📄 Κείμενο νόμου
80. ΝΟΜΟΣ υπ’ αριθ.1188 της 27/30 Ιουλ. 1981 (ΦΕΚ Α΄204) Περί κυρώσεως του Κώδικος «περί καταστάσεως προσωπικού οργανισμού τοπικής αυτοδιοικήσεως». Ο ουσιαστικός έλεγχος (έγκριση) από το Νομάρχη των πράξεων των δημοτικών ή κοινοτικών συμβουλίων, που προβλέπεται από τις διατάξεις των άρθρ.234 παρ.4,317 παρ.6,318 παρ.2 και 334 παρ.2, του Νόμ.1188/1981, καταργήθηκε από το άρθρο μόνο Π.Δ. 222/4-8 Ιαν. 1982, ΦΕΚ Α΄ 3, (ανωτ. σελ.52,250). Με την παρ.61 άρθρ.8 Νόμ.2307/8-15 Ιουν. 1995 (ΦΕΚ Α΄ 113), κατωτ. αριθ.103, ορίστηκε ότι: «Όπου στις κατωτέρω διατάξεις του Νόμ.1188/1981 «περί κυρώσεως του Κώδικος περί καταστάσεως προσωπικού οργανισμών τοπικής αυτοδιοικήσεως» αναφέρεται η λέξη «Νομάρχης», εφεξής νοείται ο «Περιφερειακός Διευθυντής». Άρθρ. 89 παρ. 3 ΄΄ 207 ΄΄ 2 ΄΄ 208 πρώτο εδάφιο ΄΄ 218 παρ. 3 ΄΄ 219 ΄΄ 1 δεύτερο εδάφιο ΄΄ 220 ΄΄ 1 πρώτο εδάφιο ΄΄ 221 ΄΄ 1, 2 πρώτ. εδάφ. ΄΄ 222 ΄΄ 226 ΄΄ 227 ΄΄ 1 πρώτο εδάφιο ΄΄ 228 ΄΄ 1, 2 πρώτ. εδάφ. ΄΄ 229. Άρθρον 5. Υπηρεσιακόν συμβούλιον παρ’ εκάστη νομαρχία. 1.Παρ’ εκάστη νομαρχία ή διαμερίσματι συνιστάται υπηρεσιακόν συμβούλιον συγκροτούμενον δι’ αποφάσεως του νομάρχου και αποτελούμενον: α)εκ του διευθυντού εσωτερικών της νομαρχίας ή του νομίμου αναπληρωτού αυτού, επί πλειόνων δε διευθυντών εκ του αρμοδίου επί θεμάτων τοπικής αυτοδιοικήσεως ή του νομίμου αναπληρωτού αυτού ως προέδρου. β)εκ του τμηματάρχου τοπικής αυτοδιοικήσεως της διευθύνσεως εσωτερικών της νομαρχίας. γ)εξ ενός δημοτικού συμβούλου του δήμου της έδρας του νομού και δ)εκ δύο μονίμων δημοτικών ή κοινοτικών υπαλλήλων επί βαθμώ 7ω τουλάχιστον του κλάδου ΑΤ1 και ελλείψει τοιούτων εξ υπαλλήλων του κλάδου ΑΡ13 του αυτού τουλάχιστον βαθμού, εν ελλείψει δε και τούτων έξ υπαλλήλων του κλάδου ΜΕ επί βαθμώ 7ω τουλάχιστον. Υπαρχόντων υπαλλήλων ανωτέρου βαθμού δεν δύναται να ορισθή κατώτερος. (Μετά τη σελ. 140,416(στ) Σελ. 140,41601 Τεύχος 1425 Σελ. 3 Κατάσταση Δημοτικών και Κοινοτικών Υπαλλήλων 3.Β.β.80 2.Οι δημοτικοί ή κοινοτικοί υπάλληλοι ορίζονται υπό του νομάρχου και συμμετέχουν οι μεν κοινοτικοί οσάκις συζητούνται θέματα αφορώντα εις κοινοτικούς υπαλλήλους, οι δε δημοτικοί εις πάσας τας λοιπάς περιπτώσεις. Ο δημοτικός σύμβουλος ορίζεται υπό του οικείου δημοτικού συμβουλίου. Με την παρ.14 του άρθρ.37 του Νόμ.2190/1-3 Μαρτ. 1994 (ΦΕΚ Α΄ 28), Τόμ. 2Α, σελ.318,203, ορίστηκε ότι: «Τα εκ των δημοτικών ή κοινοτικών υπαλλήλων μέλη των υπηρεσιακών συμβουλίων των Ο.Τ.Α. που ορίζονται από το Νομάρχη, εφεξής υποδεικνύονται από την τοπική ένωση δήμων και κοινοτήτων». 3.Καθήκοντα γραμματέως του συμβουλίου εκτελεί διοικητικός υπάλληλος του κλάδου ΑΤ1 κατά προτίμησιν του τμήματος τοπικής αυτοδιοικήσεως της διευθύνσεως εσωτερικών της νομαρχίας επί 8ω έως 6ω βαθμώ. 4.Το κατά το παρόν άρθρον υπηρεσιακόν συμβούλιον είναι αρμόδιον δια την κρίσιν των μέχρι και του 4 ου βαθμού υπαλλήλων των εν τη περιφερεία του νομού ΟΤΑ, περί ών το άρθρον 2 του παρόντος επιφυλασσομένων των διατάξεων των επομένων άρθρων 6 και 7. άρθρ. 12 Νόμ.2130/1993, αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. 22 άρθρ. 8 Νόμ 2307/815 Ιουν. 1995 (ΦΕΚ Α΄ 113), κατωτ. αριθ. 103. Το δε μέσα σε «» δεύτερο εδάφιο αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. 4 άρθρ.12 Νόμ. 2503/30-30 Μαΐου 1997 (ΦΕΚ Α’ 107), κατωτ. αριθ.110. «10.Με τις προϋποθέσεις και τη διαδικασία των παρ. 1, 2, 4 και 5 του άρθρου αυτού επιτρέπεται η μετάταξη υπαλλήλων κατηγορίας ΔΕ23 ειδικού προσωπικού από δήμο σε δήμο, από δήμο σε κοινότητα και αντίστροφα». Η μέσα σε « » παρ. 10 προστέθηκε από την παρ. 23 άρθρ. 8 Νόμ. 2307/8-15 Ιουν. 1995 (ΦΕΚ Α΄113), κατωτ. αριθ. 103. Απόσπασις ΄Αρθρ.133.«1.Ειδικές διατάξεις νόμων που επιτρέπουν την απόσπαση υπαλλήλων σε κρατικές υπηρεσίες ή σε άλλον οργανισμό τοπικής αυτοδιοίκησης ή σε υπηρεσίες νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου ή οργανισμών κοινής ωφέλειας εξακολουθούν να ισχύουν. Η απόσπαση γίνεται πάντοτε ύστερα και από γνώμη του αρμόδιου για διορισμό οργάνου του οργανισμού τοπικής αυτοδιοίκησης από τον οποίο αποσπάται ο υπάλληλος. Απαγορεύεται η απόσπαση υπάλληλου αν ένας μόνο υπηρετεί στον κλάδο στον οποίο αυτός ανήκει. 3.Β.β.80 Κατάσταση Δημοτικών και Κοινοτικών Υπαλλήλων «2.Αν υπάρχει έκτακτη υπηρεσιακή ανάγκη, με απόφαση του δημάρχου ή προέδρου κοινότητας μπορεί να αποσπασθεί έως ένα έτος υπάλληλος δήμου ή κοινότητας σε δημοτικό ή κοινοτικό ίδρυμα ή δημοτικό ή κοινοτικό νομικό πρόσωπο του ιδίου οργανισμού τοπικής αυτοδιοίκησης ή σε σύνδεσμο δήμων ή κοινοτήτων ή δήμων και κοινοτήτων ή σε αναπτυξιακό σύνδεσμο στον οποίο συμμετέχει ο δήμος ή η κοινότητα από τον οποίο γίνεται η απόσπαση και αντίστροφα». Η παρ. 2 αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. 3 άρθρ. 26 Νόμ. 2130/22-23 Απρ. 1993 (ΦΕΚ Α΄ 62), ανωτ. σελ. 52, 364. «3.Επιτρέπεται η απόσπαση υπαλλήλου οργανισμού τοπικής αυτοδιοίκησης σε άλλον οργανισμό τοπικής αυτοδιοίκησης, με αίτηση του υπαλλήλου για συνυπηρέτηση με σύζυγο δημόσιο υπάλληλο ή υπάλληλο νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου ή οργανισμού τοπικής αυτοδιοίκησης, με απόφαση του αρμόδιου για το διορισμό οργάνου του Ο.Τ.Α. υποδοχής, η οποία εκδίδεται ύστερα από γνώμη του αρμοδίου για το διορισμό οργάνου του Ο.Τ.Α. εκ του οποίου ζητείται η απόσπαση. Η απόσπαση γίνεται για ένα (1) έτος και μπορεί να παραταθεί για ένα (1) ακόμη. Μετά τη λήξη του χρόνου απόσπασης ο υπάλληλος υποχρεούται να επανέλθει στον Ο.Τ.Α. από τον οποίο αποσπάσθηκε». Η μέσα σε « » παρ. 3 αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. 26 άρθρ.26 αρθρ. 8 Νόμ. 2307/8-15 Ιουν.1995 (ΦΕΚ Α΄ 113) κατωτ. αριθ. 103. 4.Στις περιπτώσεις των παρ. 2 και 3 αυτού του άρθρου οι αποδοχές και αποζημιώσεις του υπαλλήλου που αποσπάστηκε και οι ασφαλιστικές εισφορές βαρύνουν το φορέα στον οποίο έγινε η απόσπαση. 5.Με Π.Δ/γμα, που εκδίδεται με πρόταση των Υπουργών Εσωτερικών και Οικονομικών, ορίζονται οι πρόσθετες αμοιβές και αποζημιώσεις στους υπαλλήλους που αποσπώνται σύμφωνα με τις διατάξεις αυτού του άρθρου». Το άρθρ. 133 αντικαταστάθηκε ως άνω από το άρθρ. 66 Νόμ. 1416/18-21 Φεβρ. 1984 (ΦΕΚ Α΄ 18) (κατωτ. αριθ. 82). ΄Αρθρον 134 Μετάταξις εντός του αυτού γενικωτέρου κλάδου 1.Επιτρέπεται μετάταξις υπαλλήλων (μέχρι και του 6 ου βαθμού) εις κενήν ομοιόβαθμον θέσιν ετέρου κλάδου του αυτού γενικωτέρου κλάδου του ιδίου ΟΤΑ τη αιτήσει των, εφ΄ όσον ούτοι έχουν τα προσόντα της εις ην μετατάσσονται θέσεως και συντρέχουν εξαιρετικαί υπηρεσιακαί ανάγκαι. Η μέσα σε ( ) φράση διαγράφτηκε από την παρ. 4 άρθρ. 30 Π.Δ. 37 α /26 Ιαν.-4 Φεβρ. 1987 (ΦΕΚ Α΄ 11) (κατωτ. αριθ. 85). 2.Η μετάταξις ενεργείται δι΄ αποφάσεως του αρμοδίου προς διορισμόν οργάνου εκδιδομένης μετά σύμφωνον γνωμοδότησιν του οικείου υπηρεσιακού συμβουλίου. ΄Αρθρον 135 Μετάταξις εις ανώτερον κλάδον Για την εφαρμογή των διατάξεων της παρ. 3 άρθρ. 38 Νόμ.2190/1994, τόμ. 2, σελ. 318,203 και στις μεταβολές που γίνονται σύμφωνα με το παρόν άρθρ., βλ. παρ.7 άρθρ.12 Νόμ.2503/30-30 Μαΐου 1997 (ΦΕΚ Α’ 107), κατωτ. αριθ. 110. 1.Επιτρέπεται μετάταξις υπαλλήλων εις κενάς ομοιοβάθμους θέσεις ή εις θέσεις εισαγωγικού βαθμού ετέρου ανωτέρου κλάδου, του ιδίου ΟΤΑ κατά την έννοιαν της παρ. 1 του άρθρου 160 του παρόντος εφ΄ όσον ούτοι: α)(Καταργήθηκε από το άρθρο 29 Νόμ. 1586/26 Μαρτ.-1 Απρ.1986, ΦΕΚ Α΄ 37, Τόμ. 2Α, σελ. 316, 893), β)κέκτηνται το τυπικόν προσόν του κλάδου εις ον μετατάσσονται, γ)απέκτησαν το κατά το ανωτέρω τυπικόν προσόν κατά την διάρκειαν της υπηρεσίας των ή εφ΄ όσον κατείχον τούτο κατά τον χρόνον του διορισμού των, έχει παρέλθει έκτοτε τετραετία, δ)έχουν μονιμοποιηθή, ε)μετατάσσονται εις θέσιν του αμέσως ανωτέρου κλάδου. Κατ΄ εξαίρεσιν επιτρέπεται η μετάταξις εκ κλάδου ΜΕ εις του ΑΤ τοιούτους. 2.Η μετάταξις ενεργείται κατά τας διατάξεις της παρ. 2 του προηγουμένου άρθρου. 3.(Καταργήθηκε από το άρθρο 29 Νόμ. 1586/26 Μαρτ.–1 Απρ. 1986, ΦΕΚ Α΄ 37, Τόμ. 2Α, σελ.316, 893). 4.Δια τους εκ των μετατασσομένων κεκτημένους τον βαθμόν της θέσεως εις ην μετατάσσονται, ως χρόνος διανυθείς εις την θέσιν ταύτην λογίζεται μόνον ο διανυθείς εν τω αντιστοίχω βαθμώ του εις ον ανήκε προ της μετατάξεως κλάδου χρόνος, μετά την απόκτησιν των τυπικών προσόντων των προβλεπομένων υπό των οικείων διατάξεων δια την θέσιν εις ην ούτοι μετατάσσονται. Κατά πάσαν πάντως περίπτωσιν οι μετατασσόμενοι τίθενται εις το αριστερόν των, κατά τον χρόνον της μετατάξεώς των, πηρετούντων ομοιοβάθμων των και δεν (Αντί για τη σελ. 140,4361(α) Σελ. 140,4361(β) Τεύχος 1425 Σελ. 25 Κατάσταση Δημοτικών και Κοινοτικών Υπαλλήλων 3.Β.β.80 δύναται να κριθούν δια τον αμέσως ανώτερον βαθμόν πριν ή συμπληρώσουν τον προς προαγωγήν εις τον βαθμόν τούτον χρόνον οι κατά τα ανωτέρω αρχαιότεροί των, μη κωλυομένης πάντως της κατά τας διατάξεις του άρθρου 149 του παρόντος εντάξεώς των εις ανώτερον βαθμόν. ΄Αρθρον 136 Προαγωγή Προϋποθέσεις προς προαγωγήν Ουδείς υπάλληλος προάγεται από βαθμού εις βαθμόν: α.(Καταργήθηκε από το άρθρ. 29 Νόμ.1586/26 Μαρτ.-1 Απρ.1986, ΦΕΚ Α΄ 37, Τόμ.2Α σελ. 316, 893). β)εάν δεν έχη συμπληρώσει καθωρισμένον χρόνον υπηρεσίας εις τον κατώτερον βαθμόν και δεν έχη τα λοιπά απαιτούμενα τυπικά προσόντα και γ)εάν δεν κέκτηται τα δια τον ανωτέρον βαθμόν απαιτούμενα ουσιαστικά προσόντα κατά την κρίσιν του υπηρεσιακού συμβουλίου. ΄Αρθρον 137 Μη υπολογιζόμενος προς προαγωγήν χρόνος Εις τον προς προαγωγήν απαιτούμενον χρόνον υπηρεσίας δεν υπολογίζεται: α)ο της διαθεσιμότητος β)ο της αργίας της επελθούσης ένεκα ποινικής διώξεως, αποληξάσης εις οιανδήποτε καταδίκην ή πειθαρχικής διώξεως, αποληξάσης εις πειθαρχικήν ποινήν τουλάχιστον προστίμου αποδοχών τριών μηνών, και γ)ο της αδικιαολογήτου αποχής εκ των καθηκόντων. Τρόπος προαγωγών ΄Αρθρ.138.-(Καταργήθηκε από το άρθρ. 29 Νόμ. 1586/26 Μαρτ.-1 Απρ. 1986, ΦΕΚ Α΄ 37,Τόμ 2Α, σελ. 316, 893). ΄Αρθρον 139 Ενέργεια προαγωγών 1.Αι προαγωγαί ενεργούνται δι΄ αποφάσεως του αρμοδίου προς διορισμόν οργάνου, εκδιδομένης μετά σύμφωνον γνωμοδότησιν του οικείου υπηρεσιακού συμβουλίου. 2.Το υπηρεσιακόν συμβούλιον γνωμοδοτεί κατόπιν εγγράφου ερωτήματος απευθυνομένου προς αυτό εντός μηνός από της κενώσεως της θέσεως υπό του εκπροσωπούντος τον οικείον οργανισμόν και περιλαμβάνοντος πάντας τους έχοντας τον Σελ. 140,4362(β) Τεύχος 1425 Σελ. 26 απαιτούμενον χρόνον υπηρεσίας εν τω κατεχομένω βαθμώ. Προκειμένου περί προαγωγής εις βαθμούς ενιαίων θέσεων το ερώτημα απευθύνεται εντός της αυτής προθεσμίας από της συμπληρώσεως του χρόνου προαγωγής. Εν παραλείψει ή αρνήσει υποβολής του ερωτήματος εντός της ως άνω προθεσμίας το υπηρεσιακόν συμβούλιον γνωμοδοτεί τη αιτήσει του εδιαφερομένου ή προτάσει του νομάρχου,ο δε υπαίτιος διώκεται πειθαρχικώς δια βαρείαν παράβασιν καθήκοντος. 3.(Καταργήθηκε από το άρθρ. 29 Νόμ. 1586/ 26 Μαρτ.–1 Απρ.1986, ΦΕΚ Α΄ 37, τόμ. 2Α σελ.316, 893). 4.Η περί προαγωγής απόφασις εκδίδεται εντός μηνός από της περιελεύσεως της γνωμοδοτήσεως του υπηρεσιακού συμβουλίου εις τον οικείον οργανισμόν. 5.Παρερχομένης απράκτου της κατά την προηγουμένη παράγραφον προθεσμίας, η προαγωγή ενεργείται δια της δημοσιεύσεως εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως περιλήψεως της ως άνω γνωμοδοτήσεως μερίμνη του νομάρχου. 6-7(Καταργήθηκαν από το άρθρ. 29 Νόμ. 1586/26 Μαρτ.–1 Απρ. 1986, ΦΕΚ Α΄ 37, Τόμ. 2Α, σελ. 316, 893). Άρθρ.140-143.(Καταργήθηκαν από το άρθρ.29 Νόμ. 1586/26 Μαρτ.-1 Απρ. 1986, ΦΕΚ Α΄ 37 Τόμ. 2Α , σελ. 316, 893). Δημοσίευση πράξεων υπηρεσιακών μεταβολών “΄Αρθρ.144.-΄Οπου κατά τις διατάξεις του παρόντος νόμου απαιτείται δημοσίευση της περίληψης των πράξεων των οργάνων των Ο.Τ.Α. που αφορούν υπηρεσιακές μεταβολές των υπαλλήλων τους, αυτή ενεργείται με μέριμνα του Περιφεριακού Διευθυντή”. Το άρθρ. 144 αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. 27 άρθρ. 8 Νόμ. 2307/8-15 Ιουν. 1995 (ΦΕΚ Α΄ 113), κατωτ. αριθ. 103. Αρμοδιότητες νομάρχου επί μεταβολών Άρθρον 6. Υπηρεσιακόν συμβούλιον παρά τοις Δήμοις Αθηναίων, Πειραιώς και Θεσσαλονίκης. 1.Παρ’ εκάστω των Δήμων Αθηναίων, Πειραιώς και Θεσσαλονίκης συνίσταται ίδιον υπηρεσιακόν συμβούλιον συγκροτούμενον δια μεν τους Δήμους Αθηναίων και Πειραιώς δι’ αποφάσεως του Υπουργού Εσωτερικών, δια δε τον Δήμον Θεσσαλονίκης, δι’ αποφάσεως του Νομάρχου Θεσσαλονίκης και αποτελούμενον: α)εκ δύο υπαλλήλων κλάδου ΑΤ1 αρμοδιότητας του Υπουργείου Εσωτερικών επί βαθμώ 3ω τουλάχιστον του αρχαιοτέρου τούτων επί ισοβάθμων οριζομένου ως προέδρου. Εφ’ όσον παρά τω Υπουργείω Βορείου Ελλάδος ή παρά τη Νομαρχία Θεσσαλονίκης δεν υπηρετεί ο αναγκαίος αριθμός υπαλλήλων αρμοδιότητος του Υπουργείου Εσωτερικών δια την συγκρότησιν του συμβουλίου, ο Νομάρχης Θεσσαλονίκης ορίζει τακτικά και αναπληρωματικά μέλη εξ υπαλλήλων κλάδου ΑΤ επί βαθμώ 3ω ή 2ω υπηρετούντων εν τη πόλει της Θεσσαλονίκης, αρμοδιότητος ετέρων Υπουργείων. β)εξ ενός δημοτικού συμβούλου του οικείου δήμου, οριζομένου υπό του δημοτικού συμβουλίου, γ)εκ δύο μονίμων υπαλλήλων του οικείου δήμου κλάδου ΑΤ1 επί 4ω τουλάχιστον βαθμώ, υποδεικνυομένων υπό του δημάρχου. 2.Καθήκοντα γραμματέως εκτελεί διοικητικός υπάλληλος του κλάδου ΑΤ1 του οικείου δήμου επί 8ω τουλάχιστον βαθμώ, προτεινόμενος υπό του δημάρχου. 3.Το κατά το παρόν άρθρον υπηρεσιακόν συμβούλιον είναι αρμόδιον δια την κρίσιν των μέχρι και του 4 ου βαθμού υπαλλήλων των Δήμων Αθηναίων, Πειραιώς και Θεσσαλονίκης, επιφυλασσομένης της διατάξεως της παραγράφου 3 του επομένου άρθρου. Με την παρ.4 άρθρ.8 Νόμ.2307/8-15 Ιουν. 1995 (ΦΕΚ Α΄ 113), κατωτ. αριθ.103, αντικαταστάθηκαν τα Άρθρ.145.(Καταργήθηκε από την παρ. 28 άρθρ. 8 Νόμ. 2307/8-15 Ιουν. 1995, ΦΕΚ Α΄ 113, κατωτ. αριθ. 103). 3.Β.β.80 Κατάσταση Δημοτικών και Κοινοτικών Υπαλλήλων ΄Αρθρον 146 Μισθολογικαί προαγωγαί εις τους 5 ον και 4 ον βαθμούς. 1.Εις υπαλλήλους 6 ου βαθμού των κλάδων ΑΤ, ΑΡ και ΜΕ, οι οποίοι έχουν συμπληρώσει τον κατά τας κειμένας διατάξεις απαιτούμενον χρόνον εις τον βαθμόν τούτον προς προαγωγήν εις τον 5 ον βαθμόν και κρίνονται προακτέοι, παρέχεται ο βασικός μισθός του 5 ου βαθμού, προσαυξανόμενος δια των πάσης φύσεως επιδομάτων και λοιπών παροχών, ως εάν οι υπάλληλοι ούτοι είχον προαχθή βαθμολογικώς εις τον βαθμόν τούτον. 2.Εις τους κατά την προηγουμένην παράγραφον λαβόντας την μισθολογικήν προαγωγήν του 5 ου βαθμού υπαλλήλους κλάδων ΑΤ και ΑΡ, μετά την συμπλήρωσιν από ταύτης του κατά τας κειμένας διατάξεις απαιτουμένου προς προαγωγήν χρόνου εκ του 5 ον εις τον 4 ον βαθμόν, και κρίνονται προακτέοι παρέχεται έστω και αν εν τω μεταξύ προήχθησαν βαθμολογικώς εις τον 5 ον βαθμόν, ο βασικός μισθός του 4 ου βαθμού, προσαυξανόμενος δια των πάσης φύσεως επιδομάτων και λοιπών παροχών, ως εάν οι υπάλληλοι ούτοι είχον προαχθή βαθμολογικώς εις τον βαθμόν τούτον. 3.Οι κατά τας παραγράφους 1 και 2 του παρόντος άρθρου λαβόντες τας αποδοχάς των ανωτέρω βαθμών υπάλληλοι, κατά την αποχώρησίν των εκ της υπηρεσίας καθ΄ οιονδήποτε τρόπον και εφ΄όσον κρίνονται ως προακτέοι προάγονται αυτοδικαίως εις τον βαθμόν του οποίου ο μισθός απενεμήθη εις αυτούς, πλήν της περιπτώσεως λύσεως της υπαλλήλικής σχέσεως λόγω εκπτώσεως ή απολύσεως συνεπεία επιβολής της πειθαρχικής ποινής της οριστικής παύσεως. 4.Δια την χορήγησιν των κατά τας παραγράφους 1 και 2 μισθολογικών προαγωγών ή την αυτοδικαίαν κατά την παράγραφον 3 του παρόντος άρθρου βαθμολογικήν προαγωγήν υπαλλήλων η κρίσις αυτών ως προακτέων, ενεργείται υπό του οικείου υπηρεσιακού συμβουλίου κατόπιν ερωτήματος του αρμοδίου προς διορισμόν οργάνου. Η κατά το προηγούμενον εδάφιον κρίσις δεν εμποδίζεται συνεπεία κωλύματος κρίσεώς των λόγω εντάξεως ή μετατάξεώς των. Αι κατά τας παραγράφους 1-3 του παρόντος άρθρου προαγωγαί υπαλλήλων ενεργούνται δι΄ αποφάσεως του αρμοδίου προς διορισμόν οργάνου. 5.Υπάλληλοι ΟΤΑ κλάδων ΜΕ των οποίων η θέσις δεν διαβαθμίζεται δια του οργανισμού εσωτερικής υπηρεσίας πέραν του 7 ου βαθμού, προάγονται μισθολογικώς εις τον αμέσως επόμενον του κετεχομένου καταληκτικού κατά τον οργανισμόν βαθμού εφαρμοζομένων αναλόγως κατά τα λοιπά των διατάξεων των παρ. 1, 3 και 4. ΄Αρθρον 147 Μισθολογική προαγωγή εις τον 3 ον βαθμόν 1.΄Οπου αι θέσεις 3 ου -2 ου βαθμού των κλάδων ΑΤ και ΑΡ εν συγκρίσει προς το σύνολον των θέσεων του οικείου κλάδου υπολείπονται του ποσοστού 25% και 15% αντιστοίχως, παρέχεται εις υπαλλήλους 4 ου βαθμού των κλάδων τούτων και εις αριθμόν αντιστοιχούντα προς το υπολειπόμενον ποσοστόν του 25% και 15% αντιστοίχως, μετά την συμπλήρωσιν του κατά τας κειμένας διατάξεις απαιτουμένου προς προαγωγήν χρόνου εκ του 4 ου εις τον 3 ον βαθμόν, εφ΄όσον κρίνονται ως προακτέοι κατ΄ εκλογήν, ο βασικός μισθός του 3 ου βαθμού, προσαυξανόμενος δια των πάσης φύσεως επιδομάτων και λοιπών παροχών, ως εάν οι υπάλληλοι ούτοι είχον προαχθή βαθμολογικώς εις τον βαθμόν τούτον. Δια την εφαρμογήν των διατάξεων του προηγουμένου εδαφίου, το τυχόν προκύπτον κλάσμα μονάδος ημίσεος και άνω λογίζεται ως ακεραία μονάς. Εις άς περιπτώσεις το ανωτέρω ποσοστόν δεν επαρκεί δια την μισθολογικήν προαγωγήν τουλάχιστον ενός εκ των επί 4ω βαθμώ υπαλλήλων τούτο προσαυξάνεται μέχρι 5%. 2.Εις όσους κλάδους ΑΤ και ΑΡ προβλέπεται διαβάθμισις των θέσεων μέχρι του 3 ου βαθμού, το κατά την παράγραφον 1 ποσοστόν εξευρίσκεται δια συγκρίσεως του αριθμού των θέσεων 3 ου βαθμού, προς το σύνολον των θέσεων του οικείου κλάδου, όπου δε αι θέσεις 3 ου και 2 ου βαθμού δεν είναι οργανικώς ενιαίαι δια την εξεύρεσιν του οικείου ποσοστού, λαμβάνεται το άθροισμα τούτων. 3.Οι κατά την παράγραφον 1 λαβόντες τας αποδοχάς του 3 ου βαθμού υπάλληλοι, κατά την αποχώρησίν των εκ της υπηρεσίας, καθ΄ οιονδήποτε τρόπον και εφ΄ όσον κρίνονται ως προακτέοι κατ΄ εκλογήν, κατά τα εις την παράγραφον 4 οριζόμενα, προάγονται αυτοδικαίως εις τον 3 ον βαθμόν, πλήν της περιπτώσεως λύσεως της υπαλληλικής σχέσεως λόγω εκπτώσεως ή απολύσεως συνεπεία επιβολής της πειθαρχικής ποινής της οριστικής παύσεως. 4.Η κατά την παράγραφον 1 του παρόντος άρθρου μισθολογική προαγωγή υπαλλήλων παρέχεται δι΄ αποφάσεως του αρμοδίου προς διορισμόν οργάνου μετά προηγουμένην κρίσιν του οικείου υπηρεσιακού συμβουλίου. Η μισθολογική προαγωγή χωρεί κατά την σειράν αρχαιότητος των κρινομένων ως κατ’ εκλογήν προακτέων. 5.Προκειμένου περί μισθολογικής κατά τα ανωτέρω προαγωγής υπαλλήλων κλάδων ΑΤ και ΑΡ προερχομένων εκ του αυτού κλάδου της τέως Α΄ κατηγορίας, το κατά την παράγραφον 1 ποσοτόν ορίζεται εις 25% υπολογιζόμενον επί του συνόλου των θέσεων του οικείου κλάδου της τέως Α΄ κατηγορίας. Η μισθολογική προαγωγή των ως άνω υπαλλήλων χωρεί κατά την σειράν αρχαιότητος, την οποίαν είχον μεταξύ των εις την τέως Α΄ κατηγορίαν, κατά την έναρξιν της ισχύος του Ν. 697/77 “περί ρυθμίσεως θεμάτων αφορώντων εις την κατάστασιν των υπαλλήλων των ΟΤΑ …” υπό την προϋπόθεσιν ότι κρίνονται προακτέοι κατ΄ εκλογήν. Αι διατάξεις του τελευταίου εδαφίου της παρ. 1 εφαρμόζονται και εν προκειμένω. ΄Αρθρον 148 Μισθολογική προαγωγή υπαλλήλων κλάδων ΣΕ εις τον 6 ον βαθμόν 1.Εις υπαλλήλους 7 ου βαθμού κλάδων ΣΕ και εις αριθμόν μη υπερβαίνοντα κατά κλάδον το 5% του συνολικού αριθμού των θέσεων του οικείου κλάδου, παρέχεται ο μισθός του 6 ου βαθμού, μετά εξαετή υπηρεσίαν εις τον 7 ον βαθμόν, προσαυξανόμενος δια των πάσης φύσεως επιδομάτων και λοιπών παροχών, ως εάν οι υπάλληλοι ούτοι είχον προαχθή βαθμολογικώς εις τον βαθμόν τούτον, εφ΄ όσον κρίνονται προακτέοι κατ΄ εκλογήν. 2.Οι λαβόντες τας αποδοχάς του 6 ου βαθμού υπάλληλοι κατά την αποχώρησιν των εκ της υπηρεσίας καθ΄ οιονδήποτε τρόπον και εφ΄ όσον κατά τα ανωτέρω κρίνονται ως προακτέοι κατ΄ εκλογήν, προάγονται αυτοδικαίως εις τον 6 ον βαθμόν, πλήν της περιπτώσεως λύσεως της υπαλληλικής σχέσεως, λόγω εκπτώσεως ή απολύσεως συνεπεία επιβολής της πειθαρχικής ποινής της οριστικής παύσεως. 3.Δια την χορήγησιν της κατά την παράγραφον 1 μισθολογικής προαγωγής ή την αυτοδικαίαν, κατά την παράγραφον 2 του παρόντος άρθρου, βαθμολογικήν προαγωγήν η κρίσις αυτών ως προακτέων κατ΄ εκλογήν ενεργείται υπό του οικείου υπηρεσιακού συμβουλίου κατόπιν ερωτήματος του αρμοδίου προς διορισμόν οργάνου. Αι κατά τας παραγράφους 1-2 του παρόντος άρθρου προαγωγαί ενεργούνται δι΄ αποφάσεως του αρμοδίου προς διορισμόν οργάνου. ΄Ενταξις υπαλλήλων Αρθρ.149.-1.Υπάλληλοι κεκτημένοι χρόνον πραγματικής υπηρεσίας ανώτερον του υπό των οικείων διατάξεων προβλεπομένου δια την μέχρι και του κατεχομένου βαθμού προαγωγικήν αυτών εξέλιξιν, εντάσσονται δια πράξεως του αρμοδίου προς διορισμόν οργάνου, δημοσιευομένης εν περιλήψει δια της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως μετά κρίσιν του οικείου υπηρεσιακού συμβουλίου εις ανάλογον προς τον συνολικόν χρόνον της υπηρεσίας αυτών βαθμόν, (Αντί για τη σελ.140, 437(β) Σελ. 140,437(γ) Τεύχος 1246-3 Σελ. 89 Κατάσταση Δημοτιικών και Κοινοτικών Υπαλλήλων 3.Β.β.80 εφ’ όσον προβλέπεται εν τω οικείω κλάδω περαιτέρω εξέλιξις και πάντως ουχί πέραν του Β΄ (6ου) βαθμού οι των κλάδων ΑΤ, ΑΡ και ΜΕ και του Δ (7ου) βαθμού οι του κλάδου ΣΕ. 2.Δια την κατά την προηγουμένην παράγραφον ένταξιν λαμβάνεται υπ΄ όψιν μόνον η μετά των τυπικών προσόντων του αντιστοίχου κλάδου διανυθείσα υπηρεσία των υπαλλήλων προ του διορισμού των εις τον εις όν ανήκουν κλάδον. 3.Ο τυχόν πλεονάζων χρόνος μετά την κατά τα ανωτέρω ένταξιν λογίζεται ως διανυθείς εις τον εις όν εντάσσεται έκαστος βαθμόν δια την προαγωγήν εις ανώτερον τούτου βαθμόν. Το άρθρον 149, που είχε καταργηθεί από το άρθρ. 29 του Νόμ. 1586/26 Μαρτ.-1 Απρ. 1986 (ΦΕΚ Α΄ 37), Τόμ. 2Α, σελ.316,893 επαναφέρθηκε σε ισχύ από την παρ. 14 άρθρ. 33 Νόμ. 2190/94 (ΦΕΚ Α΄ 28), Τόμ.2Α, σελ.318,203 με την οποία τροποποιήθηκε συγχρόνως και στην παρ. 1 τέθηκε ο βαθμός Β΄ αντί του 6 ου και ο Βαθμός Δ΄αντί του 7 ου . ΄Αρθρον 150 Διαθεσιμότης Περιπτώσεις διαθεσιμότητος 1.Ο μόνιμος υπάλληλος τίθεται εις διαθεσιμότητα: α)ένεκα νόσου και β)ένεκα καταργήσεως θέσεως, υπηρεσίας ή κλάδου. 2.Η περί θέσεως εις διαθεσιμότητα, ως και η περί επαναφοράς εις την ενέργειαν πράξις εκδίδεται υπό του αρμοδίου προς διορισμόν οργάνου μετ’ απόφασιν του οικείου υπηρεσιακού συμβουλίου και δημοσιεύεται εν περιλήψει εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Σελ. 140,438(γ) Τεύχος 1246-3 Σελ. 90 ΄Αρθρον 151 Διεθεσιμότης ένεκα νόσου. 1.Ο μόνιμος υπάλληλος ο έχων τουλάχιστον τριετή πραγματικήν υπηρεσίαν τίθεται αυτεπαγγέλτως ή επί τη αιτήσει αυτού εις διαθεσιμότητα ένεκα νόσου παρατεινομένης πέραν του εν άρθροις 117, 118 οριζομένου χρόνου αναρρωτικής αδείας δεκτικής όμως ιάσεως κατά την γνώμην της υγειονομικής επιτροπής. 2.Η διάρκεια της διαθεσιμότητος ένεκα νόσου δεν δύναται να υπερβή το έν έτος και επί δυσιάτων νοσημάτων τα δύο έτη, άρχεται δε αφ΄ ής έληξεν η αναρρωτική άδεια. Κατά το τελευταίον δεκαπενθήμερον προς της λήξεως της διαθεσιμότητος, η υγειονομική επιτροπή αποφαίνεται υποχρεωτικώς περί της ικανότητος ή μη του υπαλλήλου προς άμεσον επανάληψιν των καθηκόντων του. Εις περίπτωσιν αρνητικής γνωματεύσεως ο υπάλληλος απολύεται κατά τα εν άρθρω 214 οριζόμενα. Επί τη αιτήσει του υπαλλήλου ή και αυτεπαγγέλτως δύναται ούτος να παραπεμφθή προς εξέτασιν εις την υγειονομικήν επιτροπήν και προ της λήξεως του ορισθέντος ήδη χρόνου διαθεσιμότητος, αλλά εις περίπτωσιν αρνητικής γνωματεύσεως διατηρείται η διαθεσιμότης μέχρι της λήξεως αυτού. Η επιτροπή δύναται να εξετάση και εκτός της έδρας αυτής διαμένοντα υπάλληλον δια της πλησιεστέρας υγειονομικής επιτροπής. 3.Υπάλληλοι μη έχοντες τριετή υπηρεσίαν και εξαντλήσαντες τον δικαιούμενον χρόνον αναρρωτικής αδείας τίθενται εις διαθεσιμότητα ένεκα νόσου δεκτικής ιάσεως, μετά γνωμάτευσιν της υγειονομικής επιτροπής επί εξάμηνον, επί έν έτος δε προκειμένου περί δυσιάτου νοσήματος, άνευ αποδοχών. ΄Αρθρον 152 Διαθεσιμότης ένεκα καταργήσεως θέσεως. 1.Η ένεκα καταργήσεως θέσεως υπηρεσίας ή κλάδου διαθεσιμότης δύναται να αποφασισθή υπό του υπηρεσιακού συμβουλίου υπέρ του υπαλλήλου εκείνου, όστις εκρίθη απολυτέος δια κατάργησιν θέσεως κατά τους όρους του άρθρου 217 μόνον εφ΄ όσον ούτος έχει συμπληρώσει πενταετή μόνιμον υπηρεσίαν μετά λίαν ικανοποιητικής επιδόσεως. 2.Η διαθεσιμότης αύτη διαρκεί επί έν έτος, μετά την πάροδον του οποίου ο υπάλληλος απολύεται. 3.Εάν διαρκούσης της δια την κατάργησιν θέσεως διαθεσιμότητος ή εντός έτους από της κατά την προηγουμένην παράγραφον απολύσεως, κενωθή ή συσταθή εν τω αυτώ οργανισμώ θέσις του αυτού κλάδου και βαθμού προς την τέως κατεχομένην, ο εν διαθεσιμότητι τελών ή απολυθείς δέον να προτιμηθή δια την κατάληψιν αυτής, εφ΄ όσον κέκτηται τα δια την θέσιν τυπικά και ουσιαστικά προσόντα, πλήν του της ηλικίας, άνευ συμμετοχής εις τον τυχόν απαιτούμενον διαγωνισμόν. Περί της υπάρξεως των προσόντων και της σειράς προτιμήσεως μεταξύ πλειόνων αποφασίζει το υπηρεσιακόν συμβούλιον. 4.Η κατά τα ανωτέρω θέσις εις διαθεσιμότητα επάγεται την παύσιν παντός παρεπομένου λειτουργήματος, το οποίον τυχόν κατέχει ο υπάλληλος εν δημοσία υπηρεσία ή αλλαχού. Άρθρον 153 Αποδοχαί των τεθέντων εις διαθεσιμότητα. 1.Ο ένεκα νόσου τεθείς εις διαθεσιμότητα λαμβάνει το ήμισυ των αποδοχών του. 2.Ο ένεκα καταργήσεως θέσεως τεθείς εις διαθεσιμότητα λαμβάνει κατά μεν το πρώτον εξάμηνον τα 75% κατά δε το υπόλοιπον χρόνον τα 50% των αποδοχών του. 3.Β.β.80 Κατάσταση Δημοτιικών και Κοινοτικών Υπαλλήλων Κατάσταση Δημοτιικών και Κοινοτικών Υπαλλήλων 3.Β.β.80 άρθρ.5 και 6 ως εξής: «(1).Συνιστάται σε κάθε νομό και νομαρχία υπηρεσιακό συμβούλιο συγκροτούμενο με απόφαση του Περιφερειακού Διευθυντή το οποίο αποτελείται από: α)3 δημοτικούς ή κοινοτικούς υπαλλήλους που ορίζονται από τον Περιφερειακό Διευθυντή, ύστερα από υπόδειξη της διοικούσας επιτροπής της τοπικής ένωσης δήμων και κοινοτήτων, β)2 αιρετούς εκπροσώπους των υπαλλήλων, που εκλέγονται με άμεση, καθολική και μυστική ψηφοφορία. Ο τρόπος, η διαδικασία και οι λοιπές προϋποθέσεις της εκλογής καθορίζονται με απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών μετά γνώμη της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Εργαζομένων Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης (Π.Ο.Ε.-Ο.Τ.Α.). Η γνώμη της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Εργαζομένων Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης παρέχεται μέσα σε προθεσμία που τάσσεται από τον Υπουργό Εσωτερικών και δεν μπορεί να είναι μικρότερη από 15 ημέρες. Μετά την πάροδο της προθεσμίας αυτής η απόφαση εκδίδεται χωρίς τη γνώμη της Π.Ο.Ε.-Ο.Τ.Α. (2).Καθήκοντα γραμματέα του συμβουλίου εκτελεί υπάλληλος του δήμου της έδρας του νομού, με εξαίρεση τα συμβούλια νομαρχιών Νομών Αττικής και Θεσσαλονίκης που καθήκοντα γραμματέα εκτελεί υπάλληλος του πολυπληθέστερου δήμου πλην των Δήμων Αθηναίων, Πειραιώς και Θεσσαλονίκης. Ο γραμματέας του συμβουλίου πρέπει να είναι κλάδου ΠΕ1 διοικητικού ή ΤΕ17 διοικητικών-λογιστικών ή ΔΕ1 διοικητικών με βαθμό τουλάχιστον Γ΄. (3).Ως τόπος συνεδρίασης του συμβουλίου ορίζεται το κατάστημα του δήμου της έδρας του νομού και το κατάστημα του πολυπληθέστερου δήμου για τα συμβούλια των νομαρχιών του Νομού Αττικής και του Νομού Θεσσαλονίκης, πλην των Δήμων Αθηναίων, Πειραιώς και Θεσσαλονίκης. (4).Στη διοικητική περιφέρεια της Νομαρχίας Αθηνών συνιστώνται 3 υπηρεσιακά συμβούλια με αρμοδιότητα τους κατωτέρω Ο.Τ.Α.: Α΄.Υπηρεσιακό Συμβούλιο: Ταύρου, Μοσχάτου, Καλλιθέας, Ν. Σμύρνης, Π. Φαλήρου, Αγ. Δημητρίου, Δάφνης, Υμηττού, Βύρωνα, Ηλιούπολης, Αλίμου, Αργυρούπολης, Ελληνικού και Γλυφάδας. Β΄.Υπηρεσιακό Συμβούλιο: Αιγάλεω, Αγ. Βαρβάρας, Χαϊδαρίου, Περιστερίου, Πετρούπολης, Ν. Λιοσίων, Αγ. Αναργύρων και Καματερού. Γ΄.Υπηρεσιακό Συμβούλιο: Νέας Χαλκηδόνας, Ν. Φιλαδέλφειας, Μεταμόρφωσης, Ν. Ιωνίας, Ηρακλείου, Λυκόβρυσης, Πεύκης, Γαλατσίου, Φιλοθέης, Ψυχικού, Ν. Ψυχικού, Χολαργού, Παπάγου, Ζωγράφου, Καισαριανής, Αγ. Παρασκευής, Χαλανδρίου, Βριλησσίων, Μελισσίων, Πεντέλης, Ν. Πεντέλης, Εκάλης, Νέας Ερυθραίας, Αμαρουσίου και Κηφισιάς. (5).Τα ανωτέρω υπηρεσιακά συμβούλια της Νομαρχίας Αθηνών συγκροτούνται με απόφαση του Περιφερειακού Διευθυντή και αποτελούνται από: α.3 δημοτικούς ή κοινοτικούς υπαλλήλους, που ορίζονται από τον Περιφε(Μετά τη σελ.140,416(ε) Σελ.140,4161 Τεύχος 1246-Σελ.71 Κατάσταση Δημοτικών και Κοινοτικών Υπαλλήλων 3.Β.β.80 ρειακό Διευθυντή, ύστερα από υπόδειξη της διοικούσας επιτροπής της τοπικής ένωσης δήμων και κοινοτήτων, β.2 αιρετούς εκπροσώπους των υπαλλήλων των οικείων Ο.Τ.Α., που εκλέγονται σύμφωνα με τα οριζόμενα στην περίπτ. β΄ της υποπαρ. (1) αυτού του άρθρου. Καθήκοντα γραμματέα εκτελεί υπάλληλος του πολυπληθέστερου δήμου. Ως τόπος συνεδρίασης των ανωτέρω συμβουλίων ορίζεται το κατάστημα του πολυπληθέστερου δήμου. (6).Σε καθέναν από τους Δήμους Αθηναίων, Πειραιώς και θεσσαλονίκης συνιστάται υπηρεσιακό συμβούλιο που συγκροτείται με απόφαση του Περιφερειακού Διευθυντή και αποτελείται από: α.3 δημοτικούς υπαλλήλους που ορίζονται από το δημοτικό συμβούλιο, σύμφωνα με τους όρους και τις προϋποθέσεις της περίπτ. α΄ της υποπαρ. (1) αυτού του άρθρου, β.2 αιρετούς εκπροσώπους των υπαλλήλων του οικείου δήμου, που εκλέγονται σύμφωνα με τα οριζόμενα στην περίπτ. β΄ της υποπαρ. (1) αυτού του άρθρου. Καθήκοντα γραμματέα εκτελεί υπάλληλος κλάδου ΠΕ1 διοικητικού ή ΤΕ17 διοικητικών-λογιστικών ή ΔΕ1 διοικητικών του οικείου δήμου με βαθμό τουλάχιστον Γ΄, που προτείνεται από το δήμαρχο. (7).Για τα υπηρεσιακά συμβούλια των υποπαρ. (1), (4) και (6) της παρ.3 αυτού του άρθρου ισχύουν τα ακόλουθα: α.Τα μέλη του υπηρεσιακού συμβουλίου ορίζονται ή εκλέγονται με ισάριθμους αναπληρωτές. Αν λυθεί η υπαλληλική σχέση αιρετού μέλους του συμβουλίου, τακτικό μέλος ορίζεται ο επόμενος στη σειρά εκλογής, για το υπόλοιπο χρονικό διάστημα της θητείας. β.Με την απόφαση συγκρότησης του υπηρεσιακού συμβουλίου ορίζεται ο πρόεδρος και αναπληρωτής του μεταξύ των τακτικών μελών του υπηρεσιακού συμβουλίου. γ.Όταν το υπηρεσιακό συμβούλιο λειτουργεί ως πειθαρχικό, ο πρόεδρος αντικαθίσταται από δικαστικό λειτουργό ή σύμβουλο ή πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, σύμφωνα με όσα προβλέπονται στις διατάξεις της παρ.Β1 του άρθρ.40 του Νόμ.1884/1990 (ΦΕΚ 81 Α΄). δ.Αν τα αιρετά μέλη του υπηρεσιακού συμβουλίου περιλαμβάνονται μεταξύ αυτών που κρίνονται για προϊστάμενοι οργανικής μονάδας, αυτά κρίνονται κατά την πρώτη συνεδρίαση και δεν μπορούν να συμμετέχουν σε αυτή για την κρίση που τους αφοράς. Αν και τα αναπληρωματικά μέλη έχουν το ίδιο κώλυμα, το υπηρεσιακό συμβούλιο συνεδριάζει με τα υπόλοιπα μέλη. ε.Κατά τα λοιπά για τη συγκρότηση, λειτουργία και τήρηση πρακτικών των υπηρεσιακών συμβουλίων εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρ.8,9 και 10 του Νόμ.1188/1981, όπως ισχύουν και κατά το μέρος που δεν αντίκεινται στις διατάξεις του παρόντος. (8).Έως τη συγκρότηση των υπηρεσιακών συμβουλίων του άρθρου αυτού εξακολουθούν να λειτουργούν τα υπάρχοντα. Σελ.140,4162 Τεύχος 1246-Σελ.72 (9).Κατά την πρώτη εφαρμογή του νόμου αυτού, τα αιρετά μέλη των υπηρεσιακών συμβουλίων των υποπαρ. (1) και (6) του παρόντος, καθώς και οι αναπληρωτές τους, είναι αυτά που έχουν εκλεγεί σύμφωνα με την 27581/16.6.1994 απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών (ΦΕΚ 486 β΄) με την επιφύλαξη της υποπαρ. (4) του άρθρου αυτού». Άρθρον 154 Αργία Αυτοδικαία θέσις εις αργίαν 1.Τίθεται αυτοδικαίως εις αργίαν ο στερηθείς της προσωπικής ελευθερίας συνεπεία εντάλματος φυλακίσεως ή δικαστικής αποφάσεως υπάλληλος, έστω και αν απελύθη επί εγγυήσει. 2.Εκλιπόντος του λόγου, δι΄ όν η αργία, ο υπάλληλος επανέρχεται αυτοδικαίως εις ενέργειαν. 3.Τίθεται ωσαύτως αυτοδικαίως εις αργίαν ο υπάλληλος, καθ΄ού εξεδόθη πειθαρχική περί απολύσεως απόφασις, από της κοινοποιήσεως αυτής μέχρι λήξεως της δια την προσβολήν αυτής ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας τεταγμένης προθεσμίας ή μέχρι της εκδόσεως της οριστικής αποφάσεως επί της τυχόν ασκηθείσης κατ΄ αυτής προσφυγής. Εξαφανιζομένης ή μεταρρυθμιζομένης της περί απολύσεως αποφάσεως, επανέρχεται ο υπάλληλος αυτοδικαίως εις ενέργειαν. 4. Εις τας περιπτώσεις των προηγουμένων παραγράφων εκδίδεται διαπιστωτική πράξις του αρμοδίου προς διορισμόν οργάνου δημοσιευομένη εν περιλήψει δια της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως. ΄Αρθρον 155 Δυνητική θέσις εις αργίαν 1.Δύναται να τεθή εις αργίαν ο υπάλληλος κατά του οποίου υφίσταται: α)εκκρεμής ποινική δίωξις δι΄ αδίκημα δυνάμενον να επισύρη την έκπτωσιν από του λειτουργήματος αυτού, β)εκκρεμής πειθαρχική δίωξις δι΄ αδίκημα δυνάμενον να επιφέρη την απόλυσιν αυτού και γ)βάσιμος υπόνοια ατάκτου διαχειρίσεως, στηριζομένη εις έκθεσιν της προισταμένης του αρχής ή αρμοδίου επιθεωρητού. 2.Η περί θέσεως εις αργίαν ή επαναφοράς εκ ταύτης εις ενέργειαν πράξις εκδίδεται υπό του αρμοδίου προς διορισμόν οργάνου μετ΄ απόφασιν του οικείου υπηρεσιακού συμβουλίου και δημοσιεύεται εν περιλήψει εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Μετά την πάροδον έτους από της θέσεως εις αργίαν δια τας υπό στοιχεία β΄ και γ΄ περιπτώσεις της παρ. 1 το υπηρεσιακόν συμβούλιον υποχρεούται να αποφανθή περί της συνεχίσεως της αργίας ή της επαναφοράς. 3. Η δυνητική αργία άρχεται από της κοινοποιήσεως της πράξεως, δυνάμενης να ενεργηθή και προ της δημοσιεύσεως εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Επίσης από της κοινοποιήσεως της περί επαναφοράς πράξεως επανέρχεται ο υπάλληλος εις ενέργειαν, πλήν αν εξεδόθη εν τω μεταξύ, εις μέν την περίπτωσιν α΄ της παραγράφου 1 οριστική ποινική απόφασις μη επαγομένη έκπτωσιν, εις δε την περίπτωσιν β΄ της αυτής παραγράφου πειθαρχική απόφασις μη επαγομένη οριστικήν παύσιν, ότε από της τελεσιδικίας αυτών επανέρχεται αυτοδικαίως ο υπάλληλος εις ενέργειαν. ΄Αρθρον 156 Αποδοχαί του εν αργία υπαλληλου. Εκ των αποδοχών του εν αργία υπαλλήλου παρακρατείται το εν τέταρτον, δυνάμενον ν΄ αποδοθή αυτώ κατόπιν αποφάσεως του υπηρεσιακού συμβουλίου, εάν απαλλαγή δυνάμει τελεσιδίκου αποφάσεως ή τιμωρηθή δια πειθαρχικής ποινής κατωτέρας της οριστικής παύσεως, είτε τέλος αποδειχθή αβάσιμος ή περί ατάκτου διαχειρίσεως υπόνοια. ΄Αρθρον 157 Παρεπόμενα λειτουργήματα. Η εις αργίαν θέσις εκτείνεται αυτοδικαίως και εις τα παρεπόμενα λειτουργήματα. ΄Αρθον 158 Περιορισμοί των εις αργίαν ή διαθεσιμότητα λόγω νόσου. Οι περιορισμοί των άρθρων 94-98 ισχύουν και δια τους εν αργία ή διαθεσιμότητι λόγω νόσου τελούντας υπαλλήλους. (Αντί για τη σελ. 140,439) Σελ. 140,439(α) Η112-Σελ.97 Άρθρον 159 Αρχαιότης 1.Η αρχαιότης καθορίζεται: α)εκ της χρονολογίας της δημοσιεύσεως της πράξεως του διορισμού ή της προαγωγής εις τον κατεχόμενον βαθμόν. β)επί της συγχρόνου προαγωγής, εκ της σειράς προαγωγής. γ)επί συγχρόνων αρχικών διορισμών εκ της σειράς επιτυχίας εις τον διενεργηθέντα διαγωνισμόν. δ)εν ελλείψει διαγωνισμού, εκ του βαθμού του πτυχίου ή άλλου τίτλου σπουδών και επί των αυτών βαθμών εκ της χρονολογίας κτήσεως του πτυχίου ή άλλου τίτλου σπουδών. ε)εν ελλείψει πτυχίου ή άλλου τίτλου σπουδών, εκ της σειράς αναγραφής των ονομάτων εν τη κοινή πράξει του διορισμού. 2.Εις τον χρόνον της αρχαιότητος δεν υπολογίζεται ο κατά το άρθρον 137 του παρόντος χρόνος. Προβάδισμα ΄Αρθρ.160.-(Καταργήθηκε από το άρθρ. 29 Νόμ. 1586/26 Μαρτ.-1 Απρ.1986, ΦΕΚ Α΄ 37, Τόμ. 2Α, σελ. 316, 893). Σελ. 140,440(α) Τεύχος Η112-Σελ. 98 3.Β.β.80 Κατάσταση Δημοτιικών και Κοινοτικών Υπαλλήλων ΄Aρθρον 161 Ηθικαί αμοιβαί 1.Δι’ εξαιρετικάς πράξεις εν τη εκτελέσει της υπηρεσίας των ή δι΄εξαίρετον επίδοσιν, πέραν της εκ των καθηκόντων των επιβαλλομένης, δύναται να απονέμωνται εις τους υπαλλήλους, αναλόγως της προσφερθείσης υπηρεσίας, αι κάτωθι ηθικαί αμοιβαί: α) εύφημος μνεία, β) ευαρέσκεια, γ) έπαινος δ) μετάλλιον διακεκριμένων πράξεων μετά διπλώματος. 2.Η ευαρέσκεια δύναται να απονέμηται και κατά την αποχώρησιν εκ της υπηρεσίας μετά μακράν και ευδόκιμον τοιαύτην. 3.Η εύφημος μνεία, η ευαρέσκεια και ο έπαινος απονέμονται δ΄ αποφάσεως του αρμοδίου προς διορισμόν οργάνου, μετά σύμφωνον ειδικώς ητιολογημένην γνωμοδότησιν του οικείου υπηρεσιακού συμβουλίου. 4.Αι περί απονομής ηθικής αμοιβής πράξεις ανακοινούνται δι’ εγκυκλίου εις απάσας τας υπηρεσίας του οργανισμού εις τον οποίον ανήκουν οι υπάλληλοι υπέρ των οποίων εκδίδονται οι πράξεις αύται. 5.Το μετάλλιον διακεκριμένων πράξεων απονέμεται δια Προεδρικού Διατάγματος εκδιδομένου επί τη προτάσει του αρμοδίου Υπουργού, μετά ητιολογημένην γνωμοδότησιν του οικείου υπηρεσιακού συμβουλίου. ΄Αρθρον 162 Επίτιμοι τίτλοι 1.Υπάλληλος συμπληρώσας 35ετη πραγματικήν τακτικού υπαλλήλου υπηρεσίαν, διατηρεί επί τιμή και μετά την λύσιν της υπαλληλικής σχέσεως τον τίτλον της θέσεως, ήν τελευταίως κατείχε. 2.Η διατήρησις του επιτίμου τίτλου μνημονεύεται εν τη πράξει της λύσεως της υπαλληλικής σχέσεως και δημοσιεύεται μετ’ αυτής εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. 3.Ο εκπεσών της θέσεως αυτού, ως και ο οριστικώς παυθείς δυνάμει πειθαρχικής αποφάσεως, στερείται της ως άνω τιμής. ΄Αρθρον 163 Βράβευσις προτάσεων ή μελετών Εις υπαλλήλους οι οποίοι εξ ιδίας προωτοβουλίας ήθελον συντάξει και υποβάλει αξιόλογον πρωτότυπον πρότασιν ή μελέτην αφορώσαν εις τα αντικείμενα των αρμοδιοτήτων του οργανισμού εις τον οποίον ανήκουν ή εις την καλυτέραν οργάνωσιν ή βελτίωσιν της αποδοτικότητος της όλης υπηρεσίας αυτού παρέχονται ηθικαί και υλικαί αμοιβαί (βραβεία) κατά τα εκάστοτε επί δημοσίων υπαλλήλων ισχύοντα. ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Η΄ ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΑ ΑΔΙΚΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΠΟΙΝΑΙ Α΄ ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΑ ΑΔΙΚΗΜΑΤΑ ΄Αρθρον 164 ΄Ορισμός πειθαρχικού αδικήματος 1.Πάσα δι’ υπαιτίου πράξεως ή παραλείψεως παράβασις υπαλληλικού καθήκοντος δυναμένη να καταλογισθή, αποτελεί πειθαρχικόν αδίκημα. 2.Το υπαλληλικόν καθήκον προσδιορίζεται τόσον εκ των υπό των κειμένων διατάξεων, εγκυκλίων, οδηγιών και διαταγών επιβαλλομένων εις τον υπάλληλον υποχρεώσεων, όσον και εκ της καθόλου εντός και εκτός της υπηρεσίας εκάστοτε τηρητέας εν γένει διαγωγής αυτού. Άρθρον 7. Υπηρεσιακόν συμβούλιον παρά τω Υπουργείω Εσωτερικών. 1.Παρά τω Υπουργείω Εσωτερικών συνιστάται υπηρεσιακόν συμβούλιον προσωπικού των εν άρθρω 2 του παρόντος ΟΤΑ, συγκροτούμενον δι’ αποφάσεως του Υπουργού Εσωτερικών και αποτελούμενον: α)εκ του γενικού διευθυντού τοπικής αυτοδιοικήσεως, ως προέδρου, β)εκ του αναπληρωτού γενικού διευθυντού τοπικής αυτοδιοικήσεως, γ)εκ του διευθυντού της διευθύνσεως προσωπικού οργανισμών τοπικής αυτοδιοικήσεως, δ)εξ ενός υπαλλήλου κλάδου ΑΤ επί βαθμοίς 3ω ή 2ω της γενικής διευθύνσεως τοπικής αυτοδιοικήσεως και ε)εκ τριών δημοτικών υπαλλήλων των δήμων τέως διοικήσεως πρωτευούσης κλάδου ΑΤ1 επί βαθμοίς 1ω έως 3ω οριζομένων υπό του Υπουργού Εσωτερικών. 2.Καθήκοντα γραμματέως εκτελεί διοικητικός υπάλληλος κλάδου ΑΤ1 της διευθύνσεως ΠΟΤΑ του Υπουργείου Εσωτερικών επί 8ω βαθμώ τουλάχιστον. 3.Το κατά το παρόν άρθρον υπηρεσιακόν συμβούλιον είναι αρμόδιον δια την κρίσιν των υπαλλήλων, περί ών το ΄Αρθρον 165 Πειθαρχικά αδικήματα 1.Μεταξύ των πειθαρχικών αδικημάτων καταλέγονται ιδίως: α)η έλλειψις πίστεως εις το Σύνταγμα και αφοσιώσεως προς την Πατρίδα. β)η εκτός υπηρεσίας αναξία υπαλλήλου διαγωγή. γ)επί χρήμασι χαρτοπαιξία και ιδίως εις δημόσιον κέντρον. δ)η σύναψις στενών κοινωνικών σχέσεων μετά προσώπων των οποίων ουσιώδη συμφέροντα εξαρτώνται εκ του τρόπου της ασκήσεως της ανατιθεμένης εις τον υπάλληλον υπηρεσίας ε)η ενεργός υπέρ κόμματος δράσις στ)η δημοσία, προφορικώς ή εγγράφως, άσκησις κριτικής των πράξεων της προϊσταμένης αρχής, δι΄ εκφράσεων, αι οποίαι αποδεικνύουν έλλειψιν σεβασμού ή δια σκοπίμου χρήσεως αβασίμων επιχειρημάτων, ζ)η αποσιώπησις συμμετοχής εις έργα επ΄ αμοιβή ξένα προς την υπηρεσίαν και εις τας περιπτώσεις ακόμη εκείνας εις τας οποίας επιτρέπεται η συμμετοχή αύτη. η)η χρησιμοποίησησις τρίτων προσώπων προς απόκτησιν υπηρεσιακής ευνοίας ή πρόκλησιν ή ματαίωσιν διαταγής της υπηρεσίας. θ)η άμεσος ή δια μέσου τρίτου προσώπου συμμετοχή εις δημοπρασίαν, διενεργουμένην υπό του ΟΤΑ εις όν ανήκει υπάλληλος. ι)η εν υπηρεσία αναξιοπρεπής ή αναξία υπαλλήλου διαγωγή. ια)η βραδία εις την υπηρεσίαν προσέλευσις ή η πρόωρος εξ αυτής αποχώρησις. ιβ)η ραθυμία, η αμέλεια, ως και η ατελής ή μη έγκαιρος εκπλήρωσις του καθήκοντος ή αδικαιολόγητος άρνησις προσελεύσεως προς ιατρικήν εξέτασιν, ιγ)η μη προσήκουσα συμπεριφορά προς τους πολίτας, τους προϊσταμένους και λοιπούς υπαλλήλους, ιδ)η μη έγκαιρος απάντησις εις αναφοράς πολιτών, ιε)η υπό προϊσταμένου-κριτού σύνταξις εκθέσεως ουσιαστικών προσόντων, περί των υπ’ αυτών υπαλλήλων, άνευ της επιβαλλομένης αμεροληψίας και αντικειμενικότητος με αποτέλεσμα η έκθεσις να μη αποδίδη την πραγματικήν υπηρεσιακήν συμπεριφοράν και ποιότητα του κρινομένου υπαλλήλου, ως και η μη έγκαιρος κατάρτισις των εκθέσεων, ιστ)η αναρμοδία παρέμβασις υπέρ ή κατά τρίτου τινός, ιζ)η αδικαιολόγητος προτίμησις υποθέσεων νεωτέρων επί παραμελήσει παλαιοτέρων, ιη)η αδικαιολόγητος αποχή από της εκτελέσεως των καθηκόντων, ιθ)η άρνησις ή παρέλκυσις εκτελέσεως υπηρεσίας, κ)η συμμετοχή εις απεργίαν, κατά παράβασιν του άρθρου 23 παρ.2 του Συντάγματος και του εις εκτέλεσιν αυτού νόμου κα)η παράβασις της εκ της υπηρεσίας επιβαλλομένης εις τον υπάλληλον εχεμυθείας, κβ)η χρησιμοποίησις της υπαλληλικής ιδιότητος προς εξυπηρέτησιν ιδιωτικών συμφερόντων αυτού ή προσκειμένων εις αυτόν προσώπων κγ)η χρησιμοποίησις πληροφοριών, τας οποίας κατέχει ως εκ της υπηρεσίας του, προς αποκόμισιν ιδίου οφέλους, κδ)η υπό του υπαλλήλου μη είσπραξις του μισθού τον οποίον δικαιούται ή άλλων αποδοχών ή εξόδων, κε)η αποδοχή υπό του υπαλλήλου οιασδήποτε υλικής ευνοίας, η οποία δεν συνιστά δωροληψίαν, αλλά προέρχεται από πρόσωπα των οποίων τας υποθέσεις διαχειρίζεται ή πρόκειται να διαχειρισθή, κστ)η λόγω ασυνήθους χρήσεως φθορά ή εγκατάλειψις ή παράνομος χρήσις πράγματος ανήκοντος εις ΟΤΑ, το Δημόσιον ή εις νομικόν πρόσωπον δημοσίου δικαίου, κζ)πάσα εκ δόλου ή βαρείας αμελείας πράξις ή παράλειψις, η οποία αν και είναι τυπικώς νόμιμος, δύναται οπωσδήποτε να βλάψη ή να θέση εις κίνδυνον τα συμφέροντα της πολιτείας, και κη)η παράβασις καθήκοντος κατά τον ποινικόν ή άλλους ειδικούς νόμους. 2.Διατάξεις ορίζουσαι ειδικά πειθαρχικά αδικήματα διατηρούνται εν ισχύι. (Μετά τη σελ.140,440) Σελ.140,441 Τέυχος Ε11-Σελ.115 Κατάσταση Δημοτιικών και Κοινοτικών Υπαλλήλων 3.Β.β.80 ΄Αρθρον 166 Πειθαρχικαί ποιναί 1.Πειθαρχικαί ποιναί είναι: α)έγγραφος επίπληξις, β)πρόστιμον μέχρις αποδοχών τριών μηνών, γ)διακοπή του προς προαγωγήν δικαιώματος από ενός μέχρι πέντε ετών, δ)υποβιβασμός, ε)οριστική παύσις. 2.Το πρόστιμον, υπολογιζόμενον επί των κατά τον χρόνον της εκδόσεως της καταγνωστικής εις τον πρώτον βαθμόν πειθαρχικής αποφάσεως αποδοχών, παρακρατείται από του πρώτου μετά την τελεσιδικίαν της αποφάσεως μηνός, εις μηνιαίας δόσεις εκάστης τούτων οριζομένης δια της αυτής αποφάσεως, εις ποσόν ουχί ανώτερον του ενός τετάρτου των αποδοχών. Το πρόστιμον αποτελεί έσοδον του προυπολογισμού του Ταμείου-Ασφαλίσεως Δημοτικών και Κοινοτικών Υπαλλήλων (ΤΑΔΚΥ) 3.Δια την διακοπήν του προς προαγωγήν δικαιώματος υπολογίζεται μόνον ο χρόνος, κατά τον οποίον ο τιμωρούμενος έχει τα προς προαγωγήν τυπικά προσόντα. Ο υποβιβασθείς δεν δύναται να επαναπροαχθή προ της παρελεύσεως από του υποβιβασμού του χρονικού διαστήματος ίσου προς το ήμισυ του απαιτουμένου προς προαγωγήν χρόνου. 4.Την ποινήν της οριστικής παύσεως δύναται να επιβάλη ο πειθαρχικός δικαστής μόνον δια τα εξής αδικήματα: α)παράβασιν του άρθρου 165 παρ.1 εδαφ.α΄, β)παράβασιν καθήκοντος κατά τον ποινικόν ή άλλους ειδικούς νόμους, γ)αδικαιολόγητον αποχήν υπό της εκτελέσεως των καθηκόντων επί τριάκοντα τουλάχιστον ημέρας, δ)παραβίασιν απορρήτων της υπηρεσίας κατά το άρθρον 88 παρ.2, ε)χαρακτηριστικώς αναξιοπρεπή ή αναξίαν υπαλλήλου διαγωγήν εντός ή εκτός της υπηρεσίας. στ)συμμετοχήν εις απεργίαν, κατά παράβασιν του άρθρου 23 παρ.2 του Συντάγματος και του εις εκτέλεσιν αυτού νόμου, ζ)διάπραξιν εντός έτους, αφ’ ής ετελέσθη αδίκημα τιμωρηθέν τουλάχιστον δια προστίμου ίσου προς τας αποδοχάς ενός μηνός, ετέρου αδικήματος δυναμένου να επισύρη την αυτήν ή βαρυτέραν ποινήν, η)διάπραξιν εντός διετίας, μετά επιβολήν τριών πειθαρχικών ποινών βαρυτέρων του προστίμου αποδοχών ενός μηνός, του αυτού αδικήματος. θ)εκ συστήματος κακήν συμπεριφοράν προς τους πολίτας, Σελ.140,442 Τέυχος Ε11-Σελ.116 ι)σοβαράν απείθειαν, ια)παν πειθαρχικόν αδίκημα δυνάμενον ως εκ της φύσεως αυτού να προκαλέση δημόσιον σκάνδαλον και προκαλέσαν τούτο, ιβ)αδικαιολόγητον εμμονήν εις άρνησιν προσελεύσεως δι΄ ιατρικήν εξέτασιν, ιγ)παράβασιν των διατάξεων της παρ.2 του άρθρου 170 του παρόντος, ιδ)χρησιμοποίησιν πλαγίων μέσων προς αποφυγήν ή ματαίωσιν ή πρόκλησιν υπηρεσιακών εν γένει μεταβολών. Β΄ΕΞΑΛΕΙΨΙΣ ΤΟΥ ΑΞΙΟΠΟΙΝΟΥ ΄Αρθρου 167 Παραγραφή πειθαρχικών αδικημάτωνΔιαγραφή πειθαρχικών ποινών. 1.Τα πειθαρχικά αδικήματα παραγράφονται μετά από δύο έτη αφ΄ ής ημέρας διεπράχθησαν πλην αν πρόκειται περί των αδικημάτων της παραγρ. 4 του προηγουμένου άρθρου, τα οποία παραγράφονται μετά πενταετίαν. 2.Αι κατά του υπαλλήλου απευθυνόμεναι πράξεις προς δίωξιν του αδικήματος διακόπτουν την παραγραφήν, ο χρόνος όμως ταύτης δεν δύναται να υπερβή την τριετίαν εν συνόλω μέχρι της εκδόσεως της καταγνωστικής αποφάσεως, επί δε αδικημάτων της παραγρ.4 του προηγουμένου άρθρου την επταετίαν. 3.Πειθαρχικόν αδίκημα, το οποίον αποτελεί και ποινικόν τοιούτον, δεν παραγράφεται προ της παρελεύσεως του προς παραγραφήν τούτου οριζομένου χρόνου. Επί τοιούτων αδικημάτων αι πράξεις της ποινικής διαδικασίας αποτελούν λόγον διακοπής της παραγραφής του περιθαρχικού αδικήματος. 4.Η παραγραφή πειθαρχικού αδικήματος διακόπτεται δια της τελέσεως πειθαρχικού αδικήματος σκοπούντος την απόκρυψιν αυτού ή την ματαίωσιν της ένεκα τούτου παραπομπής, εις υπηρεσιακόν πειθαρχικόν συμβούλιον. 5.Παραγραφέν πειθαρχικόν αδίκημα δύναται να ληφθή υπ΄ όψιν κατά την τιμωρίαν ετέρου πειθαρχικού αδικήματος, τον οποίον διεπράχθη προ της παραγραφής εκείνου. 6.Η τελεσίδικος πειθαρχική απόφασις δεν υπόκειται εις παραγραφήν. 7.Αι ποιναί της επιπλήξεως μετά εν έτος, του προστίμου μέχρις αποδοχών ενός μηνός μετά διετίαν, του προστίμου μέχρις αποδοχών δύο μηνών μετά τετραετίαν, του προστίμου μέχρις αποδοχών τριών μηνών μετά πενταετίαν και αι λοιπαί βαρύτεραι τοιαύται, πλήν της οριστικής παύσεως, μετά δεκαετίαν από της επιβολής αυτών, διαγράφονται εκ του ατομικού δελτίου στοιχείων του τιμωρηθέντος υπαλλήλου και δεν λαμβάνονται υπ΄ όψιν δια την κρίσιν αυτού, αν κατά το διάστημα των ως άνω χρονικών ορίων δεν ετιμωρήθη δι΄ οιασδήποτε ποινής. ΄Αρθρον 168 Αυτοτέλεια κολασίμου του πειθαρχικού αδικήματος. Εν περιπτώσει αμνηστίας, αποκαταστάσεως, χάριτος ή καθ’ οιονδήποτε άλλον τρόπον άρσεως του κολασίμου ή άρσεως ή μεταβολής των συνεπειών της ποινικής καταδίκης, δεν αίρεται το πειθαρχικώς κολάσιμον της πράξεως. ΄Αρθρον 169 Σχέσις προαγωγής προς πειθαρχικόν αδίκημα Η προαγωγή του υπαλλήλου δεν αίρει το πειθαρχικώς κολάσιμον αυτού δι΄ αδίκημα προγενέστερον της προαγωγής. 3.Β.β.80 Κατάσταση Δημοτιικών και Κοινοτικών Υπαλλήλων Γ΄ ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΟΣ ΚΟΛΑΣΜΟΣ ΔΙΑ ΠΡΑΞΕΙΣ ΠΡΟ ΤΟΥ ΔΙΟΡΙΣΜΟΥ ΄Αρθρον 170 Πειθαρχικός κολασμός δια πράξεις προ του διορισμού 1.Πράξεις,τελεσθείσαι κατά την διάρκειαν προγενεστέρας του υπαλλήλου εις τον αυτόν ή εις έτερον ΟΤΑ ή το δημόσιον ή εις άλλον νομικόν πρόσωπον δημοσίου δικαίου υπηρεσίας, τιμωρούνται πειθαρχικώς, εάν υπάγωνται είς τινα των περιπτώσεων της παραγράφου 4 του άρθρου 166, δεν παρήλθεν δε ο δι΄αυτάς οριζόμενος κατά το άρθρον 167 χρόνος παραγραφής. Εις την περίπτωσιν ταύτην ο τυχόν εκτός υπηρεσίας χρόνος δεν υπολογίζεται. 2.Τιμωρείται πειθαρχικώς και δύναται να επισύρη και την ποινήν της οριστικής παύσεως η παρά του υπαλλήλου χρήσις,προς επίτευξιν του διορισμού του, βίας, δόλου ή δωροδοκίας. Ο χρόνος της παραγραφής αρχίζει από του διορισμού. Δ΄ ΣΧΕΣΙΣ ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΗΣ ΠΡΟΣ ΠΟΙΝΙΚΗΝ ΔΙΚΗΝ άρθρον 2 του παρόντος ΟΤΑ επί βαθμώ 3ω και άνω, προκειμένου δε περί προαγωγών επί βαθμώ 4ω και άνω. ΄Αρθρον 171 Σχέσις πειθαρχικής προς ποινικήν δίκην 1.Η πειθαρχική δίκη είναι αυτοτελής και ανεξάρτητος πάσης άλλης δίκης. 2.Η ποινική δίκη δεν αναστέλλει την πειθαρχικήν, δύναται όμως ο πειθαρχικός δικαστής δι’ αποφάσεώς του, δυναμένης ελευθέρως να ανακληθή, να διατάξη δι΄εξαιρετικούς λόγους την αναστολήν. 3.Οσάκις εν ποινική αποφάσει, καταστάση αμετακλήτω βεβαιούται ρητώς η ύπαρξις ή ανυπαρξία πραγματικών γεγονότων, γίνονται ταύτα δεκτά εν τη πειθαρχική δίκη ως εν τη ποινική. Ουδόλως όμως κωλύεται εντεύθεν το πειθαρχικόν όργανον να εκδώση αντιθέτως προς την ποινικήν απόφασιν απαλλακτικήν ή καταγνωστικήν. 4.Εκδιδομένης αμετακλήτου ποινικής καταδικαστικής αποφάσεως μετά την πειθαρχικήν επαναλαμβάνεται η ένεκα της αυτής πράξεως πειθαρχική δίωξις, εάν δικαιολογήται κατά την παράγραφον 4 του άρθρου 166 η οριστική παύσις του υπαλλήλου, εκδιδομένης δι’ αμετακλήτου αθωωτικής ποινικής αποφάσεως,επαναλαμβάνεται η πειθαρχική δίκη. Το προς επανάληψιν της πειθαρχικής δίκης δικαίωμα παραγράφεται μετά διετίαν, αφ’ ής καταστή αμετάκλητος η ποινική απόφασις. Ε΄ ΔΕΔΙΚΑΣΜΕΝΟΝ-ΜΗ ΣΥΡΡΟΗ ΠΟΙΝΩΝ ΄Αρθρον 172 Δεδικασμένον-Μη συρροή ποινών 1.Ουδείς διώκεται εκ δευτέρου δια το αυτό πειθαρχικόν αδίκημα. 2.΄Ενεκα του αυτού πειθαρχικού αδικήματος μια ποινή επιβάλλεται. 3.Δια της αυτής πειθαρχικής αποφάσεως μία ποινή επιβάλλεται. ΣΤ΄ΛΗΞΙΣ ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΄Αρθρον 173 Λήξις πειθαρχικής ευθύνης 1.Ο εξ οιουδήποτε λόγου αποβαλών την ιδιότητα του υπαλλήλου δεν διώκεται πειθαρχικώς, η τυχόν όμως αρξαμένη περιθαρχική δίκη συνεχίζεται και μετά την λύσιν της υπαλληλικής σχέσεως, εξαιρουμένης της περιπτώσεως του θανάτου. 2.Η κατά την ανωτέρω παράγραφον εκδιδομένη τυχόν καταγνωστική απόφασις παραμένει ανεκτέλεστος, επιφυλασσομένης της διατάξεως του τελευταίου εδαφίου της παραγράφου 2 του άρθρου 205. Ζ΄ ΔΙΩΞΙΣ ΚΑΙ ΤΙΜΩΡΗΣΙΣ ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΩΝ ΑΔΙΚΗΜΑΤΩΝ ΄Αρθρον 174 Δίωξις και τιμώρησις πειθαρχικών αδικημάτων. 1.Η δίωξις και τιμώρησις του πειθαρχικού αδικήματος είναι καθήκον του πειθαρχικού δικαστού, παράλειψις του οποίου συνιστά μόνον πειθαρχικόν αδίκημα αυτού. 2.Κατ΄εξαίρεσιν, επί αδικημάτων δικαιολογούντων την ποινήν της επιπλήξεως, η δίωξις απόκειται εις την διακριτικήν εξουσίαν των τεταγμένων προς τούτο οργάνων, τα οποία λαμβάνουν υπ΄όψιν, αφ΄ ενός μεν το συμφέρον της υπηρεσίας, αφετέρου δε την καθόλου εις την υπηρεσίαν και εκτός αυτής διαγωγήν του κρινομένου υπαλλήλου. 3.Ο πειθαρχικός δικαστής έχει διακριτικήν εξουσίαν ως προς την επιμέτρησιν της ποινής, λαμβάνων υπ’ όψιν τα εις την προυηγουμένην παράγραφον κριτήρια. Κατ’ εξαίρεσιν, οσάκις το πειθαρχικόν αδίκημα δικαιολογεί ποινήν ανωτέραν της επιπλήξεως, δεν δύναται ο πειθαρχικός δικαστής να μην επιβάλη ποινήν. Η΄ ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΑΙ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑΙ ΄Αρθρον 175 Πειθαρχικαί δικαιοδοσίαι. Πειθαρχικήν δικαιοδοσίαν ασκούν: α)οι πειθαρχικώς προϊστάμενοι του υπαλλήλου, β)η δημαρχιακή επιτροπή, γ)το κοινοτικόν συμβούλιον, δ)η εκτελεστική επιτροπή του ιδρύματος και το διοικητικόν συμβούλιον του νομικού προσώπου, ε)η διοικούσα επιτροπή των συνδέσμων δήμων και κοινοτήτων, στ)το υπηρεσιακόν πειθαρχικόν συμβούλιον και ζ)το Συμβούλιον της Επικρατείας. ΄Αρθρον 176. Πειθαρχικώς προϊστάμενοι Πειθαρχικώς προϊστάμενοι είναι: α)ο δήμαρχος επί πάντων των εις την αρμοδιότητα αυτού υπαγομένων υπαλλήλων, β)ο γενικός διευθυντής και ο αναπληρωτής γενικός διευθυντής δήμου επί των υπαγομένων εις την αρμοδιότητα αυτών υπαλλήλων από του 4ου βαθμού και κάτω, γ)ο προϊστάμενος διευθύνσεως ή αυτοτελούς τμήματος ή υπηρεσίας του ΟΤΑ τακτικός ή επί θητεία υπάλληλος αυτού επί των υπ’ αυτόν υπαλλήλων, δ)ο πρόεδρος της κοινότητος, ε)ο πρόεδρος του αδελφάτου του ιδρύματος, στ)ο πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου του δημοτικού ή κοινοτικού νομικού προσώπου, ζ)ο πρόεδρος του συνδέσμου δήμων και κοινοτήτων, η)(Καταργήθηκε από την παρ.29 άρθρ.8 Νόμ.2307/8-15 Ιουν. 1995, ΦΕΚ Α΄ 113, κατωτ. αριθ.103) 2.Η πειθαρχική εξουσία ασκείται επί υπαλλήλων κατωτέρου βαθμού εκείνου του οποίου φέρει ο πειθαρχικώς διώκων. ΄Αρθρονν 177 ΄Αρμοδιότης πειθαρχικώς προϊσταμένων. Οι πειθαρχικώς προϊστάμενοι δύναται να επιβάλλουν την μεν ποινήν της επιπλήξεως πάντες, την δε του προστίμου οι κάτωθι υπό τας εξής διακρίσεις: α)ο δήμαρχος, ο πρόεδρος της κοινότητος, ο πρόεδρος του αδελφάτου του ιδρύματος, ο πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου του δημοτικού ή κοινοτικού νομικού (Αντί για τη σελ.140,443) Σελ.140,443(α) Τέυχος 1246-Σελ.91 Κατάσταση Δημοτιικών και Κοινοτικών Υπαλλήλων 3.Β.β.80 προσώπου και ο πρόεδρος του συνδέσμου δήμων και κοινοτήτων, μέχρι και του ημίσεος των αποδοχών ενός μηνός. β)ο γενικός διευθυντής και ο αναπληρωτής γενικός διευθυντής του δήμου μέχρι και του ενός τρίτου των αποδοχών ενός μηνός. γ)(Καταργήθηκε από την παρ.30 άρθρ.8 Νόμ.2307/8-15 Ιουν.1995,ΦΕΚ Α΄ 113, κατωτ. αριθ.103), δ)Ο προϊστάμενος διευθύνσεως ή αυτοτελούς τμήματος ή υπηρεσίας του ΟΤΑ μέχρι και του ενός έκτου των αποδοχών ενός μηνός. ΄Αρθρον 178 Αμεταβίβαστον αρμοδιότητος πειθαρχικώς προϊσταμένων αυτεπάγγελτος δίωξις 1.Η αρμοδιότης των πειθαρχικώς προϊσταμένων είναι αμεταβίβαστος. 2.Οι πειθαρχικώς προϊστάμενοι επιλαμβάνονται αυτεπαγγέλτως. 3.Αρμόδιος πειθαρχικώς προϊστάμενος είναι εκείνος εις τον οποίον υπήγετο, υφ’ οιανδήποτε υπηρεσιακήν σχέσιν ή κατάστασιν, ο υπάλληλος, κατά τον χρόνον της τελέσεως του αδικήματος. 4.Δια της κλήσεως εις απολογίαν, άρχεται η αυτεπάγγελτος δίκη. 5.Μεταξύ πλειόνων αρμοδίως επιληφθέντων πειθαρχικώς προϊσταμένων, προτιμάται ο πρότερον καλέσας εις απολογίαν. Ούτος υποχρεούται εν πάση περιπτώσει, όπως παραπέμψη την υπόθεσιν εις ανώτερον πειθαρχικώς προϊστάμενον, εφ’ όσον ήθελε ζητηθή παρ’ αυτού, προ της εκδόσεως υπό τούτου πειθαρχικής αποφάσεως. Παραπομπή εις αμέσως ανώτερον πειθαρχικώς προϊστάμενον, δύναται να γίνη και εις ήν περίπτωσιν ο επιληφθείς πειθαρχικώς προϊστάμενος ήθελε κρίνει ότι το αδίκημα επισύρει ποινήν ανωτέραν της αρμοδιότητός του. Ελλείποντος, απόντος ή κωλυομένου του αμέσως ανωτέρου πειθαρχικώς προϊσταμένου, η παραπομπή δύναται να γίνη εις υπέρτερον αυτού πειθαρχικώς προϊστάμενον. 6.(Καταργήθηκε από την παρ.31 άρθρ.8 Νόμ.2307/8-15 Ιουν. 1995, ΦΕΚ Α΄113,κατωτ. αριθ.103) ΄Αρθρον 179 Συλλογικά πειθαρχικά όργανα ΟΤΑ 1.Η δημαρχιακή επιτροπή, το κοινοτικόν συμβούλιον, η εκτελεστική επιτροπή του ιδρύματος, το διοικητικόν συμβούλιον του νομικού προσώπου και η διοικούσα επιτροπή των συνδέσμων δήμων και κοινοτήτων, δύναται να επιβάλλουν την ποινήν της επιπλήξεως και του προστίμου μέχρι και των αποδοχών ενός μηνός. 2.Τα κατά την προηγουμένην παράγραφον πειθαρχικά όργανα κρίνουν μόνον εις πρώτον βαθμόν κατόπιν παραπομπής της υποθέσεως υπό των πειθαρχικώς προϊσταμένων του υπαλλήλου. Η παραπομπή εις την πειθαρχική διαδικασίαν της προηγουμένης παραγράφου επιτρέπεται μόνον υπό των πειθαρχικώς προϊσταμένων της παρ.1 περ. α΄,β΄,ε΄,στ΄ και ζ΄ του άρθρου 176 του παρόντος. ΄Αρθρον 180 Υπηρεσιακόν πειθαρχικόν συμβούλιον 1.Το υπηρεσιακόν πειθαρχικόν συμβούλιον δύναται να επιβάλη οιανδήποτε ποινήν. 2.Τούτο κρίνει εις πρώτον μεν βαθμόν κατόπιν παραπομπής της υποθέσεως, εις δεύτερον δε βαθμόν κατόπιν εφέσεως. Σελ.140,444(α) Τέυχος 1246-Σελ.92 Άρθρον 8. Συγκρότησις υπηρεσιακών συμβουλίων. 1.Τα μέλη εκάστου υπηρεσιακού συμβουλίου μετά ισαρίθμων αναπληρωματικών ορίζονται επί διετή θητεία αρχομένην από 1 ης Ιανουαρίου δι’ αποφάσεως του αρμοδίου προς συγκροτήσιν αυτών οργάνου, εκδιδομένης εντός του μηνός Δεκεμβρίου του δευτέρου έτους της θητείας των. 2.Διαρκούσης της θητείας δεν επιτρέπεται η αντικατάστασις των προέδρων, μελών και γραμματέων των υπηρεσιακών συμβουλίων, τακτικών τε και αναπληρωματικών, ει μη κατά την αυτήν διαδικασίαν εφ’ όσον συντρέχουν σοβαροί υπηρεσιακοί λόγοι βεβαιούμενοι δια της σχετικής αποφάσεως. 3.Δια της περί συγκροτήσεως των συμβουλίων αποφάσεως ορίζονται οι γραμματείς αυτών μετά των αναπληρωτών των. 4.Εάν τα δημοτικά συμβούλια δεν ήθελον ορίσει τα μέλη και οι δήμαρχοι τα μέλη ή τους γραμματείς των υπηρεσιακών συμβουλίων μέχρι και της εικοστής Δεκεμβρίου, ούτοι ορίζονται υπό του αρμοδίου προς συγκρότησιν του συμβουλίου οργάνου. 3.Β.β.80 Κατάσταση Δημοτικών και Κοινοτικών Υπαλλήλων ΄Αρθρον 181 Συμβούλιον της Επικρατείας Το Συμβούλιον της Επικρατείας κρίνει επί προσφυγών κατ’ αποφάσεων υπηρεσιακών πειθαρχικών συμβουλίων, επιβαλουσών εις πρώτον και τελευταίον βαθμόν οιανδήποτε πειθαρχικήν ποινήν, εις δεύτερον δε βαθμόν τας πειθαρχικάς ποινάς της διακοπής του προς προαγωγήν δικαιώματος, του υποβιβασμού και της οριστικής παύσεως. ΄Αρθρον 182 Συνεκδίκασις πειθαρχικών αδικημάτων 1.Πλείονα πειθαρχικά αδικήματα του αυτού υπαλλήλου διωκόμενα προ της επί τινι τούτων εκδόσεως οριστικής αποφάσεως, δύναται, κατά την κρίσιν του πειθαρχικού δικαστού, να συνεκδικάζωνται, εφ’ όσον ανάγονται εις καθήκοντα υπηρεσιών του αυτού ΟΤΑ. 2.Πλείονες υπάλληλοι διωκόμενοι δια το αυτό αδίκημα ή δια συναφή τοιαύτα δύναται να συνεκδικάζωνται υπό τας προϋποθέσεις της προηγουμένης παραγράφου. 3.Αρμόδιον προς συνεκδίκασιν μεταξύ πλειόνων οργάνων είναι: α)μεταξύ πλειόνων πειθαρχικώς προϊσταμένων ο κατά βαθμόν ανώτερος, επί δε ομοιοβάθμων ο πρότερον επιληφθείς, β)μεταξύ πειθαρχικώς προϊσταμένου και υπηρεσιακού πειθαρχικού συμβουλίου, το υπηρεσιακόν πειθαρχικόν συμβούλιον. Θ΄ ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ Παραπομπή εις υπηρεσιακόν πειθαρχικόν συμβούλιον ΄Αρθρ.183.-«1.Αν τα πειθαρχικά όργανα της παρ.1 του άρθρ.179 κρίνουν ότι το αδίκημα είναι τιμωρητέο με ποινή μεγαλύτερη της αρμοδιότητάς τους, παραπέμπουν την υπόθεση στο υπηρεσιακό πειθαρχικό συμβούλιο» Η μέσα σε « » παρ.1 αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ.32 άρθρ.8 Νόμ.2307/8-15 Ιουν. 1995 (ΦΕΚ Α΄113), κατωτ. αριθ.103. 2.Το κατ’ εφαρμογήν των διατάξεων της παραγράφου 2 του άρθρ.155 διατυπούμενον ερώτημα προς το υπηρεσιακόν πειθαρχικόν συμβούλιον, περί θέσεως υπαλλήλου εις αργίαν, επέχει θέσιν παραπεμπτηρίου εγγράφου, κατά την παράγραφον 5 του άρθρου 184, δια το πειθαρχικόν αδίκημα εις το οποίον αναφέρεται η αργία. Καθ’ υπαλλήλου τεθέντος εις αργίαν κατά το άρθρον 154, λόγω ποινικής διώξεως ή καταδίκης και μη επανερχομένου είτα εις ενέργειαν, γίνεται υποχρεωτικώς η παραπομπή δια τας πράξεις ένεκα των οποίων ποινικώς εδιώχθη ή κατεδικάσθη εφ΄ όσον τούτο δεν είχε γίνει προ ή μετά την διάρκειαν της εις αργίαν θέσεώς του. 3.Β.β.80 Κατάσταση Δημοτιικών και Κοινοτικών Υπαλλήλων ΄Αρθρον 184 Συνέπειαι παραπομπής 1.Η έκδοσις του κατά το άρθρον 183 παραπεμπτηρίου εγγράφου καταργεί την μήπω περατωθείσαν δι’ οριστικής αποφάσεως αυτεπάγγελτον δίκην. 2.Η έκδοσις οριστικής αποφάσεως επί τινι αδικήματι είτε υπό μονομελούς είτε υπό πολυμελούς δικαιοδοσίας, καθιστά απαράδεκτον την κατά το άρθρον 188 παραπομπήν. 3.Γενομένη παραπομπή δεν ανακαλείται. 4.Εν τω παραπεμπτηρίω εγγράφω δέον να μνημονεύωνται τα συνιστώντα το διωκόμενον παράπτωμα πραγματικά περιστατικά, ως και τα υπάρχοντα στοιχεία, άτινα πιθανολογούν την ενοχήν του υπαλλήλου. 5.Το παραπεμπτήριον έγγραφον κοινοποιείται εις τον διωκόμενον και αποστέλλεται μετά του φακέλλου της υποθέσεως, ως και ολοκλήρου του ατομικού φεκέλλου του υπαλλήλου, εις τον γραμματέα του υπηρεσιακού πειθαρχικού συμβουλίου. ΄Αρθρον 185 Προνάκρισις 1.Η προανάκρισις συνίσταται εις προκαταρκτικήν άτυπον συλλογήν και καταγραφήν πληροφοριών και στοιχείων περί του εικαζομένου πειθαρχικού αδικήματος και των συνθηκών, υπό τας οποίας ετελέσθη τούτο. 2.Προανάκρισιν δύναται να ενεργήση πας πειθαρχικώς προϊστάμενος του υπαλλήλου. 3.Εάν εκ των συγκεντρωθέντων στοιχείων κρίνη ο ενεργών την προανάκρισιν, ότι δεν συντρέχει περίπτωσις πειθαρχικής διώξεως, τερματίζει ταύτην δι΄ ητιολογημένης εκθέσεως. Τούτο δεν κωλύει την υπό άλλου πειθαρχικώς προϊσταμένου ενέργειαν προανακρίσεως. Εάν εκ των συγκεντρωθέντων στοιχείων κρίνη ο ενεργών την προανάκρισιν ότι προκύπτει πειθαρχικό αδίκημα τιμωρητέον δια των ποινών της αρμοδιότητός του, καλεί τον υπάλληλον εις απολογίαν κατά το άρθρον 194 εάν δε κρίνη, ότι δικαιολογείται η επιβολή ποινής βαρυτέρας, ενεργεί κατά τα εν άρθρω 192 οριζόμενα: Εάν τέλος κρίνη ότι το αδίκημα χρήζει περαιτέρω ερεύνης, προβαίνει εις την ενέργειαν ανακρίσεως. ΄Αρθρον 186 Ανάκρισις 1.Την ανάκρισιν διεξάγει: α)επί μονομελούς δικαιοδοσίας αυτός ο επιληφθείς πειθαρχικώς προϊστάμενος ή άλλος τις υπ’ αυτού οριζόμενος υπάλληλος, β)επί υπηρεσιακού πειθαρχικού συμβουλίου ο υπό τούτου οριζόμενος υπάλληλος είτε μέλος αυτού είτε άλλος τις. Εις πάσαν περίπτωσιν εκείνος ο οποίος θα ενεργήση την ανάκρισιν, πρέπει να είναι τουλάχιστον ομοιόβαθμος αλλ’ αρχαιότερος του διωκομένου, εκτός εάν την ανάκρισιν ενεργή υπάλληλος ετέρου κλάδου. 2.Δεν δύνανται να διεξαγάγουν ανάκρισιν: α)εκείνοι κατά των οποίων τυχόν εστρέφετο το αδίκημα, β)οι ασκήσαντες την πειθαρχικήν αρμοδιότητά των δια το υπό κρίσιν αδίκημα πειθαρχικώς προϊστάμενοι και γ)οι κατ΄ ευθείαν γραμμήν εξ αίματος συγγενείς του διωκομένου υπαλλήλου ή εκ πλαγίου μέχρι και του τετάρτου βαθμού και ο σύζυγος ή εξ αγχιστείας συγγενής μέχρι και του δευτέρου βαθμού. Ο εγκαλούμενος δικαιούται εφ΄ άπαξ και το βραδύτερον εντός διημέρου από της κλήσεως προς εξέτασιν υπό του ανακριτού να ζητήση την εξαίρεσιν αυτού από του έργου της ανακρίσεως δι΄ εγγράφου αιτήσεως, εις την οποίαν πρέπει να εκτίθενται οι λόγοι της εξαιρέσεως, επισυνάπτονται δε και τα τυχόν υπάρχοντα αποδεικτικά στοιχεία. Επί της αιτήσεως αποφαίνεται οριστικώς και τελεσιδίκως το υπηρεσιακόν πειθαρχικόν συμβούλιον άνευ συμμετοχής του μέλους εις το οποίον τυχόν είχον ανατεθή τα ανακριτικά καθήκοντα. Το μέλος τούτο αναπληρούνται νομίμως. Εάν η αίτησις γίνη δεκτή, αι υπό του εξαιρεθέντος ενεργηθείσαι ανακριτικαί πράξεις είναι άκυροι και δεν δύναται να τεθούν εις τον φάκελλον της υποθέσεως. 3.Ο διεξάγων την ανάκρισιν ενεργεί τας εις την έδραν του ανακριτικάς πράξεις αυτοπροσώπως ή δι΄ υφισταμένου υπαλλήλου, κατ΄ ανάλογον εφαρμογήν της περ. β΄ της παραγράφου 1, δικαιούται δε να ζητήση από πάσαν διοικητικήν αρχήν ή ειρηνοδίκην ή ειδικόν πταισματοδίκην την εις την έδραν αυτού ενέργειαν ανακριτικής τινός πράξεως. Ενέργειαν ανακριτικών πράξεων εκτός έδρας δύναται να ζητήση και παρ …
Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.