- ΑΠΟΦΑΣΗ ΠΡΟΕΔΡΟΥ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ Αριθ.Πρωτ.2682 της 22/24 Ιουν. 1987 (ΦΕΚ Α΄106) Δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως του «Κώδικα Κανονισμού Εργασιών της Βουλής (μέρος κοινοβουλευτικό)» Έχοντες υπόψη: 1.Το άρθρο 65 παράγρ.1 του Συντάγματος. 2.Το άρθρο 2 παράγρ.5 της από 17ης Οκτωβρίου 1985 ομόφωνης απόφασης της Ολομέλειας της Στ΄ Αναθεωρητικής Βουλής. 3.Την από 3 Ιουνίου 1987 απόφαση της Ολομέλειας της Βουλής με την οποία κυρώθηκε στο σύνολό του, κατά τη διαδικασία του άρθρου 76 παράγρ.6 του Συντάγματος, το διαμορφωμένο από τη διευρυμένη διαρκή επί του Κανονισμού της Βουλής Επιτροπή «οριστικό» σχέδιο Κώδικα Κανονισμού Εργασιών της Βουλής (μέρος κοινοβουλευτικό). Παραγγέλουμε να δημοσιευθεί στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως ο Κανονισμός Εργασιών της Βουλής (μέρος κοινοβουλευτικό) που έχει ως εξής: ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΚΑΙ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α΄: ΕΝΑΡΞΗ ΤΗΣ ΒΟΥΛΕΥΤΙΚΗΣ ΠΕΡΙΟΔΟΥ Εναρκτήρια συνεδρίαση – προσωρινό προεδρείο Άρθρο 1 1.Η ημερομηνία σύγκλησης της Βουλής σε πρώτη συνεδρίαση (εναρκτήρια συνεδρίαση) της βουλευτικής περιόδου καθορίζεται από το προεδρικό διάταγμα διάλυσης της Βουλής ή λήξης της βουλευτικής περιόδου σύμφωνα με το Σύνταγμα. 2.Την εναρκτήρια συνεδρίαση κάθε βουλευτικής περιόδου έως και την εκλογή του Προέδρου της Βουλής διευθύνει ο προσωρινός Πρόεδρος, που επικουρείται από τέσσερις Γραμματείς. 3.Τα καθήκοντα του προσωρινού Προέδρου ασκεί ένας από τους Αντιπροέδρους της Βουλής της προηγούμενης βουλευτικής περιόδου, κατά την τάξη της εκλογής τους. Αν κανείς από τους Αντιπροέδρους δεν έχει εκλεγεί Βουλευτής ή αυτοί που έχουν εκλεγεί κωλύονται ή απουσιάζουν, τα καθήκοντα του προσωρινού Προέδρου ασκεί ο Βουλευτής του πρώτου σε αριθμό εδρών Κόμματος που έχει τη μακρότερη κοινοβουλευτική θητεία, και μεταξύ περισσοτέρων προηγείται ο πρεσβύτερος στην ηλικία. 4.Τα καθήκοντα των Γραμματέων ασκούν οι νεότεροι στην ηλικία Βουλευτές ανάλογα με τη δύναμη των Κοινοβουλευτικών Ομάδων. 5.Καμία συζήτηση δεν μπορεί να γίνει υπό τη διεύθυνση του προσωρινού Προέδρου. Κήρυξη της έναρξης των εργασιών της βουλευτικής περιόδου Άρθρο 10 1.Οι θέσεις των μελών του προεδρείου που χηρεύουν από οποιαδήποτε αιτία, συμπληρώνονται αμέσως με εκλογή νέων μελών, η οποία διενεργείται σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 7 και 8 αντίστοιχα του Κανονισμού. Τα νέα μέλη του προεδρείου εκλέγονται για το υπόλοιπο της θητείας των μελών εκείνων που τις θέσεις τους καταλαμβάνουν. 2.Αν χηρεύσουν ταυτόχρονα οι θέσεις του Προέδρου και όλων των Αντιπροέδρων, των Κοσμητόρων και των Γραμματέων της Βουλής εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 6,7 και 8 του Κανονισμού. 3.Αν ο Πρόεδρος της Βουλής κωλύεται για οποιονδήποτε λόγο, απουσιάζει ή επιθυμεί να λάβει μέρος στη συζήτηση, σύμφωνα με το άρθρο 66 παρ.2 του Κανονισμού, αναπληρώνεται από έναν Αντιπρόεδρο της Βουλής, που ο ίδιος τον ορίζει, αλλιώς, από τους Αντιπροέδρους κατά την τάξη της εκλογής τους. Αν όλοι οι Αντιπρόεδροι κωλύονται ή απουσιάζουν, εφαρμόζεται αναλόγως το άρθρο 1 παρ.3 περίοδος β΄ του Κανονισμού. 4.Σε περίπτωση κωλύματος για οποιονδήποτε λόγο ή απουσίας των Γραμματέων ο Πρόεδρος της Βουλής ορίζει αναπληρωτές τους νεότερους στην ηλικία Βουλευτές. Αρμοδιότητες του Προέδρου Άρθρο 83 1.Οι αιτήσεις της εισαγγελικής αρχής που υποβάλλονται στη Βουλή για τη χορήγηση της άδειας άσκησης ποινικής δίωξης κατά Βουλευτή, σύμφωνα με τα άρθρα 61 παρ.2 και 62 παρ.1 του Συντάγματος, καταχωρίζονται σε ιδιαίτερο βιβλίο με τη σειρά της υποβολής τους. 2.Οι αιτήσεις αυτές ανακοινώνονται στη Βουλή αμέσως μετά την υποβολή τους και παραπέμπονται από τον Πρόεδρο στην Επιτροπή του άρθρου 32 παρ.
- 3.Η Επιτροπή εξετάζει τις αιτήσεις και υποβάλλει τη γνωμοδότησή της για τη χορήγηση ή μη άδειας, μέσα στην προθεσμία που τάσσει σ’ αυτήν το παραπεμπτικό έγγραφο του Προέδρου της Βουλής. 4.Η Επιτροπή οφείλει να ακούσει τον ενδιαφερόμενο Βουλευτή, αν ο ίδιος δηλώσει στον Πρόεδρο της Επιτροπής ότι επιθυμεί να παραστεί κατά την εξέταση της αίτησης που τον αφορά. 5.Η Επιτροπή μπορεί να ζητήσει από την Κυβέρνηση την παράδοση των εγγράφων που θεωρεί αναγκαία για τη γνωμοδότησή της. Η Κυβέρνηση μπορεί να αρνηθεί την παράδοσή τους μόνο για λόγους εθνικής άμυνας ή ασφάλειας. 6.Οι αιτήσεις δίωξης εγγράφονται στην ημερήσια διάταξη της Ολομέλειας της Βουλής μετά την υποβολή της γνωμοδότησης της αρμόδιας επιτροπής. Σε κάθε περίπτωση οι αιτήσεις εγγράφονται υποχρεωτικά στην ημερήσια διάταξη τουλάχιστο δέκα ημέρες πριν από την εκπνοή των προθεσμιών που προβλέπονται από τα άρθρα 61 παρ.2 και 62 παρ. 1 του Συντάγματος. 7.Η συζήτηση στη Βουλή αρχίζει με τις ομιλίες των εισηγητών και διεξάγεται πάνω στη γνωμοδότηση της Επιτροπής. Αν η Επιτροπή δεν καταθέσει εμπρόθεσμα τη γνωμοδότησή της, η συζήτηση αναφέρεται μόνο στα γεγονότα που μνημονεύονται στην αίτηση άρσης της ασυλίας. 8.Η ψηφοφορία για τη χορήγηση ή μη των αδειών της παρ.1 είναι μυστική. 9.Νέα αίτηση για δίωξη που στηρίζεται στα ίδια πραγματικά γεγονότα είναι απαράδεκτη. ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΕΣ ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΟΥ ΕΡΓΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α΄: ΚΑΤΑΘΕΣΗ ΣΧΕΔΙΩΝ ΚΑΙ ΠΡΟΤΑΣΕΩΝ ΝΟΜΩΝ, ΤΡΟΠΟΛΟΓΙΩΝ ΚΑΙ ΠΡΟΣΘΗΚΩΝ Νομοθετική πρωτοβουλία Άρθρο 84 1.Το δικαίωμα πρότασης νόμων ανήκει στη Βουλή και στην Κυβέρνηση. 2.Οι Βουλευτές υποβάλλουν στην Βουλή προτάσεις νόμων, τροπολογίες και προσθήκες. 3.Οι αρμόδιοι Υπουργοί υποβάλλουν στη Βουλή σχέδια νόμων, τροπολογίες και προσθήκες. Κατάθεση και περιεχόμενο σχεδίων και προτάσεων νόμων Άρθρο 85 1.Τα σχέδια και οι προτάσεις νόμων κατατίθενται στη Βουλή και καταχωρίζονται σε ιδιαίτερο βιβλίο κατά υπουργεία και κατά τη χρονολογική σειρά που κατατίθενται. 2.Τα σχέδια και οι προτάσεις νόμων δεν πρέπει να περιέχουν διατάξεις άσχετες προς το κύριο αντικείμενό τους. 3.Τα σχέδια και οι προτάσεις νόμων συνοδεύονται υποχρεωτικώς από αιτιολογική έκθεση, που πρέπει να περιέχει τους λόγους και τους σκοπούς των προτεινόμενων ρυθμίσεων, καθώς και ολόκληρο το κείμενο των διατάξεων που αναφέρεται στο σχέδιο ή την πρόταση νόμου ότι τροποποιούνται. 4.Σε περίπτωση μερικής τροποποίησης διάταξης το κείμενο του σχεδίου ή της πρότασης νόμου πρέπει να περιέχει ολόκληρη τη διάταξη όπως διαμορφώνεται με την τροποποίησή της σύμφωνα με το άρθρο 74 παρ. 4 του Συντάγματος. 5.Κάθε σχέδιο νόμου που συνεπάγεται επιβάρυνση του προϋπολογισμού πρέπει να συνοδεύεται από την έκθεση του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους που ορίζει το άρθρο 75 παρ.1 του Συντάγματος και, ανάλογα με το περιεχόμενό του, από : α) την ειδική έκθεση του αρμόδιου Υπουργού και του Υπουργού Οικονομικών που προβλέπει το άρθρο 75 παρ. 3 του Συντάγματος και β) τη γνωμοδότηση του Ελεγκτικού Συνεδρίου που ορίζει το άρθρο 73 παρ. 2 του Συντάγματος. 6.Κάθε πρόταση νόμου διαβιβάζεται στους αρμόδιους Υπουργούς, που έχουν υποχρέωση να απαντούν αν αυτή υπάγεται ή όχι στους περιορισμούς του άρθρου 73 παρ. 3 του Συντάγματος, καθώς και στο Γενικό Λογιστήριο του Κράτους για τη σύνταξη της έκθεσης που ορίζει το άρθρο 75 παρ.1 του Συντάγματος. Το Γενικό Λογιστήριο του Κράτους υποχρεούται να υποβάλει στη Βουλή τη σχετική έκθεση μέσα σε δεκαπέντε ημέρες από την παραλαβή της πρότασης νόμου. Αν η προθεσμία αυτή περάσει άπρακτη, η πρόταση νόμου εισάγεται για συζήτηση και χωρίς έκθεση. (Μετά τη σελ.192,750) Σελ. 192,751 Τεύχος Θ91-Σελ.39 Βουλή 1.Ζ.δ.48 7.Τα σχέδια νόμων, η αιτιολογική τους έκθεση και η ειδική έκθεση του άρθρου 75 παρ. 3 του Συντάγματος υπογράφονται από τους αρμόδιους Υπουργούς. Σε περίπτωση αλλαγής του αρμόδιου Υπουργού τα σχέδια νόμων που έχουν κατατεθεί πρέπει να υιοθετηθούν από τον αντικαταστάτη του Υπουργό είτε με γραπτή δήλωση προς τον Πρόεδρο της Βουλής είτε με προφορική δήλωση προς τη Βουλή. Οι προτάσεις νόμων υπογράφονται από το Βουλευτή ή τους Βουλευτές που τις υποβάλλουν. 8.Η κατάθεση σχεδίου ή πρότασης νόμου ισχύει για όλη τη βουλευτική περίοδο με την επιφύλαξη των παρ.2 και 3, αντίστοιχα, του επόμενου άρθρου. Ανακοίνωση, εκτύπωση και διανομή των σχεδίων και προτάσεων νόμων. Άρθρο 86 1.Τα σχέδια και οι προτάσεις νόμων που υποβάλλονται στη Βουλή ανακοινώνονται κατά την πρώτη συνεδρίαση που ακολουθεί την κατάθεσή τους και κατόπιν μαζί με τις απαιτούμενες κατά το Σύνταγμα και τον Κανονισμό εκθέσεις και γνωμοδοτήσεις τυπώνονται και διανέμονται στους Βουλευτές. 2.Τα σχέδια νόμων μπορούν να αποσυρθούν από την Κυβέρνηση πριν από την ψήφισή τους στο σύνολο. 3.Η πρόταση νόμου μπορεί να αποσυρθεί από το Βουλευτή ή όλους τους Βουλευτές που την υπέβαλαν με γραπτή δήλωση προς τον Πρόεδρο της Βουλής ή με προφορική δήλωση προς τη Βουλή έως την έναρξη της ψηφοφορίας επί της αρχής. 4.Στην αρχή κάθε εβδομάδας ή δεκαπενθημέρου διανέμεται κατάλογος που περιέχει τα σχέδια και τις προτάσεις νόμων που έχουν κατατεθεί, καθώς και πληροφορίες σχετικές με το σημείο όπου βρίσκονται. Κατάθεση τροπολογιών Άρθρο 87 1.Οι τροπολογίες υπογράφονται από τους Βουλευτές ή τους Υπουργούς που τις υποβάλλουν, κατατίθενται στην αρμόδια υπηρεσία της Βουλής και καταχωρίζονται σε ιδιαίτερο βιβλίο συνεχούς αρίθμησης, κατά χρονολογική σειρά κατάθεσής τους. Η βεβαίωση της κατάθεσης των τροπολογιών γίνεται από την αρμόδια υπηρεσία της Βουλής με τη σύνταξη, κάτω από το κείμενό τους, σχετικής πράξης, όπου σημειώνονται ο αριθμός, η ημερομηνία και η ώρα της κατάθεσης.. 2.Οι Βουλευτές μπορούν να καταθέτουν τις τροπολογίες από την ημέρα που ανακοινώνεται η κατάθεση του σχεδίου ή της πρότασης νόμου έως την ολοκλήρωση της επεξεργασίας και της εξέτασής τους από την αρμόδια επιτροπή. Οι τροπολογίες αυτές διαβιβάζονται υποχρεωτικά στην αρμόδια επιτροπή. Σελ. 192,752 Τεύχος Θ91-Σελ.
- 3.Μετά την ολοκλήρωση της επεξεργασίας και της εξέτασης του σχεδίου ή της πρότασης νόμου από την αρμόδια επιτροπή οι Βουλευτές μπορούν επίσης να καταθέτουν τροπολογίες έως και την παραμονή της ημέρας που αρχίζει η συζήτηση του σχεδίου ή της πρότασης νόμου στην Ολομέλεια ή σε Τμήμα της Βουλής. 4.Οι τροπολογίες των Βουλευτών που κατατίθενται μετά την πάροδο της προθεσμίας της προηγούμενης παραγράφου δεν εισάγονται για συζήτηση στην Ολομέλεια ή σε Τμήμα της Βουλής, εκτός αν συγκατατίθεται και η Κυβέρνηση, κατά το άρθρο 74 παρ. 3 του Συντάγματος. 5.Οι Υπουργοί μπορούν να υποβάλλουν τροπολογίες και κατά τη διάρκεια της συζήτησης του σχεδίου ή της πρότασης νόμου στην Ολομέλεια ή σε Τμήμα της Βουλής. Περιεχόμενο, εκτύπωση και διανομή των τροπολογιών Άρθρο 88 1.Οι τροπολογίες περιέχουν είτε τροποποιήσεις συγκεκριμένων άρθρων ή συγκεκριμένων διατάξεων σχεδίου ή πρότασης νόμου είτε προσθήκες νέων άρθρων ή διατάξεων. 2.Πριν από το κείμενο κάθε τροπολογίας παρατίθεται σύντομη αιτιολογική έκθεση, όπου αναφέρονται οι λόγοι που επιβάλλουν τις προτεινόμενες μεταβολές. 3.Οι τροπολογίες πρέπει να σχετίζονται με το κύριο αντικείμενο του σχεδίου ή της πρότασης νόμου. 4.Οι τροπολογίες που προέρχονται από τη Βουλή πρέπει να είναι σύμφωνες με τη διάταξη του άρθρου 73 παρ. 3 του Συντάγματος. 5.Οι τροπολογίες που συνεπάγονται επιβάρυνση του προϋπολογισμού του Κράτους διαβιβάζονται πριν από τη συζήτησή τους στο Γενικό Λογιστήριο του Κράτους, αν το ζητήσουν οι αρμόδιοι Υπουργοί. Σ’ αυτή την περίπτωση το Γενικό Λογιστήριο του Κράτους υποχρεούται να υποβάλει στη Βουλή την έκθεσή του μέσα σε τρεις ημέρες από την παραλαβή τους. Μόνο αν η προθεσμία αυτή περάσει άπρακτη, οι τροπολογίες μπορούν να συζητηθούν και χωρίς την έκθεση. 6.Οι τροπολογίες τυπώνονται και διανέμονται στους Βουλευτές πριν από την έναρξη της συζήτησης κατ’ άρθρο του αντίστοιχου σχεδίου ή πρότασης νόμου. 1.Ζ.δ.48 Βουλή ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β΄: ΤΑΚΤΙΚΗ ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ Α)ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΙΑ ΚΑΙ ΕΞΕΤΑΣΗ ΤΩΝ ΣΧΕΔΙΩΝ ΚΑΙ ΠΡΟΤΑΣΕΩΝ ΝΟΜΩΝ ΑΠΟ ΤΙΣ ΕΠΙΤΡΟΠΕΣ Παραπομπή στην αρμόδια επιτροπή Άρθρο 89 1.Τα σχέδια και οι προτάσεις νόμων παραπέμπονται από τον Πρόεδρο της Βουλής για επεξεργασία και εξέταση στην αρμόδια διαρκή επιτροπή ή στην ειδική επιτροπή που συνιστάται για το σκοπό αυτόν. 2.Τα σχέδια και οι προτάσεις νόμων αρμοδιότητας περισσότερων του ενός υπουργείων, που υπάγονται σε διαφορετικές διαρκείς επιτροπές, παραπέμπονται για επεξεργασία και εξέταση στη διαρκή επιτροπή που, κατά την κρίση του προέδρου της Βουλής, είναι αρμόδια για το κύριο αντικείμενό τους. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις ο Πρόεδρος της Βουλής μπορεί να συγκαλέσει σε κοινή συνεδρίαση δύο συναρμόδιες επιτροπές. Στην κοινή συνεδρίαση προεδρεύει ο αρχαιότερος σε βουλευτική θητεία Πρόεδρός τους. 3.Κατά την παραπομπή σχεδίου ή πρότασης νόμου στην αρμόδια διαρκή επιτροπή ο Πρόεδρος της Βουλής μπορεί να τάξει προθεσμία μέσα στην οποία πρέπει να υποβληθεί η έκθεση του άρθρου91 παρ.
- 4.Ο Πρόεδρος της αρμόδιας επιτροπής, αφού προηγουμένως συμβουλευτεί τους Προέδρους των Κοινοβουλευτικών Ομάδων, ορίζει τους εισηγητές της πλειοψηφίας και της μειοψηφίας και συγκαλεί τα μέλη της επιτροπής σε συνεδρίαση. 5.Το έγγραφο της πρόσκλησης των μελών της επιτροπής σε συνεδρίαση πρέπει να ορίζει την ημερομηνία και την ώρα της συνεδρίασης, τα σχέδια και τις προτάσεις νόμων που θα επεξεργαστεί και θα εξετάσει η επιτροπή και τα ονόματα των εισηγητών. «Η πρόσκληση αυτή πρέπει να κοινοποιείται στα μέλη της επιτροπής τουλάχιστον τρεις
(3)ημέρες πριν από την ημέρα της πρώτης συνεδρίασης της επιτροπής. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις και μετά προηγούμενη συνεννόηση με τον Πρόεδρο της Βουλής, η πρόσκληση μπορεί να κοινοποιείται και δύο
(2)τουλάχιστον ημέρες πριν από την ημέρα της πρώτης συνεδρίασης της επιτροπής.» Το μέσα σε «» εδάφιο αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. 1 του άρθρ. 9 Αποφ. Ολομ. Βουλής της 3-8 Ιουλ. 1996 (ΦΕΚ Α΄ 151), κατωτ. αριθ.
- Αριθμός και διάρκεια των συνεδριάσεων των επιτροπών Άρθρο 90 1.Ο συνολικός αριθμός των συνεδριάσεων κάθε διαρκούς επιτροπής για την επεξεργασία και την εξέταση του σχεδίου νόμου, καθορίζεται από τον Πρόεδρό της μετά προηγούμενη συνεννόηση με τον Πρόεδρο της Βουλής και δεν μπορεί να υπερβεί τις τρεις πλήρεις συνεδριάσεις. 2.Σε εντελώς εξαιρετικές περιπτώσεις, αν η ιδιαίτερη έκταση και η σημασία του σχεδίου νόμου το δικαιολογεί, η επιτροπή, με την έγκριση του Προέδρου της Βουλής, μπορεί ν’ αυξήσει τον αριθμό των συνεδριάσεων έως τέσσερις συνολικά. 3.Σε περίπτωση που η επεξεργασία και εξέταση σχεδίου νόμου διαρκέσει περισσότερες από μία συνεδριάσεις, η χρονική διάρκεια κάθε πλήρους συνεδρίασης της επιτροπής δεν μπορεί να είναι μικρότερη από τρεις ώρες, ούτε μεγαλύτερη από πέντε. 4.Σε περίπτωση που ο προσδιορισμός κατά τις προηγούμενες παραγράφους χρόνος δεν επαρκέσει για την ολοκλήρωση της επεξεργασίας του σχεδίου νόμου, η επιτροπή με απόφασή της παρατείνει τη διάρκεια των συνεδριάσεων ή αυξάνει τον αριθμό τους ώστε να ολοκληρωθεί η επεξεργασία του, με κτην επιφύλαξη του άρθρου 89 παρ.
- Για τις επιπλέον αυτές συνεδριάσεις δεν έχει εφαρμογή το άρθρο 37 παρ.
- 5.Κάθε διαρκής επιτροπή μπορεί να επεξεργαστεί και να εξετάσει περισσότερα από ένα σχέδια ή προτάσεις νόμων στην ίδια συνεδρίαση. Συζήτηση στις διαρκείς επιτροπές Άρθρο 91 1.Οι διαρκείς επιτροπές μπορούν να καθορίζουν τον τρόπο διεξαγωγής των συζητήσεών τους μέσα στο πλαίσιο του αριθμού των συνεδριάσεων και της τυχόν πρότασης ή απόφασης για ακρόαση εξωκοινοβουλευτικών προσώπων σύμφωνα με το άρθρο
- 2.Ο καθορισμός της διαδικασίας σύμφωνα με την προηγούμενη παράγραφο αποφασίζεται ύστερα από εισήγηση του Προέδρου της επιτροπής. Στη σχετική συζήτηση μπορούν να πάρουν μέρος ένας Βουλευτής από κάθε Κοινοβουλευτική Ομάδα, καθώς και ένας από τους ανεξάρτητους, καθένας για πέντε
(5)λεπτά της ώρας. 3.Αν η επιτροπή για οποιονδήποτε λόγο δεν πάρει απόφαση σύμφωνα με τις προηγούμενες παραγράφους, εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις των Άρθρο 11 1.Ο Πρόεδρος της Βουλής ασκεί τις αρμοδιότητες που του αναγνωρίζει το Σύνταγμα, ο Κανονισμός της Βουλής, οι νόμοι και γενικά κάθε αρμοδιότητα που πηγάζει από την αυτονομία της Βουλής. 2.Ο Πρόεδρος της Βουλής διευθύνει και συντονίζει, σύμφωνα με τους όρους που ορίζει ο Κανονισμός, το σύνολο των δραστηριοτήτων της Ολομέλειας, των Τμημάτων και των Επιτροπών της Βουλής. Ιδίως: α)συγκροτεί τα Τμήματα των συνόδων, αν η Βουλή αποφασίσει τη σύστασή τους, το Τμήμα διακοπής των εργασιών και τις Επιτροπές της Βουλής β)καθοδηγεί τους Κοσμήτορες και τους Γραμματείς στην εκτέλεση των καθηκόντων τους γ)διαβιβάζει στους αρμόδιους Υπουργούς τα σχέδια και τις προτάσεις νόμων που ψηφίστηκαν από τη Βουλή δ)προεδρεύει στη Διάσκεψη των Προέδρων. (Αντί για τη σελ. 192,729) Σελ. 192,729(α) Τεύχος 1319 Σελ. 95 Βουλή 1.Ζ.δ.48 3.Ο Πρόεδρος της Βουλής έχει όλες τις εξουσίες για τη διεύθυνση των συνεδριάσεων της Βουλής και τη διασφάλιση της απρόσκοπτης διεξαγωγής των εργασιών της. Ιδίως: α) διασφαλίζει την πιστή τήρηση του Κανονισμού της Βουλής και την ελεύθερη έκφραση της γνώμης των Βουλευτών β) καταρτίζει την ημερήσια διάταξη των εργασιών της Βουλής γ) κηρύσσει την έναρξη και τη λήξη των συνεδριάσεων, τηρεί την τάξη, δίνει το λόγο, κηρύσσει τη λήξη των συζητήσεων, θέτει σε ψηφοφορία τα ζητήματα και ανακοινώνει τα αποτελέσματα των ψηφοφοριών δ) διευθύνει και διατηρεί τις συζητήσεις μέσα στα όρια του Κανονισμού ε) απαγγέλει τις αποφάσεις της Βουλής και διερμηνεύει τα αισθήματά της στ) παίρνει όλα τα αναγκαία πειθαρχικά μέτρα εναντίον κάθε παρεκτρεπόμενου Βουλευτή. 4.Ο Πρόεδρος της Βουλής προίσταται στις υπηρεσίες της Βουλής και συντονίζει τη δραστηριότητά τους, προσλαμβάνει, σύμφωνα με τις διατάξεις του Οργανισμού της Βουλής (Κανονισμός της Βουλής, μέρος β΄ - προσωπικό), το προσωπικό της Βουλής, εκδίδει όλες τις πράξεις που αφορούν την υπηρεσιακή κατάστασή του, δίνει εντολές για την ενέργεια των δαπανών της Βουλής μέσα στα πλαίσια του προϋπολογισμού της και αποφασίζει για τη διάθεση και χρήση των χώρων της Βουλής. 5.Ο Πρόεδρος της Βουλής μεριμνά για την εσωτερική και εξωτερική ασφάλεια της Βουλής και των χώρων της, στο όνομα της οποίας ασκεί την αστυνομική εξουσία. Καθορίζει τη δύναμη της αστυνομίας και εγκρίνει το προσωπικό της που πρέπει να υπηρετεί στη φρουρά της Βουλής, η οποία και τελεί αποκλειστικά υπό τις διαταγές του. 6.Ο Πρόεδρος της Βουλής ενημερώνει τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας για τη σύνθεση και τις ουσιώδεις μεταβολές των Κοινοβουλευτικών Ομάδων. 7.Ο Πρόεδρος της Βουλής εκπροσωπεί τη Βουλή δικαστικώς και εξωδίκως. 8.Ο Πρόεδρος της Βουλής εκπροσωπεί τη Βουλή στις διεθνείς σχέσεις της, με τα κοινοβούλια άλλων χωρών, στις εθνικές εορτές και τελετές και μπορεί να μεταβιβάζει σε άλλα μέλη του προεδρείου αυτή την αρμοδιότητά του. 9.Ο Πρόεδρος της Βουλής μπορεί να αναθέσει σε ένα ή περισσότερα μέλη του προεδρείου γενικά ή ειδικά καθήκοντα, που ανήκουν στην αρμοδιότητά του, καθορίζοντας ταυτόχρονα και τους όρους άσκησής τους, αν το κρίνει σκόπιμο. Σελ. 192,730(α) Τεύχος 1319 Σελ. 96 Αρμοδιότητες των άλλων μελών του προεδρείου άρθρων 95 έως 103. (Αντί για τη σελ. 192,753) Σελ. 192,753(α) Τεύχος 1320 Σελ. 23 Βουλή 1.Ζ.δ.48 «4.Ο Βουλευτής που έχει υποβάλει πρόταση νόμου ή τροπολογία μπορεί να παραστεί κατά τη συζήτησή τους στην αρμόδια επιτροπή της οποίας δεν είναι μέλος και να αναπτύξει προφορικά την πρόταση νόμου έως δεκαπέντε
(15)λεπτά ή την τροπολογία έως πέντε
(5)λεπτά της ώρας.» Η παρ. 4 τροποποιήθηκε ως άνω από την παρ. 1 του άρθρ. 5 της 6913/26-26 Νοεμ.1993, (ΦΕΚ Α΄ 200) αποφ. Προέδρου της Βουλής. 5.Η προφορική ανάπτυξη συλλογικής πρότασης νόμου ή συλλογικής τροπολογίας γίνεται από το Βουλευτή που ορίζεται από τους λοιπούς Βουλευτές που συνυπογράφουν με κοινή δήλωσή τους προς τον Πρόεδρο της διαρκούς επιτροπής. αλλιώς, από το Βουλευτή που υπογράφει πρώτος τη συλλογική πρόταση νόμου ή τη συλλογική τροπολογία. 6.Μετά την επεξεργασία και την εξέταση του σχεδίου ή της πρότασης νόμου η αρμόδια διαρκής επιτροπή συντάσσει και υποβάλλει προς τη Βουλή έκθεση, που υπογράφεται από τον Πρόεδρο και το Γραμματέα της επιτροπής και περιέχει: α) τον αριθμό και τη διάρκεια των συνεδριάσεων μέσα στις οποίες έγινε η επεξεργασία και η εξέταση του σχεδίου ή της πρότασης νόμου, καθώς και τα ονόματα των Βουλευτών που έλαβαν μέρος σ’ αυτές β) την πρόταση της επιτροπής για την αποδοχή ή την απόρριψη του σχεδίου ή της πρότασης νόμου και γ) τις τροποποιήσεις που έγιναν δεκτές και σε περίπτωση εκτεταμένων μεταβολών το κείμενο του σχεδίου ή της πρότασης νόμου όπως διαμορφώθηκε από την επιτροπή και έγινε δεκτό από τον αρμόδιο Υπουργό. 7.Η έκθεση της διαρκούς επιτροπής διανέμεται στους Βουλευτές τουλάχιστο δύο ημέρες πριν από την πρώτη συνεδρίαση της Βουλής που έχει οριστεί για τη συζήτηση του σχεδίου ή της πρότασης νόμου. 8.Αν ματαιωθεί η συνεδρίαση της Βουλής, αναβληθεί η συζήτηση ή λήξουν οι εργασίες της συνόδου, δεν συντάσσεται νέα έκθεση, ούτε διανέμεται εκ νέου η παλιά. Παραπομπή για νομοτεχνική επεξεργασία στην επιστημονική υπηρεσία της Βουλής Άρθρο 92 1.Τα σχέδια και οι προτάσεις νόμων μπορούν να παραπεμφθούν στην επιστημονική υπηρεσία που προβλέπεται από το άρθρο 65 παρ.5 του Συντάγματος και το άρθρο 162 του Κανονισμού για νομοτεχνική επεξεργασία. 2.Η παραπομπή γίνεται από τον Πρόεδρο της Βουλής μετά σχετική πρόταση της αρμόδιας επιτροπής ή και ανεξάρτητα από τη διατύπωση τέτοιας πρότασης. Σελ.192,754(α) Τεύχος 1320 Σελ. 24 3.Η επιστημονική υπηρεσία επεξεργάζεται νομοτεχνικά το κείμενο μέσα στην προθεσμία που έχει τάξει σ’ αυτήν ο Πρόεδρος της Βουλής και συντάσσει έκθεση με τις παρατηρήσεις της. 4.Το επεξεργασμένο κείμενο και η έκθεση της επιστημονικής υπηρεσίας τυπώνονται και διανέμονται στους Βουλευτές δύο τουλάχιστον ημέρες πριν από την συνεδρίαση της Βουλής κατά την οποία έχει προγραμματιστεί η συζήτηση. 5.Η παραπομπή των σχεδίων και προτάσεων νόμων στην επιστημονική υπηρεσία, καθώς και η μη υποβολή ή εκπνοή της προθεσμίας για την υποβολή του επεξεργασμένου κειμένου και της σχετικής έκθεσης, δεν εμποδίζουν την εγγραφή τους στην ημερήσια διάταξη ή την εισαγωγή τους για συζήτηση. Β) ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΗΝ ΗΜΕΡΗΣΙΑ ΔΙΑΤΑΞΗ ΚΑΙ ΤΡΟΠΟΣ ΣΥΖΗΤΗΣΗΣ Εγγραφή στην ημερήσια διάταξη Άρθρο 93 1.Τα σχέδια και οι προτάσεις νόμων εγγράφονται στην ημερήσια διάταξη μετά την υποβολή η την πάροδο της προθεσμίας για την υποβολή της έκθεσης της αρμόδιας επιτροπής και αν έχουν τηρηθεί οι διατάξεις των άρθρων 73 παρ. 2, 3 και 5, 74 παρ. 1, 2, 4 και 5 και 75 παρ.1 και 3 του Συντάγματος. 2.Η εγγραφή των σχεδίων και προτάσεων νόμων στην ημερήσια διάταξη γίνεται σε χρόνο ώστε η έναρξη της καταρχήν συζήτησης να απέχει τουλάχιστον τρεις ημέρες από την ημέρα της κατάθεσης ή της παρόδου της προθεσμίας υποβολής της έκθεσης της αρμόδιας επιτροπής. 3.Ο περιορισμός της προηγούμενης παραγράφου δεν ισχύει για σχέδιο ή πρόταση νόμου που έχουν χαρακτηριστεί ως επείγοντα από τον αρμόδιο Υπουργό. 4.Η εγγραφή των σχεδίων και προτάσεων νόμων στην ημερήσια διάταξη, καθώς και η σειρά αναγραφής τους σ’ αυτήν, γίνεται από τον Πρόεδρο της Βουλής με την επιφύλαξη του άρθρου 52. 1.Ζ.δ.48 Βουλή 5.Η Βουλή μπορεί, μετά αίτηση του αρμόδιου Υπουργού ή του ενός τριακοστού (1/30) του όλου αριθμού των Βουλευτών, να αποφασίσει τη μεταβολή της σειράς συζήτησης των εγγεγραμμένων στην ημερήσια διάταξη σχεδίων και προτάσεων νόμων. 6.Στη συζήτηση της αίτησης της προηγούμενης παραγράφου μετέχουν ο αρμόδιος Υπουργός ή ένας από τους Βουλευτές που την υπέβαλαν, ένας από τους αντιλέγοντες και οι Πρόεδροι των Κοινοβουλευτικών Ομάδων, καθένας για πέντε
(5)λεπτά της ώρας. Η σχετική απόφαση λαμβάνεται αποκλειστικά με ανάταση ή έγερση. «
- Νομοθετικό έργο που έχει αρχίσει και έχει διακοπεί εξαιτίας της λήξης της Συνόδου συνεχίζεται, με την επιφύλαξη των διατάξεων της παρ. 1 του άρθρ. 72 του Συντάγματος, από το ίδιο σημείο από το Τμήμα διακοπής των εργασιών της Βουλής και το νομοθετικό έργο του Τμήματος αυτού από την Ολομέλεια της Βουλής ή από τα Τμήματα της επόμενης Συνόδου εφόσον έχει αποφασιστεί η σύσταση και η λειτουργία τους.» Η μέσα σε «»παρ.7 προστέθηκε με την παρ. 2 του άρθρ. 9 Αποφ. Ολομ. της 3-8 Ιουλ. 1996 (ΦΕΚ Α΄ 151), κατωτ. αριθ.
- Τρόπος συζήτησης Άρθρο 94 1.Τα σχέδια και οι προτάσεις νόμων συζητούνται και ψηφίζονται μία μόνο φορά καταρχήν, κατ’ άρθρο και στο σύνολο σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος και των επόμενων άρθρων. 2.Κατ΄εξαίρεση σχέδια και προτάσεις νόμων συζητούνται και ψηφίζονται από την Ολομέλεια της Βουλής δύο φορές και σε δύο διαφορετικές συνεδριάσεις, που απέχουν μεταξύ τους δύο τουλάχιστον ημέρες. στην πρώτη συζήτηση καταρχήν και κατ’ άρθρο και στη δεύτερη κατ’ άρθρο και στο σύνολο, αν, εωσότου αρχίσει η καταρχήν συζήτηση, το ζητήσει το ένα τρίτο (1/3) του όλου αριθμού των Βουλευτών. Η ίδια διαδικασία εφαρμόζεται και στην περίπτωση του άρθρου 42 του Συντάγματος. 3.Η προηγούμενη παράγραφος δεν εφαρμόζεται για τα σχέδια και τις προτάσεις νόμων που αναφέρονται στο άρθρο 76 παρ.4 και 5 του Συντάγματος. 4.Η καταρχήν και κατ’ άρθρο συζήτηση γίνεται πάντοτε με βάση το κείμενο του σχεδίου ή της πρότασης νόμου όπως διαμορφώθηκε από την αρμόδια επιτροπή. 5.Για τις συζητήσεις και τη λήψη αποφάσεων εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 50 έως 83, αν δεν ορίζεται διαφορετικά από τις διατάξεις των άρθρων 95 έως
- Γ)ΣΥΖΗΤΗΣΗ ΚΑΙ ΨΗΦΙΣΗ ΚΑΤΑΡΧΗΝ Περιεχόμενα και έναρξη της καταρχήν συζήτησης - σειρά ομιλητών. Άρθρο 95 1.Η συζήτηση της αρχής σχεδίου ή πρότασης νόμου αναφέρεται αποκλειστικά στο σκοπό και στο περιεχόμενό τους. 2.Η συζήτηση της αρχής σχεδίου νόμου αρχίζει με την προφορική ανάπτυξή του από τον αρμόδιο Υπουργό και της πρότασης νόμου με την προφορική ανάπτυξή της από το Βουλευτή που την υπογράφει. Σε περίπτωση που την πρόταση νόμου υπογράφουν περισσότεροι Βουλευτές εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις του άρθρου 91 παρ.
- Στη συνέχεια μιλούν οι εισηγητές, οι τυχόν ειδικοί αγορητές και τέλος οι Βουλευτές που έχουν εγγραφεί στον κατάλογο των ομιλητών της καταρχήν συζήτησης. 3.Σε περίπτωση απουσίας των εισηγητών ο Πρόεδρος μπορεί να αναθέσει την εισήγηση του σχεδίου ή της πρότασης νόμου σε μέλος της οικείας επιτροπής. Εγγραφή στον κατάλογο των ομιλητών της καταρχήν συζήτησης Άρθρο 96 1.Η εγγραφή στον κατάλογο των ομιλητών της καταρχήν συζήτησης σχεδίου ή πρότασης νόμου γίνεται από την έναρξη της συζήτησης έως το τέλος της ομιλίας των εισηγητών. 2.Δικαίωμα δευτερολογίας στην καταρχήν συζήτηση σχεδίου ή πρότασης νόμου έχουν οι Βουλευτές που είχαν εγγραφεί στον κατάλογο των ομιλητών της προηγούμενης παραγράφου και εφόσον το ζητήσουν έως το τέλος της καταρχήν συζήτησης. Διάρκεια των αγορεύσεων στην καταρχήν συζήτηση Άρθρο 97 «
- Στην καταρχήν συζήτηση σχεδίου ή πρότασης νόμου η διάρκεια τω αγορεύσεων δεν μπορεί να υπερβεί: α) τα δέκα
(10)λεπτά της ώρας για τους Βουλευτές που έχουν εγγραφεί στον κατάλογο των ομιλητών, β) τα είκοσι
(20)λεπτά της ώρας για τους εισηγητές, τους ειδικούς αγορητές, καθώς και για τους αναπληρωτές εκπροσώπους των Κοινοβουλευτικών Ομάδων.» «2. Με την επιφύλαξη της επόμενης παραγράφου η διάρκεια αγόρευσης των Υπουργών και Προέδρων των Κοινοβουλευτικών Ομάδων δεν μπορεί να υπερβαίνει τα είκοσι
(20)λεπτά της ώρας.» (Αντί για τη σελ. 192,755(α) Σελ. 192,755(β) Τεύχος 1320 Σελ. 25 Βουλή 1.Ζ.δ.48 «3. Η διάρκεια αγόρευσης δεν μπορεί να υπερβεί τα τριάντα
(30)λεπτά της ώρας για τους αρμόδιους Υπουργούς και τους Προέδρους των Κοινοβουλευτικών Ομάδων, που έχουν δύναμη τουλάχιστον ίση με το ένα έκτο(1/6) του όλου αριθμού των Βουλευτών.» «4. Οι Υπουργοί και οι Πρόεδροι των Κοινοβουλευτικών Ομάδων πέρα από το χρόνο των προηγούμενων παραγράφων ακούγονται όποτε ζητήσουν το λόγο για πέντε
(5)λεπτά της ώρας κάθε φορά.» Οι παρ. 1,2,3 και 4 τροποποιήθηκαν ως άνω από τις περιπτ. α, β, γ και δ αντίστοιχα της παρ. 2 του άρθρ. 5 της 6913/26-26 Νοεμ.1993, (ΦΕΚ Α΄ 200), αποφ. Προέδρου της Βουλής. 5.Σε περίπτωση ομιλίας του Πρωθυπουργού, η αγόρευσή του, καθώς και οι αγορεύσεις των Προέδρων των Κοινοβουλευτικών Ομάδων δεν έχουν χρονικό όριο. «6.Στη δευτερολογία της καταρχήν συζήτησης σχεδίου ή πρότασης νόμου η διάρκεια αγόρευσης των ομιλητών των παρ. 1, 2 και 3 περιορίζεται στο ένα δεύτερο (1/2) του χρόνου πρωτολογίας που έχει δικαίωμα καθένας τους. Οι αναπληρωτές εκπρόσωποι των Κοινοβουλευτικών Ομάδων στην καταρχήν συζήτηση έχουν δικαίωμα να τριτολογήσουν για πέντε
(5)λεπτά της ώρας.» Η παρ. 6 τροποποιήθηκε ω άνω από την υποπεριπτ. ι΄ της περιπτ. ε της παρ. 2 του άρθρ. 5 της 6913/26-26 Νοεμ. 1993, (ΦΕΚ Α΄ 200) αποφ. Προέδρου της Βουλής. «7.Με εξαίρεση την παρ.4 του άρθρ. 143, οι πρώην Πρωθυπουργοί, που διετέλεσαν Βουλευτές και Αρχηγοί Κόμματος σε Κυβερνήσεις που έλαβαν ψήφο εμπιστοσύνης της Βουλής και δεν μετέχουν στην Κυβέρνηση, ακούγονται όποτε ζητήσουν το λόγο για δεκαπέντε
(15)λεπτά της ώρας κάθε φορά. Το ίδιο δικαίωμα έχουν και οι διατελέσαντες Πρόεδροι της Βουλής για δέκα
(10)λεπτά της ώρας.» Η παρ.7 τροποποιήθηκε ως άνω από την περ. στ της παρ. 2 του άρθρ. 5 της 6913/26-26 Νοεμ,.1993, (ΦΕΚ Α΄ 200) αποφ. Προέδρου Βουλής. Ειδικοί αγορητές Άρθρο 12 1.Οι Αντιπρόεδροι της Βουλής ασκούν τις αρμοδιότητες που τους αναγνωρίζει ο Κανονισμός ή τους αναθέτει με αποφάσεις του ο Πρόεδρος της Βουλής. 2.Οι Κοσμήτορες της Βουλής επικουρούν τον Πρόεδρο στα οργανωτικά και λειτουργικά ζητήματα της Βουλής. Ιδίως: α)εποπτεύουν σε όλες τις υπηρεσίες της Βουλής και υποβάλλουν στο τέλος κάθε διμήνου έκθεση στον Πρόεδρο της Βουλής για τις οργανωτικές και τις λειτουργικές ανάγκες τους β)προτείνουν μέτρα για τη βελτίωση των συνθηκών απασχόλησης του προσωπικού και την καλύτερη απόδοση των υπηρεσιών της Βουλής γ)βοηθούν τον Πρόεδρο της Βουλής στην τήρηση της τάξης στο βουλευτήριο δ)φροντίζουν για την πιστή τήρηση των αποφάσεων και εντολών του Προέδρου της Βουλής και ιδίως αυτών που αφορούν τα προβλεπόμενα από το άρθρο 47 παρ.2 και 3 θέματα. 3.Οι Γραμματείς της Βουλής επικουρούν τον Πρόεδρο στις συνεδριάσεις της Βουλής, αναγιγνώσκουν, κατά την κρίση του Προέδρου, τα κείμενα και έγγραφα που αφορούν τη Βουλή ή απευθύνονται σ’ αυτήν, επιμελούνται τη διεξαγωγή των ψηφοφοριών και καταγράφουν τις αποφάσεις της Βουλής, εποπτεύουν τη σύνταξη και την έγκαιρη εκτύπωση των Πρακτικών της Βουλής, υπογράφουν τα πρακτικά μετά την επικύρωσή τους από τη Βουλή, τα οποία και αναγιγνώσκουν προς αυτήν μετά σχετική απόφασή της. Ο Πρόεδρος μπορεί να αναθέτει εκτάκτως την ανάγνωση εγγράφων και την εκτέλεση άλλων αναγκαίων βοηθητικών εργασιών της έδρας σε ανώτερους υπαλλήλους της Βουλής. 1.Ζ.δ.48 Βουλή ΚΕΦΑΛΑΙΟ Δ΄: ΔΙΑΣΚΕΨΗ ΤΩΝ ΠΡΟΕΔΡΩΝ Σύνθεση – σύγκληση Άρθρο 98 1.Στην καταρχήν συζήτηση των σχεδίων και προτάσεων νόμων κάθε Κοινοβουλευτική Ομάδα μπορεί να ορίζει έναν ειδικό αγορητή. Κοινοβουλευτικές Ομάδες των οποίων η δύναμη είναι τουλάχιστον ίση με το ένα πέμπτο (1/5) του όλου αριθμού των Βουλευτών μπορούν να ορίσουν έως δύο ειδικούς αγορητές. Σελ. 192,756(β) Τεύχος 1320 Σελ. 26 2.Ο ορισμός των ειδικών αγορητών γίνεται με δήλωση των Προέδρων των Κοινοβουλευτικών Ομάδων προς τον Πρόεδρο της Βουλής, που υποβάλλεται έως και την έναρξη της καταρχήν συζήτησης. 3.Ο χρόνος ομιλίας των εγγεγραμμένων στον κατάλογο των ομιλητών Βουλευτών της Κοινοβουλευτικής Ομάδας στην οποία ανήκουν οι ειδικοί αγορητές περιορίζεται στο ένα δεύτερο (1/2) του χρόνου που ορίζεται στο άρθρο 97 παρ.1. Προφανής εξάντληση του θέματος Άρθρο 99 1.Η Βουλή μπορεί με απόφασή της να περιορίσει το χρόνο των αγορεύσεων των εγγεγραμμένων στον κατάλογο των ομιλητών της καταρχήν συζήτησης των σχεδίων και προτάσεων νόμων σύμφωνα με τους όρους των επόμενων παραγράφων. 2.Ο περιορισμός του χρόνου των αγορεύσεων μπορεί να ζητηθεί γραπτώς από το ένα δέκατο πέμπτο (1/15) του όλου αριθμού των Βουλευτών, αν έχει προφανώς εξαντληθεί η συζήτηση του θέματος. 3.Στη συζήτηση της πρότασης της προηγούμενης παραγράφου μετέχουν ένας από τους Βουλευτές που υπογράφουν την πρόταση και ένας Βουλευτής από κάθε Κοινοβουλευτική Ομάδα, καθένας για πέντε
(5)λεπτά της ώρας. Η σχετική απόφαση λαμβάνεται αποκλειστικά με ανάταση ή έγερση. 4.Μετά την απόφαση για τον περιορισμό του χρόνου των αγορεύσεων η διάρκεια των ομιλιών και των δευτερολογιών περιορίζεται στο ένα δεύτερο (1/2) του χρόνου που προβλέπεται στο άρθρο 97. 5.Στους Προέδρους των Κοινοβουλευτικών Ομάδων η δευτερολογία επιτρέπεται για χρόνο που δεν μπορεί να υπερβαίνει τα είκοσι
(20)λεπτά της ώρας και στους Υπουργούς για χρόνο ίσο με το ένα δεύτερο (1/2) του συνολικού χρόνου που αναλογεί για δευτερολογίες των Προέδρων των Κοινοβουλευτικών Ομάδων κατ’ ανώτατο όριο. 1.Ζ.δ.48 Βουλή Ζητήματα αντισυνταγματικότητας Άρθρο 100 1.Ο Πρόεδρος της Βουλής και κάθε Βουλευτής ή μέλος της Κυβέρνησης μπορεί να ζητήσει, στο στάδιο της καταρχήν συζήτησης, να αποφανθεί η Βουλή αναφορικά με συγκεκριμένες αντιρρήσεις που προβάλλει για τη συνταγματικότητα σχεδίου ή πρότασης νόμου. 2.Στη συζήτηση της πρότασης της προηγούμενης παραγράφου μετέχουν ένας απ’ αυτούς που τη διατύπωσαν, ένας από τους αντιλέγοντες, οι Πρόεδροι των Κοινοβουλευτικών Ομάδων και οι αρμόδιοι Υπουργοί, καθένας για πέντε
(5)λεπτά της ώρας. Η σχετική απόφαση λαμβάνεται αποκλειστικά με ανάταση ή έγερση. Δ) ΣΥΖΗΤΗΣΗ ΚΑΙ ΨΗΦΙΣΗ ΤΩΝ ΑΡΘΡΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΤΡΟΠΟΛΟΓΙΩΝ Τρόπος συζήτησης και ψήφισης των άρθρων και των τροπολογιών. Άρθρο 101 1.Μετά την ψήφιση καταρχήν σχεδίου ή πρότασης νόμου αρχίζει η συζήτηση και ψήφιση των άρθρων και των τυχόν τροπολογιών. 2.Η συζήτηση και η ψήφιση των άρθρων γίνεται διαδοχικά και με τη σειρά που έχουν στο κείμενο του σχεδίου ή της πρότασης νόμου. 3.Οι τροπολογίες συζητούνται και ψηφίζονται από κοινού με το κείμενο του άρθρου στο οποίο αναφέρονται και με τη χρονολογική σειρά κατάθεσής τους. Τροπολογίες που δεν σχετίζονται με συγκεκριμένο άρθρο συζητούνται και ψηφίζονται με τη χρονολογική σειρά κατάθεσής τους μετά το τέλος της κατ’ άρθρον συζήτησης. 4.Η σειρά συζήτησης άρθρου ή τροπολογίας μπορεί να αλλάξει μόνο αν το ζητήσει η Κυβέρνηση. 5.Στη συζήτηση και την ψήφιση των τροπολογιών στα Τμήματα μετέχουν μόνον οι Βουλευτές που είναι μέλη τους. 6.Τροπολογίες που υποβλήθηκαν κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 73 παρ.3 και 75 παρ. 2 του Συντάγματος δεν εισάγονται για συζήτηση ή ψήφιση. Σε περίπτωση αμφισβήτησης ο Πρόεδρος ερωτά τη Βουλή που αποφαίνεται αποκλειστικά με ανάταση ή έγερση και χωρίς συζήτηση. 7.Αμφισβητήσεις κατά το άρθρο 74 παρ.5 εδ. β΄του Συντάγματος αναφορικά με το αν τροπολογία σχετίζεται με το κύριο αντικείμενο του νομοσχεδίου ή της πρότασης υποβάλλονται από τον αρμόδιο Υπουργό ή γραπτώς από το ένα δέκατο (1/10) του συνολικού αριθμού των Βουλευτών. Στη συζήτηση των αμφισβητήσεων μετέχουν κατά περίπτωση ο αρμόδιος Υπουργός ή ο πρώτος από τους Βουλευτές που τις υπογράφουν και ένας από τους αντιλέγοντες, καθένας για πέντε
(5)λεπτά της ώρας. Η σχετική απόφαση λαμβάνεται αποκλειστικά με ανάταση ή έγερση. 8.Οι τροπολογίες που συνεπάγονται επιβάρυνση του προϋπολογισμού εισάγονται για συζήτηση μόνο μετά την υποβολή της έκθεσης του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους ή την πάροδο της προθεσμίας που προβλέπει το άρθρο 75 παρ.1 και 2 του Συντάγματος. 9.Οι διατάξεις του Συντάγματος και του Κανονισμού που αναφέρονται στις τροπολογίες έχουν εφαρμογή και για τις προσθήκες. Εγγραφή στον κατάλογο των ομιλητών της κατ’ άρθρο συζήτησης Άρθρο 102 1.Η εγγραφή στον κατάλογο των ομιλητών της συζήτησης άρθρου μπορεί να ζητηθεί από την έναρξη της συζήτησης του άρθρου αυτού έως το τέλος της ομιλίας του τέταρτου κατά σειρά ομιλητή. 2.Εγγραφές που γίνονται μετά το τέλος της ομιλίας του τέταρτου ομιλητή και έως την ολοκλήρωση των πρωτολογιών κάθε άρθρου ισχύουν μόνο ως δευτερολογίες, που προτάσσονται από τις δευτερολογίες της επόμενης παραγράφου. 3.Δικαίωμα δευτερολογίας στην κατ’ άρθρο συζήτηση έχουν μόνο όσοι πρωτολόγησαν και εφόσον το ζητήσουν έως το τέλος του σταδίου της δευτερολογίας κάθε άρθρου. 4.Η προηγούμενη παράγραφος εφαρμόζεται αναλόγως και για όσους είχαν εγγραφεί έγκαιρα να πρωτολογήσουν και κατά την εκφώνηση του ονόματός τους παραιτήθηκαν από την πρωτολογία. Διάρκεια των ομιλιών στην κατ’ άρθρο συζήτηση Άρθρο 103 «1.Στη συζήτηση των άρθρων η διάρκεια ομιλίας των εγγεγραμμένων στον κατάλογο των ομιλητών δεν μπορεί να υπερβεί τα πέντε
(5)λεπτά της ώρας για την πρωτολογία και τα δύο
(2)λεπτά της ώρας για τη δευτερολογία.» «2.Στη συζήτηση της προηγούμενης παραγράφου οι Υπουργοί και οι Πρόεδροι των Κοινοβουλευτικών Ομάδων ακούγονται όποτε ζητήσουν το λόγο για δέκα
(5)λεπτά της ώρας κάθε φορά ή οι αναπληρωτές των Προέδρων των Κοινοβουλευτικών Ομάδων επίσης για πέντε
(5)λεπτά και έως τρεις φορές.» Οι παρ. 1 και 2 τροποποιήθηκαν ως άνω από τις περιπτ. α και β αντίστοιχα της παρ. 3 του άρθρ. 5 της 6913/26-26 Νοεμ.1993, (ΦΕΚ Α΄200) αποφ. Προέδρου Βουλής. (Αντί για τη σελ. 192,757) Σελ. 192,757(α) Τεύχος 1320 Σελ. 27 Βουλή 1.Ζ.δ.48 Ε) ΨΗΦΙΣΗ ΣΤΟ ΣΥΝΟΛΟ Χρόνος και τρόπος ψήφισης στο σύνολο Άρθρο 104 1.Μετά την ψήφιση όλων των άρθρων και των τροπολογιών ακολουθεί η ψήφιση του σχεδίου ή της πρότασης νόμου στο σύνολο. 2.Αν κατά τη συζήτηση προστεθούν νέα άρθρα ή γίνουν δεκτές τροπολογίες, η ψήφιση του συνόλου αναβάλλεται για να ενταχθούν στο αρχικό κείμενο του σχεδίου ή της πρότασης νόμου τα άρθρα που προστέθηκαν ή οι τροπολογίες που έγιναν δεκτές. 3.Η ένταξη των νέων άρθρων και των τροπολογιών στο αρχικό κείμενο γίνεται από τις αρμόδιες υπηρεσίες της Βουλής με συνεργασία του αρμόδιου Υπουργού και την εποπτεία του Προέδρου της Βουλής. 4.Το συναρμολογημένο, σύμφωνα με την προηγούμενη παράγραφο, κείμενο του σχεδίου ή της πρότασης νόμου ψηφίζεται στο σύνολό του μετά την πάροδο είκοσι τεσσάρων ωρών από τη διανομή του στους Βουλευτές. 5.Κατά την ψήφιση στο σύνολο του συναρμολογημένου κειμένου του σχεδίου ή της πρότασης νόμου δεν είναι επιτρεπτή καμία μεταβολή του, εκτός εάν αφορά αποκλειστικά είτε τη διόρθωση φραστικών ή νομοτεχνικών λαθών και αβλεψιών είτε την αρίθμηση των άρθρων και των διατάξεων και τις παραπομπές σε άλλες διατάξεις είτε βελτιώσεις γλωσσικές, γραμματικές, συντακτικές. Οι διορθώσεις ή βελτιώσεις αυτού του κειμένου δεν πρέπει να μεταβάλλουν την έννοιά του. 6.Το κείμενο του σχεδίου ή της πρότασης νόμου όπως ψηφίστηκε στο σύνολό του καταχωρίζεται στα Πρακτικά. 7.Ο Πρόεδρος της Βουλής εκδίδει και διαβιβάζει στους αρμόδιους Υπουργούς απόσπασμα των επικυρωμένων Πρακτικών που περιέχει το κείμενο του ψηφισμένου στο σύνολο σχεδίου ή πρότασης νόμου. Επανασυζήτηση και ψήφισή σχεδίων και προτάσεων νόμων που αποκρούστηκαν από τη Βουλή. Άρθρο 105 1.Σχέδιο ή πρόταση νόμου που αποκρούστηκαν από την Ολομέλεια ή Τμήμα της Βουλής δεν εισάγονται εκ νέου στην ίδια σύνοδο, ούτε στο Τμήμα που λειτουργεί μετά τη λήξη της συνόδου. 2.Σχέδιο ή πρόταση νόμου που απορρίφθηκαν κατά την ψήφισή τους στο σύνολο από την Ολομέλεια ή το Τμήμα της Βουλής, επειδή δεν έλαβαν το προβλεπόμενο από τα άρθρα 67 και 70 παρ.5 του Συντάγματος ελάχιστο ποσοστό ψήφων του όλου αριθμού των Βουλευτών, μπορούν να εισαχθούν για νέα συζήτηση και ψήφιση, αν στην ψηφοφορία εκείνη οι θετικές ψήφοι που είχαν λάβει ήταν περισσότερες από τις αρνητικές. Σελ. 192,758(α) Τεύχος 1320 Σελ. 28 3.Σχέδιο ή πρόταση νόμου της προηγούμενης παραγράφου μπορούν να εισαχθούν στη Βουλή μετά την πάροδο δύο μηνών. ΣΤ) ΚΛΕΙΣΙΜΟ ΤΗΣ ΣΥΖΗΤΗΣΗΣ Προϋποθέσεις και διαδικασία Άρθρο 106 1.Η Βουλή μπορεί μετά πρόταση του ενός δέκατου πέμπτου (1/15) του όλου αριθμού των Βουλευτών να αποφασίσει το κλείσιμο της καταρχήν ή κατ’ Άρθρο 13 «1. Η Διάσκεψη των Προέδρων αποτελείται από τον Πρόεδρο και τους διατελέσαντες Προέδρους της Βουλής, εφόσον έχουν εκλεγεί Βουλευτές, τους Αντιπροέδρους της Βουλής, τους Προέδρους των διαρκών επιτροπών, τον Πρόεδρο της επιτροπής θεσμών και διαφάνειας, τους Προέδρους των Κοινοβουλευτικών Ομάδων και έναν ανεξάρτητο βουλευτή, ως εκπρόσωπο των ανεξαρτήτων, εφόσον ο αριθμός αυτών είναι τουλάχιστον πέντε
(5). Πρόεδρος της Διάσκεψης των Προέδρων είναι Πρόεδρος της Βουλής, τον οποίο αναπληρώνει ένας από τους Αντιπροέδρους κατά την τάξη της εκλογής τους. Κατά τη διάρκεια της λειτουργίας του Τμήματος διακοπής των εργασιών της Βουλής στη Διάσκεψη των Προέδρων συμμετέχουν, αντί των ανωτέρω Προέδρων των διαρκών επιτροπών, οι Πρόεδροι τω διαρκών επιτροπών της θερινής περιόδου της αντίστοιχης σύνθεσης του Τμήματος διακοπής.» Η παρ. 1 αναδιατυπώθηκε ως άνω από την παρ. 1 άρθρ. 1 αποφ. Ολομ. Βουλής της 3-8 Ιουλ.1996 (ΦΕΚ Α’ 151), κατωτ. αριθ.
- 2.Ο ανεξάρτητος Βουλευτής και ο αναπληρωτής του ορίζονται στην αρχή κάθε τακτικής συνόδου με κοινή ενυπόγραφη δήλωση των ανεξαρτήτων, η οποία υποβάλλεται στο Προεδρείο της Βουλής. Αν οι ανεξάρτητοι δεν ορίσουν τον κοινό εκπρόσωπό τους ή τον αναπληρωτή του, ενεργείται κλήρωση και μετέχει στις συνεδριάσεις της Διάσκεψης των Προέδρων ο ανεξάρτητος Βουλευτής, που ευνοήθηκε από τον κλήρο. 3.Τα μέλη της Διάσκεψης των Προέδρων αναπληρώνονται από τους νόμιμους αναπληρωτές τους. Οι Πρόεδροι των Κοινοβουλευτικών Ομάδων μπορούν να αναπληρωθούν από τους κατά το άρθρο 17 παρ,2 αναπληρωτές τους. «
- Η Διάσκεψη των Προέδρων συγκαλείται σε τακτική συνεδρίαση από τον Πρόεδρό της κάθε Τετάρτη και σε έκτακτη συνεδρίαση όταν κρίνεται τούτο αναγκαίο.» Η συγκεκριμένη ημέρα και ώρα της συνεδρίασης γνωστοποιείται στην Κυβέρνηση, που μπορεί να εκπροσωπηθεί από μέλος της. Το μέσα σε «» πρώτο εδάφιο αναδιατυπώθηκε ως άνω από την παρ. 1 του άρθρ. 1 Απόφ. Ολομ. Βουλής 3-8 Ιουλ. 1996 (ΦΕΚ Α’ 151), κατωτ. αριθ.
- 5.Οι αποφάσεις της Διάσκεψης των Προέδρων λαμβάνονται με απόλυτη πλειοψηφία των παρόντων μελών της, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά από άλλες διατάξεις του Κανονισμού. Σε περίπτωση ισοψηφίας υπερισχύει η ψήφος του Προέδρου. Αρμοδιότητες άρθρο συζήτησης σχεδίου ή πρότασης νόμου. Εξαιρούνται: α) σχέδια και προτάσεις νόμων που συζητούνται σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 107, 109, και 110 β) σχέδια και προτάσεις εκλογικού νόμου γ) ο προϋπολογισμός του Κράτους και δ) προτάσεις για την αναθεώρηση του Συντάγματος. 2.Η πρόταση για το κλείσιμο της καταρχήν συζήτησης σχεδίου ή πρότασης νόμου μπορεί να υποβληθεί μόνο αν έχει προηγηθεί αγόρευση δώδεκα τουλάχιστον ομιλητών. Στον αριθμό αυτόν συνυπολογίζονται οι εισηγητές, οι ειδικοί αγορητές και οι Πρόεδροι των Κοινοβουλευτικών Ομάδων, αν έλαβαν τον λόγο. 3.Στη συζήτηση της πρότασης της προηγούμενης παραγράφου μετέχουν ένας από τους Βουλευτές που την υπογράφουν και ένας Βουλευτής από κάθε Κοινοβουλευτική Ομάδα, καθένας για πέντε
(5)λεπτά της ώρας. Η σχετική απόφαση λαμβάνεται αποκλειστικά με ανάταση ή έγερση. 4.Το κλείσιμο της καταρχήν συζήτησης σχεδίου ή πρότασης νόμου αποκλείεται αν έως το τέλος της συζήτησης της προηγούμενης παραγράφου υποβληθούν γραπτές αντιρρήσεις από το ένα τέταρτο (1/4) του όλου αριθμού των Βουλευτών. Οι Βουλευτές που υπογράφουν τις αντιρρήσεις πρέπει να είναι παρόντες αλλιώς οι αντιρρήσεις τους δεν λαμβάνονται υπόψη. 5.Σε περίπτωση που μετά τη λήψη της απόφασης της παρ.3 υπάρχουν Κοινοβουλευτικές Ομάδες που δεν έλαβαν μέρος στη συζήτηση ή έλαβαν μέρος, αλλά με αριθμό ομιλητών μικρότερο από δύο, στους οποίους συμπεριλαμβάνονται οι Πρόεδροι των Κοινοβουλευτικών Ομάδων, οι εισηγητές και οι ειδικοί αγορητές, ο λόγος δίνεται σε Βουλευτές των Κοινοβουλευτικών Ομάδων αυτών, κατά τη σειρά της εγγραφής τους στον κατάλογο ομιλητών και εωσότου συμπληρωθεί ο αριθμός των δύο ομιλητών κατά Κοινοβουλευτική Ομάδα. 1.Ζ.δ.48 Βουλή 6.Οι διατάξεις των παρ. 2, 4 και 5 εφαρμόζονται αναλόγως και για το κλείσιμο της συζήτησης κατ’ άρθρο. Η σχετική απόφαση λαμβάνεται αποκλειστικά με ανάταση ή έγερση και χωρίς συζήτηση. Ζ) ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΤΩΝ ΣΥΖΗΤΗΣΕΩΝ Προϋποθέσεις και διαδικασία Άρθρο 107 «1.Με εξαίρεση τα σχέδια και τις προτάσεις νόμων που σύμφωνα με το άρθρο 72 του Συντάγματος υπάγονται στην αρμοδιότητα της Ολομέλειας της Βουλής, τα λοιπά σχέδια και οι προτάσεις νόμων μπορούν να εισαχθούν για συζήτηση και ψήφιση στη Βουλή με τη διαδικασία του παρόντος άρθρου (οργανωμένη συζήτηση), εφόσον η αρμόδια κοινοβουλευτική επιτροπή τα έχει επεξεργαστεί σε τρεις τουλάχιστον πλήρεις συνεδριάσεις ή αν προηγήθηκε ακρόαση εξωκοινοβουλευτικών προσώπων κατά το άρθρο 38.» «2. Η Διάσκεψη των Προέδρων αποφασίζει για τη διεξαγωγή οργανωμένης συζήτησης, αφού διαπιστώσει ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις της προηγούμενης παραγράφου.» Οι παρ. 1 και 2 αναδιατυπώθηκαν ως άνω από την παρ. 1 άρθρ. 10 Αποφ. Ολομ.Βουλής της 3-8 Ιουλ. 1996 (ΦΕΚ Α΄ 151), κατωτ. αριθ. 76. 3.
(4).Η Διάσκεψη των Προέδρων με πλειοψηφία των τεσσάρων πέμπτων (4/5) των μελών της μπορεί ν’ αποφασίσει την οργάνωση της συζήτησης σχεδίου ή πρότασης νόμου, και αν ακόμη η αρμόδια κοινοβουλευτική επιτροπή δεν τα έχει επεξεργαστεί σε τρεις πλήρεις συνεδριάσεις ή δεν προηγήθηκε ακρόαση εξωκοινοβουλευτικών προσώπων. «
- Εάν κατά την έναρξη της συζήτησης στη Βουλή προβληθούν αντιρρήσεις από το ένα εικοστό (1/20) του όλου αριθμού των Βουλευτών, η Βουλή μπορεί να αποφασίσει ότι δεν θα διεξαχθεί οργανωμένη συζήτηση, ακόμη και εάν συντρέχουν οι προϋποθέσεις των προηγούμενων παραγράφων. Στην περίπτωση αυτή η ολοκλήρωση της συζήτησης και της ψήφισης του σχεδίου ή της πρότασης νόμου γίνεται υποχρετικά στο συνολικό αριθμό συνεδριάσεων που έχει ήδη καθορίσει η Διάσκεψη των Προέδρων, σύμφωνα με την επόμενη παράγραφο.» Η παρ. 3 καταργήθηκε ,η παρ. 4 αναριθμήθηκε σε παρ. 3 και προστέθηκε νέα παρ. 4 από την παρ. 2 άρθρ. 10 αποφ. Ολομ.Βουλής της 38 Ιουλ. 1996 (ΦΕΚ Α΄ 151), κατωτ. αριθ.
- 5.Η Διάσκεψη των Προέδρων «συγχρόνως με την απόφασή της για διεξαγωγή οργανωμένης συζήτησης», καθορίζει το συνολικό αριθμό των συνεδριάσεων που θα διατεθούν για την ολοκλήρωση της συζήτησης και της ψήφισης του σχεδίου ή πρότασης νόμου, καθώς και τη χρονική διάρκεια κάθε συνεδρίασης. Στο πλαίσιο του συνολικού χρόνου προσδιορίζει το χρόνο που θα διατεθεί για την καταρχήν και για την κατ’ άρθρο συζήτηση. Η μέσα σε « » φράση προστέθηκε από την παρ. 3 άρθρ. 10 Απόφ. Ολομ. Βουλής της 3-8 Ιουλ.1996 (ΦΕΚ Α΄ 151), κατωτ. αριθ.
- 6.Ο χρόνος που έχει προσδιορισθεί για την καταρχήν συζήτηση κατανέμεται από τη Διάσκεψη των Προέδρων μεταξύ των Κοινοβουλευτικών Ομάδων ως εξής: αρχικά διασφαλίζεται σε καθεμία από αυτές ίσος ελάχιστος χρόνος. Κατόπιν το άθροισμα του ελάχιστου ίσου χρόνου που διατέθηκε στις Κοινοβουλευτικές Ομάδες αφαιρείται από το συνολικό χρόνο που έχει καθοριστεί για την καταρχήν συζήτηση και το υπόλοιπο κατανέμεται στις Κοινοβουλευτικές Ομάδες ανάλογα με τη δύναμή τους. Η Διάσκεψη των Προέδρων καθορίζει επίσης για τους ανεξαρτήτους χρόνο ανάλογο με τον αριθμό τους σε συνδυασμό με το χρόνο που έχει διατεθεί στις Κοινοβουλευτικές Ομάδες. 7.Με την έναρξη της καταρχήν συζήτησης οι Κοινοβουλευτικές Ομάδες καταθέτουν στο Προεδρείο της Βουλής κατάλογο των ομιλητών της ομάδας τους καθορίζοντας τη σειρά και τη διάρκεια της ομιλίας τους μαζί με τις ενδεχόμενες δευτερολογίες των εισηγητών μέσα στο πλαίσιο του χρόνου που αναλογεί στην Ομάδα τους. Η εγγραφή των ανεξαρτήτων στον κατάλογο των ομιλητών γίνεται σύμφωνα με το άρθρο
- 8.Η διάρκεια ομιλίας των Υπουργών, των προέδρων των Κοινοβουλευτικών Ομάδων και των αναπληρωτών τους ορίζεται στο ένα δεύτερο (1/2) του χρόνου του άρθρου 97 και δεν υπολογίζεται στο συνολικό χρόνο που έχει διατεθεί σε κάθε Κοινοβουλευτική Ομάδα. 9.Το προεδρείο με βάση τους καταλόγους της παρ. 7 καταρτίζει ενιαίο κατάλογο καθορίζοντας τη σειρά των ομιλητών με πρόταξη των εισηγητών και ειδικών αγορητών εναλλάξ και σύμφωνα με τη σειρά των Κοινοβουλευτικών Ομάδων κατά το άρθρο 19 παρ.
- Μετά την ολοκλήρωση της ομιλίας του τελευταίου ομιλητή του καταλόγου ακολουθεί δευτερολογία των εισηγητών για δέκα
(10)λεπτά και η ψήφιση της αρχής του σχεδίου ή πρότασης νόμου. 10.Μέσα στο πλαίσιο του χρόνου που έχει προσδιοριστεί για την κατ’ άρθρο συζήτηση η Διάσκεψη των Προέδρων καθορίζει την ενότητα ή (Αντί για τη σελ. 192,759) Σελ. 192,759(α) Τεύχος 1320 Σελ. 29 Βουλή 1.Ζ.δ.48 τον αριθμό των άρθρων που θα συζητηθούν και ψηφιστούν σε κάθε συνεδρίαση ή σε ορισμένη χρονική διάρκεια συνεδρίασης. Η συζήτηση γίνεται για ολόκληρη την ενότητα ή τον αριθμό των άρθρων με ανάλογη εφαρμογή των προηγούμενων παραγράφων που ισχύουν για την κατ’ αρχήν συζήτηση. 11.Η διάρκεια της ομιλίας στην κατ’ άρθρο συζήτηση των Υπουργών, Προέδρων Κοινοβουλευτικών Ομάδων και αναπληρωτών τους ορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 103 παρ.
- 12.Η συζήτηση των άρθρων ολοκληρώνεται με την ομιλία του τελευταίου ομιλητή του καταλόγου και η ψήφισή τους γίνεται ιδιαιτέρως για κάθε άρθρο στο τέλος της συνεδρίασης που έχει διατεθεί για τη συγκεκριμένη ενότητα ή τον αριθμό των άρθρων. 13.Αν η Διάσκεψη των Προέδρων αποφασίσει την οργάνωση της συζήτησης καθορίζει τη συνολική της διάρκεια, λαμβάνοντας υπόψη και τις τροπολογίες που έχουν κατατεθεί έως την προτεραία της σύγκλησής της. Για τροπολογίες που κατατέθηκαν μετά τον προγραμματισμό από τη Διάσκεψη των Προέδρων διατίθεται ο αναγκαίος για τη συζήτηση χρόνος με απόφαση της Βουλής ύστερα από πρόταση του Προέδρου. ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ΄: ΣΥΝΟΠΤΙΚΕΣ ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΕΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΕΣ Ψήφιση σχεδίων και προτάσεων νόμων χωρίς ή με περιορισμένη συζήτηση. Άρθρο 108 1.Στην αρχή της συνεδρίασης και πριν από την έναρξη της συζήτησης των θεμάτων της ημερήσιας διάταξης η Βουλή μπορεί να ψηφίσει καταρχήν, κατ’ άρθρο και στο σύνολο σχέδια ή προτάσεις νόμων χωρίς συζήτηση. Αν προβληθούν αντιρρήσεις, ο Πρόεδρος «καλεί» το Βουλευτή ή τους Βουλευτές που τις διατύπωσαν να λάβουν το λόγο. Η μέσα σε « » λέξη στο δεύτερο εδάφιο αντικαταστάθηκε ως άνω από την περ. α της παρ. 1 του άρθρ. 11, Αποφ. Ολομ. Βουλής της 3-8 Ιουλ.1996 (ΦΕΚ Α΄ 151), κατωτ. αριθ.
- 2.Η Βουλή μπορεί ύστερα από ομόφωνη πρόταση της Διάσκεψης των Προέδρων να ψηφίσει καταρχήν, κατ’ άρθρο και στο σύνολο σχέδια ή προτάσεις νόμων όπως κατατέθηκαν ή διαμορφώθηκαν από την αρμόδια επιτροπή χωρίς συζήτηση. 3.Τα σχέδια και οι προτάσεις νόμων της προηγούμενης παραγράφου εγγράφονται κατά προτεραιότητα στην ημερήσια διάταξη με ρητή αναφορά της σχετικής ομόφωνης πρότασης της Διάσκεψης των Προέδρων. Σελ. 192,760(α) Τεύχος 1320 Σελ. 30 4.Αν διατυπωθούν αντιρρήσεις, η Βουλή μπορεί να αποφασίσει την ψήφιση των σχεδίων και προτάσεων νόμων της παρ. 2 ύστερα από περιορισμένη συζήτηση, που διεξάγεται στην ίδια ή σε άλλη συνεδρίαση. 5.Στην περιορισμένη συζήτηση της προηγούμενης παραγράφου μπορούν να μετέχουν μόνο ο αρμόδιος Υπουργός, οι εισηγητές, οι Πρόεδροι των Κοινοβουλευτικών Ομάδων και οι Βουλευτές που διατύπωσαν τις αντιρρήσεις για δέκα
(10)λεπτά της ώρας ο καθένας. «
- Σχέδια και προτάσεις νόμων, που έγιναν ομοφώνως δεκτά ή με πλειοψηφία τεσσάρων πέμπτων (4/5) του όλου αριθμού των μελών της αρμόδιας διαρκούς επιτροπής, ψηφίζονται από τη Βουλή χωρίς συζήτηση, με ανάλογη εφαρμογή της παρ. 1 του παρόντος άρθρου.» Η παρ. 6 προστέθηκε με την περ. β της παρ. 1 του άρθρ. 11 Απόφ. Ολομ. Βουλής της 3-8 Ιουλ. 1996 (ΦΕΚ Α΄ 151), κατωτ. αριθ.
- Κατεπείγοντα σχέδια και προτάσεις νόμων Άρθρο 109 1.Τα σχέδια και οι προτάσεις νόμων που χαρακτηρίζονται από την Κυβέρνηση ως κατεπείγοντα κατά το άρθρο 76 παρ. 4 του Συντάγματος παραπέμπονται αμέσως μετά την κατάθεσή τους στην αρμόδια επιτροπή. Ο Πρόεδρος της Βουλής ορίζει ανάλογη προθεσμία για την υποβολή της έκθεσης σύμφωνα με το άρθρο 89 παρ.
- 2.Αν η επιτροπή αποδεχθεί το χαρακτηρισμό του κατεπείγοντος, προβαίνει στην επεξεργασία και την εξέταση του σχεδίου ή της πρότασης νόμου σε μία συνεδρίαση. 3.Αμέσως μετά την υποβολή της έκθεσης της επιτροπής ή την πάροδο της προθεσμίας για την υποβολή της τα σχέδια και οι προτάσεις νόμων της προηγούμενης παραγράφου εγγράφονται κατά προτεραιότητα στην ημερήσια διάταξη κατά παρέκκλιση του άρθρου 91 παρ.
- 4.Η συζήτηση και ψήφιση των κατεπειγόντων σχεδίων και κατεπειγουσών προτάσεων νόμων ολοκληρώνεται σε μία συνεδρίαση, που διαρκεί κατ’ ανώτατο όριο δέκα ώρες. 1.Ζ.δ.48 Βουλή 5.Στην αρχή της συνεδρίασης η Βουλή μπορεί μετά πρόταση του Προέδρου της να καθορίσει το χρόνο που θα διατεθεί για την καταρχήν και την κατ’ άρθρο συζήτηση. 6.Αν για οποιονδήποτε λόγο δε ληφθεί απόφαση της Βουλής σύμφωνα με την προηγούμενη παράγραφο διατίθενται τέσσερις ώρες για την καταρχήν και έξι ώρες για την κατ’ άρθρο συζήτηση. 7.Στην καταρχήν και στην κατ’ άρθρο συζήτηση μετέχουν, εκτός από τους εισηγητές, ο Πρωθυπουργός ή ο αρμόδιος Υπουργός, οι Πρόεδροι των Κοινοβουλευτικών Ομάδων, και από ένας εκπρόσωπός τους. Η ομιλία τους περιορίζεται στο ένα δεύτερο (1/2) του χρόνου που προβλέπεται από τα άρθρα 97 και
- 8.Μετά την εξάντληση του καταλόγου των ομιλητών της προηγούμενης παραγράφου και σε κάθε περίπτωση μετά τη συμπλήρωση του δεκαώρου κηρύσσεται περαιωμένη η συζήτηση σε οποιοδήποτε στάδιο και αν βρίσκεται και διεξάγεται η ψηφοφορία καταρχήν, κατ’ άρθρο και στο σύνολο. Σχέδια και προτάσεις νόμων ιδιαίτερης σημασίας ή επείγοντος χαρακτήρα Άρθρο 110 1.Κατά την έναρξη της συζήτησης η Κυβέρνηση μπορεί να ζητήσει από τη Βουλή σύμφωνα με το άρθρο 76 παρ. 5 του Συντάγματος να καθορίσει με απόφασή της το συνολικό αριθμό των συνεδριάσεων μέσα στις οποίες θα γίνει η συζήτηση και η ψήφιση σχεδίου ή πρότασης νόμου που έχουν ιδιαίτερη σημασία ή επείγοντα χαρακτήρα. Ο αριθμός των συνεδριάσεων αυτών δεν μπορεί να είναι μεγαλύτερος από τρεις με την επιφύλαξη της παρ.
- 2.Στη συζήτηση της πρότασης της Κυβέρνησης μετέχουν ένας Βουλευτής για την υποστήριξη και ένας για την απόκρούσή της επί πέντε
(5)λεπτά της ώρας καθένας. Τον ίδιο επίσης χρόνο έχουν και οι Πρόεδροι των Κοινοβουλευτικών Ομάδων. Η απόφαση της Βουλής λαμβάνεται αποκλειστικά με ανάταση ή έγερση. 3.Μετά πρόταση του ενός δεκάτου (1/10) του όλου αριθμού των Βουλευτών, η οποία υποβάλλεται είτε έως το τέλος της συζήτησης της προηγούμενης παραγράφου, είτε κατά τη διάρκεια της τρίτης συνεδρίασης, η Βουλή μπορεί να παρατείνει τη συζήτηση του σχεδίου ή της πρότασης νόμου κατά δύο το πολύ συνεδριάσεις. Στην τελευταία περίπτωση εφαρμόζεται η παρ. 2. 4.Στην αρχή της συνεδρίασης η Βουλή μετά πρόταση του Προέδρου της καθορίζει τον αριθμό των συνεδριάσεων που θα διατεθούν για την καταρχήν και την κατ’ άρθρο συζήτηση. 5.Αν για οποιονδήποτε λόγο δεν ληφθεί απόφαση της Βουλής σύμφωνα με την προηγούμενη παράγραφο διατίθενται μία συνεδρίαση για την καταρχήν και δύο συνεδριάσεις για την κατ’ άρθρο συζήτηση, όταν ο συνολικός αριθμός των συνεδριάσεων έχει οριστεί σε τρεις. Πέρα από τις τρεις διατίθενται δύο συνεδριάσεις για την καταρχήν και οι λοιπές για την κατ’ άρθρο συζήτηση όταν η σχετική απόφαση για τον αριθμό των συνεδριάσεων έχει ληφθεί στην αρχή της πρώτης συνεδρίασης. «6.Κατά τη συζήτηση σχεδίων και προτάσεων νόμων ιδιαίτερης σημασίας ή επείγοντος χαρακτήρα η διάρκεια της ομιλίας στην καταρχήν συζήτηση των Υπουργών, των Προέδρων των Κοινοβουλευτικών Ομάδων και των εισηγητών, ορίζεται σε είκοσι
(20)λεπτά της ώρας, των ειδικών αγορητών σε δέκα
(10)λεπτά της ώρας και των εγγεγραμμένων στον κατάλογο των ομιλητών Βουλευτών σε πέντε
(5)λεπτά της ώρας. Στην κατ’ άρθρο συζήτηση η διάρκεια της ομιλίας ορίζεται για όλους τους ομιλητές σε τρία
(3)λεπτά της ώρας.» «7.Στα σχέδια και στις προτάσεις νόμων που συζητούνται με τη διαδικασία του παρόντος άρθρου, δευτερολογίες επιτρέπονται μόνο στην καταρχήν συζήτηση στους εισηγητές για δέκα
(10)και στους ειδικούς αγορητές για οκτώ
(8)λεπτά της ώρας.» Οι παρ. 6 και 7 τροποποιήθηκαν ως άνω από τις περιπτ. α και β αντίστοιχα της παρ. 4 του άρθρ. 5 της 6913/26-26 Νοεμ. 1993 (ΦΕΚ Α΄200) αποφ. Προέδρου της Βουλής. 8.Η συζήτηση των σχεδίων και προτάσεων νόμων, που διεξάγεται σύμφωνα με το άρθρο αυτό, τερματίζεται τη δωδεκάτη νυχτερινή ώρα της τελευταίας συνεδρίασης και πάντως το αργότερο με τη συμπλήρωση έξι ωρών από την έναρξή της. ΚΕΦΑΛΑΙΟ Δ΄ :ΕΙΔΙΚΕΣ ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΕΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΕΣ Σχέδια και προτάσεις νόμων για τη σύσταση ειδικών επιτροπών σύνταξης και κύρωσης κωδίκων Άρθρο 111 1.Με την επιφύλαξη του άρθρου 118 παρ. 6, τα σχέδια και οι προτάσεις νόμων με τα οποία συνιστώνται ειδικές επιτροπές για τη σύνταξη κωδίκων ή για την κωδικοποίηση διατάξεων που υπάρχουν σύμφωνα με το άρθρο 76 παρ. 6 και 7 του Συντάγματος πρέπει να περιέχουν απαραιτήτως διατάξεις σχετικές με τη σύσταση, σύνθεση, συγκρότηση, καθώς και κάθε άλλο θέμα που αφορά το έργο και τη λειτουργία των ειδικών αυτών επιτροπών. (Αντί για τη σελ. 192,761) Σελ. 192,761(α) Τεύχος 1320 Σελ. 31 Βουλή 1.Ζ.δ.48 2.Ειδικές επιτροπές για τη σύνταξη ενός ή περισσότερων κωδίκων διαφορετικού αντικειμένου μπορούν να συσταθούν με το ίδιο σχέδιο ή την ίδια πρόταση νόμου. 3.Κατά την επιψήφιση δικαστικών ή διοικητικών κωδίκων και κατά την κωδικοποίηση διατάξεων που υπάρχουν σύμφωνα με το άρθρο 76 παρ. 6 και 7 η συζήτηση γίνεται μία φορά καταρχήν και κατόπιν ακολουθεί ψήφιση στο σύνολο. Σχέδια και προτάσεις νόμων για κύρωση διεθνών συνθηκών ή συμβάσεων Άρθρο 112 1.Η Βουλή εγκρίνει ή απορρίπτει τα σχέδια και τις προτάσεις νόμων που κυρώνουν διεθνείς συνθήκες ή διεθνείς συμβάσεις χωρίς μεταβολές του περιεχομένου των συνθηκών και συμβάσεων. 2.Η κύρωση των σχεδίων και προτάσεων νόμων της προηγούμενης παραγράφου γίνεται με τη διαδικασία του άρθρου
- 3.Η προηγούμενη παράγραφος δεν εφαρμόζεται για τα σχέδια και τις προτάσεις νόμων που αφορούν την κύρωση συμβάσεων σύμφωνα με τα άρθρα 27 και 28 παρ. 2 και 3 του Συντάγματος. Σχέδια νόμων για την κύρωση πράξεων νομοθετικού περιεχομένου Άρθρο 14 Η Διάσκεψη των Προέδρων: α)εξετάζει την ημερήσια διάταξη της επόμενης εβδομάδας με σκοπό την καλύτερη οργάνωση των εργασιών της Βουλής «β)καθορίζει τη διαδικασία και τη διάρκεια συζήτησης των σχεδίων ή προτάσεων νόμων στην Ολομέλεια της Βουλής, καθώς και τη συνολική διάρκεια των γενικών συζητήσεων μέσα στο πλαίσιο των συνεδριάσεων της ημερήσιας διάταξης, λαμβάνοντας υπόψη την εισήγηση της αρμόδιας Κοινοβουλευτικής Επιτροπής» Το δεύτερο μέσα σε « » εδάφιο αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. 2 του άρθρ. 1 της απόφ. Ολομ. Βουλής 3-8 Ιουλ. 1996 (ΦΕΚ Α’ 151), κατωτ. Αριθ.
- γ) αποφασίζει για τη διεξαγωγή οργανωμένης συζήτησης πάνω σε οποιοδήποτε θέμα νομοθετικού έργου ή κοινοβουλευτικού ελέγχου σύμφωνα με το ΄Αρθρο 113 1.Τα σχέδια νόμων που αφορούν την κύρωση πράξεων νομοθετικού περιεχομένου κατά το άρθρο 44 παρ. 1 του Συντάγματος εγγράφονται κατά προτεραιότητα στην ημερήσια διάταξη της Βουλής. 2.Τα σχέδια νόμων της προηγούμενης παραγράφου περιέχουν απαραιτήτως ένα άρθρο που κυρώνει αυτούσια την πράξη νομοθετικού περιεχομένου. Μπορούν επίσης να προστεθούν και διατάξεις που ρυθμίζουν θέματα σχετικά με την κυρούμενη πράξη. Σχέδια και προτάσεις νόμων που αναπέμπονται στη Βουλή Άρθρο 114 1.Τα σχέδια και οι προτάσεις νόμων που έχουν ψηφιστεί και αναπέμπονται στη Βουλή, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 42 του Συντάγματος, καθώς και το σχετικό έγγραφο του Προέδρου της Δημοκρατίας για την αναπομπή διανέμονται στους Βουλευτές μέσα σε τρεις ημέρες από την παραλαβή τους. 2.Τα σχέδια ή οι προτάσεις νόμων που αναπέμπονται εγγράφονται απευθείας και κατά προτεραιότητα στην ημερήσια διάταξη της Ολομέλειας της Βουλής και συζητούνται κατά τη διαδικασία του άρθρου 76 παρ. 2 του Συντάγματος. Σελ. 192,762(α) Τεύχος 1320 Σελ. 32 3.Η επιψήφιση γίνεται με την απόλυτη πλειοψηφία του όλου αριθμού των Βουλευτών. Προτάσεις του Υπουργικού Συμβουλίου για τη διεξαγωγή δημοψηφίσματος. Άρθρο 115 1.Η πρόταση του Υπουργικού Συμβουλίου με την οποία ζητείται η διεξαγωγή δημοψηφίσματος για κρίσιμο εθνικό θέμα σύμφωνα με το άρθρο 44 παρ. 2 εδ. α΄ του Συντάγματος κατατίθεται στη Βουλή, τυπώνεται και διανέμεται στους Βουλευτές και εγγράφεται κατά προτεραιότητα στην ημερήσια διάταξη. 2.Η πρόταση πρέπει να αναφέρει το εθνικό θέμα για το οποίο ζητείται η διεξαγωγή δημοψηφίσματος, καθώς και την προθεσμία διενέργειάς του, και να προσδιορίζει με σαφήνεια το ερώτημα ή τα ερωτήματα στα οποία θα απαντήσει ο λαός. 3.Η πρόταση συζητείται με ανάλογη εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 95 έως
- 4.Η ψηφοφορία για την αποδοχή ή μη της πρότασης είναι ονομαστική και αφορά το κείμενο της πρότασης όπως κατατέθηκε ή διαμορφώθηκε κατά τη συζήτηση στη Βουλή. 5.Η πρόταση εγκρίνεται με την απόλυτη πλειοψηφία του όλου αριθμού των Βουλευτών. 6.Η απόφαση της Βουλής που δέχεται την πρόταση του Υπουργικού Συμβουλίου για τη διεξαγωγή δημοψηφίσματος δημοσιεύεται με παραγγελία του Προέδρου της Βουλής στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως το αργότερο μέσα σε δέκα ημέρες. Προτάσεις Βουλευτών για τη διεξαγωγή δημοψηφίσματος Άρθρο 116 1.Η πρόταση των δύο πέμπτων (2/5) του όλου αριθμού των Βουλευτών με την οποία ζητείται σύμφωνα με το άρθρο 44 παρ. 2 εδ. β΄ του Συντάγματος η διεξαγωγή δημοψηφίσματος για ψηφισμένο νομοσχέδιο που ρυθμίζει σοβαρό κοινωνικό ζήτημα κατατίθεται στη Βουλή, τυπώνεται και διανέμεται στους Βουλευτές και εγγράφεται κατά προτεραιότητα στην ημερήσια διάταξη. 2.Η πρόταση πρέπει να αναφέρει το συγκεκριμένο νομοσχέδιο για το οποίο ζητείται η διεξαγωγή δημοψηφίσματος. 3.Η συζήτηση της πρότασης διεξάγεται με ανάλογη εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 95 έως 100 και ολοκληρώνεται μέσα σε τρεις συνεδριάσεις. 1.Ζ.δ.48 Βουλή 4.Η ψηφοφορία για την αποδοχή ή μη της πρότασης είναι ονομαστική. 5.Η πρόταση εγκρίνεται με την πλειοψηφία των τριών πέμπτων (3/5) του όλου αριθμού των Βουλευτών. 6.Η απόφαση της Βουλής που δέχεται την πρόταση Βουλευτών για τη διεξαγωγή δημοψηφίσματος πρέπει να περιέχει με σαφήνεια το ερώτημα ή τα ερωτήματα που θα τεθούν στο λαό και να αναφέρει την προθεσμία μέσα στην οποία θα γίνει η προκήρυξη του δημοψηφίσματος. 7.Η παράγραφος 6 του προηγούμενου άρθρου εφαρμόζεται και για την απόφαση της Βουλής που αναφέρεται στο παρόν άρθρο. 8.Η προκήρυξη του δημοψηφίσματος γίνεται με προεδρικό διάταγμα που προσυπογράφεται από τον Πρόεδρο της Βουλής. Κήρυξη της επικράτειας σε κατάσταση πολιορκίας Άρθρο 117 1.Η πρόταση της Κυβέρνησης προς τη Βουλή για να αποφασίσει σύμφωνα με το άρθρο 48 παρ. 1 του Συντάγματος την εφαρμογή του νόμου για την κατάσταση πολιορκίας, τη σύσταση εξαιρετικών δικαστηρίων και την αναστολή άρθρων του Συντάγματος μπορεί να υποβληθεί και χωρίς εγγραφή στην ημερήσια διάταξη. Η πρόταση συζητείται και ψηφίζεται μέσα σε μία μόνο συνεδρίαση, σύμφωνα με το άρθρο 48 παρ. 6 του Συντάγματος. Με την ίδια απόφαση της Βουλής ορίζεται η διάρκεια ισχύος των επιβαλλόμενων μέτρων, η οποία δεν μπορεί να υπερβεί τις δεκαπέντε ημέρες. 2.Οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου ισχύουν και για να αποφασίσει η Βουλή την έγκριση του προεδρικού διατάγματος που προβλέπει η παρ. 2 του άρθρου 48 του Συντάγματος. Το αργότερο τη δεκάτη πέμπτη ημέρα από τήν έκδοση του διατάγματος αυτού η Βουλή συνέρχεται για να αποφασίσει την έγκρισή του, ακόμη και αν είχε λήξει η βουλευτική περίοδος ή η Βουλή είχε διαλυθεί. 3.Πρίν ακόμη λήξει η προθεσμία διάρκειας των μέτρων των παρ. 1 και 2, η Βουλή μπορεί να αποφασίζει την παράτασή της για ένα δεκαπενθήμερο κάθε φορά. Στην περίπτωση αυτή εφαρμόζονται οι διατάξεις των δύο προηγούμενων παραγράφων. 4.Οι ψηφοφορίες για τις αποφάσεις των παρ. 1 έως 3 είναι πάντοτε ονομαστικές. Για την απόφαση της παρ. 1 απαιτείται πλειοψηφία των τριών πέμπτων (3/5) του συνολικού αριθμού των Βουλευτών. Για τις αποφάσεις των παρ. 2 και 3 αρκεί η απόλυτη πλειοψηφία του συνολικού αριθμού των Βουλευτών. 5.Η απόφαση της Βουλής της παρ. 1 δημοσιεύεται από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας. Οι αποφάσεις των παρ. 2 και 3 δημοσιεύονται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως με πράξη του Προέδρου της Βουλής. Προτάσεις για τροποποίηση του Κανονισμού της Βουλής Άρθρο 118 1.Οι προτάσεις για τροποποίηση του Κανονισμού υποβάλλονται από τον Πρόεδρό της ή τους Βουλευτές στη Βουλή και παραπέμπονται στην Επιτροπή Κανονισμού για επεξεργασία και εξέταση. 2.Η Επιτροπή Κανονισμού υποβάλλει στη Βουλή σχέδια μεταβολής του Κανονισμού με τις προσθήκες και τις τροποποιήσεις που κρίνει αναγκαίες. Τα σχέδια αυτά εγγράφονται σε ειδική ημερήσια διάταξη, συζητούνται και ψηφίζονται από την Ολομέλεια της Βουλής σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 76 του Συντάγματος. 3.Η απόφαση της Βουλής που τροποποιεί διατάξεις του Κανονισμού δημοσιεύεται με παραγγελία του Προέδρου της Βουλής στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως μέσα σε ένα μήνα από την ψήφισή της. 4.Μετά κάθε τροποποίηση η Επιτροπή Κανονισμού προβαίνει στην ένταξη των νέων διατάξεων στο αρχικό κείμενο σημειώνοντας τη σχετική απόφαση της Βουλής με την οποία θεσπίστηκαν. 5.Σε περίπτωση εκτεταμένων μεταβολών η Επιτροπή Κανονισμού προβαίνει με απόφασή της στην κωδικοποίηση των παλαιών και νέων διατάξεων. Κατά την κωδικοποίηση επιτρέπονται: α) η αναδιάταξη γενικά της ύλης, η μεταβολή της σειράς των άρθρων, παραγράφων και εδαφίων, η σύμπτυξη και διαίρεσή τους και η δημιουργία νέων β) οι φραστικές μεταβολές που δεν αλλάζουν το νόημα των παλαιών και νέων διατάξεων. Η μνεία των αποφάσεων της Βουλής με τις οποίες θεσπίστηκαν τα άρθρα ή οι επί μέρους διατάξεις τους είναι υποχρεωτική. 6.Οι διατάξεις του Κανονισμού της Βουλής που αναφέρονται στην οργάνωση και τη λειτουργία των υπηρεσιών της (μέρος β΄ - προσωπικό) τροποποιούνται με προτάσεις τού Προέδρου της Βουλής. Οι προτάσεις αυτές εισάγονται για συζήτηση στη Βουλή ύστερα από επεξεργασία τους από την Επιτροπή Κανονισμού της Βουλής. Η συζήτηση και η ψήφισή τους γίνονται με τη διαδικασία των κωδίκων. (Αντί για τη σελ. 192,763) Σελ. 192,763(α) Τεύχος 1320 Σελ. 33 Βουλή 1.Ζ.δ.48 Προτάσεις για την αναθεώρηση του Συντάγματος Άρθρο 119 1.Οι προτάσεις για την αναθεώρηση του Συντάγματος υποβάλλονται γραπτώς στη Βουλή από πενήντα τουλάχιστο Βουλευτές, προσδιορίζουν τις αναθεωρητέες διατάξεις και συνοδεύονται από αιτιολογική έκθεση. 2.Μετά την υποβολή τους οι προτάσεις για την αναθεώρηση του Συντάγματος «ανακοινώνονται στη Βουλή, κατόπιν» τυπώνονται, διανέμονται στους Βουλευτές και παραπέμπονται για εξέταση σε Επιτροπή Αναθεώρησης του Συντάγματος, που συνιστάται από τον Πρόεδρο της Βουλής. Οι μέσα σε «» λέξεις προστέθηκαν με την παρ. 2 του άρθρ. 11 Αποφ. Ολομ. Βουλής της 3-8 Ιουλ. 1996 (ΦΕΚ Α΄ 151), κατωτ. αριθ.
- 3.Για τη σύσταση, τη συγκρότηση, τη σύνθεση και τη λειτουργία της Επιτροπής Αναθεώρησης του Συντάγματος εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις των άρθρων 31 έως 41, εκτός από τη διάταξη του άρθρου 37 παρ.
- 4.Η Βουλή με απόφασή της, που λαμβάνεται μετά πρόταση του Προέδρου της και με τη συνήθη πλειοψηφία του άρθρου 67 του Συντάγματος, ορίζει προθεσμία για την υποβολή της έκθεσης της Επιτροπής Αναθεώρησης. Η προθεσμία αυτή μπορεί να παρατείνεται με νεότερες αποφάσεις της Βουλής. Συζήτηση γίνεται κατά τον ορισμό της αρχικής προθεσμίας και τερματίζεται σε μία συνεδρίαση. 5.Μετά την υποβολή ή την πάροδο της προθεσμίας για την υποβολή της έκθεσης της Επιτροπής για την αναθεώρηση του Συντάγματος οι σχετικές προτάσεις εγγράφονται σε ειδική ημερήσια διάταξη και συζητούνται από την Ολομέλεια της Βουλής με ανάλογη εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 95 έως
- Η συζήτηση αναφέρεται αποκλειστικά στην ανάγκη της αναθεώρησης και στις αναθεωρητέες διατάξεις. 6.Η απόφαση της Βουλής που διαπιστώνει την ανάγκη αναθεώρησης του Συντάγματος και καθορίζει ειδικά τις αναθεωρητέες διατάξεις λαμβάνεται με δύο ονομαστικές ψηφοφορίες, που απέχουν μεταξύ τους ένα τουλάχιστο μήνα και με τις πλειοψηφίες που ορίζονται από το άρθρο 110 παρ. 2 και 4 του Συντάγματος. Η δεύτερη ψηφοφορία αφορά τις ίδιες διατάξεις που εγκρίθηκαν κατά την πρώτη ψηφοφορία. 7.Καθεμιά απο τις ονομαστικές ψηφοφορίες της προηγούμενης παραγράφου διεξάγεται μετά την ολοκλήρωση της συζήτησης και για όλες τις αναθεωρητέες διατάξεις ταυτοχρόνως με σημείωση της ψήφου των Βουλευτών χωριστά για κάθε διάταξη. Σελ. 192,764(α) Τεύχος 1320 Σελ. 34 8.Αν η Βουλή έχει αποφασίσει την αναθεώρηση, ο Πρόεδρος της επόμενης Βουλής στην αρχή της πρώτης συνόδου συνιστά Επιτροπή Αναθεώρησης του Συντάγματος για την επεξεργασία του περιεχομένου των αναθεωρητέων διατάξεων που έχουν καθοριστεί από την απόφαση της Βουλής την αναφερόμενη στην παρ.
- 9.Για τη σύσταση της Επιτροπής της προηγούμενης παραγράφου, την προθεσμία υποβολής της έκθεσής της και την εγγραφή του θέματος στην ημερήσια διάταξη εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις των παραγράφων 2 έως 5 του παρόντος άρθρου. Η συζήτηση αναφέρεται στο περιεχόμενο των αναθεωρητέων διατάξεων. 10.Η απόφαση της Βουλής που περιέχει τις αναθεωρούμενες διατάξεις λαμβάνεται με μία και μόνη ονομαστική ψηφοφορία, που διεξάγεται σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 7 του άρθρου αυτού και με τις πλειοψηφίες που προβλέπονται από το άρθρο 110 παρ. 3 και 4 του Συντάγματος. Προϋπολογισμός εξόδων και ισολογισμός –απολογισμός της Βουλής άρθρο 107 του Κανονισμού της Βουλής «δ) Αποφασίζει για την ανάθεση στις διαρκείς και στις ειδικές μόνιμες επιτροπές ή υποεπιτροπές τους της αρμοδιότητας διατύπωσης γνώμης στις περιπτώσεις που προβλέπεται τούτο από τον Κανονισμό και το νόμο». Η μέσα σε « » νέα περ. δ’ προστέθηκε με την περ.α’ της παρ. 1 του άρθρ. 1 της από 16-17 Δεκ.1997 (ΦΕΚ Α’ 258) αποφ. Ολομ. της Βουλής. «ε)(δ) Αποφασίζει ή διατυπώνει γνώμη για όσα θέματα προβλέπεται τούτο ρητά από τον Κανονισμό ή το νόμο». Η μέσα σε « » περίπτ. ε’ αναριθμήθηκε και αναδιατυπώθηκε ως άνω από την περ. β’ της παρ. 1 του άρθρ. 1 της από 16-17 Δεκ.1997 (ΦΕΚ Α’ 258) αποφ. Ολομ. της Βουλής. ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ε΄ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΕΥΤΙΚΕΣ ΟΜΑΔΕΣ Έννοια – συγκρότηση Άρθρο 120 1.Ο προϋπολογισμός εξόδων και ο ισολογισμός – απολογισμός της Βουλής συντάσσονται από την αρμόδια υπηρεσία της και συζητούνται και ψηφίζονται από την Ολομέλεια της Βουλής. 2.Ο προϋπολογισμός της Βουλής περιέχει τα έξοδά της για το επόμενο οικονομικό έτος και ψηφίζεται σε κάθε τακτική σύνοδο. 3.Ο προϋπολογισμός της Βουλής συνοδεύεται από έκθεση της επιτροπής οικονομικών της Βουλής, τυπώνεται, διανέμεται στους Βουλευτές και εγγράφεται κατά προτεραιότητα στην ημερήσια διάταξη. 4.Ο προϋπολογισμός της Βουλής εισάγεται για συζήτηση και ψήφιση από τον Πρόεδρο της Βουλής τουλάχιστον ένα μήνα πριν από την έναρξη του οικονομικού έτους και σε κάθε περίπτωση πριν από την ψήφιση του γενικού προϋπολογισμού του Κράτους. Αν το οικονομικό έτος αρχίσει χωρίς να έχει ψηφιστεί ο αντίστοιχος προϋπολογισμός, οι δαπάνες του νέου οικονομικού έτους ενεργούνται σύμφωνα με τον προϋπολογισμό του προηγούμενου οικονομικού έτους. 5.Η συζήτηση και ψήφιση του προϋπολογισμού της Βουλής γίνεται μία μόνο φορά καταρχήν, κατά κατηγορίες εξόδων και στο σύνολο. 6.Ο προϋπολογισμός της Βουλής που εγκρίνεται με απόφασή της είναι υποχρεωτικά εκτελεστός και καταχωρίζεται χωρίς καμία μεταβολή στο γενικό προϋπολογισμό του Κράτους 1.Ζ.δ.48 Βουλή 7.Η εκτέλεση του προϋπολογισμού της Βουλής ανήκει αποκλειστικά στη Βουλή και είναι ανεξάρτητη από την εκτέλεση του γενικού προϋπολογισμού του Κράτους, καθώς και από τους όρους και τις προϋποθέσεις που τάσσονται από αυτόν για τη διάθεση των πιστώσεων. 8.Ο ισολογισμός και απολογισμός της Βουλής περιέχει τα αποτελέσματα χρήσης του οικονομικού έτους που έληξε. 9.Ο ισολογισμός και απολογισμός συνοδεύεται από έκθεση της επιτροπής οικονομικών της Βουλής, τυπώνεται, διανέμεται στους Βουλευτές και εισάγεται από τον Πρόεδρο της Βουλής για συζήτηση και ψήφιση. 10.Ο ισολογισμός και απολογισμός της Βουλής εγγράφεται στην ημερήσια διάταξη, συζητείται και ψηφίζεται μία μόνο φορά, κατά έξοδα, αποτελέσματα από τη χρήση και στο σύνολο, στην ίδια συνεδρίαση που συζητείται και ο προϋπολογισμός εξόδων. Κατάθεση και εξέταση του προϋπολογισμού του Κράτους από την αρμόδια διαρκή επιτροπή Άρθρο 121 1.Ο προϋπολογισμός του Κράτους περιλαμβάνει τα έσοδα και τα έξοδα για το επόμενο οικονομικό έτος και συζητείται από την Ολομέλεια της Βουλής σε κάθε τακτική σύνοδο σύμφωνα με τις επόμενες διατάξεις. 2.Ο προϋπολογισμός του Κράτους εισάγεται στη Βουλή από τον Υπουργό Οικονομικών έναν τουλάχιστο μήνα πριν από την έναρξη του οικονομικού έτους. 3.Ο Υπουργός των Οικονομικών μπορεί κατά την κατάθεση του προϋπολογισμού να κάνει σύντομες δηλώσεις στη Βουλή σχετικά με το περιεχόμενό του. Στην περίπτωση αυτή μπορούν να απαντήσουν οι Πρόεδροι των Κοινοβουλευτικών Ομάδων καθένας για πέντε
(5)λεπτά της ώρας. Οι δηλώσεις και οι απαντήσεις δεν μπορούν να υπερβούν τις δύο ώρες συνολικά. 4.Ο προϋπολογισμός του Κράτους διανέμεται στους Βουλευτές και παραπέμπεται για εξέταση στη διαρκή επιτροπή οικονομικών υποθέσεων. 5.Μετά την παραπομπή του προϋπολογισμού στη διαρκή επιτροπή οικονομικών υποθέσεων για εξέταση, ο Πρόεδρος της επιτροπής, αφού προηγουμένως συμβουλευτεί τους Προέδρους των Κοινοβουλευτικών Ομάδων, ορίζει από τα μέλη της: α) έναν γενικό εισηγητή από κάθε Κοινοβουλευτική Ομάδα. β) ειδικούς εισηγητές από κάθε Κοινοβουλευτική Ομάδα κατά θέματα και κεφάλαια του προϋπολογισμού και γ) έναν ειδικό εισηγητή, που υποδεικνύεται από τους ανεξάρτητους. 6.Οι γενικοί και οι ειδικοί εισηγητές υποβάλλουν τις εκθέσεις τους στην επιτροπή μέσα σε οχτώ ημέρες από την πρώτη συνεδρίασή της. 7.Η εξέταση του προϋπολογισμού του Κράτους από τη διαρκή επιτροπή οικονομικών υποθέσεων ολοκληρώνεται σε τρεις το πολύ συνεχείς συνεδριάσεις, που γίνονται μέσα στην προθεσμία της προηγούμενης παραγράφου. «Οι συζητήσεις στην επιτροπή είναι δημόσιες». Η μέσα σε « » φράση προστέθηκε με την παρ. 3 του άρθρ. 11 Αποφ. Ολομ.Βουλής της 3-8 Ιουλ. 1996 (ΦΕΚ Α΄ 151), κατωτ. αριθ.76 8.Οι εκθέσεις της επιτροπής και των γενικών και ειδικών εισηγητών τυπώνονται και διανέμονται στους Βουλευτές τρεις τουλάχιστον ημέρες πριν από την έναρξη της συζήτησης στην Ολομέλεια της Βουλής. Κατάθεση και εξέταση του απολογισμού και του γενικού ισολογισμού του Κράτους από την αρμόδια διαρκή επιτροπή Άρθρο 122 1.Ο απολογισμός και ο γενικός ισολογισμός του Κράτους υποβάλλονται στη Βουλή το βραδύτερο μέσα σε ένα έτος από τη λήξη του οικονομικού έτους, συζητούνται και κυρώνονται από την Ολομέλεια της Βουλής συγχρόνως με τη ψήφιση του προϋπολογισμού του Κράτους. 2.Ο απολογισμός και ο γενικός ισολογισμός του Κράτους εισάγονται στη Βουλή από τον Υπουργό Οικονομικών, διανέμονται στους Βουλευτές και παραπέμπονται στη διαρκή επιτροπή οικονομικών υποθέσεων για εξέταση. 3.Η επιτροπή εξετάζει τον απολογισμό και το γενικό ισολογισμό και συντάσσει ενιαία έκθεση με τον προϋπολογισμό, η οποία τυπώνεται και διανέμεται στους Βουλευτές σύμφωνα με το άρθρο 121 παρ. 8. Συζήτηση και ψήφιση του προϋπολογισμού, του απολογισμού και του γενικού ισολογισμού του Κράτους Άρθρο 123 1.Ο προϋπολογισμός, ο απολογισμός και ο γενικός ισολογισμός του Κράτους συζητούνται και ψηφίζονται από την Ολομέλεια της Βουλής μέσα σε πέντε το πολύ συνεχείς συνεδριάσεις. 2.Η συζήτηση αρχίζει με τις αγορεύσεις των γενικών εισηγητών, οι οποίοι μιλούν διαδοχικά και κατά τη σειρά της δύναμης της Κοινοβουλευτικής τους Ομάδας. Στη συνέχεια μιλούν οι ειδικοί εισηγητές κατά την ίδια σειρά, αλλά με εναλλαγή ενός από κάθε Κοινοβουλευτική Ομάδα και ακολουθούν όσοι έχουν εγγραφεί στον κατάλογο των ομιλητών με τη σειρά της εγγραφής τους. (Αντί για τη σελ. 192,765(α) Σελ. 192,765(β) Τεύχος 1320 Σελ. 35 Βουλή 1.Ζ.δ.48 3.Η εγγραφή στον κατάλογο των ομιλητών γίνεται έως το τέλος της ομιλίας των γενικών εισηγητών. «4.Η διάρκεια της ομιλίας δεν μπορεί να υπερβεί:α)τα εξήντα
(60)λεπτά της ώρας για τον αρμόδιο Υπουργό και τους Προέδρους των Κοινοβουλευτικών Ομάδων που έχουν δύναμη τουλάχιστον ίση με το ένα έκτο (1/6) του όλου αριθμού των Βουλευτών, β) τα πενήντα
(50)λεπτά της ώρας για τους γενικούς εισηγητές, γ) τα σαράντα
(40)λεπτά της ώρας για τους Προέδρους των Κοινοβουλευτικών Ομάδων και δ) τα τριάντα 30) λεπτά της ώρας για τους Υπουργούς και τους ειδικούς εισηγητές. Κατά τα λοιπά εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις του άρθρ. 97.» Η παρ. 4 αναδιατυπώθηκε ως άνω από την παρ. 5 του άρθρ. 5 της 6913/26-26 Νοεμ. 1993 (ΦΕΚ Α΄200) αποφ. Προέδρου Βουλής. 5.Η συζήτηση του προϋπολογισμού ολοκληρώνεται τη δωδέκατη νυχτερινή ώρα της τελευταίας συνεδρίασης και ακολουθεί αμέσως ψηφοφορία. 6.Η ψήφιση του προϋπολογισμού γίνεται με ονομαστική ψηφοφορία, που διεξάγεται ταυτοχρόνως και με χωριστούς καταλόγους και ψηφολέκτες για τα έσοδα και τις δαπάνες κάθε υπουργείου. Τα πρωτόκολλα της ψηφοφορίας καταχωρίζονται στα Πρακτικά. 7.Η ψήφιση του προϋπολογισμού δημόσιων επενδύσεων και προσαρτημένων προϋπολογισμών, του τακτικού προϋπολογισμού των νομαρχιών και του προϋπολογισμού των ειδικών ταμείων και υπηρεσιών γίνεται ιδιαιτέρως και διαδοχικά με ανάταση ή έγερση. 8.Η κύρωση στο σύνολο του απολογισμού και του γενικού ισολογισμού του Κράτους γίνεται στη συνεδρίαση που ψηφίζεται ο προϋπολογισμός μία μόνο φορά κατά υπουργεία και ειδικό ταμείο σύμφωνα με την προηγούμενη παράγραφο. ΜΕΡΟΣ ΤΡΙΤΟ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΕΣ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΕΥΤΙΚΟΥ ΕΛΕΓΧΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α΄: ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ Κοινοβουλευτικός έλεγχος Άρθρο 124 1.Η Κυβέρνηση υπόκειται στον έλεγχο της Βουλής με τη διαδικασία και τους όρους των επόμενων διατάξεων. 2.Ο κοινοβουλευτικός έλεγχος ασκείται από τη Βουλή σε Ολομέλεια δύο τουλάχιστο φορές την εβδομάδα σύμφωνα με το άρθρο 53 παρ.
- 3.Τα μέσα κοινοβουλευτικού ελέγχου, εκτός από την πρόταση δυσπιστίας, που ρυθμίζεται από το Σελ. 192,766(β) Τεύχος 1320 Σελ. 36 άρθρο 142, είναι: α) οι αναφορές. β) οι ερωτήσεις. γ) οι επίκαιρες ερωτήσεις. δ) οι αιτήσεις κατάθεσης εγγράφων. ε) οι επερωτήσεις και στ) οι επίκαιρες επερωτήσεις. 4.Τα έγγραφα με τα οποία ασκούνται τα μέσα κοινοβουλευτικού ελέγχου της προηγούμενης παραγράφου υποβάλλονται στη Βουλή και πρέπει να αναφέρουν τον Υπουργό στον οποίο απευθύνονται. Η αρμόδια υπηρεσία της Βουλής τα καταχωρίζει με τη χρονολογική σειρά κατάθεσής τους σε ιδιαίτερο για κάθε κατηγορία βιβλίο συνεχούς αρίθμησης. Αντίγραφο του εγγράφου που κατατέθηκε διαβιβάζεται στον Υπουργό στον οποίο απευθύνεται. 5.Αν ο Υπουργός στον οποίο απευθύνεται το σχετικό έγγραφο κρίνει ότι είναι αναρμόδιος, το διαβιβάζει μέσα στην προθεσμία του άρθρου 125 παρ. 5 ή 126 παρ. 4 στον αρμόδιο Υπουργό και αντίγραφο του διαβιβαστικού κοινοποιεί ταυτόχρονα στην υπηρεσία της Βουλής και στο Βουλευτή που το κατέθεσε. Στην περίπτωση αυτήν η προθεσμία για απάντηση στη Βουλή από τον αρμόδιο Υπουργό αρχίζει πέντε ημέρες μετά την ημερομηνία του διαβιβαστικού εγγράφου. 6.Τα μέσα κοινοβουλευτικού ελέγχου της παρ. 3 ισχύουν για τη σύνοδο στην οποία κατατέθηκαν με την επιφύλαξη του άρθρου
- Αν εκκρεμούν και δεν συζητηθούν ως τη λήξη της τακτικής συνόδου, μπορούν να επανακατατεθούν. Στην περίπτωση αυτήν η σειρά καταχώρισής τους στο αντίστοιχο βιβλίο καθορίζεται από τη σειρά επανακατάθεσης. 7.Η κατάθεση και επανακατάθεση των μέσων κοινοβουλευτικού ελέγχου της παρ. 3 κατά το χρονικό διάστημα που μεσολαβεί μεταξύ των δύο τακτικών συνόδων αρχίζει από την ημέρα που ακολουθεί την έναρξη λειτουργίας του Τμήματος διακοπής των εργασιών της Βουλής με την επιφύλαξη του άρθρου 125 παρ.
- Στην περίπτωση αυτήν η σειρά καταχώρισής τους στο αντίστοιχο βιβλίο καθορίζεται από τη σειρά κατάθεσης ή επανακατάθεσης. «η δε προθεσμία προς απάντηση αρχίζει από την επομένη της ενάρξεως τω εργασιών της νέας Συνόδου της Ολομέλειας της Βουλής.» Η μέσα σε «» φράση προστέθηκε με την παρ. 4 του άρθρ. 11 Αποφ. Ολομ. Βουλής της 3-8 Ιουλ. 1996 (ΦΕΚ Α΄ 151), κατωτ. αριθ.
- 8.Τα έγγραφα των μέσων κοινοβουλευτικού ελέγχου της παρ. 3 τυπώνονται σε ιδιαίτερους πίνακες και διανέμονται περιοδικά στους Βουλευτές. 1.Ζ.δ.48 Βουλή «9.Για την υποβοήθηση του ασκουμένου υπό της Ολομέλειας της Βουλής κοινοβουλευτικού ελέγχου, οι διαρκείς επιτροπές ασκούν και την κατά το άρθρ. 41Α αρμοδιότητα». Η μέσα σε « » παρ. 9 προστέθηκε από το άρθρ. 2 της 5123/15-15 Σεπτ. 1989 (ΦΕΚ Α΄ 200) απόφ. του Προέδρου της Βουλής. ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β΄: ΑΝΑΦΟΡΕΣ Περιεχόμενο, κατάθεση και συζήτηση Άρθρο 125 1.Καθένας ή πολλοί μαζί έχουν το δικαίωμα να απευθύνουν στη Βουλή γραπτές αναφορές, που περιέχουν αιτήματα ή παράπονα. Οι αναφορές παρουσιάζονται από Βουλευτή ή παραδίδονται στον Πρόεδρο. 2.Οι αναφορές πρέπει να περιέχουν το ονοματεπώνυμο, την ιδιότητα και τη διεύθυνση εκείνων που τις υπογράφουν. 3.Οι Βουλευτές που επιθυμούν να υιοθετήσουν αναφορά την προσυπογράφουν κατά την κατάθεσή της ή το δηλώνουν κατά την ανακοίνωσή της στη Βουλή. 4.Οι αναφορές καταχωρίζονται σε ειδικό βιβλίο κατά τη σειρά κατάθεσής τους, αν εκπληρούν τις προϋποθέσεις της παρ. 2 διαφορετικά, αρχειοθετούνται. 5.Ο Υπουργός στον οποίο διαβιβάζεται η αναφορά οφείλει μέσα σε είκοσι πέντε ημέρες από την κατάθεσή της να απαντήσει στη Βουλή με ταυτόχρονη κοινοποίηση στους Βουλευτές που την είχαν υιοθετήσει και σ’ αυτόν που την υπέβαλε. «Στις περιπτώσεις της παρ. 3, αν ο Υπουργός δεν απαντήσει ή απαντήσει εκπροθέσμως, η αναφορά μπορεί να συζητηθεί κατά τη διαδικασία των άρθρ. 129 και επόμενα του Κανονισμού». Το μέσα σε « » εδάφιο αναδιατυπώθηκε ως άνω με την παρ. 1 του άρθρ. 12 Αποφ. Ολομ. Βουλής της 3-8 Ιουλ. 1996 (ΦΕΚ Α’ 151), κατωτ. αριθ.
- 6.Ανεξάρτητα από την υποχρέωση της προηγούμενης παραγράφου για απάντηση από τον Υπουργό, αναφορές που κατατίθενται στο διάστημα που μεσολαβεί μεταξύ δύο συνόδων της Βουλής διαγράφονται. ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ΄: ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ Περιεχόμενο και απάντηση Άρθρο 126 1.Οι Βουλευτές έχουν το δικαίωμα να απευθύνουν γραπτές ερωτήσεις στους αρμόδιους Υπουργούς σχετικά με οποιαδήποτε δημόσια υπόθεση. 2.Οι γραπτές ερωτήσεις πρέπει να είναι σαφείς, σύντομες και να αποβλέπουν στην ενημέρωση ή πληροφόρηση για το αν κάποιο περιστατικό αληθεύει ή για το ποια μέτρα προτίθεται να λάβει η Κυβέρνηση για την αντιμετώπιση συγκεκριμένου θέματος γενικού ή τοπικού ενδιαφέροντος. 3.Αμέσως μετά την κατάθεσή τους οι ερωτήσεις διαβιβάζονται από τις υπηρεσίες της Βουλής στον Υπουργό στον οποίο απευθύνονται. 4.Οι Υπουργοί οφείλουν να απαντούν γραπτώς στις ερωτήσεις μέσα σε είκοσι πέντε ημέρες από την κατάθεσή τους διαφορετικά, οι απαντήσεις θεωρούνται εκπρόθεσμες. 5.Οι απαντήσεις των Υπουργών στις ερωτήσεις των Βουλευτών καταχωρίζονται στα Πρακτικά της Βουλής. Εγγραφή στην ημερήσια διάταξη Άρθρο 127 «Αν ο αρμόδιος Υπουργός δεν απαντήσει ή απαντήσει εκπρόθεσμα η ερώτηση μπορεί να συζητηθεί κατά τη διαδικασία των άρθρ. 129 και επόμενα του Κανονισμού.» Το άρθρ. 127 αντικαταστάθηκε ως άνω από με την παρ. 2 του άρθρ. 12 Αποφ. Ολομ. Βουλής της 3-8 Ιουλ. 1996 (ΦΕΚ Α’ 151), κατωτ. αριθ.
- Συζήτηση των ερωτήσεων Άρθρο 15 1.Ο ελάχιστος απαιτούμενος αριθμός Βουλευτών για τη συγκρότηση μιας Κοινοβουλευτικής Ομάδας ορίζεται σε δέκα
(10). 2.Ο κατά την προηγούμενη παράγραφο ελάχιστος αριθμός Βουλευτών για τη συγκρότηση Κοινοβουλευτικής Ομάδας περιορίζεται σε πέντε
(5), αν το Κόμμα με το οποίο εκλέχθηκαν και στο οποίο εξακολουθούν να ανήκουν έλαβε μέρος στις γενικές εκλογές από τις οποίες προήλθε η Βουλή, με συνδυασμούς στα δύο τρίτα (2/3) τουλάχιστον των εκλογικών περιφερειών της χώρας και συγκέντρωσε (Αντί για τη σελ. 192,731) Σελ. 192,731(α) Τεύχος 1319 Σελ. 97 Βουλή 1.Ζ.δ.48 ποσοστό τουλάχιστον τρία τοις εκατό (3%) του συνολικού αριθμού των έγκυρων ψήφων ολόκληρης της επικράτειας. 3.Κόμμα που έλαβε μέρος στις γενικές εκλογές από τις οποίες προήλθε η Βουλή, σε συνασπισμό με άλλα Κόμματα, θεωρείται, για την εφαρμογή της προηγούμενης παραγράφου, ότι έλαβε αριθμό έγκυρων ψήφων ίσο προς το γινόμενο που προκύπτει από τον πολλαπλασιασμό του αριθμού των Βουλευτών του με το μέσο όρο των κατά Βουλευτή έγκυρων ψήφων του συνασπισμού. Ο μέσος όρος αυτός προκύπτει από τη διαίρεση του αριθμού των έγκυρων ψήφων του συνασπισμού σε ολόκληρη την επικράτεια με το συνολικό αριθμό των Βουλευτών που εξέλεξε ο συνασπισμός. 4.Κάθε Βουλευτής μπορεί να ανήκει σε μία μόνο Κοινοβουλευτική Ομάδα. 5.Οι Βουλευτές που δεν ανήκουν σε καμία Κοινοβουλευτική Ομάδα θεωρούνται ανεξάρτητοι και λογίζονται, για τη συμμετοχή τους και μόνο στα Τμήματα και στις Επιτροπές της Βουλής ενιαία ομάδα. 6.Οι βουλευτικές έδρες που χηρεύουν από οποιαδήποτε αιτία θεωρούνται, αν δεν έχουν πληρωθεί νομίμως ότι ανήκουν στη δύναμη της Κοινοβουλευτικής Ομάδας στην οποία μετείχαν οι κάτοχοί τους. Τεκμήρια – ίδρυση – μεταβολές Άρθρο 128 «Στην αρχή της συνεδριάσεως κάθε Τρίτης συζητούνται αναφορές και ερωτήσεις, όπως ορίζεται στο προηγούμενο άρθρο και το τελευταίο εδάφιο της παρ. 5 του άρθρ.125.» Το άρθρ.128, όπως είχε αντικατασταθεί από την Αποφ. Ολομ. Βουλής με αριθ. 6913/1993 (ΦΕΚ Α’ 200), αντικαταστάθηκε & πάλι ως άνω με την παρ. 3 του άρθρ. 12 Απόφ. Ολομ. Βουλής της 3-8 Ιουλ. 1996 (ΦΕΚ Α΄ 151), κατωτ .αριθ.
- Ερωτήσεις προς τον Πρωθυπουργό «Άρθρ.128Α.-(Το άρθρ.128 Α, που είχε προστεθεί από το άρθρ. 1 της από 10-11 Ιουλ. 1990, ΦΕΚ Α΄ 92, αποφ. Προέδρου της Βουλής, καταργήθηκε από το άρθρ. 7 της 6913/26-26 Νοεμ. 1993, ΦΕΚ Α΄ 200, ομοίας αποφ.) ΚΕΦΑΛΑΙΟ Δ΄: ΕΠΙΚΑΙΡΕΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ Περιεχόμενο Άρθρο 129 «1.Για θέματα άμεσης επικαιρότητας κάθε Βουλευτής έχει το δικαίωμα να υποβάλλει σχετικές ερωτήσεις, που κατατίθενται και συζητούνται με τη διαδικασία των επόμενων διατάξεων (επίκαιρες ερωτήσεις). (Αντί για τη σελ. 192,7661) Σελ. 192,7661(α) Τεύχος 1320 Σελ. 37 Βουλή 1.Ζ.δ.48 2.Οι επίκαιρες ερωτήσεις απευθύνονται στον Πρωθυπουργό ή τους αρμόδιους Υπουργούς και απαντούν προφορικά στη Βουλή οι ίδιοι ή ο εξουσιοδοτημένος από την Κυβέρνηση Υπουργός.
- Σε κάθε περίπτωση, ο Πρωθυπουργός μία φορά τουλάχιστον την εβδομάδα και σε δύο τουλάχιστον ερωτήσεις, που επιλέγει, απαντά ο ίδιος. Το Πρόεδρο Κοινοβουλευτικής Ομάδας μπορεί να αναπληρώνει κατά τη συζήτηση επίκαιρων ερωτήσεών του, που απευθύνονται στον Πρωθυπουργό και δεν απαντώνται από τον ίδιο, ένας από τους αναπληρωτές του. Υπουργός που καλείται για δεύτερη φορά μέσα στην ίδια εβδομάδα μπορεί να εξουσιοδοτήσει άλλον Υπουργό ή έναν Υφυπουργό του να απαντήσει σε ερωτήσεις των επόμενων συνεδριάσεων της εβδομάδας αυτής.
- Η επίκαιρη ερώτηση πρέπει να είναι γραπτή κα να συνοδεύεται από περίληψη των στοιχείων που είναι απολύτως αναγκαία για το σαφή προσδιορισμό του θέματος στο οποίο αναφέρεται. Η Διάσκεψη των Προέδρων προσδιορίζει με απόφασή της στην αρχή κάθε Συνόδου τον τύπο και την έκταση της περίληψης. Επίκαιρες ερωτήσεις, που δεν ανταποκρίνονται στους όρους της απόφασης αυτής, δεν συζητούνται, αν αυτό αποφασίσει η Διάσκεψη των Προέδρων.
- Το κείμενο της ερώτησης υπογράφεται από το Βουλευτή που την υποβάλλει και κατατίθεται στη Βουλή μέχρι τη δεκάτη πρωινή κάθε ημέρας που συνεδριάζει.
- Ο Πρόεδρος της Βουλής, μετά την καταχώριση της ερώτησης στο ειδικό βιβλίο των επίκαιρων ερωτήσεων, τη διαβιβάζει αμέσως και κατά περίπτωση, στον Πρωθυπουργό ή στον αρμόδιο Υπουργό.» Το άρθρ. 129 αντικαταστάθηκε ως άνω από το άρθρ. 13 Απόφ. Ολομ. Βουλής της 3-8 Ιουλ. 1996 (ΦΕΚ Α΄ 151), κατωτ. αριθ.
- Ημέρα συζήτησης και επιλογή των επίκαιρων ερωτήσεων που θα συζητηθούν Άρθρο 130 «1.Επίκαιρες ερωτήσεις συζητούνται σε όλες τις συνεδριάσεις της Ολομέλειας της Βουλής πλην της Τρίτης, κατά την οποία συζητούνται αναφορές και ερωτήσεις κατά τη διαδικασία της παρ. 5 του παρόντος άρθρου. Δεν συζητούνται επίκαιρες ερωτήσεις στις συνεδριάσεις για συζητήσεις προ ημερησίας διατάξεως (άρθρ. 143) ή με άλλον ειδικό αντικείμενο που αποφασίζει η Διάσκεψη των Προέδρων. Ο Πρόεδρος της Βουλής ανακοινώνει σε κάθε συνεδρίαση τις συγκεκριμένες επίκαιρες ερωτήσεις που είναι προς συζήτηση κατά την επόμενη με βάση την επιλογή ή την κλήρωση που γίνεται κατά τις επόμενες παραγράφους. Σελ. 192,7662(α) Τεύχος 1320 Σελ. 38
- Η επιλογή των επίκαιρων ερωτήσεων, που υποβάλλονται μέχρι τη δεκάτη πρωινή της Δευτέρας και πρόκειται να συζητηθούν την Τετάρτη, γίνεται μέχρι τη δωδεκάτη μεσημβρινή της Δευτέρας, εκείνων δε που υποβάλλονται μέχρι τη δεκάτη πρωινή της Τετάρτης και πρόκειται να συζητηθούν την Παρασκευή, γίνεται μέχρι τη δωδεκάτη μεσημβρινή της Τετάρτης. Την επιλογή κάνει ο Πρόεδρος κάθε Κοινοβουλευτικής Ομάδας για τις ερωτήσεις των Βουλευτών της Ομάδας του ή άλλο μέλος της Κοινοβουλευτικής Ομάδας, στο οποίο ο Πρόεδρός της μπορεί να αναθέσει το δικαίωμα αυτό με έγγραφό του, που το απευθύνει στον Πρόεδρο της Βουλής. Η επιλογή για τις επίκαιρες ερωτήσεις των ανεξάρτητων γίνεται βάσει αλφαβητικού πίνακα με τα ονόματά τους και έως ότου αυτός εξαντληθεί , οπότε αρχίζει νέος κύκλος. 3.Ο Πρόεδρος κάθε Κοινοβουλευτικής Ομάδας με έγγραφη δήλωση που κατατίθεται στον Πρόεδρο της Βουλής επιλέγει για συζήτηση δύο το πολύ επίκαιρες ερωτήσεις και ορίζει ποιά από τις δύο αποτελεί την πρώτη και ποια τη δεύτερη επιλεγόμενη επίκαιρη ερώτηση. Αν μέσα στην προθεσμία της παρ. 2 δεν γίνει η επιλογή, θεωρείται ως πρώτη επιλεγόμενη η πρώτη κατά τη σειρά κατάθεσής της επίκαιρη ερώτηση από Βουλευτή της Κοινοβουλευτικής Ομάδας που παρέλειψε την επιλογή και ως δεύτερη επιλεγόμενη η αμέσως επόμενη της ίδιας Ομάδας.
- Επίκαιρες ερωτήσεις που δεν επελέγησαν να συζητηθούν στη συνεδρίαση της Τετάρτης συζητούνται στη συνεδρίαση της Πέμπτης και εκείνες που δεν επελέγησαν να συζητηθούν στη συνεδρίαση της Παρασκευής αμέσως επόμενης Δευτέρας. Η σειρά συζητήσεως των ερωτήσεων αυτών καθορίζεται με κλήρωση που διενεργείται κατά τη συνεδρίαση της Διάσκεψης των Προέδρων και αν αυτή δεν συνεδριάσει από τον Πρόεδρο της Βουλής και τους Προέδρους των Κοινοβουλευτικών Ομάδων ή τους αναπληρωτές τους. Κατά τη διαδικασία αυτή μόνο μια επίκαιρη ερώτηση ενός Βουλευτή μπορεί να συζητηθεί. Αν κληρωθούν περισσότερες ερωτήσεις ο Βουλευτής καλείται να επιλέξει. Αν δεν πραγματοποιηθεί συνεδρίαση της Διάσκεψης των Προέδρων για οποιονδήποτε λόγο ή ο Βουλευτής δεν επιλέξει, οι ερωτήσεις της παραγράφου αυτής συζητούνται με τη σειρά κατάθεσής τους ,μια για κάθε Βουλευτή. Οι ερωτήσεις αυτές αναπτύσσονται εναλλάξ με τη σειρά που προβλέπει το άρθρ. 19 παρ.
- 1.Ζ.δ.48 Βουλή
- Στη συνεδρίαση κάθε Τρίτης συζητούνται με τη διαδικασία των επίκαιρων ερωτήσεων και κατ’ επιλογήν των Βουλευτών αναφορές και ερωτήσεις στις οποίες δεν απάντησαν οι αρμόδιοι Υπουργοί.. Ο Βουλευτής μπορεί να προτείνει μια αναφορά ή ερώτηση ανά εβδομάδα μέχρι τη δεκάτη πρωινή της Τετάρτης και η σειρά ορίζεται σε δύο κύκλους, με κλήρωση που διενεργείται από τη Διάσκεψη των Προέδρων και, αν αυτή δεν συνεδριάσει., από τον Πρόεδρο της Βουλής και τους Προέδρους των Κοινοβουλευτικών Ομάδων ή τους αναπληρωτές τους. Ο πρώτος κύκλος περιλαμβάνει έξι
(6)αναφορές ή ερωτήσεις και σ’ αυτόν μετέχουν δύο Βουλευτές καθεμιάς από τις δύο πρώτες σε δύναμη Κοινοβουλευτικές Ομάδες της Βουλής και ένας Βουλευτής καθεμιάς από τις επόμενες σε δύναμη Κοινοβουλευτικές Ομάδες. Ο δεύτερος κύκλος περιλαμβάνει τέσσερις αναφορές ή ερωτήσεις και σ’ αυτόν μετέχουν ένας Βουλευτής από κάθε Κοινοβουλευτική Ομάδα. Εάν κληρωθεί αναφορά ή ερώτηση ανεξάρτητου Βουλευτή προστίθεται αυτή στο δεύτερο κύκλο και συζητείται τελευταία. Η ανάπτυξη γίνεται εναλλάξ με τη σειρά που προβλέπει το άρθρ. 19 παρ.
- Σε κάθε μεταβολή του αριθμού της δυνάμεως των κομμάτων η Διάσκεψη των Προέδρων καθορίζει εκ νέου τον αριθμό των βουλευτών κάθε Κοινοβουλευτικής Ομάδας που συμμετέχουν στη διαδικασία αυτή.» Οι μέσα σε « » παρ. 1-4 αναδιατυπώθηκαν ως άνω και η παρ. 5 προστέθηκε από τη παρ. 1 άρθρ. 14 Απόφ. Ολομ. Βουλής 3-8 Ιουλ. 1996, ΦΕΚ Α’ 151, κατωτ. αριθ.
- 6
(5). Επίκαιρες ερωτήσεις που δεν συζητήθηκαν κατά την ανωτέρω διαδικασία διαγράφονται. Το ίδιο ισχύει και σε περίπτωση που ματαιωθεί η αντίστοιχη συνεδρίαση. 7
(6).Αν η Βουλή δεν λειτουργεί τις ημέρες που προβλέπουν οι παρ. 1 και 2, η επιλογή των επίκαιρων ερωτήσεων και η ανακοίνωσή τους από τον Πρόεδρο της Βουλής γίνεται την αμέσως προηγούμενη κατά περίπτωση ημέρα που λειτουργεί η Βουλή. Οι παρ. 5 και 6 αναριθμήθηκαν σε 6 και 7 αντιστοίχως από την παρ. 2 άρθρ. 14 Αποφ. Ολομ. Βουλής της 3-8 Ιουλ. 1996, ΦΕΚ Α’ 151, κατωτ. αριθ.
- Σειρά συζήτησης των επίκαιρων ερωτήσεων Άρθρο 131 1.Οι επίκαιρες ερωτήσεις που αποτελούν την πρώτη επιλογή κάθε Κοινοβουλευτικής Ομάδας συζητούνται με τη σειρά που προβλέπει το άρθρο 19 παρ. 1 και ακολουθεί η ερώτηση των ανεξαρτήτων. 2.Αν για εξαιρετικούς λόγους, ιδίως λόγω κωλύματος του Βουλευτή που υπογράφει ή του αρμόδιου Υπουργού, καθώς και σε περίπτωση παραίτησης του Βουλευτή από την ερώτηση, δεν μπορεί να συζητηθεί η επίκαιρη ερώτηση που αποτελεί την πρώτη επιλογή, συζητείται στη θέση της η ερώτηση της ίδιας Ομάδας που αποτελεί τη δεύτερη επιλογή. 3.Αν δεν υπάρχει επαρκής αριθμός επίκαιρων ερωτήσεων πρώτης επιλογής ή επαρκεί ο χρόνος, η συζήτηση συνεχίζεται με τις ερωτήσεις δεύτερης επιλογής της Αντιπολίτευσης και με τη σειρά που ορίζεται στην παρ.
- 4.Επίκαιρες ερωτήσεις που αναφέρονται στο ίδιο θέμα συζητούνται ταυτόχρονα, χωρίς να επηρεάζονται τα δικαιώματα των ομιλητών ως προς το χρόνο της ομιλίας τους. «
- (Καταργήθηκε από την παρ. 1 του άρθρ. 15 Αποφ. Ολομ. Βουλής της 3-8 Ιουλ. 1996 (ΦΕΚ Α’ 151), κατωτ.αριθ.76).» Διαδικασία συζήτησης των επίκαιρων ερωτήσεων. Άρθρο 132 «1.Η συζήτηση κάθε επίκαιρης ερώτησης αρχίζει με την ανάγνωση του περιεχομένου της ή περίληψής του από τον Πρόεδρο της Βουλής. Στη συνέχεια απαντά ο Πρωθυπουργός ή ο αρμόδιος ή εξουσιοδοτημένος από την Κυβέρνηση ή τον ερωτώμενο αρμόδιο Υπουργό, Υπουργός ή Υφυπουργός επί τρία
(3)λεπτά το πολύ. 2.Ο Βουλευτής που υπογράφει την επίκαιρη ερώτηση παίρνει το λόγο για δύο
(2)λεπτά και μπορεί να απαντήσει ο ερωτώμενος επί δύο
(2)επίσης λεπτά. 3.Η συζήτηση περιορίζεται αποκλειστικά ανάμεσα στους ανωτέρω αναφερόμενους κατ’ εξαίρεση των διατάξεων του άρθρ. 97 παρ. 5 υπέρβαση του οριζόμενου στην παρ. 2 χρόνου ομιλίας δεν επιτρέπεται.» Το άρθρ. 132 αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. 2 του άρθρ. 15 Αποφ. Ολομ. Βουλής της 3-8 Ιουλ. 1996 (ΦΕΚ Α΄ 151), κατωτ. αριθ.
- «Συζητήσεις με πρωτοβουλία Βουλευτών» «Άρθρ.132 Α.-
- Κάθε βουλευτής δικαιούται, στη διάρκεια της Συνόδου και κάθε εβδομάδα μέχρι την ικανοποίηση του αιτήματός του, να υποβάλει στη Διάσκεψη των Προέδρων προς συζήτηση στην Ολομέλεια της Βουλής ένα τουλάχιστον θέμα γενικότερης σημασίας η ενδιαφέροντος
- Η Διάσκεψη των Προέδρων, εφόσον έχει ψηφισθεί από την Ολομέλεια της Βουλής κατά την προηγούμενη εβδομάδα ένα τουλάχιστον σχέδιο νόμου, χωρίς συζήτηση κατ’ αρχήν, κατ’ άρθρον και στο σύνολο, με εξαίρεση σχέδια νόμων για την κύρωση διεθνών συνθηκών ή συμβάσεων, καθώς (Αντί για τη σελ. 192,767) Σελ. 192,767(α) Τεύχος 1320 Σελ. 39 Βουλή 1.Ζ.δ.48 και την περίπτωση του εδ.β’ της παρ. 1 του άρθρ.108, μπορεί να αποφασίσει ότι μια συνεδρίαση νομοθετικού έργου της επόμενης εβδομάδος θα διατεθεί για συζήτηση θεμάτων της παρ. 1
- Η ημέρα, η ώρα, καθώς και ο συνολικός για κάθε θέμα χρόνος που θα διατεθεί για τις συζητήσεις των κατά την παρ. 1 θεμάτων καθορίζονται με την ίδια απόφαση της Διάσκεψης των Προέδρων.
- Η Διάσκεψη των Προέδρων επιλέγει δια κληρώσεως μέχρι τέσσερα θέματα, από όσα έχουν προταθεί μέχρι την παραμονή της συνεδρίασής της και καθορίζει τη σειρά συζήτησής τους, με ανάλογη εφαρμογή της παρ. 1 του άρθρ.
- Στη συζήτηση κάθε θέματος συμμετέχουν ο Βουλευτής-εισηγητής του για δέκα
(10)λεπτά της ώρας, ο αρμόδιος Υπουργός, και αν κωλύεται, αυτός που ορίζεται από τον Πρωθυπουργό για δέκα
(10)λεπτά της ώρας και επί συναρμοδιότητας ένας ακόμη Υπουργός οριζόμενος από τον Πρωθυπουργό για πέντε
(5)λεπτά της ώρας, καθώς και δέκα τουλάχιστον Βουλευτές από τους οποίους ένας τουλάχιστον από κάθε Κοινοβουλευτική Ομάδα για τρία
(3)λεπτά της ώρας ο καθένας. Δικαίωμα δευτερολογίας έχει ο Βουλευτής-εισηγητής και ο αρμόδιος ή ο πρώτος από τους ορισθέντες Υπουργούς για πέντε
(5)λεπτά της ώρας ο καθένας.
- Στη συζήτηση δεν μετέχουν οι πρόεδροι Κοινοβουλευτικών Ομάδων ή οι αναπληρωτές τους ή άλλος Υπουργός ή Βουλευτής.» Ο υπότιτλος και το άρθρ. 132 Α προστέθηκαν με το άρθρ. 16 Αποφ. Ολομ. Βουλής της 3-8 Ιουλ. 1996 (ΦΕΚ Α’ 151) κατωτ. αριθ.
- ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ε΄: ΑΙΤΗΣΕΙΣ ΚΑΤΑΘΕΣΗΣ ΕΓΓΡΑΦΩΝ Άρθρο 133 1.Οι Βουλευτές έχουν το δικαίωμα να ζητούν από τους αρμόδιους Υπουργούς με γραπτή αίτησή τους προς τη Βουλή την κατάθεση εγγράφων που σχετίζονται γενικά με δημόσια υπόθεση. 2.Αμέσως μετά την υποβολή τους οι αιτήσεις κατάθεσης εγγράφων διαβιβάζονται από τη Βουλή στον Υπουργό στον οποίο απευθύνονται. «3.Ο Υπουργός οφείλει μέσα σε τριάντα
(30)ημέρες» από την παραλαβή της σχετικής αίτησης είτε να αποστείλει στη Βουλή τα ζητούμενα έγγραφα, είτε να αναφέρει σ’ αυτήν τους λόγους για τους οποίους η κατάθεση όλων ή ορισμένων, ειδικά κατονομαζόμενων, δεν είναι δυνατή. Οι μέσα σε « » λέξεις αντικαταστάθηκαν ως άνω από την παρ. 1 άρθρ. 17 Αποφ. Ολομ. Βουλής της 3-8 Ιουλ. 1996 (ΦΕΚ Α΄ 151), κατωτ. αριθ. 76. Σελ. 192,768(α) Τεύχος 1320 Σελ. 40 4.Ο Υπουργός υποχρεούται να μην καταθέσει έγγραφα που αφορούν διπλωματικό ή στρατιωτικό ή σχετικό με την ασφάλεια του Κράτους μυστικό. 5.Τα έγγραφα που αποστέλλει στη Βουλή ο Υπουργός διαβιβάζονται αμέσως από την αρμόδια υπηρεσία της Βουλής στον ενδιαφερόμενο Βουλευτή. 6.Προκειμένου για πρωτότυπα έγγραφα προερχόμενα από τα δημόσια αρχεία η αρμόδια υπηρεσία της Βουλής ειδοποιεί γραπτώς τον ενδιαφερόμενο Βουλευτή να λάβει γνώση του περιεχομένου τους στο βουλευτήριο. Ο Βουλευτής υπογράφει ότι έλαβε γνώση. ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΣΤ΄: ΕΠΕΡΩΤΗΣΕΙΣ Ορισμός - περιεχόμενο Άρθρο 134 1.Οι Βουλευτές έχουν το δικαίωμα να απευθύνουν στους Υπουργούς επερωτήσεις που αποσκοπούν στον έλεγχο της Κυβέρνησης και έχουν αντικείμενο πράξεις ή παραλείψεις της. 2.Ο Βουλευτής που υπέβαλε ερώτηση ή αίτηση κατάθεσης εγγράφων δικαιούται να καταθέσει επερώτηση, αν κρίνει ότι η απάντηση του Υπουργού δεν είναι επαρκής ή δεν του παραδόθηκαν εμπροθέσμως τα έγγραφα που ζήτησε ή ορισμένα από αυτά. 3.Οι επερωτήσεις πρέπει να προσδιορίζουν με σαφήνεια το θέμα που αφορούν. Εγγραφή επερωτήσεων στην ημερήσια διάταξη και συζήτησή τους Άρθρο 135 1.Οι επερωτήσεις εγγράφονται στην ημερήσια διάταξη κατά τη σειρά καταχώρισής τους στο βιβλίο επερωτήσεων και συζητούνται κατά την ίδια σειρά. Λαμβάνονται όμως υπόψη και ο αριθμός και η δύναμη των Κοινοβουλευτικών Ομάδων, καθώς και η αδυναμία παρουσίας λόγω κωλύματος των επερωτώμενων Υπουργών. 2.Επερωτήσεις που καταθέτουν Βουλευτές σύμφωνα με το άρθρο 133 για μη κατάθεση ή μη εμπρόθεσμη κατάθεση εγγράφων από τα αρμόδια υπουργεία παραπέμπονται στη Διάσκεψη των Προέδρων. Η Διάσκεψη των Προέδρων μέσα σε εύλογο χρόνο και τουλάχιστο μία φορά το μήνα αναλόγως του αριθμού των επερωτήσεων της κατηγορίας αυτής σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 133, συνεκτιμώντας τη σημασία των εγγράφων που δεν κατατέθηκαν και το εφικτό ή μη της συγκέντρωσής τους, αποφασίζει για την κατά προτεραιότητα εγγραφή τους στην ημερήσια διάταξη της Παρασκευής, διαφορετικά, συζητούνται με τη σειρά και τους όρους της προηγούμενης παραγράφου. 1.Ζ.δ.48 Βουλή «3.Η προφορική ανάπτυξη των επερωτήσεων αυτών γίνεται για δέκα
(10)λεπτά της ώρας από το Βουλετή που τις υπογράφει πρώτος και η συζήτηση περιορίζεται αποκλειστικά στη μη κατάθεση των εγγράφων που ζητήθηκαν.» Οι παράγραφοι 2 έως 4 και 6 του άρθρου 97 εφαρμόζονται αναλόγως. Το πρώτο μέσα σε «» εδάφιο τροποποιήθηκε ως άνω από την περ. α΄ της παρ. 4 του άρθρ. 6 της 6913/26-26 Νοεμ. 1993, (ΦΕΚ Α΄ 200), αποφ. Προέδρου της Βουλής. 4.Στη συζήτηση των επερωτήσεων μετέχουν μόνο ο Βουλευτής ή οι Βουλευτές που υπογράφουν την επερώτηση και ο αρμόδιος Υπουργός. «Ο Πρόεδρος της Κοινοβουλευτικής Ομάδας στην οποία ανήκουν οι επερωτώντες Βουλευτές μπορεί σε εξαιρετικές περιπτώσεις να αναπτύξει την επερώτηση για δέκα
(10)λεπτά της ώρας μετά τον πρώτο επερωτώντα Βουλευτή και ο ίδιος ή ο αναπληρωτής του μπορούν να μετέχουν στη συζήτηση σύμφωνα με τους όρους του άρθρου 97 παρ. 1 έως 3 και 6.» Ο Πρόεδρος κάθε άλλης Κοινοβουλευτικής Ομάδας ή ο αναπληρωτής του μπορούν να μετέχουν στη συζήτηση μετά τις πρωτολογίες και την απάντηση του Υπουργού για μία μόνο φορά στο ένα δεύτερο (1/2) του χρόνου του άρθρου 97 παρ. 1 έως
- Το δεύτερο μέσα σε «» εδάφιο τροποποιήθηκε ως άνω από την περ. β’ της παρ. 4 του Άρθρο 16 1.Αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις των παραγράφων 1 έως 3 του προηγούμενου άρθρου, οι Βουλευτές θεωρούνται ότι ανήκουν στην Κοινοβουλευτική Ομάδα του Κόμματος με το οποίο εκλέχθηκαν, εκτός αν δηλώσουν ενυπόγραφα διαφορετική προτίμηση. Η ενυπόγραφη αυτή δήλωση μπορεί να υποβληθεί στον Πρόεδρο της Βουλής οποτεδήποτε κατά τη διάρκεια της βουλευτικής περιόδου. 2.Ο Αρχηγός του Κόμματος θεωρείται και Πρόεδρος της Κοινοβουλευτικής Ομάδας του Κόμματός του, αν είναι Βουλευτής. 3.Οι Βουλευτές που επιθυμούν να ιδρύσουν, σύμφωνα με τις προϋποθέσεις του προηγούμενου άρθρου, Κοινοβουλευτική Ομάδα υποβάλλουν στον Πρόεδρο της Βουλής σχετική δήλωση, που περιέχει τον τίτλο του Κόμματος και τα ονόματα των μελών και του Προέδρου της. Η δήλωση αυτή υπογράφεται από όλα τα μέλη της Κοινοβουλευτικής Ομάδας, ανακοινώνεται στη Βουλή και καταχωρίζεται στα Πρακτικά. Σελ. 192,732(α) Τεύχος 1319 Σελ. 98 4.Αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις των παραγράφων 2 και 3 του προηγούμενου άρθρου, οι Βουλευτές που εκλέχθηκαν με συνασπισμό δύο ή περισσότερων Κομμάτων οφείλουν να υποβάλουν, πριν από την εκλογή του οριστικού Προεδρείου της Βουλής, ενυπόγραφη δήλωση, στην οποία να αναφέρουν σε ποια από τις Κοινοβουλευτικές Ομάδες των Κομμάτων του συνασπισμού ανήκουν. Αν δεν υποβάλουν τέτοια δήλωση, θεωρούνται ότι ανήκουν στην Κοινοβουλευτική Ομάδα του Κόμματος του οποίου ο τίτλος αναφέρεται πρώτος στο συνασπισμό. 5.Οι μεταβολές στη σύνθεση Κοινοβουλευτικής Ομάδας γνωστοποιούνται στον Πρόεδρο της Βουλήςμε ενυπόγραφη δήλωση του ενδιαφερομένου, αν πρόκειται για αποχώρηση με ενυπόγραφη δήλωση του Προέδρου της Κοινοβουλευτικής Ομάδας, αν πρόκειται για διαγραφή και με κοινή ενυπόγραφη δήλωση του Βουλευτή και του Προέδρου της Κοινοβουλευτικής Ομάδας, αν πρόκειται για προσχώρηση. Οι παραπάνω ενυπόγραφες δηλώσεις ανακοινώνονται στη Βουλή και καταχωρίζονται στα Πρακτικά. Εκπροσώπηση – αναπλήρωση – περιορισμοί άρθρ.6 της 6913/26-26 Νοεμ. 1993, (ΦΕΚ Α΄ 200) , αποφ. Προέδρου της Βουλής. 5.Η συζήτηση των επερωτήσεων περιορίζεται αποκλειστικά στο θέμα που αναφέρεται στο κείμενο της επερώτησης και ολοκληρώνεται μέσα σε μία συνεδρίαση. Η συζήτηση οποιουδήποτε άλλου θέματος, όμοιου ή συναφούς με το θέμα της επερώτησης, δεν επιτρέπεται, με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου
- 6.Οι επερωτώντες αναπτύσσουν την επερώτηση με τη σειρά της υπογραφής τους, εκτός εάν με τη συγκατάθεσή τους μεταβάλουν τη σειρά μέσα στα πλαίσια του χρόνου που δικαιούνται. Ο Βουλευτής που υπογράφει την επερώτηση την αναπτύσσει προφορικά και ο αρμόδιος Υπουργός απαντά. «Η διάρκεια της ομιλίας του Βουλευτή που υπογράφει πρώτος είναι είκοσι
(20)λεπτά της ώρας, και των «αμέσως επόμενων τεσσάρων» πέντε
(5)λεπτά της ώρας για τον καθένα. Η διάρκεια της ομιλίας του Υπουργού δεν μπορεί να υπερβεί τον προβλεπόμενο συνολικό χρόνο ομιλίας όλων των Βουλευτών που ανέπτυξαν την επερώτηση με την επιφύλαξη του άρθρου 97.» Το τρίτο και τέταρτο μέσα σε «» εδάφια τροποποιήθηκαν ως άνω από την περ. γ’ της παρ. 4 του άρθρ. 6 της 6913/26-26 Νοεμ. 1993, (ΦΕΚ Α΄ 200), αποφ. Προεδ. Βουλής. Οι μέσα σε « » λέξεις του τρίτου εδαφίου αντικαταστάθηκαν ως άνω από την παρ. 2 του άρθρ. 17 της Αποφ. Ολομ. Βουλής της 3-8 Ιουλ. 1996 (ΦΕΚ Α΄ 151), κατωτ. αριθ. 76. 7.Στη δευτερολογία ο χρόνος ομιλίας της προηγούμενης παραγράφου περιορίζεται στο ένα δεύτερο (1/2). 8.Ο Υπουργός μπορεί μία μόνο φορά και για εξαιρετικούς λόγους να ζητήσει την αναβολή της συζήτησης μιας επερώτησης για προσεχή συνεδρίαση κοινοβουλευτικού ελέγχου. Στην περίπτωση αυτήν η εγγραφή στην ημερήσια διάταξη γίνεται κατά προτεραιότητα. «9.Αν κατά τη συζήτηση μιας επερώτησης κρίνονται και πράξεις Βουλευτή που διετέλεσε μέλος της παρούσας ή προηγούμενης Κυβέρνησης, αυτός μπορεί να μιλήσει στο τέλος της συζήτησης για πέντε
(5)λεπτά της ώρας και μόνο σχετικά με τις κρινόμενες πράξεις του.» Η παρ. 9 τροποποιήθηκε ως άνω από την περιπτ. δ’ της παρ. 4 του άρθρ. 6 της 6913/26-26 Νοεμ. 1993, (ΦΕΚ Α΄ 200), αποφ. Προέδ. Βουλής. Ταυτόχρονη συζήτηση επερωτήσεων Άρθρο 136 1.Η Βουλή μπορεί, ύστερα από προφορική πρόταση του Υπουργού ή γραπτή πρόταση δεκαπέντε τουλάχιστον παρόντων Βουλευτών, να αποφασίσει την ενιαία και ταυτόχρονη συζήτηση περισσότερων από μια επερωτήσεων που είναι γραμμένες στην ημερήσια διάταξη και αναφέρονται στο ίδιο θέμα. Στην συζήτηση της πρότασης μετέχουν ένας από τους υπέρ της επερώτησης και ένας από τους αντιλέγοντες, οι Πρόεδροι των Κοινοβουλευτικών Ομάδων και ο επερωτώμενος Υπουργός, καθένας για πέντε
(5)λεπτά της ώρας. «2.Στην περίπτωση ταυτόχρονης συζήτησης περισσότερων από μια επερωτήσεων για το ίδιο θέμα που υπογράφονται από Βουλευτές της ίδιας ή διαφορετικών Κοινοβουλευτικών Ομάδων, ο Βουλευτής που υπογράφει πρώτος κάθε επερώτηση μιλεί για δέκα
(10)λεπτά της ώρας «και οι επόμενοι τέσσερις κατά σειράν υπογράφοντες» κάθε επερώτηση για πέντε
(5)λεπτά της ώρας, με εναλλαγή των ομιλητών. Ο χρόνος δευτερολογίας είναι πέντε
(5)λεπτά για τον πρώτο που υπογράφει κάθε επερώτηση και τρία
(3)λεπτά της ώρας για καθέναν από τους λοιπούς. Κατά τα λοιπά εφαρμόζεται το άρθρο 135 παρ. 3 έως 6.» Η παρ. 2 τροποποιήθηκε ως άνω από την παρ. 5 του άρθρ. 6 της 6913/26-26 Νοεμ. 1993, (ΦΕΚ Α΄ 200), αποφ. Προεδ. Βουλής. (Αντί για τη σελ. 192,769) Σελ. 192,769(α) Τεύχος 1320 Σελ. 41 Βουλή 1.Ζ.δ.48 Η μέσα σε « » φράση του πρώτου εδαφίου αντικαταστάθηκε ως άνω από τη παρ. 2 άρθρ. 17 Αποφ. Ολομ. Βουλής της 3-8 Ιουλ. 1996 (ΦΕΚ Α’ 151), κατωτ. αριθ.76. Γενίκευση της συζήτησης στις επερωτήσεις Άρθρο 137 1.Με τη διαδικασία της παρ. 1 του προηγούμενου άρθρου η Βουλή μπορεί να αποφασίσει τη γενίκευση της συζήτησης επερώτησης. Η απόφαση της Βουλής μπορεί να περιλαμβάνει και την ταυτόχρονη γενικευμένη συζήτηση περισσότερων επερωτήσεων, αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις της παρ. 1 του προηγούμενου άρθρου. «2.Αν αποφασιστεί η γενίκευση της συζήτησης, η διεξαγωγή της γίνεται σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 2 του προηγούμενου άρθρου για τους επερωτώντες Βουλευτές, καθώς και του άρθρου 97 παρ. 1 έως 3 για τους Υπουργούς, τους Προέδρους των Κοινοβουλευτικών Ομάδων και τους αναπληρωτές τους και συνεχίζεται με τις ομιλίες όσων έχουν εγγραφεί στον κατάλογο έως το τέλος των αγορεύσεων των επερωτώντων, με διάρκεια ομιλίας πέντε
(5)λεπτά της ώρας για τον καθένα. Η γενικευμένη συζήτηση ολοκληρώνεται υποχρεωτικά μέσα σε δύο το πολύ συνεδριάσεις.» Η παρ. 2 τροποποιήθηκε ως άνω από την παρ 6 του άρθρ. 6 της 6913/26-26 Νοεμ.1993, (ΦΕΚ Α΄ 200), αποφ. Πρ.Βουλής. Επίκαιρες επερωτήσεις Άρθρο 138 1.Για θέματα άμεσης επικαιρότητας οι Βουλευτές έχουν το δικαίωμα να υποβάλλουν επερωτήσεις που κατατίθενται και συζητούνται με τη διαδικασία των επόμενων παραγράφων (επίκαιρες επερωτήσεις). 2.Οι επίκαιρες επερωτήσεις συζητούνται κατά τη συνεδρίαση του κοινοβουλευτικού ελέγχου κάθε Τρίτης. 3.Το κείμενο της επερώτησης πρέπει να έχει επίκαιρο περιεχόμενο, να φέρει την ένδειξη στην επικεφαλίδα «επίκαιρη επερώτηση», να υπογράφεται από το Βουλευτή ή τους Βουλευτές που την υποβάλλουν και να κατατίθεται στη Βουλή έως τη δωδεκάτη μεσημβρινή ώρα της Παρασκευής. 4.Οι επίκαιρες επερωτήσεις απευθύνονται στους αρμόδιους Υπουργούς και καταχωρίζονται στο γενικό βιβλίο των επερωτήσεων, καθώς και σε ειδικό βιβλίο. αντίγραφό τους διαβιβάζεται το αργότερο έως τη δεκάτη πρωινή της Δευτέρας στους κατά περίπτωση Προέδρους των Κοινοβουλευτικών Ομάδων ή στον εκπρόσωπο των ανεξαρτήτων κατά το άρθρο 13 παρ.
- Η διαβίβαση γίνεται από την αρμόδια υπηρεσία της Βουλής στα αντίστοιχα γραφεία τους στο βουλευτήριο. Σελ. 192,770(α) Τεύχος 1320 Σελ. 42 «5.Ο Πρόεδρος κάθε Κοινοβουλευτικής Ομάδας ή ο ειδικά ορισμένος γι’ αυτό αναπληρωτής του επιλέγει, έως την ογδόη νυκτερινή ώρα της Δευτέρας κατά το άρθρο 130 παρ. 3, τρεις από τις επίκαιρες επερωτήσεις που έχουν καταθέσει Βουλευτές της Κοινοβουλευτικής του Ομάδας, ή δύο, αν δικαιούνται να συζητήσει μόνο μία αρμοδιότητας διαφορετικών υπουργείων.» Για τις επερωτήσεις των ανεξαρτήτων η επιλογή γίνεται από τον κατά το άρθρο 13 παρ. 1 εκπρόσωπό τους. «Σε περίπτωση που ο Πρόεδρος μιας Κοινοβουλευτικής Ομάδας ή ο εκπρόσωπος των ανεξαρτήτων παραλείψει την επιλογή ή επιλέξει μέχρι τριών επερωτήσεων, η Κοινοβουλευτική αυτή Ομάδα δεν συμπεριλαμβάνεται στη διαδικασία επιλογής της επόμενης παραγράφου.» Αν δεν προταθεί καμία επίκαιρη επερώτηση από καμία Κοινοβουλευτική Ομάδα ή τους ανεξαρτήτους, συζητούνται επερωτήσεις σύμφωνα με τα άρθρα 135 και επόμενα. Το πρώτο και τρίτο μέσα σε «» εδάφια τροποποιήθηκαν ως άνω από τις περ. α και β αντίστοιχα της παρ 7 του άρθρ. 6 της 6913 / 26-26 Νοεμ 1993,(ΦΕΚ Α΄ 200) , Αποφ. Προέδρ. Βουλής «6.Από τις επερωτήσεις της προηγούμενης παραγράφου η Διάσκεψη των Προέδρων επιλέγει δύο μόνο που τις εγγράφει για συζήτηση στην ημερήσια διάταξη της αμέσως επόμενης Τρίτης και λαμβάνοντας υπόψη το στοιχείο της επικαιρότητας και συνεκτιμώντας πάντως και τους όρους του άρθρου 135 παρ. 1.» Αν υπάρχουν επερωτήσεις του ίδιου ή συναφούς περιεχομένου, η Διάσκεψη των Προέδρων μπορεί να αποφασίσει την ταυτόχρονη συζήτησή τους. Στην τελευταία περίπτωση η συζήτηση γίνεται υποχρεωτικά με τη διαδικασία του άρθρου 107 παρ. 4 έως 8, που εφαρμόζονται αναλόγως. Το πρώτο μέσα σε «» εδάφιο τροποποιήθηκε ως άνω από την περιπτ. γ’ της παρ. 7 του άρθρ. 6 της 6913/26-26 Νοεμ. 1993, αποφ. Προέδ. Βουλής 1.Ζ.δ.48 Βουλή 7.Οι επερωτήσεις του άρθρου αυτού που δεν γράφτηκαν στην ημερήσια διάταξη κατά την προηγούμενη παράγραφο διατηρούν τη σειρά τους ανάλογα με το χρόνο υποβολής τους και συζητούνται κατά το άρθρο 135, εκτός αν ο Βουλευτής που τις κατέθεσε ζητήσει εγγράφως τη διαγραφή τους. 8.Αν δεν ορίζεται διαφορετικά στο άρθρο αυτό, για τις επίκαιρες επερωτήσεις εφαρμόζονται αναλόγως τα άρθρα 135 και
- ΜΕΡΟΣ ΤΕΤΑΡΤΟ ΕΙΔΙΚΕΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΕΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α΄: ΕΚΛΟΓΗ ΠΡΟΣΩΠΩΝ Γενικές διατάξεις Άρθρο 139 1.Η εκλογή προσώπων γίνεται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 73, αν δεν ορίζεται διαφορετικά από ειδικές διατάξεις. 2.Κατά την εκλογή προσώπων δεν επιτρέπεται η υποβολή υποψηφιοτήτων. 3.Της εκλογής προσώπων δεν προηγείται συζήτηση. 4.Στους Βουλευτές διανέμονται έντυπα ψηφοδέλτια που περιέχουν τα ονόματα των προσώπων που υποδεικνύονται από τις Κοινοβουλευτικές Ομάδες, καθώς και λευκά. 5.Οι Βουλευτές τους οποίους αφορά η μυστική ψηφοφορία δεν μπορούν κατά τη διάρκειά της να μετέχουν στο Προεδρείο της Βουλής ή στην εφορευτική επιτροπή που διενεργεί την ψηφοφορία. 6.Οι εκλεγόμενοι αναλαμβάνουν τα καθήκοντά τους αμέσως μετά την ανακοίνωση του αποτελέσματος της ψηφοφορίας από τον Πρόεδρο της Βουλής, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά από το Σύνταγμα ή τον Κανονισμό. Εκλογή του Προέδρου της Δημοκρατίας Άρθρο 140 1.Η εκλογή του Προέδρου της Δημοκρατίας από τη Βουλή ενεργείται με ονομαστική ψηφοφορία και σε ειδική συνεδρίαση, που συγκαλείται από τον Πρόεδρο της Βουλής έναν τουλάχιστο μήνα πριν από τη λήξη της θητείας του εν ενεργεία Προέδρου της Δημοκρατίας, σύμφωνα με τα οριζόμενα στις επόμενες διατάξεις. 2.Σε περίπτωση οριστικής αδυναμίας του Προέδρου της Δημοκρατίας να εκπληρώσει τα καθήκοντά του κατά τους ορισμούς του άρθρου 34 παρ. 2 του Συντάγματος, καθώς επίσης και σε περίπτωση που ο Πρόεδρος παραιτηθεί, πεθάνει ή κηρυχθεί έκπτωτος κατά τις διατάξεις του Συντάγματος, η Βουλή συγκαλείται σε συνεδρίαση για την εκλογή νέου Προέδρου της Δημοκρατίας μέσα σε δέκα ημέρες το αργότερο, αφότου έληξε πρόωρα η θητεία του προηγούμενου Προέδρου. 3.Η εκλογή του Προέδρου της Δημοκρατίας εγγράφεται σε ειδική ημερήσια διάταξη, της οποίας η ανακοίνωση γίνεται πέντε πλήρεις ημέρες πριν από την οριζόμενη σ’ αυτήν ημερομηνία ψηφοφορίας, σύμφωνα με το άρθρο 32 παρ. 3 του Συντάγματος. 4.Της εκλογής του Προέδρου της Δημοκρατίας δεν προηγείται συζήτηση. 5.Η Βουλή ψηφίζει ύστερα από προτάσεις που μπορούν να γίνουν μόνο από τις Κοινοβουλευτικές Ομάδες. Δικαίωμα πρότασης επίσης έχει και η κατά την έννοια του άρθρου 16 παρ. 5 Ομάδα των ανεξαρτήτων, υποψήφιος της οποίας θεωρείται όποιος συγκεντρώσει τις περισσότερες υποδείξεις των μελών της. Άλλες υποψηφιότητες δεν ανακοινώνονται στη Βουλή. 6.Η ονομαστική ψηφοφορία για την εκλογή Προέδρου της Δημοκρατίας διεξάγεται πάντοτε με ονομαστική κλήση. Ο Πρόεδρος καλεί έναν Βουλευτή από τη Συμπολίτευση και έναν από την Αντιπολίτευση για να εκφωνήσουν τον κατάλογο των Βουλευτών και να καταμετρήσουν τις ψήφους. Κάθε Βουλευτής μετά την ονομαστική κλήση του αναφέρει το όνομα της προτίμησής του, ενώ οι ψηφολέκτες σημειώνουν, καθένας χωριστά, την ψήφο κάθε Βουλευτή. Βουλευτές που δεν επιθυμούν να εκφράσουν την προτίμησή τους υπέρ ορισμένου προσώπου δηλώνουν «παρών». Σε καμία περίπτωση δεν επιτρέπεται αιτιολόγηση της ψήφου. Το άρθρο 72 παρ. 8 εφαρμόζεται αναλόγως. 7.Μετά το πέρας της ονομαστικής ψηφοφορίας συντάσσεται πρακτικό στο οποίο καταχωρίζονται τα ονόματα των παρόντων και των απόντων Βουλευτών, η ψήφος καθενός κατά την προηγούμενη παράγραφο, καθώς και το αποτέλεσμα της ψηφοφορίας. Το πρακτικό ψηφοφορίας υπογράφεται από τους ψηφολέκτες, τον Πρόεδρο και τους Γραμματείς της Βουλής και καταχωρίζεται στα Πρακτικά. 8.Πρόεδρος της Δημοκρατίας εκλέγεται όποιος συγκεντρώσει την κατά το άρθρο 32 παρ. 3 και 4 του Συντάγματος πλειοψηφία. 9.΄Οταν ο Πρόεδρος της Βουλής αναπληρώνει τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, αντικαθίσταται προσωρινά στην άσκηση των καθηκόντων του από τους κατά το άρθρο 10 αναπληρωτές του. ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β΄: ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΕΜΠΙΣΤΟΣΥΝΗΣ ΚΑΙ ΔΥΣΠΙΣΤΙΑΣ Πρόταση εμπιστοσύνης Άρθρο 141 1.Η Κυβέρνηση οφείλει μέσα σε δεκαπέντε ημέρες από την ορκωμοσία του Πρωθυπουργού να εμφανιστεί στη Βουλή και να ζητήσει ψήφο εμπιστοσύνης μετά τη συζήτηση των προγραμματικών της δηλώσεων. Αν έχουν διακοπεί (Αντί για τη σελ.192,771(β) Σελ. 192,771(γ) Τεύχος 1320 Σελ. 43 Βουλή 1.Ζ.δ.48 οι εργασίες της Βουλής, εφαρμόζεται το άρθρο 84 παρ. 1 του Συντάγματος. 2.Ο Πρόεδρος της Βουλής, ύστερα από συνεννόηση με την Κυβέρνηση, ορίζει την ημέρα που θα αρχίσει η συζήτηση για τις προγραμματικές δηλώσεις και την παροχή ψήφου εμπιστοσύνης. 3.Η ανάγνωση των προγραμματικών δηλώσεων της Κυβέρνησης και η πρόταση εμπιστοσύνης εγγράφονται σε ειδική ημερήσια διάταξη. Η συζήτηση διεξάγεται σύμφωνα με τα άρθρα 96 παρ. 2 και 97, που έχουν ανάλογη εφαρμογή, και δεν μπορεί να παραταθεί περισσότερο από τρεις ημέρες από την έναρξή της. Η εγγραφή ομιλητών γίνεται μετά την ανάγνωση των προγραμματικών δηλώσεων και έως το τέλος της ομιλίας του τρίτου εγγεγραμμένου αγορητή. Η ψηφοφορία για την πρόταση εμπιστοσύνης διεξάγεται αμέσως μόλις τελειώσει η συζήτηση επί των προγραμματικών δηλώσεων και το αργότερο τη δωδεκάτη νυκτερινή ώρα της τρίτης ημέρας από την έναρξη της συζήτησης, εκτός αν η Κυβέρνηση ζητήσει να αναβληθεί η ψηφοφορία για σαράντα οχτώ ώρες. 4.Η Κυβέρνηση μπορεί και οποτεδήποτε άλλοτε να ζητήσει ψήφο εμπιστοσύνης της Βουλής με γραπτή ή προφορική δήλωση του Πρωθυπουργού στη Βουλή. Στην περίπτωση αυτήν η πρόταση εμπιστοσύνης εγγράφεται επίσης σε ειδική ημερήσια διάταξη. Η συζήτηση αρχίζει μετά δύο ημέρες από την υποβολή της και τερματίζεται με ψηφοφορία σύμφωνα με την προηγούμενη παράγραφο. 5.Η ψηφοφορία για τις προτάσεις εμπιστοσύνης των προηγούμενων παραγράφων είναι πάντοτε ονομαστική. Κατ’ αυτήν ψηφίζουν και οι Υπουργοί και Υφυπουργοί, αν είναι μέλη της Βουλής. 6.Η Κυβέρνηση απολαύει της εμπιστοσύνης της Βουλής αν οι προτάσεις των προηγούμενων παραγράφων εγκριθούν από την απόλυτη πλειοψηφία των παρόντων Βουλευτών, η οποία όμως δεν επιτρέπεται να είναι κατώτερη από τα δύο πέμπτα (2/5) του όλου αριθμού των Βουλευτών. Πρόταση δυσπιστίας Άρθρο 17 1.Οι Κοινοβουλευτικές Ομάδες εκπροσωπούνται από τους Προέδρους τους. 2.Οι Πρόεδροι των Κοινοβουλευτικών Ομάδων μπορούν να ορίσουν, με ενυπόγραφη δήλωσή τους προς τον Πρόεδρο της Βουλής, έως δύο αναπληρωτές-εκπροσώπους της Κοινοβουλευτικής Ομάδας, οι οποίοι τους αναπληρώνουν σε περίπτωση κωλύματος ή απουσίας. Ο Πρόεδρος της μεγαλύτερης σε δύναμη Κοινοβουλευτικής Ομάδας που μετέχει στην Κυβέρνηση, καθώς και ο Πρόεδρος της Κοινοβουλευτικής Ομάδας της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης, μπορούν να ορίσουν έως και τρεις αναπληρωτές-εκπροσώπους. 3.Ο ορισμός των αναπληρωτών-εκπροσώπων μπορεί να ανακληθεί οποτεδήποτε. 1.Ζ.δ.48 Βουλή 4.Σε περίπτωση που έχουν οριστεί περισσότεροι του ενός αναπληρωτές-εκπρόσωποι, η αναπλήρωση του Προέδρου της Κοινοβουλευτικής Ομάδας στα δικαιώματα και στις υποχρεώσεις που θεσπίζει ο Κανονισμός γίνεται μόνο από έναν απ’ αυτούς, κατά τη σειρά ή το αντικείμενο του ορισμού τους. 5.Αναπλήρωση των Προέδρων των Κοινοβουλευτικών Ομάδων από τους κατά την παράγραφο 2 αναπληρωτές δεν επιτρέπεται μόνο στα κατά το άρθρο 68 προσωπικά ζητήματα και στα κατά τα άρθρα 124 έως 133 θέματα κοινοβουλευτικού ελέγχου, εκτός από τις επερωτήσεις και τις επίκαιρες επερωτήσεις. 6.Όπου ο Κανονισμός δεν προβλέπει χρονικό περιορισμό στη διάρκεια αγόρευσης του Προέδρου της Κοινοβουλευτικής Ομάδας, η αγόρευση του αναπληρωτή του δεν μπορεί να υπερβαίνει τη μισή ώρα. Στην κατ’ άρθρο συζήτηση δεν μπορεί να υπερβαίνει το διπλάσιο του αντίστοιχου χρόνου ομιλίας του Βουλευτή. 7.Οι διατάξεις του άρθρου 66 του Κανονισμού που ρυθμίζουν τον τρόπο αγόρευσης των Βουλευτών ισχύουν και για τους αναπληρωτές των Προέδρων των Κοινοβουλευτικών Ομάδων. «
- Οι αναπληρωτές των Προέδρων των Κοινοβουλευτικών Ομάδων μπορούν να τριτολογήσουν για πέντε
(5)λεπτά της ώρας.» Η παρ. 8 τροποποιήθηκε ως άνω από την υποπερ. ii της περ. ε’ της παρ. 2 του άρθρ. 5 της 6913/26-26 Νοεμ.1993,( ΦΕΚ Α’ 200) αποφ. Προέδρου της Βουλής, Παραχώρηση αιθουσών του βουλευτηρίου στις Κοινοβουλευτικές Ομάδες και στελέχωση των διοικητικών γραμματειών τους Άρθρο 142 1.Η Βουλή μπορεί με απόφασή της να αποσύρει την εμπιστοσύνη της από την Κυβέρνηση ή από μέλος της ύστερα από πρόταση δυσπιστίας. Η πρόταση δυσπιστίας πρέπει να είναι υπογραμμένη από το ένα έκτο (1/6) τουλάχιστον των Βουλευτών και να περιλαμβάνει σαφώς τα θέματα για τα οποία θα διεξαχθεί η συζήτηση. 2.Η πρόταση δυσπιστίας υποβάλλεται στον Πρόεδρο σε δημόσια συνεδρίαση της Βουλής. Σελ. 192,772(γ) Τεύχος 1320 Σελ. 44 3.Αν διαπιστωθεί ότι η πρόταση υπογράφεται από τον ελάχιστο απαιτούμενο αριθμό Βουλευτών, η Βουλή διακόπτει τις εργασίες της για δύο ημέρες, εκτός αν η Κυβέρνηση ζητήσει να αρχίσει αμέσως η συζήτηση για την πρόταση δυσπιστίας. 4.Με την επιφύλαξη της ευχέρειας που παρέχει η προηγούμενη παράγραφος στην Κυβέρνηση, η συζήτηση για την πρόταση δυσπιστίας αρχίζει δύο ημέρες μετά την υποβολή της και τελειώνει το αργότερο τη δωδεκάτη νυκτερινή της τρίτης ημέρας από την έναρξή της με ονομαστική ψηφοφορία, που διεξάγεται σύμφωνα με την παρ. 3 του προηγούμενου άρθρου. 5.Η συζήτηση αρχίζει με την ομιλία δύο Βουλευτών από εκείνους που υπογράφουν την πρόταση δυσπιστίας και ορίζονται με ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 91 παρ.
- Η εγγραφή των άλλων ομιλητών γίνεται έως το τέλος της ομιλίας των δύο Βουλευτών του προηγούμενου εδαφίου. Κατά τα λοιπά η συζήτηση και η ψηφοφορία διεξάγονται σύμφωνα με τις παραγράφους 3 έως 5 του προηγούμενου άρθρου. 6.Πρόταση δυσπιστίας δεν μπορεί να υποβληθεί πριν περάσει εξάμηνο από την απόρριψη προηγούμενης όμοιας πρότασης, εκτός αν υπογράφεται από την απόλυτη πλειοψηφία του όλου αριθμού των Βουλευτών. 7.Πρόταση δυσπιστίας γίνεται δεκτή μόνο αν εγκριθεί από την απόλυτη πλειοψηφία του όλου αριθμού των Βουλευτών. ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ΄ ΠΛΗΡΟΦΟΡΗΣΗ ΚΑΙ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ Άρθρ. 142Α.-Ανακοινώσεις και δηλώσεις της Κυβέρνησης ενώπιον της Βουλής. 1.Για την έγκαιρη και υπεύθυνη πληροφόρηση και ενημέρωση της Βουλής η Κυβέρνηση δια του Πρωθυπουργού μπορεί, εκτός από τη «συζήτηση προ ημερησίας διατάξεως» του επόμενου άρθρου να ζητήσει, οποτεδήποτε, να κάνει ανακοινώσεις ή δηλώσεις ενώπιόν της για οποιαδήποτε σοβαρή δημόσια υπόθεση. 2.Το αίτημα για ανακοίνωση ή δήλωση μαζί με το αντικείμενό τους διατυπώνεται στον Πρόεδρο της Βουλής και γνωστοποιείται από αυτόν στους Προέδρους των Κοινοβουλευτικών Ομάδων της Αντιπολίτευσης πριν από 24 ώρες τουλάχιστον. 3.Η ανακοίνωση ή δήλωση της Κυβέρνησης γίνεται αυτοπροσώπως από τον Πρωθυπουργό σε οποιαδήποτε συνεδρίαση νομοθετικής εργασίας ή κοινοβουλευτικού ελέγχου πριν από την έναρξη της συζήτησης των θεμάτων της ημερήσιας διάταξης και η διάρκειά της δεν μπορεί να υπερβαίνει τα 10 λεπτά της ώρας. 1.Ζ.δ.48 Βουλή 4.Οι Πρόεδροι των Κοινοβουλευτικών Ομάδων της Αντιπολίτευσης μπορούν να αναπτύξουν αυτοπροσώπως τις απόψεις τους για το περιεχόμενο της ανακοίνωσης ή της δήλωσης της Κυβέρνησης για 5 λεπτά της ώρας, κατ’ ανώτατο όριο για τον καθένα. Σε περίπτωση απουσίας ή ασθένειας Προέδρου Κοινοβουλευτικής Ομάδας στη συζήτηση τον αναπληρεί εκπρόσωπός του οριζόμενος απ’ αυτόν. 5.Η απάντηση του Πρωθυπουργού στις απόψεις των Προέδρων των Κοινοβουλευτικών Ομάδων της Αντιπολίτευσης δεν μπορεί να υπερβαίνει τα 5 λεπτά της ώρας. 6.Η δευτερολογία των Προέδρων των Κοινοβουλευτικών Ομάδων της Αντιπολίτευσης δεν μπορεί να υπερβαίνει τα 3 λεπτά και του Πρωθυπουργού, ο οποίος ομιλεί τελευταίος, τα 5 λεπτά της ώρας. 7.Οι διατάξεις των άρθρ. 17 και 97 παρ. 5 δεν εφαρμόζονται στην περίπτωση αυτού του άρθρου». Το Κεφάλαιο Γ΄ και το άρθρο 142Α΄ προστέθηκαν από την παρ. 1 άρθρ. 3 της 1412/17-19 Μαρτ. 1993 (ΦΕΚ Α΄ 36) απόφ. Προέδρου της Βουλής. Συζήτηση προ ημερησίας διατάξεως Άρθρο 143 1.Για εθνικά θέματα ή θέματα γενικότερου ενδιαφέροντος ο Πρωθυπουργός μπορεί, κατ’ εξαίρεση της διάταξης του άρθρου 62 παρ. 1, να ενημερώνει τη Βουλή και αμέσως επακολουθεί συζήτηση (συζήτηση προ ημερησίας διατάξεως). «2.Κατά τη διάρκεια κάθε βουλευτικής συνόδου διεξάγονται υποχρεωτικά έξι συζητήσεις προ ημερησίας διατάξεως, εκ των οποίων η μία αποτελεί δικαίωμα της Κυβέρνησης και οι υπόλοιπες πέντε της Αντιπολίτευσης. Το θέμα της συζητήσεως που ανήκει στην επιλογή της Κυβέρνησης πρέπει να αναφέρεται στην πορεία της Χώρας με την Ευρωπαϊκή ΄Ενωση και αν είναι εφικτό να συνδυάζεται με την κατάθεση της σχετικής έκθεσης που προβλέπεται από το άρθρ. 3 του νόμ. 945/
- Τα θέματα των υπόλοιπων πέντε συζητήσεων καθορίζονται από την Αντιπολίτευση ως εξής: Τα θέματα δύο συζητήσεων από την Αξιωματική Αντιπολίτευση, το θέμα μιας συζήτησης από τη δεύτερη σε δύναμη Κοινοβουλευτική Ομάδα της Αντιπολίτευσης, το θέμα μιας συζήτησης από την τρίτη σε δύναμη Κοινοβουλευτική Ομάδα της Αντιπολίτευσης και το θέμα μιάς συζήτησης από την τέταρτη σε δύναμη Κοινοβουλευτική Ομάδα της Αντιπολίτευσης με αίτησή τους, που υπογράφεται από τα δύο τρίτα του αριθμού των Βουλευτών που υπάγονται κατά περίπτωση στην κάθε Κοινοβουλευτική Ομάδα ή από τον Πρόεδρό της. Η αίτηση κατατίθεται στο γραφείο του Προέδρου της Βουλής και διαβιβάζεται αμέσως στον Πρωθυπουργό. Η συζήτηση πραγματοποιείται μέσα σε ένα μήνα από την υποβολή της κάθε αιτήσεως και σε κάθε περίπτωση μέσα σε είκοσι πέντε
(25)ημέρες από τη διεξαγωγή άλλης προ ημερησίας διατάξεως συζήτησης.» Η μέσα σε «» παρ. 2 όπως είχε τροποποιηθεί από το άρθρ. 2 της από 10-11 Ιουλ. 1990, (ΦΕΚ Α΄ 92) , αποφ. Προέδ. της Βουλής και το άρθρ. 8 της υπ’ αριθ. 6913/1993, (ΦΕΚ Α΄ 200), ομοίας αποφ. αντικαταστάθηκε και πάλι ως άνω από την παρ. 7 του άρθρ. 1 της από