← Ελλάδα

80. ΝΟΜΟΣ υπ’ αριθ.1188 της 27/30 Ιουλ. 1981 (ΦΕΚ Α΄204) Περί κυρώσεως του Κώδικος «περί καταστάσεως προσωπικού οργανισμού τοπικής αυτοδιοικήσεως». Ο

Εν συντομία

Αυτός ο νόμος αφορά την επικύρωση του Κώδικα για την κατάσταση του προσωπικού των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης, ρυθμίζοντας θέματα που σχετίζονται με τις μεταβολές στην υπηρεσιακή τους κατάσταση.

Τι ρυθμίζει

Ποιον αφορά

Βασικά σημεία

Κείμενο νόμου

  1. ΝΟΜΟΣ υπ’ αριθ.1188 της 27/30 Ιουλ. 1981 (ΦΕΚ Α΄204) Περί κυρώσεως του Κώδικος «περί καταστάσεως προσωπικού οργανισμού τοπικής αυτοδιοικήσεως». Ο ουσιαστικός έλεγχος (έγκριση) από το Νομάρχη των πράξεων των δημοτικών ή κοινοτικών συμβουλίων, που προβλέπεται από τις διατάξεις των άρθρ.234 παρ.4,317 παρ.6,318 παρ.2 και 334 παρ.2, του Νόμ.1188/1981, καταργήθηκε από το άρθρο μόνο Π.Δ. 222/4-8 Ιαν. 1982, ΦΕΚ Α΄ 3, (ανωτ. σελ.52,250). Με την παρ.61 άρθρ.8 Νόμ.2307/8-15 Ιουν. 1995 (ΦΕΚ Α΄ 113), κατωτ. αριθ.103, ορίστηκε ότι: «Όπου στις κατωτέρω διατάξεις του Νόμ.1188/1981 «περί κυρώσεως του Κώδικος περί καταστάσεως προσωπικού οργανισμών τοπικής αυτοδιοικήσεως» αναφέρεται η λέξη «Νομάρχης», εφεξής νοείται ο «Περιφερειακός Διευθυντής». Άρθρ. 89 παρ. 3 ΄΄ 207 ΄΄ 2 ΄΄ 208 πρώτο εδάφιο ΄΄ 218 παρ. 3 ΄΄ 219 ΄΄ 1 δεύτερο εδάφιο ΄΄ 220 ΄΄ 1 πρώτο εδάφιο ΄΄ 221 ΄΄ 1, 2 πρώτ. εδάφ. ΄΄ 222 ΄΄ 226 ΄΄ 227 ΄΄ 1 πρώτο εδάφιο ΄΄ 228 ΄΄ 1, 2 πρώτ. εδάφ. ΄΄
  2. Άρθρον
  3. Υπηρεσιακόν συμβούλιον παρ’ εκάστη νομαρχία. 1.Παρ’ εκάστη νομαρχία ή διαμερίσματι συνιστάται υπηρεσιακόν συμβούλιον συγκροτούμενον δι’ αποφάσεως του νομάρχου και αποτελούμενον: α)εκ του διευθυντού εσωτερικών της νομαρχίας ή του νομίμου αναπληρωτού αυτού, επί πλειόνων δε διευθυντών εκ του αρμοδίου επί θεμάτων τοπικής αυτοδιοικήσεως ή του νομίμου αναπληρωτού αυτού ως προέδρου. β)εκ του τμηματάρχου τοπικής αυτοδιοικήσεως της διευθύνσεως εσωτερικών της νομαρχίας. γ)εξ ενός δημοτικού συμβούλου του δήμου της έδρας του νομού και δ)εκ δύο μονίμων δημοτικών ή κοινοτικών υπαλλήλων επί βαθμώ 7ω τουλάχιστον του κλάδου ΑΤ1 και ελλείψει τοιούτων εξ υπαλλήλων του κλάδου ΑΡ13 του αυτού τουλάχιστον βαθμού, εν ελλείψει δε και τούτων έξ υπαλλήλων του κλάδου ΜΕ επί βαθμώ 7ω τουλάχιστον. Υπαρχόντων υπαλλήλων ανωτέρου βαθμού δεν δύναται να ορισθή κατώτερος. (Μετά τη σελ. 140,416(στ) Σελ. 140,41601 Τεύχος 1425 Σελ. 3 Κατάσταση Δημοτικών και Κοινοτικών Υπαλλήλων 3.Β.β.80 2.Οι δημοτικοί ή κοινοτικοί υπάλληλοι ορίζονται υπό του νομάρχου και συμμετέχουν οι μεν κοινοτικοί οσάκις συζητούνται θέματα αφορώντα εις κοινοτικούς υπαλλήλους, οι δε δημοτικοί εις πάσας τας λοιπάς περιπτώσεις. Ο δημοτικός σύμβουλος ορίζεται υπό του οικείου δημοτικού συμβουλίου. Με την παρ.14 του άρθρ.37 του Νόμ.2190/1-3 Μαρτ. 1994 (ΦΕΚ Α΄ 28), Τόμ. 2Α, σελ.318,203, ορίστηκε ότι: «Τα εκ των δημοτικών ή κοινοτικών υπαλλήλων μέλη των υπηρεσιακών συμβουλίων των Ο.Τ.Α. που ορίζονται από το Νομάρχη, εφεξής υποδεικνύονται από την τοπική ένωση δήμων και κοινοτήτων». 3.Καθήκοντα γραμματέως του συμβουλίου εκτελεί διοικητικός υπάλληλος του κλάδου ΑΤ1 κατά προτίμησιν του τμήματος τοπικής αυτοδιοικήσεως της διευθύνσεως εσωτερικών της νομαρχίας επί 8ω έως 6ω βαθμώ. 4.Το κατά το παρόν άρθρον υπηρεσιακόν συμβούλιον είναι αρμόδιον δια την κρίσιν των μέχρι και του 4 ου βαθμού υπαλλήλων των εν τη περιφερεία του νομού ΟΤΑ, περί ών το άρθρον 2 του παρόντος επιφυλασσομένων των διατάξεων των επομένων άρθρων 6 και
  4. άρθρ. 12 Νόμ.2130/1993, αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. 22 άρθρ. 8 Νόμ 2307/815 Ιουν. 1995 (ΦΕΚ Α΄ 113), κατωτ. αριθ.
  5. Το δε μέσα σε «» δεύτερο εδάφιο αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. 4 άρθρ.12 Νόμ. 2503/30-30 Μαΐου 1997 (ΦΕΚ Α’ 107), κατωτ. αριθ.
  6. «10.Με τις προϋποθέσεις και τη διαδικασία των παρ. 1, 2, 4 και 5 του άρθρου αυτού επιτρέπεται η μετάταξη υπαλλήλων κατηγορίας ΔΕ23 ειδικού προσωπικού από δήμο σε δήμο, από δήμο σε κοινότητα και αντίστροφα». Η μέσα σε « » παρ. 10 προστέθηκε από την παρ. 23 άρθρ. 8 Νόμ. 2307/8-15 Ιουν. 1995 (ΦΕΚ Α΄113), κατωτ. αριθ.
  7. Απόσπασις ΄Αρθρ.133.«1.Ειδικές διατάξεις νόμων που επιτρέπουν την απόσπαση υπαλλήλων σε κρατικές υπηρεσίες ή σε άλλον οργανισμό τοπικής αυτοδιοίκησης ή σε υπηρεσίες νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου ή οργανισμών κοινής ωφέλειας εξακολουθούν να ισχύουν. Η απόσπαση γίνεται πάντοτε ύστερα και από γνώμη του αρμόδιου για διορισμό οργάνου του οργανισμού τοπικής αυτοδιοίκησης από τον οποίο αποσπάται ο υπάλληλος. Απαγορεύεται η απόσπαση υπάλληλου αν ένας μόνο υπηρετεί στον κλάδο στον οποίο αυτός ανήκει. 3.Β.β.80 Κατάσταση Δημοτικών και Κοινοτικών Υπαλλήλων «2.Αν υπάρχει έκτακτη υπηρεσιακή ανάγκη, με απόφαση του δημάρχου ή προέδρου κοινότητας μπορεί να αποσπασθεί έως ένα έτος υπάλληλος δήμου ή κοινότητας σε δημοτικό ή κοινοτικό ίδρυμα ή δημοτικό ή κοινοτικό νομικό πρόσωπο του ιδίου οργανισμού τοπικής αυτοδιοίκησης ή σε σύνδεσμο δήμων ή κοινοτήτων ή δήμων και κοινοτήτων ή σε αναπτυξιακό σύνδεσμο στον οποίο συμμετέχει ο δήμος ή η κοινότητα από τον οποίο γίνεται η απόσπαση και αντίστροφα». Η παρ. 2 αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. 3 άρθρ. 26 Νόμ. 2130/22-23 Απρ. 1993 (ΦΕΚ Α΄ 62), ανωτ. σελ. 52,
  8. «3.Επιτρέπεται η απόσπαση υπαλλήλου οργανισμού τοπικής αυτοδιοίκησης σε άλλον οργανισμό τοπικής αυτοδιοίκησης, με αίτηση του υπαλλήλου για συνυπηρέτηση με σύζυγο δημόσιο υπάλληλο ή υπάλληλο νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου ή οργανισμού τοπικής αυτοδιοίκησης, με απόφαση του αρμόδιου για το διορισμό οργάνου του Ο.Τ.Α. υποδοχής, η οποία εκδίδεται ύστερα από γνώμη του αρμοδίου για το διορισμό οργάνου του Ο.Τ.Α. εκ του οποίου ζητείται η απόσπαση. Η απόσπαση γίνεται για ένα

(1)έτος και μπορεί να παραταθεί για ένα
(1)ακόμη. Μετά τη λήξη του χρόνου απόσπασης ο υπάλληλος υποχρεούται να επανέλθει στον Ο.Τ.Α. από τον οποίο αποσπάσθηκε». Η μέσα σε « » παρ. 3 αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. 26 άρθρ.26 αρθρ. 8 Νόμ. 2307/8-15 Ιουν.1995 (ΦΕΚ Α΄ 113) κατωτ. αριθ.
  1. 4.Στις περιπτώσεις των παρ. 2 και 3 αυτού του άρθρου οι αποδοχές και αποζημιώσεις του υπαλλήλου που αποσπάστηκε και οι ασφαλιστικές εισφορές βαρύνουν το φορέα στον οποίο έγινε η απόσπαση. 5.Με Π.Δ/γμα, που εκδίδεται με πρόταση των Υπουργών Εσωτερικών και Οικονομικών, ορίζονται οι πρόσθετες αμοιβές και αποζημιώσεις στους υπαλλήλους που αποσπώνται σύμφωνα με τις διατάξεις αυτού του άρθρου». Το άρθρ. 133 αντικαταστάθηκε ως άνω από το άρθρ. 66 Νόμ. 1416/18-21 Φεβρ. 1984 (ΦΕΚ Α΄ 18) (κατωτ. αριθ. 82). ΄Αρθρον 134 Μετάταξις εντός του αυτού γενικωτέρου κλάδου 1.Επιτρέπεται μετάταξις υπαλλήλων (μέχρι και του 6 ου βαθμού) εις κενήν ομοιόβαθμον θέσιν ετέρου κλάδου του αυτού γενικωτέρου κλάδου του ιδίου ΟΤΑ τη αιτήσει των, εφ΄ όσον ούτοι έχουν τα προσόντα της εις ην μετατάσσονται θέσεως και συντρέχουν εξαιρετικαί υπηρεσιακαί ανάγκαι. Η μέσα σε ( ) φράση διαγράφτηκε από την παρ. 4 άρθρ. 30 Π.Δ. 37 α /26 Ιαν.-4 Φεβρ. 1987 (ΦΕΚ Α΄ 11) (κατωτ. αριθ. 85). 2.Η μετάταξις ενεργείται δι΄ αποφάσεως του αρμοδίου προς διορισμόν οργάνου εκδιδομένης μετά σύμφωνον γνωμοδότησιν του οικείου υπηρεσιακού συμβουλίου. ΄Αρθρον 135 Μετάταξις εις ανώτερον κλάδον Για την εφαρμογή των διατάξεων της παρ. 3 άρθρ. 38 Νόμ.2190/1994, τόμ. 2, σελ. 318,203 και στις μεταβολές που γίνονται σύμφωνα με το παρόν άρθρ., βλ. παρ.7 άρθρ.12 Νόμ.2503/30-30 Μαΐου 1997 (ΦΕΚ Α’ 107), κατωτ. αριθ.
  2. 1.Επιτρέπεται μετάταξις υπαλλήλων εις κενάς ομοιοβάθμους θέσεις ή εις θέσεις εισαγωγικού βαθμού ετέρου ανωτέρου κλάδου, του ιδίου ΟΤΑ κατά την έννοιαν της παρ. 1 του άρθρου 160 του παρόντος εφ΄ όσον ούτοι: α)(Καταργήθηκε από το άρθρο 29 Νόμ. 1586/26 Μαρτ.-1 Απρ.1986, ΦΕΚ Α΄ 37, Τόμ. 2Α, σελ. 316, 893), β)κέκτηνται το τυπικόν προσόν του κλάδου εις ον μετατάσσονται, γ)απέκτησαν το κατά το ανωτέρω τυπικόν προσόν κατά την διάρκειαν της υπηρεσίας των ή εφ΄ όσον κατείχον τούτο κατά τον χρόνον του διορισμού των, έχει παρέλθει έκτοτε τετραετία, δ)έχουν μονιμοποιηθή, ε)μετατάσσονται εις θέσιν του αμέσως ανωτέρου κλάδου. Κατ΄ εξαίρεσιν επιτρέπεται η μετάταξις εκ κλάδου ΜΕ εις του ΑΤ τοιούτους. 2.Η μετάταξις ενεργείται κατά τας διατάξεις της παρ. 2 του προηγουμένου άρθρου. 3.(Καταργήθηκε από το άρθρο 29 Νόμ. 1586/26 Μαρτ.–1 Απρ. 1986, ΦΕΚ Α΄ 37, Τόμ. 2Α, σελ.316, 893). 4.Δια τους εκ των μετατασσομένων κεκτημένους τον βαθμόν της θέσεως εις ην μετατάσσονται, ως χρόνος διανυθείς εις την θέσιν ταύτην λογίζεται μόνον ο διανυθείς εν τω αντιστοίχω βαθμώ του εις ον ανήκε προ της μετατάξεως κλάδου χρόνος, μετά την απόκτησιν των τυπικών προσόντων των προβλεπομένων υπό των οικείων διατάξεων δια την θέσιν εις ην ούτοι μετατάσσονται. Κατά πάσαν πάντως περίπτωσιν οι μετατασσόμενοι τίθενται εις το αριστερόν των, κατά τον χρόνον της μετατάξεώς των, πηρετούντων ομοιοβάθμων των και δεν (Αντί για τη σελ. 140,4361(α) Σελ. 140,4361(β) Τεύχος 1425 Σελ. 25 Κατάσταση Δημοτικών και Κοινοτικών Υπαλλήλων 3.Β.β.80 δύναται να κριθούν δια τον αμέσως ανώτερον βαθμόν πριν ή συμπληρώσουν τον προς προαγωγήν εις τον βαθμόν τούτον χρόνον οι κατά τα ανωτέρω αρχαιότεροί των, μη κωλυομένης πάντως της κατά τας διατάξεις του άρθρου 149 του παρόντος εντάξεώς των εις ανώτερον βαθμόν. ΄Αρθρον 136 Προαγωγή Προϋποθέσεις προς προαγωγήν Ουδείς υπάλληλος προάγεται από βαθμού εις βαθμόν: α.(Καταργήθηκε από το άρθρ. 29 Νόμ.1586/26 Μαρτ.-1 Απρ.1986, ΦΕΚ Α΄ 37, Τόμ.2Α σελ. 316, 893). β)εάν δεν έχη συμπληρώσει καθωρισμένον χρόνον υπηρεσίας εις τον κατώτερον βαθμόν και δεν έχη τα λοιπά απαιτούμενα τυπικά προσόντα και γ)εάν δεν κέκτηται τα δια τον ανωτέρον βαθμόν απαιτούμενα ουσιαστικά προσόντα κατά την κρίσιν του υπηρεσιακού συμβουλίου. ΄Αρθρον 137 Μη υπολογιζόμενος προς προαγωγήν χρόνος Εις τον προς προαγωγήν απαιτούμενον χρόνον υπηρεσίας δεν υπολογίζεται: α)ο της διαθεσιμότητος β)ο της αργίας της επελθούσης ένεκα ποινικής διώξεως, αποληξάσης εις οιανδήποτε καταδίκην ή πειθαρχικής διώξεως, αποληξάσης εις πειθαρχικήν ποινήν τουλάχιστον προστίμου αποδοχών τριών μηνών, και γ)ο της αδικιαολογήτου αποχής εκ των καθηκόντων. Τρόπος προαγωγών ΄Αρθρ.138.-(Καταργήθηκε από το άρθρ. 29 Νόμ. 1586/26 Μαρτ.-1 Απρ. 1986, ΦΕΚ Α΄ 37,Τόμ 2Α, σελ. 316, 893). ΄Αρθρον 139 Ενέργεια προαγωγών 1.Αι προαγωγαί ενεργούνται δι΄ αποφάσεως του αρμοδίου προς διορισμόν οργάνου, εκδιδομένης μετά σύμφωνον γνωμοδότησιν του οικείου υπηρεσιακού συμβουλίου. 2.Το υπηρεσιακόν συμβούλιον γνωμοδοτεί κατόπιν εγγράφου ερωτήματος απευθυνομένου προς αυτό εντός μηνός από της κενώσεως της θέσεως υπό του εκπροσωπούντος τον οικείον οργανισμόν και περιλαμβάνοντος πάντας τους έχοντας τον Σελ. 140,4362(β) Τεύχος 1425 Σελ. 26 απαιτούμενον χρόνον υπηρεσίας εν τω κατεχομένω βαθμώ. Προκειμένου περί προαγωγής εις βαθμούς ενιαίων θέσεων το ερώτημα απευθύνεται εντός της αυτής προθεσμίας από της συμπληρώσεως του χρόνου προαγωγής. Εν παραλείψει ή αρνήσει υποβολής του ερωτήματος εντός της ως άνω προθεσμίας το υπηρεσιακόν συμβούλιον γνωμοδοτεί τη αιτήσει του εδιαφερομένου ή προτάσει του νομάρχου,ο δε υπαίτιος διώκεται πειθαρχικώς δια βαρείαν παράβασιν καθήκοντος. 3.(Καταργήθηκε από το άρθρ. 29 Νόμ. 1586/ 26 Μαρτ.–1 Απρ.1986, ΦΕΚ Α΄ 37, τόμ. 2Α σελ.316, 893). 4.Η περί προαγωγής απόφασις εκδίδεται εντός μηνός από της περιελεύσεως της γνωμοδοτήσεως του υπηρεσιακού συμβουλίου εις τον οικείον οργανισμόν. 5.Παρερχομένης απράκτου της κατά την προηγουμένη παράγραφον προθεσμίας, η προαγωγή ενεργείται δια της δημοσιεύσεως εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως περιλήψεως της ως άνω γνωμοδοτήσεως μερίμνη του νομάρχου. 6-7(Καταργήθηκαν από το άρθρ. 29 Νόμ. 1586/26 Μαρτ.–1 Απρ. 1986, ΦΕΚ Α΄ 37, Τόμ. 2Α, σελ. 316, 893). Άρθρ.140-143.(Καταργήθηκαν από το άρθρ.29 Νόμ. 1586/26 Μαρτ.-1 Απρ. 1986, ΦΕΚ Α΄ 37 Τόμ. 2Α , σελ. 316, 893). Δημοσίευση πράξεων υπηρεσιακών μεταβολών “΄Αρθρ.144.-΄Οπου κατά τις διατάξεις του παρόντος νόμου απαιτείται δημοσίευση της περίληψης των πράξεων των οργάνων των Ο.Τ.Α. που αφορούν υπηρεσιακές μεταβολές των υπαλλήλων τους, αυτή ενεργείται με μέριμνα του Περιφεριακού Διευθυντή”. Το άρθρ. 144 αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. 27 άρθρ. 8 Νόμ. 2307/8-15 Ιουν. 1995 (ΦΕΚ Α΄ 113), κατωτ. αριθ.
  3. Αρμοδιότητες νομάρχου επί μεταβολών Άρθρον
  4. Υπηρεσιακόν συμβούλιον παρά τοις Δήμοις Αθηναίων, Πειραιώς και Θεσσαλονίκης. 1.Παρ’ εκάστω των Δήμων Αθηναίων, Πειραιώς και Θεσσαλονίκης συνίσταται ίδιον υπηρεσιακόν συμβούλιον συγκροτούμενον δια μεν τους Δήμους Αθηναίων και Πειραιώς δι’ αποφάσεως του Υπουργού Εσωτερικών, δια δε τον Δήμον Θεσσαλονίκης, δι’ αποφάσεως του Νομάρχου Θεσσαλονίκης και αποτελούμενον: α)εκ δύο υπαλλήλων κλάδου ΑΤ1 αρμοδιότητας του Υπουργείου Εσωτερικών επί βαθμώ 3ω τουλάχιστον του αρχαιοτέρου τούτων επί ισοβάθμων οριζομένου ως προέδρου. Εφ’ όσον παρά τω Υπουργείω Βορείου Ελλάδος ή παρά τη Νομαρχία Θεσσαλονίκης δεν υπηρετεί ο αναγκαίος αριθμός υπαλλήλων αρμοδιότητος του Υπουργείου Εσωτερικών δια την συγκρότησιν του συμβουλίου, ο Νομάρχης Θεσσαλονίκης ορίζει τακτικά και αναπληρωματικά μέλη εξ υπαλλήλων κλάδου ΑΤ επί βαθμώ 3ω ή 2ω υπηρετούντων εν τη πόλει της Θεσσαλονίκης, αρμοδιότητος ετέρων Υπουργείων. β)εξ ενός δημοτικού συμβούλου του οικείου δήμου, οριζομένου υπό του δημοτικού συμβουλίου, γ)εκ δύο μονίμων υπαλλήλων του οικείου δήμου κλάδου ΑΤ1 επί 4ω τουλάχιστον βαθμώ, υποδεικνυομένων υπό του δημάρχου. 2.Καθήκοντα γραμματέως εκτελεί διοικητικός υπάλληλος του κλάδου ΑΤ1 του οικείου δήμου επί 8ω τουλάχιστον βαθμώ, προτεινόμενος υπό του δημάρχου. 3.Το κατά το παρόν άρθρον υπηρεσιακόν συμβούλιον είναι αρμόδιον δια την κρίσιν των μέχρι και του 4 ου βαθμού υπαλλήλων των Δήμων Αθηναίων, Πειραιώς και Θεσσαλονίκης, επιφυλασσομένης της διατάξεως της παραγράφου 3 του επομένου άρθρου. Με την παρ.4 άρθρ.8 Νόμ.2307/8-15 Ιουν. 1995 (ΦΕΚ Α΄ 113), κατωτ. αριθ.103, αντικαταστάθηκαν τα Άρθρ.145.(Καταργήθηκε από την παρ. 28 άρθρ. 8 Νόμ. 2307/8-15 Ιουν. 1995, ΦΕΚ Α΄ 113, κατωτ. αριθ. 103). 3.Β.β.80 Κατάσταση Δημοτικών και Κοινοτικών Υπαλλήλων ΄Αρθρον 146 Μισθολογικαί προαγωγαί εις τους 5 ον και 4 ον βαθμούς. 1.Εις υπαλλήλους 6 ου βαθμού των κλάδων ΑΤ, ΑΡ και ΜΕ, οι οποίοι έχουν συμπληρώσει τον κατά τας κειμένας διατάξεις απαιτούμενον χρόνον εις τον βαθμόν τούτον προς προαγωγήν εις τον 5 ον βαθμόν και κρίνονται προακτέοι, παρέχεται ο βασικός μισθός του 5 ου βαθμού, προσαυξανόμενος δια των πάσης φύσεως επιδομάτων και λοιπών παροχών, ως εάν οι υπάλληλοι ούτοι είχον προαχθή βαθμολογικώς εις τον βαθμόν τούτον. 2.Εις τους κατά την προηγουμένην παράγραφον λαβόντας την μισθολογικήν προαγωγήν του 5 ου βαθμού υπαλλήλους κλάδων ΑΤ και ΑΡ, μετά την συμπλήρωσιν από ταύτης του κατά τας κειμένας διατάξεις απαιτουμένου προς προαγωγήν χρόνου εκ του 5 ον εις τον 4 ον βαθμόν, και κρίνονται προακτέοι παρέχεται έστω και αν εν τω μεταξύ προήχθησαν βαθμολογικώς εις τον 5 ον βαθμόν, ο βασικός μισθός του 4 ου βαθμού, προσαυξανόμενος δια των πάσης φύσεως επιδομάτων και λοιπών παροχών, ως εάν οι υπάλληλοι ούτοι είχον προαχθή βαθμολογικώς εις τον βαθμόν τούτον. 3.Οι κατά τας παραγράφους 1 και 2 του παρόντος άρθρου λαβόντες τας αποδοχάς των ανωτέρω βαθμών υπάλληλοι, κατά την αποχώρησίν των εκ της υπηρεσίας καθ΄ οιονδήποτε τρόπον και εφ΄όσον κρίνονται ως προακτέοι προάγονται αυτοδικαίως εις τον βαθμόν του οποίου ο μισθός απενεμήθη εις αυτούς, πλήν της περιπτώσεως λύσεως της υπαλλήλικής σχέσεως λόγω εκπτώσεως ή απολύσεως συνεπεία επιβολής της πειθαρχικής ποινής της οριστικής παύσεως. 4.Δια την χορήγησιν των κατά τας παραγράφους 1 και 2 μισθολογικών προαγωγών ή την αυτοδικαίαν κατά την παράγραφον 3 του παρόντος άρθρου βαθμολογικήν προαγωγήν υπαλλήλων η κρίσις αυτών ως προακτέων, ενεργείται υπό του οικείου υπηρεσιακού συμβουλίου κατόπιν ερωτήματος του αρμοδίου προς διορισμόν οργάνου. Η κατά το προηγούμενον εδάφιον κρίσις δεν εμποδίζεται συνεπεία κωλύματος κρίσεώς των λόγω εντάξεως ή μετατάξεώς των. Αι κατά τας παραγράφους 1-3 του παρόντος άρθρου προαγωγαί υπαλλήλων ενεργούνται δι΄ αποφάσεως του αρμοδίου προς διορισμόν οργάνου. 5.Υπάλληλοι ΟΤΑ κλάδων ΜΕ των οποίων η θέσις δεν διαβαθμίζεται δια του οργανισμού εσωτερικής υπηρεσίας πέραν του 7 ου βαθμού, προάγονται μισθολογικώς εις τον αμέσως επόμενον του κετεχομένου καταληκτικού κατά τον οργανισμόν βαθμού εφαρμοζομένων αναλόγως κατά τα λοιπά των διατάξεων των παρ. 1, 3 και
  5. ΄Αρθρον 147 Μισθολογική προαγωγή εις τον 3 ον βαθμόν 1.΄Οπου αι θέσεις 3 ου -2 ου βαθμού των κλάδων ΑΤ και ΑΡ εν συγκρίσει προς το σύνολον των θέσεων του οικείου κλάδου υπολείπονται του ποσοστού 25% και 15% αντιστοίχως, παρέχεται εις υπαλλήλους 4 ου βαθμού των κλάδων τούτων και εις αριθμόν αντιστοιχούντα προς το υπολειπόμενον ποσοστόν του 25% και 15% αντιστοίχως, μετά την συμπλήρωσιν του κατά τας κειμένας διατάξεις απαιτουμένου προς προαγωγήν χρόνου εκ του 4 ου εις τον 3 ον βαθμόν, εφ΄όσον κρίνονται ως προακτέοι κατ΄ εκλογήν, ο βασικός μισθός του 3 ου βαθμού, προσαυξανόμενος δια των πάσης φύσεως επιδομάτων και λοιπών παροχών, ως εάν οι υπάλληλοι ούτοι είχον προαχθή βαθμολογικώς εις τον βαθμόν τούτον. Δια την εφαρμογήν των διατάξεων του προηγουμένου εδαφίου, το τυχόν προκύπτον κλάσμα μονάδος ημίσεος και άνω λογίζεται ως ακεραία μονάς. Εις άς περιπτώσεις το ανωτέρω ποσοστόν δεν επαρκεί δια την μισθολογικήν προαγωγήν τουλάχιστον ενός εκ των επί 4ω βαθμώ υπαλλήλων τούτο προσαυξάνεται μέχρι 5%. 2.Εις όσους κλάδους ΑΤ και ΑΡ προβλέπεται διαβάθμισις των θέσεων μέχρι του 3 ου βαθμού, το κατά την παράγραφον 1 ποσοστόν εξευρίσκεται δια συγκρίσεως του αριθμού των θέσεων 3 ου βαθμού, προς το σύνολον των θέσεων του οικείου κλάδου, όπου δε αι θέσεις 3 ου και 2 ου βαθμού δεν είναι οργανικώς ενιαίαι δια την εξεύρεσιν του οικείου ποσοστού, λαμβάνεται το άθροισμα τούτων. 3.Οι κατά την παράγραφον 1 λαβόντες τας αποδοχάς του 3 ου βαθμού υπάλληλοι, κατά την αποχώρησίν των εκ της υπηρεσίας, καθ΄ οιονδήποτε τρόπον και εφ΄ όσον κρίνονται ως προακτέοι κατ΄ εκλογήν, κατά τα εις την παράγραφον 4 οριζόμενα, προάγονται αυτοδικαίως εις τον 3 ον βαθμόν, πλήν της περιπτώσεως λύσεως της υπαλληλικής σχέσεως λόγω εκπτώσεως ή απολύσεως συνεπεία επιβολής της πειθαρχικής ποινής της οριστικής παύσεως. 4.Η κατά την παράγραφον 1 του παρόντος άρθρου μισθολογική προαγωγή υπαλλήλων παρέχεται δι΄ αποφάσεως του αρμοδίου προς διορισμόν οργάνου μετά προηγουμένην κρίσιν του οικείου υπηρεσιακού συμβουλίου. Η μισθολογική προαγωγή χωρεί κατά την σειράν αρχαιότητος των κρινομένων ως κατ’ εκλογήν προακτέων. 5.Προκειμένου περί μισθολογικής κατά τα ανωτέρω προαγωγής υπαλλήλων κλάδων ΑΤ και ΑΡ προερχομένων εκ του αυτού κλάδου της τέως Α΄ κατηγορίας, το κατά την παράγραφον 1 ποσοτόν ορίζεται εις 25% υπολογιζόμενον επί του συνόλου των θέσεων του οικείου κλάδου της τέως Α΄ κατηγορίας. Η μισθολογική προαγωγή των ως άνω υπαλλήλων χωρεί κατά την σειράν αρχαιότητος, την οποίαν είχον μεταξύ των εις την τέως Α΄ κατηγορίαν, κατά την έναρξιν της ισχύος του Ν. 697/77 “περί ρυθμίσεως θεμάτων αφορώντων εις την κατάστασιν των υπαλλήλων των ΟΤΑ …” υπό την προϋπόθεσιν ότι κρίνονται προακτέοι κατ΄ εκλογήν. Αι διατάξεις του τελευταίου εδαφίου της παρ. 1 εφαρμόζονται και εν προκειμένω. ΄Αρθρον 148 Μισθολογική προαγωγή υπαλλήλων κλάδων ΣΕ εις τον 6 ον βαθμόν 1.Εις υπαλλήλους 7 ου βαθμού κλάδων ΣΕ και εις αριθμόν μη υπερβαίνοντα κατά κλάδον το 5% του συνολικού αριθμού των θέσεων του οικείου κλάδου, παρέχεται ο μισθός του 6 ου βαθμού, μετά εξαετή υπηρεσίαν εις τον 7 ον βαθμόν, προσαυξανόμενος δια των πάσης φύσεως επιδομάτων και λοιπών παροχών, ως εάν οι υπάλληλοι ούτοι είχον προαχθή βαθμολογικώς εις τον βαθμόν τούτον, εφ΄ όσον κρίνονται προακτέοι κατ΄ εκλογήν. 2.Οι λαβόντες τας αποδοχάς του 6 ου βαθμού υπάλληλοι κατά την αποχώρησιν των εκ της υπηρεσίας καθ΄ οιονδήποτε τρόπον και εφ΄ όσον κατά τα ανωτέρω κρίνονται ως προακτέοι κατ΄ εκλογήν, προάγονται αυτοδικαίως εις τον 6 ον βαθμόν, πλήν της περιπτώσεως λύσεως της υπαλληλικής σχέσεως, λόγω εκπτώσεως ή απολύσεως συνεπεία επιβολής της πειθαρχικής ποινής της οριστικής παύσεως. 3.Δια την χορήγησιν της κατά την παράγραφον 1 μισθολογικής προαγωγής ή την αυτοδικαίαν, κατά την παράγραφον 2 του παρόντος άρθρου, βαθμολογικήν προαγωγήν η κρίσις αυτών ως προακτέων κατ΄ εκλογήν ενεργείται υπό του οικείου υπηρεσιακού συμβουλίου κατόπιν ερωτήματος του αρμοδίου προς διορισμόν οργάνου. Αι κατά τας παραγράφους 1-2 του παρόντος άρθρου προαγωγαί ενεργούνται δι΄ αποφάσεως του αρμοδίου προς διορισμόν οργάνου. ΄Ενταξις υπαλλήλων Αρθρ.149.-1.Υπάλληλοι κεκτημένοι χρόνον πραγματικής υπηρεσίας ανώτερον του υπό των οικείων διατάξεων προβλεπομένου δια την μέχρι και του κατεχομένου βαθμού προαγωγικήν αυτών εξέλιξιν, εντάσσονται δια πράξεως του αρμοδίου προς διορισμόν οργάνου, δημοσιευομένης εν περιλήψει δια της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως μετά κρίσιν του οικείου υπηρεσιακού συμβουλίου εις ανάλογον προς τον συνολικόν χρόνον της υπηρεσίας αυτών βαθμόν, (Αντί για τη σελ.140, 437(β) Σελ. 140,437(γ) Τεύχος 1246-3 Σελ. 89 Κατάσταση Δημοτιικών και Κοινοτικών Υπαλλήλων 3.Β.β.80 εφ’ όσον προβλέπεται εν τω οικείω κλάδω περαιτέρω εξέλιξις και πάντως ουχί πέραν του Β΄ (6ου) βαθμού οι των κλάδων ΑΤ, ΑΡ και ΜΕ και του Δ (7ου) βαθμού οι του κλάδου ΣΕ. 2.Δια την κατά την προηγουμένην παράγραφον ένταξιν λαμβάνεται υπ΄ όψιν μόνον η μετά των τυπικών προσόντων του αντιστοίχου κλάδου διανυθείσα υπηρεσία των υπαλλήλων προ του διορισμού των εις τον εις όν ανήκουν κλάδον. 3.Ο τυχόν πλεονάζων χρόνος μετά την κατά τα ανωτέρω ένταξιν λογίζεται ως διανυθείς εις τον εις όν εντάσσεται έκαστος βαθμόν δια την προαγωγήν εις ανώτερον τούτου βαθμόν. Το άρθρον 149, που είχε καταργηθεί από το άρθρ. 29 του Νόμ. 1586/26 Μαρτ.-1 Απρ. 1986 (ΦΕΚ Α΄ 37), Τόμ. 2Α, σελ.316,893 επαναφέρθηκε σε ισχύ από την παρ. 14 άρθρ. 33 Νόμ. 2190/94 (ΦΕΚ Α΄ 28), Τόμ.2Α, σελ.318,203 με την οποία τροποποιήθηκε συγχρόνως και στην παρ. 1 τέθηκε ο βαθμός Β΄ αντί του 6 ου και ο Βαθμός Δ΄αντί του 7 ου . ΄Αρθρον 150 Διαθεσιμότης Περιπτώσεις διαθεσιμότητος 1.Ο μόνιμος υπάλληλος τίθεται εις διαθεσιμότητα: α)ένεκα νόσου και β)ένεκα καταργήσεως θέσεως, υπηρεσίας ή κλάδου. 2.Η περί θέσεως εις διαθεσιμότητα, ως και η περί επαναφοράς εις την ενέργειαν πράξις εκδίδεται υπό του αρμοδίου προς διορισμόν οργάνου μετ’ απόφασιν του οικείου υπηρεσιακού συμβουλίου και δημοσιεύεται εν περιλήψει εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Σελ. 140,438(γ) Τεύχος 1246-3 Σελ. 90 ΄Αρθρον 151 Διεθεσιμότης ένεκα νόσου. 1.Ο μόνιμος υπάλληλος ο έχων τουλάχιστον τριετή πραγματικήν υπηρεσίαν τίθεται αυτεπαγγέλτως ή επί τη αιτήσει αυτού εις διαθεσιμότητα ένεκα νόσου παρατεινομένης πέραν του εν άρθροις 117, 118 οριζομένου χρόνου αναρρωτικής αδείας δεκτικής όμως ιάσεως κατά την γνώμην της υγειονομικής επιτροπής. 2.Η διάρκεια της διαθεσιμότητος ένεκα νόσου δεν δύναται να υπερβή το έν έτος και επί δυσιάτων νοσημάτων τα δύο έτη, άρχεται δε αφ΄ ής έληξεν η αναρρωτική άδεια. Κατά το τελευταίον δεκαπενθήμερον προς της λήξεως της διαθεσιμότητος, η υγειονομική επιτροπή αποφαίνεται υποχρεωτικώς περί της ικανότητος ή μη του υπαλλήλου προς άμεσον επανάληψιν των καθηκόντων του. Εις περίπτωσιν αρνητικής γνωματεύσεως ο υπάλληλος απολύεται κατά τα εν άρθρω 214 οριζόμενα. Επί τη αιτήσει του υπαλλήλου ή και αυτεπαγγέλτως δύναται ούτος να παραπεμφθή προς εξέτασιν εις την υγειονομικήν επιτροπήν και προ της λήξεως του ορισθέντος ήδη χρόνου διαθεσιμότητος, αλλά εις περίπτωσιν αρνητικής γνωματεύσεως διατηρείται η διαθεσιμότης μέχρι της λήξεως αυτού. Η επιτροπή δύναται να εξετάση και εκτός της έδρας αυτής διαμένοντα υπάλληλον δια της πλησιεστέρας υγειονομικής επιτροπής. 3.Υπάλληλοι μη έχοντες τριετή υπηρεσίαν και εξαντλήσαντες τον δικαιούμενον χρόνον αναρρωτικής αδείας τίθενται εις διαθεσιμότητα ένεκα νόσου δεκτικής ιάσεως, μετά γνωμάτευσιν της υγειονομικής επιτροπής επί εξάμηνον, επί έν έτος δε προκειμένου περί δυσιάτου νοσήματος, άνευ αποδοχών. ΄Αρθρον 152 Διαθεσιμότης ένεκα καταργήσεως θέσεως. 1.Η ένεκα καταργήσεως θέσεως υπηρεσίας ή κλάδου διαθεσιμότης δύναται να αποφασισθή υπό του υπηρεσιακού συμβουλίου υπέρ του υπαλλήλου εκείνου, όστις εκρίθη απολυτέος δια κατάργησιν θέσεως κατά τους όρους του άρθρου 217 μόνον εφ΄ όσον ούτος έχει συμπληρώσει πενταετή μόνιμον υπηρεσίαν μετά λίαν ικανοποιητικής επιδόσεως. 2.Η διαθεσιμότης αύτη διαρκεί επί έν έτος, μετά την πάροδον του οποίου ο υπάλληλος απολύεται. 3.Εάν διαρκούσης της δια την κατάργησιν θέσεως διαθεσιμότητος ή εντός έτους από της κατά την προηγουμένην παράγραφον απολύσεως, κενωθή ή συσταθή εν τω αυτώ οργανισμώ θέσις του αυτού κλάδου και βαθμού προς την τέως κατεχομένην, ο εν διαθεσιμότητι τελών ή απολυθείς δέον να προτιμηθή δια την κατάληψιν αυτής, εφ΄ όσον κέκτηται τα δια την θέσιν τυπικά και ουσιαστικά προσόντα, πλήν του της ηλικίας, άνευ συμμετοχής εις τον τυχόν απαιτούμενον διαγωνισμόν. Περί της υπάρξεως των προσόντων και της σειράς προτιμήσεως μεταξύ πλειόνων αποφασίζει το υπηρεσιακόν συμβούλιον. 4.Η κατά τα ανωτέρω θέσις εις διαθεσιμότητα επάγεται την παύσιν παντός παρεπομένου λειτουργήματος, το οποίον τυχόν κατέχει ο υπάλληλος εν δημοσία υπηρεσία ή αλλαχού. Άρθρον 153 Αποδοχαί των τεθέντων εις διαθεσιμότητα. 1.Ο ένεκα νόσου τεθείς εις διαθεσιμότητα λαμβάνει το ήμισυ των αποδοχών του. 2.Ο ένεκα καταργήσεως θέσεως τεθείς εις διαθεσιμότητα λαμβάνει κατά μεν το πρώτον εξάμηνον τα 75% κατά δε το υπόλοιπον χρόνον τα 50% των αποδοχών του. 3.Β.β.80 Κατάσταση Δημοτιικών και Κοινοτικών Υπαλλήλων Κατάσταση Δημοτιικών και Κοινοτικών Υπαλλήλων 3.Β.β.80 άρθρ.5 και 6 ως εξής: «
(1).Συνιστάται σε κάθε νομό και νομαρχία υπηρεσιακό συμβούλιο συγκροτούμενο με απόφαση του Περιφερειακού Διευθυντή το οποίο αποτελείται από: α)3 δημοτικούς ή κοινοτικούς υπαλλήλους που ορίζονται από τον Περιφερειακό Διευθυντή, ύστερα από υπόδειξη της διοικούσας επιτροπής της τοπικής ένωσης δήμων και κοινοτήτων, β)2 αιρετούς εκπροσώπους των υπαλλήλων, που εκλέγονται με άμεση, καθολική και μυστική ψηφοφορία. Ο τρόπος, η διαδικασία και οι λοιπές προϋποθέσεις της εκλογής καθορίζονται με απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών μετά γνώμη της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Εργαζομένων Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης (Π.Ο.Ε.-Ο.Τ.Α.). Η γνώμη της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Εργαζομένων Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης παρέχεται μέσα σε προθεσμία που τάσσεται από τον Υπουργό Εσωτερικών και δεν μπορεί να είναι μικρότερη από 15 ημέρες. Μετά την πάροδο της προθεσμίας αυτής η απόφαση εκδίδεται χωρίς τη γνώμη της Π.Ο.Ε.-Ο.Τ.Α.
(2).Καθήκοντα γραμματέα του συμβουλίου εκτελεί υπάλληλος του δήμου της έδρας του νομού, με εξαίρεση τα συμβούλια νομαρχιών Νομών Αττικής και Θεσσαλονίκης που καθήκοντα γραμματέα εκτελεί υπάλληλος του πολυπληθέστερου δήμου πλην των Δήμων Αθηναίων, Πειραιώς και Θεσσαλονίκης. Ο γραμματέας του συμβουλίου πρέπει να είναι κλάδου ΠΕ1 διοικητικού ή ΤΕ17 διοικητικών-λογιστικών ή ΔΕ1 διοικητικών με βαθμό τουλάχιστον Γ΄.
(3).Ως τόπος συνεδρίασης του συμβουλίου ορίζεται το κατάστημα του δήμου της έδρας του νομού και το κατάστημα του πολυπληθέστερου δήμου για τα συμβούλια των νομαρχιών του Νομού Αττικής και του Νομού Θεσσαλονίκης, πλην των Δήμων Αθηναίων, Πειραιώς και Θεσσαλονίκης.
(4).Στη διοικητική περιφέρεια της Νομαρχίας Αθηνών συνιστώνται 3 υπηρεσιακά συμβούλια με αρμοδιότητα τους κατωτέρω Ο.Τ.Α.: Α΄.Υπηρεσιακό Συμβούλιο: Ταύρου, Μοσχάτου, Καλλιθέας, Ν. Σμύρνης, Π. Φαλήρου, Αγ. Δημητρίου, Δάφνης, Υμηττού, Βύρωνα, Ηλιούπολης, Αλίμου, Αργυρούπολης, Ελληνικού και Γλυφάδας. Β΄.Υπηρεσιακό Συμβούλιο: Αιγάλεω, Αγ. Βαρβάρας, Χαϊδαρίου, Περιστερίου, Πετρούπολης, Ν. Λιοσίων, Αγ. Αναργύρων και Καματερού. Γ΄.Υπηρεσιακό Συμβούλιο: Νέας Χαλκηδόνας, Ν. Φιλαδέλφειας, Μεταμόρφωσης, Ν. Ιωνίας, Ηρακλείου, Λυκόβρυσης, Πεύκης, Γαλατσίου, Φιλοθέης, Ψυχικού, Ν. Ψυχικού, Χολαργού, Παπάγου, Ζωγράφου, Καισαριανής, Αγ. Παρασκευής, Χαλανδρίου, Βριλησσίων, Μελισσίων, Πεντέλης, Ν. Πεντέλης, Εκάλης, Νέας Ερυθραίας, Αμαρουσίου και Κηφισιάς.
(5).Τα ανωτέρω υπηρεσιακά συμβούλια της Νομαρχίας Αθηνών συγκροτούνται με απόφαση του Περιφερειακού Διευθυντή και αποτελούνται από: α.3 δημοτικούς ή κοινοτικούς υπαλλήλους, που ορίζονται από τον Περιφε(Μετά τη σελ.140,416(ε) Σελ.140,4161 Τεύχος 1246-Σελ.71 Κατάσταση Δημοτικών και Κοινοτικών Υπαλλήλων 3.Β.β.80 ρειακό Διευθυντή, ύστερα από υπόδειξη της διοικούσας επιτροπής της τοπικής ένωσης δήμων και κοινοτήτων, β.2 αιρετούς εκπροσώπους των υπαλλήλων των οικείων Ο.Τ.Α., που εκλέγονται σύμφωνα με τα οριζόμενα στην περίπτ. β΄ της υποπαρ.
(1)αυτού του άρθρου. Καθήκοντα γραμματέα εκτελεί υπάλληλος του πολυπληθέστερου δήμου. Ως τόπος συνεδρίασης των ανωτέρω συμβουλίων ορίζεται το κατάστημα του πολυπληθέστερου δήμου.
(6).Σε καθέναν από τους Δήμους Αθηναίων, Πειραιώς και θεσσαλονίκης συνιστάται υπηρεσιακό συμβούλιο που συγκροτείται με απόφαση του Περιφερειακού Διευθυντή και αποτελείται από: α.3 δημοτικούς υπαλλήλους που ορίζονται από το δημοτικό συμβούλιο, σύμφωνα με τους όρους και τις προϋποθέσεις της περίπτ. α΄ της υποπαρ.
(1)αυτού του άρθρου, β.2 αιρετούς εκπροσώπους των υπαλλήλων του οικείου δήμου, που εκλέγονται σύμφωνα με τα οριζόμενα στην περίπτ. β΄ της υποπαρ.
(1)αυτού του άρθρου. Καθήκοντα γραμματέα εκτελεί υπάλληλος κλάδου ΠΕ1 διοικητικού ή ΤΕ17 διοικητικών-λογιστικών ή ΔΕ1 διοικητικών του οικείου δήμου με βαθμό τουλάχιστον Γ΄, που προτείνεται από το δήμαρχο.
(7).Για τα υπηρεσιακά συμβούλια των υποπαρ.
(1),
(4)και
(6)της παρ.3 αυτού του άρθρου ισχύουν τα ακόλουθα: α.Τα μέλη του υπηρεσιακού συμβουλίου ορίζονται ή εκλέγονται με ισάριθμους αναπληρωτές. Αν λυθεί η υπαλληλική σχέση αιρετού μέλους του συμβουλίου, τακτικό μέλος ορίζεται ο επόμενος στη σειρά εκλογής, για το υπόλοιπο χρονικό διάστημα της θητείας. β.Με την απόφαση συγκρότησης του υπηρεσιακού συμβουλίου ορίζεται ο πρόεδρος και αναπληρωτής του μεταξύ των τακτικών μελών του υπηρεσιακού συμβουλίου. γ.Όταν το υπηρεσιακό συμβούλιο λειτουργεί ως πειθαρχικό, ο πρόεδρος αντικαθίσταται από δικαστικό λειτουργό ή σύμβουλο ή πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, σύμφωνα με όσα προβλέπονται στις διατάξεις της παρ.Β1 του άρθρ.40 του Νόμ.1884/1990 (ΦΕΚ 81 Α΄). δ.Αν τα αιρετά μέλη του υπηρεσιακού συμβουλίου περιλαμβάνονται μεταξύ αυτών που κρίνονται για προϊστάμενοι οργανικής μονάδας, αυτά κρίνονται κατά την πρώτη συνεδρίαση και δεν μπορούν να συμμετέχουν σε αυτή για την κρίση που τους αφοράς. Αν και τα αναπληρωματικά μέλη έχουν το ίδιο κώλυμα, το υπηρεσιακό συμβούλιο συνεδριάζει με τα υπόλοιπα μέλη. ε.Κατά τα λοιπά για τη συγκρότηση, λειτουργία και τήρηση πρακτικών των υπηρεσιακών συμβουλίων εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρ.8,9 και 10 του Νόμ.1188/1981, όπως ισχύουν και κατά το μέρος που δεν αντίκεινται στις διατάξεις του παρόντος.
(8).Έως τη συγκρότηση των υπηρεσιακών συμβουλίων του άρθρου αυτού εξακολουθούν να λειτουργούν τα υπάρχοντα. Σελ.140,4162 Τεύχος 1246-Σελ.72
(9).Κατά την πρώτη εφαρμογή του νόμου αυτού, τα αιρετά μέλη των υπηρεσιακών συμβουλίων των υποπαρ.
(1)και
(6)του παρόντος, καθώς και οι αναπληρωτές τους, είναι αυτά που έχουν εκλεγεί σύμφωνα με την 27581/16.6.1994 απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών (ΦΕΚ 486 β΄) με την επιφύλαξη της υποπαρ.
(4)του άρθρου αυτού». Άρθρον 154 Αργία Αυτοδικαία θέσις εις αργίαν 1.Τίθεται αυτοδικαίως εις αργίαν ο στερηθείς της προσωπικής ελευθερίας συνεπεία εντάλματος φυλακίσεως ή δικαστικής αποφάσεως υπάλληλος, έστω και αν απελύθη επί εγγυήσει. 2.Εκλιπόντος του λόγου, δι΄ όν η αργία, ο υπάλληλος επανέρχεται αυτοδικαίως εις ενέργειαν. 3.Τίθεται ωσαύτως αυτοδικαίως εις αργίαν ο υπάλληλος, καθ΄ού εξεδόθη πειθαρχική περί απολύσεως απόφασις, από της κοινοποιήσεως αυτής μέχρι λήξεως της δια την προσβολήν αυτής ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας τεταγμένης προθεσμίας ή μέχρι της εκδόσεως της οριστικής αποφάσεως επί της τυχόν ασκηθείσης κατ΄ αυτής προσφυγής. Εξαφανιζομένης ή μεταρρυθμιζομένης της περί απολύσεως αποφάσεως, επανέρχεται ο υπάλληλος αυτοδικαίως εις ενέργειαν.
  1. Εις τας περιπτώσεις των προηγουμένων παραγράφων εκδίδεται διαπιστωτική πράξις του αρμοδίου προς διορισμόν οργάνου δημοσιευομένη εν περιλήψει δια της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως. ΄Αρθρον 155 Δυνητική θέσις εις αργίαν 1.Δύναται να τεθή εις αργίαν ο υπάλληλος κατά του οποίου υφίσταται: α)εκκρεμής ποινική δίωξις δι΄ αδίκημα δυνάμενον να επισύρη την έκπτωσιν από του λειτουργήματος αυτού, β)εκκρεμής πειθαρχική δίωξις δι΄ αδίκημα δυνάμενον να επιφέρη την απόλυσιν αυτού και γ)βάσιμος υπόνοια ατάκτου διαχειρίσεως, στηριζομένη εις έκθεσιν της προισταμένης του αρχής ή αρμοδίου επιθεωρητού. 2.Η περί θέσεως εις αργίαν ή επαναφοράς εκ ταύτης εις ενέργειαν πράξις εκδίδεται υπό του αρμοδίου προς διορισμόν οργάνου μετ΄ απόφασιν του οικείου υπηρεσιακού συμβουλίου και δημοσιεύεται εν περιλήψει εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Μετά την πάροδον έτους από της θέσεως εις αργίαν δια τας υπό στοιχεία β΄ και γ΄ περιπτώσεις της παρ. 1 το υπηρεσιακόν συμβούλιον υποχρεούται να αποφανθή περί της συνεχίσεως της αργίας ή της επαναφοράς.
  2. Η δυνητική αργία άρχεται από της κοινοποιήσεως της πράξεως, δυνάμενης να ενεργηθή και προ της δημοσιεύσεως εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Επίσης από της κοινοποιήσεως της περί επαναφοράς πράξεως επανέρχεται ο υπάλληλος εις ενέργειαν, πλήν αν εξεδόθη εν τω μεταξύ, εις μέν την περίπτωσιν α΄ της παραγράφου 1 οριστική ποινική απόφασις μη επαγομένη έκπτωσιν, εις δε την περίπτωσιν β΄ της αυτής παραγράφου πειθαρχική απόφασις μη επαγομένη οριστικήν παύσιν, ότε από της τελεσιδικίας αυτών επανέρχεται αυτοδικαίως ο υπάλληλος εις ενέργειαν. ΄Αρθρον 156 Αποδοχαί του εν αργία υπαλληλου. Εκ των αποδοχών του εν αργία υπαλλήλου παρακρατείται το εν τέταρτον, δυνάμενον ν΄ αποδοθή αυτώ κατόπιν αποφάσεως του υπηρεσιακού συμβουλίου, εάν απαλλαγή δυνάμει τελεσιδίκου αποφάσεως ή τιμωρηθή δια πειθαρχικής ποινής κατωτέρας της οριστικής παύσεως, είτε τέλος αποδειχθή αβάσιμος ή περί ατάκτου διαχειρίσεως υπόνοια. ΄Αρθρον 157 Παρεπόμενα λειτουργήματα. Η εις αργίαν θέσις εκτείνεται αυτοδικαίως και εις τα παρεπόμενα λειτουργήματα. ΄Αρθον 158 Περιορισμοί των εις αργίαν ή διαθεσιμότητα λόγω νόσου. Οι περιορισμοί των άρθρων 94-98 ισχύουν και δια τους εν αργία ή διαθεσιμότητι λόγω νόσου τελούντας υπαλλήλους. (Αντί για τη σελ. 140,439) Σελ. 140,439(α) Η112-Σελ.97 Άρθρον 159 Αρχαιότης 1.Η αρχαιότης καθορίζεται: α)εκ της χρονολογίας της δημοσιεύσεως της πράξεως του διορισμού ή της προαγωγής εις τον κατεχόμενον βαθμόν. β)επί της συγχρόνου προαγωγής, εκ της σειράς προαγωγής. γ)επί συγχρόνων αρχικών διορισμών εκ της σειράς επιτυχίας εις τον διενεργηθέντα διαγωνισμόν. δ)εν ελλείψει διαγωνισμού, εκ του βαθμού του πτυχίου ή άλλου τίτλου σπουδών και επί των αυτών βαθμών εκ της χρονολογίας κτήσεως του πτυχίου ή άλλου τίτλου σπουδών. ε)εν ελλείψει πτυχίου ή άλλου τίτλου σπουδών, εκ της σειράς αναγραφής των ονομάτων εν τη κοινή πράξει του διορισμού. 2.Εις τον χρόνον της αρχαιότητος δεν υπολογίζεται ο κατά το άρθρον 137 του παρόντος χρόνος. Προβάδισμα ΄Αρθρ.160.-(Καταργήθηκε από το άρθρ. 29 Νόμ. 1586/26 Μαρτ.-1 Απρ.1986, ΦΕΚ Α΄ 37, Τόμ. 2Α, σελ. 316, 893). Σελ. 140,440(α) Τεύχος Η112-Σελ. 98 3.Β.β.80 Κατάσταση Δημοτιικών και Κοινοτικών Υπαλλήλων ΄Aρθρον 161 Ηθικαί αμοιβαί 1.Δι’ εξαιρετικάς πράξεις εν τη εκτελέσει της υπηρεσίας των ή δι΄εξαίρετον επίδοσιν, πέραν της εκ των καθηκόντων των επιβαλλομένης, δύναται να απονέμωνται εις τους υπαλλήλους, αναλόγως της προσφερθείσης υπηρεσίας, αι κάτωθι ηθικαί αμοιβαί: α) εύφημος μνεία, β) ευαρέσκεια, γ) έπαινος δ) μετάλλιον διακεκριμένων πράξεων μετά διπλώματος. 2.Η ευαρέσκεια δύναται να απονέμηται και κατά την αποχώρησιν εκ της υπηρεσίας μετά μακράν και ευδόκιμον τοιαύτην. 3.Η εύφημος μνεία, η ευαρέσκεια και ο έπαινος απονέμονται δ΄ αποφάσεως του αρμοδίου προς διορισμόν οργάνου, μετά σύμφωνον ειδικώς ητιολογημένην γνωμοδότησιν του οικείου υπηρεσιακού συμβουλίου. 4.Αι περί απονομής ηθικής αμοιβής πράξεις ανακοινούνται δι’ εγκυκλίου εις απάσας τας υπηρεσίας του οργανισμού εις τον οποίον ανήκουν οι υπάλληλοι υπέρ των οποίων εκδίδονται οι πράξεις αύται. 5.Το μετάλλιον διακεκριμένων πράξεων απονέμεται δια Προεδρικού Διατάγματος εκδιδομένου επί τη προτάσει του αρμοδίου Υπουργού, μετά ητιολογημένην γνωμοδότησιν του οικείου υπηρεσιακού συμβουλίου. ΄Αρθρον 162 Επίτιμοι τίτλοι 1.Υπάλληλος συμπληρώσας 35ετη πραγματικήν τακτικού υπαλλήλου υπηρεσίαν, διατηρεί επί τιμή και μετά την λύσιν της υπαλληλικής σχέσεως τον τίτλον της θέσεως, ήν τελευταίως κατείχε. 2.Η διατήρησις του επιτίμου τίτλου μνημονεύεται εν τη πράξει της λύσεως της υπαλληλικής σχέσεως και δημοσιεύεται μετ’ αυτής εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. 3.Ο εκπεσών της θέσεως αυτού, ως και ο οριστικώς παυθείς δυνάμει πειθαρχικής αποφάσεως, στερείται της ως άνω τιμής. ΄Αρθρον 163 Βράβευσις προτάσεων ή μελετών Εις υπαλλήλους οι οποίοι εξ ιδίας προωτοβουλίας ήθελον συντάξει και υποβάλει αξιόλογον πρωτότυπον πρότασιν ή μελέτην αφορώσαν εις τα αντικείμενα των αρμοδιοτήτων του οργανισμού εις τον οποίον ανήκουν ή εις την καλυτέραν οργάνωσιν ή βελτίωσιν της αποδοτικότητος της όλης υπηρεσίας αυτού παρέχονται ηθικαί και υλικαί αμοιβαί (βραβεία) κατά τα εκάστοτε επί δημοσίων υπαλλήλων ισχύοντα. ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Η΄ ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΑ ΑΔΙΚΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΠΟΙΝΑΙ Α΄ ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΑ ΑΔΙΚΗΜΑΤΑ ΄Αρθρον 164 ΄Ορισμός πειθαρχικού αδικήματος 1.Πάσα δι’ υπαιτίου πράξεως ή παραλείψεως παράβασις υπαλληλικού καθήκοντος δυναμένη να καταλογισθή, αποτελεί πειθαρχικόν αδίκημα. 2.Το υπαλληλικόν καθήκον προσδιορίζεται τόσον εκ των υπό των κειμένων διατάξεων, εγκυκλίων, οδηγιών και διαταγών επιβαλλομένων εις τον υπάλληλον υποχρεώσεων, όσον και εκ της καθόλου εντός και εκτός της υπηρεσίας εκάστοτε τηρητέας εν γένει διαγωγής αυτού. Άρθρον
  3. Υπηρεσιακόν συμβούλιον παρά τω Υπουργείω Εσωτερικών. 1.Παρά τω Υπουργείω Εσωτερικών συνιστάται υπηρεσιακόν συμβούλιον προσωπικού των εν άρθρω 2 του παρόντος ΟΤΑ, συγκροτούμενον δι’ αποφάσεως του Υπουργού Εσωτερικών και αποτελούμενον: α)εκ του γενικού διευθυντού τοπικής αυτοδιοικήσεως, ως προέδρου, β)εκ του αναπληρωτού γενικού διευθυντού τοπικής αυτοδιοικήσεως, γ)εκ του διευθυντού της διευθύνσεως προσωπικού οργανισμών τοπικής αυτοδιοικήσεως, δ)εξ ενός υπαλλήλου κλάδου ΑΤ επί βαθμοίς 3ω ή 2ω της γενικής διευθύνσεως τοπικής αυτοδιοικήσεως και ε)εκ τριών δημοτικών υπαλλήλων των δήμων τέως διοικήσεως πρωτευούσης κλάδου ΑΤ1 επί βαθμοίς 1ω έως 3ω οριζομένων υπό του Υπουργού Εσωτερικών. 2.Καθήκοντα γραμματέως εκτελεί διοικητικός υπάλληλος κλάδου ΑΤ1 της διευθύνσεως ΠΟΤΑ του Υπουργείου Εσωτερικών επί 8ω βαθμώ τουλάχιστον. 3.Το κατά το παρόν άρθρον υπηρεσιακόν συμβούλιον είναι αρμόδιον δια την κρίσιν των υπαλλήλων, περί ών το ΄Αρθρον 165 Πειθαρχικά αδικήματα 1.Μεταξύ των πειθαρχικών αδικημάτων καταλέγονται ιδίως: α)η έλλειψις πίστεως εις το Σύνταγμα και αφοσιώσεως προς την Πατρίδα. β)η εκτός υπηρεσίας αναξία υπαλλήλου διαγωγή. γ)επί χρήμασι χαρτοπαιξία και ιδίως εις δημόσιον κέντρον. δ)η σύναψις στενών κοινωνικών σχέσεων μετά προσώπων των οποίων ουσιώδη συμφέροντα εξαρτώνται εκ του τρόπου της ασκήσεως της ανατιθεμένης εις τον υπάλληλον υπηρεσίας ε)η ενεργός υπέρ κόμματος δράσις στ)η δημοσία, προφορικώς ή εγγράφως, άσκησις κριτικής των πράξεων της προϊσταμένης αρχής, δι΄ εκφράσεων, αι οποίαι αποδεικνύουν έλλειψιν σεβασμού ή δια σκοπίμου χρήσεως αβασίμων επιχειρημάτων, ζ)η αποσιώπησις συμμετοχής εις έργα επ΄ αμοιβή ξένα προς την υπηρεσίαν και εις τας περιπτώσεις ακόμη εκείνας εις τας οποίας επιτρέπεται η συμμετοχή αύτη. η)η χρησιμοποίησησις τρίτων προσώπων προς απόκτησιν υπηρεσιακής ευνοίας ή πρόκλησιν ή ματαίωσιν διαταγής της υπηρεσίας. θ)η άμεσος ή δια μέσου τρίτου προσώπου συμμετοχή εις δημοπρασίαν, διενεργουμένην υπό του ΟΤΑ εις όν ανήκει υπάλληλος. ι)η εν υπηρεσία αναξιοπρεπής ή αναξία υπαλλήλου διαγωγή. ια)η βραδία εις την υπηρεσίαν προσέλευσις ή η πρόωρος εξ αυτής αποχώρησις. ιβ)η ραθυμία, η αμέλεια, ως και η ατελής ή μη έγκαιρος εκπλήρωσις του καθήκοντος ή αδικαιολόγητος άρνησις προσελεύσεως προς ιατρικήν εξέτασιν, ιγ)η μη προσήκουσα συμπεριφορά προς τους πολίτας, τους προϊσταμένους και λοιπούς υπαλλήλους, ιδ)η μη έγκαιρος απάντησις εις αναφοράς πολιτών, ιε)η υπό προϊσταμένου-κριτού σύνταξις εκθέσεως ουσιαστικών προσόντων, περί των υπ’ αυτών υπαλλήλων, άνευ της επιβαλλομένης αμεροληψίας και αντικειμενικότητος με αποτέλεσμα η έκθεσις να μη αποδίδη την πραγματικήν υπηρεσιακήν συμπεριφοράν και ποιότητα του κρινομένου υπαλλήλου, ως και η μη έγκαιρος κατάρτισις των εκθέσεων, ιστ)η αναρμοδία παρέμβασις υπέρ ή κατά τρίτου τινός, ιζ)η αδικαιολόγητος προτίμησις υποθέσεων νεωτέρων επί παραμελήσει παλαιοτέρων, ιη)η αδικαιολόγητος αποχή από της εκτελέσεως των καθηκόντων, ιθ)η άρνησις ή παρέλκυσις εκτελέσεως υπηρεσίας, κ)η συμμετοχή εις απεργίαν, κατά παράβασιν του άρθρου 23 παρ.2 του Συντάγματος και του εις εκτέλεσιν αυτού νόμου κα)η παράβασις της εκ της υπηρεσίας επιβαλλομένης εις τον υπάλληλον εχεμυθείας, κβ)η χρησιμοποίησις της υπαλληλικής ιδιότητος προς εξυπηρέτησιν ιδιωτικών συμφερόντων αυτού ή προσκειμένων εις αυτόν προσώπων κγ)η χρησιμοποίησις πληροφοριών, τας οποίας κατέχει ως εκ της υπηρεσίας του, προς αποκόμισιν ιδίου οφέλους, κδ)η υπό του υπαλλήλου μη είσπραξις του μισθού τον οποίον δικαιούται ή άλλων αποδοχών ή εξόδων, κε)η αποδοχή υπό του υπαλλήλου οιασδήποτε υλικής ευνοίας, η οποία δεν συνιστά δωροληψίαν, αλλά προέρχεται από πρόσωπα των οποίων τας υποθέσεις διαχειρίζεται ή πρόκειται να διαχειρισθή, κστ)η λόγω ασυνήθους χρήσεως φθορά ή εγκατάλειψις ή παράνομος χρήσις πράγματος ανήκοντος εις ΟΤΑ, το Δημόσιον ή εις νομικόν πρόσωπον δημοσίου δικαίου, κζ)πάσα εκ δόλου ή βαρείας αμελείας πράξις ή παράλειψις, η οποία αν και είναι τυπικώς νόμιμος, δύναται οπωσδήποτε να βλάψη ή να θέση εις κίνδυνον τα συμφέροντα της πολιτείας, και κη)η παράβασις καθήκοντος κατά τον ποινικόν ή άλλους ειδικούς νόμους. 2.Διατάξεις ορίζουσαι ειδικά πειθαρχικά αδικήματα διατηρούνται εν ισχύι. (Μετά τη σελ.140,440) Σελ.140,441 Τέυχος Ε11-Σελ.115 Κατάσταση Δημοτιικών και Κοινοτικών Υπαλλήλων 3.Β.β.80 ΄Αρθρον 166 Πειθαρχικαί ποιναί 1.Πειθαρχικαί ποιναί είναι: α)έγγραφος επίπληξις, β)πρόστιμον μέχρις αποδοχών τριών μηνών, γ)διακοπή του προς προαγωγήν δικαιώματος από ενός μέχρι πέντε ετών, δ)υποβιβασμός, ε)οριστική παύσις. 2.Το πρόστιμον, υπολογιζόμενον επί των κατά τον χρόνον της εκδόσεως της καταγνωστικής εις τον πρώτον βαθμόν πειθαρχικής αποφάσεως αποδοχών, παρακρατείται από του πρώτου μετά την τελεσιδικίαν της αποφάσεως μηνός, εις μηνιαίας δόσεις εκάστης τούτων οριζομένης δια της αυτής αποφάσεως, εις ποσόν ουχί ανώτερον του ενός τετάρτου των αποδοχών. Το πρόστιμον αποτελεί έσοδον του προυπολογισμού του Ταμείου-Ασφαλίσεως Δημοτικών και Κοινοτικών Υπαλλήλων (ΤΑΔΚΥ) 3.Δια την διακοπήν του προς προαγωγήν δικαιώματος υπολογίζεται μόνον ο χρόνος, κατά τον οποίον ο τιμωρούμενος έχει τα προς προαγωγήν τυπικά προσόντα. Ο υποβιβασθείς δεν δύναται να επαναπροαχθή προ της παρελεύσεως από του υποβιβασμού του χρονικού διαστήματος ίσου προς το ήμισυ του απαιτουμένου προς προαγωγήν χρόνου. 4.Την ποινήν της οριστικής παύσεως δύναται να επιβάλη ο πειθαρχικός δικαστής μόνον δια τα εξής αδικήματα: α)παράβασιν του άρθρου 165 παρ.1 εδαφ.α΄, β)παράβασιν καθήκοντος κατά τον ποινικόν ή άλλους ειδικούς νόμους, γ)αδικαιολόγητον αποχήν υπό της εκτελέσεως των καθηκόντων επί τριάκοντα τουλάχιστον ημέρας, δ)παραβίασιν απορρήτων της υπηρεσίας κατά το άρθρον 88 παρ.2, ε)χαρακτηριστικώς αναξιοπρεπή ή αναξίαν υπαλλήλου διαγωγήν εντός ή εκτός της υπηρεσίας. στ)συμμετοχήν εις απεργίαν, κατά παράβασιν του άρθρου 23 παρ.2 του Συντάγματος και του εις εκτέλεσιν αυτού νόμου, ζ)διάπραξιν εντός έτους, αφ’ ής ετελέσθη αδίκημα τιμωρηθέν τουλάχιστον δια προστίμου ίσου προς τας αποδοχάς ενός μηνός, ετέρου αδικήματος δυναμένου να επισύρη την αυτήν ή βαρυτέραν ποινήν, η)διάπραξιν εντός διετίας, μετά επιβολήν τριών πειθαρχικών ποινών βαρυτέρων του προστίμου αποδοχών ενός μηνός, του αυτού αδικήματος. θ)εκ συστήματος κακήν συμπεριφοράν προς τους πολίτας, Σελ.140,442 Τέυχος Ε11-Σελ.116 ι)σοβαράν απείθειαν, ια)παν πειθαρχικόν αδίκημα δυνάμενον ως εκ της φύσεως αυτού να προκαλέση δημόσιον σκάνδαλον και προκαλέσαν τούτο, ιβ)αδικαιολόγητον εμμονήν εις άρνησιν προσελεύσεως δι΄ ιατρικήν εξέτασιν, ιγ)παράβασιν των διατάξεων της παρ.2 του άρθρου 170 του παρόντος, ιδ)χρησιμοποίησιν πλαγίων μέσων προς αποφυγήν ή ματαίωσιν ή πρόκλησιν υπηρεσιακών εν γένει μεταβολών. Β΄ΕΞΑΛΕΙΨΙΣ ΤΟΥ ΑΞΙΟΠΟΙΝΟΥ ΄Αρθρου 167 Παραγραφή πειθαρχικών αδικημάτωνΔιαγραφή πειθαρχικών ποινών. 1.Τα πειθαρχικά αδικήματα παραγράφονται μετά από δύο έτη αφ΄ ής ημέρας διεπράχθησαν πλην αν πρόκειται περί των αδικημάτων της παραγρ. 4 του προηγουμένου άρθρου, τα οποία παραγράφονται μετά πενταετίαν. 2.Αι κατά του υπαλλήλου απευθυνόμεναι πράξεις προς δίωξιν του αδικήματος διακόπτουν την παραγραφήν, ο χρόνος όμως ταύτης δεν δύναται να υπερβή την τριετίαν εν συνόλω μέχρι της εκδόσεως της καταγνωστικής αποφάσεως, επί δε αδικημάτων της παραγρ.4 του προηγουμένου άρθρου την επταετίαν. 3.Πειθαρχικόν αδίκημα, το οποίον αποτελεί και ποινικόν τοιούτον, δεν παραγράφεται προ της παρελεύσεως του προς παραγραφήν τούτου οριζομένου χρόνου. Επί τοιούτων αδικημάτων αι πράξεις της ποινικής διαδικασίας αποτελούν λόγον διακοπής της παραγραφής του περιθαρχικού αδικήματος. 4.Η παραγραφή πειθαρχικού αδικήματος διακόπτεται δια της τελέσεως πειθαρχικού αδικήματος σκοπούντος την απόκρυψιν αυτού ή την ματαίωσιν της ένεκα τούτου παραπομπής, εις υπηρεσιακόν πειθαρχικόν συμβούλιον. 5.Παραγραφέν πειθαρχικόν αδίκημα δύναται να ληφθή υπ΄ όψιν κατά την τιμωρίαν ετέρου πειθαρχικού αδικήματος, τον οποίον διεπράχθη προ της παραγραφής εκείνου. 6.Η τελεσίδικος πειθαρχική απόφασις δεν υπόκειται εις παραγραφήν. 7.Αι ποιναί της επιπλήξεως μετά εν έτος, του προστίμου μέχρις αποδοχών ενός μηνός μετά διετίαν, του προστίμου μέχρις αποδοχών δύο μηνών μετά τετραετίαν, του προστίμου μέχρις αποδοχών τριών μηνών μετά πενταετίαν και αι λοιπαί βαρύτεραι τοιαύται, πλήν της οριστικής παύσεως, μετά δεκαετίαν από της επιβολής αυτών, διαγράφονται εκ του ατομικού δελτίου στοιχείων του τιμωρηθέντος υπαλλήλου και δεν λαμβάνονται υπ΄ όψιν δια την κρίσιν αυτού, αν κατά το διάστημα των ως άνω χρονικών ορίων δεν ετιμωρήθη δι΄ οιασδήποτε ποινής. ΄Αρθρον 168 Αυτοτέλεια κολασίμου του πειθαρχικού αδικήματος. Εν περιπτώσει αμνηστίας, αποκαταστάσεως, χάριτος ή καθ’ οιονδήποτε άλλον τρόπον άρσεως του κολασίμου ή άρσεως ή μεταβολής των συνεπειών της ποινικής καταδίκης, δεν αίρεται το πειθαρχικώς κολάσιμον της πράξεως. ΄Αρθρον 169 Σχέσις προαγωγής προς πειθαρχικόν αδίκημα Η προαγωγή του υπαλλήλου δεν αίρει το πειθαρχικώς κολάσιμον αυτού δι΄ αδίκημα προγενέστερον της προαγωγής. 3.Β.β.80 Κατάσταση Δημοτιικών και Κοινοτικών Υπαλλήλων Γ΄ ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΟΣ ΚΟΛΑΣΜΟΣ ΔΙΑ ΠΡΑΞΕΙΣ ΠΡΟ ΤΟΥ ΔΙΟΡΙΣΜΟΥ ΄Αρθρον 170 Πειθαρχικός κολασμός δια πράξεις προ του διορισμού 1.Πράξεις,τελεσθείσαι κατά την διάρκειαν προγενεστέρας του υπαλλήλου εις τον αυτόν ή εις έτερον ΟΤΑ ή το δημόσιον ή εις άλλον νομικόν πρόσωπον δημοσίου δικαίου υπηρεσίας, τιμωρούνται πειθαρχικώς, εάν υπάγωνται είς τινα των περιπτώσεων της παραγράφου 4 του άρθρου 166, δεν παρήλθεν δε ο δι΄αυτάς οριζόμενος κατά το άρθρον 167 χρόνος παραγραφής. Εις την περίπτωσιν ταύτην ο τυχόν εκτός υπηρεσίας χρόνος δεν υπολογίζεται. 2.Τιμωρείται πειθαρχικώς και δύναται να επισύρη και την ποινήν της οριστικής παύσεως η παρά του υπαλλήλου χρήσις,προς επίτευξιν του διορισμού του, βίας, δόλου ή δωροδοκίας. Ο χρόνος της παραγραφής αρχίζει από του διορισμού. Δ΄ ΣΧΕΣΙΣ ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΗΣ ΠΡΟΣ ΠΟΙΝΙΚΗΝ ΔΙΚΗΝ άρθρον 2 του παρόντος ΟΤΑ επί βαθμώ 3ω και άνω, προκειμένου δε περί προαγωγών επί βαθμώ 4ω και άνω. ΄Αρθρον 171 Σχέσις πειθαρχικής προς ποινικήν δίκην 1.Η πειθαρχική δίκη είναι αυτοτελής και ανεξάρτητος πάσης άλλης δίκης. 2.Η ποινική δίκη δεν αναστέλλει την πειθαρχικήν, δύναται όμως ο πειθαρχικός δικαστής δι’ αποφάσεώς του, δυναμένης ελευθέρως να ανακληθή, να διατάξη δι΄εξαιρετικούς λόγους την αναστολήν. 3.Οσάκις εν ποινική αποφάσει, καταστάση αμετακλήτω βεβαιούται ρητώς η ύπαρξις ή ανυπαρξία πραγματικών γεγονότων, γίνονται ταύτα δεκτά εν τη πειθαρχική δίκη ως εν τη ποινική. Ουδόλως όμως κωλύεται εντεύθεν το πειθαρχικόν όργανον να εκδώση αντιθέτως προς την ποινικήν απόφασιν απαλλακτικήν ή καταγνωστικήν. 4.Εκδιδομένης αμετακλήτου ποινικής καταδικαστικής αποφάσεως μετά την πειθαρχικήν επαναλαμβάνεται η ένεκα της αυτής πράξεως πειθαρχική δίωξις, εάν δικαιολογήται κατά την παράγραφον 4 του άρθρου 166 η οριστική παύσις του υπαλλήλου, εκδιδομένης δι’ αμετακλήτου αθωωτικής ποινικής αποφάσεως,επαναλαμβάνεται η πειθαρχική δίκη. Το προς επανάληψιν της πειθαρχικής δίκης δικαίωμα παραγράφεται μετά διετίαν, αφ’ ής καταστή αμετάκλητος η ποινική απόφασις. Ε΄ ΔΕΔΙΚΑΣΜΕΝΟΝ-ΜΗ ΣΥΡΡΟΗ ΠΟΙΝΩΝ ΄Αρθρον 172 Δεδικασμένον-Μη συρροή ποινών 1.Ουδείς διώκεται εκ δευτέρου δια το αυτό πειθαρχικόν αδίκημα. 2.΄Ενεκα του αυτού πειθαρχικού αδικήματος μια ποινή επιβάλλεται. 3.Δια της αυτής πειθαρχικής αποφάσεως μία ποινή επιβάλλεται. ΣΤ΄ΛΗΞΙΣ ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΄Αρθρον 173 Λήξις πειθαρχικής ευθύνης 1.Ο εξ οιουδήποτε λόγου αποβαλών την ιδιότητα του υπαλλήλου δεν διώκεται πειθαρχικώς, η τυχόν όμως αρξαμένη περιθαρχική δίκη συνεχίζεται και μετά την λύσιν της υπαλληλικής σχέσεως, εξαιρουμένης της περιπτώσεως του θανάτου. 2.Η κατά την ανωτέρω παράγραφον εκδιδομένη τυχόν καταγνωστική απόφασις παραμένει ανεκτέλεστος, επιφυλασσομένης της διατάξεως του τελευταίου εδαφίου της παραγράφου 2 του άρθρου
  4. Ζ΄ ΔΙΩΞΙΣ ΚΑΙ ΤΙΜΩΡΗΣΙΣ ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΩΝ ΑΔΙΚΗΜΑΤΩΝ ΄Αρθρον 174 Δίωξις και τιμώρησις πειθαρχικών αδικημάτων. 1.Η δίωξις και τιμώρησις του πειθαρχικού αδικήματος είναι καθήκον του πειθαρχικού δικαστού, παράλειψις του οποίου συνιστά μόνον πειθαρχικόν αδίκημα αυτού. 2.Κατ΄εξαίρεσιν, επί αδικημάτων δικαιολογούντων την ποινήν της επιπλήξεως, η δίωξις απόκειται εις την διακριτικήν εξουσίαν των τεταγμένων προς τούτο οργάνων, τα οποία λαμβάνουν υπ΄όψιν, αφ΄ ενός μεν το συμφέρον της υπηρεσίας, αφετέρου δε την καθόλου εις την υπηρεσίαν και εκτός αυτής διαγωγήν του κρινομένου υπαλλήλου. 3.Ο πειθαρχικός δικαστής έχει διακριτικήν εξουσίαν ως προς την επιμέτρησιν της ποινής, λαμβάνων υπ’ όψιν τα εις την προυηγουμένην παράγραφον κριτήρια. Κατ’ εξαίρεσιν, οσάκις το πειθαρχικόν αδίκημα δικαιολογεί ποινήν ανωτέραν της επιπλήξεως, δεν δύναται ο πειθαρχικός δικαστής να μην επιβάλη ποινήν. Η΄ ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΑΙ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑΙ ΄Αρθρον 175 Πειθαρχικαί δικαιοδοσίαι. Πειθαρχικήν δικαιοδοσίαν ασκούν: α)οι πειθαρχικώς προϊστάμενοι του υπαλλήλου, β)η δημαρχιακή επιτροπή, γ)το κοινοτικόν συμβούλιον, δ)η εκτελεστική επιτροπή του ιδρύματος και το διοικητικόν συμβούλιον του νομικού προσώπου, ε)η διοικούσα επιτροπή των συνδέσμων δήμων και κοινοτήτων, στ)το υπηρεσιακόν πειθαρχικόν συμβούλιον και ζ)το Συμβούλιον της Επικρατείας. ΄Αρθρον
  5. Πειθαρχικώς προϊστάμενοι Πειθαρχικώς προϊστάμενοι είναι: α)ο δήμαρχος επί πάντων των εις την αρμοδιότητα αυτού υπαγομένων υπαλλήλων, β)ο γενικός διευθυντής και ο αναπληρωτής γενικός διευθυντής δήμου επί των υπαγομένων εις την αρμοδιότητα αυτών υπαλλήλων από του 4ου βαθμού και κάτω, γ)ο προϊστάμενος διευθύνσεως ή αυτοτελούς τμήματος ή υπηρεσίας του ΟΤΑ τακτικός ή επί θητεία υπάλληλος αυτού επί των υπ’ αυτόν υπαλλήλων, δ)ο πρόεδρος της κοινότητος, ε)ο πρόεδρος του αδελφάτου του ιδρύματος, στ)ο πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου του δημοτικού ή κοινοτικού νομικού προσώπου, ζ)ο πρόεδρος του συνδέσμου δήμων και κοινοτήτων, η)(Καταργήθηκε από την παρ.29 άρθρ.8 Νόμ.2307/8-15 Ιουν. 1995, ΦΕΚ Α΄ 113, κατωτ. αριθ.103) 2.Η πειθαρχική εξουσία ασκείται επί υπαλλήλων κατωτέρου βαθμού εκείνου του οποίου φέρει ο πειθαρχικώς διώκων. ΄Αρθρονν 177 ΄Αρμοδιότης πειθαρχικώς προϊσταμένων. Οι πειθαρχικώς προϊστάμενοι δύναται να επιβάλλουν την μεν ποινήν της επιπλήξεως πάντες, την δε του προστίμου οι κάτωθι υπό τας εξής διακρίσεις: α)ο δήμαρχος, ο πρόεδρος της κοινότητος, ο πρόεδρος του αδελφάτου του ιδρύματος, ο πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου του δημοτικού ή κοινοτικού νομικού (Αντί για τη σελ.140,443) Σελ.140,443(α) Τέυχος 1246-Σελ.91 Κατάσταση Δημοτιικών και Κοινοτικών Υπαλλήλων 3.Β.β.80 προσώπου και ο πρόεδρος του συνδέσμου δήμων και κοινοτήτων, μέχρι και του ημίσεος των αποδοχών ενός μηνός. β)ο γενικός διευθυντής και ο αναπληρωτής γενικός διευθυντής του δήμου μέχρι και του ενός τρίτου των αποδοχών ενός μηνός. γ)(Καταργήθηκε από την παρ.30 άρθρ.8 Νόμ.2307/8-15 Ιουν.1995,ΦΕΚ Α΄ 113, κατωτ. αριθ.103), δ)Ο προϊστάμενος διευθύνσεως ή αυτοτελούς τμήματος ή υπηρεσίας του ΟΤΑ μέχρι και του ενός έκτου των αποδοχών ενός μηνός. ΄Αρθρον 178 Αμεταβίβαστον αρμοδιότητος πειθαρχικώς προϊσταμένων αυτεπάγγελτος δίωξις 1.Η αρμοδιότης των πειθαρχικώς προϊσταμένων είναι αμεταβίβαστος. 2.Οι πειθαρχικώς προϊστάμενοι επιλαμβάνονται αυτεπαγγέλτως. 3.Αρμόδιος πειθαρχικώς προϊστάμενος είναι εκείνος εις τον οποίον υπήγετο, υφ’ οιανδήποτε υπηρεσιακήν σχέσιν ή κατάστασιν, ο υπάλληλος, κατά τον χρόνον της τελέσεως του αδικήματος. 4.Δια της κλήσεως εις απολογίαν, άρχεται η αυτεπάγγελτος δίκη. 5.Μεταξύ πλειόνων αρμοδίως επιληφθέντων πειθαρχικώς προϊσταμένων, προτιμάται ο πρότερον καλέσας εις απολογίαν. Ούτος υποχρεούται εν πάση περιπτώσει, όπως παραπέμψη την υπόθεσιν εις ανώτερον πειθαρχικώς προϊστάμενον, εφ’ όσον ήθελε ζητηθή παρ’ αυτού, προ της εκδόσεως υπό τούτου πειθαρχικής αποφάσεως. Παραπομπή εις αμέσως ανώτερον πειθαρχικώς προϊστάμενον, δύναται να γίνη και εις ήν περίπτωσιν ο επιληφθείς πειθαρχικώς προϊστάμενος ήθελε κρίνει ότι το αδίκημα επισύρει ποινήν ανωτέραν της αρμοδιότητός του. Ελλείποντος, απόντος ή κωλυομένου του αμέσως ανωτέρου πειθαρχικώς προϊσταμένου, η παραπομπή δύναται να γίνη εις υπέρτερον αυτού πειθαρχικώς προϊστάμενον. 6.(Καταργήθηκε από την παρ.31 άρθρ.8 Νόμ.2307/8-15 Ιουν. 1995, ΦΕΚ Α΄113,κατωτ. αριθ.103) ΄Αρθρον 179 Συλλογικά πειθαρχικά όργανα ΟΤΑ 1.Η δημαρχιακή επιτροπή, το κοινοτικόν συμβούλιον, η εκτελεστική επιτροπή του ιδρύματος, το διοικητικόν συμβούλιον του νομικού προσώπου και η διοικούσα επιτροπή των συνδέσμων δήμων και κοινοτήτων, δύναται να επιβάλλουν την ποινήν της επιπλήξεως και του προστίμου μέχρι και των αποδοχών ενός μηνός. 2.Τα κατά την προηγουμένην παράγραφον πειθαρχικά όργανα κρίνουν μόνον εις πρώτον βαθμόν κατόπιν παραπομπής της υποθέσεως υπό των πειθαρχικώς προϊσταμένων του υπαλλήλου. Η παραπομπή εις την πειθαρχική διαδικασίαν της προηγουμένης παραγράφου επιτρέπεται μόνον υπό των πειθαρχικώς προϊσταμένων της παρ.1 περ. α΄,β΄,ε΄,στ΄ και ζ΄ του άρθρου 176 του παρόντος. ΄Αρθρον 180 Υπηρεσιακόν πειθαρχικόν συμβούλιον 1.Το υπηρεσιακόν πειθαρχικόν συμβούλιον δύναται να επιβάλη οιανδήποτε ποινήν. 2.Τούτο κρίνει εις πρώτον μεν βαθμόν κατόπιν παραπομπής της υποθέσεως, εις δεύτερον δε βαθμόν κατόπιν εφέσεως. Σελ.140,444(α) Τέυχος 1246-Σελ.92 Άρθρον
  6. Συγκρότησις υπηρεσιακών συμβουλίων. 1.Τα μέλη εκάστου υπηρεσιακού συμβουλίου μετά ισαρίθμων αναπληρωματικών ορίζονται επί διετή θητεία αρχομένην από 1 ης Ιανουαρίου δι’ αποφάσεως του αρμοδίου προς συγκροτήσιν αυτών οργάνου, εκδιδομένης εντός του μηνός Δεκεμβρίου του δευτέρου έτους της θητείας των. 2.Διαρκούσης της θητείας δεν επιτρέπεται η αντικατάστασις των προέδρων, μελών και γραμματέων των υπηρεσιακών συμβουλίων, τακτικών τε και αναπληρωματικών, ει μη κατά την αυτήν διαδικασίαν εφ’ όσον συντρέχουν σοβαροί υπηρεσιακοί λόγοι βεβαιούμενοι δια της σχετικής αποφάσεως. 3.Δια της περί συγκροτήσεως των συμβουλίων αποφάσεως ορίζονται οι γραμματείς αυτών μετά των αναπληρωτών των. 4.Εάν τα δημοτικά συμβούλια δεν ήθελον ορίσει τα μέλη και οι δήμαρχοι τα μέλη ή τους γραμματείς των υπηρεσιακών συμβουλίων μέχρι και της εικοστής Δεκεμβρίου, ούτοι ορίζονται υπό του αρμοδίου προς συγκρότησιν του συμβουλίου οργάνου. 3.Β.β.80 Κατάσταση Δημοτικών και Κοινοτικών Υπαλλήλων ΄Αρθρον 181 Συμβούλιον της Επικρατείας Το Συμβούλιον της Επικρατείας κρίνει επί προσφυγών κατ’ αποφάσεων υπηρεσιακών πειθαρχικών συμβουλίων, επιβαλουσών εις πρώτον και τελευταίον βαθμόν οιανδήποτε πειθαρχικήν ποινήν, εις δεύτερον δε βαθμόν τας πειθαρχικάς ποινάς της διακοπής του προς προαγωγήν δικαιώματος, του υποβιβασμού και της οριστικής παύσεως. ΄Αρθρον 182 Συνεκδίκασις πειθαρχικών αδικημάτων 1.Πλείονα πειθαρχικά αδικήματα του αυτού υπαλλήλου διωκόμενα προ της επί τινι τούτων εκδόσεως οριστικής αποφάσεως, δύναται, κατά την κρίσιν του πειθαρχικού δικαστού, να συνεκδικάζωνται, εφ’ όσον ανάγονται εις καθήκοντα υπηρεσιών του αυτού ΟΤΑ. 2.Πλείονες υπάλληλοι διωκόμενοι δια το αυτό αδίκημα ή δια συναφή τοιαύτα δύναται να συνεκδικάζωνται υπό τας προϋποθέσεις της προηγουμένης παραγράφου. 3.Αρμόδιον προς συνεκδίκασιν μεταξύ πλειόνων οργάνων είναι: α)μεταξύ πλειόνων πειθαρχικώς προϊσταμένων ο κατά βαθμόν ανώτερος, επί δε ομοιοβάθμων ο πρότερον επιληφθείς, β)μεταξύ πειθαρχικώς προϊσταμένου και υπηρεσιακού πειθαρχικού συμβουλίου, το υπηρεσιακόν πειθαρχικόν συμβούλιον. Θ΄ ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ Παραπομπή εις υπηρεσιακόν πειθαρχικόν συμβούλιον ΄Αρθρ.183.-«1.Αν τα πειθαρχικά όργανα της παρ.1 του άρθρ.179 κρίνουν ότι το αδίκημα είναι τιμωρητέο με ποινή μεγαλύτερη της αρμοδιότητάς τους, παραπέμπουν την υπόθεση στο υπηρεσιακό πειθαρχικό συμβούλιο» Η μέσα σε « » παρ.1 αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ.32 άρθρ.8 Νόμ.2307/8-15 Ιουν. 1995 (ΦΕΚ Α΄113), κατωτ. αριθ.
  7. 2.Το κατ’ εφαρμογήν των διατάξεων της παραγράφου 2 του άρθρ.155 διατυπούμενον ερώτημα προς το υπηρεσιακόν πειθαρχικόν συμβούλιον, περί θέσεως υπαλλήλου εις αργίαν, επέχει θέσιν παραπεμπτηρίου εγγράφου, κατά την παράγραφον 5 του άρθρου 184, δια το πειθαρχικόν αδίκημα εις το οποίον αναφέρεται η αργία. Καθ’ υπαλλήλου τεθέντος εις αργίαν κατά το άρθρον 154, λόγω ποινικής διώξεως ή καταδίκης και μη επανερχομένου είτα εις ενέργειαν, γίνεται υποχρεωτικώς η παραπομπή δια τας πράξεις ένεκα των οποίων ποινικώς εδιώχθη ή κατεδικάσθη εφ΄ όσον τούτο δεν είχε γίνει προ ή μετά την διάρκειαν της εις αργίαν θέσεώς του. 3.Β.β.80 Κατάσταση Δημοτιικών και Κοινοτικών Υπαλλήλων ΄Αρθρον 184 Συνέπειαι παραπομπής 1.Η έκδοσις του κατά το άρθρον 183 παραπεμπτηρίου εγγράφου καταργεί την μήπω περατωθείσαν δι’ οριστικής αποφάσεως αυτεπάγγελτον δίκην. 2.Η έκδοσις οριστικής αποφάσεως επί τινι αδικήματι είτε υπό μονομελούς είτε υπό πολυμελούς δικαιοδοσίας, καθιστά απαράδεκτον την κατά το άρθρον 188 παραπομπήν. 3.Γενομένη παραπομπή δεν ανακαλείται. 4.Εν τω παραπεμπτηρίω εγγράφω δέον να μνημονεύωνται τα συνιστώντα το διωκόμενον παράπτωμα πραγματικά περιστατικά, ως και τα υπάρχοντα στοιχεία, άτινα πιθανολογούν την ενοχήν του υπαλλήλου. 5.Το παραπεμπτήριον έγγραφον κοινοποιείται εις τον διωκόμενον και αποστέλλεται μετά του φακέλλου της υποθέσεως, ως και ολοκλήρου του ατομικού φεκέλλου του υπαλλήλου, εις τον γραμματέα του υπηρεσιακού πειθαρχικού συμβουλίου. ΄Αρθρον 185 Προνάκρισις 1.Η προανάκρισις συνίσταται εις προκαταρκτικήν άτυπον συλλογήν και καταγραφήν πληροφοριών και στοιχείων περί του εικαζομένου πειθαρχικού αδικήματος και των συνθηκών, υπό τας οποίας ετελέσθη τούτο. 2.Προανάκρισιν δύναται να ενεργήση πας πειθαρχικώς προϊστάμενος του υπαλλήλου. 3.Εάν εκ των συγκεντρωθέντων στοιχείων κρίνη ο ενεργών την προανάκρισιν, ότι δεν συντρέχει περίπτωσις πειθαρχικής διώξεως, τερματίζει ταύτην δι΄ ητιολογημένης εκθέσεως. Τούτο δεν κωλύει την υπό άλλου πειθαρχικώς προϊσταμένου ενέργειαν προανακρίσεως. Εάν εκ των συγκεντρωθέντων στοιχείων κρίνη ο ενεργών την προανάκρισιν ότι προκύπτει πειθαρχικό αδίκημα τιμωρητέον δια των ποινών της αρμοδιότητός του, καλεί τον υπάλληλον εις απολογίαν κατά το άρθρον 194 εάν δε κρίνη, ότι δικαιολογείται η επιβολή ποινής βαρυτέρας, ενεργεί κατά τα εν άρθρω 192 οριζόμενα: Εάν τέλος κρίνη ότι το αδίκημα χρήζει περαιτέρω ερεύνης, προβαίνει εις την ενέργειαν ανακρίσεως. ΄Αρθρον 186 Ανάκρισις 1.Την ανάκρισιν διεξάγει: α)επί μονομελούς δικαιοδοσίας αυτός ο επιληφθείς πειθαρχικώς προϊστάμενος ή άλλος τις υπ’ αυτού οριζόμενος υπάλληλος, β)επί υπηρεσιακού πειθαρχικού συμβουλίου ο υπό τούτου οριζόμενος υπάλληλος είτε μέλος αυτού είτε άλλος τις. Εις πάσαν περίπτωσιν εκείνος ο οποίος θα ενεργήση την ανάκρισιν, πρέπει να είναι τουλάχιστον ομοιόβαθμος αλλ’ αρχαιότερος του διωκομένου, εκτός εάν την ανάκρισιν ενεργή υπάλληλος ετέρου κλάδου. 2.Δεν δύνανται να διεξαγάγουν ανάκρισιν: α)εκείνοι κατά των οποίων τυχόν εστρέφετο το αδίκημα, β)οι ασκήσαντες την πειθαρχικήν αρμοδιότητά των δια το υπό κρίσιν αδίκημα πειθαρχικώς προϊστάμενοι και γ)οι κατ΄ ευθείαν γραμμήν εξ αίματος συγγενείς του διωκομένου υπαλλήλου ή εκ πλαγίου μέχρι και του τετάρτου βαθμού και ο σύζυγος ή εξ αγχιστείας συγγενής μέχρι και του δευτέρου βαθμού. Ο εγκαλούμενος δικαιούται εφ΄ άπαξ και το βραδύτερον εντός διημέρου από της κλήσεως προς εξέτασιν υπό του ανακριτού να ζητήση την εξαίρεσιν αυτού από του έργου της ανακρίσεως δι΄ εγγράφου αιτήσεως, εις την οποίαν πρέπει να εκτίθενται οι λόγοι της εξαιρέσεως, επισυνάπτονται δε και τα τυχόν υπάρχοντα αποδεικτικά στοιχεία. Επί της αιτήσεως αποφαίνεται οριστικώς και τελεσιδίκως το υπηρεσιακόν πειθαρχικόν συμβούλιον άνευ συμμετοχής του μέλους εις το οποίον τυχόν είχον ανατεθή τα ανακριτικά καθήκοντα. Το μέλος τούτο αναπληρούνται νομίμως. Εάν η αίτησις γίνη δεκτή, αι υπό του εξαιρεθέντος ενεργηθείσαι ανακριτικαί πράξεις είναι άκυροι και δεν δύναται να τεθούν εις τον φάκελλον της υποθέσεως. 3.Ο διεξάγων την ανάκρισιν ενεργεί τας εις την έδραν του ανακριτικάς πράξεις αυτοπροσώπως ή δι΄ υφισταμένου υπαλλήλου, κατ΄ ανάλογον εφαρμογήν της περ. β΄ της παραγράφου 1, δικαιούται δε να ζητήση από πάσαν διοικητικήν αρχήν ή ειρηνοδίκην ή ειδικόν πταισματοδίκην την εις την έδραν αυτού ενέργειαν ανακριτικής τινός πράξεως. Ενέργειαν ανακριτικών πράξεων εκτός έδρας δύναται να ζητήση και παρά τινός των αρμοδίων κατά τόπον διοικητικών αρχών, των δικαιουμένων να μετακινηθούν ή να διατάξουν μετακίνησιν υπαλλήλου λόγω υπηρεσίας. 4.Κατά την διαδικασίαν ενώπιον του υπηρεσιακού πειθαρχικού συμβουλίου κρίνοντος εις πρώτον βαθμόν και επί εφέσει, η ανάκρισις είναι υποχεωτική, πλήν εάν η τυχόν προηγηθείσα κρίνεται ως επαρκής. 5.Η ανάκρισις είναι μυστική. 6.Η ανάκρισις δύναται να επεκταθή εις την έρευνα και άλλων αδικημάτων του αυτού υπαλλήλου, δια τα οποία προκύπτουν στοιχεία κατά την πορεία αυτής. 7.Καθήκοντα γραμματέως της ανακρίσεως εκτελεί ο υπό του διεξάγοντος ταύτην οριζόμενος υπάλληλος. ΄Αρθρον 187 Ανακριτικαί πράξεις 1.Ανακριτικαί πράξεις είναι: α)αυτοψία. β)εξέτασις μαρτύρων. γ)πραγματογνωμοσύνη και δ)εξέτασις του διωκομένου. 2.Δεν δύναται να είναι αντικείμενον ανακριτικής πράξεως: α)απόρρητον της υπηρεσίας εφ’ όσον δεν συναινεί ή αρμοδία αρχή και β)νόμω επαγγελματικόν απόρρητον. 3.Περί της ανακριτικής πράξεως συντάσσεται έκθεσις υπογραφομένη υπό πάντων των συμπραξάντων ή μνημονεύουσα την τυχόν άγνοιαν γραμμάτων ή άρνησιν υπογραφής τινος. ΄Αρθρον 188 Αυτοψία εγγράφων 1.Η αυτοψία δημοσίων εγγράφων ή ιδιωτικών κατατεθειμένων εις δημόσιαν αρχήν ενεργείται εις το γραφείον όπου ταύτα φυλάσσονται. 2.΄Εγγραφα κατεχόμενα υπό ιδιώτου παραδίδονται εις τον ενεργούντα την ανάκρισιν, αποδίδονται δε υποχρεωτικώς ευθύς μετά το πέρας της πειθαρχικής δίκης. 3.Ο ενεργών την ανάκρισιν υποχρεούται κατόπιν αιτήσεως του ιδιώτου να χορηγήση ατελώς, πλήν της αποδείξεως, επίσημον αντίγραφον των παραληφθέντων εγγράφων ή αποσπασμάτων. Εάν πρόκειται περί εγγράφων αναγκαιούντων εις τον ιδιώτην προς εξυπηρέτησιν ιδίου συμφέροντος, ταύτα ανακοινούνται εις τον ενεργούντα την ανάκρισιν εις τον τόπον όπου ταύτα ευρίσκονται. Η άρνησις της παραδόσεως ή ανακοινώσεως συνιστά πλημμέλημα. ΄Αρθρον 189 Μάρτυρες. 1.Οι μάρτυρες εξετάζονται ενόρκως κατά τας οικείας διατάξεις της Ποινικής Δικονομίας εις τον τόπον της κατοικίας ή διαμονής των. 2.Η μη εμφάνισις ή άρνησις καταθέσεως του μάρτυρος άνευ ευλόγου αιτίας αποτελεί πλημμέλημα. Εύλογος αιτία θεωρείται και η μετά του διωκομένου συγγένεια του μάρτυρος εις ευθείαν γραμμήν ή μέχρι και του δευτέρου εκ πλαγίου βαθμού. 3.Η εξέτασις των παρά του διωκομένου υπαλλήλου προσαγομένων μαρτύρων πέραν των πέντε, απόκειται εις την κρίσιν της δικαιοδοτούσης αρχής. (Αντί για τη σελ.140,445) Σελ.140,445(α) Τέυχος 1246-Σελ.93 Κατάσταση Δημοτιικών και Κοινοτικών Υπαλλήλων 3.Β.β.80 Άρθρον
  8. Λειτουργία υπηρεσιακών συμβουλίων 1.Έκαστον υπηρεσιακόν συμβούλιον αποτελεί ιδίαν αρχήν. 2.Τα υπηρεσιακά συμβούλια γνωμοδοτούν ή αποφασίζουν εις τας υπό του νόμου οριζομένας περιπτώσεις, κατόπιν εγγράφου ερωτήματος απευθυνομένου προς αυτά υπό του κατά περίπτωσιν αρμοδίου οργάνου. 3.Τα υπηρεσιακά συμβούλια συνεδριάζουν του ΄Αρθρον 190 Πραγματογνώμονες Πραγματογνώμονες ορίζονται υπάλληλοι ΟΤΑ, δημόσιοι υπάλληλοι και αξιωματικοί του, κατά ξηράν, θάλασσαν και αέρα στρατού, της χωροφυλακής ή της αστυνομίας, ορκίζονται δε προ της εκτελέσεως πραγματογνωμοσύνης κατά τας οικείας διατάξεις της Ποινικής Δικονομίας. ΄Αρθρον 191 Εξέτασις διωκομένου 1.Κατά την ανάκρισιν, δέον να καλείται οπωσδήποτε προς εξέτασιν ο διωκόμενος.Η μή προσέλευσις τούτου ή άρνησις προς εξέτασιν δεν κωλύει την πρόδοδν της ανακρίσεως. 2.Παράστασις ή συμπαράστασις πληρεξουσίου απαγορεύεται. Εκτίμησης βαρύτητας του αδικήματος. «΄Αρθρ.192.-Σε αυτεπάγγελτη δίωξη τα πειθαρχικά όργανα της παρ.1 του άρθρ.179 μετά το τέλος της προανάκρισης ή της ανάκρισης ενεργούν σύμφωνα με όσα ορίζονται στην παρ.1 του άρθρ.183 του νόμου αυτού. Ο πειθαρχικός προϊστάμενος, που έχει επιληφθεί της υπόθεσης σε οποιοδήποτε στάδιο των ανακρίσεων ενεργεί σύμφωνα με όσα ορίζονται στο εδάφ. β΄ της παρ.5 του άρθρ.178, αν κατά την κρίση του το εικαζόμενο αδίκημα επιφέρει ποινή μεγαλύτερη της αρμοδιότητάς του». Το άρθρ.192 αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ.33 άρθρ.8 Νόμ.2307/8-15 Ιουν.1995 (ΦΕΚ Α΄113), κατωτ. αριθ.
  9. ΄Αρθρον 193 Ενέργειαι μετά την ανάκρισιν 1.Ο κατά το άρθρον 186 διεξάγων την ανάκρισιν πειθαρχικώς προϊστάμενος, εφ’ όσον δεν συντρέχει η περίπτωσις του προηγουμένου άρθρου, προβαίνει μετά το πέρας της ανακρίσεως, είτε εις την κλήσιν προς απολογίαν του διωκομένου, είτε εις την άνευ ταύτης έκδοσιν απαλλακτικής αποφάσεως.Ο ενεργήσας ανάκρισιν κατ’ εντολήν πειθαρχικώς προϊσταμένου υποβάλλει εις τούτον, μετά το πέρας της ανακρίσεως, τον φάκελλον αυτής μετά του πορίσματος του. 2.Ο ενεργήσας ανάκρισιν κατ΄ εντολήν υπηρεσιακού πειθαρχικού συμβουλίου, υποβάλλει εις τούτο μετά το πέρας της ανακρίσεως, τον φάκελλον αυτής μετά του πορίσματός του. 3.Ο πρόεδρος του υπηρεσιακού πειθαρχικού συμβουλίου, μετά την υποβολήν του πορίσματος, δύναται να ορίση ως εισηγητήν της υποθέσεως έν εκ των μελών του συμβουλίου, εις τον οποίον διαβιβάζει τον σχηματισθέντα φάκελλον. 4.Εισηγητήν κατά την προηγουμένην πράγραφον δύναται να ορίση ο πρόεδρος και άμα τη λήψει του κατά τα άρθρα 183 και 184 παραπεμπτηρίου εγγράφου. 5.Εάν ο πρόεδρος κρίνη ότι η υπόθεσις είναι ώριμος προς συζήτησιν, εισάγει ταύτην ενώπιον του υπηρεσιακού πειθαρχικού συμβουλίου, ίνα τούτο αποφασίση είτε την κλήσιν εις απολογίαν του διωκομένου, είτε την άνευ ταύτης απαλλαγήν αυτού. Σελ.140,446(α) Τέυχος 1246-Σελ.94 Ι΄ ΑΠΟΛΟΓΙΑ ΄Αρθρον 194 Κλήσις διωκομένου εις απολογίαν 1.Αι πρωτόδικοι καταγνωστικαί αποφάσεις εκδίδονται μετά κλήσιν του υπαλλήλου εις απολογίαν. Η μη εμπρόθεσμος υποβολή της απολογίας, δια την οποίαν η κλήσις επεδόθη αποδεδειγμένως, δεν κωλύει την έκδοσιν της αποφάσεως, αλλά και η εκπροθέσμως υποβληθείσα προ της εκδόσεως της αποφάσεως λαμβάνεται υπ΄όψιν. Επί παραπομπής, κατά την παράγραφον 5 του άρθρου 178 μετά την κλήσιν εις απολογίαν του διωκομένου υπαλλήλου, δεν απαιτείται νέα κλήσις εις απολογίαν. 2.Η εξέτασις του διωκομένου κατά το στάδιον της ανακρίσεως δεν αναπληρώνει την κλήσιν εις απολογίαν.
  10. Η ενώπιον δικαιοδοτούντος οργάνου προσέλευσις του διωκομένου και απολογία αυτού δύναται, κατά την κρίσιν του οργάνου να καλύψη την παράλειψιν της κλήσεως εις απολογίαν. 4.Μετά την κλήσιν εις απολογίαν η υπόθεσις δέον να περατωθή δι’ αποφάσεως. 5.Η κλήσις εις απολογίαν καθορίζει σαφώς το αποδιδόμενον πειθαρχικόν αδίκημα και τάσσει εύλογον προθεσμίαν προς απολογίαν, πάντως όχι βραχύτεραν του 48ώρου, εάν καλή πειθαρχικώς προϊστάμενος, πέντε δε ημερών, εάν καλή πολυμελής δικαιοδοσία. Κατόπιν ητιολογημένης εγγράφου αιτήσεως του καλουμένου δύναται να παραταθή ή προς απολογίαν προθεσμία εφ΄ άπαξ μέχρι του τριπλασίου της ταχθείσης. 6.Η κλήσις εις απολογίαν επιδίδεται δια οργάνου ΟΤΑ ή δημοσίου εις χείρας ή την κατοικίαν του υπαλλήλου. Περί της επιδόσεως ταύτης συντάσσεται αποδεικτικόν. Εις περίπτωσιν αρνήσεως παραλαβής ο επιδίδων συντάσσει πράξιν βεβαιούσαν την άρνησιν. Αγνοουμένης της διαμονής, η κλήσις τοιχοκολλάται εις το κατάστημα της υπηρεσίας του υπαλλήλου, συντασσομένου πρωτοκόλλου το οποίον υπογράφεται υπό δύο μαρτύρων. ΄Αρθρον 195 Απολογία 1.Η απολογία υποβάλλεται εγγράφως. Κατ΄ εξαίρεσιν δι΄ εύλογον αιτίαν δύναται να επιτραπή υπό του καλούντος προφορική τοιαύτη κατόπιν αιτήσεως του υπαλλήλου, οπότε συντάσσεται πρωτόκολλον ενώπιον του καλούντος ή του υπ’ αυτού οριζομένου υπαλλήλου. 2.Η έγγραφος απολογία παραδίδεται επί αποδείξει εις χείρας του καλούντος ή διαβιβάζεται εις αυτόν δια δημοσίας αρχής ή ταχυδρομικώς επί συστάσει. Εις την περίπτωσιν ταύτην το εμπρόθεσμον της υποβολής κρίνεται εκ του χρόνου της καταθέσεως εις την δημοσίαν αρχήν ή της ταχυδρομήσεως. 3.Προ πάσης απολογίας δικαιούται ο υπάλληλος να λάβη γνώσιν της σχηματισθείσης δικογραφίας. Περί τούτου συντάσσεται πράξις, η οποία υπογράφεται υπό του υπαλλήλου του τηρούντος τον φάκελλον και υπό του λαβόντος γνώσιν αυτού, ή εν αρνήσει του δευτέρου, υπό μόνον του πρώτου. Ο εδρεύων εκτός έδρας του καλούντος υπάλληλος δικαιούται να λάβη γνώσιν της δικογραφίας, είτε δι΄αποστολής του φακέλλου εις δημοσίαν αρχήν ή εις αρχήν ΟΤΑ, εφ΄ όσον τούτο θεωρείται σκόπιμον υπό της διωκούσης αρχής, είτε δια χορηγήσεως αδείας εις τον διωκόμενον υπάλληλον, εάν αι υπηρεσιακαί ανάγκαι επιτρέπουν τούτο, είτε εν αδυναμία των δύο τούτων λύσεων, δι΄ εκπροσώπου δημοσίου υπαλλήλου ή υπαλλήλου (ΟΤΑ εξουσιοδοτουμένου εγγράφως προς τούτο υπό του διωκομένου ή κατ΄ αίτησιν αυτού υπό της διωκούσης αρχής. 4.Ο καλούμενος εις απολογίαν δικαιούται να ζητήση δια της απολογίας του εύλογον προθεσμίαν δια την υποβολήν εγγράφων στοιχείων, ή παροχή της οποίας απόκειται εις την κρίσιν του καλούντος. 3.Β.β.80 Κατάσταση Δημοτιικών και Κοινοτικών Υπαλλήλων ΙΑ΄ ΕΚΔΙΚΑΣΙΣ ΄Αρθρον 196 Προσδιορισμός δικασίμου-Αυτοπρόσωπος παράστασις 1.Μετά την υποβολήν της απολογίας ή την περέλευσιν της προς τούτο προθεσμίας ο πρόεδρος του υπηρεσιακού πειθαρχικού συμβουλίου, δια πράξεώς του προσδιορίζει την ημέραν της δίκης, ανακοινουμένην εγκαίρως, πάντως όμως τουλάχιστον προ 48 ωρών, εις τον εγκαλούμενον δι’εγγράφου. 2.Το υπηρεσιακόν πειθαρχικόν συμβούλιον δικαιούται να απαιτήση την ενώπιον αυτού ατοπρόσωπον παράστασιν του διωκουμένου υπαλλήλου. Το αυτό δικαίωμα έχει και ο διωκόμενος υπάλληλος. 3.Εις ήν περίπτωσιν το υπηρεσιακόν πειθαρχικόν συμβούλιον κρίνει αναγκαίαν την συμπλήρωσιν της ανακρίσεως ή την προφορικήν υποστήριξιν της απολογίας, δύναται να αποφασίση την αναβολήν της δίκης. 4.Αναβληθείσης της δίκης, ο πρόεδρος προσδιορίζει άλλην δι.κάσιμον η οποία ανακοινούται εγκαίρως, ως άνω εις τον εγκαλούμενον. 5.Η παράστασις ή συμπαράστασις πληρεξουσίου απαγορεύεται. 6.Η εις την δίκην προσέλευσις του εγκαλουμένου αποτελεί νόμιμον λόγον χορηγήσεως εις αυτόν αναλόγου αδείας απουσίας. ΄Αρθρον 197 Κοινοποίησις εις διωκόμενον Πάσα πρόσκλησις ή ειδοποίησις του εγκαλουμένου κοινοποιείται εις αυτόν κατά την διάταξιν της παραγράφου 6 του άρθρου
  11. ΄Αρθρον 198 Εξαίρεσις και κωλύματα μελών υπηρεσιακού πειθαρχικού συμβουλίου 1.Του υπηρεσιακού πειθαρχικού συμβουλίου εξαιρούνται οι κατά το άρθρον 186 παρ.2 μη δικαιούμενοι να διεξαγάγουν ανάκρισιν. 2.Ο εγκαλούμενος δύναται να ζητήση εφ’άπαξ την εξαίρεσιν δύο κατ’ ανώτατον όριον μελών του υπηρεσιακού πειθαρχικού συμβουλίου. Επί της αιτήσεως ταύτης, η οποία πρέπει να υποβάλλεται εγγράφως εις τον πρόεδρον του υπηρεσιακού πειθαρχικού συμβουλίου δύο τουλάχιστον ημέρας προ της συζητήσεως της υποθέσεως, να είναι ητιολογημένη και να συνοδεύεται υπό των υπαρχόντων τυχόν δικαιολογητικών, αποφαίνεται κατά πλειοψηφίαν οριστικώς και τελεσιδίκως το υπηρεσιακόν πειθαρχικόν συμβούλιον, συντιθέμενον εκ των λοιπών μελών αυτού, δι’ ητιολογημένης αποφάσεως καταχωριζομένης εις τα πρακτικά. Τα μέλη υπέρ της εξαιρέσεως των οποίων απεφάνθη το συμβούλιον αντικαθίστανται υπό των αναπληρωτών των. 3.Η ενέργεια της ανακρίσεως κωλύει την συμμετοχήν του ενεργήσαντος αυτήν εις την σύνθεσιν του υπηρεσιακού πειθαρχικού συμβουλίου. 4.Εις την περίπτωσιν της παραγράφου 4 του άρθρου 171 αποκλείεται του έργου της ανακρίσεως ή της συμμετοχής εις το υπηρεσιακόν πειθαρχικόν συμβούλιον ο ενεργήσας την ανάκρισιν ή συμμετασχών εις το υπηρεσιακόν πειθαρχικόν συμβούλιον κατά την πρώτην δίκην. ΄Αρθρον 199 Εκτίμησις αποδείξεων 1.Ο πειθαρχικός δικαστής εκτιμά τας προσαχθείσας αποδείξεις κατ΄ ελευθέραν κρίσιν. 2.Ο πειθαρχικός δικαστής δύναται προς μόρφωσιν της κρίσεώς του να λάβη υπ’όψιν και αποδεικτικά στοιχεία μη προκύπτοντα εκ της πειθαρχικής διαδικασίας, αλλ’ εξ άλλης διαδικασίας νομίμως συνεστημένης, εφ’όσον έλαβε γνώσιν τούτων ο διωκόμενος. 3.Αδικήματα, δια τα οποία ο διωκόμενος δεν εκλήθη εις απολογίαν, δεν δύναται να αποτελέσουν αντικείμενον της δίκης. 4.Η απόφασις, δέον να στηρίζεται επί αποδεδειγμένων πραγματικών γεγονότων και όχι απλών υπονοιών και να είναι ητιολογημένη τόσον δια την διαπίστωσιν της ενοχής, όσον και δια την επιβολήν ή επιμέτρησιν της ποινής.
  12. Εις την περίπτωσιν της επαναλήψεως της δίκης κατά την παράγρ.4 του άρθρου 171 δύναται αλλά δεν υποχρεούται, το υπηρεσιακόν πειθαρχικόν συμβούλιον να προβή εις νέαν εξέτασιν του πραγματικού μέρους της υποθέσεως να διατάξη ανάκρισιν και νέαν κλήσιν εις απολογίαν, ως και να λάβη υπ’ όψιν νέους πραγματικούς ισχυρισμούς και νέας αποδείξεις. ΄Αρθρον 200 Τέλη σημάνσεως εγγράφων πειθαρχικής διαδικασίας 1.Τα τέλη σημάνσεως καταλογίζονται εις βάρος του τιμωρηθέντος υπαλλήλου δια της οριστικής αποφάσεως. 2.Εις περίπτωσιν μερικής απορρίψεως της εφέσεως του πρωτοδίκως τιμωρηθέντος υπαλλήλου, το υπηρεσιακόν πειθαρχικόν συμβούλιον καταλογίζει εις βάρος αυτού μέρος μόνον των τελών της δίκης. 3.Εις περίπτωσιν κατά την οποίαν διετάχθη πραγματογνωμοσύνη, αι αμοιβαί των πραγματογνωμόνων εκκαθαρίζονται υπό του πειθαρχικού οργάνου και καταβάλλονται παρά του οικείου ΟΤΑ κατά τας διατάξεις περί λογιστικού των ΟΤΑ, καταλογίζονται δε εις βάρος του τιμωρηθέντος υπαλλήλου, εν όλω ή εν μέρει, κατά την κρίσιν του συμβουλίου, δια της οριστικής αποφάσεως. άρθρου 5 εν τω καταστήματι της οικείας νομαρχίας, του άρθρου 6 εν τω καταστήματι του οικείου δήμου και του άρθρου 7 εν τω καταστήματι του Υπουργείου Εσωτερικών. 4.Το συμβούλιον συνέρχεται τη προσκλήσει και υπό την προεδρίαν του προέδρου τούτου, όστις καταρτίζει την ημερησίαν διάταξιν των προς συζήτησιν θεμάτων και ορίζει εισηγητάς εκ των μελών του συμβουλίου. Εν τη προσκλήσει αναγράφονται τα προς συζήτησιν θέματα και οι εισηγηταί τούτων. Η πρόσκλησις επιδίδεται εις τα μέλη τρεις τουλάχιστον πλήρεις ημέρας προ της συνεδριάσεως. Ωσαύτως, ο Πρόεδρος μεριμνά εγκαίρως, προ της εις το συμβούλιον εισαγωγής θέματος, δια την συγκέντρωσιν πάντων των στοιχείων, των αναγκαιούντων προς μόρφωσιν ασφαλούς γνώμης, των οικείων οργανισμών υποχρεουμένων να υποβάλουν εγκαίρως πλήρη φάκελλον της υποθέσεως. 5.Τα θέματα της ημερησίας διατάξεως καταχωρίζονται εις τα πρακτικά της συνεδριάσεως και συζητούνται κατά την εν αυτή οριζομένην σειράν αυτών. Μεταβολή της σειράς ή προσθήκη ετέρου θέματος επιτρέπεται κατόπιν αποφάσεως του συμβουλίου αναφερομένης εις τα πρακτικά. 6.Η εις το συμβούλιον συμμετοχή αναπληρωματικού μέλους επιτρέπεται μόνον εν περιπτώσει απουσίας ή κωλύματος του τακτικού, γενομένης ρητής μνείας εις τα πρακτικά. 7.Εν περιπτώσει απουσίας του προέδρου ή του αναπληρωτού αυτού του συμβουλίου προεδρεύει του μεν άρθρου 7 ο αναπληρωτής γενικός διευθυντής τοπικής αυτοδιοικήσεως του Υπουργείου Εσωτερικών και τούτου απόντος ή κωλυομένου, ο κατά βαθμόν ανώτερος και επί ισοβάθμων ο αρχαιότερος, των δε άρθρων 5 και 6 ο κατά βαθμόν ανώτερος και επί ισοβάθμων ο αρχαιότερος. Εις πάσαν περίπτωσιν τηρείται το προβάδισμα των κλάδων. 8.Τα συμβούλια συνεδριάζουν τα μεν επταμελή παρόντων πέντε τουλάχιστον μελών, τα δε πενταμελή παρόντων τριών τουλάχιστον μελών. Δια την λήψιν αποφάσεων ή έκδοσιν γνωμοδοτήσεως απαιτείται δια πάσαν περίπτωσιν απόλυτος πλειοψηφία των παρόντων. Εν ισοψηφία επικρατεί η ψήφος του προέδρου. 9.Του συμβουλίου δεν δύναται να μετάσχουν νεώτεροι ή κατώτεροι του κρινομένου, εφ’ όσον υπηρετούν εις τον αυτόν οργανισμόν μετά του κρινομένου. Εις την περίπτωσιν ταύτην ως και εις την περίπτωσιν κωλύματος, κατά το άρθρον 99 μελών του συμβουλίου, τούτο συνεδριάζει νομίμως δια των υπολοίπων μελών αυτού κατά τα λοιπά εφαρμοζομένων των εις την προηγουμένην παράγραφον οριζομένων. ΄Αρθρον
  13. Πειθαρχική απόφασις 1.Πάσα πειθαρχική απόφασις εκδίδεται εγγράφως. 2.Εις την απόφασιν μνημονεύεται: α)Ο τόπος και ο χρόνος της εκδόσεως, β)το όνομα, ο τίτλος και ο βαθμός των δικασάντων, γ)το όνομα, ο τίτλος και ο βαθμός του κριθέντος, δ)το αποδιδόμενον πειθαρχικόν αδίκημα, ο χρόνος και ο τόπος της τελέσεως αυτού, ε)η απολογία και η τυχόν προφορική ταύτης υποστήριξις ή η μη υποβολή απολογίας, και η κλήσις ή μη κλήσις εις προφορικήν ανάπτυξιν της απολογίας στ)η αιτιολογία της αποφάσεως, ζ)αν ελήφθη ομοφώνως ή κατά πλειοψηφίαν, προκειμένου περί πολυμελούς δικαιοδοσίας και η)η αθώωσις του κριθέντος ή η επιβαλλομένη ποινή. Το υπό στοιχείον ε΄ μέρος της αποφάσεως μνημονεύεται περιληπτικώς. 3.Η πειθαρχική απόφασις, εάν μεν εκδίδεται υπό πειθαρχικώς προϊσταμένου, υπογράφεται υπό τούτου, άλλως υπό του προέδρου και του γραμματέως του συμβουλίου. 4.Η πειθαρχική απόφασις κοινοποιείται εν αντιγράφω εις τον κριθέντα προσέτι δε, αι μεν των πειθαρχικώς προϊσταμένων και των πειθαρχικών οργάνων της παρ.1 του άρθρου 176 εις τους δικαιουμένους προς άσκησιν ενδίκου μέσου υπερ των ΟΤΑ, αι δε των υπηρεσιακών πειθαρχικών συμβουλίων εις τον εκδόσαντα το παραπεμπτήριον έγγραφον. 5.Η κατά την προηγουμένην παράγραφον κοινοποίησις της αποφάσεως εις τον κριθέντα ενεργείται κατά τα εν άρθρω 194 παρ.6 οριζόμενα. 6.Ανάκλησις εκδοθείσης πειθαρχικής αποφάσεως δεν επιτρέπεται. ΙΒ΄ ΕΝΔΙΚΑ ΜΕΣΑ ΄Αρθρον
  14. ΄Εφεσις 1.Εις έφεσιν υπόκεινται αι πειθαρχικαί αποφάσεις: α)των πειθαρχικώς προϊσταμένων, και β)των πειθαρχικών οργάνων της παρ.1 του άρθρου
  15. 2.Εις άσκησιν εφέσεως δικαιούται: α)o τιμωρηθείς υπάλληλος,και «β) το αρμόδιο για το διορισμό όργανο του οικείου Ο.Τ.Α. στο οποίο κοινοποιείται υποχρεωτικά η απόφαση.Στην περίπτωση αυτή η (Αντί για τη σελ.140,447) Σελ.140,447(α) Τέυχος 1246-Σελ.95 Κατάσταση Δημοτιικών και Κοινοτικών Υπαλλήλων 3.Β.β.80 έφεση γίνεται και κατά των απαλλακτικών πειθαρχικών αποφάσεων». Η μέσα σε « » περίπτ. β΄αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ.34 άρθρ.8 Νόμ.2307/815 Ιουν. 1995 (ΦΕΚ Α΄113), κατωτ. αριθ.
  16. 3.Η έφεσις ασκείται εις πάσαν περίπτωσιν ενώπιον του οικείου υπηρεσιακού πειθαρχικού συμβουλίου (Η κατά πειθαρχικής αποφάσεως του νομάρχου έφεσις ασκείται ενώπιον του Υπουργού Εσωτερικών, αποκλειομένης της προσφυγής του άρθρου 8 του Νόμου 3200/1955 «περί διοικητικής αποκεντρώσεως»). Το μέσα σε ( ) δεύτερο εδάφιο καταργήθηκε από την παρ.35 άρθρ.8 Νομ.2307/8-15 Ιουν.1995 (ΦΕΚ Α΄113), κατωτ. αριθ.
  17. «4.Η έφεση ασκείται από τον τιμωρηθέντα μέσα σε 15 ημέρες από την κοινοποίηση της απόφασης σε αυτήν και από το αρμόδιο για το διορισμό όργανο από την περιέλευση της απόφασης σε αυτό». Η μέσα σε « » παρ.4 αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ.36 άρθρ.8 Νόμ.2307/8-15 Ιουν. 1995 (ΦΕΚ Α΄113), κατωτ.αριθ.
  18. 5.Η προς έφεσιν προθεσμία παρατείνεται, λόγω μεν αποστάσεως κατά δέκα έτι ημέρας δια τους εις την ημεδαπήν και κατά εξήκοντα δια τους εις την αλλοδαπήν εδρεύοντας ή διαμένοντας, λόγω δε κωλύματος εξ ανωτέρας βίας κατά την κρίσιν του πειθαρχικού οργάνου,προς το οποίον απευθύνεται η έφεσις και πάντως ουχί πέραν των δέκα πέντε ημερών αφ’ ης παρήλθε το κώλυμα. «6.Το υπηρεσιακό πειθαρχικό συμβούλιο, όταν κρίνει την έφεση: α)του υπαλλήλου που τιμωρήθηκε, δεν μπορεί να καταστήσει χειρότερη τη θέση του και β)του αρμόδιου για το διορισμό οργάνου του οικείου Ο.Τ.Α. δεν μπορεί να επιβάλει ποινή ελαφρύτερη από εκείνη που επιβλήθηκε. Σε περίπτωση που ασκηθούν εφέσεις και από τους δύο ανωτέρω, το υπηρεσιακό συμβούλιο συνεκδικάζει και τις δύο εφέσεις χωρίς να δεσμεύεται για την επιβολή της ποινής». Η μέσα σε « » παρ.6 αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ.37 άρθρ.8 Νόμ.2307/8-15 Ιουν.1995 (ΦΕΚ Α΄113),κατωτ. αριθ.
  19. 7.Η έφεσις και η προς άσκησιν αυτής προθεσμία αναστέλλουν την εκτέλεσιν. 8.Πλείονες εφέσεις κατά της αυτής αποφάσεως ασκηθείσαι προ της επί τινι τούτων εκδόσεως οριστικής αποφάσεως συνεκδικάζονται. 9.Η κατόπιν εφέσεως έκδοσις οριστικής αποφάσεως καθιστά απαράδεκτον πάσαν άλλην έφεσιν. Σελ.140,448(α) Τέυχος 1246-Σελ.96 ΄Αρθρον
  20. Προσφυγή 1.Εις άσκησιν, κατά το άρθρον 181 προσφυγής ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας δικαιούται μόνον ο τιμωρηθείς υπάλληλος. 2.Τα των προθεσμιών και διαδικασίας των ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας προσφυγών διέπονται υπό των περί τούτου κειμένων διατάξεων. 3.Η προσφυγή και η προς άσκησιν αυτής προθεσμία αναστέλλουν την εκτέλεσιν της πειθαρχικής αποφάσεως. 4.Το Συμβούλιον της Επικρατείας, κρίνον επί προσφυγής, δεν δύναται να καταστήση χείρονα την θέσιν του προσφυγόντος υπαλλήλου. Επανάληψις πειθαρχικής δίκης ΄Αρθρ.204.-«1.Στην περίπτωση έκδοσης καταδικαστικής ποινικής απόφασης την κατά την παρ.4 του άρθρ.171 επανάληψη της πειθαρχικής δίκης ζητούν τα πειθαρχικά όργανα της παρ.1 του άρθρ.179, σε περίπτωση δε έκδοσης αθωωτικής ποινικής απόφασης, αυτός που αθωώθηκε». Η μέσα σε « » παρ.1 αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ.38 άρθρ.8 Νόμ.2307/8-15 Ιουν. 1995 (ΦΕΚ Α΄113),κατωτ. αριθ.
  21. 2.Η αίτησις επαναλήψεως απευθύνεται προς το πειθαρχικόν όργανον, εις το οποίον υπήγετο ο υπάλληλος κατά τον χρόνον της τελέσεως του αδικήματος. 3.Κατά την επανάληψιν της πειθαρχικής δίκης, εις μεν την περίπτωσιν εκδόσεως καταδικαστικής ποινικής αποφάσεως, δύναται να επιβληθή ποινή ανωτέρα της επιβληθείσης, εις δε την περίπτωσιν εκδόσεως αθωωτικής ποινικής αποφάσεως, δύναται να αποφασισθή απαλλαγή ή επιβολή ελαφροτέρας ποινής. 4.Εις τας περιπτώσεις της οριστικής παύσεως ή του υποβιβασμού, δύναται κατά την επανάληψιν της πειθαρχικής δίκης να αποφασισθή και η αποκατάστασις του υπαλλήλου, οπότε ούτος καταλαμβάνει την τυχόν υπάρχουσαν κενήν θέσιν του βαθμού εις τον οποίον αποκαθίσταται, ή εν ελλείψει τοιαύτης παραμένει υπεράριθμος και καταλαμβάνει την πρώτην κενωθησομένην τοιαύτην. 3.Β.β.80 Κατάσταση Δημοτιικών και Κοινοτικών Υπαλλήλων ΙΓ΄ ΕΚΤΕΛΕΣΙΣ Άρθρον 205 Εκτέλεσις 1.Η πειθαρχική απόφασις καταστάσα τελεσίδικος είναι υποχρεωτικώς εκτελεστή. 2.Η εκτελεστή πειθαρχική απόφασις εκτελείται, ως προς το πρόστιμον υπό του προϊσταμένου της υπηρεσίας του εντελλομένου την πληρωμήν των αποδοχών του τιμωρηθέντος προς τον οποίον αποστέλλεται υπό της εκδούσης αρχής υποχρεωτικώς και αμέσως άμα τη τελεσιδικία της αποφάσεως αντίγραφον αυτής. «Οι υπόλοιπες ποινές εκτελούνται από το αρμόδιο για διορισμό όργανο του οικείου οργανισμού». Εις περίπτωσιν λύσεως της υπαλληλικής σχέσεως το πρόστιμον εισπράττεται κατά τας διατάξεις περί εισπράξεως δημοτικών και κοινοτικών εσόδων, ουδέποτε όμως εκ των κληρονόμων του τιμωρηθέντος. Το μέσα σε « » δεύτερο εδάφιο αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ.39 άρθρ.8 Νόμ.2307/8-15 Ιουν. 1995 (ΦΕΚ Α΄113) κατωτ. αριθ.
  22. 3.Η εκτελεστή πειθαρχική απόφασις καταχωρίζεται εις το «ατομικόν δελτίον στοιχείων υπαλλήλου» και τίθεται εις τον ατομικόν φάκελλον του κριθέντος. 4.Αρμόδιος δια την βεβαίωσιν των τελών της δίκης είναι ο εκδώσας την καταγνωστικήν απόφασιν πειθαρχικώς προϊστάμενος ή ο πρόεδρος του υπηρεσιακού πειθαρχικού συμβουλίου. ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Θ΄ ΛΥΣΙΣ ΤΗΣ ΥΠΑΛΛΗΛΙΚΗΣ ΣΧΕΣΕΩΣ ΤΜΗΜΑ Α΄ ΛΟΓΟΙ ΛΥΣΕΩΣ ΤΗΣ ΥΠΑΛΛΗΛΙΚΗΣ ΣΧΕΣΕΩΣ ΄Αρθρον 206 Λόγοι λύσεων υπαλληλικής σχέσεως. Η υπαλληλική σχέσις λύεται δια του θανάτου, της εκπτώσεως, της αποδοχής της παραιτήσεως και της απολύσεως του υπαλλήλου. (Μετά τη σελ.140,448(α) Σελ.140,4481 Τέυχος 1246-Σελ.97 Κατάσταση Δημοτιικών και Κοινοτικών Υπαλλήλων 3.Β.β.80 3.Β.β.80 Κατάσταση Δημοτιικών και Κοινοτικών Υπαλλήλων Α΄ ΕΚΠΤΩΣΙΣ ΄Αρθρον 207 Αυτοδικαία έκπτωσις συνεπεία ποινικής καταδίκης. 1.Ο υπάλληλος εκπίπτει αυτοδικαίως της υπηρεσίας, εάν κατεδικάσθη δι’ αμετακλήτου αποφάσεως: α)εις ποινήν τουλάχιστον προσκαίρου καθείρξεως, β)επί πλημμελήματι εκ των εν άρθρω 16 αναφερομένων, γ)εις στέρησιν των πολιτικών δικαιωμάτων και δ)επί ανυποταξία ή λιποταξία. 2.Περί της εκπτώσεως ταύτης εκδίδεται διαπιστωτική πράξις του αρμοδίου προς διορισμόν οργάνου, δημοσιεύεται δε περίληψις ταύτης επιμελεία του νομάρχου εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. 3.Ο εκπεσών δεν επιτρέπεται να επανέλθη εις την υπηρεσίαν εν περιπτώσει αμνηστίας, αποκαταστάσεως, χάριτος ή καθ’ οιονδήποτε άλλον τρόπον άρσεως του κολασίμου ή άρσεως ή μεταβολής των συνεπειών της καταδίκης. ΄Αρθρον 208 ΄Εκπτωσις λόγω απωλείας της Ελληνικής Ιθαγενείας Η απώλεια της ελληνικής ιθαγενείας υπαλλήλου, βεβαιουμένη υπό της οικείας αρχής, επάγεται την από της υπηρεσίας έκπτωσιν, απαγγελλομένην δια πράξεως του αρμοδίου προς διορισμόν οργάνου, δημοσιευομένης εν περιλήψει εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, επιμελεία του νομάρχου. Η έκπτωσις λογίζεται επελθούσα αφ’ ής απωλέσθη η ελληνική ιθαγένεια. Β΄ ΠΑΡΑΙΤΗΣΙΣ ΄Αρθρον 209 Παραίτησις 1.Ο υπάλληλος δικαιούται να παραιτηθή. 2.Η παραίτησις υποβάλλεται εγγράφως, η δε λύσις της υπαλληλικής σχέσεως, επέρχεται δια της αποδοχής της παραιτήσεως υπό του αρμοδίου προς διορισμόν οργάνου. 3.Αίρεσις, όρος ή προθεσμία εν τη παραιτήσει θεωρούνται, ως μη γεγραμμέναι. 4.Λογίζεται ως μη υποβληθείσα η παραίτησις, εάν κατά την υποβολήν της ήτο εκκρεμής ποινική δίκη εις βαθμόν πλημμελήματος εκ των εν άρθρω 16 ή κακουργήματος ή πειθαρχική δίωξις ενώπιον των πολυμελών πειθαρχικών οργάνων ή του Συμβουλίου της Επικρατείας ή ήρξατο τοιαύτη δίκη ή πειθαρχική δίωξις εντός τριμήνου από της υποβολής και προ της αποδοχής της. 5.Ο υπέχων τας εν άρθροις 124 και 125 υποχρεώσεις υπάλληλος δεν δικαιούται να παραιτηθή προ της εκπνοής του εις τα άρθρα ταύτα οριζομένου χρόνου. Άρθρον
  23. Τήρησις πρακτικών 1.Τα πρακτικά εκάστης συνεδριάσεως τηρούνται επιμελεία του γραμματέως, τη εποπτεία του προέδρου. Εν αρχή των πρακτικών εκάστης συνεδριάσεως γίνεται μνεία του προέδρου ή του αναπληρωτού αυτού, των λοιπών κληθέντων και παραστάντων τακτικών μελών του συμβουλίου, των εκ τούτων απόντων καίτοι κληθέντων ή δηλωσάντων κώλυμα των εις αναπλήρωσιν αυτών κατά σειράν κληθέντων μελών και του γραμματέως του συμβουλίου καταχωρίζονται υπό του γραμματέως τα καθ’ εκάστην συνεδρίασιν τούτου συζητηθέντα και αποφασισθέντα, ως και η γνώμη των τυχόν μειοψηφησάντων. Τα πρακτικά εκάστης συνεδριάσεως υπογράφονται υπό του προέδρου και του γραμματέως και καταχωρίζονται εις ειδικόν βιβλίον αριθμημένον και μονογραφημένον υπό του προέδρου. Αντί ειδικού βιβλίου δύναται να χρησιμοποιούνται φύλλα χάρτου τα οποία βιβλιοδετούνται κατ’ έτος μερίμνη της οικείας υπηρεσίας. 2.Ο πρόεδρος του συμβουλίου αποστέλει εις τον οικείον οργανισμόν κεκυρωμένον αντίγραφον των πρακτικών εκάστης συνεδριάσεως μετά του σχετικού φακέλλου. 3.Ο γραμματεύς του συμβουλίου τηρεί το πρωτόκολλον, αρχείον και το βιβλίον πρακτικών και διεκπεραιοί τα έγγραφα του συμβουλίου κατά τας εντολάς και οδηγίας του προέδρου. (Αντί για τη σελ.140,417(δ) Σελ.140,417(ε) Τεύχος 1425 Σελ. 5 Κατάσταση Δημοτικών και Κοινοτικών Υπαλλήλων 3.Β.β.80 ΄Αρθρον 210 Ανάκλησις παραιτήσεως 1.Εντός μηνός από της υποβολής της παραιτήσεως και προ της αποδοχής της ο υπάλληλος δύναται ν’ ανακαλέση ταύτην εγγράφως. 2.Παρελθούσης απράκτου τριμήνου προθεσμίας, από της υποβολής της, η παραίτησις θεωρείται ως γενομένη δεκτή και λύεται αυτοδικαίως η υπαλληλική σχέσις. 3.Τηρούνται εν ισχύι αι εις τους νόμους περί εκλογής βουλευτών και οργάνων τοπικής αυτοδιοικήσεως διατάξεις αι σχετικαί προς την παραίτησιν των ως υποψηφίων προτεινομένων υπαλλήλων. Γ΄ ΑΠΟΛΥΣΙΣ ΄Αρθρον 211 Απόλυσις Ο μόνιμος υπάλληλος απολύεται μόνον: α)επιβληθείσης πειθαρχικής ποινής οριστικής παύσεως κατά τα εν άρθρω 164 και επόμενα του παρόντος οριζόμενα, β)δια πράξεις τελεσθείσας υπ’ αυτού εντός της προ του διορισμού του πενταετίας, γ)δια σωματικήν ή πνευματικήν ανικανότητα, δ)δι’ αναίτιον υπηρεσιακήν ανεπάρκειαν, ε)δι’ ανυποταξίαν ή λιποταξίαν. στ)δια κατάργησιν της υπηρεσίας, του κλάδου ή της θέσεως εις ήν υπηρετεί, ζ)δια συμπλήρωσιν του υπό του νόμου οριζομένου ορίου ηλικίας και η)δια συμπλήρωσιν τριακονταπενταετούς πραγματικής και συνταξίμου υπηρεσίας. ΄Αρθρον 212 Απόλυσις λόγω πειθαρχικής ποινής. Ο υπάλληλος απολύεται επιβληθείσης πειθαρχικής ποινής οριστικής παύσεως κατά τα εν άρθρω 164 και επόμενα του παρόντος. ΄Αρθρον 213 Απόλυσις λόγω ελλείψεως ηθικών προσόντων. 1.Ο υπάλληλος απολύεται δια πράξεις τελεσθείσας υπ’ αυτού εντός της προ διορισμού του πενταετίας, συνιστώσας έλλειψιν των εις τον υπάλληλον προσηκόντων ηθικών προσόντων, εφ’ όσον δεν παρήλθε διετία από του διορισμού μετ’ απόφασιν του οικείου υπηρεσιακού συμβουλίου. 2.Κατά της αποφάσεως περί απολύσεως επιτρέπεται εις τον υπάλληλον να ασκήση προσφυγήν ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας. Άρθρον 214 Απόλυσις λόγω σωματικής ή πνευματικής ανικανότητος. Διαπιστωθείσης σωματικής ή πνευματικής ανικανότητος του υπαλλήλου κατά τα άρθρα 11,120 παρ.2 και 151 παρ.2 του παρόντος ούτος απολύεται μετ’ απόφασιν του οικείου υπηρεσιακού συμβουλίου. ΄Αρθρον 215 Απόλυσις ή υποβιβασμός, λόγω αναιτίου υπηρεσιακής ανεπαρκείας. 1.Επιτρέπεται η απόλυσις ή ο υποβιβασμός κατά ένα βαθμόν παντός υπαλλήλου, επιδείξαντος άνευ υπαιτιότητός του ανεπάρκειαν εν τη εκτελέσει των καθηκόντων του, μετά ητιολογημένην απόφασιν του οικείου υπηρεσιακού συμβουλίου και προηγουμένην κλήσιν του υπαλλήλου, όπως παράσχη εγγράφως ή προφορικώς τας αναγκαίας διασαφήσεις. 2.Υπάλληλος κρινόμενος, κατά συνέχειαν ή μη, δις ως μη προακτέος εκ του αυτού βαθμού, εισάγεται υποχρεωτικώς προς κρίσιν κατά την προυηγουμένην παράγραφον ενώπιον του οικείου υπηρεσιακού συμβουλίου εντός δύο μηνών από της περιελεύσεως της σχετικής πράξεως του υπηρεσιακού συμβουλίου εις τον ΟΤΑ, δι’ ής ούτος εκρίθη μη προακτέος. ΄Αρθρον 216 Απόλυσις δι’ ανυποταξίαν ή λιποταξίαν Εις περίπτωσιν ανυποταξίας ή λιποταξίας, εφ’ όσον δεν εξεδόθη καταδικαστική απόφασις κατά το άρθρον 207, ο υπάλληλος απολύεται μετ΄ απόφασιν του οικείου υπηρεσιακού συμβουλίου. ΄Αρθρον 217 Απόλυσις λόγω καταργήσεως υπηρεσίας, κλάδου ή θέσεως. 1.Ο υπάλληλος απολύεται ένεκα καταργήσεως της υπηρεσίας, του κλάδου ή της θέσεως εις ην υπηρετεί. 2.Εις περίπτωσιν καταργήσεως μέρους εκ πλειόνων εις τον αυτόν κλάδον ομοιοβάθμων θέσεων υπαλλήλων, απολύονται οι συγκεντρούντες τα ολιγώτερα ουσιαστικά προσόντα, μετ’ απόφασιν του οικείου υπηρεσιακού συμβουλίου κατά της οποίας επιτρέπεται προσφυγή ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας. Το αυτό ισχύει και επί συγχωνεύσεως κλάδων ή υπηρεσιών. 3.Οι κατά το παρόν άρθρον απολυόμενοι, εφ’ όσον δεν δικαιούνται συντάξεως ουδέ ήθελον τεθή εις διαθεσιμότητα, λαμβάνουν αποζημίωσιν ίσην προς τας αποδοχάς τόσων μηνών όσα τα έτη της υπηρεσίας των. (Αντί για τη σελ.140,449) Σελ.140,449(α) Τεύχος Θ113-Σελ.25 Κατάσταση Δημοτικών και Κοινοτικών Υπαλλήλων 3.Β.β.80 ΄Αρθρον 218 Απόλυσις λόγω συμπληρώσεως ορίου ηλικίας. 1.Οι μόνιμοι υπάλληλοι απολύονται αυτοδικαίως της υπηρεσίας άμα τη συμπληρώσει του 65 ου έτους της ηλικίας των. 2.Δια την εφαρμογήν των διατάξεων της προηγουμένης παραγράφου ως ημέρα γεννήσεως λαμβάνεται πάντοτε η 31 Δεκεμβρίου του έτους γεννήσεως του υπαλλήλου. Η ηλικία αποδεικνύεται κατά τα εν άρθρω 311 του παρόντος οριζόμενα. 3.Περί της κατά το παρόν άρθρον απολύσεως εκδίδεται διαπιστωτική πράξις του αρμοδίου προς διορισμόν οργάνου, δημοσιευομένη εν περιλήψει, επιμελεία του νομάρχου εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. ΄Αρθρον 219 Απόλυσις λόγω συμπληρώσεως τριακονταπενταετίας. 1.Οι μόνιμοι υπάλληλοι απολύονται αυτοδικαίως της υπηρεσίας άμα τη συμπληρώσει τριακονταπενταετούς πραγματικής και συνταξίμου υπηρεσίας και πάντως ουχί προ της συμπληρώσεως του 56 ου έτους της ηλικίας των. Περί της απολύσεως ταύτης εκδίδεται διαπιστωτική πράξις του αρμοδίου προς διορισμόν οργάνου περίληψις της οποίας δημοσιεύεται επιμελεία του νομάρχου εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Δι’ αυτής βεβαιούται ητιολογημένως ο διανυθείς υπό του υπαλλήλου χρόνος υπηρεσίας. 2.Ως πραγματική υπηρεσία του υπαλλήλου νοείται πάσα υπηρεσία παρασχεθείσα εις τον παρ’ ω υπηρετεί ή παρ’ άλλον οργανισμόν τοπικής αυτοδιοικήσεως ή εις το δημόσιον ή άλλα νομικά πρόσωπα, δημοσίου δικαίου, επί σχέσει δημοσίου ή ιδωτικού δικαίου, εφ’ όσον προκειμένου περί της επί σχέσει ιδιωτικού δικαίου παρασχεθείσης, αύτη ελήφθη υπ’ όψιν ή προσεμετρήθη κατά τον διορισμόν, την ένταξιν, μονιμοποίησιν, απόκτησιν βαθμού ή την καθ’ οιονδήποτε τρόπον μισθολογικήν εξέλιξιν του υπαλλήλου, επί πλέον δε αναγνωρίζεται ως συντάξιμος κατά τας περί συντάξεως των υπαλλήλων των οργανισμών τοπικής αυτοδιοικήσεως διατάξεις. ΤΜΗΜΑ Β΄ ΠΡΑΞΙΣ ΛΥΣΕΩΣ ΤΗΣ ΥΠΑΛΛΗΛΙΚΗΣ ΣΧΕΣΕΩΣ Άρθρον
  24. Υγειονομικαί επιτροπαί 1.Αι κατά τας διατάξεις του κώδικος καταστάσεως δημοσίων διοικητικών υπαλλήλων υγειονομικαί επιτροπαί γνωματεύουν και προκειμένου περί των υπαλλήλων των ΟΤΑ εις ας περιπτώσεις απαιτείται τοιαύτη γνωμάτευσις, κατά τας διατάξεις του παρόντος κώδικος. 2.Κατά τα λοιπά εφαρμόζονται αναλόγως αι διατάξεις των άρθρων 10,11,12,13,14 και 111 του Π.Δ. 611/1977 «περί κωδικοποιήσεως εις ενιαίον κείμενον, υπό τίτλον «Υπαλληλικός Κώδιξ», των ισχυουσών διατάξεων των αναφερομένων εις την κατάστασιν των υπαλλήλων του Δημοσίου, των ν.π.δ.δ.» ως αύται εκάστοτε ισχύουν. Β΄ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΙ ΕΣΩΤΕΡΙΚΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ ΣΥΓΚΡΟΤΗΣΙΣ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ Οργανισμοί εσωτερικής υπηρεσίας Συγκρότηση υπηρεσιών «Άρθρ.12.-
(1).Με τον οργανισμό εσωτερικής υπηρεσίας καθορίζονται η εσωτερική διάρθρωση των υπηρεσιών σε διευθύνσεις, τμήματα και γραφεία, οι αρμοδιότητές τους και οι θέσεις κατά κατηγορίες και κλάδους προσωπικού.
(2).Με απόφαση του δημοτικού ή κοινοτικού ή διοικητικού συμβουλίου ψηφίζονται οι οργανισμοί εσωτερικής υπηρεσίας των δήμων, κοινοτήτων, δημοτικών και κοινοτικών νομικών προσώπων, ιδρυμάτων και συνδέσμων δήμων και κοινοτήτων, αντίστοιχα, και εκδίδεται πράξη του Περιφερειακού Διευθυντή, ύστερα από γνώμη του οικείου υπηρεσιακού συμβουλίου, η οποία δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.
(3).Η σύσταση θέσεων προσωπικού με τους οργανισμούς εσωτερικής υπηρεσίας των Ο.Τ.Α. γίνεται μετά από εκτίμηση των υπηρεσιακών αναγκών και με την προϋπόθεση ότι για τη σύσταση κάθε νέας τακτικής θέσης θα πρέπει ο μέσος όρος των τακτικών εσόδων των δύο τελευταίων χρόνων, κάθε Ο.Τ.Α., να είναι διπλάσιος του ποσού στο οποίο ανέρχεται η ετήσια δαπάνη του βασικού μισθού μετά της Α.Τ.Α. του καταληκτικού μισθολογικού κλιμακίου των προτεινόμενων θέσεων, πολλαπλασιαζομένης της δαπάνης αυτής επί 2. Σελ.140,418(ε) Τεύχος 1425 Σελ. 6
(4).Τροποποίηση των οργανισμών εσωτερικής υπηρεσίας των Ο.Τ.Α. γίνεται με την ανωτέρω διαδικασία. Με επιφύλαξη των διατάξεων των Άρθρον 220 Πράξις λύσεως υπαλλήλικής σχέσεως. 1.Η περί αποδοχής παραιτήσεως ή απολύσεως πράξις δημοσιεύεται επιμελεία του νομάρχου εν περιλήψει εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως μνημονευούσης και την αιτίαν της απολύσεως. Κατά τα λοιπά εφαρμόζονται αναλόγως τα επί του διορισμού εν άρθροις 23 και 24 οριζόμενα. 2.Η λύσις της υπαλληλικής σχέσεως, όπου δεν ορίζεται άλλως, επέρχεται από της κοινοποιήσεως εις τον απολυόμενον κατά την προηγουμένην παράγραφον πράξεως. 3.Η κατά τα ανωτέρω πράξις λογίζεται κατ’ αμάχητον τεκμήριον κοινοποιηθείσα την εικοστήν ημέραν από της δημοσιεύσεώς της, εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, εφ’ όσον μέχρι της ημέρας ταύτης δεν ήθελε κοινοποιηθή. 4.Η κατά την παράγραφον 3 προθεσμία δύναται δια πράξεως, εκδιδομένης υπό του αρμοδίου προς διορισμόν οργάνου, προ της λήξεως αυτής και δια λόγους υπηρεσιακής ανάγκης, να αυξηθή εις τεσσαράκοντα ημέρας το πολύ και προκειμένου περί υπολόγων εις εξήκοντα. Σελ.140,450(α) Τεύχος Θ113-Σελ.26 ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ι. ΕΛΕΓΚΤΑΙ ΕΣΟΔΩΝ ΚΑΙ ΕΞΟΔΩΝ ΟΤΑ ΄Αρθρον 221 Σύστασις θέσεων 1.Δια τας ανάγκας των δημοσίων ταμείων των ενεργούντων την ταμειακήν υπηρεσίαν δήμων και κοινοτήτων συνιστάται, δι’ αποφάσεως του νομάρχου μία θέσις κλάδου «ΔΕ 15» ελεγκτού εσόδων και εξόδων. Η μέσα σε « » φράση αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ.5 άρθρ.30 Π.Δ. 37α/26 Ιαν.-4 Φεβρ. 1987 (ΦΕΚ Α΄11) (κατωτ. αριθ.85). 2.Δια της αυτής αποφάσεως του νομάρχου η θέσις συνιστάται εις τον εν τη περιφερεία του ταμείου πολυπληθέστερον δήμον, εάν υπό του ταμείου δεν διεξάγεται η ταμειακή υπηρεσία κοινότητος τινός. Εάν υπό του ταμείου διεξάγεται η ταμειακή υπηρεσία δήμων και κοινοτήτων ή μόνον κοινοτήτων η θέσις συνιστάται εις την πολυπληθεστέραν κοινότητα της οποίας το προσωπικόν υπάγεται εις τας διατάξεις του πρώτου μέρους του παρόντος κώδικος και τοιαύτης μη υπαρχούσης εις την πολυπληθεστέραν κοινότητα της περιφερείας του ταμείου, της θέσεως του ελεγκτού εσόδων και εξόδων διεπομένης εις την τελευταίαν ταύτην περίπτωσιν υπό των διατάξεων του Α΄ μέρους. Μεταβολαί πληθυσμού των δήμων και κοινοτήτων κατά τας επισήμους απογραφάς, λαμβάνονται υπ’ όψιν μόνον προκειμένου περί νέου διορισμού. Οι διοριζόμενοι εξακολουθούν να είναι υπάλληλοι του δήμου ή της κοινότητος εις ην διωρίσθησαν, έστω και αν επήλθεν μεταγενεστέρως μεταβολή του πληθυσμού. 3.Εξειρετικώς, επιτρέπεται σύστασις κατά τον αυτόν ως άνω τρόπον, δευτέρας ή και τρίτης θέσεως ελεγκτού εσόδων και εξόδων, παρά τω αυτώ δημοσίω ταμείω, εάν η ταμειακή υπηρεσία των εξυπηρετουμένων οργανισμών τοπικής αυτοδιοικήσεως, λόγω του αριθμού των φορολογουμένων δημοτών, των επιβαλλομένων φόρων, τελών και δικαιωμάτων, ως και του ύψους των πραγματοποιουμένων δημοτικών και κοινοτικών δαπανών, δεν δύναται να διεξαχθή υφ’ ενός ελεγκτού εσόδων και εξόδων. 4.Θέσεις ελεγκτών εσόδων και εξόδων συσταθείσαι μέχρι της ενάρξεως της ισχύος του παρόντος κατά τρόπον διάφορον των υπό των διατάξεων της παρ.2 οριζομένων καθ΄ οιονδήοτε τρόπον κενούμεναι καταργούνται. ΄Αρθρον 222 Διορισμός Οι ελεγκταί εσόδων και εξόδων διορίζονται δι’ αποφάσεως του νομάρχου, κατόπιν διαγωνισμού ενεργουμένου κατά τας διατάξεις των άρθρων 18 και 19 του παρόντος καθιστάμενοι από του διορισμού των δημοτικοί ή κοινοτικοί υπάλληλοι. 3.Β.β.80 Κατάσταση Δημοτικών και Κοινοτικών Υπαλλήλων ΄Αρθρον 223 Καθήκοντα Οι ελεγκταί εσόδων και εξόδων ασχολούνται αποκλειστικώς με την διεξαγωγήν της ταμειακής υπηρεσίας των δήμων και κοινοτήτων υπό καθοδήγησιν, εποπτείαν και έλεγχον των διευθυντών των ταμείων και των λοιπών εν τω ταμείω προϊσταμένων αυτών, κατά τα δια κοινής αποφάσεως των Υπουργών Εσωτερικών και Οικονομικών οριζόμενα. ΄Αρθρον 224 Ορκωμοσία-Μονιμοποίησις Οι ελεγκταί εσόδων και εξόδων πριν αναλάβουν τα καθήκοντα των δίδουν τον κατ’ άρθρον 26 όρκον ενώπιον του διεθυντού του ταμείου και μονιμοποιούνται κατά τας διατάξεις του άρθρου
  1. Μετάταξη «΄Αρθρ.225.-Επιτρέπεται η μετάταξη ελεγκτή εσόδων και εξόδων με αίτησή του σε αντίστοιχη κενή οργανική θέση δήμου ή κοινότητας, που υπάγεται στην περιφέρεια άλλης δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας με απόφαση του Περιφερειακού Διευθυντή. Η απόφαση για τη μετάταξη εκδίδεται μετά από σύμφωνη γνωμοδότηση του αρμόδιου υπηρεσιακού συμβουλίου στο οποίο υπάγεται το προσωπικό του δήμου ή της κοινότητας υποδοχής». Το άρθρ.225 αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ.40 άρθρ.8 Νόμ.2307/8-15 Ιουν. 1995 (ΦΕΚ Α΄113), κατωτ. αριθ.
  2. ΄Αρθρον 226 Αρμοδιότης νομάρχου. Επί παντός εν γένει θέματος υπηρεσιακής καταστάσεως και του πειθαρχικού δικαίου των ελεγκτών εσόδων και εξόδων, τας κατά τας κειμένας διατάξεις αρμοδιότητας του δημάρχου ή προέδρου της κοινότητος, της δημαρχιακής επιτροπής ή του κοινοτικού συμβουλίου ασκεί ο νομάρχης κατόπιν συμφώνου γνωμοδοτήσεως του κατά το άρθρον 5 υπηρεσιακού συμβουλίου, εφ’ όσον τοιαύτη γνωμοδότησις απαιτείται κατά τας διατάξεις του παρόντος, δια την άσκησιν των αρμοδιοτήτων τούτων και υπό των ως άνω οργάνων. Ειδικώς προκειμένου περί των εκθέσεων υπηρεσιακής ικανότητος αύται συντάσσονται υπό του διευθυντού του δημοσίου ταμείου ως Α΄ κριτού και του νομάρχου ως Β΄ κριτού. ΄Αρθρον 227 Δαπάνη μισθοδοσίας. 1.Η δια την καταβολήν των αποδοχών των ελεγκτών εσόδων και εξόδων των συναφών εισφορών εις ασφαλιστικούς οργανισμούς απαιτουμένη δαπάνη κατανέμεται εις βάρος των δήμων και κοινοτήτων αρμοδιότητος του οικείου ταμείου δι’ αποφάσεως του νομάρχου αναλόγως των ετησίως πραγματοποιουμένων τακτικών εσόδων των. Οι υπόχρεοι δήμοι και κοινότητες αναγράφουν εις τον προϋπολογισμόν των την αναλογούσα αυτοίς δαπάνην την οποίαν μεταβιβάζουν εις τον οικείον δήμον ή την κοινότητα του οποίου υπάλληλος τυγχάνει ο ελεγκτής εσόδων και εξόδων. ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΑ΄ ΕΙΣΠΡΑΚΤΟΡΕΣ ΕΣΟΔΩΝ ΟΤΑ ΄Αρθρον 228 Σύστασις θέσεων 1.Δια την είσπραξιν των εσόδων των δήμων των μη εχόντων ιδίαν ταμειακήν υπηρεσίαν και των κοινοτήτων συνιστώνται δι’ αποφάσεως του νομάρχου θέσεις «ΔΕ15». Η μέσα σε « » φράση αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ.6 άρθρ.30 Π.Δ. 37α/26 Ιαν.4 Φεβρ. 1987 (ΦΕΚ Α΄11) (κατωτ. αριθ.85). 2.Δια της αυτής αποφάσεως του νομάρχου αι θέσεις συνιστώνται: α)των προοριζομένων δια την είσπραξιν των εσόδων ωρισμένου δήμου ή ωρισμένης κοινότητος εις τον οικείον οργανισμόν, β)των προοριζομένων δια την είσπραξιν των εσόδων πλειόνων δήμων ή δήμων και κοινοτήτωνν εις τον πολυπληθέστερον δήμον, γ)των προοριζομένων δια την είσπραξιν των εσόδων πλειόνων κοινοτήτων εις την πολυπληθεστέραν κοινότητα ης το προσωπικόν υπάγεται εις τας διατάξεις του Α΄ μέρους και εν ελλείψει τοιαύτης εις την πολυπληθεστέραν κοινότητα της περιφερείας του ταμείου, διεπομένην εις την περίπτωσιν ταύτην, ως προς τους εισπράκτορας, υπό των διατάξεων του Α΄μέρους. (Αντί για τη σελ. 140,451(δ) Σελ. 140,451(ε) Τεύχος 1425 Σελ. 27 Κατάσταση Δημοτικών και Κοινοτικών Υπαλλήλων 3.Β.β.80 3.Δια την σύστασιν των ανωτέρω θέσεων απαιτείται όπως τα προς είσπραξιν δια χρηματικών καταλόγων ετήσια έσοδα του οικείου ή των οικείων οργανισμών δι’ εισπράκτορος, ανέρχονται εις ποσόν 10πλάσιον του βασικού μισθού του εισαγωγικού βαθμού της θέσεως κλάδου ΜΕ 15, δι’ εκάστην δε περαιτέρω θέσιν αύξησις του άνω ποσού κατά πεντήκοντα επί τοις εκατόν. Εν πάση περιπτώσει συνιστάται κατά τας διακρίσεις της προηγουμένης παραγράφου μία θέσις εισπράκτορος ανεξαρτήτως του ύψους των προς είσπραξιν εσόδων. 4.Θέσεις κοινοτικών εισπρακτόρων συσταθείσαι μέχρι της ενάρξεως της ισχύος του παρόντος κατά τρόπον διάφορον των υπό των διατάξεων της παραγράφου 2 οριζομένων καθ’ οιονδήποτε τρόπον κενούμεναι καταργούνται. ΄Αρθρον 229 Ανάλογος εφαρμογή διατάξεων. 1.Τα περί διορισμού, καθηκόντων, ορκωμοσίας, μονιμοποιήσεως, μετατάξεως, αρμοδιοτήτων νομάρχου, συντάξεως εκθέσεων υπηρεσιακής ικανότητος και δαπανών μισθοδοσίας ελεγκτών εσόδων και εξόδων εφαρμόζονται αναλόγως και επί των εισπρακτόρων. 2.Η πλήρωσις των καθ’ οιονδήποτε τρόπον κενουμένων θέσεων της παραγράφου 1 του προηγουμένου άρθρου, γίνεται μόνον εάν συντρέχουν αι οικονομικαί προϋποθέσεις της παραγράφου 3 του άρθρου 228 του παρόντος, εκδιδομένης προς τούτο σχετικής πράξεως του οικείου νομάρχου. ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΒ΄ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΝ ΕΠΊ ΘΗΤΕΙΑ ΄Αρθρον 230 Θέσεις ιατρικού προσωπικού επί θητεία και τρόπος πληρώσεως αυτών. 1.Αι θέσεις του ιατρικού προσωπικού είναι επί θητεία, συνιστώνται δε μόνον εις δημοτικά ή κοινοτικά νοσοκομεία και βρεφοκομεία. Ο αριθμός των θέσεων και η διαβάθμισις τούτων ορίζονται δια του οργανισμού εσωτερικής υπηρεσίας. 2.Τα προσόντα διορισμού εις τας κατά την προηγουμένην παράγραφον θέσεις είναι τα απαιτούμενα κατά τας εκάστοτε ισχυούσας διατάξεις, δια την πλήρωσιν των αντιστοίχων θέσεων ιατρικού προσωπικού των κρατικών νοσηλευτικών ιδρυμάτων του Ν.Δ. 2592/
  3. Αι αυταί διατάξεις εφαρμόζονται αναλόγως δια την διάκρισιν των δημοτικών και κοινοτικών Σελ.140,452(ε) Τεύχος 1425 Σελ. 28 νοσοκομείων εις κατηγορίας, τον τρόπον και διαδικασίαν πληρώσεως των παρ’ αυτοίς θέσεων ιατρικού προσωπικού, τα υποβλητέα δικαιολογητικά και τον χρόνον υποβολής τούτων, τα αρμόδια προς κρίσιν των υποψηφίων και επιλογήν των διοριστέων όργανα, την διάρκειαν, ανανέωσιν και παράτασιν της θητείας, ως και τας αποδοχάς των διοριζομένων. Τας υπό των διατάξεων τούτων προβλεπομένας αρμοδιότητας του μεν Υπουργού Κοινωνικών Υπηρεσιών και των διοικητικών συμβουλίων, προκειμένου περί δημοτικών και κοινοτικών ιδρυμάτων ασκούν τα αδελφάτα, τας δε των προέδρων των διοικητικών συμβουλίων οι πρόεδροι των αδελφάτων. Άρθρον μόνον. 1.Κυρούται ο υπό της Ειδικής Επιτροπής του Νόμου 421/1976 καταρτισθείς κώδιξ καταστάσεως προσωπικού οργανισμών τοπικής αυτοδιοικήσεως, έχων ούτω, πλην των διατάξεων των άρθρων α)89 παρ.10, εδάφιον τρίτον, 12 εδάφιον δεύτερον και 13, β)106 παρ.3 ως προς την διαδικασίαν καθορισμού υπερωριακής εργασίας, γ)106 παρ.5, ως προς τον ορισμόν των ημερών εκτός έδρας και δ)
  4. 2.Τα θέματα περί ών αι μη κυρούμεναι διατάξεις των μεν περ. α΄ και β΄ της προηγουμένης παραγράφου ρυθμίζονται κατά τας διατάξεις των άρθρων 7 και 8 του Ν. 754/1978 της δε περιπτώσεως γ΄ υπό των διατάξεων του Ν.Δ. 83/
  5. Η ωριαία αποζημίωσις υπερωριακής εργασίας περί ής αι διατάξεις του άρθρου 109 είναι ίση προς την εκάστοτε καταβαλλομένην εις τους δημοσίους υπαλλήλους. 3.Η ισχύς του παρόντος νόμου άρχεται από 15 ης Ιουλίου
  6. Σελ.140,414(δ) Τεύχος 1246-Σελ.68 ΓΕΝΙΚΑΙ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ άρθρ.317,318 και 320 δεν επιτρέπεται η τροποποίηση των οργανισμών κατά το τελευταίο έτος της δημοτικής ή κοινοτικής περιόδου.
(5).Οι διατάξεις της παρ.3 του άρθρου αυτού δενέχουν εφαρμογή όταν πρόκειται για τη σύσταση θέσεων προσωπικού των συμβουλίων περιοχής. Για τη σύσταση θέσεων προσωπικού με τους οργανισμούς εσωτερικής υπηρεσίας των συμβουλίων περιοχής λαμβάνονται ιδίως υπόψη ο αριθμός των Ο.Τ.Α. που απαρτίζουν το συμβούλιο περιοχής, η εδαφική έκτασή τους, ο πληθυσμός τους, τα προσδοκώμενα έσοδά τους, η έκταση του οδικού, ηλεκτρικού, υδρευτικού και αποχετευτικού δικτύου τους, καθώς και κάθε άλλος παράγοντας που αναδεικνύει την αναπτυξιακή τους δραστηριότητα». Το άρθρ.12, όπως είχε αντικατασταθεί από το άρθρ.26 Νόμ.1832/1989, αντικαταστάθηκε και πάλι ως άνω από την παρ.5 άρθρ.8 Νόμ.2307/8-15 Ιουν. 1995 (ΦΕΚ Α΄ 113), κατωτ. αριθ.
  1. Εκδόθηκε η με αριθ. 21169/24 Μαΐου – 15 Ιουν.1999 (ΦΕΚ Β’ 1179) Απόφ. Γεν. Γραμ. Περιφ. Αττικής «Τροποποίηση του Οργανισμού Εσωτερικής Υπηρεσίας του Δήμου Αθηναίων». 3.Β.β.80 Κατάσταση Δημοτικών και Κοινοτικών Υπαλλήλων ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Β΄ ΠΡΟΣΟΝΤΑ ΚΑΙ ΚΩΛΥΜΑΤΑ ΔΙΟΡΙΣΜΟΥ ΄Αρθρον 231 Πειθαρχικόν δίκαιον Εις τας πειθαρχικάς διατάξεις του πρώτου μέρους του παρόντος κώδικος υπάγεται και το επί θητεία ιατρικόν προσωπικόν των δημοτικών ή κοινοτικών νοσοκομείων και βρεφοκομείων. ΄Αρθρον
  2. Απόλυσις Οι επί θητεία ιατροί απολύονται δια τους εις το άρθρον 211 αναφερομένους λόγους, αυτοδικαίως δε άμα τη λήξει της θητείας των. 3.Β.β.80 Κατάσταση Δημοτικών και Κοινοτικών Υπαλλήλων ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟΝ Για τη μισθολογική εξέλιξη του ειδικής περιορισμένης διαβάθμισης προσωπικού των Ο.Τ.Α. που υπάγεται στις διατάξεις του παρόντος Μέρους, βλ. τη με αριθ.2088104/12489/0022/5-19 Ιαν.1998 (ΦΕΚ Β’ 11) Απ. Υπ. Εσωτ. Δημ. Διοικ. & Αποκ. και Οικον., κατωτ. αριθ. 114 και τη με αριθ. 2/1975/0022/8 Φεβρ.-2 Μαρτ. 1999 (ΦΕΚ Β’ 170) όμοια Απ., κατωτ. αριθ.
  3. ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α΄ ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΣ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ ΕΙΔΙΚΗΣ ΠΕΡΙΩΡΙΣΜΕΝΗΣ ΔΙΑΒΑΘΜΙΣΕΩΣ Για τις διατάξεις που εφαρμόζονται αναλόγως στο προσωπικό του άνω κεφαλαίου Α΄ βλ. παρ.3 άρθρ.12 Νόμ.2130/22-23 Απρ. 1993 (ΦΕΚ Α΄62), κατωτ. αριθ.98 και άρθρ.63 Νόμ.2218/9-13 Ιουν.1994 (ΦΕΚ Α΄90), κατωτ. αριθ.
  4. Θέσεις και ειδικά τυπικά προσόντα ΄Αρθρ.233.-«1.Το προσωπικό του κλάδου ΔΕ1 Διοικητικού των κοινοτήτων που υπάγεται στις διατάξεις του Β΄ μέρους του παρόντος, διαβαθμίζεται με βαθμούς Γ-Α. 2.Η πλήρωση μοναδικών οργανικών θέσεων γραμματέων κοινοτήτων κλάδου ΔΕ1-Διοικητικού που το προσωπικό τους υπάγεται είτε στις διατάξεις του Α΄μέρους είτε σ’ αυτές του Β΄μέρους του Νόμ.1188/1981 ως και των μοναδικών θέσεων ελεγκτών εσόδων-εξόδων Ο.Τ.Α., είναι υποχρεωτική».
  5. 5.(Καταργήθηκαν από την περίπτ. δ΄ παρ.2 άρθρ.64 Νόμ.2218/9-13 Ιουν. 1994 (ΦΕΚ Α΄90) ανωτ. σελ.52,
  6. Η παρ.1 αντικαταστάθηκε με τις άνω περ.1-5 από την παρ.5 άρθρ.26 Νόμ.2130/1993 (ΦΕΚ Α΄21), ανωτ. σελ.52,
  7. 2.Τυπικόν προσόν διορισμού εις τον εισαγωγικόν βαθμόν 12 ον ορίζεται το απολυτήριον λυκείου ή εξαταξίου γυμνασίου ή άλλου ισοτίμου σχολείου, εν ελλείψει δε υποψηφίων κεκτημένων τα ως άνω προσόντα, ενδεικτικόν τουλάχιστον τρίτης τάξεως εξαταξίου γυμνασίου ή ισοτίμου τοιούτου. ΄Αρθρον 234 Διορισμός 1.Ο διορισμός εις τας θέσεις του άρθρου 233 ενεργείται κατά τας διατάξεις των άρθρων 18 και 19 του παρόντος. Επί ενός μόνον υποψηφίου ο διαγωνισμός δεν ενεργείται και ο διορισμός αποφασίζεται υπό του κοινοτικού συμβουλίου. 2.Ουδείς διορίζεται προ της συμπληρώσεως του 21ου έτους της ηλικίας του και μετά την συμπλήρωσιν του 40ου έτους. Δια την εφαρμογήν της διατάξεως ταύτης ως ημέρα γεννήσεως λογίζεται η 1 η Ιανουαρίου του έτους γεννήσεως. 3.Αι περί κωλυμάτων διορισμού διατάξεις του άρθρου 16 του παρόντος εφαρμόζονται και επί των κατά το παρόν άρθρον διορισμών. «4.Αν λείπουν τελείως πρόσωπα κατάλληλα για τη θέση του γραμματέα επιτρέπεται προσωρινή ανάθεση των καθηκόντων του, με ανάλογη εφαρμογή των διατάξεων της παρ.3 του άρθρ.28 του Νόμ.1832/1989 (ΦΕΚ 54 Α΄)». Η μέσα σε « » παρ.
  8. αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ.41 άρθρ.8 Νόμ.2307/8-15 Ιουν.1995 (ΦΕΚ Α΄113), κατωτ. αριθ.
  9. 5.Υπάλληλος ΟΤΑ δεν επιτρέπεται, πλήν εις όλως εξαιρετικάς περιπτώσεις, να εκτελή προσθέτως προς τα κύρια καθήκοντα της θέσεώς του, την υπηρεσίαν πλειόνων του ενός ΟΤΑ. (Μετά τη σελ. 140,452(ε) Σελ. 140,4521 Τεύχος 1425 Σελ. 29 Κατάσταση Δημοτικών και Κοινοτικών Υπαλλήλων 3.Β.β.80 ΄Αρθρον 235 Υπηρεσιακαί μεταβολαί 1.Τα των δικαιολογητικών διορισμού και του χρόνου υποβολής αυτών, της δημοσιεύσεως, κοινοποιήσεως και ανακλήσεως του διορισμού, της ορκωμοσίας, της δοκιμαστικής υπηρεσίας και μονιμοποιήσεως, της τηρήσεως ατομικών φακέλλων και μητρώου, της συντάξεως εκθέσεων υπηρεσιακής ικανότητος, της μεταθέσεως, των καθηκόντων, των περιορισμών και της αστικής ευθύνης, των αποδοχών, των αδειών, της νοσηλείας, των εξόδων κηδείας, των απαγορεύσεων και ασυμβιβάστων, των ωρών εργασίας και των ημερών αργίας, της αποζημιώσεως δια πρόσθετον και πέραν του υποχρεωτικού ωραρίου εργασίαν, των προαγωγών, της διαθεσιμότητος, της αργίας, της λύσεως της υπαλληλικής σχέσεως, των ποινών και του πειθαρχικού εν γένει δικαίου, της εκπτώσεως και της εν γένει απολύσεως των περί ων το άρθρον 233 υπαλλήλων, διέπονται υπό των διατάξεων των εφαρμοζομένων επί του προσωπικού του υπαγομένου εις το Α΄ Μέρος του παρόντος, επιφυλασσομένων των διατάξεων των επομένων παραγράφων. 2.Δια την προαγωγήν κοινοτικών γραμματέων, ειδικής περιωρισμένης διαβαθμίσεως, απαιτείται πενταετής υπηρεσία εις έκαστον βαθμόν. 3.Εν περιπτώσει μετατάξεως των εν άρθρω 233 υπαλλήλων εις κοινότητα της οποίας το προσωπικόν διέπεται υπό των διατάξεων του Α΄ Μέρους του παρόντος, ούτοι εντάσσονται αυτοδικαίως εις τον εισαγωγικόν βαθμόν της οικείας θέσεως και πάντως ουχί κατώτερον του υπ’ αυτού κατεχομένου, μη κωλυομένης πάντως της κατά τας διατάξεις του άρθρου 149 του παρόντος εντάξεώς των εις ανώτερον βαθμόν. 4.Η ιδιότης του κληρικού δεν αποτελεί κώλυμα διορισμού εις θέσιν γραμματέως κοινότητος ειδικής περιωρισμένης διαβαθμίσεως. 5.(Καταργήθηκε από την παρ.3 άρθρ.12 Νόμ.2130/22-23 Απρ.1993, ΦΕΚ Α΄62, κατωτ. αριθ.98, με την οποία και ορίστηκε ότι εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις του άρθρ.102 Π.Δ. 611/77, τόμ.2Α, σελ.,316,
  10. Σελ. 140,4522 Τεύχος 1425 Σελ. 30 3.Β.β.80 Κατάσταση Δημοτικών και Κοινοτικών Υπαλλήλων ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Β΄ ΑΔΙΑΒΑΘΜΙΣΤΟΙ ΥΠΑΛΛΗΛΟΙ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ ΔΗΜΟΤΙΚΩΝ ΚΑΙ ΚΟΙΝΟΤΙΚΩΝ ΝΟΜΙΚΩΝ ΠΡΟΣΩΠΩΝ ΚΑΙ ΣΥΝΔΕΣΜΩΝ ΟΤΑ Θέσεις ΄Αρθρ.236.-«Με αιτιολογημένη απόφαση του διοικητικού συμβουλίου των δημοτικών και κοινοτικών νομικών προσώπων και των συνδέσμων δήμων και κοινοτήτων, που λαμβάνεται με την απόλυτη πλειοψηφία του συνολικού αριθμού των μελών τους, συνιστώνται θέσεις προσωπικού οποιασδήποτε κατηγορίας (ΠΕ,ΤΕ,ΔΕ,ΥΕ). Για τη σύσταση των θέσεων λαμβάνονται υπόψη οι ανάγκες των υπηρεσιών τους και η οικονομική δυνατότητά τους». Το μέσα σε « » πρώτο εδάφιο, όπως αυτό είχε αντικατασταθεί με την παρ.2 άρθρ.26 Νόμ.1832/1989, αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ.42 άρθρ.8 Νόμ.2307/8-15 Ιουν. 1995 (ΦΕΚ Α΄113), κατωτ. αριθ.
  11. Για τον καθορισμό των αποδοχών των υπαλλήλων που προσλαμβάνονται εφαρμόζεται το άρθρ. 240 σε συνδυασμό με τις διατάξεις της απόφασης 12256/25.2.1988 του Υπουργού Προεδρίας της Κυβέρνησης και των Υφυπουργών Εσωτερικών και Οικονομικών (ΦΕΚ 142 Β΄). Ο μισθός του προσωπικού πανεπιστημιακής και τεχνολογικής εκπαίδευσης δεν μπορεί να είναι κατώτερος από το βασικό μισθό του 19 ου ούτε ανώτερος από το βασικό μισθό του 4 ου μισθολογικού κλιμακίου». Το άρθρ.236 αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ.2 άρθρ.26 Νομ.1832/16-17 Φεβρ. 1989 (ΦΕΚ Α΄54), ανωτ. σελ.52,
  12. Άρθρον 237 Προσόντα διορισμού Τυπικόν προσόν διορισμού εις τας περί ών το προηγούμενον άρθρον θέσεις, ορίζεται το προσόν του άρθρου
  13. Άρθρον
  14. Προσόντα διορισμού. 1.Τα κατά τα επόμενα άρθρα προσόντα δέον να έχη ο υποψήφιος και κατά τον χρόνον του διαγωνισμού ή επί επιλογής κατά την ημέραν της λήξεως της προθεσμίας υποβολής των αιτήσεων των υποψηφίων και κατά τον χρόνον του διορισμού. 2.Κατ’ εξαίρεσιν το κατά το άρθρον 15 όριον της ηλικίας, δέον να έχη ο υποψήφιος κατά τον χρόνον του διαγωνισμού. ΄Αρθρον 238 Διορισμός 1.Ο διορισμός εις τας περί ων το άρθρον 236 θέσεις ενεργείται δι’ αποφάσεως του οικείου συμβουλίου του νομικού προσώπου ή του συνδέσμου και κατά την διαδικασίαν του άρθρου
  15. 2.Ουδείς διορίζεται προ της συμπληρώσεως του 21ου έτους της ηλικίας του και μετά την συμπλήρωσιν του 40ού έτους. Δια την εφαρμογήν της διατάξεως αυτής ως ημέρα γεννήσεως λογίζεται η 1 η Ιανουαρίου του έτους γεννήσεως. 3.Αι περί κωλυμάτων διατάξεις του άρθρου 16 εφαρμόζονται και επί των κατά το παρόν άρθρον διορισμών. ΄Αρθρον 239 Υπηρεσιακαί μεταβολαί 1.Τα των δικαιολογητικών διορισμού και του χρόνου υποβολής αυτών, της κοινοποιήσεως και ανακλήσεως του διορισμού, της ορκωμοσίας, της τηρήσεως ατομικών φακέλλων, της συντάξεως εκθέσεων υπηρεσιακής ικανότητος, των καθηκόντων, περιορισμών και της αστικής ευθύνης, των αδειών της νοσηλείας, των εξόδων κηδείας, των απαγορεύσεων και ασυμβιβάστων, των ωρών εργασίας και των ημερών αργίας, της διαθεσιμότητος, της αργίας, της λύσεως της υπαλληλικής σχέσεως, της εκπτώσεως και της εν γένει απολύσεως των περί ων το άρθρον 236 υπαλλήλων, διέπονται αναλόγως υπό των διατάξεων των εφαρμοζομένων επί του προσωπικού του υπαγομένου εις το Α΄Μέρος του παρόντος. 2.Τα του πειθαρχικού εν γένει δικαίου κατά τας ουσιαστικάς και διαδικαστικάς διατάξεις, των περί ών το άρθρον 238 υπαλλήλων, διέπονται αναλόγως υπό των διατάξεων των εφαρμοζομένων επί του προσωπικού του υπαγομένου εις το Α΄ Μέρος του παρόντος. Άρθρον 240 Αποδοχαί 1.Ο μισθός των υπαλλήλων του παρόντος κεφαλαίου ορίζεται κατ’ έτος δι’ αποφάσεως του οικείου συμβουλίου, αναλόγως προς την οικονομικήν δυνατότητα τούτου και εν πάση περιπτώσει ουχί κατώτερος του εκάστοτε μηνιαίου βασικού μισθού του 12 ου βαθμού γραμματέως (Αντί για τη σελ.140,453(δ) Σελ.140,453(ε) Τεύχος 1425 Σελ. 31 Κατάσταση Δημοτικών και Κοινοτικών Υπαλλήλων 3.Β.β.80 ειδικής περιωρισμένης διαβαθμίσεως. (Η ως άνω απόφασις υπόκειται εις την έγκρισιν του νομάρχου, δυναμένου και να μεταρρυθμίζη ταύτην, μετά σύμφωνον γνωμοδότησιν του κατά το άρθρον 5 υπηρεσιακού συμβουλίου). Το δεύτερο μέσα σε ( ) εδάφιο καταργήθηκε από την παρ.43 άρθρ.8 Νόμ.2307/8-15 Ιουν. 1995 (ΦΕΚ Α΄ 113), κατωτ. αριθ.
  16. 2.Ο μισθός των υπαλλήλων της προηγουμένης πραγράφου καταβάλλεται ανά δεκαπενθήμερον και εις την αρχήν εκάστου δεκαπενθημέρου. 3.Αι διατάξεις της παραγράφου 1 και κατά την υπό ταύτης οριζομένην διαδικασίαν εφαρμόζονται και επί των υπηρετούντων υπαλλήλων του παρόντος κεφαλαίου κατά την έναρξιν ισχύος του παρόντος κώδικος, μόνον εάν υφίσταται οικονομική δυνατότης. Εις πάσαν περίπτωσιν ο μηνιαίος μισθός δεν δύναται να ορισθή ανώτερος του εκάστοτε μηνιαίου βασικού μισθού του 9 ου βαθμού γραμματέως ειδικής περιορισμένης διαβαθμίσεως. 4.Αι διατάξεις της προηγουμένης παραγράφου εφαρμόζονται και επί των αδιαβαθμίστων υπαλλήλων των κοινοτήτων. Η με αριθ. 12256/25 Φεβρ./15 Μαρτ.1988 (ΦΕΚ Β΄142) αποφ. Υπ. Προεδρίας και Υφυπουργών Εσωτερικών και Οικονομικών, με την οποία ορίστηκε ότι: ο μισθός του προσωπικού των ΟΤΑ που υπάγεται στις διατάξεις του Κεφ. Β του Δεύτερου Μέρους του Νόμ.1188/1981 (άρθρ.236-240) ορίζεται κάθε χρόνο με απόφαση του οικείου συμβουλίου ανάλογα με την οικονομική δυνατότητα αυτού, ο οποίος για κάθε περίπτωση δεν μπορεί να είναι κατώτερος του βασικού μισθού του 28ου και ανώτερος του βασικού μισθού του 24ου, καταργήθηκε από την παρ. 3 της με αριθ. 2065378/9747/0022 /3-17 Οκτ. 1997 (ΦΕΚ Β΄ 920) Απ. Υπ. Εσωτ. Δημ. Διοικ. & Αποκ. και Οικονομ., κατωτ. αριθ.
  17. Σελ.140,454(ε) Τεύχος 1425 Σελ. 32 ΜΕΡΟΣ Γ΄ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΝ ΕΙΔΙΚΩΝ ΘΕΣΕΩΝ ΚΑΙ ΕΠΊ ΣΥΜΒΑΣΕΙ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΙΔΙΩΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α΄ ΕΙΔΙΚΑΙ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑΙ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΄Αρθρον 241 Γενικοί γραμματείς δήμων «1.Δήμοι με πληθυσμό πάνω από 20.000 κατοίκους, εφ’ όσον έχουν ανάλογη οικονομική δυνατότητα, μπορούν με τον οργανισμό εσωτερικής υπηρεσίας τους να συνιστούν θέση μετακλητού γενικού γραμματέα. «Με απόφαση του διοικητικού συμβουλίου του Συνδέσμου Δήμων και Κοινοτήτων Ιαματικών Πηγών Ελλάδας, μπορεί να συσταθεί θέση μετακλητού γενικού γραμματέα στο σύνδεσμο αυτόν». Οι αποδοχές του γενικού γραμματέα καθορίζονται με κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών και Οικονομικών σε ποσοστό των αποδοχών των υπαλλήλων ειδικών θέσεων α΄ βαθμού, χωρίς να θίγονται οι διατάξεις του Νόμ.1256/1982». Το μέσα σε « » δεύτερο εδάφιο αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ.44 αρθρ.8 Νόμ.2307/8-15 Ιουν. 1995 (ΦΕΚ Α΄ 113), κατωτ. αριθ.
  18. 3.Β.β.80 Κατάσταση Δημοτικών και Κοινοτικών Υπαλλήλων «Δυνατότητα σύστασις θέσης μετακλητού γενικού γραμματέα έχουν και οι δήμοι που είναι πρωτεύουσες νομών». Το μέσα στα « »τελευταίο εδάφιο προστέθηκε από το άρθρ.34 Νόμ.2130/22-23 Απρ. 1993 (ΦΕΚ Α΄62), ανωτ. σελ.52,
  19. Η παρ.1 αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ.3 άρθρ.26 Νόμ1832/16-17 Φεβρ. 1989 (ΦΕΚ Α΄ 54), ανωτ. σελ.52,
  20. 2.Ο γενικός γραμματεύς διορίζεται και απολύεται δι’ αποφάσεως του δημάρχου, δημοσιευομένης εν περιλήψει δια της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως. Ο γενικός γραμματεύς παύει να ασκή τα καθήκοντά του απολυόμενος αυτοδικαίως ευθύς ως ο προσλαβών τούτον δήμαρχος αποβάλη την ιδιότητα αυτού εξ οιουδήποτε λόγου. 3.Ο γενικός γραμματεύς προΐσταται αμέσως μετά τον δήμαρχον όλων των υπηρεσιών του οικείου δήμου και προσυπογράφει τα υπό του δημάρχου υπογραφόμενα έγγραφα. 4.Υφιστάμεναι θέσεις γενικού γραμματέως μετά την έναρξιν ισχύος του παρόντος εις δήμους πληθυσμού κάτω των 100.000 καταργούνται άμα τη καθ’ οιονδήποτε τρόπον εξόδω των κατεχόντων ταύτης. Ιδιαίτεροι γραμματείς δημάρχων Άρθρ.242.«1.Σε δήμο που είναι πρωτεύουσα νομού ή έχει πληθυσμό πάνω από είκοσι χιλιάδες κατοίκους μπορεί με τον οργανισμό εσωτερικής υπηρεσίας του να συνιστάται θέση μετακλητού ιδιαίτερου γραμματέα του δημάρχου. Σ’ αυτόν καταβάλλονται οι αποδοχές ειδικού συνεργάτη δήμου χωρίς να θίγονται οι διατάξεις του Νόμ.1256/1982, όπως ισχύει κάθε φορά». Η παρ.1 αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ.4 άρθρ.26 Νόμ.2130/22-23 Απρ. 1993, (ΦΕΚ Α΄62), ανωτ. σελ.52,
  21. 2.Ο ιδιαίτερος γραμματεύς διορίζεται και απολύεται δι’ αποφάσεως του δημάρχου, δημοσιευομένης εν περιλήψει δια της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως. Ο ιδαίτερος γραμματεύς παύει να ασκή τα καθήκοντά του απολυόμενος αυτοδικαίως ευθύς ως ο προσλαβών τούτον δήμαρχος αποβάλη την ιδιότητα αυτού εξ οιουδήποτε λόγου. (Μετά τη σελ. 140,454(ε) Σελ. 140,45401 Τεύχος 1425 Σελ. 33 Κατάσταση Δημοτικών και Κοινοτικών Υπαλλήλων 3.Β.β.80 3.Β.β.80 Κατάσταση Δημοτικών και Κοινοτικών Υπαλλήλων Προσωπικόν δημοτικών κοιμητηρίων Άρθρ.243.-1.«Ο αριθμός των εφημερίων και των ιεροδιακόνων που προσλαμβάνονται στους μη ενοριακούς ναούς των κοιμητηρίων που τελούν υπό τη διοίκηση και διαχείρηση των δήμων και κοινοτήτων καθορίζεται με απόφαση του οικείου δημοτικού ή κοινοτικού συμβουλίου». Ο διορισμός αυτών ενεργείται δι’ αποφάσεως του οικείου μητροπολίτου. Το μέσα σε « » πρώτο εδάφιο αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ.45 άρθρ.8 Νόμ.2307/8-15 Ιουν. 1995 (ΦΕΚ Α΄113) κατωτ. αριθ.
  22. 2.«Ο αριθμός των θέσεων και τα προσόντα των ιεροψαλτών και νεωκόρων των ιερών ναών της προηγούμενης παραγράφου καθορίζονται με απόφαση του οικείου δημοτικού ή κοινοτικού συμβουλίου». Η πλήρωσις των θέσεων τούτων ενεργείται δι’ αποφάσεως του οικείου δημάρχου ή προέδρου κοινότητος. Το προσωπικόν της παρούσης παραγράφου συνδέεται μετά του οικείου οργανισμού δια σχέσεως εργασίας ιδιωτικού δικαίου, τυχόν δε υφιστάμενοι μόνιμοι θέσεις ιεροψαλτών και νεωκόρων καταργούνται άμα τη καθ’ οιονδήποτε τρόπω κενώσει αυτών. Το μέσα σε « » πρώτο εδάφιο αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ.46 άρθρ.8 Νόμ.2307/8-15 Ιουν. 1995 (ΦΕΚ Α΄113) κατωτ. αριθ.
  23. 3.Ο βασικός μισθός μετά των προσαυξήσεων και επιδομάτων του κατά το παρόν άρθρον προσωπικού ορίζεται κατά τας εκάστοτε περί μισθοδοσίας εφημερίων, ιεροδιακόνων, ιεροψαλτών και νεωκόρων των ενοριακών ναών, ισχυούσας διατάξεις και καταβάλλεται εις βάρος του προϋπολογισμού του οικείου δήμου ή κοινότητος. ΄Αρθρον 244 Πρόσθετοι χωροφύλακες και αστυφύλακες. 1.Αι θέσεις των προσθέτων χωροφυλάκων και αστυφυλάκων των οργανισμών τοπικής αυτοδιοικήσεως και των παρ’ αυτοίς ιδρυμάτων ορίζονται δι’ αποφάσεως του οικείου συμβουλίου ή αδελφάτου υποκειμένης εις την έγκρισιν του νομάρχου. 2.Δια την πλήρωσιν των θέσεων της προηγουμένης παραγράφου και άπαντα τα αφορώντα εις τους υπηρετούντας και εφεξής προσλαμβανομένους προσθέτους χωροφύλακας και αστυφύλακας, εφορμόζονται αι εκάστοτε ισχύουσαι διατάξεις περί προσθέτων χωροφυλάκων και αστυφυλάκων εν γένει. ΄Αρθρον
  24. Δικηγόροι δήμων και ιδρυμάτων 1.Αι θέσεις των επί μηνιαία αντιμισθία δικηγόρων των δήμων και ιδρυμάτων αυτών συνιστώνται δια του οργανισμού εσωτερικής υπηρεσίας. Η πρόσληψις ενεργείται δι’ αποφάσεως του αρμοδίου προς διορισμόν οργάνου του οικείου ΟΤΑ, οι δε προσλαμβανόμενοι συνδέονται μετά του οικείου οργανισμού δια σχέσεως εντολής. 2.Εις τους Δήμους Αθηναίων, Πειραιώς και Θεσσαλονίκης δύναται να συσταθούν θέσεις δικηγόρων μέχρι εξ δια των Δήμον Αθηναίων, μέχρι τέσσαρες δια τον Δήμον Πειραιώς και μέχρι τέσσαρες δια τον Δήμο Θεσσαλονίκης, συμπεριλαμβανομένων και των υπηρετούντων εις τούτον νομικού συμβούλου και βοηθών αυτού. «Με τη διαδικασία της παρ.1 δύναται να συνιστώντ

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.