο λόγος αποτελούν αι διατάξεις των άρθρ. 204-208 του Σχεδίου αι αναφερόμεναι εις τον θεσμόν των τεχνικών συμβούλων. Τα πρόσωπα ταύτα είναι κατ' ουσίαν τεχνικοί συνήγοροι των διαδίκων και δύνανται να παρίστανται κατά την διεξαγωγήν της πραγματογνωμοσύνης, να υποβάλλουν παρατηρήσεις επ’ αυτής, να λαμβάνουν γνώσιν των εγγραφών όπως και οι πραγματογνώμονες και να ζητούν πάσαν σχετικήν πληροφορίαν. Ως προς το εμμάρτυρον μέσον αποδείξεως επισημαίνομεν, πλην της λεπτομερούς ρυθμίσεως του τρόπου εξετάσεως και εξαιρέσεως των μαρτύρων, τας διατάξεις του Άρθρον 76 Ψευδές όνομα ή ψευδείς ιδιότητες Εάν ο κατηγορούμενος εμνημονεύθη υπό ψευδές όνομα ή ψευδείς ιδιότητας, διατάσσεται η διόρθωσις συμφώνως τοις άρθροις 564 § 2 και 145 κατά πάσαν στάσιν της δίκης και κατά την εκτέλεσιν. Άρθρον 77 Αμφιβολίαι περί της ταυτότητος του κατηγορουμένου 1.Υπαρχουσών αμφιβολιών περί του αν το εμφανισθέν εν τη ανακρίσει ή επ' ακροατηρίω πρόσωπον είναι ο διωχθείς, ο ανακριτής ή το δικαστήριον κατά πάσαν στάσιν της διαδικασίας προβαίνουσιν οίκοθεν εις την βεβαίωσιν της ταυτότητος δια παντός αποδεικτικού μέσου. Εν τη περιπτώσει ταύτη δύναται ως προς το πρόσωπον τούτο να ανασταλή η ποινική διαδικασία μέχρι βεβαιώσεως της ταυτότητος. 2.Εάν η κατά την § 1 ταυτότητος του κατηγορουμένου δεν δύναται να αποδειχθή, βεβαιούται τούτο δια της αποφάσεως και διατάσσεται συγχρόνως η απόλυσις του συλληφθέντος ή προφυλακισθέντος μέχρις ούτο εξακριβώθη η ταυτότης. Ο δικαστής δύναται να επιβάλη εις τον απολυόμενον, κατά τας περιστάσεις, την καταβολήν εγγυήσεως ή άλλους όρους. Περί του καθορισμού,. της καταθέσεως και της τύχης της εγγυήσεως και των άλλων όρων εφαρμόζονται αι διατάξεις των άρθρ. 294 § 3, 296, 297, 301, 302-304,- 3.Τα εν τη § 2 διατάσσει κατά την διάρκειαν της ανακρίσεως ο ανακριτής. Άρθρον 78 Ζήτημα ταυτότητος του Αρείου Πάγου Εάν αι αμφιβολίαι περί της ταυτότητος γεννηθώσι το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου, διατάσσεται επί του παρεμπίπτοντος τούτου εξ επαγγέλματος εξέτασις, ενεργουμένη παρά του υπό του Αρείου Πάγου οριζομένου εφετείου, το οποίον αποφαίνεται περί της ταυτότητος αμετακλήτως. Άρθρον 79 Πλάνη περί το πρόσωπον του κατηγορουμένου Όταν προκύψη σαφώς ότι η διαδικασία γίνεται εναντίον κατηγορουμένου τινός εκ πλάνης περί το πρόσωπον αυτού, ο δικαστής αποφαίνεται ότι η ποινική δίωξις θεωρείται μη γενομένη. Σελ. 36(β) Τεύχος 1397 Σελ. 10 Άρθρον 80 Ψυχική νόσος κατηγορουμένου 1.Όταν ο κατηγορούμενος ευρίσκεται εν καταστάσει διαταράξεως των πνευματικών αυτού λειτουργιών, το δικαστήριον, αν δεν πρόκειται να εκδώση αθωωτικήν απόφασιν, διατάσσει την αναστολήν της διαδικασίας. Εάν δε ο κατηγορούμενος διατελή εν προφυλακίσει διατάσσει συγχρόνως την τοποθέτησιν αυτού εις δικαστικόν ψυχιατρείον, εν ελλείψει δε τοιούτου εις έτερον ψυχιατρείον, κατά προτίμησιν δημόσιον.-2.Προς βεβαίωσιν της καταστάσεως ταύτης του κατηγορουμένου διατάσσεται προηγουμένως πραγματογνωμοσύνη (άρθρον 200).3.Εάν η κατάστασις αύτη προκύψη προ του πέρατος της ανακρίσεως, διατάσσει τα ανωτέρω ο ανακριτής, μη κωλυόμενος εντεύθεν εις ενέργειαν των αναγκαίων προς βεβαίωσιν του εγκλήματος πράξεων.-4.Διαταχθείσης της αναστολής, η πολιτική αγωγή δύναται να εισαχθή, ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων.-5.Η εξακολούθησις της διαδικασίας, αρθέντων των λόγων της αναστολής, διατάσσεται παρά του δικαστηρίου ή του ανακριτού κατά τας εν ταις § § 1 και 3 διακρίσεις. 9.A.β.1 Κώδικας Ποινικής Δικονομίας Άρθρον 81 Αμφιβολίαι περί του θανάτου του κατηγορουμένου 1.Υπαρχουσών αμφιβολιών περί του θανάτου του κατηγορουμένου διατάσσεται η αναβολή της διαδικασίας μέχρις ου βεβαιωθή ότι ο κατηγορούμενος ευρίσκεται εν ζωή, οπότε επαναλαμβάνεται αύτη. Εκ τούτου όμως δεν κωλύεται η ενέργεια των αναγκαίων προς βεβαίωσιν του εγκλήματος ανακριτικών πράξεων.-2.Εάν εξακριβωθή κατά την διαδικασίαν των άρθρων 77 και 78 ότι εκ πλάνης εγένετο δεκτόν ότι ο κατηγορούμενος απεβίωσεν, η περί παύσεως της ποινικής διώξεως απόφασις (άρθρα 309 § 1 στοιχ. β', 310 § 1 και 370 στοιχ. β') λογίζεται ως μη εκδοθείσα. Εν τη περιπτώσει ταύτη δια το από της παύσεως της ποινικής διώξεως μέχρι της επαναλήψεως αυτής χρονικόν διάστημα εφαρμόζονται αι περί αναστολής της παραγράφου διατάξεις του ποιν. κώδικος. ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Β' Πολιτικώς ενάγοντες Άρθρον 82 Δήλωσις παραστάσεως πολιτικώς ενάγοντος 1.Ο έχων το δικαίωμα να ασκήση την πολιτικήν αγωγήν ενώπιον του ποινικού δικαστηρίου (άρθρ. 63) δύναται να δηλώσει ότι παρίσταται ως πολιτικώς ενάγων εν τη ποινική διαδικασία.-2.Οι ανήλικοι και οι λοιποί ανίκανοι παρίστανται δια των νομίμων αντιπροσώπων των, τηρουμένων των σχετικών διατάξεων του αστικού νόμου.-3.Η δήλωσις παραστάσεως του πολιτικώς ενάγοντος δεν αναπληροί την έγκλησιν, καθ' ας περιπτώσεις απαιτείται αύτη δια την ποινική δίωξιν (άρθρον 50). Διατυπώσεις δηλώσεως Άρθρ.83.-1."Η δήλωση του πολιτικώς ενάγοντος γίνεται είτε στην έγκληση είτε με άλλο έγγραφο έως την περάτωση της ανάκρισης (άρθρ. 308) προς τον αρμόδιο εισαγγελέα αυτοπροσώπως είτε από πληρεξούσιο που έχει έγγραφη πληρεξουσιότητα, ειδική ή γενική, η οποία έχει δοθεί κατά το άρθρ. 42 παρ. 2 εδαφ. β' και γ'. Κατά την κατάθεση της δηλώσης συντάσσεται έκθεση, στην οποία προσαρτάται και το έγγραφο της πληρεξουσιότητας". Το πρώτο εδάφιο αντικασταστάθηκε ως άνω από την παρ. 3 άρθρ. 4 Νόμ. 1653/31 Οκτ. - 8 Νοεμ. 1986 (ΦΕΚ Α' 173), τόμ. 6Α σελ. 422,398. Δύναται δε να γίνη και ενώπιον του ανακρίνοντος και κατ' αυτήν έτι την εξέτασιν του αδικηθέντος ως μάρτυρος.-2.Η παράλειψις της δηλώσεως του πολιτικώς ενάγοντος δεν επηρεάζει το δικαίωμα αυτού να εγείρη την πολιτικήν αγωγήν ενώπιον του ποινικού δικαστηρίου, κατά το άρθρον 68. Άρθρον 84 Περιεχόμενον δηλώσεως Η δήλωσις πρέπει να περιέχη επί ποινή απαραδέκτου συνοπτικήν έκθεσιν της υποθέσεως δι' ην παρίσταταί τις ως πολιτικώς ενάγων, τους λόγους, εφ' ων ερείδεται το δικαίωμα της παραστάσεως ως και τον διορισμόν αντικλήτου εν τη έδρα του δικαστηρίου αν ο δηλών δεν διαμένη μονίμως εν αυτή. Εις τον αντίκλητον τούτον δύνανται να γίνωνται πάσαι αι αφορώσαι εις τον πολιτικώς ενάγοντα επιδόσεις και κοινοποιήσεις. "Την υποχρέωση διορισμού αντικλήτου στην πιο πάνω περίπτωση έχει ο αδικηθείς και όταν εγείρει αγωγή ή υποβάλλει απαίτηση στο ποινικό δικαστήριο (άρθρ. 68 παρ. 1 και 2). Ο πληρεξούσιος δικηγόρος του αδικηθέντος που έχει διορισθεί νόμιμα και έχει γνωστοποιηθεί στην προδικασία ή στο ακροατήριο είναι και αντίκλητος". Το μέσα σε « » εδάφιο προστέθηκε από την παρ. 4 άρθρ. 4 Νόμ. 1653/31 Οκτ. - 8 Νοεμ. 1986 (ΦΕΚ Α' 173), τομ. 6Α σελ. 422,398. Άρθρον 85 Αντιρρήσεις κατά της παραστάσεως Κατά της δηλώσεως παραστάσεως του πολιτικώς ενάγοντος ο κατηγορούμενος και ο αστικώς υπεύθυνος δύνανται να υποβάλωσιν αντιρρήσεις, πάντως προ της εκδικάσεως του οριστικού βουλεύματος. άρθρ. 222 του Σχεδίου τας αφορώσας την μαρτυρίαν των στενών συγγενών του κατηγορουμένου. Ούτοι δεν εξαιρούνται υποχρεωτικώς της μαρτυρίας, ως μέχρι τούδε κατ' Άρθρον 86 Διατυπώσεις αντιρρήσεων και απόφασις επ' αυτών 1.Το περί αντιρρήσεων έγγραφον του κατηγορουμένου, και του αστικώς υπευθύνου πρέπει να περιέχη τους λόγους, εφ' ων αύται στηρίζονται, εγχειρίζεται δε εις τον γραμματέα της εισαγγελίας συντασσομένης εκθέσεως. Επί των αντιρρήσεων αποφασίζει το συμβούλιον αμετακλήτως, αν δ' αύται εγένοντο μετά την υποβολήν της επί της ουσίας προτάσεως του εισαγγελέως, το συμβούλιον πράττει τούτο δια του επί ταύτης βουλεύματός του.-2.Αι αντιρρήσεις δεν κωλύουσι την πρόοδον της ανακρίσεως. (Μετά τη σελ. 36(β) Σελ. 36,01 Τεύχος 1397 Σελ. 11 Κώδικας Ποινικής Δικονομίας 9.A.β.1 9.A.β.1 Κώδικας Ποινικής Δικονομίας Άρθρον 87 Αποβολή εξ επαγγέλματος Η δήλωσις παραστάσεως πολιτικώς ενάγοντος δύναται να κηρυχθή απαράδεκτος, κατά πρότασιν του εισαγγελέως ή και εξ επαγγέλματος, παρά του συμβουλίου εν οιαδήποτε στάσει της προδικασίας. Άρθρον 88 Αποτελέσματα αποβολής. 1.Η κηρύττουσα απαράδεκτον την παράστασιν του πολιτικώς ενάγοντος απόφασις, ουδαμώς επηρεάζει το δικαίωμα αυτού να εγείρη την αγωγήν ενώπιον του εκδικάζοντος την κατηγορίαν ποινικού δικαστηρίου. 2.Αποβαλλομένου του πολιτικώς ενάγοντος, παραμένουσιν ισχυραί πάσαι αι προγενέστεραι της αποβολής αυτού πράξεις της διαδικασίας, εις ας ούτος τυχόν παρέστη -3.Περί των γενομένων εξόδων εκ της παραστάσεως του αποβληθέντος πολιτικώς ενάγοντος αποφασίζει το ποινικόν δικαστήριον. Το αυτό δικαστήριον δύναται ν' αποφασίση και περί της αποζημιώσεως των αντιδίκων του πολιτικώς ενάγοντος, εκτός αν αύτη δεν είναι εκκαθαρισμένη. ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Γ' Αστικώς υπεύθυνοι Άρθρον 89 Κλήτευσις αυτών 1.Εάν ο πολιτικώς ενάγων θέλη να κλητεύση ενώπιον του ποινικού δικαστηρίου και τον αστικόν υπεύθυνον δια την πληρωμήν της αποζημιώσεως, καλεί τούτον εις την ποινικήν δίκην, επιδίδων την τε κλήσιν και το δικόγραφον της πολιτικής αγωγής κατά το άρθρον 68 § 1. Η κλήσις δέον να περιέχη επί ποινή ακυρότητος και τα στοιχεία της νομιμοποιήσεως του αστικώς υπευθύνου ως τοιούτου. Κατά δε του αστικώς κατά νόμον υπευθύνου δια την πληρωμήν της χρηματικής ικανοποιήσεως δύναται ο αδικηθείς να προβάλλη την απαίτησίν του κατά το άρθρον 68 § 2, εάν κλητεύση τούτον εις την ποινικήν δίκην τρεις τουλάχιστον ημέρας προ της συζητήσεως κατά τας διατάξεις της πολιτικής δικονομίας. Αντίγραφον της κλήσεως εις αμφοτέρας τας περιπτώσεις επιδίδεται εις τον κατηγορούμενον και τον εισαγγελέα κατά τας αυτάς προθεσμίας και διατυπώσεις.-2.Ο αστικώς υπεύθυνος δια την πληρωμήν των χρηματικών ποινών και των εξόδων καλείται εις την ποινικήν δίκην αυτεπαγγέλτως υπό του εισαγγελέως, καθ' ας διατυπώσεις και προθεσμίας καλείται ο κατηγορούμενος. Η κλήσις δέον να μνημονεύη το άρθρον του νόμου εφ' ου βασίζεται η αστική αυτού ευθύνη. Εις την κύριαν ανάκρισιν καλείται συμφώνως προς το άρθρ. 90.-3.Και ο κατηγορούμενος δύναται να κλητευθή, συμφώνως προς τας § § 1 και 2, ως αστικώς υπεύθυνος δια την πράξιν των συγκατηγορουμένων αυτώ, δι' ην περίπτωσιν ήθελεν απαλλαγή της ποινικής ευθύνης.-4.Ο εισαγγελεύς δύναται να κλητεύση τον αστικώς υπεύθυνον δια τας αποζημιώσεις και την χρηματικήν ικανοποίησιν, μόνον όταν ασκή την πολιτικήν αγωγήν κατά το άρθρ. 70. Η τοιαύτη κλήτευσις κοινοποιείται, εις τον κατηγορούμενον κατά την § 1 του παρόντος άρθρου.-5.Άμα τη κλητεύσει ο αστικώς υπεύθυνος λαμβάνει τη ιδιότητα διαδίκου εν τη ποινική διαδικασία (άρθρ. 96 και επ.). Άρθρον 90 Διατυπώσεις κλητεύσεως κατά την ανάκρισιν Η κλήτευσις του αστικώς υπευθύνου δια την πληρωμήν των χρηματικών ποινών και εξόδων κατά την κυρίαν ανάκρισιν γίνεται, αιτήσει του εισαγγελέως, υπό του ανακριτού. Η κλήσις περιέχουσα τα εν τη § 1 του άρθρ. 89 επιδίδεται και εις τον κατηγορούμενον. Άρθρον 91 Παρέμβασις αστικώς υπευθύνου 1.Ο αστικώς υπεύθυνος δύναται πάντοτε να παρέμβη εκουσίως εις την ποινικήν δίκην.-2.Η παρέμβασις είναι δεκτή μέχρι της ενάρξεως της αποδεικτικής διαδικασίας. Δύναται δε να γίνη και κατά την προδικασίαν, αλλά μόνον όταν ενεργείται κυρία ανάκρισις. Άρθρον 92 Διατυπώσεις παρεμβάσεως 1.Η παρέμβασις γίνεται δια δηλώσεως εγγράφου ή προφορικής ή δια πληρεξουσίου έχοντος ειδικήν πληρεξουσιότητα, ενώπιον του αρμοδίου εισαγγελέως, ή του διεξάγοντος την ανάκρισιν ανακριτού, συντασσομένης εκθέσεως, επιδίδεται δε, επιμελεία του παρεμβαίνοντος, εις τους λοιπούς διαδίκους και τον εισαγγελέα, εάν δεν εγένετο ενώπιον αυτού. -2.Εάν η δήλωσις γίνη εν τω ακροατηρίων, καταχωρίζεται εις τα πρακτικά παρά του γραμματέως.3.Κατά τα λοιπά πρέπει να περιέχη τα στοιχεία του άρθρ 84. "Αν ο αστικώς υπέυθυνος που έχει κλητευθεί ή παρέμβει έχει κατοικία ή διανομή στην αλλοδαπή, εφαρμόζονται ανάλογα οι διατάξεις του στοιχ. ε' της παρ. 1 του άρθρ. 273.Την κατά το στοιχ. δ' του ίδιου άρθρου υπόμνηση οφείλει να κάνει ο εισαγγελέας η ο ανακρίνων ή ο διευθύνων τη συζήτηση στο ακροατήριο, κατά περίπτωση". Το μέσα σε « » εδάφιο, προστέθηκε από τον παρ. 5 άρθρ. 4 Νόμ. 1653/31 Οκτ. - 8 Νοεμ. 1986 (ΦΕΚ Α' 173), τόμ 6Α σελ. 422,398. (Αντί για τη σελ. 37(α) Σελ. 37(β) Τεύχος 1357 Σελ. 51 Κώδικας Ποινικής Δικονομίας 9.Α.β.1 άρθρ. 114 της ισχυούσης ποιν. δικονομίας συνέβαινε, αλλ' απλώς δικαιούνται ν' αρνηθούν την μαρτυρίαν των κατά τε την προδικασίαν και την ποινικήν δίκην. Τούτο είναι μάλλον σύμφωνον προς την αρχήν της ελευθέρας εκτιμήσεως των αποδείξεων υπό του δικαστού και μάλλον συντελεστικόν της εξευρέσεως της αληθείας εις τας περιπτώσεις εγκλημάτων αναγομένων εις τας προσωπικάς σχέσεις και τον οικογενειακόν βίον των ατόμων. Άξιαι μνείας τυγχάνουν αι διατάξεις των άρθρ. 244, 245 και 308 του Σχεδίου. Κατ' αυτάς γενικεύεται η αρχή της δι' απ' ευθείας κλήσεως εκδικάσεως των πλημμελημάτων, προκειμένου δε περί κακουργημάτων εφ' ων ο ανακριτής και ο εισαγγελεύς ομοφωνούν ότι υπάρχουν αρκεταί προς παραπομπήν ενδείξεις παραπέμπουν την δικογραφίαν μετά το πέρας της κυρίας ανακρίσεως απ' ευθείας προς το συμβούλιον εφετών όπερ αποφαίνεται τελεσιδίκως δια βουλεύματος του περί παραπομπής ή μη του κατηγορουμένου. Ευστόχως επίσης ρυθμίζονται (άρθρ. 282) τα θέματα της επί πλημμελλημάτων συλλήψεως και προφυλακίσεως του κατηγορουμένου περιοριζομένων των περιπτώσεων της κατά την προδικασίαν στερήσεως της ελευθερίας αίτινες τόσας αδικίας προκαλούν ενίοτε. Η προσωρινή απόλυσις του προφυλακισθέντος άνευ καταβολής εγγυήσεως από εξαίρεσις καθίσταται δια του Άρθρον 93 Εν παραιτήσει του πολιτικώς ενάγοντος Η κλήτευσις του αστικώς υπευθύνου δια τας αποζημιώσεις και την χρηματικήν ικανοποίησιν του αδικηθέντος δεν έχει αποτελέσματα, εάν λάβη χώραν αποβολή ή παραίτησις της πολιτικής αγωγής κατά τα άρθρα 86 και 69. Άρθρον 94 Αποβολή του αστικώς υπευθύνου Ο κλητευθείς ή ο παρεμβάς ως αστικώς υπεύθυνος δύναται να αποβληθή της ποινικής διαδικασίας τη ιδία αυτού αιτήσει ή του εισαγγελέως ή των διαδίκων ή και αυτεπαγγέλτως υπό του δικαστηρίου, διαρκούσης δε της ανακρίσεως υπό του δικαστικού συμβουλίου. Άρθρον 95 Διατυπώσει αιτήσεως αποβολής και αντιρρήσεις 1.Η κατά την προδικασίαν αίτησις περί αποβολής του αστικώς υπευθύνου πρέπει να είναι ητιολογημένη και να εγχειρίζηται εις τον ανακριτήν, μετά δε το πέρας της ανακρίσεως εις τον εισαγγελέα.2.Εντός τριών ημερών από της εγχειρίσεως, η αίτησις επιδίδεται εις τον προκαλεσέσαντα την κλήτευσιν ή εις τον παρεμβάντα.-3.Κατά της περί αποβολής αιτήσεως δύναται να προβληθώσιν αντιρρήσεις συμφώνως προς τας διατάξεις των άρθρων 85-88. ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Δ' Δικαιώματα των διαδίκων Άρθρον 96 "Διορισμός και αριθμός συνηγόρων και διαδίκων" 1.Έκαστος των διαδίκων δεν δύναται ν' αντιπροσωπεύηται εν τη ποινική διαδικασία, ουδέ να συμπαρίσταται μετά πλειόνων των δύο μεν συνηγόρων εν τη προδικασία των τριών δε εν τω ακροατηρίω. "2.Ο διορισμός συνηγόρου του κατηγορουμένου ή άλλου διαδίκου γίνεται: α)με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση κατά την απολογία του κατηγορουμένου ή στην κατάθεση του διαδίκου ως μάρτυρα ή β)με έγγραφη δήλωση κατά τις διατυπώσεις του άρθρ. 42 παρ. 2 εδαφ. β και γ. Ο διορισμός παρέχει στο συνήγορο την εξουσία να εκπροσωπεί το διάδικο σε όλες τις διαδικαστικές πράξεις που αφορούν τη συγκεκριμένη ποινική υπόθεση, εκτός αν η πληρεξουσιότητα παρέχεται για ορισμένες μόνο από τις πράξεις αυτές. Η γενική πληρεξουσιότητα Σελ. 38(β) Τεύχος 1357 Σελ. 52 περιλαμβάνει την άσκηση ένδικων μέσων, εφ' όσον αυτό μνημονεύεται ρητά". Ο τίτλος του άρθρ. 96 αντικαταστάθηκε ως άνω, το υπάρχον κείμενο αριθμήθηκε ως παρ. 1 και προστέθηκε παρ. 2 από την παρ. 6 άρθρ. 4 Νόμ. 1653/31 Οκτ. - 8 Νοεμ. 1986 (ΦΕΚ Α' 173), τόμ. 6Α σελ. 422,398. 9.Α.β.1 Κώδικας Ποινικής Δικονομίας Πίνακας διοριστέων συνηγόρων «Άρθρ.96Α.-(Καταργήθηκε από την παρ.2 άρθρ.16 Νόμ.3226/4-4 Φεβρ.2004 ,ΦΕΚ Α΄24, κατωτ.σελ.160,51). Άρθρον 97 Εις ποίας πράξεις δύνανται να παρίστανται οι διάδικοι. 1.Οι διάδικοι δικαιούνται να παρίστανται μετά συνηγόρου κατά την ενέργειαν πάσης ανακριτικής πράξεως, εξαιρουμένης της εξετάσεως των μαρτύρων και κατηγορουμένων εκτός της περιπτώσεως της § 2 του άρθρου 219. Προς τον σκοπόν τούτον προσκαλούνται εγκαίρως να παρευρεθώσιν αυτοπροσώπως ή δια των συνηγόρων των. -2.Αν ο κατηγορούμενος κρατήται δέον να προσαχθή, εκτός αν παρέχη δυσχερείας η προσαγωγή. Άρθρον 98 Αδυναμία παραστάσεως των διαδίκων. Εάν η παρουσία των διαδίκων δεν είναι δυνατή εξ οιουδήποτε λόγου, η πράξις ενεργείται και άνευ αυτών. Ουχ ήττον τη αιτήσει του ενδιαφερομένου, δύναται να αναβληθή αύτη, εις άλλον χρόνον, αν τούτο δύναται να γίνη άνευ βλάβης της ανακρίσεως. Άρθρον 99 Ερωτήσεις και παρατηρήσεις Οι παριστάμενοι διάδικοι και συνήγοροι αυτών δικαιούται ν' απευθύνωσιν ερωτήσεις και υποβάλωσι παρατηρήσεις, αίτινες καταχωρίζονται τη αιτήσει των εν τη εκθέσει. Άρθρον 100 Παράστασις του κατηγορουμένου μετά συνηγόρου 1.Ο κατηγορούμενος κατά την απολογίαν του και κατά πάσαν, και αυτήν έτι την κατ' αντιπαράστασιν προς μάρτυρας ή ετέρους κατηγορουμένους εξέτασίν του, δικαιούται να παρίσταται μετά συνηγόρου, δι' ο και κλητεύεται 24 ώρας προ πάσης τοιαύτης ανακριτικής ενεργείας.-2.Επιτρέπεται σύντμησις της προθεσμίας ταύτης, εάν εκ της αναβολής επίκειται κίνδυνος, βεβαιουμένης ειδικώς της υπάρξεως τούτου δι' εκθέσεως του ανακριτού ή ανακριτικού υπαλλήλου.-3.Ο ανακριτής υποχρεούται να διορίση εξ επαγγέλματος συνήγορον, εάν ρητώς ζητήση τούτο ο κατηγορούμενος. -4.Εν ουδεμιά περιπτώσει δύναται να απαγορευθή ή επικοινωνία του κατηγορουμένου προς τον συνήγορον αυτού. (Αντί για τη σελ.38,01) Σελ. 38,01(α) Τεύχος 1366 Σελ. 47 Κώδικας Ποινικής Δικονομίας 9.Α.β.1 9.Α.β.1 Κώδικας Ποινικής Δικονομίας Ανακοίνωσις των εγγράφων της ανακρίσεως Άρθρ.101.-"1.Ο ανακριτής, μόλις μετά την κλήτευσή του εμφανισθεί ή οδηγηθεί σ' αυτόν ο κατηγορούμενος για να απολογηθεί, του ανακοινώσει το περιεχόμενο του κατηγορητηρίου και των άλλων εγγράφων της ανάκρισης. Επιτρέπεται επίσης στον κατηγορούμενο να μελετήσει ο ίδιος ή ο συνήγορος του το κατηγορητήριο και τα έγγραφα της ανάκρισης. Με γραπτή αίτηση του κατηγορουμένου και με δαπάνη του χορηγούνται σε αυτόν αντίγραφα του κατηγορητηρίου και των εγγράφων της ανάκρισης". Η παρ. 1 αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. 1 άρθρ. 2 Νόμ. 2408/31 Μαΐου - 4 Ιουν. 1996 (ΦΕΚ Α' 104) (διορθ. σφαλμ. στο ΦΕΚ Α' 158/11-7-1996), Τόμ. 8, σελ. 84,627. 2.Την αυτήν υποχρέωσιν έχει ο ανακριτής και τα αυτά δικαιώματα ο κατηγορούμενος όταν κληθή εκ νέου εις συμπληρωματικήν απολογίαν, πάντως δε μετά το πέρας της ανακρίσεως και προ της διαβιβάσεως αυτής εις τον εισαγγελέα (άρθρ. 308 παραγρ. 1) καλείται πάντοτε ο κατηγορούμενος, ίνα λάβη γνώσιν απάσης της δικογραφίας. Εάν όμως η ανάκρισις διήρκησεν υπέρ τον μήνα από της απολογίας ή εκάστης μεταγενεστέρας τοιαύτης, δικαιούται ούτος να ασκή τα δικαίωματά του ταύτα άπαξ του μηνός, συντασσομένης περί τούτου εκάστοτε εκθέσεως υπό του ανακριτού κάτωθι της απολογίας του κατηγορουμένου. Προθεσμία προς απολογίαν άρθρ. 292 ο κανών. Είναι τούτο μία δημοκρατική κατάκτησις αξία ιδιαιτέρας εξάρσεως, διότι είναι γνωστόν ότι του ευεργετήματος της προσωρινής απολύσεως δεν επωφελούντο άποροι προφυλακισμένοι. Σελίς 22 Μία εκ των σπουδαιοτέρων ασφαλώς μεταρρυθμίσεων των εισαγομένων υπό του υπό κρίσιν Σχεδίου είναι και η αφορώσα την κατάργησιν της ερημοδικίας (άρθρ. 340 § 3). Είναι γνωσταί αι καταχρήσεις του θεσμού τούτου αίτινες παρέλυον τη κίνησιν της ποινικής δικαιοσύνης, εσυμφόρουν τα ποινικά δικαστήρια και απετέλουν αφόρητον τροχοπέδην εις την ταχείαν και εύρυθμον απονομήν της δικαιοσύνης. Το κακόν εμετριάσθη δια του νόμου ΓΨΟ' το 1911, του περιορίσαντος το προς ανακοπήν δικαίωμα αλλά δεν εξηλείφθη και εξακολουθεί να μαστίζη τον ποινικόν δικονομικόν μας μηχανισμόν. Το σχέδιον παρά την ολοσχερή κατάργησιν της ερημοδικίας λαμβάνει ουχ’ ήττον μέτρα προστασίας των κατηγορουμένων δια της ευχερείας ασκήσεως εφέσεως κατά της αποφάσεως, όπου τούτο επιτρέπεται και δια της καθιερώσεως υπό ωρισμένας προϋποθέσεις του ενδίκου μέσου της αιτήσεως ακυρώσεως της διαδικασίας, ήτις, κυρίως ειπείν, δεν συνιστά ένδικον μέσον αλλ' αντιρρήσεις κατά της εκτελέσεως. Δια των άρθρ. 383-387 του Σχεδίου βελτιούται και συστηματοποιείται η ενώπιον των κακουργοδικείων διαδικασία, τονουμένης της συνεργασίας των τακτικών και των ορκωτών δικαστών προς εύρεσιν της αληθείας και ευρυθμοτέραν λειτουργίαν του θεσμού των ενόρκων. Εύστοχοι διατάξεις ρυθμίζουν τας ειδικάς διαδικασίας της εκδικάσεως των επ' αυτωφώρω πταισμάτων και πλημμελημάτων, περιοριζομένων των περιπτώσεων της συνοπτικής ταύτης διαδικασίας μόνον εις τα πταίσματα και εις τα εν άρθροις 417 και 420 οριζόμενα πλημμελήματα. Η διαδικασία κατ' απόντων και φυγοδίκων περιορίζεται μόνον εις τα πλημμελήματα (άρθρ. 428-431). Επί κακουργημάτων αναστέλλεται η διαδικασία μέχρι συλλήψεως ή προσελεύσεως του φυγοδικούντος κατηγορουμένου (άρθρ. 432). Το λίαν ενδιαφέρον θέμα της εκδόσεως των αλλοδαπών εγκληματιών και της αμοιβαίας δικαστικής συνδρομής μεταξύ Κρατών ρυθμίζεται δια λεπτομερών διατάξεων αναλόγως του εάν υφίσταται ή όχι σύμβασις εκδόσεως μεταξύ της Ελλάδος και του εκζητούντος Κράτους και εάν εις την σύμβασιν τίθενται ή όχι ειδικοί περιορισμοί ως προς τη ακολουθητέαν διαδικασίαν (άρθρ. 437-455 Σχεδίου). Συστηματοποίησις, καλύτερα επεξεργασία και κατάταξις γίνεται όσον αφορά και εις το επιτρεπτόν και τας προϋποθέσεις της ασκήσεως των ενδίκων μέσων κατά των βουλευμάτων και των αποφάσεων των ποινικών δικαστηρίων. Πάντων των ανωτέρω εκτιμώμενον κατ' αξίαν, προτείνομεν την αποδοχήν και την έγκρισιν του σχεδίου νόμου "περί κυρώσεως του κώδικος ποινικής δικονομίας" και είμεθα βέβαιοι ότι το βασικόν τούτο νομοθέτημα, προϊόν του μόχθου και της επιδόσεως της Ελληνικής νομικής οικογενείας επεξεργασθείσης παντοειδώς τους ποινικούς δικονομικούς θεσμούς επί ολόκληρον εκατονταετίαν, προώρισται να αποτελέση σταθμόν εις την καλήν και ταχείαν απονομήν της Δικαιοσύνης και σπουδαίαν συμβο9.Α.β.1 Κώδικας Ποινικής Δικονομίας λήν εις την αποκατάστασιν της εννοίας της νομιμότητος και της κοινωνικής αμύνης κατά του εγκλήματος εις την τόσον δεινώς δοκιμασθείσαν Πατρίδα μας. Εν Αθήναις τη 20 Ιουλίου 1950 Ο Πρόεδρος Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ Οι Γενικοί Εισηγηταί Β. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ Β. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ Η. ΛΑΓΑΚΟΣ ΝΟΜΟΣ υπ’ αριθ. 1493 της 17/17 Αυγ. 1950 Περί κυρώσεως του Κώδικος Ποινικής Δικονομίας. Άρθρ.102.-1.Ο κατηγορούμενος δικαιούται να ζητήση προθεσμίαν μέχρι 48 ωρών, προ της παρελεύσεως της οποίας δεν υποχρεούται εις απολογίαν. 2.Παράτασις της προθεσμίας ταύτης δύναται να δοθή τη αιτήσει του κατηγορουμένου υπό του ανακριτού. Εξήγησις των δικαιωμάτων εις τον κατηγορούμενον Άρθρ.103.-Αμέσως μετά την βεβαίωσιν της ταυτότητος του κατηγορουμένου εξηγούνται αυτώ σαφώς παρά του ανακριτού άπαντα τα ανωτέρω δικαιώματα αυτού, συντασσομένης εκθέσεως περί τε της εξηγήσεως και της απαντήσεως του κατηγορουμένου υπογράφοντος εν τη εκθέσει. Δικαιώματα κατηγορουμένου επί προανακρίσεως Άρθρ.104.-Τα εν άρθρ. 100 παρ. 1, 2 και 4, 101, 102, 103 δικαίωματα έχει ο κατηγορούμενος και επί προανακρίσεως. Αλλ' εν τη περιτπώσει ταύτης δεν είναι υποχρεωτική η τήρησις των διατάξεως της δευτέρας περιόδου της παρ. 2 του άρθρ. 101. "2.Όταν ενεργείται προανάκριση, σύμφωνα με το άρθρ. 243 παρ. 1, ο κατηγορούμενος μπορεί να ασκήσει τα δικαιώματα, που προβλέπονται στα άρθρ. 101 και 102 και να υποβάλλει εγγράφως την απολογία του εκπροσωπούμενος από συνήγορο, που διορίζεται κατά το άρθρ. 96 παρ. 2, εκτός αν θεωρείται αναγκαία η αυτοπρόσωποη εμφάνισή του, κατά την κρίση εκείνου που ενεργεί την προανάκριση. Ο κατηγορούμενος εκπροσωπούμενος δια του συνηγόρου υποχρεούται να δηλώσει τη διεύθυνση της κατοικίας του, εφαρμοζόμενων αναλόγως των εδαφ. γ' και ε' του άρθρ. 273". Η παρ. 2 προστέθηκε από την παρ. 2 άρθρ. 3 Νόμ. 2145/28-28 Μαΐου 1993 (ΦΕΚ Α' 88), Τόμ. 8, σελ. 84,243. Εξαίρεσις επί αυτοφώρου εγκλήματος "Άρθρ.105.-"Όταν ενεργείται προανάκριση σύμφωνα με το άρθρ. 243 παρ. 2 του παρόντος η εξέταση γίνεται όπως ορίζονται στις διατάξεις των άρθρ. 273 και 274 και εκείνος που εξετάζεται έχει τα δικαίωματα που αναφέρονται στα άρθρ. 103 και 104. Η κατά παράβαση του παρόντος άρθρου εξέταση είναι άκυρη και δεν λαμβάνεται υπόψη. Κατά τα άλλα εφαρμόζεται το δεύτερο εδάφιο της παρ. 2 του άρθρ. 31". Το άρθρ. 105 αντικαταστάθηκε ως άνω από την περίπτ. α' της παρ 2 άρθρ. 2 Νόμ. 2408/31 Μαΐου - 4 Ιουν. 1996 (ΦΕΚ Α' 104) (διορθ. σφαλμ. στο ΦΕΚ Α' 158/11-7-1996), Τόμ., 8 σελ. 84,267. Ομοίως επί ωρισμένων εγκλημάτων Άρθρ.106.-(Καταργήθηκε από την περίπτ. β' παρ. 2 άρθρ. 2 Νόμ. 2408/31 Μαΐου -4 Ιουν. 1996, ΦΕΚ Α' 104, διόρθ. σφαλμ. στο ΦΕΚ Α' 158/11-7-1996, Τόμ 8, σελ 84,267). Δικαιώματα του αστικώς υπευθύνου Άρθρ.107.-Ο αστικώς υπεύθυνος έχει άπαντα τα ανωτέρω δικαιώματα του κατηγορουμένου, ασκών ταύτα άμα ως κληθή προς εξέτασιν παρά του ανακριτού ή του ανακριτικού υπαλλήλου υπό την ανωτέρω ιδιότητά του. Ασκεί επίσης τα δικαιώματα ταύτα και εις την περίπτωσιν του επομένου άρθρου. Δικαιώματα του πολιτικώς ενάγοντος Άρθρ.108.-Ο πολιτικώς ενάγων έχει επίσης τα εν τοις άρθρ. 101, 104, 105, 106 δικαιώματα, δυνάμενος να ασκήση ταύτα ευθύς, ως ο κατηγορούμενος κληθή προς απολογίαν ή εκδοθή κατά τούτου ένταλμα συλλήψεως ή βιαίας προσαγωγής. (Αντί για τη σελ. 39(ξβ) Σελ. 39(ξγ) Τεύχος 1397 Σελ. 13 Κώδικας Ποινικής Δικονομίας 9.A.β.1 ΤΜΗΜΑ V ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α' Αρμοδιότης καθ’ ύλην Του μικτού ορκωτού δικαστηρίου Άρθρ.109.-Το μικτόν ορκωτόν δικαστήριον δικάζει εις πρώτον βαθμόν: α)τα κακουργήματα, εξαιρέσει των υπαγομένων εις την αρμοδιότητα των πενταμελών εφετείων και β)τα πολιτικά πλημμελήματα". Αντικαταστάθηκε ως άνω από το άρθρο τρίτο Νόμ. 969/1979 κατωτ. σελ. 145. Έναρξη ισχύος από 1.1.80 Του μικτού ορκωτού δικαστηρίου. Άρθρ.110.-(Καταργήθηκε από το άρθρο τέταρτο Νόμ. 969/1979, κατωτ. σελ. 145, έναρξη ισχύος από 1.1.80. Του δικαστηρίου των εφετών Άρθρον μόνον.-Κυρούται ο υπό της Επιτροπής του Ν.Δ/τος υπ’ αριθ. 222/1947 καταρτισθείς Κώδιξ Ποινικής Δικονομίας έχων ούτω: ΚΩΔΙΞ ΠΟΙΝΙΚΗΣ ΔΙΚΟΝΟΜΙΑΣ ΒΙΒΛΙΟΝ ΠΡΩΤΟΝ ΓΕΝΙΚΟΙ ΟΡΙΣΜΟΙ ΤΜΗΜΑ Ι ΠΟΙΝΙΚΑ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΑ ΚΑΙ ΔΙΚΑΣΤΙΚΑ ΠΡΟΣΩΠΑ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α΄ Ποινική δικαιοδοσία Ποινικά δικαστήρια Άρθρ.111."Του Δικαστηρίου των Εφετών. Το δικαστήριο των εφετών δικάζει: "1.Τα κακουργήματα που προβλέπονται από τον Ποινικόν Κώδικα σχετικά με το νόμισμα, τα υπομνήματα, την ιδιοκτησία, τα περιουσιακά δίκαια, την ψευδή βεβαίωση υπαλλήλου, νόθευση, απιστία και υπεξαίρεση στην υπηρεσία, αν τελέστηκαν από πολίτες, άσχετα με το πρόσωπο του παθόντα και το ποσό του οφέλους ή της ζημίας, ή αν τελέστηκαν από στρατιωτικούς και στρέφονται οπωσδήποτε κατά του Δημοσίου ή νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου ή κατά άλλου νομικού προσώπου από εκείνα που αναφέρονται στο άρθρ. 263α του Ποινικού Κώδικα και εφ' όσον το όφελος που πέτυχε ή επιδίωξε με αυτά ο δράστης ή η ζημία που προξενήθηκε ή απειλήθηκε στο Δημόσιο ή στα πιο πάνω νομικά πρόσωπα υπερβαίνει το ποσό των πέντε εκατομμυρίων δραχμών. Το ποσό των δραχμ. 5.000.000 της άνω παραγράφου αυξήθηκε σε 50.000.000 δραχμ. από την περίπτ. α' παρ. 3 άρθρ. 2 Νόμ. 2408/31 Μαΐου - 4 Ιουν. 1996 (ΦΕΚ Α' 104) (διόρθ. σφαλμ. στο ΦΕΚ Α' 158/11-7-1996), Τόμ. 8 σελ. 84,267. 2.Τα κακουργήματα κλοπής, υπεξαίρεσης και πλαστογραφίας που προβλέπονται από το Στρατιωτικό Ποινικό Κώδικα, αν στρέφονται οπωσδήποτε κατά του Δημοσίου ή νομικού προσώπου που αναφέρονται στη προηγούμενη παράγραφο και το όφελος που πέτυχε ή επιδίωξε με αυτά ο δράστης ή η ζημία που προξενήθηκε ή απειλήθηκε κατά του Δημοσίου ή των πιο πάνω νομικών προσώπων υπερβαίνει το ποσό των πέντε Σελ. 40(ξγ) Τεύχος 1397 Σελ. 14 εκατομμυρίων δραχμών". Το ποσό των δραχμ. 5.000.000 της άνω παραγράφου αυξήθηκε σε 50.000.000 δραχμ. από την περιπτ. α' παρ. 3 άρθρ. 2 Νόμ. 2408/31 Μαΐου -4 Ιουν. 1996 (ΦΕΚ Α' 104) (διορθ. σφαλμ. στο ΦΕΚ Α' 158/11-7-1996), Τόμ. 8, σελ. 84,267. Οι παρ. 1 και 2 αντικαταστάθηκαν ως άνω από την παρ. 2 άρθρ. 5 του Νόμ. 1738/18-20 Νοεμ. 1987 (ΦΕΚ Α' 200), τόμ 1 σελ. 116,51. Σύμφωνα δε με την παρ. 17 του ίδιου άρθρου του άνω Νόμου η διάταξη αυτή ισχύει και για τις υποθέσεις που είναι εκκρεμείς ή για τις οποίες δεν έχει κινηθεί ακόμη ποινική δίωξη. 3.Το προβλεπόμενο από τα άρθρ. 1 και 2 του Νόμ. 1608/1950 "περί αυξήσεως των ποινών των προβλεπομένων δια τους καταχραστάς του Δημοσίου" ποσό των 250.000 δραχμών καθώς τροποποιήθηκε από το Ν.Δ. 790/1970 "περί τροποποιήσεως διατάξεων του Ποινικού Κώδικα και του Κώδικος Ποινικής Δικονομίας" και το Νόμ. 495/1976 "περί όπλων, εκρηκτικών υλών και εκρηκτικών μηχανημάτων και άλλων τινών ποινικών διατάξεων", αυξάνενται σε 2.000.000 δραχμές. Το όριο αυτό των 2.000.000 δραχμών ισχύει τόσο όταν ο κατηγορούμενος είναι πολίτης όσο και όταν είναι στρατιωτικός. Το ποσό των δραχμ. 2.000.000 της άνω παραγράφου αυξήθηκε σε 50.000.000 δραχμ. από τη περιπτ. β' παρ. 3 άρθρ. 2 Νόμ. 2408/31 Μαΐου 4 Ιουν. 1996 (ΦΕΚ Α' 104) (διόρθ. σφαλμ. στο ΦΕΚ Α' 158/11-7-1996), Τόμ 8, σελ. 84,267. 4.Τα εγκλήματα της δόλιας χρεωκοπίας ανώνυμων εταιρειών και Τραπεζών «5. Τα κακουργήματα της πειρατείας, τα κακουργήματα κατά της ασφάλειας της σιδηροδρομικής ή υδάτινης συγκοινωνίας ή της αεροπλοΐας που προβλέπονται στον Ποινικό Κώδικα ή σε ειδικούς ποινικούς νόμους, τα κακουργήματα που προβλέπονται στην παράγραφο 1 του άρθρου 187 και στο άρθρ.187Α του Ποινικού Κώδικα, καθώς και τα συναφή με αυτά πλημμελήματα και κακουργήματα, έστω και αν τα τελευταία τιμωρούνται βαρύτερα από τα ως άνω κύρια κακουργήματα.» Η παρ.5 αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ.4 άρθρ.42 Νόμ.3251/8-9 Ιουλ.2004 (ΦΕΚ Α΄127), κατωτ.σελ.160,61. 9.A.β.1 Κώδικας Ποινικής Δικονομίας 6.Το κακούργημα της ανθρωποκτονίας σε μονομαχία. "7.Τα πλημμελήματα των αρχιερέων, των νομαρχών, των δικηγόρων, των δικαστικών πολιτικής, ποινικής και διοικητικής δικαιοσύνης και εισαγγελέων, συμπεριλαμβανομένων των παρέδρων, των ειρηνοδικών, ειδικών πταισματοδικών, των μελών του Συμβουλίου της Επικρατείας, των παρέδρων και εισηγητών του, των μελών του Ελεγκτικού Συνεδρίου, του Γενικού Επιτρόπου και των αντεπιτρόπων που υπηρετούν σε αυτό, καθώς και του Γενικού Επιτρόπου του επιτρόπου και των αντεπιτρόπων της επικρατείας στα τακτικά διοικητικά δικαστήρια". Η παρ. 7 αντικαταστάθηκε ως άνω από τη παρ. 2 του άρθρ. 8 του Νόμ. 1941/18-18 Μαρτ. 1991 (ΦΕΚ Α' 41), Τόμ. 6Β, σελ. 667. 8.Τις εφέσεις κατά των αποφάσεων του τριμελούς πλημμελειοδικείου και κατά των αποφάσεων που εκδίδονται από το πολυμελές πρωτοδικείο στην περίπτωση του άρθρ. 161 παρ. 1. Τις εφέσεις κατά των αποφάσεων του δικαστηρίου των εφετών σύμφωνα με το άρθρ. 499". Το άρθρ. 111 αντικαταστάθηκε ως άνω από το άρθρ. 7 Νόμ. 1272/1982 (τόμ. 8 σελ. 84,11). Του τριμελούς πλημμελειοδικείου Άρθρ.112.-Το τριμελές δικαστήριον πλημμελειοδικών δικάζει: 1)Τα πλημμελήματα, εκτός των υπαγομένων εις την αρμοδιότητα των κακουργιοδικών, των εφετών, του μονομελούς πλημμελειοδικείου και του δικαστηρίου ανηλίκων. "2.Τα πταίσματα των αρχιερέων νομαρχών, δικηγόρων, των δικαστών πολιτικής, ποινικής και διοικητικής δικαιοσύνης και εισαγγελέων, συμπεριλαμβανομένων των παρέδρων, των ειρηνοδικών, ειδικών πταισματοδικών, των μελών του Συμβουλίου της Επικρατείας, των παρέδρων και εισηγητών του, των μελών του Ελεγκτικού Συνεδρίου, του Γενικού Επιτρόπου και των αντεπιτρόπων που υπηρετούν σε αυτό, καθώς και του Γενικού Επιτρόπου, του επιτρόπου και των αντεπιτρόπων της επικρατείας τα τακτικά διοικητικά δικαστήρια". Η περίπτ. 2 αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. 3 του άρθρ. 8 του Νόμ. 1941/18-18 Μαρτ. 1991 (ΦΕΚ Α' 41), Τόμ. 6Β, σελ. 667. 3)Τας εφέσεις κατά των αποφάσεων του μονομελούς πλημμελειοδικείου. Στην ειδική δωσιδικία που προβλέπουν οι διατάξεις των άνω άρθρων 111 και 112 υπάγονται και οι αξιωματικοί της Ελληνικής Αστυνομίας (άρθρ. 40 παρ. 2 Νόμ. 1481/1984, τόμ. 4 σελ. 16,49). Δικαστήριο Ανηλίκων "Άρθρ.113 .-1. Τα δικαστήρια ανηλίκων δικάζουν τις αξιόποινες πράξεις που τελούνται από ανηλίκους ηλικίας από δεκατριών μέχρι και του δέκατου όγδοου έτους συμπληρωμένου, με τις παρακάτω διακρίσεις: Α. Το μονομελές δικαστήριο ανηλίκων δικάζει: α) τις πράξεις που τελούνται από ανηλίκους, εκτός από εκείνες που δικάζονται από το τριμελές δικαστήριο ανηλίκων, β) τα πταίσματα που τελούνται από ανηλίκους στην έδρα του πρωτοδικείου και γ) τις εφέσεις κατά των αποφάσεων του πταισματοδικείου για ανηλίκους. Το μονομελές δικαστήριο ανηλίκων επιβάλλει επίσης τα αναμορφωτικά ή θεραπευτικά μέτρα που ορίζονται από τον Ποινικό Κώδικα για ανηλίκους που δεν έχουν συμπληρώσει το δέκατο τρίτο έτος της ηλικίας τους. Β. Το τριμελές δικαστήριο ανηλίκων δικάζει τις αξιόποινες πράξεις που τελούνται από ανηλίκους, για τις οποίες η ποινή περιορισμού σε ειδικό κατάστημα κράτησης νέων που πρέπει να επιβληθεί σύμφωνα με τον Ποινικό Κώδικα είναι τουλάχιστον πέντε ετών. Γ. Το εφετείο ανηλίκων δικάζει τις εφέσεις κατά των αποφάσεων των μονομελών και τριμελών δικαστηρίων ανηλίκων που λειτουργούν στα πλημμελειοδικεία. 2. Το άρθρο 119 εφαρμόζεται αναλόγως στις περιπτώσεις των εδαφίων Α και Β της προηγούμενης παραγράφου." Το άρθρ.113 αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ.3 άρθρ.4 Νόμ.3189/17-21 Οκτ.2003 (ΦΕΚ Α΄243), κατωτ.αριθ.29. Του μονομελούς Πλημμελειοδικείου Άρθρ.114.-"Το μονομελές Πλημμελειοδικείον δικάζει: «Α) Τα πλημμελήματα για τα οποία απειλείται στο νόμο φυλάκιση με ελάχιστο όριο κατώτερο των τριών μηνών ή χρηματική ποινή ή και οι δύο ποινές εκτός από: α) εκείνα που υπάγονται στην αρμοδιότητα των μεικτών ορκωτών δικαστηρίων και των εφετείων, καθώς και τα συναφή με αυτά (άρθρα 109, 111, 128), β) εκείνα που υπάγονται στην αρμοδιότητα του δικαστηρίου των ανηλίκων, γ) εκείνα που τελούνται δια του τύπου, «δ) εκείνα των άρθρων 142, 145, 147, 149, 153, 154, 156, 158, 159, 160, 202 παρ. 1 και 2, 203, 221, 247 παρ. 1 και 2, 251, 259, 266 παρ. 1, 269, 271, 278, 286, 288 παρ. 1, 290 παρ. 1 περ. α΄, 300, 314 παρ. 1 εδ. α΄, 328, 364 παρ.3 και 397 του Ποινικού Κώδικα.» Η περίπτ. δ΄ αναδιατυπώθηκε ως άνω από την παρ.1 άρθρ.8 Νόμ.3346/16-17 Ιουν.2005 (ΦΕΚ Α΄140) , κατωτ.αριθ.30. (Αντί για τη σελ.40,01(η)) Σελ. 40,01(θ) Τεύχος 1397 Σελ. 15 Κώδικας Ποινικής Δικονομίας 9.A.β.1 Β) Τα δασικά (εκτός από τον εμπρησμό), τα αγροτικά σε βαθμό πλημμελήματος και τα αγορανομικά αδικήματα, καθώς και τα εγκλήματα: α) του άρθρου 79 του Ν. 5960/1933 «περί επιταγής», β) των άρθρων 1 και 2 του Α.Ν. 86/1967 «περί επιβολής κυρώσεων κατά των καθυστερούντων την καταβολήν και την απόδοσιν εισφορών εις Οργανισμούς Κοινωνικής Ασφαλίσεως», γ) του άρθρου 17 παρ. 8 του Ν. 1337/1983 για την «επέκταση των πολεοδομικών σχεδίων, οικιστική ανάπτυξη και σχετικές ρυθμίσεις», δ) του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 1 του άρθρου 50 και της παραγράφου 4 του άρθρου 53 του Ν. 2910/2001 «Είσοδος, παραμονή, ελληνική ιθαγένεια και λοιπές διατάξεις», ε) του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990 «Μέτρα για την περιστολή της φοροδιαφυγής και λοιπές διατάξεις», στ) (του άρθρου 42 και) του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 4 του άρθρου 43 του Ν. 2696/1999 «Κώδικας Οδικής Κυκλοφορίας», ζ) του άρθρου 23Β του Ν. 248/1914 «Περί οργανώσεως της Ζωοτεχνικής και Κτηνιατρικής Υπηρεσίας», η) των παραγράφων 1 και 6 του άρθρου 10 και της περίπτωσης β΄ της παραγράφου 4 του άρθρου 2 του Ν.Δ. 1244/1972 «Περί λειτουργίας Ερασιτεχνικών και Πειραματικών Σταθμών Ασυρμάτου Ειδικών Ραδιοδικτύων και ιδρύσεως Υπηρεσίας Ελέγχου Ραδιοεκπομπών». Οι παρ. Α΄ και Β΄ αντικαταστάθηκαν ως άνω από την παρ.1 άρθρ.8 Νόμ.3160/24-30 Ιουν.2003 (ΦΕΚ Α΄165), κατωτ.αριθ.28. Η μέσα σε () φράση απαλείφθηκε με την παρ.3 άρθρ.7Νόμ.3189/17-21 Οκτ.2003 (ΦΕΚ Α΄243), κατωτ.αριθ.29. Γ'.Τας εφέσεις κατά των αποφάσεων του Πταισματοδικείου ως και των εκδιδομένων υπό του ειρηνοδικείου κατά το άρθρ. 116 παρ. 1". Το άρθρ. 114 τροποποιηθέν αρχικώς δια του Ν.Δ. 2493/1953 αντικατεστάθη ως άνω δια του άρθρ. 12 του Ν.Δ. 4090/1960, τόμ. 8 σελ. 84,8. Του πταισματοδικείου. Άρθρ.115.-Το πταισματοδικείον δικάζει τα πταίσματα, εξαιρουμένων των εις την αρμοδιότητα των πλημμελειοδικών και του δικαστηρίου ανηλίκων (άρθρ. 112, 113) υπαγομένων. Σελ. 40,02(θ) Τεύχος 1397 Σελ. 16 Αρμοδιότης δια τα εν των ακροατήριω πραττόμενα εγκλήματα Άρθρ.116.-1.Παν ποινικόν δικαστήριον δικάζει αμέσως τα εν τω ακροατηρίω αυτού διαρκούσης της συνεδριάσεως πραττόμενα και επ' αυτοφώρω καταλαμβανόμενα πλημμελήματα και πταίσματα, εφ' όσον ταύτα υπάγονται εις την καθ' ύλην αρμοδιότητα του συνεδριάζοντος ή κατωτέρου δικαστηρίου και αν έτι ο υπαίτιος ανήκη εις την δικαιοδοσίαν των στρατιωτικών ποινικών δικαστηρίων. Την αυτήν εξουσίαν έχει δι' όλα τα πλημμελήματα και πταίσματα ο Άρειος Πάγος, εκ δε των πολιτικών δικαστηρίων, το μεν ειρηνοδικείον δια τα πταίσματα, πάντα δε τα λοιπά δια τα πλημμελήματα και πταίσματα, τα υπαγόμενα εις την καθ' ύλην αρμοδιότητα του αντιστοίχου ποινικού δικαστηρίου ή κατωτέρου αυτού. Ως προς την διαδικασίαν εφαρμόζονται τα άρθρ. 417-424 του παρόντος κώδικος. 2.Εάν το δικαστήριον δεν είναι αρμόδιον να δικάση αμέσως το πλημμέλημα συλλαμβάνεται ο δράστης και παραπέμπεται συμφώνως τω άρθρ. 279 εις τον αρμόδιον εισαγγελέα, όστις αν συντρέχη περίπτωσις, εφαρμόζει τα άρθρ. 417 και επ. Εάν όμως ο δράστης είναι δικηγόρος συνήγορος τινός των διαδίκων, η σύλληψις εκτελείται μετά το πέρας της ασκήσεως των καθηκόντων αυτού εν τη δίκη. "3.Η δι' οιονδήποτε λόγον μη άμεσος εκδίκασις του εν τω ακροατηρίω πραχθέντος πλημμελήματος ή πταίσματος, δεν αποκλείει την περαιτέρω δίωξιν κατά την κοινήν διαδικασίαν". Η παρ. 3 προσετέθη δια του άρθρ. 13 του Ν.Δ. 4090/1960, Τόμ. 8 σελ. 84,8. 9.A.β.1 Κώδικας Ποινικής Δικονομίας Γ'.Τας εφέσεις κατά των αποφάσεων του Πταισματοδικείου ως και των εκδιδομένων υπό του ειρηνοδικείου κατά το άρθρ. 116 παρ. 1". Το άρθρ. 114 τροποποιηθέν αρχικώς δια του Ν.Δ. 2493/1953 αντικατεστάθη ως άνω δια του άρθρ. 12 του Ν.Δ. 4090/1960, τόμ. 8 σελ. 84,8. Του πταισματοδικείου. Άρθρ.1.-Ποινικήν δικαιοδοσίαν ασκούσι τα εξής δικαστήρια: α)Τα πταισματοδικεία. β)Τα πλημμελειοδικεία. γ)Τα δικαστήρια των ανηλίκων. δ)Τα κακουργιοδικεία. ε)Τα εφετεία ς)Ο Άρειος Πάγος, ως ακυρωτικόν. Εξαιρέσεις από της ποινικής δικαιοδοσίας Άρθρ.115.-Το πταισματοδικείον δικάζει τα πταίσματα, εξαιρουμένων των εις την αρμοδιότητα των πλημμελειοδικών και του δικαστηρίου ανηλίκων (άρθρ. 112, 113) υπαγομένων. Αρμοδιότης δια τα εν των ακροατήριω πραττόμενα εγκλήματα Άρθρ.116.-1.Παν ποινικόν δικαστήριον δικάζει αμέσως τα εν τω ακροατηρίω αυτού διαρκούσης της συνεδριάσεως πραττόμενα και επ' αυτοφώρω καταλαμβανόμενα πλημμελήματα και πταίσματα, εφ' όσον ταύτα υπάγονται εις την καθ' ύλην αρμοδιότητα του συνεδριάζοντος ή κατωτέρου δικαστηρίου και αν έτι ο υπαίτιος ανήκη εις την δικαιοδοσίαν των στρατιωτικών ποινικών δικαστηρίων. Την αυτήν εξουσίαν έχει δι' όλα τα πλημμελήματα και πταίσματα ο Άρειος Πάγος, εκ δε των πολιτικών δικαστηρίων, το μεν ειρηνοδικείον δια τα πταίσματα, πάντα δε τα λοιπά δια τα πλημμελήματα και πταίσματα, τα υπαγόμενα εις την καθ' ύλην αρμοδιότητα του αντιστοίχου ποινικού δικαστηρίου ή κατωτέρου αυτού. Ως προς την διαδικασίαν εφαρμόζονται τα άρθρ. 417-424 του παρόντος κώδικος. 2.Εάν το δικαστήριον δεν είναι αρμόδιον να δικάση αμέσως το πλημμέλημα συλλαμβάνεται ο δράστης και παραπέμπεται συμφώνως τω άρθρ. 279 εις τον αρμόδιον εισαγγελέα, όστις αν συντρέχη περίπτωσις, εφαρμόζει τα άρθρ. 417 και επ. Εάν όμως ο δράστης είναι δικηγόρος συνήγορος τινός των διαδίκων, η σύλληψις εκτελείται μετά το πέρας της ασκήσεως των καθηκόντων αυτού εν τη δίκη. "3.Η δι' οιονδήποτε λόγον μη άμεσος εκδίκασις του εν τω ακροατηρίω πραχθέντος πλημμελήματος ή πταίσματος, δεν αποκλείει την περαιτέρω δίωξιν κατά την κοινήν διαδικασίαν". Η παρ. 3 προσετέθη δια του άρθρ. 13 του Ν.Δ. 4090/1960, Τόμ. 8 σελ. 84,8. (Μετά τη σελ.40,02(ζ) Σελ. 40,03 Τεύχος 1357 Σελ. 59 Κώδικας Ποινικής Δικονομίας 9.Α.β.1 9.Α.β.1 Κώδικας Ποινικής Δικονομίας Επί εξυβρίσεως και δυσφημήσεως του δικαστηρίου Άρθρ.117.-«1. Αν κατά τη διάρκεια της συνεδρίασης του δικαστηρίου τελέστηκε στο ακροατήριό του εξύβριση ή δυσφήμηση μέλους του δικαστηρίου (άρθρα 361, 362, 363 Π.Κ.), ακόμη και όταν ο υπαίτιος υπάγεται στην ιδιάζουσα ή εξαιρετική δωσιδικία, τα εγκλήματα αυτά δικάζονται αμέσως από το ίδιο δικαστήριο, που συγκροτείται από άλλους δικαστές. Η κατά νόμο έγκληση υποβάλλεται με δήλωση του δικαιουμένου που καταχωρίζεται στα πρακτικά.» Η άμεσος εκδίκασις γίνεται υπό των αυτών δικαστών, εάν η διάφορος σύνθεσις δεν είναι εφικτή ένεκα λόγου ειδικώς βεβαιουμένου εν τε τοις πρακτικοίς και τη αποφάσει". Η παρ. 1 αντικατεστάθη ως άνω δια του άρθρ. 14 του Ν.Δ. 4090/1960 Τόμ. 8 σελ. 84,8. Το μέσα σε «» πρώτο εδάφιο αντικαταστάθηκε ως άνω από το άρθρ.9 Νόμ.3160/24-30 Ιουν.2003 (ΦΕΚ Α 165), κατωτ.αριθ.28. 2.Όταν ο υπαίτιος της κατά την προηγουμένην παράγραφον εξυβρίσεως ή δυσφημίσεως είναι δικηγόρος, εκπληρών καθήκοντα συνηγόρου και δεν είναι δυνατή, δια λόγον βεβαιούμενον κατά τον αυτόν ως άνω τρόπον, η διάφορος σύνθεσις του δικαστηρίου, η πράξις βεβαιούται εν τοις πρακτικοίς της συνεδριάσεως και εφαρμόζεται η διάταξις του άρθρ. 38 παρ. 1, μη επιτρεπομένης εν τη περιπτώσει ταύτη της συλλήψεως του δράστου συνηγόρου. Αν δ' είτα ήθελεν αποφασισθή αρμοδίως η εις δίκην παραπομπή αυτού, η εκδίκασις γίνεται υπό του κατά το άρθρ. 136 και 137 προσδιοριζομένου δικαστηρίου. Η κατά του συνηγόρου εκδοθείσα απόφασις κατά την περίπτωσιν της αμέσου εκδικάσεως εκτελείται μετά την ολοσχερή εκπλήρωσιν των καθηκόντων του εν τη δίκη, καθ' ην ετελέσθη το έγκλημα. Εν περιπτώσει αναβολής Άρθρ.118.-Εάν το κατά το άρθρ. 116 και 117 αρμόδιον δια την άμεσον εκδίκασιν δικαστήριον αναβάλη δι' οιονδήποτε λόγον ταύτην (άρθρ. 423), δύναται να διατάξη την προφυλάκισιν του συλληφθέντος κατηγορουμένου, οσάκις αύτη επιτρέπεται, η περαιτέρω όμως διαδικασία και εκδίκασις γίνεται ενώπιον του κατά τα άρθρ. 112-115 αρμοδίου δικαστηρίου. Προσδιορισμός της καθ' ύλην αρμοδιότητος Άρθρ.119.-1.Την κατά τα άρθρ. 109-115 αρμοδιότητα προσδιορίζει ο εν τω ποινικώ κώδικι χαρακτηρισμός της πράξεώς, ως κακουργήματος, πλημμελήματος, ή πταίσματος επ' τη βάσει των εν των παραπεμπτικώ βουλεύματι ή τη κλήσει του εισαγγελέως (επί της απ' ευθείας εισαγωγής) περιεχομένων πραγματικών περιστατικών. 2.Το δικαστήριον είναι αρμόδιον να δικάση και οσάκις εκ της συζητήσεως ήθελε προκύψει ότι το έγκλημα υπάγεται εις την αρμοδιότητα κατωτέρου δικαστηρίου. Αναρμιοδιότης Άρθρ.120.-1.Το δικαστήριον οφείλει να εξετάση την εαυτού αρμοδιότητα καθ' ύλην και αυτεπαγγέλτως, κατά πάσαν στάσιν της δίκης. 2.Οσάκις κρίνει εαυτό αναρμόδιον, παραπέμπει δια της αποφάσεώς του την υπόθεσιν εις τον αρμόδιον δικαστήριον, εν τοιαύτη περιπτώσει πράττει ό,τι και το συμβούλιον των πλημμελειοδικών, παραπέμπον τον κατηγορούμενον εις το ακροατήριον. 3.Το μονομελές πλημμελειοδικείον και το πταισματοδικείον παραπέμπει την υπόθεσιν εις τον αρμόδιον εισαγγελέα και διατάσσει την σύλληψιν του κατηγορουμένου, εάν το έγκλημα, ως χαρακτηρίζεται υπ' αυτού, είναι κακούργημα. Δύναται δε να διατάξη την σύλληψιν και όταν το έγκλημα είναι πλημμέλημα, δι' ο επιτρέπεται προφυλάκισις. Ο εισαγγελεύς, όταν η εις το κηρυχθέν αναρμόδιον μονομελές πλημμελειοδικείον ή πταισματοδικείον παραπομπή είχε γίνη δι απ' ευθείας κλήσεως, δύναται να παραγγείλη ανάκρισιν (άρθρ. 246 παρ. 3) ή προανάκρισιν ή να εισαγάγη την υπόθεσιν εις το δικαστικόν συμβούλιον. Αν δ' η παραπομπή είχε διαταχθή δια βουλεύματος, γίνεται κανονισμός της αρμοδιότητος κατά τα άρθρ. 132 και επομ. Αναρμοδιότης του πρωτοδίκως δικάσαντος Άρθρ.121.-Το κατ' έφεσιν δικάζον δικαστήριον, κρίνον ότι το εις πρώτον βαθμόν δικάσαν αναρμοδίως εδίκασε, λόγω του ότι το έγκλημα υπήγετο εις την αρμοδιότητα του κατ' έφεσιν δικάζοντος ή κατωτέρου του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, ακυροί μεν την εκκαλουμένην απόφασιν, αλλά δικάζει την υπόθεσιν κατ' ουσίαν ανεκκλήτως (άρθρ. 502 παρ. 3). Εις πάσαν άλλην περίπτωσιν καθ' ύλην αναρμοδιότητος ακυροί την εκκαλουμένην απόφασιν και παραπέμπει την υπόθεσιν εις το αρμόδιον δικαστήριον, πράττον συγχρόνως και τα εν παρ. 2 του άρθρ. 120 διατασσόμενα. ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Β' Αρμοδιότης κατά τόπον. Προσδιορισμός ταύτης Άρθρ.122.-Η κατά τόπον αρμοδιότης προσδιορίζεται εκ του τόπου, εν τω οποίω επράχθη το έγκλημα ή εν τω οποίω κατοικεί ή διαμένει προσωρινώς κατά την έναρξιν της ποινικής διώξεως ο κατηγορούμενος. 2."Επί εγκλήματος δι' εντύπου εκδοθέντος εν τη ημεδαπή αρμόδιον είναι το δικαστήριον εν τη περιφερεία του οποίου εκδίδεται το έντυπον". Προκειμένου περί δυσφημήσεως ή εξυβρίσεως, αρμόδιον επίσης είναι και το δικαστήριον, εν τη περιφερεία του οποίου μεταγενεστέ(Αντί για τη σελ. 41(θ) Σελ. 41(ι) Τεύχος 1366 Σελ. 51 Κώδικας Ποινικής Δικονομίας 9.Α.β.1 ρως εκυκλοφόρησε το έντυπον, εάν ο παθών κατοική ή διαμένει μονίμως εν τη περιφερεία ταύτη. "Στη περίπτωση του προηγούμενου εδαφίου ο κατηγορούμενος έχει το δικαίωμα να ζητήσει με αίτησή του από τον εισαγγελέα του δικαστηρίου του τόπου κατοικίας ή διαμονής του παθόντος να παραπεμφθεί η εκδίκαση της υποθέσεως στο δικαστήριο του τόπου εκδόσεως του εντύπου. Ο εισαγγελέας διατάσσει την παραπομπή, εφόσον κρίνει ότι συντρέχουν βάσιμοι λόγοι ευχερεστέρης διεξαγωγής της δίκης". Αν η αίτηση απορριφθεί, ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του μπορεί να υποβάλει παρόμοια αίτηση στο δικαστήριο που δικάζει την υπόθεση, το οποίο αποφασίζει για την παραπομπή ή όχι της υποθέσεως". Εάν το έντυπον εξεδόθη εν τη αλλοδαπή, αρμόδιον είναι το δικαστήριον εν τη περιφερεία του οποίου τούτο εκυκλοφόρησε το πρώτον, και αν δεν εξηκριβώθη ο τόπος ούτος, αρμόδιον είναι το δικαστήριον εν τη περιφερεία του οποίου κατοικεί ή διάμενει προσωρινώς ο προσβληθείς, εις πάσαν δ' άλλην περίπτωσιν το δικαστήριον της πρωτευούσης. Η μέσα σε « » πρώτη περίοδος πρώτου εδαφ. παρ. 2 αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. 7 Άρθρ.2.-Εις την δικαιοδοσίαν των ελληνικών ποινικών δικαστηρίων δεν υπόκεινται: α)Οι αρχηγοί των ξένων κρατών. β)Οι διπλωματικοί αντιπρόσωποι αυτών, οι διαπεπιστευμένοι εν Ελλάδι. γ)Το προσωπικόν της διπλωματικής αντιπροσωπείας ξένου κράτους, το διαπεπιστευμένον εν Ελλάδι. δ)Τα μέλη της οικογενείας των προσώπων των αναφερομένων υπό τα στοιχεία α΄ και β΄ τα κατοικούντα μετ’ αυτών. ε)Το υπηρετικόν προσωπικόν των υπό τα στοιχεία α΄ και β΄ αναφερομένων, όταν είναι της αυτής υπηκοότητος και ς)Πάντα τα άλλα πρόσωπα τα απολαύοντα του προνομίου της ετεροδικίας συνεπεία των μετ’ άλλων κρατών συμβάσεων ή των διεθνών εθίμων των κοινώς παραδεδεγμένων. ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Β΄ Ποινικά καθ’ έκαστον δικαστήρια Πταισματοδικεία άρθρου μόνου, Νόμ. 1178/1981, (τόμ. 18Α, σελ. 344,01). Τα μέσα στα « » εδάφια της άνω παρ. 2 προστέθηκαν από την παρ. 14 άρθρ. 3 Νόμ. 2145/28-28 Μαΐου 1993 (ΦΕΚ Α' 88), Τόμ. 8 σελ. 84,243 Επί εγκλημάτων τελεσθέντων εν τη αλλοδαπή Άρθρ.123.-Επί εγκλημάτων πραχθέντων μεν εν τη αλλοδαπή, τιμωρητέων δε εν τη ημεδαπή η αρμοδιότης ορίζεται διαδοχικώς, εκ του τόπου της εν τη ημεδαπή κατοικίας ή της προσωρινής διαμονής ή της συλλήψεως ή παραδόσεως του κατηγορουμένου. Αν ο τόπος ούτος δεν είναι γνωστός ή αν ο κατηγορούμενος ουδέποτε κατώκησεν ή διέμεινεν εν τη ημεδαπή ή δεν συνελήφθη εν αυτή ή αν είναι δημόσιος υπάλληλος υπηρετών εν ελληνική υπηρεσία του εξωτερικού, αρμόδιον είναι το δικαστήριον της πρωτευούσης. Εν πάση όμως περιπτώσει, το δικαστήριον του Αρείου Πάγου, εν συμβουλίω, …

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.