← Ελλάδα

29. ΠΡΟΕΔΡΙΚΟΝ ΔΙΑΤΑΓΜΑ υπ’ αριθ. 668 της 8/30 Ιουν. 1981 (ΦΕΚ Α΄ 167) (Διόρθ. Σφαλμ. στο ΦΕΚ Α΄ 221/24 Αυγ. 1981) Περί εγκρίσεως του Καταστατικού του

Εν συντομία

Αυτό το Προεδρικό Διάταγμα εγκρίνει το Καταστατικό του Ταμείου Ασφαλίσεως Εμπόρων (ΤΑΕ), ένα νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου που εδρεύει στην Αθήνα και εποπτεύεται από το Υπουργείο Κοινωνικών Υπηρεσιών. Ρυθμίζει την ασφάλιση των εμπόρων και τις παροχές υγειονομικής περίθαλψης.

Τι ρυθμίζει

Ποιον αφορά

Βασικά σημεία

📄 Κείμενο νόμου
29. ΠΡΟΕΔΡΙΚΟΝ ΔΙΑΤΑΓΜΑ υπ’ αριθ. 668 της 8/30 Ιουν. 1981 (ΦΕΚ Α΄ 167) (Διόρθ. Σφαλμ. στο ΦΕΚ Α΄ 221/24 Αυγ. 1981) Περί εγκρίσεως του Καταστατικού του Ταμείου Ασφαλίσεως Εμπόρων. Έχοντες υπ’ όψει: 1.Τας διατάξεις των άρθρων 7, 8, 9 και 10 του Ν. 403/1976 «Περί Ταμείου Ασφαλίσεως Εμπόρων». 2.Την υπ’ αριθ. 1029/1980 κοινήν απόφασιν του Πρωθυπουργού και του Υπουργού Κοινωνικών Υπηρεσιών «περί αναθέσεως αρμοδιοτήτων εις τους Υφυπουργούς Κοινωνικών Υπηρεσιών» (ΦΕΚ 491/21.5.80 τ.Β΄). 3.Τας διατάξεις της παρ. 1 του άρθρου 2 του Ν. 728/1977 (ΦΕΚ 316/15.10.77 τ.Α΄) «περί του τρόπου εξοφλήσεως οφειλών των ημερησίων εφημερίδων Αθηνών εκ καθυστερουμένων ασφαλιστικών εισφορών προς φορείς Κοινωνικής Ασφαλίσεως αρμοδιότητος του Υπουργείου Κοινωνικής Ασφαλίσεως αρμοδιότητος του Υπουργείου Κοινωνικών Υπηρεσιών και άλλων τινών διατάξεων». 4.Γνώμην του Διοικητικού Συμβουλίου του Ταμείου Ασφαλίσεως Εμπόρων, διατυπωθείσαν εις τας υπ’ αριθ. 1113, 1459 και 1691 αποφάσεις του τας ληφθείσας αντιστοίχως κατά τας συνεδριάσεις αυτού της 6.8.80, 8.10.80 και 19.11.80. 5.Γνώμην του Συμβουλίου Κοινωνικής Ασφαλείας, διατυπωθείσαν εις την υπ’ αριθ. 81/10.12.1980 συνεδρίασιν αυτού. 6.Την υπ’ αριθ. 273/1981 γνωμοδότησιν του Συμβουλίου της Επικρατείας, προτάσει του επί των Κοινωνικών Υπηρεσιών Υφυπουργού, αποφασίζομεν: Εγκρίνομεν το ως έπεται Καταστατικόν του Ταμείου Ασφαλίσεως Εμπόρων. ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΠΡΩΤΟΝ ΓΕΝΙΚΑΙ ΚΑΙ ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΑΙ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ Άρθρον 1. Φορεύς της ασφαλίσεως. 1.Το κατά το άρθρον 50 του Νόμου 6298/34 «περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων» εν συνδυασμώ προς το άρθρον 59 παρ. 1 του Αναγκαστικού Νόμου της 11 Νοεμβρίου 1935 «περί Οργανισμού του Υφυπουργείου Εργασίας» και τον υπ’ αριθ. 46/1936 Α.Ν. «περί Υπουργείου Εργασίας», ως ούτος ηρμηνεύθη δια του Α.Ν. 694/1937 «περί αυθεντικής ερμηνείας κ,λπ.» συσταθέν δια της υπ’ αριθ. 21891/3.12.1936 (ΦΕΚ 238/Β΄/1936) αποφάσεως του Υφυπουργού της Εργασίας και νομίμως λειτουργούν δια της υπ’ αριθ. 52521/27.9.39 (ΦΕΚ 256/Β/1939) αποφάσεως του ιδίου Υφυπουργού «περί εγκρίσεως Καταστατικού Ταμείου Ασφαλίσεως Εμπόρων» ως αυτή μεταγενεστέρως ετροποποιήθη και συνεπληρώθη, κυρωθεισών απασών των αποφάσεων τούτων υπό των διατάξεων του άρθρου 1 του Ν.Δ. 4096/60 «περί ρυθμίσεως θεμάτων τινών του Ταμείου Ασφαλίσεως Εμπόρων», Ταμείον Ασφαλίσεως Εμπόρων (ΤΑΕ), αποκαλούμενον εν τοις επομένοις χάριν συντομίας «Ταμείον», εδρεύει εν Αθήναις και αποτελεί Νομικόν Πρόσωπον Δημοσίου Δικαίου, υπαγόμενον υπό την εποπτείαν και τον έλεγχον του Υπουργείου Κοινωνικών Υπηρεσιών (παρ. 1 του άρθρ. 1 του Ν. 403/76). Άρθρον 8. Τυπική ασφάλισις. 1.Μετά παρέλευσιν διετίας από της αυτεπαγγέλτως η πενταετίας από της δι’ αιτήσεως γενομένης εγγραφής προσώπου τινός εις την ασφάλισιν, το Ταμείον δεν δύναται ν’ αμφισβητήση την νομιμότητα του διανυθέντος χρόνου ασφαλίσεως, έστω και αν ελλείπουν αι κατά το παρόν Καταστατικόν προϋποθέσεις, εφ’ όσον ο ησφαλισμένος κατέβαλεν εμπροθέσμως τας ασφαλιστικάς του εισφοράς. Εις τας περιπτώσεις ταύτας ο διανυθείς χρόνος λογίζεται: ως νόμιμως διανυθείς δια πάσας τας συνεπείας, υποχρεουμένου του Ταμείου να διαγράψη εκ των μητρώων του τον ησφαλισμένον άμα τη ενημερώσει αυτού περί της ελλείψεως των προϋποθέσεων παραμονής του εις την ασφάλισιν. Η διαγραφή δεν δύναται αν πραγματοποιηθή μετά την επέλευσιν της ασφαλιστικής περιπτώσεως. Η εφαρμογή των ως άνω διατάξεων προϋποθέτει την καλήν πίστιν του ησφαλισμένου και την ανυπαρξίαν απατηλής παρ’ αυτού ενεργείας ή συμπεριφοράς. 2.Εάν ο ησφαλισμένος υπήχθη νομίμως εις την ασφάλισιν, απώλεσε δε κατά την διάρκειαν αυτής τας προϋποθέσεις ασφαλίσεως του λόγω διακοπής ή αλλαγής του επαγγέλματος, ο διανυθείς μετά την διακοπήν ή αλλαγήν χρόνος ουδέποτε θεωρείται ως εν νομίμω ασφαλίσει, εκτός αν το Ταμείον είχεν ειδοποιηθή εγγράφως περί τούτου ή υφίσταται περιπτώσις εφαρμογής της διατάξεως της παρ. 1 του άρθρου 6 του παρόντος. Εις τας περιπτώσεις ταύτας το Ταμείον υποχρεούται μόνον εις την επιστροφήν των καταβληθεισών παρά του ησφαλισμένου εισφορών του Κλάδου Συντάξεων του μη αναγνωριζομένου αντιστοίχου χρόνου. ΄Αρθρον 86. Υγειονομική υπηρεσία. 1.Η υγειονομική υπηρεσία του Κλάδου Ασθενείας και Μητρότητος του Ταμείου αποτελείται εκ του Αρχιάτρου και των ελεγκτών ιατρών και τυγχάνει αρμοδία δια την εφαρμογήν των περί του Κλάδου Ασθενείας και Μητρότητος διατάξεων του παρόντος Καταστατικού. Ειδικώτερον: α)Αποφασίζει περί της εισαγωγής των ασθενών ησφαλισμένων εις νοσοκομεία και εκδίδει τα δια την εισαγωγήν των αναγκαία εισητήρια. β)Ελέγχει την μαιευτικήν, νοσοκομειακήν, σανατορικήν και πρόσθετον περίθαλψιν των ησφαλισμένων και εισηγείται την λήψιν μέτρων προς βελτίωσιν της περιθάλψεως αυτών. γ)Εισηγείται την έγκρισιν της συνάψεως συμβάσεων μετά των πάσης φύσεως θεραπευτηρίων και κλινικών, ως και την τροποποίησιν ή καταγγελίαν των συμβάσεων τούτων. δ)Προβαίνει εις έλεγχον των υπό των θεραπευτηρίων ή των ησφαλισμένων υποβαλλομένων λογαριασμών και εισηγείται την έγκρισιν πάσης δαπάνης αφορώσης εις τας παροχάς του Κλάδου Ασθενείας και Μητρότητος του Ταμείου. ε)΄Εχει την εποπτείαν και την ευθύνην της όλης παρεχομένης περιθάλψεως και μεριμνά δια την χάραξιν γενικού υγειονομικού προγράμματος του Ταμείου. στ)Επιλαμβάνεται παντός υγειονομικού θέματος και εκδίδει τας αναγκαίας εγκυκλίους προς τους ησφαλισμένους και τα συμβεβλημένα θεραπευτήρια και κλινικάς· και ζ)Εκτελεί τας αποφάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου και του Γενικού Διευθυντού του Ταμείου. 2.Ο Αρχίατρος προΐσταται της Υγειονομικής υπηρεσίας και του υγειονομικού προσωπικού και έχει την ανωτάτην εποπτείαν, τον έλεγχον και την παρακολούθησιν της περιθάλψεως. Ιδία: α)Προεδρεύει της Α/θμίου υγειονομικής επιτροπής Αθηνών του Ταμείου, ως και των τυχόν συνιστωμένων υπό του Διοικητικού Συμβουλίου ειδικών εξ ιατρών επιτροπών δια την μελέτην υγειονομικών θεμάτων. β)Ασκεί τας υπό του παρόντος Καταστατικού προβλεπομένας δι΄’ αυτόν αρμοδιότητας και μεριμνά δια την χάραξιν του γενικού υγειονομικού προγράμματος. γ)Εκδίδει τα εισητήρια εισαγωγής των ησφαλισμένων εις θεραπευτήρια, ως και τα δελτία παρατάσεως της νοσηλείας αυτών και τας απαραιτήτους ιατρικάς γνωματεύσεις. Σελ. 274,19038 Τεύχος Ε93-Σελ. 80 δ)Ελέγχει τους ελεγκτάς ιατρούς δια τας εγκρινομένας ή μη υπ’ αυτών συνταγάς φαρμάκων ή εντολάς παρακλινικών εξετάσεων, αίτινες εκδίδονται υπό των θεραπόντων ιατρών των θεραπευτηρίων και κλινικών δια τους εν αυτοίς νοσηλευομένους. ε)Παραπέμπει τους ησφαλίσμένους εις ιατρούς ειδικότητος ή εγκρίνει τα παραπεμπτικά εξετάσεων παρ’ ειδικών ιατρών ή την εκτέλεσιν ειδικών θεραπειών ή παρακλινικών εξετάσεων. στ)Συντάσσει το μηνιαίον στατιστικόν δελτίον περί της νοσηρότητος των ησφαλισμένων και ελέγχει μετά των ελεγκτών ιατρών τους λογαριασμούς των θεραπευτηρίων. Τον Αρχίατρον ελλείποντα, απόντα ή κωλυόμενον αναπληροί εις απάσας αυτού τας αρμοδιότητας είς των ελεγκτών ιατρών Αθηνών οριζόμενος υπό του Διοικητικού Συμβουλίου. 3.Οι ελεγκταί ιατροί παρακολουθούν και ελέγχουν την εν θεραπευτηρίοις και οίκοι νοσηλείαν των ησφαλισμένων κατά τας διατάξεις του παρόντος καταστατικού και τας οδηγίας του Αρχιάτρου και εκτελούν πάσαν υπηρεσίαν σχετικήν προς την παρεχομένην υπό του Ταμείου περίθαλψιν. Ιδία: α)Παρακολουθούν τακτικώς την εν θεραπευτηρίοις νοσηλείαν των ασθενών από απόψεως διοικητικής και θεραπευτικής αγωγής και εγκρίνουν ή απορρίπτουν τας υπό των θεραπόντων ιατρών των θεραπευτηρίων εκδιδομένας συνταγάς ή εντολάς παρακλινικών εξετάσεων ή άλλων ειδικών θεραπειών. β)Υποβάλλουν εις τον Αρχίατρον αντίγραφα των υπ’ αυτών τηρουμένων ημερησίων δελτίων των εν θεραπευτηρίοις νοσηλευομένων ησφαλισμένων, ως και εκθέσεις περί της συμμορφώσεως των νοσηλευομένων προς τας υπό του θεραπευτηρίου και του παρόντος Καταστατικού οριζομένας υποχρεώσεις των. γ)Επισκέπτονται τους εις τας οικίας των τυγχάνοντας περιθάλψεως προς εξακρίβωσιν της πορείας της ασθενείας, της ενδεικνυομένης και ακολουθητέας θεραπευτικής αγωγής και των απαραιτήτων ιατρικών επισκέψεων, παρακλινικών εξετάσεων και ειδικών θεραπειών· και δ)Συντάσσουν περιοδικώς εκθέσεις περί της υπό των θεραπευτηρίων τηρήσεως των όρων των συμβάσεων και της περί υπ’ αυτών περεχομένης περιθάλψεως. Εις τους ελεγκτάς ιατρούς Πειραιώς και Θεσσαλονίκης, ανατίθεται αποφάσει του Διοικητικού Συμβουλίου του Ταμείου η άσκησις εις την περιφέρειάν των μέρους ή του συνόλου των αρμοδιοτήτων του Αρχιάτρου. Ο ελεγκτής ιατρός Θεσσαλονίκης προεδρεύει και της εν Θεσσαλονίκη Α/θμίου υγειονομικής επιτροπής του Ταμείου, ο δε ελεγκτής ιατρός Πειραιώς, της εν Πειραιεί ομοίας υγειονομικής επιτροπής. 4.Δι’ αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου του Ταμείου εγκρινομένης υπό του Υπουργού Κοινωνικών Υπηρεσιών, χορηγούνται κατά μήνα εις τον Αρχίατρον και τους ελεγκτάς ιατρούς δι’ έξοδα κινήσεως κατ’ αποκοπήν πρός κάλυψιν των δαπανών μετακινήσεώς των δια τον έλεγχον των θεραπευτηρίων και κλινικών και της εν γένει περιθάλψεως, μη δυνάμενα να ορισθούν εις ποσοστόν ανώτερον του 20% του βασικού μισθού του Αρχιάτρου. 39.Ε.α.29 Καταστατικό Ταμείου Ασφαλίσεως Εμπόρων (ΤΑΕ) ΄Αρθρον 87. Συμβάσεις θεραπευτηρίων. 1.Δια την παροχήν μαιευτικής, νοσοκομειακής και σανατορικής περιθάλψεως ο Κλάδος Ασθενείας και Μητρότητος του Ταμείου συμβάλλεται μετά δημοσίων και δημοτικών θεραπευτηρίων και θεραπευτηρίων ιδρυμάτων, μετά ιδιωτικών κλινικών και μετ’ ασφαλιστικών οργανισμών ασκούντων ασφάλισιν δι’ ιδιοκτήτων θεραπευτηρίων. 2.Κατά την σύναψιν των συμβάσεων και εφ’ όσον προσφέρονται πλείονα θεραπευτήρια προς διάθεσιν κλινών δια τους ησφαλισμένους του Ταμείου, προτιμώνται κατά σειράν τα κρατικά ή δημοτικά θεραπευτήρια και τα ανήκοντα εις κοινωφελή ιδρύματα, εκ των κλινικών δε αι έχουσαι την μεγαλυτέραν δύναμιν κλινών και τον αρτιώτερον εξοπλισμόν εις εγκαταστάσεις και εις επιστημονικόν και βοηθητικόν προσωπικόν. 3.Τα συμβεβλημένα θεραπευτήρια και κλινικαί υποχρεούνται όπως επιτρέπουν εις τα αρμόδια υγειονομικά και διοικητικά όργανα του Ταμείου την είσοδον εις την κλινικήν, προς παρακολούθησιν της νοσηλείας και της εν γένει τηρήσεως των παρά των θεραπευτηρίων ανειλημμένων δια της συμβάσεως έναντι του Ταμείου υποχρεώσεων. 4.Αι καταρτιζόμεναι συμβάσεις είναι αορίστου χρόνου. 5.Τους όρους των συμβάσεων μετά των θεραπευτηρίων καθορίζει το Διοικητικόν Συμβούλιον του Ταμείου δια γενικής αποφάσεώς του, απαραίτητος δε προϋπόθεσις δια την σύναψιν συμβάσεως μετά θεραπευτηρίου ή κλινικής είναι η κανονική και νόμιμος λειτουργία αυτών. 6.Επί παραβάσεως των όρων της συμβάσεως, το Ταμείον δύναται κατόπιν αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου να καταγγείλη την σύμβασιν άνευ ουδεμιάς υποχρεώσεως αποζημιώσεως. Αι περί του Κλάδου Ασθενείας και Μητρότητος του Ταμείου διατάξεις του παρόντος Καταστατικού αποτελούν όρους των συναπτομένων συμβάσεων και εις ας περιπτώσεις δεν αναφέρεται τούτο ρητώς εις αυτάς. ΄Αρθρον 88. Συμβάσεις εργαστηρίων. 1.Το Ταμείον συμβάλλεται αποφάσει του Διοικητικού Συμβουλίου του μετ’ εργαστηρίων των απαιτουμένων ειδικοτήτων, προς εκτέλεσιν των παρακλινικών εξετάσεων και των λοιπών θεραπειών των ησφαλισμένων και των προστατευομένων μελών οικογενείας των. Επίσης συμβάλλεται μετά φαρμακείων ή ειδικών εργαστηρίων ή καταστημάτων, προς προμήθειαν εις τους ησφαλισμένους των ειδών προσθετικής. 2.Τα εργαστήρια, φαρμακεία ή καταστήματα μεθ’ ων συνάπτεται σύμβασις, ως και οι όροι συμβάσεως, καθορίζονται υπό του Διοικητικού Συμβουλίου του Ταμείου. ΄Αρθρον 89. Πρωτοβάθμιοι υγειονομικαί επιτροπαί. 1.Παρά τω Ταμείω συνιστώνται τρείς (3) Πρωτοβάθμιοι υγειονομικαί επιτροπαί:μία με έδρα τας Αθήνας, μία με έδραν την Θεσσαλονίκην και μία με έδρα τον Πειραιά. 2.Η Πρωτοβάθμιος υγειονομική επιτροπή Αθηνών συνεδριάζουσα εις τα γραφεία του Κεντρικού Καταστήματος του Ταμείου, έχει αρμοδιότητας δια τους ησφαλισμένους ολοκλήρου της χώρας και αποτελείται: α)εκ του Αρχιάτρου του Ταμείου ως προέδρου, αναπληρουμένου υφ’ ενός των ελεγκτών ιατρών του Ταμείου. β)εξ ενός ελεγκτού ιατρού του Ταμείου, αναπληρουμένου υπό ετέρου ελεγκτού ιατρού του Οργανισμού, και γ)εξ ενός ιατρού ειδικότητος χειρουργού ανεγνωρισμένης επιστημονικής καταρτίσεως, αναπληρουμένου υπό ετέρου ιατρού της αυτής ειδικότητος. 3.Η Πρωτοβάθμιος υγειονομική επιτροπή Θεσσαλονίκης, συνεδριάζουσα εις τα γραφεία του υποκαταστήματος Θεσσαλονίκης, έχει αρμοδιότητα δια τους ησφαλισμένους της περιοχής της υπαγομένης εις την δικαιοδοσίαν του υποκαταστήματος Θεσσαλονίκης και αποτελείται: α)Εκ του εν Θεσσαλονίκη ελεγκτού ιατρού του Ταμείου ως προέδρου, αναπληρουμένου υπό ενός ιατρού ειδικότητος παθολόγου εκ των εν Θεσσαλονίκη υπηρετούντων εις δημόσια νοσοκομεία ή εις οργανισμούς δημοσίου δικαίου. β)Εξ ενός ιατρού ειδικότητος καρδιολόγου ανεγνωρισμένης επιστημονικής καταρτίσεως, αναπληρουμένου υπό ετέρου ιατρού της αυτής ειδικότητος· και γ)Εξ ενός ιατρού ειδικότητος χειρουργού ανεγνωρισμένης επιστημονικής καταρτίσεως, αναπληρουμένου υπό ετέρου ιατρού της αυτής ειδικότητος. 4.Η Πρωτοβάθμιος υγειονομική επιτροπή Πειραιώς, συνεδριάζουσα εις τα γραφεία του υποκαταστήματος Πειραιώς, έχει αρμοδιότητα δια τους ησφαλισμένους της περιοχής της υπαγομένης εις την δικαιοδοσίαν του υποκαταστήματος Πειραιώς και αποτελείται: α)Εκ του εν Πειραιεί ελεγκτού ιατρού του Ταμείου ως προέδρου, αναπληρουμένου υφ’ ενός ιατρού ειδικότητος παθολόγου εκ των εν Πειραιεί υπηρετούντων εις δημόσια νοσοκομεία ή εις οργανισμούς δημοσίου δικαίου. β)Εξ ενός εκ των εν Αθήναις υπηρετούντων ελεγκτών ιατρών του Ταμείου, αναπληρουμένου υπό ετέρου ελεγκτού ιατρού της Κεντρικής υπηρεσίας. γ)Εξ ενός ιατρού ειδικότητος χειρουργού ανεγνωρισμένης επιστημονικής καταρτίσεως, αναπληρουμένου υπό ετέρου ιατρού της αυτής ειδικότητος. 5.Αι Πρωτοβάθμιοι υγειονομικάι επιτροπαί ασκούν απάσας τας υπό του παρόντος Καταστατικού προβλεπομένας αρμοδιότητας, εξακριβώνουν και βεβαιούν περί της αναπηρίας και γενικώς της ανικανότητος προς άσκησιν του εμπορικού επαγγέλματος υπό των ησφαλισμένων των περιοχών των νομών Αττικής, Θεσσαλονίκης, Ημαθείας, Κιλκίς , Πέλλης, Πιερίας, Σερρών, και Χαλκιδικής και των επαρχιών Αιγίνης, Κυθήρων, Πειραιώς, Τροιζηνίας, ΄Υδρας και Ερμιονίδος. Η αρμοδιότης των Πρωτοβαθμίων υγειονομικών επιτροπών του Ταμείου δια τους ησφαλισμένους των ως άνω περιοχών είναι αποκλειστική. Προκειμένου περί ησφαλισμένων νοσηλευομένων εις θεραπευτήρια ή κατ’ οίκον και μη δυναμένων να προσέλθουν ενώπιον της Υγειονομικής επιτροπής άνευ κινδύνου της υγείας των, βεβαιουμένου τούτου ρητώς υπό του θεραπευτηρίου ή του θεράποντος ιατρού, η υγειονομική επιτροπή αποφαίνεται βάσει των υποβαλλομένων εις αυτήν στοιχείων, ή και ετέρων άτινα θέλει κρίνει αναγκαία. Περί της αδυναμίας προσελεύσεως ασκείται έλεγχος υπό της υγειονομικής επιτροπής δια των μελών της, άτινα προβαίνουν και εις λεπτομερή ιατρικήν εξέτασιν του ησφαλισμένου. 6.Αι Πρωτοβάθμιοι υγειονομικαί επιτροπαί δύνανται προ της κρίσεώς των και προς σχηματισμόν γνώμης να παραπέμπουν τους ησφαλισμένους εις ειδικούς ιατρούς ή προς ενέργειαν παρακλινικών ή άλλων ειδικών εξετάσεων, (Μετά τη σελ. 274,19038) Σελ. 274,19039 Τεύχος Ε93-Σελ. 81 Καταστατικό Ταμείου Ασφαλίσεως Εμπόρων (ΤΑΕ) 39.Ε.α.29 των δαπανών δια τας αμοιβάς των ειδικών ιατρών και τας εξετάσεις υπολογιζομένων βάσει του διπλασίου των εις την δευτέραν και μεγαλυτέραν στήλην του εκάστοτε νομίμου τιμολογίου αναγραφομένων ποσών, και βαρυνουσών το Ταμείον. Δύνανται επίσης προς σχηματισμόν γνώμης να διατάσσουν αι Πρωτοβάθμιοι υγειονομικαί επιτροπαί προ της κρίσεώς των την εισαγωγήν του ησφαλισμένου εις νοσοκομείον, προς ενέργειαν των απαραιτήτων εξετάσεων. Αι δαπάναι της τοιαύτης εξετάσεως βαρύνουν αποκλειστικώς το Ταμείον. Η επιτροπή, μη κρίνουσα την περίπτωσιν ώριμον προς οριστικήν κρίσιν, δύναται να χορηγή ή να παρατείνη την ήδη χορηγηθείσαν ανικανότητα προς άσκησιν του εμπορικού επαγγέλματος επί ωρισμένον χρόνον μη δυνάμενον να υπερβή τους έξ (6) μήνες. 7.Η εξακρίβωσις και βεβαίωσις της αναπηρίας ησφαλισμένων κατοικούντων εις τας λοιπάς εκτός των εν τη ανωτέρω παρ. 5 περιφερειών της χώρας, ενεργούνται υπό των, κατά τόπους υγειονομικών επιτροπών του Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων, εκτός αν οι ενδιαφερόμενοι αιτήσωσι την δαπάναις των μετακίνησίν των εις Αθήνας, Θεσσαλονίκην ή Πειραιά, ίνα υποβληθούν εις εξέτασιν παρά των Πρωτοβαθμίων υγειονομικών επιτροπών του Κλάδου Ασθενείας και Μητρότητος, ή εάν το Διοικητικόν Συμβούλιον του Ταμείου κρίνη τούτο σκόπιμον. Εις την τελευταίαν ταύτην περίπτωσιν, αι δαπάναι μετακινήσεως των ησφαλισμένων και αι παρεπόμεναι δαπάναι βαρύνουν το Ταμείον. 8.Χρέη γραμματέων των Πρωτοβαθμίων υγειονομικών επιτροπών εκτελούν εις μεν τας Αθήνας είς υπάλληλος της Κεντρικής υπηρεσίας του Ταμείου, εις δε την Θεσσαλονίκην και τον Πειραιά ανά είς υπάλληλος των υποκαταστημάτων Θεσσαλονίκης και Πειραιώς αντιστοίχως. 9.΄Οπου του παρόντος Καταστατικού αναφέρεται «Υγειονομική επιτροπή», νοείται η Πρωτοβάθμιος υγειονομική επιτροπή, μη δυναμένου του ησφαλισμένου να προσφύγη εις την Δευτεροβάθμιον τοιαύτην. 10.Ο ησφαλισμένος δύναται, εντός τριάκοντα (30) ημερών από της κοινοποιήσεως εις αυτόν της αποφάσεως της Πρωτοβαθμίου υγειονομικής επιτροπής του Κλάδου Ασθενείας και Μητρότητος, να προσφύγη ενώπιον της Δευτεροβαθμίου υγειονομικής επιτροπής αυτού αιτών νέαν εξέτασιν και κρίσιν παρ’ αυτής. Η προσφυγή επιτρέπεται μόνον εις περιπτώσεις κρίσεως της αναπηρίας ή της ανικανότητος προς άσκησιν του εμπορικού επαγγέλματος, προς απόκτησιν δικαιώματος εις σύνταξιν. 11.Εάν απορριφθή οριστικώς η περί απονομής συντάξεως αναπηρίας αίτησις ή διακοπή οριστικώς η καταβολή απονεμηθείσης συντάξεως, ο ησφαλισμένος δεν δύναται προ της παρελεύσεως ενός έτους από της απορρίψεως ή της διακοπής να υποβάλη νέαν αίτησιν περί απονομής τοιαύτης συντάξεως, εκτός αν επικαλήται νέα πραγματικά περιστατικά. ΄Αρθρον 90. Δευτεροβάθμιος Υγειονομική επιτροπή. 1.Παρά τω Ταμείω συνιστάται Δευτεροβάθμιος Υγειονομική επιτροπή οριστικής κρίσεως αποτελουμένη: α)Εξ ενός καθηγητού ή υφηγητού της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών ως προέδρου, αναπληρουμένου υπό ετέρου καθηγητού ή υφηγητού της αυτής σχολής. Σελ. 274,19040 Τεύχος Ε93-Σελ. 82 β)Εξ ενός υφηγητού παθολόγου ή καρδιολόγου ως μέλους, αναπληρουμένου υπό ιατρού της αυτής ειδικότητος· και γ)Εξ ενός ιατρού ειδικότητος χειρουργού ανεγνωρισμένης επιστημονικής καταρτίσεως ως μέλους, αναπληρουμένου υπό ιατρού της αυτής ειδικότητος. 2.Η Δευτεροβάθμιος Υγειονομική επιτροπή εδρεύει εν Αθήναις, συνεδριάζει εις τα γραφεία του Κεντρικού Καταστήματος του Ταμείου και αποφαίνεται μόνον επί προσφυγών ησφαλισμένων ή του Ταμείου κατά αποφάσεων των Πρωτοβαθμίων Υγειονομικών επιτροπών του Οργανισμού, αναφερομένων εις την εξακρίβωσιν ή βεβαίωσιν περί της υπάρξεως αναπηρίας και γενικώς περί της ανικανότητος προς άσκησιν του εμπορικού επαγγέλματος. 3.Αι δαπάναι των παρακλινικών ή άλλων εξετάσεων τας οποίας διατάσσει η Δευτεροβάθμιος Υγειονομική επιτροπή, βαρύνουν το Ταμείον, αι δε δαπάναι μετακινήσεως του ησφαλισμένου βαρύνουν τον ίδιον, εφ’ όσον η προσφυγή εγένετο παρ’ αυτού. Εις πάσαν άλλην περίπτωσιν αι δαπάναι μετακινήσεως βαρύνουν το Ταμείον. Αι διατάξεις των παρ. 6 και 7 του άρθρου 89 έχουν εν προκειμένω εφαρμογήν. 4.Καθήκοντα γραμματέως της Δευτεροβαθμίου Υγειονομικής επιτροπής εκτελεί είς των υπαλλήλων της Κεντρικής υπηρεσίας του Ταμείου επί βαθμώ τουλάχιστον 6ω, οριζόμενος μετά του αναπληρωτού του. 5.Ιατροί μετέχοντες εις τας Πρωτοβαθμίους Υγειονομικάς Επιτροπάς του Ταμείου δεν δύνανται να μετέχουν ταυτοχρόνως και εις την Δευτεροβάθμιον Υγειονομικήν επιτροπήν αυτού. Αρθρον 91. Συγκρότησις και λειτουργία των υγειονομικών επιτροπών. 1.Η θητεία των μελών απασών των υγειονομικών επιτροπών (Πρωτοβαθμίων και Δευτεροβαθμίου) είναι τριετής (3ετής). Η διάρκεια της θητείας των οριζομένων εις αντικατάστασιν οπωσδήποτε αποχωρούντων τακτικών ή αναπληρωματικών μελών ισούται προς τον υπόλοιπον χρόνον της θητείας των αποχωρησάντων. 2.΄Απασαι αι υγειονομικαί επιτροπαί (Πρωτοβάθμιοι και Δευτεροβάθμιος) συγκροτούνται κατά μήνα Δεκέμβριον δια τα επόμενα τρία (3) ημερολογιακά έτη. 3.Η συγκρότησις των υγειονομικών επιτροπών (Πρωτοβαθμίων και Δευτεροβαθμίου) ενεργείται δι’ αποφάσεως του Δ. Συμβουλίου του Ταμείου εγκρινομένης υπό του Υπουργού Κοινωνικών Υπηρεσιών. Εις την περί συγκροτήσεως απόφασιν ορίζονται και τα αναπληρωματικά μέλη ως και οι γραμματείς των υγειονομικών επιτροπών μετά των αναπληρωτών των, οίτινες δύνανται να είναι και περισσότεροι του ενός. 4.΄Απασαι αι υγειονομικαί επιτροπαί ευρίσκονται εν απαρτία και δύνανται να αποφασίζουν εγκύρως παρόντων απάντων των μελών αυτών ή των αναπληρωτών των. Αι αποφάσεις των υγειονομικών επιτροπών λαμβάνονται κατά πλειοψηφίαν. 5.Κατά τας συνεδριάσεις των υγειονομικών επιτροπών τηρούνται πρακτικά περιλαμβάνοντα τας λαμβανομένας αποφάσεις, τα οποία υπογράφονται υπό πάντων των μελών και του γραμματέως. Η γνώμη του τυχόν διαφωνήσαντος μέλους καταχωρείται εις τα πρακτικά. 6.Η αμοιβή των μελών των υγειονομικών επιτροπών και των γραμματέων αυτών καθορίζεται δι’ αποφάσεως του Δ. Συμβουλίου του Ταμείου, εγκρινομένης υπό του Υπουργού Κοινωνικών Υπηρεσιών. 7.Πάσα λεπτομέρεια αφορώσα εις τον τρόπον λειτουργίας των υγειονομικών επιτροπών καθορίζεται δια γενικής αποφάσεως του Δ. Συμβουλίου του Ταμείου. 39.Ε.α.29 Καταστατικό Ταμείου Ασφαλίσεως Εμπόρων (ΤΑΕ) ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΠΕΜΠΤΟΝ ΑΣΦΑΛΙΣΙΣ ΑΝΑΠΗΡΙΑΣ-ΓΗΡΑΤΟΣ ΘΑΝΑΤΟΥ ΄Αρθρον 92. Συντάξιμος χρόνος. 1.Δια τον υπολογισμόν των κατά το παρόν Καταστατικόν απαιτουμένων προϋποθέσεων συνταξιοδοτήσεως και δια την εξεύρεσιν του ποσού των βάσει των διατάξεων τούτου απονεμομένων συντάξεων, ως συντάξιμος χρόνος λογίζεται: Α.Χρόνος πραγματικής ασφαλίσεως: α)Ο χρόνος της νομίμου υπαγωγής εις την ασφάλισιν του Ταμείου, από της ιδρύσεως αυτού και εφεξής, εφ’ όσον έχουν καταβληθή ανελλιπώς αι μηνιαίαι ατομικαί εισφοραί, αίτινες εν μετατροπή εις ημερησίας εισφοράς συνίστανται εις 25 κατά μήνα ή 300 κατ’ έτος. β)Ο χρόνος της αναγνωρισθείσης εμπορικής απασχολήσεως συμφώνως προς τας διατάξεις της προϊσχυούσης νομοθεσίας, ως και ο αναγνωριζόμενος τοιούτος συμφώνως προς τας διατάξεις της παρ. 5 του άρθρου 21 του παρόντος, εφ’ όσον εγένετο νόμιμος εξαγορά αυτού συμφώνως προς τας διατάξεις ταύτας. Β.Χρόνος πλασματικής ασφαλίσεως: γ)Ο χρόνος της αναγνωρισθείσης και εξαγορασθείσης προϋπηρεσίας ήτις διηνύθη προ της ιδρύσεως του Ταμείου, συμφώνως προς τας προϊσχυούσας διατάξεις. 2.Η άθροισις του συνολικού συνταξίμου χρόνου γίνεται εφ’ όσον ο χρόνος εκάστης εκ των εν τη προηγουμένη παραγράφω κατηγοριών δεν εμπίπτει εις τον χρόνον ετέρας τοιαύτης. Εφ’ όσον ο χρόνος της μιας κατηγορίας συμπίπτει προς τα αυτά χρονικά όρια της ετέρας, συνυπολογίζεται ο χρόνος της μιας μόνον τούτων, και δη εκείνης δι’ ην ο ησφαλισμένος δια δηλώσεώς του προς το Ταμείον δεικνύει προτίμησιν. Η δήλωσις του ησφαλισμένου υποβάλλεται προ της εκδόσεως της συνταξιοδοτικής αποφάσεως, μετά δε την έκδοσιν ταύτης η δήλωσις αυτή δεν γίνεται δεκτή. 3.Κατά την άθροισιν του συνολικού συνταξίμου χρόνου, το υπερβαίνον το εξάμηνον κλάσμα του έτους υπολογίζεται δι’ απάσας τας περιπτώσεις ως πλήρες έτος, εφ’ όσον καταβληθούν αι αναλογούσαι ατομικαί εισφοραί, το δε ίσον ή κατώτερον του εξαμήνου παραλείπεται. 4.Χρόνος πραγματικής ή πλασματικής ασφαλίσεως δι’ ον δεν κατεβλήθησαν νομίμως αι αναλογούσαι ατομικαί μηνιαίαι εισφοραί, ουδέποτε υπολογίζεται ως συντάξιμος. 5.΄Οπου του παρόντος Καταστατικού αναφέρεται χρόνος συντάξιμος, νοείται το σύνολον του χρόνου πραγματικής και πλασματικής ασφαλίσεως, όπου δε χρόνος πραγματικός, νοείται ο χρόνος της πραγματικής μόνον ασφαλίσεως ως εν εδαφ. α΄ και β΄ της πρώτης ως άνω παραγράφου ορίζεται. Σύνταξις αναπηρίας. ΄Αρθρ.93.-«1.Ο ασφαλισμένος του Ταμείου, δικαιούται σύνταξη λόγω αναπηρίας αν κατέστη ανάπηρος κατά την έννοια της επομένης παραγράφου, διέκοψε την άσκηση του επαγγέλματος λόγω της αναπηρίας του και έχει 20 έτη συντάξιμου χρόνου ή 10 έτη τουλάχιστον πραγματικό συντάξιμο χρόνο, από τον οποίο, τα 3 τουλάχιστον έτη συνέχεια πριν από τη διακοπή του επαγγέλματος. Επίσης ο ασφαλισμένος και τα μέλη οικογενείας, τα προβλεπόμενα από του άρθρ. 96 του παρόντος, δικαιούνται σύνταξη αναπηρίας ή σύνταξη επιζώντων, αν από βίαιο συμβάν κατά την άσκηση του επαγγέλματος προκληθεί αναπηρία ή θάνατος του ασφαλισμένου, τα οποία δεν δύναται να αποδοθούν σε δόλο αυτού». Η παρ. 1 τροποποιήθηκε ως άνω από το άρθρ. 1 Π.Δ. 629/18-31 Δεκ. 1985 (ΦΕΚ Α΄ 232). 2.Ο ησφαλισμένος λογίζεται ανάπηρος εάν συνεπεία παθήσεως, βλάβης ή εξασθενήσεως σωματικής ή πνευματικής, εξαμήνου τουλάχιστον διαρκείας κατ’ απόφασιν της αρμοδίας υγειονομικής επιτροπής, καθίσταται ανάπηρος δια την άσκησιν του εμπορικού επαγγέλματος με ποσοστόν ανατομοφυσιολογικής βλάβης ίσον προς 67% και άνω. 3.Η αίτησις προς χορήγησιν συντάξεως λόγω αναπηρίας υποβάλλεται εντός ανατρεπτικής προθεσμίας ενός (1) έτους από της διακοπής του εμπορικού επαγγέλματος συνεπεία της ανατομοφυσιολογικής βλάβης. 4.Προκειμένου περί βιαίου συμβάντος επελθόντος κατά την άσκησιν του επαγγέλματος, ο ησφαλισμένος ή οι οικείοι αυτού υποχρεούνται όπως αναγγείλουν τούτο εις το Ταμείον εντός ανατρεπτικής προθεσμίας έξ (6) μηνών από της ημέρας του ατυχήματος ή της εκδηλώσεως των συνεπειών του, άλλως η αναπηρία ή ο θάνατος δεν θεωρούνται ως προελθόντα εκ βιαίου συμβάντος. Η αναγγελία υποβάλλεται εγγράφως εις το Ταμείον και περιλαμβάνει λεπτομερή περιγραφήν του ατυχήματος και των συθηκών υφ’ ας προεκλήθη τούτο. Αύτη είναι ανεξάρτητος πάσης άλλης αναγγελίας γενομένης προς ετέραν δημοσίαν υπηρεσίαν ή αστυνομικήν αρχήν. Βάσει της ανωτέρω αναγγελίας το Ταμείον διενεργεί έρευναν προς εξακρίβωσιν των συνθηκών του ατυχήματος και εκδίδει διαπιστωτικήν περί τούτου πράξιν. Κατά την διενέργειαν της περί ης το προηγούμενον εδάφιον ερεύνης, καλείται ο ησφαλισμένος και παν πρόσωπον δυνάμενον να παράσχη σχετικήν βοήθειαν και αναζητούνται τα στοιχεία και πορίσματα πάσης ερεύνης διενεργηθείσης υπό ετέρας αρμοδίας αρχής. Ο ησφαλισμένος ή, εν περιπτώσει θανάτου του, τα δικαιούμενα συντάξεως μέλη της οικογενείας του δύνανται να λαμβάνουν γνώσιν αυτοπροσώπως ή δι’ αντιπροσώπων των στοιχείων της ερεύνης και του επ’ αυτής πορίσματος. 5.Ησφαλισμένος καθιστάμενος ανάπηρος εκ προθέσεως ή συνεπεία πλημμελήματος ή κακουργήματος διαπραχθέντος υπ’ αυτού, της ενοχής του αποδεικνυομένης δια τελεσιδίκου δικαστικής αποφάσεως, δεν δικαιούται συντάξεως αναπηρίας. Το προς συνταξιοδότησιν δικαίωμα διατηρείται πάντως υπέρ των τυχόν ως εν άρθρω 96 μελών της οικογενείας αυτού, εις α απονέμεται η σύνταξις ην θα ελάμβανον εν περιπτώσει θανάτου του ησφαλισμένου. 6.Το δικαίωμα συντάξεως αναπηρίας καταργείται αφ’ ης παύει υφισταμένη η αναπηρία ή επέρχεται θάνατος του ησφαλισμένου ή του συνταξιούχου. Εξαιρετικώς προκειμένου περί θανάτου ησφαλισμένου υποβαλόντος εμπροθέσμως αίτησιον περί απονομής συντάξεως λόγω αναπηρίας, αποβιώσαντος δε προ της διαπιστώσεως της αναπηρίας, το δικαίωμα θεωρείται διατηρούμενον μέχρι του θανάτου αυτού, λογιζομένου τούτου ως πλήρους διαπιστώσεως της αναπηρίας. 7.Τηρουμένης της διαδικασίας του άρθρου 94 και εφ’ όσον διαπιστωθή ανικανότης προς άσκησιν του εμπορικού επαγγέλματος ποσοστού ανωτέρου μεν του 33,3% κατωτέρου δε του 67%, απορριφθή δε η αίτησις του ησφαλισμένου περί απονομής συντάξεως λόγω αναπηρίας, ο από της διακοπής του επαγγέλματος μέχρι της κοινοποιήσεως εις τον ενδιαφερόμενον της απορριπτικής αποφάσεως του Δ. Συμβουλίου χρόνος δύναται τη αιτήσει του να θεωρηθή ως διανυθείς εν ενεργώ απασχολήσει. Εις την περίπτωσιν ταύτην ο ησφαλισμένος υποχρεούται εις καταβολήν των μηνιαίων ατομικών εισφορών της ασφαλιστικής κατηγορίας εις ην ήτο κατατεταγμένος την ημέραν της διακοπής του επαγγέλματός του. 8.Εις περίπτωσιν οπωσδήποτε επανόδου συνταξιούχου τινός λόγω αναπηρίας εις ενεργόν απασχόλησιν εμπίπτουσαν εις την ασφάλισιν του Ταμείου, η νέα του απασχόλησις θεωρείται ως συνέχεια της προ της συνταξιοδοτήσεώς του τοιαύτης, αφαιρουμένου του χρόνου καθ’ ον ούτος ελάμβανε σύνταξιν παρά του Ταμείου, επιφυλασσομένης της εφαρμογής των διατάξεων της παραγρ. 3 του άρθρου 95. (Αντί για τη σελ. 274,19041) Σελ. 274,19041(α) Τεύχος Η33-Σελ. 55 Καταστατικό Ταμείου Ασφαλίσεως Εμπόρων (ΤΑΕ) 39.Ε.α.29 ΄Αρθρον 94. Διαπίστωσις αναπηρίας και διάρκεια συντάξεως. 1.Η διαπίστωσις της αναπηρίας και γενικώς της ανικανότητος προς άσκησιν του εμπορικού επαγγέλματος δια την απόκτησιν δικαιώματος εις σύνταξιν λόγω αναπηρίας ενεργείται υπό των κατά το άρθρον 89 του παρόντος προβλεπομένων Πρωτοβαθμίων υγειονομικών επιτροπών. Αι υγειονομικαί επιτροπαί δια της διαπιστώσεως αυτών βεβαιούν την ύπαρξιν της αναπηρίας, τον χρόνον της επελεύσεως αυτής, τας γενεσιουργούς αιτίας και την σχέσιν προς τυχόν βίαιον συμβάν. 2.Κατά των αποφάσεων των Πρωτοβαθμίων υγειονομικών επιτροπών του Ταμείου επιτρέπεται άσκησις προσφυγής ενώπιον της κατά το άρθρον 90 Δευτεροβαθμίου υγειονομικής επιτροπής του Ταμείου, κατά δε των αποφάσεων των Πρωτοβαθμίων υγειονομικών επιτροπών του Ι.Κ.Α. επιτρέπεται άσκησις προσφυγής ενώπιον της εδρευούσης εις την περιφέρειαν της κατοικίας του ησφαλισμένου Δευτεροβαθμίου υγειονομικής επιτροπής του Ι.Κ.Α. ή της Δευτεροβαθμίου Υγειονομικής Επιτροπής του Ταμείου. Δικαίωμα προσφυγής έχουν ο ησφαλισμένος και το Ταμείον εντός ανατρεπτικής προθεσμίας τριάκοντα (30) ημερών από της επί αποδείξει κοινοποιήσεως της αποφάσεως της Πρωτοβαθμίου υγειονομικής επιτροπής. 3.΄Απασαι αι δαπάναι εξετάσως των ησφαλισμένων παρά των Πρωτοβαθμίων και Δευτεροβαθμίων υγειονομικών επιτροπών μετά των τυχόν δαπανών νοσηλείας εις νοσοκομείον, παρακλινικών εξετάσεων κ.λπ. βαρύνουν τον Κλάδον Συντάξεων του Ταμείου. Επίσης βαρύνουν τον Κλάδο Συντάξεων του Ταμείου αι δαπάναι μετακινήσεως του ησφαλισμένου μετά των παρεπομένων αυτής ετέρων δαπανών ότε η μετακίνησις γίνεται επί προσφυγή του Ταμείου ενώπιον των Δευτεροβαθμίων υγειονομικών επιτροπών. ΄Οτε η προσφυγή ασκείται υπό του ησφαλισμένου, αι δαπάναι μετακινήσεώς του βαρύνουν τον ίδιον. Αι δαπάναι εξετάσεως των ησφαλισμένων παρά των Πρωτοβαθμίων και Δευτεροβαθμίων υγειονομικών επιτροπών του Ι.Κ.Α. καθορίζονται βάσει της μετά τούτου συμφωνίας ή βάσει των εκάστοτε ισχυουσών διατάξεων. 4.Αι συντάξεις λόγω αναπηρίας απονέμονται δια τον εκάστοτε καθοριζόμενον υπό των υγειονομικών επιτροπών ως πιθανόν κατώτατον χρόνον διαρκείας της αναπηρίας, παρατεινόμεναι κατά την αυτήν διαδικασίαν και δια τον εκάστοτε οριζόμενον υπό των υγειονομικών επιτροπών χρόνον ανικανότητος. Αι συντάξεις λόγω αναπηρίας δύνανται να είναι οριστικαί εφ’ όσον αι υγειονομικαί επιτροπαί γνωματεύσουν ότι η ανικανότης είναι μόνιμος ο δε υπό συνταξιοδότησιν έχει υπερβή το 60όν έτος της ηλικίας του. ΄Οταν ο συνταξιοδοτούμενος λόγω αναπηρίας υπερβή το 65ον έτος της ηλικίας του, η σύνταξίς του μετατρέπεται εις οριστικήν αυτοδικαίως. Σελ. 274,19042(α) Τεύχος Η33-Σελ. 56 Κατ’ εξαίρεσιν αι συντάξεις λόγω αναπηρίας καθίστανται αυτοδικαίως οριστικαί ότε: α)Ο συνταξιούχος έχει συμπληρώσει το 60όν έτος της ηλικίας και χρόνον συνταξιοδοτήσεως πέντε (5) ετών συνεχώς, κατά την διάρκειαν των οποίων υπεβλήθη εις τρείς (3) συνεχείς εξετάσεις παρά των υγειονομικών επιτροπών του Ταμείου. β)Ο συνταξιούχος έχει συμπληρώσει το 55ον έτος της ηλικίας και χρόνον συνταξιοδοτήσεως δέκα (10) ετών συνεχώς κατά την διάρκειαν των οποίων υπεβλήθη εις πέντε (5) εξετάσεις παρά των υγειονομικών επιτροπών του Ταμείου. 5.Το Δ. Συμβούλιον δύναται καθ’οιανδήποτε στιγμήν να παραπέμπη συνταξιούχον λόγω αναπηρίας προς εξέτασιν των ως άνω υγειονομικών επιτροπών, εφ’ όσον κρίνει τούτο επιβεβλημένον και έχη παρέλθη έν (1) έτος από της τελευταίας εξετάσεως. Η γνωμάτευσις της νέας ταύτης παραπομπής υπόκειται εις το ένδικον μέσον της προσφυγής ενώπιον των Β/θμίων υγειονομικών επιτροπών. Επί τη βάσει της νέας ταύτης γνωματεύσεως της υγειονομικής επιτροπής, ως ήθελε καταστή τελεσίδικος και αμετάκλητος, ρυθμίζεται η συνταξιοδοτική κατάστασις του λόγω αναπηρίας συνταξιούχου. ΄Αρνησις του συνταξιοδοτουμένου λόγω αναπηρίας να υποβληθή εις νέαν εξέτασιν συνεπάγεται αυτοδικαίως διακοπήν της παρεχομένης εις αυτόν συντάξεως. 6.Ουδεμία σύνταξις λόγω αναπηρίας, και δι’ ουδένα λόγον, δύναται να μετατραπή εις σύνταξιν λόγω γήρατος. Ησφαλισμένος έχων τας προϋποθέσεις προς συνταξιοδότησιν δι’ αμφότερα τα αίτια, ήτοι δι’ αναπηρίαν και γήρας, επιλέγει μεταξύ αυτών και υποβάλλει προς το Ταμείον προ της εκδόσεως της συνταξιοδοτικής αυτού αποφάσεως δήλωσιν περί του αιτίου δι’ ο επιθυμεί να συνταξιοδοτηθή. Η δήλωσις αύτη δύναται να περιλαμβάνεται και εις την περί συνταξιοδοτήσεως αίτησιν, μετά δε την αίτησιν της συνταξιοδοτικής αποφάσεως δεν γίνεται δεκτή. Σύνταξις γήρατος. Άρθρον 9. Ασφάλισις συνταξιούχων κατά της ασθενείας. 1.Τα παρά τω Ταμείω ασφαλιζόμενα πρόσωπα δια τον Κλάδον Ασθενείας και Μητρότητος μετά την συνταξιοδότησίν των συνεχίζουν την ασφάλισίν των εις τον Κλάδον Ασθενείας και Μητρότητος του Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων κατά τας εκάστοτε ισχυούσας οικείας διατάξεις αυτού. Των αυτών δικαιωμάτων απολαύουν και τα μέλη οικογενείας αποβιούντων ησφαλισμένων του Ταμείου, από της συνταξιοδοτήσεώς των και καθ’ όλον τον χρόνον καθ’ ον συνταξιοδοτούνται παρά του Ταμείου (παρ. 1 άρθρου 5 Ν. 403/76). 2.Η υπέρ του Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων εισφορά δια την υπαγωγήν εις την ασφάλισιν αυτού των εν τη προηγουμένη παραγράφω συνταξιούχων ορίζεται εις ποσοστόν δέκα τοις εκατόν (10%) επί του συνολικού ποσού των υπό του Ταμείου καταβαλλομένων συντάξεων, εξ ου 6% βαρύνει το Ταμείον και 4% βαρύνει τους συνταξιούχους. Το Ταμείον υποχρεούται να παρακρατή κατά μήνα εκ του ποσού της συντάξεως την ως άνω εισφοράν των περί ων πρόκειται συνταξιούχων και ν’ αποδίδη ταύτην ομού μετά της βαρυνούσης αυτό εισφοράς εις το Ι.Κ.Α. εντός των υπό των κειμένων διατάξεων οριζομένων προθεσμιών. 3.Τα περί ων το παρόν άρθρον πρόσωπα δικαιούνται παρά του Ι.Κ.Α. των αυτών και υπό τας αυτάς προϋποθέσεις παροχών ως και οι συνταξιούχοι της αντιστοίχου κατηγορίας του Ι.Κ.Α. 4.Οι υπό συνταξιοδότησιν αμέσως ησφαλισμένοι του Ταμείου εφ’ όσον έχουν ασφάλισιν κατά των κινδύνων της ασθενείας εις έτερον οργανισμόν ασφαλίσεως ασθενείας, δικαιούνται να επιλέξουν τον οργανισμόν εις ον επιθυμούν να συνεχίσουν την ασφάλισιν ασθενείας των δια δηλώσεώς των υποβαλλομένης εις το Ταμείον μετά των δικαιολογητικών συνταξιοδοτήσεώς των. Εις περίπτωσιν επιλογής του ετέρου οργανισμού ασφαλίσεως ασθενείας, δέον να επισυνάπτεται βεβαίωσις του οικείου φορέως, κατόπιν της οποίας εξαιρούνται της υπαγωγής των εις την ασφάλισιν του Κλάδου Ασθενείας και Μητρότητος του Ι.Κ.Α. απαλλασσομένου του Ταμείου και αυτών της υποχρεώσεως καταβολής της εν παρ. 2 του παρόντος άρθρου εισφοράς. Ως οργανισμοί ασφαλίσεως δια την εφαρμογήν των διατάξεων του προηγουμένου εδαφίου νοούνται το Δημόσιον, οι Δήμοι και αι Κοινότητες, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου και ιδιωτικού δικαίου, ως και τα φυσικά πρόσωπα, εφ’ όσον χορηγούν ίσας τουλάχιστον εις έκτασιν και ύψος παροχάς ασθενείας και μητρότητος προς τας υπό του Ι.Κ.Α. προβλεπομένας τοιαύτας. (Αντί για τη σελ. 274,189) Σελ. 274,189 (α) Τεύχος Η33- Σελ. 51 Καταστατικό Ταμείου ΑσφαλίσεωςΕμπόρων (Τ.Α.Ε) 39.Ε.α.29 ΄Αρθρ.95.-«1.Ο ασφαλισμένος του Ταμείου, δικαιούται σύνταξη λόγω γήρατος εφόσον έχει συμπληρώσει: α)το 60ό έτος της ηλικίας του και 35 έτη συντάξιμο χρόνο, β)το 62ο έτος της ηλικίας του και 25 έτη συντάξιμο χρόνο, γ)το 65ο έτος της ηλικίας του και 20 έτη συντάξιμο χρόνο. Στις ανωτέρω περιπτώσεις, απαιτούνται τουλάχιστον 9 έτη πραγματικής ασφάλισης στο Ταμείο. 2.Εφόσον κατά το χρόνο διακοπής του επαγγέλματος ο ασφαλισμένος δεν έχει συμπληρώσει το όριο ηλικίας, η σύνταξη απονέμεται μετά τη συμπλήρωση του απαιτουμένου κατά περίπτωση ορίου ηλικίας με την προϋπόθεση ότι ο χρόνος ασφάλισης στο Ταμείο δεν ελήφθη υπόψη για την απονομή σύνταξης από άλλο Οργανισμό κύριας ασφάλισης». Οι παρ. 1 και 2 τροποποιήθηκαν ως άνω από το άρθρ. 2 Π.Δ. 629/18-31 Δεκ. 1985 (ΦΕΚ Α΄ 232). 39.Ε.α.29 Καταστατικό Ταμείου Ασφαλίσεως Εμπόρων (ΤΑΕ) 3.Δια την θεμελίωσιν δικαιώματος συντάξεως λόγω γήρατος βάσει των διατάξεων της ανωτέρω παρ. 1, συνυπολογίζεται, μέχρι συμπληρώσεως του εν αυτή προβλεπομένου συνταξίμου χρόνου, και χρόνος μέχρι μιας τριετίας εκ του χρόνου καθ’ ον ο ησφαλισμένος έτυχεν ενδεχομένως συντάξεως αναπηρίας παρά του Ταμείου. Ο χρόνος ούτος αναγνωρίζεται τη αιτήσει του ησφαλισμένου και εξαγοράζεται παρ’ αυτού εις την ασφαλιστικήν κατηγορίαν της προτιμήσεώς του δια της καταβολής του αντιστοιχούντος αριθμού μηνιαίων ατομικών εισφορών, το ύψος των οποίων υπολογίζεται βάσει του ισχύοντος κατά τον χρόνον της εξοφλήσεως ασφαλίστρου της συγκεκριμένης ασφαλιστικής κατηγορίας προσηυξημένου κατά είκοσι πέντε τοις εκατόν (25%). Ο κατά τ’ ανωτέρω αναγνωριζόμενος και εξαγοραζόμενος χρόνος λογίζεται ως χρόνος πραγματικής ασφαλίσεως παρά τω Ταμείω και θεωρείται διανυθείς δια τον υπολογισμόν της συντάξεως εις την ασφαλιστικήν κατηγορίαν εις ην εξηγοράσθη. 4.Ησφαλισμένοι τυφλοί εξ αμφοτέρων των οφθαλμών δικαιούνται συντάξεως λόγω γήρατος ανεξαρτήτως ορίου ηλικίας, εφ’ όσον συμπληρούν χρόνον ασφαλίσεως δέκα πέντε (15) ετών εφ’ όσον η τύφλωσίς των, διαπιστουμένη υπό των αρμοδίων υγειονομικών επιτροπών, δεν είναι ιάσιμος δια του χρόνου. Ούτοι δικαιούνται συντάξεως οριζομένης εις το ύψος της συντάξεως γήρατος της Γ΄ ασφαλιστικής κατηγορίας δια 35ετή ασφάλισιν, άνευ επιδόματος απολύτου αναπηρίας. Εις πάσαν άλλην περίπτωσιν και εφ’ όσον πληρούν τας εν τω παρόντι Καταστατικώ προϋποθέσεις, οι πάσχοντες εκ τυφλώσεως ησφαλισμένοι δικαιούνται συντάξεως αναπηρίας ή γήρατος μετ’ επιδόματος απολύτου αναπηρίας, υπολογιζομένης εις αμφοτέρας τας περιπτώσεις ως και των λοιπών ησφαλισμένων. Σύνταξις επιζώντων. ΄Αρθρ.96.-«1.Σε περίπτωση θανάτου ασφαλισμένου που έχει πραγματοποιήσει 20 έτη συντάξιμου χρόνου ή 10 έτη τουλάχιστον πραγματικό συντάξιμο χρόνο, από τον οποίο τα 3 τουλάχιστον έτη μέσα στην τελευταία πριν από το θάνατο 5ετία, ή συνταξιούχου αυτού, δικαιούνται σύνταξη από το Ταμείο οι πιο κάτω κατηγορίες δικαιούχων, εφόσον αποξενωθούν από την επιχείρηση του θανόντος και δεν υπάγονται στην ασφάλιση του Ταμείου από την άσκηση άλλου επαγγέλματος». Το πρώτο εδάφιο τροποποιήθηκε ως άνω από το άρθρ. 3 Π.Δ. 629/18-31 Δεκ. 1985 (ΦΕΚ Α΄ 232). α)Η χήρα σύζυγος ή ο ανάπηρος και άπορος χήρος σύζυγος, διαρκούσης της αναπηρίας αυτού και εφ’ όσον η συντήρησίς του εβάρυνεν την θανούσαν. β)Τα γνήσια, νομιμοποιηθέντα, αναγνωρισθέντα ως και υιοθετηθέντα άγαμα τέκνα, ων η υιοθεσία έλαβε χώραν έν (1) τουλάχιστον έτος προ του θανάτου ή της συνταξιοδοτήσεως του ησφαλισμένου θετού πατρός, εφ’ όσον δεν λαμβάνουν ετέραν σύνταξιν παρά του Ταμείου ουδέ υπερέβησαν τα εν τη επομένη παραγράφω όρια ηλικίας. Επί θανάτου γυναικός ησφαλισμένης ή συνταξιούχου εξ ιδίας ασφαλίσεως δικαιούνται συντάξεως και τα φυσικά τέκνα αυτής, εφ’ όσον έχουν τας ως άνω προϋποθέσεις των νομίμων τέκνων. γ)Η διαζευχθείσα υπαιτιότητι του συζύγου ή κοινή υπαιτιότητι θυγάτηρ, ως και εκείνη ης διεκόπη βιαίως η περί διαζυγίου δίκη συνεπεία θανάτου του ανδρός, εφ’ όσον δεν συνεπλήρωσεν τα κατά την επομένην παράγραφον όρια ηλικίας και δεν λαμβάνει σύνταξιν παρ’ ουδενός ετέρου ασφαλιστικού οργανισμού κυρίας ασφαλίσεως ή παρά του Δημοσίου. δ)Η χήρα μήτηρ, εάν η συντήρησις αυτής εβάρυνε κυρίως τον θανόντα ή την θανούσαν και εφ’ όσον έχη υπερβή το 55ον έτος της ηλικίας και δεν λαμβάνει σύνταξιν παρ’ ουδενός ετέρου ασφαλιστικού οργανισμού κυρίας ασφαλίσεως ή παρά του Δημοσίου. ε)Οι γονείς, εάν η συντήρησίς τους εβάρυνε κυρίως τον θανόντα ή την θανούσαν και εφ’ όσον ο πατήρ τυγχάνει ανάπηρος και άπορος και έχει υπερβή το 60όν έτος της ηλικίας του, ουδείς δε εκ των δύο λαμβάνει σύνταξιν παρ’ ετέρου ασφαλιστικού οργανισμού κυρίας ασφαλίσεως ή παρά του Δημοσίου. 2.Τα εν τοις εδαφ. β΄ και γ΄ της προηγουμένης παραγράφου πρόσωπα δικαιούνται συντάξεως αν κατά τον χρόνον του θανάτου του ησφαλισμένου ή του συνταξιούχου δεν είχον συμπληρώσει ηλικίαν 18 ετών και μέχρι συμπληρώσεως του ορίου τούτου, άλλως δε κατ’ εξαίρεσιν εφ’ όσον: α)Φοιτούν εις ανωτάτην ή ανωτέραν σχολήν και δεν έχουν υπερβή το 25ον έτος της ηλικίας των. β)Είναι ανίκανα εις ποσοστόν 67% και άνω προς άσκησιν βιοποριστικού επαγγέλματος κατά τον χρόνον του θανάτου του ησφαλισμένου ή συνταξιούχου, η ανικανότης των δε αύτη συνεχίζεται. γ)Παραμένουν άγαμα, προκειμένου περί θυγατέρων, ή εν διαζεύξει κατά την έννοιαν του εδαφ. γ΄ της παρ. 1, και έχουν συμπληρώσει το 55ον έτος της ηλικίας των. Αύται δικαιούνται συντάξεως λόγω θανάτου από της συμπληρώσεως του 55ου έτους της ηλικίας των και εφ’ όσον δεν εργάζονται επ’ αμοιβή, ή δεν λαμβάνουν σύνταξιν παρ’ ετέρου ασφαλιστικού οργανισμού κυρίας ασφαλίσεως ή παρά του Δημοσίου και δεν έχουν έλθει εις γάμον, και αι διαζευχθείσαι, εις δεύτερον γάμον. Το όριον τούτο ορίζεται εις το 60όν έτος από 1.1.1982 και εις το 65ον έτος από 1.1.1987. 3.Η χήρα ή ο χήρος δεν δικαιούνται συντάξεως εις τας ακολούθους περιπτώσεις: Α. Επί ησφαλισμένου συζύγου, εάν ο θάνατος αυτού επήλθε προ της παρόδου ενός (1) έτους από της τελέσεως του γάμου, εφ’ όσον ο θανών δεν είχε συμπληρώσει κατά τον χρόνον τούτον το 60όν έτος της ηλικίας, ή δύο (2) ετών, εφ’ όσον είχε συμπληρώσει την εν λόγω ηλικίαν. Οι ως άνω περιορισμοί αίρονται αν: α)Ο θάνατος επήλθεν εκ βιαίου συμβάντος κατά την άσκησιν του επαγγέλματος, β)Υφισταμένου του γάμου εγεννήθη, ή δια του γάμου ενομιμοποιήθη τέκνον, γ)Κατά την χρονολογίαν του θανάτου η σύζυγος ευρίσκεται εις κατάστασιν εγκυμοσύνης και γεννηθή εξ αυτής ζων τέκνον. Β.Επί συνταξιούχου λόγω αναπηρίας ή γήρατος, εάν ο θάνατος αυτού επήλθε προ της παρόδου δύο (2) ετών από της τελέσεως του γάμου, εκτός αν και εν τη περιπτώσει ταύτη συντρέχη λόγος τις εκ των ανωτέρω υπό στοιχ. α, β και γ αναφερομένων. 4.Οι περί ων η παρ. 1 εδαφ. ε΄ γονείς δικαιούνται συντάξεως, εάν κατά τον χρόνον του θανάτου του ησφαλισμένου δεν υπάρχουν χήρα ή χήρος ή τέκνα δικαιούμενα αυτής. ΄Αρθρον 97. Ποσόν συντάξεως λόγω αναπηρίας και γήρατος. 1.Το ποσόν της υπό του Ταμείου χορηγουμένης μηνιαίας βασικής συντάξεως λόγω αναπηρίας ή γήρατος δια 35ετή συντάξιμον χρόνον ασφαλίσεως διανυθέντα εξ ολοκλήρου εις μίαν ασφαλιστικήν κατηγορίαν ορίζεται ως κάτωθι: Γ΄ ασφαλιστικής κατηγορίας δραχμαί 15.620 Δ΄ « « « 19.470 Ε΄ « « « 23.360 ΣΤ΄ « « « 27.250 Ζ΄ « « « 31.150 Το ποσόν της μηνιαίας βασικής συντάξεως αναπηρίας ή γήρατος δια συντάξιμον χρόνον μικρότερον των 35 ετών διανυθέντα εξ ολοκλήρου εις μίαν ασφαλιστικήν κατηγορίαν, (Αντί για τη σελ. 274,19043) Σελ. 274,19043(α) Τεύχος Η33-Σελ. 57 Καταστατικό Ταμείου Ασφαλίσεως Εμπόρων (ΤΑΕ) 39.Ε.α.29 ορίζεται εις τόσα τριακοστά πέμπτα του αντιστοίχου ποσού της ανωτέρω κλίμακος, όσος ο αριθμός των συνταξίμων ετών του συνταξιοδοτουμένου. Εις περίπτωσιν καθ’ ην ο συντάξιμος χρόνος διηνύθη εις διαφόρους ασφαλιστικάς κατηγορίας, το ποσόν της συντάξεως λόγω αναπηρίας ή γήρατος ορίζεται δι’ έκαστον συντάξιμον έτος εις έν τριακοσόν πέμπτον (1/35) του προβλεπομένου ως ανωτέρω δια την ασφαλιστικήν κατηγορίαν εις ην υπήγετο και διηνύθη ο συντάξιμος χρόνος ποσού συντάξεως, του αθροίσματος των επί μέρους τούτων ποσών αποτελούντος την μηνιαίαν βασικήν σύνταξιν του δικαιούχου. Δια τα πέραν της τριακονταπενταετίας έτη ασφαλίσεως εις το Ταμείον χορηγείται προσαύξησις επί της απονεμητέας κατά τ’ ανωτέρω συντάξεως εκ ποσοστού πέντε τοις εκατόν (5%) δι’ έκαστον επί πλέον έτος ασφαλίσεως. «Κατά το ίδιο πιο πάνω ποσοστό 5% για κάθε χρόνο ασφάλισης πέραν της τριακονταπενταετίας, προσαυξάνεται και η σύνταξη των συνταξιούχων του Ταμείου, που διακόψανε την εμπορική τους απασχόληση μέχρι 31.7.1981». Η τελευταία μέσα στα « » προστέθηκε από το άρθρ. 1 Π.Δ. 310/24-31 Μαΐου 1985 (ΦΕΚ Α΄ 113). 2.Τα περί ων η προηγουμένη παράγραφος ποσά βασικών συντάξεων προσαυξάνονται κατά 50%, προκειμένου περί συντάξεως καταβαλλομένης λόγω αναπηρίας, μη δυναμένου του ύψους της προσαυξήσεως να υπερβή το 50% του ποσού συντάξεως της τρίτης ασφαλιστικής κατηγορίας, δια 35ετή ασφάλισιν, εφ΄’ όσον ο ανάπηρος ευρίσκεται εις κατάστασιν χρήζουσαν συνεχούς επιβλέψεως, περιποιήσεως και συμπαραστάσεως παρ’ ετέρου προσώπου (απόλυτος αναπηρία). Η προσαύξησις αύτη είναι προσωποπαγής και δεν μεταβιβάζεται, πρέπει δε κατά την ημέραν της συνταξιοδοτήσεως να υπάρχη η απόλυτος αναπηρία του ησφαλισμένου, εκτός μόνον αν εδημιουργήθη μεταγενεστέρως εκ της ασθενίας δι’ ην εσυνταξιοδοτήθη. Κατ’ εξαίρεσιν δύναται να χορηγηθή η κατά τ’ ανωτέρω προσαύξησις και επί συντάξεων λόγω γήρατος, εάν ο δικαιούχος της συντάξεως κατέστη τυφλός εξ αμφοτέρων των οφθαλμών. ΄Αρθρον 98. Ποσόν συντάξεων μελών οικογενείας. 1.Το ποσόν συντάξεως των κατά το άρθρον 96 δικαιούχων μελών οικογενείας υπολογίζεται και ορίζεται εις ποσοστά επί του ποσού της μηνιαίας βασικής συντάξεως το οποίον ελάμβανεν ο θανών συνταξιούχος λόγω αναπηρίας ή γήρατος ή θα εδικαιούτο ο θανών ησφαλισμένος αν κατά την ημέραν του θανάτου του καθίστατο ανάπηρος. Αναλόγως της συγγενικής σχέσεως των συνταξιοδοτουμένων προς τον θανόντα, τα ποσοστά ταύτα ορίζονται ως κάτωθι: α)Δια τον επιζώντα σύζυγον άνευ τέκνου 60% ή, το 70% εφ’ όσον δεν υπάρχουν άλλοι δικαιούχοι δικαιούμενοι συντάξεως. β)Δι’ έκαστον τέκνον 20%. Προκειμένου περί τέκνου ή τέκνων ορφανών εξ αμφοτέρων των γονέων το σύνολον των ποσοστών δεν δύναται να είναι κατώτερον του 60% εφ’ όσον δεν υπάρχουν άλλοι δικαιοδόχοι δικαιούμενοι συντάξεως και δεν συνεπλήρωσαν τα όρια ηλικίας, περί ων η παρ. 2 του άρθρου 96 του παρόντος. Δεν θεωρείται ότι συντρέχει συγγενική σχέσις τέκνου μετά ζώντος πατρός ή μητρός, αν ο επιζών σύζυγος δεν Σελ. 274,19044(α) Τεύχος Η33-Σελ. 58 ανεγνώρισε τούτο και δεν διαμένει μετ’ αυτού. Εις την περίπτωσιν ταύτην το τέκνον λαμβάνει τα τριάκοντα εκατοστά (30/100) του ποσού της συντάξεως του θανόντος ή της θανούσης, ανεξαρτήτως της απονεμομένης εις τον επιζώντα σύζυγον συντάξεως. γ)Δια την χήραν μητέρα 30%, ή το διπλάσιον προκειμένου περί μόνης δικαιούχου. δ)Δι’ έκαστον γονέα 30%, ή το διπλάσιον προκειμένου περί ενός μόνου δικαιούχου. 2.Το κατά τ’ ανωτέρω προκύπτον ποσόν συντάξεως του επιζώντος συζύγου, και ανεξαρτήτως των εις την επομένην παράγραφον περιορισμών, προσαυξάνεται κατά ποσοστόν 2% δι’ έκαστον έτος ιδίας ασφαλίσεως προερχομένης είτε εκ της συνεχίσεως της επιχειρήσεως του θανόντος, συνεπεία της οποίας ο επιζών σύζυγος υπήχθη εις την ασφάλισιν του Ταμείου, είτε εκ της ασκήσεως ιδίου εμπορικού επαγγέλματος προ ή μετά τον θάνατον του ησφαλισμένου. Δια τον υπολογισμόν της προσαυξήσεως απαιτείται ανελλιπής καταβολή των μηνιαίων ατομικών εισφορών, ισχυουσών και εις την προκειμένην περίπτωσιν των διατάξεων της παρ. 5 του άρθρου 101 του παρόντος. 3.Το σύνολον πάντως των συντάξεων του επιζώντος συζύγου, των τέκνων και της χήρας μητρός δεν δύναται να υπερβαίνη το ύψος της βασικής συντάξεως του θανόντος ή της θανούσης, ή το 80% αυτού εις ην περίπτωσιν δεν υφίστανται χήρα ή χήρος σύζυγος δικαιούμενοι συντάξεως παρά του Ταμείου. Εάν το σύνολον των συντάξεων, υπερβαίνη τα όρια του προηγουμένου εδαφίου, η σύνταξις εκάστου δικαιούχου μειούται αναλόγως. Μειουμένου του αριθμού των δικαιουμένων συντάξεως μελών οικογενείας λόγω λήξεως δι’ οιανδήποτε αιτίαν ή αναστολής του δικαιώματός των, τα ποσοστά των απονεμομένων εις τα έτερα μέλη συντάξεων αναπροσαρμόζονται αναλόγως από της πρώτης του επομένου από της λήξεως ή της αναστολής μηνός, μέχρι των δια των ανωτέρω διατάξεων καθοριζομένων ορίων και ποσοστών. ΄Αρθρον 99. Δώρα εορτών και εφ’ άπαξ επιδόματα. 1.Εις τους πάσης φύσεως συνταξιούχους του Ταμείου καταβάλλονται, πέραν της απονεμομένης εις αυτούς μηνιαίας συντάξεως, χρηματικά επιδόματα ύψους μιας μηνιαίας συντάξεως μετά πάσης φύσεως προσαυξήσεων ως δώρον εορτών Χριστουγέννων-Νέου ΄Ετους, ημισείας μηνιαίας συντάξεως ως δώρον Πάσχα και ημισείας μηνιαίας συντάξεως ως επίδομα θερινών διακοπών. Το ποσόν του επιδόματος των θερινών διακοπών καταβάλλεται ομού μετά του ποσού της συντάξεως του μηνός Ιουλίου εκάστου έτους και μόνον εις τους δικαιουμένους συντάξεως κατά τον μήνα τούτον. 2.Εις τους πάσχοντας εκ φυματιώσεως συνταξιούχους του Ταμείου χορηγείται κατά την θερινήν περίοδον εκάστου έτους εφ’ άπαξ επίδομα αεροθεραπείας ύψους ημισείας βασικής συντάξεως της Γ΄ ασφαλιστικής κατηγορίας 35ετούς ασφαλίσεως. ΄Αρθρον 100. Χρόνος και τρόπος καταβολής συντάξεως. 1.Αι συντάξεις καταβάλλονται εις τους συνταξιούχους του Ταμείου, ή τους νομίμους εκπροσώπους αυτών, εν αρχή εκάστου μηνός δι’ εντολών ή επιταγών εκδιδομένων και αποστελλομένων υπό της εχούσης την ταμειακήν διαχείρισιν του Ταμείου τραπέζης ή δια ταχυδρομικών επιταγών εκδιδομένων και αποστελλομένων υπό του Κέντρου Ηλεκτρονικού Υπολογιστού Κοινωνικών Υπηρεσιών. Τα έξοδα εκδόσεως και αποστολής των επιταγών προς τους συνταξιούχους βαρύνουν το Ταμείον. 39.Ε.α.29 Καταστατικό Ταμείου Ασφαλίσεως Εμπόρων (ΤΑΕ) ΄Αρθρον 101. Διαδικασία απονομής συντάξεως. 1.Δια την απονομήν συντάξεώς τινος εκ των προβλεπομένων υπό του παρόντος Καταστατικού, απαιτείται όπως υποβληθούν παρά του ενδιαφερομένου εις το Ταμείον τα κάτωθι δικαιολογητικά: α)Αίτησις νομίμως χαρτοσημασμένη. β)Τ’ ασφαλιστικά βιβλιάρια και μετά την κοινοποίησιν της συνταξιοδοτικής αποφάσεως τα βιβλιάρια του Κλάδου Ασθενείας και Μητρότητος. γ)Υπεύθυνος δήλωσις εμφαίνουσα τον πραγματοποιηθέντα χρόνον ασφαλίσεως εις ετέρους ασφαλιστικούς φορείς και την επιθυμίαν του ενδιαφερομένου περί του συνυπολογισμού ή μη του χρόνου τούτου εις τον παρά τω Ταμείω συντάξιμον χρόνον αυτού. δ)Υπεύθυνος δήλωσις εμφαίνουσα την τυχόν συνταξιοδότησιν του ενδιαφερομένου παρ’ ετέρου ασφαλιστικού οργανισμού ή του Δημοσίου και, εν καταφατική περιπτώσει, τον φορέα εις ον επιθυμεί ούτος να συνεχίση την ασφάλισίν του δια τους κινδύνους της ασθενείας. ε)Πιστοποιητικόν αρμοδίας αρχής περί της οικογενειακής καταστάσεως του ενδιαφερομένου και περί αγαμίας των τυχόν τέκνων αυτού και αποχής τούτων από παντός επαγγέλματος ή επ’ αμοιβή εργασίας ή συντάξεως. στ)΄Απαντα τα τυχόν μη υποβληθέντα δικαιολογητικά της παρ. 2 του άρθρου 23 και της παρ. 3 του άρθρου 25. 2.΄Εκαστος δικαιοδόχος, ίνα τύχη της υπό του παρόντος καταστατικού καθοριζομένης συντάξεως, δέον όπως υποβάλη πέραν των εν τη προηγουμένη παραγράφω δικαιολογητικών και τα εξής: α)Ληξιαρχικήν πράξιν θανάτου του εξ ου αποκτά το δικαίωμα της συνταξιοδοτήσεως. β)Πιστοποιητικόν παντός αρμοδίου Δικαστηρίου περί μη λύσεως του γάμου δια διαζυγίου. γ)Δικαιολογητικά αποξενώσεως εκ της επιχειρήσεως του θανόντος ως και αντίγραφον της τυχόν διαθήκης αυτού. δ)Πιστοποιητικόν αρμοδίας αρχής, προκειμένου περί χήρας μητρός ή περί γονέων, ότι συνετηρούντο και επροστατεύοντο αποκλειστικώς παρά του θανόντος ή της θανούσης. 3.Αι συντάξεις απονέμονται υπό του Δ. Συμβουλίου του Ταμείου και κατόπιν υποβολής απάντων των ως άνω οριζομένων δικαιολογητικών υπό των ενδιαφερομένων ή των νομίμων αυτού πληρεξουσίων. Εφ’ όσον τα επισυναπτόμενα εις την αίτησιν δικαιολογητικά είναι πλήρη, το Δ. Συμβούλιον του Ταμείου υποχρεούται όπως εκδόση την επί της αιτήσεως απόφασίν του εντός δύο (2) μηνών το βραδύτερον από της υποβολής της. Εν περιπτώσει καθ’ ην η υποβολή των απαιτουμένων δικαιολογητικών πραγματοποιηθή εις χρόνον μεταγενέστερον της ημερομηνίας υποβολής της αιτήσεως περί απονομής συντάξεως, η κατά τ’ ανωτέρω προθεσμία των δύο (2) μηνών άρχεται από της υποβολής του τελευταίου δικαιολογητικού. Επί πάσης ελλείψεως δικαιολογητικών εκ των υποβλητέων μετά της αιτήσεως συνταξιοδοτήσεως, το Ταμείον υποχρεούται όπως ειδοποιήση εγγράφως περί τούτου τον ενδιαφερόμενον εντός μηνός από της υποβολής της αιτήσεως και αιτήση την προσκόμισιν αυτών κατονομάζον αυτά εν τω εγγράφω. Παρερχομένης απράκτου εξαμήνου (6μήνου) προθεσμίας από της επί αποδείξει κοινοποιήσεως εις τον ησφαλισμένον του εγγράφου του Τααμείου, η περί απονομής συντάξεως αίτησις αυτού απορρίπτεται μη δυναμένη δι’ οιονδήποτε λόγον να αναθεωρηθή, πάσα δε υποβαλλομένη μετά την πάροδον του εξαμήνου και την απόρριψιν της αρχικής τοιαύτης λογίζεται ως νέα αίτησις δι’ όλας τας περιπτώσεις προθεσμιών και απονομής, ενάρξεως και παραγραφής της αξιώσεως και του συνταξιοδοτικού διακιώματος. 4.Η διακοπή του εμπορικού επαγγέλματος τυγχάνει απαραίτητος προϋπόθεσις δια την γένεσιν του συνταξιοδοτικού δικαιώματος, τυχόν δε υποβολή αιτήσεως συνταξιοδοτήσεως προ της ημέρας ταύτης παράγει αποτελέσματα μετά την διακοπήν του επαγγέλματος. 5.Επιφυλασσομένων των διατάξεων του εδαφίου γ΄ της παρ. 17 του άρθρου 61 του παρόντος, ουδεμία αίτησις συνταξιοδοτήσεως δύναται να κριθή υπό του Ταμείου ουδέ να απονεμηθή η υπό των διατάξεων του παρόντος Καταστατικού προβλεπομένη σύνταξις εάν υφίσταται οιασδήποτε φύσεως οφειλή προς το Ταμείον. Εφ’ όσον ο ησφαλισμένος έχει υποβάλει άπαντα τα εις την ανωτέρω παρ. 1 οριζόμενα δικαιολογητικά, το Ταμείον υποχρεούται να ειδοποιήση αυτόν εντός μηνός εγγράφως και επί αποδείξει περί της υπάρξεως οφειλής και περί των συνεπειών τας οποίας συνεπάγεται αύτη και η μη άμεσος εξόφλησις αυτής. Εν μη εξοφλήσει της οφειλής εντός εξαμήνου από της κοινοποιήσεως του εγγράφου του Ταμείου εις τον ησφαλισμένον, έχουν εφαρμογήν αι διατάξεις του ως άνω εδαφίου γ΄ της παρ. 3 του παρόντος άρθρου. 6.Το δικαίωμα αναθεωρήσεως απορριπτικής αποφάσεως του προς τούτο εξουσιοδοτουμένου οργάνου επί αιτήσεως απονομής συντάξεως ασκείται εις πάσαν περίπτωσιν εντός προθεσμίας τριών (3) μηνών αρχομένης από της κοινοποιήσεως της αποφάσεως και πάντοτε ενώπιον του Δ. Συμβουλίου του Ταμείου. ΄Αρθρον 102. ΄Εναρξις και λήξις συνταξιοδοτήσεως. 1.Η σύνταξις λόγω αναπηρίας ή γήρατος άρχεται καταβαλλομένη από της πρώτης του επομένου της υποβολής της αιτήσεως μηνός και εφ’ όσον μέχρι της ημερομηνίας ταύτης ο δικαιούχος διέκοψε την άσκησιν του επαγγέλματός του, η δε αναπηρία, προκειμένου περί συντάξεως αναπηρίας, επήλθε προ της υποβολής της αιτήσεως. Επί μεταγενεστέρας διακοπής του επαγγέλματος, η σύνταξις καταβάλλεται από της πρώτης του επομένου της διακοπής μηνός. 2.Η σύνταξις λόγω θανάτου ησφαλισμένου ή συνταξιούχου άρχεται καταβαλλομένη προς τους δικαιούχους από της πρώτης του επομένου του θανάτου μηνός και εφ’ όσον ούτοι υπέβαλον την περί συνταξιοδοτήσεως αίτησίν των εντός προθεσμίας έξ (6) μηνών από του θανάτου και απεξενώθησαν της επιχειρήσεως του θανόντος ή διέκοψαν την άσκησιν του επαγγέλματός των, εφ’ όσον ήσκουν τυχόν εμπορίαν, εντός της αυτής προθεσμίας. Εάν η αίτησις υποβληθή μετά την παρέλευσιν της ως άνω προθεσμίας ή η διακοπή του εμπορικού επαγγέλματος ή η αποξένωσις εκ της επιχειρήσεως του θανόντος επήλθε μετά τον εν τω προηγουμένω εδαφίω χρόνον, η σύνταξις άρχεται καταβαλλομένη από της πρώτης του επομένου της υποβολής της αιτήσεως ή της διακοπής ή της αποξενώσεως μηνός. 3.Η σύνταξις παύει να παρέχεται: α)Επί συντάξεως γήρατος, από του θανάτου του συνταξιούχου, β)Επί συντάξεως αναπηρίας, αφ’ ης έπαυσεν η κατά την παρ. 2 του άρθρου 93 ανικανότης προς άσκησιν του εμπορικού επαγγέλματος ή επήλθε θάνατος. γ)Επί συντάξεως δικαιοδόχων λόγω θανάτου: αα)από του θανάτου του δικαιούχου, ββ)από της τελέσεως γάμου του δικαιούχου κατά το ημεδαπόν ή αλλοδαπόν δίκαιον, γγ)από της συμπληρώσεως των κατά την παρ. 2 του άρθρου 96 ορίων ηλικίας, δδ)αφ’ ης έπαυσεν η κατά την παρ. 2 του άρθρου 96 ανικανότης προς εργασίαν, εε)αφ’ ης ο δικαιούχος, πλην επί χήρας, ανέλαβε βιοποριστικήν εργασίαν επ’ αμοιβή ή κατέστη συνταξιούχος ετέρου ασφαλιστικού οργανισμού ή του Δημοσίου. 4.Η σύνταξις αναπηρίας, γήρατος ή θανάτου παύει καταβαλλομένη την τελευταίαν ημέραν του μηνός καθ’ ον επήλθεν η κατά την προηγουμένην παράγραφον λήξις του δικαιώματος. (Μετά τη σελ. 274,19044) Σελ. 274,19045 Τεύχος Ε93-Σελ. 87 Καταστατικό Ταμείου Ασφαλίσεως Εμπόρων (ΤΑΕ) 39.Ε.α.29 Άρθρον 10. Εννοιολογικοί προσδιορισμοί. 1.Δια την εφαρμογήν του παρόντος οι κάτωθι όροι σημαίνουν αντιστοίχως: α)Απασχόλησις: η προς βιοπορισμόν παροχή εξηρτημένης εργασίας ή ανεξαρτήτου υπηρεσίας ή άσκησις ελευθερίου επαγγέλματος. β)Ατύχημα: το εν τη εργασία ή εξ αφορμής ταύτης βίαιον συμβάν, εξ ου επήλθεν ασθένεια, αναπηρία ή θάνατος του ησφαλισμένου. γ)Ησφαλισμένος και ησφαλισμένοι: τα εκ των εν τοις άρθροις 3 και 5 του παρόντος αναφερόμενα πρόσωπα, τα μη εμπίπτοντα εις τας εξαιρέσεις των ΄Αρθρον 103. Αναστολή συντάξεως. 1.Η καταβολή της συντάξεως αναστέλλεται εφ’ όσον ο συνταξιούχος εκτίει ποινήν στερητικήν της ελευθερίας διαρκείας μείζονος των πέντε (5) ετών. Η τοιαύτη αναστολή χωρεί από της πρώτης του επομένου της ενάρξεως εκτίσεως της ποινής μηνός, η δε σύνταξις περιέρχεται: α)Προκειμένου περί συντάξεως λόγω αναπηρίας ή γήρατος, εις τα εν άρθρω 96 πρόσωπα και εις ύψος ίσον προς εκείνο ο θα ελάμβανον ταύτα εις περίπτωσιν θανάτου του συνταξιούχου. β)Προκειμένου περί συντάξεως λόγω θανάτου, εις τα πρόσωπα άτινα θα εδικαιούντο συντάξεως εν περιπτώσει θανάτου του πρόσώπου ο εστερήθη της ελευθερίας, συμφώνως προς τας διατάξεις των άρθρων 96 και 98. 2.Επίσης η καταβολή της συντάξεως αναστέλλεται: α)Εφ’ όσον ο συνταξιούχος ήθελεν αναλάβει εκ νέου εμπορικήν απασχόλησιν θεμελιούσαν υποχρέωσιν υπαγωγής εις την ασφάλισιν του Ταμείου ή του ΤΕΒΕ ή έχει κατά τον χρόνον της συνταξιοδοτήσεως απασχόλησιν υπαγομένην υποχρεωτικώς εις την ασφάλισιν του ΤΕΒΕ, επιφυλασσομένων των διατάξεων της παρ. 2 του άρθρου 7 του παρόντος. β)Προκειμένου περί συνταξιούχου λόγω ολικής αναπηρίας, εφ’ όσον ούτος αναλάβη οιανδήποτε εξηρτημένην εργασίαν επ’ αμοιβή ή ετέραν επ’ αμοιβή απασχόλησιν. γ)Προκειμένου περί δικαιούχου συντάξεως άγοντος ηλικίαν μικροτέραν των 70 ετών, εφ’ όσον η επιχείρησίς του μετεβιβάσθη εις πρόσωπον περιλαμβανόμενον εις την οικονομικήν ενότητα της οικογενείας του και δι’ όσον χρόνον η επιχείρησις συνεχίζεται υπό του προσώπου τούτου. Εις την οικονομικήν ενότητα της οικογενείας περιλαμβάνονται ο ή η σύζυγος και τα μη χειράφετα άρρενα ή θήλεα τέκνα. Οικονομική ενότης δεν υφίσταται αν ο συνταξιούχος: αα)Λαμβάνη σύνταξιν λόγω αναπηρίας. ββ)΄Εχη συμπληρώσει τριακονταπενταετή (35ετή) χρόνον πραγματικής ασφαλίσεως παρά τω Ταμείω και ηλικίαν εξήκοντα πέντε (65) ετών, ως τοιούτου νοουμένου μόνον του χρόνου των παρ. α΄ και β΄ της περιόδου Α΄ της παρ. 1 του άρθρου 92 του παρόντος. 3.Αρθέντος του λόγου αναστολής, επαναχορηγείται η προ ταύτης καταβαλλομένη σύνταξις από της πρώτης του επομένου της άρσεως του λόγου αναστολής μηνός, εφ’ όσον ο δικαιούχος υποβάλει την σχετικήν αίτησίν του εντός τριμήνου προθεσμίας, από της ημέρας καθ’ ην εξέλιπεν ο λόγος της αναστολής. Επί υποβολής της αιτήσεως μετά την παρέλευσιν της ως άνω τριμήνου προθεσμίας, η καταβολή της ανασταλείσης συντάξεως άχεται από της πρώτης του επομένου της υποβολής της αιτήσεως μηνός. Σελ. 274,19046 Τεύχος Ε93-Σελ. 88 4.Αι διατάξεις των εδαφίων α΄ και γ΄ της ανωτέρω παρ. 2 έχουν εφαρμογήν και επί των μελών της οικογενείας συνταξιοδοτουμένων λόγω θανάτου. 5.Ο υπό το καθεστώς της αναστολής της συντάξεως διανυθείς εν ασφαλίσει χρόνος, εφ’ όσον υπερβαίνει το έν (1) έτος και κατεβλήθησαν δι’ αυτόν ανελλιπώς αι ατομικαί μηνιαίαι εισφοραί, υπολογίζεται εις τον συντάξιμον χρόνον του δικαιούχου, η δε αρχική συνταξιοδοτική απόφασις αναμορφούται και προσαρμόζεται συμφώνως προς τας διατάξεις της ισχύουσας κατά τον χρόνον άρσεως του λόγου της αναστολής δι’ όλας τας προϋποθέσεις (συμπληρώσεως συνταξίμου χρόνου, ορίου ηλικίας και υπολογισμού της συντάξεως), θεωρουμένη ως ουδέποτε εκδοθείσα. 6.Δεν αποτελεί λόγον αναστολής της συντάξεως η υπό του δικαιούχου μίσθωσις προς τρίτους ιδιοκτήτων μονίμων κτιριακών εγκαταστάσεων ανηκουσών εις την διαλυθείσαν προ της συνταξιοδοτήσεως εμπορικήν επιχείρησιν ή εις ετέραν επιχείρησιν εις ην δεν απασχολείται ή της οποίας δεν έχει την εκμετάλλευσιν. ΄Αρθρον 104. Στέρησις και έκπτωσις εκ της συντάξεως. 1.Στερούνται ή εκπίπτουν του δικαιώματος επί των παροχών του Κλάδου Αναπηρίας, Γήρατος και θανάτου: α)Ησφαλισμένοι προκαλέσαντες δολίως την επέλευσιν του ασφαλιστικού κινδύνου και καταδικασθέντες δια την πράξιν των αμετακλήτως υπό του ποινικού δικαστηρίου, και β)ησφαλισμένοι καταδικασθέντες εις ποινήν στερητικήν της ελευθερίας μικροτέραν των πέντε (5) ετών και δι’ όσον χρόνον εκτίουν την ποινήν των. Εις αμφοτέρας τας ως άνω περιπτώσεις το δικαίωμα επί των παροχών μεταβιβάζεται εξ ολοκλήρου εις τους κατά το παρόν Καταστατικόν λόγω θανάτου δικαιοδόχους του ησφαλίσμένου. 2.΄Ατομα προκαλέσαντα δολίως τον θάνατον ησφαλισμένου ή συνταξιούχου του Ταμείου και καταδικασθέντα δια τούτο δι’ αμετακλήτου αποφάσεως του ποινικού δικαστηρίου, στερούνται ή εκπίπτουν του δικαιώματος επί των παροχών τας οποίας θα ελάμβανον ως δικαιοδόχοι λόγω θανάτου. Εις την περίπτωσιν ταύτην το δικαίωμα επί των παροχών δεν αίρεται δια τους λοιπούς κατά το άρθρον 96 δικαιοδόχους. 3.Εκπίπτει του δικαιώματος επί των παροχών του Κλάδου Συντάξεων η χήρα σύζυγος εάν εκπέση της επιτροπείας των τέκνων της δι’ αισχράν διαγωγήν. 39.Ε.α.29 Καταστατικό Ταμείου Ασφαλίσεως Εμπόρων (ΤΑΕ) ΄Αρθρον 105. Παραγραφή και μεταβίβασις απαιτήσεων επί θανάτου δικαιούχου. 1.Το δικαίωμα εις σύνταξιν είναι απαράγραπτον. Το δικαίωμα θεωρείται ότι έχει γεννηθή αφ’ ης συντρέξουν αι εις το παρόν Καταστατικόν οριζόμεναι προϋποθέσεις συνταξιοδοτήσεως. 2.Η αξίωσις εις την παροχήν αποτελεί δημόσιον δικαίωμα μη δεκτικόν παραιτήσεως. …

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.