📄 Κείμενο νόμου
3. ΝΟΜΟΣ υπ’ αριθ. 1492 της 17/17 Αυγ. 1950 Περί κυρώσεως του Ποινικού Κώδικος ΕΙΣΗΓΗΤΙΚΗ ΕΚΘΕΣΙΣ Προς την Δ΄ Αναθεωρητικήν Βουλήν των Ελλήνων Η από των αρχών του 20ού αιώνος, υπό την ώθησιν των θετικών σχολών του Ποινικού Δικαίου, αρξαμένη εις όλας τας πεπολιτισμένας χώρας νομοπαρασκευαστική κίνησις προς μεταρρύθμισιν των ποινικών αυτών κωδίκων, ήγαγε και την Ελληνικήν Πολιτείαν εις την απόφασιν καθολικής ανακαινίσεως του ημετέρου ποινικού νόμου. Προς τούτο συνεστήθη εν έτει 1911 τριμελής επιτροπεία απαρτισθείσα αρχικώς εκ των Τ. Ηλιοπούλου καθηγητού του Πανεπιστημίου, Α. Μιχαλακοπούλου και Π. Γιωτοπούλου, συνελθούσα εις 24 συνεδρίας μέχρι της 17 Ιανουαρίου 1913. Έκτοτε διεκόπησαν αι εργασίαι αυτής ένεκα της αποχωρίσεως του Π. Γιωτοπούλου, επαναλήφθησαν δε την 20 Νοεμβρίου 1913, διορισθέντος του Π. Τσιτσεκλή και εξηκολούθησαν μέχρι της 23 Ιανουαρίου 1914, ότε και πάλιν διεκόπησαν ένεκα της αποχωρήσεως των Α. Μιχαλακοπούλου και Π. Τσιτσεκλή. Αντικατασταθέντων δε τούτων εν έτει 1915 δια των Κ. Βρυάκου και Γ. Πανοπούλου αεροπαγίτου, ήρξαντο και πάλιν αι εργασίαι, αλλά μετά τινας μήνας αποχωρήσαντος και του Κ. Βρυάκου εις αντικατάστασιν αυτού διωρίσθη ο καθηγητής Κ. Βασιλείου, τούτου δε αποβιώσαντος εν έτει 1919, διωρίσθη εις αντικατάστασιν αυτού ο Α. Ρωμάνος. Αντεισαγγελεύς του Αρείου Πάγου. Ένεκα των αλλεπαλλήλων τούτων μεταβολών εν τω καταρτισμώ της επιτροπής και των παρεμβληθεισών εις ταύτην εθνικών και πολιτικών περιστάσεων, το έργον αυτής διεκόπη επί μακρά χρονικά διαστήματα, ούτως ώστε αφαιρουμένων τούτων, η όλη εργασία δυνάμεθα να είπωμεν ότι συνετελέσθη εντός πέντε ετών, αποπερατωθείσα τω 1923. Εισηγηταί του αρχικού προσχεδίου ήταν του μεν γενικού μέρους ο Τ. Ηλιόπουλος , ο και Πρόεδρος της Επιτροπής, πλην των δύο πρώτων κεφαλαίων, άτινα εισηγήθη μεν αρχικώς ο Π. Γιωτόπουλος, αλλ’ άτινα κατόπιν μετεβλήθησαν, μετά νέαν επεξεργασίαν και εισήγησιν του Τ. Ηλιόπουλου, του δε ειδικού ο Γ. Πανόπουλος. Επίσης ο Π. Γιωτόπουλος υπέβαλεν εις την Επιτροπήν σχέδιον εξ άρθρων 46 περί του συστήματος των ποινών, μετά την αποχώρησιν όμως εκ της Επιτροπής του Γιωτόπουλου το Κεφάλαιον τούτο η Επιτροπή επεξειργάσθη βάσει νέας εισηγήσεως του Τ. Ηλιόπουλου. Εν έτει 1924 εδημοσιεύθη το πρώτον σχέδιον του ποινικού κώδικος. Αι αιτιολογικαί εκθέσεις συνταχθείσαι υπό των αυτών εισηγητών εδημοσιεύθησαν ωσαύτως εις ενιαίον τόμων δι’ αμφότερα τα μέρη του σχεδίου εκ σελίδων 688 περί τας αρχάς του 1929. Κατ’ Απρίλιον 1929 υπεβλήθη εις την Βουλήν παρά του Υπουργού της Δικαιοσύνης σχέδιον νόμου «περί κυρώσεως του Ελληνικού Ποινικού Κώδικος» παραπεμφθέν εις την αρμοδίαν κοινοβουλευτικήν επιτροπήν. Περί τα τέλη όμως του αυτού έτους το σχέδιον ποινικού κώδικος απεσύρθη παρά του Υπουργείου Δικαιοσύνης εκ της Βουλής, παραπεμφθέν προς αναθεώρησιν εις την παρά του Υπουργού της Δικαιοσύνης εκ μελών της μονίμου νομοπαρασκευαστικής επιτροπής απαρτισθείσαν ειδικήν επιτροπήν, εκ των Τ. Ηλιοπούλου, Γ. Πανοπούλου, Αντ. Ρωμάνου και Αντ. Ρηγανάκου. Περατωθείσης της αναθεωρήσεως εκείνης, εδημοσιεύθη εν έτει 1933 εις ίδιον τεύχος το κείμενον του αναθεωρηθέντος σχεδίου, επηκολούθησε δε βραδύτερον κατά το αυτό έτος ανατύπωσις της αιτιολογικής εκθέσεως του αρχικού σχεδίου, συνοδευομένη εν τέλει υπό παραρτήματος περιέχοντος σύντομον αιτιολογίαν των επενεχθεισών κατά την αναθεώρησιν τροπολογιών. Αντίγραφα του σχεδίου και της αιτιολογικής εκθέσεως απεστάλησαν κατ’ Απρίλιον του 1933 υπό του Υπουργείου Δικαιοσύνης προς τον Άρειον Πάγον, τα εφετεία πρωτοδικεία εισαγγελίας και δικηγορικούς συλλόγους του Κράτους, μετά της παρακλήσεως όπως εκφέρουν τας επί του σχεδίου παρατηρήσεις των. Κατά Νοέμβριον του 1933 υπό την προεδρείαν του Υπουργού της Δικαιοσύνης Σ. Ταλιαδούρου ήρξατο των εργασιών της η δια της υπ’ αριθ. 31815/1933 πράξεως αυτού καταρτισθείσα «επιτροπεία προς γνωμοδότησιν επί του σχεδίου ποινικού κώδικος 1933». Εις τας συνεδριάσεις της επιτροπής έλαβον μέρος ως μέλη οι :Γ. Οικονομόπουλος, γενικός γραμματεύς Υπουργείου Δικαιοσύνης, Γ. Πανόπουλος, Αντ. Ρωμάνος, Άγγελ. Μπουρόπουλος, Αντ. Ρηγανάκος,Χ. Τζωρτζόπουλος, Ν. Χωραφάς, Αρ. Ρωμανός και Δ. Δαμασκηνός. Συνήλθε δε η επιτροπή εις 15 συνεδριάσεις (20 Νοεμβρίου 1933 μέχρι 23 Ιανουαρίου 1934). Ακολούθως, δυνάμει του από 7/14 Μαρτίυ 1934 προεδρ. διατάγματος, συνεστήθη πενταμελής επιτροπή προς μελέτην, εξακολούθησιν και περάτωσιν του σχεδίου ποινικού κώδικος, συμφώνως τω άρθρω 5 παρ. 2 του νόμου 4129, ως τούτο αντικατεστάθη δια του άρθρου 4 του νόμου 5996. Η Επιτροπή αύτη απετελέσθη εκ των Γ. Πανοπούλου, Αντ. Ρωμάνου, (αποβιώσαντος κατά την διάρκειαν των εργασιών), Άγγλ. Μπουροπούλου, Ν. Χωραφά και Στυλ. Τεγοπούλου, ήρξατο δε των εργασιών της την 14 Μαρτίου 1934 και επεράτωσε την αναθεώρησιν του σχεδίου την 11 Ιανουαρίου 1935, συνελθούσα εν όλω εις 41 συνεδριάσεις. Εισηγηταί υπήρξαν του μεν γενικού μέρους ο Ν. Χωραφάς, του δε ειδικού οι Άγγ. Μπουρόπουλος και Στ. Τεγόπουλος. Το ούτως αναθεωρηθέν σχέδιον εδημοσιεύθη κατά το θέρος του έτους 1935 εις ίδιον τεύχος, ακολούθως όμως συνεπεία της καταργήσεως του πολιτεύματος της Αβασιλεύτου Δημοκρατίας, κατέστη επιβεβλημένη, τούτο μεν η τροποποίησις ωρισμένων διατάξεων του σχεδίου, τούτο δε η προσθήκη άλλων. Συγχρόνως εχώρησεν η επεξεργασία του εισαγωγικού νόμου εις τον ποινικόν κώδικα, εισηγουμένου του Στ. Τεγοπούλου. Η επιτροπή ούτως επεράτωσε το ανατεθέν εις αυτήν έργον αναθεωρήσεως του σχεδίου και συντάξεως του εισαγωγικού νόμου λήγοντος του μηνός Ιουλίου 1937. Το κείμενον του σχεδίου τούτου εδημοσιεύθη εις ίδιον τεύχος εν έτει 1937, εν έτει δε 1938 εις ίδιον τεύχος εδημοσιεύθησαν αι αιτιολογίαι του αναθεωρηθέντος σχεδίου 1935/37 και το σχέδιον εισαγωγικού νόμου μετά των επ’ αυτού αιτιολογιών. Ακολούθως εν έτει 1939 παρεπέμφθη προς τελικήν επεξεργασίαν το ειρημένον σχέδιον εις επιτροπήν αποτελεσθείσαν εκ Σελ. 7 Ποινικός Κώδικας 8.A.α.3 των Γ. Πανοπούλου, ως Προέδρου, Άγγ. Μπουροπούλου, Ν. Χωραφά, Ηλ. Γάφου και Στ. Τεγοπούλου, ως μελών. Η επιτροπή αύτη εργασθείσα από του Φεβρουαρίου 1939 μέχρι του Αυγούστου 1940, επεράτωσε την ανατεθείσαν εις αυτήν εντολήν, το σχέδιον όμως τούτο δεν εδημοσιεύθη λόγω του εκκραγέντος εν τω μεταξύ πολέμου. Εν έτει 1944 ήρξατο και άλλη επεξεργασία του σχεδίου υπό τριμελούς επιτροπής αποτελεσθείσης εκ των Άγγ. Μπουροπούλου, ως προέδρου Ν. Χωραφά, και Στ. Τεγοπούλου, ως μελών. Η επιτροπή αύτη, εισηγουμένου του Καθηγητού Ν. Χωραφά, αναθεώρησε το γενικόν μέρος του σχεδίου. Τέλος εις εκτέλεσιν του από 14 Απριλίου 1947 νομ. διατάγματος υπ’ αριθ. 222 «περί συστάσεως επιτροπών προς περάτωσιν της αναθεωρήσεως των σχεδίων ποιν. κώδικος και κώδικος ποιν. δικονομίας», συνεστήθη επιτροπή προς περάτωσιν της αναθεωρήσεως του σχεδίου ποιν. κώδικος, αποτελεσθείσα εκ του παρ’ Αρείω Πάγω Εισαγγελέως Άγγ. Μπουροπούλου , ως Προέδρου, των καθηγητών Ν. Χωραφά, Ηλ. Γάφου, του δικηγόρου Στ. Τεγοπούλου , και του υφηγητού Ιακ. Ζαγκαρόλα, ως μελών. Η Επιτροπή αύτη ήρξατο των εργασιών της την 10 Ιουνίου 1947 και επεράτωσε την αναθεώρησιν του σχεδίου και του εισαγωγικού νόμου λήγοντος του μηνός Ιανουαρίου 1948, συνελθούσα εν όλω εις 34 συνεδριάσεις. Εισηγητής του γενικού μέρους υπήρξεν ο Ν. Χωραφάς, ως προς το ειδικόν δε μέρος εισηγήθησαν τροποποιήσεις επί ωρισμένων κεφαλαίων αυτού οι Άγγ. Μπουρόπουλος, Ηλ. Γάφος και Ιακ. Ζαγκαρόλας. Επίσης ο μεν Ιακ. Ζαγκαρόλας υπέβαλεν έκθεσιν συγκριτικής ερεύνης περί των μέτρων ασφαλείας, περί ων προβλέπουν τα άρθρα 6976 του σχεδίου, μετά προτάσεων αυτού, ο δε Άγγ. Μπουρόπουλος εισηγήθη επί του εισαγωγικού νόμου. Το υποβαλλόμενον σχέδιον ποιν. κώδικος, προϊόν μακράς και επισταμένης επεξεργασίας, περιέχει αφ’ ενός μεν νομικήν δογματικήν ανακαίνισιν του ημετέρου ποινικού δικαίου σύμφωνον προς τα πορίσματα της νεωτέρας ποινικής επιστήμης, αφ’ ετέρου δε και ικανοποίησιν του κεντρικού αιτήματος της συγχρόνου αντεγκληματικής πολιτικής, όπερ είναι η εξατομίκευσις της ποινικής μεταχειρίσεως του εγκληματήσαντος προσώπου, επί τω τέλει ενεργοτέρας και ασφαλεστέρας καταπολεμήσεως του εγκλήματος. Παραλλήλως προς ταύτα το σχέδιον εμφανίζει επίσης από νομοτεχνικής απόψεως σημαντικήν απλούστευσιν, αποφυγήν της αφορήτου περιπτωσιολογίας του ισχύοντος ποιν. νόμου και αρτίαν συστηματικήν διάρθρωσιν της νομοθετικής ύλης, ως εκ των οποίων και επετεύχθη ο περιορισμός των άρθρων του όλου κώδικος εις 459 έναντι 705 του ισχύοντος ποινικού νόμου, καίτοι εν πολλοίς το σχέδιον περιέλαβε την ρύθμισιν και νέων θεμάτων. Η ύλη του σχεδίου κατανέμεται εις δύο βιβλία εκ των οποίων το μεν πρώτον περιλαμβάνει το γενικόν μέρος, το δε δεύτερον το ειδικόν μέρος του κώδικος. Εκάτερον των βιβλίων κατανέμεται περαιτέρω εις κεφάλαια και δη το μεν γενικόν μέρος εις 8, το δε ειδικόν μέρος εις 27 κεφάλαια. Του γενικού μέρος εν αδροτάταις γραμμαίς γίνεται ανάλυσις κατωτέρω (υπ’ αριθμόν ΙΙΙ). Του ειδικού όμως μέρους ούτε τοιαύτη γενικωτάτη επισκόπησις είναι δυνατή εν εισηγητική εκθέσει. Ως προς το μέρος τούτο, επομένως, αρκεί να επιστηθή η προσοχή (ίδε αριθμόν ΙΙ) μόνον επί κεφαλαιωδών τινων σημείων. Σελ. 8 ΙΙ. ΕΙΔΙΚΟΝ ΜΕΡΟΣ Α)Το σχέδιον απέφυγε να ενσωματώση εν εαυτώ διατάξεις ειδικών ποινικών νόμων καθ’ όσον εκρίθη, ότι έργον του κυρίως ποινικού κώδικος είναι να ρυθμίση εκείνην μόνον την ύλην, ήτις ανάγεται εις αδικήματα αφορώντα τας βάσεις της εν πολιτεία κοινωνικής ζωής και ήτις ως εκ τούτου εμφανίζει παγιώτερόν πως χαρακτήρα. Β)Αι καθ’ έκαστον αξιόποινοι πράξεις ταξινομούνται εις ομάδας εν όψει του εννόμου αγαθού, όπερ κατά κύριον λόγον προσβάλλεται δι’ αυτών. Ούτω τα εις εκάστην ομάδα ανήκοντα εγκλήματα συγκεντρούνται εις ίδιον κεφάλαιον, τα δε διάφορα κεφάλαια ταξινομούνται εν αλληλουχία προς άλληλα και δη κατά σειράν, εν η προτάσσονται μεν τα κεφάλαια άτινα περιλαμβάνουν τα κατά εννόμων αγαθών της κοινωνικής ολότητος στρεφόμενα εγκήματα, επακολουθούν δε τα κεφάλαια, άτινα περιλαμβάνουν τα κατά εννόμων αγαθών του ατόμου στρεφόμενα. Γ)Ειδικώτερον: 1)Τα κεφάλαια Α΄ και Β΄ του ειδικού μέρους περιλαμβάνουν τας πράξεις τας στρεφομένας αφ’ ενός μεν κατά της εσωτερικής τάξεως της Πολιτείας, δηλαδή τα εγκλήματα τα συνιστώντα την εσχάτην προδοσίαν (Κεφάλαιον Α΄), αφ’ ετέρου δε τας πράξεις τας στρεφομένας κατά της εξωτερικής ασφαλείας της Πολιτείας, δηλαδή τα εγκλήματα τα συνιστώντα την προδοσίαν της Χώρας (Κεφάλαιον Β΄), μεταξύ των οποίων το σχέδιον κατατάσσει και την επιβουλήν της ακεραιότητος της Χώρας. 2)Εν συνεχεία το κεφάλαιον Γ΄ προβλέπει περί των εγκλημάτων των στρεφομένων κατά ξένων κρατών τελούντων εν ειρήνη μετά της Ελλάδος και ανεγνωρισμένων υπ’ αυτής, υπογραμμιζομένης ούτω της σημασίας των εγκλημάτων τούτων ως πράξεων διακινδυνεύσεως της εξωτερικής ασφαλείας της Πολιτείας. 3)Το επακολουθούν κεφάλαιον Δ΄ προβλέπει αφ’ ενός μέν περί των εγκλημάτων των στρεφομένων κατά των πολιτικών σωμάτων, αφ’ ετέρου δε περί των εγκλημάτων κατά τας εκλογάς. Κοινόν των δύο τούτων κατηγοριών αξιοποίνων πράξεων είναι, ότι συνιστώσι προσβολάς κατά της λαϊκής βάσεως του πολιτικού οργανισμού της Πολιτείας. 4)Το επόμενον κεφάλαιον Ε΄ προνοεί περί των αξιοποίνων πράξεων των στρεφομένων κατά της αυθεντίας της κρατικής εξουσίας, ήτοι των εγκλημάτων της αντιστάσεως, προσβολών κατά του Βασιλέως και του Διαδόχου, στάσεως, ελευθερώσεως των κρατουμένων κλπ. 5)Τα επακολουθούντα κεφάλαια ΣΤ΄ και Ζ΄ περιλαμβάνουν τας αξιοποίνους πράξεις τας συνιστώσας είτε επιβουλήν της δημοσίας τάξεως (την διέγερσιν εις απείθειαν κατά των νόμων και διαταγών της αρχής, την πρόκλησιν και προσφοράν εις εκτέλεσιν κακουργήματος, την σύστασιν και συμμορίαν, την διατάραξιν της κοινής ειρήνης κλπ.), είτε επιβουλήν την θρησκευτικής ειρήνης. 6)Το κεφάλαιον Η΄ προβλέπει περί των εγκλημάτων των αναγομένων εις την εν τω στρατώ υπηρεσίαν και την προς στράτευσιν υποχρέωσιν, υπογραμμιζομένης ούτω της σημασίας την οποίαν το σχέδιον αποδίδει εις την προστασίαν θεσμών εξασφαλιζόντων την στρατιωτικήν παρασκευήν του Έθνους. 8.A.α.3 Ποινικός Κώδικας 7)Επακολουθούν τα κεφάλαια Θ΄ και Ι΄ περιλαμβάνοντα τας αξιοποίνους πράξεις αίτινες στρέφονται κατά της ασφαλείας, των νομικών συναλλαγών, ήτοι τα εγκλήματα περί το νόμισμα (παραχάραξιν, κιβδηλείαν κλπ.) και τα εγκλήματα περί τα υπομνήματα (πλαστογραφίαν, υφαρπαγήν ψευδούς βεβαιώσεως, ψευδείς πιστοποιήσεις, υπεξαγωγήν εγγράφου και μετακίνησιν οροσήμων). 8)Τα επόμενα κεφάλαια ΙΑ΄ και ΙΒ΄ προβλέπουν περί των αξιοποίνων πράξεων, αίτινες στρέφονται κατά της κρατικής διοικήσεως εν ευρυτέρα εννοία, ήτοι αφ’ ενός μεν τα εγκλήματα περί την απονομήν της δικαιοσύνης (ψευδορκίαν, ψευδή ανώμοτον κατάθεσιν, ψευδή καταμήνυσιν, υπόθαλψιν εγκληματίου κλπ.), αφ’ ετέρου δε τα εγκλήματα περί την υπηρεσίαν. 9)Τα κεφάλαια ΙΓ΄ και ΙΔ΄ προνοούν περί των αξιοποίνων πράξεων, αίτινες αποτελούν ούτως ειπείν την μετάβασιν από των εγκλημάτων κατά της κοινωνικής ολότητος εις τα εγκλήματα κατά του ατόμου, ήτοι αφ’ ενός μεν περί των κοινώς επικινδύνων εγκλημάτων κατά της ζωής ή του σώματος ή της περιουσίας (οίον ο εμπρησμός, η πλημμύρα, αι παραβάσεις περί τας εκκρηκτικάς ύλας, η πρόκλησις ναυαγίου, δηλητηρίασις πηγών και τροφίμων, νοθεία τροφίμων κλπ.), αφ’ ετέρου δε περί των εγκλημάτων κατά της ασφαλείας των συγκοινωνιών και των κοινωφελών εγκαταστάσεων. 10)Τα επακολουθούντα κεφάλαια ΙΕ΄ μέχρι ΚΔ΄ προβλέπουν περί των κατά του ατόμου εγκλημάτων και δη: α΄)Περί εγκλημάτων κατά της ζωής (κεφάλαιον ΙΕ΄).Αι σπουδαιότεραι διαφοραί μεταξύ του ισχύοντος ποινικού νόμου και του σχεδίου είναι αι κάτωθι. Το σχέδιον δεν γνωρίζει φόνον και αναίρεσιν ως δύο διακεκριμένα απ’ αλλήλων εγκλήματα, αλλά διατυποί την ανθρωποκτονίαν εκ προθέσεως ως ενιαίον έγκλημα, ούτινος απλώς ελαφροτέρα μορφή είναι η εν βρασμώ ψυχικής ορμής αποφασισθείσα και εκτελεσθείσα ανθρωποκτονία. Ως ιδιώνυμα εγκλήματα ανθρωποκτονίας, ηπιώτερον τιμωρούμενα, το σχέδιον προβλέπει, αφ’ ενός μεν την παιδοκτονίαν (ην επεκτείνει και επί μη νόθων τέκνων), αφ’ ετέρου δε την ανθρωποκτονίαν εν συναινέσει του ανιάτως πάσχοντος και εξ οίκτου τελουμένην, καθώς επίσης την πράξιν συμμετοχής εις αυτοκτονίαν. Η φαρμακεία ως ίδιον έγκλημα εκλείπει υπαγομένη εις τας γενικάς περί ανθρωποκτονίας ή σωματικών βλαβών διατάξεις. Η έννοια της εκθέσεως διευρύνεται, η δε έννοια της αμβλώσεως διατυπούται ούτως ώστε τετελεσμένη είναι η άμβλωσις μόνον δια της επελεύσεως του θανάτου του εμβρύου. Αντιθέτως δε προς τον ισχύοντα ποιν. νόμον, ουδόλως προνοούντα περί του θέματος, το σχέδιον προβλέπει ως λόγον αποκλείοντα τον άδικον χαρακτήρα της αμβλώσεως αφ’ ενός μεν την περίπτωσιν της ιατρικώς ενδεδειγμένης αμβλώσεως, αφ’ ετέρου δε την περίπτωσιν της ηθικώς ενδεδειγμένης αμβλώσεως. β΄)Περί σωματικών βλαβών (κεφάλαιον ΙΣΤ΄). Το σχέδιον ως σωματικήν βλάβην χαρακτηρίζει πάσαν ουσιώδη προσβολήν του σώματος ή της υγείας, ήτοι την σωματικήν κάκωσιν ή την βλάβην της υγείας. Διακρίνει δε τέσσερα είδη σωματικών βλαβών εκ προθέσεως :την απλήν, την επικίνδυνον, την βαρείαν και την θανατηφόρον σωματικήν βλάβην. Ως λόγον αποκλείοντα τον άδικον χαρακτήρα της απλής σωματικής βλάβης αναγράφει την συναινέσει του παθόντος επαγομένην και μη αντικειμένην εις τα χρηστά ήθη, ως λόγον δε προσωπικόν απαλλαγής από της ποινής θε σπίζει, επί απλής επίσης σωματικής βλάβης, το ότι ο δράστης παρεσύρθη εκ δε δικαιολογημένης αγανακτήσεως ένεκα πράξεως του παθόντος κλπ. Τέλος ως ιδιώνυμα εγκλήματα σωματικής βλάβης προβλέπει το σχέδιον την σωματικήν βλάβην ανηλίκων και την συμπλοκήν. γ΄)Περί μονομαχίας (Κεφάλαιον ΙΖ΄) και περί εγκλημάτων κατά της προσωπικής ελευθερίας (Κεφάλαιον ΙΗ΄). Εν τω κεφαλαίω τούτω περιελήφθησαν και τα εγκλήματα της αυτοδικίας, εξαναγκασμού προς παύσιν εργασίας, της απλής απειλής, της διαταράξεως της οικιακής ειρήνης και της απατηλής διεγέρσεως προς μετανάστευσιν. δ΄)Περί εγκλημάτων κατά των ηθών (Κεφάλαιον ΙΘ΄) και εγκλημάτων περί τον γάμον και την οικογένειαν. (Κεφάλαιον Κ΄). ε΄)Περί εγκλημάτων κατά της τιμής (Κεφάλαιον ΚΑ΄) και περί παραβιάσεων ιδιωτικών απορρήτων (Κεφάλαιον ΚΒ΄). στ΄)Περί εγκλημάτων κατά της περιουσίας, άτινα κατανέμονται εις δύο κεφάλαια, ήτοι το Κεφάλαιον ΚΓ΄ περιλαμβάνον τα εγκλήματα κατά της ιδιοκτησίας και το Κεφάλαιον ΚΔ΄, περιλαμβάνον τα λοιπά κατά της περιουσίας εγκλήματα. Άξια τονισμού σημεία εν τη ρυθμίσει ταύτη είναι κυρίως τα εξής : Αι περιπτώσεις διακεκριμένης κλοπής απλουστεύονται. Ως υπεξαίρεσις δε σαφώς και ρητώς χαρακτηρίζεται και η περίπτωσις καθ’ ην διαθέτει τις προς ίδιον όφελος είτε το ληφθέν τίμημα εμπιστευθέντος εις αυτόν προς πώλησιν ξένου κινητού πράγματος, είτε το κτηθέν κινητόν πράγμα δια χρημάτων ή άλλου πράγματος εμπιστευθέντων εις αυτόν προς αγοράν, ή ανταλλαγήν του κτηθέντος. Εξ άλλου το σχέδκον προβλέπει περί των περιπτώσεων κλοπής και υπεξαιρέσεως ευτελούς αξίας, εφ’ ων υπό ωρισμένους όρους καθιεροί και λόγον ατιμωρήτου της πράξεως, κατά την κρίσιν του δικαστηρίου. Η διάταξις περί ληστείας εγκαταλείπει την αφόρητον περιπτωσιολογίαν του ισχύοντος ποιν. νόμου, προς ύπαρξιν δε ληστείας απαιτεί, ως επί κλοπής, την αφαίρεσιν του πράγματος. Περαιτέρω το σχέδιον ως ληστείαν χαρακτηρίζει και τον εξαναγκασμόν εις παράδοσιν του πράγματος, την ούτω καλουμένην ληστρικήν εκβίασιν. Ως απάτη εν στενή εννοία χαρακτηρίζεται η επί σκοπώ παρανόμου περιουσιακού οφέλους βλάβη άλλου. Αντιθέτως η δι’ απάτης πρόκλησις απλής βλάβης εις άλλον, άνευ αποκομίσεως αντιστοίχου οφέλους, ανάγεται εις ίδιον έγκλημα. Εν αντιστοιχία δε προς την επί κλοπής και υπεξαιρέσεως ρύθμισιν προβλέπει και περί των περιπτώσεων απάτης ευτελούς αξίας. Περαιτέρω εις ίδια εγκλήματα ανάγονται η δολία αποφυγή πληρωμής εισιτηρίου και η δολία αποφυγή παροχών. Τέλος. 11)Τα Κεφάλαια ΚΕ΄, ΚΣΤ΄ και ΚΖ΄ περιλαμβάνουν το μεν πρώτον τας διατάξεις περί επαιτείας και αλητείας, το δεύτερον τα περί πταισμάτων και το τρίτον υπό τον τίτλον «τελικαί διατάξεις» περιλαμβάνει αφ’ ενός μεν διάταξιν αντίστοιχον προς την του άρθρου 697 του ποιν. νόμου, αφ’ ετέρου δε παραπλησίαν διάταξιν αναφορικώς προς τας παραβάσεις διοικητικών νόμων, δι’ ης ορίζεται ότι τιμωρείται δια φυλακίσεως μέχρις 6 μηνών ή δια χρηματικής ποινής ο παραβαίνων επιτακτικήν ή απαγορευτικήν διάταξιν διοικητικών νόμων, εάν η οικεία διοικητική διάταξις αναφέρεται ως προς την ποινιΣελ. 9 Ποινικός Κώδικας 8.A.α.3 κήν κύρωσιν εις το άρθρο τούτο του ποινικού κώδικος. Ούτω πως καθίσταται δυνατή η εις το μέλλον αποφυγή της αναγραφής ιδίων ποινών δι’ εκάστην παράβασιν, διοικητικών νόμων, καθ’ όσον ο νομοθέτης θα δύναται να ορίζη ότι οι παραβάται αυτών τιμωρούνται με τας ποινάς του εν λόγω άρθρου του ποινικού κώδικος, επιτυγχανομένης ούτω και σημαντικής νομοτεχνικής απλουστεύσεως. ΙΙΙ. ΓΕΝΙΚΟΝ ΜΕΡΟΣ Α΄)Το κεφάλαιον Α΄ υπό τον τίτλον «Ο Ποινικός Νόμος» περιλαμβάνει τας διατάξεις περί χρονικών και τοπικών ορίων των ποινικών νόμων και επεξήγησιν όρων τινών του Κώδικος. 1.Χρονικά όρια. Μετά την αναγραφήν της θεμελιώδους αρχής του ποινικού δικαίου, ότι ουδεμία ποινή επιβάλλεται άνευ νόμου, ορίζοντος ταύτην προ της τελέσεως της πράξεως (άρθρ. 1), επακολουθούν τα άρθρα 2-4 , άτινα ρυθμίζουν δια ρητών διατάξεων τα θέματα, αφ’ ενός μεν της αναδρομικής ισχύος των ηπιωτέρων ποινικών νόμων και της ισχύος των καλουμένων προσωρινών ποινικών νόμων, αφ’ ετέρου δε τα της επιβολής των υπό του κώδικος, παραλλήλως προς τας ποινάς, καθοριζομένων μέτρων ασφαλείας. 2.Τοπικά όρια. Μετά την αναγραφήν της βασικής αρχής, ότι επί των πράξεων των τελεσθεισών εν τη ημεδαπή εφαρμογήν έχουν πάντοτε οι ελληνικοί ποινικοί νόμοι (άρθρον 5) επακολουθούν τα άρθρα 6-11 ρυθμίζοντα τα της ποινικής ευθύνης επί αξιοποίνων πράξεων τελεσθεισών εν τη αλλοδαπή. Και το μεν άρθρον 6 καθιεροί την ποινικήν ευθύνην των ημεδαπών δια τα εν τη αλλοδαπή υπ’ αυτών πραττόμενα κακουργήματα και πλημμελήματα, το δε άρθρον 7 την ποινικήν ευθύνην των αλλοδαπών δια τα καθ’ Έλληνος εν τη αλλοδαπή πραττόμενα κακουργήματα και πλημμελήματα. Εις αμφοτέρας τας περιπτώσεις η ποινική ευθύνη υπάρχει μόνον υπό την προϋπόθεσιν, ότι η εν τη αλλοδαπή τελεσθείσα πράξις είναι αξιόποινος και κατά τους νόμους της χώρας εν η ετελέσθη ή ότι η χώρα εν η ετελέσθη η πράξις είναι πολιτειακώς ασύντακτος. Πάντως εν άρθρω 8 καθορίζονται ωρισμένα εγκλήματα, άτινα τιμωρούνται πάντοτε κατά τους ελληνικούς ποινικούς νόμους ανεξαρτήτως των νόμων της χώρας εν η διεπράχθησαν. Περαιτέρω το μεν άρθρον 9 καθορίζει πότε η εν τη αλλοδαπή τελεσθείσα αξιόποινος πράξις παραμένει ακαταδίωκτος, το δε άρθρον 10 ρυθμίζει το θέμα του υπολογισμού των εν τη αλλοδαπή εκτιθεισών ποινών δια πράξιν δι’ ην επηκολούθησεν εν τη ημεδαπή καταδίκη. Τέλος το άρθρον 11 προβλέπει περί επιβολής των υπό της ελληνικής νομοθεσίας καθοριζομένων παρακολούθων ποινών και μέτρων ασφαλείας κατά του εν τη αλλοδαπή εισαχθέντος εις δίκην επί αξιοποίνω τινι πράξει. 3.Το άρθρον 12 περιέχει διάταξιν σαφηνίζουσαν ότι οι ορισμοί του γενικού μέρους του κώδικος εφαρμόζονται και επί αξιοποίνων πράξεων προβλεπομένων εις ειδικούς νόμους, το δε άρθρον 13 περιέχει προσδιορισμόν της εννοίας ωρισμένων όρων των οποίων γίνεται χρήσις εν τω κώδικι. Β΄)Το κεφάλαιον Β΄ υπό τον τίτλον «η αξιόποινος πράξις» συγκεντρώνει πάσας τας διατάξεις αίτινες αφορώσιν εις τους γενικούς συστατικούς όρους της εννοίας του εγκλήματος. Σελ. 10 1.Μετά τον ορισμόν της εννοίας του εγκλήματος (άρθρον 14) επακολουθούν τα άρθρα 15-17, άτινα καθορίζουν, αφ’ ενός μεν την έννοιαν του δια παραλείψεως τελουμένου εγκλήματος, αφ’ ετέρου, δε τα του τόπου και χρόνου τελέσεως της αξιοποίνου πράξεως. Δια των διατάξεων τούτων το σχέδιον καθιεροί νομοθετικώς τας εν τη επιστήμη κρατούσας επί των θεμάτων τούτων απόψεις. Περαιτέρω, το μεν άρθρον 18 περιέχει διάταξιν καθορίζουσαν την διάκρισιν των αξιοποίνων πράξεων εις κακουργήματα, πλημμελήματα και πταίσματα, το δε άρθρον 10 λύει το ζήτημα του ποινικού χαρακτηρισμού της εκδικασθείσης πράξεως, εις ην περίπτωσιν επεβλήθη υπό του δικαστού ποινή ηπιωτέρα της in abstracto εν τω νόμω καθοριζομένης, ένεκα ελαφρυντικών περιστάσεων ή άλλου λόγου μειώσεως της ποινής. 2.Τα επακολουθούντα άρθρα 20-25 ρυθμίζουν τους γενικούς όρους άρσεως του αδίκου χαρακτήρος της τελεσθείσης πράξεως. Μετά την εν άρθρω 20 αναγραφομένην και γενικώς ανεγνωρισμένην βασικήν αρχήν, ότι ο άδικος χαρακτήρ της πράξεως αποκλείεται οσάκις αύτη αποτελεί ενάσκησιν δικαιώματος ή εκπλήρωσιν καθήκοντος επιβαλλομενου εξ οιουδήποτε άλλου τμήματος του δικαίου, δημοσίου ή ιδιωτικού, επακολουθούν διατάξεις ρυθμίζουσαι τα της προσταγής, της αμύνης και της καταστάσεως ανάγκης. Η περί προσταγής διάταξις (άρθρ. 21) απλουστεύει και αποσαφηνίζει την αντίστοιχον διάταξιν του ισχύοντος ποιν. νόμου. Αι περί αμύνης διατάξεις (άρθρα 22-24) αποτελούν σημαντικήν πρόοδον έναντι των αντιστοίχων ορισμών του ισχύοντος ποιν. νόμου. Η διατύπωσις των προϋποθέσεων του δικαιώματος της αμύνης, συμπίπτουσα πλήρως προς την αντίστοιχον διάταξιν του άρθρου 284 του Αστικού Κώδικος, επεκτείνει την δι’ αμύνης προστασίαν επί πάντων των εννόμων αγαθών του προσβαλλομένου ατόμου. Περαιτέρω αι διατάξεις περί των ορίων της αμύνης και της υπερβάσεως αυτών ρυθμίζονται κατά τρόπον αποφεύγοντα υπερβολάς τινας του ισχύοντος ποιν. νόμου και αίρονται τας εν τη ερμηνεία των διατάξεων του ισχύοντος δικαίου ανακυψάσας διαφωνίας ως προς την έκτασιν της ποινικής ευθύνης του υπερβάντος τα όρια της αμύνης. Τέλος, αξία ιδιαιτέρας εξάρσεως είναι η εν τω σχεδίω περιεχομένη ρύθμισις της καταστάσεως ανάγκης. Αντιθέτως δηλαδή προς τον ισχύοντα ποιν. νόμον, διακρίνοντα την κατάστασιν ανάγκης εν στενή εννοία από την ψυχολογικήν βίαν, το σχέδιον περιλαμβάνει υπό την έννοιαν της καταστάσεως ανάγκης και τας περιπτώσεις της ψυχολογικής βίας, ακολουθούν όμως τα πορίσματα της νεωτέρας επιστημονικής ερεύνης, διακρίνει τας περιπτώσεις καταστάσεως ανάγκης αφ’ ενός μεν εις εκείνας αίτινες αποκλείουν τον άδικον χαρακτήρα της πράξεως και αφ’ ετέρου εις εκείνας αίτινες αποκλείουν απλώς τον καταλογισμόν. Την αποκλείουσαν τον άδικον χαρακτήρα της πράξεως κατάστασιν ανάγκης, το σχέδιον ρυθμίζει εν τω άρθρω 25, την αποκλείουσαν αντιθέτως τον καταλογισμόν ρυθμίζει εν άρθρω 32. Βάσει της μεν πρώτης θέτει την αρχήν της σταθμίσεως των εννόμων αγαθών της δε δευτέρας την αρχήν του ενστίκτου της αυτοσυντηρήσεως, εις τρόπον ώστε κατάστασιν μεν ανάγκης αποκλείουσαν τον άδικον χαρακτήρα της πράξεως συνιστώσιν αι περιπτώσεις, καθ’ ας θυσιάζεται κατώτερον αγαθόν προς συντήρησιν ανωτέρου, ενώ κατάστασιν ανάγκης αποκλείουσαν τον καταλογισμόν συνιστώσιν αι περιπτώσεις καθ’ ας θυσιάζεται αγα8.A.α.3 Ποινικός Κώδικας θόν τι προ συντήρησιν άλλου ίσου αγαθού. Ούτω πως η διάταξις του σχεδίου περί καταστάσεως ανάγκης αποκλειούσης τον άδικον χαρακτήρα συμβαδίζει προς την αντίστοιχον διάταξιν του άρθρου 285 του Αστικού Κώδικος, καλύπτουσα περαιτέρω και το υπό του Κώδικος τούτου καταλειπόμενον κενόν, καθόσον ενώ ο Αστικός Κώδιξ προβλέπει μόνον την περίπτωσιν θυσίας αλλοτρίου πράγματος προς λύτρωσιν από του κινδύνου, το σχέδιον προβλέπει γενικώτερον την θυσίαν οιουδήποτε εννόμου αγαθού, αρκεί το θυσιαζόμενον αγαθόν να είναι κατ’ είδος και σπουδαιότητα σημαντικώς κατώτερον από το δια της θυσίας ταύτης λυτρούμενον εκ του κινδύνου έτερον αγαθόν. 3.Εν τοις άρθροις 26-35 του σχεδίου περιέχονται διατάξεις προβλέπουσαι αφ’ ενός μεν περί της υπαιτιότητος (δόλου και αμελείας), αφ’ ετέρου δε περί των λόγων οίτινες αποκλείουν τον καταλογισμόν της πράξεως εις τον πράξαντα. Εν πρώτοις αναγράφεται (άρθρον 26) η και εν τω ισχύοντι ποιν. νόμω ανεγνωρισμένη βασική αρχή, ότι τα κακουργήματα και τα πλημμελήματα τιμωρούνται πραττόμενα εκδόλου, πλην των προβλεπομένων δι’ ωρισμένα πλημμελήματα εξαιρέσεων, τα δε πταίσματα αντιστρόφως. Ακολούθως εν τοις άρθροις 27 και 28 καθορίζονται αι έννοιαι του δόλου και της αμελείας, συμφώνως προς την κρατούσαν πλέον ανεξαρτήτως αγόνων θεωρητικών ερίδων, άποψιν. Περαιτέρω δια του άρθρου 29 πραγματοποιείται καθολικόν της συγχρόνου ποινικής επιστήμης αίτημα, δηλαδή καταργείται η εν τω ισχύοντι ποιν. νόμω καθιερουμένη επί ωρισμένων εγκλημάτων άκρατος εκ του αποτελέσματος ευθύνη και ορίζεται ότι εις τας εξαιρετικάς περιπτώσεις καθ’ ας ο νόμος επιτείνει την ποινήν εάν επέλθη βαρύτερον αποτέλεσμα, τότε μόνον επιβάλλεται η βαρυτέρα ποινή, όταν το βαρύτερον αποτέλεσμα δύναται να αποδοθή εις αμέλειαν του πράξαντος. Εν συνεχεία το άρθρον 30 ρυθμίζει τας περιπτώσεις της πραγματικής πλάνης, επαναλαμβάνον εν πυκνοτέρα και νομοτεχνικωτέρα διατυπώσει τας διατάξεις, των άρθρων 92, 93 και 94 του ισχύοντος ποιν. νόμου. Το δε επακολουθούν άρθρον 31 προβλέπει περί των περιπτώσεων της νομικής πλάνης, δηλαδή αφ’ ενός μεν περί της πλάνης της αφορώσης το αξιόποινον, αφ’ ετέρου δε περί της πλάνης της αφορώσης τον άδικον χαρακτήρα της πράξεως. Και όσον αφορά μεν την πλάνην περί το αξιόποινον επαναλαμβάνεται η διάταξις του άρθρου 91 του ισχύοντος ποιν. νόμου, όσον αφορά δε την πλάνην περί τον άδικον χαρακτήρα το σχέδιον ορίζει, ότι η πράξις δεν καταλογίζεται εις τον πράξαντα αν ούτος γνωρίζη μεν τι πράττει, πεπλανημένως όμως πιστεύει, ότι δικαιούται να προβή εις την πράξιν, ην επιχειρεί, εφ’ όσον η πλάνη του αύτη είναι συγγνωστή. Ούτω πως το σχέδιον ακολουθεί μέσην οδόν μεταξύ των δύο άκρων γνωμών, εκείνης δηλαδή, η οποία εξομοιοί την πλάνην περί τον άδικον χαρακτήρα προς την πραγματικήν και εκείνης η οποία εξομοιοί αυτήν προς την πλάνην περί το αξιόποινον. Το άρθρον 32 ρυθμίζει την κατάστασιν ανάγκης την αποτελούσαν λόγον αποκλείοντα τον καταλογισμόν, ήτοι τας περιπτώσεις, καθ’ ας θυσιάζει τις αλλότριον έννομον αγαθόν προς αποτροπήν κινδύνου απειλούντος το πρόσωπον ή την περιουσίαν ευατού ή ωρισμένων συγγενών αυτού, εφ’ όσον η δια της πράξεως επερχομένη εις τον έτερον βλάβη είναι ανάλογος κατ’ είδος και σπουδαιότητα προς την αποτρεπτέαν. Τα επόμενα άρθρα 3335 προβλέπουν τους λόγους τους αποκλείοντας την ικανότητα προς καταλογισμόν, και δη το μεν άρθρον 33 ρυθμίζει τα της ευθύνης των κωφαλάλων, το άρθρ. 34 προβλέπει περί νοσηράς διαταράξεως των ψυχικών λειτουργιών και περί συγχίσεως της συνειδήσεως και τέλος το άρθρον 35 περί της υπαιτίου διαταράξεως της συνειδήσεως, περί των περιπτώσεων δηλαδή της καλουμένης ελευθέρας εν τη αιτία πράξεως, επαναλαμβάνον και σαφώς διατυπώνον το περιεχόμενον της διατάξεως του Άρθρον μόνον Κυρούται, ο υπό της Επιτροπής του Νομοθ. Διατάγματος υπ’ αριθ. 222/1947 καταρτισθείς Ποινικός Κώδιξ έχων ούτως: ΠΟΙΝΙΚΟΣ ΚΩΔΙΞ ΒΙΒΛΙΟΝ ΠΡΩΤΟΝ ΓΕΝΙΚΟΝ ΜΕΡΟΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α΄ Ο Ποινικός Νόμος Ι.Χρονικά όρια ισχύος των ποινικών νόμων άρθρ. 1 Νόμ. 2145/28-28 Μαΐου 1993 (ΦΕΚ Α΄ 88), κατωτ. αριθ. 28. (Αντί για τη σελ.31(ξβ) Σελ. 31(ξγ) Τεύχος Σελ. Ποινικός Κώδικας 8.Α.α.3 «6.Η περιοριστική της ελευθερίας ποινή που είναι μεγαλύτερη από ένα μήνα και έχει μετατραπεί σε χρηματική ποινή ή πρόστιμο μετατρέπεται περαιτέρω σε ποινή παροχής κοινωφελούς εργασίας, αν το ζητεί ή το αποδέχεται εκείνος που καταδικάσθηκε και εφόσον η παροχή τέτοιας εργασίας από το συγκεκριμένο καταδικασμένο είναι εφικτή. Η περιοριστική της ελευθερίας ποινή που είναι μεγαλύτερη από δύο έτη και δεν υπερβαίνει τα τρία μπορεί να μετατρέπεται σε ποινή παροχής κοινωφελούς εργασίας, αν το ζητεί ή το αποδέχεται εκείνος που καταδικάσθηκε και εφόσον η παροχή τέτοιας εργασίας από το συγκεκριμένο καταδικασμένο είναι εφικτή». Η παρ. 6 αντικαταστάθηκε ως άνω από την περίπτ. δ΄ παρ. 3 άρθρ. 1 Νόμ. 2408/31 Μαΐου – 4 Ιουν. 1996 (ΦΕΚ Α΄ 104) (διόρθ. σφαλμ. στο ΦΕΚ Α΄ 158/11-7-996), κατωτ. αριθ. 32. 7.Αν το δικαστήριο αποφασίσει τη μετατροπή της ποινής φυλακίσεως σε παροχή κοινωφελούς εργασίας κατά τα οριζόμενα στην προηγούμενη παράγραφο, καθορίζει συγχρόνως στην απόφασή του και τον αριθμό των ωρών κοινωφελούς εργασίας, που αντιστοιχούν σε κάθε ημέρα φυλακίσεως. Κάθε ημέρα φυλακίσεως μετατρέπεται σε παροχή κοινωφελούς εργασίας τεσσάρων ωρών, το δικαστήριο όμως, λαμβάνοντας υπόψη τις προσωπικές συνθήκες του καταδικασμένου, μπορεί να περιορίσει την κοινωφελή εργασία μέχρι δύο ή να την αυξήσει έως έξι ώρες για κάθε ημέρα ποινής φυλακίσεως. Ο εισαγγελέας εκτελέσεως της ποινής ορίζει αμέσως, ευθύς ως καταστεί εκτελεστή η ποινή, με διάταξή του την υπηρεσία, τον οργανισμό ή το πρόσωπο, προς το οποίο θα παρασχεθεί η κοινωφελής εργασία και το χρόνο παροχής της. Ο χρόνος αυτός ορίζεται εντός διαστήματος που αρχίζει από την επομένη της ημερομηνίας κατά την οποία γίνεται εκτελεστή η απόφαση και λήγει σε χρόνο που δεν μπορεί να υπερβεί το τριπλάσιο της διάρκειας της ποινής που του επιβλήθηκε. 8.Η κοινωφελής εργασία παρέχεται χωρίς αμοιβή σε υπηρεσίες του κράτους, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης, των νομικών προσώπων του δημόσιου τομέα ή σε μη κερδοσκοπικά κοινωφελή νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου ή και άλλα, τα οποία ορίζονται με την υπουργική απόφαση του τελευταίου εδαφίου. Μπορεί επίσης να αφορά και σε παροχή υπηρεσιών προς τον παθόντα, αν κατέστη ανάπηρος και συμφωνούν ο καταδικασμένος και ο παθών. Την εκτέλεση της κοινωφελούς εργασίας επιβλέπει επιμελητής κοινωνικής αρωγής, εκτός αν το δικαστήριο διατάξει διαφορετικά. «Έως ότου οργανωθεί το σώμα των επιμελητών κοινωνικής αρωγής ή αν στον τόπο παροχής της κοινωφελούς εργασίας δεν υπάρχει επαρκής αριθμός επιμελητών ή αν η συγκεκριμένη κοινωφελής εργασία δεν έχει ανάγκη επίβλεψης από ειδικό επιμελητή, η επίβλεψη της εκτέλεσης της κοινωφελούς εργασίας ανατίθεται σε όργανα της διοίκησης, μέλη συλλογικών οργάνων ή σε υπαλλήλους των υπηρεσιών ή των νομικών προσώπων στα οποία παρέχεται η εργασία υπό την εποπτεία του εισαγγελέα πλημμελειοδικών του τόπου παροχής της εργασίας». Με απόφαση του Υπουργούν Δικαιοσύνης και των τυχόν άλλων συναρμόδιων υπουργών καθορίζονται η οργάνωση της παροχής κοινωφελούς εργασίας, η διαδικασία επιλογής, ανάθεσης και επίβλεψης της σχετικής εργασίας και κάθε άλλη σχετική λεπτομέρεια. Το νέο μέσα σε « » εδάφιο προστέθηκε από την περίπτ. ε παρ. 3 άρθρ. 1 Νόμ. 2408/31 Μαΐου- 4 Ιουν. 1996 (ΦΕΚ Α΄ 104) (διόρθ. σφαλμ. στο ΦΕΚ Α΄ 158/11-7-1996), κατωτ. αριθ. 32. 9.«Αν από υπαιτιότητα εκείνου που καταδικάσθηκε η εργασία παρέχεται ελλιπώς ή πλημμελώς, παύει να ισχύει η μετατροπή της ποινής σε ποινή παροχής κοινωφελούς εργασίας». Το δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση μπορεί σ’ αυτήν την περίπτωση, μετά από αίτηση του καταδικασθέντα, να μετατρέψει την ποινή σε χρηματική. Το πρώτο μέσα σε « » εδάφιο αντικαταστάθηκε ως άνω από την περίπτ. στ΄ παρ. 3 άρθρ. 1 Νόμ. 2408/31 Μαΐου-4 Ιουλ. 1996 (ΦΕΚ Α΄ 104) (διόρθ. σφαλμ. στο ΦΕΚ Α΄ 158/11-71996), κατωτ. αριθ. 32. Σε κάθε περίπτωση παράβασης ο επιμελητής κοινωνικής αρωγής ενημερώνει σχετικώς με έγγραφό του τον αρμόδιο εισαγγελέα, ο οποίος μπορεί να ερευνά και αυτεπαγγέλτως κάθε φορά αν η εργασία εκτελείται. «Αν ο εισαγγελέας ύστερα από ακρόαση εκείνου που καταδικάσθηκε διαπιστώσει ότι αυτός παρέχει από υπαιτιότητά του ελλιπή η πλημμελή εργασία, διατάσσει την εκτέλεση της περιοριστικής της ελευθερίας ποινής ή της χρηματικής ποινής ή του προστίμου». Το τέταρτο μέσα σε « » εδάφιο αντικαταστάθηκε ως άνω από την περίπτ. ζ΄ παρ. 3 άρθρ. 1 Νόμ. 2408/31 Μαΐου - 4 Ιουν. 1996 (ΦΕΚ Α΄ 104) (διόρθ. σφαλμ. στο ΦΕΚ Α΄ 158/11-71996), κατωτ. αριθ. 32. Κατά της διατάξεως του εισαγγελέα επιτρέπεται προσφυγή στον καταδικασμένο εντός δέκα ημερών από της εκτελέσεως της, με δήλωσή του στο γραμματέα της εισαγγελίας του τόπου παροχής της εργασίας ή στο διευθυντή των φυλακών, ο οποίος τη διαβιβάζει αμέσως στον αρμόδιο εισαγγελέα. Η προσφυγή απευθύνεται (Αντί για τη σελ. 32,001(α) Σελ. 32,001(β) Τεύχος 1256-Σελ. 85 Ποινικός Κώδικας 8.A.α.3 στο τριμελές πλημμελειοδικείο του τόπου παροχής της εργασίας, δεν έχει ανασταλτικό αποτέλεσμα, είναι απαράδεκτη «εάν ο προσφεύγων δεν υποβληθεί στην εκτέλεση της περιοριστικής της ελευθερίας ποινής ή της χρηματικής ποινής ή του προστίμου» και εισάγεται για συζήτηση κατά την πρώτη μετά την υποβολή της δικάσιμο, κατά την οποία προσάγεται ο προσφεύγων χωρίς κλήτευση. Αναβολή της συζητήσεως επιτρέπεται μόνο μία φορά σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρ. 349 Κ.Π.Δ.σε ρητή δικάσιμο χωρίς κλήτευση του προσφεύγοντος. Σε περίπτωση αναβολής το δικαστήριο μπορεί να διατάξει αναστολή εκτελέσεως της διατάξεως του εισαγγελέα μέχρι να εκδοθεί απόφαση για την προσφυγή. Αν ο προσφεύγων δεν εμφανισθεί, η προσφυγή απορρίπτεται ως ανυποστήρικτη. Σε κάθε περίπτωση το δικαστήριο αποφαίνεται αμετάκλητα, επιτρέπεται όμως αίτηση ακυρώσεως για μία φορά, εφαρμοζομένων αναλόγως των διατάξεων του άρθρ. 341 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας. Η μέσα σε « » φράση του έκτου εδαφίου αντικαταστάθηκε ως άνω από την περίπτ. η παρ. 3 άρθρ. 1 Νόμ. 2408/31 Μαΐου- 4 Ιουν. 1996 (ΦΕΚ Α΄ 104) (διόρθ. σφαλμ. στο ΦΕΚ Α΄ 158/11-7-1996), κατωτ. αριθ. 32. 10.Η περιοριστική της ελευθερίας ποινή, που μετατράπηκε σε χρηματική ή πρόστιμο ή σε παροχή κοινωφελούς εργασίας, διατηρεί το χαρακτήρα της περιοριστικής της ελευθερίας ποινής και μετά τη μερική ή ολική απότιση της κατά μετατροπή ποινής. Αποκλείεται όμως η συγχώνευση ποινής που μετατράπηκε και αποτίθηκε, είτε με την καταβολή του ποσού της μετατροπής είτε με παροχή κοινωφελούς εργασίας, με ποινή περιοριστική της ελευθερίας, που δεν υπόκειται σε μετατροπή ή δεν μετατράπηκε. «11.Η μετατροπή κατά τις προηγούμενες παραγράφους αποκλείεται στις περιπτώσεις καταδίκης για έγκλημα εμπορίας ναρκωτικών ή για έγκλημα που προβλέπεται από τις διατάξεις του Στρατιωτικού Ποινικού Κώδικα, Διατάξεις του Ποινικού Κώδικα ή ειδικών ποινικών νόμων, που αποκλείουν ή ρυθμίζουν με άλλο τρόπο τη μετατροπή των στερητικών της ελευθερίας ποινών σε χρηματικές ή πρόστιμα ή καθορίζουν άλλως την έννοια της μετατροπής καταργούνται με την επιφύλαξη του προηγούμενου εδαφίου». Η παρ. 11, αντικαταστάθηκε και πάλι ως άνω από το εδάφ. β΄ της παρ. 1 άρθρ. 1 Νόμ. 2207/1994, (ΦΕΚ Α΄ 65), κατωτ. αριθ. 30. Το άρθρ. 82, όπως είχε αντικατασταθεί από το άρθρ. 1 του Νόμ. 1419/1984, (ΦΕΚ Α΄ 28) κατωτ. αριθ. 25, αντικαταστάθηκε ως άνω από το άρθρ. 2 του Νόμ. 1941/18-18 Μαρτ. 1991 (ΦΕΚ Α΄ 41), Τόμ 6Β, σελ. 667. Βλέπε σχετικά και τις μεταβατικές διατάξεις των παρ. 1, 3 (για την έναρξη ισχύος των παρ. 6, 7, 8 (εδάφ. α΄ και γ΄) και 9 του άρθρ. 82 και του άρθρ. 104α Π. Κ) και 4 του άρθρ. 29 του άνω Νόμ. 1941/1991. Σελ. 32,002(β) Τεύχος 1256-Σελ. 86 «12.Η εφαρμογή του άρθρου αυτού δεν προϋποθέτει αμετάκλητη καταδικαστική απόφαση». Η παρ. 12 προστέθηκε από την περίπτ. θ΄ παρ. 3 άρθρ. 1 Νόμ. 2408/31 Μαΐου-4 Ιουν. 1996 (ΦΕΚ Α΄ 104) (διόρθ. σφαλμ. στο ΦΕΚ Α΄ 158/11-7-1996), κατωτ. αριθ. 32. «13.Αν το δικαστήριο παρέλειψε να αποφανθεί περί μετατροπής ποινής στερητικής της ελευθερίας, με αίτησή του στο δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση, αυτός που καταδικάστηκε μπορεί να ζητήσει τη μετατροπή». Η παρ. 13, προστέθηκε από την παρ. 2 του άρθρ. 2 του Νόμ. 2479/6-6 Μαΐου 1997, (ΦΕΚ Α΄ 67), κατωτ. αριθ. 34. Για τις απολύσεις που γίνονται κατ’ εφαρμογή του άνω άρθρ. 82 βλέπε και παρ. 4, 5 και 6 άρθρ. 1 Νόμ. 2145/93, κατωτ. αριθ. 28. Λόγοι μειώσεως της ποινής Άρθρ.83.-Όπου εν τω γενικώ μέρει προβλέπεται ποινή ηλαττωμένη άνευ άλλου τινός προσδιορισμού η επιβλητέα ποινή επιμετρείται ως ακολούθως: α)Αντί της ποινής του θανάτου ή της ισοβίου καθείρξεως καταγιγνώσκεται πρόσκαιρος κάθειρξις τουλάχιστον δέκα ετών. β)αντί της ποινής της καθείρξεως ανωτέρας των δέκα ετών καταγιγνώσκεται, κάθειρξις μέχρι δώδεκα ετών ή φυλάκισις τουλάχιστον δύο ετών. γ)αντί της ποινής της καθείρξεως μέχρι δέκα ετών καταγιγνώσκεται κάθειρξις μέχρι εξ ετών ή φυλάκισις τουλάχιστον ενός έτους. δ)εις πάσα άλλην περίπτωσιν η πονή μειούται ελευθέρως υπό του δικαστού μέχρι του ελαχίστου ορίου του είδους της ποινής. ε)εάν εν τω νόμω απειλούνται αθροιστικώς ποινή στερητική της ελευθερίας και ποινή εις χρήμα, δύναται να καταγνωσθή και μόνη η τελευταία αύτη. 8.A.α.3 Ποινικός Κώδικας Ελαφρυντικαί περιστάσεις Άρθρ.84.-1.Η ποινή μειούται επίσης κατά το εν τω προηγουμένω άρθρω μέτρον και εν αις περιπτώσεσι το δικαστήριον κρίνει, ότι συντρέχουσιν ελαφρυντικαί περιστάσεις. 2.Ως ελαφρυντικαί περιστάσεις θεωρούνται ιδία: α)το ότι ο υπαίτιος μέχρι του εγκλήματος διήγαγεν έντιμον ατομικόν, οικογενειακόν, επαγγελματικόν και καθόλου κοινωνικόν βίον. β)το ότι ωθήθη εις την πράξιν εξ αιτίων μη ταπεινών ή εκ μεγάλης ενδείας ή υπό την επίδρασιν σοβαράς απειλής ή την επιβολήν προσώπου εις το οποίον ούτος οφείλει υπακοήν ή προς το οποίον τελεί εις σχέσιν εξαρτήσεως. γ)το ότι ωθήθη εις την πράξιν από συμπεριφοράν ανάρμοστον του παθόντος ή παρεσύρθη εξ οργής ή βιαίας θλίψεως προκληθείσης από άδικον κατ’ αυτού πράξιν δ)το ότι επέδειξεν ειλικρινή μετάνοιαν και επεζήτησε να άρη ή να μειώση τας συνεπείας της πράξεώς του και ε)το ότι επί σχετικώς μακρόν διάστημα χρόνου μετά την πράξιν του ο υπαίτιος συμπεριεφέρθη καλώς. Συρροή λόγων μειώσεως της ποινής Άρθρ.85.-Οσάκις συντρέχουν πλείονες λόγοι μειώσεως της ποινής κατ’ άρθρ. 83 ή οσάκις συντρέχουν εις ή πλείονες τοιούτοι λόγοι μετά ελαφρυντικών περιστάσεων (άρθρ. 84) εφαρμόζεται μόνον άπαξ η κατά το μέτρον του άρθρ. 83 μείωσις της ποινής, εν τη επιμετρήσει της οποίας λαμβάνονται υπ’ όψιν πάντες οι ως άνω λόγοι και ελαφρυντικαί περιστάσεις. Επιβολή θανατικής ποινής Άρθρ.86.-(Καταργήθηκε από το εδάφ. β΄ της παρ. 12 άρθρ. 1 Νόμ. 2207/1194, ΦΕΚ Α΄ 65, κατωτ. αριθ. 30). Υπολογισμός χρόνου προφυλακίσεως Άρθρ.87.-«1.Εκ της καταγνωσθείσης ποινής της ελευθερίας, μετά τον ορισμόν της διαρκείας αυτής, αφαιρείται ο χρόνος της παρ’ ανακριτικής αρχής οιασδήποτε δικαιοδοσίας διαταχθείσης προφυλακίσεως του καταδικασθέντος, ως και ο χρόνος κρατήσεως από της συλλήψεως μέχρι της προφυλακίσεως αυτού. 2.Επί συρρεόντων και συνεκδικαζομένων εγκλημάτων, εκ της καταγνωσθείσης επί τινι εξ αυτών ποινής, αφαιρείται ο χρόνος της εφ’ οιωδήποτε εξ αυτών διαταχθείσης προφυλακίσεως ως και ο κατά το εδαφ. 1 του παρόντος χρόνος κρατήσεως και όταν έτι δια της αποφάσεως εκηρύχθη αθώος του εγκλήματος δι’ ο είχε προφυλακισθή ο καταδικασθείς. 3.Επίσης αφαιρείται ο χρόνος της εν Ψυχιατρείω παραμονής του κατηγορουμένου (άρθρ. 200 Κώδικος Ποινικής Δικονομίας) από της εκδόσεως της αποφάσεως μέχρι του αμετακλήτου αυτής χρόνος της φυλακίσεως αφαιρείται από της ποινής υπό της εντεταλμένης την εκτέλεσιν των δικαστικών αποφάσεων αρχής». Το άρθρ. 87 αντικατεστάθη ως άνω δια του Άρθρον 1 Ουδεμία ποινή άνευ νόμου Ποινή δεν καταγινώσκεται ειμή δι’ εκείνας μόνον τας πράξεις, δι’ ας αύτη δια νόμου ρητώς ωρίσθη προ της τελέσεως αυτών. άρθρ. 1 του Ν.Δ. 4090/1960, κατωτ. αριθ. 12. Υποτροπή «Άρθρ.88.-1.Όποιος καταδικάστηκε για κακούργημα ή εκ δόλου πλημμέλημα σε ποινή στερητική της ελευθερίας που υπερβαίνει τους έξι μήνες και μέσα σε πέντε χρόνια από τη δημοσίευση της αμετάκλητης καταδικαστικής απόφασης, αν έχει καταδικαστεί για πλημμέλημα, και σε 10 χρόνια, αν έχει καταδικαστεί για κακούργημα, τελεί νέο κακούργημα ή εκ δόλου πλημμέλημα, για το οποίο ο νόμος προβλέπει ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών μηνών, βρίσκεται σε υποτροπή. 2.Για τον υπολογισμό της πενταετίας η δεκαετίας δεν λαμβάνεται υπόψη ο χρόνος πραγματικής έκτισης στερητικής της ελευθερίας ποινής ή μέτρου ασφαλείας σε φυλακή ή άλλο σωφρονιστικό ή θεραπευτικό κατάστημα ή ίδρυμα καθώς και ο χρόνος κατά τον οποίο ο καταδικασμένος είναι φυγόποινος». Το άρθρ. 88 αντικαταστάθηκε ως άνω από το άρθρ. 2 Νόμ. 1419/1984, ΦΕΚ Α΄ 28 κατωτ. αριθ. 25. Για την έκταση εφαρμογής των άρθρ. 82 και 88 για την κατάργηση διατάξεων του Π.Κ. και των ειδικών ποινικών νόμων που αποκλείουν ή ρυθμίζουν με άλλο τρόπο τη μετατροπή των στερητικών της ελευθερίας ποινών σε χρηματικές ή πρόστιμα ή που καθορίζουν αλλοιώς την έννοια υποτροπής βλ. άρθρ. 6 Νόμ. 1419/84 κατωτ. αριθ. 25. Ποινή της υποτροπής «Άρθρ.89.-1.Σε περίπτωση υποτροπής η ποινή που προβλέπεται για την πράξη επιβαρύνεται και μπορεί να υπερβεί το ανώτατο όριο που ορίζεται στο νόμο και να φτάσει μέχρι το ανώτατο όριο του είδους της επιβαλλόμενης ποινής. Αν στο νόμο ορίζεται διαζευκτικώς ποινή στερητική της ελευθερίας ή χρηματική επιβάλλεται πάντοτε η πρώτη επιβαρυνόμενη κατά το προηγούμενο εδάφιο. 2.Σε περίπτωση τρίτης και κάθε περαιτέρω υποτροπής, αν για την πράξη απειλείται ποινή φυλάκισις, της οποίας το ανώτατο όριο υπερβαίνει το ένα έτος, επιβάλλεται φυλάκιση τουλάχιστον δεκαοκτώ μηνών. 3.Σε περίπτωση μετατροπής της ποινής φυλάκισης που έχει επιβληθεί σύμφωνα με αυτό το άρθρο, το ποσό της μετατροπής δεν μπορεί να είναι κατώτερο από: α)το διπλάσιο του κατώτατου ορίου του ποσού μετατροπής στην πρώτη υποτροπή, β)το τριπλάσιο του κατώτατου (Αντί για τη σελ. 32,01(β) Σελ. 32,01(γ) Τεύχος 1181-Σελ. 7 Ποινικός Κώδικας 8.A.α.3 ορίου του ποσού μετατροπής στη δεύτερη υποτροπή και γ)το πενταπλάσιο του κατώτατου ορίου του ποσού μετατροπής σε κάθε περαιτέρω υποτροπή». Το άρθρ. 89 αντικαταστάθηκε ως άνω από το άρθρ. 3 Νόμ. 1419/1984 ΦΕΚ Α΄ 28, κατωτ. αριθ. 25. Καθ’ έξιν εγκληματίαι υπότροποι Άρθρ.90.-1.Αν τις καίπερ επανειλημμένως αλλά τουλάχιστον τρις τιμωρηθείς ένεκα κακουργημάτων ή εκ δόλου πηγαζόντων πλημμελημάτων δια ποινών στερητικών της ελευθερίας, ων η μία τουλάχιστον ήτο κάθειρξις, διαπράξη νέον κακούργημα ή εκ δόλου πλημμέλημα, το οποίον εν συνδυασμώ προς τας προηγηθείσας πράξεις αποδεικνύει αυτόν ως καθ’ έξιν ή εξ επαγγέλματος εγκληματίαν, επικίνδυνον εις την δημοσίαν ασφάλειαν, το δικαστήριον, οσάκις η κατά τους όρους του προηγουμένου άρθρου επιβλητέα ποινή είναι πρόσκαιρος κάθειρξις, καταγιγνώσκει κάθειρξιν αορίστου διαρκείας, εκτισμένην εν ιδιαιτέροις κατατήμασιν ή εν ιδιατέροις τμήμασι των φυλακών. Εν τη αποφάσει καθορίζεται μόνον το ελάχιστον όριον διαρκείας της καθείρξεως, όπερ δεν δύναται να είναι κατώτερον των δύο τρίτων του κατά το προηγούμενον άρθρον ανωτάτου ορίου ποινής. 2.Ποιναί στερητικαί της ελευθερίας, καταγνωσθείσαι επί πράξει συνιστώση κατά τους ελληνικούς νόμους κακούργημα ή εκ δόλου πλημμέλημα και αποτιθείσαι εν τη αλλοδαπή εν όλω ή εν μέρει, λαμβάνονται υπ’ όψιν προς εφαρμογήν της άνω ποινής, εξομοιούται δε προς την κάθειρξιν η εν τη ξένη νομοθεσία, ως εκ του περιεχομένου της, πλειότερον ανταποκρινομένη εις ταύτην ποινή της ελευθερίας. Λήξις της αορίστου καθείρξεως Άρθρ.91.-1.Μετά την λήξιν του εν τη αποφάσει κατά το προηγούμενον άρθρον παρ. 1 ορισθέντος ελαχίστου ορίου της καθείρξεως και ακολούθως ανά πάσαν τριετίαν, είτε τη αιτήσει του κρατουμένου, είτε και αυτεπαγγέλτως, εξετάζεται αν δύναται ούτος ν’ απολυθή. Η απόλυσις διατάσσεται, αν ο κρατούμενος κατά το διάστημα της εν ταις φυλακαίς παραμονής του δείξη καλήν διαγωγήν παρέχουσαν την προσδοκίαν, ότι δεν θα περιπέση εις νέον έγκλημα. Περί τούτου μετά γνωμοδότησιν της διευθύνσεως του καταστήματος αποφαίνεται το δικαστήριον των πλημμελειοδικών, εις ου την περιφέρειαν εκτελείται η ποινή. 2.Η απόλυσις είναι πάντοτε υπό όρον, δυναμένη να ανακληθή υπό τους εν άρθρ. 107 παρ. 1 οριζομένους όρους, καθίσταται δε οριστική αν εντός πενταετίας δεν επέλθη ανάκλησις αυτής εφ’ ης εφαρμόζονται αναλόγως αι διατάξεις του άρθρ. 110 παρ. 3, 4 και 5. Σελ. 32,02(γ) Τεύχος 1181-Σελ. 8 3.Πάντως η εν ταις φυλακαίς παραμονή του εις αόριστον κάθειρξιν καταδικασθέντος μετά από την λήξιν του εν τη αποφάσει οριζομένου ελαχίστου ορίου δεν δύναται να διαρκέση πέραν των δέκα πέντε ετών προκειμένου περί πράξεως τιμωρουμένης δια καθείρξεως μέχρι δέκα ετών, πέραν δε των είκοσι ετών εις τας λοιπάς περιπτώσεις. 4.Αν συντρέξη περίπτωσις συρροής κατ’ άρθρ. 97 στοιχ. α΄ το δικαστήριον προσδιορίζει εκ νέου το ελάχιστον όριον της συμφώνως τω άρθρ. 90 παρ. 1 καταγνωστέας ποινής επηυξημένον κατά το εν άρθρ. 94 παρ. 1 μέτρον. Καθ’ έξιν εγκληματίαι ανεξαρτήτως υποτροπής Άρθρ.92.-Ανεξαρτήτως υπάρξεως υποτροπής, αι διατάξεις του άρθρ. 89 παρ. 1 έχουσιν εφαρμογήν και επί των καθ’ έξιν ή εξ επαγγέλματος εγκληματιών. Εάν δε ούτοι είναι επικίνδυνοι εις την δημοσίαν ασφάλειαν και η δια την τελεσθείσαν ή τας τελεσθείσας πράξεις επιβλητέα ποινή είναι πρόσκαιρος κάθειρξις, δύναται να καταγνωσθή κάθειρξις αορίστου διαρκείας της οποίας το ελάχιστον όριον δεν δύναται να είναι κατώτερον του ημίσεος του ανωτάτου ορίου της ποινής, ην επισύρει καθ’ εαυτού ο πράξας, εφαρμοζομένων κατά τα λοιπά των διατάξεων των άρθρ. 90 και 91. Υπότροποι εγκληματίαι εξ αμελείας «Άρθρ.93.-Οι διατάξεις του άρθρ. 89 παρ. 1 εφαρμόζονται επίσης σε περίπτωση καταδίκης σε στερητική της ελευθερίας ποινή τουλάχιστον 6 μηνών για πλημμέλημα από αμέλεια, αν ο υπαίτιος μέσα σε πέντε χρόνια από τη δημοσίευση της αμετάκλητης καταδικαστικής απόφασης εκτελέσει το ίδιο ή συγγενές πλημμέλημα από αμέλεια». Το άρθρ. 93 αντικαταστάθηκε ως άνω από το άρθρ. 4 Νόμ. 1419/1984, ΦΕΚ Α΄ 28 αριθ. 25. 8.A.α.3 Ποινικός Κώδικας ΙΙΙ. Συρροή εγκλημάτων Συνολική ποινή επί ποινών στερητικών της ελευθερίας Άρθρ.94.-1.Κατά του υπαιτίου πλειόνων εγκλημάτων δια πλειόνων πράξεων πραγματωθέντων και τιμωρουμένων εν τω νόμω δια προσκαίρων στερητικών της ελευθερίας ποινών, μετά την επιμέτρησιν τούτων, καταγινώσκεται μία συνολική ποινή αποτελουμένη εκ της βαρυτέρας των συντρεχουσών ποινών επαυξανομένης. Εάν αι συντρέχουσαι ποιναί είναι του αυτού είδους και ίσης διαρκείας, η συνολική ποινή αποτελείται δια της επαυξήσεως μιας τούτων. Η επαύξησις της βαρυτέρας ποινής δι’ εκάστην των λοιπών συντρεχουσών ποινών δεν δύναται να είναι κατωτέρα α)των τεσσάρων μηνών, αν η συντρέχουσα ποινή είναι ανωτέρω των δύο ετών, β)του ενός έτους, αν η ποινή αύτη είναι κάθειρξις μέχρι δέκα ετών και γ)των δύο ετών, αν η ποινή αύτη είναι κάθειρξις ανωτέρω των δέκα ετών. Εν πάση όμως περιπτώσει η επαύξησις δεν δύναται να είναι ανωτέρω των ¾ του αθροίσματος των λοιπών συντρεχουσών ποινών, ουδέ δύναται η συνολική ποινή να υπερβή τα είκοσι πέντε έτη επί καθείρξεως, τα δέκα έτη επί φυλακίσεως και τους έξ μήνας επί κρατήσεως. 2.Εάν τα συρρέοντα εγκλήματα επραγματώθησαν δια μιας πράξεως, το δικαστήριον επαυξάνει ελευθέρως της βαρυτέραν των συντρεχουσών ποινών, αλλ’ ουχί πέραν του ανωτάτου ορίου του είδους αυτής. «Στην περίπτωση του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια κατά συρροή, το δικαστήριο σε εξαιρετικές περιπτώσεις δύναται να επιβάλει συνολική ποινή, σύμφωνα με την παρ.1». Το μέσα σε «» δεύτερο εδάφιο προστέθηκε με το άρθρ.23 νόμ.3346/16-17 Ιουν.2005 (ΦΕΚ Α΄140), τόμ.9 σελ.136,291. «3.Εν η περιπτώσει επί ενός ή πλειόνων εκ των συρρεόντων αδικημάτων, ων αι ποιναί προσεμετρήθησαν κατά τας διατάξεις των προηγουμένων παραγράφων εχώρησεν αμνησία, χάρις, παραγραφή, αναστολή διώξεως, υφ’ όρον απόλυσις, ή αφέθη οπωσδήποτε η ποινή, εξακολουθεί η εκτέλεσις ως προς τας λοιπάς ποινάς, προκαλουμένης δια ταύτας, εάν συντρέχη περίπτωσις, νέας προσμετρήσεως υπό του Εισαγγελέως αυτεπαγγέλτως ή τη αιτήσει του καταδικασθέντος». Η παρ. 3 προσετέθη δια του άρθρ. 2 Ν.Δ. 2493/1953, κατωτ. αριθ. 8. Συντρέχουσαι παρεπόμεναι ποιναί κλπ. Άρθρον 2 Αναδρομική ισχύς του ηπιωτέρου νόμου 1.Εάν από της τελέσεως της πράξεως μέχρι της αμετακλήτου εκδικάσεως αυτής ίσχυσαν πλείονες νόμου εφαρμόζεται ο περιέχων τας ευμενεστέρας δια τον κατηγορούμενον διατάξεις.-2.Εάν δια μεταγενεστέρου νόμου η πράξις εχαρακτηρίσθη ως ανέγκλητος, παύει και η εκτέλεσις της καταγνωσθείσης ποινής μετά των ποινικών επακολούθων αυτής. Άρθρ.95.-Αι παρεπόμεναι ποιναί (άρθρ. 59-64) και τα μέτρα ασφαλείας (άρθρ. 71-76) καταγιγνώσκονται ή δύνανται να καταγνωσθώσι μετά της συνολικής ποινής, αν και εφ’ όσον ο νόμος ορίζη τούτο δι έν των συρρεόντων εγκλημάτων. Συνολική ποινή επί συρροής ποινών εις χρήμα. Άρθρ.96.-1.Εάν συντρέχωσι πλείονες χρηματικαί ποιναί ή πρόστιμα η καταγιγνωσκομένη συνολική ποινή αποτελείται εκ της βαρυτέρας τούτων, επαυξανομένης αναλόγως των οικονομικών όρων του καταδικασθέντος, δεν δύνανται όμως η επαύξησις αύτη να υπερβή τα ¾ του αθροίσματος των λοιπών συντρεχουσών ποινών. Εάν δε συντρέχωσι ποιναί ίσου ποσού, η συνολική ποινή αποτελείται δια της ως άνω επαυξήσεως μιας τούτων. 2.Η διάταξις της παρ. 2 του άρθρ. 94 έχει και ενταύθα εφαρμογήν. Άλλαι περιπτώσεις συνολικής ποινής. Άρθρ.97.-«Αι διατάξεις των άρθρ. 94 παρ. 1 και 96 παρ. 1 έχουν εφαρμογήν και όταν, πριν ή η καταγνωσθείσα επί τινι αξιοποίνω πράξει κατά τινος ποινή αποτιθή ολοσχερώς, παραγραφή ή χαρισθή, επέλθη καταδίκη αυτού δι’ άλλην αξιόποινον πράξιν, οποτεδήποτε τελεσθείσαν». Το άρθρ. 97 αντικατασταθέν δια του άρθρ. 3 Νόμ. 495/1974 (κατωτ. αριθ. 21) αντικατεστάθη εκ νέου ως άνω δια του άρθρ. 2 Νόμ. 410/1976 (κατωτ. αριθ. 22). Επί της προκυπτούσης εκ της συγχωνεύσεως χρηματικών ποινών ωφελείας, επεβλήθη φορολογία 100% δια του άρθρου 3 Νόμ. 2286/1952 (τόμ. 8 σελ. 128,14). Έγκλημα κατ’ εξακολούθησιν Άρθρ.98.-1.Εάν πλείονες πράξεις του αυτού προσώπου συνιστώσιν εξακολούθησιν ενός και του αυτού εγκλήματος, το δικαστήριον δύναται, αντί να εφαρμόση την διάταξιν του άρθρ. 94 παρ. 1, να καταγνώση μίαν και μόνον ποινήν εν τη επιμετρήσει της οποίας λαμβάνεται, υπ’ όψιν το όλον περιεχόμενον των μερικωτέρων πράξεων., (Αντί για τη σελ.32,03) Σελ. 32,03(α) Τεύχος 1398 Σελ. 5 Ποινικός Κώδικας 8.Α.α.3 «2.Η αξία του αντικειμένου της πράξεως και η περιουσιακή βλάβη ή το περιουσιακό όφελος που προκύπτουν από την κατ’ εξακολούθηση τέλεση του εγκλήματος λαμβάνονται συνολικά υπόψη αν ο δράστης απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις του στο αποτέλεσμα αυτό. Στις περιπτώσεις αυτές ο ποινικός χαρακτήρας της πράξεως προσδιορίζεται με βάση τη συνολική αξία του αντικειμένου και τη συνολική περιουσιακή βλάβη ή το συνολικό περιουσιακό όφελος που ανάλογα με το έγκλημα επήλθε ή σκοπήθηκε». To ισχύον κείμενο αριθμήθηκε ως παρ.1 και η μέσα σε «» παρ. 2 προστέθηκε από την παρ. 1.1. του άρθρ. 14 Νόμ. 2721/3-3 Ιουν. 1999 (ΦΕΚ Α΄ 112), κατωτ. αριθ. 38. ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΣΤ΄ Υφ’ όρον αναστολή της ποινής και υφ’ όρον απόλυσις. Υφ’ όρον αναστολή της εκτελέσεως της ποινής Ποινές που αναστέλλονται και διάρκεια της αναστολής Άρθρ.99.-«1.Αν κάποιος που δεν έχει καταδικασθεί αμετακλήτως για κακούργημα ή πλημμέλημα σε περιοριστική της ελευθερίας ποινή ανωτέρα των έξι μηνών, με μία μόνη ή με περισσότερες αποφάσεις που οι ποινές δεν υπερβαίνουν συνολικώς το ανωτέρω όριο, καταδικασθεί σε τέτοια ποινή που δεν υπερβαίνει τα δύο έτη, το δικαστήριο με την απόφασή του διατάσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής για ορισμένο διάστημα, που δεν μπορεί να είναι κατώτερο από τρία και ανώτερο από πέντε έτη, εκτός αν κρίνει με βάση ειδικά μνημονευόμενα στην αιτιολογία στοιχεία ότι η εκτέλεση της ποινής κατά το άρθρ. 82 είναι απολύτως αναγκαία για να αποτρέψει τον κατάδικο από την τέλεση νέων αξιόποινων πράξεων». Η παρ. 1, αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. 3 του άρθρ. 2 του Νόμ. 2479/6-6 Μαΐου 1997 (ΦΕΚ Α΄ 67), κατωτ. αριθ. 34. «2.Αν αλλοδαπός, στον οποίο δεν έχει χορηγηθεί πολιτικό άσυλο, καταδικασθεί σε περιοριστική της ελευθερίας ποινή μέχρι πέντε ετών και διαταχθεί με την ίδια απόφαση η απέλασή του από τη χώρα, το δικαστήριο μπορεί να διατάξει την επ’ αόριστο αναστολή της εκτέλεσης της ποινής κατά παρέκκλιση της προηγούμενης παραγράφου και των άρθρ. 100 έως 102 του παρόντος Κώδικα, οπότε εκτελείται αμέσως η απέλαση. Σελ. 32,04(α) Τεύχος 1398 Σελ. 6 Η αναστολή και η απέλαση δεν κωλύονται από τη μη καταβολή των δικαστικών εξόδων και της χρηματικής ποινής που τυχόν επιβλήθηκε». Η παρ. 2 αντικαταστάθηκε ως άνω από την περίπτ. α΄ παρ. 4 άρθρ. 1 Νόμ. 2408/31 Μαΐου4 Ιουν. 1996 (ΦΕΚ Α΄ 104) (διόρθ. σφαλμ. στο ΦΕΚ Α΄ 158/11-7-1996), κατωτ. αριθ. 32. Σύμφωνα δε με την περίπτ. β΄ της ίδιας παρ. 4 άρθρ. 1 Νόμ. 2408/96, «Αλλοδαποί, που κατά τη δημοσίευση του παρόντος νόμου εκτίουν ποινή φυλάκισης, μπορούν να ζητήσουν από το συμβούλιο πλημμελειοδικών του τόπου έκτισης της ποινής τους την άμεση εφαρμογή της παρ. 2 του άρθρ. 99 του Ποινικού Κώδικα, όπως αντικαταστάθηκε με τον παρόντα νόμο. Η αίτηση αυτή μπορεί να υποβληθεί και αυτεπάγγελτα από τον εισαγγελέα πλημμελειοδικών του τόπου έκτισης της ποινής». «γ. Η αναστολή της εκτέλεσης της ποινής επέρχεται με την πραγματοποίηση της απέλασης του αλλοδαπού από τη χώρα. Στην περίπτωση αυτήν ο χρόνος κράτησής του, σύμφωνα με την παρ. 4 του άρθρ. 74 του Ποινικού Κώδικα, αφαιρείται από την ποινή που έχει ανασταλεί». Το μέσα σε «» εδάφιο τρίτο προστέθηκε από την παρ. 2 άρθρ. 12 Νόμ. 2721/3-3 Ιουν. 1999 (ΦΕΚ Α΄ 112), κατωτ. αριθ. 38. 8.Α.α.3 Ποινικός Κώδικας «3.Ο απελαθείς αλλοδαπός, του οποίου έχει ανασταλεί η ποινή κατά τα ανωτέρω, μπορεί να επιστρέφει στη χώρα με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης αφού περάσει πενταετία από την απέλαση και για ορισμένο χρονικό διάστημα, το οποίο δύναται να παρατείνεται». Η παρ. 3 αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. 4 άρθρ. 20 Νόμ. 2331/1995, ΦΕΚ Α΄ 173, (κατωτ. αριθ. 31). «Ο Υπουργός Δικαιοσύνης δεν δεσμεύεται από το χρονικό περιορισμό του προηγούμενου εδαφ. σε περίπτωση αλλοδαπού ο οποίος έχει τελέσει γάμο με έλληνα υπήκοο, για όσο χρονικό διάστημα διαρκεί ο γάμος, καθώς και σε περίπτωση παλιννοστούντος ελληνικής καταγωγής». Το μέσα « » δεύτερο εδάφιο προστέθηκε από την παρ. 1 άρθρ. 20 Νόμ. 2521/1-1 Σεπτ. 1997, (ΦΕΚ Α΄ 174), κατωτ. αριθ. 35. «Η πιο πάνω απόφαση λαμβάνεται μετά από γνώμη του κατά το άρθρο 74 παράγραφος 3 τριμελούς συμβουλίου.» Το μέσα «» εδάφιο προστέθηκε από την παρ.4 άρθρ.6 Νόμ.3090/24-24 Δεκ.2002 (ΦΕΚ Α΄329), κατωτ.αριθ.41. 4.Ο αλλοδαπός της προηγούμενης παραγράφου, που εισέρχεται ή επιχειρεί να εισέλθει παράνομα στη χώρα, τιμωρείται με ποινή φυλακίσεως τουλάχιστον δύο ετών, η οποία δεν αναστέλλεται με κανέναν τρόπο και εκτελείται αθροιστικώς με την ανασταλείσα ποινή». « 5.Αν ο αλλοδαπός έχει εκτίσει με οποιονδήποτε τρόπο την ποινή του και η απέλασή του που έχει διαταχθεί με δικαστική απόφαση δεν είναι δυνατή, η απέλαση αναστέλλεται με απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου του τόπου έκτισης της ποινής ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα που εποπτεύει το οικείο κατάστημα κράτησης και όπου αυτός δεν υπάρχει του εισαγγελέα που είναι αρμόδιος για την εκτέλεση της ποινής. Κατά τη χορήγηση της αναστολής το δικαστήριο μπορεί να επιβάλλει τους όρους που προβλέπονται στην παράγραφο 2 του άρθρου 100Α ή ορισμένους από αυτούς. Αν εκλείψουν οι λόγοι που επέβαλαν την αναστολή της απέλασης, η απόφαση για τη χορήγησή της ανακαλείται με την ίδια διαδικασία.» Η παρ.5 προστέθηκε από την παρ.5 άρθρ.6 Νόμ.3090/24-24 Δεκ.2002 (ΦΕΚ Α΄329), κατωτ.αριθ.41. Το άρθρ. 99 αντικαταστάθηκε ως άνω από το άρθρ. 3 του Νόμ. 1941/18-18 Μαρτ. 1991 (ΦΕΚ Α΄ 41), Τόμ. 6Β σελ. 667. (Βλέπε σχετικά και τη μεταβατική διάταξη της παρ. 2 άρθρ. 29 του άνω Νόμ. 1941/91 που αφορά τους αλλοδαπούς). Δια του άρθρ. 15 Ν.Δ. 4189/1961 (τόμ. 6Α σελ. 390,09) ωρίσθη ότι δεν επιτρέπεται η υφ’ όρον αναστολή της εκτελέσεως της επιβαλλομένης πονής επί των εν άρθρ. 308 παρ. 1,309,310,330,333,334 και 363 Π.Κ. προβλεπομένων εγκλημάτων εάν ταύτα επράχθησαν κατά Δικαστών, Εισαγγελέων, Δικηγόρων, Συμβολαιογράφων, υπαλλήλων της Γραμματείας των Δικαστηρίων και Εισαγγελιών και Δικαστικών κλητήρων εν τη εκτελέσει των καθηκόντων των ή εξ αφορμής της εκτελέσεων τούτων. Το προβλεπόμενο από το άνω άρθρο χρονικό όριο του ενός έτους αυξήθηκε σε 18 μήνες με το άρθρ. 5 Νόμ. 1419/1984, ΦΕΚ Α΄ 28, κατωτ. αριθ. 25. Το ίδιο άρθρ. όρισε ότι «Διατάξεις του Ποινικού Κώδικα ή ειδικών ποινικών νόμων με εξαίρεση εκείνες του Στρατιωτικού Ποινικού Κώδικα, που αποκλείουν την υφ’ όρον αναστολή της ποινής, καταργούνται». (Αντί για τη σελ. 33(ιβ) Σελ. 33(ιγ) Τεύχος 1357 Σελ. 3 Ποινικός Κώδικας 8.A.α.3 8.A.α.3 Ποινικός Κώδικας «Προϋποθέσεις για τη χορήγηση της αναστολής σε ποινή μεγαλύτερη των δύο και μέχρι τριών ετών» Ο τίτλος του άρθρ. 100, αντικαταστάθηκε ως άνω από το εδάφ. α΄ της παρ. 3, άρθρ. 1 Νόμ. 2207/1994, ΦΕΚ Α΄ 65, (Διόρθ. Σφαλμ. στο ΦΕΚ Α΄ 82/26.5.1994), κατωτ. αριθ. 30. Άρθρον 3 Προσωρινής ισχύος νόμοι Προσωρινής ισχύος νόμοι εφαρμόζονται και μετά την παύσιν της ισχύος αυτών επί πράξεων τελεσθεισών, καθ’ ον χρόνον ούτοι ίσχυον, εφαρμοζομένης κατά τα λοιπά της διατάξεως της § 1 του προηγουμένου άρθρου. Άρθρ.100.-«1.Αν κάποιος καταδικαστεί σε ποινή φυλάκισης μεγαλύτερη των δύο και μέχρι τριών ετών και συντρέχει η προϋπόθεση του άρθρ. 99, το δικαστήριο μπορεί με την απόφασή του να διατάξει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής για ορισμένο διάστημα, που δεν μπορεί να είναι κατώτερο από τρία και ανώτερο από πέντε έτη. Η αναστολή της εκτέλεσης μπορεί να χορηγηθεί αν το δικαστήριο από την έρευνα των περιστάσεων κάτω από τις οποίες τελέστηκε η πράξη και ιδίως των αιτίων της, της προηγούμενης ζωής και του χαρακτήρα του καταδικασμένου κρίνει ότι η εκτέλεση της ποινής δεν είναι αναγκαία για να τον αποτρέψει από την τέλεση άλλων αξιόποινων πράξεων. Στην κρίση του αυτή το δικαστήριο πρέπει ακόμη να λαμβάνει υπόψη και τη διαγωγή του υπαιτίου μετά την πράξη και ιδίως τη μετάνοια που έδειξε και την προθυμία του να επανορθώσει τις συνέπειες της πράξης του». Η παρ. 1, αντικαταστάθηκε ως άνω από το εδάφ. β΄ της παρ. 3 άρθρ.1 Νόμ. 2207/1994, ΦΕΚ Α΄ 65, (Διόρθ. Σφαλμ. στο ΦΕΚ Α΄ 82/26.5.1994), κατωτ. αριθ. 30. 2.Οι δικαιολογούντες την αναστολήν της εκτελέσεως λόγοι δέον να περιέχωνται συγκεκριμένως εν τη αποφάσει. 3.Το δικαστήριον δύναται να εξαρτήση την αναστολήν εκ της προηγουμένης πληρωμής των δικαστικών εξόδων και της επιδικασθείσης τω αδικηθέντι αποζημιώσεως και χρηματικής ικανοποιήσεως, δυνάμενον να ορίση και προθεσμίαν εκπληρώσεως των όρων τούτων. 4.Ο πρόεδρος, απαγγέλλων την περί αναστολής απόφασιν, γνωστοποιεί εις τον καταδικασθέντα τους όρους, υφ’ ους τω παρέχεται αύτη. Αναστολή υπό επιτήρηση Άρθρ.100Α.-«1.Αν κάποιος καταδικαστεί σε ποινή φυλάκισης μεγαλύτερη των τριών και μέχρι πέντε ετών και συντρέχουν οι προϋποθέσεις των άρθρ. 99 και 100 του Ποινικού Κώδικα, το δικαστήριο μπορεί να διατάξει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής υπό όρους και υπό την επιμέλεια και επιτήρηση επιμελητή κοινωνικής αρωγής, για χρονικό διάστημα που δεν μπορεί να είναι κατώτερο από τρία και ανώτερο από πέντε έτη». Η παρ. 1, αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. 4 άρθρ. 1 Νόμ. 2207/1994, ΦΕΚ Α΄ 65 (κατωτ. αριθ. 30). 2.Οι όροι, εκτός από αυτούς που αναφέρονται στο άρθρ. 100 παρ. 3, μπορεί να αφορούν τον τρόπο διαβίωσης και τον τόπο διαμονής του καταδικασμένου. Οι όροι αυτοί μπορεί να συνίστανται ιδίως: α)στην απαγόρευση απομάκρυνσης του καταδικασμένου χωρίς άδεια από το συνήθη τόπο διαμονής του ή από άλλον τόπο που θα ορίσει το δικαστήριο. Η άδεια απομάκρυνσης του καταδικασμένου χωρίς άδεια από το συνήθη τόπο διαμονής του ή από άλλον τόπο που θα ορίσει το δικαστήριο. Η άδεια απομάκρυνσης, που πρέπει να είναι έγγραφη και προσωρινής ισχύος, χορηγείται στον καταδικασμένο από τον εισαγγελέα πλημμελειοδικών, μετά από πρόταση του επιμελητή κοινωνικής αρωγής, αποκλειστικά για λόγους εργασίας, σπουδών, υγείας ή οικογενειακούς, β)στην αφαίρεση διαβατηρίου ή άλλου ισοδύναμου ταξιδιωτικού εγγράφου και την απαγόρευση εξόδου από τη χώρα, εκτός αν έχει χορηγηθεί και στην περίπτωση αυτήν, κατά τα αναφερόμενα υπό στοιχ. (α), άδεια εξόδου, η οποία δεν μπορεί να υπερβαίνει τον ένα μήνα, γ)στην υποχρέωση του καταδικασμένου να εμφανίζεται κατά τακτά χρονικά διαστήματα στις αστυνομικές αρχές του τόπου όπου διαμένει ή στα γραφεία της υπηρεσίας επιμελητών κοινωνικής αρωγής. δ)στην αφαίρεση της άδειας οδήγησης για ορισμένο χρονικό διάστημα 1 έως 5 ετών, αν η πράξη του συνιστά παράβαση των καθηκόντων του ως οδηγού οχήματος. ε)στην απαγόρευση να συναναστρέφεται ορισμένα πρόσωπα, στ)στην εκπλήρ …
Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.