📄 Κείμενο νόμου
41. ΝΟΜΟΣ υπ’ αριθ. 1756 της 24/26 Φεβρ. 1988 (ΦΕΚ Α΄ 35) Κώδικας οργανισμού δικαστηρίων και κατάσταση δικαστικών λειτουργών. Εκδίδουμε τον ακόλουθο νόμο που ψήφισε η Βουλή: Άρθρο πρώτο Κυρώνεται ο Κώδικας οργανισμού δικαστηρίων και κατάστασης δικαστικών λειτουργών, που συντάχθηκε από την Ειδική Νομοπαρασκευαστική Επιτροπή, που συγκροτήθηκε σύμφωνα με το άρθρο 8 παρ. 1 περίπτ. α΄ του ν. 1649/86 και με την 101938/86 απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης. Τμήμα πρώτο ΟΡΓ ΑΝΙΣΜΟΣ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΩΝ ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ Γενικές διατάξεις. Κεφάλαιο Α΄ Έκταση εφαρμογής-ίδρυση, συγχώνευση, κατάργηση, περιφέρεια και έδρα δικαστηρίων. άρθρ. 1 Νόμ. 1868/10-10 Οκτ. 1989 (ΦΕΚ Α΄ 230), κατωτ. αριθ. 45. 6.Β.α.41 Οργανισμός των Δικαστηρίων άρθρ. 7 Νόμ. 2993/22-26 Μαρτ. 2002 (ΦΕΚ Α΄58) κατωτ. αριθ. 72. «8.Σε Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου προάγεται με αίτησή του Εισαγγελέας Εφετών». «9.Σε Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου προάγεται Αρεοπαγίτης με δύο τουλάχιστον έτη υπηρεσίας στο βαθμό αυτόν». 10.Σε πρόεδρο του Αρείου Πάγου προάγεται αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου ή αρεοπαγίτης που έχει τέσσερα τουλάχιστον έτη υπηρεσίας αρεοπαγίτη. «11.Σε Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου προάγεται Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου και Αρεοπαγίτης ή Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου με δύο τουλάχιστον έτη υπηρεσίας στους βαθμούς αυτούς». 12.Η προαγωγή στους βαθμούς του προέδρου και εισαγγελέα πρωτοδικών, του εφέτη και αντεισαγγελέα εφετών γίνεται κατ’ εκλογή. 13.Η προαγωγή στους βαθμούς του αρεοπαγίτη, του αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, του προέδρου και εισαγγελέα εφετών γίνεται μόνο κατ’ απόλυτη εκλογή. 14.Αυτοί που προάγονται με την ίδια απόφαση διατηρούν τη μεταξύ τους σειρά αρχαιότητας. Οι παρ. 8, 9 και 11 αντικαταστάθηκαν ως άνω από το άρθρ. 4 Νόμ. 3472/4-4 Ιουλ. 2006 (ΦΕΚ Α΄ 135), κατωτ. αριθ. 79. «Άρθρ.77Α.-1.Στη θέση ειρηνοδίκη Δ΄ τάξεως διορίζεται αυτός που πέτυχε σε διαγωνισμό για πρόσληψη ειρηνοδικών. Ο διαγωνισμός γίνεται από επιτροπή, που αποτελείται από τον πρόεδρο του Αρείου Πάγου ή τον υπ’ αυτού οριζόμενο αντιπρόεδρο, από τον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου ή τον υπ’ αυτού οριζόμενο αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, από έναν αρεοπαγίτη που ορίζει με τον αναπληρωτή του η ολομέλεια του Αρείου Πάγου και δυο καθηγητές του Νομικού Τμήματος του Πανεπιστημίου Αθηνών, έναν του εμπορικού και έναν του αστικού ή του αστικού δικονομικού δικαίου, που ορίζει με τους αναπληρωτές τους η Γενική Συνέλευση του Νομικού Τμήματος. Της επιτροπής προεδρεύει ο πρόεδρος ή ο εισαγγελέας ή ο αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου. Χρέη γραμματέα της επιτροπής εκτελεί ο γραμματέας της εισαγγελίας του Αρείου Πάγου ή ο νόμιμος αναπληρωτής του. (Αντί για τη σελ. 134,02(α1) Σελ. 134,021(β) Τεύχος Σελ. Οργανισμός των Δικαστηρίων 6.Β.α.41 6.Β.α.41 Οργανισμός των Δικαστηρίων 2.Γίνονται δεκτοί στο διαγωνισμό όσοι έχουν συμπληρώσει το 25ο και δεν έχουν υπερβεί το 35ο έτος της ηλικίας τους, πληρούν τις λοιπές προϋποθέσεις για το διορισμό τους ως δικαστικών λειτουργών κατά τον Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και κατάστασης δικαστικών λειτουργών και: α)είναι δικηγόροι ή β)έχουν διατελέσει δικηγόροι ή γ)είναι οποιουδήποτε βαθμού και κλάδου υπάλληλοι της γραμματείας των δικαστηρίων και εισαγγελιών και έχουν συμπληρώσει δύο έτη υπηρεσίας μετά τη λήψη πτυχίου νομικού τμήματος πανεπιστημίου ή ένα έτος, εφ’ όσον έχουν τριετή συνολική υπηρεσία δικαστικού υπαλλήλου ή δ)είναι ασκούμενοι δικηγόροι επί ένα τουλάχιστον έτος ή ε)είναι πτυχιούχοι νομικού τμήματος ανώτατου εκπαιδευτικού ιδρύματος της ημεδαπής ή ισότιμου της αλλοδαπής, εφ’ όσον είναι κάτοχοι διδακτορικού διπλώματος νομικών ή πολιτικών επιστημών ή κάτοχοι διπλώματος μεταπτυχιακών νομικών σπουδών που απονέμεται από ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα της ημεδαπής ή ισότιμο της αλλοδαπής μετά από παρακολούθηση τουλάχιστον ενός έτους μεταπτυχιακών μαθημάτων και εξετάσεις και στ)κάτοχοι πτυχίου αμφοτέρων των τμημάτων της Νομικής Σχολής (πολιτικού και νομικού), εφ’ όσον τουλάχιστον το ένα από τα πτυχία αυτά έχουν λάβει με βαθμό τουλάχιστον λίαν καλώς. Ο διαγωνισμός περιλαμβάνει γραπτή και προφορική εξέταση στα εξής μαθήματα: α)αστικό δίκαιο, β)εμπορικό δίκαιο, γ)πολιτική δικονομία, δ)ποινικό δίκαιο, ε)ποινική δικονομία και στ)στοιχεία ευρωπαϊκού κοινοτικού δικαίου. 3.Για τους επιτυχόντες καταρτίζεται κατά σειρά επιτυχίας πίνακας, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και ισχύει από τη δημοσίευσή του μέχρι της 31ης Δεκεμβρίου του επόμενου έτους. Οι επιτυχόντες διορίζονται κατά τη σειρά αναγραφής τους στον πίνακα αυτόν και τοποθετούνται στις κενές ή κενούμενες κατά τη διάρκεια της ισχύος του πίνακα θέσεις ειρηνοδικών με προεδρικό δ/γμα. 4.Με προεδρικό δ/γμα, που εκδίδεται με πρόταση του Υπουργού της Δικαιοσύνης, καθορίζεται ο τρόπος προκηρύξεως και διενέργειας του διαγωνισμού, οι αναγκαίες δημοσιεύσεις, ο έλεγχος των προσόντων των υποψηφίων, ο βαθμός που πρέπει να λάβει ο υποψήφιος για να θεωρηθεί επιτυχών, ο συντελεστής βαθμολογίας κάθε μαθήματος, η εξαγωγή των αποτελεσμάτων, η σειρά επιτυχίας σε περίπτωση ισοβαθμίας και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια. Μέχρις εκδόσεως του δ/τος αυτού εφαρμόζονται αναλόγως οι κείμενες διατάξεις για τους διαγωνισμούς παρέδρων πρωτοδικείων και εισαγγελιών. Άρθρ.77Β.-1.Οι διοριζόμενοι ειρηνοδίκες Δ΄ τάξεως διανύουν δοκιμαστική υπηρεσία ενός έτους ως δόκιμοι. 2.Οι δόκιμοι ειρηνοδίκες από του διορισμού τους υποβάλλονται σε εξάμηνη ειδική άσκηση στο πρωτοδικείο, στην περιφέρεια του οποίου περιλαμβάνεται το ειρηνοδικείο της τοποθετήσεώς τους και διατελούν υπό την άμεση ευθύνη και εποπτεία του προέδρου πρωτοδικών, χρησιμοποιούμενοι διαδοχικώς σε όλα τα τμήματα και σε όλες τις αρμοδιότητες του πρωτοδικείου, ως αναπληρωτές πρωτοδικών σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις αναπλήρωσης πρωτοδικών με ειρηνοδίκες. Χρησιμοποιούνται επίσης ως β΄ ανακριτικοί υπάλληλοι για έναν τουλάχιστο μήνα, με την υποχρέωση να παρακολουθούν και τη λειτουργία εν γένει της γραμματείας του πρωτοδικείου και των ειρηνοδικείων και πταισματοδικείων που βρίσκονται στην έδρα του. 3.Κατά τους δύο τελευταίους μήνες της άσκησης ο πρόεδρος πρωτοδικών μπορεί να αναθέσει στο δόκιμο ειρηνοδίκη, με ειδική κάθε φορά παραγγελία, την εκτέλεση καθηκόντων ειρηνοδίκη και πταισματοδίκη στα ειρηνοδικεία και πταισματοδικεία της περιφέρειας και της έδρας του πρωτοδικείου. 4.Με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης η ειδική άσκηση στο πρωτοδικείο του δόκιμου ειρηνοδίκη παρατείνεται για δύο ακόμη μήνες μετά από γνώμη της ολομέλειας του οικείου πρωτοδικείου, η οποία προκαλείται από τον πρόεδρο του πριν να συμπληρωθεί το εξάμηνο, εάν διαπιστωθεί ότι η επίδοση δεν κρίνεται απολύτως επαρκής για την ικανοποιητική άσκηση των καθηκόντων του ειρηνοδίκη. «Μετά τη συμπλήρωση της κανονικής ή συμπληρωματικής άσκησης στο πρωτοδικείο, οι δόκιμοι ειρηνοδίκες υποχρεούνται να εμφανισθούν μέσα σε δεκαπέντε ημέρες στο ειρηνοδικείο της πόλης όπου εδρεύει το πρωτοδικείο, στην περιφέρεια του οποίου υπάγεται το ειρηνοδικείο στο οποίο έχουν τοποθετηθεί». Το μέσα σε «» εδάφιο αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. 1 άρθρ. 3 Νόμ. 3472/4-4 Ιουλ. 2006 (ΦΕΚ Α΄ 135), κατωτ. αριθ. 79. Σύμφωνα δε με την παρ. 3 ίδιου άρθρ. Νομ. 3472/2006, η άνω διάταξη ισχύει από τη 16 η Σεπτ. 2006 . (Αντί για τη σελ. 135(δ) Σελ. 135(ε) Τεύχος Σελ. Οργανισμός των Δικαστηρίων 6.Β.α.41 5.Μετά τη συμπλήρωση της δοκιμαστικής υπηρεσίας οι δόκιμοι ειρηνοδίκες διορίζονται με προεδρικό δ/γμα, που εκδίδεται με πρόταση του Υπουργού Δικαιοσύνης, ύστερα από απόφαση του Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου, η οποία, μετά από γνώμη της ολομέλειας του οικείου πρωτοδικείου, διαπιστώνει ότι ο κρινόμενος έχει την αναγκαία επιστημονική κατάρτιση και την ικανότητα προσαρμογής στις απαιτήσεις της αποστολής του ειρηνοδίκη, καθώς και την επιμέλεια, το χαρακτήρα και το ήθος που αρμόζουν σε δικαστικό λειτουργό. Με όμοιο προεδρικό δ/γμα απολύονται υποχρεωτικώς της υπηρεσίας όσοι κρίνονται μη ικανοί. 6.Οι δόκιμοι ειρηνοδίκες λαμβάνουν τις αποδοχές του ειρηνοδίκη Δ΄ τάξεως». Τα άρθρ. 77Α και 77Β, προστέθηκαν από το άρθρ. 10 Νόμ. 1968/10-11 Οκτ. 1991 (ΦΕΚ Α΄ 150), κατωτ. αριθ. 49. ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΕ΄. Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο πολιτικής και ποινικής δικαιοσύνης. Άρθρο 78. Συγκρότηση, αρμοδιότητα, λειτουργία. 1.Το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο πολιτικής και ποινικής δικαιοσύνης αποφασίζει για το διορισμό των πρωτοδικών «αντεισαγγελέων πρωτοδικών και ειρηνοδικών» και για τις τοποθετήσεις, μεταθέσεις, αποσπάσεις και προαγωγές γενικά των δικαστικών λειτουργών της πολιτικής και ποινικής δικαιοσύνης. Επίσης αποφασίζει, γνωμοδοτεί ή προτείνει και σε κάθε άλλη περίπτωση που ορίζεται από το νόμο. Η μέσα στα «» φράση αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. 1 άρθρ. 11 Νόμ. 1968/10-11 Οκτ. 1991 (ΦΕΚ Α΄ 150), κατωτ. αριθ. 49. «2.Το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο Πολιτικής και Ποινικής Δικαιοσύνης εδρεύει στο κατάστημα του Αρείου Πάγου. Συγκροτείται από ένδεκα μέλη, εκτός αν πρόκειται για προαγωγή στο βαθμό του αρεοπαγίτη, αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, προέδρου και εισαγγελέα εφετών, οπότε συγκροτείται από δεκαπέντε μέλη. Τακτικά μέλη του Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου είναι ο Πρόεδρος και ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου και κατά περίπτωση εννέα ή δεκατρία μέλη που ορίζονται με κλήρωση. Δύο μέλη του Συμβουλίου είναι αντεισαγγελείς του Αρείου Πάγου. Στο Συμβούλιο μετέχουν χωρίς ψήφο δύο πρόεδροι εφετών ή δύο εισαγγελείς εφετών, αν πρόκειται για θέματα υπηρεσιακών μεταβολών Σελ. 136(ε) Τεύχος Σελ. προέδρων εφετών και εφετών ή εισαγγελέων και αντεισαγγελέων εφετών αντιστοίχως ή δύο εφέτες ή δύο αντεισαγγελείς εφετών αν πρόκειται για θέματα υπηρεσιακών μεταβολών δικαστών ή εισαγγελέων με βαθμό κατώτερο του εφέτη ή αντεισαγγελέα εφετών, που ορίζονται με κλήρωση. Οι μετέχοντες χωρίς ψήφο δικαιούνται να διατυπώσουν τη γνώμη τους για το κρινόμενο ζήτημα, οφείλουν δε να αποχωρήσουν πριν από την έναρξη της ψηφοφορίας. 3.Η κλήρωση των μελών του Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου πολιτικής και ποινικής δικαιοσύνης γίνεται από το πρώτο τμήμα του Αρείου Πάγου στην πρώτη δημόσια συνεδρίαση του Δεκεμβρίου μεταξύ των αντιπροέδρων, των αρεοπαγιτών και των αντεισαγγελέων του Αρείου Πάγου που έχουν τουλάχιστον δύο έτη υπηρεσίας στο βαθμό του αρεοπαγίτη ή του αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου όταν αρχίζει η θητεία τους ως μελών του Συμβουλίου. Στην ίδια συνεδρίαση γίνεται η κλήρωση των χωρίς ψήφο προέδρων και εισαγγελέων εφετών και των εφετών και αντεισαγγελέων εφετών των εφετείων και των εισαγγελιών εφετών Αθηνών και Πειραιώς, από τους οποίους οι εφέτες και οι αντεισαγγελείς εφετών έχουν τουλάχιστον δύο έτη υπηρεσίας στο βαθμό του εφέτη ή του αντεισαγγελέα εφετών όταν αρχίζει η θητεία τους, ως μελών του Συμβουλίου. 4.Για την κλήρωση χρησιμοποιούνται ως κλήροι σφαιρίδια αδιαφανή. Αμέσως πριν από τη διενέργεια της κλήρωσης το τμήμα συνέρχεται σε συμβούλιο προκειμένου να τοποθετηθούν στα σφαιρίδια, αφού προηγουμένως επιδειχθούν σε όλα τα μέλη του συμβουλίου, τα ονόματα των μελών των δικαστηρίων και των εισαγγελιών που έχουν τα απαιτούμενα προσόντα συμμετοχής στην κλήρωση και ακολούθως τα σφαιρίδια τοποθετούνται στις 6.Β.α.41 Οργανισμός των Δικαστηρίων οικείες κληρωτίδες. Κατά τη δημόσια συνεδρίαση η κλήρωση διεξάγεται σε έξι στάδια και από ισάριθμες κληρωτίδες. Κατά το πρώτο στάδιο ο πρόεδρος εξάγει από την κληρωτίδα με τους αντιπροέδρους και τους αρεοπαγίτες δεκαέξι σφαιρίδια με τα ονόματα των κληρωθέντων, από τους οποίους οι επτά και ένδεκα πρώτοι κατά τη σειρά της κλήρωσης αποτελούν κατά περίπτωση τα τακτικά και οι υπόλοιποι τα αναπληρωματικά μέλη του συμβουλίου. Κατά το δεύτερο στάδιο ο πρόεδρος εξάγει από την κληρωτίδα με τους αντεισαγγελείς του Αρείου Πάγου τέσσερα σφαιρίδια με τα ονόματα των κληρωθέντων από τους οποίους οι δύο πρώτοι κατά τη σειρά της κλήρωσης αποτελούν τα τακτικά και οι υπόλοιποι τα αναπληρωματικά μέλη του συμβουλίου. Με τον ίδιο τρόπο γίνεται ακολούθως η κλήρωση από τις οικείες κληρωτίδες έξι προέδρων εφετών, έξι εισαγγελέων εφετών, έξι εφετών και έξι αντεισαγγελέων εφετών από τους οποίους οι δύο πρώτοι κατά τη σειρά της κλήρωσης αποτελούν κατά περίπτωση τακτικά χωρίς ψήφο μέλη του συμβουλίου και οι υπόλοιποι αναπληρωματικά χωρίς ψήφο μέλη του συμβουλίου. Τα τακτικά μέλη αναπληρώνονται από τα αναπληρωματικά κατά τη σειρά της κλήρωσης. Μετά την εξαγωγή κάθε σφαιριδίου ο πρόεδρος εκφωνεί το όνομα του κληρωθέντος το οποίο επιδεικνύει στα λοιπά μέλη του τμήματος. Για όλα τα στάδια της κλήρωσης συντάσσεται πρακτικό που διαβιβάζεται στο Υπουργείο Δικαιοσύνης». Οι παρ. 2, 3 και 4 αντικαταστάθηκαν ως άνω από την παρ. 1 άρθρ. 8 Νόμ. 2993/22-26 Μαρτ. 2002 (ΦΕΚ Α΄ 58), κατωτ. αριθ. 72. 5.Αυτοί που κληρώνονται γίνονται τακτικά ή αναπληρωματικά μέλη του Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου χωρίς καμιά άλλη διατύπωση. Η θητεία τους αρχίζει την 1η Ιανουαρίου και λήγει την 31η Δεκεμβρίου του επόμενου από την κλήρωση έτους. 6.Για την αντικατάσταση τακτικών ή αναπληρωματικών μελών που αποχώρησαν από την υπηρεσία γίνεται συμπληρωματική κλήρωση. «7.Η κλήρωση γίνεται σε δημόσια συνεδρίαση του πρώτου τμήματος του Αρείου Πάγου. Σε αυτή μετέχουν ομοιόβαθμοι των αντικαθισταμένων κατά τα οριζόμενα στις παραγράφους 2 και 3, οι οποίοι δεν αποτελούν ήδη τακτικά ή αναπληρωματικά μέλη του Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου. Για τη διαδικασία και την κλήρωση εφαρμόζεται η παράγραφος 4. Ο πρόεδρος εξάγει από την κληρωτίδα τόσα σφαιρίδια όσα είναι τα τακτικά ή τα αναπληρωματικά μέλη που αντικαθίστανται. Αυτοί που κληρώνονται γίνονται τακτικά ή αναπληρωματικά μέλη του Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου χωρίς καμία άλλη διατύπωση και η θητεία τους λήγει μαζί με τη θητεία των λοιπών μελών. 8.Όταν απουσιάζουν, κωλύονται ή ελλείπουν ο Πρόεδρος ή ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, καλούνται ως μέλη του Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου οι νόμιμοι αναπληρωτές τους. Αν οι αναπληρωτές είναι τακτικά μέλη του συμβουλίου, αναπληρώνονται από αντίστοιχα αναπληρωματικά». Οι παρ. 7 και 8 αντικαταστάθηκαν ως άνω από την παρ. 1 άρθρ. 8 Νόμ. 2993/22-26 Μαρτ. 2002 (ΦΕΚ Α΄58) κατωτ. αριθ. 72. 9.Ο πρόεδρος του Αρείου Πάγου προεδρεύει στο Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο. Αν απουσιάζει, κωλύεται ή ελλείπει, προεδρεύει ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου. Αν και αυτός απουσιάζει, κωλύεται ή ελλείπει, προεδρεύει ο αναπληρωτής του προέδρου. 10.Όσα ισχύουν για την εξαίρεση των μελών του Αρείου Πάγου εφαρμόζονται και για την εξαίρεση των μελών του Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου. 11.Καθήκοντα γραμματέα του Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου εκτελεί ο γραμματέας του Αρείου Πάγου και, σε περίπτωση απουσίας ή κωλύματος, ο νόμιμος αναπληρωτής του. Κατά τη συνεδρίαση του Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου καθήκοντα γραμματέα εκτελεί ο οριζόμενος από τον πρόεδρο υπάλληλος της γραμματείας. (Μετά τη σελ. 136(δ) Σελ. 136,001 Τεύχος 1380 Σελ. 71 Οργανισμός των Δικαστηρίων 6.Β.α.41 6.Β.α.41 Οργανισμός των Δικαστηρίων Αποφάσεις, διαφωνία, προσφυγή. Άρθρ.79.-Ως προς τη λειτουργία και τις αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστικού Συμβουλίου πολιτικής και ποινικής δικαιοσύνης, τη διαφωνία του Υπουργού, την προσφυγή του ενδιαφερομένου κλπ. ισχύουν αναλόγως οι διατάξεις του άρθρου 68 με τις εξής παραλλαγές: α)Στην παράγραφο 3, καλούνται για παροχή πληροφοριών και στοιχείων, εκτός από τους προϊσταμένους του κρινομένου προέδρους ή εισαγγελείς εφετών και πρωτοδικών, και οι αντεισαγγελείς του Αρείου Πάγου, έστω και αν δεν έχουν την ιδιότητα του επιθεωρητή. Επίσης, η ενέργεια ειδικής εξέτασης ή επιθεώρησης μπορεί να ανατεθεί και σε αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου. β)Στην παράγραφο 4, η παραπομπή αντί στο άρθρο 34 παρ. 3 και 4 του ν. δ. 170/1973 γίνεται στο άρθρο 302 παράγραφος 2 του κώδικα πολιτικής δικονομίας. «γ.Στην παράγραφο 9 προστίθεται το εξής εδάφιο: «Στην Ολομέλεια του Αρείου Πάγου ως δευτεροβάθμιο ανώτατο δικαστικό συμβούλιο πολιτικής και ποινικής δικαιοσύνης μετέχουν ο Εισαγγελέας και οι αντεισαγγελείς του Αρείου Πάγου. Στην ίδια Ολομέλεια, όταν πρόκειται για προαγωγή, τοποθέτηση, μετάθεση, μετάταξη ή απόσπαση δικαστικών λειτουργών, μετέχουν χωρίς ψήφο οι πρόεδροι εφετών, οι εισαγγελείς εφετών, οι εφέτες ή οι αντεισαγγελείς εφετών που μετέχουν κατά περίπτωση στο Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο πολιτικής και ποινικής δικαιοσύνης, οι οποίοι δικαιούνται να διατυπώσουν τη γνώμη τους για το κρινόμενο ζήτημα, οφείλουν δε να αποχωρήσουν πριν από την έναρξη της ψηφοφορίας.» Το μέσα σε «» εδάφιο με στοιχ. γ΄ αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. 2 άρθρ. 8 Νόμ. 2993/22-26 Μαρτ. 2002 (ΦΕΚ Α΄58), κατωτ. αριθ. 72. ΜΕΡΟΣ ΤΡΙΤΟ Επιθεώρηση δικαστηρίων και δικαστικών λειτουργών. Κεφάλαιο ΙΣΤ' Πολιτικά και ποινικά δικαστήρια. Συμβούλιο και 'Οργανα Επιθεώρησης «'Αρθρ.80.-1.Α. Το Συμβούλιο Επιθεώρησης των πολιτικών και ποινικών δικαστηρίων και των δικαστικών λειτουργών εποπτεύει την επιθεώρηση και αποτελείται από έναν αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, ως πρόεδρο, έναν αρεοπαγίτη και έναν αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου. Ο αντιπρόεδρος, ως τακτικό μέλος της επιθεώρησης, απαλλάσσεται από κάθε άλλη υπηρεσία κατά το χρονικό διάστημα που μετέχει στο Συμβούλιο Επιθεώρησης, με εξαίρεση τη συμμετοχή του στη μείζονα Ολομέλεια του Αρείου Πάγου και στο Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο. Β. Την επιθεώρηση ενεργούν: α) στα εφετεία, στα πρωτοδικεία και στις αντίστοιχες εισαγγελίες, καθώς και στα ειρηνοδικεία και τα πταισματοδικεία, αρεοπαγίτες και αντεισαγγελείς του Αρείου Πάγου, β) στα πρωτοδικεία, στα ειρηνοδικεία και στα πταισματοδικεία, και οι πρόεδροι εφετών, στις δε εισαγγελίες πρωτοδικών και στα πταισματοδικεία, ως προς το προανακριτικό έργο, και οι εισαγγελείς εφετών, γ) στις γραμματείες των παραπάνω δικαστηρίων και εισαγγελιών, οι πρόεδροι και εισαγγελείς εφετών της οικείας περιφέρειας και οι πρόεδροι και εισαγγελείς πρωτοδικών, αντίστοιχα. 2.Ο πρόεδρος και τα μέλη του Συμβουλίου Επιθεώρησης και οι επιθεωρητές αρεοπαγίτες και αντεισαγγελείς του Αρείου Πάγου ορίζονται με τους αναπληρωματικούς τους, κατόπιν κληρώσεως, που διεξάγεται κατά το μήνα Ιούνιο ενώπιον του Α΄ Τμήματος του Αρείου Πάγου (1η Σύνθεση). Για την επιλογή του προέδρου του Συμβουλίου Επιθεώρησης, τοποθετούνται σε μία κληρωτίδα τα ονόματα των αντιπροέδρων του Αρείου Πάγου. Για την επιλογή των μελών του Συμβουλίου Επιθεώρησης και των επιθεωρητών, η Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, η οποία συνέρχεται με πρόσκληση του προέδρου το μήνα Μάιο, ορίζει από τους έχοντες διετή υπηρεσία αριθμό διπλάσιο του απαιτουμένου για το σύνολο των μελών του Συμβουλίου Επιθεώρησης και των επιθεωρητών. Σε περίπτωση κατά την οποία δεν υπάρχει επαρκής αριθμός μελών του Αρείου Πάγου με διετή υπηρεσία, επιτρέπεται να ορισθούν ως επιθεωρητές και οι έχοντες υπηρεσία ενός έτους. 3.Η κλήρωση της προηγούμενης παραγράφου διενεργείται χωριστά για τα μέλη του Συμβουλίου Επιθεώρησης, τους επιθεωρητές των πολιτικών και ποινικών δικαστηρίων και τους επιθεωρητές εισαγγελιών, ανάλογα με τον κλάδο από τον οποίο προέρχονται τα μέλη του Συμβουλίου Επιθεώρησης και οι επιθεωρητές. (Αντί για τη σελ. 136,01(η) Σελ. 136,01(θ) Τεύχος Σελ. Οργανισμός των Δικαστηρίων 6.Β.α.41 4.Δεν μπορούν να ορισθούν τακτικά ή αναπληρωματικά μέλη του Συμβουλίου Επιθεώρησης ή επιθεωρητές όσοι άσκησαν καθήκοντα στις αντίστοιχες θέσεις κατά την αμέσως προηγούμενη περίοδο. 5.Για την κλήρωση χρησιμοποιούνται αδιαφανή σφαιρίδια. Αμέσως πριν από τη διενέργεια της κλήρωσης, το Τμήμα συνέρχεται σε συμβούλιο, προκειμένου να τοποθετηθούν οι κλήροι στα σφαιρίδια, αφού προηγουμένως επιδειχθούν σε όλα τα μέλη του τμήματος οι κλήροι με τα ονόματα των αντιπροέδρων, των αρεοπαγιτών και των αντεισαγγελέων του Αρείου Πάγου. Κατά τη δημόσια συνεδρίαση, που διεξάγεται αμέσως μετά, ο πρόεδρος εξάγει δύο (2) σφαιρίδια από την πρώτη κληρωτίδα, που περιέχει τα ονόματα των αντιπροέδρων, δεκατρία (13) σφαιρίδια από τη δεύτερη κληρωτίδα, που περιέχει τα ονόματα των αρεοπαγιτών που έχουν ορισθεί από την Ολομέλεια, και πέντε (5) σφαιρίδια από την τρίτη κληρωτίδα, που περιέχει τα ονόματα των αντεισαγγελέων που έχουν ορισθεί από την Ολομέλεια. Μετά την εξαγωγή του κλήρου από κάθε σφαιρίδιο, ο πρόεδρος εκφωνεί το όνομα του κληρωθέντος και επιδεικνύει τον κλήρο με το όνομα του κληρωθέντος στα λοιπά μέλη του τμήματος. Από τους κληρωθέντες της πρώτης κληρωτίδας, ο πρώτος αντιπρόεδρος κατά τη σειρά κλήρωσης αποτελεί το τακτικό και ο δεύτερος το αναπληρωματικό μέλος του Συμβουλίου Επιθεώρησης. Από τους κληρωθέντες της δεύτερης κληρωτίδας, οι δύο (2) αρχαιότεροι αποτελούν τα μέλη του Συμβουλίου Επιθεώρησης, ο πρώτος το τακτικό και ο δεύτερος το αναπληρωματικό μέλος, οι υπόλοιποι οκτώ (8), κατά τη σειρά κληρώσεως, αποτελούν τους επιθεωρητές των περιφερειών της Επιθεώρησης, και οι επόμενοι τρεις (3) είναι οι αναπληρωματικοί τους. Από τους κληρωθέντες της τρίτης κληρωτίδας ο πρώτος αποτελεί το τακτικό μέλος του Συμβουλίου Επιθεώρησης, ο δεύτερος τον αναπληρωτή του, οι δύο επόμενοι τους επιθεωρητές της Γ’ και Δ’ περιφέρειας επιθεώρησης αντίστοιχα, και ο επόμενος είναι ο αναπληρωματικός τους. Για την κλήρωση συντάσσεται πρακτικό που διαβιβάζεται στο Υπουργείο Δικαιοσύνης. 6.Η θητεία των μελών του Συμβουλίου Επιθεώρησης και των επιθεωρητών είναι ετήσια. Αρχίζει τη 16η Σεπτεμβρίου του έτους κατά το οποίο γίνεται η επιλογή και λήγει τη 15η Σεπτεμβρίου του επόμενου έτους. Σε περίπτωση θανάτου, κωλύματος ή αποχώρησης του Προέδρου ή μέλους του Συμβουλίου, τη θέση του καταλαμβάνει ο αναπληρωτής του και μόνο για το υπόλοιπο της θητείας του. Σελ. 136,02(θ) Τεύχος Σελ. 7.Τους επιθεωρητές βοηθούν στο έργο τους επίκουροι επιθεωρητές, οι οποίοι φέρουν το βαθμό του προέδρου εφετών ή του εισαγγελέα εφετών και ορίζονται με απόφαση του Ανωτάτου Δικαστικού Συμβουλίου για τις δικαστικές περιφέρειες τις οριζόμενες στο άρθρο 81, ως εξής: δύο πρόεδροι εφετών για καθεμία από τις Α΄ και Θ΄ δικαστικές περιφέρειες, δύο πρόεδροι εφετών για τον τομέα Β1 της Β΄ δικαστικής περιφέρειας, ένας πρόεδρος εφετών και ένας εισαγγελέας εφετών για τον τομέα Β2 της Β΄ δικαστικής περιφέρειας, ένας πρόεδρος εφετών για καθεμία από τις Ε΄, ΣΤ΄, Ζ΄ και Η΄ δικαστικές περιφέρειες και ένας εισαγγελέας εφετών για καθε μία από τις Γ΄ και Δ΄ δικαστικές περιφέρειες. Τα ειδικότερα καθήκοντα των επίκουρων επιθεωρητών καθορίζονται με κοινή απόφαση του προέδρου του Συμβουλίου Επιθεώρησης πολιτικής και ποινικής δικαιοσύνης και του οικείου επιθεωρητή. Η θητεία των επίκουρων επιθεωρητών συμπίπτει χρονικά με αυτήν των επιθεωρητών. 8.Οι επιθεωρητές και επίκουροι επιθεωρητές, κατά το χρονικό διάστημα της άσκησης των καθηκόντων τους απαλλάσσονται από κάθε άλλη υπηρεσία, με εξαίρεση τη συμμετοχή των αρεοπαγιτών και των αντεισαγγελέων του Αρείου Πάγου στη μείζονα Ολομέλεια του Αρείου Πάγου και στο Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο, των δε λοιπών στις οικείες Ολομέλειες των Δικαστηρίων και Εισαγγελιών. 6.Β.α.41 Οργανισμός των Δικαστηρίων 9.Οι πρόεδροι εφετών ενεργούν την επιθεώρηση των πρωτοδικείων, ειρηνοδικείων και πταισματοδικείων και οι εισαγγελείς εφετών των εισαγγελιών της περιφέρειας τους και των πταισματοδικείων ως προς το προανακριτικό τους έργο, παράλληλα προς την επιθεώρηση των επιθεωρητών αρεοπαγιτών και αντεισαγγελέων του Αρείου Πάγου. Σε όσα δικαστήρια και εισαγγελίες υπηρετούν περισσότεροι πρόεδροι ή εισαγγελείς εφετών, εκείνος που διευθύνει το δικαστήριο ή την εισαγγελία διενεργεί ο ίδιος την επιθεώρηση ή ορίζει από τους ομοιόβαθμούς του αυτόν ή αυτούς που θα τη διενεργήσουν. 10.Σε περίπτωση θανάτου, αποχώρησης από την υπηρεσία, μετάθεσης ή κωλύματος του επιθεωρητή αρεοπαγίτη ή αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, την επιθεώρηση διενεργούν ή συνεχίζουν οι αναπληρωματικοί τους, κατά τη σειρά ορισμού τους και μόνο για τον υπόλοιπο χρόνο της θητείας τους. Σε περίπτωση θανάτου, αποχώρησης από την υπηρεσία, μετάθεσης ή κωλύματος του επίκουρου επιθεωρητή, τα καθήκοντα του αναλαμβάνει, για το υπόλοιπο της θητείας του, αντικαταστάτης του, ο οποίος ορίζεται από το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο. 11.Σε επιθεώρηση υπόκεινται όλοι οι δικαστικοί λειτουργοί έως και το βαθμό του προέδρου εφετών ή του εισαγγελέα εφετών. Οι πρόεδροι και εισαγγελείς εφετών επιθεωρούνται από τον επιθεωρητή αρεοπαγίτη ή αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου. 12.Με απόφαση του Ανωτάτου Δικαστικού Συμβουλίου, στα Πρωτοδικεία Αθηνών, Πειραιώς και Θεσσαλονίκης ορίζεται ως επόπτης των ανακριτών, με ετήσια θητεία ανανεώσιμη για ένα ακόμη έτος, εφέτης με υπηρεσία τουλάχιστον πέντε ετών, με αρμοδιότητα την εποπτεία, το συντονισμό και την παρακολούθηση της εύρυθμης λειτουργίας του ανακριτικού έργου, χωρίς δυνατότητα ανάμειξης στην ουσιαστική λειτουργία της ανάκρισης. Ο επόπτης ανακριτών για το Πρωτοδικείο Αθηνών ορίζεται με αποκλειστική απασχόληση. Η ισχύς του άρθρου 35 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας δεν θίγεται.» Το άρθρ. 80, όπως το δεύτερο εδάφιο της παρ. 2 αυτού είχε αντικατασταθεί από την παρ. 2 άρθρ. 1 Νόμ. 3472/4-4 Ιουλ. 2006 (ΦΕΚ Α΄ 135), κατωτ. αριθ. 79, αντικαταστάθηκε ως άνω από το άρθρ. 1 Νόμ. 3514/5-6 Δεκ. 2006 (ΦΕΚ Α΄ 266), κατωτ.αριθ. 80. Περιφέρειες. «Άρθρ.81.-1. Οι περιφέρειες της επιθεώρησης ορίζονται σε εννέα (9) και καθεμία από αυτές περιλαμβάνει αντιστοίχως: Η Α΄ το Εφετείο Αθηνών, τα πρωτοδικεία και τις εισαγγελίες πρωτοδικών του Εφετείου Αθηνών, καθώς και τα υπαγόμενα σε αυτά ειρηνοδικεία και πταισματοδικεία, πλην του Πρωτοδικείου Αθηνών, της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών, του Ειρηνοδικείου και του Πταισματοδικείου Αθηνών. Η Β΄ το Πρωτοδικείο και το Ειρηνοδικείο Αθηνών και διαιρείται σε δύο τομείς, τον πολιτικό (Β1) και τον ποινικό (Β2). Η επιθεώρηση του πολιτικού τομέα περιλαμβάνει τις πολιτικές υποθέσεις του Πρωτοδικείου και του Ειρηνοδικείου Αθηνών, καθώς και τις σχετικές εργασίες των συμβουλίων διοίκησης των δικαστηρίων αυτών. Η επιθεώρηση του ποινικού τομέα περιλαμβάνει τις ποινικές υποθέσεις του Πρωτοδικείου Αθηνών, τις εργασίες των ανακριτών, του συμβουλίου πλημμελειοδικών και τις σχετικές εργασίες του συμβουλίου διοίκησης του πρωτοδικείου. Στην περιφέρεια αυτή ορίζονται δύο επιθεωρητές, ένας για κάθε τομέα. Η Γ΄ τις Εισαγγελίες Εφετών και Πρωτοδικών Αθηνών και το Πταισματοδικείο Αθηνών. Ως επιθεωρητής ορίζεται Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου. Η Δ΄ τις Εισαγγελίες Εφετών και Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης και Πειραιώς και τα πταισματοδικεία που υπάγονται στα αντίστοιχα πρωτοδικεία. Ως επιθεωρητής ορίζεται Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου. Η Ε΄ τα Εφετεία Πειραιώς, Ναυπλίου και Καλαμάτας, τα υπαγόμενα σε αυτά πρωτοδικεία, ειρηνοδικεία και πταισματοδικεία, καθώς και τις αντίστοιχες εισαγγελίες εφετών και πρωτοδικών, πλην των εισαγγελιών και πταισματοδικείων που περιλαμβάνονται στη Δ΄ περιφέρεια. Η ΣΤ΄ τα Εφετεία Κρήτης, Δωδεκανήσου και Αιγαίου, τα υπαγόμενα σε αυτά πρωτοδικεία, ειρηνοδικεία και πταισματοδικεία, καθώς και τις αντίστοιχες εισαγγελίες εφετών και πρωτοδικών. Η Ζ΄ τα Εφετεία Λαμίας, Λάρισας και Δυτικής Μακεδονίας, τα υπαγόμενα σε αυτά πρωτοδικεία, ειρηνοδικεία και πταισματοδικεία, καθώς και τις αντίστοιχες εισαγγελίες εφετών και πρωτοδικών. Η Η΄ τα Εφετεία Πατρών, Ιωαννίνων και Κέρκυρας, τα υπαγόμενα σε αυτά πρωτοδικεία, ειρηνοδικεία και πταισματοδικεία, καθώς και τις αντίστοιχες εισαγγελίες εφετών και πρωτοδικών. (Αντί για τη σελ. 136,021) Σελ. 136,021(α) Τεύχος Σελ. Οργανισμός των Δικαστηρίων 6.Β.α.41 Η Θ΄ τα Εφετεία Θεσσαλονίκης και Θράκης, τα υπαγόμενα σε αυτά πρωτοδικεία, ειρηνοδικεία και πταισματοδικεία, καθώς και τις αντίστοιχες εισαγγελίες εφετών και πρωτοδικών, πλην των εισαγγελιών και πταισματοδικείων που περιλαμβάνονται στη Δ΄ περιφέρεια. 2.Οι περιφέρειες επιθεώρησης είναι δυνατόν να μεταβάλλονται μετά από σύμφωνη γνώμη του Ανωτάτου Δικαστικού Συμβουλίου, με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, η οποία δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, και ισχύει από τη 16η Σεπτεμβρίου του επόμενου από τη δημοσίευση της δικαστικού έτους. 3.Στην έδρα του μεγαλύτερου από τα εφετεία κάθε περιφέρειας, ιδρύεται Γραφείο Γραμματείας Επιθεώρησης, στο οποίο παρέχουν τις υπηρεσίες τους ένας ή περισσότεροι γραμματείς από το προσωπικό των δικαστηρίων της έδρας του εφετείου.» Το άρθρ. 81, όπως η παρ. 1 αυτού είχε αντικατασταθεί από την παρ. 3 άρθρ. 1 Νόμ. 3472 της 4-4 Ιουλ. 2006 (ΦΕΚ Α΄ 135) κατωτ. αριθ. 79, αντικαταστάθηκε ως άνω από το άρθρ. 2 Νόμ. 3514/5-6 Δεκ. 2006 (ΦΕΚ Α΄ 266), κατώτ.αριθ. 80. Κεφάλαιο ΙΖ'. Συμβούλιο Επικρατείας, Ελεγκτικό Συνέδριο και τακτικά διοικητικά δικαστήρια. «Όργανα επιθεώρησης του Συμβουλίου της Επικρατείας, του Ελεγκτικού Συνεδρίου και των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων Άρθρ.82. Α. Όργανα επιθεώρησης του Συμβουλίου της Επικρατείας 1.Ιδρύεται στο Συμβούλιο της Επικρατείας Πρωτοβάθμιο Συμβούλιο Επιθεώρησης, το οποίο συγκροτείται από έναν αντιπρόεδρο του Συμβουλίου της Επικρατείας, ως πρόεδρο, και δύο συμβούλους Επικρατείας με τετραετή τουλάχιστον υπηρεσία στο βαθμό, ως μέλη. Οι ανωτέρω, οι οποίοι προέρχονται από διαφορετικά τμήματα, ορίζονται με ισάριθμους αναπληρωτές με απόφαση της Ολομέλειας σε συμβούλιο, η οποία εκδίδεται το μήνα Ιούνιο του προηγούμενου της ενάρξεως της θητείας τους δικαστικού έτους. Η θητεία του προέδρου και των μελών του Συμβουλίου αρχίζει τη 16η Σεπτεμβρίου του ημερολογιακού έτους κατά το οποίο γίνεται η επιλογή και λήγει τη 15η Σεπτεμβρίου του μεθεπόμενου ημερολογιακού έτους. Σελ. 136,022(α) Τεύχος Σελ. 2.Οι πάρεδροι, οι εισηγητές και οι δόκιμοι εισηγητές του Συμβουλίου της Επικρατείας υπόκεινται σε επιθεώρηση, η οποία διενεργείται κάθε δύο δικαστικά έτη. 3.Οι αντιπρόεδροι, που προεδρεύουν στα τμήματα του Συμβουλίου της Επικρατείας, συντάσσουν το μήνα Ιούνιο κάθε δεύτερου δικαστικού έτους και υποβάλλουν στο Συμβούλιο της παραγράφου 1 εκθέσεις επιθεώρησης για τους παρέδρους που υπηρέτησαν στο τμήμα τους. Οι Αντιπρόεδροι και οι σύμβουλοι Επικρατείας, οι οποίοι άσκησαν καθήκοντα προεδρεύοντος σε πέντε τουλάχιστον συνεδριάσεις κατά τα δύο δικαστικά έτη στα οποία ανάγεται η επιθεώρηση, συντάσσουν το μήνα Ιούνιο κάθε δεύτερου δικαστικού έτους και υποβάλλουν στο Συμβούλιο της παραγράφου 1 εκθέσεις επιθεώρησης για την απόδοση των παρέδρων που υπηρέτησαν στο ίδιο με αυτούς τμήμα. 4.Σύμβουλοι της Επικρατείας που έχουν εισηγηθεί στο δικαστήριο προς συζήτηση, κατά τη διάρκεια των δύο δικαστικών ετών στα οποία ανάγεται η επιθεώρηση, δύο τουλάχιστον διαφορετικές υποθέσεις με προειοήγηση του αυτού εισηγητή, συντάσσουν το μήνα Ιούνιο του δεύτερου δικαστικού έτους και υποβάλλουν στο Συμβούλιο της παραγράφου 1 εκθέσεις επιθεώρησης για τον εν λόγω εισηγητή. 6.Β.α.41 Οργανισμός των Δικαστηρίων 5.Για την αξιολόγηση των παρέδρων λαμβάνονται υπόψη και εκτιμώνται η ικανότητα τους προς σύνταξη σχεδίων αποφάσεων, η συμβολή τους κατά τη διάσκεψη, ο βαθμός δυσκολίας και ο τρόπος επεξεργασίας του νομικού και πραγματικού μέρους των υποθέσεων για τις οποίες συνέταξαν εισηγήσεις, η εν γένει επιμέλεια κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους, η παράσταση, καθώς και το ήθος τους. Για την αξιολόγηση των εισηγητών λαμβάνονται υπόψη και εκτιμώνται ο τρόπος επεξεργασίας του νομικού και πραγματικού μέρους των υποθέσεων για τις οποίες συνέταξαν προεισηγήσεις, η ικανότητά τους προς σύνταξη προεισηγήσεων, η εν γένει επιμέλεια κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους, η παράσταση, καθώς και το ήθος τους. Οι κρίσεις κατά την αξιολόγηση διαβαθμίζονται σε: «πολύ καλός», «καλός», «σχεδόν καλός» και «ανεπαρκής». 6.Στο Πρωτοβάθμιο Συμβούλιο Επιθεώρησης υποβάλλονται οι αιτιολογημένες εκθέσεις επιθεώρησης που συντάσσονται σύμφωνα με τις παραγράφους 3, 4 και 5 το μήνα Ιούνιο κάθε δεύτερου δικαστικού έτους, τα τηρούμενα στο Δικαστήριο στατιστικά στοιχεία για την ποσοτική απόδοση των παρέδρων και εισηγητών, καθώς και στοιχεία σχετικά με την απόδοση των ανωτέρω σε λοιπά καθήκοντα, τα οποία τους έχουν ανατεθεί από το Δικαστήριο. Το Πρωτοβάθμιο Συμβούλιο Επιθεώρησης συντάσσει, επί τη βάσει των ως άνω στοιχείων, ανά διετία το μήνα Σεπτέμβριο τελικές εκθέσεις επιθεώρησης για καθέναν από τους παρέδρους και εισηγητές. Οι εκθέσεις αυτές κοινοποιούνται αμελλητί στους προαναφερθέντες δικαστικούς λειτουργούς, οι οποίοι μπορούν να λαμβάνουν γνώση των στοιχείων του ατομικού τους φακέλου. Το Πρωτοβάθμιο Συμβούλιο ασκεί τις αρμοδιότητες που προβλέπονται από τις διατάξεις του άρθρου 84 παράγραφοι 1, 2 και 6, οι οποίες εφαρμόζονται αναλόγως. 7.Ιδρύεται στο Συμβούλιο της Επικρατείας Δευτεροβάθμιο Συμβούλιο Επιθεώρησης, το οποίο συγκροτείται από τον πρόεδρο του Συμβουλίου της Επικρατείας, ως πρόεδρο, και δύο αντιπροέδρους του Συμβουλίου της Επικρατείας, ως μέλη. Οι δύο αντιπρόεδροι με ισάριθμους αναπληρωματικούς ορίζονται με απόφαση της Ολομέλειας σε συμβούλιο που εκδίδεται το μήνα Ιούνιο του προηγούμενου της ενάρξεως της θητείας τους δικαστικού έτους. Η θητεία των ως άνω αντιπροέδρων αρχίζει τη 16η Σεπτεμβρίου του ημερολογιακού έτους κατά το οποίο γίνεται η επιλογή και λήγει τη 15η Σεπτεμβρίου του μεθεπόμενου ημερολογιακού έτους. Το Δευτεροβάθμιο Συμβούλιο ασκεί τις αρμοδιότητες που προβλέπονται από τις διατάξεις των άρθρων 86 παρ. 1 και 88, οιοποίες εφαρμόζονται αναλόγως. 8.Πάρεδρος ή εισηγητής του Συμβουλίου της Επικρατείας ο οποίος θεωρεί ότι η τελική έκθεση επιθεωρήσεως του περιέχει δυσμενείς κρίσεις ή ανακριβή περιστατικά σε βάρος του μπορεί να προσφύγει στο Δευτεροβάθμιο Συμβούλιο Επιθεώρησης μέσα σε αποκλειστική προθεσμία τριάντα ημερών από την κοινοποίηση της εν λόγω εκθέσεως σε αυτόν. Το Δευτεροβάθμιο Συμβούλιο, αφού λάβει υπόψη όλα τα κρίσιμα στοιχεία και καλέσει τον προσφεύγοντα προς ακρόαση, μπορεί είτε να κάνει δεκτή την προσφυγή και να διορθώσει την τελική έκθεση επιθεώρησης, εν όλω ή εν μέρει, είτε να απορρίψει αυτήν. 9.Με απόφαση της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας, η οποία δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, καταρτίζεται εσωτερικός κανονισμός με τον οποίο ρυθμίζονται τα εν γένει υπηρεσιακά καθήκοντα των δικαστικών λειτουργών του Συμβουλίου της Επικρατείας. Η απόφαση αυτή εκδίδεται μέσα σε έξι μήνες από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου. 10.Η ισχύς των παραγράφων 1 έως 8 του παρόντος άρθρου αρχίζει έξι μήνες μετά τη δημοσίευση του παρόντος νόμου. Β. Όργανα επιθεώρησης του Ελεγκτικού Συνεδρίου 1.Ιδρύονται στο Ελεγκτικό Συνέδριο Πρωτοβάθμιο και Δευτεροβάθμιο Συμβούλια Επιθεώρησης, τα οποία συγκροτούνται αντιστοίχως από έναν αντιπρόεδρο του Ελεγκτικού Συνεδρίου ως Πρόεδρο και δύο συμβούλους με τετραετή τουλάχιστον υπηρεσία στο βαθμό, ως μέλη, καθώς και από τον Πρόεδρο του Ελεγκτικού Συνεδρίου, ως Πρόεδρο, και δύο αντιπροέδρους, ως μέλη. Κατά τα λοιπά έχουν ανάλογη εφαρμογή οι διατάξεις των παραγράφων 1, 6 έως και 10 της περίπτωσης Α΄ του παρόντος άρθρου. 2.Οι πάρεδροι, οι εισηγητές και οι δόκιμοι εισηγητές του Ελεγκτικού Συνεδρίου υπόκεινται σε επιθεώρηση, η οποία διενεργείται κάθε δύο δικαστικά έτη. 3.Οι αντιπρόεδροι και οι σύμβουλοι του Ελεγκτικού Συνεδρίου το μήνα Ιούνιο κάθε δεύτερου δικαστικού έτους συντάσσουν και υποβάλλουν στο Συμβούλιο της παραγράφου 1 εκθέσεις επιθεώρησης για τους παρέδρους και εισηγητές που υπηρέτησαν στο τμήμα ή στο κλιμάκιο, στο οποίο προήδρευσαν. Την ίδια υποχρέωση έχει και ο Επίτροπος της Επικρατείας για τους παρέδρους και εισηγητές που υπηρέτησαν στη Γενική Επιτροπεία της Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο. (Αντί για τη σελ. 136,03(α) Σελ. 136,03(β) Τεύχος Σελ. Οργανισμός των Δικαστηρίων 6.Β.α.41 4.Για την αξιολόγηση των παρέδρων λαμβάνονται υπόψη και εκτιμώνται η ικανότητα προς σύνταξη σχεδίων αποφάσεων και πράξεων, η συμβολή τους κατά τη διάσκεψη, ο βαθμός δυσκολίας και ο τρόπος επεξεργασίας του νομικού και πραγματικού μέρους των υποθέσεων για τις οποίες εισηγήθηκαν ή συνέταξαν πράξεις, η εν γένει επιμέλεια κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους, η παράσταση, καθώς και το ήθος τους. Για την αξιολόγηση των εισηγητών λαμβάνονται υπόψη και εκτιμώνται ο τρόπος επεξεργασίας του νομικού και πραγματικού μέρους των υποθέσεων για τις οποίες συνέταξαν εισηγήσεις και σχέδια πράξεων, η ικανότητα τους προς σύνταξη εισηγήσεων και σχεδίων πράξεων, η εν γένει επιμέλεια κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους, η παράσταση, καθώς και το ήθος τους. Οι κρίσεις κατά την αξιολόγηση διαβαθμίζονται σε: «πολύ καλός», «καλός», «σχεδόν καλός» και «ανεπαρκής». Γ . Όργανα επιθεώρησης των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων 1.Όργανα επιθεώρησης των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων και των δικαστικών λειτουργών τους είναι το Συμβούλιο Επιθεώρησης και οι επιθεωρητές. 2.Το Συμβούλιο Επιθεώρησης εποπτεύει την επιθεώρηση και αποτελείται από έναν αντιπρόεδρο του Συμβουλίου της Επικρατείας, ως πρόεδρο, και δύο συμβούλους του Συμβουλίου της Επικρατείας, ως μέλη. Ο αντιπρόεδρος ως τακτικό μέλος της επιθεώρησης απαλλάσσεται από κάθε άλλη υπηρεσία κατά το χρονικό διάστημα που μετέχει στο Συμβούλιο Επιθεώρησης, με εξαίρεση τη συμμετοχή του στην Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας και το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο. Σε περίπτωση θανάτου, κωλύματος ή αποχώρησης του προέδρου ή μέλους του Συμβουλίου, τη θέση του καταλαμβάνει ο αναπληρωματικός του και μόνο για το υπόλοιπο της θητείας του. 3.Την επιθεώρηση διενεργούν: α. Στα διοικητικά εφετεία και πρωτοδικεία, σύμβουλοι επικρατείας. β. Στα διοικητικά πρωτοδικεία και πρόεδροι εφετών. γ. Στις γραμματείες των ως άνω δικαστηρίων, ο Γενικός Επίτροπος της Επικρατείας των δικαστηρίων αυτών, οι πρόεδροι εφετών της οικείας περιφέρειας και οι πρόεδροι πρωτοδικών αντιστοίχως. 4.Ο πρόεδρος και τα μέλη του Συμβουλίου Επιθεώρησης και οι επιθεωρητές σύμβουλοι επικρατείας ορίζονται με κλήρωση που διεξάγεται το μήνα Ιούνιο ενώπιον του Α΄ Τμήματος του Συμβουλίου της Σελ. 136,04(β) Τεύχος Σελ. Επικρατείας. Για καθε μία από τις κατά το άρθρο 83 παρ. 1 του παρόντος περιφέρειες, ορίζεται ένας επιθεωρητής. Για την επιλογή του Προέδρου του Συμβουλίου Επιθεώρησης τοποθετούνται σε μία κληρωτίδα τα ονόματα των αντιπροέδρων του Συμβουλίου της Επικρατείας. Για την επιλογή των μελών του Συμβουλίου Επιθεώρησης και των επιθεωρητών, η Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας, η οποία συνέρχεται μετά από πρόσκληση του Προέδρου το μήνα Μάιο, ορίζει από τους έχοντες διετή υπηρεσία στο βαθμό του συμβούλου επικρατείας αριθμό διπλάσιο του απαιτουμένου για το σύνολο των μελών του Συμβουλίου Επιθεώρησης και των επιθεωρητών. Δεν μπορούν να ορισθούν μέλη του Συμβουλίου Επιθεώρησης ή επιθεωρητές όσοι άσκησαν καθήκοντα στις αντίστοιχες θέσεις κατά την αμέσως προηγούμενη περίοδο. 5.Για την κλήρωση χρησιμοποιούνται αδιαφανή σφαιρίδια. Αμέσως πριν από τη διενέργεια της κλήρωσης το τμήμα συνέρχεται σε συμβούλιο, προκειμένου να τοποθετηθούν οι κλήροι στα σφαιρίδια, αφού προηγουμένως επιδειχθούν σε όλα τα μέλη του συμβουλίου οι κλήροι με τα ονόματα των αντιπροέδρων και των συμβούλων επικρατείας. Κατά τη δημόσια συνεδρίαση, ο Πρόεδρος εξάγει δύο (2) σφαιρίδια από την πρώτη κληρωτίδα, που περιέχει τα ονόματα των αντιπροέδρων και δέκα (10) σφαιρίδια από τη δεύτερη κληρωτίδα, που περιέχει τα ονόματα των συμβούλων επικρατείας. Μετά την εξαγωγή του κλήρου από κάθε σφαιρίδιο, ο Πρόεδρος εκφωνεί το όνομα του κληρωθέντος και επιδεικνύει τον κλήρο με το όνομα του κληρωθέντος στα λοιπά μέλη του τμήματος. Από τους κληρωθέντες της πρώτης κληρωτίδας, ο πρώτος αντιπρόεδρος κατά τη σειρά κλήρωσης αποτελεί το τακτικό και ο δεύτερος το αναπληρωματικό μέλος του Συμβουλίου Επιθεώρησης. 6.Β.α.41 Οργανισμός των Δικαστηρίων Από τους κληρωθέντες της δεύτερης κληρωτίδας, οι τρεις (3) αρχαιότεροι αποτελούν τα μέλη του Συμβουλίου Επιθεώρησης, οι δύο (2) πρώτοι τα τακτικά και ο τρίτος το αναπληρωματικό μέλος, οι υπόλοιποι πέντε (5), κατά τη σειρά κληρώσεως, αποτελούν τους επιθεωρητές των περιφερειών της Επιθεώρησης και οι τελευταίοι δύο (2) είναι οι αναπληρωτές των επιθεωρητών. Για την κλήρωση συντάσσεται πρακτικό, που διαβιβάζεται στο Υπουργείο Δικαιοσύνης και στον Γενικό Επίτροπο της Επικρατείας των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων. 6.Η θητεία των μελών του Συμβουλίου Επιθεώρησης και των επιθεωρητών είναι ετήσια. Αρχίζει τη 16η Σεπτεμβρίου του έτους κατά το οποίο γίνεται η κλήρωση και λήγει τη 15η Σεπτεμβρίου του επόμενου έτους. 7.Τους επιθεωρητές στο έργο τους βοηθούν επίκουροι επιθεωρητές, οι οποίοι φέρουν το βαθμό του προέδρου εφετών και ορίζονται με απόφαση του Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου, ένας για καθεμία από τις οριζόμενες στο άρθρο 83 του παρόντος περιφέρειες. Με την ίδια απόφαση ορίζονται οι αναπληρωτές τους. Τα ειδικότερα καθήκοντα των επίκουρων επιθεωρητών καθορίζονται με κοινή απόφαση του προέδρου του Συμβουλίου Επιθεώρησης και του οικείου επιθεωρητή. Η θητεία των επίκουρων επιθεωρητών συμπίπτει χρονικά με τη θητεία των επιθεωρητών. Σε περίπτωση θανάτου, κωλύματος ή αποχώρησης από την υπηρεσία του επίκουρου επιθεωρητή, τα καθήκοντα του αναλαμβάνει για το υπόλοιπο της θητείας του ο αντικαταστάτης του, που ορίζεται από το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο. 8.Οι επιθεωρητές σύμβουλοι και οι επίκουροι επιθεωρητές, κατά το χρονικό διάστημα της άσκησης των καθηκόντων τους, απαλλάσσονται από κάθε άλλη υπηρεσία, με εξαίρεση τη συμμετοχή των συμβούλων στην Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας και το ανώτατο δικαστικό συμβούλιο, των δε λοιπών στις οικείες Ολομέλειες των Δικαστηρίων. 9.Οι πρόεδροι εφετών διενεργούν επιθεώρηση των διοικητικών πρωτοδικείων της περιφέρειας τους παράλληλα προς την επιθεώρηση των επιθεωρητών συμβούλων επικρατείας. Σε όσα δικαστήρια υπηρετούν περισσότεροι πρόεδροι ο δικαστής που διευθύνει το δικαστήριο διενεργεί ο ίδιος την επιθεώρηση ή ορίζει εκ των ομοιοβάθμων του αυτόν ή αυτούς που θα τη διενεργήσουν. 10.Σε περίπτωση θανάτου, αποχώρησης από την υπηρεσία, μετάθεσης ή κωλύματος του επιθεωρητή συμβούλου της επικρατείας την επιθεώρηση ενεργούν ή συνεχίζουν οι αναπληρωτές τους κατά τη σειρά ορισμού τους και μόνο για τον υπόλοιπο χρόνο της θητείας τους. 11.Σε επιθεώρηση υπόκεινται όλοι οι δικαστικοί λειτουργοί έως και το βαθμό του προέδρου εφετών. Οι πρόεδροι εφετών επιθεωρούνται από τον πρόεδρο του Συμβουλίου Επιθεώρησης. Κατά την εξέταση προσφυγής κατά έκθεσης ο Πρόεδρος του Συμβουλίου Επιθεώρησης δεν μετέχει στο Συμβούλιο, εάν έχει συντάξει ο ίδιος την εν λόγω έκθεση, αλλά ο αναπληρωματικός του.» Το άρθρ. 82, αντικαταστάθηκε ως άνω από το Άρθρο 8. Κωλύματα-Τιμές. 1.Δικαστικοί λειτουργοί, υπάλληλοι της γραμματείας των δικαστηρίων και των εισαγγελιών και δικηγόροι δεν επιτρέπεται να συμπράττουν στην ίδια διαδικαστική πράξη ή ενέργεια, αν είναι σύζυγοι ή συνδέονται με συγγένεια αίματος ή αγχιστείας μέχρι και τον τρίτο βαθμό. Για τους δικηγόρους η απαγόρευση ισχύει και όταν εκπροσωπούν αντίδικα μέρη. 2.Οι αναφερόμενοι στην προηγούμενη παράγραφο οφείλουν να δηλώνουν το κώλυμα στο δικαστή ή τον πρόεδρο του συμβουλίου ή τον εισαγγελέα που διευθύνει το δικαστήριο ή την εισαγγελία αντίστοιχα. 3.Η αποσιώπηση του κωλύματος και η παρά την ύπαρξή του σύμπραξη συνιστά πειθαρχικό αδίκημα, δε συνεπάγεται όμως ακυρότητα της διαδικαστικής πράξης ή ενέργειας, εκτός όπου το ορίζει ο νόμος. 4.Με προεδρικό διάταγμα επιτρέπεται να αναρτηθεί σε χώρους των δικαστηρίων η εικόνα δικαστικού λειτουργού που έχει αποβιώσει πριν από τρία τουλάχιστον έτη και είχε διακριθεί για τις δικαστικές του αρετές. άρθρ. 3 Νόμ. 3514/5-6 Δεκ. 2006 (ΦΕΚ Α΄ 266), κατωτ.αριθ. 80. Περιφέρειες «Άρθρ.83.-1. Οι περιφέρειες της επιθεώρησης των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων είναι πέντε (5) και καθεμία από αυτές περιλαμβάνει αντιστοίχως: η Α΄ το Διοικητικό Εφετείο Αθηνών, η Β΄ το Διοικητικό Πρωτοδικείο Αθηνών, η Γ΄ τα Διοικητικά Εφετεία Πειραιώς και Χανίων και τα υπαγόμενα σε αυτά πρωτοδικεία, η Δ΄ τα Διοικητικά Εφετεία Ιωαννίνων, Λάρισας, Πατρών και Τρίπολης και τα υπαγόμενα σε αυτά πρωτοδικεία, η Ε΄ τα Διοικητικά Εφετεία Θεσσαλονίκης και Κομοτηνής και τα υπαγόμενα σε αυτά πρωτοδικεία. 2. Οι περιφέρειες επιθεώρησης είναι δυνατόν να μεταβάλλονται, μετά από σύμφωνη γνώμη του Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου, με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, η οποία δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και ισχύει από το επόμενο μετά τη δημοσίευση της δικαστικό έτος. 3. Στο μεγαλύτερο από τα εφετεία κάθε περιφέρειας ιδρύεται Γραφείο Γραμματείας του Επιθεωρητή, στο οποίο παρέχουν τις υπηρεσίες τους ένας ή περισσότεροι γραμματείς από το προσωπικό των δικαστηρίων της έδρας του εφετείου.» Το άρθρ. 83, αντικαταστάθηκε ως άνω από το άρθρ. 4 Νόμ. 3514/5-6 Δεκ. 2006 (ΦΕΚ Α΄ 266), κατωτ.αριθ. 80. (Μετά τη σελ. 136,04(β) Σελ. 136,05 Τεύχος Σελ. Οργανισμός των Δικαστηρίων 6.Β.α.41 Κεφαλαίο ΙΗ'. Διενέργεια Επιθεώρησης Αρμοδιότητες επιθεωρητών «Άρθρ.84.-1. Οι επιθεωρητές: α) επιθεωρούν όλα τα δικαστήρια της περιφέρειας τους και οι αρεοπαγίτες και αντεισαγγελείς Αρείου Πάγου και τις αντίστοιχες εισαγγελίες β) διενεργούν στην περιφέρεια τους, με παραγγελία του Υπουργού Δικαιοσύνης ή του προϊσταμένου της επιθεώρησης, έκτακτη ή συμπληρωματική επιθεώρηση κάθε δικαστηρίου, εισαγγελίας και δικαστικού λειτουργού γ) προτείνουν την άσκηση πειθαρχικής αγωγής κατά οποιουδήποτε επιθεωρουμένου, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις δ) εξετάζουν έγγραφες αναφορές του διοικητικού συμβουλίου του οικείου δικηγορικού συλλόγου και μπορούν να προβούν στη διενέργεια σχετικής έκτακτης επιθεώρησης. Καλούν, επίσης, στα πλαίσια της επιθεώρησης, τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου του οικείου δικηγορικού συλλόγου, δια του Προέδρου του και ζητούν τη γνώμη τους σε κάθε θέμα σχετικό με την εύρυθμη λειτουργία των δικαστηρίων και των εισαγγελιών. 2.Έκτακτες ή συμπληρωματικές επιθεωρήσεις ενεργούνται οποτεδήποτε. Ο πρόεδρος του οικείου ανώτατου δικαστηρίου, καθώς και ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, μπορούν να παραγγέλλουν έκτακτη επιθεώρηση όλων των δικαστικών λειτουργών και των δικαστικών καταστημάτων, η οποία ενεργείται από τον οικείο επιθεωρητή. Αντίγραφο της έκθεσης διαβιβάζεται στον πρόεδρο του συμβουλίου επιθεώρησης. 3.Οι επιθεωρητές αρεοπαγίτες και αντεισαγγελείς του Αρείου Πάγου, καθώς και οι επίκουροι, οφείλουν να μεταβαίνουν στις έδρες των δικαστηρίων και εισαγγελιών της περιφέρειας τους για τη διενέργεια επιθεώρησης τη 16η Σεπτεμβρίου του έτους κατά το οποίο γίνεται η επιλογή τους. Η μετάβαση στην έδρα των ειρηνοδικείων και πταισματοδικείων εκτός έδρας πρωτοδικείου ανήκει στην κρίση του επιθεωρητή. Οι σύμβουλοι επικρατείας και οι επίκουροι αυτών οφείλουν να μεταβαίνουν στις έδρες των δικαστηρίων της περιφέρειας τους για τη διενέργεια επιθεώρησης κατά τη διάρκεια της θητείας τους. 4.Η επιθεώρηση της παραγράφου 1 αφορά στην εργασία των δικαστικών λειτουργών από τη 16η Σεπτεμβρίου του προηγούμενου έτους ορισμού του επιθεωρητή έως τη 15η Σεπτεμβρίου του έτους ορισμού. Σελ. 136,06 Τεύχος Σελ. 5.Οι πρόεδροι και οι εισαγγελείς εφετών μεταβαίνουν στις έδρες των δικαστηρίων και εισαγγελιών που επιθεωρούν από τη 16η Σεπτεμβρίου μέχρι την 31η Δεκεμβρίου. Εφαρμόζονται και ως προς αυτούς το εδάφιο γ΄ της παρ. 1 και η παρ. 4 του άρθρου αυτού. 6.Οι επιθεωρητές εξετάζουν τον τρόπο κατά τον οποίο διεξάγεται η υπηρεσία των δικαστηρίων και των εισαγγελιών και την εργασία που έχει συντελεσθεί κατά το επιθεωρούμενο χρονικό διάστημα. Επίσης εξετάζουν την ενημερότητα της υπηρεσίας στη διεκπεραίωση των υποθέσεων, την τακτική και ομαλή διεξαγωγή των συνεδριάσεων και την καταλληλότητα των κτιρίων. 7.Οι επιθεωρητές εξετάζουν το σύνολο της εργασίας των δικαστικών λειτουργών και ιδίως το νομικό και πραγματικό μέρος κάθε υπόθεσης και τις δοθείσες με την απόφαση απαντήσεις στους προβληθέντες από τους διαδίκους ισχυρισμούς. Επίσης, προκειμένου να διαμορφώσουν ασφαλή γνώμη ως προς τα αξιολογούμενα, σύμφωνα με το άρθρο 85 παράγραφος 2 του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων, ουσιαστικά προσόντα διεξάγουν λεπτομερώς κάθε χρήσιμη έρευνα, έχουν απαραιτήτως προσωπική επαφή με τους επιθεωρουμένους και ζητούν τη γνώμη του προϊσταμένου του δικαστηρίου, της εισαγγελίας και του Προέδρου του τμήματος στο οποίο οι επιθεωρούμενοι υπηρετούν. Επιλαμβάνονται, επίσης, όλων των θεμάτων που εμπίπτουν στην επιθεώρηση και ανακύπτουν κατά τη διάρκεια της θητείας τους. Οι επιθεωρητές αντεισαγγελείς του Αρείου Πάγου μπορούν να ελέγχουν την ποινική εργασία των δικαστών της περιφέρειας τους, χωρίς να συντάσσουν σχετική έκθεση. Υποχρεούνται, όμως, να διαβιβάζουν τα προκύπτοντα από τον έλεγχο αυτόν αξιόλογα στοιχεία στον αρμόδιο αρεοπαγίτη επιθεωρητή, προκειμένου να συνεκτιμηθούν κατά τη σύνταξη από αυτόν της σχετικής έκθεσης του.» Το άρθρ. 84, αντικαταστάθηκε ως άνω από το άρθρ. 5 Νόμ. 3514/5-6 Δεκ. 2006 (ΦΕΚ Α΄ 266), κατωτ.αριθ. 80. 6.Β.α.41 Οργανισμός των Δικαστηρίων Εκθέσεις επιθεώρησης «Άρθρ.85.-1.Οι επιθεωρητές συντάσσουν γενικές εκθέσεις για τη λειτουργία κάθε δικαστηρίου και εισαγγελίας της περιφέρειας τους και εισηγούνται τα απαιτούμενα μέτρα για την εύρυθμη λειτουργία της υπηρεσίας. 2.Οι επιθεωρητές συντάσσουν επίσης ιδιαίτερη, λεπτομερή και ειδικά αιτιολογημένη έκθεση για κάθε δικαστικό λειτουργό της περιφέρειας τους. Στην έκθεση αυτή αξιολογούνται: α) το ήθος, το σθένος και ο χαρακτήρας, β) η επιστημονική κατάρτιση, γ) η κρίση και η αντίληψη, δ) η επιμέλεια, η εργατικότητα και η υπηρεσιακή (ποιοτική και ποσοτική) απόδοση, ε) η ικανότητα στην απονομή της δικαιοσύνης, στη διατύπωση των αποφάσεων και στη διεύθυνση της διαδικασίας και στ) η συμπεριφορά του δικαστικού λειτουργού γενικά και ιδιαίτερα στο ακροατήριο, καθώς και η κοινωνική του παράσταση. Προκειμένου για τους εισαγγελικούς λειτουργούς, αντί για τα προσόντα που αναφέρονται στο στοιχείο ε΄, αξιολογούνται η ικανότητα στην απονομή της ποινικής δικαιοσύνης, τόσο στην προδικασία όσο και στη διαδικασία του ακροατηρίου, καθώς και η ικανότητα στη διατύπωση των προτάσεων και στο χειρισμό του προφορικού λόγου. Ο επιθεωρητής αναφέρει ακόμη αν θεωρεί προακτέους στον επόμενο βαθμό τους πρωτοδίκες και αντεισαγγελείς πρωτοδικών που έχουν συμπληρώσει πενταετία στο βαθμό, καθώς και τους δικαστές και εισαγγελείς από τον βαθμό του προέδρου πρωτοδικών και εισαγγελέα πρωτοδικών και πάνω, μετά τη συμπλήρωση ενός έτους στον κατεχόμενο βαθμό. 3.Για την αξιολόγηση του δικαστικού λειτουργού ως προς τα ανωτέρω προσόντα, οι επιθεωρητές οφείλουν να χρησιμοποιούν την εξής κλίμακα: 1.άρτια ή εξαίρετη, 2.πολύ καλή, 3.περισσότερο από καλή, 4.καλή, 5.σχεδόν καλή, 6.ανεπαρκής. Για το ήθος και το σθένος οφείλουν να χρησιμοποιούν τους χαρακτηρισμούς: 1.προσήκον και 2.μη προσήκον. 4.Οι επιθεωρητές σημειώνουν, επίσης, στην ατομική έκθεση των δικαστικών λειτουργών κάθε άλλη παρατήρηση που θεωρούν χρήσιμη. 5.Με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, η οποία δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, καθιερώνεται ενιαίο έντυπο για τις εκθέσεις επιθεώρησης των δικαστικών λειτουργών. Στο έντυπο αυτό περιλαμβάνονται τα στοιχεία του επιθεωρουμένου, τα αξιολογούμενα προσόντα του και προβλέπεται χώρος για την αιτιολογία και για ειδικές παρατηρήσεις. 6.Οι εκθέσεις των επιθεωρητών υποβάλλονται στον πρόεδρο του Συμβουλίου Επιθεώρησης μέσα σε δύο μήνες από τη λήξη της θητείας τους. Σε περίπτωση έκτακτης ή συμπληρωματικής επιθεώρησης, η έκθεση υποβάλλεται αμέσως μετά τη διενέργεια της. Αντίγραφο κάθε έκθεσης υποβάλλεται από τον πρόεδρο του συμβουλίου επιθεώρησης στον Υπουργό Δικαιοσύνης και, κατά περίπτωση, στον Πρόεδρο και στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, στον Πρόεδρο του Συμβουλίου Επικρατείας, στον Πρόεδρο του Ελεγκτικού Συνεδρίου και στον Γενικό Επίτροπο του Ελεγκτικού Συνεδρίου και στον Γενικό Επίτροπο Επικρατείας των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων. Αντίγραφο της έκθεσης επιθεώρησης τίθεται στον ατομικό φάκελο του επιθεωρουμένου. Επίσης, αντίγραφο της επιδίδεται στον επιθεωρούμενο με επιμέλεια της αρμόδιας υπηρεσίας του Υπουργείου Δικαιοσύνης.» Το άρθρ. 85, αντικαταστάθηκε ως άνω από το άρθρ. 6 Νόμ. 3514/5-6 Δεκ. 2006 (ΦΕΚ Α΄ 266), κατωτ. αριθ. 80. Αρμοδιότητες Συμβουλίου Επιθεώρησης Υπηρεσία Επιθεώρησης «'Αρθρ.86.-1.Τα μέλη του Συμβουλίου Επιθεώρησης, κατά το χρονικό διάστημα της άσκησης των καθηκόντων τους, δεν απαλλάσσονται από οποιαδήποτε άλλη υπηρεσία. 2.Το Συμβούλιο Επιθεώρησης: α) παραγγέλλει έκτακτη επιθεώρηση, ενεργούμενη από τον τακτικό επιθεωρητή ή επανάληψη ή συμπλήρωση προηγούμενης, εφόσον συντρέχει λόγος, β) αποφαίνεται επί προσφυγής επιθεωρουμένου κατά της έκθεσης τακτικής επιθεώρησης, γ) συγκεντρώνει τις εκθέσεις επιθεώρησης και διατυπώνει σε ιδιαίτερη έκθεση του ενδεχόμενες παρατηρήσεις του σχετικά με αυτές και δ) με γενική έκθεση του προς τον Υπουργό Δικαιοσύνης περιγράφει την κατάσταση των δικαστηρίων, των εισαγγελιών και της γραμματείας τους και υποδεικνύει τα αναγκαία μέτρα για την εύρυθμη λειτουργία τους. Για κάθε άλλη ενέργεια μόνος αρμόδιος είναι ο πρόεδρος του Συμβουλίου Επιθεώρησης ή το οριζόμενο από αυτόν μέλος του συμβουλίου. (Αντί για τη σελ. 137(ζ) Σελ. 137(η) Τεύχος Σελ. Οργανισμός των Δικαστηρίων 6.Β.α.41 Αντίγραφα των σχετικών με τις ανωτέρω ενέργειες εγγράφων του Συμβουλίου Επιθεώρησης των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων κοινοποιούνται στον Γενικό Επίτροπο της Επικρατείας των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων.» Το άρθρ. 86 αντικαταστάθηκε ως άνω από το άρθρ. 7 Νόμ. 3514/5-6 Δεκ. 2006 (ΦΕΚ Α΄ 266), κατωτ. αριθ. 80. Προσφυγή του επιθεωρούμενου «Άρθρ.87.-1.Η επίδοση των εκθέσεων της επιθεώρησης στους επιθεωρουμένους γίνεται μέσα σε ένα μήνα από την υποβολή τους στο Υπουργείο Δικαιοσύνης. Ο επιθεωρούμενος, μέσα σε τριάντα ημέρες αφότου λάβει την έκθεση της τακτικής ή έκτακτης επιθεώρησης, έχει δικαίωμα να προσφύγει υπηρεσιακώς ή με συστημένη επιστολή στο Συμβούλιο Επιθεώρησης ή τον Προϊστάμενο σύμβουλο κατά περίπτωση και να ζητήσει διόρθωση της έκθεσης ή επανάκριση, μόνο αν η έκθεση περιέχει ανακριβείς ή ανεπαρκείς αιτιολογίες ή ανακριβή περιστατικά ή δυσμενείς κρίσεις, που δεν δικαιολογούνται από το περιεχόμενο της εκθέσεως ή τη συμπληρωματική έρευνα της εργασίας του επιθεωρουμένου από μέλος του Συμβουλίου. Στο Συμβούλιο της Επιθεώρησης δεν μετέχει ο επιθεωρητής που έχει συντάξει την έκθεση κατά της οποίας στρέφεται η προσφυγή του επιθεωρουμένου και στη θέση του καλείται ο επόμενος κατά σειρά αρχαιότητας επιθεωρητής. 2.Αν τα παράπονα κριθούν βάσιμα, το Συμβούλιο Επιθεώρησης με αιτιολογημένη απόφαση του προβαίνει στη διόρθωση της έκθεσης, εκτός αν κρίνει αναγκαία την επανάληψη της επιθεώρησης, οπότε διατάσσει επανάκριση σχετικά με τους λόγους της προσφυγής από τον αρχαιότερο αναπληρωτή επιθεωρητή. Η απόφαση του Συμβουλίου Επιθεώρησης, με την οποία διατάσσεται η διόρθωση της έκθεσης, τίθεται στο φάκελο του επιθεωρουμένου. Η έκθεση που συντάσσεται ύστερα από επανάκριση, εφόσον η επανάκριση είναι γενική, αντικαθιστά την προηγούμενη έκθεση, η οποία αποσύρεται από το φάκελο του επιθεωρουμένου. Σελ. 138(η) Τεύχος Σελ. Αν τα παράπονα κριθούν αβάσιμα, το Συμβούλιο Επιθεώρησης με αιτιολογημένη απόφαση του, απορρίπτει την προσφυγή και η απόφαση τίθεται στο φάκελο του επιθεωρουμένου. Η έκθεση που συντάσσεται ύστερα από επανάκριση δεν υπόκειται σε προσφυγή. 3.Οι αποφάσεις του Συμβουλίου της Επιθεώρησης και η νέα έκθεση υποβάλλονται και επιδίδονται κατά τις διατάξεις του άρθρου 85 παράγραφος 6. 4.Όπου στον παρόντα νόμο αναγράφεται προϊστάμενος της επιθεώρησης νοείται το Συμβούλιο Επιθεώρησης.» Το άρθρ. 87 αντικαταστάθηκε ως άνω από το άρθρ. 8 Νόμ. 3514/5-6 Δεκ. 2006 (ΦΕΚ Α΄ 266), κατωτ. αριθ. 80. 6.Β.α.41 Οργανισμός των Δικαστηρίων Έκθεση για οριστική παύση ή μετάθεση Άρθρ.88.-1.Αν κατά την επιθεώρηση διαπιστωθεί ανικανότητα κατά το άρθρ. 60 παρ. 2 ή υπηρεσιακή ανεπάρκεια δικαστικού λειτουργού, ο επιθεωρητής συντάσσει ιδιαίτερη έκθεση και την υποβάλλει στον προϊστάμενο της επιθεώρησης, ο οποίος τη διαβιβάζει με τις τυχόν παρατηρήσεις του στα αρμόδια κατά τις κείμενες διατάξεις όργανα προκειμένου να κινηθεί η διαδικασία της οριστικής παύσης. 2.(Καταργήθηκε από την παρ. 2 άρθρ. 14 Νόμ. 1868/10-10 Οκτ. 1989, ΦΕΚ Α΄ 230, κατωτ. αριθ. 45). Επιθεώρηση της γραμματείας Άρθρ.89.-1.Η επιθεώρηση της γραμματείας των δικαστηρίων και εισαγγελιών γίνεται κατά το χρονικό διάστημα που ορίζεται στην παρ. 4 του άρθρ. 84. 2.Η επιθεώρηση των υπαλλήλων της γραμματείας των δικαστηρίων και εισαγγελιών γίνεται όπως ορίζεται από το νόμο για την κατάσταση των δικαστικών υπαλλήλων. 3.Ο επιθεωρητής εξετάζει την ενημερότητα της γραμματείας και την εύρυθμη λειτουργία της. Για κάθε γραμματεία συντάσσει ιδιαίτερη έκθεση. 4.Ειδικά, ως προς τη βεβαίωση ποινών και είσπραξη δικαστικών εξόδων (απολήψιμα) η επιθεώρηση της γραμματείας από τον οικείο πρόεδρο γίνεται μία φορά κατά το χρονικό διάστημα της παρ. 1 και μία φορά κατά το μήνα Μάιο κάθε έτους και συντάσσεται ειδική έκθεση. Κατά την επιθεώρηση εξετάζεται αν τηρούνται οι διατάξεις του κώδικα για την είσπραξη τελών χαρτοσήμου, την επικόλληση και διαγραφή των ενσήμων, καθώς και οι διατάξεις που αφορούν τα παραστατικά των πόρων των διάφορων ταμείων για τις παραστάσεις των δικηγόρων. Για τις γραμματείες των ποινικών δικαστηρίων και εισαγγελιών εξετάζεται επί πλέον αν γίνεται σωστά και έγκαιρα η εκκαθάριση, είσπραξη και βεβαίωση των χρηματικών ποινών, προστίμων και δικαστικών εξόδων, καθώς και των ποσών που προέρχονται από μετατροπή ποινών, και αν κατατίθενται εγκαίρως τα ποσά που εισπράττονται στο δημόσιο ταμείο. ΜΕΡΟΣ ΤΕΤΑΡΤΟ Πειθαρχικό δίκαιο Κεφάλαιο ΙΘ΄ Ευθύνη. Γενικές αρχές. Άρθρ.90.-1.Οι δικαστικοί λειτουργοί διέπονται ως προς την πειθαρχική τους ευθύνη από τις διατάξεις του κώδικα αυτού και όταν λόγω της ιδιότητάς τους μετέχουν σε δικαστήρια, συμβούλια και επιτροπές ή ασκούν διοικητικά καθήκοντα βάσει ειδικών διατάξεων. 2.Κανείς δε διώκεται για δεύτερη φορά για το ίδιο πειθαρχικό παράπτωμα. Νέα πειθαρχική αγωγή για το ίδιο παράπτωμα είναι απαράδεκτη. Εφ’ όσον δεν έχει εκδοθεί απόφαση για την πρώτη πειθαρχική αγωγή, τα στοιχεία που διαβιβάζονται για τη δεύτερη συμπληρώνουν το φάκελλο της υπόθεσης. 3.Για το ίδιο πειθαρχικό παράπτωμα μία μόνο πειθαρχική ποινή μπορεί να επιβληθεί. 4.Αν από την τέλεση του πειθαρχικού παραπτώματος έως την έκδοση αμετάκλητης απόφασης ίσχυσαν περισσότεροι νόμοι, εφαρμόζεται ο νόμος που περιέχει τις ευμενέστερες για το διωκόμενο διατάξεις. 5.Η πειθαρχική δίκη είναι αυτοτελής και ανεξάρτητη από κάθε άλλη. 6.Η πειθαρχική δίκη δεν επηρεάζεται από την προαγωγή ή άλλη μεταβολή στην υπηρεσιακή κατάσταση του διωκομένου, εκτός αν επιφέρει και μεταβολή στην καθ' ύλην αρμοδιότητα του πειθαρχικού δικαστηρίου ή συμβουλίου, οπότε η υπόθεση παραπέμπεται στο αρμόδιο πειθαρχικό όργανο, δικαστήριο ή συμβούλιο. 7.Η προαγωγή του δικαστικού λειτουργού δεν αίρει τον πειθαρχικό κολασμό για παράπτωμα που διέπραξε πριν από την προαγωγή του. 8.Η χάρη, η αποκατάσταση, καθώς και η με οποιοδήποτε άλλο τρόπο άρση του ποινικώς κολασίμου της πράξης ή η άρση εν όλω ή εν μέρει των συνεπειών της ποινικής καταδίκης δεν αίρουν το πειθαρχικώς κολάσιμο της πράξης. 9.Η ποινική δίκη δεν αναστέλλει την πειθαρχική. Ο πειθαρχικός δικαστής μπορεί να διατάξει την αναστολή της πειθαρχικής δίκης ωσότου περατωθεί η ποινική. 10.Οι διαπιστώσεις που περιέχονται σε αμετάκλητη απόφαση ποινικού δικαστηρίου ή αμετάκλητο βούλευμα για την ύπαρξη ή μη ορισμένων γεγονότων γίνονται δεκτές και στην πειθαρχική δίκη. Πειθαρχικό παράπτωμα. Άρθρ.91.-1.Πειθαρχικό παράπτωμα συνιστά κάθε υπαίτια και καταλογιστή πράξη ή συμπεριφορά εν γένει του δικαστικού λειτουργού εντός ή εκτός υπηρεσίας, εφ' όσον αντίκειται προς τις υποχρεώσεις του που απορρέουν από το Σύνταγμα και τις κείμενες διατάξεις ή είναι ασυμβίβαστη προς το αξίωμά του και θίγει το κύρος του ή το κύρος της δικαιοσύνης. 2.Οι ειδικότερες υποχρεώσεις των δικαστικών λειτουργών καθορίζονται από τις διατάξεις που αναφέρονται στην απονομή της δικαιοσύνης, την εσωτερική οργάνωση και λειτουργία των δικαστηρίων και την κατάστασή τους ως δικαστικών λειτουργών. (Αντί για τη σελ. 139(θ) Σελ. 139(ι) Τεύχος 1400 Σελ. 69 Οργανισμός των Δικαστηρίων 6.Β.α.41 3.Πειθαρχικά παραπτώματα του δικαστικού λειτουργού συνιστούν ιδίως: α)πράξεις που μαρτυρούν έλλειψη πίστης και αφοσίωσης προς την πατρίδα και το δημοκρατικό πολίτευμα της Χώρας ή υπονομεύουν τη δημοκρατική νομιμότητα και η συμμετοχή του σε πράξεις που οδηγούν στην κατάλυση της δημοκρατικής νομιμότητας, β)η συμμετοχή του σε οργάνωση της οποίας οι σκοποί είναι κρυφοί ή επιβάλλει στα μέλη της μυστικότητας, γ)η χρησιμοποίηση της ιδιότητάς του για επιδίωξη ιδιοτελών σκοπών. "δ)η αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην εκτέλεση των καθηκόντων του. Για το δικαιολογημένο ή μη της καθυστέρησης λαμβάνονται υπόψη η σοβαρότητα της υπόθεσης, ο βαθμός και η πείρα του δικαστικού λειτουργού, ο φόρτος της εργασίας εν γένει και οι ατομικές και οικογενειακές του περιστάσεις. Σε κάθε περίπτωση δεν είναι αδικαιολόγητη η έκδοση απόφασης πολιτικού δικαστηρίου μέσα σε 4 μήνες από τη συζήτηση της υπόθεσης, εκτός αν αφορά υποθέσεις ασφαλιστικών μέτρων, εκούσιας δικαιοδοσίας και εργατικών διαφορών". Το μέσα στα " " εδάφ. δ΄, αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. 5 του άρθρ. 5του Νόμ. 2207/22–25 Απρ. 1994 (ΦΕΚ Α' 65) κατωτ. αριθ. 53. ε)η παράβαση της υπηρεσιακής εχεμύθειας. στ)η αποσιώπηση νόμιμου λόγου αποκλεισμού ή εξαίρεσης, ζ)η αναξιοπρεπής ή απρεπής εντός ή εκτός υπηρεσίας συμπεριφορά. "η.Η παράβαση των διατάξεων της παρ. 1 του Άρθρο 9. Σχέση δικαστικών και αστυνομικών αρχών. 1.Τα όργανα που ασκούν γενικά ή ειδικά αστυνομικά καθήκοντα υποχρεούντα …
Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.