- ΝΟΜΟΣ 1165 της 17/21 Μαρτ. (αναδ. 6΄ Απρ.) 1918 Περί Τελωνειακού Κώδικος ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α΄. Γενικαί Διατάξεις Άρθρον 1 1.Η τελωνειακή γραμμή της Χώρας αποτελείται εκ των ακτών αυτής και της κατά ξηράν μεθορίου γραμμής. 2.Επί της τελωνειακής γραμμής και εν άλλοις εμπορικοίς κέντροις ιδρύονται τελωνειακαί αρχαί, κατά τας περί τούτου διατάξεις των ιδιαιτέρων νόμων. 3.Αι ελεύθεραι ζώναι θεωρούνται ως κείμεναι εκτός της τελωνειακής γραμμής. 4.«Δι’ αποφάσεων του Υπουργού των Οικονομικών ορίζονται αι διαβάσεις, δι’ ων δέον να κομίζωνται τα δια της κατά ξηράν τελωνειακής γραμμής εισαγόμενα και εξαγόμενα εμπορεύματα. 5.Επίσης δι’ ομοίων αποφάσεων ορίζονται τα είδη των εμπορευμάτων ων η απ’ ευθείας εισαγωγή, εξαγωγή και μεταφορά επιτρέπεται εις εκάστην τελωνειακήν αρχήν». Αι παρ. 4 και 5 αντικατεστάθησαν ως άνω δια του Άρθρον 9 1.Εν περιπτώσει ναυαγίου τηρούνται αι διατάξεις των νόμων περί ναυαγίων και ναυαγιαιρέσεων. 2.Αι τελωνειακαί αρχαί οφείλουσι να παρέχωσι την συνδρομήν των δια παντός δυνατού μέσου εις τους ναυαγούς και να λαμβάνωσι τα κατάλληλα μέτρα προς εξασφάλισιν των τελωνειακών τελών και άλλων δικαιωμάτων του Δημοσίου, εκ συνεννοήσεως μετά της λιμενικής αρχής. 3.Η τελωνειακή αρχή, αδιακρίτως βαθμολογίας, έχει το δικαίωμα να ενεργή πάσας τας τελωνειακάς εργασίας, τας απαιτουμένας εκ του προορισμού των ναυαγίων. - 223 30.Β.α.2 Τελωνειακός Κώδικας Άρθρον 67 1.«Τα εις τας τελωνειακάς αποθήκας ή τον τελωνειακόν περίβολον αποτιθέμενα εμπορεύματα είτε εκ της αλλοδαπής, είτε εκ της ημεδαπής προέρχονται, εις ουδέν υποβάλλονται δικαίωμα επί οκτώ ημέρας, αφ’ ης απεβιβάσθησαν, συμπεριλαμβανομένης και ταύτης, μη υπολογιζομένων των Κυριακών και των εξαιρετέων ημερών, εφόσον αύται συμπίπτουσι κατά την λήξιν της προθεσμίας. «Προκειμένου όμως για παλαιοσίδερα (ΣΚΡΑΠΣ) η οριζόμενη από το προηγούμενο εδάφιο προθεσμία αυξάνεται σε 20 ημέρες». Επί εξαγωγής εγχωρίων προϊόντων δια των τελωνειακών αρχών Κρήτης, η προθεσμία αύτη ορίζεται εις δύο εβδομάδας, μη συμπεριλαμβανομένων των Κυριακών και των εξαιρετέων ημερών, επιτρέπεται δε να επεκταθή η διάταξις αύτη και εις άλλας τελωνειακάς αρχάς δια την εξαγωγήν». Το ανωτέρω μέσα σε « » εδάφιο προστέθηκε από την παρ. 3 άρθρ. 28 Νόμ. 1473/84, (ΦΕΚ Α΄ 127) (κατωτ. αριθ. 64). Επί εξαγωγής εγχωρίων προϊόντων δια των τελωνειακών αρχών Κρήτης, η προθεσμία αύτη ορίζεται εις δύο εβδομάδας, μη συμπεριλαμβανομένων των Κυριακών και των εξαιρετέων ημερών, επιτρέπεται δε να επεκταθή η διάταξις αύτη και εις άλλας τελωνειακάς αρχάς δια την εξαγωγήν». Η παρ. 1 συνεπληρώθη ως άνω δια του άρθρ. 8ου Νόμ. 1941/
- Δια του άρθρ. 1 παρ. 2 Α.Ν. 1433/1938 η ανωτέρω προθεσμία δια τα τελωνιζόμενα εντός των περιοχών των Ελευθ. Ζωνών Πειραιώς και Θεσ/νίκης γαιάνθρακας, ξυλείαν και δημητριακούς καρπούς εις κόκκους, ηυξήθη εις 21 ημέρας από της καταθέσεως της διασαφήσεως εισαγωγής. Δια της υπ’ αριθ. Π. 10967/232 της 22 Οκτ./5 Νοεμ. 1965 αποφ. Υπ. Οικονομικών (ΦΕΚ Β΄ 733) η κατά την ανωτέρω παρ. 1 καθοριζομένη οκταήμερος προθεσμία αποκομιδής των εμπορευμάτων εκ των Τελωνειακών χώρων ωρίσθη εις δύο εβδομάδας μη συμπεριλαμβανομένων των Κυριακών και εξαιρετέων ημερών προκειμένου περί των αποτιθεμένων εις τους τελωνειακούς χώρους των Τελωνείων του Κράτους, εγχωρίων προϊόντων, προοριζομένων δι’ εξαγωγήν. - 259 30.Β.α.2 Τελωνειακός Κώδικας 2.«Κατά τας δεκαπέντε πρώτας ημέρας, μετά την λήξιν της προθεσμίας της πρώτης παραγράφου του άρθρου 67 του Νόμ. 1165, επιβάλλεται δικαίωμα υπερημερίας τεσσάρων λεπτών μεν δια τα εις τας τελωνειακάς αποθήκας αποβιβαζόμενα, δύο λεπτών δε δια τα εις τον τελωνειακόν περίβολον αποβιβαζόμενα, δι’ εκάστην ημέραν και δι’ έκαστον δοχείον, κιβώτιον ή δέμα, μη υπερβαίνον τα 50 χιλιόγραμμα». Η παρ. 2 αντικατεστάθη δια του άρθρ. 5 Νόμ. 1724/1919, και διεμορφώθη ως άνω κατόπιν του άρθρ. 15 Α.Ν. 899/1937, καθ’ ο τα δικαιώματα υπερημερίας καθορίζονται εις μεταλλικόν. 3.«Όταν το βάρος είναι ανώτερον, λογίζεται ως διπλούν ή πολλαπλούν κατά λόγον 50 χιλιογράμμων προς έκαστον δοχείον ή δέμα». Η παρ. 3 διεμορφώθη ως άνω κατόπιν του άρθρ. 15 Α.Ν. 899/
- 4.Τα είδη, τα μη συνεσκευασμένα εις δέματα ή δοχεία ή κιβώτια, υποβάλλονται εις δικαίωμα υπερημερίας κατά λόγον του βάρους των, συλλήβδην λαμβανόμενα. 5.Μετά παρέλευσιν της ανωτέρω δεκαπενθημέρου προθεσμίας το δικαίωμα τούτο διπλασιάζεται, μετά παρέλευσιν δε ετέρων δέκα πέντε ημερών τριπλασιάζεται. Παράτασιν της προθεσμίας των ανωτέρω παρ. 1, 2 και 5 εν περιπτώσει ανωτέρας βίας βλ. Β.Δ. 27 Νοεμ./11 Δεκ. 1948 (κατωτ. αριθ. 24). 6.Το δικαίωμα τούτο επ’ ουδεμιά περιπτώσει δύναται να υπερβή την αξίαν του εμπορεύματος εάν ο παραλήπτης εγκαταλείψη αυτό εις το τελωνείον. 7.«Αι ατμοπλοϊκαί εταιρείαι απαλλάσσονται των δικαιωμάτων υπερημερίας δι’ εμπορεύματα, μη αναγεγραμμένα εν τω δηλωτικώ και κατά λάθος αποβιβασθέντα, εφόσον ταύτα δεν εκηρύχθησαν αζήτητα, ουδέ ετελωνίσθησαν». Η παρ. 7 αντικατεστάθη ως άνω δια της παρ. 2 του άρθρ. 8ου Νόμ. 1941/
- 8.«Τα εμπορεύματα περί ων τα άρθρ. 31 και 32 του Νόμ. 1165, υποβάλλονται εις το δεκαπλούν του κατά το άρθρ. 5 του παρόντος και της πέμπτης παραγράφου του άρθρ. 67 του Νόμ. 1165 δικαιώματος υπερημερίας από της μεθεπομένης της εξετάσεως ή του τελωνισμού αυτών, της ειδικής προσκλήσεως απαιτουμένης μόνον δια την εκπλήρωσιν των νομίμων διατυπώσεων, όσον αφορά την κήρυξιν των εμπορευμάτων ως αζητήτων και την εκποίησιν αυτών. Το κατά το προηγούμενον εδάφιον δεκαπλούν δικαίωμα υπερημερίας επιβάλλεται εν τοις Τελωνείοις Πειραιώς και Θεσσαλονίκης μετά 4 ημέρας από της του τελωνισμού ή της εξετάσεως συμπεριλαμβανομένης και ταύτης. Παρά τοις αυτοίς τελωνείοις τα εμπορεύματα δεν υποβάλλονται εις δικαίωμα υπερημερίας κατά τας τρεις επομένας ημέρας του τελωνισμού ή της εξετάσεως έστω και αν αύται εμπίπτουσιν εντός των προθεσμιών των προηγουμένων παρ. 2 και 6». Η παρ. 8 αντικατεστάθη δια του άρθρ. 6 Νόμ. 1724/1919 και συνεπληρώθη ως άνω δια της παρ. 1 άρθρ. 1 Α.Ν. 1433/
- 9.«Εις το αυτό δεκαπλούν δικαίωμα υποβάλλονται τα εμπορεύματα, δι’ α κατετέθη διασάφησις εξαγωγής ή μεταφοράς, μετά παρέλευσιν είκοσιν ημερών από της ειδικής προσκλήσεως της τελωνειακής αρχής προς εξαγωγήν ή μεταφοράν ή διαμετακόμισιν». Η παρ. 9 συνεπληρώθη ως άνω υπό της παρ. 3 του άρθρ. 8ου Νόμ. 1941/
- (Αντί για τη σελ. 158,01) Σελ. 158,01(α) Τεύχος Ζ13-Σελ. 67 - 260 Τελωνειακός Κώδικας 30.Β.α.2 - 261 30.Β.α.2 Τελωνειακός Κώδικας 10.«Εμπορεύματα των οποίων η καθυστέρησις της παραλαβής οφείλεται εις λόγους ανωτέρας βίας, δύναται, τη αιτήσει του ενδιαφερομένου να απαλλάσσωνται, εν όλω ή εν μέρει, των κατά τας προηγουμένας παραγράφους οφειλομένων δικαιωμάτων. Η απαλλαγή αύτη παρέχεται δια πράξεως α)των προϊσταμένων των Τελωνείων Α΄ και Β΄ τάξεως δια τα εμπορεύματα της αρμοδιότητός των και τα εμπορεύματα της αρμοδιότητος των υποδεεστέρων Αρχών των υπαγομένων εις αυτά, εφ’ όσον η αιτουμένη απαλλαγή αφορά χρονικόν διάστημα μέχρι 15 ημερών και β)των προϊσταμένων των Τελωνειακών Διευθύνσεων δια τα εμπορεύματα της αρμοδιότητός των ως και τα εμπορεύματα της αρμοδιότητος των υποδεεστέρων Αρχών των υπαγομένων εις αυτάς, εφ’ όσον η αιτουμένη απαλλαγή αφορά χρονικόν διάστημα μέχρις ενός μηνός. Προκειμένου περί απαλλαγής δια χρονικά διαστήματα μείζονα των ανωτέρω, αύτη παρέχεται δια πράξεως της παρά τη έδρα της οικείας Τελωνειακής Περιφερείας Επιτροπής της παρ. 3 του άρθρ. 42 του παρόντος. Ειδικώτερον, η κατά το παρόν εδάφιον απαλλαγή, προκειμένου περί των Τελωνειακών Περιφερειών Πειραιώς και Θεσσαλονίκης, παρέχεται υπό Επιτροπής αποτελουμένης: «α)Εκ του οικείου Επιθεωρητού Τελωνείων. β)Εκ του οικείου Δ/ντού Τελωνείων και γ)Εξ ενός Τελωνειακού Διευθυντού». (Ο Επιθεωρητής και) ο Τελωνειακός Διευθυντής ως και οι αναπληρωταί τούτων ορίζονται εκάστοτε δι’ αποφάσεως του Υπουργού των Οικονομικών. Κατά των εν τοις προηγουμένοις εδαφίοις πράξεων επιτρέπεται προσφυγή εντός δέκα ημερών από της κοινοποιήσεώς των εις τον ενδιαφερόμενον, ενώπιον της κατά το άρθρ. 99 του παρόντος Κώδικος αρμοδίας Πρωτοβαθμίου Επιτροπής Προσφυγών και την υπό τούτου προβλεπομένην διαδικασίαν. Κατά των αποφάσεων των Πρωτοβαθμίων Επιτροπών Προσφυγών επιτρέπεται, ομοίως, έφεσις εντός δέκα ημερών από της κοινοποιήσεώς των εις τον ενδιαφερόμενον, ενώπιον του κατά το άρθρ. 128 του παρόντος Διοικητικού Δικαστηρίου Φορολογικών Παραβάσεων, εφ’ όσον τα παρά της Πρωτοβαθμίου Επιτροπής Προσφυγών καταλογισθέντα δικαιώματα υπερβαίνουσι το ποσόν των δέκα εκατομμυρίων δραχμών». Η παρ. 10 αντικατεστάθη ως άνω δια του άρθρ. 2 Νόμ. 2096/
- Αι κατά τα ανωτέρω Επιτροπαί Απαλλαγών εκ δικαιωμάτων υπερημερίας διατηρηθείσαι δια του άρθρ. 1 παρ. 4 Β.Δ. 402 της 25/29 Μαΐου 1965 (τόμ. 24 σελ. 58,11), ετροποποιήθησαν ως άνω δια της παρ. 9 άρθρ. 1 της υπ’ αριθ. Δ. 6741 της 24/30 Ιουν. 1967 αποφ. των Αντιπροέδρου Κυβερνήσεως και Υπ. Οικονομικών (τόμ. 24 σελ. 58,21). «11.Εμπορεύματα αποτιθέμενα εγκρίσει της Τελωνειακής Αρχής εις παραχωρουμένας υπό ιδιωτών αποθήκας ή χώρους εκτός τελωνειακού περιβόλου υπόκεινται εις το τέταρτον των κατά τας ως άνω παραγράφους δικαιωμάτων υπερημερίας. Δι’ αποφάσεων του Υπουργού των Οικονομικών, μετά γνώμην της Διαρκούς Επιτροπής Δασμολογίου και Εμπορικών Συμβάσεων (Τμήμα Τελωνειακών Νόμων) δύναται να απαλλάσσωνται των κατά την παράγραφον ταύτην δικαιωμάτων υπερημερίας ωρισμένα εμπορεύματα αποτιθέμενα εις τας ανωτέρω αποθήκας ή υπαιθρίους εκτός τελωνειακού περιβόλου χώρους». Η παρ. 11 προσετέθη δια του άρθρ. 10 Α.Ν. 791/
- Απαλλαγήν των επί προσωρινή ατελεία εισαγομένων και αποθηκευμένων εις ιδιωτικούς χώρους βλ. εν αποφ. Ε. 5535/245/1977 (τόμ. 30Β σελ. 490,03). «12.Ο τελωνειακός περίβολος των Διευθύνσεων Τελωνείων και των Τελωνείων α΄ τάξεως ορίζεται δι’ αποφάσεων των προϊσταμένων των αρχών τούτων, εγκρινομένων υπό του Υπουργού των Οικονομικών. Ο τελωνειακός περίβολος των λοιπών τελωνειακών Αρχών ορίζεται δι’ αποφάσεων των αρμοδίων Οικονομικών Επιθεωρητών Τελωνείων, εγκρινομένων υπό του Υπουργού των Οικονομικών». Η παρ. 12 προσετέθη δια του άρθρ. 10 Α.Ν. 791/1948 ως παρ.
- Είτα καταργηθείσης της αρχικής παρ. 12 δια του άρθρ. 2 Νόμ. 2096/ 1952, η παράγραφος αύτη έλαβε τον αριθ.
- Συμφώνως προς το άρθρ. 1ον Νόμ. 1941/ 1920, «κατ’ εξαίρεσιν της διατάξεως του άρθρ. 67 Νόμ. 1165 και των σχετικών διατάξεων του Νόμ. 1724 τα εις τον τελωνειακόν περίβολον (εκτός των τελων. αποθηκών) του Τελωνείου Πειραιώς και Θεσσαλονίκης αποτιθέμενα εμπορεύματα υποβάλλονται μόνον εις το ήμισυ των κατά το άρθρ. 67 Νόμ. 1165 δικαιωμάτων υπερημερίας, δεν υπόκεινται δε εις τας διατάξεις του Νόμ. 1724». Βλ. και άρθρ. 6 και 15 Α.Ν. 899/1937 (κατωτ. αριθ. 13). Απαλλαγάς των τελών υπερημερίας βλ. κατωτέρω εις το οικείον θέμα. Δια του Β.Δ. 7/7 Αυγ. 1952 (ΦΕΚ Α΄ 210) αι περί καθορισμού τελωνειακών περιβόλων διατάξεις της ως άνω παρ. 12 επεξετάθησαν και εις την Δωδεκάνησον. (Αντί για τη σελ. 159(δ) Σελ. 159(ε) Τεύχος 1144-Σελ. 13 - 262 Τελωνειακός Κώδικας 30.Β.α.2 ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Η΄ Περί αποσκευών επιβατών. Άρθρον 68 1.Οι εκ της αλλοδαπής προερχόμενοι επιβάται, αποβιβαζόμενοι εις τας δι’ αυτούς καθωρισμένας θέσεις, οφείλουσι να κομίζωσι τας αποσκευάς αυτών εις το τελωνειακόν κατάστημα προς εξέτασιν. 2.«Η δήλωσις του περιεχομένου των αποσκευών γίνεται προφορικώς, η δε τελωνειακή αρχή εξετάζει και καταγράφει τα υποκείμενα εις τέλος είδη εις επί τούτω τηρούμενον βιβλίον. Εν τω αυτώ βιβλίω αναγράφονται τα κατά το άρθρ. 25 απαιτούμενα στοιχεία της διασαφήσεως επί τη βάσει της περί αυτών προφορικής δηλώσεως». Η παρ. 2 συνεπληρώθη ως άνω δια του άρθρ. 3 Νόμ. 2110/
- 3.Τα τελωνισθέντα είδη, παραδίδονται μετά την έκδοσιν του αποδεικτικού πληρωμής. 4.Επιτρέπεται η άνευ εξετάσεως προσωρινή απόθεσις των αποσκευών τούτων εις το τελωνειακόν κατάστημα προς φύλαξιν. «5.Δύναται, δι’ αποφάσεων του Υπουργού των Οικονομικών εκδιδομένων μετά γνώμην της Επιτροπής Τελωνειακών Νόμων, να επιτρέπηται, επί ειδικώς εκάστοτε κατονομαζομένων πλοίων φερόντων την Ελληνικήν σημαίαν, η διενέργεια τελωνειακού ελέγχου του όλου ή μέρους των αποσκευών των επιβατών και των πληρωμάτων αυτών και εκτός έτι της Ελληνικής Επικρατείας, εφ’ όσον τα πλοία ταύτα εξελθόντα των χωρικών υδάτων ξένων Κρατών κατευθύνονται, άνευ ενδιαμέσου προσεγγίσεως, εις Ελληνικούς λιμένας. Δι’ ομοίων αποφάσεων δύναται να καθορίζηται και ειδική διαδικασία ενεργείας του ως άνω τελωνειακού ελέγχου. Αι κατά τον ως άνω τελωνειακόν έλεγχον διαπιστούμεναι τελωνειακαί παραβάσεις και λαθρεμπορίαι διώκονται κατά τα περί τούτων οριζόμενα υπό της τελωνειακής νομοθεσίας». Η παράγρ. 5 προσετέθη δια του άρθρ. 4 Νόμ. 2876/
- Άρθρον 69 Με το άρθρ. 15 του Νόμ. 1967/3-4 Οκτ. 1991 (ΦΕΚ Α΄ 149) τόμ. 13, σελ. 244,9937 ορίστηκε ότι: «Οι διατάξεις του άρθρ. 69 δεν εφαρμόζονται, για χρονικό διάστημα 4 μηνών από της εναπόθεσής τους, στις οικοσκευές-αποσκευές Σελ. 160(ε) Τεύχος 1144-Σελ. 14 των παλιννοστούντων από την Ε.Σ.Σ.Δ. ομογενών Ελλήνων, που εναποτίθενται στις ειδικές προς τούτο προσωρινές τελωνειακές αποθήκες του Τελωνείου Αλεξανδρούπολης. Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου ισχύουν μέχρι της 31.12.1996, δυναμένης της προθεσμίας αυτής να παρατείνεται με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, εφ’ όσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις. Για την αναστολή εφαρμογής των διατάξεων του άνω άρθρ. 69, στους παλιννοστούντες από την Ε.Σ.Σ.Δ., βλέπε σχόλιο στο άρθρ. 39 του παρόντος Νόμ. 1165/
- «1.Αι αποσκευαί των επιβατών δύνανται να διαμετακομίζωνται εις το εξωτερικόν ή το εσωτερικόν. Οι όροι και αι διατυπώσεις υφ’ ους επιτρέπεται η τοιαύτη διαμετακόμισις ως και ο τρόπος τελωνισμού των ούτω διαμετακομιζομένων δια το εσωτερικόν αποσκευών καθορίζονται εκάστοτε δι’ αποφάσεων του Υπουργού των Οικονομικών δημοσιευομένων δια της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως. 2.Αι αποσκευαί των επιβατών, όσαι δεν παραληφθώσιν εντός 45 ημερών από της εις το τελωνείον αποθέσεώς των, εξετάζονται παρά του Προϊσταμένου της Τελωνειακής Αρχής και του ελεγκτού όπου υπάρχει τοιούτος και ενεργούνται τα εν άρθρ. 41 και επόμενα οριζόμενα. Η κατά τ' ανωτέρω προθεσμία δύναται να παρατείνηται κατά περίπτωσιν, αιτήσει των ενδιαφερομένων, μέχρι τριών μηνών, δι’ αποφάσεως του Προϊσταμένου της οικείας Τελωνειακής Περιφερείας, εφ’ όσον συντρέχουσιν ειδικοί προς τούτο λόγοι». Το άρθρ. 69 αντικατεστάθη ως άνω δια του άρθρ. 5 Νόμ. 2876/
- - 263 30.Β.α.2 Τελωνειακός Κώδικας ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Θ΄ Περί εξαγωγής και μεταφοράς «Άρθρ.70.-1.Για την εξαγωγή από την ελληνική επικράτεια εμπορευμάτων που πληρούν τις προϋποθέσεις της παρ. 2 του άρθρ. 9 της ιδρυτικής Συνθήκης της ΕΟΚ πρέπει να κατατεθεί από τον εξαγωγέα ή τον αντιπρόσωπό του στην αρμόδια τελωνειακή αρχή διασάφηση. 2.Θεωρούνται ότι συνιστούν ένα μόνο εμπόρευμα τα συστατικά στοιχεία βιομηχανικών συνόλων που είναι αντικείμενα μιας ενιαίας υποδιαίρεσης της ονοματολογίας εμπορευμάτων για τις στατιστικές του εξωτερικού εμπορίου της Κοινότητας σύμφωνα με τις σχετικές κοινοτικές πράξεις. Το φυσικό ή νομικό πρόσωπο, που καταθέτει τη διασάφηση εξαγωγής, καλείται διασαφιστής. 2.Η διασάφηση εξαγωγής υπογράφεται από το διασαφιστή ή από τον αντιπρόσωπό του. Η διασάφηση είναι γραπτή δήλωση του διασαφιστή και, από την κατάθεσή της στην τελωνειακή αρχή, αποτελεί τίτλο υπέρ του Δημοσίου. Ο τύπος της διασάφησης αυτής καθορίζεται με απόφαση του υπουργού Οικονομικών, σύμφωνα με όσα ορίζονται στο άρθρ. 133 και περιλαμβάνει τις ακόλουθες απαραίτητες ενδείξεις: α.Το ονοματεπώνυμο και τον αριθμό φορολογικού μητρώου του διασαφιστή ή τον αριθμό ταυτότητας, σε περίπτωση που νόμιμα στερείται τέτοιου αριθμού, τη διεύθυνση της κατοικίας ή έδρας του και, εφ’ όσον η διασάφηση κατατίθεται από αντιπρόσωπο, τα παραπάνω στοιχεία της ταυτότητας και κατοικίας του καθώς και τη νομική σχέση της μεσολάβησής του. β.Τις απαραίτητες ενδείξεις που αφορούν το προηγούμενο τελωνειακό καθεστώς, εφ’ όσον τα εμπορεύματα είχαν προηγουμένως υπαχθεί σε κάποιο καθεστώς. γ.Τον αριθμό και το είδος των δεμάτων, τα σημεία και τους αριθμούς που αναγράφονται σε αυτά ή, αν πρόκειται για εμπορεύματα που δεν είναι συσκευασμένα, τον αριθμό των ειδών που αποτελούν αντικείμενο της διασάφησης ή τη λέξη «χύμα» κατά περίπτωση καθώς και τις ενδείξεις που είναι αναγκαίες για την εξακρίβωση των μη συσκευασμένων εμπορευμάτων. δ.Τον τόπο στον οποίο βρίσκονται τα εμπορεύματα. ε.Αν πρόκειται για εμπορεύματα που υπάγονται στην κοινή αγροτική πολιτική, τον κωδικό αριθμόδιάκριση της συνδυασμένης ονοματολογίας του Ολοκληρωμένου Τελωνειακού Δασμολογίου ή την ειδική γεωργική ονοματολογία. Πρέπει επίσης να περιέχει και την εμπορευματική περιγραφή των εμπορευμάτων αυτών σύμφωνα με τις ειδικότερες διακρίσεις της συνδυασμένης ονοματολογίας ή όρους αρκετά συγκεκριμένους που να επιτρέπουν στην τελωνειακή αρχή να καθορίζει αμέσως και χωρίς αμφιβολία ότι τα εμπορεύματα αντιστοιχούν ακριβώς στον κωδικό αριθμό-διάκριση που δηλώθηκαν. στ.Αν πρόκειται για εμπορεύματα άλλα από εκείνα που αναφέρονται στο προηγούμενο εδάφιο, την ακριβή περιγραφή τους και τον κωδικό αριθμόδιάκριση, ώστε να είναι δυνατή η αναγνώριση και ο έλεγχός τους από την τελωνειακή αρχή. ζ.Αν πρόκειται για εμπορεύματα που επιβαρύνονται με εξαγωγικούς δασμούς ή για εμπορεύματα για τα οποία πρόκειται να ζητηθεί η χορήγηση επιστροφών ή άλλων ποσών κατά την εξαγωγή, τις ποσοτικές ενδείξεις και τα συμπληρωματικά στοιχεία που ενδεχομένως απαιτούνται για την επιβολή των δασμών αυτών ή για τον υπολογισμό των επιστροφών ή των άλλων ποσών. η.Την αξία και τα λοιπά αναγκαία ποσοτικά ή συμπληρωματικά στοιχεία των εξαγόμενων εμπορευμάτων. θ.Τη χώρα προορισμού των εμπορευμάτων, κατά την έννοια των κοινοτικών διατάξεων που αφορούν τη στατιστική του εξωτερικού εμπορίου της Κοινότητας. ι.Τον αριθμό και τα διακριτικά του κράτους-μέλους που εξέδωσε το πιστοποιητικό εξαγωγής ή προκαθορισμού, το οποίο υποβάλλεται σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις της κοινής αγροτικής πολιτικής. ια.Οποιεσδήποτε άλλες αναγκαίες πληροφορίες για την εφαρμογή των διατάξεων που διέπουν την εξαγωγή των εμπορευμάτων, οι οποίες καθορίζονται με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών. 4.Στη διασάφηση πρέπει να επισυνάπτονται: α.το τιμολόγιο β.η φορτωτική γ.τα έγγραφα που αφορούν το προηγούμενο τελωνειακό καθεστώς, αν τα εμπορεύματα είχαν τεθεί σε τέτοιο καθεστώς και δ.κατά την κρίση της τελωνειακής αρχής, κατάλογο των δεμάτων ή ισοδύναμο δικαιολογητικό (κιβωτολόγιο κ.λπ), που να αναφέρει αναλυτικά το περιεχόμενο κάθε δέματος. Η τελωνειακή αρχή λαμβάνει τα απαραίτητα μέτρα, ώστε τα δικαιολογητικά αυτά να μη μπορούν να χρησιμοποιηθούν σε άλλες περιπτώσεις εξαγωγών, παρά μόνο για την ποσότητα ή την αξία για την οποία εξακολουθούν να ισχύουν. 5.Με τον όρο «εξαγωγικοί δασμοί» νοούνται οι γεωργικές εισφορές και λοιπές επιβαρύνσεις κατά την εξαγωγή, που προβλέπονται στα πλαίσια της κοινής αγροτικής πολιτικής ή των ειδικών καθεστώτων που εφαρμόζονται για ορισμένα εμπορεύματα, τα οποία προκύπτουν από τη μεταποίηση γεωργικών προϊόντων. 6.Η διασάφηση εξαγωγής συμπληρώνεται με γραφομηχανή ή ιδιοχείρως με μελάνη, κατά τρόπο ευανάγνωστο χωρίς ξέσματα, διορθώσεις, απαλείψεις, διαγραφές ή αλλοιώσεις. 7.Για την κατάθεση της διασάφησης και εφ’ όσον τα προς εξαγωγή εμπορεύματα βρίσκονται υπό ένα τελωνειακό καθεστώς, η τελωνειακή αρχή επιτρέπει την προηγούμενη εξέταση των εμπορευμάτων και τη λήψη δειγμάτων ύστερα από γραπτή αίτηση του κυρίου τους ή του (Μετά τη σελ. 160(δ) Σελ. 160,01 Τεύχος ΙΑ-7-2 Σελ. 103 - 264 Τελωνειακός Κώδικας 30.Β.α.2 νόμιμου αντιπροσώπου του. Η αίτηση αυτή πρέπει να περιλαμβάνει: α)το ονοματεπώνυμο και τη διεύθυνση κατοικίας του κυρίου των εμπορευμάτων, β)τον τόπο όπου βρίσκονται τα εμπορεύματα, γ)τις απαραίτητες ενδείξεις και πληροφορίες που αφορούν το προηγούμενο τελωνειακό καθεστώς, δ)οποιεσδήποτε άλλες πληροφορίες ή στοιχεία είναι απαραίτητα για την εξακρίβωση των εμπορευμάτων. Οι ποσότητες των δειγμάτων που πρέπει να ληφθούν αναγράφονται στην άδεια της τελωνειακής αρχής. Όταν τα συγκεκριμένα δείγματα που έχουν ληφθεί δεν καλύπτονται μεταγενεστέρως από διασάφηση εξαγωγής των εμπορευμάτων στα οποία αναφέρονται, οι επιβαρύνσεις, στις οποίες ενδεχομένως υπόκεινται, υπολογίζονται σύμφωνα με τα στοιχεία που αναφέρονται στην πιο πάνω γραπτή αίτηση και με το ποσοστό που ισχύει κατά την ημερομηνία αποδοχής της αίτησης αυτής. Η προκαταρκτική εξέταση των εμπορευμάτων και η λήψη δειγμάτων ενεργείται με την επίβλεψη της τελωνειακής αρχής, η οποία καθορίζει κατά περίπτωση και τον τρόπο ενέργειας. Η αποσυσκευασία, το ζύγισμα, η επανασυσκευασία και οποιεσδήποτε άλλες απαιτούμενες ενέργειες γίνονται με ευθύνη και δαπάνες του αιτούντος, ο οποίος βαρύνεται και με τα τυχόν έξοδα ανάλυσης». Το άρθρ. 70 αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. 2 άρθρ. 3 Νόμ. 1808/1988, (ΦΕΚ Α΄ 218), κατωτ. αριθ.
- «Άρθρ.70α.-1.Η κατάθεση της διασάφησης στην αρμόδια τελωνειακή αρχή για τη συμπλήρωση των σχετικών διατυπώσεων εξαγωγής ενεργείται κατά τις εργάσιμες ημέρες και ώρες των υπηρεσιών της αρχής αυτής. Μπορεί όμως να επιτραπεί από την τελωνειακή αρχή, ύστερα από αίτηση και με δαπάνες του διασαφιστή, η κατάθεση της διασάφησης και σε ημέρες και ώρες μη εργάσιμες. 2.Κατάθεση της διασάφησης δεν επιτρέπεται πριν από την προσκόμιση των εμπορευμάτων στους χώρους της τελωνειακής αρχής ή σε άλλους χώρους που έχουν εγκριθεί από αυτήν. Κατ’ εξαίρεση μπορεί να επιτραπεί από την τελωνειακή αρχή η κατάθεση της διασάφησης και πριν να προσκομισθούν τα εμπορεύματα. Στην περίπτωση αυτήν η τελωνειακή αρχή μπορεί ανάλογα με τις περιστάσεις να καθορίζει προθεσμία, για να προσκομιστούν. Αν η προθεσμία αυτή παρέλθει άπρακτη, η διασάφηση είναι αυτοδικαίως άκυρη. Σελ. 160,02 Τεύχος ΙΑ-7-2 Σελ. 104 Άρθρ.70β.-Η διασάφηση που ανταποκρίνεται στους όρους και στις διατυπώσεις του άρθρ. 70, αφού γίνει δεκτή και θεωρηθεί για το σκοπό αυτόν από τον προϊστάμενο της τελωνειακής αρχής ή από τον υπάλληλο, που ορίζεται από αυτόν, καταχωρίζεται αμέσως στο οικείο βιβλίο. Ο αριθμός και η ημερομηνία καταχώρισης και αποδοχής αναγράφονται στη διασάφηση. Κατ’ εξαίρεση, στις περιπτώσεις του δεύτερου εδαφίου της παρ. 2 του άρθρ. 70α, ως ημερομηνία αποδοχής της διασάφησης θεωρείται η ημερομηνία κατά την οποία προσκομίστηκαν τα εμπορεύματα στους χώρους της τελωνειακής αρχής ή στους χώρους που έχουν εγκριθεί από αυτήν. Άρθρον 10 1.Παραβάσεις των τελωνειακών ορισμών, ένεκεν αποδεδειγμένης ανωτέρας βίας, δεν επάγονται ποινικάς συνεπείας. 2.Το βάρος της αποδείξεως των τυχαίων γεγονότων φέρει ο πλοίαρχος, ο αγωγιάτης και οι λοιποί ενδιαφερόμενοι, κατά τους υπό του νόμου περί εμπορικής ναυτιλίας καθωρισμένους κανόνας. ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Β΄ Περί αφίξεων και δηλωτικών εισαγωγής ΤΜΗΜΑ Α΄ Δια θαλάσσης Άρθρ.70γ.-1.Επιτρέπεται στο διασαφιστή ύστερα από αίτησή του να διορθώνει μια ή περισσότερες από τις προβλεπόμενες στο άρθρ. 70 ενδείξεις της διασάφησης, η οποία έγινε δεκτή από την τελωνειακή αρχή, εφ’ όσον: α.η διόρθωση ζητηθεί πριν από την απομάκρυνση των εμπορευμάτων από τους χώρους της τελωνειακής αρχής ή τους χώρους που έχουν εγκριθεί από αυτήν, εκτός αν η αίτηση αναφέρεται σε στοιχεία, των οποίων η τελωνειακή αρχή είναι σε θέση να επαληθεύσει την ακρίβεια και χωρίς εξέταση των εμπορευμάτων, β.η σχετική αίτηση υποβληθεί πριν από την πληροφόρηση του διασαφιστή από την τελωνειακή αρχή ότι προτίθεται να εξετάσει τα εμπορεύματα ή πριν από τη διαπίστωση της ανακρίβειας των συγκεκριμένων ενδείξεων, γ.η διόρθωση αφορά μόνο τα εμπορεύματα που αρχικά αποτέλεσαν αντικείμενο της διασάφησης. - 265 30.Β.α.2 Τελωνειακός Κώδικας 2.Η παραπάνω διόρθωση γίνεται ύστερα από έγκριση της τελωνειακής αρχής είτε στο σώμα της διασάφησης είτε με κατάθεση νέας διασάφησης, που ανταποκρίνεται στους όρους του άρθρ. 70 και προορίζεται να αντικαταστήσει την αρχική διασάφηση, η οποία και ακυρώνεται. Στο σώμα και των δύο διασαφήσεων συντάσσεται σχετική πράξη. Στην τελευταία αυτήν περίπτωση ως ημερομηνία για τον προσδιορισμό των εξαγωγικών δασμών, φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων και για την εφαρμογή των λοιπών διατάξεων που διέπουν την εξαγωγή θεωρείται η ημερομηνία αποδοχής της αρχικής διασάφησης. 3.Κατά το χρονικό διάστημα που τα εμπορεύματα παραμένουν στον τελωνειακό χώρο ο διασαφιστής μπορεί να ζητήσει από την τελωνειακή αρχή την ακύρωση της διασάφησης. Αν όμως η τελωνειακή αρχή πληροφορήσει το διασαφιστή για την πρόθεσή της να εξετάσει τα εμπορεύματα, που αποτελούν αντικείμενο της διασάφησης, η αίτηση ακύρωσης δεν γίνεται δεκτή πριν από την εξέταση αυτήν. 4.Η τελωνειακή αρχή επιτρέπει την ακύρωση της διασάφησης, μόνο αν ο διασαφιστής: α.αποδεικνύει ότι τα εμπορεύματα δεν απομακρύνθηκαν από τον τελωνειακό χώρο, β.προσκομίζει πάλι στην τελωνειακή αρχή όλα τα αντίτυπα ή αντίγραφα της διασάφησης εξαγωγής, καθώς και όλα τα λοιπά έντυπα ή έγγραφα που χορηγήθηκαν μετά την αποδοχή της διασάφησης, γ.προσκομίζει, κατά περίπτωση, στην τελωνειακή αρχή την απόδειξη ότι οι επιστροφές και τα λοιπά ποσά που παρέχονται συνέχεια της διασάφησης εξαγωγής έχουν εισπραχθεί ή ότι έχουν ληφθεί τα απαραίτητα μέτρα, ώστε να μην πληρωθούν από τις αρμόδιες υπηρεσίες, δ.εκπληρώνει άλλες υποχρεώσεις που προβλέπονται από τις ισχύουσες διατάξεις. 5.Η ακύρωση της διασάφησης έχει ως αποτέλεσμα την ακύρωση των πράξεων που έγιναν στα πιστοποιητικά εξαγωγής ή προκαθορισμού ή σε άλλα έγγραφα που αφορούν τη διασάφηση. 6.Η ακύρωση της διασάφησης δεν εμποδίζει την εφαρμογή των διατάξεων που ισχύουν σε περίπτωση παραβάσεων σχετικών με αυτή. 7.Αν η αναχώρηση από το τελωνειακό έδαφος της χώρας των εμπορευμάτων που διασαφίστηκαν για την εξαγωγή πρέπει να γίνει μέσα σε ορισμένη προθεσμία, η μη τήρηση της προθεσμίας αυτής συνεπάγεται την ακύρωση της σχετικής διασάφησης, εκτός αν δοθεί παράταση από τις αρμόδιες αρχές. Στην περίπτωση αυτήν εφαρμόζονται οι διατάξεις των εδαφ. α, β, γ και δ της παρ. 4 και των παρ. 5 και
- Άρθρ.70δ.-1.Η τελωνειακή αρχή προβαίνει, αν το κρίνει αναγκαίο, στην επαλήθευση της διασάφησης και των εγγράφων που προσαρτώνται σε αυτή, για να βεβαιωθεί ότι οι ενδείξεις που περιλαμβάνονται στα έγγραφα αυτά αντιστοιχούν στις ενδείξεις που αναγράφονται στη διασάφηση. 2.Η τελωνειακή αρχή, με την επιφύλαξη των διατάξεων που προβλέπουν άλλους τρόπους ελέγχου, μπορεί να εξετάζει το σύνολο ή μέρος των εμπορευμάτων που αποτελούν αντικείμενο της διασάφησης εξαγωγής. 3.Η εξέταση (τελωνισμός) των εμπορευμάτων ενεργείται μέσα στους χώρους της τελωνειακής αρχής ή σε άλλους χώρους που έχουν εγκριθεί από αυτήν και κατά τη διάρκεια των εργάσιμων ημερών και ωρών των υπηρεσιών της αρχής αυτής. Κατ’ εξαίρεση η τελωνειακή αρχή, ύστερα από αίτηση και με δαπάνες του διασαφιστή, μπορεί να εγκρίνει την εξέταση των εμπορευμάτων έξω από τους παραπάνω χώρους ή σε μη εργάσιμες ημέρες και ώρες. 4.Η μεταφορά των εμπορευμάτων στους χώρους όπου πρέπει να γίνει η εξέταση, η αποσυσκευασία, η επανασυσκευασία και όλες γενικά οι απαραίτητες εργασίες για την εξέταση αυτήν, πραγματοποιούνται από το διασαφιστή ή με την ευθύνη του. Σε όλες τις περιπτώσεις οι δαπάνες που ανακύπτουν από τις εργασίες αυτές βαρύνουν το διασαφιστή. 5.Τα δέματα ανοίγονται ενώπιον του προϊσταμένου της τελωνειακής αρχής ή του τελωνειακού ελεγκτή, που οφείλει να προβαίνει στην επαλήθευση του περιεχομένου τους, ύστερα από συνοπτικό ή λεπτομερή έλεγχο που ενεργείται σε καθολική ή κατ’ επιλογή βάση, σύμφωνα με όσα ειδικότερα ορίζονται με προεδρικό δ/γμα, που εκδίδεται με πρόταση του Υπουργού Οικονομικών. 6.Όταν ενεργείται έλεγχος μέρους μόνο των διασαφιζόμενων εμπορευμάτων, η τελωνειακή αρχή υποδεικνύει στο διασαφιστή ή στο νόμιμο αντιπρόσωπό του τα εμπορεύματα που θα εξεταστούν. Τα αποτελέσματα της μερικής αυτής εξέτασης καλύπτουν το σύνολο των εμπορευμάτων που αναφέρονται στη διασάφηση. Ο διασαφιστής όμως μπορεί να ζητήσει αμέσως συμπληρωματική εξέταση των εμπορευμάτων, αν έχει γνώμη ότι τα αποτελέσματα της μερικής εξέτασης δεν ισχύουν για τα λοιπά διασαφιζόμενα εμπορεύματα. 7.Ο διασαφιστής ή ο νόμιμος αντιπρόσωπός του παρίσταται κατά την εξέταση των εμπορευμάτων και υποχρεούται να παρέχει στην τελωνειακή αρχή κάθε αναγκαία συνδρομή. 8.Αν η συνδρομή που παρέχεται κατά την προηγούμενη παράγραφο δεν θεωρείται από την τελωνειακή αρχή ικανοποιητική, η αρχή αυτή μπορεί να απαιτήσει από το διασαφιστή, να ορίσει το πρόσωπο που είναι κατάλληλο να την παράσχει. 9.Αν ο διασαφιστής δεν παρίσταται κατά την εξέταση των εμπορευμάτων ή δεν ορίζει το κατάλληλο πρόσωπο για να παράσχει τη συνδρομή που η τελωνειακή αρχή κρίνει αναγκαία, η αρχή αυτή τάσσει προθεσμία για συμμόρφωση, εκτός αν κρίνει ότι μπορεί να παραιτηθεί από την εξέταση αυτήν. Αν ως τη λήξη της προθεσμίας ο διασαφιστής δε συμμορφωθεί προς τις υποδείξεις της (Μετά τη σελ. 160,02) Σελ. 160,03 Τεύχος ΙΑ-7-2 σελ. 105 - 266 Τελωνειακός Κώδικας 30.Β.α.2 τελωνειακής αρχής, η αρχή αυτή προβαίνει αυτεπαγγέλτως στην εξέταση των εμπορευμάτων με ευθύνη και δαπάνες του διασαφιστή. Η τελωνειακή αρχή μπορεί να ζητήσει τις υπηρεσίες εμπειρογνώμονα ή οποιουδήποτε άλλου προσώπου, που ορίζεται σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις και η εξέταση θεωρείται ότι έγινε παρουσία του διασαφιστή. 10.Η τελωνειακή αρχή μπορεί επίσης να προβεί στην ακύρωση της διασάφησης, εφ’ όσον δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία ότι η άρνηση του διασαφιστή να παραστεί κατά την εξέταση των εμπορευμάτων ή να ορίσει πρόσωπο κατάλληλο να παράσχει την αναγκαία συνδρομή δεν έχει σκοπό να εμποδίσει τη διαπίστωση παράβασης των διατάξεων που διέπουν την εξαγωγή των εμπορευμάτων. Οι διατάξεις των άρθρ. 31 και 32 εφαρμόζονται μόνο για εμπορεύματα τα οποία έχουν αποτελέσει αντικείμενο δηλωτικού εισαγωγής ή άλλου τελωνειακού καθεστώτος. Άρθρ.70ε.-1.Η τελωνειακή αρχή μπορεί κατά την εξέταση των εμπορευμάτων να λαμβάνει δείγματα για την ανάλυσή τους ή τη διενέργεια λεπτομερέστερου ελέγχου. Τα έξοδα που προκύπτουν βαρύνουν τη διοίκηση. 2.Η τελωνειακή αρχή, αν αποφασίσει να προβεί σε δειγματοληψία, πληροφορεί σχετικά το διασαφιστή ή το νόμιμο αντιπρόσωπό του. Κατά τη δειγματοληψία παρίσταται ο διασαφιστής ή ο αντιπρόσωπός του για να παρέχει την αναγκαία συνδρομή. 3.Η δειγματοληψία πραγματοποιείται από την τελωνειακή αρχή σύμφωνα με τις μεθόδους που προβλέπουν οι ισχύουσες διατάξεις. Μπορεί όμως η αρχή αυτή να αναθέτει τη λήψη δειγμάτων σε τρίτο πρόσωπο ή ακόμη και στο διασαφιστή ή στο νόμιμο αντιπρόσωπό του, πάντοτε όμως υπό τον έλεγχό της. 4.Οι ποσότητες των δειγμάτων δεν πρέπει να υπερβαίνουν εκείνες που είναι αναγκαίες για την ανάλυση ή το λεπτομερή έλεγχο καθώς και για ενδεχόμενη επαλήθευση. 5.Οι διατάξεις των παρ. 8, 9 και 10 του άρθρ. 70δ εφαρμόζονται αναλόγως και στην περίπτωση του άρθρου αυτού. 6.Με την επιφύλαξη των οριζόμενων στην παρ. 4 του άρθρ. 70ζ, η αναμονή των αποτελεσμάτων της ανάλυσης ή του λεπτομερούς ελέγχου των δειγμάτων δεν εμποδίζει την εξαγωγή των εμπορευμάτων, εκτός αν η εξαγωγή αυτή αντιτίθεται σε περιοριστικά ή απαγορευτικά μέτρα. 7.Για τον περιορισμό του ποσού των δασμών, φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων δεν εκπίπτουν από τη διασαφιζόμενη ποσότητα οι ποσότητες που έχουν ληφθεί ως δείγματα από την τελωνειακή αρχή. Σελ. 160,04 Τεύχος ΙΑ-7-2 Σελ. 106 Ο διασαφιστής όμως μπορεί να αντικαθιστά τα δείγματα που έχουν ληφθεί με όμοια εμπορεύματα, για να συμπληρωθεί η αποστολή. 8.Τα δείγματα, αν δεν έχουν καταστραφεί κατά την ανάλυση ή το λεπτομερή έλεγχό τους επιστρέφονται στο διασαφιστή ύστερα από αίτησή του, με δαπάνες του και καταβολή των επιβαρύνσεων που τυχόν οφείλονται για τα δείγματα αυτά, εφ’ όσον η διατήρησή τους από την τελωνειακή αρχή δεν κρίνεται απαραίτητη και ιδίως αν δεν υπάρχει δυνατότητα προσφυγής του διασαφιστή κατά της απόφασης που έχει ληφθεί από την τελωνειακή αρχή με βάση τα αποτελέσματα της ανάλυσης ή του λεπτομερούς ελέγχου. Τα δείγματα, των οποίων την επιστροφή δεν ζήτησε ο διασαφιστής, μπορεί να διατηρούνται από την τελωνειακή αρχή, για να διευκολύνεται η επαλήθευση μεταγενέστερων τελωνισμών. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις η τελωνειακή αρχή μπορεί να αξιώσει από το διασαφιστή να παραλάβει τα δείγματα. Άρθρ.70στ.-1.Τα αποτελέσματα της επαλήθευσης της διασάφησης και των προσαρτημένων σ’ αυτή δικαιολογητικών, καθώς και της εξέτασης των εμπορευμάτων, λαμβάνονται υπόψη για τον υπολογισμό των εξαγωγικών δασμών, φόρων και επιβαρύνσεων εξαγωγής και για την εφαρμογή των διατάξεων που διέπουν την εξαγωγή των εμπορευμάτων. Σε περιπτώσεις που δεν γίνεται επαλήθευση της διασάφησης και των προσαρτημένων σ’ αυτή δικαιολογητικών ούτε εξέταση των εμπορευμάτων, ο υπολογισμός των εξαγωγικών δασμών, φόρων και επιβαρύνσεων εξαγωγής και η εφαρμογή των διατάξεων που διέπουν την εξαγωγή γίνεται με βάση τις ενδείξεις της διασάφησης. - 267 30.Β.α.2 Τελωνειακός Κώδικας 2.Τα αποτελέσματα της επαλήθευσης της διασάφησης και των δικαιολογητικών ή της εξέτασης των εμπορευμάτων, καθώς και τα στοιχεία που αποτέλεσαν αντικείμενο της επαλήθευσης ή της εξέτασης αυτής, αναγράφονται στην διασάφηση εξαγωγής. Σε περίπτωση εξέτασης μέρους των εμπορευμάτων αναγράφονται επίσης στη διασάφηση τα στοιχεία της μερίδας (παρτίδας) των εμπορευμάτων που εξετάστηκε. Η απουσία του διασαφιστή ή του αντιπροσώπου του αναφέρεται επίσης στη διασάφηση. 3.Αν το αποτέλεσμα της επαλήθευσης της διασάφησης και των προσαρτημένων δικαιολογητικών ή της εξέτασης των εμπορευμάτων δε συμφωνεί με τη διασάφηση, τα στοιχεία που λαμβάνονται υπόψη για τον υπολογισμό των εξαγωγικών δασμών, φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων ή των επιστροφών ή άλλων ποσών που χορηγούνται κατά την εξαγωγή, καθώς και για την εφαρμογή των διατάξεων που διέπουν την εξαγωγή των εμπορευμάτων, είναι εκείνα που προσδιορίζονται στη διασάφηση από την τελωνειακή αρχή. 4.Η πράξη που συντάσσεται στο σώμα της διασάφησης για τα αποτελέσματα της επαλήθευσης και της εξέτασης των εμπορευμάτων φέρει ημερομηνία, υπογραφή και τα στοιχεία του αρμόδιου υπαλλήλου. 5.Οι διατάξεις που ισχύουν για τον ανατελωνισμό εισαγόμενων εμπορευμάτων εφαρμόζονται και για τα εξαγόμενα εμπορεύματα. Άρθρ.70ζ.-1.Για το αποτέλεσμα της επαλήθευσης της διασάφησης και των προσαρτημένων σε αυτή δικαιολογητικών, της εξέτασης των εμπορευμάτων, καθώς και για την εφαρμογή των διατάξεων που διέπουν την εξαγωγή, συντάσσεται σχετική πράξη στο σώμα της διασάφησης από εκείνους που ενήργησαν τους ελέγχους αυτούς. Στη συνέχεια προσδιορίζονται και βεβαιώνονται οι εξαγωγικοί δασμοί, φόροι και λοιπές επιβαρύνσεις με πράξη που συντάσσεται επίσης στο σώμα της διασάφησης και υπογράφεται από τον υπάλληλο που ενήργησε τη βεβαίωση αυτή. Αν ο υπολογισμός των εξαγωγικών δασμών, φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων ενεργείται με ηλεκτρονικό υπολογιστή, η πιο πάνω πράξη βεβαίωσης αναπληρώνεται από το μηχανογραφικό έντυπο, που εκδίδεται και υπογράφεται από τον αρμόδιο υπάλληλο. Ο τύπος και το περιεχόμενό του καθορίζονται με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών. 2.Οι εξαγωγικοί δασμοί, φόροι και λοιπές επιβαρύνσεις εισπράττονται με βάση τα ποσοστά ή τα ποσά που ισχύουν κατά την ημερομηνία αποδοχής της διασάφησης εξαγωγής από την τελωνειακή αρχή. Η ημερομηνία αυτή λαμβάνεται υπόψη για τον καθορισμό και των λοιπών στοιχείων, που είναι απαραίτητα για τον υπολογισμό των παραπάνω επιβαρύνσεων και για την εφαρμογή των διατάξεων που διέπουν την εξαγωγή των εμπορευμάτων. 3.Μετά τον έλεγχο για την τήρηση των τυχόν απαγορευτικών ή περιοριστικών μέτρων που προβλέπονται για τα εμπορεύματα και τη βεβαίωση των τυχόν οφειλόμενων εξαγωγικών δασμών, φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων, η διασάφηση ελέγχεται από τον προϊστάμενο της τελωνειακής αρχής ή από τον οριζόμενο από αυτόν υπάλληλο και στη συνέχεια παραπέμπεται στον τελωνειακό ταμία για την είσπραξη των ποσών που βεβαιώθηκαν και την έκδοση του αποδεικτικού είσπραξης και της άδειας εξαγωγής των εμπορευμάτων, ο τύπος και το περιεχόμενο των οποίων καθορίζονται με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών. Η άδεια εξαγωγής των εμπορευμάτων εκδίδεται μόνο εφ’ όσον έχουν καταβληθεί οι εξαγωγικοί δασμοί, φόροι και λοιπές επιβαρύνσεις ή έχει παρασχεθεί σχετική εγγύηση ή έχει χορηγηθεί αναστολή πληρωμής, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις. Τα εμπορεύματα που αποτελούν αντικείμενο άδειας εξαγωγής παραμένουν υπό τελωνειακό έλεγχο έως τη στιγμή της εξόδου τους από τη χώρα. 4.Η άδεια εξαγωγής εκδίδεται μια φορά και για το σύνολο των εμπορευμάτων που αποτελούν αντικείμενο της διασάφησης. Η ημερομηνία της άδειας εξαγωγής καθώς και ο αριθμός και η ημερομηνία του αποδεικτικού είσπραξης αναγράφονται στη διασάφηση. 5.Η τελωνειακή αρχή, αν καθυστερούν τα αποτελέσματα των ελέγχων που άρχισαν είτε για την επαλήθευση του περιεχομένου της διασάφησης και των προσαρτημένων σ’ αυτήν εγγράφων είτε για την εξέταση των εμπορευμάτων και για το λόγο αυτόν κρίνει ότι δεν έχει στην κατοχή της τα απαραίτητα στοιχεία για να προσδιορίσει το ποσό των εξαγωγικών δασμών, φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων ή των επιστροφών ή άλλων ποσών που χορηγούνται κατά την εξαγωγή των εμπορευμάτων, μπορεί να χορηγήσει την άδεια εξαγωγής εμπορευμάτων. Η χορήγηση της άδειας εξαγωγής συνεπάγεται την άμεση βεβαίωση και είσπραξη των πιο πάνω επιβαρύνσεων, σύμφωνα με τις ενδείξεις της διασάφησης. Αν η τελωνειακή αρχή κρίνει ότι οι έλεγχοι που άρχισαν ενδέχεται να οδηγήσουν στον προσδιορισμό ποσού εξαγωγικών δασμών, φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων μεγαλύτερου από εκείνο που προκύπτει σύμφωνα με τις ενδείξεις της διασάφησης, αξιώνει την παροχή επαρκούς εγγύησης για την κάλυψη της διαφοράς μεταξύ του ποσού που προκύπτει από τις ενδείξεις της διασάφησης και εκείνου στο οποίο τα εμπορεύματα είναι ενδεχόμενο να υποβληθούν τελικά. Αν η τελωνειακή αρχή, με βάση τους ελέγχους που ενήργησε, προσδιορίζει ποσό εξαγωγικών δασμών, φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων διαφορετικό από εκείνο που προκύπτει από τις ενδείξεις της διασάφησης, προβαίνει στην άμεση βεβαίωση και είσπραξη του ποσού αυτού. Άρθρ.70η.-1.Με απόφαση του Υπουργού Οι-κονομικών καθορίζονται οι όροι που πρέπει να τηρηθούν από τον ενδιαφερόμενο για την απόκτηση της έγκρισης υπαγωγής στη μια ή (Μετά τη σελ. 160,04) Σελ. 160,05 Τεύχος ΙΑ-7-2 Σελ. 107 - 268 Τελωνειακός Κώδικας 30.Β.α.2 στην άλλη από τις καθοριζόμενες στα άρθρ. 70θ έως και 70ιγ απλουστευμένες διαδικασίες, οι πρακτικοί τρόποι λειτουργίας των διαδικασιών αυτών, οι όροι και προϋποθέσεις για την εξασφάλιση των συμφερόντων του δημοσίου και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια. Η πιο πάνω έγκριση μπορεί να περιορίζεται σε ορισμένα εμπορεύματα, να εκδίδεται ανάλογα με τις περιστάσεις ή να έχει διαρκή χαρακτήρα και είναι πάντοτε ανακλητή. 2.Η εφαρμογή των διαδικασιών που προβλέπονται στα άρθρα. 70θ έως και 70ιγ δεν εμποδίζει την άσκηση από την τελωνειακή αρχή των ελέγχων που κρίνει απαραίτητους. 3.Οι διατάξεις των άρθρ. 70 έως και 70ζ εφαρμόζονται και στις περιπτώσεις των άρθρ. 70θ έως και 70ιγ, εκτός αν ρητώς ορίζεται διαφορετικά. Άρθρ.70θ.-1.Με την επιφύλαξη των ειδικών διατάξεων που ισχύουν για τις ταχυδρομικές αποστολές επιστολών και δεμάτων, τα εμπορεύματα που εξάγονται για σκοπούς μη εμπορικούς, καθώς και τα εμπορεύματα μικρής αξίας, ιδίως εκείνα που περιέχονται στις προσωπικές αποσκευές των ταξιδιωτών, μπορεί να μην αποτελούν αντικείμενο διασάφησης. 2.Οι διατάξεις της παρ. 1 δεν εφαρμόζονται για τα εμπορεύματα για τα οποία επιβάλλονται απαγορεύσεις ή περιορισμοί κατά την εξαγωγή ή για τα οποία έχει ληφθεί ένα πιστοποιητικό εξαγωγής ή για τα οποία έχει ζητηθεί η παροχή επιστροφών ή άλλων ποσών που χορηγούνται κατά την εξαγωγή ή τα οποία πρόκειται να επανεισαχθούν. Άρθρ.70ι.-1.Με την επιφύλαξη του άρθρ. 70ιγ επιτρέπεται στο διασαφιστή να συμπληρώνει ή να τροποποιεί μεταγενεστέρως ορισμένες ενδείξεις της διασάφησης, καταθέτοντας συμπληρωματικές διασαφήσεις γενικού, περιοδικού ή ανακεφαλαιωτικού χαρακτήρα. 2.Οι ενδείξεις των συμπληρωματικών διασαφήσεων θεωρείται ότι συνιστούν, μαζί με τις ενδείξεις των διασαφήσεων, στις οποίες αναφέρονται, μια ενιαία και ιδιαίτερη πράξη, που ισχύει από την ημερομηνία αποδοχής της αντίστοιχης αρχικής διασάφησης. 3.Οι αρχικές διασαφήσεις, που αναφέρονται σε κάθε σειρά εμπορευμάτων, πρέπει να περιλαμβάνουν τις απαραίτητες ενδείξεις για τη διαπίστωση της ταυτότητας των συγκεκριμένων εμπορευμάτων. Άρθρ.70ια.-1.Οι τελωνειακές αρχές μπορούν να προβαίνουν στην έκδοση άδειας εξαγωγής εμπορευμάτων, μόλις αυτά προσκομίζονται στους χώρους της αρμόδιας τελωνειακής αρχής ή σε άλλους Σελ. 160,06 Τεύχος ΙΑ-7-2 Σελ. 108 χώρους που έχουν εγκριθεί από την αρχή αυτή, χωρίς να έχει κατατεθεί ακόμη η προβλεπόμενη διασάφηση εξαγωγής. 2.Η έκδοση της άδειας εξαγωγής των εμπορευμάτων προϋποθέτει την κατάθεση στην τελωνειακή αρχή και κατ’ επιλογή της εμπορικού ή διοικητικού εγγράφου, που περιλαμβάνει τις απαραίτητες ενδείξεις για τη διαπίστωση της ταυτότητας των εμπορευμάτων και το οποίο συνοδεύεται από αίτηση εξαγωγής, που υπογράφεται από τον εξαγωγέα. Στο εμπορικό ή διοικητικό αυτό έγγραφο πρέπει να προσαρτάται οποιοδήποτε άλλο έγγραφο, από το οποίο εξαρτάται η εφαρμογή των διατάξεων που διέπουν την εξαγωγή των εμπορευμάτων. Οι τελωνειακές αρχές μπορούν να επιτρέπουν την αντικατάσταση της πιο πάνω αίτησης με μια γενική αίτηση, η οποία καλύπτει τις εξαγωγές που πραγματοποιούνται κατά τη διάρκειας μιας ορισμένης περιόδου. Η άδεια που χορηγείται με βάση τη γενική αυτή αίτηση πρέπει να αναγράφεται στο εμπορικό ή διοικητικό έγγραφο που προσκομίζεται σε κάθε εξαγωγή σύμφωνα με τα οριζόμενα πιο πάνω. 3.Η έκδοση της άδειας εξαγωγής των εμπορευμάτων μπορεί να γίνεται ύστερα από εξέτασή τους και σύγκριση με τις ενδείξεις που διαλαμβάνονται στο παραπάνω εμπορικό ή διοικητικό έγγραφο. 4.Η διασάφηση που αναφέρεται στα εμπορεύματα για τα οποία εκδόθηκε προηγουμένως άδεια εξαγωγής με βάση το πιο πάνω εμπορικό ή διοικητικό έγγραφο πρέπει να κατατίθεται στην τελωνειακή αρχή μέσα στις καθοριζόμενες προθεσμίες. Για την εφαρμογή της παρ. 2 του άρθρ. 70ζ τα αποτελέσματα της διασάφησης αυτής ανατρέχουν στην ημερομηνία αποδοχής από την τελωνειακή αρχή του πιο πάνω εμπορικού ή διοικητικού εγγράφου. 5.Με την επιφύλαξη του άρθρ. 70ιγ οι τελωνειακές αρχές μπορούν να αποδέχονται γενικές, περιοδικές ή ανακεφαλαιωτικές διασαφήσεις. Οι διασαφήσεις αυτές παράγουν αποτέλεσμα από την ημερομηνία αποδοχής του πιο πάνω εμπορικού ή διοικητικού εγγράφου. - 269 30.Β.α.2 Τελωνειακός Κώδικας Άρθρον 11 1.Παντός πλοίου, προερχομένου εκ του εξωτερικού και καταπλέοντος εις λιμένα ή όρμον του Βασιλείου, δι’ οιανδήποτε αιτίαν, και εξ ανάγκης, ο πλοίαρχος οφείλει να καταθέση εις την υγειονομικήν αρχήν διπλούν δηλωτικόν του φορτίου εντός 12 ωρών από του κατάπλου, συγχρόνως μετά της υγειονομικής πιστοποιήσεως και προ της ελευθέρας κοινωνίας. Την αυτήν υποχρέωσιν έχει ο πλοίαρχος και αν δεν φέρη φορτίον. Εις το δωδεκάωρον δεν υπολογίζονται αι από της δύσεως μέχρι της ανατολής ώραι. 2.Αν ο πλοίαρχος είναι αγράμματος, καλείται τρίτος, ίνα ενώπιον της υγειονομικής αρχής και του πλοιάρχου συντάξη και υπογράψη το δηλωτικόν. 3.Η υγειονομική αρχή, αφού θεωρήση το δηλωτικόν, παραπέμπει αμέσως το έτερον των διπλογράφων αυτού εις την τελωνειακήν αρχήν. Δια τον λιμένα Πειραιώς βλ. και άρθρ. 1 Α.Ν. 791/
- Άρθρ.70ιβ.-1.Σε φυσικά ή νομικά πρόσωπα που προβαίνουν συχνά σε εξαγωγή εμπορευμάτων μπορεί να επιτραπεί να εξάγουν τα εμπορεύματα από τη χώρα απευθείας από τους χώρους τους, χωρίς προηγούμενη κατάθεση στην αρμόδια τελωνειακή αρχή της προβλεπόμενης διασάφησης εξαγωγής. 2.Πριν από την αναχώρηση των εμπορευμάτων από τους πιο πάνω χώρους, ο δικαιούχος της αναφερόμενης στην παρ. 1 άδειας υποχρεούται: α.Να ειδοποιεί την αρμόδια τελωνειακή αρχή για την αναχώρηση αυτή σύμφωνα με την προβλεπόμενη τυπική διαδικασία, για να χορηγηθεί η άδεια εξαγωγής τους. β.Να καταχωρίζει τα εμπορεύματα αυτά σε ειδικό λογιστικό βιβλίο. Η καταχώριση πρέπει να περιλαμβάνει και την ημερομηνία κατά την οποία πραγματοποιήθηκε, καθώς και τις ενδείξεις που είναι απαραίτητες για τη διαπίστωση της ταυτότητας των εμπορευμάτων. Η καταχώρηση αυτή μπορεί να αντικαθίσταται με οποιαδήποτε άλλη πρόσφορη διατύπωση. γ.Να θέτει στη διάθεση των τελωνειακών αρχών οποιαδήποτε έγγραφα, ιδίως τα πιστοποιητικά εξαγωγής ή προκαθορισμού, από τα οποία εξαρτάται η εφαρμογή των διατάξεων που διέπουν την εξαγωγή των εμπορευμάτων. δ.Να θέτει στη διάθεση των αρμόδιων τελωνειακών αρχών τα λογιστικά του βιβλία για διενέργεια των απαραίτητων ελέγχων. Η εκπλήρωση των διατυπώσεων α και β έχει τα ίδια έννομα αποτελέσματα με την αποδοχή της διασάφησης εξαγωγής. 3.Εφ’ όσον δεν επηρεάζεται ο έλεγχος, οι τελωνειακές αρχές μπορούν σε ορισμένες ειδικές περιπτώσεις, που η φύση των συγκεκριμένων εμπορευμάτων και ο ταχύς ρυθμός διεκπεραίωσης των εργασιών εξαγωγής το δικαιολογεί, να απαλλάσσουν το δικαιούχο της άδειας από την υποχρέωση αναγγελίας στην αρμόδια τελωνειακή αρχή κάθε εξαγωγής εμπορευμάτων, υπό τον όρο όμως ότι ο δικαιούχος της άδειας παρέχει στις τελωνειακές αρχές οποιαδήποτε πληροφορία κρίνουν απαραίτητη. Στην περίπτωση αυτήν η καταχώριση των εμπορευμάτων στο ειδικό λογιστικό βιβλίο του ενδιαφερόμενου εξαγωγέα επέχει θέση άδειας εξαγωγής. 4.Αν η τελωνειακή αρχή αποφασίσει να ενεργήσει εξέταση των εμπορευμάτων, η εξέταση αυτή ενεργείται με βάση τις ενδείξεις που αναφέρονται στο ειδικό λογιστικό βιβλίο του ενδιαφερόμενου εξαγωγέα. 5.Η διασάφηση, που αναφέρεται στα εμπορεύματα των οποίων έχει επιτραπεί η εξαγωγή κατά την παρ. 1, πρέπει να κατατίθεται στην αρμόδια τελωνειακή αρχή μέσα στις καθοριζόμενες προθεσμίες. Για την εφαρμογή της παρ. 2 του άρθρ. 70ζ, τα αποτελέσματα της διασάφησης ανατρέχουν στην ημερομηνία κατά την οποία ο ενδιαφερόμενος εξαγωγέας καταχώρισε τα εμπορεύματα στο ειδικό λογιστικό βιβλίο. 6.Οι διατάξεις της παρ. 5 του άρθρ. 70ια εφαρμόζονται και στην περίπτωση του άρθρου αυτού. Οι διασαφήσεις αποκτούν ισχύ από την ημερομηνία καταχώρισης των εμπορευμάτων στο ειδικό λογιστικό βιβλίο. Άρθρ.70ιγ.-Μπορεί να επιτρέπεται στο διασαφιστή να αντικαθιστά το σύνολο ή μέρος των ενδείξεων της διασάφησης που προβλέπεται στο άρθρ. 70 με στοιχεία που έχουν κωδικοποιηθεί ή έχουν συνταχθεί με οποιοδήποτε άλλο τρόπο που ανταποκρίνεται στις απαιτούμενες για τις διασαφήσεις ενδείξεις. Τα στοιχεία αυτά διαβιβάζονται στην αρμόδια τελωνειακή αρχή για περαιτέρω επεξεργασία από ηλεκτρονικό υπολογιστή». Τα άρθρ. 70α έως 70ιγ, προστέθηκαν από την παρ. 2 άρθρ. 3 Νομ. 1808/1988, (ΦΕΚ Α΄ 218), κατωτ. αριθ.
- (Μετά τη σελ. 160,06) Σελ. 160,07 Τεύχος ΙΑ-7-2 Σελ. 109 - 270 Τελωνειακός Κώδικας 30.Β.α.2 - 271 30.Β.α.2 Τελωνειακός Κώδικας Άρθρον 71 1.Δια την μεταφοράν εγχωρίων προϊόντων ή εμπορευμάτων αφ’ ενός εις έτερον λιμένα του Κράτους, κατατίθεται παρά τη τελωνειακή αρχή διασάφησις μεταφοράς, εις διπλούν συντεταγμένη και υπαγομένη εις τα περί διασαφήσεων εξαγωγής διατεταγμένα και ενεργούνται τα εν άρθρ. 70 παρ. 2 οριζόμενα. 2.Επί της ετέρας των διασαφήσεων, της εφ’ απλού χάρτου γραφομένης, βεβαιούται υπό της τελωνειακής αρχής η φόρτωσις, και παραδίδεται αύτη εις τον πλοίαρχον ή τον πράκτορα ή τον φορτωτήν. Άρθρον 72 1.Ο πλοίαρχος, καταπλέων εις τον λιμένα του προορισμού του, παραδίδει εις την τελωνειακήν αρχήν την κατά την παρ. 2 του προηγουμένου άρθρου διασάφησιν. Άρθρον 73 1.Τα αποβιβαζόμενα εμπορεύματα παραδίδονται παρά της τελωνειακής αρχής επί τη καταθέσει της ασήμου διασαφήσεως και της φορτωτικής ή της αδείας του πρακτορείου. 2.Εάν κατά την αποβίβασιν προκύψη διαφορά μεταξύ του εξευρεθέντος βάρους των εμπορευμάτων ή των προϊόντων, των υποκειμένων εις τέλος ή φόρον και του εν τη διασαφήσει αναγεγραμμένου τοιούτου, επιβάλλεται εις τον φορτωτήν και τον παραλήπτην αλληλεγγύως ο επί της διαφοράς ανήκων φόρος μετά του προσθέτου τοιούτου 15%, βεβαιούμενος επί της διασαφήσεως. 3.Τα εγχώρια προϊόντα, τα υποκείμενα κατά την εξαγωγήν ή μεταφοράν εις τέλος ή φόρον, καθώς και τα δασικά προϊόντα, υπόκεινται προσέτι εις τας περί αυτών ειδικάς διατάξεις, εφ’ όσον αύται δεν τροποποιούνται δια του παρόντος νόμου. «4.Δι’ αποφάσεων του Υπουργού των Οικονομικών επιτρέπεται, όπως καθορίζωνται οι όροι και αι διατυπώσεις, υφ’ ας δύναται να επιτρέπηται υπό της Τελωνειακής Αρχής δια τα αποβιβαζόμενα εμπορεύματα και εγχώρια προϊόντα η παράδοσις και προ της καταθέσεως των τελωνειακών εγγράφων μεταφοράς, ως και αι παρασχετέαι προς τούτο εγγυήσεις». Η παρ. 4 αντικατεστάθη ως άνω δια του άρθρ. 3 Νόμ. 2096/
- Άρθρον 74 1.Τα εγχώρια εμπορεύματα, μεταφερόμενα αφ’ ενός εις άλλον λιμένα του Κράτους, διατηρούσι την εθνικότητά των, εφ’ όσον το πλοίον δεν προσήγγισεν εις λιμένα της αλλοδαπής, εκτός της περιπτώσεως της ανωτέρας βίας. 2.Το Υπουργείον των Οικονομικών δύναται να επιτρέψη, όπως το πλοίον προσεγγίση εις ξένον λιμένα, χωρίς τα εμπορεύματα ταύτα να θεωρηθώσιν ως αλλοδαπά. Άρθρον 75 1.«Εάν τα μεταφερόμενα υπόκεινται εις τέλος ή φόρον ή δικαίωμα εξαγωγής ή μεταφοράς ανώτερον των (5.000 δραχμών) δίδεται εγγύησις, δια δε τα εξ αυτών εις ελάσσονα υποκείμενα επιτρέπεται να κανονισθώσι δι’ αποφάσεως του Υπουργού των Οικονομικών οι όροι και αι διατυπώσεις της μεταφοράς. Το εντός ( ) ποσόν ωρίσθη εις δραχ. 200 δια της υπ’ αριθ. Ν. 5828 της 10 Ιουν./15 Ιουλ. 1954 αποφάσεως Υπ. Οικονομικών. Δια της υπ’ αριθ. Π. 24396 της 11 Δεκ. 1953 (ΦΕΚ.4/Β/1954) αποφ. Υπ. Οικονομικών, ωρίσθη ότι «Κατά την από λιμένος εις λιμένα του Κράτους μεταφοράν ειδών ων απαγορεύεται η εξαγωγή δυνάμει ειδικών διατάξεων ή επιτρέπεται αύτη, κατόπιν ειδικής αδείας, λαμβάνεται παρά των Τελωνειακών Αρχών των λιμένων φορτώσεως εγγύησις δια την αποβίβασιν αυτών εις τον λιμένα του προορισμού των, ίση προς την κατά την ημέραν της φορτώσεως τρέχουσαν αυτών αξίαν». Επίσης δι’ ομοίας αποφάσεως επιτρέπεται να καθορίζηται ότι κατά την μεταφοράν ειδών, ων απαγορεύεται η εξαγωγή ή αύτη επιτρέπεται μόνον κατόπιν ειδικής αδείας, παρέχεται εγγύησις ίση προς την αξίαν αυτών. Το αυτό μέτρον δύναται να εφαρμόζηται και κατά την μεταφοράν οιωνδήποτε ετέρων ειδών δι’ άτινα επιβάλλεται δια γενικωτέρους λόγους η διαπίστωσις της αποβιβάσεώς των εις τον λιμένα του προορισμού των». Η παρ. 1 αντικατεστάθη ως άνω δια του άρθρ. 1 Α.Ν. 1054/
- 2.Αι τελωνειακαί αρχαί του τόπου της αποβιβάσεως των προϊόντων αποστέλλουσι κατά τα οριζόμενα εν άρθρ. 57 εδ. 3, τα εγγυολυτήρια εις την τελωνειακήν αρχήν του λιμένος της φορτώσεως. 3.«Εάν εντός των ταχθεισών δια την έκδοσιν και αποστολήν των εγγυολυτηρίων προθεσμιών δεν περιέλθωσι ταύτα εις την τελωνειακήν αρχήν του λιμένος, ένθα εγένετο η φόρτωσις, προσκαλείται ο φορτωτής μετά του εγγυητού, ίνα προσαγάγωσιν εντός δύο μηνών επίσημον απόδειξιν περί της εντός του Κράτους αποβιβάσεως των εμπορευμάτων ή προϊόντων, άλλως η τελωνειακή αρχή προβαίνει εις την είσπραξιν του τέλους ή φόρου μετά του νομίμου τόκου υπερημερίας, λογιζομένου από της φορτώσεως ή εις την χρέωσιν και είσπραξιν της αξίας δι’ ην παρεσχέθη η εγγύησις κατά τας περιπτώσεις του δευτέρου εδαφίου της παρ. 1, ασχέτως της συντρεχούσης τυχόν περιπτώσεως λαθρεμπορίας». Η παράγρ. 3 αντικατεστάθη ως άνω δια της παρ. 1 άρθρ. 4 Ν.Δ. 144/
- 4.Η διάταξις αύτη περί εισπράξεως του τέλους μετά τόκου υπερημερίας εφαρμόζεται και δια την λύσιν των κατά τα άρθρ. 37 παρ. (Αντί της σελ. 161(γ) Σελ. 161(δ) Τεύχος 384-Σελ. 3 - 272 Τελωνειακός Κώδικας 30.Β.α.2 2 και 10,57 παρ. 3 και 59 παρ. 2, λαμβανομένων εγγυήσεων. «5.Ο Υπουργός των Οικονομικών δύναται μετά σύμφωνον γνώμην του Τμήματος Τελωνειακών Νόμων της Διαρκούς Επιτροπής Δασμολογίου και Εμπορικών Συμβάσεων να απαλλάσση της κατά το παρόν άρθρον ευθύνης εξ εγγυήσεως, οσάκις πρόκειται αναμφισβητήτως περί ολικής ή μερικής απωλείας του εμπορεύματος εκ ναυαγίου ή άλλης περιπτώσεως ανωτέρας βίας ή περί μεταφοράς μικροποσοτήτων αποβιβαζομένων άνευ τηρήσεως των οικείων τελωνειακών διατυπώσεων». Η παρ. 5 προσετέθη δια του άρθρ. 11 Α.Ν. 791/
- Άρθρον 76 1.«Αι αποσκευαί και τα εργαλεία τέχνης και εργασίας, τα κομιζόμενα παρ’ οδοιπόρων ή επιβατών εις ουδεμίαν υπόκεινται διατύπωσιν. Δι’ αποφάσεων του Υπουργού των Οικονομικών δημοσιευομένων εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, επιτρέπεται όπως και έτερα προϊόντα μεταφέρονται από λιμένος εις λιμένα του εσωτερικού άνευ τελωνειακών εγγράφων μεταφοράς, ανεξαρτήτως εάν πρόκειται περί τοιούτων προοριζομένων δια την ατομικήν χρήσιν των παραληπτών ή προς εμπορίαν». Η παρ. 1 συνεπληρώθη ως άνω υπό της παρ. 1 του άρθρ. 25ου Νόμ. 1805/
- 2.Δια τα μεταφερόμενα έπιπλα, σκεύη και είδη οικιακής χρήσεως, ως και προϊόντα εις μικράς ποσότητας, επιτρέπεται η φόρτωσις τη εγγράφω αδεία της τελωνειακής αρχής. «Επιτρέπεται δι’ αποφάσεων του Υπουργού των Οικονομικών, δημοσιευομένων δια της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως, να ορίζωνται αι περιπτώσεις ως και τα είδη εγχωρίων προϊόντων και ελευθέρων εμπορευμάτων, άτινα μεταφέρονται εν τω εσωτερικώ δυνάμει αδειών μεταφοράς τελωνειακών αρχών, ως και αι δυνάμεναι να μεταφέρωνται δια τοιούτων αδειών ποσότητες. Δι’ ομοίων αποφάσεων δύναται να ορίζηται όπως ωρισμένα είδη μεταφέρωνται παρ’ επιβατών εν τω εσωτερικώ εις μικράς ποσότητας, άνευ ουδεμιάς τελωνειακής διατυπώσεως και άνευ πληρωμής οιουδήποτε φόρου, τέλους ή δικαιώματος. Εν περιπτώσει μη απαλλαγής των ειδών τούτων από των οφειλομένων φόρων, τελών και δικαιωμάτων, θα ορίζηται δια των αυτών αποφάσεων και ο τρόπος της εισπράξεως αυτών». Σελ. 162(δ) Τεύχος 384-Σελ. 4 Τα εντός « » εδάφια προσετέθησαν δια του άρθρ. 12 Α.Ν. 791/
- «3.Δια τα εξαγόμενα έπιπλα, σκεύη και είδη οικιακής χρήσεως, ως και προϊόντα αξίας μέχρι δραχμών (40.000) μη υποκείμενα εις τέλος ή φόρον ανώτερον των δραχ.
(5000)ων δεν απαγορεύεται η εξαγωγή, δύναται κατά την κρίσιν της τελωνειακής αρχής να επιτρέπηται η φόρτωσις τη εγγράφω αδεία αυτής. Η άδεια αύτη υποβάλλεται εις πάγιον τέλος χαρτοσήμου δραχ. 5». Η παρ. 3 προσετέθη δια του άρθρ. 2 Α.Ν. 899/37, τα δε εν αυτή ποσά αναπροσηρμόσθησαν δια της παρ. 2 άρθρ. 3 Ν.Δ. 144/
- Επί των εξαγομένων εγχωρίων προϊόντων εν γένει εις μικράν ποσότητα και αξίαν, μη υποκειμένων εις εξαγωγικούς δασμούς, φόρους, τέλη και δικαιώματα υπέρ του Δημοσίου ή Τρίτων, ουδέ εις συναλλαγματικάς διατυπώσεις εξαγωγής κλπ., η απαιτουμένη έγγραφος άδεια παρέχεται επί ειδικού εντύπου, ως ορίζεται εν άρθρ. 3 της υπ’ αριθ. Τ.1371/47 της 10/19 Μαρτ. 1970 αποφ. Υπ. Οικονομικών (κατωτ. αριθ. 46), από της ισχύος της οποίας (1 Σεπτ. 1970) καταργούνται αι υπ’ αριθ. Ε.10203 της 11/27 Ιουλ. 1960 (ΦΕΚ Β΄ 341) και Σ.5143/85 της 14/30 Ιουν. 1961 (ΦΕΚ Β΄ 209) αποφάσεις του αυτού Υπουργού. - 273 30.Β.α.2 Τελωνειακός Κώδικας Άρθρον 12 1.Το δηλωτικόν των διατελούντων υπό ταχυδρομικήν σύμβασιν και ωρισμένον δρομολόγιον εκτελούντων ατμοπλοίων επιτρέπεται να παραδίδηται εις την τελωνειακήν αρχήν υπό των πρακτόρων των ατμοπλοϊκών εταιρειών και μετά την ελευθέραν κοινωνίαν του πλοίου, εντός της κατά το προηγούμενον άρθρον προθεσμίας, και να διαλαμβάνη μόνον τα δια τον λιμένα του κατάπλου προωρισμένα εμπορεύματα. 2.Τα δια το εξωτερικόν προωρισμένα εμπορεύματα των ατμοπλοίων τούτων αναγράφονται μόνον κατά ποσόν ή αριθμόν εν τω δηλωτικώ του τελευταίου λιμένος. Άρθρον 77 1.Εάν τα αποβιβασθέντα ελεύθερα τέλους εμπορεύματα δεν παραληφθώσιν εντός δύο μηνών, αφ’ ης απετέθησαν εν ταις αποθήκαις του τελωνείου, ενεργούνται τα περί αζητήτων εμπορευμάτων οριζόμενα, των πρωτοκόλλων καταχωριζομένων εις ιδιαίτερον βιβλίον, τηρούμενον παρά του επί της μεταφοράς υπαλλήλου. Άρθρον 78 1.Η από πλοίου εις πλοίον μεταφόρτωσις εμπορευμάτων προς νέαν μεταφοράν ή εξαγωγήν ενεργείται κατόπιν αδείας της τελωνειακής αρχής. 2.Εν τη αδεία αναγράφεται ο λιμήν της τε προελεύσεως και του προορισμού, το πλοίον δι’ ου μετεφέρθησαν ταύτα, ως και εκείνο, δι’ ου θα ενεργηθή η μεταφορά ή η εξαγωγή. ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ι΄ Περί ευφλέκτων υλών Άρθρον 79 1.Τα περιέχοντα ευφλέκτους ύλας, οίον πυρίτιδα, νιτρογλυκερίνην κλπ., δοχεία ή δέματα, τα εκ του εξωτερικού εισαγόμενα, δέον να φέρωσιν ευανάγνωστον επιγραφήν, δηλούσαν το περιεχόμενον, οι δε πλοίαρχοι ή πράκτορες ατμοπλοϊκών εταιρειών οφείλουσι να δηλώσι και δι’ ιδιαιτέρου σημειώματος εις την τελωνειακήν αρχήν τα τοιαύτα δοχεία ή δέματα προ της αποβιβάσεώς των, εάν είναι εν γνώσει του περιεχομένου αυτών. ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΑ΄ Περί τελωνειακής ζώνης και άλλων μέτρων επιτηρήσεως Άρθρον 80 1.Απαγορεύεται η ανέγερσις οικοδομών κατά μήκος του αιγιαλού, άνευ αδείας του Υπουργείου των Οικονομικών. (Μετά την σελ. 162(γ) Σελ. 162,01 173-27 - 274 Τελωνειακός Κώδικας 30.Β.α.2 - 275 30.Β.α.2 Τελωνειακός Κώδικας Άρθρον 81 1.Επιτρέπεται ίνα δια Β.Δ/τος καθορισθή τελωνειακή ζώνη επιτηρήσεως, αρχομένη από των συνόρων της ξηράς μέχρι δέκα χιλιομέτρων προς το εσωτερικόν του Κράτους και από των ακτών της θαλάσσης μέχρι πέντε χιλιομέτρων προς το εσωτερικόν, εντός της οποίας εμπορεύματα, δια Β.Δ/τος ορισθησόμενα, κατά την μεταφοράν και αποθήκευσιν αυτών, υπόκεινται εις εξέτασιν ή κατάσχεσιν. 2.Η ζώνη αύτη επιτρέπεται να επεκταθή δια Β.Δ/τος προς αυστηροτέραν άσκησιν της επιτηρήσεως, ιδίως κατά μήκος της οροθετικής γραμμής, τηρουμένων των φυσικών ορίων, τα οποία παρουσιάζουσι τα ύδατα, αι δημόσιοι οδοί ή αι σιδηροδρομικαί γραμμαί. Άρθρον 82 1.Δια Β.Δ/τος θέλουσι καθορισθή οι δήμοι και αι κοινότητες, αι συμπεριλαμβανόμεναι εις την τελωνειακήν ζώνην, εις ην δύνανται να περιληφθώσι και ολόκληροι νήσοι. 2.Οι δήμοι και αι κοινότητες θεωρηθήσονται περιλαμβανόμεναι εντελώς εις την ζώνην και εάν μέρος αυτών εκτείνηται πέραν των ορίων της εκτάσεως αυτής. Άρθρον 83 1.Τα εις τέλος υποκείμενα εμπορεύματα, τα μεταφερόμενα ή ευρισκόμενα εντός της τελωνειακής ζώνης επιτηρήσεως, υπόκεινται εις εξέτασιν και κατάσχεσιν, τηρουμένων των διατάξεων του άρθρ. 88, όταν υπάρχωσιν ενδείξεις, ότι προέρχονται εκ του εξωτερικού και εισήχθησαν λαθραίως εις το Κράτος. 2.Τα κατά το άρθρ. 81 ορισθέντα δια Β.Δ/τος εμπορεύματα δεν δύνανται να μεταφέρωνται ή καθ’ οιονδήποτε τρόπον να αποθηκεύωνται εντός της τελωνειακής ζώνης επιτηρήσεως, εάν δεν συνοδεύωνται δι’ ειδικού εγγράφου νομιμοποιήσεως, οίον δύναται να είναι αποδεικτικόν πληρωμής των τελωνειακών τελών ή άλλο εξ αυτού προερχόμενον έγγραφον. Εξαιρούνται μικραί ποσότητες εμπορευμάτων και εν γένει εμπορεύματα, προωρισμένα εις πώλησιν κατά μικράς ποσότητας, κατά τα ειδικώτερον δια Β.Δ/των κανονισθησόμενα. 3.Δέματα των κατά την προηγουμένην παράγραφον εμπορευμάτων, μεταφερόμενα εντός της τελωνειακής ζώνης, δέον να είναι εσφραγισμένα δια της σφραγίδος της τελωνειακής αρχής, όταν η ποσότης των εμπορευμάτων υπερβαίνη καθ’ εκάστην αποστολήν τας 50 οκάδας δι’ έκαστον είδος. 4.Απαγορεύεται η εν καιρώ νυκτός εντός της τελωνειακής ζώνης μεταφορά των κατά το άρθρ. 81 ορισθέντων δια Β.Δ/τος εμπορευμάτων. 5.Δια Β.Δ/των κανονισθήσονται οι όροι της εκδόσεως και ισχύος του εγγράφου νομιμοποιήσεως ή του εκ του αποδεικτικού της πληρωμής προερχομένου ειδικού εγγράφου. Άρθρον 84 1.Δεν επιτρέπεται να διατηρώνται εντός της τελωνειακής ζώνης αποθήκαι ζακχάρεως και καφέ εις μεγάλας ποσότητας, κατά τα δια Β.Δ/τος κανονισθησόμενα, άνευ ειδικής περί τούτου αδείας, εκδιδομένης παρά της αρμοδίας τελωνειακής αρχής και οριζούσης τους όρους και την διάρκειαν αυτής ουχί μικροτέραν του έτους. 2.Δια Β.Δ/των καθορισθήσονται αι περιπτώσεις καθ’ ας, κατ’ εξαίρεσιν, επιτρέπεται η τήρησις τοιούτων αποθηκών, άνευ ειδικής αδείας. 3.Τα αποθηκευμένα ταύτα εμπορεύματα δέον προσέτι να συνοδεύωνται δια του κατά το άρθρ. 83 εγγράφου νομιμοποιήσεως, εκδιδομένου επ’ ονόματι αυτού του διατηρούντος την αποθήκην και ουχί τρίτου. Άρθρον 85 1.Εντός αποστάσεως τριών χιλιομέτρων από της ακτής, το προσωπικόν της τελωνειακής υπηρεσίας και αστυνομίας έχει το δικαίωμα να επισκέπτηται τα χωρητικότητος μέχρις εκατόν κόρων πλοία και να ζητή την επίδειξιν του κατά το άρθρ. 18 δηλωτικού και των ναυτιλιακών εγγράφων του πλοίου. 2.Εν ελλείψει του δηλωτικού, εάν εκ των εγγράφων του πλοίου προκύπτη ότι το πλοίον διευθύνεται εις λιμένα της ημεδαπής, ή εάν υπάρχωσιν ενδείξεις οιασδήποτε τελωνειακής παραβάσεως, το πλοίον οδηγείται εις το πλησιέστερον τελωνείον, ένθα ενεργείται κατάσχεσις των εμπορευμάτων και συντάσσεται το περί τούτων πρωτόκολλον. 3.Εάν τα ανωτέρω αναφερόμενα πλοία είναι ξένης σημαίας, επιφυλάσσεται η ισχύς των διατάξεων των διεθνών συμβάσεων. Άρθρον 86 Επίσης κατάσχονται εμπορεύματα ανευρισκόμενα επί πλοίων χωρητικότητος κατωτέρας των 40 κόρων, προωρισμένων κατά τα ναυτιλιακά και τελωνειακά έγγραφα αυτών δια την αλλοδαπήν, προσορμισθέντων δε, άνευ ανωτέρας βίας, εις λιμένα ή όρμον του Κράτους, εις ον δεν είναι επιτετραμμένη η προσέγγισις, καίτοι ταύτα εισίν αναγεγραμμένα εν τω δηλωτικώ. Άρθρον 13 1.Όταν πλοίον, μη γενόμενον αμέσως δεκτόν εις ελευθέραν κοινωνίαν, τίθηται υπό επιτήρησιν ή κάθαρσιν, ο πλοίαρχος οφείλει να προβή εις προφορικήν ενώπιον του υγειονόμου δήλωσιν του φορτίου, εντός δώδεκα ωρών από του κατάπλου, συντασσομένης εκθέσεως, αναπληρούσης το δηλωτικόν. 2.Το δηλωτικόν τούτο παραπέμπεται αμέσως εις την τελωνειακήν αρχήν . Άρθρον 87 Τα κατά τα άρθρ. 83-86 μέτρα επιτηρήσεως δύνανται να εφαρμοσθώσι δια Β.Δ/των μόνον δι’ ωρισμένα εμπορεύματα, και εφ’ όσον χρόνον κρίνονται αναγκαία προς πρόληψιν και καταστολήν του λαθρεμπορίου, και εις ωρισμένους τόπους, καίτοι εν αυτοίς δεν υπάρχει καθωρισμένη η κατά το άρθρ. 81 τελωνειακή ζώνη. Άρθρον 88 1.Οι υπάλληλοι και φύλακες της τελωνειακής υπηρεσίας και αστυνομίας δύνανται να Σελ. 163 - 276 Τελωνειακός Κώδικας 30.Β.α.2 επισκέπτωνται εν καιρώ ημέρας τας εν τω άρθρ. 84 αναφερομένας αποθήκας προς επιθεώρησιν των εν αυταίς ευρισκομένων εμπορευμάτων και των συνοδευόντων αυτά εγγράφων. 2.Τα αυτά όργανα έχουσι το δικαίωμα να εισέρχωνται εις παν μέρος, θεωρούμενον υπό του νόμου ως δημόσιον, προς ανακάλυψιν και καταστολήν των τελωνειακών παραβάσεων και του λαθρεμπορίου και κείμενον εντός της τελωνειακής ζώνης επιτηρήσεως και εκτός έτι αυτής, οσάκις τα εμπορεύματα κατεδιώχθησαν κατ’ εξακολούθησιν εκτός της ζώνης ταύτης. 3.«Δι’ αποφάσεων του Υπουργού των Οικονομικών, εκδιδομένων μετά γνώμην του Τμήματος Τελωνειακών Νόμων της Διαρκούς Επιτροπής Δασμολογίου και δημοσιευομένων δια της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως, δύναται προς πρόληψιν και καταστολήν του λαθρεμπορίου να καθορίζωνται διατυπώσεις, υπό τας οποίας θα επιτρέπεται η καθ’ άπαν το Κράτος ή μέρος αυτού εισαγωγή, κατοχή και διάθεσις ωρισμένων εμπορευμάτων, περί τα οποία παρατηρείται η δραστηριότης του λαθρεμπορίου». Η παρ. 3 προσετέθη δια της παρ. 1 άρθρ. 1 Α.Ν. 1514/
- «4.Προς διαπίστωσιν πάσης τελωνειακής ή δασμολογικής παραβάσεως, ως και δια την επαλήθευσιν της τηρήσεως των καθιερουμένων βάσει του παρόντος άρθρου διατυπώσεων, οι Οικονομικοί Επιθεωρηταί Τελωνείων, οι Διευθυνταί Τελωνείων και οι παρά του Υπουργού των Οικονομικών δι’ ειδικών διαταγών εξουσιοδοτημένοι οικονομικοί υπάλληλοι, δύνανται να ενεργούν έλεγχον των βιβλίων και λοιπών στοιχείων οιασδήποτε επιχειρήσεως ή ιδιώτου και να προβαίνουν εις πάσαν εξέτασιν ή έρευναν, εχουσών εν τη προκειμένη περιπτώσει εφαρμογήν και των διατάξεων των άρθρ. 33, 34, 42 και επομένων του Κώδικος «περί φορολογίας καθαρών προσόδων» και των τοιούτων περί οικονομικής επιθεωρήσεως. Εάν εκ της ως άνω ερεύνης εξευρεθώσιν εμπορεύματα, άτινα έχουσιν υπαχθή εις τας διατάξεις της τρίτης παραγράφου του παρόντος άρθρου και των οποίων δεν αποδεικνύουσιν οι κάτοχοι την νόμιμον προέλευσιν, επί τη βάσει των εις εκτέλεσιν της προηγουμένης παραγράφου ορισθησομένων στοιχείων, ταύτα θεωρούνται ως λαθρεμπορικώς εισαχθέντα κατά τον χρόνον της ανακαλύψεως της πράξεως και εμπίπτοντα εις τας διατάξεις της επ’ αυτοφώρω λαθρεμπορίας του άρθρ. 111 του παρόντος Κώδικος, μόνον δια την εφαρμογήν των περί λαθρεμπορίας διατάξεων». Σελ. 164 Η παρ. 4 προστεθείσα δια του άρθρ. 1 Α.Ν. 1514/1950, αντικατεστάθη ως άνω δια της παρ. 1 άρθρ. 4 Νόμ. 2096/
- «5.Προκειμένου περί εμπορευμάτων, άτινα ήθελον κριθή υπακτέα εις τας διατάξεις της τρίτης παραγράφου του παρόντος, δύναται ο Υπουργός των Οικονομικών, κατά την πρώτην μόνον εφαρμογήν των δι’ έκαστον είδος εμπορεύματος καθορισθησομένων διατυπώσεων, να προσκαλέση δι’ αποφάσεώς του δημοσιευομένης δια της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως τους κυρίους ή κατόχους των παρανόμως εισηγμένων τοιούτων ειδών, όπως εντός τακτής προθεσμίας, δηλώσιν αυθορμήτως εις την πλησιεστέραν τελωνειακήν αρχήν τας παρά τούτων κατεχομένας ποσότητας και προβώσιν εις τον τελωνισμόν αυτών, μη απαιτουμένης προς τούτο της τηρήσεως των προϋποθέσεων των απορρεουσών εκ των περί περιορισμών των εισαγωγών και προστασίας του εθνικού νομίσματος διατάξεων. Εν περιπτώσει μη συμμορφώσεώς των εφαρμόζονται κατ’ αυτών αι κείμεναι διατάξεις». Η παρ. 5 προσετέθη δια του άρθρ. 1 Α.Ν. 1514/
- «6.Οι δια των Τελωνείων εισάγοντες είδη προς εμπορίαν υποχρεούνται να τηρώσι τα εκδιδόμενα και εις αυτούς παραδιδόμενα τελωνειακά έγγραφα μετά των σχετικών δικαιολογητικών επί πενταετίαν από της εισαγωγής, παραμενουσών εν ισχύϊ των διατάξεων των οριζουσών μακρότερον χρόνον. Τα έγγραφα ταύτα δέον να επιδεικνύωνται εις πάσαν ζήτησιν των αρμοδίων Τελωνειακών οργάνων. Κατά των παραβατών των διατάξεων της παρούσης παραγράφου επιβάλλονται αι κυρώσεις αι προβλεπόμεναι υπό της παραγρ. 2 του άρθρ. 97 του παρόντος νόμου». Η παρ. 6 προσετέθη δια της παρ. 2 άρθρ. 4 Νόμ. 2096/
- ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΒ΄ Περί τελωνειακών παραβάσεων Άρθρον 89 1.Η μη τήρησις των περί τας τελωνειακάς εργασίας και την τελωνειακήν υπηρεσίαν διατυπώσεων του παρόντος νόμου χαρακτηρίζεται και τιμωρείται ως τελωνειακή παράβασις. «2.Ως τελωνειακαί παραβάσεις χαρακτηρίζονται, επίσης, η καθ’ οιονδήποτε των εν άρθρ. 100 του παρόντος μνημονευομένων τρόπων διαφυγή ή απόπειρα διαφυγής της πληρωμής των ανηκόντων τω Δημοσίω τελών και δικαιωμάτων, ως και η μη τήρησις των εν τω αυτώ άρθρω 100 καθοριζομένων λοιπών διατυπώσεων, επισύρουσιν δε κατά των υπευθύνων πολλαπλούν τέλος συμφώνως προς τας διατάξεις του παρόντος νόμου και αν έτι ήθελεν κριθή αρμοδίως ότι δεν συντρέχουσι τα στοιχεία αξιοποίνου λαθρεμπορίας». Η παρ. 2 προσετέθη δια του άρθρ. 3 Α.Ν. 1514/1950, της παλαιάς παρ. 2 λαβούσης αριθ.
- - 277 30.Β.α.2 Τελωνειακός Κώδικας 3.Η επί τελωνειακών παραβάσεων επιβαλλομένη ποινή δεν απαλλάσσει της πληρωμής των τελωνειακών και των λοιπών, κατά τας διατάξεις του Νόμου, οφειλομένων τελών, φόρων και δικαιωμάτων. Άρθρον 90 1.Εάν ευρεθώσιν επί του πλοίου ή αποβιβασθώσιν εξ αυτού δέματα ή δοχεία πλείονα των εν τω δηλωτικώ αναγραφέντων, επιβάλλεται εις τον πλοίαρχον πρόστιμον, ουχί (μικρότερον των εις τα επί πλέον ευρεθέντα ανηκόντων τελών, ούτε) μεγαλύτερον του τετραπλού. Οσάκις το επί πλέον ευρεθέν δέμα ή δοχείον έχη διακριτικά σημεία και αριθμούς όμοια προς τα των άλλων δεμάτων, των αναφερομένων εν τω δηλωτικώ θεωρούνται ως μη δηλωθέντα τα υποκείμενα εις ανώτερον τέλος. «Εν περιπτώσει ασκήσεως των κατά το άρθρ. 99 του παρόντος νόμου ενδίκων μέσων, δύνανται η Πρωτοβάθμιος Επιτροπή Προσφυγών και το Διοικητικόν Δικαστήριον Φορολογικών Παραβάσεων, εφ’ όσον συντρέχουν αποχρώντες λόγοι, να μειώσι το επί τη βάσει του προηγουμένου εδαφίου του παρόντος άρθρου καταλογιζόμενον πρόστιμον (μέχρι ποσού ουχί κατωτέρου του ενός τετάρτου των εις τα επί πλέον ευρεθέντα ή αποβιβασθέντα δέματα ή δοχεία ανηκόντων τελών»). Το εντός « » εδάφιον προσετέθη δια του άρθρ. 5 Νόμ. 2096/
- 2.Εάν τα δέματα ή δοχεία δεν υπόκεινται εις τέλος, επιβάλλεται εις τον πλοίαρχον πρόστιμον μέχρι δραχ. «100.000» δι’ έκαστον δέμα ή δοχείον. 3.Εάν ευρεθώσι δέματα ή δοχεία ελάσσονα των δηλωθέντων, επιβάλλεται εις τον πλοίαρχον πρόστιμον (δραχ. «25.000) έως 1.000.000» κατά ελλείπον δέμα ή δοχείον. 4.Εάν προκύψωσι διαφοραί κατά ποσόν εις εμπορεύματα, λυτά ή χυτά, διαλαμβανόμενα εν τω δηλωτικώ επιβάλλεται εις τον πλοίαρχον πρόστιμον δραχ. «(25.000) έως 500.000». Δεν τιμωρούνται διαφοραί επί πλέον, μη υπερβαίνουσαι τα 10% και επί έλαττον, ουχί ανώτεραι των 5%. Τα πρόστιμα των παρ. 2-4 καθωρίσθησαν ως άνω δια της υπ’ αριθ. Τ. 1869/1949 (Φ.Ε.Κ. Β΄ 36) αποφάσεως Υπουργού Οικονομικών, εκδοθείσης βάσει του άρθρ. 25 Α.Ν. 791/
- Τα πρόστιμα σε δραχμές των άνω παρ. 2, 3 και 4 20πλασιάστηκαν από την παρ. 2 άρθρ. 50 Νόμ. 1041/1980, ΦΕΚ Α΄ 75 (κατωτ. σελ. 226,533). 5.Εάν τα εμπορεύματα ευρεθώσι κατά το είδος ή κατά το ποσόν διάφορα και υποκείμενα εις τέλος ανώτερον των δηλωθέντων, επιβάλλεται εις τον πλοίαρχον πρόστιμον ουχί έλασσον του δεκάτου της διαφοράς του τέλους, ούτε ανώτερον του διπλασίου αυτής. Του προστίμου απαλλάσσεται ο πλοίαρχος, εάν δια προσαγωγής της πρωτοτύπου φορτωτικής αποδείξη, ότι το δηλωτικόν συνετάχθη συμφώνως ταύτη. Δεν τιμωρούνται διαφοραί άχρι 5% του επιβλητέου τέλους. Εάν το κατά το δηλωτικόν τέλος είναι ανώτερον του ευρεθέντος, επιβάλλεται ο ελάχιστος όρος του προστίμου. «6.Εάν εν τω κατατεθειμένω δηλωτικώ εισαγωγής αναγράφωνται εμπορεύματα υπαγόμενα εις τον κατ’ εκτίμησιν τελωνισμόν, ευρεθώσι δε διάφορα των δηλωθέντων, επιβάλλεται εις τον πλοίαρχον πρόστιμον μέχρι 10% επί του τέλους των ευρεθέντων εμπορευμάτων. Το αυτό πρόστιμον επί του τέλους των ευρεθέντων εμπορευμάτων επιβάλλεται εις τον πλοίαρχον εάν εν τω κατατεθειμένω δηλωτικώ εισαγωγής δεν περιγράφωνται τα εμπορεύματα κατά τας διακρίσεις του δασμολογίου εις τρόπον ώστε να είναι δυνατή η υπαγωγή τούτων εις ωρισμένην κλάσιν του δασμολογίου, ευρεθώσι δε διάφορα των δηλωθέντων. Του προστίμου απαλλάσσεται ο πλοίαρχος εάν δια της προσαγωγής της πρωτοτύπου φορτωτικής αποδείξη ότι το δηλωτικόν έχει συνταχθή συμφώνως ταύτη». Η παρ. 6 προσετέθη δια του άρθρ. 12 Νόμ. 3326/
- Άρθρ. 91 1.Επιβάλλεται πρόστιμον δραχ. (50.000) άχρι 1.000.000» εις τον πλοίαρχον. Το ποσόν του προστίμου προσηρμόσθη ως τα του άρθρ.
- α)Εν περιπτώσει παραβάσεως των περί δηλωτικού διατάξεων των άρθρ. 18 και 85, ή οσάκις προκύψωσιν αδικαιολόγητοι διαφοραί μεταξύ αυτού και του κατά το άρθρ. 11 δηλωτικού, εφ’ όσον δεν συντρέχη περίπτωσις λαθρεμπορίου «ουδέ εμπίπτει η παράβασις εις τας διατάξεις της τρίτης παραγράφου του άρθρ. 93 του παρόντος». Η εντός « » φράσις προσετέθη δια του άρθρ. 13 Α.Ν. 791/
- β)Εν αντιστάσει του πλοιάρχου εις την κατά τα άρθρ. 20 και 85 επίσκεψιν, βεβαιουμένην δια πρωτοκόλλου υπό της λιμενικής και τελωνειακής αρχής. γ)Εν παραλείψει της κατά το άρθρ. 79 δηλώσεως του πλοιάρχου. Η αυτή ποινή επιβάλλεται 1)εις τον παραλιπόντα την αυτήν δήλωσιν πράκτορα και 2)εις τον παραλήπτην, εν ελλείψει της κατά το αυτό 79 άρθρον ευαναγνώστου επιγραφής. 2.Εις την αυτήν ποινήν υποβάλλονται οι συνιστώντες αποθήκας εντός της τελωνειακής ζώνης επιτηρήσεως, άνευ της κατά το άρθρ. 84 αδείας ή κατά παράβασιν των όρων αυτής. (Αντί για τη σελ. 165) Σελ. 165(α) Τεύχος 728-Σελ. 53 - 278 Τελωνειακός Κώδικας 30.Β.α.2 «3.Επιβάλλεται πρόστιμον εις τους πράκτορας ατμοπλοϊκών Εταιρειών ή κατ’ ατμοπλοίων εν γένει μέχρι δρχ. «500.000». Το ποσόν του προστίμου προσηρμόσθη ως τα του άρθρ.
- Το πρόστιμο σε δραχμές του άνω άρθρου 20πλασιάστηκε από την παρ. 2 άρθρ. 50 Νόμ. 1041/1980, ΦΕΚ Α΄ 75 (κατωτ. σελ. 226,533). α)Εάν, μετά προηγουμένην έγγραφον πρόσκλησιν του διευθυντού του τελωνείου ή του τελώνου, παραλίπωσιν ή αναβάλωσιν εξ υπαιτιότητός των την εκ των πλοίων ή φορτηγίδων εκφόρτωσιν των παρ’ αυτών κομισθέντων εμπορευμάτων, εντός της δια του αυτού εγγράφου ταχθείσης προθεσμίας, και β)«Εάν μετά προηγουμένην έγγραφον πρόσκλησιν του διευθυντού του τελωνείου ή του τελώνου παραλίπωσιν ή αναβάλωσιν εξ υπαιτιότητός των την κατά τας δια του εγγράφου τούτου γενομένας υποδείξεις και εντός της δι’ αυτού ταχθείσης προθεσμίας τακτοποίησιν εντός των τελωνειακών αποθηκών των παρά των πρακτόρων τούτων κομιζομένων εμπορευμάτων». Η παράγρ. 3 προσετέθη δια του άρθρ. 3 Ν.Δ. 12 Ιουν. 1919 κυρωθέντος δια του Νόμ. 1941/
- «4.Επιφυλασσομένων των περί λαθρεμπορίας διατάξεων, επιβάλλεται πρόστιμον μέχρι δραχ. 20.000 εις τον μεταφορέα παντός οχήματος, εκτελούντος οδικάς μεταφοράς, δι’ εκάστην των κάτωθι τελωνειακών παραβάσεων: α)Εν περιπτώσει παρεκκλίσεως αυτού εκ του καθορισθέντος υπό του τελωνείου εισόδου ή ενδιαμέσου ετέρου τελωνείου δρομολογίου του οχήματος ή μη διελεύσεώς του εκ των προκαθορισθεισών τελωνειακών αρχών, ως και μη μεταβάσεως εις το τελωνείον προορισμού εντός της καθορισθείσης προθεσμίας, πλην της δικαιολογουμένης, εκ βεβαιουμένης ανωτέρας βίας, καθυστερήσεως. β)Εν περιπτώσει φορτώσεως ή εκφορτώσεως του οχήματος άνευ αδείας της τελωνειακής αρχής ή άνευ της παρουσίας των αρμοδίων τελωνειακών οργάνων. γ)Εν περιπτώσει εκφορτώσεως εκ του οχήματος δεμάτων, δοχείων ή εμπορευμάτων εν γένει, επί πλέον ή έλαττον των αναγραφομένων εις τα συνοδευτικά του φορτίου αυτού έγγραφα, πλην της δικαιολογημένης, εκ βεβαιουμένης ανωτέρας βίας, επί έλαττον αποβιβάσεως. Εν προκειμένω δεν έχουν εφαρμογήν αι διατάξεις της δευτέρας περιπτώσεως της παρ. 4 του άρθρ. 90 του ως άνω Νόμ. 1165/
- Σελ. 166(α) Τεύχος 728-Σελ. 54 δ)Εν περιπτώσει ρήξεως, αντικαταστάσεως, αφαιρέσεως και αλλοιώσεως των υπό των τελωνειακών αρχών επί του μεταφορικού μέσου ή των εμπορευμάτων τεθεισών μολυβδοσφραγίδων ή ετέρων σημείων αναγνωρίσεως. ε)Κατά πάσαν περίπτωσιν παραβάσεως διατάξεων της ισχυούσης διεθνούς τελωνειακής συμβάσεως, περί διεθνών μεταφορών εμπορευμάτων δια δελτίων TIR και των παραρτημάτων αυτής ή του παρόντος νόμου και των συναφών τελωνειακών κανονιστικών πράξεων δια των οποίων επιβάλλονται υποχρεώσεις εις τον μεταφορέα κατά την δια του ελληνικού εδάφους μεταφοράν εμπορευμάτων». Η παρ. 4 προστέθηκε ως άνω από την παρ. 3 άρθρ. 50 Νόμ. 1041/1980, ΦΕΚ Α΄ 75 (κατωτ. σελ. 226,533). - 279 30.Β.α.2 Τελωνειακός Κώδικας Άρθρον 92 1.Επιβάλλεται εις τον πλοίαρχον πρόστιμον δραχ. «(15.000) έως 500.000». Το πρόστιμον προσηρμόσθη ως τα του άρθρ.
- Το πρόστιμο σε δραχμές του άνω άρθρου 20πλασιάστηκε από την παρ. 2 άρθρ. 50 Νόμ. 1041/1980, ΦΕΚ Α΄ 75 (κατωτ. σελ. 226,533). α)Εν περιπτώσει μη εμπροθέσμου καταθέσεως του κατά το άρθρ. 11 δηλωτικού, ή εάν τούτο δεν πληροί τους όρους του νόμου τούτου. Έκαστον δωδεκάωρον αναβολής προς κατάθεσιν του δηλωτικού επάγεται επανάληψιν του προστίμου. β)Εν περιπτώσει απόπλου άνευ του κατά το άρθρ. 14 δηλωτικού, ή άνευ αδείας της τελωνειακής αρχής ή κατά παράβασιν ετέρας διατυπώσεως του νόμου τούτου. γ)Εν περιπτώσει φορτώσεως, εκφορτώσεως ή μεταφορτώσεως, άνευ αδείας της τελωνειακής αρχής, ή άνευ της παρουσίας των αρμοδίων τελωνειακών οργάνων. δ)Εν περιπτώσει παραλείψεως της εις το τελωνείον παραδόσεως της κατά το άρθρ. 72 διασαφήσεως. ε)Εν περιπτώσει μη προσαγωγής εις το τελωνείον του κατάπλου υπό του πλοιάρχου του κατά το άρθρ. 14 δηλωτικού, ή του επέχοντος θέσιν δηλωτικού αποσπάσματος δηλωτικού ή διαβατηρίου, καθ’ ας περιπτώσεις ταύτα εκδίδονται κατά τον νόμον τούτον, καθώς και των άλλων τελωνειακών εγγράφων. «Με την επιφύλαξη των διατάξεων περί λαθρεμπορίας, επιβάλλεται το πρόστιμο της παρ. 1 του παρόντος άρθρου, ανά δωδεκάωρο, στο μεταφορέα κάθε αυτοκινήτου οχήματος για τη μη έγκαιρη, μέσα στην προθεσμία που καθορίστηκε από το τελωνείο εισόδου, προσκόμιση στην αρμόδια τελωνειακή αρχή, για τελωνισμό, για παράδοση σ’ ελεύθερη χρήση ή για επανεξαγωγή κάθε αυτοκινήτου που κινείται με δελτίο ελεύθερης χρήσης ή με άλλα τελωνειακά παραστατικά, προσωρινής ισχύος, που επέχουν θέση αποσπάσματος δηλωτικού του τελωνείου εισόδου». Το ανωτέρω μέσα σε « » εδάφιο προστέθηκε από την παρ. 3 άρθρ. 27 Νόμ . 1473/84, (ΦΕΚ Α΄ 127) (κατωτ. αριθ. 64). ς)«Αν το πλοίον προσεγγίζη εις θέσεις άλλας ή τας ωρισμένας υπό της τελωνειακής ή λιμενικής αρχής ως και εάν τούτο δεν αγκυροβολή εις την επί τούτω ωρισμένην θέσιν». Το εδάφ. ς΄ αντικατεστάθη ως άνω δια του άρθρ. 1 Ν.Δ. 1716/
- «2.Το κατά την προηγουμένην παρ. 1 εδαφ. δ πρόστιμον επιβάλλεται μόνον εις τον φορτωτήν και παραλήπτην αλληλεγγύως, οσάκις ούτοι τυγχάνουσι γνωστοί, οι αυτοί ευθυνόμενοι και δια πάσαν παρουσιαζομένην εις τον τόπον της φορτώσεως και εκφορτώσεως διαφοράν μεταξύ φορτωθέντων και εκφορτωθέντων εμπορευμάτων και εγχωρίων προϊόντων, ως και δια την έλλειψιν ή την μη έγκαιρον έκδοσιν των νομίμων τελωνειακών εγγράφων δια την μεταφοράν εμπορευμάτων και εγχωρίων προϊόντων». Η παρ. 2 προσετέθη δια του άρθρ. 43 Νόμ. 3326/
- «Διαφοραί μέχρι 10% πλέον ή έλαττον προκειμένου περί ελευθέρων τέλους εμπορευμάτων και μέχρι 5% προκειμένου περί υποκειμένων εις τέλος εμπορευμάτων, δεν τιμωρούνται». Το ανωτέρω εδάφιον προστεθέν δια του άρθρ. 33 Α.Ν. 2081/1939, αντικατεστάθη ως άνω δια του άρθρ. 13 Α.Ν. 791/
- «3.Ωσαύτως, το κατά την πρώτην παράγραφον του παρόντος άρθρου πρόστιμον επιβάλλεται υπό τους εν τη προηγουμένη παραγράφω όρους και προϋποθέσεις και εν η περιπτώσει ήθελον διαπιστωθή διαφοραί μεταξύ των εν τη διασαφήσει μεταφοράς αναφερομένων ειδών και των κατά την επαλήθευσιν αυτής εν τω τόπω της φορτώσεως ευρεθησομένων τοιούτων, εφ’ όσον εξ άλλης διατάξεως δεν προβλέπεται βαρυτέρα κύρωσις». Η παρ. 3 προσετέθη δια του άρθρ. 6 Νόμ. 2096/
- Άρθρον 93 1.Επιβάλλεται πρόστιμον δραχ. «(15.000) έως 300.000» οσάκις εμπορεύματα ελεύθερα τελωνειακού τέλους εισάγονται ή εξάγονται δι’ οδών μη επιτρεπομένων ή εν ώρα νυκτός. «2.Εάν τα εμπορεύματα είναι εκ των απηγορευμένων να εισάγωνται ή να εξάγωνται, το πρόστιμον δύναται να ανέλθη μέχρι δραχ. «5.000.000». Η παράγρ. 2 προσετέθη δια του άρθρ. 1 εδάφ. ζ΄ Ν.Δ. 16/19 Απρ.
- Τα πρόστιμα σε δραχμές των άνω παρ. 1 και 2, 20πλασιάστηκαν από την παρ. 2 άρθρ. 50 Νόμ. 1041/1980, ΦΕΚ Α΄ 75 (κατωτ. σελ. 226,533). «3.Επιβάλλονται πρόσθετα τέλη μέχρι του δεκαπλού των ανηκόντων τελωνειακών τελών (εισαγωγικού δασμού, δημοτικού φόρου και παρεπομένων ή αυτοτελών μεν αλλά κατά την εισαγωγήν εισπραττομένων φόρων και δικαιωμάτων) ασχέτως της συντρεχούσης τυχόν περιπτώσεως διώξεως επί λαθρεμπορία, ήτις επιφυλάσσεται εν πάση περιπτώσει: α)Επί παραβάσεων της παρ. 6 του άρθρ. 18 του παρόντος και των εις εκτέλεσιν ταύτης εκδοθησομένων αποφάσεων και, β)Εάν ευρεθώσιν επί πλοίου χωρητικότητος μέχρις 100 κόρων ή αποβιβασθώσιν εξ αυτού δέματα ή δοχεία πλείονα των εν τω δηλωτικώ αναγραφέντων, ως επίσης αν προκύψωσι διαφοραί κατά ποσόν εις εμπορεύματα χυτά ή λυτά υπερβαίνοντα τα 10%. Οσάκις τα επί πλέον ευρεθέντα δέματα ή δοχεία φέ(Αντί για τη σελ. 167(γ) Σελ. 167(δ) Τεύχος ΙΑ-7-2 Σελ. 111 - 280 Τελωνειακός Κώδικας 30.Β.α.2 ρουσι διακριτικά σημεία και αριθμούς, όμοια προς τα των άλλων των αναγραφομένων εν τω δηλωτικώ θεωρούνται ως μη δηλωθέντα, τα υποκείμενα εις ανώτερον τέλος. Επίσης επί διαφορών προκυπτουσών εις χυτά ή λυτά ομοειδή εμπορεύματα, ως μη δηλωθέντα θεωρούνται τα υποκείμενα εις ανώτερον τέλος. Τα επί τη βάσει της παρούσης παραγράφου πρόσθετα τέλη δύνανται να καθορισθώσι μέχρι «5.000.000» δραχμών και εν η περιπτώσει τα εμπορεύματα δεν υπόκεινται εις δασμούς εισαγωγής και λοιπούς φόρους ή υπόκεινται εις τοιούτους το δεκαπλούν των οποίων είναι μικρότερον του ποσού τούτου». Η παρ. 3 προσετέθη δια του άρθρ. 14 Α.Ν. 791/1948, δι’ ου είχον προστεθή και έτεραι δύο παράγραφοι, αίτινες όμως κατηργήθησαν δια του άρθρ. 2 παρ. 17 Α.Ν. 1514/
- Τα πρόστιμα προσηρμόσθησαν ως τα του Άρθρον 14 1.Οι πλοίαρχοι οφείλουσι προ του απόπλου εκ του λιμένος, εις όν το πρώτον κατέπλευσαν, να εφοδιασθώσιν υπό της τελωνειακής αρχής δια δηλωτικού. 2.Εάν ουδέν εκ του φορτίου απεβιβάσθη, η τελωνειακή αρχή επιστρέφει εις τον πλοίαρχον το κατατεθέν δηλωτικόν, βεβαιούσα επ’ αυτού ότι ουδέν απεβιβάσθη. 3.Εάν μέρος του φορτίου απεβιβάσθη, βεβαιούται τούτο ενυπογράφως υπό του πλοιάρχου επί του πρωτοτύπου δηλωτικού και μετά τούτο η τελωνειακή αρχή εφοδιάζει αυτόν δι’ αποσπάσματος του κατατεθέντος δηλωτικού ή επιστρέφει το πρωτότυπον λαμβάνουσα απόσπασμα αυτού. 4.Εκδίδονται τόσα αποσπάσματα, όσοι είναι οι λιμένες του προορισμού. 5.Εάν τα εμπορεύματα είναι προωρισμένα δια το εξωτερικόν, εκδίδεται έν μόνον απόσπασμα δηλωτικού. 6.Εάν ο πλοίαρχος παρέλαβε νέον φορτίον η τελωνειακή αρχή εφοδιάζει αυτόν δια των νομίμων εγγράφων, ποιουμένη μνείαν των εκδοθέντων εγγράφων εφ’ εκάστου αυτών. 7.Των υπ’ αριθ. 1-5 υποχρεώσεων απαλλάσσονται τα εν άρθρ. 12 αναφερόμενα ατμόπλοια. 8.Της υπ’ αριθ. 1 υποχρεώσεως απαλλάσσονται οι πλοίαρχοι, οσάκις το πλοίον, καταπλεύσαν κενόν, αποπλέει άνευ φορτίου. άρθρ.
- Άρθρον 94 1.«Επιβάλλεται πρόστιμον δραχ. (25.000) 500.000» εις τον λεμβούχον τον μεταφέροντα επιβάτας ή εμπορεύματα εντός του λιμένος ή εκτός αυτού κατά παράβασιν διατάξεων της τελωνειακής ή λιμενικής αρχής. Εν υποτροπή δύναται να κατασχεθή η λέμβος επί χρόνον ουχί ανώτερον του μηνός». Η παρ. 1 αντικατεστάθη ως άνω δια του άρθρ. 2 Ν.Δ. 1716/
- «2.Δι’ οιανδήποτε άλλην παράβασιν του νόμου τούτου μη τιμωρουμένην κατ’ ειδικήν διάταξιν αυτού, επιβάλλεται πρόστιμον «(25.000) έως 500.000 δραχμών». Η ανωτέρω παράγραφος έλαβε τον αριθ. 2 αντί του αρχικού αριθ. 3, της παρ. 2 καταργηθείσης δια του άρθρ. 1 Ν.Δ. 16/19 Απρ.
- «3.Το αυτό πρόστιμον δύναται να επιβληθή και επί παραβάσεων διατάξεων των δυνάμει του νόμου τούτου εκδιδομένων Β.Δ/των εφ’ όσον αύται δεν τιμωρούνται κατ’ ειδικήν διάταξιν αυτού». Η ανωτέρω παράγραφος προσετέθη δια του άρθρ. 9 Νόμ. 1941/
- Τα πρόστιμα σε δραχμές των άνω παρ. 1, 2 και 3, 20πλασιάστηκαν από την παρ. 2 άρθρ. 50 Νόμ. 1041/1980, ΦΕΚ Α΄ 75 (κατωτ. σελ. 226,533). Σελ. 168(δ) Τεύχος ΙΑ-7-2 Σελ. 112 «4.Επιβάλλεται πρόστιμον (από του απλού) μέχρι του τριπλασίου της διαφοράς του δασμού ή τέλους και των παρομαρτούντων φόρων και δικαιωμάτων της διαφευγούσης εκ της καταστρατηγήσεως των διατάξεων περί αποβάρου, οσάκις εμπορεύματα τελωνιζόμενα επί τη βάσει του μικτού βάρους αυτών εισάγονται γυμνά παρά τον καθιερωμένον και συνήθη τρόπον συσκευασίας ή οσάκις εμπορεύματα υποκείμενα εις έκπτωσιν νομίμου αποβάρου ή εις την πραγματικήν αποστάθμισιν εισάγωνται συσκευασμένα ουχί κατά τον συνήθη εμπορικόν τρόπον αλλά κατ’ ειδικόν τοιούτον επί τω σκοπώ ζημίας του Δημοσίου». Η παρ. 4 προσετέθη δια του άρθρ. 3 Α.Ν. 899/
- Τα πρόστιμα προσηρμόσθησαν ως τα του άρθρ.
- «5.Στους παραβάτες των διατάξεων της παρ. 2 του άρθρ. 70 ή και των άρθρ. 70θ έως και 70ιγ, επιβάλλεται, για κάθε παράβαση και ανεξάρτητα από τις ποινές που προβλέπονται από τις διατάξεις για τη λαθρεμπορία, πρόστιμο μέχρι το διπλάσιο της αξίας FOB των εμπορευμάτων που προσδιορίστηκε για τελωνειακούς σκοπούς σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις. Αν η παράβαση συνεπάγεται και την απώλεια εξαγωγικών δασμών, φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων ή τη λήψη μεγαλύτερων επιστροφών ή άλλων ποσών που χορηγούνται κατά την εξαγωγή των εμπορευμάτων, το πρόστιμο αυτό είναι τουλάχιστον ισόποσο προς την απώλεια ή τη διαφορά αυτή. Δεν επιβάλλεται πρόστιμο, αν η απώλεια ή η διαφορά δεν υπερβαίνει τα 3%. Σε περίπτωση επιβολής προστίμου ανακαλείται η έγκριση υπαγωγής στις απλουστευμένες διαδικασίες εξαγωγής και με πράξη του προϊσταμένου της οικείας τελωνειακής περιφέρειας επιβάλλεται στον παραβάτη εξαγωγέα στέρηση από ένα μέχρι τρία χρόνια της υπαγωγής στις απλουστευμένες διαδικασίες εξαγωγής σε όλες τις τελωνειακές αρχές της δικαιοδοσίας του». Η παρ. 5 προστέθηκε από το άρθρ. 4 Νόμ. 1808/1988 (ΦΕΚ Α΄ 218), κατωτ. αριθ.
- - 281 30.Β.α.2 Τελωνειακός Κώδικας Άρθρον 95 1.Οσάκις, κατά την εξέλεγξιν των εν ιδιωτικαίς αποθήκαις αποτεταμιευμένων εμπορευμάτων, καθώς και εν ιδιαιτέροις διαμερίσμασιν αποταμιευτικού καταστήματος, ανακαλύπτωνται διαφοραί κατά ποσόν επί πλέον ή έλαττον, υπερβαίνουσαι κατά δύο τοις εκατόν την κατά το άρθρ. 61 κανονιζομένην φύραν, ή μεταβολαί του είδους ή του ποιού των εμπορευμάτων, επιβάλλεται εις τον κύριον των εμπορευμάτων πρόστιμον, «ουχί (μικρότερον του διπλασίου, ούτε) μεγαλείτερον του δεκαπλού» των οφειλομένων δια τα ελλείποντα ή τα διαφόρου είδους ή ποιού εμπορεύματα τελωνειακών τελών. Η εντός « » φράσις αντικατεστάθη ως άνω δια του εδάφ. ια΄ άρθρ. 1 Ν.Δ. 16/19 Απρ.
- 2.Εάν αι κατά ποιόν, ποσόν ή είδος διαφοραί υπερβαίνωσι τα 10%, εκτός της πληρωμής του κατά την προηγουμένην παράγραφον προστίμου, ο κύριος υποχρεούται να καταβάλη αμέσως το τελωνειακόν τέλος όλων των επ’ ονόματι αυτού αποτεταμιευμένων εμπορευμάτων. Εν περιπτώσει δε υποτροπής, αποστερείται προσέτι επί έν έτος του πλεονεκτήματος της αποταμιεύσεως. 3.Εάν προκύπτη έλλειψις δοχείων ή δεμάτων σημειουμένων εν τοις βιβλίοις της αποταμιεύσεως, επιβάλλεται πρόστιμον «μέχρι του τετραπλασίου», των οφειλομένων δια τα ελλείποντα εμπορεύματα τελωνειακών τελών (εισαγωγικού δασμού, δημοτικού φόρου, και παρεπομένων φόρων και δικαιωμάτων). Εάν το βάρος εκάστου των ελλειπόντων δοχείων ή δεμάτων δεν είναι γνωστόν, υπολογίζεται επί τη βάσει του μέσου βάρους των ομοειδών δεμάτων των δια της αυτής αιτήσεως αποταμιευθέντων. Το πρόστιμον ωρίσθη μέχρι του 4πλασίου δια του άρθρ. 2ου Νόμ. 4057/
- Η αληθής έννοια του άρθρ. 2ου του Νόμ. 4057 είναι ότι το δια της παρ. 3 του άρθρ. 95 του Νόμ. 1165 επιβαλλόμενον πρόστιμον δια τας εν τη παραγράφω ταύτη οριζομένας περιπτώσεις, ορίζεται από μιας δραχμής μέχρι του τετραπλασίου των οφειλομένων δια τα ελλείποντα εμπορεύματα τελωνειακών τελών (εισαγωγικού δασμού, δημοτικού φόρου και παρομαρτούντων φόρων και δικαιωμάτων).(Άρθρον 4 Α.Ν. 899/1937). «Κατά τας περιπτώσεις της παρούσης παραγράφου επιφυλάσσεται η επί λαθρεμπορία δίωξις κατά την διάταξιν της παρ. 3 του άρθρ. 100». Η τελευταία περίοδος προσετέθη δια του άρθρ. 1 εδάφ. ιβ΄ Ν.Δ. 16/19 Απρ.
- Κατόπιν της δια του Α.Ν. 2081/1939 τροποποιήσεως του Νόμ. 1165/1918 η παραπομπή δέον να λογισθή ως αναφερομένη εις την περιπτ. δ΄ της δευτέρας παραγράφου του άρθρ. 100 του Κώδικος. 4.Εάν ανευρίσκωνται, εντός των ιδιωτικών αποθηκών της αποταμιεύσεως, εμπορεύματα, τα οποία δεν έχουσιν αναγραφή εν τοις βιβλίοις του αποταμιευτικού καταστήματος, επιβάλλεται πρόστιμον ουχί (μικρότερον του διπλασίου ούτε) μεγαλείτερον του δεκαπλασίου των οφειλομένων τελών. Άρθρον 96 1.Οσάκις κατά την εις το εξωτερικόν επαναφοράν ή κατά την αποταμίευσιν, των επί προσωρινή ατελεία γενομένων δεκτών και μεταποιηθεισών πρώτων υλών, προκύπτωσιν επί πλέον ή έλαττον κατά ποσόν διαφοραί, υπερβαίνουσαι τα 5%, επιβάλλεται πρόστιμον, ουχί (μικρότερον του απλού, ούτε) μεγαλύτερον του τριπλού του επί των προκυψασών διαφορών ανήκοντος τέλους. Άρθρον 97 1.Επιβάλλεται πρόστιμον, ουχί (μικρότερον των τελωνειακών τελών, ούτε) μεγαλύτερον του πενταπλασίου αυτού, οσάκις ανακαλύπτωνται εμπορεύματα μεταφερόμενα ή άλλως, άνευ του υπό του άρθρ. 83 προβλεπομένου εγγράφου, κατεχόμενα εντός της τελωνειακής ζώνης, ή εν καιρώ νυκτός μεταφερόμενα εντός της αυτής ζώνης. «2.Επί παραλείψεως της τηρήσεως ή επί ανακριβούς ή ατάκτου τηρήσεως των εις εκτέλεσιν των διατάξεων της παρ. 3 του άρθρ. 88 του παρόντος καθοριζομένων διατυπώσεων, επιβάλλεται κατά των παραβατών πρόστιμον από είκοσι χιλιάδας μέχρι πεντήκοντα χιλιάδας δραχμάς, πλην αν συντρέχη περίπτωσις λαθρεμπορίας, ότε εφαρμόζονται και αι περί ταύτης διατάξεις. 3.Κατά των οπωσδήποτε συμμετασχόντων της κατά την παρ. 2 του άρθρ. 89 του παρόντος τελωνειακής παραβάσεως και αναλόγως του βαθμού της συμμετοχής εκάστου, ασχέτως της ποινικής διώξεως αυτών, επιβάλλεται, κατά τας διατάξεις των άρθρ. 100 και επ. του παρόντος, ιδιαιτέρως εις έκαστον και αλληλεγγύως πολλαπλούν τέλος από του διπλού μέχρι του δεκαπλού των βαρυνόντων το αντικείμενον ταύτης δασμών, φόρων, τελών και δικαιωμάτων, εν συνόλω δια πάντας τους συνυπαιτίους. Προς τούτο, οι δασμοί και φόροι λογίζονται δια μεν τας περιπτώσεις του άρθρ. 111 του παρόντος, εκείνοι οι οποίοι θα εφηρμόζοντο κατά την ημέραν της κατασχέσεως, εις τας λοιπάς δε περιπτώσεις οι δασμοί και φόροι οι οποίοι θα εφηρμόζοντο κατά την ημέραν της αποστολής της δικογραφίας εις την Εισαγγελικήν Αρχήν, ελλείψει δε τοιαύτης κατά την ημέραν περιελεύσεως εις ταύτην της οικείας μηνύσεως. Εν η περιπτώσει το δεκαπλούν των ανηκόντων δασμών και λοιπών φόρων εις το αντικείμενον της λαθρεμπορίας είναι μικρότερον των είκοσι χιλιάδων δραχμών, τα επιβλητέα τέλη δύνανται να καθορισθούν μέχρι του ποσού τούτου, το οποίον δύναται να αυξομειούται δια Π.Δ/των εκδιδομένων προτάσει του Υπουργού των Οικονομικών». Η παρ. 2 προσετέθη δια του άρθρ. 1 παρ. (Αντί για τη σελ. 168,01) Σελ. 168,01(α) Τεύχος ΙΑ-7-2 Σελ. 113 - 282 Τελωνειακός Κώδικας 30.Β.α.2 2.Α.Ν. 1514/1950 κυρωθέντος δια του Νόμ. 1591/1950 (κατωτ. αριθ. 28 και 31) και η παρ. 3 προσετέθη δια του άρθρ. 4 του αυτού Νόμου. Αμφότεραι ετροποποιήθησαν ως άνω δια του άρθρ. 23 του Νόμ. 495/1976 (τόμ. 4Α σελ.). «4.Τα υπό της προηγουμένης παραγράφου προβλεπόμενα πολλαπλά τέλη επιβάλλουν δια πράξεών των, κατά τας διατάξεις του άρθρ. 99 του παρόντος, οι προϊστάμενοι των εν αυτώ καθοριζομένων τελωνειακών αρχών, πλην των προϊσταμένων των Υποτελωνείων. Προς έκδοσιν της πράξεως ταύτης διαβιβάζεται εις τον προϊστάμενον του αρμοδίου Τελωνείου, παρά της το πρώτον επιληφθείσης της διώξεως του λαθρεμπορίου δημοσίας αρχής, εις μεν τας περιπτώσεις του άρθρ. 111 του παρόντος, αντίγραφον της εκθέσεως κατασχέσεως και του σχηματισθέντος φακέλλου προανακρίσεως, εις δε τας λοιπάς περιπτώσεις αντίγραφον του τελευταίου τούτου. Σελ. 168,02(α) Τεύχος ΙΑ-7-2 Σελ. 114 - 283 30.Β.α.2 Τελωνειακός Κώδικας 5.Ο παραλαμβάνων Προϊστάμενος του αρμοδίου Τελωνείου, μετά την ενέργειαν διοικητικής ανακρίσεως, έχων προς τούτο και την κατά την παρ. 2 του Άρθρον 15 Ο πλοίαρχος, μετά τον κατάπλουν εις δεύτερον λιμένα, παραδίδει, εντός της προθεσμίας του άρθρ. 11, εις την τελωνειακήν αρχήν τα εν τω προηγουμένω άρθρω οριζόμενα έγγραφα. άρθρ. 6 και παρ. 1 του άρθρ. 17 του υπ’ αριθ. 1264 του έτους 1942 Ν.Δ/τος «περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως των διατάξεων περί οικονομικής Επιθεωρήσεως» αρμοδιότητα, συντάσσει και εκδίδει, το δυνατόν ταχύτερον, ητιολογημένην πράξιν, δια της οποίας κατά περίπτωσιν ή απαλλάσσει ή προσδιορίζει τους κατά τας διατάξεις του νόμου τούτου υπαιτίους, τον βαθμόν της ευθύνης εκάστου, τους ανήκοντας ή διαφυγόντας δασμούς και λοιπούς φόρους τους βαρύνοντας το αντικείμενον της λαθρεμπορίας και καταλογίζει το κατά τας διατάξεις του παρόντος άρθρου πολλαπλούν τέλος, εφ’ όσον δε συντρέχει περίπτωσις και τους διαφυγόντας δασμούς και λοιπούς φόρους. Η πληρωμή του πολλαπλού τέλους δεν απαλλάσσει από την υποχρέωσιν της πληρωμής των ανηκόντων δασμών και λοιπών φόρων, εξαιρέσει της περιπτώσεως καθ’ ην κατάσχεται και δημεύεται το αντικείμενον της λαθρεμπορίας. 6.Ειδικώτερον, εάν συντρέχη περίπτωσις χρεώσεως της αξίας, δι’ ην παρέχεται εγγύησις κατά τας περιπτώσεις του εδαφ. β΄ της πρώτης παραγράφου του άρθρ. 75 του παρόντος ανεξαρτήτως της συντρεχούσης, τυχόν, περιπτώσεως ποινικής διώξεως επί λαθρεμπορία, ήτις επιφυλάσσεται πάντοτε, επιβάλλονται εις βάρος του φορτωτού και λοιπών συνυπαιτίων κατά την αυτήν διαδικασίαν πολλαπλά τέλη μέχρι του δεκαπλού της αξίας, δι’ ην παρέχεται εγγύησις. Εις τα αυτά πολλαπλά τέλη υπόκεινται και όσοι εξάγουν λάθρα όμοια είδη άνευ καταθέσεως τελωνειακών εγγράφων, ανεξαρτήτως της συντρεχούσης τυχόν περιπτώσεως ποινικής διώξεως επί λαθρεμπορία, ήτις επιφυλλάσσεται πάντοτε. Εν τη περιπτώσει ταύτη η αξία των περί ων πρόκειται ειδών προσδιορίζεται δια της επιβαλλούσης τα πολλαπλά τέλη πράξεως. Τα επί τη βάσει της παρούσης παραγράφου πρόσθετα τέλη δύνανται να καθορισθώσι μέχρι 5.000.000 δραχμών και εν η περιπτώσει το δεκαπλούν της κατατεθείσης εγγυήσεως είναι μικρότερον του ποσού τούτου. Το ποσόν τούτο δύναται ν’ αυξομειώται δια Β.Δ/των εκδιδομένων προτάσει του Υπουργού των Οικονομικών. 7.Κατά των πράξεων τούτων των προβλεπομένων υπό του παρόντος άρθρου επιτρέπονται τα υπό των παρ. 6 και επομένων του άρθρ. 99 του παρόντος νόμου προβλεπόμενα ένδικα μέσα. «Εις τα αυτά ως άνω ένδικα μέσα υπόκειται και πάσα αμφισβήτησις κατά των ανωτέρω πράξεων ως και των τοιούτων των εκδιδομένων επί τη βάσει της πρώτης παραγράφου του άρθρ. 99 του παρόντος αφορώσα την ορθότητα του γενομένου δι’ αυτών προσδιορισμού των ανηκόντων δασμών, φόρων και λοιπών δικαιωμάτων εις το αντικείμενον των κατά τας παρ. 1 και 2 του άρθρ. 89 του παρόντος παραβάσεων, είτε ο προσδιορισμός ούτος απετέλεσε την βάσιν προς καταλογισμόν διαφυγόντων δασμών κλπ. είτε προς καθορισμόν του καταβλητέου προσθέτου ή πολλαπλού τέλους». Το ανωτέρω εδάφιον προσετέθη δια του άρθρ. 6 Νόμ. 2876/
- «Η εμπρόθεσμη άσκηση της προσφυγής δεν αναστέλλει την είσπραξη του 30% των προστίμων και πολλαπλών τελών που επιβλήθηκαν από την τελωνειακή αρχή. Το εισπραττόμενο ποσοστό 30% δεν μπορεί να είναι μεγαλύτερο από το ποσό των δασμών και λοιπών φόρων που αναλογούν στο αντικείμενο της τελωνειακής παράβασης. Μετά την έκδοση απόφασης από το Διοικητικό Πρωτοδικείο το ποσοστό 30% που εισπράχθηκε συμψηφίζεται ή επιστρέφεται εν όλω ή εν μέρει ανάλογα με την περίπτωση». Τα ανωτέρω μέσα σε « » εδάφια προστέθηκαν από την παρ. 4 άρθρ. 27 Νόμ. 1473/84 (ΦΕΚ Α΄ 127) (κατωτ. αριθ. 64). 8.Ουδεμίαν επιρροήν εξασκεί επί των αποφάσεων των Δικαστηρίων ή αθωωτική ή καταλογιστική απόφασις των Διοικητικών Δικαστηρίων και Επιτροπών ουδέ τανάπαλιν». Αι παραγρ. 3 - 8 προσετέθησαν δια του άρθρ. 4 του Α.Ν. 1514/
- Τα κατώτατα όρια των προστίμων ή προσθέτων ή πολλαπλών τελών των άρθρων 90 - 97 κατηργήθησαν δια του άρθρ. 7 Νόμ. 2876/
- Άρθρον 98 1.Εν συρροή τελωνειακών παραβάσεων ή εάν τελωνειακή παράβασις συντρέχη μετ’ άλλης ποινικώς τιμωρητέας πράξεως, εκάστη τελωνειακή παράβασις τιμωρείται ιδιαιτέρως κατά τας διατάξεις του νόμου τούτου. «2.Εν περιπτώσει υποτροπής του υπαιτίου δια της εντός του ιδίου οικονομικού έτους τελέσεως νέας παραβάσεως το πρόσθετον τέλος δύναται κατά την κρίσιν του επιβάλλοντος τούτο να επιταθή και μέχρι του διπλασίου των εν τω νόμω καθοριζομένων ανωτάτων ορίων». Η παρ. 2 προσετέθη δια του άρθρ. 4 Α.Ν. 1054/
- Άρθρον 99 1.«Αι τελωνειακαί παραβάσεις βεβαιούνται δια πρωτοκόλλου των αρμοδίων οργάνων της τελωνειακής υπηρεσίας ή της οικονομικής τελωνειακής αστυνομίας». Αντικατεστάθη ως άνω δια του άρθρ. 3 παρ. 1 Α.Ν. 1054/
- «Αι τελωνειακαί παραβάσεις, περί των οποίων η δευτέρα παράγραφος του άρθρ. 89 του παρόντος, βεβαιούνται επί τη βάσει των κατά το δεύτερον εδάφιον της τετάρτης παραγράφου του άρθρ. 97 του αυτού νόμου στοιχείων». Η ανωτέρω περίοδος προσετέθη δια του άρθρ. 3 παρ. 2 Α.Ν. 1514/
- (Αντί για τη σελ. 169(α) Σελ. 169(β) Τεύχος Ζ13-Σελ. 71 - 284 Τελωνειακός Κώδικας 30.Β.α.2 «Αρμόδιοι δια την επιβολήν των υπό των διατάξεων του Τελωνειακού Κώδικος προβλεπομένων προσθέτων τελών είναι οι Διευθυνταί Τελωνείων ή Τελώναι ή Υποτελώναι της περιφερείας της τελέσεως της παραβάσεως. Ούτοι εντός του βραχυτέρου δυνατού χρονικού διαστήματος από της καταχωρήσεως του πρωτοκόλλου εις το οικείον βιβλίον ή της παραλαβής του και μετά προηγουμένην λήψιν της απολογίας του καθ’ ου τούτο και την ενέργειαν πάσης άλλης εξετάσεως, ην ήθελον τυχόν κρίνει αναγκαίαν, προβαίνουσιν εις την έκδοσιν ητιολογημένης πράξεως, δι’ ης καταλογίζουσι εις βάρος των κατά τας διατάξεις του Νόμου υπαιτίων και αστικώς συνυπευθύνων το νενομισμένον πρόσθετον τέλος». Αντικατεστάθη ως άνω δια του άρθρ. 3 παρ. 1 Α.Ν. 1054/
- «Κατ’ εξαίρεσιν εν περιπτώσει συρροής τελωνειακών παραβάσεων τα κατά τον παρόντα πρόσθετα τέλη δύναται να επιβάλη επί πασών των συρρεουσών παραβάσεων ο δια την μίαν τούτων αρμόδιος Διευθυντής Τελωνείων ή Τελώνης ή Υποτελώνης». Το εντός « » εδάφιον προσετέθη δια του άρθρ. 15 Α.Ν. 791/
- 2.«Αι διατάξεις των άρθρ. 108, 109 και 110 εφαρμόζονται κατ’ αναλογίαν και επί των τελωνειακών παραβάσεων. Η άγνοια των αστικώς συνυπευθύνων της προθέσεως των χαρακτηρισθέντων ως κυρίως υπαιτίων προς τέλεσιν της παραβάσεως δεν απαλλάσσει τούτους της ευθύνης». Η παρ. 2 αντικατεστάθη ως άνω δια του άρθρ. 3 παρ. 1 Α.Ν. 1054/
- 3.«Η προς απολογίαν κλήσις κοινοποιείται δια παντός δημοσίου οργάνου προκειμένου μεν περί προσώπων των οποίων τυγχάνει γνωστή η διαμονή ως και περί προσώπων διατριβόντων επί πλοίων ως και περί πλοιοκτητών δι’ επιδόσεως κατά τας διατάξεις της παρ. 5, προκειμένου δε περί προσώπων αγνώστου διαμονής ή διατριβόντων εν τη αλλοδαπή δια τοιχοκολλήσεως της κλήσεως εις το κατάστημα της καλούσης τελωνειακής αρχής παρουσία δύο μαρτύρων. Περί της κοινοποιήσεως συντάσσεται επιδοτήριον κατά τας διατάξεις της Πολιτικής Δικονομίας. Εν περιπτώσει τοιχοκολλήσεως συντάσσεται περί τούτου έκθεσις υπογραφομένη υπό του ενεργήσαντος ταύτην οργάνου και των παραστάντων δύο μαρτύρων. Εν τη κλήσει ορίζεται ανάλογος κατά την κρίσιν της τελωνειακής αρχής προθεσμία προς απολογίαν από της κοινοποιήσεως αυτής, μη δυναμένη εν πάση περιπτώσει να υπερβαίνη τας 30 ημέρας. Εάν ο Σελ. 170(β) Τεύχος Ζ13-Σελ. 72 καλούμενος δεν απολογηθή εντός της ταχθείσης προθεσμίας, η πράξις δύναται να εκδοθή και άνευ της απολογίας του». Η παράγρ. 3 αντικατεστάθη ως άνω δια του άρθρ. 3 παρ. 1 Α.Ν. 1054/
- - 285 30.Β.α.2 Τελωνειακός Κώδικας 4.«Αι τελωνειακαί παραβάσεις παραγράφονται εάν εντός τριετίας από της τελέσεώς των δεν κοινοποιηθή η καταλογιστική πράξις του προϊσταμένου της αρμοδίας τελωνειακής αρχής». Η παράγρ. 4 αντικατεστάθη ως άνω δια του άρθρ. 3 παρ. 1 Α.Ν. 1054/
- «Κατ’ εξαίρεσιν η ως άνω προθεσμία ορίζεται πενταετής προκειμένου περί τελωνειακών παραβάσεων περί ων η παρ. 2 του άρθρ. 89 του παρόντος νόμου». Το εντός « » εδάφιον προσετέθη δια του άρθρ. 11 Ν.Δ. 2680/
- «Εις τον υπό του προηγουμένου άρθρου ως συνεπληρώθη δια του Α.Ν. 1054/1946 και του Ν.Δ. 2680/1953 καθοριζόμενον χρόνον πενταετούς παραγραφής, υπόκεινται άπασαι αι κατά την παρ. 2 του άρθρ. 89 του Νόμ. 1165/1918, ως ούτος ετροποποιήθη και συνεπληρώθη μεταγενεστέρως τελωνειακαί παραβάσεις αι πραχθείσαι αφ’ ης ήρξατο η ισχύς του Α.Ν. 1514/
- Εις τον αυτόν χρόνον παραγραφής υπόκεινται προσέτι και αι προ της ισχύος του ανωτέρω Α.Ν. 1514/1950 πραχθείσαι λαθρεμπορίαι δια τους εις το αντικείμενον τούτων ανήκοντας δασμούς και φόρους εφ’ όσον ούτοι μέχρι της συμπληρώσεως της ήδη καθοριζομένης πενταετούς παραγραφής, αρχομένης ειδικώς δια ταύτας από της ισχύος του Α.Ν. 1514/1950, δεν είχον υποκύψει εις την δεκαετή παραγραφήν του άρθρ. 86 του Νόμου περί Εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων». Τα εντός « » προσετέθησαν δια του άρθρ. 5 Νόμ. 3137/
- «5.Η πράξις κοινοποιείται εις τον καθ’ ου εξεδόθη. Η κοινοποίησις γίνεται δια τελωνοφύλακος ή δι’ οιουδήποτε άλλου δημοσίου οργάνου δι’ επιδόσεως εις τον ίδιον καταδικασθέντα. Αν δεν ευρεθή ούτος εν τη κατοικία εν η κατοικεί ή προσκαίρως διαμένει, ή αν αρνηθή να παραλάβη την πράξιν και υπογράψη το αποδεικτικόν, ή αν δηλώση ότι αδυνατεί να υπογράψη το αποδεικτικόν, η επίδοσις της πράξεως γίνεται κατά τας διατάξεις, του άρθρ. 143 της Πολ. Δικονομίας. Εάν ο καθ’ ου εξεδόθη η πράξις διατρίβη επί πλοίου, ή είναι ανήλικος ή νομικόν πρόσωπον ιδιωτικού δικαίου, αύτη επιδίδεται κατά τας διατάξεις των άρθρ. 144 και 145 της Πολιτικής Δικονομίας. Εξαιρετικώς επί προσώπων διατριβόντων επί πλοίων, ως και επί πλοιοκτητών φυσικών ή νομικών προσώπων η επίδοσις δύναται να γίνη εις τον πράκτορα του πλοίου, αλλά πάντοτε δι’ ιδιαιτέρου δικογράφου δι’ έκαστον καταλογιζόμενον. Περί της κοινοποιήσεως συντάσσεται έκθεσις υπό του κοινοποιούντος υπαλλήλου, υπογραφομένη υπ’ αυτού και του προς ον η κοινοποίησις ή του προς ον εγένετο η επίδοσις ή του μάρτυρος. Όταν διατρίβη τις εν τη αλλοδαπή ή δεν είναι γνωστή η διαμονή αυτού κατά την περί τούτου βεβαίωσιν της αστυνομικής αρχής της έδρας του εκδόντος την πράξιν τελωνειακού υπαλλήλου, η κοινοποίησις γίνεται δια δημοσιεύσεως περιλήψεως της πράξεως δια της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως». Η παρ. 5 αντικατεστάθη ως άνω δια του άρθρ. 34 παρ. 5 Α.Ν. 2081/
- (Μετά την σελ. 170(α) Σελ. 170,01 173-31 - 286 Τελωνειακός Κώδικας 30.Β.α.2 - 287 30.Β.α.2 Τελωνειακός Κώδικας 6.Ο καθ’ ου εξεδόθη η πράξις ή οι δι’ αυτής κηρυχθέντες αστικώς συνυπεύθυνοι δικαιούνται προσφυγής, (εντός μηνός) από της κοινοποιήσεως της πράξεως, ενώπιον των δια της παρ. 8 του παρόντος Άρθρον 16 1.Το δηλωτικόν εισαγωγής συντάσσεται γαλλιστί ή αγγλιστί ή γερμανιστί ή ιταλιστί, μετά μεταφράσεως εις την ελληνικήν, διαλαμβάνει δε το όνομα, την σημαίαν και την χωρητικότητα του πλοίου, την προέλευσιν αυτού μετά των γενομένων προσεγγίσεων, τον αριθμόν των ανδρών του πληρώματος και την περιληπτικήν δήλωσιν ολοκλήρου του φορτίου κατ’ είδος, ποσόν, αριθμόν και βάρος δεμάτων ή δοχείων μετά των επ’ αυτών σημείων και αριθμών. 2.Δεν υποχρεούται ο πλοίαρχος να συμπεριλάβη εν τω δηλωτικώ τας αποσκευάς των επιβατών, όταν αύται αποτελώνται εκ δοχείων, δι’ ων συνήθως κομίζονται τα πράγματα των επιβατών. 3.Δι’ όσα είδη φέρουσι δι’ ιδίαν χρήσιν οι ναύται, ως και δια τα εφόδια του πλοίου, οΣελ. 141 - 224 Τελωνειακός Κώδικας 30.Β.α.2 φείλει ο πλοίαρχος να καταθέση μετά του δηλωτικού και ιδιαιτέραν σημείωσιν, ήτις θεωρείται παρά της τελωνειακής αρχής και λαμβάνει τον αυτόν αριθμόν του δηλωτικού. 4.Τα συνοδεύοντα το δηλωτικόν έγγραφα προσαρτώνται αυτώ. 5.Το δηλωτικόν γράφεται δια μελάνης, άνευ διορθώσεων, απαλείψεων και αλλοιώσεων, διαλαμβάνει τα ποσά ολογράφως και αριθμητικώς και υπογράφεται υπό του πλοιάρχου, ή, κατά την περίπτωσιν του άρθρου συνιστωμένων πρωτοβαθμίων Επιτροπών Προσφυγών, ορίζων και αντίκλητον κατοικούντα εν τη έδρα της Επιτροπής μετά της ακριβούς διευθύνσεως της κατοικίας του, εν η περιπτώσει κατοικεί εκτός ταύτης. Η προσφυγή γίνεται εγγράφως, (υποβαλλομένη εις το νόμιμον τέλος χαρτοσήμου) κοινοποιείται δε ή εγχειρίζεται επ’ αποδείξει εις την εκδούσαν την εκκαλουμένην πράξιν τελωνειακήν αρχήν. Αύτη διαβιβάζει επ’ αποδείξει εις την αρμοδίαν Πρωτοβάθμιον Επιτροπήν Προσφυγών την δικογραφίαν μετά της προσφυγής και της επ’ αυτής εισηγήσεώς της το ταχύτερον από της παραλαβής της προσφυγής. Η μηνιαία προθεσμία έγινε 10ήμερος δια του άρθρ. 7 Νόμ. 2876/
- Η ως άνω προσφυγή απηλλάγη τελών χαρτοσήμου δια του άρθρ. 19 παρ. 8 του Κώδικος Τελών Χαρτοσήμου (τόμ. 28 σελ. 32). 7.Έκαστος καταλογιζόμενος δια προσθέτου ή πολλαπλού τέλους ή έκαστος κηρυσσόμενος αστικώς συνυπεύθυνος υποβάλλει μόνον την ιδίαν προσφυγήν. Κατ’ εξαίρεσιν, εν περιπτώσει προσφυγής καταλογισθέντος επωφελείται της τυχόν εκδοθησομένης επιεικεστέρας αποφάσεως και ο δι’ αυτόν κηρυχθείς αστικώς συνυπεύθυνος, καίτοι μη ασκήσας ιδίαν προσφυγήν ή έφεσιν». Αι παρ. 6 και 7 αντικατεστάθησαν ως άνω δια του άρθρ. 2 Α.Ν. 1514/
- «Δια των αποφάσεων των Πρωτοβαθμίων Επιτροπών Προσφυγών ή των αποφάσεων του Διοικητικού Δικαστηρίου Φορολογικών Παραβάσεων δύναται να περιορίζηται ή καταργήται δια πάντας ή τινας των συνυπαιτίων η αλληλέγγυος ευθύνη των καταλογισθέντων ως και η τοιαύτη των μετά τούτων κηρυχθέντων αστικώς συνυπευθύνων». Το ανωτέρω εδάφιον προσετέθη δια του άρθρ. 9 Νόμ. 2876/
- 8.«Αι ως άνω προσφυγαί εκδικάζονται παρά Πρωτοβαθμίων Επιτροπών Προσφυγών συνιστωμένων εις τας πόλεις αίτινες ορίζονται εκάστοτε ως έδρα περιφερείας Τελωνειακής Επιθεωρήσεως και αποτελουμένων εξ ενός των εν τη έδρα υπηρετούντων Επιθεωρητών Τελωνείων ως Προέδρου και εκ δύο Οικονομικών υπαλλήλων, κεκτημένων βαθμόν Τμηματάρχου τουλάχιστον, ως μελών. Εάν εις την έδραν της Επιτροπής εδρεύει και Τελωνειακή Περιφέρεια, ο Προϊστάμενος ταύτης ορίζεται υποχρεωτικώς ως μέλος της Επιτροπής, προκειμένης εκδικάσεως προσφυγών κατά πράξεων μη εκδοθεισών παρ’ αυτού υπό την ιδιότητά του ως Προϊσταμένου Τελωνείου. Χρέη Γραμματέως της Επιτροπής εκτελεί τελωνειακός υπάλληλος οριζόμενος δι’ αποφάσεως του Προέδρου. Ο Πρόεδρος και τα μέλη της Επιτροπής ορίζονται μετά των αναπληρωτών αυτών δι’ αποφάσεων του Υπουργού των Οικονομικών. Εν περιπτώσει απουσίας ή κωλύματος Επιθεωρητού Τελωνείων, ως Πρόεδρος ορίζεται ο Προϊστάμενος της Τελωνειακής Περιφερείας, εν ανυπαρξία δε τοιούτου ή εν κωλύματι έτερος Οικονομικός Επιθεωρητής υπηρετών εν τη έδρα της Επιτροπής, ελλείψει δε και τοιούτου έτερος Οικονομικός υπάλληλος, κεκτημένος βαθμόν τουλάχιστον Τμηματάρχου». Η παρ. 8 αντικατεστάθη ως άνω δια του άρθρ. 2 Α.Ν. 1514/
- «Προκειμένης εκδικάσεως προσφυγής κατά πράξεως Τελωνειακής Αρχής αφορώσης παράβασιν αποφάσεως του Υπουργού των Οικονομικών εκδοθείσης εις εκτέλεσιν των παρ. 3 έως και 5 του άρθρ. 88 του παρόντος, εις την Πρωτοβάθμιον Επιτροπήν Προσφυγών δύναται να μετέχη ως τρίτον μέλος, αντί του οικονομικού υπαλλήλου, αντιπρόσωπος συναφούς με το αντικείμενον της παραβάσεως εμπορικής ή επαγγελματικής οργανώσεως, οριζόμενος μεθ’ ενός ή πλειόνων αναπληρωτών δι’ αποφάσεων του Υπουργού των Οικονομικών. Εν περιπτώσει μη ορισμού ιδιωτικού μέλους ή μη προσελεύσεώς του κατά την ορισθείσαν δικάσιμον, ούτος αναπληρούται υπό οικονομικού υπαλλήλου οριζομένου υπό του Προέδρου της Πρωτοβαθμίου Επιτροπής Προσφυγών. Τα ιδιωτικά ταύτα μέλη οφείλουν όπως προ της αναλήψεως των καθηκόντων αυτών ομόσωσιν ενώπιον του Προέδρου της Επιτροπής τον όρκον του Δημοσίου Υπαλλήλου». Το εδάφιον τούτο προσετέθη δια του άρθρ. 7 του Νόμ. 2096/
- «9.Η Επιτροπή συνεδριάζει δημοσία, παρόντων πάντων των μελών αυτής, τακτικών ή αναπληρωτικών, λαμβάνει δε τας αποφάσεις κατά πλειοψηφίαν. Ο Πρόεδρος της Επιτροπής έχει όλα τα δικαιώματα των Προέδρων των Δικαστηρίων, ως προς την διεύθυνσιν της διαδικασίας και την πειθαρχικήν εξουσίαν διαρκούσης της συνεδριάσεως. Αι περί εξαιρέσεως δικαστών διατάξεις εν γένει δεν εφαρμόζονται εις τας δια του παρόντος άρθρου συνιστωμένας Επιτροπάς Προσφυγών. 10.Περί εκάστης συνεδριάσεως τηρούνται εν ιδίω βιβλίω συνοπτικά πρακτικά υπογραφόμενα υπό της Επιτροπής και του Γραμματέως. Η Επιτροπή έχουσα οία και ο Τελώνης δικαιώματα και αρμοδιότητα συμφώνως προς την παρ. 5 του άρθρ. 97 του παρόντος νόμου κρίνει κατά πεποίθησιν και αποφαίνεται ητιολογημένως επί τε των δικονομικών ζητημάτων και της ουσίας. Σελ. 171 - 288 Τελωνειακός Κώδικας 30.Β.α.2 11.Κατά την δικάσιμον προσηκόντως κλητευθέντες, οι προσφεύγοντες δικαιούνται να παρίστανται αυτοπροσώπως, ή δια πληρεξουσίου αναπτύσσοντες προφορικώς τους ισχυρισμούς των, υποβάλλοντες δε εάν επιθυμούν και υπομνήματα συντεταγμένα επί του νενονισμένου χαρτοσήμου. Ως πληρεξούσιοι δύνανται να παραστώσι και δικηγόροι διωρισμένοι ενώπιον οιουδήποτε δικαστηρίου ή και ιδιώται. Η πληρεξουσιότης δύναται να δοθή και δι’ επιστολής του εντολέως, ούσης κεκυρωμένης υπό δικαστικής ή αστυνομικής τινος ή της κοινοτικής αρχής του τόπου της κατοικίας αυτού. Εν η περιπτώσει ο ενιστάμενος ή ο αντίκλητος αυτού, προσηκόντως κλητευθέντες, δεν παραστώσιν εις την δικάσιμον η Επιτροπή αποφασίσει και απόντων αυτών. 12.Μεθ’ εκάστην συνεδρίασιν ο Πρόεδρος ενεργεί την διανομήν των συζητηθεισών υποθέσεων μεταξύ αυτού και των μελών, ορίζων ούτω εισηγητάς δικαστάς, προς έκδοσιν αποφάσεων. Αι αποφάσεις δημοσιεύονται εν δημοσία συνεδριάσει, υπογράφονται δε υπό του Προέδρου, των μελών και του Γραμματέως. 13.Η απόφασις της Επιτροπής, εκδιδομένη το δυνατόν ταχύτερον, από της εις αυτήν περιελεύσεως της προσφυγής, κοινοποιείται εις την εκδόσασαν την προσβληθείσαν πράξιν τελωνειακήν αρχήν και υπό ταύτης εις τον προσφεύγοντα ή τον αντίκλητον αυτού κατά τας διατάξεις της παρ. 5 του παρόντος άρθρου. 14.Μη κοινοποιηθείσης εμπροθέσμως προσφυγής τα οφειλόμενα πολλαπλά ή πρόσθετα τέλη ή πρόστιμα εισπράττονται δυνάμει της πράξεως της Τελωνειακής Αρχής αναγκαστικώς, εάν μη εγένετο εκουσίως η καταβολή αυτών, υπό των δυνάμει της πράξεως υποχρέων. Κοινοποιηθείσης εμπροθέσμως προσφυγής η είσπραξις των οφειλομένων γίνεται μετά την έκδοσιν της αποφάσεως της Επιτροπής συμφώνως προς το διατακτικόν αυτής. Η είσπραξις των πολλαπλών ή προσθέτων τελών ή προστίμων ενεργείται υπό της τελωνειακής αρχής, μετά δε την λήξιν του οικον. έτους, καθ’ ο κατέστη τελεσίδικος η πράξις αυτής, η είσπραξις ανήκει εις τον αρμόδιον Δημόσιον Ταμίαν». Αι παράγρ. 7-14 προσετέθησαν δια του άρθρ. 2 του Α.Ν. 1514/
- «Κατ’ εξαίρεσιν, η ως άνω πράξις της Τελωνειακής Αρχής είναι άμα τη εκδόσει της εκτελεστή, εφ’ όσον καταλογίζονται δι’ αυτής πρόσωπα ουχί μονίμως εγκατεστημένα εν Ελλάδι. Τα πρόσωπα ταύτα, ασκούντα το υπό του παρόντος άρθρου προβλεπόμενον ένδικον μέσον της προσφυγής, δύνανται να τύχωσιν υπό της Τελωνειακής Αρχής αναστολής εκτελέσεως της πράξεως μέχρις εκδόσεως της αποφάσεως της Πρωτοβαθμίου Επιτροπής Προσφυγών Σελ. 172 εφ’ όσον παράσχωσιν αξιόχρεον κατά την κρίσιν της αυτής Τελωνειακής Αρχής εγγύησιν». Το εντός « » εδάφιον προσετέθη δια του άρθρ. 7 παρ. 2 Νόμ. 2096/
- «15.Κατά των αποφάσεων της κατά τας προηγουμένας παραγράφους Επιτροπής, εφ’ όσον τα δια ταύτης προσδιορισθέντα πολλαπλά ή πρόσθετα τέλη ή πρόστιμα ανέρχονται εις το ποσόν των πέντε εκατομμυρίων δραχμών και άνω, επιτρέπεται εντός (τριάκοντα ημερών) από της κοινοποιήσεως αυτών έφεσις ενώπιον του κατά το άρθρ. 128 του παρόντος Διοικητικού Δικαστηρίου Φορολογικών Παραβάσεων, κατά τας περί τούτου διατάξεις, όπερ αποφαίνεται αμετακλήτως». Η μηνιαία προθεσμία έγινε 10ήμερος δια του άρθρ. 7 Νόμ. 2876/
- 16.Η έφεσις δεν αναστέλλει την εκτέλεσιν της αποφάσεως της Επιτροπής, πλην αν περί τούτου αποφανθή το Διοικητικόν Δικαστήριον Φορολογικών Παραβάσεων, δι’ αποφάσεώς του επί υποβαλλομένης αυτώ αιτήσεως αναστολής, δια το τύποις δεκτόν της οποίας απαιτείται προηγουμένη υποβολή εφέσεως κατά τας διατάξεις της προηγουμένης παραγράφου. 17.Δι’ αποφάσεων του Υπουργού των Οικονομικών, δημοσιευομένων δια της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως, καθορίζονται τα του τρόπου συγκλήσεως, τα της αναπληρώσεως του Προέδρου και των μελών, τα του χρόνου και τόπου συνεδριάσεων της Επιτροπής, τα της συντάξεως πινακιδίου των υπό συζήτησιν υποθέσεων και τοιχοκολλήσεως αυτού, τα της επιβολής ειδικού παραβόλου δια το τύποις δεκτόν της προσφυγής, τα του τρόπου προσκλήσεως του ενισταμένου ή του ωρισθέντος αντικλήτου αυτού ίνα παραστή κατά την δικάσιμον, τα της υπογραφής και δημοσιεύσεως ληφθείσης αποφάσεως εφ’ όσον εμεσολάβησε μεταβολή εις τα δικάσαντα πρόσωπα κατά τα στάδια της επί ακροατηρίω συζητήσεως, της λήψεως εν σχεδίω της αποφάσεως, της καθαρογραφής και υπογραφής ή δημοσιεύσεως αυτής, τα τηρητέα υπό της Επιτροπής βιβλία, τα της αποζημιώσεως ή εξόδων κινήσεως των μελών της Επιτροπής και του Γραμματέως αυτής ως και πάσα άλλη σχετική λεπτομέρεια». Αι παρ. 15-17 προσετέθησαν δια του άρθρ. 2 Α.Ν. 1514/
- «Ομοίως, δύναται να επιτρέπηται όπως η Πρωτοβάθμιος Επιτροπή Προσφυγών Πειραιώς εδρεύει και συνεδριάζει και εις Αθήνας». Η εντός « » φράσις προσετέθη δια του άρθρ. 24ου Νόμ. 1805/
- - 289 30.Β.α.2 Τελωνειακός Κώδικας «18.Δι’ αποφάσεων του Υπουργού των Οικονομικών δημοσιευομένων δια της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως δύναται ν’ ανατίθεται η εκδίκασις των ενδίκων μέσων κατά πράξεων, αποφάσεων κλπ. των Τελωνειακών Αρχών, δι’ ων επιβάλλονται δια τα αντικείμενα της αμέσου και εμμέσου φορολογίας φόρος, τέλος απλούν και πολλαπλούν, πρόστιμον ή προσαύξησις κλπ. εις την κατά το άρθρ. 99 του Τελωνειακού Κώδικος προβλεπομένην Πρωτοβάθμιον Επιτροπήν Προσφυγών και Διοικητικόν Δικαστήριον Φορολογικών Παραβάσεων, καθοριζομένης ομοίως και της διαδικασίας αυτών». Η παρ. 18 προσετέθη δια του άρθρ. 3ου Νόμ. 1591/
- «19.Εν περιπτώσει τροποποιήσεως επί το επιεικέστερον των διατάξεων του παρόντος νόμου των καθοριζουσών είτε τα επιβλητέα πρόσθετα ή πολλαπλά τέλη επί τελωνειακών παραβάσεων, είτε τα της αλληλεγγύου ευθύνης των συνυπαιτίων και αστικώς συνυπευθύνων προς καταβολήν τούτων, αι επιεικέστεραι αύται διατάξεις εφαρμόζονται, αν μη άλλως εν αυταίς ειδικώς ορίζεται, και επί των προ της ισχύος αυτών πραχθεισών ομοίων παραβάσεων των μήπω τελεσιδίκως από απόψεως διοικητικών ενδίκων μέσων κριθεισών μέχρι της δημοσιεύσεως των εν λόγω τροποποιήσεων». Η παρ. 19 προσετέθη δια του άρθρ. 8 Νόμ. 2876/1954 ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΓ΄ Περί χαρακτηρισμού της λαθρεμπορίας Άρθρον 100 1.«Λαθρεμπορία είναι: α)η εντός των συνόρων του Κράτους εισαγωγή ή εξ αυτών εξαγωγή εμπορευμάτων υποκειμένων, είτε εις εισαγωγικόν δασμόν, είτε εις εισπραττόμενον εν τοις Τελωνείοις τέλος, φόρον ή δικαίωμα, άνευ γραπτής αδείας της αρμοδίας τελωνειακής αρχής ή εν άλλω παρά τον ωρισμένον παρ’ αυτής τόπω ή χρόνω και β)πάσα οιαδήποτε ενέργεια, σκοπούσα να στερήση το Δημόσιον των υπ’ αυτού εισπρακτέων δασμών, τελών, φόρων και δικαιωμάτων επί των εισαγομένων εκ της αλλοδαπής ή εξαγομένων εμπορευμάτων και αν έτι ταύτα εισεπράχθησαν κατά χρόνον και τρόπον έτερον ή τον υπό του νόμου οριζόμενον. 2.Ως λαθρεμπορία θεωρείται. α)Η εις την γενικήν κατανάλωσιν άνευ εγγράφου αδείας της αρμοδίας τελωνειακής αρχής και πληρωμής του εισαγωγικού δασμού διάθεσις αντικειμένων εισαχθέντων κατά το δασμολόγιον ή δυνάμει νόμου ή συμβάσεως, ατελώς ή επί ηλαττωμένω δασμώ δι’ ωρισμένας ειδικάς χρήσεις, ή η χρησιμοποίησις των αντικειμένων τούτων εις άλλας χρήσεις εκτός των ωρισμένων, ειδικών τοιούτων. β.(Καταργήθηκε από την παρ. 2 άρθρ. 13 Νόμ. 1567/1985, ΦΕΚ Α΄ 171, κατωτ. σελ. 226,571, Διορθ. σφαλμ. στο ΦΕΚ Α΄ 200/27 Νοεμ. 1985). γ)Η εξαγωγή εις το εξωτερικόν ή η εισαγωγή εμπορευμάτων, ων κατά νόμον ή κατ’ απόφασιν της αρμοδίας αρχής, είναι απηγορευμένη η εξαγωγή ή η εισαγωγή, εκτός εάν δι’ εγγράφου αδείας επετράπη αύτη, κατ’ εξαίρεσιν της απαγορεύσεως, υπό της αρμοδίας αρχής. δ)Πάσα έλλειψις εμπορευμάτων εν ιδιωτικαίς αποθήκαις αποταμιεύσεως, σκοπούσα να στερήση το Δημόσιον των εισπρακτέων δασμών, τελών, φόρων και δικαιωμάτων επί των ελλειπόντων, εκτός αν ο εισαγωγικός δασμός μετά των παρομαρτούντων αυτώ φόρων, τελών και δικαιωμάτων, ως και των λοιπών φόρων, των ελλειπόντων εμπορευμάτων δεν υπερβαίνει τας «200.000» δραχμάς εν συνόλω και καταβληθώσι τα οφειλόμενα εντός 48 ωρών από της ανακαλύψεως και βεβαιώσεως του ελλείμματος, οπότε εφαρμόζεται η διάταξις της παρ. 3 του άρθρ. 95 του παρόντος, της πράξεως χαρακτηριζομένης ως τελωνειακής παραβάσεως. Το ποσόν των 200.000 δραχμών τίθεται συμφώνως προς διαμόρφωσιν του Ν.Δ. 144/
- ε)Η επί πλοίων χωρητικότητος μέχρις 100 «κόρων», παραπλεόντων την ακτήν και διευθυνομένων εις Ελληνικόν λιμένα ύπαρξις εμπορευμάτων μη αναφερομένων εν τω δηλωτικώ του πλοίου παρά την διάταξιν του άρθρ. 18». Η παρ. 1 και αι περιπτ. α΄ - ε΄ της παρ. 2 αντικατεστάθησαν ως άνω δια του άρθρ. 1 Α.Ν. 2081/
- Η λέξις «τόννων» αντικατεστάθη δια της «κόρων» δια του άρθρ. 2 Α.Ν. 791/
- ς)«Η ύπαρξις εμπορευμάτων, έστω και αναγεγραμμένων εις το δηλωτικόν, εντός πλοίου χωρητικότητος κατωτέρας των 40 κόρων προσορμισθέντος άνευ ανωτέρας βίας εις λιμένα ή όρμον του Κράτους, εις ον δεν είναι επιτετραμμένη η προσέγγισις». Η περίπτ. ς΄ αντικατεστάθη ως άνω δια του άρθρ. 16 Α.Ν. 791/
- ζ)Η κατά την ώραν της αναχωρήσεως εκ του πλοίου έλλειψις εμπορευμάτων, φορτωθέντων δια το εξωτερικόν ή δι’ άλλον λιμένα του Κράτους δι’ αιτήσεως εξωτερικής ή εσωτερικής αποστολής ή μεταφορτώσεως. η)Η κατά παράβασιν των, δι’ αποφάσεων του Υπουργού των Οικονομικών εκδιδομένων εις εκτέλεσιν της τρίτης παραγράφου του άρθρ. 88 του παρόντος οριζομένων διατυπώσεων κατοχή εμπορευμάτων και Η περίπτ. η΄ προσετέθη δια του άρθρ. 1 παρ. 3 Α.Ν. 1514/
- «θ)Η αγορά, πώλησις και κατοχή εμπορευμάτων εισαχθέντων ή τεθέντων εις την κατανάλωσιν κατά τρόπον συνιστώντα το αδίκημα της λαθρεμπορίας». Η περίπτ. θ΄ προσετέθη δια του άρθρ. 8 Νόμ. 2096/
- (Αντί για τη σελ. 173(η) Σελ. 173(θ) Τεύχος Η72-Σελ. 43 - 290 Τελωνειακός Κώδικας 30.Β.α.2 ι.(Καταργήθηκε από το εδάφ. ι άρθρ. 47 Νόμ. 1473/1984, ΦΕΚ Α΄ 127, Τόμ. 27, σελ. 196,361). «ι.η καθ’ οιονδήποτε τρόπο αφαίρεση του αριθμού πλαισίου από αυτοκίνητο και η καθ’ οιονδήποτε τρόπο τοποθέτηση, ενσωμάτωση κλπ. εις έτερον αυτοκίνητο, δια το οποίον δεν έχουν καταβληθεί οι οφειλόμενοι δασμοί και λοιποί φόροι. Ως αυτουργοί του αδικήματος διώκονται τόσο οι τεχνικοί και άλλοι εκτελούντες τις σχετικές εργασίες, όσο και ο ιδιοκτήτης ή εκμεταλλευόμενος το αυτοκίνητο στο οποίο μεταφέρεται ο ως άνω αριθμός. κ.η υποτιμολόγηση ή υπερτιμολόγηση εισαγομένων ή εξαγομένων εμπορευμάτων». Οι περιπτ. ι και κ προστέθηκαν από την παρ. 1 άρθρ. 4 Νόμ. 1567/1985, ΦΕΚ Α΄ 171, (κατωτ. σελ. 226,571) (Διόρθ. σφαλμ. στο ΦΕΚ Α΄ 200/27 Νοεμ. 1985). Άρθρον 101 1.«Η κατά την παρ. 1 και τα εδαφ. α΄ και γ΄ της παρ. 2 του προηγουμένου άρθρου γραπτή άδεια της αρμοδίας αρχής δεν αποκλείει την λαθρεμπορίαν, όταν η άδεια εξεδόθη, χωρίς να υπάρχη νόμιμος περίπτωσις εκδόσεως αυτής ή χωρίς να ενεργηθώσιν αι κατά νόμον προαπαιτούμεναι της εκδόσεως αυτής διατυπώσεις και πληρωμαί. 2.Ο ούτως εκδούς την άδειαν δημόσιος υπάλληλος τιμωρείται ως συνεργός λαθρεμπορίας, εάν ενήργησαν εν δόλω, αν δ’ ενήργησεν εξ αμελείας τιμωρείται με τας ποινάς του άρθρ. 104 του νόμου τούτου». Το άρθρ. 101 αντικατεστάθη ως άνω δια του άρθρ. 2 Α.Ν. 2081/
- Σελ. 174(θ) Τεύχος Η72-Σελ. 44 - 291 30.Β.α.2 Τελωνειακός Κώδικας ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΔ΄ Περί ποινών της λαθρεμπορίας «Άρθρ.102.-1.Η κατά το άρθρ. 100 λαθρεμπορία τιμωρείται: Α)Δια φυλακίσεως τουλάχιστον έξ μηνών. Εάν όμως η λαθρεμπορία έχη αντικείμενον μη σημντικής αξίας και προς ατομικήν χρήσιν ή ανάλωσιν του υπαιτίου προωρισμένον, το ελάχιστον όριον της ποινής μειούται εις το ήμισυ. Β)Δια φυλακίσεως τουλάχιστον ενός έτους εις τας εξής περιπτώσεις: α)εάν επράχθη καθ’ υποτροπήν, β)εάν επράχθη ενόπλως ή υπό τριών ή πλειόνων ηνωμένων, γ)εάν οι δασμοί, φόροι, τέλη ή δικαιώματα, ων εστερήθη το δημόσιον, ανέρχωνται εις σημαντικόν ποσόν και δ)εάν ο υπαίτιος μετεχειρίσθη ιδιαίτερα τεχνάσματα. Εν περιπτώσει υποτροπής ουδέποτε δύναται να επιβληθή ποινή ελαφροτέρα της πρότερον καταγνωσθείσης. 2.Επί αποπείρας επιβάλλεται η εις την τετελεσμένην λαθρεμπορίαν απειλουμένη ποινή, εις δε τους συνεργούς, δύναται να επιβληθή η κατά των αυτουργών απειλουμένη ποινή». Εν σχέσει προς την παρ. 3 βλ. άρθρ. 467 Ποιν. Κώδ. (τόμ. 8 σελ. 77). Το άρθρ. 102 αντιστοιχεί προς το παλαιόν άρθρ. 12, υπό του πράκτορος. 6.Ελλείψει τινός των ανωτέρω όρων, το δηλωτικόν είναι απαράδεκτον. άρθρ. 108 του Νόμ. 1165/
- Αντικατασταθέν και αριθμηθέν ως 102 δια του άρθρ. 3 Α.Ν. 2081/1939, αντικατεστάθη εκ νέου δια του άρθρ. 5 Α.Ν. 1514/1950 και ήδη ως άνω δια του άρθρ. 495/1976 (τόμ. 4Α σελ. Τα παλαιά άρθρ. 102 - 104 κατηργήθησαν δια του άρθρ. 31 Α.Ν. 2081/1939, τα δε άρθρ. 105 και 106 ηριθμήθησαν ως 130 και
- Άρθρον 103 1.«Οσάκις οι εις το αντικείμενον της λαθρεμπορίας αντιστοιχούντες δασμοί, φόροι και λοιπά δικαιώματα του Δημοσίου δεν υπερβαίνουν εν τω συνόλω το 1.000
(000)δεν ασκείται ποινική δίωξις, ή η αρξαμένη, εφ’ όσον δεν εξεδόθη οριστική απόφασις καταργείται, εάν οι υπόχρεοι ήθελον, παραιτούμενοι των κατά το άρθρ. 99 του παρόντος καθοριζομένων ενδίκων μέσων, καταβάλλει το καταλογιζόμενον αυτοίς πολλαπλούν τέλος κατά τας διατάξεις του άρθρ. 97 του παρόντος. Το υπό της παρούσης παραγράφου καθοριζόμενον όριον των ανηκόντων εις το αντικείμενον λαθρεμπορίας δασμών και φόρων δύναται ν’ αυξομειώνται δια Β.Δ/των εκδιδομένων προτάσει του Υπουργού των Οικονομικών. «Κατ’ εξαίρεσιν, και μετά την κατ’ εφαρμογήν των διατάξεων του προηγουμένου εδαφίου καταβολήν των πολλαπλών τελών επιτρέπεται άσκησις προσφυγής (εντός μηνός) από της καταβολής, αλλά μόνον εφ’ όσον το ούτω καταλογισθέν και πληρωθέν ποσόν είναι ανώτερον του δεκαπλασίου των κατά νόμιμον προσδιορισμόν αντιστοιχούντων εις το αντικείμενον της λαθρεμπορίας δασμών, φόρων και δικαιωμάτων». Το εντός « » εδάφιον προσετέθη δια του άρθρ. 9 Νόμ. 2096/1952. Η μηνιαία προθεσμία έγινε 10ήμερος δια του άρθρ. 7 Νόμ. 2876/1954. Το υπό του πρώτου εδαφίου προβλεπόμενον ποσόν του 1.000
(000)δραχ., ωρίσθη εις δραχ. 2.000 δια του Β.Δ. 113 της 17/27 Φεβρ. 1961, εις δραχ. 4.000 δια του Β.Δ. 164 της 8/16 Μαρτ. 1967 και εις δραχ. 10.000 δια του Π.Δ. 303 της 18/30 Απρ. 1974 (ΦΕΚ Α΄ 115) και εις δρχ. 40.000 δια του Π.Δ. 574 της 31 Ιουλ./9 Αυγ. 1978 (ΦΕΚ Α΄ 123), ισχύοντος μετά 10 ημέρας από της δημοσιεύσεώς του. Το άνω ποσό των 40.000 δραχμ. αυξήθηκε σε 60.000 δραχμ. από το Π.Δ. 318/2-13 Απρ. 1981 (ΦΕΚ Α΄ 93) και αναπροσαρμόστηκε σε 150.000 από το Π.Δ. 595/8-13 Σεπτ. 1982 (ΦΕΚ Α΄ 111) και σε 500.000 δραχμ. από Π.Δ. 7/5-10 Ιαν. 1984 (ΦΕΚ Α΄ 3). Ήδη το άνω ποσό αυξήθηκε από 500.000 σε 750.000 δραχμ. από το άρθρ. 1 Π.Δ. 520/5-6 Οκτ. 1989 (ΦΕΚ Α΄ 221). Το άνω ποσό αναπροσαρμόστηκε και πάλι από 750.000 σε 2.000.000 δραχμ. από το Π.Δ. 124/29 Μαρτ. – 4 Απρ. 1991 (ΦΕΚ Α΄ 49). «Αι διατάξεις του πρώτου εδαφίου εφαρμόζονται και επί των περιπτώσεων παρανόμου εισαγωγής σιγαρέττων, καπνού πίππας και πούρων αλλοδαπής προελεύσεως, εφ’ όσον η παράβασις διεπιστώθη προ της εξόδου των ειδών τούτων εκ του τελωνειακού χώρου». Το τρίτο εδάφιο προστέθηκε από την παρ. 3 άρθρ. 51 Νόμ. 1041/1980, ΦΕΚ Α΄ 75 (τόμ. 27, σελ. 196,27). 2.Αι τυχόν επιβεβλημέναι κατασχέσεις αίρονται αυτοδικαίως, άμα τη καταβολή των πολλαπλών τελών, εάν συντρέχη η περίπτωσις της προηγουμένης παραγράφου. 3.Το παρόν άρθρον δεν εφαρμόζεται εάν η λαθρεμπορία διεπράχθη παρά δημοσίων υπαλλήλων ή ασκούντος εν τω Τελωνείω εκτελωνιστικόν επάγγελμα ή κομιστικόν ή άλλο συναφές προς την τελωνειακήν υπηρεσίαν έργον, ή εάν το αντικείμενον της λαθρεμπορίας ελήφθη εις την κατοχήν του διαπράξαντος την λαθρεμπορίαν δια κλοπής ή άλλου αδικήματος ή αν τούτο είναι μονοπωλιακόν είδος». Το άρθρ. 103 αντιστοιχεί προς το άρθρ. 109 Νόμ. 1165/
- Αντικατασταθέν και αριθμηθέν ως 103 δια του άρθρ. 4 Α.Ν. 2081/1939, αντικατεστάθη εκ νέου ως άνω δια του άρθρ. 6 Α.Ν. 1514/
- (Αντί για τη σελ. 174,01(α) Σελ.λ 174,01(β) Τεύχος 1144-Σελ. 15 - 292 Τελωνειακός Κώδικας 30.Β.α.2 - 293 30.Β.α.2 Τελωνειακός Κώδικας «4.Οσάκις το σύνολον των εις το αντικείμενον της λαθρεμπορίας ανηκόντων δασμών, φόρων και λοιπών δικαιωμάτων του Δημοσίου δεν υπερβαίνει το (έν εκατομμύριον) δραχμών, την κατά τας ισχυούσας εκάστοτε διατάξεις παρεχομένην αμοιβήν προς τους κατασχόντας ή καταμηνύσαντας κλπ. την λαθρεμπορίαν καθορίζει δι’ αποφάσεώς της η Τελωνειακή Αρχή η εκδόσασα την αντίστοιχον καταλογιστικήν πράξιν, εφ’ όσον εισεπράχθησαν τα δια ταύτης επιβληθέντα πολλαπλά τέλη. Η ούτω παρεχομένη αμοιβή καθορίζεται εις είκοσιν εκατοστά του εισπραχθέντος πολλαπλού τέλους εν τω συνόλω της. Το ανωτέρω ποσόν των 1000 νέων δραχμών των επί των λαθρεμποριών ανηκόντων δασμών και λοιπών φόρων ηυξήθη εις δραχ. 2000 δια της υπ’ αριθ. Τ. 930/11 της 25 Φεβρ./9 Μαρτ. 1964 αποφ. Υπ. Οικονομικών (ΦΕΚ Β΄ 84). Εις ας περιπτώσεις δεν εκδίδεται καταλογιστική πράξις ή δεν επιτυγχάνεται η είσπραξις του επιβληθέντος πολλαπλού τέλους ή λόγω των συνθηκών υφ’ ας ανεκαλύφθη η λαθρεμπορία κρίνεται ανεπαρκής η βάσει του προηγουμένου εδαφίου χορηγητέα αμοιβή, αύτη καθορίζεται και παρέχεται συμφώνως προς τας ισχυούσας γενικάς διατάξεις περί χορηγήσεως αμοιβών εις καταμηνυτάς κλπ. λαθρεμπορίων. Δι’ αποφάσεων του Υπουργού των Οικονομικών εκδιδομένων μετά γνώμην της Επιτροπής Τελωνειακών Νόμων καθορίζεται ο τρόπος πληρωμής της κατά την διαδικασίαν του πρώτου εδαφίου της παρούσης παραγράφου προσδιοριζομένης αμοιβής και τα απαιτούμενα προς τούτο δικαιολογητικά. Ομοίως δύναται να αυξομειώται το υπό του αυτού πρώτου εδαφίου καθοριζόμενον όριον εξ ενός εκατομμυρίου δραχμών». Η παρ. 4 προσετέθη δια του άρθρ. 10 Ν.Δ. 2680/
- Άρθρον 104 «Πάσα εξ