📄 Κείμενο νόμου
1.ΑΣΦΑΛΙΣΕΙΣ ΚΑΤΑ ΖΗΜΙΩΝ Α. Ταξινόμηση των κινδύνων κατά κλάδους: Με την παρ.2 άρθρ.15 Π.Δ.252/6-19 Αυγ.1996 (ΦΕΚ Α΄186), κατωτ.αριθ.26, καταργήθηκαν οι κωδικοί αριθμοί των κλάδων σε παρένθεση της παρ.1Α του παρόντος άρθρου. 1.(10)Ατυχήματα (συμπεριλαμβάνονται τα εργατικά ατυχήματα και οι επαγγελματικές ασθένειες). Περιλαμβάνει: 1.1παροχές κατ’ αποκοπή. 1.2.περιοδικές παροχές αποζημιώσεων. 1.3συνδυασμοί των ανωτέρω, 1.4μεταφερόμενα πρόσωπα 2.(11)Ασθένειες Περιλαμβάνει: 2.1παροχές κατ’ αποκοπή 2.2περιοδικές παροχές αποζημιώσεων 2.3συνδυασμοί των ανωτέρω 3.(12)Χερσαία οχήματα (εκτός σιδηροδρομικών). Περιλαμβάνει κάθε ζημία που υφίστανται. 3.1χερσαία οχήματα αυτοκινούμενα 3.2χερσαία οχήματα μη αυτοκινούμενα. 4.(13)Σιδηροδρομικά οχήματα. Περιλαμβάνει κάθε ζημία που υφίστανται αυτά. 5.(14)Αεροσκάφη Περιλαμβάνει κάθε ζημία που υφίστανται αυτά. 12.Μ.α.7 Ιδιωτική Επιχείρηση Ασφαλίσεως 6(15)Πλοία (θαλάσσια, λιμναία, και ποτάμια σκάφη). Περιλαμβάνει κάθε ζημία που υφίστανται. 6.1ποτάμια σκάφη 6.2λιμναία σκάφη 6.3θαλάσσια σκάφη 7(16)Μεταφερόμενα εμπορεύματα (συμπεριλαμβάνονται τα εμπορεύματα, οι αποσκευές και κάθε άλλο αγαθό). Περιλαμβάνει κάθε ζημία που υφίστανται τα μεταφερόμενα εμπορεύματα ή αποσκευές ή άλλα αγαθά ανεξάρτητα από το μεταφορικό μέσο. 8(17)Πυρκαϊά και στοιχεία της φύσεως Περιλαμβάνει κάθε ζημιά που υφίστανται τα αγαθά με εξαίρεση των αγαθών που περιλαμβάνονται στους κλάδους 3 μέχρι και 7, εφόσον προξενήθηκε από: 8.1Πυρκαϊά. 8.2Έκρηξη 8.3Θύελλα 8.4Άλλα στοιχεία της φύσης εκτός από την θύελλα 8.5Πυρηνική ενέργεια 8.6 Καθίζηση εδάφους. 9(18)Λοιπές ζημίες αγαθών. Περιλαμβάνει κάθε ζημιά σε αγαθά, με εξαίρεση των αγαθών που περιλαμβάνονται στους κλάδους 3 μέχρι και 7, εφόσον προξενήθηκε από χαλάζι ή παγετό καθώς και από άλλο γεγονός, όπως κλοπή και εφόσον η αιτία της ζημιάς δεν υπάγεται στον κλάδο 8. 10(19)Αστική ευθύνη από χερσαία αυτοκίνητα οχήματα. Περιλαμβάνει κάθε είδους αστική ευθύνη για ατυχήματα που προκαλούνται από την χρήση αυτοκινήτων συμπεριλαμβανομένης και της ευθύνης του μεταφορέα. 11(20)Αστική ευθύνη από αεροσκάφη. Περιλαμβάνει κάθε είδους αστική ευθύνη από την χρήση εναερίων οχημάτων καθώς και αυτή του μεταφορέα. 12(21)Αστική ευθύνη από θαλάσσια λιμναία και ποτάμια σκάφη. Περιλαμβάνει κάθε είδους αστική ευθύνη από την χρήση σκαφών θάλασσα, λιμνών και ποταμών, καθώς και αυτή του μεταφορέα. 13(22)Γενική αστική ευθύνη. Περιλαμβάνει όλες τις υπόλοιπες περιπτώσεις αστικής ευθύνης, που δεν εμπίπτουν στους κλάδους 10, 11, 12. -"14.Πιστώσεις : Στον κλάδο αυτό, ο ασφαλιστής, έναντι ασφαλίστρου, καλύπτει τον ασφαλισμένο για ζημία την οποία αυτός πιθανόν να υποστεί ως αποτέλεσμα της αποτυχίας ενός ή περισσοτέρων χρεωστών του να αντιμετωπίσουν τις υποχρεώσεις προς αυτόν (ασφαλισμένο), περιλαμβάνει δε τα εξής: 14.1 Γενική αφερεγγυότητα 14.2 Εξαγωγικές πιστώσεις (αφορά στις ασφαλίσεις εξαγωγικών πιστώσεων οι οποίες δεν γίνονται για λογαριασμό ή με την υποστήριξη του Κράτους) 14.3 Πωλήσεις με δόσεις 14.4 Ενυπόθηκες πιστώσεις 14.5 Αγροτικές πιστώσεις" -"15. Εγγυήσεις: Στον κλάδο αυτό, ο ασφαλιστής, έναντι ασφαλίστρου, εγγυάται για τον ασφαλισμένο την εκτέλεση απ' αυτόν των συμβατικών υποχρεώσεων του, περιλαμβάνει δε τα εξής: 15.1 ΄Αμεσες εγγυήσεις 15.2 ΄Εμμεσες εγγυήσεις" Οι μέσα σε «» κλάδοι 14 και 15 αντικαταστάθηκαν ως άνω από την παρ.2 άρθρ.15 Π.Δ.252/6-19 Αυγ.1996 (ΦΕΚ Α΄186), κατωτ.αριθ.26. 16(25)Διάφορες χρηματικές απώλειες Περιλαμβάνει: 16.1Κινδύνους απώλειας επαγγελματικής απασχόλησης 16.2Ανεπάρκεια εισοδήματος (γενική) 16.3Κακοκαιρία 16.4Απώλεια κερδών 16.5Τρέχοντα γενικά έξοδα 16.6Απρόβλεπτες εμπορικές δαπάνες 16.7Απώλειες αγοραίας αξίας 16.8Απώλεια μισθωμάτων ή εισοδημάτων 16.9Έμμεσες εμπορικές ζημιές εκτός από αυτές που ήδη αναφέρθηκαν. 16.10Μη εμπορικές οικονομικές απώλειες 16.11Λοιπές οικονομικές απώλειες. 17(26)Νομική προστασία. «18.(27)Βοήθεια 18.Βοήθεια σε πρόσωπα που περιέρχονται σε δυσχερή θέση κατά την διάρκεια μετακινήσεων ή απουσίας από την κατοικία ή από τον τόπο μόνιμης διαμονής τους». Η με αριθ. 18 περίπτ., προστέθηκε από την παρ. 3 άρθρ. 2 Π.Δ. 103/22 Μαρτ.-2 Απρ. 1990 (ΦΕΚ Α΄ 47), (Διόρθ. Σφαλμ. στο ΦΕΚ Α΄ 78/29-5-1990). «Περιλαμβάνει την ανάληψη των δικαστικών εξόδων και την παροχή άλλων υπηρεσιών που απορρέουν από την εν λόγω ασφαλιστική σύμβαση». Το μέσα στα « » άνω εδάφιο προστέθηκε από την περίπτ. Α΄ άρθρ. 2 Π.Δ. 459/8-14 Δεκ. 1990 (ΦΕΚ Α΄ 175). (Αντί για τη σελ. 238,01(β) Σελ. 238,01(γ) Τεύχος 1417 Σελ. 35 Ιδιωτική Επιχείρηση Ασφαλίσεως 12.Μ.α.7 Β. Ονομασία της άδειας λειτουργίας που παρέχεται ταυτοχρόνως για περισσότερους κλάδους. Όταν η άδεια λειτουργίας αφορά συγχρόνως: α)τους κλάδους υπ’ αριθ. 1 και 2, παρέχονται με την ονομασία «Ατυχήματα και Ασθένειες». β)τους κλάδους υπ’ αριθ. 1, 4, 3, 7 και 10 παρέχεται με την ονομασία «Ασφάλιση αυτοκινήτων», γ)τους κλάδους υπ’ αριθ. 1.4, 4, 6, 7 και 12 παρέχεται με την ονομασία «Ασφάλιση θαλάσσης και μεταφορών», δ)τους κλάδους υπ’ αριθ. 1.4, 5, 7 και 11, παρέχεται με την ονομασία «Ασφάλιση αεροσκαφών, ε)τους κλάδους υπ’ αριθ. 8 και 9, παρέχεται με την ονομασία «Πυρκαϊές και λοιπές ζημίες σε αγαθά», στ)τους κλάδους υπ’ αριθ. 10, 11, 12 και 13 παρέχεται με την ονομασία «Αστική ευθύνη», ζ)τους κλάδους υπ’ αριθ. 14 και 15 παρέχεται με την ονομασία «Πιστώσεις και εγγυήσεις», η)όλους τους κλάδους, παρέχεται με την ονομασία «Γενικών Ασφαλίσεων ζημιών». "2. ΑΣΦΑΛΙΣΕΙΣ ΖΩΗΣ Ταξινόμηση κατά κλάδους Ι. Κλάδος Ζωής Περιλαμβάνει: 1.Κυρίως τις ασφαλίσεις επιβίωσης, θανάτου, τις μικτές (θανάτου και επιβίωσης) και την ασφάλιση ζωής με επιστροφή του ασφαλίστρου. 2. Τις ασφαλίσεις προσόδων. 3.Τις ασφαλίσεις σωματικών βλαβών (στις οποίες περιλαμβάνεται και η ανικανότητα για επαγγελματική εργασία), θανάτου ένεκα ατυχήματος, αναπηρίας ένεκα ατυχήματος και ασθενείας, εφόσον οι πιο πάνω ασφαλίσεις συνάπτονται συμπληρωματικά στις ασφαλίσεις ζωής των κλάδων Ι1 και Ι2. II. Κλάδος γάμου και γεννήσεως III. Κλάδος ασφάλισης ζωής(Ι1), προσόδων(Ι2), γάμου και γεννήσεως (II) οι οποίες συνδέονται με επενδύσεις, σύμφωνα με το άρθρο 13γ περιπτ.Α του παρόντος. Αφορά σε εργασίες όπου: α) οι παροχές που περιλαμβάνονται στο ασφαλιστήριο συμβόλαιο είναι απευθείας συνδεδεμένες με την αξία των μεριδίων (μονάδων) ενός αμοιβαίου κεφαλαίου, ελληνικού ή άλλου κράτους-μέλους της Ε.Ε. και του Ε.Ο.Χ. ή με την αξία περιουσιακών στοιχείων που περιλαμβάνονται σ' ένα εσωτερικό κεφάλαιο της ασφαλιστικής επιχείρησης, συνήθως διηρημένο σε μονάδες (μερίδια), ή Σελ. 238,02(γ) Τεύχος 1417 Σελ. 36 β) οι παροχές που περιλαμβάνονται στο ασφαλιστήριο συμβόλαιο είναι απευθείας συνδεδεμένες με ένα δείκτη χρεωγράφου ή κάποια αξία αναφοράς άλλη από αυτές που αναφέρονται στο (α). IV. Κλάδος ασφάλισης υγείας (ατύχημα, ασθένεια) 1.Εργασίες διαρκούς ασφάλισης υγείας, οι οποίες είναι διαχειριζόμενες όπως οι ασφαλίσεις ζωής (τεχνικό επιτόκιο, πίνακες νοσηρότητας (ανικανότητας), μαθηματικά αποθέματα) και δεν υπόκεινται σε ακύρωση από τον ασφαλιστή. 2. Εργασίες των κλάδων 1 "Ατυχήματα" και 2 "Ασθένειες" των ασφαλίσεων κατά ζημιών, της παράγ.1 του παρόντος άρθρου. V. Κλάδος τοντίνας Τοντίνα είναι ένα σχέδιο (ασφαλιστήριο συμβόλαιο) με βάση το οποίο ένας αριθμός ατόμων συνεισφέρει σ'ένα λογαριασμό κεφαλαίου, το πιστωτικό υπόλοιπο του οποίου στο τέλος μιας προκαθορισμένης από το σχέδιο περιόδου, κατανέμεται μεταξύ των επιζώντων υπό μορφή κεφαλαίου ή μιας προσόδου, όπως ειδικότερα στο άρθρο 13γ περιπ.Β του παρόντος ορίζεται. VI. Κλάδος κεφαλαιοποίησης Αφορά σε εργασίες κεφαλαιοποίησης οι οποίες βασίζονται σε αναλογιστικούς υπολογισμούς και με τους οποίους αναλαμβάνονται υποχρεώσεις για ορισμένο χρονικό διάστημα και για ορισμένο ποσό έναντι εφ' άπαξ ή περιοδικών από πριν καθορισμένων καταβολών, όπως ειδικώτερα στα άρθρα 39 μέχρι 42 του παρόντος ορίζεται. 12.Μ.α.7 Ιδιωτική Επιχείρηση Ασφαλίσεως VII. Κλάδος διαχειρίσεως ομαδικών συνταξιοδοτικών ταμείων (κεφαλαίων) 1. Διαχείριση των επενδύσεων ή και των αποθεματικών ασφαλιστικών Ταμείων, έργο των οποίων είναι η καταβολή παροχών υγείας ή παροχών σε περίπτωση θανάτου, ανικανότητας, επιβίωσης, διακοπής ή μείωσης της εργασίας σε εκείνους που έχουν συμβληθεί με αυτά. Η διαχείριση των ανωτέρω κεφαλαίων από την ασφαλιστική επιχείρηση εμφανίζεται στις οικονομικές καταστάσεις, σύμφωνα με το άρθρο 62 παράγ.2 του παρόντος. Στην περίπτωση του άρθρου 62 παραγ.2 πρώτο εδάφιο του παρόντος, τα τυχόν ελλείμματα ή πλεονάσματα στη διαχείρηση χρεώνονται ή πιστώνονται αντίστοιχα στο ασφαλιστικό Ταμείο. 2. α) Η περίπτωση VII 1 όταν η ασφαλιστική επιχείρηση έχει συμβληθεί με άλλη επιχείρηση ή νομικό πρόσωπο για την διαχείρηση των ομαδικών συνταξιοδοτικών κεφαλαίων του προσωπικού της. β) Η περίπτωση VII 2α όταν η ασφαλιστική επιχείρηση εγγυάται επιτόκιο και άλλες παροχές (Ασφαλισμένα ομαδικά συνταξιοδοτικά προγράμματα). VIII. Κλάδος ομαδικών προγραμμάτων πρόνοιας σύμφωνα με το κεφάλαιο Ι, τίτλος IV του βιβλίου IV του Γαλλικού κώδικα ασφαλίσεων. 1. Χωρίς επενδυτικό κίνδυνο (εγγυημένο επιτόκιο) και άλλες εγγυημένες παροχές. 2. Με επενδυτικό κίνδυνο και άλλες εγγυημένες παροχές. IX. Κλάδος παρομοίων εργασιών με την κοινωνική ασφάλιση Περιλαμβάνει εργασίες, οι οποίες συνίστανται σε παροχές που εξαρτώνται από τη διάρκεια της ανθρώπινης ζωής και ορίζονται ή προβλέπονται από τη νομοθεσία περί κοινωνικής ασφάλισης, εφόσον οι εργασίες αυτές βασίζονται σε ιδιωτική σύμβαση, γίνονται με ευθύνη της ασφαλιστικής επιχείρησης και δεν είναι αντίθετες με άλλες διατάξεις νόμων." Η παρ.2 αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ.3 άρθρ.15 Π.Δ.252/6-19 Αυγ.1996 (ΦΕΚ Α΄186), κατωτ.αριθ.26. "3. Κατά την έννοια του παρόντος νομοθετικού διατάγματος ως "μεγάλοι κίνδυνοι" νοούνται: α) Οι κίνδυνοι που κατατάσσονται στους κλάδους 4 "Σιδηροδρομικά οχήματα", 5 "Αεροσκάφη", 6 "Πλοία (θαλάσσια, λιμναία και ποτάμια σκάφη)" 7 "Μεταφερόμενα εμπορεύματα", 11 "Αστική ευθύνη από αεροσκάφη" και 12 "Αστική ευθύνη από θαλάσσια, λιμναία και ποτάμια σκάφη" της ταξινόμησης του σημείου Α της παραγρ.1 του άρθρου 13 του παρόντος. β) Οι κίνδυνοι που κατατάσσονται στους κλάδους 14 "Πιστώσεις" και 15 "Εγγυήσεις" της ταξινόμησης του σημείου Α της παράγ.1 του άρθρου 13 του παρόντος όταν ο ασφαλισμένος ασκεί κατ' επάγγελμα βιομηχανική ή εμπορική δραστηριότητα ή ελευθέριο επάγγελμα και ο κίνδυνος σχετίζεται με τη δραστηριότητα αυτή. γ) Οι κίνδυνοι που κατατάσσονται στους 3 "Χερσαία οχήματα"(εκτός σιδηροδρομικών), 8 "Πυρκαϊά και στοιχεία της φύσεως", 9 "Λοιπές ζημιές αγαθών", 10 "αστική ευθύνη από χερσαία αυτοκίνητα οχήματα", 13 "Γενική αστική ευθύνη", 16 "Διάφορες χρηματικές απώλειες" της ταξινόμησης του σημείου Α της παραγρ.1 του άρθρου 13 του παρόντος, εφόσον ο ασφαλισμένος υπερβαίνει αριθμητικά τα όρια δύο τουλάχιστον από τα παρακάτω τρία κριτήρια: Πρώτο στάδιο από 1.1.1995 - 31.12.1998 -σύνολο ισολογισμού: 12,4 εκατομ. ECU-καθαρό ποσό κύκλου εργασιών: 24 εκατομ ECU -μέσος αριθμός απασχολουμένων προσώπων κατά τη διάρκεια του οικονομικού έτους: 500 Δεύτερο στάδιο από 1.1.1999-σύνολο ισολογισμού: 6,2 εκατομ. ECU-καθαρό ποσό του κύκλου εργασιών: 12,8 εκατομ. ECU-μέσος αριθμός των απασχολουμένων προσώπων κατά τη διάρκεια του οικονομικού έτους: 250. Εάν ο ασφαλισμένος μετέχει σε σύνολο επιχειρήσεων που καταρτίζουν ενοποιημένους λογαριασμούς σύμφωνα με τα άρθρα 90 επ. του κ.ν. 2190/20, όπως ισχύει, η συνδρομή των παραπάνω κριτηρίων, ελέγχεται βάσει των ενοποιημένων λογαριασμών". Η παρ.3 προστέθηκε με την παρ.4 άρθρ.15 Π.Δ.252/6-19 Αυγ.1996 (ΦΕΚ Α΄186), κατωτ.αριθ.26. Το άρθρ. 13 αντικαταστάθηκε ως άνω από το άρθρ. 12 Π.Δ. 118/8-8 Μαρτ. 1985 (ΦΕΚ Α΄ 35) κατωτ. αριθ. 20. (Αντί για τη σελ. 238,021) Σελ. 238,021(α) Τεύχος 1417 Σελ. 37 Ιδιωτική Επιχείρηση Ασφαλίσεως 12.Μ.α.7 άρθρ.6 Π.Δ.288/18-23 Οκτ.2002 (ΦΕΚ Α΄258), κατωτ.αριθ.37. Σελ. 240,02(β) Τεύχος 1444 Σελ. 20 "Άρθρ.17α.- 1. Κάθε ελληνική ασφαλιστική επιχείρηση υποχρεούται να συγκροτεί επαρκές περιθώριο φερεγγυότητας ανάλογο προς το σύνολο των δραστηριοτήτων της, το οποίο αντιστοιχεί στην περιουσία της την ελεύθερη από κάθε προβλεπόμενη υποχρέωση, χωρίς να συνυπολογίζονται σ' αυτή τα άϋλα περιουσιακά στοιχεία της. "2. Όπου στους υπολογισμούς του αναγκαίου περιθωρίου φερεγγυότητας λαμβάνονται υπόψη τα ασφάλιστρα (εισφορές), εννοούνται τα ακαθάριστα δεδουλευμένα ασφάλιστρα των στοιχείων κδ και κζ του άρθρου 2α". Η παρ.2 αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ.3 άρθρ.5 Π.Δ.288/18-23 Οκτ.2002 (ΦΕΚ Α΄258), κατωτ.αριθ.37. 3. Προκειμένου για δραστηριότητες ασφαλίσεων κατά ζημιών, το αναγκαίο περιθώριο φερεγγυότητας υπολογίζεται σε συνάρτηση είτε προς το ετήσιο ποσό ασφαλίστρων ή αλληλασφαλιστικών εισφορών είτε προς τη μέση επιβάρυνση των ασφαλιστικών αποζημιώσεων των τριών τελευταίων χρήσεων ή, προκειμένου περί επιχειρήσεων οι οποίες καλύπτουν βασικά μόνο ένα ή περισσότερους από τους κινδύνους θύελλας, χαλαζιού ή παγετού, των επτά τελευταίων χρήσεων και λαμβάνεται σαν αναγκαίο περιθώριο φερεγγυότητας το μεγαλύτερο από τα πιο πάνω δυο αποτελέσματα. Τα στοιχεία, τα οποία απαρτίζουν «το αναγκαίο περιθώριο φερεγγυότητας» είναι κυρίως: α) Το μετοχικό κεφάλαιο που έχει καταβληθεί ή προκειμένου για τους αλληλασφαλιστικούς συνεταιρισμούς το αλληλασφαλιστικό ποσό που αρχικά έχει καταβληθεί. 12.Μ.α.7 Ιδιωτική Επιχείρηση Ασφαλίσεως β) Το μισό του μη καταβεβλημένου μετοχικού κεφαλαίου ή αλληλασφαλιστικού ποσού, εφόσον το 25% κάθε αύξησης αυτών έχει υποχρεωτικά καταβληθεί. γ) Τα αποθεματικά (νόμιμα και ελεύθερα) που δεν αντιστοιχούν σε ασφαλιστικές υποχρεώσεις. δ) Τα κέρδη που μεταφέρονται στη νέα εταιρική χρήση. ε) Οι συμπληρωματικές εισφορές που είναι δυνατό να απαιτηθούν από τους αλληλασφαλιστικούς συνεταιρισμούς που έχουν μεταβλητές εισφορές για τη συγκεκριμένη χρήση μέχρι το μισό της διαφοράς μεταξύ των μεγίστων εισφορών που δύνανται να απαιτηθούν και αυτών που πράγματι απαιτούνται. Αυτές οι απαιτήσεις δεν μπορούν να αντιπροσωπεύουν ποσό μεγαλύτερο του 50% «του αναγκαίου περιθωρίου φερεγγυότητας». ζ) Οι υπεραξίες που προκύπτουν λόγω υποεκτίμησης στοιχείων του ενεργητικού εφόσον δεν οφείλονται σε εξαιρετικές περιστάσεις και μόνο αφού χορηγηθεί σχετική έγκριση από το Υπουργείο Εμπορίου, κατόπιν αιτιολογημένης αίτησης της ασφαλιστικής επιχείρησης. η) Το σωρευτικό προνομιούχο μετοχικό κεφάλαιο και τα δάνεια μειωμένης διασφάλισης, τα οποία μπορούν να περιληφθούν μόνον μέχρι ποσοστού 50% «του αναγκαίου περιθωρίου φερεγγυότητας», 25% κατ' ανώτατο όριο του οποίου περιλαμβάνει δάνεια μειωμένης διασφάλισης με καθορισμένη διάρκεια ή προνομιούχο σωρευτικό μετοχικό κεφάλαιο με καθορισμένη διάρκεια, εφόσον πληρούνται τουλάχιστον τα ακόλουθα κριτήρια: - σε περίπτωση πτώχευσης ή εκκαθάρισης ασφαλιστικής επιχείρησης, να υπάρχουν δεσμευτικές συμφωνίες βάσει των οποίων τα δάνεια μειωμένης διασφάλισης ή το προνομιούχο μετοχικό κεφάλαιο κατατάσσεται μετά τις απαιτήσεις όλων των άλλων πιστωτών και δεν εξοφλούνται παρά μόνο μετά την εξόφληση όλων των άλλων εκκρεμούντων τη στιγμή εκείνη χρεών. Τα δάνεια μειωμένης διασφάλισης πρέπει να πληρούν επίσης τις ακόλουθες προϋποθέσεις: - να έχουν εγκριθεί από το Υπουργείο Εμπορίου - να μην προέρχονται από θυγατρικές επιχειρήσεις ή επιχειρήσεις που ελέγχονται από την ασφαλιστική επιχείρηση και να μην αποτελούν επένδυση τεχνικών αποθεμάτων ή στοιχείο περιθωρίου φερεγγυότητας στις ασφαλιστικές επιχειρήσεις που τα παρέχουν. Τα ως άνω δάνεια αναλύονται στο προσάρτημα των οικονομικών καταστάσεων κατά δανειστή. - να λαμβάνονται υπόψη μόνο τα ποσά που έχουν πράγματι καταβληθεί - η αρχική διάρκεια των δανείων, με καθορισμένη λήξη, πρέπει να είναι τουλάχιστον πενταετής. ΄Ενα έτος το αργότερο πριν από τη λήξη, η ασφαλιστική επιχείρηση υποβάλλει στο Υπουργείο Εμπορίου για έγκριση, σχέδιο που ορίζει πως το περιθώριο φερεγγυότητας θα διατηρηθεί ή θα αυξηθεί στο επιθυμητό επίπεδο κατά τη λήξη, εκτός εάν το ποσό μέχρι το οποίο το δάνειο μπορεί να συμπεριληφθεί στα συστατικά μέρη του περιθωρίου φερεγγυότητας μειώνεται σταδιακά κατά τα τελευταία πέντε τουλάχιστον έτη προ της λήξεως. Το Υπουργείο Εμπορίου μπορεί να επιτρέπει την προ της λήξης εξόφληση αυτών των ποσών εφόσον η σχετική αίτηση υποβάλλεται από την εκδότρια ασφαλιστική επιχείρηση και το περιθώριο φερεγγυότητας της δεν είναι κατώτερο του απαιτούμενου επιπέδου. - τα δάνεια μη καθορισμένης λήξεως εξοφλούνται μόνο με πενταετή προειδοποίηση, εκτός εάν δεν θεωρούνται πλέον ως συστατικό μέρος του περιθωρίου φερεγγυότητας ή εάν για την πρόωρη εξόφληση τους απαιτείται προηγούμενη σύμφωνη γνώμη του Υπουργείου Εμπορίου. Στην τελευταία αυτή περίπτωση η ασφαλιστική επιχείρηση ενημερώνει το Υπουργείο Εμπορίου τουλάχιστον έξι μήνες πριν από την προτεινόμενη ημερομηνία εξόφλησης, υποδεικνύοντας το πραγματικό και αναγκαίο περιθώριο φερεγγυότητας της ασφαλιστικής επιχείρησης πριν και μετά την εξόφληση αυτή. Το Υπουργείο Εμπορίου επιτρέπει την εξόφληση μόνον εάν το περιθώριο φερεγγυότητας της ασφαλιστικής επιχείρησης δεν κινδυνεύει να κατέβει κάτω από το απαιτούμενο επίπεδο - η σύμβαση δανείου δεν πρέπει να περιλαμβάνει ρήτρες που προβλέπουν ότι σε συγκεκριμένες περιστάσεις, εκτός από την εκκαθάριση της ασφαλιστικής επιχείρησης, η οφειλή καθίσταται απαιτητή πριν από τη συμφωνημένη ημερομηνία εξόφλησης - η σύμβαση δανείου μπορεί να τροποποιηθεί μόνον αφού το Υπουργείο Εμπορίου δηλώσει ότι δεν αντιτίθεται στην τροποποίηση. θ) Τα ομολογιακά δάνεια, όταν εκδίδονται δια δημόσιας εγγραφής σύμφωνα με το άρθρο 8α του ν.2190/20 μέχρι 50% «του αναγκαίου περιθωρίου φερεγγυότητας» για τα δάνεια αυτά, τα δάνεια μειωμένης διασφάλισης και το σωρευτικό προνομιούχο μετοχικό κεφάλαιο της προηγουμένης περίπτωσης. Δεν μπορούν να αποκτήσουν ομολογίες κατά την έκδοση τους (δημόσια εγγραφή) θυγατρικές επιχειρήσεις ή επιχειρήσεις που ελέγχονται από την ασφαλιστική επιχείρηση. Στο προσάρτημα των οικονομικών καταστάσεων αναφέρεται το ποσό των ομολογιακών δανείων που αποτελεί συστατικό «του αναγκαίου περιθωρίου φερεγγυότητας». (Αντί για τη σελ.240,021) Σελ. 240,021(α) Τεύχος 1444 Σελ. 21 Ιδιωτική Επιχείρηση Ασφαλίσεως 12.Μ.α.7 Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς συνεργάζεται με το Υπουργείο Εμπορίου σε περίπτωση εκδόσεως ομολογιακών δανείων τα οποία πρόκειται να αποτελέσουν στοιχείο «του αναγκαίου περιθωρίου φερεγγυότητας». Τα ομολογιακά δάνεια πρέπει επίσης να πληρούν και τις κάτωθι προϋποθέσεις: - δεν μπορούν να ρευστοποιηθούν με πρωτοβουλία του κομιστή χωρίς προηγούμενη συμφωνία του Υπουργείου Εμπορίου - η σύμβαση έκδοσης των τίτλων πρέπει να παρέχει στην ασφαλιστική επιχείρηση τη δυνατότητα να αναβάλει την καταβολή των τόκων του δανείου - Οι απαιτήσεις του δανειστή έναντι της ασφαλιστικής επιχειρήσεως πρέπει να κατατάσσονται μετά τις απαιτήσεις όλων των άλλων πιστωτών που δεν έχουν μειωμένη διασφάλιση - τα έγγραφα τα σχετικά με την έκδοση των τίτλων πρέπει να προβλέπουν τη δυνατότητα απορρόφησης των ζημιών από το χρέος και την μη πληρωμή των τόκων επιτρέποντας συγχρόνως τη συνέχιση των δραστηριοτήτων της ασφαλιστικής επιχείρησης. - λαμβάνονται υπόψη μόνο τα ποσά που έχουν πράγματι καταβληθεί. ι) Το αποθεματικό εξισορρόπησης του άρθρου 7 παραγρ. 2Αδ του παρόντος, μέχρι το ποσό που έχει υπολογισθεί δεν λαμβάνεται υπόψη για τον υπολογισμό «του αναγκαίου περιθωρίου φερεγγυότητας». 4. Προκειμένου για δραστηριότητες ασφαλίσεων ζωής το αναγκαίο περιθώριο φερεγγυότητας καθορίζεται ανάλογα με τους ασκούμενους κλάδους σύμφωνα με τα πιο κάτω στην παράγραφο 6 οριζόμενα. Στους υπολογισμούς του αναγκαίου περιθωρίου φερεγγυότητας, για δραστηριότητες ασφαλίσεων ζωής, ο όρος "κεφάλαιο κινδύνου" θα σημαίνει το ποσό που είναι πληρωτέο σε περίπτωση θανάτου μείον το μαθηματικό απόθεμα του συνολικού κινδύνου που έχει ασφαλισθεί. Επίσης όταν για τους υπολογισμούς του αναγκαίου περιθωρίου φερεγγυότητας χρησιμοποιούνται μαθηματικά αποθέματα λαμβάνονται υπόψη και τα μεταφερόμενα (αναπόσβεστα) έξοδα προσκτήσεως που έχουν υπολογισθεί αναλογιστικώς σύμφωνα με τις διατάξεις του στοιχ.ιγ της παραγράφου 5 του άρθρου 8 του παρόντος ν.δ/τος. Σελ. 240,022(α) Τεύχος 1444 Σελ. 22 Τα στοιχεία που απαρτίζουν το περιθώριο φερεγγυότητας είναι: α) Η ελεύθερη περιουσία της επιχείρησης από κάθε υποχρέωση που δύναται να προβλεφθεί, χωρίς να συνυπολογίζονται τα άϋλα περιουσιακά στοιχεία αυτής, που περιλαμβάνει κυρίως τα στοιχεία που προβλέπονται στην παράγραφο 2 εδ.α, β, γ και δ του παρόντος άρθρου. β) Ποσοστό μέχρι 25% των αποθεματικών κερδών τα οποία εμφανίζονται στον ισολογισμό και εφόσον δύνανται να χρησιμοποιηθούν για κάλυψη ενδεχομένων ζημιών και δεν έχει αποφασισθεί να διατεθούν για διανομή στους ασφαλισμένους. γ) Τα στοιχεία που προβλέπονται στην παραγ.2 εδαφ.η και θ του παρόντος άρθρου. δ) ΄Επειτα από αιτιολογημένη αίτηση της ενδιαφερομένης επιχείρησης και εφόσον συναινεί η αρμόδια Υπηρεσία του Υπουργείου Εμπορίου: i) To ένα δεύτερο από τα μελλοντικά κέρδη της επιχείρησης τα οποία υπολογίζονται δια πολλαπλασιασμού του κατ΄ εκτίμηση ετήσιου κέρδους επί ένα συντελεστή που αντιπροσωπεύει τη μέση υπολειπόμενη διάρκεια των συμβάσεων. Ο συντελεστής αυτός δεν μπορεί να είναι μεγαλύτερος του 10. Το κατ' εκτίμηση ετήσιο Κέρδος είναι ο αριθμητικός μέσος όρος των κερδών που έχει πραγματοποιήσει η επιχείρηση κατά τα τελευταία πέντε χρόνια από τις δραστηριότητες ασφάλισης ζωής. Οι βάσεις εξεύρεσης του συντελεστή και τα στοιχεία που περιέχουν τα κέρδη που έχουν πραγματοποιηθεί θα καθορισθούν με απόφαση του Υπουργείου Εμπορίου. "ii. Οι υπεραξίες που προκύπτουν λόγω υποεκτίμησης στοιχείων ενεργητικού, εφ' όσον δεν οφείλονται σε εξαιρετικές περιστάσεις , μόνο αφού χορηγηθεί έγκριση από το Υπουργείο Ανάπτυξης, και με την προϋπόθεση ότι, για μη εισηγμένα χρεόγραφα, απαιτείται η εκδότρια επιχείρηση να έχει δημοσιεύσει επισήμως οικονομικές καταστάσεις ελεγμένες από ορκωτό ελεγκτή". Το μέσα σε «» σημείο ii αντικαταστάθηκε ως άνω από την περίπτ.α΄ παρ.6 άρθρ.5 Π.Δ.288/18-23 Οκτ.2002 (ΦΕΚ Α΄258), κατωτ.αριθ.37. 12.Μ.α.7 Ιδιωτική Επιχείρηση Ασφαλίσεως «5. Για τον υπολογισμό της υπεραξίας ακινήτων και χρεογράφων, η οποία μπορεί να αποτελέσει στοιχείο περιθωρίου φερεγγυότητας, ως τρέχουσα αξία λαμβάνεται υπόψη, για μεν τα ακίνητα το 85%της αξίας, όπως προσδιορίζεται στο άρθρ.8 παρ.5 στοιχ.α΄ και γ΄, για δε τα χρεόγραφα αυτή που προκύπτει σύμφωνα με τις αξίες που αναφέρονται στο προσάρτημα των οικονομικών καταστάσεων ή σε άλλες καταστάσεις που επίσημα υποβάλλονται κατά νόμο στο Υπουργείο Ανάπτυξης». Η παρ.5, όπως είχε αντικατασταθεί από την περίπτ.ε΄ της παρ.5 άρθρ.10 Νόμ.2741/28-28 Σεπτ.1999 (ΦΕΚ Α΄199), τόμ.5 σελ.180,03, και την περίπτ.β΄ παρ.6 άρθρ.5 Π.Δ.288/18-23 Οκτ.2002 (ΦΕΚ Α΄258), κατωτ.αριθ.37, αντικαταστάθηκε και πάλι ως άνω από την παρ.3 άρθρ. 34 Π.Δ. 118/8-8 Μαρτ. 1985 (ΦΕΚ Α΄ 35) (κατωτ. αριθ. 20) Άρθρ.3.-Εις τας κατά το άρθρ. 2 του παρόντος Ασφαλιστικάς (Εταιρείας) παρέχονται, κατ’ εξαίρεσιν, οι ακόλουθοι διευκολύνσεις και απαλλαγαί: α)Η ευχέρεια εκδόσεως των ασφαλιστηρίων συμβολαίων (του κλάδου τούτου) εις ξένον νόμισμα ή συνάλλαγμα εις την αλλοδαπήν, εις ξένην μόνον γλώσσαν, η ασφάλισις των αναλαμβανομένων κινδύνων δι’ αναφοράς εις όρους εν χρήσει εν τη αλλοδαπή και η δια σχετικού όρου του ασφαλιστηρίου συμβολαίου υπαγωγή της συμβάσεως ασφαλίσεως εις αλλοδαπόν δίκαιον και εις αποκλειστικήν αρμοδιότητα αλλοδαπών δικαστηρίων ή αλλοδαπής διαιτησίας ως και η καταβολή των πάσης φύσεως ασφαλιστικών αποζημιώσεων, συναφών απαιτήσεων (σώστρα κλπ.) ή εγγυήσεων εις συνάλλαγμα εις αλλοδαπήν. β)Η απαλλαγή των ασφαλίστρων, αντασφαλίστρων, προμηθειών, εκπτώσεων, αποζημιώσεων και πάσης άλλης εκ της ασκήσεως (του κλάδου τούτου) προκυπτούσης υποχρεώσεως από παντός τέλους χαρτοσήμου, φόρου, τέλους ή δικαιώματος υπέρ του Δημοσίου ή τρίτων και εισφοράς υπέρ οιουδήποτε Οργανισμού ή Ταμείου ή Οργανώσεως δι’ οιανδήποτε αιτίαν. Η ως άνω (Αντί για τη σελ. 246,03(β) Σελ. 246,03(γ) Τεύχος Ζ122-Σελ. 51 Ιδιωτική Επιχείρηση Ασφαλίσεως 12.Μ.α.9 απαλλαγή δεν αφορά τα συμβολαιογραφικά δικαιώματα άτινα δεν δύνανται να υπερβώσι τας 5.000 δι’ έκαστον συμβολαιογραφικόν έγγραφον. Στις άνω περιπτώσεις α και β οι λέξεις «του κλάδου τούτου» αντικαταστάθηκαν από τις λέξεις των «κατά το άρθρ. 1 του παρόντος ασφαλίσεων» από την παρ. 2 άρθρ. 35 Π.Δ. 118/8-8 Μαρτ. 1985 (ΦΕΚ Α΄ 35) (κατωτ. αριθ. 20) «γ)Η απαλλαγή από το φόρο εισοδήματος των μη διανεμομένων κερδών από την άσκηση εργασιών ασφάλισης πλοίων και αεροσκαφών ή από την περιουσία της επιχείρησης ή οποιαδήποτε άλλη πηγή που αφορά στις ασφαλίσεις αυτές που μεταφέρονται σε αποθεματικό και μέχρι την εξίσωση του αποθεματικού αυτού με το ύψος του απαιτούμενου κεφαλαίου για την άσκηση ασφαλίσεων πλοίων και αεροσκαφών σύμφωνα με το άρθρ. 17, του Π.Δ. 400/70 (ΦΕΚ 10/Α/1970) όπως τροποποιήθηκε, ή εφόσον πρόκειται για επιχείρηση που ασκεί μόνο ασφαλίσεις πλοίων και αεροσκαφών, προς το ύψος του κεφαλαίου της». Η περίπτ. γ΄ αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. 3 άρθρ. 35 Π.Δ. 118/8-8 Μαρτ. 1985 (ΦΕΚ Α΄ 35) (κατωτ. αριθ 20). ΄Αρθρ.4.-1.Αι κατά το άρθρ. 2 του παρόντος ασφαλιστικαί (Εταιρείαι) δύνανται να συστήσωσι μεταξύ των Κοινοπραξίαν, επί τω σκοπώ συντονισμού της δραστηριότητος αυτών και της εν συνασφαλίσει, ήτοι κατ’ αναλογίαν της υφ’ εκάστου μέλους ασφαλιστικής καλύψεως, άνευ αλληλεγγύου και εις ολόκληρον ευθύνης αυτών, αναλήψεως των κινδύνων. 2.Η Κοινοπραξία φέρουσα την ονομασίαν «ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΚΟΙΝΟΠΡΑΞΙΑ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ ΠΛΟΙΩΝ ΚΑΙ ΑΕΡΟΣΚΑΦΩΝ (Ε.Κ.Α.Π.Α.) θα τυγχάνη νομικόν πρόσωπον ιδιωτικού δικαίου και θα διέπεται υπό καταστατικού, όπερ μετά την υπογραφήν του υπό των Ιδρυτικών της Κοινοπραξίας (Εταιρειών), εγκρίνεται δια κοινής αποφάσεως των Υπουργών Συντονισμού, Οικονομικών, Εμπορικής Ναυτιλίας και Εμπορίου και δημοσιεύεται εις το ΔΕΛΤΙΟΝ Α.Ε. και Ε.Π.Ε.» της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως. 3.Το καταστατικόν της Κοινοπραξίας δέον όπως περιλαμβάνη τον σκοπόν, την έδραν αυτής, τον τρόπον και διαδικασίαν εγγραφής, αποχωρήσεως ή διαγραφής των μελών αυτής, τα όργανα της διοικήσεως της Κοινοπραξίας, τας αρμοδιότητας της Γενικής Συνελεύσεως, τα της διαλύσεως και εκκαθαρίσεως της κοινοπραξίας, ως και πάσαν ετέραν λεπτομέρειαν αναγκαιούσαν δια την λειτουργίαν και επιτέλεσιν του σκοπού αυτής. Σελ. 246,04(γ) Τεύχος Ζ122-Σελ. 52 4.Πάσα τροποποίησις του καταστατικού της Κοινοπραξίας εγκρίνεται δια κοινής αποφάσεως των Υπουργών Συντονισμού, Οικονομικών, Εμπορικής Ναυτιλίας και Εμπορίου, δημοσιευομένης εις το «Δελτίον Α.Ε. και Ε.Π.Ε.» της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως. 5.Η συμμετοχή εις την κοινοπραξίαν δεν στερεί τα μέλη αυτής της ευχερείας να αναλαμβάνωσιν, ως αυτόνομοι και ανεξάρτητοι επιχειρήσεις, ασφαλίσεις πλοίων και αεροσκαφών, υπό τους εν τω καταστατικώ και τους κανονισμούς της Κοινοπραξίας εκάστοτε τιθεμένους περιορισμούς. 6.Η Κοινοπραξία μη ασκούσα δι’ ίδιον λογαριασμόν επιχείρησιν ασφαλίσεως, θα δέχεται εργασίας αποκλειστικώς και μόνον μέσω των μελών αυτής. 12.Μ.α.9 Ιδιωτική Επιχείρηση Ασφαλίσεως Άρθρο 5. «Στις ασφαλιστικές επιχείρησεις που μετέχουν στην «κοινοπραξία» και για όσο χρόνο μετέχουν σ’ αυτήν, παρέχονται κατ’ εξαίρεση οι ακόλουθες διευκολύνσεις μόνο για τις εργασίες ασφάλισης πλοίων και αεροσκαφών: 1.α)Προκειμένου για ημεδαπές ασφαλιστικές επιχειρήσεις, η ευχέρεια σχηματισμού ή συμπλήρωσης του κατά το άρθρ. 17 του Ν.Δ. 400/70 (ΦΕΚ 10/Α/1970) όπως τροποποιήθηκε, απαιτούμενου κεφαλαίου, που αναφέρεται στην άσκηση ασφαλίσεων πλοίων και αεροσκαφών, καθώς και των τυχόν εκάστοτε κατά νόμο αυξήσεών του, με εισφορά είτε χρεωγράφων είτε αστικών ακινήτων. Η σχετική πράξη απαλλάσσεται από το φόρο μεταβίβασης ακινήτων και τα συμβολαιογραφικά δικαιώματα δεν μπορούν να υπερβούν το ποσό των 5.000 δραχμ. Επίσης, απαλλάσσονται από το φόρο υπεραξίας και γενικά από κάθε φόρο, τέλος ή δικαίωμα υπέρ του Δημοσίου και Τρίτων, Εισφορές Ταμείου Νομικών, τέλη μεταγραφής και κάθε άλλης σχετικής επιβάρυνσης. β)Προκειμένου για ημεδαπές ανώνυμες ασφαλιστικές εταιρείες, εφόσον εισαχθούν στο Χρηματιστήριο. Από τις μετοχές αυτές το 60% που φέρουν ειδική σφραγίδα, θα είναι μεταβιβάσιμες μόνο σε πρόσωπα φυσικά ή νομικά Ελληνικής ιθαγένειας ή ιθαγένειας άλλου Κράτους-μέλους της ΕΟΚ με την έννοια του εκδοθέντος γενικού προγράμματος καταργήσεως των περιορισμών της ελεύθερης εγκατάστασης σύμφωνα με το άρθρ. 54 της συνθήκης της Ρώμης. Σε περίπτωση εξόδου Εταιρείας από τη Κοινοπραξία, η εταιρεία υποχρεούται να μεταφέρει όλες τις μετοχές της σε ονομαστικές διαφορετικά ανακαλείται η σχετική άδεια λειτουργίας της». Η πρώτη φραστική περίοδος και οι περιπτ. α και β αντικαταστάθηκαν ως άνω από την παρ. 1 άρθρ. 36 Π.Δ. 118/8-8 Μαρτ. 1985 (ΦΕΚ Α΄ 35) (κατωτ. αριθ. 20). «2.α)Η ελεύθερη χωρίς άδεια ή έγκριση διενέργεια σε ξένο νόμισμα ή συνάλλαγμα των δραστηριοτήτων τους που εμπίπτουν στις ασφαλίσεις πλοίων και αεροσκαφών, δηλαδή: Οι φράσεις του άνω εδαφίου αντικαταστάθηκαν ως άνω από την παρ. 1 άρθρ. 36 Π.Δ. 118/8-8 Μαρτ. 1985 (ΦΕΚ Α΄ 35) (κατωτ. αριθ. 20). αα)Η συνομολότησις ασφαλίσεων και αντασφαλίσεων, των εν παρ. 1 του άρθρ. 1 κινδύνων. ββ)Η διενέργεια των εκ τούτων πάσης φύσεως προκυπτουσών δοσοληψιών, ως εισπράξεως και πληρωμής ασφαλίστρων, ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών προμηθειών, εκπτώσεων και επιστροφών. γγ)Η εκπλήρωσις των εκ των αναληφθέντων κινδύνων πηγαζουσών υποχρεώσων ως ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών αποζημιώσεων, συνεισφορών εις κοινάς αβαρίας, πληρωμών αμοιβών και εξόδων διασώσεως και πάσης άλλης οιασδήποτε φύσεως υποχρεώσεως δημιουργουμένης εκ της επελεύσεως των ασφαλιστικών κινδύνων. Τα ασφάλιστρα, τα αντασφάλιστρα και αι ασφαλιστικαί αποζημιώσεις καταβάλλονται εις το νόμισμα του ασφαλιστηρίου συμβολαίου. β)Η συνομολόγησις των ασφαλίσεων και αντασφαλίσεων είτε εις δραχμάς είτε εις ξένον νόμισμα ή συνάλλαγμα, είτε εν τη ημεδαπή είτε εν τη αλλοδαπή. Επί των εις ξένον νόμισμα ή συνάλλαγμα συνομολογουμένων ασφαλίσεων ή ανατασφαλίσεων, τα ασφάλιστρα και αντασφάλιστρα εισπράττονται εις το νόμισμα του ασφαλιστηρίου και κατατίθενται εις εξωλογιστικόν λογαριασμόν συναλλάγματος εις το ξένον νόμισμα, μη μετατρεπόμενον εις δραχμάς, τηρούμενον κατά περίπτωσιν επ’ ονόματι της Κοινοπραξίας ή εκάστης συμμετεχούσης εις αυτήν (Εταιρείας). Εις ην περίπτωσιν τα εις συνάλλαγμα διαθέσιμα της Κοινοπραξίας ή των συμμετεχουσών εις αυτήν (Εταιρειών), δεν επαρκούν δια την αντιμετώπισιν των εις συνάλλαγμα κατά την παρ. 2 (α) του παρόντος άρθρου αναγκών των, η Τράπεζα της Ελλάδος χορηγεί εις αυτάς, κατόπιν αποφάσεως της Νομισματικής Επιτροπής, το απαιτούμενον προς συμπλήρωσιν ποσόν συναλλάγματος. Η Νομισματική Επιτροπή αποφασίζει εις την περίπτωσιν ταύτην την χορήγησιν του απαιτουμένου συναλλάγματος, κατόπιν ελέγχου της ασφαλιστικής δραστηριότητος της Κοινοπραξίας ή της συμμετεχούσης εις την Κοινοπραξίαν (Εταιρείας). Εφ’ όσον εκ του τοιούτου ελέγχου ήθελε διαπιστωθεί εξαγωγή συναλλάγματος, υπό της Κοινοπραξίας ή της συμμετοχούσης (Εταιρείας), πέραν του πραγματικώς αναγκαιούντος προς εκπλήρωσιν των καθαρώς ασφαλιστικών υποχρεώσεων αυτών, ως αύται περιγράφονται εν τω παρόντι άρθρω, η Κοινοπραξία ή η συμμετέχουσα (Εταιρεία) υπόκεινται εις τας συνεπείας των νόμων περί Προστασίας Εθνικού Νομίσματος. (Αντί για τη σελ. 246,05(β) Σελ. 246,05(γ) Τεύχος 1417 Σελ. 99 Ιδιωτική Επιχείρηση Ασφαλίσεως 12.Μ.α.9 «γ)Η δυνατότητα να εκφράσουν σε ξένο νόμισμα το εγγυητικό τους κεφάλαιο συμμετοχής στην Κοινοπραξία, τα κάθε είδους αποθεματικά της Κοινοπραξίας και τα αποθεματικά των ασφαλιστικών επιχειρήσεων που μετέχουν σ’ αυτήν από τις ασφαλίσεις πλοίων και αεροσκαφών, καθώς και η δυνατότητα της τήρησης των λογιστικών βιβλίων και διατύπωσης των αποτελεσμάτων στο ίδιο νόμισμα για τις ασφαλίσεις αυτές». Η περιπτ. γ΄ αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. 1 του άρθρ. 36 Π..Δ. 118/8-8 Μαρτ. 1985 (ΦΕΚ Α΄ 35) (κατωτ. αριθ. 20). δ)Η τήρησις, τοποθέτησις και ελευθέρα διαχείρισις εν τη αλλοδαπή, άνευ προηγουμένης αδείας ή εγκρίσεως, των αναγκαίων πάσης φύσεως εγγυήσεων εκ των ιδίων εις συνάλλαγμα διαθεσίμων της Κοινοπραξίας ή των εις αυτήν μετεχουσών (Εταιρειών), δια την χορήγησιν εις αυτάς αδείας ασκήσεως «ασφαλίσεων» πλοίων και αεροσκαφών εν τη αλλοδαπή. Η φράση «του κλάδου ασφαλίσεως» αντικαταστάθηκε με τη λέξη «ασφαλίσεων» από την παρ. 2 άρθρ. 36 Π.Δ. 118/8-8 Μαρτ. 1985 (ΦΕΚ Α΄ 35) (κατωτ. αριθ. 20). 3.Άπασαι αι ανωτέρω διευκολύνσεις παρέχονται και εις την Κοινοπραξίαν δια την εκπλήρωσιν του σκοπού αυτής. Η Κοινοπραξία, ως μη ασκούσα δι’ ίδιον λογαριασμόν επιχείρησιν ασφαλίσεως και μη πραγματοποιούσα κέρδη, δεν υπόκειται ως τοιαύτη, εις φορολογίαν εισοδήματος. Στα άνω άρθρ. 3, 4 και 5 η λέξη «εταιρία» αντικατάσταθηκε με τη λέξη «επιχείρηση» από την παρ. 1 άρθρ. 35 Π.Δ. 118/8-8 Μαρτ. 1985 (ΦΕΚ Α΄ 35) (κατωτ. αριθ. 20). Άρθρ.6.-(Καταργήθηκε από την παρ.1 άρθρ.35 Π.Δ.252/6-19 Αυγ.1996, ΦΕΚ Α΄186, κατωτ.αριθ.26). Άρθρ.6 (7.)-1.Αι διατάξεις του Ν.Δ. 400/1970 «περί ιδιωτικής επιχειρήσεως ασφαλίσεως», έχουσιν εφαρμογήν και δια τας περί ων το παρόν επιχειρήσεις ασφαλίσεως πλοίων και αεροσκαφών και την Ελληνικήν Κοινοπραξίαν ασφαλίσεως πλοίων και αεροσκαφών εφ’ όσον δεν τροποποιούνται ή αντιτίθενται προς τας διατάξεις του παρόντος. Σελ. 246,06(γ) Τεύχος 1417 Σελ. 100 «2.Ειδικότερα, πλην των αναφερομένων στο άρθρ.2 του παρόντος εξαιρέσεων, δεν έχουν εφαρμογή επί των ασφαλίσεων πλοίων και αεροσκαφών και οι διατάξεις των άρθρ.29,33 και 51 του Ν.Δ. 400/70, όπως ισχύει». Η παρ.2 αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ.3 άρθρ.35 Π.Δ.252/6-19 Αυγ.1996 (ΦΕΚ Α΄186, κατωτ.αριθ.26. Άρθρ.7 (8).-Η ισχύς του παρόντος άρχεται από της δημοσιεύσεώς του δια της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως. Τα μέσα σε () άρθρ.(7) και (8) αναριθμήθηκαν ως άρθρ.6 και 7 αντίστοιχα από την παρ.2 άρθρ.10 Νόμ.3190/22-30 Οκτ.2003 (ΦΕΚ Α΄249), τόμ.11 σελ.270,24. Σύμφωνα δε με την παρ.4 ίδιου άρθρου Νόμ.3190/03, οι άνω διατάξεις ισχύουν και έχουν εφαρμογή για τις οικονομικές χρήσεις που λήγουν την 31-12-2002 και επόμενες. 6. Υπό την επιφύλαξη των οριζομένων στο άρθρο 17β, το αναγκαίο περιθώριο φερεγγυότητας για τις εργασίες ασφαλίσεων κατά ζημιών, καθορίζεται ίσο με το μεγαλύτερο από τα πιο κάτω αποτελέσματα: Πρώτο αποτέλεσμα (σε σχέση με τα ασφάλιστρα): Λαμβάνεται το άθροισμα: (α) των ασφαλίστρων ή των αλληλασφαλιστικών εισφορών, όπου συμπεριλαμβάνονται και τα παρεπόμενα δικαιώματα, που πραγματοποιήθηκαν κατά την τελευταία κλεισθείσα εταιρική χρήση από δραστηριότητες πρωτασφάλισης και (β) το ποσό των αντασφαλίστρων που έγιναν αποδεκτά κατά την τελευταία χρήση. Από το άθροισμα αυτό αφαιρείται το ποσό των ασφαλίστρων ή αλληλασφαλιστικών εισφορών που ακυρώθηκε κατά την τελευταία χρήση και το ποσό φόρων, τελών και εισφορών που αντιστοιχούν στα πιο πάνω ασφάλιστρα, αντασφάλιστρα ή εισφορές. Το ποσό που εξευρίσκεται με αυτό τον τρόπο, μοιράζεται σε δύο τμήματα εκ των οποίων το πρώτο αντιστοιχεί σε ποσό που δεν υπερβαίνει τα 10 εκατομμύρια ECU και το άλλο στο υπερβαίνον το ποσό αυτό. Με την πιο πάνω κατανομή λαμβάνεται ποσοστό 18% από το πρώτο τμήμα και 16% από το δεύτερο, τα οποία προσθέτονται. Το πρώτο αποτέλεσμα εξευρίσκεται με πολλαπλασιασμό του πιο πάνω αθροίσματος επί τον κατά την τελευταία χρήση λόγο μεταξύ του ποσού των ζημιών (αποζημιώσεων) που παραμένουν σε βάρος της ασφαλιστικής επιχείρησης, μετά την αφαίρεση των αντασφαλιστικών εκχωρήσεων, και του ποσού των ακαθάριστων ζημιών (αποζημιώσεων). Ο λόγος αυτός, σε καμμία περίπτωση δεν μπορεί να είναι μικρότερος του 50%. Δεύτερο αποτέλεσμα (σε σχέση με τις αποζημιώσεις): Λαμβάνεται το άθροισμα : (α) των ποσών των ασφαλιστικών αποζημιώσεων που καταβλήθηκαν για τις πρωτασφαλίσεις κατά τη διάρκεια των τριών τελευταίων χρήσεων ή επτά τελευταίων χρήσεων προκειμένου περί επιχειρήσεων που ασκούν βασικά μόνο ένα ή περισσότερους από τους κλάδους θύελλας, χαλαζιού ή παγετού (χωρίς αφαίρεση των ζημιών σε βάρος των εκδοχέων ή αντεκδοχέων), (β) του ποσού των αποζημιώσεων που καταβλήθηκαν κατά τη διάρκεια των αυτών περιόδων λόγω αποδοχής αντασφαλίσεων ή αντεκχωρήσεων, και (γ) του ποσού των προβλέψεων που έγιναν στο τέλος της τελευταίας χρήσης για τις ασφαλιστικές αποζημιώσεις που πρέπει να πληρωθούν, τόσο για τις πρωτασφαλίσεις όσο και για τις αποδοχές αντασφαλίσεων. Από το άθροισμα αυτό αφαιρείται: α) το ποσό των απαιτήσεων κατά τρίτων που εισπράχθηκαν καθ' υποκατάσταση της επιχείρησης στα δικαιώματα των ασφαλισμένων, κατά τη διάρκεια των τριών τελευταίων εταιρικών χρήσεων, προκειμένου δε περί επιχειρήσεων που ασκούν βασικά μόνο ένα ή περισσότερους από τους κλάδους χαλαζιού, θύελλας ή παγετού, των τελευταίων επτά εταιρικών χρήσεων, και β) το ποσό των προβλέψεων ή αποθεμάτων, που έγιναν κατά την έναρξη της δεύτερης χρήσης της προηγούμενης της τελευταίας χρήσης που απογράφτηκε, για πληρωτέες ασφαλιστικές αποζημιώσεις τόσο για τις πρωτασφαλίσεις όσο και για τις αποδοχές αντασφαλίσεων. Για τον κλάδο Βοήθειας ασφαλιστική αποζημίωση, είναι η δαπάνη της επιχείρησης για την συγκεκριμένη βοήθεια που παρέσχε. Μετά από αυτά, εξευρίσκεται η ετήσια μέση επιβάρυνση αποζημιώσεων των τριών τελευταίων εταιρικών χρήσεων ή των επτά τελευταίων εταιρικών χρήσεων, προκειμένου για επιχειρήσεις που ασκούν βασικά μόνο ένα ή περισσότερους από τους κλάδους θύελλας, χαλαζιού ή παγετού. Το ποσό που προκύπτει κατανέμεται σε δύο μέρη: Το πρώτο μέρος φτάνει μέχρι του ποσού που αντιστοιχεί σε 7 εκατομμύρια ECU και το δεύτερο περιλαμβάνει το υπερβάλλον και λαμβάνονται από μεν το πρώτο μέρος ποσοστό 26%, από δε το δεύτερο ποσοστό 23%,τα οποία αθροίζονται. Το δεύτερο αποτέλεσμα προκύπτει δια πολλαπλασιασμού του πιο πάνω αθροίσματος επί τον κατά την τελευταία εταιρική χρήση λόγο μεταξύ του ποσού των ασφαλιστικών αποζημιώσεων που παραμένουν σε βάρος της ασφαλιστικής επιχείρησης, μετά την αφαίρεση των αντασφαλιστικών εκχωρήσεων, και του ποσού των ακαθάριστων ζημιών (αποζημιώσεων). Ο λόγος αυτός σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να είναι μικρότερος του 50%. (Αντί για τη σελ.240,023) Σελ. 240,023(α) Τεύχος 1444 Σελ. 23 Ιδιωτική Επιχείρηση Ασφαλίσεως 12.Μ.α.7 ΄Οπου αναφέρεται στο παρόν άρθρο ότι λαμβάνονται υπόψη οι επτά τελευταίες εταιρικές χρήσεις ως περίοδος αναφοράς της μέσης επιβάρυνσης για ασφαλιστικές αποζημιώσεις ισχύει και για τον κλάδο πιστώσεων. 7. Τα λαμβανόμενα ποσοστά από τα τμήματα της πιο πάνω παράγ. 6 μειώνονται στο 1/3 για την ασφάλιση υγείας (κλάδοι 1 και 2 της παραγ. 1 του άρθρ.35 Π.Δ.252/6-19 Αυγ.1996 (ΦΕΚ Α΄186), κατωτ.αριθ.26. 12.Μ.α.9 Ιδιωτική Επιχείρηση Ασφαλίσεως άρθρου 13 του παρόντος) που υπόκεινται σε διαχείρηση παρόμοια με τις ασφαλίσεις ζωής, αν: α) Τα ασφάλιστρα που εισπράχθηκαν υπολογίζονται με βάση πίνακες νοσηρότητας σύμφωνα με τις μαθηματικές μεθόδους που εφαρμόζονται στην ασφάλιση. β) Συγκροτείται μαθηματικό απόθεμα γήρατος (προόδου ηλικίας). γ) Εισπράττεται το απαιτούμενο ποσό συμπληρωματικού ασφαλίστρου για την συγκρότηση ποσού (περιθωρίου)ασφαλείας. δ) Ο ασφαλιστής δεν μπορεί να καταγγείλει τη σύμβαση, παρά μόνο μέχρι την ημερομηνία λήξης του τρίτου χρόνου της ασφάλισης το αργότερο. ε) Η σύμβαση ασφάλισης προβλέπει την δυνατότητα αύξησης των ασφαλίστρων ή μείωσης των παροχών, ακόμη και για τα ισχύοντα συμβόλαια. 8. Υπό την επιφύλαξη των οριζομένων στο άρθρο 17β, το αναγκαίο περιθώριο φερεγγυότητας για τις εργασίες ασφαλίσεων ζωής, καθορίζεται ως εξής: α) Για τους κλάδους και κινδύνους Ι.1, Ι.2, II και IX το αναγκαίο περιθώριο φερεγγυότητας πρέπει να είναι ίσο προς το άθροισμα των ακόλουθων δύο αποτελεσμάτων: Πρώτο αποτέλεσμα. Αυτό υπολογίζεται ως εξής: Ποσοστό 4% των μαθηματικών αποθεμάτων που αφορούν πρωτασφαλιστικές εργασίες (χωρίς να αφαιρεθούν οι αντασφαλιστικές εκχωρήσεις) και αντασφαλιστικές αποδοχές πολλαπλασιάζεται με τον κατά την τελευταία χρήση λόγο του συνόλου των μαθηματικών αποθεμάτων (μετά την αφαίρεση των αντασφαλιστικών εκχωρήσεων) προς τα ακαθάριστα συνολικά μαθηματικά αποθέματα πριν αφαιρεθούν οι αντασφαλιστικές εκχωρήσεις. Ο λόγος αυτός, δεν μπορεί σε καμμία περίπτωση να είναι μικρότερος του 85%. Δεύτερο αποτέλεσμα. Αυτό υπολογίζεται ως εξής: Για τα ασφαλιστήρια των οποίων το κεφάλαιο κινδύνου δεν είναι αρνητικό, ποσοστό 0,3% απ' αυτό το κεφάλαιο, το οποίο έχει ασφαλισθεί από την επιχείρηση, πολλαπλασιάζεται με τον κατά την τελευταία χρήση λόγο του συνολικού κεφαλαίου Σελ. 240,024(a) Τεύχος 1444 Σελ. 24 κινδύνου με ίδια κράτηση της επιχείρησης μετά την αφαίρεση των αντασφαλιστικών εκχωρήσεων και αντεκχωρήσεων, προς το συνολικό κεφάλαιο κινδύνου στο οποίο περιλαμβάνονται και οι αντασφαλίσεις. Ο λόγος αυτός, σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να είναι μικρότερος του 50%. Για τις ασφαλίσεις θανάτου μικρής διάρκειας και μέχρι τρία το πολύ χρόνια, το επί του κεφαλαίου κινδύνου ποσοστό σύμφωνα με τα ανωτέρω ορίζεται σε 0,1%. Στην περίπτωση που η διάρκεια των ασφαλίσεων αυτών είναι μεταξύ τριών και το πολύ πέντε χρόνων το ποσοστό ορίζεται σε 0,15%. β) Για τις συμπληρωματικές ασφαλίσεις (1.3), το αναγκαίο περιθώριο φερεγγυότητας είναι ίσο με το αποτέλεσμα των κατωτέρω υπολογισμών: Λαμβάνεται το άθροισμα : i) των ασφαλίστρων όπου περιλαμβάνονται και τα παρεπόμενα δικαιώματα, που πραγματοποιήθηκαν κατά την τελευταία κλεισθείσα εταιρική χρήση από δραστηριότητες πρωτασφάλισης, όποιες χρήσεις και αν αφορούν, και ii) του ποσού των ασφαλίστρων τα οποία έγιναν αποδεκτά κατά την τελευταία χρήση. Από το άθροισμα αυτό αφαιρείται το ποσό των ασφαλίστρων, τα οποία ακυρώθηκαν κατά την τελευταία χρήση και το ποσό των φόρων, των τελών και εισφορών που αντιστοιχούν στα ανωτέρω ασφάλιστρα. Το ποσό το οποίο εξευρίσκεται με αυτό τον τρόπο κατανέμεται σε δύο τμήματα εκ των οποίων το πρώτο αντιστοιχεί σε ποσό που δεν υπερβαίνει τα 10 εκατομμύρια ευρωπαϊκές λογιστικές μονάδες και το άλλο στο υπερβαίνον το ποσό αυτό. Μετά την ανωτέρω κατανομή, λαμβάνεται ποσοστό 18% από το πρώτο τμήμα και 16% από το δεύτερο, τα οποία αθροίζονται. 12.Μ.α.7 Ιδιωτική Επιχείρηση Ασφαλίσεως «Το αναγκαίο περιθώριο φερεγγυότητας» βρίσκεται με πολλαπλασιασμό του ανωτέρω αθροίσματος επί τον κατά την τελευταία χρήση λόγο μεταξύ του ποσού των ζημιών (αποζημιώσεων) που παραμένουν σε βάρος της ασφαλιστικής επιχείρησης μετά την αφαίρεση των αντασφαλιστικών εκχωρήσεων και του ποσού των ακαθάριστων ζημιών (αποζημιώσεων). Ο λόγος αυτός σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να είναι μικρότερος του 50%. γ) Για τους κλάδους III, VII και VIII, το αναγκαίο περιθώριο φερεγγυότητας είναι ίσο με το άθροισμα: ί) Του 4% των μαθηματικών αποθεμάτων, τα οποία υπολογίζονται σύμφωνα με τους όρους του εδαφίου α της παρούσης παραγράφου πρώτο αποτέλεσμα, εφόσον η επιχείρηση φέρει κινδύνους επενδύσεων και του 1% των αποθεμάτων, τα οποία υπολογίζονται με τον ίδιο τρόπο, εφόσον η επιχείρηση δεν φέρει κινδύνους επενδύσεων και υπό την προϋπόθεση ότι η διάρκεια της συμβάσεως υπερβαίνει τα 5 χρόνια και η κατανομή για την κάλυψη των γενικών εξόδων τα οποία αναγράφονται στην σύμβαση έχει καθορισθεί για περίοδο μεγαλύτερη των 5 χρόνων, και ii) Του 0,3% του κεφαλαίου κινδύνου το οποίο υπολογίζεται σύμφωνα με τους όρους του εδαφίου α της παρούσης παραγράφου, δεύτερο αποτέλεσμα, εφόσον η επιχείρηση καλύπτει κινδύνους θανάτου. δ) Για τους κλάδους VI (Κεφαλαιοποίηση) και IV1 (Διαρκής ασφάλισης υγείας), « το αναγκαίο περιθώριο φερεγγυότητας» είναι ίσο με το 4% των μαθηματικών αποθεμάτων τα οποία υπολογίζονται σύμφωνα με τους όρους που διαλαμβάνονται στο εδάφιο α, πρώτο αποτέλεσμα της παρούσας παραγράφου. ε) Για τον κλάδο V (Τοντίνες), «το αναγκαίο περιθώριο φερεγγυότητας» είναι ίσο με το 1% του ενεργητικού τους. στ) Για τον κλάδο IV2 «το αναγκαίο περιθώριο φερεγγυότητας» υπολογίζεται σύμφωνα με τις παραγ. 6 και 7 του παρόντος άρθρου. Οι μέσα σε « το αναγκαίο περιθώριο φερεγγυότητας» και «του αναγκαίου περιθωρίου φερεγγυότητας» φράσεις των παρ.3 και 8 αντικαταστάθηκαν ως άνω από το άρθρ.7 Π.Δ.159/27 Μαΐου-5 Ιουν.1998 (ΦΕΚ Α΄121), κατωτ.αριθ.28. 9. Με απόφαση του Υπουργού Εμπορίου καθορίζεται το περιεχόμενο της ετήσιας έκθεσης περιθωρίου φερεγγυότητας που θα υποβάλλουν οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις". Το άρθρ.17α αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ.3 άρθρ.19Π.Δ.252/6-19 Αυγ.1996 (ΦΕΚ Α΄ 186), κατωτ.αριθ.26. «Άρθρ.17β.-1. Κάθε Ελληνική ασφαλιστική επιχείρηση υποχρεούται να διαθέτει εγγυητικό κεφάλαιο. Το εγγυητικό κεφάλαιο αποτελεί το 1/3 του αναγκαίου περιθωρίου φερεγγυότητας. 2. α) Όταν πρόκειται για δραστηριότητες ασφαλίσεων κατά ζημιών σε καμία περίπτωση το εγγυητικό κεφάλαιο δεν μπορεί να είναι κατώτερο από το ποσό που αντιστοιχεί σε: - 1.200.000 ΕΥΡΩ προκειμένου για επιχειρήσεις που ασκούν ένα ή περισσότερους από τους κλάδους 10 μέχρι και 15. - 600.000 ΕΥΡΩ προκειμένου για επιχειρήσεις που ασκούν ένα ή περισσότερους από τους κλάδους 1 μέχρι και 8, 16 και 18. - 400.000 ΕΥΡΩ προκειμένου για επιχειρήσεις που ασκούν τους κλάδους 9 ή και 17 Ειδικά για τις επιχειρήσεις που ασκούν τον κλάδο ασφάλισης 14 "Πιστώσεις", και το ετήσιο ποσό των χρεωμένων προς τους πελάτες ακαθάριστων εγγεγραμμένων ασφαλίστρων και εισφορών στον κλάδο αυτό για κάθε μία από τις τρεις τελευταίες χρήσεις υπερέβη τα 2.500.00 ΕΥΡΩ ή το 4% του συνολικού ποσού των ακαθάριστων εγγεγραμμένων ασφαλίστρων ή εισφορών που έχουν χρεωθεί από την επιχείρηση αυτή προς τους πελάτες, το εγγυητικό κεφάλαιο δεν μπορεί να είναι κατώτερο από 1.400.000 EΥΡΩ. Όταν συμπληρωθούν οι παραπάνω προϋποθέσεις η επιχείρηση πρέπει να αυξήσει το εγγυητικό κεφάλαιο εντός δύο (2) ετών σε 1.400.000 ΕΥΡΩ. β) Αν η δραστηριότητα της ασφαλιστικής επιχείρησης επεκτείνεται σε περισσότερους κλάδους ή κινδύνους ασφαλίσεων κατά ζημιών λαμβάνεται υπόψη μόνο ο κλάδος ή ο κίνδυνος για τον οποίο απαιτείται το υψηλότερο ποσό ελαχίστου εγγυητικού κεφαλαίου. γ) Προκειμένου για αλληλασφαλιστικούς συνεταιρισμούς του άρθρου 35 (παράγ. 1 και 4), τα ανωτέρω ελάχιστα ποσά εγγυητικού κεφαλαίου μειώνονται κατά το ένα τέταρτο. 3. Όταν πρόκειται για δραστηριότητες ασφαλίσεων ζωής, το εγγυητικό κεφάλαιο σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να είναι κατώτερο από το ποσό που αντιστοιχεί σε 1.600.000 ΕΥΡΩ. Το μισό τουλάχιστον του εγγυητικού κεφαλαίου καθώς και ολόκληρο το ως άνω ελάχιστο όριο εγγυητικού κεφαλαίου που καθορίζεται σύμφωνα με τα παραπάνω πρέπει να απαρτίζεται από τα στοιχεία του άρθρου 17α [παράγ. 4 (περ. α και β)]». Το άρθρ.17β αντικαταστάθηκε ως άνω από το άρθρ.6 Π.Δ.288/18-23 Οκτ.2002 (ΦΕΚ Α΄258), κατωτ.αριθ.37. (Αντί για τη σελ.240,03) Σελ. 240,03(α) Τεύχος 1444 Σελ. 25 Ιδιωτική Επιχείρηση Ασφαλίσεως 12.Μ.α.7 Άρθρ.17γ.-«1.Το Υπουργείο Εμπορίου για να διαπιστώσει την εκ μέρους των ασφαλιστικών επιχειρήσεων τήρηση των διατάξεων του παρόντος που αφορούν το περιθώριο φερεγγυότητας και το εγγυητικό κεφάλαιο προβαίνει σε υποχρεωτικό έλεγχο τουλάχιστο μία φορά το χρόνο της οικονομικής τους κατάστασης. "Προς το σκοπό αυτό το Υπουργείο Εμπορίου δύναται να απαιτεί οποιοδήποτε στοιχείο ή να διεξάγει ελέγχους στα γραφεία της ασφαλιστικής επιχείρησης. «Κάθε ασφαλιστική επιχείρηση υποχρεούται να δημοσιεύει και να υποβάλει στο Υπουργείο Ανάπτυξης, ανά εξάμηνο, συνοπτικές οικονομικές καταστάσεις. Ειδικά κατά τη διάρκεια των τριών πρώτων εταιρικών χρήσεων αυτής, η υποχρέωση αυτή είναι ανά τρίμηνο, προς έλεγχο της οικονομικής της κατάστασης, σε συνδυασμό με το υποβληθέν πρόγραμμα δραστηριότητάς της. Μέχρι την υποβολή των στοιχείων για τεχνικά αποθέματα και περιθώριο φερεγγυότητας, της πρώτης χρήσης που έχει κλείσει επίσημα, η ασφαλιστική επιχείρηση υποχρεούται ανά τρίμηνο να διαθέτει τα αναγκαία περιουσιακά στοιχεία σε ασφαλιστική τοποθέτηση σύμφωνα με το άρθρ.8. Με απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης καθορίζεται το περιεχόμενο και ο τρόπος σύνταξης των συνοπτικών οικονομικών καταστάσεων, καθώς και ο τρόπος αποτίμησης των λογαριασμών». Τα μέσα σε «» εδάφια όπως είχαν αντικατασταθεί από την παρ.1 άρθρ.21 Π.Δ.252/6-19 Αυγ.1996 (ΦΕΚ Α΄186), κατωτ.αριθ.26,αντικαταστάθηκαν ως άνω από την παρ.5 άρθρ.10 Νόμ.3190/22-30 Οκτ.2003 (ΦΕΚ Α΄249), τόμ.11 σελ.270,24. «Προκειμένου για τον κλάδο 18 (Βοήθειας) ο έλεγχος αφορά και τα προσόντα του προσωπικού, συμπεριλαμβανομένου και του ιατρικού, καθώς και την ποιότητα του εξοπλισμού που διαθέτουν οι επιχειρήσεις, για ν’ ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις που επιβάλλει ο κλάδος αυτός. Ο ανωτέρω έλεγχος διενεργείται σε στενή συνεργασία με τις αρμόδιες Υπηρεσίες των οικείων Υπουργείων». Η μέσα στα « » διάταξη προστέθηκε από την παρ. 4 άρθρ. 3 Π.Δ. 103/22 Μαρτ.-2 Απρ. 1990 (ΦΕΚ Α΄ 47), (Διόρθ. Σφαλμ. στο ΦΕΚ Α΄ 78/29-5-1990). Σελ. 240,04(α) Τεύχος 1444 Σελ. 26 12.Μ.α.7 Ιδιωτική Επιχείρηση Ασφαλίσεως "2. Για τις ήδη λειτουργούσες ελληνικές ασφαλιστικές επιχειρήσεις, η δέσμευση των περιουσιακών στοιχείων τα οποία διατίθενται ή έχουν διατεθεί σε ασφαλιστική τοποθέτηση, αίρεται και μετατρέπεται, σε διάθεση των στοιχείων αυτών σε ασφαλιστική τοποθέτηση με απόφαση του Υπουργού Εμπορίου, η οποία εκδίδεται μετά από αίτηση της ασφαλιστικής επιχείρησης συνοδευόμενη από δικαιολογητικά από τα οποία προκύπτει ότι η επιχείρηση έχει συμμορφωθεί με τις διατάξεις των άρθρων 7, 8, 17α και 17β του παρόντος". Η παρ.2 αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ.2 άρθρ.21 Π.Δ.252/6-19 Αυγ.1996 (ΦΕΚ Α΄186), κατωτ.αριθ.26. 3.Αν το περιθώριο φερεγγυότητας το κατεχόμενο από ασφαλιστική επιχείρηση υπολείπεται του εξευρισκομένου ποσού σύμφωνα με το άρθρ. 17α, υποχρεώνεται αυτή να υποβάλει για έγκριση στο Υπουργείο Εμπορίου σχέδιο οικονομικής ανασυγκρότησης. "Σε έκτακτες περιπτώσεις, εάν το Υπουργείο Εμπορίου είναι της γνώμης ότι θα επιδεινωθεί περισσότερο η οικονομική κατάσταση της επιχείρησης μπορεί να περιορίσει ή απαγορεύσει την ελεύθερη διάθεση του συνόλου ή μέρους των περιουσιακών στοιχείων της ασφαλιστικής επιχείρησης σύμφωνα με το άρθρο 9 παρ.2 και 3 του παρόντος και να λαμβάνει κάθε άλλο πρόσφορο μέτρο για τη διασφάλιση των συμφερόντων των ασφαλισμένων". Το μέσα σε «» εδάφιο προστέθηκε με την παρ.3 άρθρ.21 Π.Δ.252/6-19 Αυγ.1996 (ΦΕΚ Α΄186), κατωτ.αριθ.26. 4.Αν το κατεχόμενο περιθώριο φερεγγυότητας υπολείπεται και του εγγυητικού κεφαλαίου, το οποίο η ασφαλιστική επιχείρηση πρέπει να διαθέτει, ή το οικείο εγγυητικό κεφάλαιο δεν συγκροτείται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρ. 17β παρ. 3 του παρόντος η ασφαλιστική επιχείρηση υποχρεώνεται να υποβάλει για έγκριση στο Υπουργείο Εμπορίου σχέδιο βραχυπρόθεσμης χρηματοδότησης για συμπλήρωση αυτού. "Μέχρι αυτή την συμπλήρωση, ο Υπουργός Εμπορίου μπορεί να απαγορεύει την ελεύθερη διάθεση του συνόλου ή μέρους των περιουσιακών στοιχείων της ασφαλιστικής επιχείρησης σύμφωνα με το άρθρο 9 παραγ.2 και 3 του παρόντος και να λαμβάνει κάθε άλλο πρόσφορο μέτρο για την διασφάλιση των συμφερόντων των ασφαλισμένων". Το μέσα σε «» δεύτερο εδάφιο αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ.4 άρθρ.21 Π.Δ.252/6-19 Αυγ.1996 (ΦΕΚ Α΄186), κατωτ.αριθ.26. 5.Ο Υπουργός Εμπορίου μπορεί να ανακαλέσει την οικεία άδεια λειτουργίας για όλους τους κλάδους που ασκούνται απ’ αυτήν, αν η ασφαλιστική επιχείρηση δεν συμμορφώνεται, εντός της προθεσμίας η οποία έχει ταχθεί, με τα μέτρα ανασυγκρότησης ή βραχυπρόθεσμης χρηματοδότησης σύμφωνα με τις παραπάνω παρ. 3 και 4 του παρόντος». "6. Η ετήσια έκθεση περιθωρίου φερεγγυότητος υποβάλλεται στο Υπουργείο Εμπορίου « μέχρι την 30η Ιουνίου εκάστου έτους». Ο έλεγχος υπολογισμού και σύστασης του περιθωρίου φερεγγυότητος, η υποβολή και η έγκριση προγραμμάτων ανασυγκρότησης ή βραχυχρονίου χρηματοδότησης και η λήψη άλλων μέτρων πρέπει να έχουν περατωθεί μέχρι την 31η Οκτωβρίου εκάστου έτους. Μετά την ημερομηνία αυτή επιβάλλονται οι προβλεπόμενες υπό του παρόντος διοικητικές και ποινικές κυρώσεις. Στα προγράμματα ανασυγκρότησης και βραχυχρονίου χρηματοδότησης τίθενται υποχρεωτικά προθεσμίες πραγματοποίησης τους που δεν μπορούν να ξεπερνούν τους 2 μήνες". Η μέσα σε «» φράση αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ.4 άρθρ.5Π.Δ.288/18-23 Οκτ.2002 (ΦΕΚ Α΄258), κατωτ.αριθ.37. Η παρ.6 προστέθηκε με την παρ.5 άρθρ.21 Π.Δ.252/6-19 Αυγ.1996 (ΦΕΚ Α΄186), κατωτ.αριθ.26. Το άρθρ. 17γ προστέθηκε από το άρθρ. 16 Π.Δ. 118/8-8 Μαρτ. 1985 (ΦΕΚ Α΄ 35), (κατωτ. αριθ. 20). Άρθρ.18.-1.Το πέμπτον τουλάχιστον των καθαρών ετησίων κερδών της Εταιρείας διατίθεται προς σχηματισμόν τακτικού αποθεματικού. 2.Η τοιαύτη διάθεσις δεν είναι υποχρεωτική, άμα ως το αποθεματικόν υπερβή το τετραπλάσιον του μετοχικού κεφαλαίου. "Άρθρ.19.-1. Με απόφαση του Υπουργού Εμπορίου καθορίζονται: α) Τα στατιστικά στοιχεία και άλλες πληροφορίες σε συνδυασμό με το άρθρο 34 του παρόντος που πρέπει να υποβάλλουν οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις που λειτουργούν στην Ελλάδα στο Υπουργείο Εμπορίου «μέχρι την 30η Ιουνίου εκάστου έτους». Η μέσα σε «» φράση αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ.5 άρθρ.5Π.Δ.288/18-23 Οκτ.2002 (ΦΕΚ Α΄258), κατωτ.αριθ.37. (Αντί για τη σελ.240,05) Σελ. 240,05(α) Τεύχος 1444 Σελ. 27 Ιδιωτική Επιχείρηση Ασφαλίσεως 12.Μ.α.7 β) Ο συνοπτικός τεχνικός λογαριασμός (αποτέλεσμα εκμεταλλεύσεως) που πρέπει να υποβάλλουν οι ελληνικές ασφαλιστικές επιχειρήσεις στο Υπουργείο Εμπορίου μαζί με τις οικονομικές τους καταστάσεις, για τις εργασίες τους σε κάθε κράτοςμέλος της Ε.Ε και του Ε.Ο.Χ. υπό καθεστώς εγκατάστασης (υποκατάστημα) ή υπό καθεστώς ελεύθερης παροχής υπηρεσιών. 2. Οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις που λειτουργούν στην Ελλάδα υποβάλλουν στο Υπουργείο Εμπορίου μαζί με τις οικονομικές καταστάσεις και τους λογαριασμούς εκμεταλλεύσεων των κλάδων ασφάλισης σύμφωνα με το άρθρο 72 παραγ. 1Α του παρόντος. 3. Το Υπουργείο Εμπορίου ανταλλάσσει στοιχεία της παραγ.1 ανωτέρω με τις άλλες εποπτικές αρχές των κρατών-μελών της Ε.Ε και του Ε.Ο.Χ σε εφαρμογή του 7ου Κεφαλαίου "Ιδιαίτερες Διατάξεις για την Ελευθερία Εγκατάστασης και την Ελεύθερη Παροχή Υπηρεσιών". Το άρθρ.19 αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ.6 άρθρ.21 Π.Δ.252/6-19 Αυγ.1996 (ΦΕΚ Α΄186), κατωτ.αριθ.26. ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΤΡΙΤΟΝ «Α) ΑΛΛΟΔΑΠΕΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΤΡΙΤΩΝ ΧΩΡΩΝ» Ο τίτλος Α του τρίτου Κεφαλαίου αντικαταστάθηκε ως άνω από το άρθρ.22 Π.Δ.252/6-19 Αυγ.1996 (ΦΕΚ Α΄186), κατωτ.αριθ.26. ΄Αρθρ.20.-1. Με την επιφύλαξη των διατάξεων της παραγρ. 4 του άρθρου 3α του παρόντος, αλλοδαπή ασφαλιστική επιχείρηση που δεν έχει την έδρα της σε κράτος-μέλος της Ε.Ε. και του Ε.Ο.Χ. μπορεί να ασκεί ασφαλιστικές εργασίες στην Ελλάδα με μορφή υποκαταστήματος ή πρακτορείου, μετά από σχετική άδεια του Υπουργού Εμπορίου για την εγκατάσταση και λειτουργία της. Η άδεια χορηγείται με απόφαση του Υπουργού Εμπορίου που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΤΑΕ και ΕΠΕ). 2. Α. Για τη χορήγηση άδειας απαιτείται, η ασφαλιστική επιχείρηση να: α) ΄Εχει στην έδρα της τη μορφή ανώνυμης εταιρείας και να λειτουργεί νόμιμα και για τους κλάδους που ζητά την άδεια άσκησης ασφαλιστικών εργασιών στην Ελλάδα. β) Διορίσει νόμιμο αντιπρόσωπο της στην Ελλάδα. Εάν ο νόμιμος αντιπρόσωπος είναι νομικό πρόσωπο, οφείλει να έχει την έδρα του στην Ελλάδα και πρέπει να ορίσει την εκπροσώπηση του φυσικό πρόσωπο που κατοικεί στην Ελλάδα και είναι κατάλληλο σύμφωνα με τα άρθρα 15 παράγ. 1δ και 16 παραγ.2 του παρόντος. Σελ. 240,06(α) Τεύχος 1444 Σελ. 28 γ) Επιτρέπεται σε Ελληνικές ασφαλιστικές επιχειρήσεις η εγκατάσταση στη χώρα που η αιτούσα έχει την έδρα της. δ) ΄Εχει κεφάλαιο όχι κατώτερο των οριζομένων στο άρθρο 17 ελαχίστων ορίων κεφαλαίου. ε) Διαθέτει στην Ελλάδα ή άλλο κράτος-μέλος της Ε.Ε. και του Ε.Ο.Χ. στοιχεία του ενεργητικού της για ποσό τουλάχιστον ίσο προς το ένα δεύτερο (1/2) του σύμφωνα με το άρθρο 17β ελαχίστου ορίου εγγυητικού κεφαλαίου και έχει δεσμεύσει στην Ελλάδα το τέταρτο του ελαχίστου αυτού ορίου σαν εγγύηση, σύμφωνα με το άρθρο 8 παράγ. 1 και 15 του παρόντος. στ) Αναλάβει την υποχρέωση με υπεύθυνη δήλωση των εκπροσώπων της: i)΄Οτι θα διαθέτει περιθώριο φερεγγυότητας για το υποκατάστημα ή πρακτορείο σύμφωνα με τα πιο κάτω οριζόμενα στην περίπτωση Γ. ii) Οτι μέσα σε ένα δίμηνο από την χορήγηση της άδειας λειτουργίας θα έχει στον τόπο του υποκαταστήματος ή του πρακτορείου διοικητική και λογιστική υπηρεσία κατάλληλη για τις εργασίες της στην Ελλάδα. iii) Οτι θα σχηματίζει και επενδύει τα τεχνικά αποθέματα από τις εργασίες της στην Ελλάδα σύμφωνα με τα άρθρα 7, 8 και 13γ του παρόντος. iv) Να ορίσει τα πρόσωπα που προβλέπονται στην περ.Α στοιχ.ι του Αρθρου 13γ και στο άρθρο 55 του παρόντος. Β. «ν. στην περίπτωση που καλύπτει κινδύνους του κλάδου ασφαλίσεων ζημιών 10 «αστική ευθύνη από ατυχήματα που προκαλούνται από αυτοκίνητα οχήματα», εκτός της ευθύνης του μεταφορέα, ανακοινώνουν το όνομα και την Διεύθυνση του προσώπου που διορίζει σε κάθε κράτος μέλος, εκτός της Ελλάδος, ως αντιπρόσωπο για τον διακανονισμό ζημιών, ο οποίος πληροί τις προϋποθέσεις και ασκεί τα καθήκοντα που ορίζονται στο άρθρ.13δ του παρόντος Νόμου». Το μέσα σε «» εδάφ.ν προστέθηκε με την παρ.2 άρθρ.9 Π.Δ.10/16-21 Ιαν.2003 (ΦΕΚ Α΄7), κατωτ.σελ.248,133. 12.Μ.α.7 Ιδιωτική Επιχείρηση Ασφαλίσεως Στην αίτηση για τη χορήγηση της άδειας πρέπει να επισυνάπτονται: α) Επικυρωμένο αντίγραφο του Καταστατικού όπως ισχύει κατά το χρόνο της υποβολής της αίτησης. β) Αντίγραφο του εγγράφου πληρεξουσιότητας για διορισμό νομίμου αντιπροσώπου στην Ελλάδα, επικυρωμένο από την αρμόδια Ελληνική Προξενική Αρχή, που να περιέχει και δήλωση σύμφωνα με την οποία η ανάκληση του διορισμού γίνεται μόνο μετά από επίδοση σχετικής πράξης επικυρωμένης όπως ανωτέρω, προς το Υπουργείο Εμπορίου και ισχύει από τη δημοσίευση της ανακλητικής απόφασης του Υπουργού Εμπορίου στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΤΑΕ και ΕΠΕ). γ) Πιστοποιητικό της εποπτικής αρχής της έδρας της επιχείρησης με ημερομηνία όχι προγενέστερη των τριών μηνών, σχετικά με το ότι η ασφαλιστική επιχείρηση λειτουργεί στην έδρα της και ασκεί πράγματι τους κλάδους ασφάλισης που ζητά να ασκήσει στην Ελλάδα. δ) Απόδειξη κατάθεσης της εγγύησης που προβλέπεται από το στοιχείο ε της προηγούμενης περίπτωσης Α. ε) Πίνακα ονομάτων και διευθύνσεων των διευθυνόντων της. στ) Πρόγραμμα δραστηριότητας του υποκαταστήματος ή πρακτορείου που περιλαμβάνει τα στοιχεία που προβλέπονται στο άρθρο 15 παραγ.2 του παρόντος με επιφύλαξη του στοιχείου ε της ως άνω περίπτωσης Α. ζ) Ισολογισμό και πίνακα κερδών-ζημιών των τελευταίων τριών εταιρικών χρήσεων ή όσων εταιρικών χρήσεων έχει διανύσει εφόσον η αιτούσα λειτουργεί για χρόνο μικρότερο των τριών ετών. Για τη χορήγηση άδειας λειτουργίας νέου κλάδου ή κλάδων απαιτείται η υποβολή των ανωτέρω στοιχείων με εξαίρεση αυτών που έχουν ήδη υποβληθεί εφόσον καλύπτουν και το νέο κλάδο. Γ. Το περιθώριο φερεγγυότητας που πρέπει να διαθέτουν οι ασφαλιστικές αυτές επιχειρήσεις συγκροτείται σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 17α και υπολογίζεται μόνο με βάση τα ασφάλιστρα ή τα μαθηματικά αποθέματα και τις αποζημιώσεις από τις εργασίες του υποκαταστήματος ή πρακτορείου. Το τρίτο του περιθωρίου φερεγγυότητας αποτελεί το εγγυητικό κεφάλαιο, το οποίο δεν θα μπορεί να είναι μικρότερο από το μισό του ελαχίστου ορίου εγγυητικού κεφαλαίου που προβλέπεται στο άρθρο 17β. Τα αντικρύζοντα το περιθώριο φερεγγυότητας περιουσιακά στοιχεία, πέραν της κατατεθημένης και δεσμευμένης εγγύησης της παραγ.2 περιπτ. Αε του παρόντος άρθρου, μπορούν να είναι επενδεδυμένα και σε άλλα κράτη-μέλη της Ε.Ε. και του Ε.Ο.Χ. Δ. Σε ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία που εδρεύει εκτός κράτους-μέλους της Ε.Ε. και του Ε.Ο.Χ. και έχει ζητήσει ή λάβει άδεια εγκατάστασης πρακτορείου ή υποκαταστήματος σε ένα ή περισσότερα κράτη μέλη της Ε.Ε. και του Ε.Ο.Χ. αναφορικά με τις δραστηριότητες της στην Ελλάδα (είτε ασφαλίσεων ζημιών είτε ασφαλίσεων ζωής) είναι δυνατόν, μετά από αίτησή της, να της παραχωρηθούν με απόφαση του Υπουργού Εμπορίου, τα παρακάτω πλεονεκτήματα που παραχωρούνται σωρευτικά, μετά από συμφωνία των εποπτικών αρχών όλων των κρατών-μελών από τα οποία η εταιρεία έχει ζητήσει ή λάβει άδεια εγκατάστασης και στα οποία υποχρεούται επίσης να υποβάλλει αίτηση για την παραχώρηση των πλεονεκτημάτων αυτών: α) Το περιθώριο φερεγγυότητάς της να υπολογίζεται με βάση το σύνολο της δραστηριότητας της στα κράτη-μέλη της Ε.Ε. και του Ε.Ο.Χ., λαμβανομένων υπόψη των εργασιών που πραγματοποιεί το σύνολο των υποκαταστημάτων ή πρακτορείων της που είναι εγκατεστημένα στην Ε.Ε. και στον Ε.Ο.Χ. β) Να απαλλαγεί από την υποχρέωση να καταθέσει και στην Ελλάδα την σύμφωνα με την πιο πάνω περίπτωση Α εδάφιο ε, εγγύηση. γ) τα περιουσιακά της στοιχεία, που απαρτίζουν το εγγυητικό κεφάλαιο να διατίθενται σε άλλο κράτος-μέλος της Ε.Ε. και του Ε.Ο.Χ., όπου είναι εγκατεστημένη η αιτούσα, υπό την επιφύλαξη της ως άνω περιπτ.Γ. Ε. α) Τα πιο πάνω παραχωρηθέντα πλεονεκτήματα καταργούνται ταυτόχρονα από όλα τα ενδιαφερόμενα κράτη-μέλη μετά από πρωτοβουλία ενός ή περισσοτέρων απ’ αυτά. β) Στην αίτηση παραχώρησης των πιο πάνω πλεονεκτημάτων η οποία υποβάλλεται προς όλες τις εποπτικές αρχές των κρατών-μελών από τις οποίες έχει ζητήσει ή λάβει άδεια εγκατάστασης πρακτορείου ή υποκαταστήματος η αιτούσα, πρέπει να προσδιορίζεται η εποπτική αρχή που θα είναι αρμόδια για την εξακρίβωση της κατάστασης φερεγγυότητας της αιτούσας για το σύνολο αυτών των δραστηριοτήτων της στα κράτη-μέλη που μετέχουν στην συμφωνία. Η επιλογή, της αρχής αυτής, ανήκει στην αιτούσα εταιρεία και πρέπει να είναι αιτιολογημένη. Η εγγύηση της πιο πάνω περίπτωσης 2Α εδάφ. ε, κατατίθεται στο κράτος - μέλος τ …
Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.