📄 Κείμενο νόμου
48. ΑΠΟΦΑΣΗ ΠΡΟΕΔΡΟΥ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ Αριθ.Πρωτ.2682 της 22/24 Ιουν. 1987 (ΦΕΚ Α΄106) Δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως του «Κώδικα Κανονισμού Εργασιών της Βουλής (μέρος κοινοβουλευτικό)» Έχοντες υπόψη: 1.Το άρθρο 65 παράγρ.1 του Συντάγματος. 2.Το άρθρο 2 παράγρ.5 της από 17ης Οκτωβρίου 1985 ομόφωνης απόφασης της Ολομέλειας της Στ΄ Αναθεωρητικής Βουλής. 3.Την από 3 Ιουνίου 1987 απόφαση της Ολομέλειας της Βουλής με την οποία κυρώθηκε στο σύνολό του, κατά τη διαδικασία του άρθρου 76 παράγρ.6 του Συντάγματος, το διαμορφωμένο από τη διευρυμένη διαρκή επί του Κανονισμού της Βουλής Επιτροπή «οριστικό» σχέδιο Κώδικα Κανονισμού Εργασιών της Βουλής (μέρος κοινοβουλευτικό). Παραγγέλουμε να δημοσιευθεί στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως ο Κανονισμός Εργασιών της Βουλής (μέρος κοινοβουλευτικό) που έχει ως εξής: ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΚΑΙ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α΄: ΕΝΑΡΞΗ ΤΗΣ ΒΟΥΛΕΥΤΙΚΗΣ ΠΕΡΙΟΔΟΥ Εναρκτήρια συνεδρίαση – προσωρινό προεδρείο Άρθρο 1 1.Η ημερομηνία σύγκλησης της Βουλής σε πρώτη συνεδρίαση (εναρκτήρια συνεδρίαση) της βουλευτικής περιόδου καθορίζεται από το προεδρικό διάταγμα διάλυσης της Βουλής ή λήξης της βουλευτικής περιόδου σύμφωνα με το Σύνταγμα. 2.Την εναρκτήρια συνεδρίαση κάθε βουλευτικής περιόδου έως και την εκλογή του Προέδρου της Βουλής διευθύνει ο προσωρινός Πρόεδρος, που επικουρείται από τέσσερις Γραμματείς. 3.Τα καθήκοντα του προσωρινού Προέδρου ασκεί ένας από τους Αντιπροέδρους της Βουλής της προηγούμενης βουλευτικής περιόδου, κατά την τάξη της εκλογής τους. Αν κανείς από τους Αντιπροέδρους δεν έχει εκλεγεί Βουλευτής ή αυτοί που έχουν εκλεγεί κωλύονται ή απουσιάζουν, τα καθήκοντα του προσωρινού Προέδρου ασκεί ο Βουλευτής του πρώτου σε αριθμό εδρών Κόμματος που έχει τη μακρότερη κοινοβουλευτική θητεία, και μεταξύ περισσοτέρων προηγείται ο πρεσβύτερος στην ηλικία. 4.Τα καθήκοντα των Γραμματέων ασκούν οι νεότεροι στην ηλικία Βουλευτές ανάλογα με τη δύναμη των Κοινοβουλευτικών Ομάδων. 5.Καμία συζήτηση δεν μπορεί να γίνει υπό τη διεύθυνση του προσωρινού Προέδρου. Κήρυξη της έναρξης των εργασιών της βουλευτικής περιόδου Άρθρο 10 1.Οι θέσεις των μελών του προεδρείου που χηρεύουν από οποιαδήποτε αιτία, συμπληρώνονται αμέσως με εκλογή νέων μελών, η οποία διενεργείται σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 7 και 8 αντίστοιχα του Κανονισμού. Τα νέα μέλη του προεδρείου εκλέγονται για το υπόλοιπο της θητείας των μελών εκείνων που τις θέσεις τους καταλαμβάνουν. 2.Αν χηρεύσουν ταυτόχρονα οι θέσεις του Προέδρου και όλων των Αντιπροέδρων, των Κοσμητόρων και των Γραμματέων της Βουλής εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 6,7 και 8 του Κανονισμού. 3.Αν ο Πρόεδρος της Βουλής κωλύεται για οποιονδήποτε λόγο, απουσιάζει ή επιθυμεί να λάβει μέρος στη συζήτηση, σύμφωνα με το άρθρο 66 παρ.2 του Κανονισμού, αναπληρώνεται από έναν Αντιπρόεδρο της Βουλής, που ο ίδιος τον ορίζει, αλλιώς, από τους Αντιπροέδρους κατά την τάξη της εκλογής τους. Αν όλοι οι Αντιπρόεδροι κωλύονται ή απουσιάζουν, εφαρμόζεται αναλόγως το άρθρο 1 παρ.3 περίοδος β΄ του Κανονισμού. 4.Σε περίπτωση κωλύματος για οποιονδήποτε λόγο ή απουσίας των Γραμματέων ο Πρόεδρος της Βουλής ορίζει αναπληρωτές τους νεότερους στην ηλικία Βουλευτές. Αρμοδιότητες του Προέδρου Άρθρο 83 1.Οι αιτήσεις της εισαγγελικής αρχής που υποβάλλονται στη Βουλή για τη χορήγηση της άδειας άσκησης ποινικής δίωξης κατά Βουλευτή, σύμφωνα με τα άρθρα 61 παρ.2 και 62 παρ.1 του Συντάγματος, καταχωρίζονται σε ιδιαίτερο βιβλίο με τη σειρά της υποβολής τους. 2.Οι αιτήσεις αυτές ανακοινώνονται στη Βουλή αμέσως μετά την υποβολή τους και παραπέμπονται από τον Πρόεδρο στην Επιτροπή του άρθρου 32 παρ.4. 3.Η Επιτροπή εξετάζει τις αιτήσεις και υποβάλλει τη γνωμοδότησή της για τη χορήγηση ή μη άδειας, μέσα στην προθεσμία που τάσσει σ’ αυτήν το παραπεμπτικό έγγραφο του Προέδρου της Βουλής. 4.Η Επιτροπή οφείλει να ακούσει τον ενδιαφερόμενο Βουλευτή, αν ο ίδιος δηλώσει στον Πρόεδρο της Επιτροπής ότι επιθυμεί να παραστεί κατά την εξέταση της αίτησης που τον αφορά. 5.Η Επιτροπή μπορεί να ζητήσει από την Κυβέρνηση την παράδοση των εγγράφων που θεωρεί αναγκαία για τη γνωμοδότησή της. Η Κυβέρνηση μπορεί να αρνηθεί την παράδοσή τους μόνο για λόγους εθνικής άμυνας ή ασφάλειας. 6.Οι αιτήσεις δίωξης εγγράφονται στην ημερήσια διάταξη της Ολομέλειας της Βουλής μετά την υποβολή της γνωμοδότησης της αρμόδιας επιτροπής. Σε κάθε περίπτωση οι αιτήσεις εγγράφονται υποχρεωτικά στην ημερήσια διάταξη τουλάχιστο δέκα ημέρες πριν από την εκπνοή των προθεσμιών που προβλέπονται από τα άρθρα 61 παρ.2 και 62 παρ. 1 του Συντάγματος. 7.Η συζήτηση στη Βουλή αρχίζει με τις ομιλίες των εισηγητών και διεξάγεται πάνω στη γνωμοδότηση της Επιτροπής. Αν η Επιτροπή δεν καταθέσει εμπρόθεσμα τη γνωμοδότησή της, η συζήτηση αναφέρεται μόνο στα γεγονότα που μνημονεύονται στην αίτηση άρσης της ασυλίας. 8.Η ψηφοφορία για τη χορήγηση ή μη των αδειών της παρ.1 είναι μυστική. 9.Νέα αίτηση για δίωξη που στηρίζεται στα ίδια πραγματικά γεγονότα είναι απαράδεκτη. ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΕΣ ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΟΥ ΕΡΓΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α΄: ΚΑΤΑΘΕΣΗ ΣΧΕΔΙΩΝ ΚΑΙ ΠΡΟΤΑΣΕΩΝ ΝΟΜΩΝ, ΤΡΟΠΟΛΟΓΙΩΝ ΚΑΙ ΠΡΟΣΘΗΚΩΝ Νομοθετική πρωτοβουλία Άρθρο 84 1.Το δικαίωμα πρότασης νόμων ανήκει στη Βουλή και στην Κυβέρνηση. 2.Οι Βουλευτές υποβάλλουν στην Βουλή προτάσεις νόμων, τροπολογίες και προσθήκες. 3.Οι αρμόδιοι Υπουργοί υποβάλλουν στη Βουλή σχέδια νόμων, τροπολογίες και προσθήκες. Κατάθεση και περιεχόμενο σχεδίων και προτάσεων νόμων Άρθρο 85 1.Τα σχέδια και οι προτάσεις νόμων κατατίθενται στη Βουλή και καταχωρίζονται σε ιδιαίτερο βιβλίο κατά υπουργεία και κατά τη χρονολογική σειρά που κατατίθενται. 2.Τα σχέδια και οι προτάσεις νόμων δεν πρέπει να περιέχουν διατάξεις άσχετες προς το κύριο αντικείμενό τους. 3.Τα σχέδια και οι προτάσεις νόμων συνοδεύονται υποχρεωτικώς από αιτιολογική έκθεση, που πρέπει να περιέχει τους λόγους και τους σκοπούς των προτεινόμενων ρυθμίσεων, καθώς και ολόκληρο το κείμενο των διατάξεων που αναφέρεται στο σχέδιο ή την πρόταση νόμου ότι τροποποιούνται. 4.Σε περίπτωση μερικής τροποποίησης διάταξης το κείμενο του σχεδίου ή της πρότασης νόμου πρέπει να περιέχει ολόκληρη τη διάταξη όπως διαμορφώνεται με την τροποποίησή της σύμφωνα με το άρθρο 74 παρ. 4 του Συντάγματος. 5.Κάθε σχέδιο νόμου που συνεπάγεται επιβάρυνση του προϋπολογισμού πρέπει να συνοδεύεται από την έκθεση του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους που ορίζει το άρθρο 75 παρ.1 του Συντάγματος και, ανάλογα με το περιεχόμενό του, από : α) την ειδική έκθεση του αρμόδιου Υπουργού και του Υπουργού Οικονομικών που προβλέπει το άρθρο 75 παρ. 3 του Συντάγματος και β) τη γνωμοδότηση του Ελεγκτικού Συνεδρίου που ορίζει το άρθρο 73 παρ. 2 του Συντάγματος. 6.Κάθε πρόταση νόμου διαβιβάζεται στους αρμόδιους Υπουργούς, που έχουν υποχρέωση να απαντούν αν αυτή υπάγεται ή όχι στους περιορισμούς του άρθρου 73 παρ. 3 του Συντάγματος, καθώς και στο Γενικό Λογιστήριο του Κράτους για τη σύνταξη της έκθεσης που ορίζει το άρθρο 75 παρ.1 του Συντάγματος. Το Γενικό Λογιστήριο του Κράτους υποχρεούται να υποβάλει στη Βουλή τη σχετική έκθεση μέσα σε δεκαπέντε ημέρες από την παραλαβή της πρότασης νόμου. Αν η προθεσμία αυτή περάσει άπρακτη, η πρόταση νόμου εισάγεται για συζήτηση και χωρίς έκθεση. (Μετά τη σελ.192,750) Σελ. 192,751 Τεύχος Θ91-Σελ.39 Βουλή 1.Ζ.δ.48 7.Τα σχέδια νόμων, η αιτιολογική τους έκθεση και η ειδική έκθεση του άρθρου 75 παρ. 3 του Συντάγματος υπογράφονται από τους αρμόδιους Υπουργούς. Σε περίπτωση αλλαγής του αρμόδιου Υπουργού τα σχέδια νόμων που έχουν κατατεθεί πρέπει να υιοθετηθούν από τον αντικαταστάτη του Υπουργό είτε με γραπτή δήλωση προς τον Πρόεδρο της Βουλής είτε με προφορική δήλωση προς τη Βουλή. Οι προτάσεις νόμων υπογράφονται από το Βουλευτή ή τους Βουλευτές που τις υποβάλλουν. 8.Η κατάθεση σχεδίου ή πρότασης νόμου ισχύει για όλη τη βουλευτική περίοδο με την επιφύλαξη των παρ.2 και 3, αντίστοιχα, του επόμενου άρθρου. Ανακοίνωση, εκτύπωση και διανομή των σχεδίων και προτάσεων νόμων. Άρθρο 86 1.Τα σχέδια και οι προτάσεις νόμων που υποβάλλονται στη Βουλή ανακοινώνονται κατά την πρώτη συνεδρίαση που ακολουθεί την κατάθεσή τους και κατόπιν μαζί με τις απαιτούμενες κατά το Σύνταγμα και τον Κανονισμό εκθέσεις και γνωμοδοτήσεις τυπώνονται και διανέμονται στους Βουλευτές. 2.Τα σχέδια νόμων μπορούν να αποσυρθούν από την Κυβέρνηση πριν από την ψήφισή τους στο σύνολο. 3.Η πρόταση νόμου μπορεί να αποσυρθεί από το Βουλευτή ή όλους τους Βουλευτές που την υπέβαλαν με γραπτή δήλωση προς τον Πρόεδρο της Βουλής ή με προφορική δήλωση προς τη Βουλή έως την έναρξη της ψηφοφορίας επί της αρχής. 4.Στην αρχή κάθε εβδομάδας ή δεκαπενθημέρου διανέμεται κατάλογος που περιέχει τα σχέδια και τις προτάσεις νόμων που έχουν κατατεθεί, καθώς και πληροφορίες σχετικές με το σημείο όπου βρίσκονται. Κατάθεση τροπολογιών Άρθρο 87 1.Οι τροπολογίες υπογράφονται από τους Βουλευτές ή τους Υπουργούς που τις υποβάλλουν, κατατίθενται στην αρμόδια υπηρεσία της Βουλής και καταχωρίζονται σε ιδιαίτερο βιβλίο συνεχούς αρίθμησης, κατά χρονολογική σειρά κατάθεσής τους. Η βεβαίωση της κατάθεσης των τροπολογιών γίνεται από την αρμόδια υπηρεσία της Βουλής με τη σύνταξη, κάτω από το κείμενό τους, σχετικής πράξης, όπου σημειώνονται ο αριθμός, η ημερομηνία και η ώρα της κατάθεσης.. 2.Οι Βουλευτές μπορούν να καταθέτουν τις τροπολογίες από την ημέρα που ανακοινώνεται η κατάθεση του σχεδίου ή της πρότασης νόμου έως την ολοκλήρωση της επεξεργασίας και της εξέτασής τους από την αρμόδια επιτροπή. Οι τροπολογίες αυτές διαβιβάζονται υποχρεωτικά στην αρμόδια επιτροπή. Σελ. 192,752 Τεύχος Θ91-Σελ.40. 3.Μετά την ολοκλήρωση της επεξεργασίας και της εξέτασης του σχεδίου ή της πρότασης νόμου από την αρμόδια επιτροπή οι Βουλευτές μπορούν επίσης να καταθέτουν τροπολογίες έως και την παραμονή της ημέρας που αρχίζει η συζήτηση του σχεδίου ή της πρότασης νόμου στην Ολομέλεια ή σε Τμήμα της Βουλής. 4.Οι τροπολογίες των Βουλευτών που κατατίθενται μετά την πάροδο της προθεσμίας της προηγούμενης παραγράφου δεν εισάγονται για συζήτηση στην Ολομέλεια ή σε Τμήμα της Βουλής, εκτός αν συγκατατίθεται και η Κυβέρνηση, κατά το άρθρο 74 παρ. 3 του Συντάγματος. 5.Οι Υπουργοί μπορούν να υποβάλλουν τροπολογίες και κατά τη διάρκεια της συζήτησης του σχεδίου ή της πρότασης νόμου στην Ολομέλεια ή σε Τμήμα της Βουλής. Περιεχόμενο, εκτύπωση και διανομή των τροπολογιών Άρθρο 88 1.Οι τροπολογίες περιέχουν είτε τροποποιήσεις συγκεκριμένων άρθρων ή συγκεκριμένων διατάξεων σχεδίου ή πρότασης νόμου είτε προσθήκες νέων άρθρων ή διατάξεων. 2.Πριν από το κείμενο κάθε τροπολογίας παρατίθεται σύντομη αιτιολογική έκθεση, όπου αναφέρονται οι λόγοι που επιβάλλουν τις προτεινόμενες μεταβολές. 3.Οι τροπολογίες πρέπει να σχετίζονται με το κύριο αντικείμενο του σχεδίου ή της πρότασης νόμου. 4.Οι τροπολογίες που προέρχονται από τη Βουλή πρέπει να είναι σύμφωνες με τη διάταξη του άρθρου 73 παρ. 3 του Συντάγματος. 5.Οι τροπολογίες που συνεπάγονται επιβάρυνση του προϋπολογισμού του Κράτους διαβιβάζονται πριν από τη συζήτησή τους στο Γενικό Λογιστήριο του Κράτους, αν το ζητήσουν οι αρμόδιοι Υπουργοί. Σ’ αυτή την περίπτωση το Γενικό Λογιστήριο του Κράτους υποχρεούται να υποβάλει στη Βουλή την έκθεσή του μέσα σε τρεις ημέρες από την παραλαβή τους. Μόνο αν η προθεσμία αυτή περάσει άπρακτη, οι τροπολογίες μπορούν να συζητηθούν και χωρίς την έκθεση. 6.Οι τροπολογίες τυπώνονται και διανέμονται στους Βουλευτές πριν από την έναρξη της συζήτησης κατ’ άρθρο του αντίστοιχου σχεδίου ή πρότασης νόμου. 1.Ζ.δ.48 Βουλή ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β΄: ΤΑΚΤΙΚΗ ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ Α)ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΙΑ ΚΑΙ ΕΞΕΤΑΣΗ ΤΩΝ ΣΧΕΔΙΩΝ ΚΑΙ ΠΡΟΤΑΣΕΩΝ ΝΟΜΩΝ ΑΠΟ ΤΙΣ ΕΠΙΤΡΟΠΕΣ Παραπομπή στην αρμόδια επιτροπή Άρθρο 89 1.Τα σχέδια και οι προτάσεις νόμων παραπέμπονται από τον Πρόεδρο της Βουλής για επεξεργασία και εξέταση στην αρμόδια διαρκή επιτροπή ή στην ειδική επιτροπή που συνιστάται για το σκοπό αυτόν. 2.Τα σχέδια και οι προτάσεις νόμων αρμοδιότητας περισσότερων του ενός υπουργείων, που υπάγονται σε διαφορετικές διαρκείς επιτροπές, παραπέμπονται για επεξεργασία και εξέταση στη διαρκή επιτροπή που, κατά την κρίση του προέδρου της Βουλής, είναι αρμόδια για το κύριο αντικείμενό τους. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις ο Πρόεδρος της Βουλής μπορεί να συγκαλέσει σε κοινή συνεδρίαση δύο συναρμόδιες επιτροπές. Στην κοινή συνεδρίαση προεδρεύει ο αρχαιότερος σε βουλευτική θητεία Πρόεδρός τους. 3.Κατά την παραπομπή σχεδίου ή πρότασης νόμου στην αρμόδια διαρκή επιτροπή ο Πρόεδρος της Βουλής μπορεί να τάξει προθεσμία μέσα στην οποία πρέπει να υποβληθεί η έκθεση του άρθρου91 παρ.6. 4.Ο Πρόεδρος της αρμόδιας επιτροπής, αφού προηγουμένως συμβουλευτεί τους Προέδρους των Κοινοβουλευτικών Ομάδων, ορίζει τους εισηγητές της πλειοψηφίας και της μειοψηφίας και συγκαλεί τα μέλη της επιτροπής σε συνεδρίαση. 5.Το έγγραφο της πρόσκλησης των μελών της επιτροπής σε συνεδρίαση πρέπει να ορίζει την ημερομηνία και την ώρα της συνεδρίασης, τα σχέδια και τις προτάσεις νόμων που θα επεξεργαστεί και θα εξετάσει η επιτροπή και τα ονόματα των εισηγητών. «Η πρόσκληση αυτή πρέπει να κοινοποιείται στα μέλη της επιτροπής τουλάχιστον τρεις (3) ημέρες πριν από την ημέρα της πρώτης συνεδρίασης της επιτροπής. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις και μετά προηγούμενη συνεννόηση με τον Πρόεδρο της Βουλής, η πρόσκληση μπορεί να κοινοποιείται και δύο (2) τουλάχιστον ημέρες πριν από την ημέρα της πρώτης συνεδρίασης της επιτροπής.» Το μέσα σε «» εδάφιο αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. 1 του άρθρ. 9 Αποφ. Ολομ. Βουλής της 3-8 Ιουλ. 1996 (ΦΕΚ Α΄ 151), κατωτ. αριθ. 76. Αριθμός και διάρκεια των συνεδριάσεων των επιτροπών Άρθρο 90 1.Ο συνολικός αριθμός των συνεδριάσεων κάθε διαρκούς επιτροπής για την επεξεργασία και την εξέταση του σχεδίου νόμου, καθορίζεται από τον Πρόεδρό της μετά προηγούμενη συνεννόηση με τον Πρόεδρο της Βουλής και δεν μπορεί να υπερβεί τις τρεις πλήρεις συνεδριάσεις. 2.Σε εντελώς εξαιρετικές περιπτώσεις, αν η ιδιαίτερη έκταση και η σημασία του σχεδίου νόμου το δικαιολογεί, η επιτροπή, με την έγκριση του Προέδρου της Βουλής, μπορεί ν’ αυξήσει τον αριθμό των συνεδριάσεων έως τέσσερις συνολικά. 3.Σε περίπτωση που η επεξεργασία και εξέταση σχεδίου νόμου διαρκέσει περισσότερες από μία συνεδριάσεις, η χρονική διάρκεια κάθε πλήρους συνεδρίασης της επιτροπής δεν μπορεί να είναι μικρότερη από τρεις ώρες, ούτε μεγαλύτερη από πέντε. 4.Σε περίπτωση που ο προσδιορισμός κατά τις προηγούμενες παραγράφους χρόνος δεν επαρκέσει για την ολοκλήρωση της επεξεργασίας του σχεδίου νόμου, η επιτροπή με απόφασή της παρατείνει τη διάρκεια των συνεδριάσεων ή αυξάνει τον αριθμό τους ώστε να ολοκληρωθεί η επεξεργασία του, με κτην επιφύλαξη του άρθρου 89 παρ. 3. Για τις επιπλέον αυτές συνεδριάσεις δεν έχει εφαρμογή το άρθρο 37 παρ.2. 5.Κάθε διαρκής επιτροπή μπορεί να επεξεργαστεί και να εξετάσει περισσότερα από ένα σχέδια ή προτάσεις νόμων στην ίδια συνεδρίαση. Συζήτηση στις διαρκείς επιτροπές Άρθρο 91 1.Οι διαρκείς επιτροπές μπορούν να καθορίζουν τον τρόπο διεξαγωγής των συζητήσεών τους μέσα στο πλαίσιο του αριθμού των συνεδριάσεων και της τυχόν πρότασης ή απόφασης για ακρόαση εξωκοινοβουλευτικών προσώπων σύμφωνα με το άρθρο 38. 2.Ο καθορισμός της διαδικασίας σύμφωνα με την προηγούμενη παράγραφο αποφασίζεται ύστερα από εισήγηση του Προέδρου της επιτροπής. Στη σχετική συζήτηση μπορούν να πάρουν μέρος ένας Βουλευτής από κάθε Κοινοβουλευτική Ομάδα, καθώς και ένας από τους ανεξάρτητους, καθένας για πέντε (5) λεπτά της ώρας. 3.Αν η επιτροπή για οποιονδήποτε λόγο δεν πάρει απόφαση σύμφωνα με τις προηγούμενες παραγράφους, εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις των Άρθρο 11 1.Ο Πρόεδρος της Βουλής ασκεί τις αρμοδιότητες που του αναγνωρίζει το Σύνταγμα, ο Κανονισμός της Βουλής, οι νόμοι και γενικά κάθε αρμοδιότητα που πηγάζει από την αυτονομία της Βουλής. 2.Ο Πρόεδρος της Βουλής διευθύνει και συντονίζει, σύμφωνα με τους όρους που ορίζει ο Κανονισμός, το σύνολο των δραστηριοτήτων της Ολομέλειας, των Τμημάτων και των Επιτροπών της Βουλής. Ιδίως: α)συγκροτεί τα Τμήματα των συνόδων, αν η Βουλή αποφασίσει τη σύστασή τους, το Τμήμα διακοπής των εργασιών και τις Επιτροπές της Βουλής β)καθοδηγεί τους Κοσμήτορες και τους Γραμματείς στην εκτέλεση των καθηκόντων τους γ)διαβιβάζει στους αρμόδιους Υπουργούς τα σχέδια και τις προτάσεις νόμων που ψηφίστηκαν από τη Βουλή δ)προεδρεύει στη Διάσκεψη των Προέδρων. (Αντί για τη σελ. 192,729) Σελ. 192,729(α) Τεύχος 1319 Σελ. 95 Βουλή 1.Ζ.δ.48 3.Ο Πρόεδρος της Βουλής έχει όλες τις εξουσίες για τη διεύθυνση των συνεδριάσεων της Βουλής και τη διασφάλιση της απρόσκοπτης διεξαγωγής των εργασιών της. Ιδίως: α) διασφαλίζει την πιστή τήρηση του Κανονισμού της Βουλής και την ελεύθερη έκφραση της γνώμης των Βουλευτών β) καταρτίζει την ημερήσια διάταξη των εργασιών της Βουλής γ) κηρύσσει την έναρξη και τη λήξη των συνεδριάσεων, τηρεί την τάξη, δίνει το λόγο, κηρύσσει τη λήξη των συζητήσεων, θέτει σε ψηφοφορία τα ζητήματα και ανακοινώνει τα αποτελέσματα των ψηφοφοριών δ) διευθύνει και διατηρεί τις συζητήσεις μέσα στα όρια του Κανονισμού ε) απαγγέλει τις αποφάσεις της Βουλής και διερμηνεύει τα αισθήματά της στ) παίρνει όλα τα αναγκαία πειθαρχικά μέτρα εναντίον κάθε παρεκτρεπόμενου Βουλευτή. 4.Ο Πρόεδρος της Βουλής προίσταται στις υπηρεσίες της Βουλής και συντονίζει τη δραστηριότητά τους, προσλαμβάνει, σύμφωνα με τις διατάξεις του Οργανισμού της Βουλής (Κανονισμός της Βουλής, μέρος β΄ - προσωπικό), το προσωπικό της Βουλής, εκδίδει όλες τις πράξεις που αφορούν την υπηρεσιακή κατάστασή του, δίνει εντολές για την ενέργεια των δαπανών της Βουλής μέσα στα πλαίσια του προϋπολογισμού της και αποφασίζει για τη διάθεση και χρήση των χώρων της Βουλής. 5.Ο Πρόεδρος της Βουλής μεριμνά για την εσωτερική και εξωτερική ασφάλεια της Βουλής και των χώρων της, στο όνομα της οποίας ασκεί την αστυνομική εξουσία. Καθορίζει τη δύναμη της αστυνομίας και εγκρίνει το προσωπικό της που πρέπει να υπηρετεί στη φρουρά της Βουλής, η οποία και τελεί αποκλειστικά υπό τις διαταγές του. 6.Ο Πρόεδρος της Βουλής ενημερώνει τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας για τη σύνθεση και τις ουσιώδεις μεταβολές των Κοινοβουλευτικών Ομάδων. 7.Ο Πρόεδρος της Βουλής εκπροσωπεί τη Βουλή δικαστικώς και εξωδίκως. 8.Ο Πρόεδρος της Βουλής εκπροσωπεί τη Βουλή στις διεθνείς σχέσεις της, με τα κοινοβούλια άλλων χωρών, στις εθνικές εορτές και τελετές και μπορεί να μεταβιβάζει σε άλλα μέλη του προεδρείου αυτή την αρμοδιότητά του. 9.Ο Πρόεδρος της Βουλής μπορεί να αναθέσει σε ένα ή περισσότερα μέλη του προεδρείου γενικά ή ειδικά καθήκοντα, που ανήκουν στην αρμοδιότητά του, καθορίζοντας ταυτόχρονα και τους όρους άσκησής τους, αν το κρίνει σκόπιμο. Σελ. 192,730(α) Τεύχος 1319 Σελ. 96 Αρμοδιότητες των άλλων μελών του προεδρείου άρθρων 95 έως 103. (Αντί για τη σελ. 192,753) Σελ. 192,753(α) Τεύχος 1320 Σελ. 23 Βουλή 1.Ζ.δ.48 «4.Ο Βουλευτής που έχει υποβάλει πρόταση νόμου ή τροπολογία μπορεί να παραστεί κατά τη συζήτησή τους στην αρμόδια επιτροπή της οποίας δεν είναι μέλος και να αναπτύξει προφορικά την πρόταση νόμου έως δεκαπέντε (15) λεπτά ή την τροπολογία έως πέντε (5) λεπτά της ώρας.» Η παρ. 4 τροποποιήθηκε ως άνω από την παρ. 1 του άρθρ. 5 της 6913/26-26 Νοεμ.1993, (ΦΕΚ Α΄ 200) αποφ. Προέδρου της Βουλής. 5.Η προφορική ανάπτυξη συλλογικής πρότασης νόμου ή συλλογικής τροπολογίας γίνεται από το Βουλευτή που ορίζεται από τους λοιπούς Βουλευτές που συνυπογράφουν με κοινή δήλωσή τους προς τον Πρόεδρο της διαρκούς επιτροπής. αλλιώς, από το Βουλευτή που υπογράφει πρώτος τη συλλογική πρόταση νόμου ή τη συλλογική τροπολογία. 6.Μετά την επεξεργασία και την εξέταση του σχεδίου ή της πρότασης νόμου η αρμόδια διαρκής επιτροπή συντάσσει και υποβάλλει προς τη Βουλή έκθεση, που υπογράφεται από τον Πρόεδρο και το Γραμματέα της επιτροπής και περιέχει: α) τον αριθμό και τη διάρκεια των συνεδριάσεων μέσα στις οποίες έγινε η επεξεργασία και η εξέταση του σχεδίου ή της πρότασης νόμου, καθώς και τα ονόματα των Βουλευτών που έλαβαν μέρος σ’ αυτές β) την πρόταση της επιτροπής για την αποδοχή ή την απόρριψη του σχεδίου ή της πρότασης νόμου και γ) τις τροποποιήσεις που έγιναν δεκτές και σε περίπτωση εκτεταμένων μεταβολών το κείμενο του σχεδίου ή της πρότασης νόμου όπως διαμορφώθηκε από την επιτροπή και έγινε δεκτό από τον αρμόδιο Υπουργό. 7.Η έκθεση της διαρκούς επιτροπής διανέμεται στους Βουλευτές τουλάχιστο δύο ημέρες πριν από την πρώτη συνεδρίαση της Βουλής που έχει οριστεί για τη συζήτηση του σχεδίου ή της πρότασης νόμου. 8.Αν ματαιωθεί η συνεδρίαση της Βουλής, αναβληθεί η συζήτηση ή λήξουν οι εργασίες της συνόδου, δεν συντάσσεται νέα έκθεση, ούτε διανέμεται εκ νέου η παλιά. Παραπομπή για νομοτεχνική επεξεργασία στην επιστημονική υπηρεσία της Βουλής Άρθρο 92 1.Τα σχέδια και οι προτάσεις νόμων μπορούν να παραπεμφθούν στην επιστημονική υπηρεσία που προβλέπεται από το άρθρο 65 παρ.5 του Συντάγματος και το άρθρο 162 του Κανονισμού για νομοτεχνική επεξεργασία. 2.Η παραπομπή γίνεται από τον Πρόεδρο της Βουλής μετά σχετική πρόταση της αρμόδιας επιτροπής ή και ανεξάρτητα από τη διατύπωση τέτοιας πρότασης. Σελ.192,754(α) Τεύχος 1320 Σελ. 24 3.Η επιστημονική υπηρεσία επεξεργάζεται νομοτεχνικά το κείμενο μέσα στην προθεσμία που έχει τάξει σ’ αυτήν ο Πρόεδρος της Βουλής και συντάσσει έκθεση με τις παρατηρήσεις της. 4.Το επεξεργασμένο κείμενο και η έκθεση της επιστημονικής υπηρεσίας τυπώνονται και διανέμονται στους Βουλευτές δύο τουλάχιστον ημέρες πριν από την συνεδρίαση της Βουλής κατά την οποία έχει προγραμματιστεί η συζήτηση. 5.Η παραπομπή των σχεδίων και προτάσεων νόμων στην επιστημονική υπηρεσία, καθώς και η μη υποβολή ή εκπνοή της προθεσμίας για την υποβολή του επεξεργασμένου κειμένου και της σχετικής έκθεσης, δεν εμποδίζουν την εγγραφή τους στην ημερήσια διάταξη ή την εισαγωγή τους για συζήτηση. Β) ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΗΝ ΗΜΕΡΗΣΙΑ ΔΙΑΤΑΞΗ ΚΑΙ ΤΡΟΠΟΣ ΣΥΖΗΤΗΣΗΣ Εγγραφή στην ημερήσια διάταξη Άρθρο 93 1.Τα σχέδια και οι προτάσεις νόμων εγγράφονται στην ημερήσια διάταξη μετά την υποβολή η την πάροδο της προθεσμίας για την υποβολή της έκθεσης της αρμόδιας επιτροπής και αν έχουν τηρηθεί οι διατάξεις των άρθρων 73 παρ. 2, 3 και 5, 74 παρ. 1, 2, 4 και 5 και 75 παρ.1 και 3 του Συντάγματος. 2.Η εγγραφή των σχεδίων και προτάσεων νόμων στην ημερήσια διάταξη γίνεται σε χρόνο ώστε η έναρξη της καταρχήν συζήτησης να απέχει τουλάχιστον τρεις ημέρες από την ημέρα της κατάθεσης ή της παρόδου της προθεσμίας υποβολής της έκθεσης της αρμόδιας επιτροπής. 3.Ο περιορισμός της προηγούμενης παραγράφου δεν ισχύει για σχέδιο ή πρόταση νόμου που έχουν χαρακτηριστεί ως επείγοντα από τον αρμόδιο Υπουργό. 4.Η εγγραφή των σχεδίων και προτάσεων νόμων στην ημερήσια διάταξη, καθώς και η σειρά αναγραφής τους σ’ αυτήν, γίνεται από τον Πρόεδρο της Βουλής με την επιφύλαξη του άρθρου 52. 1.Ζ.δ.48 Βουλή 5.Η Βουλή μπορεί, μετά αίτηση του αρμόδιου Υπουργού ή του ενός τριακοστού (1/30) του όλου αριθμού των Βουλευτών, να αποφασίσει τη μεταβολή της σειράς συζήτησης των εγγεγραμμένων στην ημερήσια διάταξη σχεδίων και προτάσεων νόμων. 6.Στη συζήτηση της αίτησης της προηγούμενης παραγράφου μετέχουν ο αρμόδιος Υπουργός ή ένας από τους Βουλευτές που την υπέβαλαν, ένας από τους αντιλέγοντες και οι Πρόεδροι των Κοινοβουλευτικών Ομάδων, καθένας για πέντε (5) λεπτά της ώρας. Η σχετική απόφαση λαμβάνεται αποκλειστικά με ανάταση ή έγερση. «7. Νομοθετικό έργο που έχει αρχίσει και έχει διακοπεί εξαιτίας της λήξης της Συνόδου συνεχίζεται, με την επιφύλαξη των διατάξεων της παρ. 1 του άρθρ. 72 του Συντάγματος, από το ίδιο σημείο από το Τμήμα διακοπής των εργασιών της Βουλής και το νομοθετικό έργο του Τμήματος αυτού από την Ολομέλεια της Βουλής ή από τα Τμήματα της επόμενης Συνόδου εφόσον έχει αποφασιστεί η σύσταση και η λειτουργία τους.» Η μέσα σε «»παρ.7 προστέθηκε με την παρ. 2 του άρθρ. 9 Αποφ. Ολομ. της 3-8 Ιουλ. 1996 (ΦΕΚ Α΄ 151), κατωτ. αριθ. 76. Τρόπος συζήτησης Άρθρο 94 1.Τα σχέδια και οι προτάσεις νόμων συζητούνται και ψηφίζονται μία μόνο φορά καταρχήν, κατ’ άρθρο και στο σύνολο σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος και των επόμενων άρθρων. 2.Κατ΄εξαίρεση σχέδια και προτάσεις νόμων συζητούνται και ψηφίζονται από την Ολομέλεια της Βουλής δύο φορές και σε δύο διαφορετικές συνεδριάσεις, που απέχουν μεταξύ τους δύο τουλάχιστον ημέρες. στην πρώτη συζήτηση καταρχήν και κατ’ άρθρο και στη δεύτερη κατ’ άρθρο και στο σύνολο, αν, εωσότου αρχίσει η καταρχήν συζήτηση, το ζητήσει το ένα τρίτο (1/3) του όλου αριθμού των Βουλευτών. Η ίδια διαδικασία εφαρμόζεται και στην περίπτωση του άρθρου 42 του Συντάγματος. 3.Η προηγούμενη παράγραφος δεν εφαρμόζεται για τα σχέδια και τις προτάσεις νόμων που αναφέρονται στο άρθρο 76 παρ.4 και 5 του Συντάγματος. 4.Η καταρχήν και κατ’ άρθρο συζήτηση γίνεται πάντοτε με βάση το κείμενο του σχεδίου ή της πρότασης νόμου όπως διαμορφώθηκε από την αρμόδια επιτροπή. 5.Για τις συζητήσεις και τη λήψη αποφάσεων εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 50 έως 83, αν δεν ορίζεται διαφορετικά από τις διατάξεις των άρθρων 95 έως 107. Γ)ΣΥΖΗΤΗΣΗ ΚΑΙ ΨΗΦΙΣΗ ΚΑΤΑΡΧΗΝ Περιεχόμενα και έναρξη της καταρχήν συζήτησης - σειρά ομιλητών. Άρθρο 95 1.Η συζήτηση της αρχής σχεδίου ή πρότασης νόμου αναφέρεται αποκλειστικά στο σκοπό και στο περιεχόμενό τους. 2.Η συζήτηση της αρχής σχεδίου νόμου αρχίζει με την προφορική ανάπτυξή του από τον αρμόδιο Υπουργό και της πρότασης νόμου με την προφορική ανάπτυξή της από το Βουλευτή που την υπογράφει. Σε περίπτωση που την πρόταση νόμου υπογράφουν περισσότεροι Βουλευτές εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις του άρθρου 91 παρ.5. Στη συνέχεια μιλούν οι εισηγητές, οι τυχόν ειδικοί αγορητές και τέλος οι Βουλευτές που έχουν εγγραφεί στον κατάλογο των ομιλητών της καταρχήν συζήτησης. 3.Σε περίπτωση απουσίας των εισηγητών ο Πρόεδρος μπορεί να αναθέσει την εισήγηση του σχεδίου ή της πρότασης νόμου σε μέλος της οικείας επιτροπής. Εγγραφή στον κατάλογο των ομιλητών της καταρχήν συζήτησης Άρθρο 96 1.Η εγγραφή στον κατάλογο των ομιλητών της καταρχήν συζήτησης σχεδίου ή πρότασης νόμου γίνεται από την έναρξη της συζήτησης έως το τέλος της ομιλίας των εισηγητών. 2.Δικαίωμα δευτερολογίας στην καταρχήν συζήτηση σχεδίου ή πρότασης νόμου έχουν οι Βουλευτές που είχαν εγγραφεί στον κατάλογο των ομιλητών της προηγούμενης παραγράφου και εφόσον το ζητήσουν έως το τέλος της καταρχήν συζήτησης. Διάρκεια των αγορεύσεων στην καταρχήν συζήτηση Άρθρο 97 «1. Στην καταρχήν συζήτηση σχεδίου ή πρότασης νόμου η διάρκεια τω αγορεύσεων δεν μπορεί να υπερβεί: α) τα δέκα (10) λεπτά της ώρας για τους Βουλευτές που έχουν εγγραφεί στον κατάλογο των ομιλητών, β) τα είκοσι (20) λεπτά της ώρας για τους εισηγητές, τους ειδικούς αγορητές, καθώς και για τους αναπληρωτές εκπροσώπους των Κοινοβουλευτικών Ομάδων.» «2. Με την επιφύλαξη της επόμενης παραγράφου η διάρκεια αγόρευσης των Υπουργών και Προέδρων των Κοινοβουλευτικών Ομάδων δεν μπορεί να υπερβαίνει τα είκοσι (20) λεπτά της ώρας.» (Αντί για τη σελ. 192,755(α) Σελ. 192,755(β) Τεύχος 1320 Σελ. 25 Βουλή 1.Ζ.δ.48 «3. Η διάρκεια αγόρευσης δεν μπορεί να υπερβεί τα τριάντα (30) λεπτά της ώρας για τους αρμόδιους Υπουργούς και τους Προέδρους των Κοινοβουλευτικών Ομάδων, που έχουν δύναμη τουλάχιστον ίση με το ένα έκτο(1/6) του όλου αριθμού των Βουλευτών.» «4. Οι Υπουργοί και οι Πρόεδροι των Κοινοβουλευτικών Ομάδων πέρα από το χρόνο των προηγούμενων παραγράφων ακούγονται όποτε ζητήσουν το λόγο για πέντε (5) λεπτά της ώρας κάθε φορά.» Οι παρ. 1,2,3 και 4 τροποποιήθηκαν ως άνω από τις περιπτ. α, β, γ και δ αντίστοιχα της παρ. 2 του άρθρ. 5 της 6913/26-26 Νοεμ.1993, (ΦΕΚ Α΄ 200), αποφ. Προέδρου της Βουλής. 5.Σε περίπτωση ομιλίας του Πρωθυπουργού, η αγόρευσή του, καθώς και οι αγορεύσεις των Προέδρων των Κοινοβουλευτικών Ομάδων δεν έχουν χρονικό όριο. «6.Στη δευτερολογία της καταρχήν συζήτησης σχεδίου ή πρότασης νόμου η διάρκεια αγόρευσης των ομιλητών των παρ. 1, 2 και 3 περιορίζεται στο ένα δεύτερο (1/2) του χρόνου πρωτολογίας που έχει δικαίωμα καθένας τους. Οι αναπληρωτές εκπρόσωποι των Κοινοβουλευτικών Ομάδων στην καταρχήν συζήτηση έχουν δικαίωμα να τριτολογήσουν για πέντε (5) λεπτά της ώρας.» Η παρ. 6 τροποποιήθηκε ω άνω από την υποπεριπτ. ι΄ της περιπτ. ε της παρ. 2 του άρθρ. 5 της 6913/26-26 Νοεμ. 1993, (ΦΕΚ Α΄ 200) αποφ. Προέδρου της Βουλής. «7.Με εξαίρεση την παρ.4 του άρθρ. 143, οι πρώην Πρωθυπουργοί, που διετέλεσαν Βουλευτές και Αρχηγοί Κόμματος σε Κυβερνήσεις που έλαβαν ψήφο εμπιστοσύνης της Βουλής και δεν μετέχουν στην Κυβέρνηση, ακούγονται όποτε ζητήσουν το λόγο για δεκαπέντε (15) λεπτά της ώρας κάθε φορά. Το ίδιο δικαίωμα έχουν και οι διατελέσαντες Πρόεδροι της Βουλής για δέκα (10) λεπτά της ώρας.» Η παρ.7 τροποποιήθηκε ως άνω από την περ. στ της παρ. 2 του άρθρ. 5 της 6913/26-26 Νοεμ,.1993, (ΦΕΚ Α΄ 200) αποφ. Προέδρου Βουλής. Ειδικοί αγορητές Άρθρο 12 1.Οι Αντιπρόεδροι της Βουλής ασκούν τις αρμοδιότητες που τους αναγνωρίζει ο Κανονισμός ή τους αναθέτει με αποφάσεις του ο Πρόεδρος της Βουλής. 2.Οι Κοσμήτορες της Βουλής επικουρούν τον Πρόεδρο στα οργανωτικά και λειτουργικά ζητήματα της Βουλής. Ιδίως: α)εποπτεύουν σε όλες τις υπηρεσίες της Βουλής και υποβάλλουν στο τέλος κάθε διμήνου έκθεση στον Πρόεδρο της Βουλής για τις οργανωτικές και τις λειτουργικές ανάγκες τους β)προτείνουν μέτρα για τη βελτίωση των συνθηκών απασχόλησης του προσωπικού και την καλύτερη απόδοση των υπηρεσιών της Βουλής γ)βοηθούν τον Πρόεδρο της Βουλής στην τήρηση της τάξης στο βουλευτήριο δ)φροντίζουν για την πιστή τήρηση των αποφάσεων και εντολών του Προέδρου της Βουλής και ιδίως αυτών που αφορούν τα προβλεπόμενα από το άρθρο 47 παρ.2 και 3 θέματα. 3.Οι Γραμματείς της Βουλής επικουρούν τον Πρόεδρο στις συνεδριάσεις της Βουλής, αναγιγνώσκουν, κατά την κρίση του Προέδρου, τα κείμενα και έγγραφα που αφορούν τη Βουλή ή απευθύνονται σ’ αυτήν, επιμελούνται τη διεξαγωγή των ψηφοφοριών και καταγράφουν τις αποφάσεις της Βουλής, εποπτεύουν τη σύνταξη και την έγκαιρη εκτύπωση των Πρακτικών της Βουλής, υπογράφουν τα πρακτικά μετά την επικύρωσή τους από τη Βουλή, τα οποία και αναγιγνώσκουν προς αυτήν μετά σχετική απόφασή της. Ο Πρόεδρος μπορεί να αναθέτει εκτάκτως την ανάγνωση εγγράφων και την εκτέλεση άλλων αναγκαίων βοηθητικών εργασιών της έδρας σε ανώτερους υπαλλήλους της Βουλής. 1.Ζ.δ.48 Βουλή ΚΕΦΑΛΑΙΟ Δ΄: ΔΙΑΣΚΕΨΗ ΤΩΝ ΠΡΟΕΔΡΩΝ Σύνθεση – σύγκληση Άρθρο 98 1.Στην καταρχήν συζήτηση των σχεδίων και προτάσεων νόμων κάθε Κοινοβουλευτική Ομάδα μπορεί να ορίζει έναν ειδικό αγορητή. Κοινοβουλευτικές Ομάδες των οποίων η δύναμη είναι τουλάχιστον ίση με το ένα πέμπτο (1/5) του όλου αριθμού των Βουλευτών μπορούν να ορίσουν έως δύο ειδικούς αγορητές. Σελ. 192,756(β) Τεύχος 1320 Σελ. 26 2.Ο ορισμός των ειδικών αγορητών γίνεται με δήλωση των Προέδρων των Κοινοβουλευτικών Ομάδων προς τον Πρόεδρο της Βουλής, που υποβάλλεται έως και την έναρξη της καταρχήν συζήτησης. 3.Ο χρόνος ομιλίας των εγγεγραμμένων στον κατάλογο των ομιλητών Βουλευτών της Κοινοβουλευτικής Ομάδας στην οποία ανήκουν οι ειδικοί αγορητές περιορίζεται στο ένα δεύτερο (1/2) του χρόνου που ορίζεται στο άρθρο 97 παρ.1. Προφανής εξάντληση του θέματος Άρθρο 99 1.Η Βουλή μπορεί με απόφασή της να περιορίσει το χρόνο των αγορεύσεων των εγγεγραμμένων στον κατάλογο των ομιλητών της καταρχήν συζήτησης των σχεδίων και προτάσεων νόμων σύμφωνα με τους όρους των επόμενων παραγράφων. 2.Ο περιορισμός του χρόνου των αγορεύσεων μπορεί να ζητηθεί γραπτώς από το ένα δέκατο πέμπτο (1/15) του όλου αριθμού των Βουλευτών, αν έχει προφανώς εξαντληθεί η συζήτηση του θέματος. 3.Στη συζήτηση της πρότασης της προηγούμενης παραγράφου μετέχουν ένας από τους Βουλευτές που υπογράφουν την πρόταση και ένας Βουλευτής από κάθε Κοινοβουλευτική Ομάδα, καθένας για πέντε (5) λεπτά της ώρας. Η σχετική απόφαση λαμβάνεται αποκλειστικά με ανάταση ή έγερση. 4.Μετά την απόφαση για τον περιορισμό του χρόνου των αγορεύσεων η διάρκεια των ομιλιών και των δευτερολογιών περιορίζεται στο ένα δεύτερο (1/2) του χρόνου που προβλέπεται στο άρθρο 97. 5.Στους Προέδρους των Κοινοβουλευτικών Ομάδων η δευτερολογία επιτρέπεται για χρόνο που δεν μπορεί να υπερβαίνει τα είκοσι (20) λεπτά της ώρας και στους Υπουργούς για χρόνο ίσο με το ένα δεύτερο (1/2) του συνολικού χρόνου που αναλογεί για δευτερολογίες των Προέδρων των Κοινοβουλευτικών Ομάδων κατ’ ανώτατο όριο. 1.Ζ.δ.48 Βουλή Ζητήματα αντισυνταγματικότητας Άρθρο 100 1.Ο Πρόεδρος της Βουλής και κάθε Βουλευτής ή μέλος της Κυβέρνησης μπορεί να ζητήσει, στο στάδιο της καταρχήν συζήτησης, να αποφανθεί η Βουλή αναφορικά με συγκεκριμένες αντιρρήσεις που προβάλλει για τη συνταγματικότητα σχεδίου ή πρότασης νόμου. 2.Στη συζήτηση της πρότασης της προηγούμενης παραγράφου μετέχουν ένας απ’ αυτούς που τη διατύπωσαν, ένας από τους αντιλέγοντες, οι Πρόεδροι των Κοινοβουλευτικών Ομάδων και οι αρμόδιοι Υπουργοί, καθένας για πέντε (5) λεπτά της ώρας. Η σχετική απόφαση λαμβάνεται αποκλειστικά με ανάταση ή έγερση. Δ) ΣΥΖΗΤΗΣΗ ΚΑΙ ΨΗΦΙΣΗ ΤΩΝ ΑΡΘΡΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΤΡΟΠΟΛΟΓΙΩΝ Τρόπος συζήτησης και ψήφισης των άρθρων και των τροπολογιών. Άρθρο 101 1.Μετά την ψήφιση καταρχήν σχεδίου ή πρότασης νόμου αρχίζει η συζήτηση και ψήφιση των άρθρων και των τυχόν τροπολογιών. 2.Η συζήτηση και η ψήφιση των άρθρων γίνεται διαδοχικά και με τη σειρά που έχουν στο κείμενο του σχεδίου ή της πρότασης νόμου. 3.Οι τροπολογίες συζητούνται και ψηφίζονται από κοινού με το κείμενο του άρθρου στο οποίο αναφέρονται και με τη χρονολογική σειρά κατάθεσής τους. Τροπολογίες που δεν σχετίζονται με συγκεκριμένο άρθρο συζητούνται και ψηφίζονται με τη χρονολογική σειρά κατάθεσής τους μετά το τέλος της κατ’ άρθρον συζήτησης. 4.Η σειρά συζήτησης άρθρου ή τροπολογίας μπορεί να αλλάξει μόνο αν το ζητήσει η Κυβέρνηση. 5.Στη συζήτηση και την ψήφιση των τροπολογιών στα Τμήματα μετέχουν μόνον οι Βουλευτές που είναι μέλη τους. 6.Τροπολογίες που υποβλήθηκαν κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 73 παρ.3 και 75 παρ. 2 του Συντάγματος δεν εισάγονται για συζήτηση ή ψήφιση. Σε περίπτωση αμφισβήτησης ο Πρόεδρος ερωτά τη Βουλή που αποφαίνεται αποκλειστικά με ανάταση ή έγερση και χωρίς συζήτηση. 7.Αμφισβητήσεις κατά το άρθρο 74 παρ.5 εδ. β΄του Συντάγματος αναφορικά με το αν τροπολογία σχετίζεται με το κύριο αντικείμενο του νομοσχεδίου ή της πρότασης υποβάλλονται από τον αρμόδιο Υπουργό ή γραπτώς από το ένα δέκατο (1/10) του συνολικού αριθμού των Βουλευτών. Στη συζήτηση των αμφισβητήσεων μετέχουν κατά περίπτωση ο αρμόδιος Υπουργός ή ο πρώτος από τους Βουλευτές που τις υπογράφουν και ένας από τους αντιλέγοντες, καθένας για πέντε (5) λεπτά της ώρας. Η σχετική απόφαση λαμβάνεται αποκλειστικά με ανάταση ή έγερση. 8.Οι τροπολογίες που συνεπάγονται επιβάρυνση του προϋπολογισμού εισάγονται για συζήτηση μόνο μετά την υποβολή της έκθεσης του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους ή την πάροδο της προθεσμίας που προβλέπει το άρθρο 75 παρ.1 και 2 του Συντάγματος. 9.Οι διατάξεις του Συντάγματος και του Κανονισμού που αναφέρονται στις τροπολογίες έχουν εφαρμογή και για τις προσθήκες. Εγγραφή στον κατάλογο των ομιλητών της κατ’ άρθρο συζήτησης Άρθρο 102 1.Η εγγραφή στον κατάλογο των ομιλητών της συζήτησης άρθρου μπορεί να ζητηθεί από την έναρξη της συζήτησης του άρθρου αυτού έως το τέλος της ομιλίας του τέταρτου κατά σειρά ομιλητή. 2.Εγγραφές που γίνονται μετά το τέλος της ομιλίας του τέταρτου ομιλητή και έως την ολοκλήρωση των πρωτολογιών κάθε άρθρου ισχύουν μόνο ως δευτερολογίες, που προτάσσονται από τις δευτερολογίες της επόμενης παραγράφου. 3.Δικαίωμα δευτερολογίας στην κατ’ άρθρο συζήτηση έχουν μόνο όσοι πρωτολόγησαν και εφόσον το ζητήσουν έως το τέλος του σταδίου της δευτερολογίας κάθε άρθρου. 4.Η προηγούμενη παράγραφος εφαρμόζεται αναλόγως και για όσους είχαν εγγραφεί έγκαιρα να πρωτολογήσουν και κατά την εκφώνηση του ονόματός τους παραιτήθηκαν από την πρωτολογία. Διάρκεια των ομιλιών στην κατ’ άρθρο συζήτηση Άρθρο 103 «1.Στη συζήτηση των άρθρων η διάρκεια ομιλίας των εγγεγραμμένων στον κατάλογο των ομιλητών δεν μπορεί να υπερβεί τα πέντε (5) λεπτά της ώρας για την πρωτολογία και τα δύο (2) λεπτά της ώρας για τη δευτερολογία.» «2.Στη συζήτηση της προηγούμενης παραγράφου οι Υπουργοί και οι Πρόεδροι των Κοινοβουλευτικών Ομάδων ακούγονται όποτε ζητήσουν το λόγο για δέκα (5) λεπτά της ώρας κάθε φορά ή οι αναπληρωτές των Προέδρων των Κοινοβουλευτικών Ομάδων επίσης για πέντε (5) λεπτά και έως τρεις φορές.» Οι παρ. 1 και 2 τροποποιήθηκαν ως άνω από τις περιπτ. α και β αντίστοιχα της παρ. 3 του άρθρ. 5 της 6913/26-26 Νοεμ.1993, (ΦΕΚ Α΄200) αποφ. Προέδρου Βουλής. (Αντί για τη σελ. 192,757) Σελ. 192,757(α) Τεύχος 1320 Σελ. 27 Βουλή 1.Ζ.δ.48 Ε) ΨΗΦΙΣΗ ΣΤΟ ΣΥΝΟΛΟ Χρόνος και τρόπος ψήφισης στο σύνολο Άρθρο 104 1.Μετά την ψήφιση όλων των άρθρων και των τροπολογιών ακολουθεί η ψήφιση του σχεδίου ή της πρότασης νόμου στο σύνολο. 2.Αν κατά τη συζήτηση προστεθούν νέα άρθρα ή γίνουν δεκτές τροπολογίες, η ψήφιση του συνόλου αναβάλλεται για να ενταχθούν στο αρχικό κείμενο του σχεδίου ή της πρότασης νόμου τα άρθρα που προστέθηκαν ή οι τροπολογίες που έγιναν δεκτές. 3.Η ένταξη των νέων άρθρων και των τροπολογιών στο αρχικό κείμενο γίνεται από τις αρμόδιες υπηρεσίες της Βουλής με συνεργασία του αρμόδιου Υπουργού και την εποπτεία του Προέδρου της Βουλής. 4.Το συναρμολογημένο, σύμφωνα με την προηγούμενη παράγραφο, κείμενο του σχεδίου ή της πρότασης νόμου ψηφίζεται στο σύνολό του μετά την πάροδο είκοσι τεσσάρων ωρών από τη διανομή του στους Βουλευτές. 5.Κατά την ψήφιση στο σύνολο του συναρμολογημένου κειμένου του σχεδίου ή της πρότασης νόμου δεν είναι επιτρεπτή καμία μεταβολή του, εκτός εάν αφορά αποκλειστικά είτε τη διόρθωση φραστικών ή νομοτεχνικών λαθών και αβλεψιών είτε την αρίθμηση των άρθρων και των διατάξεων και τις παραπομπές σε άλλες διατάξεις είτε βελτιώσεις γλωσσικές, γραμματικές, συντακτικές. Οι διορθώσεις ή βελτιώσεις αυτού του κειμένου δεν πρέπει να μεταβάλλουν την έννοιά του. 6.Το κείμενο του σχεδίου ή της πρότασης νόμου όπως ψηφίστηκε στο σύνολό του καταχωρίζεται στα Πρακτικά. 7.Ο Πρόεδρος της Βουλής εκδίδει και διαβιβάζει στους αρμόδιους Υπουργούς απόσπασμα των επικυρωμένων Πρακτικών που περιέχει το κείμενο του ψηφισμένου στο σύνολο σχεδίου ή πρότασης νόμου. Επανασυζήτηση και ψήφισή σχεδίων και προτάσεων νόμων που αποκρούστηκαν από τη Βουλή. Άρθρο 105 1.Σχέδιο ή πρόταση νόμου που αποκρούστηκαν από την Ολομέλεια ή Τμήμα της Βουλής δεν εισάγονται εκ νέου στην ίδια σύνοδο, ούτε στο Τμήμα που λειτουργεί μετά τη λήξη της συνόδου. 2.Σχέδιο ή πρόταση νόμου που απορρίφθηκαν κατά την ψήφισή τους στο σύνολο από την Ολομέλεια ή το Τμήμα της Βουλής, επειδή δεν έλαβαν το προβλεπόμενο από τα άρθρα 67 και 70 παρ.5 του Συντάγματος ελάχιστο ποσοστό ψήφων του όλου αριθμού των Βουλευτών, μπορούν να εισαχθούν για νέα συζήτηση και ψήφιση, αν στην ψηφοφορία εκείνη οι θετικές ψήφοι που είχαν λάβει ήταν περισσότερες από τις αρνητικές. Σελ. 192,758(α) Τεύχος 1320 Σελ. 28 3.Σχέδιο ή πρόταση νόμου της προηγούμενης παραγράφου μπορούν να εισαχθούν στη Βουλή μετά την πάροδο δύο μηνών. ΣΤ) ΚΛΕΙΣΙΜΟ ΤΗΣ ΣΥΖΗΤΗΣΗΣ Προϋποθέσεις και διαδικασία Άρθρο 106 1.Η Βουλή μπορεί μετά πρόταση του ενός δέκατου πέμπτου (1/15) του όλου αριθμού των Βουλευτών να αποφασίσει το κλείσιμο της καταρχήν ή κατ’ Άρθρο 13 «1. Η Διάσκεψη των Προέδρων αποτελείται από τον Πρόεδρο και τους διατελέσαντες Προέδρους της Βουλής, εφόσον έχουν εκλεγεί Βουλευτές, τους Αντιπροέδρους της Βουλής, τους Προέδρους των διαρκών επιτροπών, τον Πρόεδρο της επιτροπής θεσμών και διαφάνειας, τους Προέδρους των Κοινοβουλευτικών Ομάδων και έναν ανεξάρτητο βουλευτή, ως εκπρόσωπο των ανεξαρτήτων, εφόσον ο αριθμός αυτών είναι τουλάχιστον πέντε (5). Πρόεδρος της Διάσκεψης των Προέδρων είναι Πρόεδρος της Βουλής, τον οποίο αναπληρώνει ένας από τους Αντιπροέδρους κατά την τάξη της εκλογής τους. Κατά τη διάρκεια της λειτουργίας του Τμήματος διακοπής των εργασιών της Βουλής στη Διάσκεψη των Προέδρων συμμετέχουν, αντί των ανωτέρω Προέδρων των διαρκών επιτροπών, οι Πρόεδροι τω διαρκών επιτροπών της θερινής περιόδου της αντίστοιχης σύνθεσης του Τμήματος διακοπής.» Η παρ. 1 αναδιατυπώθηκε ως άνω από την παρ. 1 άρθρ. 1 αποφ. Ολομ. Βουλής της 3-8 Ιουλ.1996 (ΦΕΚ Α’ 151), κατωτ. αριθ. 76. 2.Ο ανεξάρτητος Βουλευτής και ο αναπληρωτής του ορίζονται στην αρχή κάθε τακτικής συνόδου με κοινή ενυπόγραφη δήλωση των ανεξαρτήτων, η οποία υποβάλλεται στο Προεδρείο της Βουλής. Αν οι ανεξάρτητοι δεν ορίσουν τον κοινό εκπρόσωπό τους ή τον αναπληρωτή του, ενεργείται κλήρωση και μετέχει στις συνεδριάσεις της Διάσκεψης των Προέδρων ο ανεξάρτητος Βουλευτής, που ευνοήθηκε από τον κλήρο. 3.Τα μέλη της Διάσκεψης των Προέδρων αναπληρώνονται από τους νόμιμους αναπληρωτές τους. Οι Πρόεδροι των Κοινοβουλευτικών Ομάδων μπορούν να αναπληρωθούν από τους κατά το άρθρο 17 παρ,2 αναπληρωτές τους. «4. Η Διάσκεψη των Προέδρων συγκαλείται σε τακτική συνεδρίαση από τον Πρόεδρό της κάθε Τετάρτη και σε έκτακτη συνεδρίαση όταν κρίνεται τούτο αναγκαίο.» Η συγκεκριμένη ημέρα και ώρα της συνεδρίασης γνωστοποιείται στην Κυβέρνηση, που μπορεί να εκπροσωπηθεί από μέλος της. Το μέσα σε «» πρώτο εδάφιο αναδιατυπώθηκε ως άνω από την παρ. 1 του άρθρ. 1 Απόφ. Ολομ. Βουλής 3-8 Ιουλ. 1996 (ΦΕΚ Α’ 151), κατωτ. αριθ. 76. 5.Οι αποφάσεις της Διάσκεψης των Προέδρων λαμβάνονται με απόλυτη πλειοψηφία των παρόντων μελών της, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά από άλλες διατάξεις του Κανονισμού. Σε περίπτωση ισοψηφίας υπερισχύει η ψήφος του Προέδρου. Αρμοδιότητες άρθρο συζήτησης σχεδίου ή πρότασης νόμου. Εξαιρούνται: α) σχέδια και προτάσεις νόμων που συζητούνται σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 107, 109, και 110 β) σχέδια και προτάσεις εκλογικού νόμου γ) ο προϋπολογισμός του Κράτους και δ) προτάσεις για την αναθεώρηση του Συντάγματος. 2.Η πρόταση για το κλείσιμο της καταρχήν συζήτησης σχεδίου ή πρότασης νόμου μπορεί να υποβληθεί μόνο αν έχει προηγηθεί αγόρευση δώδεκα τουλάχιστον ομιλητών. Στον αριθμό αυτόν συνυπολογίζονται οι εισηγητές, οι ειδικοί αγορητές και οι Πρόεδροι των Κοινοβουλευτικών Ομάδων, αν έλαβαν τον λόγο. 3.Στη συζήτηση της πρότασης της προηγούμενης παραγράφου μετέχουν ένας από τους Βουλευτές που την υπογράφουν και ένας Βουλευτής από κάθε Κοινοβουλευτική Ομάδα, καθένας για πέντε (5) λεπτά της ώρας. Η σχετική απόφαση λαμβάνεται αποκλειστικά με ανάταση ή έγερση. 4.Το κλείσιμο της καταρχήν συζήτησης σχεδίου ή πρότασης νόμου αποκλείεται αν έως το τέλος της συζήτησης της προηγούμενης παραγράφου υποβληθούν γραπτές αντιρρήσεις από το ένα τέταρτο (1/4) του όλου αριθμού των Βουλευτών. Οι Βουλευτές που υπογράφουν τις αντιρρήσεις πρέπει να είναι παρόντες αλλιώς οι αντιρρήσεις τους δεν λαμβάνονται υπόψη. 5.Σε περίπτωση που μετά τη λήψη της απόφασης της παρ.3 υπάρχουν Κοινοβουλευτικές Ομάδες που δεν έλαβαν μέρος στη συζήτηση ή έλαβαν μέρος, αλλά με αριθμό ομιλητών μικρότερο από δύο, στους οποίους συμπεριλαμβάνονται οι Πρόεδροι των Κοινοβουλευτικών Ομάδων, οι εισηγητές και οι ειδικοί αγορητές, ο λόγος δίνεται σε Βουλευτές των Κοινοβουλευτικών Ομάδων αυτών, κατά τη σειρά της εγγραφής τους στον κατάλογο ομιλητών και εωσότου συμπληρωθεί ο αριθμός των δύο ομιλητών κατά Κοινοβουλευτική Ομάδα. 1.Ζ.δ.48 Βουλή 6.Οι διατάξεις των παρ. 2, 4 και 5 εφαρμόζονται αναλόγως και για το κλείσιμο της συζήτησης κατ’ άρθρο. Η σχετική απόφαση λαμβάνεται αποκλειστικά με ανάταση ή έγερση και χωρίς συζήτηση. Ζ) ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΤΩΝ ΣΥΖΗΤΗΣΕΩΝ Προϋποθέσεις και διαδικασία Άρθρο 107 «1.Με εξαίρεση τα σχέδια και τις προτάσεις νόμων που σύμφωνα με το άρθρο 72 του Συντάγματος υπάγονται στην αρμοδιότητα της Ολομέλειας της Βουλής, τα λοιπά σχέδια και οι προτάσεις νόμων μπορούν να εισαχθούν για συζήτηση και ψήφιση στη Βουλή με τη διαδικασία του παρόντος άρθρου (οργανωμένη συζήτηση), εφόσον η αρμόδια κοινοβουλευτική επιτροπή τα έχει επεξεργαστεί σε τρεις τουλάχιστον πλήρεις συνεδριάσεις ή αν προηγήθηκε ακρόαση εξωκοινοβουλευτικών προσώπων κατά το άρθρο 38.» «2. Η Διάσκεψη των Προέδρων αποφασίζει για τη διεξαγωγή οργανωμένης συζήτησης, αφού διαπιστώσει ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις της προηγούμενης παραγράφου.» Οι παρ. 1 και 2 αναδιατυπώθηκαν ως άνω από την παρ. 1 άρθρ. 10 Αποφ. Ολομ.Βουλής της 3-8 Ιουλ. 1996 (ΦΕΚ Α΄ 151), κατωτ. αριθ. 76. 3.(4).Η Διάσκεψη των Προέδρων με πλειοψηφία των τεσσάρων πέμπτων (4/5) των μελών της μπορεί ν’ αποφασίσει την οργάνωση της συζήτησης σχεδίου ή πρότασης νόμου, και αν ακόμη η αρμόδια κοινοβουλευτική επιτροπή δεν τα έχει επεξεργαστεί σε τρεις πλήρεις συνεδριάσεις ή δεν προηγήθηκε ακρόαση εξωκοινοβουλευτικών προσώπων. «4. Εάν κατά την έναρξη της συζήτησης στη Βουλή προβληθούν αντιρρήσεις από το ένα εικοστό (1/20) του όλου αριθμού των Βουλευτών, η Βουλή μπορεί να αποφασίσει ότι δεν θα διεξαχθεί οργανωμένη συζήτηση, ακόμη και εάν συντρέχουν οι προϋποθέσεις των προηγούμενων παραγράφων. Στην περίπτωση αυτή η ολοκλήρωση της συζήτησης και της ψήφισης του σχεδίου ή της πρότασης νόμου γίνεται υποχρετικά στο συνολικό αριθμό συνεδριάσεων που έχει ήδη καθορίσει η Διάσκεψη των Προέδρων, σύμφωνα με την επόμενη παράγραφο.» Η παρ. 3 καταργήθηκε ,η παρ. 4 αναριθμήθηκε σε παρ. 3 και προστέθηκε νέα παρ. 4 από την παρ. 2 άρθρ. 10 αποφ. Ολομ.Βουλής της 38 Ιουλ. 1996 (ΦΕΚ Α΄ 151), κατωτ. αριθ. 76. 5.Η Διάσκεψη των Προέδρων «συγχρόνως με την απόφασή της για διεξαγωγή οργανωμένης συζήτησης», καθορίζει το συνολικό αριθμό των συνεδριάσεων που θα διατεθούν για την ολοκλήρωση της συζήτησης και της ψήφισης του σχεδίου ή πρότασης νόμου, καθώς και τη χρονική διάρκεια κάθε συνεδρίασης. Στο πλαίσιο του συνολικού χρόνου προσδιορίζει το χρόνο που θα διατεθεί για την καταρχήν και για την κατ’ άρθρο συζήτηση. Η μέσα σε « » φράση προστέθηκε από την παρ. 3 άρθρ. 10 Απόφ. Ολομ. Βουλής της 3-8 Ιουλ.1996 (ΦΕΚ Α΄ 151), κατωτ. αριθ.76. 6.Ο χρόνος που έχει προσδιορισθεί για την καταρχήν συζήτηση κατανέμεται από τη Διάσκεψη των Προέδρων μεταξύ των Κοινοβουλευτικών Ομάδων ως εξής: αρχικά διασφαλίζεται σε καθεμία από αυτές ίσος ελάχιστος χρόνος. Κατόπιν το άθροισμα του ελάχιστου ίσου χρόνου που διατέθηκε στις Κοινοβουλευτικές Ομάδες αφαιρείται από το συνολικό χρόνο που έχει καθοριστεί για την καταρχήν συζήτηση και το υπόλοιπο κατανέμεται στις Κοινοβουλευτικές Ομάδες ανάλογα με τη δύναμή τους. Η Διάσκεψη των Προέδρων καθορίζει επίσης για τους ανεξαρτήτους χρόνο ανάλογο με τον αριθμό τους σε συνδυασμό με το χρόνο που έχει διατεθεί στις Κοινοβουλευτικές Ομάδες. 7.Με την έναρξη της καταρχήν συζήτησης οι Κοινοβουλευτικές Ομάδες καταθέτουν στο Προεδρείο της Βουλής κατάλογο των ομιλητών της ομάδας τους καθορίζοντας τη σειρά και τη διάρκεια της ομιλίας τους μαζί με τις ενδεχόμενες δευτερολογίες των εισηγητών μέσα στο πλαίσιο του χρόνου που αναλογεί στην Ομάδα τους. Η εγγραφή των ανεξαρτήτων στον κατάλογο των ομιλητών γίνεται σύμφωνα με το άρθρο 96. 8.Η διάρκεια ομιλίας των Υπουργών, των προέδρων των Κοινοβουλευτικών Ομάδων και των αναπληρωτών τους ορίζεται στο ένα δεύτερο (1/2) του χρόνου του άρθρου 97 και δεν υπολογίζεται στο συνολικό χρόνο που έχει διατεθεί σε κάθε Κοινοβουλευτική Ομάδα. 9.Το προεδρείο με βάση τους καταλόγους της παρ. 7 καταρτίζει ενιαίο κατάλογο καθορίζοντας τη σειρά των ομιλητών με πρόταξη των εισηγητών και ειδικών αγορητών εναλλάξ και σύμφωνα με τη σειρά των Κοινοβουλευτικών Ομάδων κατά το άρθρο 19 παρ. 1. Μετά την ολοκλήρωση της ομιλίας του τελευταίου ομιλητή του καταλόγου ακολουθεί δευτερολογία των εισηγητών για δέκα (10) λεπτά και η ψήφιση της αρχής του σχεδίου ή πρότασης νόμου. 10.Μέσα στο πλαίσιο του χρόνου που έχει προσδιοριστεί για την κατ’ άρθρο συζήτηση η Διάσκεψη των Προέδρων καθορίζει την ενότητα ή (Αντί για τη σελ. 192,759) Σελ. 192,759(α) Τεύχος 1320 Σελ. 29 Βουλή 1.Ζ.δ.48 τον αριθμό των άρθρων που θα συζητηθούν και ψηφιστούν σε κάθε συνεδρίαση ή σε ορισμένη χρονική διάρκεια συνεδρίασης. Η συζήτηση γίνεται για ολόκληρη την ενότητα ή τον αριθμό των άρθρων με ανάλογη εφαρμογή των προηγούμενων παραγράφων που ισχύουν για την κατ’ αρχήν συζήτηση. 11.Η διάρκεια της ομιλίας στην κατ’ άρθρο συζήτηση των Υπουργών, Προέδρων Κοινοβουλευτικών Ομάδων και αναπληρωτών τους ορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 103 παρ. 2. 12.Η συζήτηση των άρθρων ολοκληρώνεται με την ομιλία του τελευταίου ομιλητή του καταλόγου και η ψήφισή τους γίνεται ιδιαιτέρως για κάθε άρθρο στο τέλος της συνεδρίασης που έχει διατεθεί για τη συγκεκριμένη ενότητα ή τον αριθμό των άρθρων. 13.Αν η Διάσκεψη των Προέδρων αποφασίσει την οργάνωση της συζήτησης καθορίζει τη συνολική της διάρκεια, λαμβάνοντας υπόψη και τις τροπολογίες που έχουν κατατεθεί έως την προτεραία της σύγκλησής της. Για τροπολογίες που κατατέθηκαν μετά τον προγραμματισμό από τη Διάσκεψη των Προέδρων διατίθεται ο αναγκαίος για τη συζήτηση χρόνος με απόφαση της Βουλής ύστερα από πρόταση του Προέδρου. ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ΄: ΣΥΝΟΠΤΙΚΕΣ ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΕΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΕΣ Ψήφιση σχεδίων και προτάσεων νόμων χωρίς ή με περιορισμένη συζήτηση. Άρθρο 108 1.Στην αρχή της συνεδρίασης και πριν από την έναρξη της συζήτησης των θεμάτων της ημερήσιας διάταξης η Βουλή μπορεί να ψηφίσει καταρχήν, κατ’ άρθρο και στο σύνολο σχέδια ή προτάσεις νόμων χωρίς συζήτηση. Αν προβληθούν αντιρρήσεις, ο Πρόεδρος «καλεί» το Βουλευτή ή τους Βουλευτές που τις διατύπωσαν να λάβουν το λόγο. Η μέσα σε « » λέξη στο δεύτερο εδάφιο αντικαταστάθηκε ως άνω από την περ. α της παρ. 1 του άρθρ. 11, Αποφ. Ολομ. Βουλής της 3-8 Ιουλ.1996 (ΦΕΚ Α΄ 151), κατωτ. αριθ. 76. 2.Η Βουλή μπορεί ύστερα από ομόφωνη πρόταση της Διάσκεψης των Προέδρων να ψηφίσει καταρχήν, κατ’ άρθρο και στο σύνολο σχέδια ή προτάσεις νόμων όπως κατατέθηκαν ή διαμορφώθηκαν από την αρμόδια επιτροπή χωρίς συζήτηση. 3.Τα σχέδια και οι προτάσεις νόμων της προηγούμενης παραγράφου εγγράφονται κατά προτεραιότητα στην ημερήσια διάταξη με ρητή αναφορά της σχετικής ομόφωνης πρότασης της Διάσκεψης των Προέδρων. Σελ. 192,760(α) Τεύχος 1320 Σελ. 30 4.Αν διατυπωθούν αντιρρήσεις, η Βουλή μπορεί να αποφασίσει την ψήφιση των σχεδίων και προτάσεων νόμων της παρ. 2 ύστερα από περιορισμένη συζήτηση, που διεξάγεται στην ίδια ή σε άλλη συνεδρίαση. 5.Στην περιορισμένη συζήτηση της προηγούμενης παραγράφου μπορούν να μετέχουν μόνο ο αρμόδιος Υπουργός, οι εισηγητές, οι Πρόεδροι των Κοινοβουλευτικών Ομάδων και οι Βουλευτές που διατύπωσαν τις αντιρρήσεις για δέκα (10) λεπτά της ώρας ο καθένας. «6. Σχέδια και προτάσεις νόμων, που έγιναν ομοφώνως δεκτά ή με πλειοψηφία τεσσάρων πέμπτων (4/5) του όλου αριθμού των μελών της αρμόδιας διαρκούς επιτροπής, ψηφίζονται από τη Βουλή χωρίς συζήτηση, με ανάλογη εφαρμογή της παρ. 1 του παρόντος άρθρου.» Η παρ. 6 προστέθηκε με την περ. β της παρ. 1 του άρθρ. 11 Απόφ. Ολομ. Βουλής της 3-8 Ιουλ. 1996 (ΦΕΚ Α΄ 151), κατωτ. αριθ. 76. Κατεπείγοντα σχέδια και προτάσεις νόμων Άρθρο 109 1.Τα σχέδια και οι προτάσεις νόμων που χαρακτηρίζονται από την Κυβέρνηση ως κατεπείγοντα κατά το άρθρο 76 παρ. 4 του Συντάγματος παραπέμπονται αμέσως μετά την κατάθεσή τους στην αρμόδια επιτροπή. Ο Πρόεδρος της Βουλής ορίζει ανάλογη προθεσμία για την υποβολή της έκθεσης σύμφωνα με το άρθρο 89 παρ. 3. 2.Αν η επιτροπή αποδεχθεί το χαρακτηρισμό του κατεπείγοντος, προβαίνει στην επεξεργασία και την εξέταση του σχεδίου ή της πρότασης νόμου σε μία συνεδρίαση. 3.Αμέσως μετά την υποβολή της έκθεσης της επιτροπής ή την πάροδο της προθεσμίας για την υποβολή της τα σχέδια και οι προτάσεις νόμων της προηγούμενης παραγράφου εγγράφονται κατά προτεραιότητα στην ημερήσια διάταξη κατά παρέκκλιση του άρθρου 91 παρ. 7. 4.Η συζήτηση και ψήφιση των κατεπειγόντων σχεδίων και κατεπειγουσών προτάσεων νόμων ολοκληρώνεται σε μία συνεδρίαση, που διαρκεί κατ’ ανώτατο όριο δέκα ώρες. 1.Ζ.δ.48 Βουλή 5.Στην αρχή της συνεδρίασης η Βουλή μπορεί μετά πρόταση του Προέδρου της να καθορίσει το χρόνο που θα διατεθεί για την καταρχήν και την κατ’ άρθρο συζήτηση. 6.Αν για οποιονδήποτε λόγο δε ληφθεί απόφαση της Βουλής σύμφωνα με την προηγούμενη παράγραφο διατίθενται τέσσερις ώρες για την καταρχήν και έξι ώρες για την κατ’ άρθρο συζήτηση. 7.Στην καταρχήν και στην κατ’ άρθρο συζήτηση μετέχουν, εκτός από τους εισηγητές, ο Πρωθυπουργός ή ο αρμόδιος Υπουργός, οι Πρόεδροι των Κοινοβουλευτικών Ομάδων, και από ένας εκπρόσωπός τους. Η ομιλία τους περιορίζεται στο ένα δεύτερο (1/2) του χρόνου που προβλέπεται από τα άρθρα 97 και 103. 8.Μετά την εξάντληση του καταλόγου των ομιλητών της προηγούμενης παραγράφου και σε κάθε περίπτωση μετά τη συμπλήρωση του δεκαώρου κηρύσσεται περαιωμένη η συζήτηση σε οποιοδήποτε στάδιο και αν βρίσκεται και διεξάγεται η ψηφοφορία καταρχήν, κατ’ άρθρο και στο σύνολο. Σχέδια και προτάσεις νόμων ιδιαίτερης σημασίας ή επείγοντος χαρακτήρα Άρθρο 110 1.Κατά την έναρξη της συζήτησης η Κυβέρνηση μπορεί να ζητήσει από τη Βουλή σύμφωνα με το άρθρο 76 παρ. 5 του Συντάγματος να καθορίσει με απόφασή της το συνολικό αριθμό των συνεδριάσεων μέσα στις οποίες θα γίνει η συζήτηση και η ψήφιση σχεδίου ή πρότασης νόμου που έχουν ιδιαίτερη σημασία ή επείγοντα χαρακτήρα. Ο αριθμός των συνεδριάσεων αυτών δεν μπορεί να είναι μεγαλύτερος από τρεις με την επιφύλαξη της παρ. 3. 2.Στη συζήτηση της πρότασης της Κυβέρνησης μετέχουν ένας Βουλευτής για την υποστήριξη και ένας για την απόκρούσή της επί πέντε (5) λεπτά της ώρας καθένας. Τον ίδιο επίσης χρόνο έχουν και οι Πρόεδροι των Κοινοβουλευτικών Ομάδων. Η απόφαση της Βουλής λαμβάνεται αποκλειστικά με ανάταση ή έγερση. 3.Μετά πρόταση του ενός δεκάτου (1/10) του όλου αριθμού των Βουλευτών, η οποία υποβάλλεται είτε έως το τέλος της συζήτησης της προηγούμενης παραγράφου, είτε κατά τη διάρκεια της τρίτης συνεδρίασης, η Βουλή μπορεί να παρατείνει τη συζήτηση του σχεδίου ή της πρότασης νόμου κατά δύο το πολύ συνεδριάσεις. Στην τελευταία περίπτωση εφαρμόζεται η παρ. 2. 4.Στην αρχή της συνεδρίασης η Βουλή μετά πρόταση του Προέδρου της καθορίζει τον αριθμό των συνεδριάσεων που θα διατεθούν για την καταρχήν και την κατ’ άρθρο συζήτηση. 5.Αν για οποιονδήποτε λόγο δεν ληφθεί απόφαση της Βουλής σύμφωνα με την προηγούμενη παράγραφο διατίθενται μία συνεδρίαση για την καταρχήν και δύο συνεδριάσεις για την κατ’ άρθρο συζήτηση, όταν ο συνολικός αριθμός των συνεδριάσεων έχει οριστεί σε τρεις. Πέρα από τις τρεις διατίθενται δύο συνεδριάσεις για την καταρχήν και οι λοιπές για την κατ’ άρθρο συζήτηση όταν η σχετική απόφαση για τον αριθμό των συνεδριάσεων έχει ληφθεί στην αρχή της πρώτης συνεδρίασης. «6.Κατά τη συζήτηση σχεδίων και προτάσεων νόμων ιδιαίτερης σημασίας ή επείγοντος χαρακτήρα η διάρκεια της ομιλίας στην καταρχήν συζήτηση των Υπουργών, των Προέδρων των Κοινοβουλευτικών Ομάδων και των εισηγητών, ορίζεται σε είκοσι (20) λεπτά της ώρας, των ειδικών αγορητών σε δέκα (10) λεπτά της ώρας και των εγγεγραμμένων στον κατάλογο των ομιλητών Βουλευτών σε πέντε (5) λεπτά της ώρας. Στην κατ’ άρθρο συζήτηση η διάρκεια της ομιλίας ορίζεται για όλους τους ομιλητές σε τρία (3) λεπτά της ώρας.» «7.Στα σχέδια και στις προτάσεις νόμων που συζητούνται με τη διαδικασία του παρόντος άρθρου, δευτερολογίες επιτρέπονται μόνο στην καταρχήν συζήτηση στους εισηγητές για δέκα (10) και στους ειδικούς αγορητές για οκτώ (8) λεπτά της ώρας.» Οι παρ. 6 και 7 τροποποιήθηκαν ως άνω από τις περιπτ. α και β αντίστοιχα της παρ. 4 του άρθρ. 5 της 6913/26-26 Νοεμ. 1993 (ΦΕΚ Α΄200) αποφ. Προέδρου της Βουλής. 8.Η συζήτηση των σχεδίων και προτάσεων νόμων, που διεξάγεται σύμφωνα με το άρθρο αυτό, τερματίζεται τη δωδεκάτη νυχτερινή ώρα της τελευταίας συνεδρίασης και πάντως το αργότερο με τη συμπλήρωση έξι ωρών από την έναρξή της. ΚΕΦΑΛΑΙΟ Δ΄ :ΕΙΔΙΚΕΣ ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΕΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΕΣ Σχέδια και προτάσεις νόμων για τη σύσταση ειδικών επιτροπών σύνταξης και κύρωσης κωδίκων Άρθρο 111 1.Με την επιφύλαξη του άρθρου 118 παρ. 6, τα σχέδια και οι προτάσεις νόμων με τα οποία συνιστώνται ειδικές επιτροπές για τη σύνταξη κωδίκων ή για την κωδικοποίηση διατάξεων που υπάρχουν σύμφωνα με το άρθρο 76 παρ. 6 και 7 του Συντάγματος πρέπει να περιέχουν απαραιτήτως διατάξεις σχετικές με τη σύσταση, σύνθεση, συγκρότηση, καθώς και κάθε άλλο θέμα που αφορά το έργο και τη λειτουργία των ειδικών αυτών επιτροπών. (Αντί για τη σελ. 192,761) Σελ. 192,761(α) Τεύχος 1320 Σελ. 31 Βουλή 1.Ζ.δ.48 2.Ειδικές επιτροπές για τη σύνταξη ενός ή περισσότερων κωδίκων διαφορετικού αντικειμένου μπορούν να συσταθούν με το ίδιο σχέδιο ή την ίδια πρόταση νόμου. 3.Κατά την επιψήφιση δικαστικών ή διοικητικών κωδίκων και κατά την κωδικοποίηση διατάξεων που υπάρχουν σύμφωνα με το άρθρο 76 παρ. 6 και 7 η συζήτηση γίνεται μία φορά καταρχήν και κατόπιν ακολουθεί ψήφιση στο σύνολο. Σχέδια και προτάσεις νόμων για κύρωση διεθνών συνθηκών ή συμβάσεων Άρθρο 112 1.Η Βουλή εγκρίνει ή απορρίπτει τα σχέδια και τις προτάσεις νόμων που κυρώνουν διεθνείς συνθήκες ή διεθνείς συμβάσεις χωρίς μεταβολές του περιεχομένου των συνθηκών και συμβάσεων. 2.Η κύρωση των σχεδίων και προτάσεων νόμων της προηγούμενης παραγράφου γίνεται με τη διαδικασία του άρθρου 108. 3.Η προηγούμενη παράγραφος δεν εφαρμόζεται για τα σχέδια και τις προτάσεις νόμων που αφορούν την κύρωση συμβάσεων σύμφωνα με τα άρθρα 27 και 28 παρ. 2 και 3 του Συντάγματος. Σχέδια νόμων για την κύρωση πράξεων νομοθετικού περιεχομένου Άρθρο 14 Η Διάσκεψη των Προέδρων: α)εξετάζει την ημερήσια διάταξη της επόμενης εβδομάδας με σκοπό την καλύτερη οργάνωση των εργασιών της Βουλής «β)καθορίζει τη διαδικασία και τη διάρκεια συζήτησης των σχεδίων ή προτάσεων νόμων στην Ολομέλεια της Βουλής, καθώς και τη συνολική διάρκεια των γενικών συζητήσεων μέσα στο πλαίσιο των συνεδριάσεων της ημερήσιας διάταξης, λαμβάνοντας υπόψη την εισήγηση της αρμόδιας Κοινοβουλευτικής Επιτροπής» Το δεύτερο μέσα σε « » εδάφιο αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. 2 του άρθρ. 1 της απόφ. Ολομ. Βουλής 3-8 Ιουλ. 1996 (ΦΕΚ Α’ 151), κατωτ. Αριθ.76. γ) αποφασίζει για τη διεξαγωγή οργανωμένης συζήτησης πάνω σε οποιοδήποτε θέμα νομοθετικού έργου ή κοινοβουλευτικού ελέγχου σύμφωνα με το ΄Αρθρο 113 1.Τα σχέδια νόμων που αφορούν την κύρωση πράξεων νομοθετικού περιεχομένου κατά το άρθρο 44 παρ. 1 του Συντάγματος εγγράφονται κατά προτεραιότητα στην ημερήσια διάταξη της Βουλής. 2.Τα σχέδια νόμων της προηγούμενης παραγράφου περιέχουν απαραιτήτως ένα άρθρο που κυρώνει αυτούσια την πράξη νομοθετικού περιεχομένου. Μπορούν επίσης να προστεθούν και διατάξεις που ρυθμίζουν θέματα σχετικά με την κυρούμενη πράξη. Σχέδια και προτάσεις νόμων που αναπέμπονται στη Βουλή Άρθρο 114 1.Τα σχέδια και οι προτάσεις νόμων που έχουν ψηφιστεί και αναπέμπονται στη Βουλή, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 42 του Συντάγματος, καθώς και το σχετικό έγγραφο του Προέδρου της Δημοκρατίας για την αναπομπή διανέμονται στους Βουλευτές μέσα σε τρεις ημέρες από την παραλαβή τους. 2.Τα σχέδια ή οι προτάσεις νόμων που αναπέμπονται εγγράφονται απευθείας και κατά προτεραιότητα στην ημερήσια διάταξη της Ολομέλειας της Βουλής και συζητούνται κατά τη διαδικασία του άρθρου 76 παρ. 2 του Συντάγματος. Σελ. 192,762(α) Τεύχος 1320 Σελ. 32 3.Η επιψήφιση γίνεται με την απόλυτη πλειοψηφία του όλου αριθμού των Βουλευτών. Προτάσεις του Υπουργικού Συμβουλίου για τη διεξαγωγή δημοψηφίσματος. Άρθρο 115 1.Η πρόταση του Υπουργικού Συμβουλίου με την οποία ζητείται η διεξαγωγή δημοψηφίσματος για κρίσιμο εθνικό θέμα σύμφωνα με το άρθρο 44 παρ. 2 εδ. α΄ του Συντάγματος κατατίθεται στη Βουλή, τυπώνεται και διανέμεται στους Βουλευτές και εγγράφεται κατά προτεραιότητα στην ημερήσια διάταξη. 2.Η πρόταση πρέπει να αναφέρει το εθνικό θέμα για το οποίο ζητείται η διεξαγωγή δημοψηφίσματος, καθώς και την προθεσμία διενέργειάς του, και να προσδιορίζει με σαφήνεια το ερώτημα ή τα ερωτήματα στα οποία θα απαντήσει ο λαός. 3.Η πρόταση συζητείται με ανάλογη εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 95 έως 100. 4.Η ψηφοφορία για την αποδοχή ή μη της πρότασης είναι ονομαστική και αφορά το κείμενο της πρότασης όπως κατατέθηκε ή διαμορφώθηκε κατά τη συζήτηση στη Βουλή. 5.Η πρόταση εγκρίνεται με την απόλυτη πλειοψηφία του όλου αριθμού των Βουλευτών. 6.Η απόφαση της Βουλής που δέχεται την πρόταση του Υπουργικού Συμβουλίου για τη διεξαγωγή δημοψηφίσματος δημοσιεύεται με παραγγελία του Προέδρου της Βουλής στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως το αργότερο μέσα σε δέκα ημέρες. Προτάσεις Βουλευτών για τη διεξαγωγή δημοψηφίσματος Άρθρο 116 1.Η πρόταση των δύο πέμπτων (2/5) του όλου αριθμού των Βουλευτών με την οποία ζητείται σύμφωνα με το άρθρο 44 παρ. 2 εδ. β΄ του Συντάγματος η διεξαγωγή δημοψηφίσματος για ψηφισμένο νομοσχέδιο που ρυθμίζει σοβαρό κοινωνικό ζήτημα κατατίθεται στη Βουλή, τυπώνεται και διανέμεται στους Βουλευτές και εγγράφεται κατά προτεραιότητα στην ημερήσια διάταξη. 2.Η πρόταση πρέπει να αναφέρει το συγκεκριμένο νομοσχέδιο για το οποίο ζητείται η διεξαγωγή δημοψηφίσματος. 3.Η συζήτηση της πρότασης διεξάγεται με ανάλογη εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 95 έως 100 και ολοκληρώνεται μέσα σε τρεις συνεδριάσεις. 1.Ζ.δ.48 Βουλή 4.Η ψηφοφορία για την αποδοχή ή μη της πρότασης είναι ονομαστική. 5.Η πρόταση εγκρίνεται με την πλειοψηφία των τριών πέμπτων (3/5) του όλου αριθμού των Βουλευτών. 6.Η απόφαση της Βουλής που δέχεται την πρόταση Βουλευτών για τη διεξαγωγή δημοψηφίσματος πρέπει να περιέχει με σαφήνεια το ερώτημα ή τα ερωτήματα που θα τεθούν στο λαό και να αναφέρει την προθεσμία μέσα στην οποία θα γίνει η προκήρυξη του δημοψηφί …
Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.