← Ελλάδα

29. ΠΡΟΕΔΡΙΚΟΝ ΔΙΑΤΑΓΜΑ υπ’ αριθ. 668 της 8/30 Ιουν. 1981 (ΦΕΚ Α΄ 167) (Διόρθ. Σφαλμ. στο ΦΕΚ Α΄ 221/24 Αυγ. 1981) Περί εγκρίσεως του Καταστατικού του

Εν συντομία

Αυτό το Προεδρικό Διάταγμα εγκρίνει το Καταστατικό του Ταμείου Ασφαλίσεως Εμπόρων (ΤΑΕ), ένα νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου που εδρεύει στην Αθήνα και εποπτεύεται από το Υπουργείο Κοινωνικών Υπηρεσιών. Ρυθμίζει την ασφάλιση των εμπόρων και τις παροχές υγειονομικής περίθαλψης.

Τι ρυθμίζει

Ποιον αφορά

Βασικά σημεία

Κείμενο νόμου

  1. ΠΡΟΕΔΡΙΚΟΝ ΔΙΑΤΑΓΜΑ υπ’ αριθ. 668 της 8/30 Ιουν. 1981 (ΦΕΚ Α΄ 167) (Διόρθ. Σφαλμ. στο ΦΕΚ Α΄ 221/24 Αυγ. 1981) Περί εγκρίσεως του Καταστατικού του Ταμείου Ασφαλίσεως Εμπόρων. Έχοντες υπ’ όψει: 1.Τας διατάξεις των άρθρων 7, 8, 9 και 10 του Ν. 403/1976 «Περί Ταμείου Ασφαλίσεως Εμπόρων». 2.Την υπ’ αριθ. 1029/1980 κοινήν απόφασιν του Πρωθυπουργού και του Υπουργού Κοινωνικών Υπηρεσιών «περί αναθέσεως αρμοδιοτήτων εις τους Υφυπουργούς Κοινωνικών Υπηρεσιών» (ΦΕΚ 491/21.5.80 τ.Β΄). 3.Τας διατάξεις της παρ. 1 του άρθρου 2 του Ν. 728/1977 (ΦΕΚ 316/15.10.77 τ.Α΄) «περί του τρόπου εξοφλήσεως οφειλών των ημερησίων εφημερίδων Αθηνών εκ καθυστερουμένων ασφαλιστικών εισφορών προς φορείς Κοινωνικής Ασφαλίσεως αρμοδιότητος του Υπουργείου Κοινωνικής Ασφαλίσεως αρμοδιότητος του Υπουργείου Κοινωνικών Υπηρεσιών και άλλων τινών διατάξεων». 4.Γνώμην του Διοικητικού Συμβουλίου του Ταμείου Ασφαλίσεως Εμπόρων, διατυπωθείσαν εις τας υπ’ αριθ. 1113, 1459 και 1691 αποφάσεις του τας ληφθείσας αντιστοίχως κατά τας συνεδριάσεις αυτού της 6.8.80, 8.10.80 και 19.11.
  2. 5.Γνώμην του Συμβουλίου Κοινωνικής Ασφαλείας, διατυπωθείσαν εις την υπ’ αριθ. 81/10.12.1980 συνεδρίασιν αυτού. 6.Την υπ’ αριθ. 273/1981 γνωμοδότησιν του Συμβουλίου της Επικρατείας, προτάσει του επί των Κοινωνικών Υπηρεσιών Υφυπουργού, αποφασίζομεν: Εγκρίνομεν το ως έπεται Καταστατικόν του Ταμείου Ασφαλίσεως Εμπόρων. ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΠΡΩΤΟΝ ΓΕΝΙΚΑΙ ΚΑΙ ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΑΙ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ Άρθρον
  3. Φορεύς της ασφαλίσεως. 1.Το κατά το άρθρον 50 του Νόμου 6298/34 «περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων» εν συνδυασμώ προς το άρθρον 59 παρ. 1 του Αναγκαστικού Νόμου της 11 Νοεμβρίου 1935 «περί Οργανισμού του Υφυπουργείου Εργασίας» και τον υπ’ αριθ. 46/1936 Α.Ν. «περί Υπουργείου Εργασίας», ως ούτος ηρμηνεύθη δια του Α.Ν. 694/1937 «περί αυθεντικής ερμηνείας κ,λπ.» συσταθέν δια της υπ’ αριθ. 21891/3.12.1936 (ΦΕΚ 238/Β΄/1936) αποφάσεως του Υφυπουργού της Εργασίας και νομίμως λειτουργούν δια της υπ’ αριθ. 52521/27.9.39 (ΦΕΚ 256/Β/1939) αποφάσεως του ιδίου Υφυπουργού «περί εγκρίσεως Καταστατικού Ταμείου Ασφαλίσεως Εμπόρων» ως αυτή μεταγενεστέρως ετροποποιήθη και συνεπληρώθη, κυρωθεισών απασών των αποφάσεων τούτων υπό των διατάξεων του άρθρου 1 του Ν.Δ. 4096/60 «περί ρυθμίσεως θεμάτων τινών του Ταμείου Ασφαλίσεως Εμπόρων», Ταμείον Ασφαλίσεως Εμπόρων (ΤΑΕ), αποκαλούμενον εν τοις επομένοις χάριν συντομίας «Ταμείον», εδρεύει εν Αθήναις και αποτελεί Νομικόν Πρόσωπον Δημοσίου Δικαίου, υπαγόμενον υπό την εποπτείαν και τον έλεγχον του Υπουργείου Κοινωνικών Υπηρεσιών (παρ. 1 του άρθρ. 1 του Ν. 403/76). Άρθρον
  4. Τυπική ασφάλισις. 1.Μετά παρέλευσιν διετίας από της αυτεπαγγέλτως η πενταετίας από της δι’ αιτήσεως γενομένης εγγραφής προσώπου τινός εις την ασφάλισιν, το Ταμείον δεν δύναται ν’ αμφισβητήση την νομιμότητα του διανυθέντος χρόνου ασφαλίσεως, έστω και αν ελλείπουν αι κατά το παρόν Καταστατικόν προϋποθέσεις, εφ’ όσον ο ησφαλισμένος κατέβαλεν εμπροθέσμως τας ασφαλιστικάς του εισφοράς. Εις τας περιπτώσεις ταύτας ο διανυθείς χρόνος λογίζεται: ως νόμιμως διανυθείς δια πάσας τας συνεπείας, υποχρεουμένου του Ταμείου να διαγράψη εκ των μητρώων του τον ησφαλισμένον άμα τη ενημερώσει αυτού περί της ελλείψεως των προϋποθέσεων παραμονής του εις την ασφάλισιν. Η διαγραφή δεν δύναται αν πραγματοποιηθή μετά την επέλευσιν της ασφαλιστικής περιπτώσεως. Η εφαρμογή των ως άνω διατάξεων προϋποθέτει την καλήν πίστιν του ησφαλισμένου και την ανυπαρξίαν απατηλής παρ’ αυτού ενεργείας ή συμπεριφοράς. 2.Εάν ο ησφαλισμένος υπήχθη νομίμως εις την ασφάλισιν, απώλεσε δε κατά την διάρκειαν αυτής τας προϋποθέσεις ασφαλίσεως του λόγω διακοπής ή αλλαγής του επαγγέλματος, ο διανυθείς μετά την διακοπήν ή αλλαγήν χρόνος ουδέποτε θεωρείται ως εν νομίμω ασφαλίσει, εκτός αν το Ταμείον είχεν ειδοποιηθή εγγράφως περί τούτου ή υφίσταται περιπτώσις εφαρμογής της διατάξεως της παρ. 1 του άρθρου 6 του παρόντος. Εις τας περιπτώσεις ταύτας το Ταμείον υποχρεούται μόνον εις την επιστροφήν των καταβληθεισών παρά του ησφαλισμένου εισφορών του Κλάδου Συντάξεων του μη αναγνωριζομένου αντιστοίχου χρόνου. ΄Αρθρον
  5. Υγειονομική υπηρεσία. 1.Η υγειονομική υπηρεσία του Κλάδου Ασθενείας και Μητρότητος του Ταμείου αποτελείται εκ του Αρχιάτρου και των ελεγκτών ιατρών και τυγχάνει αρμοδία δια την εφαρμογήν των περί του Κλάδου Ασθενείας και Μητρότητος διατάξεων του παρόντος Καταστατικού. Ειδικώτερον: α)Αποφασίζει περί της εισαγωγής των ασθενών ησφαλισμένων εις νοσοκομεία και εκδίδει τα δια την εισαγωγήν των αναγκαία εισητήρια. β)Ελέγχει την μαιευτικήν, νοσοκομειακήν, σανατορικήν και πρόσθετον περίθαλψιν των ησφαλισμένων και εισηγείται την λήψιν μέτρων προς βελτίωσιν της περιθάλψεως αυτών. γ)Εισηγείται την έγκρισιν της συνάψεως συμβάσεων μετά των πάσης φύσεως θεραπευτηρίων και κλινικών, ως και την τροποποίησιν ή καταγγελίαν των συμβάσεων τούτων. δ)Προβαίνει εις έλεγχον των υπό των θεραπευτηρίων ή των ησφαλισμένων υποβαλλομένων λογαριασμών και εισηγείται την έγκρισιν πάσης δαπάνης αφορώσης εις τας παροχάς του Κλάδου Ασθενείας και Μητρότητος του Ταμείου. ε)΄Εχει την εποπτείαν και την ευθύνην της όλης παρεχομένης περιθάλψεως και μεριμνά δια την χάραξιν γενικού υγειονομικού προγράμματος του Ταμείου. στ)Επιλαμβάνεται παντός υγειονομικού θέματος και εκδίδει τας αναγκαίας εγκυκλίους προς τους ησφαλισμένους και τα συμβεβλημένα θεραπευτήρια και κλινικάς· και ζ)Εκτελεί τας αποφάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου και του Γενικού Διευθυντού του Ταμείου. 2.Ο Αρχίατρος προΐσταται της Υγειονομικής υπηρεσίας και του υγειονομικού προσωπικού και έχει την ανωτάτην εποπτείαν, τον έλεγχον και την παρακολούθησιν της περιθάλψεως. Ιδία: α)Προεδρεύει της Α/θμίου υγειονομικής επιτροπής Αθηνών του Ταμείου, ως και των τυχόν συνιστωμένων υπό του Διοικητικού Συμβουλίου ειδικών εξ ιατρών επιτροπών δια την μελέτην υγειονομικών θεμάτων. β)Ασκεί τας υπό του παρόντος Καταστατικού προβλεπομένας δι΄’ αυτόν αρμοδιότητας και μεριμνά δια την χάραξιν του γενικού υγειονομικού προγράμματος. γ)Εκδίδει τα εισητήρια εισαγωγής των ησφαλισμένων εις θεραπευτήρια, ως και τα δελτία παρατάσεως της νοσηλείας αυτών και τας απαραιτήτους ιατρικάς γνωματεύσεις. Σελ. 274,19038 Τεύχος Ε93-Σελ. 80 δ)Ελέγχει τους ελεγκτάς ιατρούς δια τας εγκρινομένας ή μη υπ’ αυτών συνταγάς φαρμάκων ή εντολάς παρακλινικών εξετάσεων, αίτινες εκδίδονται υπό των θεραπόντων ιατρών των θεραπευτηρίων και κλινικών δια τους εν αυτοίς νοσηλευομένους. ε)Παραπέμπει τους ησφαλίσμένους εις ιατρούς ειδικότητος ή εγκρίνει τα παραπεμπτικά εξετάσεων παρ’ ειδικών ιατρών ή την εκτέλεσιν ειδικών θεραπειών ή παρακλινικών εξετάσεων. στ)Συντάσσει το μηνιαίον στατιστικόν δελτίον περί της νοσηρότητος των ησφαλισμένων και ελέγχει μετά των ελεγκτών ιατρών τους λογαριασμούς των θεραπευτηρίων. Τον Αρχίατρον ελλείποντα, απόντα ή κωλυόμενον αναπληροί εις απάσας αυτού τας αρμοδιότητας είς των ελεγκτών ιατρών Αθηνών οριζόμενος υπό του Διοικητικού Συμβουλίου. 3.Οι ελεγκταί ιατροί παρακολουθούν και ελέγχουν την εν θεραπευτηρίοις και οίκοι νοσηλείαν των ησφαλισμένων κατά τας διατάξεις του παρόντος καταστατικού και τας οδηγίας του Αρχιάτρου και εκτελούν πάσαν υπηρεσίαν σχετικήν προς την παρεχομένην υπό του Ταμείου περίθαλψιν. Ιδία: α)Παρακολουθούν τακτικώς την εν θεραπευτηρίοις νοσηλείαν των ασθενών από απόψεως διοικητικής και θεραπευτικής αγωγής και εγκρίνουν ή απορρίπτουν τας υπό των θεραπόντων ιατρών των θεραπευτηρίων εκδιδομένας συνταγάς ή εντολάς παρακλινικών εξετάσεων ή άλλων ειδικών θεραπειών. β)Υποβάλλουν εις τον Αρχίατρον αντίγραφα των υπ’ αυτών τηρουμένων ημερησίων δελτίων των εν θεραπευτηρίοις νοσηλευομένων ησφαλισμένων, ως και εκθέσεις περί της συμμορφώσεως των νοσηλευομένων προς τας υπό του θεραπευτηρίου και του παρόντος Καταστατικού οριζομένας υποχρεώσεις των. γ)Επισκέπτονται τους εις τας οικίας των τυγχάνοντας περιθάλψεως προς εξακρίβωσιν της πορείας της ασθενείας, της ενδεικνυομένης και ακολουθητέας θεραπευτικής αγωγής και των απαραιτήτων ιατρικών επισκέψεων, παρακλινικών εξετάσεων και ειδικών θεραπειών· και δ)Συντάσσουν περιοδικώς εκθέσεις περί της υπό των θεραπευτηρίων τηρήσεως των όρων των συμβάσεων και της περί υπ’ αυτών περεχομένης περιθάλψεως. Εις τους ελεγκτάς ιατρούς Πειραιώς και Θεσσαλονίκης, ανατίθεται αποφάσει του Διοικητικού Συμβουλίου του Ταμείου η άσκησις εις την περιφέρειάν των μέρους ή του συνόλου των αρμοδιοτήτων του Αρχιάτρου. Ο ελεγκτής ιατρός Θεσσαλονίκης προεδρεύει και της εν Θεσσαλονίκη Α/θμίου υγειονομικής επιτροπής του Ταμείου, ο δε ελεγκτής ιατρός Πειραιώς, της εν Πειραιεί ομοίας υγειονομικής επιτροπής. 4.Δι’ αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου του Ταμείου εγκρινομένης υπό του Υπουργού Κοινωνικών Υπηρεσιών, χορηγούνται κατά μήνα εις τον Αρχίατρον και τους ελεγκτάς ιατρούς δι’ έξοδα κινήσεως κατ’ αποκοπήν πρός κάλυψιν των δαπανών μετακινήσεώς των δια τον έλεγχον των θεραπευτηρίων και κλινικών και της εν γένει περιθάλψεως, μη δυνάμενα να ορισθούν εις ποσοστόν ανώτερον του 20% του βασικού μισθού του Αρχιάτρου. 39.Ε.α.29 Καταστατικό Ταμείου Ασφαλίσεως Εμπόρων (ΤΑΕ) ΄Αρθρον
  6. Συμβάσεις θεραπευτηρίων. 1.Δια την παροχήν μαιευτικής, νοσοκομειακής και σανατορικής περιθάλψεως ο Κλάδος Ασθενείας και Μητρότητος του Ταμείου συμβάλλεται μετά δημοσίων και δημοτικών θεραπευτηρίων και θεραπευτηρίων ιδρυμάτων, μετά ιδιωτικών κλινικών και μετ’ ασφαλιστικών οργανισμών ασκούντων ασφάλισιν δι’ ιδιοκτήτων θεραπευτηρίων. 2.Κατά την σύναψιν των συμβάσεων και εφ’ όσον προσφέρονται πλείονα θεραπευτήρια προς διάθεσιν κλινών δια τους ησφαλισμένους του Ταμείου, προτιμώνται κατά σειράν τα κρατικά ή δημοτικά θεραπευτήρια και τα ανήκοντα εις κοινωφελή ιδρύματα, εκ των κλινικών δε αι έχουσαι την μεγαλυτέραν δύναμιν κλινών και τον αρτιώτερον εξοπλισμόν εις εγκαταστάσεις και εις επιστημονικόν και βοηθητικόν προσωπικόν. 3.Τα συμβεβλημένα θεραπευτήρια και κλινικαί υποχρεούνται όπως επιτρέπουν εις τα αρμόδια υγειονομικά και διοικητικά όργανα του Ταμείου την είσοδον εις την κλινικήν, προς παρακολούθησιν της νοσηλείας και της εν γένει τηρήσεως των παρά των θεραπευτηρίων ανειλημμένων δια της συμβάσεως έναντι του Ταμείου υποχρεώσεων. 4.Αι καταρτιζόμεναι συμβάσεις είναι αορίστου χρόνου. 5.Τους όρους των συμβάσεων μετά των θεραπευτηρίων καθορίζει το Διοικητικόν Συμβούλιον του Ταμείου δια γενικής αποφάσεώς του, απαραίτητος δε προϋπόθεσις δια την σύναψιν συμβάσεως μετά θεραπευτηρίου ή κλινικής είναι η κανονική και νόμιμος λειτουργία αυτών. 6.Επί παραβάσεως των όρων της συμβάσεως, το Ταμείον δύναται κατόπιν αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου να καταγγείλη την σύμβασιν άνευ ουδεμιάς υποχρεώσεως αποζημιώσεως. Αι περί του Κλάδου Ασθενείας και Μητρότητος του Ταμείου διατάξεις του παρόντος Καταστατικού αποτελούν όρους των συναπτομένων συμβάσεων και εις ας περιπτώσεις δεν αναφέρεται τούτο ρητώς εις αυτάς. ΄Αρθρον
  7. Συμβάσεις εργαστηρίων. 1.Το Ταμείον συμβάλλεται αποφάσει του Διοικητικού Συμβουλίου του μετ’ εργαστηρίων των απαιτουμένων ειδικοτήτων, προς εκτέλεσιν των παρακλινικών εξετάσεων και των λοιπών θεραπειών των ησφαλισμένων και των προστατευομένων μελών οικογενείας των. Επίσης συμβάλλεται μετά φαρμακείων ή ειδικών εργαστηρίων ή καταστημάτων, προς προμήθειαν εις τους ησφαλισμένους των ειδών προσθετικής. 2.Τα εργαστήρια, φαρμακεία ή καταστήματα μεθ’ ων συνάπτεται σύμβασις, ως και οι όροι συμβάσεως, καθορίζονται υπό του Διοικητικού Συμβουλίου του Ταμείου. ΄Αρθρον
  8. Πρωτοβάθμιοι υγειονομικαί επιτροπαί. 1.Παρά τω Ταμείω συνιστώνται τρείς

(3)Πρωτοβάθμιοι υγειονομικαί επιτροπαί:μία με έδρα τας Αθήνας, μία με έδραν την Θεσσαλονίκην και μία με έδρα τον Πειραιά. 2.Η Πρωτοβάθμιος υγειονομική επιτροπή Αθηνών συνεδριάζουσα εις τα γραφεία του Κεντρικού Καταστήματος του Ταμείου, έχει αρμοδιότητας δια τους ησφαλισμένους ολοκλήρου της χώρας και αποτελείται: α)εκ του Αρχιάτρου του Ταμείου ως προέδρου, αναπληρουμένου υφ’ ενός των ελεγκτών ιατρών του Ταμείου. β)εξ ενός ελεγκτού ιατρού του Ταμείου, αναπληρουμένου υπό ετέρου ελεγκτού ιατρού του Οργανισμού, και γ)εξ ενός ιατρού ειδικότητος χειρουργού ανεγνωρισμένης επιστημονικής καταρτίσεως, αναπληρουμένου υπό ετέρου ιατρού της αυτής ειδικότητος. 3.Η Πρωτοβάθμιος υγειονομική επιτροπή Θεσσαλονίκης, συνεδριάζουσα εις τα γραφεία του υποκαταστήματος Θεσσαλονίκης, έχει αρμοδιότητα δια τους ησφαλισμένους της περιοχής της υπαγομένης εις την δικαιοδοσίαν του υποκαταστήματος Θεσσαλονίκης και αποτελείται: α)Εκ του εν Θεσσαλονίκη ελεγκτού ιατρού του Ταμείου ως προέδρου, αναπληρουμένου υπό ενός ιατρού ειδικότητος παθολόγου εκ των εν Θεσσαλονίκη υπηρετούντων εις δημόσια νοσοκομεία ή εις οργανισμούς δημοσίου δικαίου. β)Εξ ενός ιατρού ειδικότητος καρδιολόγου ανεγνωρισμένης επιστημονικής καταρτίσεως, αναπληρουμένου υπό ετέρου ιατρού της αυτής ειδικότητος· και γ)Εξ ενός ιατρού ειδικότητος χειρουργού ανεγνωρισμένης επιστημονικής καταρτίσεως, αναπληρουμένου υπό ετέρου ιατρού της αυτής ειδικότητος. 4.Η Πρωτοβάθμιος υγειονομική επιτροπή Πειραιώς, συνεδριάζουσα εις τα γραφεία του υποκαταστήματος Πειραιώς, έχει αρμοδιότητα δια τους ησφαλισμένους της περιοχής της υπαγομένης εις την δικαιοδοσίαν του υποκαταστήματος Πειραιώς και αποτελείται: α)Εκ του εν Πειραιεί ελεγκτού ιατρού του Ταμείου ως προέδρου, αναπληρουμένου υφ’ ενός ιατρού ειδικότητος παθολόγου εκ των εν Πειραιεί υπηρετούντων εις δημόσια νοσοκομεία ή εις οργανισμούς δημοσίου δικαίου. β)Εξ ενός εκ των εν Αθήναις υπηρετούντων ελεγκτών ιατρών του Ταμείου, αναπληρουμένου υπό ετέρου ελεγκτού ιατρού της Κεντρικής υπηρεσίας. γ)Εξ ενός ιατρού ειδικότητος χειρουργού ανεγνωρισμένης επιστημονικής καταρτίσεως, αναπληρουμένου υπό ετέρου ιατρού της αυτής ειδικότητος. 5.Αι Πρωτοβάθμιοι υγειονομικάι επιτροπαί ασκούν απάσας τας υπό του παρόντος Καταστατικού προβλεπομένας αρμοδιότητας, εξακριβώνουν και βεβαιούν περί της αναπηρίας και γενικώς της ανικανότητος προς άσκησιν του εμπορικού επαγγέλματος υπό των ησφαλισμένων των περιοχών των νομών Αττικής, Θεσσαλονίκης, Ημαθείας, Κιλκίς , Πέλλης, Πιερίας, Σερρών, και Χαλκιδικής και των επαρχιών Αιγίνης, Κυθήρων, Πειραιώς, Τροιζηνίας, ΄Υδρας και Ερμιονίδος. Η αρμοδιότης των Πρωτοβαθμίων υγειονομικών επιτροπών του Ταμείου δια τους ησφαλισμένους των ως άνω περιοχών είναι αποκλειστική. Προκειμένου περί ησφαλισμένων νοσηλευομένων εις θεραπευτήρια ή κατ’ οίκον και μη δυναμένων να προσέλθουν ενώπιον της Υγειονομικής επιτροπής άνευ κινδύνου της υγείας των, βεβαιουμένου τούτου ρητώς υπό του θεραπευτηρίου ή του θεράποντος ιατρού, η υγειονομική επιτροπή αποφαίνεται βάσει των υποβαλλομένων εις αυτήν στοιχείων, ή και ετέρων άτινα θέλει κρίνει αναγκαία. Περί της αδυναμίας προσελεύσεως ασκείται έλεγχος υπό της υγειονομικής επιτροπής δια των μελών της, άτινα προβαίνουν και εις λεπτομερή ιατρικήν εξέτασιν του ησφαλισμένου. 6.Αι Πρωτοβάθμιοι υγειονομικαί επιτροπαί δύνανται προ της κρίσεώς των και προς σχηματισμόν γνώμης να παραπέμπουν τους ησφαλισμένους εις ειδικούς ιατρούς ή προς ενέργειαν παρακλινικών ή άλλων ειδικών εξετάσεων, (Μετά τη σελ. 274,19038) Σελ. 274,19039 Τεύχος Ε93-Σελ. 81 Καταστατικό Ταμείου Ασφαλίσεως Εμπόρων (ΤΑΕ) 39.Ε.α.29 των δαπανών δια τας αμοιβάς των ειδικών ιατρών και τας εξετάσεις υπολογιζομένων βάσει του διπλασίου των εις την δευτέραν και μεγαλυτέραν στήλην του εκάστοτε νομίμου τιμολογίου αναγραφομένων ποσών, και βαρυνουσών το Ταμείον. Δύνανται επίσης προς σχηματισμόν γνώμης να διατάσσουν αι Πρωτοβάθμιοι υγειονομικαί επιτροπαί προ της κρίσεώς των την εισαγωγήν του ησφαλισμένου εις νοσοκομείον, προς ενέργειαν των απαραιτήτων εξετάσεων. Αι δαπάναι της τοιαύτης εξετάσεως βαρύνουν αποκλειστικώς το Ταμείον. Η επιτροπή, μη κρίνουσα την περίπτωσιν ώριμον προς οριστικήν κρίσιν, δύναται να χορηγή ή να παρατείνη την ήδη χορηγηθείσαν ανικανότητα προς άσκησιν του εμπορικού επαγγέλματος επί ωρισμένον χρόνον μη δυνάμενον να υπερβή τους έξ
(6)μήνες. 7.Η εξακρίβωσις και βεβαίωσις της αναπηρίας ησφαλισμένων κατοικούντων εις τας λοιπάς εκτός των εν τη ανωτέρω παρ. 5 περιφερειών της χώρας, ενεργούνται υπό των, κατά τόπους υγειονομικών επιτροπών του Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων, εκτός αν οι ενδιαφερόμενοι αιτήσωσι την δαπάναις των μετακίνησίν των εις Αθήνας, Θεσσαλονίκην ή Πειραιά, ίνα υποβληθούν εις εξέτασιν παρά των Πρωτοβαθμίων υγειονομικών επιτροπών του Κλάδου Ασθενείας και Μητρότητος, ή εάν το Διοικητικόν Συμβούλιον του Ταμείου κρίνη τούτο σκόπιμον. Εις την τελευταίαν ταύτην περίπτωσιν, αι δαπάναι μετακινήσεως των ησφαλισμένων και αι παρεπόμεναι δαπάναι βαρύνουν το Ταμείον. 8.Χρέη γραμματέων των Πρωτοβαθμίων υγειονομικών επιτροπών εκτελούν εις μεν τας Αθήνας είς υπάλληλος της Κεντρικής υπηρεσίας του Ταμείου, εις δε την Θεσσαλονίκην και τον Πειραιά ανά είς υπάλληλος των υποκαταστημάτων Θεσσαλονίκης και Πειραιώς αντιστοίχως. 9.΄Οπου του παρόντος Καταστατικού αναφέρεται «Υγειονομική επιτροπή», νοείται η Πρωτοβάθμιος υγειονομική επιτροπή, μη δυναμένου του ησφαλισμένου να προσφύγη εις την Δευτεροβάθμιον τοιαύτην. 10.Ο ησφαλισμένος δύναται, εντός τριάκοντα
(30)ημερών από της κοινοποιήσεως εις αυτόν της αποφάσεως της Πρωτοβαθμίου υγειονομικής επιτροπής του Κλάδου Ασθενείας και Μητρότητος, να προσφύγη ενώπιον της Δευτεροβαθμίου υγειονομικής επιτροπής αυτού αιτών νέαν εξέτασιν και κρίσιν παρ’ αυτής. Η προσφυγή επιτρέπεται μόνον εις περιπτώσεις κρίσεως της αναπηρίας ή της ανικανότητος προς άσκησιν του εμπορικού επαγγέλματος, προς απόκτησιν δικαιώματος εις σύνταξιν. 11.Εάν απορριφθή οριστικώς η περί απονομής συντάξεως αναπηρίας αίτησις ή διακοπή οριστικώς η καταβολή απονεμηθείσης συντάξεως, ο ησφαλισμένος δεν δύναται προ της παρελεύσεως ενός έτους από της απορρίψεως ή της διακοπής να υποβάλη νέαν αίτησιν περί απονομής τοιαύτης συντάξεως, εκτός αν επικαλήται νέα πραγματικά περιστατικά. ΄Αρθρον
  1. Δευτεροβάθμιος Υγειονομική επιτροπή. 1.Παρά τω Ταμείω συνιστάται Δευτεροβάθμιος Υγειονομική επιτροπή οριστικής κρίσεως αποτελουμένη: α)Εξ ενός καθηγητού ή υφηγητού της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών ως προέδρου, αναπληρουμένου υπό ετέρου καθηγητού ή υφηγητού της αυτής σχολής. Σελ. 274,19040 Τεύχος Ε93-Σελ. 82 β)Εξ ενός υφηγητού παθολόγου ή καρδιολόγου ως μέλους, αναπληρουμένου υπό ιατρού της αυτής ειδικότητος· και γ)Εξ ενός ιατρού ειδικότητος χειρουργού ανεγνωρισμένης επιστημονικής καταρτίσεως ως μέλους, αναπληρουμένου υπό ιατρού της αυτής ειδικότητος. 2.Η Δευτεροβάθμιος Υγειονομική επιτροπή εδρεύει εν Αθήναις, συνεδριάζει εις τα γραφεία του Κεντρικού Καταστήματος του Ταμείου και αποφαίνεται μόνον επί προσφυγών ησφαλισμένων ή του Ταμείου κατά αποφάσεων των Πρωτοβαθμίων Υγειονομικών επιτροπών του Οργανισμού, αναφερομένων εις την εξακρίβωσιν ή βεβαίωσιν περί της υπάρξεως αναπηρίας και γενικώς περί της ανικανότητος προς άσκησιν του εμπορικού επαγγέλματος. 3.Αι δαπάναι των παρακλινικών ή άλλων εξετάσεων τας οποίας διατάσσει η Δευτεροβάθμιος Υγειονομική επιτροπή, βαρύνουν το Ταμείον, αι δε δαπάναι μετακινήσεως του ησφαλισμένου βαρύνουν τον ίδιον, εφ’ όσον η προσφυγή εγένετο παρ’ αυτού. Εις πάσαν άλλην περίπτωσιν αι δαπάναι μετακινήσεως βαρύνουν το Ταμείον. Αι διατάξεις των παρ. 6 και 7 του άρθρου 89 έχουν εν προκειμένω εφαρμογήν. 4.Καθήκοντα γραμματέως της Δευτεροβαθμίου Υγειονομικής επιτροπής εκτελεί είς των υπαλλήλων της Κεντρικής υπηρεσίας του Ταμείου επί βαθμώ τουλάχιστον 6ω, οριζόμενος μετά του αναπληρωτού του. 5.Ιατροί μετέχοντες εις τας Πρωτοβαθμίους Υγειονομικάς Επιτροπάς του Ταμείου δεν δύνανται να μετέχουν ταυτοχρόνως και εις την Δευτεροβάθμιον Υγειονομικήν επιτροπήν αυτού. Αρθρον
  2. Συγκρότησις και λειτουργία των υγειονομικών επιτροπών. 1.Η θητεία των μελών απασών των υγειονομικών επιτροπών (Πρωτοβαθμίων και Δευτεροβαθμίου) είναι τριετής (3ετής). Η διάρκεια της θητείας των οριζομένων εις αντικατάστασιν οπωσδήποτε αποχωρούντων τακτικών ή αναπληρωματικών μελών ισούται προς τον υπόλοιπον χρόνον της θητείας των αποχωρησάντων. 2.΄Απασαι αι υγειονομικαί επιτροπαί (Πρωτοβάθμιοι και Δευτεροβάθμιος) συγκροτούνται κατά μήνα Δεκέμβριον δια τα επόμενα τρία
(3)ημερολογιακά έτη. 3.Η συγκρότησις των υγειονομικών επιτροπών (Πρωτοβαθμίων και Δευτεροβαθμίου) ενεργείται δι’ αποφάσεως του Δ. Συμβουλίου του Ταμείου εγκρινομένης υπό του Υπουργού Κοινωνικών Υπηρεσιών. Εις την περί συγκροτήσεως απόφασιν ορίζονται και τα αναπληρωματικά μέλη ως και οι γραμματείς των υγειονομικών επιτροπών μετά των αναπληρωτών των, οίτινες δύνανται να είναι και περισσότεροι του ενός. 4.΄Απασαι αι υγειονομικαί επιτροπαί ευρίσκονται εν απαρτία και δύνανται να αποφασίζουν εγκύρως παρόντων απάντων των μελών αυτών ή των αναπληρωτών των. Αι αποφάσεις των υγειονομικών επιτροπών λαμβάνονται κατά πλειοψηφίαν. 5.Κατά τας συνεδριάσεις των υγειονομικών επιτροπών τηρούνται πρακτικά περιλαμβάνοντα τας λαμβανομένας αποφάσεις, τα οποία υπογράφονται υπό πάντων των μελών και του γραμματέως. Η γνώμη του τυχόν διαφωνήσαντος μέλους καταχωρείται εις τα πρακτικά. 6.Η αμοιβή των μελών των υγειονομικών επιτροπών και των γραμματέων αυτών καθορίζεται δι’ αποφάσεως του Δ. Συμβουλίου του Ταμείου, εγκρινομένης υπό του Υπουργού Κοινωνικών Υπηρεσιών. 7.Πάσα λεπτομέρεια αφορώσα εις τον τρόπον λειτουργίας των υγειονομικών επιτροπών καθορίζεται δια γενικής αποφάσεως του Δ. Συμβουλίου του Ταμείου. 39.Ε.α.29 Καταστατικό Ταμείου Ασφαλίσεως Εμπόρων (ΤΑΕ) ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΠΕΜΠΤΟΝ ΑΣΦΑΛΙΣΙΣ ΑΝΑΠΗΡΙΑΣ-ΓΗΡΑΤΟΣ ΘΑΝΑΤΟΥ ΄Αρθρον 92. Συντάξιμος χρόνος. 1.Δια τον υπολογισμόν των κατά το παρόν Καταστατικόν απαιτουμένων προϋποθέσεων συνταξιοδοτήσεως και δια την εξεύρεσιν του ποσού των βάσει των διατάξεων τούτου απονεμομένων συντάξεων, ως συντάξιμος χρόνος λογίζεται: Α.Χρόνος πραγματικής ασφαλίσεως: α)Ο χρόνος της νομίμου υπαγωγής εις την ασφάλισιν του Ταμείου, από της ιδρύσεως αυτού και εφεξής, εφ’ όσον έχουν καταβληθή ανελλιπώς αι μηνιαίαι ατομικαί εισφοραί, αίτινες εν μετατροπή εις ημερησίας εισφοράς συνίστανται εις 25 κατά μήνα ή 300 κατ’ έτος. β)Ο χρόνος της αναγνωρισθείσης εμπορικής απασχολήσεως συμφώνως προς τας διατάξεις της προϊσχυούσης νομοθεσίας, ως και ο αναγνωριζόμενος τοιούτος συμφώνως προς τας διατάξεις της παρ. 5 του άρθρου 21 του παρόντος, εφ’ όσον εγένετο νόμιμος εξαγορά αυτού συμφώνως προς τας διατάξεις ταύτας. Β.Χρόνος πλασματικής ασφαλίσεως: γ)Ο χρόνος της αναγνωρισθείσης και εξαγορασθείσης προϋπηρεσίας ήτις διηνύθη προ της ιδρύσεως του Ταμείου, συμφώνως προς τας προϊσχυούσας διατάξεις. 2.Η άθροισις του συνολικού συνταξίμου χρόνου γίνεται εφ’ όσον ο χρόνος εκάστης εκ των εν τη προηγουμένη παραγράφω κατηγοριών δεν εμπίπτει εις τον χρόνον ετέρας τοιαύτης. Εφ’ όσον ο χρόνος της μιας κατηγορίας συμπίπτει προς τα αυτά χρονικά όρια της ετέρας, συνυπολογίζεται ο χρόνος της μιας μόνον τούτων, και δη εκείνης δι’ ην ο ησφαλισμένος δια δηλώσεώς του προς το Ταμείον δεικνύει προτίμησιν. Η δήλωσις του ησφαλισμένου υποβάλλεται προ της εκδόσεως της συνταξιοδοτικής αποφάσεως, μετά δε την έκδοσιν ταύτης η δήλωσις αυτή δεν γίνεται δεκτή. 3.Κατά την άθροισιν του συνολικού συνταξίμου χρόνου, το υπερβαίνον το εξάμηνον κλάσμα του έτους υπολογίζεται δι’ απάσας τας περιπτώσεις ως πλήρες έτος, εφ’ όσον καταβληθούν αι αναλογούσαι ατομικαί εισφοραί, το δε ίσον ή κατώτερον του εξαμήνου παραλείπεται. 4.Χρόνος πραγματικής ή πλασματικής ασφαλίσεως δι’ ον δεν κατεβλήθησαν νομίμως αι αναλογούσαι ατομικαί μηνιαίαι εισφοραί, ουδέποτε υπολογίζεται ως συντάξιμος. 5.΄Οπου του παρόντος Καταστατικού αναφέρεται χρόνος συντάξιμος, νοείται το σύνολον του χρόνου πραγματικής και πλασματικής ασφαλίσεως, όπου δε χρόνος πραγματικός, νοείται ο χρόνος της πραγματικής μόνον ασφαλίσεως ως εν εδαφ. α΄ και β΄ της πρώτης ως άνω παραγράφου ορίζεται. Σύνταξις αναπηρίας. ΄Αρθρ.93.-«1.Ο ασφαλισμένος του Ταμείου, δικαιούται σύνταξη λόγω αναπηρίας αν κατέστη ανάπηρος κατά την έννοια της επομένης παραγράφου, διέκοψε την άσκηση του επαγγέλματος λόγω της αναπηρίας του και έχει 20 έτη συντάξιμου χρόνου ή 10 έτη τουλάχιστον πραγματικό συντάξιμο χρόνο, από τον οποίο, τα 3 τουλάχιστον έτη συνέχεια πριν από τη διακοπή του επαγγέλματος. Επίσης ο ασφαλισμένος και τα μέλη οικογενείας, τα προβλεπόμενα από του άρθρ. 96 του παρόντος, δικαιούνται σύνταξη αναπηρίας ή σύνταξη επιζώντων, αν από βίαιο συμβάν κατά την άσκηση του επαγγέλματος προκληθεί αναπηρία ή θάνατος του ασφαλισμένου, τα οποία δεν δύναται να αποδοθούν σε δόλο αυτού». Η παρ. 1 τροποποιήθηκε ως άνω από το άρθρ. 1 Π.Δ. 629/18-31 Δεκ. 1985 (ΦΕΚ Α΄ 232). 2.Ο ησφαλισμένος λογίζεται ανάπηρος εάν συνεπεία παθήσεως, βλάβης ή εξασθενήσεως σωματικής ή πνευματικής, εξαμήνου τουλάχιστον διαρκείας κατ’ απόφασιν της αρμοδίας υγειονομικής επιτροπής, καθίσταται ανάπηρος δια την άσκησιν του εμπορικού επαγγέλματος με ποσοστόν ανατομοφυσιολογικής βλάβης ίσον προς 67% και άνω. 3.Η αίτησις προς χορήγησιν συντάξεως λόγω αναπηρίας υποβάλλεται εντός ανατρεπτικής προθεσμίας ενός
(1)έτους από της διακοπής του εμπορικού επαγγέλματος συνεπεία της ανατομοφυσιολογικής βλάβης. 4.Προκειμένου περί βιαίου συμβάντος επελθόντος κατά την άσκησιν του επαγγέλματος, ο ησφαλισμένος ή οι οικείοι αυτού υποχρεούνται όπως αναγγείλουν τούτο εις το Ταμείον εντός ανατρεπτικής προθεσμίας έξ
(6)μηνών από της ημέρας του ατυχήματος ή της εκδηλώσεως των συνεπειών του, άλλως η αναπηρία ή ο θάνατος δεν θεωρούνται ως προελθόντα εκ βιαίου συμβάντος. Η αναγγελία υποβάλλεται εγγράφως εις το Ταμείον και περιλαμβάνει λεπτομερή περιγραφήν του ατυχήματος και των συθηκών υφ’ ας προεκλήθη τούτο. Αύτη είναι ανεξάρτητος πάσης άλλης αναγγελίας γενομένης προς ετέραν δημοσίαν υπηρεσίαν ή αστυνομικήν αρχήν. Βάσει της ανωτέρω αναγγελίας το Ταμείον διενεργεί έρευναν προς εξακρίβωσιν των συνθηκών του ατυχήματος και εκδίδει διαπιστωτικήν περί τούτου πράξιν. Κατά την διενέργειαν της περί ης το προηγούμενον εδάφιον ερεύνης, καλείται ο ησφαλισμένος και παν πρόσωπον δυνάμενον να παράσχη σχετικήν βοήθειαν και αναζητούνται τα στοιχεία και πορίσματα πάσης ερεύνης διενεργηθείσης υπό ετέρας αρμοδίας αρχής. Ο ησφαλισμένος ή, εν περιπτώσει θανάτου του, τα δικαιούμενα συντάξεως μέλη της οικογενείας του δύνανται να λαμβάνουν γνώσιν αυτοπροσώπως ή δι’ αντιπροσώπων των στοιχείων της ερεύνης και του επ’ αυτής πορίσματος. 5.Ησφαλισμένος καθιστάμενος ανάπηρος εκ προθέσεως ή συνεπεία πλημμελήματος ή κακουργήματος διαπραχθέντος υπ’ αυτού, της ενοχής του αποδεικνυομένης δια τελεσιδίκου δικαστικής αποφάσεως, δεν δικαιούται συντάξεως αναπηρίας. Το προς συνταξιοδότησιν δικαίωμα διατηρείται πάντως υπέρ των τυχόν ως εν άρθρω 96 μελών της οικογενείας αυτού, εις α απονέμεται η σύνταξις ην θα ελάμβανον εν περιπτώσει θανάτου του ησφαλισμένου. 6.Το δικαίωμα συντάξεως αναπηρίας καταργείται αφ’ ης παύει υφισταμένη η αναπηρία ή επέρχεται θάνατος του ησφαλισμένου ή του συνταξιούχου. Εξαιρετικώς προκειμένου περί θανάτου ησφαλισμένου υποβαλόντος εμπροθέσμως αίτησιον περί απονομής συντάξεως λόγω αναπηρίας, αποβιώσαντος δε προ της διαπιστώσεως της αναπηρίας, το δικαίωμα θεωρείται διατηρούμενον μέχρι του θανάτου αυτού, λογιζομένου τούτου ως πλήρους διαπιστώσεως της αναπηρίας. 7.Τηρουμένης της διαδικασίας του άρθρου 94 και εφ’ όσον διαπιστωθή ανικανότης προς άσκησιν του εμπορικού επαγγέλματος ποσοστού ανωτέρου μεν του 33,3% κατωτέρου δε του 67%, απορριφθή δε η αίτησις του ησφαλισμένου περί απονομής συντάξεως λόγω αναπηρίας, ο από της διακοπής του επαγγέλματος μέχρι της κοινοποιήσεως εις τον ενδιαφερόμενον της απορριπτικής αποφάσεως του Δ. Συμβουλίου χρόνος δύναται τη αιτήσει του να θεωρηθή ως διανυθείς εν ενεργώ απασχολήσει. Εις την περίπτωσιν ταύτην ο ησφαλισμένος υποχρεούται εις καταβολήν των μηνιαίων ατομικών εισφορών της ασφαλιστικής κατηγορίας εις ην ήτο κατατεταγμένος την ημέραν της διακοπής του επαγγέλματός του. 8.Εις περίπτωσιν οπωσδήποτε επανόδου συνταξιούχου τινός λόγω αναπηρίας εις ενεργόν απασχόλησιν εμπίπτουσαν εις την ασφάλισιν του Ταμείου, η νέα του απασχόλησις θεωρείται ως συνέχεια της προ της συνταξιοδοτήσεώς του τοιαύτης, αφαιρουμένου του χρόνου καθ’ ον ούτος ελάμβανε σύνταξιν παρά του Ταμείου, επιφυλασσομένης της εφαρμογής των διατάξεων της παραγρ. 3 του άρθρου 95. (Αντί για τη σελ. 274,19041) Σελ. 274,19041(α) Τεύχος Η33-Σελ. 55 Καταστατικό Ταμείου Ασφαλίσεως Εμπόρων (ΤΑΕ) 39.Ε.α.29 ΄Αρθρον 94. Διαπίστωσις αναπηρίας και διάρκεια συντάξεως. 1.Η διαπίστωσις της αναπηρίας και γενικώς της ανικανότητος προς άσκησιν του εμπορικού επαγγέλματος δια την απόκτησιν δικαιώματος εις σύνταξιν λόγω αναπηρίας ενεργείται υπό των κατά το άρθρον 89 του παρόντος προβλεπομένων Πρωτοβαθμίων υγειονομικών επιτροπών. Αι υγειονομικαί επιτροπαί δια της διαπιστώσεως αυτών βεβαιούν την ύπαρξιν της αναπηρίας, τον χρόνον της επελεύσεως αυτής, τας γενεσιουργούς αιτίας και την σχέσιν προς τυχόν βίαιον συμβάν. 2.Κατά των αποφάσεων των Πρωτοβαθμίων υγειονομικών επιτροπών του Ταμείου επιτρέπεται άσκησις προσφυγής ενώπιον της κατά το άρθρον 90 Δευτεροβαθμίου υγειονομικής επιτροπής του Ταμείου, κατά δε των αποφάσεων των Πρωτοβαθμίων υγειονομικών επιτροπών του Ι.Κ.Α. επιτρέπεται άσκησις προσφυγής ενώπιον της εδρευούσης εις την περιφέρειαν της κατοικίας του ησφαλισμένου Δευτεροβαθμίου υγειονομικής επιτροπής του Ι.Κ.Α. ή της Δευτεροβαθμίου Υγειονομικής Επιτροπής του Ταμείου. Δικαίωμα προσφυγής έχουν ο ησφαλισμένος και το Ταμείον εντός ανατρεπτικής προθεσμίας τριάκοντα
(30)ημερών από της επί αποδείξει κοινοποιήσεως της αποφάσεως της Πρωτοβαθμίου υγειονομικής επιτροπής. 3.΄Απασαι αι δαπάναι εξετάσως των ησφαλισμένων παρά των Πρωτοβαθμίων και Δευτεροβαθμίων υγειονομικών επιτροπών μετά των τυχόν δαπανών νοσηλείας εις νοσοκομείον, παρακλινικών εξετάσεων κ.λπ. βαρύνουν τον Κλάδον Συντάξεων του Ταμείου. Επίσης βαρύνουν τον Κλάδο Συντάξεων του Ταμείου αι δαπάναι μετακινήσεως του ησφαλισμένου μετά των παρεπομένων αυτής ετέρων δαπανών ότε η μετακίνησις γίνεται επί προσφυγή του Ταμείου ενώπιον των Δευτεροβαθμίων υγειονομικών επιτροπών. ΄Οτε η προσφυγή ασκείται υπό του ησφαλισμένου, αι δαπάναι μετακινήσεώς του βαρύνουν τον ίδιον. Αι δαπάναι εξετάσεως των ησφαλισμένων παρά των Πρωτοβαθμίων και Δευτεροβαθμίων υγειονομικών επιτροπών του Ι.Κ.Α. καθορίζονται βάσει της μετά τούτου συμφωνίας ή βάσει των εκάστοτε ισχυουσών διατάξεων. 4.Αι συντάξεις λόγω αναπηρίας απονέμονται δια τον εκάστοτε καθοριζόμενον υπό των υγειονομικών επιτροπών ως πιθανόν κατώτατον χρόνον διαρκείας της αναπηρίας, παρατεινόμεναι κατά την αυτήν διαδικασίαν και δια τον εκάστοτε οριζόμενον υπό των υγειονομικών επιτροπών χρόνον ανικανότητος. Αι συντάξεις λόγω αναπηρίας δύνανται να είναι οριστικαί εφ’ όσον αι υγειονομικαί επιτροπαί γνωματεύσουν ότι η ανικανότης είναι μόνιμος ο δε υπό συνταξιοδότησιν έχει υπερβή το 60όν έτος της ηλικίας του. ΄Οταν ο συνταξιοδοτούμενος λόγω αναπηρίας υπερβή το 65ον έτος της ηλικίας του, η σύνταξίς του μετατρέπεται εις οριστικήν αυτοδικαίως. Σελ. 274,19042(α) Τεύχος Η33-Σελ. 56 Κατ’ εξαίρεσιν αι συντάξεις λόγω αναπηρίας καθίστανται αυτοδικαίως οριστικαί ότε: α)Ο συνταξιούχος έχει συμπληρώσει το 60όν έτος της ηλικίας και χρόνον συνταξιοδοτήσεως πέντε
(5)ετών συνεχώς, κατά την διάρκειαν των οποίων υπεβλήθη εις τρείς
(3)συνεχείς εξετάσεις παρά των υγειονομικών επιτροπών του Ταμείου. β)Ο συνταξιούχος έχει συμπληρώσει το 55ον έτος της ηλικίας και χρόνον συνταξιοδοτήσεως δέκα
(10)ετών συνεχώς κατά την διάρκειαν των οποίων υπεβλήθη εις πέντε
(5)εξετάσεις παρά των υγειονομικών επιτροπών του Ταμείου. 5.Το Δ. Συμβούλιον δύναται καθ’οιανδήποτε στιγμήν να παραπέμπη συνταξιούχον λόγω αναπηρίας προς εξέτασιν των ως άνω υγειονομικών επιτροπών, εφ’ όσον κρίνει τούτο επιβεβλημένον και έχη παρέλθη έν
(1)έτος από της τελευταίας εξετάσεως. Η γνωμάτευσις της νέας ταύτης παραπομπής υπόκειται εις το ένδικον μέσον της προσφυγής ενώπιον των Β/θμίων υγειονομικών επιτροπών. Επί τη βάσει της νέας ταύτης γνωματεύσεως της υγειονομικής επιτροπής, ως ήθελε καταστή τελεσίδικος και αμετάκλητος, ρυθμίζεται η συνταξιοδοτική κατάστασις του λόγω αναπηρίας συνταξιούχου. ΄Αρνησις του συνταξιοδοτουμένου λόγω αναπηρίας να υποβληθή εις νέαν εξέτασιν συνεπάγεται αυτοδικαίως διακοπήν της παρεχομένης εις αυτόν συντάξεως. 6.Ουδεμία σύνταξις λόγω αναπηρίας, και δι’ ουδένα λόγον, δύναται να μετατραπή εις σύνταξιν λόγω γήρατος. Ησφαλισμένος έχων τας προϋποθέσεις προς συνταξιοδότησιν δι’ αμφότερα τα αίτια, ήτοι δι’ αναπηρίαν και γήρας, επιλέγει μεταξύ αυτών και υποβάλλει προς το Ταμείον προ της εκδόσεως της συνταξιοδοτικής αυτού αποφάσεως δήλωσιν περί του αιτίου δι’ ο επιθυμεί να συνταξιοδοτηθή. Η δήλωσις αύτη δύναται να περιλαμβάνεται και εις την περί συνταξιοδοτήσεως αίτησιν, μετά δε την αίτησιν της συνταξιοδοτικής αποφάσεως δεν γίνεται δεκτή. Σύνταξις γήρατος. Άρθρον 9. Ασφάλισις συνταξιούχων κατά της ασθενείας. 1.Τα παρά τω Ταμείω ασφαλιζόμενα πρόσωπα δια τον Κλάδον Ασθενείας και Μητρότητος μετά την συνταξιοδότησίν των συνεχίζουν την ασφάλισίν των εις τον Κλάδον Ασθενείας και Μητρότητος του Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων κατά τας εκάστοτε ισχυούσας οικείας διατάξεις αυτού. Των αυτών δικαιωμάτων απολαύουν και τα μέλη οικογενείας αποβιούντων ησφαλισμένων του Ταμείου, από της συνταξιοδοτήσεώς των και καθ’ όλον τον χρόνον καθ’ ον συνταξιοδοτούνται παρά του Ταμείου (παρ. 1 άρθρου 5 Ν. 403/76). 2.Η υπέρ του Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων εισφορά δια την υπαγωγήν εις την ασφάλισιν αυτού των εν τη προηγουμένη παραγράφω συνταξιούχων ορίζεται εις ποσοστόν δέκα τοις εκατόν (10%) επί του συνολικού ποσού των υπό του Ταμείου καταβαλλομένων συντάξεων, εξ ου 6% βαρύνει το Ταμείον και 4% βαρύνει τους συνταξιούχους. Το Ταμείον υποχρεούται να παρακρατή κατά μήνα εκ του ποσού της συντάξεως την ως άνω εισφοράν των περί ων πρόκειται συνταξιούχων και ν’ αποδίδη ταύτην ομού μετά της βαρυνούσης αυτό εισφοράς εις το Ι.Κ.Α. εντός των υπό των κειμένων διατάξεων οριζομένων προθεσμιών. 3.Τα περί ων το παρόν άρθρον πρόσωπα δικαιούνται παρά του Ι.Κ.Α. των αυτών και υπό τας αυτάς προϋποθέσεις παροχών ως και οι συνταξιούχοι της αντιστοίχου κατηγορίας του Ι.Κ.Α. 4.Οι υπό συνταξιοδότησιν αμέσως ησφαλισμένοι του Ταμείου εφ’ όσον έχουν ασφάλισιν κατά των κινδύνων της ασθενείας εις έτερον οργανισμόν ασφαλίσεως ασθενείας, δικαιούνται να επιλέξουν τον οργανισμόν εις ον επιθυμούν να συνεχίσουν την ασφάλισιν ασθενείας των δια δηλώσεώς των υποβαλλομένης εις το Ταμείον μετά των δικαιολογητικών συνταξιοδοτήσεώς των. Εις περίπτωσιν επιλογής του ετέρου οργανισμού ασφαλίσεως ασθενείας, δέον να επισυνάπτεται βεβαίωσις του οικείου φορέως, κατόπιν της οποίας εξαιρούνται της υπαγωγής των εις την ασφάλισιν του Κλάδου Ασθενείας και Μητρότητος του Ι.Κ.Α. απαλλασσομένου του Ταμείου και αυτών της υποχρεώσεως καταβολής της εν παρ. 2 του παρόντος άρθρου εισφοράς. Ως οργανισμοί ασφαλίσεως δια την εφαρμογήν των διατάξεων του προηγουμένου εδαφίου νοούνται το Δημόσιον, οι Δήμοι και αι Κοινότητες, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου και ιδιωτικού δικαίου, ως και τα φυσικά πρόσωπα, εφ’ όσον χορηγούν ίσας τουλάχιστον εις έκτασιν και ύψος παροχάς ασθενείας και μητρότητος προς τας υπό του Ι.Κ.Α. προβλεπομένας τοιαύτας. (Αντί για τη σελ. 274,189) Σελ. 274,189 (α) Τεύχος Η33- Σελ. 51 Καταστατικό Ταμείου ΑσφαλίσεωςΕμπόρων (Τ.Α.Ε) 39.Ε.α.29 ΄Αρθρ.95.-«1.Ο ασφαλισμένος του Ταμείου, δικαιούται σύνταξη λόγω γήρατος εφόσον έχει συμπληρώσει: α)το 60ό έτος της ηλικίας του και 35 έτη συντάξιμο χρόνο, β)το 62ο έτος της ηλικίας του και 25 έτη συντάξιμο χρόνο, γ)το 65ο έτος της ηλικίας του και 20 έτη συντάξιμο χρόνο. Στις ανωτέρω περιπτώσεις, απαιτούνται τουλάχιστον 9 έτη πραγματικής ασφάλισης στο Ταμείο. 2.Εφόσον κατά το χρόνο διακοπής του επαγγέλματος ο ασφαλισμένος δεν έχει συμπληρώσει το όριο ηλικίας, η σύνταξη απονέμεται μετά τη συμπλήρωση του απαιτουμένου κατά περίπτωση ορίου ηλικίας με την προϋπόθεση ότι ο χρόνος ασφάλισης στο Ταμείο δεν ελήφθη υπόψη για την απονομή σύνταξης από άλλο Οργανισμό κύριας ασφάλισης». Οι παρ. 1 και 2 τροποποιήθηκαν ως άνω από το άρθρ. 2 Π.Δ. 629/18-31 Δεκ. 1985 (ΦΕΚ Α΄ 232). 39.Ε.α.29 Καταστατικό Ταμείου Ασφαλίσεως Εμπόρων (ΤΑΕ) 3.Δια την θεμελίωσιν δικαιώματος συντάξεως λόγω γήρατος βάσει των διατάξεων της ανωτέρω παρ. 1, συνυπολογίζεται, μέχρι συμπληρώσεως του εν αυτή προβλεπομένου συνταξίμου χρόνου, και χρόνος μέχρι μιας τριετίας εκ του χρόνου καθ’ ον ο ησφαλισμένος έτυχεν ενδεχομένως συντάξεως αναπηρίας παρά του Ταμείου. Ο χρόνος ούτος αναγνωρίζεται τη αιτήσει του ησφαλισμένου και εξαγοράζεται παρ’ αυτού εις την ασφαλιστικήν κατηγορίαν της προτιμήσεώς του δια της καταβολής του αντιστοιχούντος αριθμού μηνιαίων ατομικών εισφορών, το ύψος των οποίων υπολογίζεται βάσει του ισχύοντος κατά τον χρόνον της εξοφλήσεως ασφαλίστρου της συγκεκριμένης ασφαλιστικής κατηγορίας προσηυξημένου κατά είκοσι πέντε τοις εκατόν (25%). Ο κατά τ’ ανωτέρω αναγνωριζόμενος και εξαγοραζόμενος χρόνος λογίζεται ως χρόνος πραγματικής ασφαλίσεως παρά τω Ταμείω και θεωρείται διανυθείς δια τον υπολογισμόν της συντάξεως εις την ασφαλιστικήν κατηγορίαν εις ην εξηγοράσθη. 4.Ησφαλισμένοι τυφλοί εξ αμφοτέρων των οφθαλμών δικαιούνται συντάξεως λόγω γήρατος ανεξαρτήτως ορίου ηλικίας, εφ’ όσον συμπληρούν χρόνον ασφαλίσεως δέκα πέντε
(15)ετών εφ’ όσον η τύφλωσίς των, διαπιστουμένη υπό των αρμοδίων υγειονομικών επιτροπών, δεν είναι ιάσιμος δια του χρόνου. Ούτοι δικαιούνται συντάξεως οριζομένης εις το ύψος της συντάξεως γήρατος της Γ΄ ασφαλιστικής κατηγορίας δια 35ετή ασφάλισιν, άνευ επιδόματος απολύτου αναπηρίας. Εις πάσαν άλλην περίπτωσιν και εφ’ όσον πληρούν τας εν τω παρόντι Καταστατικώ προϋποθέσεις, οι πάσχοντες εκ τυφλώσεως ησφαλισμένοι δικαιούνται συντάξεως αναπηρίας ή γήρατος μετ’ επιδόματος απολύτου αναπηρίας, υπολογιζομένης εις αμφοτέρας τας περιπτώσεις ως και των λοιπών ησφαλισμένων. Σύνταξις επιζώντων. ΄Αρθρ.96.-«1.Σε περίπτωση θανάτου ασφαλισμένου που έχει πραγματοποιήσει 20 έτη συντάξιμου χρόνου ή 10 έτη τουλάχιστον πραγματικό συντάξιμο χρόνο, από τον οποίο τα 3 τουλάχιστον έτη μέσα στην τελευταία πριν από το θάνατο 5ετία, ή συνταξιούχου αυτού, δικαιούνται σύνταξη από το Ταμείο οι πιο κάτω κατηγορίες δικαιούχων, εφόσον αποξενωθούν από την επιχείρηση του θανόντος και δεν υπάγονται στην ασφάλιση του Ταμείου από την άσκηση άλλου επαγγέλματος». Το πρώτο εδάφιο τροποποιήθηκε ως άνω από το άρθρ. 3 Π.Δ. 629/18-31 Δεκ. 1985 (ΦΕΚ Α΄ 232). α)Η χήρα σύζυγος ή ο ανάπηρος και άπορος χήρος σύζυγος, διαρκούσης της αναπηρίας αυτού και εφ’ όσον η συντήρησίς του εβάρυνεν την θανούσαν. β)Τα γνήσια, νομιμοποιηθέντα, αναγνωρισθέντα ως και υιοθετηθέντα άγαμα τέκνα, ων η υιοθεσία έλαβε χώραν έν
(1)τουλάχιστον έτος προ του θανάτου ή της συνταξιοδοτήσεως του ησφαλισμένου θετού πατρός, εφ’ όσον δεν λαμβάνουν ετέραν σύνταξιν παρά του Ταμείου ουδέ υπερέβησαν τα εν τη επομένη παραγράφω όρια ηλικίας. Επί θανάτου γυναικός ησφαλισμένης ή συνταξιούχου εξ ιδίας ασφαλίσεως δικαιούνται συντάξεως και τα φυσικά τέκνα αυτής, εφ’ όσον έχουν τας ως άνω προϋποθέσεις των νομίμων τέκνων. γ)Η διαζευχθείσα υπαιτιότητι του συζύγου ή κοινή υπαιτιότητι θυγάτηρ, ως και εκείνη ης διεκόπη βιαίως η περί διαζυγίου δίκη συνεπεία θανάτου του ανδρός, εφ’ όσον δεν συνεπλήρωσεν τα κατά την επομένην παράγραφον όρια ηλικίας και δεν λαμβάνει σύνταξιν παρ’ ουδενός ετέρου ασφαλιστικού οργανισμού κυρίας ασφαλίσεως ή παρά του Δημοσίου. δ)Η χήρα μήτηρ, εάν η συντήρησις αυτής εβάρυνε κυρίως τον θανόντα ή την θανούσαν και εφ’ όσον έχη υπερβή το 55ον έτος της ηλικίας και δεν λαμβάνει σύνταξιν παρ’ ουδενός ετέρου ασφαλιστικού οργανισμού κυρίας ασφαλίσεως ή παρά του Δημοσίου. ε)Οι γονείς, εάν η συντήρησίς τους εβάρυνε κυρίως τον θανόντα ή την θανούσαν και εφ’ όσον ο πατήρ τυγχάνει ανάπηρος και άπορος και έχει υπερβή το 60όν έτος της ηλικίας του, ουδείς δε εκ των δύο λαμβάνει σύνταξιν παρ’ ετέρου ασφαλιστικού οργανισμού κυρίας ασφαλίσεως ή παρά του Δημοσίου. 2.Τα εν τοις εδαφ. β΄ και γ΄ της προηγουμένης παραγράφου πρόσωπα δικαιούνται συντάξεως αν κατά τον χρόνον του θανάτου του ησφαλισμένου ή του συνταξιούχου δεν είχον συμπληρώσει ηλικίαν 18 ετών και μέχρι συμπληρώσεως του ορίου τούτου, άλλως δε κατ’ εξαίρεσιν εφ’ όσον: α)Φοιτούν εις ανωτάτην ή ανωτέραν σχολήν και δεν έχουν υπερβή το 25ον έτος της ηλικίας των. β)Είναι ανίκανα εις ποσοστόν 67% και άνω προς άσκησιν βιοποριστικού επαγγέλματος κατά τον χρόνον του θανάτου του ησφαλισμένου ή συνταξιούχου, η ανικανότης των δε αύτη συνεχίζεται. γ)Παραμένουν άγαμα, προκειμένου περί θυγατέρων, ή εν διαζεύξει κατά την έννοιαν του εδαφ. γ΄ της παρ. 1, και έχουν συμπληρώσει το 55ον έτος της ηλικίας των. Αύται δικαιούνται συντάξεως λόγω θανάτου από της συμπληρώσεως του 55ου έτους της ηλικίας των και εφ’ όσον δεν εργάζονται επ’ αμοιβή, ή δεν λαμβάνουν σύνταξιν παρ’ ετέρου ασφαλιστικού οργανισμού κυρίας ασφαλίσεως ή παρά του Δημοσίου και δεν έχουν έλθει εις γάμον, και αι διαζευχθείσαι, εις δεύτερον γάμον. Το όριον τούτο ορίζεται εις το 60όν έτος από 1.1.1982 και εις το 65ον έτος από 1.1.1987. 3.Η χήρα ή ο χήρος δεν δικαιούνται συντάξεως εις τας ακολούθους περιπτώσεις: Α. Επί ησφαλισμένου συζύγου, εάν ο θάνατος αυτού επήλθε προ της παρόδου ενός
(1)έτους από της τελέσεως του γάμου, εφ’ όσον ο θανών δεν είχε συμπληρώσει κατά τον χρόνον τούτον το 60όν έτος της ηλικίας, ή δύο
(2)ετών, εφ’ όσον είχε συμπληρώσει την εν λόγω ηλικίαν. Οι ως άνω περιορισμοί αίρονται αν: α)Ο θάνατος επήλθεν εκ βιαίου συμβάντος κατά την άσκησιν του επαγγέλματος, β)Υφισταμένου του γάμου εγεννήθη, ή δια του γάμου ενομιμοποιήθη τέκνον, γ)Κατά την χρονολογίαν του θανάτου η σύζυγος ευρίσκεται εις κατάστασιν εγκυμοσύνης και γεννηθή εξ αυτής ζων τέκνον. Β.Επί συνταξιούχου λόγω αναπηρίας ή γήρατος, εάν ο θάνατος αυτού επήλθε προ της παρόδου δύο
(2)ετών από της τελέσεως του γάμου, εκτός αν και εν τη περιπτώσει ταύτη συντρέχη λόγος τις εκ των ανωτέρω υπό στοιχ. α, β και γ αναφερομένων. 4.Οι περί ων η παρ. 1 εδαφ. ε΄ γονείς δικαιούνται συντάξεως, εάν κατά τον χρόνον του θανάτου του ησφαλισμένου δεν υπάρχουν χήρα ή χήρος ή τέκνα δικαιούμενα αυτής. ΄Αρθρον
  1. Ποσόν συντάξεως λόγω αναπηρίας και γήρατος. 1.Το ποσόν της υπό του Ταμείου χορηγουμένης μηνιαίας βασικής συντάξεως λόγω αναπηρίας ή γήρατος δια 35ετή συντάξιμον χρόνον ασφαλίσεως διανυθέντα εξ ολοκλήρου εις μίαν ασφαλιστικήν κατηγορίαν ορίζεται ως κάτωθι: Γ΄ ασφαλιστικής κατηγορίας δραχμαί 15.620 Δ΄ « « « 19.470 Ε΄ « « « 23.360 ΣΤ΄ « « « 27.250 Ζ΄ « « « 31.150 Το ποσόν της μηνιαίας βασικής συντάξεως αναπηρίας ή γήρατος δια συντάξιμον χρόνον μικρότερον των 35 ετών διανυθέντα εξ ολοκλήρου εις μίαν ασφαλιστικήν κατηγορίαν, (Αντί για τη σελ. 274,19043) Σελ. 274,19043(α) Τεύχος Η33-Σελ. 57 Καταστατικό Ταμείου Ασφαλίσεως Εμπόρων (ΤΑΕ) 39.Ε.α.29 ορίζεται εις τόσα τριακοστά πέμπτα του αντιστοίχου ποσού της ανωτέρω κλίμακος, όσος ο αριθμός των συνταξίμων ετών του συνταξιοδοτουμένου. Εις περίπτωσιν καθ’ ην ο συντάξιμος χρόνος διηνύθη εις διαφόρους ασφαλιστικάς κατηγορίας, το ποσόν της συντάξεως λόγω αναπηρίας ή γήρατος ορίζεται δι’ έκαστον συντάξιμον έτος εις έν τριακοσόν πέμπτον (1/35) του προβλεπομένου ως ανωτέρω δια την ασφαλιστικήν κατηγορίαν εις ην υπήγετο και διηνύθη ο συντάξιμος χρόνος ποσού συντάξεως, του αθροίσματος των επί μέρους τούτων ποσών αποτελούντος την μηνιαίαν βασικήν σύνταξιν του δικαιούχου. Δια τα πέραν της τριακονταπενταετίας έτη ασφαλίσεως εις το Ταμείον χορηγείται προσαύξησις επί της απονεμητέας κατά τ’ ανωτέρω συντάξεως εκ ποσοστού πέντε τοις εκατόν (5%) δι’ έκαστον επί πλέον έτος ασφαλίσεως. «Κατά το ίδιο πιο πάνω ποσοστό 5% για κάθε χρόνο ασφάλισης πέραν της τριακονταπενταετίας, προσαυξάνεται και η σύνταξη των συνταξιούχων του Ταμείου, που διακόψανε την εμπορική τους απασχόληση μέχρι 31.7.1981». Η τελευταία μέσα στα « » προστέθηκε από το άρθρ. 1 Π.Δ. 310/24-31 Μαΐου 1985 (ΦΕΚ Α΄ 113). 2.Τα περί ων η προηγουμένη παράγραφος ποσά βασικών συντάξεων προσαυξάνονται κατά 50%, προκειμένου περί συντάξεως καταβαλλομένης λόγω αναπηρίας, μη δυναμένου του ύψους της προσαυξήσεως να υπερβή το 50% του ποσού συντάξεως της τρίτης ασφαλιστικής κατηγορίας, δια 35ετή ασφάλισιν, εφ΄’ όσον ο ανάπηρος ευρίσκεται εις κατάστασιν χρήζουσαν συνεχούς επιβλέψεως, περιποιήσεως και συμπαραστάσεως παρ’ ετέρου προσώπου (απόλυτος αναπηρία). Η προσαύξησις αύτη είναι προσωποπαγής και δεν μεταβιβάζεται, πρέπει δε κατά την ημέραν της συνταξιοδοτήσεως να υπάρχη η απόλυτος αναπηρία του ησφαλισμένου, εκτός μόνον αν εδημιουργήθη μεταγενεστέρως εκ της ασθενίας δι’ ην εσυνταξιοδοτήθη. Κατ’ εξαίρεσιν δύναται να χορηγηθή η κατά τ’ ανωτέρω προσαύξησις και επί συντάξεων λόγω γήρατος, εάν ο δικαιούχος της συντάξεως κατέστη τυφλός εξ αμφοτέρων των οφθαλμών. ΄Αρθρον
  2. Ποσόν συντάξεων μελών οικογενείας. 1.Το ποσόν συντάξεως των κατά το άρθρον 96 δικαιούχων μελών οικογενείας υπολογίζεται και ορίζεται εις ποσοστά επί του ποσού της μηνιαίας βασικής συντάξεως το οποίον ελάμβανεν ο θανών συνταξιούχος λόγω αναπηρίας ή γήρατος ή θα εδικαιούτο ο θανών ησφαλισμένος αν κατά την ημέραν του θανάτου του καθίστατο ανάπηρος. Αναλόγως της συγγενικής σχέσεως των συνταξιοδοτουμένων προς τον θανόντα, τα ποσοστά ταύτα ορίζονται ως κάτωθι: α)Δια τον επιζώντα σύζυγον άνευ τέκνου 60% ή, το 70% εφ’ όσον δεν υπάρχουν άλλοι δικαιούχοι δικαιούμενοι συντάξεως. β)Δι’ έκαστον τέκνον 20%. Προκειμένου περί τέκνου ή τέκνων ορφανών εξ αμφοτέρων των γονέων το σύνολον των ποσοστών δεν δύναται να είναι κατώτερον του 60% εφ’ όσον δεν υπάρχουν άλλοι δικαιοδόχοι δικαιούμενοι συντάξεως και δεν συνεπλήρωσαν τα όρια ηλικίας, περί ων η παρ. 2 του άρθρου 96 του παρόντος. Δεν θεωρείται ότι συντρέχει συγγενική σχέσις τέκνου μετά ζώντος πατρός ή μητρός, αν ο επιζών σύζυγος δεν Σελ. 274,19044(α) Τεύχος Η33-Σελ. 58 ανεγνώρισε τούτο και δεν διαμένει μετ’ αυτού. Εις την περίπτωσιν ταύτην το τέκνον λαμβάνει τα τριάκοντα εκατοστά (30/100) του ποσού της συντάξεως του θανόντος ή της θανούσης, ανεξαρτήτως της απονεμομένης εις τον επιζώντα σύζυγον συντάξεως. γ)Δια την χήραν μητέρα 30%, ή το διπλάσιον προκειμένου περί μόνης δικαιούχου. δ)Δι’ έκαστον γονέα 30%, ή το διπλάσιον προκειμένου περί ενός μόνου δικαιούχου. 2.Το κατά τ’ ανωτέρω προκύπτον ποσόν συντάξεως του επιζώντος συζύγου, και ανεξαρτήτως των εις την επομένην παράγραφον περιορισμών, προσαυξάνεται κατά ποσοστόν 2% δι’ έκαστον έτος ιδίας ασφαλίσεως προερχομένης είτε εκ της συνεχίσεως της επιχειρήσεως του θανόντος, συνεπεία της οποίας ο επιζών σύζυγος υπήχθη εις την ασφάλισιν του Ταμείου, είτε εκ της ασκήσεως ιδίου εμπορικού επαγγέλματος προ ή μετά τον θάνατον του ησφαλισμένου. Δια τον υπολογισμόν της προσαυξήσεως απαιτείται ανελλιπής καταβολή των μηνιαίων ατομικών εισφορών, ισχυουσών και εις την προκειμένην περίπτωσιν των διατάξεων της παρ. 5 του άρθρου 101 του παρόντος. 3.Το σύνολον πάντως των συντάξεων του επιζώντος συζύγου, των τέκνων και της χήρας μητρός δεν δύναται να υπερβαίνη το ύψος της βασικής συντάξεως του θανόντος ή της θανούσης, ή το 80% αυτού εις ην περίπτωσιν δεν υφίστανται χήρα ή χήρος σύζυγος δικαιούμενοι συντάξεως παρά του Ταμείου. Εάν το σύνολον των συντάξεων, υπερβαίνη τα όρια του προηγουμένου εδαφίου, η σύνταξις εκάστου δικαιούχου μειούται αναλόγως. Μειουμένου του αριθμού των δικαιουμένων συντάξεως μελών οικογενείας λόγω λήξεως δι’ οιανδήποτε αιτίαν ή αναστολής του δικαιώματός των, τα ποσοστά των απονεμομένων εις τα έτερα μέλη συντάξεων αναπροσαρμόζονται αναλόγως από της πρώτης του επομένου από της λήξεως ή της αναστολής μηνός, μέχρι των δια των ανωτέρω διατάξεων καθοριζομένων ορίων και ποσοστών. ΄Αρθρον
  3. Δώρα εορτών και εφ’ άπαξ επιδόματα. 1.Εις τους πάσης φύσεως συνταξιούχους του Ταμείου καταβάλλονται, πέραν της απονεμομένης εις αυτούς μηνιαίας συντάξεως, χρηματικά επιδόματα ύψους μιας μηνιαίας συντάξεως μετά πάσης φύσεως προσαυξήσεων ως δώρον εορτών Χριστουγέννων-Νέου ΄Ετους, ημισείας μηνιαίας συντάξεως ως δώρον Πάσχα και ημισείας μηνιαίας συντάξεως ως επίδομα θερινών διακοπών. Το ποσόν του επιδόματος των θερινών διακοπών καταβάλλεται ομού μετά του ποσού της συντάξεως του μηνός Ιουλίου εκάστου έτους και μόνον εις τους δικαιουμένους συντάξεως κατά τον μήνα τούτον. 2.Εις τους πάσχοντας εκ φυματιώσεως συνταξιούχους του Ταμείου χορηγείται κατά την θερινήν περίοδον εκάστου έτους εφ’ άπαξ επίδομα αεροθεραπείας ύψους ημισείας βασικής συντάξεως της Γ΄ ασφαλιστικής κατηγορίας 35ετούς ασφαλίσεως. ΄Αρθρον
  4. Χρόνος και τρόπος καταβολής συντάξεως. 1.Αι συντάξεις καταβάλλονται εις τους συνταξιούχους του Ταμείου, ή τους νομίμους εκπροσώπους αυτών, εν αρχή εκάστου μηνός δι’ εντολών ή επιταγών εκδιδομένων και αποστελλομένων υπό της εχούσης την ταμειακήν διαχείρισιν του Ταμείου τραπέζης ή δια ταχυδρομικών επιταγών εκδιδομένων και αποστελλομένων υπό του Κέντρου Ηλεκτρονικού Υπολογιστού Κοινωνικών Υπηρεσιών. Τα έξοδα εκδόσεως και αποστολής των επιταγών προς τους συνταξιούχους βαρύνουν το Ταμείον. 39.Ε.α.29 Καταστατικό Ταμείου Ασφαλίσεως Εμπόρων (ΤΑΕ) ΄Αρθρον
  5. Διαδικασία απονομής συντάξεως. 1.Δια την απονομήν συντάξεώς τινος εκ των προβλεπομένων υπό του παρόντος Καταστατικού, απαιτείται όπως υποβληθούν παρά του ενδιαφερομένου εις το Ταμείον τα κάτωθι δικαιολογητικά: α)Αίτησις νομίμως χαρτοσημασμένη. β)Τ’ ασφαλιστικά βιβλιάρια και μετά την κοινοποίησιν της συνταξιοδοτικής αποφάσεως τα βιβλιάρια του Κλάδου Ασθενείας και Μητρότητος. γ)Υπεύθυνος δήλωσις εμφαίνουσα τον πραγματοποιηθέντα χρόνον ασφαλίσεως εις ετέρους ασφαλιστικούς φορείς και την επιθυμίαν του ενδιαφερομένου περί του συνυπολογισμού ή μη του χρόνου τούτου εις τον παρά τω Ταμείω συντάξιμον χρόνον αυτού. δ)Υπεύθυνος δήλωσις εμφαίνουσα την τυχόν συνταξιοδότησιν του ενδιαφερομένου παρ’ ετέρου ασφαλιστικού οργανισμού ή του Δημοσίου και, εν καταφατική περιπτώσει, τον φορέα εις ον επιθυμεί ούτος να συνεχίση την ασφάλισίν του δια τους κινδύνους της ασθενείας. ε)Πιστοποιητικόν αρμοδίας αρχής περί της οικογενειακής καταστάσεως του ενδιαφερομένου και περί αγαμίας των τυχόν τέκνων αυτού και αποχής τούτων από παντός επαγγέλματος ή επ’ αμοιβή εργασίας ή συντάξεως. στ)΄Απαντα τα τυχόν μη υποβληθέντα δικαιολογητικά της παρ. 2 του άρθρου 23 και της παρ. 3 του άρθρου
  6. 2.΄Εκαστος δικαιοδόχος, ίνα τύχη της υπό του παρόντος καταστατικού καθοριζομένης συντάξεως, δέον όπως υποβάλη πέραν των εν τη προηγουμένη παραγράφω δικαιολογητικών και τα εξής: α)Ληξιαρχικήν πράξιν θανάτου του εξ ου αποκτά το δικαίωμα της συνταξιοδοτήσεως. β)Πιστοποιητικόν παντός αρμοδίου Δικαστηρίου περί μη λύσεως του γάμου δια διαζυγίου. γ)Δικαιολογητικά αποξενώσεως εκ της επιχειρήσεως του θανόντος ως και αντίγραφον της τυχόν διαθήκης αυτού. δ)Πιστοποιητικόν αρμοδίας αρχής, προκειμένου περί χήρας μητρός ή περί γονέων, ότι συνετηρούντο και επροστατεύοντο αποκλειστικώς παρά του θανόντος ή της θανούσης. 3.Αι συντάξεις απονέμονται υπό του Δ. Συμβουλίου του Ταμείου και κατόπιν υποβολής απάντων των ως άνω οριζομένων δικαιολογητικών υπό των ενδιαφερομένων ή των νομίμων αυτού πληρεξουσίων. Εφ’ όσον τα επισυναπτόμενα εις την αίτησιν δικαιολογητικά είναι πλήρη, το Δ. Συμβούλιον του Ταμείου υποχρεούται όπως εκδόση την επί της αιτήσεως απόφασίν του εντός δύο
(2)μηνών το βραδύτερον από της υποβολής της. Εν περιπτώσει καθ’ ην η υποβολή των απαιτουμένων δικαιολογητικών πραγματοποιηθή εις χρόνον μεταγενέστερον της ημερομηνίας υποβολής της αιτήσεως περί απονομής συντάξεως, η κατά τ’ ανωτέρω προθεσμία των δύο
(2)μηνών άρχεται από της υποβολής του τελευταίου δικαιολογητικού. Επί πάσης ελλείψεως δικαιολογητικών εκ των υποβλητέων μετά της αιτήσεως συνταξιοδοτήσεως, το Ταμείον υποχρεούται όπως ειδοποιήση εγγράφως περί τούτου τον ενδιαφερόμενον εντός μηνός από της υποβολής της αιτήσεως και αιτήση την προσκόμισιν αυτών κατονομάζον αυτά εν τω εγγράφω. Παρερχομένης απράκτου εξαμήνου (6μήνου) προθεσμίας από της επί αποδείξει κοινοποιήσεως εις τον ησφαλισμένον του εγγράφου του Τααμείου, η περί απονομής συντάξεως αίτησις αυτού απορρίπτεται μη δυναμένη δι’ οιονδήποτε λόγον να αναθεωρηθή, πάσα δε υποβαλλομένη μετά την πάροδον του εξαμήνου και την απόρριψιν της αρχικής τοιαύτης λογίζεται ως νέα αίτησις δι’ όλας τας περιπτώσεις προθεσμιών και απονομής, ενάρξεως και παραγραφής της αξιώσεως και του συνταξιοδοτικού διακιώματος. 4.Η διακοπή του εμπορικού επαγγέλματος τυγχάνει απαραίτητος προϋπόθεσις δια την γένεσιν του συνταξιοδοτικού δικαιώματος, τυχόν δε υποβολή αιτήσεως συνταξιοδοτήσεως προ της ημέρας ταύτης παράγει αποτελέσματα μετά την διακοπήν του επαγγέλματος. 5.Επιφυλασσομένων των διατάξεων του εδαφίου γ΄ της παρ. 17 του άρθρου 61 του παρόντος, ουδεμία αίτησις συνταξιοδοτήσεως δύναται να κριθή υπό του Ταμείου ουδέ να απονεμηθή η υπό των διατάξεων του παρόντος Καταστατικού προβλεπομένη σύνταξις εάν υφίσταται οιασδήποτε φύσεως οφειλή προς το Ταμείον. Εφ’ όσον ο ησφαλισμένος έχει υποβάλει άπαντα τα εις την ανωτέρω παρ. 1 οριζόμενα δικαιολογητικά, το Ταμείον υποχρεούται να ειδοποιήση αυτόν εντός μηνός εγγράφως και επί αποδείξει περί της υπάρξεως οφειλής και περί των συνεπειών τας οποίας συνεπάγεται αύτη και η μη άμεσος εξόφλησις αυτής. Εν μη εξοφλήσει της οφειλής εντός εξαμήνου από της κοινοποιήσεως του εγγράφου του Ταμείου εις τον ησφαλισμένον, έχουν εφαρμογήν αι διατάξεις του ως άνω εδαφίου γ΄ της παρ. 3 του παρόντος άρθρου. 6.Το δικαίωμα αναθεωρήσεως απορριπτικής αποφάσεως του προς τούτο εξουσιοδοτουμένου οργάνου επί αιτήσεως απονομής συντάξεως ασκείται εις πάσαν περίπτωσιν εντός προθεσμίας τριών
(3)μηνών αρχομένης από της κοινοποιήσεως της αποφάσεως και πάντοτε ενώπιον του Δ. Συμβουλίου του Ταμείου. ΄Αρθρον 102. ΄Εναρξις και λήξις συνταξιοδοτήσεως. 1.Η σύνταξις λόγω αναπηρίας ή γήρατος άρχεται καταβαλλομένη από της πρώτης του επομένου της υποβολής της αιτήσεως μηνός και εφ’ όσον μέχρι της ημερομηνίας ταύτης ο δικαιούχος διέκοψε την άσκησιν του επαγγέλματός του, η δε αναπηρία, προκειμένου περί συντάξεως αναπηρίας, επήλθε προ της υποβολής της αιτήσεως. Επί μεταγενεστέρας διακοπής του επαγγέλματος, η σύνταξις καταβάλλεται από της πρώτης του επομένου της διακοπής μηνός. 2.Η σύνταξις λόγω θανάτου ησφαλισμένου ή συνταξιούχου άρχεται καταβαλλομένη προς τους δικαιούχους από της πρώτης του επομένου του θανάτου μηνός και εφ’ όσον ούτοι υπέβαλον την περί συνταξιοδοτήσεως αίτησίν των εντός προθεσμίας έξ
(6)μηνών από του θανάτου και απεξενώθησαν της επιχειρήσεως του θανόντος ή διέκοψαν την άσκησιν του επαγγέλματός των, εφ’ όσον ήσκουν τυχόν εμπορίαν, εντός της αυτής προθεσμίας. Εάν η αίτησις υποβληθή μετά την παρέλευσιν της ως άνω προθεσμίας ή η διακοπή του εμπορικού επαγγέλματος ή η αποξένωσις εκ της επιχειρήσεως του θανόντος επήλθε μετά τον εν τω προηγουμένω εδαφίω χρόνον, η σύνταξις άρχεται καταβαλλομένη από της πρώτης του επομένου της υποβολής της αιτήσεως ή της διακοπής ή της αποξενώσεως μηνός. 3.Η σύνταξις παύει να παρέχεται: α)Επί συντάξεως γήρατος, από του θανάτου του συνταξιούχου, β)Επί συντάξεως αναπηρίας, αφ’ ης έπαυσεν η κατά την παρ. 2 του άρθρου 93 ανικανότης προς άσκησιν του εμπορικού επαγγέλματος ή επήλθε θάνατος. γ)Επί συντάξεως δικαιοδόχων λόγω θανάτου: αα)από του θανάτου του δικαιούχου, ββ)από της τελέσεως γάμου του δικαιούχου κατά το ημεδαπόν ή αλλοδαπόν δίκαιον, γγ)από της συμπληρώσεως των κατά την παρ. 2 του άρθρου 96 ορίων ηλικίας, δδ)αφ’ ης έπαυσεν η κατά την παρ. 2 του άρθρου 96 ανικανότης προς εργασίαν, εε)αφ’ ης ο δικαιούχος, πλην επί χήρας, ανέλαβε βιοποριστικήν εργασίαν επ’ αμοιβή ή κατέστη συνταξιούχος ετέρου ασφαλιστικού οργανισμού ή του Δημοσίου. 4.Η σύνταξις αναπηρίας, γήρατος ή θανάτου παύει καταβαλλομένη την τελευταίαν ημέραν του μηνός καθ’ ον επήλθεν η κατά την προηγουμένην παράγραφον λήξις του δικαιώματος. (Μετά τη σελ. 274,19044) Σελ. 274,19045 Τεύχος Ε93-Σελ. 87 Καταστατικό Ταμείου Ασφαλίσεως Εμπόρων (ΤΑΕ) 39.Ε.α.29 Άρθρον 10. Εννοιολογικοί προσδιορισμοί. 1.Δια την εφαρμογήν του παρόντος οι κάτωθι όροι σημαίνουν αντιστοίχως: α)Απασχόλησις: η προς βιοπορισμόν παροχή εξηρτημένης εργασίας ή ανεξαρτήτου υπηρεσίας ή άσκησις ελευθερίου επαγγέλματος. β)Ατύχημα: το εν τη εργασία ή εξ αφορμής ταύτης βίαιον συμβάν, εξ ου επήλθεν ασθένεια, αναπηρία ή θάνατος του ησφαλισμένου. γ)Ησφαλισμένος και ησφαλισμένοι: τα εκ των εν τοις άρθροις 3 και 5 του παρόντος αναφερόμενα πρόσωπα, τα μη εμπίπτοντα εις τας εξαιρέσεις των ΄Αρθρον 103. Αναστολή συντάξεως. 1.Η καταβολή της συντάξεως αναστέλλεται εφ’ όσον ο συνταξιούχος εκτίει ποινήν στερητικήν της ελευθερίας διαρκείας μείζονος των πέντε
(5)ετών. Η τοιαύτη αναστολή χωρεί από της πρώτης του επομένου της ενάρξεως εκτίσεως της ποινής μηνός, η δε σύνταξις περιέρχεται: α)Προκειμένου περί συντάξεως λόγω αναπηρίας ή γήρατος, εις τα εν άρθρω 96 πρόσωπα και εις ύψος ίσον προς εκείνο ο θα ελάμβανον ταύτα εις περίπτωσιν θανάτου του συνταξιούχου. β)Προκειμένου περί συντάξεως λόγω θανάτου, εις τα πρόσωπα άτινα θα εδικαιούντο συντάξεως εν περιπτώσει θανάτου του πρόσώπου ο εστερήθη της ελευθερίας, συμφώνως προς τας διατάξεις των άρθρων 96 και 98. 2.Επίσης η καταβολή της συντάξεως αναστέλλεται: α)Εφ’ όσον ο συνταξιούχος ήθελεν αναλάβει εκ νέου εμπορικήν απασχόλησιν θεμελιούσαν υποχρέωσιν υπαγωγής εις την ασφάλισιν του Ταμείου ή του ΤΕΒΕ ή έχει κατά τον χρόνον της συνταξιοδοτήσεως απασχόλησιν υπαγομένην υποχρεωτικώς εις την ασφάλισιν του ΤΕΒΕ, επιφυλασσομένων των διατάξεων της παρ. 2 του άρθρου 7 του παρόντος. β)Προκειμένου περί συνταξιούχου λόγω ολικής αναπηρίας, εφ’ όσον ούτος αναλάβη οιανδήποτε εξηρτημένην εργασίαν επ’ αμοιβή ή ετέραν επ’ αμοιβή απασχόλησιν. γ)Προκειμένου περί δικαιούχου συντάξεως άγοντος ηλικίαν μικροτέραν των 70 ετών, εφ’ όσον η επιχείρησίς του μετεβιβάσθη εις πρόσωπον περιλαμβανόμενον εις την οικονομικήν ενότητα της οικογενείας του και δι’ όσον χρόνον η επιχείρησις συνεχίζεται υπό του προσώπου τούτου. Εις την οικονομικήν ενότητα της οικογενείας περιλαμβάνονται ο ή η σύζυγος και τα μη χειράφετα άρρενα ή θήλεα τέκνα. Οικονομική ενότης δεν υφίσταται αν ο συνταξιούχος: αα)Λαμβάνη σύνταξιν λόγω αναπηρίας. ββ)΄Εχη συμπληρώσει τριακονταπενταετή (35ετή) χρόνον πραγματικής ασφαλίσεως παρά τω Ταμείω και ηλικίαν εξήκοντα πέντε
(65)ετών, ως τοιούτου νοουμένου μόνον του χρόνου των παρ. α΄ και β΄ της περιόδου Α΄ της παρ. 1 του άρθρου 92 του παρόντος. 3.Αρθέντος του λόγου αναστολής, επαναχορηγείται η προ ταύτης καταβαλλομένη σύνταξις από της πρώτης του επομένου της άρσεως του λόγου αναστολής μηνός, εφ’ όσον ο δικαιούχος υποβάλει την σχετικήν αίτησίν του εντός τριμήνου προθεσμίας, από της ημέρας καθ’ ην εξέλιπεν ο λόγος της αναστολής. Επί υποβολής της αιτήσεως μετά την παρέλευσιν της ως άνω τριμήνου προθεσμίας, η καταβολή της ανασταλείσης συντάξεως άχεται από της πρώτης του επομένου της υποβολής της αιτήσεως μηνός. Σελ. 274,19046 Τεύχος Ε93-Σελ. 88 4.Αι διατάξεις των εδαφίων α΄ και γ΄ της ανωτέρω παρ. 2 έχουν εφαρμογήν και επί των μελών της οικογενείας συνταξιοδοτουμένων λόγω θανάτου. 5.Ο υπό το καθεστώς της αναστολής της συντάξεως διανυθείς εν ασφαλίσει χρόνος, εφ’ όσον υπερβαίνει το έν
(1)έτος και κατεβλήθησαν δι’ αυτόν ανελλιπώς αι ατομικαί μηνιαίαι εισφοραί, υπολογίζεται εις τον συντάξιμον χρόνον του δικαιούχου, η δε αρχική συνταξιοδοτική απόφασις αναμορφούται και προσαρμόζεται συμφώνως προς τας διατάξεις της ισχύουσας κατά τον χρόνον άρσεως του λόγου της αναστολής δι’ όλας τας προϋποθέσεις (συμπληρώσεως συνταξίμου χρόνου, ορίου ηλικίας και υπολογισμού της συντάξεως), θεωρουμένη ως ουδέποτε εκδοθείσα. 6.Δεν αποτελεί λόγον αναστολής της συντάξεως η υπό του δικαιούχου μίσθωσις προς τρίτους ιδιοκτήτων μονίμων κτιριακών εγκαταστάσεων ανηκουσών εις την διαλυθείσαν προ της συνταξιοδοτήσεως εμπορικήν επιχείρησιν ή εις ετέραν επιχείρησιν εις ην δεν απασχολείται ή της οποίας δεν έχει την εκμετάλλευσιν. ΄Αρθρον 104. Στέρησις και έκπτωσις εκ της συντάξεως. 1.Στερούνται ή εκπίπτουν του δικαιώματος επί των παροχών του Κλάδου Αναπηρίας, Γήρατος και θανάτου: α)Ησφαλισμένοι προκαλέσαντες δολίως την επέλευσιν του ασφαλιστικού κινδύνου και καταδικασθέντες δια την πράξιν των αμετακλήτως υπό του ποινικού δικαστηρίου, και β)ησφαλισμένοι καταδικασθέντες εις ποινήν στερητικήν της ελευθερίας μικροτέραν των πέντε
(5)ετών και δι’ όσον χρόνον εκτίουν την ποινήν των. Εις αμφοτέρας τας ως άνω περιπτώσεις το δικαίωμα επί των παροχών μεταβιβάζεται εξ ολοκλήρου εις τους κατά το παρόν Καταστατικόν λόγω θανάτου δικαιοδόχους του ησφαλίσμένου. 2.΄Ατομα προκαλέσαντα δολίως τον θάνατον ησφαλισμένου ή συνταξιούχου του Ταμείου και καταδικασθέντα δια τούτο δι’ αμετακλήτου αποφάσεως του ποινικού δικαστηρίου, στερούνται ή εκπίπτουν του δικαιώματος επί των παροχών τας οποίας θα ελάμβανον ως δικαιοδόχοι λόγω θανάτου. Εις την περίπτωσιν ταύτην το δικαίωμα επί των παροχών δεν αίρεται δια τους λοιπούς κατά το άρθρον 96 δικαιοδόχους. 3.Εκπίπτει του δικαιώματος επί των παροχών του Κλάδου Συντάξεων η χήρα σύζυγος εάν εκπέση της επιτροπείας των τέκνων της δι’ αισχράν διαγωγήν. 39.Ε.α.29 Καταστατικό Ταμείου Ασφαλίσεως Εμπόρων (ΤΑΕ) ΄Αρθρον 105. Παραγραφή και μεταβίβασις απαιτήσεων επί θανάτου δικαιούχου. 1.Το δικαίωμα εις σύνταξιν είναι απαράγραπτον. Το δικαίωμα θεωρείται ότι έχει γεννηθή αφ’ ης συντρέξουν αι εις το παρόν Καταστατικόν οριζόμεναι προϋποθέσεις συνταξιοδοτήσεως. 2.Η αξίωσις εις την παροχήν αποτελεί δημόσιον δικαίωμα μη δεκτικόν παραιτήσεως. Ο υπέρ ου το δικαίωμα δύναται να απόσχη δια δηλώσεώς του της απολήψεως της παροχής. Αξιώσεις επί συντάξεων ή παρεπομένων τούτων παροχών παραγράφονται μετά έν
(1)έτος αφ’ ης κατέστησαν απαιτηταί. Ποσά συντάξεων, δώρων κ.λπ. μη εισπραχθέντα εντός έτους από της ημέρας αφ’ ης κατέστησαν απαιτητά παραγράφονται. Τα ποσά θεωρούνται απαιτητά από της ημέρας καθ’ ην καθίσταται δυνατή η είσπραξις υπό των λοιπών συνταξιούχων του Ταμείου. 3.Ουδέποτε χορηγείται σύνταξις αναδρομικώς δια χρόνον μικρότερον των δώδεκα
(12)μηνών από του χρόνου καθ’ ον υπεβλήθη η περί απονομής συντάξεως αίτησις εις το Ταμείον. 4.Κατά τα λοιπά εφαρμόζονται αναλόγως αι περί αναστολής και διακοπής των βραχυπροθέσμων παραγραφών διατάξεις του Αστικού Κώδικος. 5.Η αξίωσις επί απαιτητών παροχών μη εισπραχθεισών λόγω θανάτου παρά του δικαιούχου μεταβιβάζεται αυτοδικαίως από του θανάτου του κατά σειράν εις την ή τον σύζυγον, τα τέκνα, τους γονείς ή τους αδελφούς αυτού και καταβάλλεται εις αυτούς άνευ ευθύνης του Ταμείου έναντι ετέρων τυχόν δικαιούχων. Τα πρόσωπα ταύτα δύνανται να στραφούν μόνον κατά του λαβόντος. Εν ελλείψει τοιούτων δικαιούχων η απαίτησις αποσβένυται υπέρ του Ταμείου. ΄Αρθρον
  1. Εκχώρησις-κατάσχεσις-συμψηφισμός ποσού συντάξεως. 1.Εκχώρησις ή κατάσχεσις συντάξεως των υπό του Ταμείου χορηγουμένων ποσών συντάξεων απαγορεύεται. 2.Εξαιρετικώς επιτρέπεται κατάσχεσις μέχρι του ενός τετάρτου (1/4) του ποσού της συντάξεως λόγω διατροφής συζύγου, κατιόντων ή ανιόντων. 3.Αντίθετος γενική ή ειδική διάταξις της κειμένης νομοθεσίας δεν ισχύει ως προς τα υπό του Ταμείου χορηγούμενα ποσά συντάξεων. 4.Πάσα οφειλή προς το Ταμείον εξ αχρεωστήτως καταβληθέντων ποσών συντάξεων δύναται να εισπράττεται και δια παρακρατήσεως εκ του ποσού της μηνιαίας συντάξεως και μέχρι του ενός τετάρτου (1/4) αυτού. 5.Συμψηφισμός μετά των υπό του Ταμείου χορηγουμένων ποσών συντάξεων επιτρέπεται μόνον προς απόσβεσιν οφειλών των δικαιούχων προς το Ταμείον. Ο συμψηφισμός τοιούτων απαιτήσεων του Ταμείου μετά των ποσών των συντάξεων ενεργείται κατά δόσεις μη δυναμένας να υπερβούν το έν τέταρτον (1/4) του ποσού της μηνιαίας συντάξεως. Ο δια τον ανωτέρω λόγον συμψηφισμός ενεργείται απ’ ευθείας παρά του Ταμείου και μόνον δι’ οφειλάς εκ πάσης αιτίας αίτινες προκύπτουν μετά την συνταξιοδότησιν προσώπου τινός. ΄Αρθρον
  2. Συρροή-διακοπή συντάξεων. 1.Ουδείς δύναται να λάβη παρά του Ταμείου περισσοτέρας της μιας συντάξεις εξ ιδίας αυτού ασφαλίσεως. Εάν ο ησφαλισμένος δικαιούται πλειόνων συντάξεων εξ ιδίας αυτού εμπορικής απασχολήσεως, λαμβάνει την μεγαλυτέραν τοιαύτην. 2.Δια την εφαρμογήν της προηγουμένης παραγράφου δεν λαμβάνεται υπ’ όψιν η απονεμομένη λόγω θανάτου σύνταξις, ήτις δύναται να συντρέξη μετά συντάξεως αποκτωμένης συμφώνως προς τας διατάξεις του παρόντος Καταστατικού εξ ιδίας εμπορικής απασχολήσεως και ασφαλίσεως. Πάντως εις τας περιπτώσεις ταύτας αι καταβαλλόμεναι υπό του Ταμείου συντάξεις, είναι αι βάσει των άρθρων 97 και 98 του παρόντος υπολογιζόμεναι και ουχί αι των κατωτάτων ορίων τοιαύται. 3.Σύνταξις χορηγηθείσα άνευ συνδρομής των νομίμων προϋποθέσεων διακόπτεται οριστικώς υπό του Ταμείου από της πρώτης του επομένου της διαπιστώσεως της ελλείψεως των προϋποθέσεων μηνός, ανεξαρτήτως του χρόνου απονομής αυτής. Τα μέχρι της διακοπής καταβληθέντα ποσά συντάξεων δεν αναζητούνται υπό του Ταμείου, οσάκις δεν υφίσται δόλος του συνταξιούχου. 4.Σύνταξις απονεμηθείσα βάσει ψευδών δικαιολογητικών ή δι’ απατηλών μέσων διακόπτεται οριστικώς υπό του Ταμείου από της πρώτης του επομένου της διαπιστώσεως των ψευδών δικαιολογητικών ή απατηλών μέσων μηνός, ανεξαρτήτως χρόνου απονομής αυτής. Τα μέχρι της διακοπής καταβληθέντα ποσά συντάξεων αναζητούνται υπό του Ταμείου και επιδιώκεται είσπραξις αυτών δια παντός νομίμου μέσου, από τον λαβόντα και τον υπαίτιον. Αύξησις συντάξεων ΄Αρθρ.108.-(Καταργήθηκε από την παρ. 3 άρθρ. 33 Νόμ. 1902/1990, ΦΕΚ Α΄ 138, Τόμ. 15Β
(1), σελ. 18,31). 2.Η κατά τ’ ανωτέρω αύξησις, ως και η τοιαύτη της παρ. 3 του παρόντος άρθρου, παρέχονται κατόπιν ητιολογημένης αποφάσεως του Δ.Σ. του Ταμείου εγκρινομένης υπό του Υπουργού Κοινωνικών Υπηρεσιών: α)Εις τα ποσά των βασικών συντάξεων αίτινες απενεμήθησαν προ της αυξήσεως των εισφορών. β)Εις τα ποσά των βασικών συντάξεων αίτινες απενεμήθησαν μετά την αύξησιν των εισφορών, εφ’ όσον η ασφαλιστική περίπτωσις επήλθε προ της τοιαύτης αυξήσεως των εισφορών. 3.Από της αυτής ημέρας αυξήσεως των ποσών των βασικών συντάξεων κατά τα εν παρ. 1-2 ως ανωτέρω οριζόμενα, αυξάνονται κατά το αυτό ποσοστόν και τα ποσά των εν παρ. 1 του άρθρου 97 του παρόντος προβλεπομένων βασικών συντάξεων των ασφαλιστικών κατηγοριών. ΄Αρθρον
  1. Υποχρεώσεις συνταξιούχων. 1.΄Εκαστος συνταξιούχος υποχρεούται να καθιστά γνωστήν εις το Ταμείον, το βραδύτερον εντός τριμήνου, πάσαν μεταβολήν επερχομένην εις την προσωπικήν και οικογενειακήν αυτού κατάστασιν συνεπαγομένην μείωσιν, αναστολήν, στέρησιν, έκπτωσιν ή διακοπήν της συντάξεώς του. Ο μη εγκαίρως γνωστοποιών την μεταβολήν ταύτην υποχρεούται εις επιστροφήν των επί πλέον αχρεωστήτως ληφθέντων ποσών. 2.Την αυτήν ως άνω υποχρέωσιν έχει και ο νόμιμος εκπρόσωπος του συνταξιούχου, ο οποίος εις περίπτωσιν μεταβολής δέον ν’ απέχη από την λήψιν του ποσού της συντάξεως, μέχρις εκδόσεως σχετικής αποφάσεως του Δ. (Αντί για τη σελ. 274,19047(β) Σελ. 274,19047(γ) Τεύχος 1084-Σελ. 35 Καταστατικό Ταμείου Ασφαλίσεως Εμπόρων (ΤΑΕ) 39.Ε.α.29 Συμβουλίου κατόπιν αιτήσεως αυτού, ευθυνόμενος προσωπικώς και δια της περιουσίας του δια πάσαν αχρεωστήτως είσπραξιν ποσών συντάξεως. ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΕΚΤΟΝ ΜΕΤΑΒΑΤΙΚΑΙ ΚΑΙ ΤΕΛΙΚΑΙ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΄Αρθρον
  2. Διαφύλαξις κεκτημένων δικαιωμάτων και ειδικαί ρυθμίσεις. 1.Πρόσωπα υπαχθέντα μέχρι της ισχύος των διατάξεων του Ν. 1027/1980 (1.4.1980) καθ’ οιονδήποτε τρόπον εις την ασφάλισιν του Ταμείου, συνεχίζουν υποχρεωτικώς την παρ’ αυτώ ασφάλισίν των έστω και αν δεν πληρούν τας εις το παρόν Καταστατικόν οριζομένας προϋποθέσεις ασφαλίσεως. Τα πρόσωπα ταύτα δύνανται κατόπιν αιτήσεώς των και από της υποβολής ταύτης ν’ απαλλαγούν της συνεχίσεως της ασφαλίσεως εις το Ταμείον, μη δικαιουμένας πάντως της επιστροφής των καταβληθεισών ατομικών εισφορών των. Εις περίπτωσιν απαλλαγής ο χρόνος δι’ ον κατεβλήθησαν αι ατομικαί εισφοραί υπό των ως άνω προσώπων λογίζεται ως χρόνος πραγματικής ασφαλίσεως εις το Ταμείον. 2.Εκκρεμείς εις την υπηρεσίαν του Ταμείου κατά την ισχύν του παρόντος αιτήσεις ασφαλίσεως ή αναδρομικής εγγραφής ή αναγνωρίσεως παρωχημένου χρόνου εμπορικής απασχολήσεως ή διακοπής ή λήξεως της ασφαλίσεως, κρίνονται βάσει των προϊσχυουσών διατάξεων, εφ’ όσον υποβληθούν υπό των ενδιαφερομένων εντός ανατρεπτικής εξαμήνου προθεσμίας τ’ απαιτούμενα δικαιολογητικά, άλλως κρίνονται βάσει των διατάξεων του παρόντος Καταστατικού. 3.Αιτήσεις αναθεωρήσεως επί περιπτώσεων κριθεισών προ της ισχύος των διατάξεων του παρόντος Καταστατικού εφ’ όσον υποβληθούν εντός τριμήνου ανατρεπτικής προθεσμίας από της ισχύος του παρόντος κρίνονται βάσει των προϊσχυουσών διατάξεων. 4.Η ενοποίησις των λογιστικών βιβλίων των Κλάδων Ασθενείας και Μητρότητος και Συντάξεων ενεργείται την 31ην Δεκεμβρίου του έτους ισχύος των διατάξεων του παρόντος, το δε άνοιγμα των νέων δι’ αμφοτέρους τους Κλάδους Ασφαλίσεως θα γίνη την 1ην Ιανουαρίου του επομένου της ισχύος έτους. 5.Η υποχρεωτική μηνιαία εισφορά προς τον Κλάδον Συντάξεων του Ταμείου των κατά την ισχύν του παρόντος ησφαλισμένων, οι οποίοι είχον καταταγή βάσει των διατάξεων της εκάστοτε προϊσχυούσης νομοθεσίας εις ασφαλιστικάς κατηγορίας, περιλαμβανομένων και των καταργηθεισών δια διατάξεων του Π.Δ. 202/79 (Φ.Ε.Κ. 54 τεύχος Α΄ της 16.3.79), ορίζεται δι’ εκάστην ασφαλιστικήν κατηγορίαν ως εξής: α)Της Α΄ ασφαλιστικής κατηγορίας εις δραχμάς 930 β)Της Β΄ ασφαλιστικής κατηγορίας εις δραχμάς 1.380 γ)Της Γ΄ ασφαλιστικής κατηγορίας εις δραχμάς 1.850 δ)Της Δ΄ ασφαλιστικής κατηγορίας εις δραχμάς 2.300 ε)Της Ε΄ ασφαλιστικής κατηγορίας εις δραχμάς 2.760 στ)ΣΤ΄ ασφαλιστικής κατηγορίας εις δραχμάς 3.850 ζ)Της Ζ΄ ασφαλιστικής κατηγορίας εις δραχμάς 4.370 Δια πάσας τας περιπτώσεις καθορισμού των μηνιαίων ατομικών εισφορών, υπολογισμού του ποσού της βασικής μηνιαίας συντάξεως κλπ. αι εν άρθρω 61 του παρόντος οριζόμεναι ασφαλιστικαί κατηγορίαι έχουν την ακόλουθον αντιστοιχίαν προς τας ασφαλιστικάς κατηγορίας της προϊσχυούσης νομοθεσίας των κατά την ισχύν του παρόντος ησφαλισμένων: Σελ. 274,19048(γ) Τεύχος 1084-Σελ. 36 α)Η Γ΄ ασφαλιστική κατηγορία του άρθρου 61 προς την Γ΄ ασφαλιστικήν κατηγορίαν της προϊσχυούσης νομοθεσίας. β)Η Δ΄ ασφαλιστική κατηγορία του άρθρου 61 προς την Δ΄ ασφαλιστικήν κατηγορίαν της προϊσχυούσης νομοθεσίας. γ)Η Ε΄ ασφαλιστική κατηγορία του άρθρου 61 προς την Ε΄ ασφαλιστικήν κατηγορίαν της προϊσχυούσης νομοθεσίας. δ)Η ΣΤ΄ ασφαλιστική κατηγορία του άρθρου 61 προς την ΣΤ΄ ασφαλιστικήν κατηγορίαν της προϊσχυούσης νομοθεσίας. ε)Η Ζ΄ ασφαλιστική κατηγορία του άρθρου 61 προς την Ζ΄ ασφαλιστικήν κατηγορίαν της προϊσχυούσης νομοθεσίας. «6.Από 1ης Ιαν. 1985 το ποσό της μηνιαίας βασικής σύνταξης που χορηγεί το Ταμείο για σύνταξη αναπηρίας ή γήρατος για 35ετή συντάξιμο χρόνο ασφάλισης που διανύθηκε ολόκληρος σε μια από τις ασφαλιστικές κατηγορίες που ίσχυαν πριν από την ισχύ του Π.Δ. 668/1981 ορίζεται ως εξής: Α΄ Ασφαλιστική Κατηγορία δρχ. 19.630 Β΄ » » » 26.660 Γ΄ » » » 33.680 Δ΄ » » » 40.640 Ε΄ » » » 47.660 ΣΤ΄ » » » 54.670 Ζ΄ » » » 61.720 Οι διατάξεις των εδαφ. β, γ, και δ της παρ. 1 του άρθρ. 97 του Π.Δ. 668/1981 έχουν ανάλογη εφαρμογή και στην περίπτωση που θα υπολογισθεί το ποσό της μηνιαίας βασικής σύνταξης γήρατος ή αναπηρίας για χρόνο μικρότερο ή μεγαλύτερο των
(35)συντάξιμων χρόνων ή για χρόνο που διανύθηκε σε διάφορες ασφαλιστικές κατηγορίες πριν από την ισχύ του Π.Δ. 668/
  1. Επίσης αυξάνονται κατά ποσοστό 14% τα ποσά των συντάξεων που καταβάλλει το Ταμείο των 31.12.1984 καθώς και τα ποσά των συντάξεων που καταβάλλει μετά την 31.12.1984 αλλά το συνταξιοδοτικό δικαίωμα των δικαιούχων ανατρέχει πριν από την ημερομηνία αυτή. Από την ίδια ημερομηνία (1.1.1985) καμιά σύνταξη γήρατος ή αναπηρίας μαζί με όλα τα επιδόματα ή τις προσαυξήσεις μη περιλαμβανομένης και της προσαύξησης για απόλυτη αναπηρία, δεν μπορεί να είναι μικρότερη από 22.800 δρχ. ούτε μικρότερη από 20.520 δρχ. για κάθε συνταξιοδοτημένη ομάδα μελών οικογενείας αποθανόντος ασφαλισμένου ή συνταξιούχου». Η παρ. 6 αντικαταστάθηκλε ως άνω από το άρθρο μόνο Π.Δ. 256/16-24 Μαΐου 1985 (ΦΕΚ Α΄ 98) (Διόρθ. σφαλμ. στο ΦΕΚ Α΄ 123/27.6.1985). 39.Ε.α.29 Καταστατικό Ταμείου Ασφαλίσεως Εμπόρων (ΤΑΕ) 7.Οι κατά την έναρξιν ισχύος του παρόντος συνταξιούχοι του Ταμείου διατηρούν το δικαίωμα αυτών εις σύνταξιν, έστω και εάν δεν πληρούν τας υπό του παρόντος οριζομένας προϋποθέσεις συνταξιοδοτήσεως. Άμα τη λήξει καθ’ οιονδήποτε τρόπον του δικαιώματος η απόκτησις συνταξιοδοτικού δικαιώματος εκ της αυτής περιπτώσεως υπό νέων δικαιούχων κρίνεται κατά τας διατάξεις του παρόντος ανεξαρτήτως εάν η ασφαλιστική περίπτωσις επήλθεν προ της ισχύος των διατάξεων τούτων. Αιτήσεις συνταξιοδοτήσεως υποβαλλόμεναι προ ή μετά την ισχύν του παρόντος δι’ ασφαλιστικάς περιπτώσεις επελθούσας μέχρι της ημέρας της ισχύος των διατάξεων του παρόντος Καταστατικού κρίνονται βάσει των προϊσχυουσών διατάξεων. Άπασαι αι υπό της παρ. 2 του άρθρ. 97 προβλεπόμεναι προσαυξήσεις, ως και τα υπό του άρθρ. 99 προβλεπόμεναι Δώρα εορτών και εφ’ άπαξ επιδόματα καταβάλλονται και εις τους κατά την ισχύν του παρόντος συνταξιούχους του Ταμείου ή εις εκείνους ων η συνταξιοδότησις επήλθεν μετά την ισχύν του παρόντος αλλά η σύνταξις απενεμήθη προ του χρόνου της ισχύος των διατάξεων τούτων. Τα εις τους πάσης φύσεως συνταξιούχους του Ταμείου χορηγούμενα επιδόματα απολύτου αναπηρίας διατηρούνται και μετά την ισχύν των διατάξεων του παρόντος εφ’ όσον η ασφαλιστική περίπτωσις επήλθεν προ της ισχύος των διατάξεων τούτων, δεν δύναται όμως να χορηγηθούν εις νέα πρόσωπα και επί των ήδη επελθουσών ασφαλιστικών περιπτώσεων, εφ’ όσον δεν προβλέπονται υπό των διατάξεων του παρόντος Καταστατικού. Αι υπό της προϊσχυούσης νομοθεσίας προβλεπόμεναι μειώσεις του ποσού της συντάξεως λόγω μη πληρώσεως του ορίου ηλικίας ή του χρόνου συνταξιοδοτήσεως καταργούνται από της ισχύος του παρόντος και δια τους υφισταμένους συνταξιούχους εφ’ όσον συνεπλήρωσαν το 70όν έτος της ηλικίας των ή άμα τη συμπληρώσει του ορίου τούτου. Από της ισχύος ή της συμπληρώσεως του 70ού έτους της ηλικίας αποδίδεται η παρακρατουμένη διαφορά, αναμορφουμένης αναλόγως της συνταξιοδοτικής αποφάσεως. Υπό τας αυτάς προϋποθέσεις του προηγουμένου εδαφίου αναμορφούται η σύνταξις του θανόντος συνταξιούχου, η δε προκύπτουσα διαφορά απονέμεται εις τους δικαιοδόχους αυτού, από της ισχύος του παρόντος. 8.Αι διατάξεις, του υπ’ αριθ. 651/77 Π.Δ/τος «περί δυνατότητος μετατάξεως ησφαλισμένων του Ταμείου Ασφαλίσεως Εμπόρων εις ανωτέραν ασφαλιστικήν κατηγορίαν «διατηρούνται εν ισχύι και μετά τας διατάξεις του παρόντος Καταστατικού επί μίαν εισέτι πενταετίαν από της ισχύος του δια πάντας τους ησφαλισμένους και συνταξιούχους της υπ’ αυτών προβλεπομένης μετατάξεως δυναμένης να ενεργηθή και κατά δεύτερον στάδιον εις μίαν πάντοτε έτι ανωτέραν κατηγορίαν, εκ των 7 ασφαλιστικών κατηγοριών αίτινες προεβλέποντο εν τη προϊσχυούση νομοθεσία ή εν τη υπό του παρόντος Καταστατικού θεσπιζομένη. 9.Η υπό των διατάξεων του άρθρ. 6 του Π.Δ. 81 της 16/27.1.1973 προβλεπομένη κλίμαξ συμπληρωματικής εισφοράς κατ’ ασφαλιστικήν κατηγορίαν τροποποιείται από της ισχύος του παρόντος ως ακολούθως: Α΄ ασφαλιστική κατηγορία δραχμαί 4.480 Β΄ ασφαλιστική κατηγορία δραχμαί 6.720 Γ΄ ασφαλιστική κατηγορία δραχμαί 8.960 Δ΄ ασφαλιστική κατηγορία δραχμαί 10.640 Ε΄ ασφαλιστική κατηγορία δραχμαί 12.320 10.Ο κατά τας ειδικάς διατάξεις αναγνωρισθείς ή αναγνωριζόμενος χρόνος προϋπηρεσίας των εξ Αιγύπτου, Τουρκίας, Ρουμανίας κ.λ.π. αφιχθέντων ή απελασθέντων υπολογίζεται και εξαγοράζεται συμφώνως προς τας περί αυτών ισχυούσας διατάξεις. Εν μη εμπροθέσμω καταβολή του ποσού της εξαγοράς ή των δόσεων εφαρμόζονται και επί των περιπτώσεων τούτων εξ ολοκλήρου αι διατάξεις των παρ. 10 και 17 του άρθρ. 61 του παρόντος. 11.Αι διατάξεις του υπ’ αριθ. 783 Β.Δ/τος της 22.12.1964/30.12.1964 «περί καθορισμού ποσοστού εις διαφόρους Οργανισμούς Ο.Γ.Α. κλπ.» (Φ.Ε.Κ. 257 Τ.Α΄ 1964) διατηρούνται εν ισχύι. 12.Οι κατά την ισχύν του παρόντος υπηρετούντες πάσης φύσεως επιμεληταί εισπράξεως ή όργανα εισπράξεως των εισφορών του Ταμείου συνεχίζουν να διέπωνται υπό των άχρι τούδε ισχυουσών διατάξεων. «13.Όσοι διετέλεσαν ασφαλισμένοι του Τ.Α.Ε. και δεν έχουν εκτραπεί σε άλλο επάγγελμα που να υπόκειται στην ασφάλιση άλλου ασφαλιστικού φορέα, ή διατελούν ασφαλισμένοι τούτου, μπορούν με αίτησή τους, που θα υποβληθεί μέσα σε 2 χρόνια από την έναρξη της ισχύος του Δ/τος τούτου, να ζητήσουν την αναγνώριση μέχρι μιας πενταετίας ανασφάλιστου χρόνου πραγματικής εμπορικής απασχόλησης μετά την έναρξη λειτουργίας του Ταμείου, και πέραν του όμοιου χρόνου που τυχόν έχουν αναγνωρίσει σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 5 του άρθρ. 21 του Π.Δ. 668/
  2. «14.Οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου εφαρμόζονται, μετά από σχετική αίτηση και στους έχοντας έννομο συμφέρον δικαιοδόχους θανόντος ασφαλισμένου. Οι διατάξεις της ίδιας παραγράφου, δεν εφαρμόζονται για τους συνταξιούχους. Η παραπάνω αναγνώριση ενεργείται με πράξη της αρμόδιας υπηρεσίας, για την έκδοση της οποίας, εκτός από την αίτηση των ενδιαφερομένων, απαιτείται και η υποβολή των δικαιολογητικών που αποδεικνύουν το χρόνο εμπορικής απασχόλησης και προβλέπονται από τις διατάξεις της παρ. 5 του άρθρ. 21 του Π.Δ. 668/
  3. Σε αντικειμενική αδυναμία υποβολής, αθροιστικά των παραπάνω απαιτουμένων στοιχείων η αναγνώριση του χρόνου αποδεικνύεται με την υποβολή έστω και ενός των αναφερομέ(Αντί για τη σελ. 274,19049(α) Σελ. 274,19049 Τεύχος Η33-Σελ. 61 Καταστατικό Ταμείου Ασφαλίσεως Εμπόρων (ΤΑΕ) 39.Ε.α.29 νων στοιχείων ως και με ένορκη βεβαίωση δύο εμπόρων ασφαλισμένων ή συνταξιούχων του ΤΑΕ. Η σχετική πράξη, εκδίδεται από το Ταμείο υποχρεωτικά μέσα σε ένα δίμηνο από την προσκόμιση του τελευταίου δικαιολογητικού». Η παρ. 14 αντικαταστάθηκε ως άνω από το άρθρ. 4 Π.Δ. 629/18-31 Δεκ. 1985 (ΦΕΚ Α΄ 232). 15.Ο χρόνος που αναγνωρίζεται θεωρείται ότι πραγματοποιείται υποχρεωτικά στην ασφαλιστική κατηγορία του κλάδου σύνταξης του Ταμείου, στην οποία ανήκει ο ασφαλισμένος κατά τον χρόνο υποβολής της αίτησης και το ποσό εξαγοράς υπολογίζεται ειδικά με το τρέχον ασφάλιστρο της κατηγορίας αυτής του χρόνου της εξόφλησης προσαυξημένο κατά 50% συνολικά. Το ποσό της εξαγοράς του χρόνου που αναγνωρίζεται, σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο της παραγράφου αυτής καταβάλλεται εφάπαξ, μέσα σε δύο χρόνια από την κοινοποίηση της σχετικής πράξης αναγνώρισης. Αν η εξόφληση γίνει μέσα σε τρεις μήνες από την παραπάνω κοινοποίηση παρέχεται έκπτωση 10%. Οι παρ. 13, 14 και 15 προστέθηκαν από το άρθρ. 1 Π.Δ. 291/17-27 Ιουλ. 1984 (ΦΕΚ Α΄ 107). Καταργούμεναι διατάξεις άρθρων 4 και 5 και υπαχθέντα εις την ασφάλισιν του Ταμείου. δ)Κλάδος ασφαλίσεως: ο λογαριασμός του Ταμείου, δι’ ου καλύπτονται ωρισμένοι ασφαλιστικοί κίνδυνοι επί τη βάσει ιδίας εισφοράς. ε)Συνταξιούχος: ο λαμβάνων σύνταξιν παρά του Ταμείου λόγω γήρατος, αναπηρίας ή θανάτου. Ως συνταξιούχοι λόγω αναπηρίας νοούνται και οι λαμβάνοντες σύνταξιν λόγω ατυχήματος. στ)Φορεύς: τα νομικά πρόσωπα δι’ ων ασκείται κοινωνική ασφάλισις. ζ)Χρόνος ασφαλίσεως: ο χρόνος ασκήσεως του εμπορικού επαγγέλματος και ο προς τούτον εξομοιούμενος χρόνος κατά τας επί μέρους διατάξεις του παρόντος, ο διανυθείς από της υπαγωγής εις την ασφάλισιν μέχρι της καθ’ οιονδήποτε τρόπον λήξεως ταύτης, εφ’ όσον κατεβλήθησαν νομίμως αι εκάστοτε κεκανονισμέναι εισφοραί. Ο χρόνος ασφαλίσεως παρά τω Ταμείω υπολογίζεται εις έτη και μήνας, όπου δε κατά νόμον απαιτείται η μετατροπή του χρόνου ασφαλίσεως εις ημέρας, δι’ έκαστον μήνα λογίζονται 25 ημέραι ασφαλίσεως ή 300 ημέραι κατ’ έτος. Κατά τον αυτόν τρόπον μετατρέπονται εις χρόνον ασφαλίσεως παρά τω Ταμείω αι εις ετέρους φορείς πραγματοποιηθείσαι παρά του ησφαλισμένου ημέραι ασφαλίσεως. Άρθρ.111.-1.Από της ισχύος του παρόντος Καταστατικού πάσα διάταξις, γενική ή ειδική, αντικειμένη εις τας διατάξεις αυτού καταργείται. Ακροτελεύτιος Διάταξις Άρθρ.112.-1.Η ισχύς του παρόντος άρχεται από της πρώτης του μεθεπομένου της δημοσιεύσεώς του εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως μηνός, εκτός αν άλλως ορίζεται εις τας επί μέρους διατάξεις αυτού. Άρθρον
  4. Αφάνεια. 1.Πάντα τα κατά το παρόν Καταστατικόν δικαιώματα, τα έχοντα ως προϋπόθεσιν τον θάνατον, γεννώνται και επί αφανείας κηρυχθείσης δια τελεσιδίκου δικαστικής αποφάσεως, εξαιρέσει του δικαιώματος προς απόληψιν βοηθήματος κηδείας. 2.Η κατ’ εφαρμογήν της διατάξεως της προηγουμένης παραγράφου απονεμομένη υπό του Ταμείου σύνταξις εις τους δικαιουμένους ταύτης επιζώντας, καταβάλλεται από της ημερομηνίας ενάρξεως της αφανείας, εν ουδεμία όμως περιπτώσει δύναται να ανατρέξη εις το χρόνον προγενέστερον του ενός
(1)έτους από της εις το Ταμείον υποβολής της αιτήσεως συνταξιοδοτήσεως. 3.Εάν αναφανή ο άφαντος η σύνταξις των δικαιοδόχων διακόπτεται από της πρώτης του της εμφανίσεως μηνός. Σελ. 274,190 (α) Τεύχος Η33- Σελ. 52 Ηλικία Άρθρ.12.-«1.Κατά το παρόν καταστατικό ως έτη ηλικίας λογίζονται μόνο τα συμπληρωμένα. 2.Η ηλικία των ασφαλισμένων και των μελών της οικογενείας τους αποδεικνύεται με το δελτίο της αστυνομικής τους ταυτότητας. Στην περίπτωση που δεν υπάρχει αστυνομική ταυτότητα η ηλικία αποδεικνύεται με ληξιαρχική Πράξη γέννησης η οποία έχει συνταχθεί ή διορθωθεί μέσα σε ενενήντα ημέρες από τη γέννηση ή τουλάχιστον πριν από την υπαγωγή στην ασφάλιση ή με την εγγραφή στα Μητρώα αρρένων ή στα Δημοτολόγια που ισχύουν. Στην περίπτωση που υπάρχουν δύο ή περισσότερες εγγραφές στα ίδια ή διαφορετικά Μητρώα αρρένων ή στα Δημοτολόγια που ισχύουν με διαφορετικό έτος γέννησης, λαμβάνεται υπόψη η εγγραφή από την οποία προκύπτει η μεγαλύτερη ηλικία. Αν έχει γίνει διόρθωση ή μεταβολή του έτους γέννησης που αναγράφεται στα Μητρώα ή στα Δημοτολόγια που ισχύουν με οποιοδήποτε τρόπο ακόμη και εκείνη που έχει γίνει με δικαστική απόφαση, ως έτος γέννησης σε όλες τις περιπτώσεις θεωρείται αυτό που γράφηκε πριν από τη διόρθωση ή την μεταβολή. Εφόσον από τα παραπάνω στοιχεία δεν προκύπτει η συγκεκριμένη ημέρα (ημερομηνία) γέννησης ασφαλισμένου ή μέλους της οικογένειας του για τον καθορισμό των δικαιωμάτων υπέρ ή κατά του Ταμείου θεωρείται πάντοτε ως ημέρα γέννησης η 1η Ιουλίου του έτους της γέννησής τους. 3.Αν δεν υπάρχει ληξιαρχική πράξης γέννησης ή εγγραφή στα Μητρώα αρρένων ή στα Δημοτολόγια που ισχύουν, σύμφωνα με τα παραπάνω η ηλικία βεβαιώνεται με δικαστική απόφαση μετά από αίτηση του ασφαλισμένου ή μέλους της οικογένειάς του, κατά την συζήτηση της οποίας πρέπει να κληθεί να παραστεί, απαραίτητα, και το Ταμείο. 4.Η ηλικία προσώπων τα οποία έχουν γεννηθεί στην αλλοδαπή, αν δεν υπάρχουν τα στοιχεία που αναφέρονται στις παρ. 1 και 2 του παρόντος άρθρου, αποδεικνύεται με κάθε άλλο νόμιμο αποδεικτικό στοιχείο σύμφωνα με την νομοθεσία του Κράτους στο οποίο γεννήθηκε, αφού θεωρηθεί (το παραπάνω στοιχείο) από την Ελληνική Προξενική αρχή. Στην περίπτωση που δεν είναι δυνατή η προσκόμιση τέτοιων στοιχείων ή από τα στοιχεία που προσκόμισε προκύπτουν αμφιβολίες, σχετικές με την ορθότητα της εγγραφής του έτους της γέννησής του η ηλικία καθορίζεται σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στην παρ. 3 του παρόντος άρθρου». Το άρθρ. 12 αντικαταστάθηκε ως άνω από το άρθρ. 2 Π.Δ. 290/20-31 Μαΐου 1985 (ΦΕΚ Α΄ 107). 39.Ε.α.29 Καταστατικό Ταμείου ΑσφαλίσεωςΕμπόρων (Τ.Α.Ε) ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΔΕΥΤΕΡΟΝ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΗ ΟΡΓΑΝΩΣΙΣ Διοικητικόν Συμβούλιον «΄Αρθρ.13.-1.Το Ταμείο διοικείται από 13μελές Διοικητικό Συμβούλιο που αποτελείται από: α.4 ασφαλισμένους. β.2 συνταξιούχους. γ.Έναν ανώτερο υπάλληλο του Υπ. Υγείας – Πρόνοιας και Κοινων. Ασφαλίσεων. δ.Έναν υπάλληλο του ΤΑΕ. ε.Έναν ειδικό σε θέματα κοινωνικής ασφαλίσεως. στ.4 μέλη με γνώσεις ή εμπειρία σε θέματα οικονομικά, διοίκησης και οργάνωσης. 2.Τα μέλη από τους ασφαλισμένους και τους συνταξιούχους με τους αναπληρωτές τους υποδεικνύονται από τις οργανώσεις των ασφαλισμένων και συνταξιούχων του Ταμείου όλης της χώρας. Οι υποδείξεις των οργανώσεων υποβάλλονται εντός 30 ημερών, αφότου ζητηθούν, στον Υπουργό Υγείας – Πρόνοιας και Κοινων. Ασφαλίσεων. 3.Σε περίπτωση μη έγκαιρης υποβολής των παραπάνω υποδείξεων ο Υπουργός Υγείας, Πρόνοιας και Κοινων. Ασφαλίσεων προβαίνει στον διορισμό των εκπροσώπων των ασφαλισμένων και των συνταξιούχων κατά την κρίση του χωρίς τις υποδείξεις αυτές. 4.Όλα τα μέλη του Δ. Συμβουλίου, ο Κυβ. Επίτροπος και ο Γραμματέας αυτού διορίζονται με τριετή θητεία με ισάριθμους αναπληρωτές, που έχουν τις ιδιότητες των αναπληρουμένων, με απόφαση του Υπουργού υγείας, Πρόνοιας και Κοινων. Ασφαλίσεων που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης. 5.«Το Δ.Σ. στην πρώτη του συνεδρίαση εκλέγει με μυστική ψηφοφορία μεταξύ των παρόντων μελών του τον πρόεδρο που προέρχεται από τους ασφαλισμένους και έναν Αντιπρόεδρο που προέρχεται από τους ασφαλισμένους ή συνταξιούχους του Τ.Α.Ε.». Το μέσα σε « » εδάφ. 1 αντικαταστάθηκε ως άνω από την με αριθμ. Φ36/493/5-23 Μαΐου 1995 (ΦΕΚ Β΄ 448) απόφ. Υπ. Υγ. Προν. και Κοιν. Ασφαλίσεων. Στην πρώτη συνεδρίαση προεδρεύει το μέλος που είναι υπάλληλος του Υπ. Υγείας – Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων. Ο Πρόεδρος και ο Αντιπρόεδρος διατηρούν το αξίωμά τους εφόσον διατηρούν την ιδιότητα του μέλους του Δ. Συμβουλίου. Σε περίπτωση έκπτωσης θανάτου ή οπωσδήποτε αποχώρησης του Προέδρου ή του Αντιπροέδρου από το Δ.Σ. ενεργείται, μετά τη συμπλήρωση του Δ.Σ. νέα εκλογή για το υπόλοιπο χρονικό διάστημα της θητείας που εξέπεσε, απεβίωσε ή αποχώρησε. 6.Δεν διορίζονται και δεν μπορούν να αποτελούν τακτικά ή αναπληρωματικά μέλη του Δ. Συμβουλίου. α.Οι ανίκανοι να αναλάβουν ή να διατηρούν δημόσιο λειτούργημα. β.Οι βουλευτές όσο διαρκεί η θητεία τους. γ.Όσοι διατηρούν οποιαδήποτε οικονομική σχέση με το Ταμείο. δ.Όσοι δεν έχουν συμπληρώσει 5ετή ασφάλιση στο Ταμείο για όσους προέρχονται από τους ασφαλισμένους ή καθυστερούν τις ασφαλιστικές τους εισφορές. ε.Όσοι δεν λαμβάνουν νόμιμα τη σύνταξή τους, για όσους προέρχονται από τους συνταξιούχους. 7.Εάν κατά την ημέρα του διορισμού υπάρχει κάποιο από τα πιο πάνω κωλύμματα ή προκύψει μετά το διορισμό ή το μέλος του Δ.Σ. χάσει την ιδιότητα με την οποία διορίστηκε ως τακτικό ή αναπληρωματικό μέλος του Δ.Σ. τούτο συνεπάγεται την έκπτωση από το αξίωμα με απόφαση του Υπουργού Υγείας, Πρόνοιας και Κοινων. Ασφαλίσεων. 8.Ο Υπουργός Υγείας, Πρόνοιας και Κοινων. Ασφαλίσεων μπορεί μετά από πρόταση του Δ.Σ. ή και αυτεπάγγελτα, να κηρύσσει έκπτωτο το μέλος του Δ.Σ. που θα έχει απουσιάσει αδικαιολόγητα 3 τουλάχιστον συνεχείς συνεδριάσεις του Δ.Σ. 9.Σε αντικατάσταση των μελών του Δ.Σ. που εκπίπτουν, αποβιώνουν ή αποχωρούν με οποιοδήποτε τρόπο, διορίζονται άλλα μέλη με τον τρόπο που αναφέρεται στις προηγούμενες παραγράφους με θητεία, το υπόλοιπο της θητείας αυτών που αντικαθιστούν. Μέχρι διορισμού των νέων μελών το Δ.Σ. θεωρείται σε νόμιμη σύνθεση εφόσον με τα λοιπά μέλη του τακτικά και αναπληρωματικά μπορεί να πραγματοποιεί απαρτία και όχι πέρα του τριμήνου. 10.Τα μέλη του Δ.Σ. που δεν είναι υπάλληλοι υπέχουν κατά την άσκηση των καθηκόντων τους τις ευθύνες των δημοσίων υπαλλήλων. 11.Στην περίπτωση που λήγει η θητεία των μελών του Δ.Σ. αυτή παρατείνεται αυτοδίκαια μέχρις ότου διορισθούν τα νέα μέλη του Δ.Σ. πάντως όχι παραπάνω από 3 μήνες. 12.Χρέη γραμματέα του Δ.Σ. εκτελεί υπάλληλος του Ταμείου, οριζόμενος από τον Πρόεδρο του Δ.Σ. του Ταμείου. Σε περίπτωση απουσίας ή κωλύμματος του Γραμματέα και του αναπληρωτού του καθήκοντα γραμματέα εκτελεί ένας υπάλληλος του ταμείου που τον ορίζει ο Πρόεδρος του Δ.Σ. Κατά τα λοιπά ισχύουν οι κείμενες διατάξεις. Το άρθρ. 13 αντικαταστάθηκε ως άνω από την Φ36/οίκ.2277/21-24 Ιουν. 1982 (ΦΕΚ Β΄ 434) (Διόρθ. Σφαλμ. στο ΦΕΚ Β΄ 662/9 Σεπτ. 1982), αποφ. Υπ. Προεδρίας Κυβερνήσεως και Κοιν. Υπηρεσιών. Η άνω με αριθμ. Φ36/οικ. 2277/82 (ΦΕΚ Β΄ 434) απόφαση αντικαταστάθηκε με τις μέσα σε « » διατάξεις από την με αριθμ. Φ36/411/11-22 Μαΐου 1992 (ΦΕΚ Β΄ 334) απόφ. Υπ. Υγ. Πρόν. και Κοιν. Ασφαλίσεων (Αντί για τη σελ. 274,1901(α) Σελ. 274,1901(β) Τεύχος 1322 Σελ. 65 Καταστατικό Ταμείου ΑσφαλίσεωςΕμπόρων (Τ.Α.Ε) 39.Ε.α.29 «13.Στις συνεδριάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου και των Επιτροπών παρίστανται ως εισηγητές των συζητημένων θεμάτων, χωρίς ψήφο οι αρμόδιοι προϊστάμενοι των Διευθύνσεων και σε περίπτωση απουσίας ή κωλύματος οι νόμιμοι αναπληρωτές τους». Η παρ. 13 προστέθηκε από την Φ36/οικ.605/ 28-30 Νοεμ. 1984 (ΦΕΚ Β΄ 848) απόφ. Υπ. Προεδρίας της Κυβέρνησης και Κοιν. Ασφαλίσεων. ΄Αρθρον
  1. Αρμοδιότητες Διοικητικού Συμβουλίου. 1.Το Δ. Συμβούλιο διοικεί το Ταμείον, διαχειρίζεται την περιουσίαν αυτού και αποφασίζει επί πάσης υποθέσεως αφορώσης εις αυτό. Ιδία: α)Μεριμνά δια την κανονικήν είσπραξιν των πόρων του Οργανισμού. β)Διαχειρίζεται τα κεφάλαια του Ταμείου, βάσει των διατάξεων του παρόντος Καταστατικού και των κειμένων νόμων. γ)Αποφασίζει περί της τοποθετήσεως των κεφαλαίων, της εκποιήσεως, υποθηκεύσεως και ενεχυριάσεως των περιουσιακών στοιχείων του Ταμείου και συμβιβάζεται ή παραιτείται από δικαστικού αγώνος με γνώμονα πάντοτε τα συμφέροντα του Οργανισμού. δ)Διορίζει τους δια την υπεράσπισιν των υποθέσεων του Ταμείου πληρεξουσίους δικηγόρους και ασκεί την δικαστικήν επιδίωξιν οιασδήποτε αξιώσεως υπέρ ή απόκρουσιν τοιαύτης κατά του Ταμείου (έγερσιν αγωγής, απόκρουσιν, παρέμβασιν, άσκησιν ενδίκων μέσων, επαγωγήν ή αντεπαγωγήν όρκου, εγχείρησιν μηνύσεων, ανάθεσιν εις δικηγόρον και καθορισμόν αμοιβής αυτού κ.λπ.). ε)Εγκρίνει τον ετήσιον Προϋπολογισμόν και τας συμπληρωματικάς πιστώσεις και αναμορφώσεις αυτού, ως και τον Απολογισμόν και Ισολογισμόν του Ταμείου. στ)Αποφασίζει περί της καταστροφής ενσήμων ή αχρήστου υλικού, καθορίζον και τον τρόπον της πραγματοποιήσεως αυτής. ζ)Αποφασίζει περί της απονομής των εις είδος και εις χρήμα παροχών, μεριμνά δια την έγκαιρον και κανονικήν χορήγησιν αυτών και εγκρίνει πάσας τας αναφερομένας εις την εν γένει λειτουργίαν του Ταμείου δαπάνας. η)Εγκρίνει τας αποφάσεις των κατά την παρ. θ΄ Επιτροπών, τον εσωτερικόν κανονισμόν λειτουργίας και τας ενοικιάσεις των ακινήτων, τους διενεργουμένους πλειστηριασμούς κ.λπ. θ)Συγκροτεί τας Επιτροπας:1)Προμηθειών και Μισθώσεων, 2)Παραλαβών, 3)Ακινήτων, 4)την Εκτιμητικήν και 5)τας Υγειονομικάς κατά τας κειμένας διατάξεις και αναθέτει εκτάκτως εις ετέρας επιτροπάς συγκροτουμένας εκ μελών του την προπαρασκευήν, γνωμοδότησιν ή διαχείρησιν ζητημάτων αναγομένων εις την αρμοδιότητά του, καθορίζον επακριβώς τας αρμοδιότητας αυτών. Σελ. 274,1902(β) Τεύχος 1322 Σελ. 66 ι)Αποφασίζει την διενέργειαν προμηθειών, μισθώσεων και εκμισθώσεων και παραπέμπει εις την αρμοδίαν Επιτροπήν δια την διενέργειαν των σχετικών διαγωνισμών. Αποφαίνεται επί παντός ζητήματος αφορώντος εις την εκτέλεσιν συμβάσεων προμηθειών, μισθώσεων και εκμισθώσεων, την τήρησιν των υπ’ αυτών οριζομένων, την παράτασιν της ισχύος αυτών, την χορήγησιν προκαταβολών εις προμηθευτάς, εφ’ όσον προβλέπεται υπό των συμβάσεων, την κήρυξιν προμηθευτών ως εκπτώτων, την κατάπτωσιν συμβατικών ρητρών και την καταγγελίαν των σχετικών συμβάσεων. Καθορίζει τα ακολουθητέα πρότυπα συμβάσεων μετά προμηθευτών και θεραπευτηρίων. ια)Αποφασίζει περί της προσλήψεως και απολύσεως του πάσης φύσεως προσωπικού του Ταμείου, των εν γένει μεταβολών της υπηρεσιακής αυτού καταστάσεως και της πειθαρχικής διώξεως αυτού, συμφώνως προς την κειμένην εκάστοτε δια τους υπαλλήλους Ν.Π.Δ.Δ. νομοθεσίαν. ιβ)Επεξεργάζεται τον Οργανισμόν Εσωτερικής Υπηρεσίας, ως και πάντα άλλον Κανονισμόν, προτείνει την έγκρισίν των και ασκεί τας εκ τούτων αρμοδιότητας. ιγ)Εισηγείται εις το εποπτεύον το Ταμείον Υπουργείον τας αναγκαίας τροποποιήσεις του παρόντος Καταστατικού, ως και της εν γένει νομοθεσίας του Ταμείου, και λαμβάνει και υποδεικνύει μέτρα προς βελτίωσιν και αρτιωτέραν εκπλήρωσιν των σκοπών του Οργανισμού. ιδ)Αποφασίζει περί της επεκτάσεως της ασφαλίσεως και της ιδρύσεως και λειτουργίας περιφερειακών υπηρεσιών ή της αυξήσεως αυτών και καθορίζει τας κατά τόπους και ύλην αρμοδιότητάς των. 39.Ε.α.29 Καταστατικό Ταμείου ΑσφαλίσεωςΕμπόρων (Τ.Α.Ε) ιε)Παρέχει γενικήν ή ειδικήν εξουσιοδότησιν όπως ωρισμένης φύσεως έγγραφα και παραστατικά διαχειρίσεως (εντάλματα πληρωμών, εντολαί, επιταγαί, συμψηφιστικά κ.λπ.) υπογράφονται υπό του Γενικού Διευθυντού ή υπό των Διευθυντών ή Τμηματαρχών του Ταμείου. 2.Επιφυκασσομένων των διατάξεων της παρ. 1 του άρθρου 1 του Ν. 861/79 δύναται δι’ αποφάσεων του Δ. Συμβουλίου του Ταμείου εγκρινομένων υπό του Υπουργού Κοινωνικών Υπηρεσιών και δημοσιευομένων δια της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως, να μεταβιβάζωνται ωρισμέναι εκ των εν τη προηγουμένη παραγράφω αρμοδιοτήτων εις τον Γενικόν Διευθυντήν και τους Διευθυντάς, ως και εις τους Τμηματάρχας του Ταμείου, εφ’ όσον ούτοι προΐστανται Διευθύνσεων, Υπηρεσιών ή Τμημάτων και έχουν τουλάχιστον τον 4ον βαθμόν. Αι περί μεταβιβάσεως αρμοδιοτήτων αποφάσεις του Δ. Συμβουλίου δύνανται οποτεδήποτε να τροποποιηθούν ή ν’ ανακληθούν. Η ισχύς των τροποποιητικών ή ανακλητικών αποφάσεων άρχεται από της επομένης της λήψεώς των ημέρας και ανεξαρτήτως του χρόνου δημοσιεύσεως της εγκριτικής αποφάσεως του Υπουργού Κοινωνικών Υπηρεσιών εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. 3.Το Ταμείον δεν δεσμεύεται έναντι τρίτων και ουδεμίαν απολύτως υποχρέωσιν αναλαμβάνει έναντι οιουδήποτε άνευ αποφάσεως του Δ. Συμβουλίου καταχωρουμένης εις τα πρακτικά των συνεδριάσεων αυτού. 4.΄Ορκος επιβληθείς εις το Ταμείον δίδεται δια μεν τας υποθέσεις της Κεντρικής Υπηρεσίας υπό του Νομικού Συμβουλίου, δια δε τας των περιφερειακών Υπηρεσιών υπό των προϊσταμένων αυτών. Εις πάσαν περίπτωσιν ο τοιούτος όρκος διατυπούται υπό τον τύπον του «πιστεύειν και μη γιγνώσκειν», προς ον δέον όπως προσαρμόζεται υπό του ομνύοντος πας όρκος διατυπούμενος άλλως, άνευ προηγουμένης αποφάσεως του Δ. Συμβουλίου. ΄Αρθρον
  2. Λειτουργία Διοικητικού Συμβουλίου. 1.Το Δ. Συμβούλιον συνεδριάζει μετ’ έγγραφον πρόσκλησιν του Προέδρου του ή κωλυομένου τούτου, του αναπληρούντος αυτόν Αντιπροέδρου, τακτικώς μεν άπαξ της εβδομάδος, εκτάκτως δε οσάκις ήθελε παραστή ανάγκη κατά την κρίσιν του Προέδρου ή του αναπληρούντος αυτόν Αντιπροέδρου ή ήθελε ζητηθή τούτο εγγράφως υπό τριών τουλάχιστον τακτικών μελών του. Εν τη τελευταία ταύτη περιπτώσει, υποχρεούται ο Πρόεδρος να ορίση συνεδρίασιν εντός 48 ωρών από της υποβολής της αιτήσεως, με θέματα τα εν τη αιτήσει αναγραφόμενα. Μη επιτευχθείσης απαρτίας, τα θέματα ταύτα αναγράφονται πρώτα εις την ημερησίαν διάταξιν της επομένης τακτικής συνεδριάσεως. Το Δ. Συμβούλιον δι’ αποφάσεώς του δύναται να ορίζη ωρισμένας ημέρας τακτικών συνεδριάσεων. (Μετά τη σελ.274,1902(β) Σελ. 274,19021 Τεύχος 1322 Σελ. 67 Καταστατικό Ταμείου ΑσφαλίσεωςΕμπόρων (Τ.Α.Ε) 39.Ε.α.29 39.Ε.α.29 Καταστατικό Ταμείου ΑσφαλίσεωςΕμπόρων (Τ.Α.Ε) 2.Η ημερησία διάταξις της συνεδριάσεως καταρτίζεται υπό του Προέδρου του Δ. Συμβουλίου αναλόγως των παρουσιαζομένων υπηρεσιακών αναγκών και διανέμεται επί αποδείξει, ομού μετά της προσκλήσεως εις συνεδρίασιν, εις άπαντα τα τακτικά μέλη του Δ. Συμβουλίου και εις τον Κυβ. Επίτροπον δύο
(2)τουλάχιστον ημέρας προ της ορισθείσης ως ημέρας συνεδριάσεως. Εν περιπτώσει μόνον επειγούσης ανάγκης, κρινομένης παρά του καλούντος Προέδρου ή Αντιπροέδρου, δύναται να συντομευθή ο χρόνος της προσκλήσεως μέχρις είκοσι τεσσάρων
(24)ωρών προ της ώρας συνεδριάσεως. Τη αιτήσει τριών
(3)τουλάχιστον τακτικών μελών, υποβαλλομένη προ της καταρτίσεως της ημερησίας διατάξεως, δύναται να ζητηθή η αναγραφή θέματός τινος εις την ημερησίαν διάταξιν, ότε το θέμα τούτο εγγράφεται υποχρεωτικώς υπό του Προέδρου εις αυτήν. Επί της προσκλήσεως εις συνεδρίασιν αναγράφονται πάντοτε η ημέρα και η ώρα της συνεδριάσεως, εις δε την εν αυτή ημερησίαν διάταξιν σαφώς και λεπτομερώς τα συζητητέα θέματα. Θέμα μη αναγραφόμενον εν τη ημερησία διατάξει δύναται αποφάσει του Δ. Συμβουλίου να συζητηθή κατά την αυτήν συνεδρίασιν, απόφασις όμως επ’ αυτού δεν δύναται να ληφθή, εφ’ όσον δεν είναι παρόντα άπαντα τα μέλη του Δ. Συμβουλίου ή δεν ήθελεν αναγνωρισθή παρά πάντων των παρισταμένων κατά την συνεδρίασιν μελών ως θέμα επειγούσης φύσεως. Το Δ. Συμβούλιον δύναται να αποφασίζη πάντοτε την αναγραφήν θέματός τινος εις την ημερησίαν διάταξιν της επομένης συνεδριάσεως. Εις την πρόσκλησιν συνάπτονται τα εν τη Ημερησία διατάξει εγγεγραμμένα προς συζήτησιν Σχέδια Κανονισμών ή τροποποιήσεων της νομοθεσίας του Ταμείου, ως και πάσα τυχόν επί σοβαρού θέματος πρότασις, και αι εκθέσεις επί των Προϋπολογισμών, Απολογισμών και Ισολογισμών και αι επί ειδικών θεμάτων τοιαύται ορισθέντων εισηγητών ή εκ μελών του Δ. Συμβουλίου Επιτροπών. Εις περίπτωσιν καθ’ ην τακτικόν μέλος ή ο Κυβ. Επίτροπος κωλύονται να παραστούν, οφείλουν να ειδοποιήσουν αμελλητί τους αναπληρωτάς των, είτε απ’ ευθείας είτε δια του Γραμματέως του Δ. Συμβουλίου, όστις αποστέλλει νέαν πρόσκλησιν εις τα αναπληρούντα αυτούς μέλη, εκτός εάν έχη ειδοποιηθή προηγουμένως ο Γραμματεύς, ότε η αποστολή της προσκλήσεως γίνεται απ’ ευθείας εις τους αναπληρωτάς. ΄Αμα τη αποστολή των προσκλήσεων, ο φάκελος των συζητητέων εις το Δ. Συμβούλιον θεμάτων κατατίθεται μετά πάντων των σχετικών εγγράφων εις τον Γραμματέα αυτού, εξ ου δύνανται να λάβουν γνώσιν αυτού τα μέλη και να ζητήσουν οιαδήποτε στοιχεία υποβοηθούντα την εν τω Συμβουλίω συζήτησιν. 3.Το Δ. Συμβούλιον ευρίσκεται εν απαρτία παρόντων πέντε
(5)τουλάχιστον μελών, εν οις ο Πρόεδρος ή ο αναπληρών αυτόν Αντιπρόεδρος, και λαμβάνει αποφάσεις δια της πλειοψηφίας των παρόντων μελών αυτού είτε δια μυστικής είτε δια φανεράς δι’ ονομαστικής κλήσεως ψηφοφορίας. Αι ψηφοφορίαι του Δ. Συμβουλίου είναι πάντοτε φανεραί, εφ’ όσον δεν πρόκειται περί ζητημάτων προσωπικών ή δεν ήθελε καθορισθή άλλως εκ των προτέρων. Εν ισοψηφία επί μεν φανεράς ψηφοφορίας νικά η ψήφος του προεδρεύοντος, επί δε μυστικής, η εισήγησις ή η πρότασις θεωρείται απορριφθείσα. Εις ην περίπτωσιν συζητουμένη υπόθεσις αφορά εις ιδιωτικά συμφέροντα μέλους τινός του Δ. Συμβουλίου ή συγγενούς αυτού μέχρι και του τετάρτου βαθμού, το ενδιαφερόμενον μέλος αποκλείεται τόσον κατά την συζήτησιν παραστάσεως όσον και της συμμετοχής του εις την ψηφοφορίαν, δι’ αποφάσεως του Δ. Συμβουλίου. Η περί της εξαιρέσεως απόφασις λαμβάνεται μετά πρότασιν του ενδιαφερομένου, υποκειμένου εις υποχρέωσιν υποβολής σχετικής δηλώσεως, ή παντός ετέρου μέλους του Δ. Συμβουλίου. 4.Αι συνεδριάσεις του Δ. Συμβουλίου δεν είναι δημόσιαι. Απαγορεύεται απολύτως εις τα μέλη του Δ. Συμβουλίου η ανακοίνωσις των κατά τας συνεδριάσεις αυτού γενομένων συζητήσεων και ληφθεισών αποφάσεων, πλην αν δοθή ειδική προς τούτο άδεια υπό του Συμβουλίου. Απαγορεύεται η δημοσίευσις ολοκλήρων των πρακτικών των συνεδριάσεων, άνευ ειδικής αποφάσεως του Δ. Συμβουλίου. Περίληψις των γενομένων συζητήσεων και των ληφθεισών αποφάσεων δύναται να δίδεται, αποφάσει του Δ. Συμβουλίου, προς δημοσίευσιν ή προς ανακοίνωσιν εις τους έχοντας έννομον συμφέρον κατόπιν αιτήσεώς των. Αι περί προσωπικών ζητημάτων και περί τοποθετήσεως κεφαλαίων του Ταμείου συζητήσεις θεωρούνται πάντοτε εμπιστευτικαί, και συνεπώς ουδεμία επ’ αυτών επιτρέπεται ανακοίνωσις εκ μέρους των μελών του Δ. Συμβουλίου. Ως εμπιστευτικά δύναται να χαρακτιρίζωνται υπό του Δ. Συμβουλίου και έτερα θέματα. Το Δ. Συμβούλιον δύναται να καλέση ενώπιόν του επιτροπάς ή μεμονωμένα άτομα προς αίτησιν πληροφοριών ή γνωμών. ΄Ανευ προσκλήσεως, δεν επιτρέπεται η εμφάνισις ουδενός ενώπιον του Δ. Συμβουλίου. 5.Περί των εν τω Δ. Συμβουλίω συζητήσεων και λαμβανομένων αποφάσεων τηρούνται υπό του Γραμματέως αυτού συνοπτικά πρακτικά, καταχωριζόμενα εις ειδικόν βιβλίον Πρακτικών και υπογραφόμενα, μετά την επικύρωσίν των, παρά του Προέδρου, του Κυβ. Επιτρόπου, των κατά την συνεδρίασιν παραστάντων μελών του Δ. Συμβουλίου, του Εισηγητού και του Γραμματέως. Το ως άνω ειδικόν βιβλίον Πρακτικών δύναται να τηρήται και εις ηριθμημένα φύλλα, βιβλιοδετούμενα εις το τέλος εκάστου ημερολογιακού έτους. Η καταχώρησις των αποφάσεων του Δ. Συμβουλίου εις το βιβλίον πρακτικών γίνεται μετά το πέρας της συζητήσεως εκάστου θέματος και κάτωθεν αυτής, και αριθμούνται χρονολογικώς και κατ’ αύξοντα αριθμόν. Ο Γραμματεύς του Δ. Συμβουλίου συντάσσει τας προσκλήσεις εις συνεδρίασιν προς τα μέλη αυτού και τον Κυβ. Επίτροπον, συμφώνως προς τας διατάξεις του παρόντος, μεριμνά δια την αποστολήν των και τηρεί ευρετήριον απασών των αποφάσεων του Δ. Συμβουλίου. Επί σοβαρών περιπτώσεων δύναται το Δ. Συμβούλιον να αποφασίζη την τήρησιν εστενογραφημένων πρακτικών. 6.Εις τας συνεδριάσεις του Δ. Συμβουλίου και πασών των επιτροπών παρίσταται ο Γενικός Διευθυντής του Ταμείου ως εισηγητής των συζητητέων θεμάτων, άνευ ψήφου, δυνάμενος τη εγκρίσει του Δ. Συμβουλίου ή της οικείας επιτροπής να αναθέση την εισήγησιν ειδικών θεμάτων εις τους οικείους Διευθυντάς και Επιθεωρητάς. Εν περιπτώσει απουσίας ή κωλύματος του Γενικού Διευθυντού ή εν ελλείψει τοιούτου, εις τας συνεδριάσεις του Δ. Συμβουλίου και των επιτροπών παρίσταται ως εισηγητής των θεμάτων ο κατά τον οργανισμόν του Ταμείου αναπληρωτής αυτού. 7.Εάν έν τέταρτον της ώρας μετά την αναγραφομένην εις την πρόσκλησιν ώραν συνεδριάσεως δεν έχη επιτευχθή απαρτία, ο Πρόεδρος υποχρεούται, τη αιτήσει της πλειοψηφίας των παρόντων, να κηρύξη την συνεδρίασιν ματαιωθείσαν. 8.Κηρυχθείσης της συνεδριάσεως εν απαρτία, επικυρούνται τα πρακτικά της προηγουμένης συνεδριάσεως, ων αντίγραφον δέον να αποστέλλεται μετά της προσκλήσεως εις άπαντα τα τακτικά μέλη, ως και εις τα τυχόν παραστάντα αναπληρωματικά τοιαύτα. Τα διανεμηθέντα πρακτικά θεωρούνται επικυρωθέντα, εάν δεν προβληθή αντίρρησίς τις υπό των μελών. Εν εναντία περιπτώσει, ο Πρόεδρος ενεργεί εξακρίβωσιν επί του εφ’ ου η αντίρρησις θέματος, μετά δε την παροχήν των αναγκαίων διευκρινίσεων, ενεργούνται αι τυχόν κριθείσαι ως επιβεβλημέναι διορθώσεις, αίτινες διανέμονται εν αντιγράφω μετά της προσκλήσεως της επομένης συνεδριάσεως, καθ’ ην και επικυρούνται ταύτα. Τα τμήματα των πρακτικών τα αφορώντα εις την κατά την παρ. 4 του παρόντος άρθρου εμπιστευτικά θέματα, αναγιγνώσκονται εις την αρχήν της συνεδριάσεως και δεν αποστέλλονται μετά της προσκλήσεως. (Μετά τη σελ. 274,1902) Σελ. 274,1903 Τεύχος Ε93-Σελ. 45 Καταστατικό Ταμείου ΑσφαλίσεωςΕμπόρων (Τ.Α.Ε) 39.Ε.α.29 Αι αποφάσεις του Δ. Συμβουλίου δεν εκτελούνται προ της κατά τα ως άνω επικυρώσεως των πρακτικών της οικείας συζητήσεως, πλην επί θεμάτων επειγούσης κατά την κρίσιν του Δ. Συμβουλίου σημασίας, ότε εκτελούνται αύται μετά άμεσον επικύρωσιν των πρακτικών, ως προς τα συγκεκριμένα θέματα, υπό του Προέδρου του Δ. Συμβουλίου, ειδικώς προς τούτο εξουσιοδοτηθέντος. 9.Μετά την επικύρωσιν των πρακτικών, ο Γενικός Διευθυντής του Ταμείου ανακοινοί εις το Δ. Συμβούλιον τας ενεργείας του επί των προηγουμένων αποφάσεων αυτού, τα σπουδαιότερα των ληφθέντων κατά το μεσολαβήσαν από της προηγουμένης συνεδριάσεως διάστημα εγγράφων, τα εντός της δικαιοδοσίας της υπηρεσίας του Ταμείου γενομένας υπ’ αυτής ενεργείας και εν γένει παν ζήτημα θίγον τα γενικώτερα συμφέροντα του Ταμείου. Εις την δευτέραν μετά την έναρξιν εκάστου μηνός συνεδρίασιν, ο Γενικός Διευθυντής ανακοινοί εις το Δ. Συμβούλιον την οικονομικήν κατάστασιν του Ταμείου και τα πραγματοποιηθέντα κατά τον προηγούμενον μήνα έσοδα και έξοδα αυτού. 10.Η εν τω Δ. Συμβουλίω συζήτησις γίνεται κατά την σειράν της αναγραφής των θεμάτων εν τη ημερησία διατάξει., την οποίαν το Δ. Συμβούλιον δύναται να μεταβάλλη εάν ευρίσκη προς τούτο αποχρώντας λόγους. Τα μέλη του Δ. Συμβουλίου λαμβάνουν τον λόγον παρά του Προέδρου κατά την σειράν καθ’ ην ζητούν τούτο. Επίσης, τα μέλη του Δ. Συμβουλίου δικαιούνται να υποβάλλουν ενώπιον αυτού συστάσεις, ερωτήσεις και επερωτήσεις, δι’ ων ασκείται έλεγχος επί ωρισμένων ενεργειών του Ταμείου. Αι επερωτήσεις δέον να υποβάλλωνται εγγράφως εις τον Πρόεδρον του Δ. Συμβουλίου τρείς
(3)τουλάχιστον ημέρας προ της ημέρας της συνεδριάσεως. Η συζήτησις των ερωτήσεων και επερωτήσεων γίνεται πάντοτε αμέσως μετά την επικύρωσιν των Πρακτικών και προ πάσης άλλης συζητήσεως. 11.Επί οιουδήποτε ζητήματος αφορώντος εις το Ταμείον, τα μέλη του Δ. Συμβουλίου οφείλουν να επικοινωνούν μόνον μετά του Προέδρου και του Γενικού Διευθυντού. ΄Αρθρον
  1. Αρμοδιότητες Προέδρου-Αντιπροέδρου Δ.Σ. και αναπλήρωσις αυτών. 1.Ο Πρόεδρος του Δ. Συμβουλίου έχει τας κάτωθι αρμοδιότητας: α)Εγκρίνει την ημερησίαν διάταξιν των συνεδριάσεων εισηγήσει του Γενικού Διευθυντού και αναλόγως των υφισταμένων υπηρεσιακών αναγκών, συγκαλεί το Δ. Συμβούλιον και διευθύνει τας συνεδριάσεις αυτού. β)Επιμελείται της εκτελέσεως των υπό του Δ. Συμβουλίου λαμβανομένων αποφάσεων δια του Γενικού Διευθυντού του Ταμείου. Σελ. 274,1904 Τεύχος Ε93-Σελ. 46 γ)Εκπροσωπεί το Ταμείον δικαστικώς και εξωδίκως, δυνάμενος ωσαύτως δι’ αποφάσεώς του να αναθέτη την εκπροσώπησιν του Ταμείου επί συγκεκριμένων υποθέσεων εις ανώτερον υπάλληλον αυτού. Εις ας περιπτώσεις απαιτείται προσωπική εμφάνισις ενώπιον Δικαστηρίου ή Εισηγητού, ενεργείται αύτη υπό του Νομικού Συμβουλίου, επί υποθέσεων δε των υπό του οργανισμού προβλεπομένων περιφερειακών γραφείων, υπό των προϊσταμένων αυτών ή των προς τούτο εξουσιοδοτουμένων δικηγόρων. Τη προτάσει του Προέδρου και κατόπιν αποφάσεως του Δ. Συμβουλίου, δύναται να ανατεθή η εκπροσώπησις του Ταμείου και εις μέλος του Δ. Συμβουλίου ή εις υπάλληλον αυτού. δ)Υπογράφει πάντα τα εντάλματα πληρωμών, τας εντολάς, τας επιταγάς, τα συμψηφιστικά, ως και παν άλλο έγγραφον αφορών εις την λειτουργίαν του Ταμείου, εξαιρέσει των εγγράφων ων η υπογραφή ήθελεν ανατεθή υπό του Δ. Συμβουλίου εις μόνον τον Γενικόν Διευθυντήν ή τους Διευθυντάς ή Τμηματάρχας του Ταμείου. Η υπογραφή πάντων των ως άνω ενταλμάτων διαχειρίσεως και παραστατικών ανατίθεται, δια τας περιφερειακάς υπηρεσίας του Ταμείου, ή εις Σύμβουλον διαμένοντα εις τον τόπον της περιφερειακής μονάδος, ή, αποφάσει του Δ. Συμβουλίου, εις υπάλληλον αυτής. ε)Ασκεί τας υπό της εκάστοτε δια τους υπαλλήλους Ν.Π.Δ.Δ. νομοθεσίας προβλεπομένας αρμοδιότητας, ως και τας υπό του Οργανισμού του Ταμείου οριζομένας τοιαύτας. στ)Μελετά παν ζήτημα αφορών εις την διοίκησιν και την εν γένει λειτουργίαν του Ταμείου και εισηγείται σχετικώς εις το Δ. Συμβούλιον. 2.Τον Πρόεδρον του Δ. Συμβουλίου ελλείποντα, απόντα ή κωλυόμενον αναπληροί ο Αντιπρόεδρος αυτού, όστις υπεισέρχεται αυτοδικαίως εις πάντα τα υπό του παρόντος καθήκοντα και τας υποχρεώσεις του Προέδρου. Απόντων ή κωλυομένων του Προέδρου και του Αντιπροέδρου, αναπληρούνται ούτοι δια την υπογραφήν εγγράφων, ενταλμάτων, συμψηφιστικών, εντολών και επιταγών υπό ενός εκ των μελών του Δ. Συμβουλίου, ωριζομένου υπό τούτου κατ’ Ιανουάριον εκάστου έτους. Άρθρον
  2. Σκοπός- Ασφαλιστικοί Κλάδοι. 1.Σκοπός του Ταμείου είναι η ασφάλισις των εν τοις επομένοις άρθροις 3 και 5 αναφερομένων προσώπων εις περίπτωσιν ασθενείας, μητρότητος, αναπηρίας και γήρατος ως και των μελών της οικογενείας αυτών εν περιπτώσει ασθενείας τούτων ή θανάτου του προστάτου αυτών ησφαλισμένου. 2.Η δια του παρόντος θεσπιζομένη ασφάλισις περιλαμβάνει ειδικώτερον τους ακολούθους Κλάδους Ασφαλίσεως: α)Τον Κλάδον Ασθενείας και Μητρότητος, ο οποίος περιλαμβάνει την ασφάλισιν ασθενείας και μητρότητος δια παροχών εις χρήμα και εις είδος, ως και έξοδα κηδείας. β)Τον Κλάδον Συντάξεως, ο οποίος περιλαμβάνει την ασφάλισιν κατά των κινδύνων της αναπηρίας, του γήρατος και του θανάτου (παρ. 2 και 3 του άρθρου 1 του Ν. 403/76). ΄Αρθρον
  3. Κυβερνητικός Επίτροπος. 1.Των συνεδριάσεων του Δ. Συμβουλίου και των παρά τη Κεντρική υπηρεσία λειτουργουσών πάσης φύσεως επιτροπών, πλην των υγειονομικών, μετέχει άνευ ψήφου Κυβερνητικός Επίτροπος. 2.Ο Κυβ. Επίτροπος παρακολουθεί την νομιμότητα των λαμβανομένων υπό του Δ. Συμβουλίου αποφάσεων, δυνάμενος να λαμβάνη τον λόγον επί παντός θέματος και να υποβάλλη προτάσεις. Εν περιπτώσει καθ’ ην ήθελε κρίνει ότι απόφασίς τις του Δ. Συμβουλίου ή των επιτροπών αντίκειται προς τας διατάξεις κειμένων νόμων, διαταγμάτων και υπουργικών αποφάσεων διεπόντων την λειτουργίαν του Ταμείου, ο Κυβ. Επίτροπος δύναται, είτε προφορικώς διαρκούσης της συνεδριάσεως, είτε εγγράφως προς τον Γενικόν Διευθυντήν και τον Πρόεδρον και εντός 48 ωρών από της λήψεως της σχετικής αποφάσεως, να ζητή την αναστολήν της εκτελέσεως αυτής. Η απόφασις αύτη δεν εκτελείται, μέχρις ου τη αιτήσει του Δ. Συμβουλίου υποβαλλομένη υπό του Προέδρου αυτού ή του Κυβ. Επιτρόπου, άρη την διαφωνίαν απόφασις του Υπουργού Κοινωνικών Υπηρεσιών, ήτις είναι υποχρεωτική δια το Ταμείον. 39.Ε.α.29 Καταστατικό Ταμείου ΑσφαλίσεωςΕμπόρων (Τ.Α.Ε) Επί διαφωνίας του Επιτρόπου προς απόφασιν επιτροπής αποφαίνεται κατά πρώτον βαθμόν το Δ. Συμβούλιον, του Επιτρόπου δυναμένου να επιμείνη επί της διαφωνίας του, ότε τηρείται και εις την περίπτωσιν ταύτην η ανωτέρω διαγραφομένη διαδικασία επιλύσεως της διαφωνίας. Εις περίπτωσιν καθ’ ην ο Υπουργός δεν ήθελε κοινοποιήσει εις το Ταμείον την επί της διαφωνίας απόφασίν του εντός δεκαπέντε
(15)ημερών από της λήψεως της σχετικής αιτήσεως του Δ. Συμβουλίου ή του Κυβ. Επιτρόπου, τούτο δύναται να αποφασίση την εκτέλεσιν της εφ’ ης η διαφωνία αποφάσεως. Ο Κυβ. Επίτροπος δύναται ν’ αναστέλλη εφ’ άπαξ μέχρι της επομένης συνεδριάσεως και την εκτέλεσιν οιασδήποτε αποφάσεως του Δ. Συμβουλίου και των ανωτέρω επιτροπών, εφ’ όσον ήθελε διατυπώσει ητιολογημένας επιφυλάξεις αναφερομένας εις ουσιώδη συμφέροντα του Ταμείου ή εις γενικώτερα κρατικά συμφέροντα. Εν τη περιπτώσει ταύτη, το Δ. Συμβούλιον του Ταμείου δύναται εις επομένην αυτού συνεδρίασιν, δια της πλειοψηφίας των δύο τρίτων (2/3) τουλάχιστον του συνόλου των μελών του, να διατάξη την εκτέλεσιν της ανασταλείσης αποφάσεως, διαφωνούντος έτι του Κυβ. Επιτρόπου. 3.Ο Κυβ. Επίτροπος μετά του αναπληρωτού του διορίζεται υπό του Υπουργού Κοινωνικών Υπηρεσιών εκ των παρά τω Υπουργείω τούτω υπηρετούντων ανωτέρων ή ανωτάτων υπαλλήλων, καλείται δε πάντοτε, επί ποινή ακυρότητος της συνεδριάσεως, εις πάσας τας συνεδριάσεις του Δ. Συμβουλίου του Ταμείου και των παρά τη Κεντρική υπηρεσία τούτου λειτουργουσών επιτροπών, πλην των υγειονομικών. Η θητεία του ούτω διοριζομένου Κυβ. Επιτρόπου και του αναπληρωτού του είναι η αυτή με την των μελών του Δ. Συμβουλίου του Ταμείου. 4.Αι συνεδριάσεις του Δ. Συμβουλίου και των ανωτέρω επιτροπών θεωρούνται ως νομίμως γενόμεναι και εν απουσία του Κυβ. Επιτρόπου, εφ’ όσον ούτος, νομίμως προσκληθείς, δεν προσήλθε. ΄Αρθρον
  1. Αποζημιώσεις και αμοιβαί μελών Δ.Σ. 1.Ο Πρόεδρος του Δ. Συμβουλίου του Ταμείου ή ο Κυβ. Επίτροπος ή ο Αντιπρόεδρος ή μέλος αυτού ή ο Γενικός Διευθυντής του ΤΑΕ ή άλλος τις υπάλληλος αυτού εξερχόμενος δι’ υπηρεσίαν εκτός έδρας κατόπιν αποφάσεως του Δ. Συμβουλίου, λαμβάνει, προκειμένου μεν περί υπαλλήλου, τα εκ των κειμένων διατάξεων οριζόμενα δι’ ομοιόβαθμον δημόσιον υπάλληλον ημερησίαν αποζημίωσιν και οδοιπορικά έξοδα, προκειμένου δε περί μη κεκτημένου την ιδιότητα του δημοσίου υπαλλήλου ή του υπαλλήλου Ν.Π.Δ.Δ., τα υπό των κειμένων διατάξεων προβλεπόμενα δι’ υπουργικόν Διευθυντήν Α΄ τάξεως αποζημίωσιν και οδοιπορικά έξοδα, πλην του Προέδρου όστις λαμβάνει αποζημίωσιν και οδοιπορικά έξοδα Γενικού Διευθυντού υπουργείου. Εφ’ όσον όμως η μετακίνησις συνεπάγεται στέρησιν των παγίων αποδοχών των μετακινουμένων, η καταβαλλομένη ημερησία αποζημίωσις είναι διπλασία της ως άνω προβλεπομένης αποζημιώσεως. Δια της σχετικής αποφάσεως του Δ. Συμβουλίου, εγκρινομένης όπου απαιτείται υπό του Υπουργού Κοινωνικών Υπηρεσιών, καθορίζεται και ο ανώτατος αριθμός ημερών της εκτός έδρας παραμονής του Συμβούλου ή του υπαλλήλου. ΄Αρθρον
  2. Υπηρεσίαι-Γενικός Διευθυντής. 1.Η υπηρεσία του Ταμείου διακρίνεται εις Κεντρικήν και εις Περιφερειακάς υπηρεσίας, ως δια του Οργανισμού του Ταμείου ορίζεται, τηρουμένης πάντως της αρχής της διοικητικής και ασφαλιστικής αποσυγκεντρώσεως ως προς την οργάνωσιν και λειτουργίαν του Κλάδου Ασθενείας και Μητρότητος. 2.Η εργασία της υπηρεσίας του Ταμείου διεξάγεται δια μονίμων και επί συμβάσει υπαλλήλων, κατά τα ειδικώτερον υπό του Οργανισμού του Ταμείου οριζόμενα. 3.Ο Γενικός Διευθυντής του Ταμείου προΐσταται πασών των υπηρεσιών του Ταμείου (Κεντρικής και Περιφερειακών), τας οποίας διευθύνει και εποπτεύει κατά τας διατάξεις περί συστάσεως του Ταμείου, τας διατάξεις του παρόντος Καταστατικού, τας διατάξεις του Οργανισμού του Ταμείου, τας διατάξεις της σχετικής προς το προσωπικόν νομοθεσίας και τας σχετικάς αποφάσεις του Δ. Συμβουλίου. Ειδικώτερον: α)Εισηγείται εις τον Προεδρον, τας κατά το άρθρον 14 επιτροπάς και το Δ. Συμβούλιον απάσας τας εμπιπτούσας εις την αρμοδιότητά των υποθέσεις του Ταμείου, πλήν εκείνων τας οποίας εισηγείται εις το Δ. Συμβούλιον ο Πρόεδρος. β)Τηρεί τον Πρόεδρον και το Δ. Συμβούλιον ενημέρους επί της προόδου των εργασιών του Ταμείου και επί του πορίσματος των εκάστοτε ενεργουμένων επιθεωρήσεων και ελέγχων και παρέχει αυτοίς εν γένει πάσαν αιτουμένην υπ’ αυτών χρήσιμον και αναγκαίαν δια την ενημερότητά των και την επιτυχίαν της αποστολής των πληροφορίαν, υποβάλλων ταυτοχρόνως την συμβουλευτικήν του γνώμην επί των διαφόρων υποθέσεων. γ)Επιμελείται της εκτελέσεως των αποφάσεων του Δ. Συμβουλίου, καταρτίζει τα σχέδια των εγκυκλίων και συνυπογράφει μετά του Προέδρου πάντα τα έγγραφα τα οπωσδήποτε δεσμεύοντα το Ταμείον ως και τα εντάλματα πληρωμών, τας εντολάς, τας επιταγάς και τα συμψηφιστικά. δ)Εκπονεί μελέτας σχετιζομένας προς την λειτουργίαν του Ταμείου, παραλληλίζει δε και συγκρίνει την κίνησιν, λειτουργίαν, πρόοδον ή βελτίωσιν άλλων ασφαλιστικών οργανισμών από των απόψεων της αποδόσεως του υπαλληλικού προσωπικού εις την εργασίαν, των πόρων, παροχών κ.λπ. αυτών προς τα του Ταμείου. ε)Συντάσσει τα σχέδια των απαραιτήτων τροποποιήσεων ή συμπληρώσεων της νομοθεσίας του Ταμείου, εισηγείται αυτά εις το Δ. Συμβούλιον και επιμελείται της ανεπισήμου κωδικοποιήσεως της νομοθεσίας του Ταμείου. στ)Ασκεί τας υπό του Οργανισμού του Ταμείου προβλεπομένας αρμοδιότητας και έχει τας εκ των διατάξεων αυτού υποχρεώσεις και καθήκοντα. ΄Αρθρον
  3. Υποκαταστήματα-Ασφαλιστικαί περιοχαί. 1.Τα υπό του Οργανισμού του Ταμείου προβλεπόμενα περιφερειακά τμήματα και γραφεία αποτελούν τα Υποκαταστήματα του Ταμείου, τα οποία έχουν και ασκούν εις τας περιοχάς των απάσας τας αρμοδιότητας της Κεντρικής υπηρεσίας, πλην εκείνων δι’ ας απαιτείται απόφασις του Δ. Συμβουλίου. 2.Επιφυλασσομένων των διατάξεων της παρ. 1 του άρθρου 1 του Ν. 861/79 είναι δυνατή η μεταβίβασις περαιτέρω αρμοδιοτήτων του Δ. Συμβουλίου εις τον προϊστάμενον της υπηρεσίας εκάστου Υποκαταστήματος κατά την εν παρ. 2 του άρθρου 14 του παρόντος Καταστατικού διαδικασίαν, εφ’ όσον έχει τουλάχιστον τον 6ον βαθμόν. 3.Τα γεωγραφικά όρια τα προβλεπόμενα εκάστοτε υπό του Οργανισμού του Ταμείου δια τας περιφερειακάς υπηρεσίας, αποτελούν και τα γεωγραφικά όρια των Υποκαταστημάτων, αι δε εγκλειόμεναι εν αυτοίς περιοχαί, την ασφαλιστικήν περιοχήν εκάστου Υποκαταστήματος. Περιοχαί μη περιλαμβανόμεναι υπό του Οργανισμού εις τας περιφερειακάς υπηρεσίας αποτελούν την ασφαλιστικήν περιοχήν της Κεντρικής υπηρεσίας του Ταμείου (Κεντρικόν Κατάστημα). 4.Η ασφαλιστική περιοχή του Κεντρικού Καταστήματος του Ταμείου, ως και των Υποκαταστημάτων αυτού, δύναται να διαιρεθή δι’ αποφάσεως του Δ. Συμβουλίου εις μικροτέρας περιοχάς αποκαλουμένας «τομείς» και διακρινομένας απ’ αλλήλων δι’ αριθμών. Η διαίρεσις των ασφαλιστικών περιοχών εις τομείς ουδόλως μεταβάλλει την υφισταμένην αρμοδιότητα του Κεντρικού Καταστήματος και των Υποκατα(Μετά τη σελ. 274,1904) Σελ. 274,1905 Τεύχος Ε93-Σελ. 47 Καταστατικό Ταμείου ΑσφαλίσεωςΕμπόρων (Τ.Α.Ε) 39.Ε.α.29 στημάτων και έχει ως σκοπόν τον πληρέστερον έλεγχον του αντικειμένου της ασφαλίσεως. Δια τον καθορισμόν των τομέων λαμβάνονται αποκλειστικώς υπ’ όψιν αι συγκοινωνιακαί συνθήκαι και ο αριθμός των εν εκάστη μικροτέρα περιοχή ησφαλισμένων. 5.Εις το Κεντρικόν Κατάστημα του Ταμείου, ως και εις έκαστον Υποκατάστημα αυτού, ασφαλίζονται υποχρεωτικώς οι έχοντες την έδραν της εμπορικής των επιχειρήσεως ή εταιρείας εντός των ορίων της ασφαλιστικής τούτων περιοχής, ανεξαρτήτως του αν ασκούν εμπορίαν και εκτός ασφαλιστικής περιοχής ή εις πλείονας τοιαύτας. Οι έχοντες πλείονας εμπορικάς επιχειρήσεις εγκατεστημένας εις διαφόρους ασφαλιστικάς περιοχάς, ασφαλίζονται εις την ασφαλιστικήν περιοχήν της προτιμήσεώς των. ΄Αρθρον
  4. ΄Εναρξις της ασφαλιστικής σχέσεως. 1.Η ασφαλιστική σχέσις του ησφαλισμένου μετά του Ταμείου άρχεται δια μεν τους ασκούντας εμπορίαν και υπαγομένους εις την ασφάλισιν συμφώνως προς τας διατάξεις της παρ. 1 του άρθρου 3 του παρόντος, από του χρόνου ενάρξεως της ασκήσεως του εμπορικού επαγγέλματος, δια δε τους μετέχοντας εις Εταιρείας ή εις Επιχειρήσεις κλινικών και θεραπευτηρίων και υπαγομένους εις την ασφάλισιν συμφώνως προς τας διατάξεις της παρ. 2 του άρθρου 3 του παρόντος, από του χρόνου της νομίμου συστάσεως της Εταιρείας ή της νομίμου λειτουργίας της κλινικής ή του θεραπευτηρίου. Δια την από του ως άνω χρόνου δημιουργίαν ασφαλιστικής σχέσεως μετά του Ταμείου απαιτείται: α)Υποβολή εις το Ταμείον υπό του ασφαλιστέου προσώπου του κατά το άρθρον 24 Δελτίου Απογραφής, εντός τριμήνου προθεσμίας από του χρόνου ενάρξεως του εμπορικού επαγγέλματος ή συστάσεως της Εταιρείας ή λειτουργίας της κλινικής ή του θεραπευτηρίου. β)Εγγραφή του ασφαλιστέου εις το Μητρώον των ησφαλισμένων του Ταμείου. Η εγγραφή εις το Μητρώον ενεργείται δια πράξεως της αρμοδίας υπηρεσίας του Ταμείου, η δε καθυστέρησις ή παράλειψις της εγγραφής υπό της υπηρεσίας, ουδόλως μεταβάλλει τον χρόνον ενάρξεως της ασφαλιστικής σχέσεως, εφ’ όσον αποδεικνύεται προσηκόντως ο χρόνος ενάρξεως της εμπορικής απασχολήσεως του υπό ασφάλισιν προσώπου. Η υπηρεσία του Ταμείου δύναται εις πάσαν περίπτωσιν να ζητήση παρά του ασφαλιστέου την υποβολήν δικαιολογητικών προς απόδειξιν του χρόνου ενάρξεως της ασκήσεως του εμπορικού επαγγέλματος. Τοιαύτα δικαιολογητικά είναι:η υπό της αρμοδίας οικονομικής εφορίας χορηγουμένη άδεια ασκήσεως επιτηδεύματος, το συστατικόν ή τροποποιητικόν συμφωνητικόν ή Καταστατικόν της Εταιρείας και η άδεια λειτουργίας της κλινικής ή του θεραπευτηρίου. Σελ. 274,1906 Τεύχος Ε93-Σελ. 48 Δύναται επίσης η υπηρεσία του Ταμείου να ενεργήση δι’ εντεταλμένου οργάνου της επιτόπιον έρευναν προς εξακρίβωσιν τόσον περί της ασκήσεως εμπορικού επαγγέλματος, όσον και περί του χρόνου ενάρξεως, διαρκείας ή διακοπής τούτου. 2.Εν περιπτώσει μη υποβολής του Δελτίου Απογραφής εντός της υπό της παρ. 1 του παρόντος άρθρου οριζομένης προθεσμίας ή εν περιπτώσει αυτεπαγγέλτου ασφαλίσεως, η μετά του Ταμείου ασφαλιστική σχέσις του ησφαλισμένου άρχεται από της πρώτης του μηνός καθ’ ον υποβάλλεται το δελτίον εις την υπηρεσίαν του Ταμείου υπ’ αυτού ή υπό του συμπληρούντος τούτο οργάνου, εις περίπτωσιν αυτεπαγγέλτου εγγραφής. 3.Η μετά του Ταμείου ασφαλιστική σχέσις των βάσει τελεσιδίκων αποφάσεων των αρμοδίων οργάνων διαχωρισμού εγγραφομένων εις το ΤΑΕ εκ του ΤΕΒΕ προσώπων, άρχεται από της πρώτης του μηνός καθ’ ον εξεδόθη η τελεσίδικος απόφασις του αρμοδίου προς διαχωρισμόν οργάνου. 4.΄Απασαι αι ανωτέρω διατάξεις εφαρμόζονται και επί επανεγγραφής του ησφαλισμένου εις το Μητρώον των ησφαλισμένων και ουδέποτε η ασφαλιστική σχέσις δύναται να συναφθή άλλως ή να έχη ανάδρομον δύναμιν, πλην της περιπτώσεως ανακλήσεως παρανόμου διαγραφής. 5.Οι υπαγόμενοι το πρώτον εις την ασφάλισιν του Ταμείου και εγγραφόμενοι καθ’ οιονδήποτε τρόπον εις το Μητρώον των ησφαλισμένων αυτού, δύνανται εντός έτους από του χρόνου ενάρξεως της ασφαλιστικής σχέσεως να ζητήσουν δι’ αιτήσεώς των την αναγνώρισιν χρόνου εμπορικής απασχολήσεως πέντε
(5)ετών ως χρόνου συνταξίμου παρά τω Ταμείω, εφ’ όσον ο χρόνος ούτος διηνύθη παρ’ αυτών εν εμπορική απασχολήσει εις την προ της υπαγωγής των εις την ασφάλισιν πενταετίαν. Η αναγνώρισις του ως άνω χρόνου είναι υποχρεωτική δια το Ταμείον και ενεργείται δια πράξεως της αρμοδίας υπηρεσίας, εφ’ όσον ο ησφαλισμένος υποβάλλει ομού μετά της αιτήσεως πιστοποιητικά ή δικαιολογητικά αποδεικνύοντα πλήρως την εμπορικήν απασχόλησιν αυτού κατά την υπό αναγνώρισιν χρονικήν περίοδον. Τα κατά περίπτωσιν απαιτούμενα υπό της υπηρεσίας του Ταμείου δικαιολογητικά είναι τα κάτωθι: α)Πιστοποιητικόν της αρμοδίας οικονομικής εφορίας περί του χρόνου και του είδους της παρ’ αυτού ασκουμένης εμπορίας ή τα σημειώματα υπολογισμού και εκκαθαρίσεως του φόρου εισοδήματος των καθ’ έκαστα ετών της αυτής ως άνω Εφορίας. β)Πιστοποιητικόν Επιμελητηρίου ή Εμπορικού Συλλόγου εμφαίνον την εγγραφήν αυτού εις το μητρώον των μελών του. γ)Διπλότυπα Δημοσίου Ταμείου καταβολής φόρου εισοδήματος εξ εμπορικής πηγής των καθ’ έκαστα ετών. 39.Ε.α.29 Καταστατικό Ταμείου ΑσφαλίσεωςΕμπόρων (Τ.Α.Ε) δ)΄Αδεια ασκήσεως επιτιδεύματος της αρμοδίας Οικονομικής Εφορίας ή άδεια λειτουργίας της κλινικής ή του θεραπευτηρίου της αρμοδίας υπηρεσίας του Υπουργείου Κοινωνικών Υπηρεσιών. ε)Βεβαίωσις του συνεταιρισμού (Ν. 602) περί της χρονολογίας συμμετοχής του εις αυτόν. στ)Συστατικόν ή τροποποιητικόν συμφωνητικόν ή καταστατικόν της Εταιρείας δεόντως εγκεκριμένον. ζ)Αποσπάσματα πρακτικών γενικών συνελεύσεων καθ’ ας εξελέγοντο εκάστοτε μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου της Ανωνύμου Εταιρείας, εξ ων να προκύπτη η εκλογή αυτών και ο αριθμός και το ποσοστόν των εις την κατοχήν των καθ’ εκάστην συνέλευσιν μετοχών επί του συνόλου των μετοχών της Εταιρείας. η)Βεβαιώσεις της Ανωνύμου Εταιρείας εξ ων να προκύπτη και ο χρόνος της συμμετοχής των εις την διοίκησιν αυτής, ως και η εν αυτή ιδιότης των. Ο κατά τα ως άνω αναγνωριζόμενος χρόνος εμπορικής απασχολήσεως ως χρόνος συντάξιμος εξαγοράζεται υπό του ησφαλισμένου δια καταβολής τόσων μηνιαίων ασφαλιστικών εισφορών του Κλάδου Συντάξεων, όσος ο αριθμός των προς αναγνώρισιν μηνών ασφαλίσεως, υπολογιζομένων βάσει του ισχύοντος κατά τον χρόνον της καταβολής ασφαλίστρου και προσαυξανομένων δια πάντων των επ’ αυτού προσθέτων επιβαρύνσεων, μη δυναμένων πάντως των προσαυξήσεων τούτων να υπερβούν το 50% του καθαρού ποσού εισφορών. Η εξόφλησις του ποσού της εξαγοράς ταύτης είναι δυνατή και δια μηνιαίων δόσων μη δυναμένων να υπερβούν τας είκοσι τέσσαρας
(24)τον αριθμόν. ΄Αρθρον 22. Διάρκεια της ασφαλιστικής σχέσεως. 1.Η μετά του Ταμείου ασφαλιστική σχέσις του ησφαλισμένου, συναπτομένη κατά τας διατάξεις του προηγουμένου άρθρου, καθίσταται ενεργός από του χρόνου της καταβολής εκ μέρους αυτού των εκάστοτε υπέρ του Ταμείου εισφορών και διαρκεί καθ’ όλον τον χρόνον καθ’ ον ούτος έχει ή διατηρεί τας προϋποθέσεις υπαγωγής εις την ασφάλισιν του ΤΑΕ, περί ων αι διατάξεις των άρθρων 3 και 5 του παρόντος Καταστατικού. Η εμπρόθεσμος ή εκπρόθεσμος καταβολή παρά ησφαλισμένου των υπέρ του Ταμείου εισφορών ουδέν δικαίωμα γεννά, εφ’ όσον ελλείπουν αι νόμιμοι προϋποθέσεις ασφαλίσεως αυτού, πλην του της επιστροφής του ποσού των καταβληθεισών υπ’ αυτού εισφορών. 2.Προς καθορισμόν της διαρκείας ή της συνεχίσεως της μετά του Ταμείου ασφαλιστικής σχέσεως, ο ησφαλισμένος υποχρεούται όπως αναγγέλη εκάστοτε εις το Ταμείον πάσαν μεταβολήν της επαγγελματικής του καταστάσεως ή της συμμετ

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.