← Ελλάδα

41. ΝΟΜΟΣ υπ’ αριθ. 1756 της 24/26 Φεβρ. 1988 (ΦΕΚ Α΄ 35) Κώδικας οργανισμού δικαστηρίων και κατάσταση δικαστικών λειτουργών. Εκδίδουμε τον ακόλουθο ν

Εν συντομία

Αυτός ο νόμος επικυρώνει τον Κώδικα οργάνωσης των δικαστηρίων και της κατάστασης των δικαστικών λειτουργών, ο οποίος καθορίζει τη δομή των δικαστηρίων και τους κανόνες για την εξέλιξη και τον διορισμό των δικαστικών λειτουργών.

Τι ρυθμίζει

Ποιον αφορά

Βασικά σημεία

Κείμενο νόμου

  1. ΝΟΜΟΣ υπ’ αριθ. 1756 της 24/26 Φεβρ. 1988 (ΦΕΚ Α΄ 35) Κώδικας οργανισμού δικαστηρίων και κατάσταση δικαστικών λειτουργών. Εκδίδουμε τον ακόλουθο νόμο που ψήφισε η Βουλή: Άρθρο πρώτο Κυρώνεται ο Κώδικας οργανισμού δικαστηρίων και κατάστασης δικαστικών λειτουργών, που συντάχθηκε από την Ειδική Νομοπαρασκευαστική Επιτροπή, που συγκροτήθηκε σύμφωνα με το άρθρο 8 παρ. 1 περίπτ. α΄ του ν. 1649/86 και με την 101938/86 απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης. Τμήμα πρώτο ΟΡΓ ΑΝΙΣΜΟΣ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΩΝ ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ Γενικές διατάξεις. Κεφάλαιο Α΄ Έκταση εφαρμογής-ίδρυση, συγχώνευση, κατάργηση, περιφέρεια και έδρα δικαστηρίων. άρθρ. 1 Νόμ. 1868/10-10 Οκτ. 1989 (ΦΕΚ Α΄ 230), κατωτ. αριθ.
  2. 6.Β.α.41 Οργανισμός των Δικαστηρίων άρθρ. 7 Νόμ. 2993/22-26 Μαρτ. 2002 (ΦΕΚ Α΄58) κατωτ. αριθ.
  3. «8.Σε Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου προάγεται με αίτησή του Εισαγγελέας Εφετών». «9.Σε Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου προάγεται Αρεοπαγίτης με δύο τουλάχιστον έτη υπηρεσίας στο βαθμό αυτόν». 10.Σε πρόεδρο του Αρείου Πάγου προάγεται αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου ή αρεοπαγίτης που έχει τέσσερα τουλάχιστον έτη υπηρεσίας αρεοπαγίτη. «11.Σε Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου προάγεται Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου και Αρεοπαγίτης ή Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου με δύο τουλάχιστον έτη υπηρεσίας στους βαθμούς αυτούς». 12.Η προαγωγή στους βαθμούς του προέδρου και εισαγγελέα πρωτοδικών, του εφέτη και αντεισαγγελέα εφετών γίνεται κατ’ εκλογή. 13.Η προαγωγή στους βαθμούς του αρεοπαγίτη, του αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, του προέδρου και εισαγγελέα εφετών γίνεται μόνο κατ’ απόλυτη εκλογή. 14.Αυτοί που προάγονται με την ίδια απόφαση διατηρούν τη μεταξύ τους σειρά αρχαιότητας. Οι παρ. 8, 9 και 11 αντικαταστάθηκαν ως άνω από το άρθρ. 4 Νόμ. 3472/4-4 Ιουλ. 2006 (ΦΕΚ Α΄ 135), κατωτ. αριθ.
  4. «Άρθρ.77Α.-1.Στη θέση ειρηνοδίκη Δ΄ τάξεως διορίζεται αυτός που πέτυχε σε διαγωνισμό για πρόσληψη ειρηνοδικών. Ο διαγωνισμός γίνεται από επιτροπή, που αποτελείται από τον πρόεδρο του Αρείου Πάγου ή τον υπ’ αυτού οριζόμενο αντιπρόεδρο, από τον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου ή τον υπ’ αυτού οριζόμενο αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, από έναν αρεοπαγίτη που ορίζει με τον αναπληρωτή του η ολομέλεια του Αρείου Πάγου και δυο καθηγητές του Νομικού Τμήματος του Πανεπιστημίου Αθηνών, έναν του εμπορικού και έναν του αστικού ή του αστικού δικονομικού δικαίου, που ορίζει με τους αναπληρωτές τους η Γενική Συνέλευση του Νομικού Τμήματος. Της επιτροπής προεδρεύει ο πρόεδρος ή ο εισαγγελέας ή ο αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου. Χρέη γραμματέα της επιτροπής εκτελεί ο γραμματέας της εισαγγελίας του Αρείου Πάγου ή ο νόμιμος αναπληρωτής του. (Αντί για τη σελ. 134,02(α1) Σελ. 134,021(β) Τεύχος Σελ. Οργανισμός των Δικαστηρίων 6.Β.α.41 6.Β.α.41 Οργανισμός των Δικαστηρίων 2.Γίνονται δεκτοί στο διαγωνισμό όσοι έχουν συμπληρώσει το 25ο και δεν έχουν υπερβεί το 35ο έτος της ηλικίας τους, πληρούν τις λοιπές προϋποθέσεις για το διορισμό τους ως δικαστικών λειτουργών κατά τον Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και κατάστασης δικαστικών λειτουργών και: α)είναι δικηγόροι ή β)έχουν διατελέσει δικηγόροι ή γ)είναι οποιουδήποτε βαθμού και κλάδου υπάλληλοι της γραμματείας των δικαστηρίων και εισαγγελιών και έχουν συμπληρώσει δύο έτη υπηρεσίας μετά τη λήψη πτυχίου νομικού τμήματος πανεπιστημίου ή ένα έτος, εφ’ όσον έχουν τριετή συνολική υπηρεσία δικαστικού υπαλλήλου ή δ)είναι ασκούμενοι δικηγόροι επί ένα τουλάχιστον έτος ή ε)είναι πτυχιούχοι νομικού τμήματος ανώτατου εκπαιδευτικού ιδρύματος της ημεδαπής ή ισότιμου της αλλοδαπής, εφ’ όσον είναι κάτοχοι διδακτορικού διπλώματος νομικών ή πολιτικών επιστημών ή κάτοχοι διπλώματος μεταπτυχιακών νομικών σπουδών που απονέμεται από ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα της ημεδαπής ή ισότιμο της αλλοδαπής μετά από παρακολούθηση τουλάχιστον ενός έτους μεταπτυχιακών μαθημάτων και εξετάσεις και στ)κάτοχοι πτυχίου αμφοτέρων των τμημάτων της Νομικής Σχολής (πολιτικού και νομικού), εφ’ όσον τουλάχιστον το ένα από τα πτυχία αυτά έχουν λάβει με βαθμό τουλάχιστον λίαν καλώς. Ο διαγωνισμός περιλαμβάνει γραπτή και προφορική εξέταση στα εξής μαθήματα: α)αστικό δίκαιο, β)εμπορικό δίκαιο, γ)πολιτική δικονομία, δ)ποινικό δίκαιο, ε)ποινική δικονομία και στ)στοιχεία ευρωπαϊκού κοινοτικού δικαίου. 3.Για τους επιτυχόντες καταρτίζεται κατά σειρά επιτυχίας πίνακας, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και ισχύει από τη δημοσίευσή του μέχρι της 31ης Δεκεμβρίου του επόμενου έτους. Οι επιτυχόντες διορίζονται κατά τη σειρά αναγραφής τους στον πίνακα αυτόν και τοποθετούνται στις κενές ή κενούμενες κατά τη διάρκεια της ισχύος του πίνακα θέσεις ειρηνοδικών με προεδρικό δ/γμα. 4.Με προεδρικό δ/γμα, που εκδίδεται με πρόταση του Υπουργού της Δικαιοσύνης, καθορίζεται ο τρόπος προκηρύξεως και διενέργειας του διαγωνισμού, οι αναγκαίες δημοσιεύσεις, ο έλεγχος των προσόντων των υποψηφίων, ο βαθμός που πρέπει να λάβει ο υποψήφιος για να θεωρηθεί επιτυχών, ο συντελεστής βαθμολογίας κάθε μαθήματος, η εξαγωγή των αποτελεσμάτων, η σειρά επιτυχίας σε περίπτωση ισοβαθμίας και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια. Μέχρις εκδόσεως του δ/τος αυτού εφαρμόζονται αναλόγως οι κείμενες διατάξεις για τους διαγωνισμούς παρέδρων πρωτοδικείων και εισαγγελιών. Άρθρ.77Β.-1.Οι διοριζόμενοι ειρηνοδίκες Δ΄ τάξεως διανύουν δοκιμαστική υπηρεσία ενός έτους ως δόκιμοι. 2.Οι δόκιμοι ειρηνοδίκες από του διορισμού τους υποβάλλονται σε εξάμηνη ειδική άσκηση στο πρωτοδικείο, στην περιφέρεια του οποίου περιλαμβάνεται το ειρηνοδικείο της τοποθετήσεώς τους και διατελούν υπό την άμεση ευθύνη και εποπτεία του προέδρου πρωτοδικών, χρησιμοποιούμενοι διαδοχικώς σε όλα τα τμήματα και σε όλες τις αρμοδιότητες του πρωτοδικείου, ως αναπληρωτές πρωτοδικών σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις αναπλήρωσης πρωτοδικών με ειρηνοδίκες. Χρησιμοποιούνται επίσης ως β΄ ανακριτικοί υπάλληλοι για έναν τουλάχιστο μήνα, με την υποχρέωση να παρακολουθούν και τη λειτουργία εν γένει της γραμματείας του πρωτοδικείου και των ειρηνοδικείων και πταισματοδικείων που βρίσκονται στην έδρα του. 3.Κατά τους δύο τελευταίους μήνες της άσκησης ο πρόεδρος πρωτοδικών μπορεί να αναθέσει στο δόκιμο ειρηνοδίκη, με ειδική κάθε φορά παραγγελία, την εκτέλεση καθηκόντων ειρηνοδίκη και πταισματοδίκη στα ειρηνοδικεία και πταισματοδικεία της περιφέρειας και της έδρας του πρωτοδικείου. 4.Με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης η ειδική άσκηση στο πρωτοδικείο του δόκιμου ειρηνοδίκη παρατείνεται για δύο ακόμη μήνες μετά από γνώμη της ολομέλειας του οικείου πρωτοδικείου, η οποία προκαλείται από τον πρόεδρο του πριν να συμπληρωθεί το εξάμηνο, εάν διαπιστωθεί ότι η επίδοση δεν κρίνεται απολύτως επαρκής για την ικανοποιητική άσκηση των καθηκόντων του ειρηνοδίκη. «Μετά τη συμπλήρωση της κανονικής ή συμπληρωματικής άσκησης στο πρωτοδικείο, οι δόκιμοι ειρηνοδίκες υποχρεούνται να εμφανισθούν μέσα σε δεκαπέντε ημέρες στο ειρηνοδικείο της πόλης όπου εδρεύει το πρωτοδικείο, στην περιφέρεια του οποίου υπάγεται το ειρηνοδικείο στο οποίο έχουν τοποθετηθεί». Το μέσα σε «» εδάφιο αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. 1 άρθρ. 3 Νόμ. 3472/4-4 Ιουλ. 2006 (ΦΕΚ Α΄ 135), κατωτ. αριθ.
  5. Σύμφωνα δε με την παρ. 3 ίδιου άρθρ. Νομ. 3472/2006, η άνω διάταξη ισχύει από τη 16 η Σεπτ. 2006 . (Αντί για τη σελ. 135(δ) Σελ. 135(ε) Τεύχος Σελ. Οργανισμός των Δικαστηρίων 6.Β.α.41 5.Μετά τη συμπλήρωση της δοκιμαστικής υπηρεσίας οι δόκιμοι ειρηνοδίκες διορίζονται με προεδρικό δ/γμα, που εκδίδεται με πρόταση του Υπουργού Δικαιοσύνης, ύστερα από απόφαση του Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου, η οποία, μετά από γνώμη της ολομέλειας του οικείου πρωτοδικείου, διαπιστώνει ότι ο κρινόμενος έχει την αναγκαία επιστημονική κατάρτιση και την ικανότητα προσαρμογής στις απαιτήσεις της αποστολής του ειρηνοδίκη, καθώς και την επιμέλεια, το χαρακτήρα και το ήθος που αρμόζουν σε δικαστικό λειτουργό. Με όμοιο προεδρικό δ/γμα απολύονται υποχρεωτικώς της υπηρεσίας όσοι κρίνονται μη ικανοί. 6.Οι δόκιμοι ειρηνοδίκες λαμβάνουν τις αποδοχές του ειρηνοδίκη Δ΄ τάξεως». Τα άρθρ. 77Α και 77Β, προστέθηκαν από το άρθρ. 10 Νόμ. 1968/10-11 Οκτ. 1991 (ΦΕΚ Α΄ 150), κατωτ. αριθ.
  6. ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΕ΄. Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο πολιτικής και ποινικής δικαιοσύνης. Άρθρο
  7. Συγκρότηση, αρμοδιότητα, λειτουργία. 1.Το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο πολιτικής και ποινικής δικαιοσύνης αποφασίζει για το διορισμό των πρωτοδικών «αντεισαγγελέων πρωτοδικών και ειρηνοδικών» και για τις τοποθετήσεις, μεταθέσεις, αποσπάσεις και προαγωγές γενικά των δικαστικών λειτουργών της πολιτικής και ποινικής δικαιοσύνης. Επίσης αποφασίζει, γνωμοδοτεί ή προτείνει και σε κάθε άλλη περίπτωση που ορίζεται από το νόμο. Η μέσα στα «» φράση αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. 1 άρθρ. 11 Νόμ. 1968/10-11 Οκτ. 1991 (ΦΕΚ Α΄ 150), κατωτ. αριθ.
  8. «2.Το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο Πολιτικής και Ποινικής Δικαιοσύνης εδρεύει στο κατάστημα του Αρείου Πάγου. Συγκροτείται από ένδεκα μέλη, εκτός αν πρόκειται για προαγωγή στο βαθμό του αρεοπαγίτη, αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, προέδρου και εισαγγελέα εφετών, οπότε συγκροτείται από δεκαπέντε μέλη. Τακτικά μέλη του Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου είναι ο Πρόεδρος και ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου και κατά περίπτωση εννέα ή δεκατρία μέλη που ορίζονται με κλήρωση. Δύο μέλη του Συμβουλίου είναι αντεισαγγελείς του Αρείου Πάγου. Στο Συμβούλιο μετέχουν χωρίς ψήφο δύο πρόεδροι εφετών ή δύο εισαγγελείς εφετών, αν πρόκειται για θέματα υπηρεσιακών μεταβολών Σελ. 136(ε) Τεύχος Σελ. προέδρων εφετών και εφετών ή εισαγγελέων και αντεισαγγελέων εφετών αντιστοίχως ή δύο εφέτες ή δύο αντεισαγγελείς εφετών αν πρόκειται για θέματα υπηρεσιακών μεταβολών δικαστών ή εισαγγελέων με βαθμό κατώτερο του εφέτη ή αντεισαγγελέα εφετών, που ορίζονται με κλήρωση. Οι μετέχοντες χωρίς ψήφο δικαιούνται να διατυπώσουν τη γνώμη τους για το κρινόμενο ζήτημα, οφείλουν δε να αποχωρήσουν πριν από την έναρξη της ψηφοφορίας. 3.Η κλήρωση των μελών του Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου πολιτικής και ποινικής δικαιοσύνης γίνεται από το πρώτο τμήμα του Αρείου Πάγου στην πρώτη δημόσια συνεδρίαση του Δεκεμβρίου μεταξύ των αντιπροέδρων, των αρεοπαγιτών και των αντεισαγγελέων του Αρείου Πάγου που έχουν τουλάχιστον δύο έτη υπηρεσίας στο βαθμό του αρεοπαγίτη ή του αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου όταν αρχίζει η θητεία τους ως μελών του Συμβουλίου. Στην ίδια συνεδρίαση γίνεται η κλήρωση των χωρίς ψήφο προέδρων και εισαγγελέων εφετών και των εφετών και αντεισαγγελέων εφετών των εφετείων και των εισαγγελιών εφετών Αθηνών και Πειραιώς, από τους οποίους οι εφέτες και οι αντεισαγγελείς εφετών έχουν τουλάχιστον δύο έτη υπηρεσίας στο βαθμό του εφέτη ή του αντεισαγγελέα εφετών όταν αρχίζει η θητεία τους, ως μελών του Συμβουλίου. 4.Για την κλήρωση χρησιμοποιούνται ως κλήροι σφαιρίδια αδιαφανή. Αμέσως πριν από τη διενέργεια της κλήρωσης το τμήμα συνέρχεται σε συμβούλιο προκειμένου να τοποθετηθούν στα σφαιρίδια, αφού προηγουμένως επιδειχθούν σε όλα τα μέλη του συμβουλίου, τα ονόματα των μελών των δικαστηρίων και των εισαγγελιών που έχουν τα απαιτούμενα προσόντα συμμετοχής στην κλήρωση και ακολούθως τα σφαιρίδια τοποθετούνται στις 6.Β.α.41 Οργανισμός των Δικαστηρίων οικείες κληρωτίδες. Κατά τη δημόσια συνεδρίαση η κλήρωση διεξάγεται σε έξι στάδια και από ισάριθμες κληρωτίδες. Κατά το πρώτο στάδιο ο πρόεδρος εξάγει από την κληρωτίδα με τους αντιπροέδρους και τους αρεοπαγίτες δεκαέξι σφαιρίδια με τα ονόματα των κληρωθέντων, από τους οποίους οι επτά και ένδεκα πρώτοι κατά τη σειρά της κλήρωσης αποτελούν κατά περίπτωση τα τακτικά και οι υπόλοιποι τα αναπληρωματικά μέλη του συμβουλίου. Κατά το δεύτερο στάδιο ο πρόεδρος εξάγει από την κληρωτίδα με τους αντεισαγγελείς του Αρείου Πάγου τέσσερα σφαιρίδια με τα ονόματα των κληρωθέντων από τους οποίους οι δύο πρώτοι κατά τη σειρά της κλήρωσης αποτελούν τα τακτικά και οι υπόλοιποι τα αναπληρωματικά μέλη του συμβουλίου. Με τον ίδιο τρόπο γίνεται ακολούθως η κλήρωση από τις οικείες κληρωτίδες έξι προέδρων εφετών, έξι εισαγγελέων εφετών, έξι εφετών και έξι αντεισαγγελέων εφετών από τους οποίους οι δύο πρώτοι κατά τη σειρά της κλήρωσης αποτελούν κατά περίπτωση τακτικά χωρίς ψήφο μέλη του συμβουλίου και οι υπόλοιποι αναπληρωματικά χωρίς ψήφο μέλη του συμβουλίου. Τα τακτικά μέλη αναπληρώνονται από τα αναπληρωματικά κατά τη σειρά της κλήρωσης. Μετά την εξαγωγή κάθε σφαιριδίου ο πρόεδρος εκφωνεί το όνομα του κληρωθέντος το οποίο επιδεικνύει στα λοιπά μέλη του τμήματος. Για όλα τα στάδια της κλήρωσης συντάσσεται πρακτικό που διαβιβάζεται στο Υπουργείο Δικαιοσύνης». Οι παρ. 2, 3 και 4 αντικαταστάθηκαν ως άνω από την παρ. 1 άρθρ. 8 Νόμ. 2993/22-26 Μαρτ. 2002 (ΦΕΚ Α΄ 58), κατωτ. αριθ.
  9. 5.Αυτοί που κληρώνονται γίνονται τακτικά ή αναπληρωματικά μέλη του Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου χωρίς καμιά άλλη διατύπωση. Η θητεία τους αρχίζει την 1η Ιανουαρίου και λήγει την 31η Δεκεμβρίου του επόμενου από την κλήρωση έτους. 6.Για την αντικατάσταση τακτικών ή αναπληρωματικών μελών που αποχώρησαν από την υπηρεσία γίνεται συμπληρωματική κλήρωση. «7.Η κλήρωση γίνεται σε δημόσια συνεδρίαση του πρώτου τμήματος του Αρείου Πάγου. Σε αυτή μετέχουν ομοιόβαθμοι των αντικαθισταμένων κατά τα οριζόμενα στις παραγράφους 2 και 3, οι οποίοι δεν αποτελούν ήδη τακτικά ή αναπληρωματικά μέλη του Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου. Για τη διαδικασία και την κλήρωση εφαρμόζεται η παράγραφος
  10. Ο πρόεδρος εξάγει από την κληρωτίδα τόσα σφαιρίδια όσα είναι τα τακτικά ή τα αναπληρωματικά μέλη που αντικαθίστανται. Αυτοί που κληρώνονται γίνονται τακτικά ή αναπληρωματικά μέλη του Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου χωρίς καμία άλλη διατύπωση και η θητεία τους λήγει μαζί με τη θητεία των λοιπών μελών. 8.Όταν απουσιάζουν, κωλύονται ή ελλείπουν ο Πρόεδρος ή ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, καλούνται ως μέλη του Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου οι νόμιμοι αναπληρωτές τους. Αν οι αναπληρωτές είναι τακτικά μέλη του συμβουλίου, αναπληρώνονται από αντίστοιχα αναπληρωματικά». Οι παρ. 7 και 8 αντικαταστάθηκαν ως άνω από την παρ. 1 άρθρ. 8 Νόμ. 2993/22-26 Μαρτ. 2002 (ΦΕΚ Α΄58) κατωτ. αριθ.
  11. 9.Ο πρόεδρος του Αρείου Πάγου προεδρεύει στο Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο. Αν απουσιάζει, κωλύεται ή ελλείπει, προεδρεύει ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου. Αν και αυτός απουσιάζει, κωλύεται ή ελλείπει, προεδρεύει ο αναπληρωτής του προέδρου. 10.Όσα ισχύουν για την εξαίρεση των μελών του Αρείου Πάγου εφαρμόζονται και για την εξαίρεση των μελών του Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου. 11.Καθήκοντα γραμματέα του Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου εκτελεί ο γραμματέας του Αρείου Πάγου και, σε περίπτωση απουσίας ή κωλύματος, ο νόμιμος αναπληρωτής του. Κατά τη συνεδρίαση του Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου καθήκοντα γραμματέα εκτελεί ο οριζόμενος από τον πρόεδρο υπάλληλος της γραμματείας. (Μετά τη σελ. 136(δ) Σελ. 136,001 Τεύχος 1380 Σελ. 71 Οργανισμός των Δικαστηρίων 6.Β.α.41 6.Β.α.41 Οργανισμός των Δικαστηρίων Αποφάσεις, διαφωνία, προσφυγή. Άρθρ.79.-Ως προς τη λειτουργία και τις αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστικού Συμβουλίου πολιτικής και ποινικής δικαιοσύνης, τη διαφωνία του Υπουργού, την προσφυγή του ενδιαφερομένου κλπ. ισχύουν αναλόγως οι διατάξεις του άρθρου 68 με τις εξής παραλλαγές: α)Στην παράγραφο 3, καλούνται για παροχή πληροφοριών και στοιχείων, εκτός από τους προϊσταμένους του κρινομένου προέδρους ή εισαγγελείς εφετών και πρωτοδικών, και οι αντεισαγγελείς του Αρείου Πάγου, έστω και αν δεν έχουν την ιδιότητα του επιθεωρητή. Επίσης, η ενέργεια ειδικής εξέτασης ή επιθεώρησης μπορεί να ανατεθεί και σε αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου. β)Στην παράγραφο 4, η παραπομπή αντί στο άρθρο 34 παρ. 3 και 4 του ν. δ. 170/1973 γίνεται στο άρθρο 302 παράγραφος 2 του κώδικα πολιτικής δικονομίας. «γ.Στην παράγραφο 9 προστίθεται το εξής εδάφιο: «Στην Ολομέλεια του Αρείου Πάγου ως δευτεροβάθμιο ανώτατο δικαστικό συμβούλιο πολιτικής και ποινικής δικαιοσύνης μετέχουν ο Εισαγγελέας και οι αντεισαγγελείς του Αρείου Πάγου. Στην ίδια Ολομέλεια, όταν πρόκειται για προαγωγή, τοποθέτηση, μετάθεση, μετάταξη ή απόσπαση δικαστικών λειτουργών, μετέχουν χωρίς ψήφο οι πρόεδροι εφετών, οι εισαγγελείς εφετών, οι εφέτες ή οι αντεισαγγελείς εφετών που μετέχουν κατά περίπτωση στο Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο πολιτικής και ποινικής δικαιοσύνης, οι οποίοι δικαιούνται να διατυπώσουν τη γνώμη τους για το κρινόμενο ζήτημα, οφείλουν δε να αποχωρήσουν πριν από την έναρξη της ψηφοφορίας.» Το μέσα σε «» εδάφιο με στοιχ. γ΄ αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. 2 άρθρ. 8 Νόμ. 2993/22-26 Μαρτ. 2002 (ΦΕΚ Α΄58), κατωτ. αριθ.
  12. ΜΕΡΟΣ ΤΡΙΤΟ Επιθεώρηση δικαστηρίων και δικαστικών λειτουργών. Κεφάλαιο ΙΣΤ' Πολιτικά και ποινικά δικαστήρια. Συμβούλιο και 'Οργανα Επιθεώρησης «'Αρθρ.80.-1.Α. Το Συμβούλιο Επιθεώρησης των πολιτικών και ποινικών δικαστηρίων και των δικαστικών λειτουργών εποπτεύει την επιθεώρηση και αποτελείται από έναν αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, ως πρόεδρο, έναν αρεοπαγίτη και έναν αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου. Ο αντιπρόεδρος, ως τακτικό μέλος της επιθεώρησης, απαλλάσσεται από κάθε άλλη υπηρεσία κατά το χρονικό διάστημα που μετέχει στο Συμβούλιο Επιθεώρησης, με εξαίρεση τη συμμετοχή του στη μείζονα Ολομέλεια του Αρείου Πάγου και στο Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο. Β. Την επιθεώρηση ενεργούν: α) στα εφετεία, στα πρωτοδικεία και στις αντίστοιχες εισαγγελίες, καθώς και στα ειρηνοδικεία και τα πταισματοδικεία, αρεοπαγίτες και αντεισαγγελείς του Αρείου Πάγου, β) στα πρωτοδικεία, στα ειρηνοδικεία και στα πταισματοδικεία, και οι πρόεδροι εφετών, στις δε εισαγγελίες πρωτοδικών και στα πταισματοδικεία, ως προς το προανακριτικό έργο, και οι εισαγγελείς εφετών, γ) στις γραμματείες των παραπάνω δικαστηρίων και εισαγγελιών, οι πρόεδροι και εισαγγελείς εφετών της οικείας περιφέρειας και οι πρόεδροι και εισαγγελείς πρωτοδικών, αντίστοιχα. 2.Ο πρόεδρος και τα μέλη του Συμβουλίου Επιθεώρησης και οι επιθεωρητές αρεοπαγίτες και αντεισαγγελείς του Αρείου Πάγου ορίζονται με τους αναπληρωματικούς τους, κατόπιν κληρώσεως, που διεξάγεται κατά το μήνα Ιούνιο ενώπιον του Α΄ Τμήματος του Αρείου Πάγου (1η Σύνθεση). Για την επιλογή του προέδρου του Συμβουλίου Επιθεώρησης, τοποθετούνται σε μία κληρωτίδα τα ονόματα των αντιπροέδρων του Αρείου Πάγου. Για την επιλογή των μελών του Συμβουλίου Επιθεώρησης και των επιθεωρητών, η Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, η οποία συνέρχεται με πρόσκληση του προέδρου το μήνα Μάιο, ορίζει από τους έχοντες διετή υπηρεσία αριθμό διπλάσιο του απαιτουμένου για το σύνολο των μελών του Συμβουλίου Επιθεώρησης και των επιθεωρητών. Σε περίπτωση κατά την οποία δεν υπάρχει επαρκής αριθμός μελών του Αρείου Πάγου με διετή υπηρεσία, επιτρέπεται να ορισθούν ως επιθεωρητές και οι έχοντες υπηρεσία ενός έτους. 3.Η κλήρωση της προηγούμενης παραγράφου διενεργείται χωριστά για τα μέλη του Συμβουλίου Επιθεώρησης, τους επιθεωρητές των πολιτικών και ποινικών δικαστηρίων και τους επιθεωρητές εισαγγελιών, ανάλογα με τον κλάδο από τον οποίο προέρχονται τα μέλη του Συμβουλίου Επιθεώρησης και οι επιθεωρητές. (Αντί για τη σελ. 136,01(η) Σελ. 136,01(θ) Τεύχος Σελ. Οργανισμός των Δικαστηρίων 6.Β.α.41 4.Δεν μπορούν να ορισθούν τακτικά ή αναπληρωματικά μέλη του Συμβουλίου Επιθεώρησης ή επιθεωρητές όσοι άσκησαν καθήκοντα στις αντίστοιχες θέσεις κατά την αμέσως προηγούμενη περίοδο. 5.Για την κλήρωση χρησιμοποιούνται αδιαφανή σφαιρίδια. Αμέσως πριν από τη διενέργεια της κλήρωσης, το Τμήμα συνέρχεται σε συμβούλιο, προκειμένου να τοποθετηθούν οι κλήροι στα σφαιρίδια, αφού προηγουμένως επιδειχθούν σε όλα τα μέλη του τμήματος οι κλήροι με τα ονόματα των αντιπροέδρων, των αρεοπαγιτών και των αντεισαγγελέων του Αρείου Πάγου. Κατά τη δημόσια συνεδρίαση, που διεξάγεται αμέσως μετά, ο πρόεδρος εξάγει δύο

(2)σφαιρίδια από την πρώτη κληρωτίδα, που περιέχει τα ονόματα των αντιπροέδρων, δεκατρία
(13)σφαιρίδια από τη δεύτερη κληρωτίδα, που περιέχει τα ονόματα των αρεοπαγιτών που έχουν ορισθεί από την Ολομέλεια, και πέντε
(5)σφαιρίδια από την τρίτη κληρωτίδα, που περιέχει τα ονόματα των αντεισαγγελέων που έχουν ορισθεί από την Ολομέλεια. Μετά την εξαγωγή του κλήρου από κάθε σφαιρίδιο, ο πρόεδρος εκφωνεί το όνομα του κληρωθέντος και επιδεικνύει τον κλήρο με το όνομα του κληρωθέντος στα λοιπά μέλη του τμήματος. Από τους κληρωθέντες της πρώτης κληρωτίδας, ο πρώτος αντιπρόεδρος κατά τη σειρά κλήρωσης αποτελεί το τακτικό και ο δεύτερος το αναπληρωματικό μέλος του Συμβουλίου Επιθεώρησης. Από τους κληρωθέντες της δεύτερης κληρωτίδας, οι δύο
(2)αρχαιότεροι αποτελούν τα μέλη του Συμβουλίου Επιθεώρησης, ο πρώτος το τακτικό και ο δεύτερος το αναπληρωματικό μέλος, οι υπόλοιποι οκτώ
(8), κατά τη σειρά κληρώσεως, αποτελούν τους επιθεωρητές των περιφερειών της Επιθεώρησης, και οι επόμενοι τρεις
(3)είναι οι αναπληρωματικοί τους. Από τους κληρωθέντες της τρίτης κληρωτίδας ο πρώτος αποτελεί το τακτικό μέλος του Συμβουλίου Επιθεώρησης, ο δεύτερος τον αναπληρωτή του, οι δύο επόμενοι τους επιθεωρητές της Γ’ και Δ’ περιφέρειας επιθεώρησης αντίστοιχα, και ο επόμενος είναι ο αναπληρωματικός τους. Για την κλήρωση συντάσσεται πρακτικό που διαβιβάζεται στο Υπουργείο Δικαιοσύνης. 6.Η θητεία των μελών του Συμβουλίου Επιθεώρησης και των επιθεωρητών είναι ετήσια. Αρχίζει τη 16η Σεπτεμβρίου του έτους κατά το οποίο γίνεται η επιλογή και λήγει τη 15η Σεπτεμβρίου του επόμενου έτους. Σε περίπτωση θανάτου, κωλύματος ή αποχώρησης του Προέδρου ή μέλους του Συμβουλίου, τη θέση του καταλαμβάνει ο αναπληρωτής του και μόνο για το υπόλοιπο της θητείας του. Σελ. 136,02(θ) Τεύχος Σελ. 7.Τους επιθεωρητές βοηθούν στο έργο τους επίκουροι επιθεωρητές, οι οποίοι φέρουν το βαθμό του προέδρου εφετών ή του εισαγγελέα εφετών και ορίζονται με απόφαση του Ανωτάτου Δικαστικού Συμβουλίου για τις δικαστικές περιφέρειες τις οριζόμενες στο άρθρο 81, ως εξής: δύο πρόεδροι εφετών για καθεμία από τις Α΄ και Θ΄ δικαστικές περιφέρειες, δύο πρόεδροι εφετών για τον τομέα Β1 της Β΄ δικαστικής περιφέρειας, ένας πρόεδρος εφετών και ένας εισαγγελέας εφετών για τον τομέα Β2 της Β΄ δικαστικής περιφέρειας, ένας πρόεδρος εφετών για καθεμία από τις Ε΄, ΣΤ΄, Ζ΄ και Η΄ δικαστικές περιφέρειες και ένας εισαγγελέας εφετών για καθε μία από τις Γ΄ και Δ΄ δικαστικές περιφέρειες. Τα ειδικότερα καθήκοντα των επίκουρων επιθεωρητών καθορίζονται με κοινή απόφαση του προέδρου του Συμβουλίου Επιθεώρησης πολιτικής και ποινικής δικαιοσύνης και του οικείου επιθεωρητή. Η θητεία των επίκουρων επιθεωρητών συμπίπτει χρονικά με αυτήν των επιθεωρητών. 8.Οι επιθεωρητές και επίκουροι επιθεωρητές, κατά το χρονικό διάστημα της άσκησης των καθηκόντων τους απαλλάσσονται από κάθε άλλη υπηρεσία, με εξαίρεση τη συμμετοχή των αρεοπαγιτών και των αντεισαγγελέων του Αρείου Πάγου στη μείζονα Ολομέλεια του Αρείου Πάγου και στο Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο, των δε λοιπών στις οικείες Ολομέλειες των Δικαστηρίων και Εισαγγελιών. 6.Β.α.41 Οργανισμός των Δικαστηρίων 9.Οι πρόεδροι εφετών ενεργούν την επιθεώρηση των πρωτοδικείων, ειρηνοδικείων και πταισματοδικείων και οι εισαγγελείς εφετών των εισαγγελιών της περιφέρειας τους και των πταισματοδικείων ως προς το προανακριτικό τους έργο, παράλληλα προς την επιθεώρηση των επιθεωρητών αρεοπαγιτών και αντεισαγγελέων του Αρείου Πάγου. Σε όσα δικαστήρια και εισαγγελίες υπηρετούν περισσότεροι πρόεδροι ή εισαγγελείς εφετών, εκείνος που διευθύνει το δικαστήριο ή την εισαγγελία διενεργεί ο ίδιος την επιθεώρηση ή ορίζει από τους ομοιόβαθμούς του αυτόν ή αυτούς που θα τη διενεργήσουν. 10.Σε περίπτωση θανάτου, αποχώρησης από την υπηρεσία, μετάθεσης ή κωλύματος του επιθεωρητή αρεοπαγίτη ή αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, την επιθεώρηση διενεργούν ή συνεχίζουν οι αναπληρωματικοί τους, κατά τη σειρά ορισμού τους και μόνο για τον υπόλοιπο χρόνο της θητείας τους. Σε περίπτωση θανάτου, αποχώρησης από την υπηρεσία, μετάθεσης ή κωλύματος του επίκουρου επιθεωρητή, τα καθήκοντα του αναλαμβάνει, για το υπόλοιπο της θητείας του, αντικαταστάτης του, ο οποίος ορίζεται από το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο. 11.Σε επιθεώρηση υπόκεινται όλοι οι δικαστικοί λειτουργοί έως και το βαθμό του προέδρου εφετών ή του εισαγγελέα εφετών. Οι πρόεδροι και εισαγγελείς εφετών επιθεωρούνται από τον επιθεωρητή αρεοπαγίτη ή αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου. 12.Με απόφαση του Ανωτάτου Δικαστικού Συμβουλίου, στα Πρωτοδικεία Αθηνών, Πειραιώς και Θεσσαλονίκης ορίζεται ως επόπτης των ανακριτών, με ετήσια θητεία ανανεώσιμη για ένα ακόμη έτος, εφέτης με υπηρεσία τουλάχιστον πέντε ετών, με αρμοδιότητα την εποπτεία, το συντονισμό και την παρακολούθηση της εύρυθμης λειτουργίας του ανακριτικού έργου, χωρίς δυνατότητα ανάμειξης στην ουσιαστική λειτουργία της ανάκρισης. Ο επόπτης ανακριτών για το Πρωτοδικείο Αθηνών ορίζεται με αποκλειστική απασχόληση. Η ισχύς του άρθρου 35 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας δεν θίγεται.» Το άρθρ. 80, όπως το δεύτερο εδάφιο της παρ. 2 αυτού είχε αντικατασταθεί από την παρ. 2 άρθρ. 1 Νόμ. 3472/4-4 Ιουλ. 2006 (ΦΕΚ Α΄ 135), κατωτ. αριθ. 79, αντικαταστάθηκε ως άνω από το άρθρ. 1 Νόμ. 3514/5-6 Δεκ. 2006 (ΦΕΚ Α΄ 266), κατωτ.αριθ. 80. Περιφέρειες. «Άρθρ.81.-1. Οι περιφέρειες της επιθεώρησης ορίζονται σε εννέα
(9)και καθεμία από αυτές περιλαμβάνει αντιστοίχως: Η Α΄ το Εφετείο Αθηνών, τα πρωτοδικεία και τις εισαγγελίες πρωτοδικών του Εφετείου Αθηνών, καθώς και τα υπαγόμενα σε αυτά ειρηνοδικεία και πταισματοδικεία, πλην του Πρωτοδικείου Αθηνών, της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών, του Ειρηνοδικείου και του Πταισματοδικείου Αθηνών. Η Β΄ το Πρωτοδικείο και το Ειρηνοδικείο Αθηνών και διαιρείται σε δύο τομείς, τον πολιτικό (Β1) και τον ποινικό (Β2). Η επιθεώρηση του πολιτικού τομέα περιλαμβάνει τις πολιτικές υποθέσεις του Πρωτοδικείου και του Ειρηνοδικείου Αθηνών, καθώς και τις σχετικές εργασίες των συμβουλίων διοίκησης των δικαστηρίων αυτών. Η επιθεώρηση του ποινικού τομέα περιλαμβάνει τις ποινικές υποθέσεις του Πρωτοδικείου Αθηνών, τις εργασίες των ανακριτών, του συμβουλίου πλημμελειοδικών και τις σχετικές εργασίες του συμβουλίου διοίκησης του πρωτοδικείου. Στην περιφέρεια αυτή ορίζονται δύο επιθεωρητές, ένας για κάθε τομέα. Η Γ΄ τις Εισαγγελίες Εφετών και Πρωτοδικών Αθηνών και το Πταισματοδικείο Αθηνών. Ως επιθεωρητής ορίζεται Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου. Η Δ΄ τις Εισαγγελίες Εφετών και Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης και Πειραιώς και τα πταισματοδικεία που υπάγονται στα αντίστοιχα πρωτοδικεία. Ως επιθεωρητής ορίζεται Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου. Η Ε΄ τα Εφετεία Πειραιώς, Ναυπλίου και Καλαμάτας, τα υπαγόμενα σε αυτά πρωτοδικεία, ειρηνοδικεία και πταισματοδικεία, καθώς και τις αντίστοιχες εισαγγελίες εφετών και πρωτοδικών, πλην των εισαγγελιών και πταισματοδικείων που περιλαμβάνονται στη Δ΄ περιφέρεια. Η ΣΤ΄ τα Εφετεία Κρήτης, Δωδεκανήσου και Αιγαίου, τα υπαγόμενα σε αυτά πρωτοδικεία, ειρηνοδικεία και πταισματοδικεία, καθώς και τις αντίστοιχες εισαγγελίες εφετών και πρωτοδικών. Η Ζ΄ τα Εφετεία Λαμίας, Λάρισας και Δυτικής Μακεδονίας, τα υπαγόμενα σε αυτά πρωτοδικεία, ειρηνοδικεία και πταισματοδικεία, καθώς και τις αντίστοιχες εισαγγελίες εφετών και πρωτοδικών. Η Η΄ τα Εφετεία Πατρών, Ιωαννίνων και Κέρκυρας, τα υπαγόμενα σε αυτά πρωτοδικεία, ειρηνοδικεία και πταισματοδικεία, καθώς και τις αντίστοιχες εισαγγελίες εφετών και πρωτοδικών. (Αντί για τη σελ. 136,021) Σελ. 136,021(α) Τεύχος Σελ. Οργανισμός των Δικαστηρίων 6.Β.α.41 Η Θ΄ τα Εφετεία Θεσσαλονίκης και Θράκης, τα υπαγόμενα σε αυτά πρωτοδικεία, ειρηνοδικεία και πταισματοδικεία, καθώς και τις αντίστοιχες εισαγγελίες εφετών και πρωτοδικών, πλην των εισαγγελιών και πταισματοδικείων που περιλαμβάνονται στη Δ΄ περιφέρεια. 2.Οι περιφέρειες επιθεώρησης είναι δυνατόν να μεταβάλλονται μετά από σύμφωνη γνώμη του Ανωτάτου Δικαστικού Συμβουλίου, με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, η οποία δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, και ισχύει από τη 16η Σεπτεμβρίου του επόμενου από τη δημοσίευση της δικαστικού έτους. 3.Στην έδρα του μεγαλύτερου από τα εφετεία κάθε περιφέρειας, ιδρύεται Γραφείο Γραμματείας Επιθεώρησης, στο οποίο παρέχουν τις υπηρεσίες τους ένας ή περισσότεροι γραμματείς από το προσωπικό των δικαστηρίων της έδρας του εφετείου.» Το άρθρ. 81, όπως η παρ. 1 αυτού είχε αντικατασταθεί από την παρ. 3 άρθρ. 1 Νόμ. 3472 της 4-4 Ιουλ. 2006 (ΦΕΚ Α΄ 135) κατωτ. αριθ. 79, αντικαταστάθηκε ως άνω από το άρθρ. 2 Νόμ. 3514/5-6 Δεκ. 2006 (ΦΕΚ Α΄ 266), κατώτ.αριθ.
  1. Κεφάλαιο ΙΖ'. Συμβούλιο Επικρατείας, Ελεγκτικό Συνέδριο και τακτικά διοικητικά δικαστήρια. «Όργανα επιθεώρησης του Συμβουλίου της Επικρατείας, του Ελεγκτικού Συνεδρίου και των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων Άρθρ.
  2. Α. Όργανα επιθεώρησης του Συμβουλίου της Επικρατείας 1.Ιδρύεται στο Συμβούλιο της Επικρατείας Πρωτοβάθμιο Συμβούλιο Επιθεώρησης, το οποίο συγκροτείται από έναν αντιπρόεδρο του Συμβουλίου της Επικρατείας, ως πρόεδρο, και δύο συμβούλους Επικρατείας με τετραετή τουλάχιστον υπηρεσία στο βαθμό, ως μέλη. Οι ανωτέρω, οι οποίοι προέρχονται από διαφορετικά τμήματα, ορίζονται με ισάριθμους αναπληρωτές με απόφαση της Ολομέλειας σε συμβούλιο, η οποία εκδίδεται το μήνα Ιούνιο του προηγούμενου της ενάρξεως της θητείας τους δικαστικού έτους. Η θητεία του προέδρου και των μελών του Συμβουλίου αρχίζει τη 16η Σεπτεμβρίου του ημερολογιακού έτους κατά το οποίο γίνεται η επιλογή και λήγει τη 15η Σεπτεμβρίου του μεθεπόμενου ημερολογιακού έτους. Σελ. 136,022(α) Τεύχος Σελ. 2.Οι πάρεδροι, οι εισηγητές και οι δόκιμοι εισηγητές του Συμβουλίου της Επικρατείας υπόκεινται σε επιθεώρηση, η οποία διενεργείται κάθε δύο δικαστικά έτη. 3.Οι αντιπρόεδροι, που προεδρεύουν στα τμήματα του Συμβουλίου της Επικρατείας, συντάσσουν το μήνα Ιούνιο κάθε δεύτερου δικαστικού έτους και υποβάλλουν στο Συμβούλιο της παραγράφου 1 εκθέσεις επιθεώρησης για τους παρέδρους που υπηρέτησαν στο τμήμα τους. Οι Αντιπρόεδροι και οι σύμβουλοι Επικρατείας, οι οποίοι άσκησαν καθήκοντα προεδρεύοντος σε πέντε τουλάχιστον συνεδριάσεις κατά τα δύο δικαστικά έτη στα οποία ανάγεται η επιθεώρηση, συντάσσουν το μήνα Ιούνιο κάθε δεύτερου δικαστικού έτους και υποβάλλουν στο Συμβούλιο της παραγράφου 1 εκθέσεις επιθεώρησης για την απόδοση των παρέδρων που υπηρέτησαν στο ίδιο με αυτούς τμήμα. 4.Σύμβουλοι της Επικρατείας που έχουν εισηγηθεί στο δικαστήριο προς συζήτηση, κατά τη διάρκεια των δύο δικαστικών ετών στα οποία ανάγεται η επιθεώρηση, δύο τουλάχιστον διαφορετικές υποθέσεις με προειοήγηση του αυτού εισηγητή, συντάσσουν το μήνα Ιούνιο του δεύτερου δικαστικού έτους και υποβάλλουν στο Συμβούλιο της παραγράφου 1 εκθέσεις επιθεώρησης για τον εν λόγω εισηγητή. 6.Β.α.41 Οργανισμός των Δικαστηρίων 5.Για την αξιολόγηση των παρέδρων λαμβάνονται υπόψη και εκτιμώνται η ικανότητα τους προς σύνταξη σχεδίων αποφάσεων, η συμβολή τους κατά τη διάσκεψη, ο βαθμός δυσκολίας και ο τρόπος επεξεργασίας του νομικού και πραγματικού μέρους των υποθέσεων για τις οποίες συνέταξαν εισηγήσεις, η εν γένει επιμέλεια κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους, η παράσταση, καθώς και το ήθος τους. Για την αξιολόγηση των εισηγητών λαμβάνονται υπόψη και εκτιμώνται ο τρόπος επεξεργασίας του νομικού και πραγματικού μέρους των υποθέσεων για τις οποίες συνέταξαν προεισηγήσεις, η ικανότητά τους προς σύνταξη προεισηγήσεων, η εν γένει επιμέλεια κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους, η παράσταση, καθώς και το ήθος τους. Οι κρίσεις κατά την αξιολόγηση διαβαθμίζονται σε: «πολύ καλός», «καλός», «σχεδόν καλός» και «ανεπαρκής». 6.Στο Πρωτοβάθμιο Συμβούλιο Επιθεώρησης υποβάλλονται οι αιτιολογημένες εκθέσεις επιθεώρησης που συντάσσονται σύμφωνα με τις παραγράφους 3, 4 και 5 το μήνα Ιούνιο κάθε δεύτερου δικαστικού έτους, τα τηρούμενα στο Δικαστήριο στατιστικά στοιχεία για την ποσοτική απόδοση των παρέδρων και εισηγητών, καθώς και στοιχεία σχετικά με την απόδοση των ανωτέρω σε λοιπά καθήκοντα, τα οποία τους έχουν ανατεθεί από το Δικαστήριο. Το Πρωτοβάθμιο Συμβούλιο Επιθεώρησης συντάσσει, επί τη βάσει των ως άνω στοιχείων, ανά διετία το μήνα Σεπτέμβριο τελικές εκθέσεις επιθεώρησης για καθέναν από τους παρέδρους και εισηγητές. Οι εκθέσεις αυτές κοινοποιούνται αμελλητί στους προαναφερθέντες δικαστικούς λειτουργούς, οι οποίοι μπορούν να λαμβάνουν γνώση των στοιχείων του ατομικού τους φακέλου. Το Πρωτοβάθμιο Συμβούλιο ασκεί τις αρμοδιότητες που προβλέπονται από τις διατάξεις του άρθρου 84 παράγραφοι 1, 2 και 6, οι οποίες εφαρμόζονται αναλόγως. 7.Ιδρύεται στο Συμβούλιο της Επικρατείας Δευτεροβάθμιο Συμβούλιο Επιθεώρησης, το οποίο συγκροτείται από τον πρόεδρο του Συμβουλίου της Επικρατείας, ως πρόεδρο, και δύο αντιπροέδρους του Συμβουλίου της Επικρατείας, ως μέλη. Οι δύο αντιπρόεδροι με ισάριθμους αναπληρωματικούς ορίζονται με απόφαση της Ολομέλειας σε συμβούλιο που εκδίδεται το μήνα Ιούνιο του προηγούμενου της ενάρξεως της θητείας τους δικαστικού έτους. Η θητεία των ως άνω αντιπροέδρων αρχίζει τη 16η Σεπτεμβρίου του ημερολογιακού έτους κατά το οποίο γίνεται η επιλογή και λήγει τη 15η Σεπτεμβρίου του μεθεπόμενου ημερολογιακού έτους. Το Δευτεροβάθμιο Συμβούλιο ασκεί τις αρμοδιότητες που προβλέπονται από τις διατάξεις των άρθρων 86 παρ. 1 και 88, οιοποίες εφαρμόζονται αναλόγως. 8.Πάρεδρος ή εισηγητής του Συμβουλίου της Επικρατείας ο οποίος θεωρεί ότι η τελική έκθεση επιθεωρήσεως του περιέχει δυσμενείς κρίσεις ή ανακριβή περιστατικά σε βάρος του μπορεί να προσφύγει στο Δευτεροβάθμιο Συμβούλιο Επιθεώρησης μέσα σε αποκλειστική προθεσμία τριάντα ημερών από την κοινοποίηση της εν λόγω εκθέσεως σε αυτόν. Το Δευτεροβάθμιο Συμβούλιο, αφού λάβει υπόψη όλα τα κρίσιμα στοιχεία και καλέσει τον προσφεύγοντα προς ακρόαση, μπορεί είτε να κάνει δεκτή την προσφυγή και να διορθώσει την τελική έκθεση επιθεώρησης, εν όλω ή εν μέρει, είτε να απορρίψει αυτήν. 9.Με απόφαση της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας, η οποία δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, καταρτίζεται εσωτερικός κανονισμός με τον οποίο ρυθμίζονται τα εν γένει υπηρεσιακά καθήκοντα των δικαστικών λειτουργών του Συμβουλίου της Επικρατείας. Η απόφαση αυτή εκδίδεται μέσα σε έξι μήνες από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου. 10.Η ισχύς των παραγράφων 1 έως 8 του παρόντος άρθρου αρχίζει έξι μήνες μετά τη δημοσίευση του παρόντος νόμου. Β. Όργανα επιθεώρησης του Ελεγκτικού Συνεδρίου 1.Ιδρύονται στο Ελεγκτικό Συνέδριο Πρωτοβάθμιο και Δευτεροβάθμιο Συμβούλια Επιθεώρησης, τα οποία συγκροτούνται αντιστοίχως από έναν αντιπρόεδρο του Ελεγκτικού Συνεδρίου ως Πρόεδρο και δύο συμβούλους με τετραετή τουλάχιστον υπηρεσία στο βαθμό, ως μέλη, καθώς και από τον Πρόεδρο του Ελεγκτικού Συνεδρίου, ως Πρόεδρο, και δύο αντιπροέδρους, ως μέλη. Κατά τα λοιπά έχουν ανάλογη εφαρμογή οι διατάξεις των παραγράφων 1, 6 έως και 10 της περίπτωσης Α΄ του παρόντος άρθρου. 2.Οι πάρεδροι, οι εισηγητές και οι δόκιμοι εισηγητές του Ελεγκτικού Συνεδρίου υπόκεινται σε επιθεώρηση, η οποία διενεργείται κάθε δύο δικαστικά έτη. 3.Οι αντιπρόεδροι και οι σύμβουλοι του Ελεγκτικού Συνεδρίου το μήνα Ιούνιο κάθε δεύτερου δικαστικού έτους συντάσσουν και υποβάλλουν στο Συμβούλιο της παραγράφου 1 εκθέσεις επιθεώρησης για τους παρέδρους και εισηγητές που υπηρέτησαν στο τμήμα ή στο κλιμάκιο, στο οποίο προήδρευσαν. Την ίδια υποχρέωση έχει και ο Επίτροπος της Επικρατείας για τους παρέδρους και εισηγητές που υπηρέτησαν στη Γενική Επιτροπεία της Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο. (Αντί για τη σελ. 136,03(α) Σελ. 136,03(β) Τεύχος Σελ. Οργανισμός των Δικαστηρίων 6.Β.α.41 4.Για την αξιολόγηση των παρέδρων λαμβάνονται υπόψη και εκτιμώνται η ικανότητα προς σύνταξη σχεδίων αποφάσεων και πράξεων, η συμβολή τους κατά τη διάσκεψη, ο βαθμός δυσκολίας και ο τρόπος επεξεργασίας του νομικού και πραγματικού μέρους των υποθέσεων για τις οποίες εισηγήθηκαν ή συνέταξαν πράξεις, η εν γένει επιμέλεια κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους, η παράσταση, καθώς και το ήθος τους. Για την αξιολόγηση των εισηγητών λαμβάνονται υπόψη και εκτιμώνται ο τρόπος επεξεργασίας του νομικού και πραγματικού μέρους των υποθέσεων για τις οποίες συνέταξαν εισηγήσεις και σχέδια πράξεων, η ικανότητα τους προς σύνταξη εισηγήσεων και σχεδίων πράξεων, η εν γένει επιμέλεια κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους, η παράσταση, καθώς και το ήθος τους. Οι κρίσεις κατά την αξιολόγηση διαβαθμίζονται σε: «πολύ καλός», «καλός», «σχεδόν καλός» και «ανεπαρκής». Γ . Όργανα επιθεώρησης των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων 1.Όργανα επιθεώρησης των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων και των δικαστικών λειτουργών τους είναι το Συμβούλιο Επιθεώρησης και οι επιθεωρητές. 2.Το Συμβούλιο Επιθεώρησης εποπτεύει την επιθεώρηση και αποτελείται από έναν αντιπρόεδρο του Συμβουλίου της Επικρατείας, ως πρόεδρο, και δύο συμβούλους του Συμβουλίου της Επικρατείας, ως μέλη. Ο αντιπρόεδρος ως τακτικό μέλος της επιθεώρησης απαλλάσσεται από κάθε άλλη υπηρεσία κατά το χρονικό διάστημα που μετέχει στο Συμβούλιο Επιθεώρησης, με εξαίρεση τη συμμετοχή του στην Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας και το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο. Σε περίπτωση θανάτου, κωλύματος ή αποχώρησης του προέδρου ή μέλους του Συμβουλίου, τη θέση του καταλαμβάνει ο αναπληρωματικός του και μόνο για το υπόλοιπο της θητείας του. 3.Την επιθεώρηση διενεργούν: α. Στα διοικητικά εφετεία και πρωτοδικεία, σύμβουλοι επικρατείας. β. Στα διοικητικά πρωτοδικεία και πρόεδροι εφετών. γ. Στις γραμματείες των ως άνω δικαστηρίων, ο Γενικός Επίτροπος της Επικρατείας των δικαστηρίων αυτών, οι πρόεδροι εφετών της οικείας περιφέρειας και οι πρόεδροι πρωτοδικών αντιστοίχως. 4.Ο πρόεδρος και τα μέλη του Συμβουλίου Επιθεώρησης και οι επιθεωρητές σύμβουλοι επικρατείας ορίζονται με κλήρωση που διεξάγεται το μήνα Ιούνιο ενώπιον του Α΄ Τμήματος του Συμβουλίου της Σελ. 136,04(β) Τεύχος Σελ. Επικρατείας. Για καθε μία από τις κατά το άρθρο 83 παρ. 1 του παρόντος περιφέρειες, ορίζεται ένας επιθεωρητής. Για την επιλογή του Προέδρου του Συμβουλίου Επιθεώρησης τοποθετούνται σε μία κληρωτίδα τα ονόματα των αντιπροέδρων του Συμβουλίου της Επικρατείας. Για την επιλογή των μελών του Συμβουλίου Επιθεώρησης και των επιθεωρητών, η Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας, η οποία συνέρχεται μετά από πρόσκληση του Προέδρου το μήνα Μάιο, ορίζει από τους έχοντες διετή υπηρεσία στο βαθμό του συμβούλου επικρατείας αριθμό διπλάσιο του απαιτουμένου για το σύνολο των μελών του Συμβουλίου Επιθεώρησης και των επιθεωρητών. Δεν μπορούν να ορισθούν μέλη του Συμβουλίου Επιθεώρησης ή επιθεωρητές όσοι άσκησαν καθήκοντα στις αντίστοιχες θέσεις κατά την αμέσως προηγούμενη περίοδο. 5.Για την κλήρωση χρησιμοποιούνται αδιαφανή σφαιρίδια. Αμέσως πριν από τη διενέργεια της κλήρωσης το τμήμα συνέρχεται σε συμβούλιο, προκειμένου να τοποθετηθούν οι κλήροι στα σφαιρίδια, αφού προηγουμένως επιδειχθούν σε όλα τα μέλη του συμβουλίου οι κλήροι με τα ονόματα των αντιπροέδρων και των συμβούλων επικρατείας. Κατά τη δημόσια συνεδρίαση, ο Πρόεδρος εξάγει δύο
(2)σφαιρίδια από την πρώτη κληρωτίδα, που περιέχει τα ονόματα των αντιπροέδρων και δέκα
(10)σφαιρίδια από τη δεύτερη κληρωτίδα, που περιέχει τα ονόματα των συμβούλων επικρατείας. Μετά την εξαγωγή του κλήρου από κάθε σφαιρίδιο, ο Πρόεδρος εκφωνεί το όνομα του κληρωθέντος και επιδεικνύει τον κλήρο με το όνομα του κληρωθέντος στα λοιπά μέλη του τμήματος. Από τους κληρωθέντες της πρώτης κληρωτίδας, ο πρώτος αντιπρόεδρος κατά τη σειρά κλήρωσης αποτελεί το τακτικό και ο δεύτερος το αναπληρωματικό μέλος του Συμβουλίου Επιθεώρησης. 6.Β.α.41 Οργανισμός των Δικαστηρίων Από τους κληρωθέντες της δεύτερης κληρωτίδας, οι τρεις
(3)αρχαιότεροι αποτελούν τα μέλη του Συμβουλίου Επιθεώρησης, οι δύο
(2)πρώτοι τα τακτικά και ο τρίτος το αναπληρωματικό μέλος, οι υπόλοιποι πέντε
(5), κατά τη σειρά κληρώσεως, αποτελούν τους επιθεωρητές των περιφερειών της Επιθεώρησης και οι τελευταίοι δύο
(2)είναι οι αναπληρωτές των επιθεωρητών. Για την κλήρωση συντάσσεται πρακτικό, που διαβιβάζεται στο Υπουργείο Δικαιοσύνης και στον Γενικό Επίτροπο της Επικρατείας των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων. 6.Η θητεία των μελών του Συμβουλίου Επιθεώρησης και των επιθεωρητών είναι ετήσια. Αρχίζει τη 16η Σεπτεμβρίου του έτους κατά το οποίο γίνεται η κλήρωση και λήγει τη 15η Σεπτεμβρίου του επόμενου έτους. 7.Τους επιθεωρητές στο έργο τους βοηθούν επίκουροι επιθεωρητές, οι οποίοι φέρουν το βαθμό του προέδρου εφετών και ορίζονται με απόφαση του Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου, ένας για καθεμία από τις οριζόμενες στο άρθρο 83 του παρόντος περιφέρειες. Με την ίδια απόφαση ορίζονται οι αναπληρωτές τους. Τα ειδικότερα καθήκοντα των επίκουρων επιθεωρητών καθορίζονται με κοινή απόφαση του προέδρου του Συμβουλίου Επιθεώρησης και του οικείου επιθεωρητή. Η θητεία των επίκουρων επιθεωρητών συμπίπτει χρονικά με τη θητεία των επιθεωρητών. Σε περίπτωση θανάτου, κωλύματος ή αποχώρησης από την υπηρεσία του επίκουρου επιθεωρητή, τα καθήκοντα του αναλαμβάνει για το υπόλοιπο της θητείας του ο αντικαταστάτης του, που ορίζεται από το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο. 8.Οι επιθεωρητές σύμβουλοι και οι επίκουροι επιθεωρητές, κατά το χρονικό διάστημα της άσκησης των καθηκόντων τους, απαλλάσσονται από κάθε άλλη υπηρεσία, με εξαίρεση τη συμμετοχή των συμβούλων στην Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας και το ανώτατο δικαστικό συμβούλιο, των δε λοιπών στις οικείες Ολομέλειες των Δικαστηρίων. 9.Οι πρόεδροι εφετών διενεργούν επιθεώρηση των διοικητικών πρωτοδικείων της περιφέρειας τους παράλληλα προς την επιθεώρηση των επιθεωρητών συμβούλων επικρατείας. Σε όσα δικαστήρια υπηρετούν περισσότεροι πρόεδροι ο δικαστής που διευθύνει το δικαστήριο διενεργεί ο ίδιος την επιθεώρηση ή ορίζει εκ των ομοιοβάθμων του αυτόν ή αυτούς που θα τη διενεργήσουν. 10.Σε περίπτωση θανάτου, αποχώρησης από την υπηρεσία, μετάθεσης ή κωλύματος του επιθεωρητή συμβούλου της επικρατείας την επιθεώρηση ενεργούν ή συνεχίζουν οι αναπληρωτές τους κατά τη σειρά ορισμού τους και μόνο για τον υπόλοιπο χρόνο της θητείας τους. 11.Σε επιθεώρηση υπόκεινται όλοι οι δικαστικοί λειτουργοί έως και το βαθμό του προέδρου εφετών. Οι πρόεδροι εφετών επιθεωρούνται από τον πρόεδρο του Συμβουλίου Επιθεώρησης. Κατά την εξέταση προσφυγής κατά έκθεσης ο Πρόεδρος του Συμβουλίου Επιθεώρησης δεν μετέχει στο Συμβούλιο, εάν έχει συντάξει ο ίδιος την εν λόγω έκθεση, αλλά ο αναπληρωματικός του.» Το άρθρ. 82, αντικαταστάθηκε ως άνω από το Άρθρο 8. Κωλύματα-Τιμές. 1.Δικαστικοί λειτουργοί, υπάλληλοι της γραμματείας των δικαστηρίων και των εισαγγελιών και δικηγόροι δεν επιτρέπεται να συμπράττουν στην ίδια διαδικαστική πράξη ή ενέργεια, αν είναι σύζυγοι ή συνδέονται με συγγένεια αίματος ή αγχιστείας μέχρι και τον τρίτο βαθμό. Για τους δικηγόρους η απαγόρευση ισχύει και όταν εκπροσωπούν αντίδικα μέρη. 2.Οι αναφερόμενοι στην προηγούμενη παράγραφο οφείλουν να δηλώνουν το κώλυμα στο δικαστή ή τον πρόεδρο του συμβουλίου ή τον εισαγγελέα που διευθύνει το δικαστήριο ή την εισαγγελία αντίστοιχα. 3.Η αποσιώπηση του κωλύματος και η παρά την ύπαρξή του σύμπραξη συνιστά πειθαρχικό αδίκημα, δε συνεπάγεται όμως ακυρότητα της διαδικαστικής πράξης ή ενέργειας, εκτός όπου το ορίζει ο νόμος. 4.Με προεδρικό διάταγμα επιτρέπεται να αναρτηθεί σε χώρους των δικαστηρίων η εικόνα δικαστικού λειτουργού που έχει αποβιώσει πριν από τρία τουλάχιστον έτη και είχε διακριθεί για τις δικαστικές του αρετές. άρθρ. 3 Νόμ. 3514/5-6 Δεκ. 2006 (ΦΕΚ Α΄ 266), κατωτ.αριθ. 80. Περιφέρειες «Άρθρ.83.-1. Οι περιφέρειες της επιθεώρησης των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων είναι πέντε
(5)και καθεμία από αυτές περιλαμβάνει αντιστοίχως: η Α΄ το Διοικητικό Εφετείο Αθηνών, η Β΄ το Διοικητικό Πρωτοδικείο Αθηνών, η Γ΄ τα Διοικητικά Εφετεία Πειραιώς και Χανίων και τα υπαγόμενα σε αυτά πρωτοδικεία, η Δ΄ τα Διοικητικά Εφετεία Ιωαννίνων, Λάρισας, Πατρών και Τρίπολης και τα υπαγόμενα σε αυτά πρωτοδικεία, η Ε΄ τα Διοικητικά Εφετεία Θεσσαλονίκης και Κομοτηνής και τα υπαγόμενα σε αυτά πρωτοδικεία.
  1. Οι περιφέρειες επιθεώρησης είναι δυνατόν να μεταβάλλονται, μετά από σύμφωνη γνώμη του Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου, με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, η οποία δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και ισχύει από το επόμενο μετά τη δημοσίευση της δικαστικό έτος.
  2. Στο μεγαλύτερο από τα εφετεία κάθε περιφέρειας ιδρύεται Γραφείο Γραμματείας του Επιθεωρητή, στο οποίο παρέχουν τις υπηρεσίες τους ένας ή περισσότεροι γραμματείς από το προσωπικό των δικαστηρίων της έδρας του εφετείου.» Το άρθρ. 83, αντικαταστάθηκε ως άνω από το άρθρ. 4 Νόμ. 3514/5-6 Δεκ. 2006 (ΦΕΚ Α΄ 266), κατωτ.αριθ.
  3. (Μετά τη σελ. 136,04(β) Σελ. 136,05 Τεύχος Σελ. Οργανισμός των Δικαστηρίων 6.Β.α.41 Κεφαλαίο ΙΗ'. Διενέργεια Επιθεώρησης Αρμοδιότητες επιθεωρητών «Άρθρ.84.-
  4. Οι επιθεωρητές: α) επιθεωρούν όλα τα δικαστήρια της περιφέρειας τους και οι αρεοπαγίτες και αντεισαγγελείς Αρείου Πάγου και τις αντίστοιχες εισαγγελίες β) διενεργούν στην περιφέρεια τους, με παραγγελία του Υπουργού Δικαιοσύνης ή του προϊσταμένου της επιθεώρησης, έκτακτη ή συμπληρωματική επιθεώρηση κάθε δικαστηρίου, εισαγγελίας και δικαστικού λειτουργού γ) προτείνουν την άσκηση πειθαρχικής αγωγής κατά οποιουδήποτε επιθεωρουμένου, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις δ) εξετάζουν έγγραφες αναφορές του διοικητικού συμβουλίου του οικείου δικηγορικού συλλόγου και μπορούν να προβούν στη διενέργεια σχετικής έκτακτης επιθεώρησης. Καλούν, επίσης, στα πλαίσια της επιθεώρησης, τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου του οικείου δικηγορικού συλλόγου, δια του Προέδρου του και ζητούν τη γνώμη τους σε κάθε θέμα σχετικό με την εύρυθμη λειτουργία των δικαστηρίων και των εισαγγελιών. 2.Έκτακτες ή συμπληρωματικές επιθεωρήσεις ενεργούνται οποτεδήποτε. Ο πρόεδρος του οικείου ανώτατου δικαστηρίου, καθώς και ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, μπορούν να παραγγέλλουν έκτακτη επιθεώρηση όλων των δικαστικών λειτουργών και των δικαστικών καταστημάτων, η οποία ενεργείται από τον οικείο επιθεωρητή. Αντίγραφο της έκθεσης διαβιβάζεται στον πρόεδρο του συμβουλίου επιθεώρησης. 3.Οι επιθεωρητές αρεοπαγίτες και αντεισαγγελείς του Αρείου Πάγου, καθώς και οι επίκουροι, οφείλουν να μεταβαίνουν στις έδρες των δικαστηρίων και εισαγγελιών της περιφέρειας τους για τη διενέργεια επιθεώρησης τη 16η Σεπτεμβρίου του έτους κατά το οποίο γίνεται η επιλογή τους. Η μετάβαση στην έδρα των ειρηνοδικείων και πταισματοδικείων εκτός έδρας πρωτοδικείου ανήκει στην κρίση του επιθεωρητή. Οι σύμβουλοι επικρατείας και οι επίκουροι αυτών οφείλουν να μεταβαίνουν στις έδρες των δικαστηρίων της περιφέρειας τους για τη διενέργεια επιθεώρησης κατά τη διάρκεια της θητείας τους. 4.Η επιθεώρηση της παραγράφου 1 αφορά στην εργασία των δικαστικών λειτουργών από τη 16η Σεπτεμβρίου του προηγούμενου έτους ορισμού του επιθεωρητή έως τη 15η Σεπτεμβρίου του έτους ορισμού. Σελ. 136,06 Τεύχος Σελ. 5.Οι πρόεδροι και οι εισαγγελείς εφετών μεταβαίνουν στις έδρες των δικαστηρίων και εισαγγελιών που επιθεωρούν από τη 16η Σεπτεμβρίου μέχρι την 31η Δεκεμβρίου. Εφαρμόζονται και ως προς αυτούς το εδάφιο γ΄ της παρ. 1 και η παρ. 4 του άρθρου αυτού. 6.Οι επιθεωρητές εξετάζουν τον τρόπο κατά τον οποίο διεξάγεται η υπηρεσία των δικαστηρίων και των εισαγγελιών και την εργασία που έχει συντελεσθεί κατά το επιθεωρούμενο χρονικό διάστημα. Επίσης εξετάζουν την ενημερότητα της υπηρεσίας στη διεκπεραίωση των υποθέσεων, την τακτική και ομαλή διεξαγωγή των συνεδριάσεων και την καταλληλότητα των κτιρίων. 7.Οι επιθεωρητές εξετάζουν το σύνολο της εργασίας των δικαστικών λειτουργών και ιδίως το νομικό και πραγματικό μέρος κάθε υπόθεσης και τις δοθείσες με την απόφαση απαντήσεις στους προβληθέντες από τους διαδίκους ισχυρισμούς. Επίσης, προκειμένου να διαμορφώσουν ασφαλή γνώμη ως προς τα αξιολογούμενα, σύμφωνα με το άρθρο 85 παράγραφος 2 του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων, ουσιαστικά προσόντα διεξάγουν λεπτομερώς κάθε χρήσιμη έρευνα, έχουν απαραιτήτως προσωπική επαφή με τους επιθεωρουμένους και ζητούν τη γνώμη του προϊσταμένου του δικαστηρίου, της εισαγγελίας και του Προέδρου του τμήματος στο οποίο οι επιθεωρούμενοι υπηρετούν. Επιλαμβάνονται, επίσης, όλων των θεμάτων που εμπίπτουν στην επιθεώρηση και ανακύπτουν κατά τη διάρκεια της θητείας τους. Οι επιθεωρητές αντεισαγγελείς του Αρείου Πάγου μπορούν να ελέγχουν την ποινική εργασία των δικαστών της περιφέρειας τους, χωρίς να συντάσσουν σχετική έκθεση. Υποχρεούνται, όμως, να διαβιβάζουν τα προκύπτοντα από τον έλεγχο αυτόν αξιόλογα στοιχεία στον αρμόδιο αρεοπαγίτη επιθεωρητή, προκειμένου να συνεκτιμηθούν κατά τη σύνταξη από αυτόν της σχετικής έκθεσης του.» Το άρθρ. 84, αντικαταστάθηκε ως άνω από το άρθρ. 5 Νόμ. 3514/5-6 Δεκ. 2006 (ΦΕΚ Α΄ 266), κατωτ.αριθ.
  5. 6.Β.α.41 Οργανισμός των Δικαστηρίων Εκθέσεις επιθεώρησης «Άρθρ.85.-1.Οι επιθεωρητές συντάσσουν γενικές εκθέσεις για τη λειτουργία κάθε δικαστηρίου και εισαγγελίας της περιφέρειας τους και εισηγούνται τα απαιτούμενα μέτρα για την εύρυθμη λειτουργία της υπηρεσίας. 2.Οι επιθεωρητές συντάσσουν επίσης ιδιαίτερη, λεπτομερή και ειδικά αιτιολογημένη έκθεση για κάθε δικαστικό λειτουργό της περιφέρειας τους. Στην έκθεση αυτή αξιολογούνται: α) το ήθος, το σθένος και ο χαρακτήρας, β) η επιστημονική κατάρτιση, γ) η κρίση και η αντίληψη, δ) η επιμέλεια, η εργατικότητα και η υπηρεσιακή (ποιοτική και ποσοτική) απόδοση, ε) η ικανότητα στην απονομή της δικαιοσύνης, στη διατύπωση των αποφάσεων και στη διεύθυνση της διαδικασίας και στ) η συμπεριφορά του δικαστικού λειτουργού γενικά και ιδιαίτερα στο ακροατήριο, καθώς και η κοινωνική του παράσταση. Προκειμένου για τους εισαγγελικούς λειτουργούς, αντί για τα προσόντα που αναφέρονται στο στοιχείο ε΄, αξιολογούνται η ικανότητα στην απονομή της ποινικής δικαιοσύνης, τόσο στην προδικασία όσο και στη διαδικασία του ακροατηρίου, καθώς και η ικανότητα στη διατύπωση των προτάσεων και στο χειρισμό του προφορικού λόγου. Ο επιθεωρητής αναφέρει ακόμη αν θεωρεί προακτέους στον επόμενο βαθμό τους πρωτοδίκες και αντεισαγγελείς πρωτοδικών που έχουν συμπληρώσει πενταετία στο βαθμό, καθώς και τους δικαστές και εισαγγελείς από τον βαθμό του προέδρου πρωτοδικών και εισαγγελέα πρωτοδικών και πάνω, μετά τη συμπλήρωση ενός έτους στον κατεχόμενο βαθμό. 3.Για την αξιολόγηση του δικαστικού λειτουργού ως προς τα ανωτέρω προσόντα, οι επιθεωρητές οφείλουν να χρησιμοποιούν την εξής κλίμακα: 1.άρτια ή εξαίρετη, 2.πολύ καλή, 3.περισσότερο από καλή, 4.καλή, 5.σχεδόν καλή, 6.ανεπαρκής. Για το ήθος και το σθένος οφείλουν να χρησιμοποιούν τους χαρακτηρισμούς: 1.προσήκον και 2.μη προσήκον. 4.Οι επιθεωρητές σημειώνουν, επίσης, στην ατομική έκθεση των δικαστικών λειτουργών κάθε άλλη παρατήρηση που θεωρούν χρήσιμη. 5.Με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, η οποία δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, καθιερώνεται ενιαίο έντυπο για τις εκθέσεις επιθεώρησης των δικαστικών λειτουργών. Στο έντυπο αυτό περιλαμβάνονται τα στοιχεία του επιθεωρουμένου, τα αξιολογούμενα προσόντα του και προβλέπεται χώρος για την αιτιολογία και για ειδικές παρατηρήσεις. 6.Οι εκθέσεις των επιθεωρητών υποβάλλονται στον πρόεδρο του Συμβουλίου Επιθεώρησης μέσα σε δύο μήνες από τη λήξη της θητείας τους. Σε περίπτωση έκτακτης ή συμπληρωματικής επιθεώρησης, η έκθεση υποβάλλεται αμέσως μετά τη διενέργεια της. Αντίγραφο κάθε έκθεσης υποβάλλεται από τον πρόεδρο του συμβουλίου επιθεώρησης στον Υπουργό Δικαιοσύνης και, κατά περίπτωση, στον Πρόεδρο και στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, στον Πρόεδρο του Συμβουλίου Επικρατείας, στον Πρόεδρο του Ελεγκτικού Συνεδρίου και στον Γενικό Επίτροπο του Ελεγκτικού Συνεδρίου και στον Γενικό Επίτροπο Επικρατείας των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων. Αντίγραφο της έκθεσης επιθεώρησης τίθεται στον ατομικό φάκελο του επιθεωρουμένου. Επίσης, αντίγραφο της επιδίδεται στον επιθεωρούμενο με επιμέλεια της αρμόδιας υπηρεσίας του Υπουργείου Δικαιοσύνης.» Το άρθρ. 85, αντικαταστάθηκε ως άνω από το άρθρ. 6 Νόμ. 3514/5-6 Δεκ. 2006 (ΦΕΚ Α΄ 266), κατωτ. αριθ.
  6. Αρμοδιότητες Συμβουλίου Επιθεώρησης Υπηρεσία Επιθεώρησης «'Αρθρ.86.-1.Τα μέλη του Συμβουλίου Επιθεώρησης, κατά το χρονικό διάστημα της άσκησης των καθηκόντων τους, δεν απαλλάσσονται από οποιαδήποτε άλλη υπηρεσία. 2.Το Συμβούλιο Επιθεώρησης: α) παραγγέλλει έκτακτη επιθεώρηση, ενεργούμενη από τον τακτικό επιθεωρητή ή επανάληψη ή συμπλήρωση προηγούμενης, εφόσον συντρέχει λόγος, β) αποφαίνεται επί προσφυγής επιθεωρουμένου κατά της έκθεσης τακτικής επιθεώρησης, γ) συγκεντρώνει τις εκθέσεις επιθεώρησης και διατυπώνει σε ιδιαίτερη έκθεση του ενδεχόμενες παρατηρήσεις του σχετικά με αυτές και δ) με γενική έκθεση του προς τον Υπουργό Δικαιοσύνης περιγράφει την κατάσταση των δικαστηρίων, των εισαγγελιών και της γραμματείας τους και υποδεικνύει τα αναγκαία μέτρα για την εύρυθμη λειτουργία τους. Για κάθε άλλη ενέργεια μόνος αρμόδιος είναι ο πρόεδρος του Συμβουλίου Επιθεώρησης ή το οριζόμενο από αυτόν μέλος του συμβουλίου. (Αντί για τη σελ. 137(ζ) Σελ. 137(η) Τεύχος Σελ. Οργανισμός των Δικαστηρίων 6.Β.α.41 Αντίγραφα των σχετικών με τις ανωτέρω ενέργειες εγγράφων του Συμβουλίου Επιθεώρησης των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων κοινοποιούνται στον Γενικό Επίτροπο της Επικρατείας των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων.» Το άρθρ. 86 αντικαταστάθηκε ως άνω από το άρθρ. 7 Νόμ. 3514/5-6 Δεκ. 2006 (ΦΕΚ Α΄ 266), κατωτ. αριθ.
  7. Προσφυγή του επιθεωρούμενου «Άρθρ.87.-1.Η επίδοση των εκθέσεων της επιθεώρησης στους επιθεωρουμένους γίνεται μέσα σε ένα μήνα από την υποβολή τους στο Υπουργείο Δικαιοσύνης. Ο επιθεωρούμενος, μέσα σε τριάντα ημέρες αφότου λάβει την έκθεση της τακτικής ή έκτακτης επιθεώρησης, έχει δικαίωμα να προσφύγει υπηρεσιακώς ή με συστημένη επιστολή στο Συμβούλιο Επιθεώρησης ή τον Προϊστάμενο σύμβουλο κατά περίπτωση και να ζητήσει διόρθωση της έκθεσης ή επανάκριση, μόνο αν η έκθεση περιέχει ανακριβείς ή ανεπαρκείς αιτιολογίες ή ανακριβή περιστατικά ή δυσμενείς κρίσεις, που δεν δικαιολογούνται από το περιεχόμενο της εκθέσεως ή τη συμπληρωματική έρευνα της εργασίας του επιθεωρουμένου από μέλος του Συμβουλίου. Στο Συμβούλιο της Επιθεώρησης δεν μετέχει ο επιθεωρητής που έχει συντάξει την έκθεση κατά της οποίας στρέφεται η προσφυγή του επιθεωρουμένου και στη θέση του καλείται ο επόμενος κατά σειρά αρχαιότητας επιθεωρητής. 2.Αν τα παράπονα κριθούν βάσιμα, το Συμβούλιο Επιθεώρησης με αιτιολογημένη απόφαση του προβαίνει στη διόρθωση της έκθεσης, εκτός αν κρίνει αναγκαία την επανάληψη της επιθεώρησης, οπότε διατάσσει επανάκριση σχετικά με τους λόγους της προσφυγής από τον αρχαιότερο αναπληρωτή επιθεωρητή. Η απόφαση του Συμβουλίου Επιθεώρησης, με την οποία διατάσσεται η διόρθωση της έκθεσης, τίθεται στο φάκελο του επιθεωρουμένου. Η έκθεση που συντάσσεται ύστερα από επανάκριση, εφόσον η επανάκριση είναι γενική, αντικαθιστά την προηγούμενη έκθεση, η οποία αποσύρεται από το φάκελο του επιθεωρουμένου. Σελ. 138(η) Τεύχος Σελ. Αν τα παράπονα κριθούν αβάσιμα, το Συμβούλιο Επιθεώρησης με αιτιολογημένη απόφαση του, απορρίπτει την προσφυγή και η απόφαση τίθεται στο φάκελο του επιθεωρουμένου. Η έκθεση που συντάσσεται ύστερα από επανάκριση δεν υπόκειται σε προσφυγή. 3.Οι αποφάσεις του Συμβουλίου της Επιθεώρησης και η νέα έκθεση υποβάλλονται και επιδίδονται κατά τις διατάξεις του άρθρου 85 παράγραφος
  8. 4.Όπου στον παρόντα νόμο αναγράφεται προϊστάμενος της επιθεώρησης νοείται το Συμβούλιο Επιθεώρησης.» Το άρθρ. 87 αντικαταστάθηκε ως άνω από το άρθρ. 8 Νόμ. 3514/5-6 Δεκ. 2006 (ΦΕΚ Α΄ 266), κατωτ. αριθ.
  9. 6.Β.α.41 Οργανισμός των Δικαστηρίων Έκθεση για οριστική παύση ή μετάθεση Άρθρ.88.-1.Αν κατά την επιθεώρηση διαπιστωθεί ανικανότητα κατά το άρθρ. 60 παρ. 2 ή υπηρεσιακή ανεπάρκεια δικαστικού λειτουργού, ο επιθεωρητής συντάσσει ιδιαίτερη έκθεση και την υποβάλλει στον προϊστάμενο της επιθεώρησης, ο οποίος τη διαβιβάζει με τις τυχόν παρατηρήσεις του στα αρμόδια κατά τις κείμενες διατάξεις όργανα προκειμένου να κινηθεί η διαδικασία της οριστικής παύσης. 2.(Καταργήθηκε από την παρ. 2 άρθρ. 14 Νόμ. 1868/10-10 Οκτ. 1989, ΦΕΚ Α΄ 230, κατωτ. αριθ. 45). Επιθεώρηση της γραμματείας Άρθρ.89.-1.Η επιθεώρηση της γραμματείας των δικαστηρίων και εισαγγελιών γίνεται κατά το χρονικό διάστημα που ορίζεται στην παρ. 4 του άρθρ.
  10. 2.Η επιθεώρηση των υπαλλήλων της γραμματείας των δικαστηρίων και εισαγγελιών γίνεται όπως ορίζεται από το νόμο για την κατάσταση των δικαστικών υπαλλήλων. 3.Ο επιθεωρητής εξετάζει την ενημερότητα της γραμματείας και την εύρυθμη λειτουργία της. Για κάθε γραμματεία συντάσσει ιδιαίτερη έκθεση. 4.Ειδικά, ως προς τη βεβαίωση ποινών και είσπραξη δικαστικών εξόδων (απολήψιμα) η επιθεώρηση της γραμματείας από τον οικείο πρόεδρο γίνεται μία φορά κατά το χρονικό διάστημα της παρ. 1 και μία φορά κατά το μήνα Μάιο κάθε έτους και συντάσσεται ειδική έκθεση. Κατά την επιθεώρηση εξετάζεται αν τηρούνται οι διατάξεις του κώδικα για την είσπραξη τελών χαρτοσήμου, την επικόλληση και διαγραφή των ενσήμων, καθώς και οι διατάξεις που αφορούν τα παραστατικά των πόρων των διάφορων ταμείων για τις παραστάσεις των δικηγόρων. Για τις γραμματείες των ποινικών δικαστηρίων και εισαγγελιών εξετάζεται επί πλέον αν γίνεται σωστά και έγκαιρα η εκκαθάριση, είσπραξη και βεβαίωση των χρηματικών ποινών, προστίμων και δικαστικών εξόδων, καθώς και των ποσών που προέρχονται από μετατροπή ποινών, και αν κατατίθενται εγκαίρως τα ποσά που εισπράττονται στο δημόσιο ταμείο. ΜΕΡΟΣ ΤΕΤΑΡΤΟ Πειθαρχικό δίκαιο Κεφάλαιο ΙΘ΄ Ευθύνη. Γενικές αρχές. Άρθρ.90.-1.Οι δικαστικοί λειτουργοί διέπονται ως προς την πειθαρχική τους ευθύνη από τις διατάξεις του κώδικα αυτού και όταν λόγω της ιδιότητάς τους μετέχουν σε δικαστήρια, συμβούλια και επιτροπές ή ασκούν διοικητικά καθήκοντα βάσει ειδικών διατάξεων. 2.Κανείς δε διώκεται για δεύτερη φορά για το ίδιο πειθαρχικό παράπτωμα. Νέα πειθαρχική αγωγή για το ίδιο παράπτωμα είναι απαράδεκτη. Εφ’ όσον δεν έχει εκδοθεί απόφαση για την πρώτη πειθαρχική αγωγή, τα στοιχεία που διαβιβάζονται για τη δεύτερη συμπληρώνουν το φάκελλο της υπόθεσης. 3.Για το ίδιο πειθαρχικό παράπτωμα μία μόνο πειθαρχική ποινή μπορεί να επιβληθεί. 4.Αν από την τέλεση του πειθαρχικού παραπτώματος έως την έκδοση αμετάκλητης απόφασης ίσχυσαν περισσότεροι νόμοι, εφαρμόζεται ο νόμος που περιέχει τις ευμενέστερες για το διωκόμενο διατάξεις. 5.Η πειθαρχική δίκη είναι αυτοτελής και ανεξάρτητη από κάθε άλλη. 6.Η πειθαρχική δίκη δεν επηρεάζεται από την προαγωγή ή άλλη μεταβολή στην υπηρεσιακή κατάσταση του διωκομένου, εκτός αν επιφέρει και μεταβολή στην καθ' ύλην αρμοδιότητα του πειθαρχικού δικαστηρίου ή συμβουλίου, οπότε η υπόθεση παραπέμπεται στο αρμόδιο πειθαρχικό όργανο, δικαστήριο ή συμβούλιο. 7.Η προαγωγή του δικαστικού λειτουργού δεν αίρει τον πειθαρχικό κολασμό για παράπτωμα που διέπραξε πριν από την προαγωγή του. 8.Η χάρη, η αποκατάσταση, καθώς και η με οποιοδήποτε άλλο τρόπο άρση του ποινικώς κολασίμου της πράξης ή η άρση εν όλω ή εν μέρει των συνεπειών της ποινικής καταδίκης δεν αίρουν το πειθαρχικώς κολάσιμο της πράξης. 9.Η ποινική δίκη δεν αναστέλλει την πειθαρχική. Ο πειθαρχικός δικαστής μπορεί να διατάξει την αναστολή της πειθαρχικής δίκης ωσότου περατωθεί η ποινική. 10.Οι διαπιστώσεις που περιέχονται σε αμετάκλητη απόφαση ποινικού δικαστηρίου ή αμετάκλητο βούλευμα για την ύπαρξη ή μη ορισμένων γεγονότων γίνονται δεκτές και στην πειθαρχική δίκη. Πειθαρχικό παράπτωμα. Άρθρ.91.-1.Πειθαρχικό παράπτωμα συνιστά κάθε υπαίτια και καταλογιστή πράξη ή συμπεριφορά εν γένει του δικαστικού λειτουργού εντός ή εκτός υπηρεσίας, εφ' όσον αντίκειται προς τις υποχρεώσεις του που απορρέουν από το Σύνταγμα και τις κείμενες διατάξεις ή είναι ασυμβίβαστη προς το αξίωμά του και θίγει το κύρος του ή το κύρος της δικαιοσύνης. 2.Οι ειδικότερες υποχρεώσεις των δικαστικών λειτουργών καθορίζονται από τις διατάξεις που αναφέρονται στην απονομή της δικαιοσύνης, την εσωτερική οργάνωση και λειτουργία των δικαστηρίων και την κατάστασή τους ως δικαστικών λειτουργών. (Αντί για τη σελ. 139(θ) Σελ. 139(ι) Τεύχος 1400 Σελ. 69 Οργανισμός των Δικαστηρίων 6.Β.α.41 3.Πειθαρχικά παραπτώματα του δικαστικού λειτουργού συνιστούν ιδίως: α)πράξεις που μαρτυρούν έλλειψη πίστης και αφοσίωσης προς την πατρίδα και το δημοκρατικό πολίτευμα της Χώρας ή υπονομεύουν τη δημοκρατική νομιμότητα και η συμμετοχή του σε πράξεις που οδηγούν στην κατάλυση της δημοκρατικής νομιμότητας, β)η συμμετοχή του σε οργάνωση της οποίας οι σκοποί είναι κρυφοί ή επιβάλλει στα μέλη της μυστικότητας, γ)η χρησιμοποίηση της ιδιότητάς του για επιδίωξη ιδιοτελών σκοπών. "δ)η αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην εκτέλεση των καθηκόντων του. Για το δικαιολογημένο ή μη της καθυστέρησης λαμβάνονται υπόψη η σοβαρότητα της υπόθεσης, ο βαθμός και η πείρα του δικαστικού λειτουργού, ο φόρτος της εργασίας εν γένει και οι ατομικές και οικογενειακές του περιστάσεις. Σε κάθε περίπτωση δεν είναι αδικαιολόγητη η έκδοση απόφασης πολιτικού δικαστηρίου μέσα σε 4 μήνες από τη συζήτηση της υπόθεσης, εκτός αν αφορά υποθέσεις ασφαλιστικών μέτρων, εκούσιας δικαιοδοσίας και εργατικών διαφορών". Το μέσα στα " " εδάφ. δ΄, αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. 5 του άρθρ. 5του Νόμ. 2207/22–25 Απρ. 1994 (ΦΕΚ Α' 65) κατωτ. αριθ.
  11. ε)η παράβαση της υπηρεσιακής εχεμύθειας. στ)η αποσιώπηση νόμιμου λόγου αποκλεισμού ή εξαίρεσης, ζ)η αναξιοπρεπής ή απρεπής εντός ή εκτός υπηρεσίας συμπεριφορά. "η.Η παράβαση των διατάξεων της παρ. 1 του Άρθρο
  12. Σχέση δικαστικών και αστυνομικών αρχών. 1.Τα όργανα που ασκούν γενικά ή ειδικά αστυνομικά καθήκοντα υποχρεούνται: α)να εκτελούν αμέσως και απροφασίστως τις παραγγελίες των δικαστικών αρχών και να παρέχουν τη βοήθειά τους σ’ αυτές, β)να διευκολύνουν τους δικηγόρους στην άσκηση του λειτουργήματός τους. 2.Υποχρέωση συνδρομής έχουν και τα όργανα των ενόπλων δυνάμεων. 3.Η υπαίτια παράβαση των υποχρεώσεων του εδαφίου α΄ της παραγράφου 1 συνιστά πειθαρχικό αδίκημα και τιμωρείται κατά το πειθαρχικό δίκαιο του σώματος στο οποίο ανήκει το όργανο. 4.Ο εισαγγελέας πρωτοδικών του τόπου της υπηρεσίας του αστυνομικού οργάνου ενεργεί στις περιπτώσεις της προηγούμενης παραγράφου τις αναγκαίες ανακριτικές πράξεις για τη βεβαίωση του αδικήματος και ασκεί την πειθαρχική δίωξη. 5.Πειθαρχική δικαιοδοσία ασκούν τα συμβούλια του πλημμελειοδικείου και του εφετείου σε πρώτο και δεύτερο βαθμό αντίστοιχα. 6.Ο εισαγγελέας του συμβουλίου που εξέδωκε την απόφαση επιμελείται την εκτέλεσή της. 7.Τυχόν κενά της εφαρμοστέας πειθαρχικής νομοθεσίας συμπληρώνονται από την αντίστοιχη νομοθεσία των δικαστικών υπαλλήλων. Γραμματεία των δικαστηρίων και των εισαγγελιών άρθρ. 320 και του τελευταίου εδαφίου του άρθρ. 500 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας". Η περίπτ. η' προστέθηκε από την παρ. 2 άρθρ. 6 Νόμ. 2408/31 Μαΐου–4 Ιουν. 1996 (ΦΕΚ Α' 104) (διόρθ. σφαλμ. στο ΦΕΚ Α' 158/11–7– 1996), κατωτ. σελ. 294, 745 «θ)Η μη έκδοση απόφασης μέσα σε οκτώ μήνες από τη συζήτηση πολιτικής υπόθεσης και η, ως συνέπεια τούτου, επιστροφή ή αφαίρεση της δικογραφίας από το δικαστή που τη χειρίζεται.» Το στοιχ. θ΄ προστέθηκε με την παρ. 7 άρθρ. 2 Νόμ. 3327/11-11 Μαρτ. 2005 (ΦΕΚ Α΄70) Τόμ. 8 σελ. 84,
  13. Σελ. 140(ι) Τεύχος 1400 Σελ. 70 4.Περισσότερες πράξεις που αποτελούν εξακολούθηση του ίδιου παραπτώματος θεωρούνται ως ενιαίο σύνολο, η βαρύτητα του οποίου λαμβάνεται υπόψη για τον καθορισμό και την επιμέτρηση της ποινής. 5.Δεν αποτελούν πειθαρχικά παραπτώματα για το δικαστικό λειτουργό: "α)η άρνησή του να εφαρμόσει διατάξεις που τίθενται κατά κατάλυση του συντάγματος ή είναι αντίθετες σ' αυτό. β)η έκφραση γνώμης δημοσίως, εκτός αν γίνεται με σκοπό τη μείωση του κύρους της δικαιοσύνης ή υπέρ ορισμένου κόμματος ή άλλης ορισμένης πολιτικής οργάνωσης γ)η συμμετοχή και η ανάπτυξη δραστηριότητας σε ήδη αναγνωρισμένες ενώσεις δικαστών ή άλλα σωματεία και η έκφραση γνώμης και κριτικής άποψης που γίνεται στα πλαίσια της συνδικαλιστικής δραστηριότητας". Οι περιπτ. α, β και γ τροποποιήθηκαν ως άνω από την παρ. 3
(2)άρθρ. 14 Νόμ. 1868/10–10 Οκτ. 1989 (ΦΕΚ Α' 230), κατωτ. αριθ.
  1. 6.Β.α.41 Οργανισμός των Δικαστηρίων Παραγραφή. Άρθρ.92.-1.Τα πειθαρχικά παραπτώματα των δικαστικών λειτουργών παραγράφονται μετά πέντε έτη από την τέλεσή τους. 2.Πειθαρχικό παράπτωμα που αποτελεί συγχρόνως και ποινικό αδίκημα δεν παραγράφεται προτού παρέλθει ο χρόνος που ορίζεται για την παραγραφή του τελευταίου. Όσο διαρκεί η ποινική διαδικασία και έως την έκδοση αμετάκλητης απόφασης ή αμετάκλητου απαλλακτικού βουλεύματος, αναστέλλεται η παραγραφή του πειθαρχικού παραπτώματος. 3.Ο χρόνος της παραγραφής αναστέλλεται από την επίδοση της πειθαρχικής αγωγής, ο χρόνος όμως της αναστολής αυτής δεν μπορεί να υπερβεί τα δύο έτη. 4.Η παραγραφή πειθαρχικού παραπτώματος διακόπτεται με την τέλεση άλλου πειθαρχικού παραπτώματος που αποσκοπεί στη συγκάλυψη του πρώτου ή στη ματαίωση έγερσης πειθαρχικής αγωγής γι' αυτό. Πειθαρχικές ποινές. Άρθρ.93.-1.Οι πειθαρχικές ποινές που μπορούν να επιβληθούν στο δικαστικό λειτουργό είναι: α)η έγγραφη επίπληξη, β)το πρόστιμο από καθαρές αποδοχές δύο ημερών έως τις συνολικές καθαρές αποδοχές τριών μηνών, γ)η προσωρινή παύση από δέκα ημέρες μέχρι έξι μήνες και δ)η οριστική παύση. 2.Η οριστική παύση επιβάλλεται σε ιδιαίτερα βαριές περιπτώσεις πειθαρχικών παραπτωμάτων, όταν οι συνθήκες κάτω από τις οποίες διαπράχθηκαν και ο βαθμός υπαιτιότητας του διωκομένου μαρτυρούν ότι αυτός δεν έχει συναίσθηση των βασικών υποχρεώσεών του ως δικαστικού λειτουργού ή θίγουν σοβαρά το κύρος της δικαιοσύνης. 3.Το είδος της ποινής που θα επιβληθεί και η επιμέτρησή της προσδιορίζονται από τη βαρύτητα του παραπτώματος, το βαθμό και την πείρα του δικαστικού λειτουργού, τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες τελέστηκε το παράπτωμα, την ένταση του δόλου ή το βαθμό της αμέλειας του διωκομένου. 4.Όταν πρόκειται για παράπτωμα που οφείλεται σε ελαφρά αμέλεια, ο πειθαρχικός δικαστής μπορεί, εκτιμώντας τις συνθήκες κάτω από τις οποίες έχει τελεστεί και την προσωπικότητα του διωκομένου, να μην επιβάλλει ποινή. 5.Όταν συνεκδικάζονται περισσότερα πειθαρχικά παραπτώματα εφ' όσον οι πειθαρχικές ποινές που έχουν επιβληθεί για καθένα από αυτά είναι του αυτού είδους, επιβάλλεται μια συνολική ποινή, η οποία αποτελείται από την βαριά ή, αν οι ποινές είναι ίσες, από μια από αυτές, που προσαυξάνεται μέχρι το ανώτατο όριό της. Η επαύξηση δεν μπορεί να είναι ανώτερη από τα 3/4 του αθροίσματος των άλλων πειθαρχικών ποινών. Έναρξη και λήξη πειθαρχικής ευθύνης. Άρθρ.94.-1.Η πειθαρχική ευθύνη του δικαστικού λειτουργού αρχίζει από την αποδοχή του διορισμού του και λήγει με τη λύση της υπηρεσιακής σχέσης. Η πειθαρχική δίκη που άρχισε πριν από τη λύση της υπηρεσιακής σχέσης συνεχίζεται ωσότου εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση, εκτός αν ο δικαστικός λειτουργός αποβίωσε. 2.Πράξεις που τελέστηκαν κατά τη διάρκεια προγενέστερης υπηρεσίας του δικαστικού λειτουργού στο δημόσιο τομέα ή υπό την ιδιότητα του δικηγόρου τιμωρούνται πειθαρχικώς εφ' όσον δεν παρήλθε ο χρόνος παραγραφής που ορίζεται γι' αυτές. Στην περίπτωση αυτήν ο τυχόν εκτός υπηρεσίας χρόνος, εφ' όσον δεν υπερβαίνει την πενταετία, δεν υπολογίζεται στο χρόνο της παραγραφής. 3.Η τέλεση κατά τη διαδικασία επιλογής ή κατά τη διάρκεια του διαγωνισμού και έως την αποδοχή του διορισμού παράνομης πράξης, σχετικής με τη συμμετοχή στη διαδικασία επιλογής ή στο διαγωνισμό ή τις προϋποθέσεις διορισμού, συνιστά για το, δικαστικό λειτουργό πειθαρχικό παράπτωμα. Ο χρόνος της παραγραφής αρχίζει από την αποδοχή του διορισμού. Κεφάλαιο Κ΄ Όργανα. Πειθαρχικές δικαιοδοσίες. Άρθρ.95.-1.Η πειθαρχική δικαιοδοσία στους δικαστικούς λειτουργούς ασκείται από δικαστήρια και πειθαρχικά συμβούλια. 2.Αρμόδια δικαστήρια για την επιβολή της ποινής της οριστικής παύσης είναι: α)η Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας στα μέλη του Αρείου Πάγου και της εισαγγελίας του, στα μέλη, στο γενικό επίτροπο και στον αντεπίτροπο του Ελεγκτικού Συνεδρίου, στους παρέδρους, εισηγητές και δόκιμους εισηγητές του Συμβουλίου της Επικρατείας, στο γενικό επίτροπο, επίτροπο και αντεπιτρόπους της Επικρατείας των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, καθώς και σε όλους τους δικαστικούς λειτουργούς των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, β)η Ολομέλεια του Αρείου Πάγου στα μέλη του Συμβουλίου της Επικρατείας, καθώς και σε όλους τους λοιπούς δικαστικούς λειτουργούς της πολιτικής και ποινικής δικαιοσύνης, γ)η Ολομέλεια του Ελεγκτικού Συνεδρίου στους παρέδρους, εισηγητές και δόκιμους εισηγητές του Ελεγκτικού Συνεδρίου. 3.Τα δικαστήρια της προηγούμενης παραγράφου, συγκροτούμενα όπως ορίζουν οι οργανικοί τους νόμοι, κρίνουν αυτούς που διέπραξαν πειθαρχικά παραπτώματα ύστερα από παραπομπή τους από τα πειθαρχικά συμβούλια. Εφ' όσον τελικά κατά την προηγούμενη παράγραφο το δικαστήριο κρίνει ότι ο δικαστικός λειτουργός πρέπει να τιμωρηθεί με ποινή κατώτερη από την οριστική παύση, επιβάλλει την ποινή αυτή χωρίς να δεσμεύεται από την παραπεμπτική απόφαση του πειθαρχικού συμβουλίου. 4.Το Ανώτατο Πειθαρχικό Συμβούλιο, που προβλέπεται από το άρθρο 91 του Συντάγματος, είναι αρμόδιο να κρίνει σε πρώτο και τελευταίο βαθμό τα πειθαρχικά παραπτώματα και να επιβάλλει όλες τις πειθαρχικές ποινές, εκτός από την οριστική παύση, στα μέλη του Συμβουλίου της Επικρατείας και του Αρείου Πάγου, στον εισαγγελέα και τους αντεισαγγελείς του Αρείου Πάγου, στα μέλη του Ελεγκτικού Συνεδρίου, στο γενικό επίτροπο και αντεπίτροπο της Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο, καθώς και στο γενικό επίτροπο, στον επίτροπο και τους αντεπιτρόπους της Επικρατείας των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων. "5.Το επταμελές πειθαρχικό συμβούλιο του Συμβουλίου της Επικρατείας, είναι αρμόδιο: (Αντί για τη σελ. 141(γ) Σελ. 141(δ) Τεύχος 1178 – Σελ. 79 Οργανισμός των Δικαστηρίων 6.Β.α.41 α.Σε πρώτο βαθμό, να κρίνει τα πειθαρχικά παραπτώματα και να επιβάλλει όλες τις πειθαρχικές ποινές εκτός από την οριστική παύση: αα.στους παρέδρους, εισηγητές και δόκιμους εισηγητές του Συμβουλίου της Επικρατείας, ββ.στους προέδρους εφετών, στους εφέτες και στους προέδρους πρωτοδικών των διοικητικών δικαστηρίων. β.Σε δεύτερο βαθμό να κρίνει τις εφέσεις κατά των αποφάσεων των πενταμελών πειθαρχικών συμβουλίων των διοικητικών εφετείων. 6.Το εννεαμελές πειθαρχικό συμβούλιο του Συμβουλίου της Επικρατείας είναι αρμόδιο να κρίνει τις εφέσεις κατά των πειθαρχικών αποφάσεων που εκδίδονται σε πρώτο βαθμό από το επταμελές πειθαρχικό συμβούλιο του Συμβουλίου της Επικρατείας. 7.Το επταμελές πειθαρχικό συμβούλιο του Αρείου Πάγου είναι αρμόδιο: α.Σε πρώτο βαθμό, να κρίνει τα πειθαρχικά παραπτώματα και να επιβάλλει όλες τις πειθαρχικές ποινές, εκτός από την οριστική παύση, στους προέδρους και εισαγγελείς εφετών, εφέτες και αντιεισαγγελείς εφετών, προέδρους και εισαγγελείς πρωτοδικών. β.Σε δεύτερο βαθμό να κρίνει τις εφέσεις κατά των αποφάσεων των πενταμελών πειθαρχικών συμβουλίων των εφετείων. 8.Το εννεαμελές πειθαρχικό συμβούλιο του Αρείου Πάγου είναι αρμόδιο να κρίνει τις εφέσεις κατά των πειθαρχικών αποφάσεων που εκδίδονται σε πρώτο βαθμό από το επταμελές πειθαρχικό συμβούλιο του Αρείου Πάγου. 9.Το επταμελές πειθαρχικό συμβούλιο του Ελεγκτικού Συνεδρίου είναι αρμόδιο σε πρώτο βαθμό να κρίνει τα πειθαρχικά παραπτώματα και να επιβάλλει όλες τις πειθαρχικές ποινές, εκτός από την οριστική παύση, στους παρέδρους, εισηγητές και δόκιμους εισηγητές. 10.Το εννεαμελές πειθαρχικό συμβούλιο του Ελεγκτικού Συνεδρίου είναι αρμόδιο να κρίνει τις εφέσεις κατά των πειθαρχικών αποφάσεων που εκδίδονται από το επταμελές πειθαρχικό συμβούλιο του Ελεγκτικού Συνεδρίου. 11.Τα πενταμελή πειθαρχικά συμβούλια των εφετείων (πολιτικών και διοικητικών) είναι αρμόδια σε πρώτο βαθμό να κρίνουν τα πειθαρχικά παραπτώματα και να επιβάλλουν όλες τις πειθαρχικές ποινές, εκτός από την οριστική παύση, στους δικαστικούς λειτουργούς του αντίστοιχου σώματος μέχρι και το βαθμό του πρωτοδίκη και αντεισαγγελέα πρωτοδικών. Συγκρούσεις αρμοδιότητας μεταξύ πενταμελών πειθαρχικών συμβουλίων αίρονται με απόφαση του οικείου επταμελούς συμβουλίου, ύστερα από αίτηση του διωκόμενου ή εκείνου που ασκεί την πειθαρχική δίωξη". Οι παρ. 5 έως 11, αντικαταστάθηκαν ως άνω από το άρθρ. 15 του Νόμ. 2172/16-16 Δεκ. 1993 (ΦΕΚ Α' 207), κατωτ. αριθ.
  2. Συγκρότηση και λειτουργία του Ανώτατου Πειθαρχικού Συμβουλίου Άρθρ.96.-1.Το Ανώτατο Πειθαρχικό Συμβούλιο που προβλέπεται από το άρθρ. 91 τον Συντάγματος συγκροτείται από τον πρόεδρο του Συμβουλίου της Σελ. 142(δ) Τεύχος 1178 – Σελ. 80 Επικρατείας ως πρόεδρό του, από δύο αντιπροέδρους ή συμβούλους της Επικρατείας, δύο αντιπροέδρους του Αρείου Πάγου ή αεροπαγίτες, δύο αντιπροέδρους ή συμβούλους του Ελεγκτικού Συνεδρίου και δύο καθηγητές (α' βαθμίδας) νομικών μαθημάτων των νομικών τμημάτων των νομικών σχολών των πανεπιστημίων της Χώρας, ως μέλη. Τα μέλη του Συμβουλίου ορίζονται με κλήρωση μεταξύ εκείνων που έχουν τριετή τουλάχιστον υπηρεσία στο οικείο ανώτατο δικαστήριο ή σε νομική σχολή ως καθηγητές. Στη σύνθεση του συμβουλίου δεν μετέχουν μέλη που ανήκουν στο σώμα εκείνο, για την ενέργεια μέλους του οποίου καλείται να κρίνει το συμβούλιο. Όταν το συμβούλιο κρίνει πειθαρχικό παράπτωμα μέλους του Συμβουλίου της Επικρατείας, προεδρεύεται από τον πρόεδρο του Αρείου Πάγου. Τα μέλη που ανήκουν στο Συμβούλιο της Επικρατείας δεν μετέχουν στη σύνθεση του συμβουλίου και όταν κρίνεται πειθαρχικό παράπτωμα του γενικού επιτρόπου, του επιτρόπου και των αντεπιτρόπων της Επικρατείας των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων. Επίσης δεν μετέχουν στο συμβούλιο τα μέλη του Ελεγκτικού Συνεδρίου, όταν κρίνει πειθαρχικό παράπτωμα του γενικού επιτρόπου και αντεπιτρόπου του. 2.Για να συγκροτηθεί το Ανώτατο Πειθαρχικό Συμβούλιο ο Υπουργός Δικαιοσύνης αποστέλλει, το πρώτο δεκαπενθήμερο του Δεκεμβρίου κάθε έτους στον πρόεδρο του Συμβουλίου της Επικρατείας καταλόγους των αντιπροέδρων και συμβούλων Επικρατείας, των αντιπροέδρων του Αρείου Πάγου και των αρεοπαγιτών, των αντιπροέδρων και συμβούλων του Ελεγκτικού Συνεδρίου, καθώς και των καθηγητών (α' βαθμίδας) των νομικών μαθημάτων των νομικών τμημάτων των νομικών σχολών των πανεπιστημίων της Χώρας. Καθηγητές που είναι και μέλη του Συμβουλίου της Επικρατείας, του Αρείου Πάγου ή του Ελεγκτικού Συνεδρίου δεν περιλαμβάνονται στον κατάλογο των καθηγητών. 3.Η κατά την παρ. 1 κλήρωση γίνεται κατά το δεύτερο δεκαπενθήμερο του Δεκεμβρίου σε δημοσία συνεδρίαση του Α' Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας. Με βάση τους καταλόγους της προηγουμένης παραγράφου ο πρόεδρος θέτει στην οικεία κληρωτίδα τους κλήρους με τα ονόματα εκείνων που έχουν συμπληρώσει τριετή τουλάχιστον υπηρεσία στο οικείο δικαστήριο ή νομική σχολή και εξάγει από κάθε κληρωτίδα τέσσερις κλήρους. Οι δύο πρώτοι κληρούμενοι είναι τακτικά μέλη και οι δυο άλλοι αναπληρωματικά. "Για τη διαδικασία της κλήρωσης εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις της παρ. 2 του άρθρ. 2 του Νόμ. 345/1976, όπως η παράγραφος αυτή αντικαθίσταται". Το τέταρτο μέσα σε " " εδάφιο, προστέθηκε από το άρθρ. 16 του Νόμ. 2172/16–16 Δεκ. 1993 (ΦΕΚ Α' 207), κατωτ. αριθ.
  3. Ο Υπουργός Δικαιοσύνης εκδίδει πράξη με τα ονόματα των τακτικών και αναπληρωματικών μελών που κληρώθηκαν, η οποία δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Ο πρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας και τα μελή που κληρώθηκαν συγκροτούν το συμβούλιο κατά το επόμενο έτος. 6.Β.α.41 Οργανισμός των Δικαστηρίων 4.Τα αναπληρωματικά μέλη αναπληρώνουν τα τακτικά που απουσιάζουν ή κωλύονται, με τη σειρά της κλήρωσής τους. Το ίδιο ισχύει και αν ελλείπει τακτικό μέλος έως ότου γίνει συμπληρωματική κλήρωση. 5.Το Ανώτατο Πειθαρχικό Συμβούλιο συνεδριάζει στο κατάστημα του Συμβουλίου της Επικρατείας με τη συμμετοχή όλων των κατά την παρ. 1 μελών του και οι αποφάσεις του λαμβάνονται με απόλυτη πλειοψηφία. Καθήκοντα γραμματέα του Ανώτατου Πειθαρχικού Συμβουλίου εκτελεί ο γραμματέας του Συμβουλίου της Επικρατείας, ο οποίος, αν δεν υπάρχει, απουσιάζει ή κωλύεται, αναπληρώνεται από γραμματέα των τμημάτων, που ορίζεται από τον πρόεδρο του Συμβουλίου της Επικρατείας. 6.Αν κατά τη διάρκεια του έτους αποχωρήσει από την υπηρεσία ή αποβιώσει τακτικό ή αναπληρωματικό μέλος του Συμβουλίου, γίνεται συμπληρωματική κλήρωση από τα μέλη του σώματος στο οποίο ανήκε. Στην περίπτωση αυτή εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις των παρ. 2 και
  4. Η θητεία των μελών αυτών διαρκεί έως τη λήξη του ημερολογιακού έτους. 7.Η θητεία του Ανώτατου Πειθαρχικού Συμβουλίου παρατείνεται αυτοδικαίως και μετά την 31η Δεκεμβρίου, εφ' όσον εκκρεμεί η έκδοση οριστικής απόφασης σε υπόθεση που έχει συζητηθεί ενώπιόν του πριν από την ημερομηνία αυτή. Η παράταση αυτή δεν εμποδίζει την ανάδειξη των νέων μελών για το επόμενο έτος και ισχύει μόνο για την εκκρεμή υπόθεση έως ότου δημοσιευθεί η οριστική απόφαση. Συγκρότηση και λειτουργία των άλλων πειθαρχικών συμβουλίων "Άρθρ.97.-"Ι.Τα επταμελή και εννεαμελή πειθαρχικά συμβούλια του Συμβουλίου της Επικρατείας, του Αρείου Πάγου και του Ελεγκτικού Συνεδρίου συγκροτούνται από αντίστοιχο αριθμό τακτικών δικαστών, που ορίζονται κάθε έτος με κλήρωση. Η κλήρωση γίνεται το δεύτερο δεκαπενθήμερο του Δεκεμβρίου κάθε έτους σε δημόσια συνεδρίαση του Α' τμήματος των δικαστηρίων αυτών. Για την κλήρωση χρησιμοποιούνται ως κλήροι σφαιρίδια αδιαφανή. Αμέσως πριν από τη διενέργεια της κλήρωσης το τμήμα συνέρχεται σε συμβούλιο, προκειμένου να τοποθετηθούν στα σφαιρίδια, αφού προηγουμένως επιδειχθούν σε όλα τα μέλη του συμβουλίου, τα ονόματα του προέδρου, των αντιπροέδρων και των λοιπών μελών του οικείου δικαστηρίου. Κατά τη δημόσια συνεδρίαση ο πρόεδρος εξάγει από την κληρωτίδα 22 σφαιρίδια. Μετά την εξαγωγή κάθε σφαιριδίου ο πρόεδρος εκφωνεί το όνομα του κληρωθέντος, το οποίο επιδεικνύεται στα λοιπά μέλη του τμήματος. Από τους κληρωθέντες, οι εννέα
(9)πρώτοι κατά σειρά κληρούμενοι αποτελούν τα μέλη του εννεαμελούς πειθαρχικού συμβουλίου, οι επόμενοι 7 τα μέλη του επταμελούς πειθαρχικού συμβουλίου, οι επόμενοι 4 τα αναπληρωματικά μέλη του εννεαμελούς πειθαρχικού συμβουλίου και οι τελευταίοι 2 τα αναπληρωματικά μέλη του επταμελούς πειθαρχικού συμβουλίου. Για τα δύο στάδια της κλήρωσης συντάσσεται πρακτικό που διαβιβάζεται στο Υπουργείο Δικαιοσύνης. Τα αναπληρωματικά μέλη κατά τη σειρά κλήρωσής τους αναπληρώνουν τα τακτικά μέλη που απουσιάζουν ή κωλύονται. Το ίδιο ισχύει όταν ελλείπει τακτικό μέλος, έως ότου γίνει συμπληρωματική κλήρωση. 2.Η θητεία των μελών των πειθαρχικών συμβουλίων αρχίζει από την 1η Ιανουαρίου και λήγει την 31η Δεκεμβρίου του επόμενου από την κλήρωσή του έτους. Αν κατά τη διάρκεια της θητείας αποχωρήσει από την υπηρεσία ή αποβιώσει τακτικό ή αναπληρωματικό μέλος του συμβουλίου, γίνεται συμπληρωματική κλήρωση για την οποία εφαρμόζεται η διαδικασία της προηγούμενης παραγράφου. Αυτοί που κληρώνονται γίνονται τακτικά ή αναπληρωματικά μέλη και η θητεία τους λήγει μαζί με τη θητεία των λοιπών μελών του πειθαρχικού συμβουλίου. Οι παρ. 1 και 2 αντικαταστάθηκαν ως άνω από το άρθρ. 17 Νόμ. 2172/16 - 16 Δεκ. 1993, (ΦΕΚ Α' 207), κατωτ. αριθ. 52. 3.Στα πειθαρχικά συμβούλια προεδρεύει ο ανώτερος στο βαθμό και, αν όλα τα μέλη είναι ισόβαθμα, ο αρχαιότερος. Καθήκοντα γραμματέα ασκεί ο δικαστικός υπάλληλος που ορίζεται από τον πρόεδρο του οικείου δικαστηρίου. "4.Τα πειθαρχικά συμβούλια των εφετείων πολιτικής και ποινικής δικαιοσύνης λειτουργούν στα Εφετεία Αθηνών, Πειραιώς, Θεσσαλονίκης και Πατρών και των διοικητικών εφετείων στα Διοικητικά Εφετεία Αθηνών, Πειραιώς, Θεσσαλονίκης και Πατρών και συγκροτούνται από έναν πρόεδρο εφετών και 4 εφέτες, που ορίζονται με κλήρωση μεταξύ εκείνων που υπηρετούν στο ίδιο εφετείο και έχουν τουλάχιστον τριετή υπηρεσία ως εφέτες". Το πρώτο εδάφιο αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. 6 άρθρ. 6 Νόμ. 2298/1995, ΦΕΚ Α' 62, (τόμ.10, σελ. 154, 221). (Αντί για τη σελ. 143(ε) Σελ. 143(στ) Τεύχος Σελ. Οργανισμός των Δικαστηρίων 6.Β.α.41 Η κλήρωση γίνεται σε δημόσια συνεδρίαση του εφετείου με τριμελή σύνθεση και με δύο κληρωτίδες. Από την πρώτη, που περιέχει σφαιρίδια με τα ονόματα των παρέδρων εφετών, εξάγονται 2 σφαιρίδια. Από τους κληρωθέντες ο πρώτος είναι ο πρόεδρος του πενταμελούς πειθαρχικού συμβουλίου και ο δεύτερος αναπληρωτής του. Από τη δεύτερη κληρωτίδα, που περιέχει σφαιρίδια με τα ονόματα των εφετών που έχουν τριετή υπηρεσία ως εφέτες, εξάγονται έξι
(6)σφαιρίδια. Από τους κληρωθέντες οι 4 πρώτοι είναι τα τακτικά και οι επόμενοι 2 τα αναπληρωματικά μέλη του συμβουλίου. Τα αναπληρωματικά μέλη αναπληρώνουν τα τακτικά, όταν απουσιάζουν ή κωλύονται. Κατά τα λοιπά εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις των προηγούμενων παραγράφων. Πειθαρχικά παραπτώματα αρμοδιότητας πενταμελών πειθαρχικών συμβουλίων, εφόσον, διαπράχθηκαν από δικαστικούς λειτουργούς που υπηρετούν σε περιφέρεια εφετείου στο οποίο, δε λειτουργεί πενταμελές πειθαρχικό συμβούλιο, εκδικάζονται από το πειθαρχικό συμβούλιο του πλησιέστερου εφετείου. «Ως πλησιέστερα εφετεία θεωρούνται: για το Εφετείο Λαμίας το Εφετείο Αθηνών, για τα Εφετεία Κέρκυρας και Ιωαννίνων το Εφετείο Πατρών, για τα Εφετεία Ναυπλίου, Καλαμάτας, Κρήτης, Αιγαίου και Δωδεκανήσου το Εφετείο Πειραιώς, για τα Εφετεία Θράκης, Δυτικής Μακεδονίας και Λάρισας το Εφετείο Θεσσαλονίκης». Η μέσα σε «» τέταρτη υποπαράγραφος αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. 4 άρθρ. 1 Νόμ. 3472/4-4 Ιουλ. 2006 (ΦΕΚ Α΄ 135), κατωτ. αριθ.
  1. "Ως πλησιέστερα διοικητικά εφετεία θεωρούνται: για το Διοικητικό Εφετείο Χανίων, το Διοικητικό Εφετείο Πειραιώς, για τα Διοικητικά Εφετεία Λάρισας και Κομοτηνής, το Διοικητικό Εφετείο Θεσσαλονίκης και για τα Διοικητικά Εφετεία Τρίπολης και Ιωαννίνων το Διοικητικό Εφετείο Πατρών". Το τελευταίο εδάφιο, αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. 7 άρθρ. 6 Νόμ. 2298/1995, ΦΕΚ Α΄ 62 (τόμ. 10, σελ. 154, 221). «Σε περίπτωση αδυναμίας συγκρότησης του πειθαρχικού συμβουλίου του Διοικητικού Εφετείου Πατρών, οι ενώπιον αυτού εκκρεμείς πειθαρχικές υποθέσεις παραπέμπονται προς εκδίκαση στο πειθαρχικό συμβούλιο του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών.» Το μέσα σε «» εδάφιο προστέθηκε από την παρ. 4 άρθρ. 30 Νόμ. 2915/28-29 Μαΐου 2001 (ΦΕΚ Α΄109) κατωτ. αριθ.
  2. Σελ. 144(στ) Τεύχος Σελ. Η παρ. 4, αντικαταστάθηκε ως άνω από το άρθρ. 17 του Νόμ. 2172/16-16 Δεκ. 1993, (ΦΕΚ Α΄ 207), κατωτ. αριθ.
  3. 5.Δεν μπορούν να μετάσχουν σε πειθαρχικό συμβούλιο ή δικαστήριο για την εκδίκαση ορισμένης πειθαρχικής υπόθεσης: α)οι δικαστικοί λειτουργοί κατά των οποίων στρέφεται το πειθαρχικό παράπτωμα, β)οι συγγενείς εξ αίματος σε ευθεία γραμμή απεριορίστως ή σε πλάγια γραμμή έως και τον τέταρτο βαθμό ή εξ αγχιστείας έως και τον τρίτο βαθμό, καθώς και ο σύζυγος είτε του διωκομένου είτε του δικαστικού λειτουργού κατά του οποίου στρέφεται το πειθαρχικό παράπτωμα, γ)εκείνοι που έχουν ασκήσει την πειθαρχική δίωξη ή έχουν ενεργήσει ανάκριση στην ίδια πειθαρχική υπόθεση, δ)όσοι έχουν εξεταστεί ως μάρτυρες στην ίδια υπόθεση, ε)οι δικαστές που έχουν μετάσχει σε ποινική δίκη για την ίδια πράξη, στ)όσοι συνδέονται με ιδιαίτερη φιλία ή βρίσκονται σε οξεία αντίθεση με το διωκόμενο ή έχουν ιδιαίτερη σχέση με την υπόθεση που κρίνεται, ώστε να μπορεί να δημιουργηθεί αμφιβολία για την αμεροληψία τους. Ο δικαστικός λειτουργός που κωλύεται κατά τα παραπάνω έχει τις υποχρεώσεις του άρθρου 23 του κώδικα ποινικής δικονομίας, που εφαρμόζεται αναλόγως. 6.Όσοι έχουν μετάσχει στο πρωτοβάθμιο συμβούλιο δεν μπορούν να μετάσχουν στο δευτεροβάθμιο. 7.Δεν επιτρέπεται η εξαίρεση τόσων μελών, ώστε να μην είναι δυνατή η σύνθεση του συμβουλίου από τα λοιπά. 6.Β.α.41 Οργανισμός των Δικαστηρίων Κεφάλαιο ΚΑ΄ Δίωξη. Δικονομικές διατάξεις. Άρθρ.98.-1.Η δίωξη των πειθαρχικών παραπτωμάτων γίνεται αυτεπαγγέλτως με βάση τα στοιχεία που περιέρχονται σε αυτόν που είναι αρμόδιος να την ασκήσει. 2.Η προδικασία ενώπιον των πειθαρχικών δικαστηρίων και συμβουλίων είναι μυστική. Η κύρια διαδικασία ενώπιον των πειθαρχικών δικαστηρίων είναι δημόσια και η απόφασή τους απαγγέλλεται σε δημόσια συνεδρίαση. Η κύρια διαδικασία στα άλλα πειθαρχικά συμβούλια είναι μυστική. 3.Η πειθαρχική διαδικασία γίνεται ατελώς. Έξοδα δεν επιδικάζονται ούτε υπέρ ούτε σε βάρος του διωκομένου. 4.Κατά τη διαδικασία ενώπιον των δευτεροβάθμιων πειθαρχικών συμβουλίων επιτρέπεται συμπαράσταση με δικηγόρο, εφ' όσον η ποινή που επιβλήθηκε πρωτοδίκως είναι ανώτερη από την ποινή του προστίμου. 5.Περισσότερα πειθαρχικά παραπτώματα, που φέρονται ότι έχουν διαπραχθεί από τον ίδιο δικαστικό λειτουργό, μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο πειθαρχικής δίωξης με την άσκηση μιας μόνον πειθαρχικής αγωγής. Αν όμως ο πειθαρχικός δικαστής κρίνει ότι η συνεκδίκαση θα προξενήσει βλάβη, διατάσσει το χωρισμό. Περισσότερα πειθαρχικά παραπτώματα, για τα οποία ασκήθηκαν χωριστές πειθαρχικές αγωγές, μπορούν να συνεκδικαστούν από τον πειθαρχικό δικαστή εφ' όσον αυτό δεν προκαλεί βλάβη. 6.Όταν διώκονται περισσότεροι ως συμμέτοχοι για το ίδιο πειθαρχικό παράπτωμα, η πειθαρχική δίκη γίνεται ενιαία για όλους, εφ' όσον ανήκουν στην ίδια κατηγορία δικαστηρίων και αρμόδιο είναι το ανώτερο κατά βαθμό συμβούλιο, αλλιώς η δίκη χωρίζεται για αυτούς που υπάγονται σε συμβούλιο ή δικαστήριο άλλης κατηγορίας. 7.Για την επίδοση κλήσεων κατά την πειθαρχική διαδικασία και κοινοποίηση εγγράφων προβλεπόμενων από τον παρόντα κώδικα συντάσσεται έκθεση. Τα έγγραφα που πρέπει να επιδοθούν στο διωκόμενο διαβιβάζονται με εμπιστευτική αλληλογραφία στον προϊστάμενο της υπηρεσίας του, ο οποίος τα επιδίδει αυτοπροσώπως, εκτός αν ο διωκόμενος αδυνατεί ή αρνείται να τα παραλάβει, οπότε εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις των άρθρων 143 μέχρι 153 και 155 μέχρι 163 του κώδικα ποινικής δικονομίας. Άσκηση πειθαρχικής δίωξης. Άρθρ.10.-«1.Σε κάθε δικαστήριο και εισαγγελία λειτουργεί γραμματεία. 2.Της γραμματείας του δικαστηρίου προΐσταται ο δικαστής ή ο πρόεδρος του τριμελούς συμβουλίου που το διευθύνει και της γραμματείας της εισαγγελίας, ο εισαγγελέας που τη διευθύνει. 3.Ο γραμματέας του δικαστηρίου ή της εισαγγελίας διευθύνει τις υπηρεσίες της γραμματείας του και δίνει τις αναγκαίες οδηγίες στο προσωπικό της. Μετέχει στις συνεδριάσεις του δικαστηρίου, του δικαστικού συμβουλίου και της ολομέλειας του δικαστηρίου, εκτός αν ο νόμος ορίζει διαφορετικά. Συντάσσει με ευθύνη δική του, και του δικαστή που διευθύνει τη συζήτηση, τα πρακτικά, τις εκθέσεις, τις πράξεις και τα άλλα έγγραφα που απαιτεί ο νόμος για την πιστοποίηση των δικαστικών ενεργειών. Εκδίδει τα απόγραφα και αντίγραφα, τα πιστοποιητικά και αποσπάσματα, τηρεί και ενημερώνει τα βιβλία και φυλάει το αρχείο και τα άλλα αντικείμενα του δικαστηρίου ή της εισαγγελίας. Διαχειρίζεται την πίστωση για την γραφική ύλη και παραλαμβάνει οτιδήποτε πρέπει να παρακατατεθεί στο δικαστήριο. Οφείλει να σημειώνει τα εισπρακτέα τέλη του εκδιδόμενου απογράφου ή κατατιθέμενου εγγράφου. Αν υπάρχουν αμφιβολίες για τη χορήγηση απογράφου, αντιγράφου, πιστοποιητικού και άλλων εγγράφων, αποφαίνεται ο προϊστάμενος της γραμματείας. 4.Αν δεν υπάρχει γραμματέας ή για οποιοδήποτε λόγο απουσιάζει ή κωλύεται, τον αναπληρώνει στη διεύθυνση των υπηρεσιών της γραμματείας ο επόμενός του ιεραρχικά, που ορίζεται από τον προϊστάμενο της γραμματείας και στα λοιπά καθήκοντά του ο υπάλληλος που ορίζεται από το γραμματέα που διευθύνει τη γραμματεία. (Μετά τη σελ. 112(ε) Σελ. 112,001 Τεύχος 1253-Σελ. 59 Οργανισμός των Δικαστηρίων 6.Β.α.41 6.Β.α.41 Οργανισμός των Δικαστηρίων 5.Αν η αναπλήρωση του γραμματέα δεν είναι δυνατή από υπάλληλο του ίδιου δικαστηρίου ή της ίδιας εισαγγελίας, αναπληρώνεται, ύστερα από παραγγελία του προϊσταμένου της γραμματείας, από γραμματέα: α.του πρωτοδικείου, για τα ειρηνοδικεία και πταισματοδικεία της περιφέρειας του πρωτοδικείου, β.του εφετείου, για τα πρωτοδικεία της περιφέρειάς του, γ.του διοικητικού εφετείου, για τα διοικητικά πρωτοδικεία της περιφέρειάς του, δ.της εισαγγελίας εφετών, για τις εισαγγελίες της περιφέρειας του εφετείου. 6.Αν, για οποιοδήποτε λόγο, δεν υπάρχει γραμματέας και είναι αδύνατη η αναπλήρωσή του από άλλο δικαστικό υπάλληλο, ο προϊστάμενος της γραμματείας αναθέτει προσωρινά την εκτέλεση των καθηκόντων του γραμματέα σ’ οποιοδήποτε ημεδαπό κρίνει κατάλληλο. Η διάταξη αυτή δεν εφαρμόζεται σε περίπτωση απεργίας των δικαστικών υπαλλήλων, εφ’ όσον έχει διατεθεί το προσωπικό που ορίζεται στην παρ. 8 του παρόντος άρθρου. Η ανάθεση των προσωρινών αυτών καθηκόντων, γίνεται με πράξη που κοινοποιείται στο διοριζόμενο ο οποίος οφείλει να παρουσιαστεί αμέσως σ’ αυτόν που τον διόρισε και, αφού δώσει τον όρκο της υπηρεσίας, να αναλάβει τα καθήκοντά του. Για την ορκωμοσία και την ανάληψη υπηρεσίας συντάσσεται έκθεση. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Δικαιοσύνης και Οικονομικών ορίζονται η καταβλητέα ημερήσια αποζημίωση και τα σχετικά με αυτή ζητήματα. 7.Η μη αναγραφή, στην πράξη ανάθεσης των προσωρινών καθηκόντων, του λόγου αναπλήρωσης του γραμματέα, δεν συνεπάγεται ακυρότητα της πράξης. 8.Σε περίπτωση απεργίας των δικαστικών υπαλλήλων η διοίκηση της συνδικαλιστικής τους οργάνωσης, που έχει κηρύξει την απεργία, οφείλει να διαθέτει σε κάθε γραμματεία δικαστηρίου και εισαγγελίας τους απολύτως αναγκαίους υπαλλήλους για την αντιμετώπιση εξαιρετικώς επειγουσών υποθέσεων. 9.Οι έμμισθοι επιμελητές των δικαστηρίων και των εισαγγελιών φροντίζουν για την ευταξία των ακροατηρίων, κάνουν τις επιδόσεις των εγγράφων και εκτελούν τις υπηρεσίες του δικαστηρίου ή της εισαγγελίας που ανατίθενται σ’ αυτούς από τον προϊστάμενο της γραμματείας ή το γραμματέα που διευθύνει τις υπηρεσίες της γραμματείας». Το άρθρ. 10 αντικαταστάθηκε ως άνω από το Άρθρ.99.-1.Αρμόδιοι για την άσκηση πειθαρχικής δίωξης είναι: α)ο Υπουργός της Δικαιοσύνης για όλους τους δικαστικούς λειτουργούς, β)ο νεότερος αντιπρόεδρος για τους παρέδρους, εισηγητές και δόκιμους εισηγητές του Συμβουλίου της Επικρατείας και τους δικαστικούς λειτουργούς των διοικητικών δικαστηρίων, γ)ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου και ο προϊστάμενος της επιθεώρησης για όλους τους δικαστικούς και εισαγγελικούς λειτουργούς των πολιτικών – ποινικών δικαστηρίων, εκτός από τα μέλη του Αρείου Πάγου, δ)ο νεότερος αντιπρόεδρος για τους παρέδρους εισηγητές και δόκιμους εισηγητές του Ελεγκτικού Συνεδρίου. "ε.Ο πρόεδρος του εφετείου (πολιτικού ή διοικητικού) ή ο προϊστάμενος του εφετείου – για τους προέδρους πρωτοδικών, πρωτοδίκες, παρέδρους, ειρηνοδίκες και πταισματοδίκες". Η περίπτ. ε΄, αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. 3, άρθρ. ΙΙ Νόμ. 1967/10-11 Οκτ. 1991 (ΦΕΚ Α΄ 150), κατωτ. αριθ.
  4. στ)ο εισαγγελέας εφετών ή ο προϊστάμενος της εισαγγελίας για τους εισαγγελείς, αντεισαγγελείς πρωτοδικών και παρέδρους εισαγγελίας. 2.Ο αρμόδιος να ασκήσει τη δίωξη, όταν λάβει με οποιοδήποτε τρόπο γνώση ότι τελέστηκε από δικαστικό λειτουργό πράξη που μπορεί να χαρακτηριστεί σαν πειθαρχικό παράπτωμα, υποχρεούται να ασκήσει πειθαρχική αγωγή, εκτός αν συντρέχει η περίπτωση της παραγράφου
  5. "Στην περίπτωση του εδάφ. δ΄ της παρ. 3 του άρθρ. 91 του Νόμ. 1756/1988, όπως τροποποιήθηκε με την παρ. 3 του άρθρ. 14 του Νόμ. 1868/1989 και αντικαθίσταται με το άρθρ. 26 του νόμου αυτού, η πειθαρχική αγωγή ασκείται μέσα σε 2 μήνες από τότε που περιήλθε σε γνώση του αρμόδιου για την άσκηση της δίωξης η καθυστέρηση στην εκτέλεση των καθηκόντων του δικαστικού λειτουργού". Το μέσα σε " " δεύτερο εδάφιο προστέθηκε από την παρ. 6 του άρθρ. 5 του Νόμ. 2207/22-25 Απρ. 1994 (ΦΕΚ Α΄ 65), κατωτ. αριθ.
  6. Σύμφωνα με την παρ. 1 άρθρ. 20 Νόμ. 2298/1995, ΦΕΚ Α΄ 62, (τόμ. 10, σελ. 154, 221), η διάταξη του άνω μέσα σε " " εδαφίου, εφαρμόζεται και στις εκκρεμείς κατά την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού πειθαρχικές αγωγές. Εκκρεμείς πειθαρχικές αγωγές κατά δικαστικών λειτουργών, κατά την άσκηση των οποίων δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της ανωτέρω παραγράφου, τίθενται στο αρχείο, εφ' όσον δεν περατωθούν εντός διμήνου από της δημοσιεύσεως του παρόντος. 3.Αν τα στοιχεία που περιέρχονται στον αρμόδιο για την άσκηση της πειθαρχικής δίωξης και όσα συλλέγει ο ίδιος δεν πιθανολογούν τη διάπραξη πειθαρχικού παραπτώματος ή αν τα πραγματικά περιστατικά που βεβαιώνονται δε συνιστούν πειθαρχικό παράπτωμα ή δεν επισύρουν πειθαρχική κύρωση λόγω εξάλειψης του αξιόποινου ή λήξης της πειθαρχικής ευθύνης, η υπόθεση τίθεται στο αρχείο με αιτιολογημένη πράξη που κοινοποιείται στον Υπουργό Δικαιοσύνης. (Αντί για τη σελ. 144,01) Σελ. 144,01(α) Τεύχος 1217 – Σελ. 9 Οργανισμός των Δικαστηρίων 6.Β.α.41 6.Β.α.41 Οργανισμός των Δικαστηρίων 4.Αν πρόκειται για πειθαρχικά παραπτώματα που οφείλονται σε ελαφρά αμέλεια και δικαιολογούν μόνο ποινή επίπληξης, η δίωξη απόκειται στη διακριτική ευχέρεια του αρμόδιου οργάνου, το οποίο λαμβάνει υπόψη το συμφέρον της δικαιοσύνης και την όλη διαγωγή του δικαστικού λειτουργού εντός και εκτός της υπηρεσίας. 5.Επιθεωρητές και προϊστάμενοι δικαστηρίων ή εισαγγελιών μόλις λάβουν γνώση ότι δικαστικός λειτουργός που υπηρετεί στο δικαστήριο ή στην εισαγγελία, της οποίας προΐστανται, διέπραξε πειθαρχικό παράπτωμα για το οποίο δεν έχουν αρμοδιότητα δίωξης, οφείλουν να το ανακοινώσουν στο αρμόδιο όργανο για την άσκηση πειθαρχικής δίωξης και να διαβιβάσουν τα σχετικά στοιχεία. 6.Εκθέσεις επιθεωρητών που περιέχουν πρόταση για πειθαρχική δίωξη δικαστικού λειτουργού διαβιβάζονται στο αρμόδιο όργανο για την άσκηση πειθαρχικής δίωξης με τα σχετικά στοιχεία. 7.Ο εισαγγελέας πλημμελειοδικών υποχρεούται να γνωστοποιεί αμέσως στο αρμόδιο για την άσκηση της πειθαρχικής δίωξης όργανο κάθε ποινική δίωξη που ασκεί κατά δικαστικού λειτουργού. 8.Αν κατά τη διάρκεια ποινικής ή πειθαρχικής ανάκρισης προκύπτουν πραγματικά περιστατικά που συνιστούν άλλο πειθαρχικό παράπτωμα, ο ανακριτής συντάσσει σχετική έκθεση και τη στέλνει αμέσως στον αρμόδιο πειθαρχικώς προϊστάμενο για να ασκήσει την πειθαρχική δίωξη. 9.Ο αρμόδιος για την άσκηση της πειθαρχικής δίωξης έχει το δικαίωμα να ενεργεί αμέσως προκαταρκτική εξέταση. Η προκαταρκτική εξέταση είναι άτυπη και ενεργείται είτε από τον αρμόδιο για την άσκηση της πειθαρχικής αγωγής είτε, με εντολή του, από άλλο δικαστικό λειτουργό ανώτερο κατά βαθμό από εκείνον που φέρεται ότι έχει υποπέσει σε πειθαρχικό παράπτωμα. 10.Εκείνος που ενεργεί προκαταρκτική εξέταση, οφείλει να ζητήσει προφορικές ή έγγραφες εξηγήσεις από αυτόν που φέρεται ότι έχει υποπέσει σε πειθαρχικό παράπτωμα. Δικαιούται να ζητήσει πληροφορίες ή τη διαβίβαση συναφών στοιχείων από κάθε άλλη αρχή, μεριμνά για τη συγκέντρωση των αποδεικτικών στοιχείων και εξετάζει μάρτυρες, αν το κρίνει αναγκαίο. Ο καλούμενος να δώσει εξηγήσεις έχει δικαίωμα να λάβει προηγουμένως γνώση όλων των στοιχείων που τον αφορούν. Για την προκαταρκτική εξέταση συντάσσεται έκθεση, της οποίας το πόρισμα πρέπει να είναι αιτιολογημένο. 11.Ο αρμόδιος για την άσκηση της πειθαρχικής δίωξης, αν από την προκαταρκτική εξέταση καταλήξει στην κρίση ότι δεν συντρέχει λόγος να ασκηθεί πειθαρχική δίωξη, θέτει την υπόθεση στο αρχείο με αιτιολογημένη πράξη που κοινοποιείται στον Υπουργό Δικαιοσύνης. "12.Αν για την ίδια περίπτωση έχουν επιληφθεί περισσότεροι από τους κατά την παρ. 1 συναρμοδίους, η διαδικασία για την άσκηση της πειραρχικής δίωξης συνεχίζεται μόνο από αυτόν που σύμφωνα με το άρθρ. 55 είναι κατά βαθμό ανώτερος και ο οποίος καθίσταται αποκλειστικά αρμόδιος. Στην περίπτωση αυτήν ο ιεραρχικά κατώτερος σε βαθμό υποβάλλει όλα τα σχετικά έγγραφα στον ανώτερο. Αν η υπόθεση τεθεί στο αρχείο, σύμφωνα με αυτά που ορίζονται στην προηγούμενη παράγραφο, δεν μπορεί να επανέλθει σ' αυτήν άλλος αρμόδιος για την άσκηση της πειθαρχικής δίωξης, εκτός από τον Υπουργό Δικαιοσύνης". Η παρ. 12 προστέθηκε από την παρ. 5 άρθρ. 14 Νόμ. 1868/10-10 Οκτ. 1989 (ΦΕΚ Α΄ 230), κατωτ. αριθ.
  7. Έναρξη και λήξη πειθαρχικής δίωξης. Άρθρ.100.-1.Η πειθαρχική δίωξη αρχίζει με την έγερση πειθαρχικής αγωγής και τελειώνει με την έκδοση σε σύντομο χρονικό διάστημα οριστικής και τελεσίδικης απόφασης. 2.Η πειθαρχική αγωγή περιέχει: α)το ονοματεπώνυμο και τα υπηρεσιακά στοιχεία του διωκομένου, β)καθορισμό των πραγματικών περιστατικών τα οποία στοιχειοθετούν το αποδιδόμενο πειθαρχικό παράπτωμα, τις συνθήκες κάτω από τις οποίες τελέστηκε και τις διατάξεις που το προβλέπουν. 3.Η πειθαρχική αγωγή απευθύνεται στο αρμόδιο συμβούλιο και συνοδεύεται από τον πειθαρχικό φάκελο. Η αρμοδιότητα του συμβουλίου κρίνεται από την ιδιότητα και το βαθμό του διωκομένου κατά το χρόνο άσκησης της πειθαρχικής αγωγής, με την επιφύλαξη της διάταξης του άρθρου 90 παρ.
  8. Αντίγραφο της πειθαρχικής αγωγής, όταν δεν ασκείται από τον Υπουργό, αποστέλλεται στο Υπουργείο Δικαιοσύνης. Η πειθαρχική αγωγή κοινοποιείται επίσης στον προϊστάμενο του δικαστηρίου ή της εισαγγελίας, όπου υπηρετεί ο διωκόμενος δικαστικός λειτουργός. Κεφάλαιο ΚΒ΄. Διαδικασία. Προδικασία. Άρθρ.101.-1.Ο πρόεδρος του πειθαρχικού συμβουλίου ορίζει ένα από τα μέλη του ως εισηγητή. Η σχετική πράξη με αντίγραφο της πειθαρχικής αγωγής επιδίδεται στο διωκόμενο. Ο εισηγητής αντικαθίσταται αν κωλύεται ή αν ο διωκόμενος μέσα σε τρεις ημέρες από την έκδοση της πράξης ζητήσει την εξαίρεσή του και το πειθαρχικό συμβούλιο, χωρίς τη συμμετοχή του εισηγητή, δεχθεί το αίτημα. Αίτημα εξαίρεσης και άλλου εισηγητή δεν επιτρέπεται. 2.Ο εισηγητής καλεί το διωκόμενο σε απολογία. Στην κλήση τάσσεται εύλογη προθεσμία, όχι βραχύτερη από πέντε ημέρες, η οποία με αίτηση του διωκομένου μπορεί να παραταθεί έως το τριπλάσιο. Κατά το χρονικό διάστημα από την επίδοση της κλήσης έως τη συζήτηση της υπόθεσης, ο διωκόμενος λογίζεται ότι είναι σε άδεια επί ένα δεκαήμερο, αν το δηλώσει εγγράφως στον προϊστάμενό του. 3.Ο διωκόμενος μπορεί να λάβει γνώση του πειθαρχικού φακέλου και να ζητήσει αντίγραφα των εγγράφων, οπότε συντάσσεται ειδική έκθεση. Η απολογία του είναι πάντοτε έγγραφη και εγχειρίζεται στον εισηγητή, ο οποίος χορηγεί έγγραφη απόδειξη παραλαβής, ή κατατίθεται στον προϊστάμενο της υπηρεσίας του ο οποίος τη διαβιβάζει αμέσως στο αρμόδιο συμβούλιο ή υποβάλλεται στον εισηγητή με συστημένη επιστολή. Στην απολογία επισυνάπτονται όσα στοιχεία έχει στη διάθεσή του ο διωκόμενος, ο οποίος μπορεί να ζητήσει από τον εισηγητή εύλογη προθεσμία για να υποβάλει συμπληρωματικά στοιχεία. Στην απολογία μπορεί να προταθεί η εξέταση πέντε το πολύ μαρτύρων και να επισημανθεί ότι υπάρχουν συγκεκριμένα κρίσιμα έγγραφα ή άλλα στοιχεία σε οποιαδήποτε αρχή, με τα οποία πρέπει να συμπληρωθεί ο πειθαρχικός φάκελος, με την επιφύλαξη της διάταξης του τελευταίου εδαφίου της παραγράφου 2 του επόμενου άρθρου. (Αντί για τη σελ. 145(δ) Σελ. 145(ε) Τεύχος ΙΑ – 9 – 3 Σελ. 79 Οργανισμός των Δικαστηρίων 6.Β.α.41 Ανάκριση. Άρθρ.102.-1.Αν μετά την απολογία του διωκομένου τα στοιχεία του φακέλου κριθούν από τον εισηγητή και τον πρόεδρο επαρκή για να εισαχθεί η υπόθεση στο πειθαρχικό συμβούλιο, ενεργούνται όσα ορίζονται στο επόμενο άρθρο. Αν κριθούν ανεπαρκή από τον εισηγητή ή τον πρόεδρο, ο τελευταίος ορίζει ως ανακριτή άλλο μέλος του πειθαρχικού συμβουλίου, τακτικό ή αναπληρωματικό, για να ενεργήσει ανάκριση. Η σχετική πράξη επιδίδεται στο διωκόμενο, που μπορεί να ζητήσει την εξαίρεση του ανακριτή κατά τα οριζόμενα στην παράγραφο 1 του προηγούμενου άρθρου. 2.Η ανάκριση αποβλέπει στη συλλογή κάθε πρόσφορου αποδεικτικού στοιχείου και στη διερεύνηση όλων των πραγματικών περιστατικών για το σχηματισμό της κρίσης του πειθαρχικού συμβουλίου. Ανακριτικές πράξεις είναι: α)η εξέταση μαρτύρων, β)η εξέταση του διωκομένου, γ)η αυτοψία, δ)η πραγματογνωμοσύνη και ε)η αναζήτηση εγγράφων. Για τις τέσσερις πρώτες συντάσσεται έκθεση. Δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο ανακριτικής πράξης υπηρεσιακό απόρρητο, εφ' όσον δεν συναινεί στην ανακοίνωσή του η αρμόδια αρχή, καθώς και κάθε επαγγελματικό κατά το νόμο απόρρητο. 3.Ο ανακριτής ενεργεί αυτοπροσώπως τις ανακριτικές πράξεις στην έδρα του. Αν πρόκειται να ενεργηθεί ανακριτική πράξη έξω από την έδρα του, ο ανακριτής μπορεί, εφ' όσον δεν κρίνει αναγκαία τη μετακίνησή του, να παραγγείλει την ενέργειά της από δικαστικό λειτουργό, ανώτερο κατά βαθμό, ή αρχαιότερο από το διωκόμενο, που υπηρετεί στην περιφέρεια όπου πρόκειται να ενεργηθεί η ανακριτική πράξη. 4.Οι μάρτυρες εξετάζονται ενόρκως στον τόπο της κατοικίας ή της διαμονής τους, εκτός αν δηλώσουν ότι επιθυμούν να εξεταστούν στην έδρα του ανακριτή. Πριν από την εξέτασή τους οι μάρτυρες ορκίζονται κατά τον τύπο που προβλέπουν τα άρθρα 218 και 220 του κώδικα ποινικής δικονομίας. Η μη εμφάνιση ή άρνηση κατάθεσης μάρτυρα χωρίς εύλογη αιτία τιμωρείται κατά τας διατάξεις του άρθρου 169 του ποινικού κώδικα. Εύλογη αιτία θεωρείται και η συγγένεια του μάρτυρα με το διωκόμενο σε ευθεία γραμμή ή σε πλάγια γραμμή μέχρι και τον τρίτο βαθμό. Η εξέταση μαρτύρων πέρα από αυτούς που προτείνει ο διωκόμενος απόκειται στην κρίση του ανακριτή. 5.Κατά την ανάκριση εξετάζεται ανωμοτί ο διωκόμενος ο οποίος δικαιούται πριν από την απολογία του να λάβει γνώση των εγγράφων του φακέλου. Η μη προσέλευση ή η άρνηση του διωκομένου να εξεταστεί δεν εμποδίζει την πρόοδο της ανάκρισης. 6.Η αυτοψία ενεργείται είτε από τον ανακριτή είτε, αν αυτός το προτείνει, από ολόκληρο το πειθαρχικό συμβούλιο, για να διαπιστωθούν οι πραγματικές συνθήκες τέλεσης του πειθαρχικού παραπτώματος ή άλλων συναφών με αυτό στοιχείων. Η εξέταση δημόσιων εγγράφων ή ιδιωτικών εγγράφων που έχουν κατατεθεί σε δημόσια αρχή ενεργείται στο γραφείο όπου αυτά φυλάσσονται. Ως πραγματογνώμονες ορίζονται δικαστικοί λειτουγοί ή δημόσιοι πολιτικοί ή στρατιωτικοί υπάλληλοι ή επιστήμο νες ή τεχνικοί από τον πίνακα του άρθρου 185 του κώδικα Σελ. 146(ε) Τεύχος ΙΑ – 9 – 3 Σελ. 80 δικονομίας. Όταν γίνει η πραγματογνωμοσύνη, οι αμοιβές των πραγματογνωμόνων εκκαθαρίζονται από τον πρόεδρο του πειθαρχικού συμβουλίου και καταβάλλονται από το δημόσιο σύμφωνα με τις διατάξεις που αφορούν το δημόσιο λογιστικό. Κατά τα λοιπά στην αυτοψία και στην πραγματογνωμοσύνη εφαρμόζονται αναλόγως οι σχετικές διατάξεις του κώδικα ποινικής δικονομίας. 7.Ο ανακριτής δικαιούται να ζητήσει από κάθε δημόσια αρχή, την παροχή στοιχείων ή την αποστολή πιστοποιητικών ή βεβαιώσεων για θέματα που ανάγονται στην αρμοδιότητά της ή αντιγράφων των εγγράφων που βρίσκονται στην κατοχή της. 8.Έγγραφα τα οποία κατέχει ιδιώτης μπορούν να ζητηθούν από τον ανακριτή και επιστρέφονται υποχρεωτικά μετά το τέλος της πειθαρχικής δίκης. Ο ανακριτής είναι υποχρεωμένος, ύστερα από αίτηση του ιδιώτη, να χορηγήσει ατελώς, εκτός από απόδειξη παραλαβής, και επίσημο αντίγραφο ή απόσπασμα των εγγράφων που παρέλαβε. Αν πρόκειται για έγγραφα αναγκαία στον ιδιώτη για την εξυπηρέτηση συμφέροντός του, εξετάζονται στον τόπο όπου βρίσκονται. Η άρνηση της παράδοσης ή ανακοίνωσης τιμωρείται κατά τις διατάξεις του άρθρου 169 του ποινικού κώδικα. Ορισμός συνεδρίασης – Κλήση του διωκομένου. Άρθρ.103.-1.Μετά το τέλος της ανάκρισης και τη σύνταξη του σχετικού πορίσματος, ο πρόεδρος του συμβουλίου, αφού λάβει τη δικογραφία, ορίζει με πράξη του ημερομηνία για τη συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον του πειθαρχικού συμβουλίου. Η πράξη αυτή κοινοποιείται σε όλα τα μέλη του συμβουλίου. Η ημερομηνία της συζήτησης δεν επιτρέπεται να απέχει λιγότερο από δέκα ημέρες από την κοινοποίηση της πράξης. Η πράξη κοινοποιείται και στο διωκόμενο με κλήση να προσέλθει και να λάβει γνώση, αν επιθυμεί, του φακέλου και να παραστεί κατά τη συζήτηση. Η κλήση επιδίδεται δέκα τουλάχιστον ημέρες πριν από την ημέρα της συζήτησης. Η τυχόν μη προσέλευση του διωκομένου δεν εμποδίζει την πρόοδο της διαδικασίας. 2.Ο πρόεδρος του συμβουλίου μπορεί αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση του διωκομένου να καλέσει ενώπιον του συμβουλίου μάρτυρες. Κύρια διαδικασία στα πειθαρχικά συμβούλια. Άρθρ.104.-1.Αν ο διωκόμενος δεν εμφανιστεί κατά τη συζήτηση και δεν έχει κλητευθεί νομίμως ή εμπροθέσμως ή δεν προσήλθε από ανυπέρβλητο κώλυμα, ορίζεται νέα ημερομηνία για συζήτηση. Το συμβούλιο μπορεί, και αν δεν συντρέχουν οι παραπάνω όροι, να αναβάλει για μία μόνο φορά τη συζήτηση λόγω της μη προσέλευσης του διωκομένου ή μάρτυρα, του οποίου η εμφάνιση κρίνεται αναγκαία, ή για άλλο σπουδαίο λόγο. Σχετικά με την προσαγωγή μαρτύρων εφαρμόζονται οι διατάξεις του κώδικα ποινικής δικονομίας. Αν δεν συντρέχει περίπτωση αναβολής, το συμβούλιο προχωρεί στη συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία του διωκομένου. 2.Ο διωκόμενος μπορεί να ζητήσει εγγράφως πριν από την έναρξη της συνεδρίασης την εξαίρεση δύο το πολύ μελών του πειθαρχικού συμβουλίου, αναφέροντας τους λόγους εξαίρεσης. Για την αίτηση αποφασίζει το συμβούλιο, χωρίς τη συμμετοχή του μέλους του οποίου ζητήθηκε η εξαίρεση, με αιτιολογημένη απόφαση που καταχωρίζεται στα πρακτικά. Τα μέλη, την εξαίρεση των οποίων αποφάσισε το συμβούλιο, αντικαθίστανται από τα αναπληρωματικά. 6.Β.α.41 Οργανισμός των Δικαστηρίων 3.Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ο εισηγητής διαβάζει την πειθαρχική αγωγή και το πόρισμα της ανάκρισης, αν έχει ενεργηθεί. Στη συνέχεια καλούνται για εξέταση οι μάρτυρες και δίνεται ο λόγος στο διωκόμενο να αναπτύξει προφορικά την απολογία του και να απαντήσει στα ερωτήματα των μελών του συμβουλίου. Ο διωκόμενος έχει δικαίωμα να υποβάλει υπόμνημα μέσα σε εύλογη προθεσμία που ορίζει ο πρόεδρος. Ο πρόεδρος του συμβουλίου διευθύνει τη συζήτηση, απευθύνει ερωτήσεις και δίνει την άδεια στα μέλη του συμβουλίου και στο διωκόμενο να υποβάλουν ερωτήσεις. Για τη συνεδρίαση του πειθαρχικού συμβουλίου συντάσσεται από το γραμματέα πρακτικό, το οποίο υπογράφεται από αυτόν και τον πρόεδρο. Το πρακτικό περιέχει με συντομία τις καταθέσεις των μαρτύρων, την προφορική απολογία του διωκομένου καθώς και έκθεση για κάθε αξιόλογο γεγονός που συνέβη κατά τη διάρκεια της συνεδρίασης. Ο πρόεδρος μπορεί να διατάξει την αυτολεξοί καταχώρηση ουσιωδών μερών των καταθέσεων ή δηλώσεων που γίνονται κατά τη συνεδρίαση, επιτρέποντας ενδεχομένως την υπαγόρευσή τους. 4.Το συμβούλιο εκτιμά ελευθέρως τα αποδεικτικά στοιχεία. Αν τα κρίνει ανεπαρκή, μπορεί με απόφασή του να διατάξει κρείσσονες αποδείξεις. Αν αποφασιστεί η διενέργεια αυτοψίας, διενεργείται από το συμβούλιο. Η προδικαστική απόφαση επιδίδεται στο διωκόμενο και όταν ενεργηθούν όσα διατάσσονται με αυτήν επαναλαμβάνεται η κύρια διαδικασία. Αν κατά τη διάσκεψη διατυπώνονται σε κάποιο ζήτημα περισσότερες από δύο γνώμες με αποτέλεσμα να μην σχηματίζεται πλειοψηφία, αυτοί που ψήφισαν υπέρ της δυσμενέστερης για το διωκόμενο γνώμης ή υπέρ της βαρύτερης ποινής προσχωρούν στην αμέσως ευνοϊκότερη. Το σχέδιο της απόφασης συντάσσεται από τον εισηγητή και υπογράφεται από αυτόν και τον πρόεδρο. Το πρωτότυπο της απόφασης υπογράφεται από τον πρόεδρο και το γραμματέα και καταχωρίζεται σε ειδικό βιβλίο Η απόφασις περιέχει τη σύνθεση του συμβουλίου, το ονοματεπώνυμο και το βαθμό του διωκόμενου, μνεία της τυχόν παράστασής του ή της νόμιμης κλήτευσής του, συνεπτυγμένη περίληψη της κατηγορίας και της απολογίας με τους ουσιώδεις ισχυρισμούς του διωκόμενου, αιτιολογικό τόσο ως προς τη διαπίστωση ή μη της ενοχής όσο και ως προς την επιμέτρηση της ποινής και διατακτικό. 5.Η οριστική απόφαση επιδίδεται με επιμέλεια του γραμματέα στο διωκόμενο, στον προϊστάμενο του δικαστηρίου ή της αρχής όπου υπηρετεί ο διωκόμενος και σε όσους έχουν δικαίωμα έφεσης. Ένδικα μέσα. Άρθρ.105.-1.Οι οριστικές αποφάσεις των συμβουλίων που αναφέρονται στο άρθρο 95 παρ. 5, 7, 9 και 11 υπόκεινται σε έφεση όταν έχουν εκδοθεί σε πρώτο βαθμό. 2.Δικαίωμα έφεσης κατά δικαστικής ή απαλλακτικής απόφασης του πειθαρχικού συμβουλίου έχει: α)Ο Υπουργός της Δικαιοσύνης και το αρμόδιο για την άσκηση της πειθαρχικής δίωξης όργανο. Η έφεση στην περίπτωση αυτήν ασκείται μέσα σε ένα μήνα από την κοινοποίηση της απόφασης σε αυτούς, και πάντως όχι πέρα από τρεις μήνες από την έκδοση της απόφασης. β)Αυτός που τιμωρείται καθώς και εκείνος που απαλλάχθηκε με μειωτική αιτιολογία, μέσα σε προθεσμία ενός μήνα από την επίδοση σε αυτόν της απόφασης. 3.Η έφεση ασκείται με κατάθεση στο γραμματέα του συμβουλίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση ή με αποστολή του εγγράφου της έφεσης στον ίδιο γραμματέα, οπότε ως ημερομηνία άσκησης λαμβάνεται η χρονολογία πρωτοκόλλησης του εγγράφου. Η έφεση μπορεί να ασκηθεί από αυτόν που διώχθηκε και με κατάθεσή της στο γραμματέα του δικαστηρίου, όπου υπηρετεί, ή στον προϊστάμενο της προξενικής αρχής στην αλλοδαπή, οι οποίοι είναι υποχρεωμένοι να την αποστείλουν χωρίς υπαίτια καθυστέρηση στο γραμματέα του συμβουλίου που έχει εκδώσει την προσβαλλόμενη απόφαση. Με την άσκηση της έφεσης η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο συμβούλιο, το οποίο δεν μπορεί να χειροτερεύσει τη θέση του διωκομένου, αν αυτός μόνο έχει ασκήσει έφεση. Η προθεσμία για την άσκηση της έφεσης και η άσκησή της αναστέλλουν την εκτέλεση της απόφασης. 4.Ως προς τη διαδικασία ενώπιον των δευτεροβάθμιων πειθαρχικών συμβουλίων, τα δικαιώματα του διωκομένου, την έκδοση και επίδοση της απόφασης σ' αυτόν, ισχύουν αναλόγως όσα ορίζονται παραπάνω για τα πρωτοβάθμια συμβούλια. (Στο δευτεροβάθμιο συμβούλιο δεν είναι υποχρεωτικό ο διωκόμενος να κληθεί και πάλι σε απολογία, μπορεί όμως, αν το ζητήσει, να αναπτύξει προφορικώς τις απόψεις του). Το μέσα σε ( ) δεύτερο εδάφιο της άνω παραγράφου απαλήφθηκε από την παρ. 6 άρθρ. 14 Νόμ. 1868/10-10 Οκτ. 1989 (ΦΕΚ Α΄ 230), κατωτ. αριθ.
  9. 5.Τελεσίδικη απόφαση πειθαρχικού συμβουλίου, υπόκειται μόνο σε επανάληψη της πειθαρχικής δίκης: α)αν μετά την καταδικαστική πειθαρχική απόφαση εκδόθηκε για την ίδια πράξη αμετάκλητη αθωωτική ποινική απόφαση ή αμετάκλητο απαλλακτικό βούλευμα, β)αν μετά την αθωωτική πειθαρχική απόφαση εκδόθηκε αμετάκλητη καταδικαστική απόφαση για την ίδια πράξη σε βαθμό πλημμελήματος ή κακουργήματος και γ)αν μετά την έκδοση καταδικαστικής πειθαρχικής απόφασης αποκαλύφθηκαν νέα αποδεικτικά στοιχεία ή ανατράπηκε με αμετάκλητη δικαστική απόφαση η αποδεικτική δύναμη στοιχείων που είχαν ληφθεί υπόψη. Την επανάληψη της πειθαρχικής δίκης ζητεί στις περιπτώσεις α και γ αυτός που διώχθηκε πειθαρχικά και στην περίπτωση β ο Υπουργός Δικαιοσύνης. Η αίτηση απευθύνεται προς το συμβούλιο που είχε εκδώσει την προσβαλλόμενη απόφαση. Η αίτηση επανάληψης της πειθαρχικής δίκης ασκείται, όπως η έφεση, μέσα σε ένα έτος από την ημέρα που έγινε αμετάκλητη η δικαστική απόφαση στην οποία στηρίζεται ή αφότου αποκαλύφθηκαν τα νέα αποδεικτικά στοιχεία. Τυχόν μεταβολή της υπηρεσιακής κατάστασης αυτού που τιμωρήθηκε δεν επιδρά στην αρμοδιότητα του συμβουλίου που είχε εκδώσει την προσβαλλόμενη απόφαση. (Αντί για τη σελ. 146,01 (γ) Σελ. 146,01(δ) Τεύχος 1217 – Σελ. 11 Οργανισμός των Δικαστηρίων 6.Β.α.41 Κατά την επανάληψη της δίκης τηρείται η διαδικασία που ορίζεται στα άρθρα 102 επόμενα. Η απόφαση που εκδίδεται, αν είναι αθωωτική ή επιβάλλει ελαφρότερη ποινή (διότι έγινε δεκτή η αίτηση αυτού που τιμωρήθηκε) ή αν είναι καταδικαστική (διότι έγινε δεκτή η αίτηση του Υπουργού), εξαφανίζει την αρχική απόφαση. 6.Εκτός από τα ένδικα μέσα που αναφέρονται στις προηγούμενες παραγράφους, οι αποφάσεις των πειθαρχικών συμβουλίων δεν υπόκεινται σε κανένα άλλο ένδικο μέσο ενώπιον οποιουδήποτε δικαστηρίου ούτε σε προσφυγή ενώπιον οποιασδήποτε αρχής. Συνέπειες αποφάσεων. Άρθ.106.-1.Όταν η απόφαση γίνει τελεσίδικη, είναι εκτελεστή και ο πρόεδρος του πειθαρχικού συμβουλίου διατάσσει να επιδοθεί κυρωμένο αντίγραφό της σ' αυτόν που διώχθηκε πειθαρχικά. Ακολούθως διαβιβάζει όλο το φάκελο, με το αποδεικτικό επιδότησης της απόφασης, στο Υπουργείο Δικαιοσύνης, το οποίο φροντίζει για τις ενέργειες εκτέλεσης. Οι πειθαρχικές αποφάσεις καταχωρίζονται στο μητρώο αυτού που διώχθηκε και αντίγραφό τους τίθεται στον ατομικό φάκελό του, όπου και αν τηρείται. Οι πειθαρχικοί φάκελοι φυλάσσονται στο αρχείο της αρμόδιας υπηρεσίας του Υπουργείου Δικαιοσύνης. 2.Η εκτέλεση της απόφασης που επιβάλλει πρόστιμο γίνεται από τον οικείο εκκαθαριστή των αποδοχών. Το ποσό του προστίμου παρακρατείται από τις αποδοχές του πρώτου μήνα από την κοινοποίηση της πειθαρχικής απόφασης στον εκκαθαριστή. Αν το ποσό αυτό είναι ανώτερο από το ένα τέταρτο των μηνιαίων αποδοχών του τιμωρημένου, η παρακράτηση γίνεται σε περισσότερες μηνιαίες δόσεις, οριζόμενες από την απόφαση. Καμιά δόση δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει το ένα τέταρτο των μηνιαίων αποδοχών. Αν ο τιμωρημένος αποχωρήσει από την υπηρεσία, τα οφειλόμενα ποσά εισπράττονται κατά τον Κ.Ε.Δ.Ε. Τα εισπραττόμενα ποσά προστίμου περιέρχονται στο δημόσιο ταμείο. Αν ο τιμωρημένος αποβιώσει η οφειλή κατά το ποσό που δεν έχει εισπραχθεί διαγράφεται. 3.Η εκτέλεση της ποινής προσωρινής παύσης αρχίζει την επόμενη ημέρα από την επίδοση της απόφασης στον τιμωρημένο ή την επόμενη ημέρα από εκείνη κατά την οποία η απόφαση που υπόκειται σε έφεση έγινε τελεσίδικη. Κατά τη διάρκεια εκτέλεσης της ποινής προσωρινής παύσης ο τιμωρημένος α)δεν μπορεί να ασκεί τα υπηρεσιακά του καθήκοντα ούτε άλλη αρμοδιότητα που έχει ανατεθεί σ' αυτόν με την ιδιότητά του ως δικαστικού λειτουργού και β)στερείται το μισό των αποδοχών του κάθε μήνα. Η παρακράτηση γίνεται από τον εκκαθαριστή των αποδοχών του και το ποσό που παρακρατείται περιέρχεται στο δημόσιο ταμείο. "4.Διαγράφονται από το μητρώο του δικαστικού λειτουργού και δεν λαμβάνονται υπόψη κατά τις κρίσεις του οι ποινές της επίπληξης μετά ένα έτος, του προστίμου μετά διετία και της προσωρινής παύσης μετά πενταετία, αν κατά τα χρονικά αυτά διαστήματα δεν έχει επιβληθεί σε αυτόν οποιαδήποτε νέα πειθαρχική ποινή. Αν μέσα στον Σελ. 146,02(δ) Τεύχος 1217 – Σελ. 12 άνω χρόνο επιβληθεί νέα πειθαρχική ποινή, η διαγραφή επέρχεται μετά την πάροδο του χρόνου που προβλέπεται γι' αυτήν, ο οποίος υπολογίζεται από τη λήξη του χρόνου που προβλέπεται για την πρώτη". Η παρ. 4, που είχε αντικατασταθεί από την παρ. 7 άρθρ. 5 Νόμ. 2207/1994 (ΦΕΚ Α' 65), αντικαταστάθηκε και πάλι ως άνω από την παρ. 8 άρθρ. 6 Νόμ. 2298/1995, ΦΕΚ Α' 62 (τόμ. 10, σελ. 154,221). Διαδικασία ενώπιον των πειθαρχικών δικαστηρίων. Άρθρ.107.-1.Εφ΄όσον το πειθαρχικό συμβούλιο κρίνει ότι ο δικαστικός λειτουργός είναι υπαίτιος του πειθαρχικού παραπτώματος και πρέπει να τιμωρηθεί με την ποινή της οριστικής παύσης, παραπέμπει με αιτιολογημένη απόφαση την υπόθεση στο αρμόδιο δικαστήριο. Η απόφαση αυτή δεν υπόκειται σε κανένα ένδικο μέσο, κοινοποιείται στο διωκόμενο και διαβιβάζεται αμέσως με όλο το φάκελο στον πρόεδρο του παραπάνω δικαστηρίου, ο οποίος ορίζει ένα από τα μέλη του ως εισηγητή. Η πράξη ορισμού του εισηγητή επιδίδεται στο διωκόμενο. 2.Κατά την προδικασία δεν απαιτείται επανάληψη αυτών που ορίζονται στα άρθρα 101 και
  10. Κατά τα λοιπά ισχύουν αναλόγως αυτά που ορίζονται στο άρθρο
  11. Η συνεδρίαση του δικαστηρίου διέπεται από τις οικείες διατάξεις. Κατά τα λοιπά εφαρμόζονται αναλόγως όσα ορίζονται στο άρθρο
  12. Κατά τη συζήτηση ενώπιον του δικαστηρίου παρίσταται, εφ' όσον συντρέχει περίπτωση, και ο οικείος εισαγγελέας ή επίτροπος. Ο διωκόμενος μπορεί να παρίσταται αυτοπροσώπως μόνος ή μετά ή δια δικηγόρου. 3.Η πειθαρχική δίκη ενώπιον του δικαστηρίου μπορεί να επαναληφθεί κατά τους όρους της παραγράφου 5 του άρθρου
  13. 4.Η δικαστική απόφαση που επιβάλλει ποινή οριστικής παύσης διαβιβάζεται στον Υπουργό Δικαιοσύνης, για την έκδοση του σχετικού προεδρικού διατάγματος. Αν το δικαστήριο επιβάλει ελαφρότερη ποινή ή κηρύξει αθώο το διωκόμενο, ενεργούνται τα οριζόμενα στο άρθρο
  14. 5.Αν ο διωκόμενος κηρυχθεί αθώος ή τιμωρηθεί με ελαφρότερη ποινή ύστερα από επανάληψη της δίκης, η δικαστική απόφαση διαβιβάζεται στον Υπουργό Δικαιοσύνης για να εκδοθεί προεδρικό διάταγμα, εφ' όσον είναι αναγκαίο. 6.Ο δικαστικός λειτουργός που αποκαθίσταται με την ακύρωση ή επιβολή ελαφρότερης πειθαρχικής ποινής καταλαμβάνει την κενή θέση του βαθμού του, εφ' όσον υπάρχει, διαφορετικά παραμένει ως υπεράριθμος και καταλαμβάνει τη θέση που θα κενωθεί. Ο απαλλασσόμενος ως αθώος ανακτά τη σειρά αρχαιότητάς του. 6.Β.α.41 Οργανισμός των Δικαστηρίων Τμήμα τρίτο. Τελικές Διατάξεις Εισηγητές, πάρεδροι κ.λπ. άρθρ. 2 Νόμ. 1868/10-10 Οκτ. 1989 (ΦΕΚ Α΄ 230), κατωτ. αριθ.
  15. Δικαστικό έτος-Δικαστικές διακοπές. Άρθρ.108.-"1.Δόκιμοι εισηγητές του Συμβουλίου Επικρατείας και του Ελεγκτικού Συνεδρίου, πάρεδροι πρωτοδικείου των πολιτικών και των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, πάρεδροι εισαγγελίας και δόκιμοι ειρηνοδίκες, οι οποίοι μετά τη συμπλήρωση της δοκιμαστικής τους υπηρεσίας κρίνονται από το οικείο Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο μη διοριστέοι σε θέση ισόβιου δικαστικού λειτουργού, διορίζονται χωρίς διαγωνισμό σε ανάλογη προς τα προσόντα τους θέση διοικητικού υπαλλήλου, εφ' όσον έχουν τα προσόντα που προβλέπονται από τον Υπαλληλικό Κώδικα και κρίνονται επαρκείς προς τούτο με την περί απολύσεώς τους απόφαση του Α.Δ.Σ.. Το οικείο ανώτατο δικαστικό συμβούλιο οφείλει να διαλάβει στην απόφασή του αν ο κρινόμενος είναι επαρκής για την άσκηση διοικητικής φύσεως δημόσιας υπηρεσίας. «Σε καταφατική περίπτωση ο κρινόμενος δικαιούται να ζητήσει εντός μηνός από της κοινοποιήσεως σε αυτόν της αποφάσεως του συμβουλίου, με αίτηση του προς το Υπουργείο Δικαιοσύνης, το διορισμό του στη γραμματεία των δικαστηρίων ή των εισαγγελιών ή σε δημόσια διοικητική θέση, πλην των Κεντρικών Υπηρεσιών των Υπουργείων». Το μέσα σε «» τρίτο εδάφιο αντικαταστάθηκε ως άνω από το άρθρ. 5 Νόμ. 3472/4-4 Ιουλ. 2006 (ΦΕΚ Α΄ 135), κατωτ. αριθ.
  16. Η αίτηση γίνεται υποχρεωτικά αποδεκτή εντός τριών μηνών από την υποβολή της. Με προεδρικό δ/γμα, που εκδίδεται με πρόταση των Υπουργών Προεδρίας της Κυβέρνησης, Δικαιοσύνης και Οικονομικών, καθορίζονται οι δημόσιες υπηρεσίες στις οποίες μπορεί να διορισθεί ο αιτών, συνιστωμένης αναλόγου θέσεως, εφ' όσον δεν υπάρχει κενή, ο βαθμός με τον οποίο διορίζεται ανάλογα με τα προσόντα του, ο τρόπος καθορισμού της σειράς που λαμβάνει και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια. Ο απολυόμενος δικαιούται να διορισθεί δικηγόρος στην Αθήνα – Πειραιά - Θεσσαλονίκη ή στην περιφέρεια οποιουδήποτε άλλου δικαστηρίου επιθυμεί, εκτός από εκείνα στα οποία υπηρέτησε μέχρι την απόλυσή του, εφ' όσον είχε αποκτήσει την ιδιότητα του δικηγόρου προ του διορισμού του". Η παρ. 1 αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. 1 άρθρ. 13 Νόμ. 1968/10 - 11 Οκτ. 1991 (ΦΕΚ Α' 150), κατωτ. αριθ.
  17. Εκδόθηκε το Π.Δ. 139/12-12 Απρ. 2000 (ΦΕΚ Α΄120) κατωτ. αριθ.
  18. "2.Εισηγητής του Συμβουλίου Επικρατείας και του Ελεγκτικού Συνεδρίου πρωτοδίκης των πολιτικών και των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων και αντεισαγγελέας πρωτοδικών, που παραλείπεται να προαχθεί για τρίτη τουλάχιστο φορά λόγω ανεπαρκείας, εάν μεταξύ της πρώτης και της τελευταίας παραλείψεως μεσολαβεί χρονικό διάστημα μεγαλύτερο του έτους, παραπέμπεται υποχρεωτικώς με το ερώτημα της οριστικής παύσεως λόγω ανεπάρκειας στο δικαστήριο που είναι αρμόδιο για την επιβολής της ποινής της οριστικής παύσεως, τηρουμένης της διαδικασίας του άρθρ. 60 του παρόντος. Αν το δικαστήριο αποφασίσει την οριστική παύση, οφείλει συγχρόνως να διαλάβει στην απόφασή του, αν ο κρινόμενος επαρκεί για την άσκηση δημόσιας διοικητικής φύσεως υπηρεσίας. Σε καταφατική περίπτωση ισχύουν αναλόγως τα οριζόμενα στην προηγούμενη παράγραφο". Η παρ. 2, προστέθηκε και οι παρ. 2 και 3 αναριθμήθηκαν σε παρ. 3 και 4 από την παρ. 2 άρθρ. 13 Νόμ. 1968/ 10 – 11 Οκτ. 1991 (ΦΕΚ Α' 150), κατωτ. αριθ.
  19. "3.Η προηγούμενη παρ. 2 εφαρμόζεται και για πάρεδρο του Συμβουλίου Επικρατείας και του Ελεγκτικού Συνεδρίου, πρόεδρο πρωτοδικών και εφέτη των πολιτικών και των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, καθώς και εισαγγελέα πρωτοδικών και αντεισαγγελέα εφετών". Η παρ. 3 αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. 7 άρθρ. 11 Νόμ. 2145/28 - 28 Μαΐου 1993 (ΦΕΚ Α' 88) κατωτ. αριθ.
  20. 4.
(3).Όπου σε κείμενες διατάξεις αναφέρονται οι βαθμοί "έμμισθος πάρεδρος παρά πρωτοδίκαις", "έμμισθος πάρεδρος παρ' εισαγγελία" και "έμμισθος πάρεδρος τακτικών διοικητικών δικαστηρίων" νοούνται αντίστοιχα οι βαθμοί "πάρεδρος πρωτοδικείου", "πάρεδρος εισαγγελίας" και "πάρεδρος πρωτοδικείου των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων". Ειρηνοδίκες και πταισματοδίκες Άρθρ.109.-(Καταργήθηκε από το άρθρ. 9 Νόμ. 1968/ 10 –11 Οκτ. 1991 (ΦΕΚ Α' 150), κατωτ. αριθ. 49, με το οποίο και επαναφέρεται ο βαθμός του Ειρηνοδίκη και όλες οι σχετικές διατάξεις, βλ. σχετικό άρθρ. 9 Νόμ. 1968/91). (Αντί για τη σελ. 146,03(δ) Σελ. 146,03(ε) Τεύχος Σελ. Οργανισμός των Δικαστηρίων 6.Β.α.41 Άρθρ.110-111.-(Καταργήθηκαν από την παρ. 1 άρθρ. 15 Νόμ. 1868/10 - 10 Οκτ. 1989, ΦΕΚ Α' 230, κατωτ. αριθ. 45). Μεταβατικές διατάξεις. Άρθρ.110
(112).-1.Όπου στις κείμενες διατάξεις αναφέρεται συμβούλιο πρωτοδικών, συμβούλιο πλημμελειοδικών, συμβούλιο εφετών, δικαστήρια σε συμβούλιο ή ολομέλεια δικαστηρίου σε συμβούλιο νοούνται εφεξής τα συμβούλια και οι ολομέλειες που προβλέπονται από τον κώδικα αυτόν. 2.Τα προεδρικά διατάγματα που προβλέπονται από τον κώδικα αυτόν, εκδίδονται με πρόταση του Υπουργού Δικαιοσύνης, εκτός όπου ορίζεται διαφορετικά. Οι υπουργικές αποφάσεις που προβλέπονται από τον κώδικα αυτόν δημοσιεύονται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. 3.Έως ότου εκδοθούν τα διατάγματα, οι υπουργικές αποφάσεις και οι πράξεις που προβλέπονται σε αυτόν τον κώδικα, εξακολουθούν να ισχύουν οι διατάξεις που ρυθμίζουν τα αντίστοιχα θέματα. 4.Ο πρώτος κανονισμός κάθε δικαστηρίου πρέπει να καταρτισθεί το αργότερο μέσα σε τέσσερις
(4)μήνες από την ισχύ του κώδικα αυτού. 5.Πειθαρχικά παραπτώματα, που τελέστηκαν πριν από την έναρξη της ισχύος του παρόντος και δεν εκδικάστηκαν οριστικά, κρίνονται κατά τις διατάξεις του παρόντος. Οι σχετικές υποθέσεις μεταβιβάζονται, αν συντρέχει περίπτωση, στα συμβούλια που είναι αρμόδια κατά τον παρόντα κώδικα. Διαδικαστικές πράξεις, που έχουν γίνει εγκύρως έως την έναρξη της ισχύος του παρόντος με το προηγούμενο νομικό καθεστώς, δεν επαναλαμβάνονται. 6.Η θητεία των μελών των συμβουλίων και επιτροπών που λειτουργούν μέχρι την έναρξη της ισχύος αυτού του κώδικα λήγει την 31.12.1988. 7.Για μια πενταετία από την έναρξη ισχύος του κώδικα αυτού: α)οι εισηγητές του Συμβουλίου της Επικρατείας προάγονται σε παρέδρους, κατ' απόκλιση των οριζομένων στο άρθρο 62 παρ. 1, αν έχουν συμπληρώσει πενταετή τουλάχιστον υπηρεσία ως δόκιμοι εισηγητές και εισηγητές, β)οι κάθε βαθμού υπάλληλοι όλων των κλάδων της γραμματείας των δικαστηρίων και εισαγγελιών μπορούν να μετάσχουν σε διαγωνισμό πρόσληψης δικαστικών λειτουργών αν, άσχετα από τον χρόνο λήψης του πτυχίου, έχουν συμπληρώσει υπερπενταετή συνολική υπηρεσία στην γραμματεία. Σελ. 146,04(ε) Τεύχος Σελ. "8.Όπου στον παρόντα νόμο και τις κείμενες διατάξεις αναφέρεται προϊστάμενος του δικαστηρίου ή της εισαγγελίας νοείται το όργανο που διευθύνει το δικαστήριο ή την εισαγγελία σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρ. 15 και 16 του παρόντος νόμου. 9.Η θέση του προϊσταμένου των Δικαστηρίων, όπως μέχρι τώρα ισχύει, καταργείται. Οι προϊστάμενοι που είχαν οριστεί με απόφαση του Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου ανακαλούνται απ' αυτό. Τα δικαστήρια τα οποία διευθύνονται από τριμελές συμβούλιο, μέχρι να συγκροτηθεί το συμβούλιο αυτό, διευθύνονται από

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.