← Ελλάδα

1.ΑΣΦΑΛΙΣΕΙΣ ΚΑΤΑ ΖΗΜΙΩΝ Α. Ταξινόμηση των κινδύνων κατά κλάδους: Με την παρ.2 άρθρ.15 Π.Δ.252/6-19 Αυγ.1996 (ΦΕΚ Α΄186), κατωτ.αριθ.26, καταργήθηκαν

Εν συντομία

Αυτός ο νόμος καθορίζει τις κατηγορίες των ασφαλίσεων κατά ζημιών και ζωής, καθώς και τους "μεγάλους κινδύνους" και τις απαιτήσεις φερεγγυότητας για τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις.

Τι ρυθμίζει

Ποιους αφορά

Βασικά σημεία

Κείμενο νόμου

1.ΑΣΦΑΛΙΣΕΙΣ ΚΑΤΑ ΖΗΜΙΩΝ Α. Ταξινόμηση των κινδύνων κατά κλάδους: Με την παρ.2 άρθρ.15 Π.Δ.252/6-19 Αυγ.1996 (ΦΕΚ Α΄186), κατωτ.αριθ.26, καταργήθηκαν οι κωδικοί αριθμοί των κλάδων σε παρένθεση της παρ.1Α του παρόντος άρθρου. 1.

(10)Ατυχήματα (συμπεριλαμβάνονται τα εργατικά ατυχήματα και οι επαγγελματικές ασθένειες). Περιλαμβάνει: 1.1παροχές κατ’ αποκοπή. 1.2.περιοδικές παροχές αποζημιώσεων. 1.3συνδυασμοί των ανωτέρω, 1.4μεταφερόμενα πρόσωπα 2.
(11)Ασθένειες Περιλαμβάνει: 2.1παροχές κατ’ αποκοπή 2.2περιοδικές παροχές αποζημιώσεων 2.3συνδυασμοί των ανωτέρω 3.
(12)Χερσαία οχήματα (εκτός σιδηροδρομικών). Περιλαμβάνει κάθε ζημία που υφίστανται. 3.1χερσαία οχήματα αυτοκινούμενα 3.2χερσαία οχήματα μη αυτοκινούμενα. 4.
(13)Σιδηροδρομικά οχήματα. Περιλαμβάνει κάθε ζημία που υφίστανται αυτά. 5.
(14)Αεροσκάφη Περιλαμβάνει κάθε ζημία που υφίστανται αυτά. 12.Μ.α.7 Ιδιωτική Επιχείρηση Ασφαλίσεως 6
(15)Πλοία (θαλάσσια, λιμναία, και ποτάμια σκάφη). Περιλαμβάνει κάθε ζημία που υφίστανται. 6.1ποτάμια σκάφη 6.2λιμναία σκάφη 6.3θαλάσσια σκάφη 7
(16)Μεταφερόμενα εμπορεύματα (συμπεριλαμβάνονται τα εμπορεύματα, οι αποσκευές και κάθε άλλο αγαθό). Περιλαμβάνει κάθε ζημία που υφίστανται τα μεταφερόμενα εμπορεύματα ή αποσκευές ή άλλα αγαθά ανεξάρτητα από το μεταφορικό μέσο. 8
(17)Πυρκαϊά και στοιχεία της φύσεως Περιλαμβάνει κάθε ζημιά που υφίστανται τα αγαθά με εξαίρεση των αγαθών που περιλαμβάνονται στους κλάδους 3 μέχρι και 7, εφόσον προξενήθηκε από: 8.1Πυρκαϊά. 8.2Έκρηξη 8.3Θύελλα 8.4Άλλα στοιχεία της φύσης εκτός από την θύελλα 8.5Πυρηνική ενέργεια 8.6 Καθίζηση εδάφους. 9
(18)Λοιπές ζημίες αγαθών. Περιλαμβάνει κάθε ζημιά σε αγαθά, με εξαίρεση των αγαθών που περιλαμβάνονται στους κλάδους 3 μέχρι και 7, εφόσον προξενήθηκε από χαλάζι ή παγετό καθώς και από άλλο γεγονός, όπως κλοπή και εφόσον η αιτία της ζημιάς δεν υπάγεται στον κλάδο 8. 10
(19)Αστική ευθύνη από χερσαία αυτοκίνητα οχήματα. Περιλαμβάνει κάθε είδους αστική ευθύνη για ατυχήματα που προκαλούνται από την χρήση αυτοκινήτων συμπεριλαμβανομένης και της ευθύνης του μεταφορέα. 11
(20)Αστική ευθύνη από αεροσκάφη. Περιλαμβάνει κάθε είδους αστική ευθύνη από την χρήση εναερίων οχημάτων καθώς και αυτή του μεταφορέα. 12
(21)Αστική ευθύνη από θαλάσσια λιμναία και ποτάμια σκάφη. Περιλαμβάνει κάθε είδους αστική ευθύνη από την χρήση σκαφών θάλασσα, λιμνών και ποταμών, καθώς και αυτή του μεταφορέα. 13
(22)Γενική αστική ευθύνη. Περιλαμβάνει όλες τις υπόλοιπες περιπτώσεις αστικής ευθύνης, που δεν εμπίπτουν στους κλάδους 10, 11,
  1. -"14.Πιστώσεις : Στον κλάδο αυτό, ο ασφαλιστής, έναντι ασφαλίστρου, καλύπτει τον ασφαλισμένο για ζημία την οποία αυτός πιθανόν να υποστεί ως αποτέλεσμα της αποτυχίας ενός ή περισσοτέρων χρεωστών του να αντιμετωπίσουν τις υποχρεώσεις προς αυτόν (ασφαλισμένο), περιλαμβάνει δε τα εξής: 14.1 Γενική αφερεγγυότητα 14.2 Εξαγωγικές πιστώσεις (αφορά στις ασφαλίσεις εξαγωγικών πιστώσεων οι οποίες δεν γίνονται για λογαριασμό ή με την υποστήριξη του Κράτους) 14.3 Πωλήσεις με δόσεις 14.4 Ενυπόθηκες πιστώσεις 14.5 Αγροτικές πιστώσεις" -"
  2. Εγγυήσεις: Στον κλάδο αυτό, ο ασφαλιστής, έναντι ασφαλίστρου, εγγυάται για τον ασφαλισμένο την εκτέλεση απ' αυτόν των συμβατικών υποχρεώσεων του, περιλαμβάνει δε τα εξής: 15.1 ΄Αμεσες εγγυήσεις 15.2 ΄Εμμεσες εγγυήσεις" Οι μέσα σε «» κλάδοι 14 και 15 αντικαταστάθηκαν ως άνω από την παρ.2 άρθρ.15 Π.Δ.252/6-19 Αυγ.1996 (ΦΕΚ Α΄186), κατωτ.αριθ.
  3. 16
(25)Διάφορες χρηματικές απώλειες Περιλαμβάνει: 16.1Κινδύνους απώλειας επαγγελματικής απασχόλησης 16.2Ανεπάρκεια εισοδήματος (γενική) 16.3Κακοκαιρία 16.4Απώλεια κερδών 16.5Τρέχοντα γενικά έξοδα 16.6Απρόβλεπτες εμπορικές δαπάνες 16.7Απώλειες αγοραίας αξίας 16.8Απώλεια μισθωμάτων ή εισοδημάτων 16.9Έμμεσες εμπορικές ζημιές εκτός από αυτές που ήδη αναφέρθηκαν. 16.10Μη εμπορικές οικονομικές απώλειες 16.11Λοιπές οικονομικές απώλειες. 17
(26)Νομική προστασία. «18.
(27)Βοήθεια 18.Βοήθεια σε πρόσωπα που περιέρχονται σε δυσχερή θέση κατά την διάρκεια μετακινήσεων ή απουσίας από την κατοικία ή από τον τόπο μόνιμης διαμονής τους». Η με αριθ. 18 περίπτ., προστέθηκε από την παρ. 3 άρθρ. 2 Π.Δ. 103/22 Μαρτ.-2 Απρ. 1990 (ΦΕΚ Α΄ 47), (Διόρθ. Σφαλμ. στο ΦΕΚ Α΄ 78/29-5-1990). «Περιλαμβάνει την ανάληψη των δικαστικών εξόδων και την παροχή άλλων υπηρεσιών που απορρέουν από την εν λόγω ασφαλιστική σύμβαση». Το μέσα στα « » άνω εδάφιο προστέθηκε από την περίπτ. Α΄ άρθρ. 2 Π.Δ. 459/8-14 Δεκ. 1990 (ΦΕΚ Α΄ 175). (Αντί για τη σελ. 238,01(β) Σελ. 238,01(γ) Τεύχος 1417 Σελ. 35 Ιδιωτική Επιχείρηση Ασφαλίσεως 12.Μ.α.7 Β. Ονομασία της άδειας λειτουργίας που παρέχεται ταυτοχρόνως για περισσότερους κλάδους. Όταν η άδεια λειτουργίας αφορά συγχρόνως: α)τους κλάδους υπ’ αριθ. 1 και 2, παρέχονται με την ονομασία «Ατυχήματα και Ασθένειες». β)τους κλάδους υπ’ αριθ. 1, 4, 3, 7 και 10 παρέχεται με την ονομασία «Ασφάλιση αυτοκινήτων», γ)τους κλάδους υπ’ αριθ. 1.4, 4, 6, 7 και 12 παρέχεται με την ονομασία «Ασφάλιση θαλάσσης και μεταφορών», δ)τους κλάδους υπ’ αριθ. 1.4, 5, 7 και 11, παρέχεται με την ονομασία «Ασφάλιση αεροσκαφών, ε)τους κλάδους υπ’ αριθ. 8 και 9, παρέχεται με την ονομασία «Πυρκαϊές και λοιπές ζημίες σε αγαθά», στ)τους κλάδους υπ’ αριθ. 10, 11, 12 και 13 παρέχεται με την ονομασία «Αστική ευθύνη», ζ)τους κλάδους υπ’ αριθ. 14 και 15 παρέχεται με την ονομασία «Πιστώσεις και εγγυήσεις», η)όλους τους κλάδους, παρέχεται με την ονομασία «Γενικών Ασφαλίσεων ζημιών». "
  1. ΑΣΦΑΛΙΣΕΙΣ ΖΩΗΣ Ταξινόμηση κατά κλάδους Ι. Κλάδος Ζωής Περιλαμβάνει: 1.Κυρίως τις ασφαλίσεις επιβίωσης, θανάτου, τις μικτές (θανάτου και επιβίωσης) και την ασφάλιση ζωής με επιστροφή του ασφαλίστρου.
  2. Τις ασφαλίσεις προσόδων. 3.Τις ασφαλίσεις σωματικών βλαβών (στις οποίες περιλαμβάνεται και η ανικανότητα για επαγγελματική εργασία), θανάτου ένεκα ατυχήματος, αναπηρίας ένεκα ατυχήματος και ασθενείας, εφόσον οι πιο πάνω ασφαλίσεις συνάπτονται συμπληρωματικά στις ασφαλίσεις ζωής των κλάδων Ι1 και Ι
  3. II. Κλάδος γάμου και γεννήσεως III. Κλάδος ασφάλισης ζωής(Ι1), προσόδων(Ι2), γάμου και γεννήσεως (II) οι οποίες συνδέονται με επενδύσεις, σύμφωνα με το άρθρο 13γ περιπτ.Α του παρόντος. Αφορά σε εργασίες όπου: α) οι παροχές που περιλαμβάνονται στο ασφαλιστήριο συμβόλαιο είναι απευθείας συνδεδεμένες με την αξία των μεριδίων (μονάδων) ενός αμοιβαίου κεφαλαίου, ελληνικού ή άλλου κράτους-μέλους της Ε.Ε. και του Ε.Ο.Χ. ή με την αξία περιουσιακών στοιχείων που περιλαμβάνονται σ' ένα εσωτερικό κεφάλαιο της ασφαλιστικής επιχείρησης, συνήθως διηρημένο σε μονάδες (μερίδια), ή Σελ. 238,02(γ) Τεύχος 1417 Σελ. 36 β) οι παροχές που περιλαμβάνονται στο ασφαλιστήριο συμβόλαιο είναι απευθείας συνδεδεμένες με ένα δείκτη χρεωγράφου ή κάποια αξία αναφοράς άλλη από αυτές που αναφέρονται στο (α). IV. Κλάδος ασφάλισης υγείας (ατύχημα, ασθένεια) 1.Εργασίες διαρκούς ασφάλισης υγείας, οι οποίες είναι διαχειριζόμενες όπως οι ασφαλίσεις ζωής (τεχνικό επιτόκιο, πίνακες νοσηρότητας (ανικανότητας), μαθηματικά αποθέματα) και δεν υπόκεινται σε ακύρωση από τον ασφαλιστή.
  4. Εργασίες των κλάδων 1 "Ατυχήματα" και 2 "Ασθένειες" των ασφαλίσεων κατά ζημιών, της παράγ.1 του παρόντος άρθρου. V. Κλάδος τοντίνας Τοντίνα είναι ένα σχέδιο (ασφαλιστήριο συμβόλαιο) με βάση το οποίο ένας αριθμός ατόμων συνεισφέρει σ'ένα λογαριασμό κεφαλαίου, το πιστωτικό υπόλοιπο του οποίου στο τέλος μιας προκαθορισμένης από το σχέδιο περιόδου, κατανέμεται μεταξύ των επιζώντων υπό μορφή κεφαλαίου ή μιας προσόδου, όπως ειδικότερα στο άρθρο 13γ περιπ.Β του παρόντος ορίζεται. VI. Κλάδος κεφαλαιοποίησης Αφορά σε εργασίες κεφαλαιοποίησης οι οποίες βασίζονται σε αναλογιστικούς υπολογισμούς και με τους οποίους αναλαμβάνονται υποχρεώσεις για ορισμένο χρονικό διάστημα και για ορισμένο ποσό έναντι εφ' άπαξ ή περιοδικών από πριν καθορισμένων καταβολών, όπως ειδικώτερα στα άρθρα 39 μέχρι 42 του παρόντος ορίζεται. 12.Μ.α.7 Ιδιωτική Επιχείρηση Ασφαλίσεως VII. Κλάδος διαχειρίσεως ομαδικών συνταξιοδοτικών ταμείων (κεφαλαίων)
  5. Διαχείριση των επενδύσεων ή και των αποθεματικών ασφαλιστικών Ταμείων, έργο των οποίων είναι η καταβολή παροχών υγείας ή παροχών σε περίπτωση θανάτου, ανικανότητας, επιβίωσης, διακοπής ή μείωσης της εργασίας σε εκείνους που έχουν συμβληθεί με αυτά. Η διαχείριση των ανωτέρω κεφαλαίων από την ασφαλιστική επιχείρηση εμφανίζεται στις οικονομικές καταστάσεις, σύμφωνα με το άρθρο 62 παράγ.2 του παρόντος. Στην περίπτωση του άρθρου 62 παραγ.2 πρώτο εδάφιο του παρόντος, τα τυχόν ελλείμματα ή πλεονάσματα στη διαχείρηση χρεώνονται ή πιστώνονται αντίστοιχα στο ασφαλιστικό Ταμείο.
  6. α) Η περίπτωση VII 1 όταν η ασφαλιστική επιχείρηση έχει συμβληθεί με άλλη επιχείρηση ή νομικό πρόσωπο για την διαχείρηση των ομαδικών συνταξιοδοτικών κεφαλαίων του προσωπικού της. β) Η περίπτωση VII 2α όταν η ασφαλιστική επιχείρηση εγγυάται επιτόκιο και άλλες παροχές (Ασφαλισμένα ομαδικά συνταξιοδοτικά προγράμματα). VIII. Κλάδος ομαδικών προγραμμάτων πρόνοιας σύμφωνα με το κεφάλαιο Ι, τίτλος IV του βιβλίου IV του Γαλλικού κώδικα ασφαλίσεων.
  7. Χωρίς επενδυτικό κίνδυνο (εγγυημένο επιτόκιο) και άλλες εγγυημένες παροχές.
  8. Με επενδυτικό κίνδυνο και άλλες εγγυημένες παροχές. IX. Κλάδος παρομοίων εργασιών με την κοινωνική ασφάλιση Περιλαμβάνει εργασίες, οι οποίες συνίστανται σε παροχές που εξαρτώνται από τη διάρκεια της ανθρώπινης ζωής και ορίζονται ή προβλέπονται από τη νομοθεσία περί κοινωνικής ασφάλισης, εφόσον οι εργασίες αυτές βασίζονται σε ιδιωτική σύμβαση, γίνονται με ευθύνη της ασφαλιστικής επιχείρησης και δεν είναι αντίθετες με άλλες διατάξεις νόμων." Η παρ.2 αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ.3 άρθρ.15 Π.Δ.252/6-19 Αυγ.1996 (ΦΕΚ Α΄186), κατωτ.αριθ.
  9. "
  10. Κατά την έννοια του παρόντος νομοθετικού διατάγματος ως "μεγάλοι κίνδυνοι" νοούνται: α) Οι κίνδυνοι που κατατάσσονται στους κλάδους 4 "Σιδηροδρομικά οχήματα", 5 "Αεροσκάφη", 6 "Πλοία (θαλάσσια, λιμναία και ποτάμια σκάφη)" 7 "Μεταφερόμενα εμπορεύματα", 11 "Αστική ευθύνη από αεροσκάφη" και 12 "Αστική ευθύνη από θαλάσσια, λιμναία και ποτάμια σκάφη" της ταξινόμησης του σημείου Α της παραγρ.1 του άρθρου 13 του παρόντος. β) Οι κίνδυνοι που κατατάσσονται στους κλάδους 14 "Πιστώσεις" και 15 "Εγγυήσεις" της ταξινόμησης του σημείου Α της παράγ.1 του άρθρου 13 του παρόντος όταν ο ασφαλισμένος ασκεί κατ' επάγγελμα βιομηχανική ή εμπορική δραστηριότητα ή ελευθέριο επάγγελμα και ο κίνδυνος σχετίζεται με τη δραστηριότητα αυτή. γ) Οι κίνδυνοι που κατατάσσονται στους 3 "Χερσαία οχήματα"(εκτός σιδηροδρομικών), 8 "Πυρκαϊά και στοιχεία της φύσεως", 9 "Λοιπές ζημιές αγαθών", 10 "αστική ευθύνη από χερσαία αυτοκίνητα οχήματα", 13 "Γενική αστική ευθύνη", 16 "Διάφορες χρηματικές απώλειες" της ταξινόμησης του σημείου Α της παραγρ.1 του άρθρου 13 του παρόντος, εφόσον ο ασφαλισμένος υπερβαίνει αριθμητικά τα όρια δύο τουλάχιστον από τα παρακάτω τρία κριτήρια: Πρώτο στάδιο από 1.1.1995 - 31.12.1998 -σύνολο ισολογισμού: 12,4 εκατομ. ECU-καθαρό ποσό κύκλου εργασιών: 24 εκατομ ECU -μέσος αριθμός απασχολουμένων προσώπων κατά τη διάρκεια του οικονομικού έτους: 500 Δεύτερο στάδιο από 1.1.1999-σύνολο ισολογισμού: 6,2 εκατομ. ECU-καθαρό ποσό του κύκλου εργασιών: 12,8 εκατομ. ECU-μέσος αριθμός των απασχολουμένων προσώπων κατά τη διάρκεια του οικονομικού έτους:
  11. Εάν ο ασφαλισμένος μετέχει σε σύνολο επιχειρήσεων που καταρτίζουν ενοποιημένους λογαριασμούς σύμφωνα με τα άρθρα 90 επ. του κ.ν. 2190/20, όπως ισχύει, η συνδρομή των παραπάνω κριτηρίων, ελέγχεται βάσει των ενοποιημένων λογαριασμών". Η παρ.3 προστέθηκε με την παρ.4 άρθρ.15 Π.Δ.252/6-19 Αυγ.1996 (ΦΕΚ Α΄186), κατωτ.αριθ.
  12. Το άρθρ. 13 αντικαταστάθηκε ως άνω από το άρθρ. 12 Π.Δ. 118/8-8 Μαρτ. 1985 (ΦΕΚ Α΄ 35) κατωτ. αριθ.
  13. (Αντί για τη σελ. 238,021) Σελ. 238,021(α) Τεύχος 1417 Σελ. 37 Ιδιωτική Επιχείρηση Ασφαλίσεως 12.Μ.α.7 άρθρ.6 Π.Δ.288/18-23 Οκτ.2002 (ΦΕΚ Α΄258), κατωτ.αριθ.
  14. Σελ. 240,02(β) Τεύχος 1444 Σελ. 20 "Άρθρ.17α.-
  15. Κάθε ελληνική ασφαλιστική επιχείρηση υποχρεούται να συγκροτεί επαρκές περιθώριο φερεγγυότητας ανάλογο προς το σύνολο των δραστηριοτήτων της, το οποίο αντιστοιχεί στην περιουσία της την ελεύθερη από κάθε προβλεπόμενη υποχρέωση, χωρίς να συνυπολογίζονται σ' αυτή τα άϋλα περιουσιακά στοιχεία της. "
  16. Όπου στους υπολογισμούς του αναγκαίου περιθωρίου φερεγγυότητας λαμβάνονται υπόψη τα ασφάλιστρα (εισφορές), εννοούνται τα ακαθάριστα δεδουλευμένα ασφάλιστρα των στοιχείων κδ και κζ του άρθρου 2α". Η παρ.2 αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ.3 άρθρ.5 Π.Δ.288/18-23 Οκτ.2002 (ΦΕΚ Α΄258), κατωτ.αριθ.
  17. Προκειμένου για δραστηριότητες ασφαλίσεων κατά ζημιών, το αναγκαίο περιθώριο φερεγγυότητας υπολογίζεται σε συνάρτηση είτε προς το ετήσιο ποσό ασφαλίστρων ή αλληλασφαλιστικών εισφορών είτε προς τη μέση επιβάρυνση των ασφαλιστικών αποζημιώσεων των τριών τελευταίων χρήσεων ή, προκειμένου περί επιχειρήσεων οι οποίες καλύπτουν βασικά μόνο ένα ή περισσότερους από τους κινδύνους θύελλας, χαλαζιού ή παγετού, των επτά τελευταίων χρήσεων και λαμβάνεται σαν αναγκαίο περιθώριο φερεγγυότητας το μεγαλύτερο από τα πιο πάνω δυο αποτελέσματα. Τα στοιχεία, τα οποία απαρτίζουν «το αναγκαίο περιθώριο φερεγγυότητας» είναι κυρίως: α) Το μετοχικό κεφάλαιο που έχει καταβληθεί ή προκειμένου για τους αλληλασφαλιστικούς συνεταιρισμούς το αλληλασφαλιστικό ποσό που αρχικά έχει καταβληθεί. 12.Μ.α.7 Ιδιωτική Επιχείρηση Ασφαλίσεως β) Το μισό του μη καταβεβλημένου μετοχικού κεφαλαίου ή αλληλασφαλιστικού ποσού, εφόσον το 25% κάθε αύξησης αυτών έχει υποχρεωτικά καταβληθεί. γ) Τα αποθεματικά (νόμιμα και ελεύθερα) που δεν αντιστοιχούν σε ασφαλιστικές υποχρεώσεις. δ) Τα κέρδη που μεταφέρονται στη νέα εταιρική χρήση. ε) Οι συμπληρωματικές εισφορές που είναι δυνατό να απαιτηθούν από τους αλληλασφαλιστικούς συνεταιρισμούς που έχουν μεταβλητές εισφορές για τη συγκεκριμένη χρήση μέχρι το μισό της διαφοράς μεταξύ των μεγίστων εισφορών που δύνανται να απαιτηθούν και αυτών που πράγματι απαιτούνται. Αυτές οι απαιτήσεις δεν μπορούν να αντιπροσωπεύουν ποσό μεγαλύτερο του 50% «του αναγκαίου περιθωρίου φερεγγυότητας». ζ) Οι υπεραξίες που προκύπτουν λόγω υποεκτίμησης στοιχείων του ενεργητικού εφόσον δεν οφείλονται σε εξαιρετικές περιστάσεις και μόνο αφού χορηγηθεί σχετική έγκριση από το Υπουργείο Εμπορίου, κατόπιν αιτιολογημένης αίτησης της ασφαλιστικής επιχείρησης. η) Το σωρευτικό προνομιούχο μετοχικό κεφάλαιο και τα δάνεια μειωμένης διασφάλισης, τα οποία μπορούν να περιληφθούν μόνον μέχρι ποσοστού 50% «του αναγκαίου περιθωρίου φερεγγυότητας», 25% κατ' ανώτατο όριο του οποίου περιλαμβάνει δάνεια μειωμένης διασφάλισης με καθορισμένη διάρκεια ή προνομιούχο σωρευτικό μετοχικό κεφάλαιο με καθορισμένη διάρκεια, εφόσον πληρούνται τουλάχιστον τα ακόλουθα κριτήρια: - σε περίπτωση πτώχευσης ή εκκαθάρισης ασφαλιστικής επιχείρησης, να υπάρχουν δεσμευτικές συμφωνίες βάσει των οποίων τα δάνεια μειωμένης διασφάλισης ή το προνομιούχο μετοχικό κεφάλαιο κατατάσσεται μετά τις απαιτήσεις όλων των άλλων πιστωτών και δεν εξοφλούνται παρά μόνο μετά την εξόφληση όλων των άλλων εκκρεμούντων τη στιγμή εκείνη χρεών. Τα δάνεια μειωμένης διασφάλισης πρέπει να πληρούν επίσης τις ακόλουθες προϋποθέσεις: - να έχουν εγκριθεί από το Υπουργείο Εμπορίου - να μην προέρχονται από θυγατρικές επιχειρήσεις ή επιχειρήσεις που ελέγχονται από την ασφαλιστική επιχείρηση και να μην αποτελούν επένδυση τεχνικών αποθεμάτων ή στοιχείο περιθωρίου φερεγγυότητας στις ασφαλιστικές επιχειρήσεις που τα παρέχουν. Τα ως άνω δάνεια αναλύονται στο προσάρτημα των οικονομικών καταστάσεων κατά δανειστή. - να λαμβάνονται υπόψη μόνο τα ποσά που έχουν πράγματι καταβληθεί - η αρχική διάρκεια των δανείων, με καθορισμένη λήξη, πρέπει να είναι τουλάχιστον πενταετής. ΄Ενα έτος το αργότερο πριν από τη λήξη, η ασφαλιστική επιχείρηση υποβάλλει στο Υπουργείο Εμπορίου για έγκριση, σχέδιο που ορίζει πως το περιθώριο φερεγγυότητας θα διατηρηθεί ή θα αυξηθεί στο επιθυμητό επίπεδο κατά τη λήξη, εκτός εάν το ποσό μέχρι το οποίο το δάνειο μπορεί να συμπεριληφθεί στα συστατικά μέρη του περιθωρίου φερεγγυότητας μειώνεται σταδιακά κατά τα τελευταία πέντε τουλάχιστον έτη προ της λήξεως. Το Υπουργείο Εμπορίου μπορεί να επιτρέπει την προ της λήξης εξόφληση αυτών των ποσών εφόσον η σχετική αίτηση υποβάλλεται από την εκδότρια ασφαλιστική επιχείρηση και το περιθώριο φερεγγυότητας της δεν είναι κατώτερο του απαιτούμενου επιπέδου. - τα δάνεια μη καθορισμένης λήξεως εξοφλούνται μόνο με πενταετή προειδοποίηση, εκτός εάν δεν θεωρούνται πλέον ως συστατικό μέρος του περιθωρίου φερεγγυότητας ή εάν για την πρόωρη εξόφληση τους απαιτείται προηγούμενη σύμφωνη γνώμη του Υπουργείου Εμπορίου. Στην τελευταία αυτή περίπτωση η ασφαλιστική επιχείρηση ενημερώνει το Υπουργείο Εμπορίου τουλάχιστον έξι μήνες πριν από την προτεινόμενη ημερομηνία εξόφλησης, υποδεικνύοντας το πραγματικό και αναγκαίο περιθώριο φερεγγυότητας της ασφαλιστικής επιχείρησης πριν και μετά την εξόφληση αυτή. Το Υπουργείο Εμπορίου επιτρέπει την εξόφληση μόνον εάν το περιθώριο φερεγγυότητας της ασφαλιστικής επιχείρησης δεν κινδυνεύει να κατέβει κάτω από το απαιτούμενο επίπεδο - η σύμβαση δανείου δεν πρέπει να περιλαμβάνει ρήτρες που προβλέπουν ότι σε συγκεκριμένες περιστάσεις, εκτός από την εκκαθάριση της ασφαλιστικής επιχείρησης, η οφειλή καθίσταται απαιτητή πριν από τη συμφωνημένη ημερομηνία εξόφλησης - η σύμβαση δανείου μπορεί να τροποποιηθεί μόνον αφού το Υπουργείο Εμπορίου δηλώσει ότι δεν αντιτίθεται στην τροποποίηση. θ) Τα ομολογιακά δάνεια, όταν εκδίδονται δια δημόσιας εγγραφής σύμφωνα με το άρθρο 8α του ν.2190/20 μέχρι 50% «του αναγκαίου περιθωρίου φερεγγυότητας» για τα δάνεια αυτά, τα δάνεια μειωμένης διασφάλισης και το σωρευτικό προνομιούχο μετοχικό κεφάλαιο της προηγουμένης περίπτωσης. Δεν μπορούν να αποκτήσουν ομολογίες κατά την έκδοση τους (δημόσια εγγραφή) θυγατρικές επιχειρήσεις ή επιχειρήσεις που ελέγχονται από την ασφαλιστική επιχείρηση. Στο προσάρτημα των οικονομικών καταστάσεων αναφέρεται το ποσό των ομολογιακών δανείων που αποτελεί συστατικό «του αναγκαίου περιθωρίου φερεγγυότητας». (Αντί για τη σελ.240,021) Σελ. 240,021(α) Τεύχος 1444 Σελ. 21 Ιδιωτική Επιχείρηση Ασφαλίσεως 12.Μ.α.7 Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς συνεργάζεται με το Υπουργείο Εμπορίου σε περίπτωση εκδόσεως ομολογιακών δανείων τα οποία πρόκειται να αποτελέσουν στοιχείο «του αναγκαίου περιθωρίου φερεγγυότητας». Τα ομολογιακά δάνεια πρέπει επίσης να πληρούν και τις κάτωθι προϋποθέσεις: - δεν μπορούν να ρευστοποιηθούν με πρωτοβουλία του κομιστή χωρίς προηγούμενη συμφωνία του Υπουργείου Εμπορίου - η σύμβαση έκδοσης των τίτλων πρέπει να παρέχει στην ασφαλιστική επιχείρηση τη δυνατότητα να αναβάλει την καταβολή των τόκων του δανείου - Οι απαιτήσεις του δανειστή έναντι της ασφαλιστικής επιχειρήσεως πρέπει να κατατάσσονται μετά τις απαιτήσεις όλων των άλλων πιστωτών που δεν έχουν μειωμένη διασφάλιση - τα έγγραφα τα σχετικά με την έκδοση των τίτλων πρέπει να προβλέπουν τη δυνατότητα απορρόφησης των ζημιών από το χρέος και την μη πληρωμή των τόκων επιτρέποντας συγχρόνως τη συνέχιση των δραστηριοτήτων της ασφαλιστικής επιχείρησης. - λαμβάνονται υπόψη μόνο τα ποσά που έχουν πράγματι καταβληθεί. ι) Το αποθεματικό εξισορρόπησης του άρθρου 7 παραγρ. 2Αδ του παρόντος, μέχρι το ποσό που έχει υπολογισθεί δεν λαμβάνεται υπόψη για τον υπολογισμό «του αναγκαίου περιθωρίου φερεγγυότητας».
  18. Προκειμένου για δραστηριότητες ασφαλίσεων ζωής το αναγκαίο περιθώριο φερεγγυότητας καθορίζεται ανάλογα με τους ασκούμενους κλάδους σύμφωνα με τα πιο κάτω στην παράγραφο 6 οριζόμενα. Στους υπολογισμούς του αναγκαίου περιθωρίου φερεγγυότητας, για δραστηριότητες ασφαλίσεων ζωής, ο όρος "κεφάλαιο κινδύνου" θα σημαίνει το ποσό που είναι πληρωτέο σε περίπτωση θανάτου μείον το μαθηματικό απόθεμα του συνολικού κινδύνου που έχει ασφαλισθεί. Επίσης όταν για τους υπολογισμούς του αναγκαίου περιθωρίου φερεγγυότητας χρησιμοποιούνται μαθηματικά αποθέματα λαμβάνονται υπόψη και τα μεταφερόμενα (αναπόσβεστα) έξοδα προσκτήσεως που έχουν υπολογισθεί αναλογιστικώς σύμφωνα με τις διατάξεις του στοιχ.ιγ της παραγράφου 5 του άρθρου 8 του παρόντος ν.δ/τος. Σελ. 240,022(α) Τεύχος 1444 Σελ. 22 Τα στοιχεία που απαρτίζουν το περιθώριο φερεγγυότητας είναι: α) Η ελεύθερη περιουσία της επιχείρησης από κάθε υποχρέωση που δύναται να προβλεφθεί, χωρίς να συνυπολογίζονται τα άϋλα περιουσιακά στοιχεία αυτής, που περιλαμβάνει κυρίως τα στοιχεία που προβλέπονται στην παράγραφο 2 εδ.α, β, γ και δ του παρόντος άρθρου. β) Ποσοστό μέχρι 25% των αποθεματικών κερδών τα οποία εμφανίζονται στον ισολογισμό και εφόσον δύνανται να χρησιμοποιηθούν για κάλυψη ενδεχομένων ζημιών και δεν έχει αποφασισθεί να διατεθούν για διανομή στους ασφαλισμένους. γ) Τα στοιχεία που προβλέπονται στην παραγ.2 εδαφ.η και θ του παρόντος άρθρου. δ) ΄Επειτα από αιτιολογημένη αίτηση της ενδιαφερομένης επιχείρησης και εφόσον συναινεί η αρμόδια Υπηρεσία του Υπουργείου Εμπορίου: i) To ένα δεύτερο από τα μελλοντικά κέρδη της επιχείρησης τα οποία υπολογίζονται δια πολλαπλασιασμού του κατ΄ εκτίμηση ετήσιου κέρδους επί ένα συντελεστή που αντιπροσωπεύει τη μέση υπολειπόμενη διάρκεια των συμβάσεων. Ο συντελεστής αυτός δεν μπορεί να είναι μεγαλύτερος του
  19. Το κατ' εκτίμηση ετήσιο Κέρδος είναι ο αριθμητικός μέσος όρος των κερδών που έχει πραγματοποιήσει η επιχείρηση κατά τα τελευταία πέντε χρόνια από τις δραστηριότητες ασφάλισης ζωής. Οι βάσεις εξεύρεσης του συντελεστή και τα στοιχεία που περιέχουν τα κέρδη που έχουν πραγματοποιηθεί θα καθορισθούν με απόφαση του Υπουργείου Εμπορίου. "ii. Οι υπεραξίες που προκύπτουν λόγω υποεκτίμησης στοιχείων ενεργητικού, εφ' όσον δεν οφείλονται σε εξαιρετικές περιστάσεις , μόνο αφού χορηγηθεί έγκριση από το Υπουργείο Ανάπτυξης, και με την προϋπόθεση ότι, για μη εισηγμένα χρεόγραφα, απαιτείται η εκδότρια επιχείρηση να έχει δημοσιεύσει επισήμως οικονομικές καταστάσεις ελεγμένες από ορκωτό ελεγκτή". Το μέσα σε «» σημείο ii αντικαταστάθηκε ως άνω από την περίπτ.α΄ παρ.6 άρθρ.5 Π.Δ.288/18-23 Οκτ.2002 (ΦΕΚ Α΄258), κατωτ.αριθ.
  20. 12.Μ.α.7 Ιδιωτική Επιχείρηση Ασφαλίσεως «
  21. Για τον υπολογισμό της υπεραξίας ακινήτων και χρεογράφων, η οποία μπορεί να αποτελέσει στοιχείο περιθωρίου φερεγγυότητας, ως τρέχουσα αξία λαμβάνεται υπόψη, για μεν τα ακίνητα το 85%της αξίας, όπως προσδιορίζεται στο άρθρ.8 παρ.5 στοιχ.α΄ και γ΄, για δε τα χρεόγραφα αυτή που προκύπτει σύμφωνα με τις αξίες που αναφέρονται στο προσάρτημα των οικονομικών καταστάσεων ή σε άλλες καταστάσεις που επίσημα υποβάλλονται κατά νόμο στο Υπουργείο Ανάπτυξης». Η παρ.5, όπως είχε αντικατασταθεί από την περίπτ.ε΄ της παρ.5 άρθρ.10 Νόμ.2741/28-28 Σεπτ.1999 (ΦΕΚ Α΄199), τόμ.5 σελ.180,03, και την περίπτ.β΄ παρ.6 άρθρ.5 Π.Δ.288/18-23 Οκτ.2002 (ΦΕΚ Α΄258), κατωτ.αριθ.37, αντικαταστάθηκε και πάλι ως άνω από την παρ.3 άρθρ. 34 Π.Δ. 118/8-8 Μαρτ. 1985 (ΦΕΚ Α΄ 35) (κατωτ. αριθ. 20) Άρθρ.3.-Εις τας κατά το άρθρ. 2 του παρόντος Ασφαλιστικάς (Εταιρείας) παρέχονται, κατ’ εξαίρεσιν, οι ακόλουθοι διευκολύνσεις και απαλλαγαί: α)Η ευχέρεια εκδόσεως των ασφαλιστηρίων συμβολαίων (του κλάδου τούτου) εις ξένον νόμισμα ή συνάλλαγμα εις την αλλοδαπήν, εις ξένην μόνον γλώσσαν, η ασφάλισις των αναλαμβανομένων κινδύνων δι’ αναφοράς εις όρους εν χρήσει εν τη αλλοδαπή και η δια σχετικού όρου του ασφαλιστηρίου συμβολαίου υπαγωγή της συμβάσεως ασφαλίσεως εις αλλοδαπόν δίκαιον και εις αποκλειστικήν αρμοδιότητα αλλοδαπών δικαστηρίων ή αλλοδαπής διαιτησίας ως και η καταβολή των πάσης φύσεως ασφαλιστικών αποζημιώσεων, συναφών απαιτήσεων (σώστρα κλπ.) ή εγγυήσεων εις συνάλλαγμα εις αλλοδαπήν. β)Η απαλλαγή των ασφαλίστρων, αντασφαλίστρων, προμηθειών, εκπτώσεων, αποζημιώσεων και πάσης άλλης εκ της ασκήσεως (του κλάδου τούτου) προκυπτούσης υποχρεώσεως από παντός τέλους χαρτοσήμου, φόρου, τέλους ή δικαιώματος υπέρ του Δημοσίου ή τρίτων και εισφοράς υπέρ οιουδήποτε Οργανισμού ή Ταμείου ή Οργανώσεως δι’ οιανδήποτε αιτίαν. Η ως άνω (Αντί για τη σελ. 246,03(β) Σελ. 246,03(γ) Τεύχος Ζ122-Σελ. 51 Ιδιωτική Επιχείρηση Ασφαλίσεως 12.Μ.α.9 απαλλαγή δεν αφορά τα συμβολαιογραφικά δικαιώματα άτινα δεν δύνανται να υπερβώσι τας 5.000 δι’ έκαστον συμβολαιογραφικόν έγγραφον. Στις άνω περιπτώσεις α και β οι λέξεις «του κλάδου τούτου» αντικαταστάθηκαν από τις λέξεις των «κατά το άρθρ. 1 του παρόντος ασφαλίσεων» από την παρ. 2 άρθρ. 35 Π.Δ. 118/8-8 Μαρτ. 1985 (ΦΕΚ Α΄ 35) (κατωτ. αριθ. 20) «γ)Η απαλλαγή από το φόρο εισοδήματος των μη διανεμομένων κερδών από την άσκηση εργασιών ασφάλισης πλοίων και αεροσκαφών ή από την περιουσία της επιχείρησης ή οποιαδήποτε άλλη πηγή που αφορά στις ασφαλίσεις αυτές που μεταφέρονται σε αποθεματικό και μέχρι την εξίσωση του αποθεματικού αυτού με το ύψος του απαιτούμενου κεφαλαίου για την άσκηση ασφαλίσεων πλοίων και αεροσκαφών σύμφωνα με το άρθρ. 17, του Π.Δ. 400/70 (ΦΕΚ 10/Α/1970) όπως τροποποιήθηκε, ή εφόσον πρόκειται για επιχείρηση που ασκεί μόνο ασφαλίσεις πλοίων και αεροσκαφών, προς το ύψος του κεφαλαίου της». Η περίπτ. γ΄ αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. 3 άρθρ. 35 Π.Δ. 118/8-8 Μαρτ. 1985 (ΦΕΚ Α΄ 35) (κατωτ. αριθ 20). ΄Αρθρ.4.-1.Αι κατά το άρθρ. 2 του παρόντος ασφαλιστικαί (Εταιρείαι) δύνανται να συστήσωσι μεταξύ των Κοινοπραξίαν, επί τω σκοπώ συντονισμού της δραστηριότητος αυτών και της εν συνασφαλίσει, ήτοι κατ’ αναλογίαν της υφ’ εκάστου μέλους ασφαλιστικής καλύψεως, άνευ αλληλεγγύου και εις ολόκληρον ευθύνης αυτών, αναλήψεως των κινδύνων. 2.Η Κοινοπραξία φέρουσα την ονομασίαν «ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΚΟΙΝΟΠΡΑΞΙΑ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ ΠΛΟΙΩΝ ΚΑΙ ΑΕΡΟΣΚΑΦΩΝ (Ε.Κ.Α.Π.Α.) θα τυγχάνη νομικόν πρόσωπον ιδιωτικού δικαίου και θα διέπεται υπό καταστατικού, όπερ μετά την υπογραφήν του υπό των Ιδρυτικών της Κοινοπραξίας (Εταιρειών), εγκρίνεται δια κοινής αποφάσεως των Υπουργών Συντονισμού, Οικονομικών, Εμπορικής Ναυτιλίας και Εμπορίου και δημοσιεύεται εις το ΔΕΛΤΙΟΝ Α.Ε. και Ε.Π.Ε.» της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως. 3.Το καταστατικόν της Κοινοπραξίας δέον όπως περιλαμβάνη τον σκοπόν, την έδραν αυτής, τον τρόπον και διαδικασίαν εγγραφής, αποχωρήσεως ή διαγραφής των μελών αυτής, τα όργανα της διοικήσεως της Κοινοπραξίας, τας αρμοδιότητας της Γενικής Συνελεύσεως, τα της διαλύσεως και εκκαθαρίσεως της κοινοπραξίας, ως και πάσαν ετέραν λεπτομέρειαν αναγκαιούσαν δια την λειτουργίαν και επιτέλεσιν του σκοπού αυτής. Σελ. 246,04(γ) Τεύχος Ζ122-Σελ. 52 4.Πάσα τροποποίησις του καταστατικού της Κοινοπραξίας εγκρίνεται δια κοινής αποφάσεως των Υπουργών Συντονισμού, Οικονομικών, Εμπορικής Ναυτιλίας και Εμπορίου, δημοσιευομένης εις το «Δελτίον Α.Ε. και Ε.Π.Ε.» της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως. 5.Η συμμετοχή εις την κοινοπραξίαν δεν στερεί τα μέλη αυτής της ευχερείας να αναλαμβάνωσιν, ως αυτόνομοι και ανεξάρτητοι επιχειρήσεις, ασφαλίσεις πλοίων και αεροσκαφών, υπό τους εν τω καταστατικώ και τους κανονισμούς της Κοινοπραξίας εκάστοτε τιθεμένους περιορισμούς. 6.Η Κοινοπραξία μη ασκούσα δι’ ίδιον λογαριασμόν επιχείρησιν ασφαλίσεως, θα δέχεται εργασίας αποκλειστικώς και μόνον μέσω των μελών αυτής. 12.Μ.α.9 Ιδιωτική Επιχείρηση Ασφαλίσεως Άρθρο
  22. «Στις ασφαλιστικές επιχείρησεις που μετέχουν στην «κοινοπραξία» και για όσο χρόνο μετέχουν σ’ αυτήν, παρέχονται κατ’ εξαίρεση οι ακόλουθες διευκολύνσεις μόνο για τις εργασίες ασφάλισης πλοίων και αεροσκαφών: 1.α)Προκειμένου για ημεδαπές ασφαλιστικές επιχειρήσεις, η ευχέρεια σχηματισμού ή συμπλήρωσης του κατά το άρθρ. 17 του Ν.Δ. 400/70 (ΦΕΚ 10/Α/1970) όπως τροποποιήθηκε, απαιτούμενου κεφαλαίου, που αναφέρεται στην άσκηση ασφαλίσεων πλοίων και αεροσκαφών, καθώς και των τυχόν εκάστοτε κατά νόμο αυξήσεών του, με εισφορά είτε χρεωγράφων είτε αστικών ακινήτων. Η σχετική πράξη απαλλάσσεται από το φόρο μεταβίβασης ακινήτων και τα συμβολαιογραφικά δικαιώματα δεν μπορούν να υπερβούν το ποσό των 5.000 δραχμ. Επίσης, απαλλάσσονται από το φόρο υπεραξίας και γενικά από κάθε φόρο, τέλος ή δικαίωμα υπέρ του Δημοσίου και Τρίτων, Εισφορές Ταμείου Νομικών, τέλη μεταγραφής και κάθε άλλης σχετικής επιβάρυνσης. β)Προκειμένου για ημεδαπές ανώνυμες ασφαλιστικές εταιρείες, εφόσον εισαχθούν στο Χρηματιστήριο. Από τις μετοχές αυτές το 60% που φέρουν ειδική σφραγίδα, θα είναι μεταβιβάσιμες μόνο σε πρόσωπα φυσικά ή νομικά Ελληνικής ιθαγένειας ή ιθαγένειας άλλου Κράτους-μέλους της ΕΟΚ με την έννοια του εκδοθέντος γενικού προγράμματος καταργήσεως των περιορισμών της ελεύθερης εγκατάστασης σύμφωνα με το άρθρ. 54 της συνθήκης της Ρώμης. Σε περίπτωση εξόδου Εταιρείας από τη Κοινοπραξία, η εταιρεία υποχρεούται να μεταφέρει όλες τις μετοχές της σε ονομαστικές διαφορετικά ανακαλείται η σχετική άδεια λειτουργίας της». Η πρώτη φραστική περίοδος και οι περιπτ. α και β αντικαταστάθηκαν ως άνω από την παρ. 1 άρθρ. 36 Π.Δ. 118/8-8 Μαρτ. 1985 (ΦΕΚ Α΄ 35) (κατωτ. αριθ. 20). «2.α)Η ελεύθερη χωρίς άδεια ή έγκριση διενέργεια σε ξένο νόμισμα ή συνάλλαγμα των δραστηριοτήτων τους που εμπίπτουν στις ασφαλίσεις πλοίων και αεροσκαφών, δηλαδή: Οι φράσεις του άνω εδαφίου αντικαταστάθηκαν ως άνω από την παρ. 1 άρθρ. 36 Π.Δ. 118/8-8 Μαρτ. 1985 (ΦΕΚ Α΄ 35) (κατωτ. αριθ. 20). αα)Η συνομολότησις ασφαλίσεων και αντασφαλίσεων, των εν παρ. 1 του άρθρ. 1 κινδύνων. ββ)Η διενέργεια των εκ τούτων πάσης φύσεως προκυπτουσών δοσοληψιών, ως εισπράξεως και πληρωμής ασφαλίστρων, ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών προμηθειών, εκπτώσεων και επιστροφών. γγ)Η εκπλήρωσις των εκ των αναληφθέντων κινδύνων πηγαζουσών υποχρεώσων ως ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών αποζημιώσεων, συνεισφορών εις κοινάς αβαρίας, πληρωμών αμοιβών και εξόδων διασώσεως και πάσης άλλης οιασδήποτε φύσεως υποχρεώσεως δημιουργουμένης εκ της επελεύσεως των ασφαλιστικών κινδύνων. Τα ασφάλιστρα, τα αντασφάλιστρα και αι ασφαλιστικαί αποζημιώσεις καταβάλλονται εις το νόμισμα του ασφαλιστηρίου συμβολαίου. β)Η συνομολόγησις των ασφαλίσεων και αντασφαλίσεων είτε εις δραχμάς είτε εις ξένον νόμισμα ή συνάλλαγμα, είτε εν τη ημεδαπή είτε εν τη αλλοδαπή. Επί των εις ξένον νόμισμα ή συνάλλαγμα συνομολογουμένων ασφαλίσεων ή ανατασφαλίσεων, τα ασφάλιστρα και αντασφάλιστρα εισπράττονται εις το νόμισμα του ασφαλιστηρίου και κατατίθενται εις εξωλογιστικόν λογαριασμόν συναλλάγματος εις το ξένον νόμισμα, μη μετατρεπόμενον εις δραχμάς, τηρούμενον κατά περίπτωσιν επ’ ονόματι της Κοινοπραξίας ή εκάστης συμμετεχούσης εις αυτήν (Εταιρείας). Εις ην περίπτωσιν τα εις συνάλλαγμα διαθέσιμα της Κοινοπραξίας ή των συμμετεχουσών εις αυτήν (Εταιρειών), δεν επαρκούν δια την αντιμετώπισιν των εις συνάλλαγμα κατά την παρ. 2 (α) του παρόντος άρθρου αναγκών των, η Τράπεζα της Ελλάδος χορηγεί εις αυτάς, κατόπιν αποφάσεως της Νομισματικής Επιτροπής, το απαιτούμενον προς συμπλήρωσιν ποσόν συναλλάγματος. Η Νομισματική Επιτροπή αποφασίζει εις την περίπτωσιν ταύτην την χορήγησιν του απαιτουμένου συναλλάγματος, κατόπιν ελέγχου της ασφαλιστικής δραστηριότητος της Κοινοπραξίας ή της συμμετεχούσης εις την Κοινοπραξίαν (Εταιρείας). Εφ’ όσον εκ του τοιούτου ελέγχου ήθελε διαπιστωθεί εξαγωγή συναλλάγματος, υπό της Κοινοπραξίας ή της συμμετοχούσης (Εταιρείας), πέραν του πραγματικώς αναγκαιούντος προς εκπλήρωσιν των καθαρώς ασφαλιστικών υποχρεώσεων αυτών, ως αύται περιγράφονται εν τω παρόντι άρθρω, η Κοινοπραξία ή η συμμετέχουσα (Εταιρεία) υπόκεινται εις τας συνεπείας των νόμων περί Προστασίας Εθνικού Νομίσματος. (Αντί για τη σελ. 246,05(β) Σελ. 246,05(γ) Τεύχος 1417 Σελ. 99 Ιδιωτική Επιχείρηση Ασφαλίσεως 12.Μ.α.9 «γ)Η δυνατότητα να εκφράσουν σε ξένο νόμισμα το εγγυητικό τους κεφάλαιο συμμετοχής στην Κοινοπραξία, τα κάθε είδους αποθεματικά της Κοινοπραξίας και τα αποθεματικά των ασφαλιστικών επιχειρήσεων που μετέχουν σ’ αυτήν από τις ασφαλίσεις πλοίων και αεροσκαφών, καθώς και η δυνατότητα της τήρησης των λογιστικών βιβλίων και διατύπωσης των αποτελεσμάτων στο ίδιο νόμισμα για τις ασφαλίσεις αυτές». Η περιπτ. γ΄ αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. 1 του άρθρ. 36 Π..Δ. 118/8-8 Μαρτ. 1985 (ΦΕΚ Α΄ 35) (κατωτ. αριθ. 20). δ)Η τήρησις, τοποθέτησις και ελευθέρα διαχείρισις εν τη αλλοδαπή, άνευ προηγουμένης αδείας ή εγκρίσεως, των αναγκαίων πάσης φύσεως εγγυήσεων εκ των ιδίων εις συνάλλαγμα διαθεσίμων της Κοινοπραξίας ή των εις αυτήν μετεχουσών (Εταιρειών), δια την χορήγησιν εις αυτάς αδείας ασκήσεως «ασφαλίσεων» πλοίων και αεροσκαφών εν τη αλλοδαπή. Η φράση «του κλάδου ασφαλίσεως» αντικαταστάθηκε με τη λέξη «ασφαλίσεων» από την παρ. 2 άρθρ. 36 Π.Δ. 118/8-8 Μαρτ. 1985 (ΦΕΚ Α΄ 35) (κατωτ. αριθ. 20). 3.Άπασαι αι ανωτέρω διευκολύνσεις παρέχονται και εις την Κοινοπραξίαν δια την εκπλήρωσιν του σκοπού αυτής. Η Κοινοπραξία, ως μη ασκούσα δι’ ίδιον λογαριασμόν επιχείρησιν ασφαλίσεως και μη πραγματοποιούσα κέρδη, δεν υπόκειται ως τοιαύτη, εις φορολογίαν εισοδήματος. Στα άνω άρθρ. 3, 4 και 5 η λέξη «εταιρία» αντικατάσταθηκε με τη λέξη «επιχείρηση» από την παρ. 1 άρθρ. 35 Π.Δ. 118/8-8 Μαρτ. 1985 (ΦΕΚ Α΄ 35) (κατωτ. αριθ. 20). Άρθρ.6.-(Καταργήθηκε από την παρ.1 άρθρ.35 Π.Δ.252/6-19 Αυγ.1996, ΦΕΚ Α΄186, κατωτ.αριθ.26). Άρθρ.6 (7.)-1.Αι διατάξεις του Ν.Δ. 400/1970 «περί ιδιωτικής επιχειρήσεως ασφαλίσεως», έχουσιν εφαρμογήν και δια τας περί ων το παρόν επιχειρήσεις ασφαλίσεως πλοίων και αεροσκαφών και την Ελληνικήν Κοινοπραξίαν ασφαλίσεως πλοίων και αεροσκαφών εφ’ όσον δεν τροποποιούνται ή αντιτίθενται προς τας διατάξεις του παρόντος. Σελ. 246,06(γ) Τεύχος 1417 Σελ. 100 «2.Ειδικότερα, πλην των αναφερομένων στο άρθρ.2 του παρόντος εξαιρέσεων, δεν έχουν εφαρμογή επί των ασφαλίσεων πλοίων και αεροσκαφών και οι διατάξεις των άρθρ.29,33 και 51 του Ν.Δ. 400/70, όπως ισχύει». Η παρ.2 αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ.3 άρθρ.35 Π.Δ.252/6-19 Αυγ.1996 (ΦΕΚ Α΄186, κατωτ.αριθ.
  23. Άρθρ.7
(8).-Η ισχύς του παρόντος άρχεται από της δημοσιεύσεώς του δια της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως. Τα μέσα σε () άρθρ.
(7)και
(8)αναριθμήθηκαν ως άρθρ.6 και 7 αντίστοιχα από την παρ.2 άρθρ.10 Νόμ.3190/22-30 Οκτ.2003 (ΦΕΚ Α΄249), τόμ.11 σελ.270,24. Σύμφωνα δε με την παρ.4 ίδιου άρθρου Νόμ.3190/03, οι άνω διατάξεις ισχύουν και έχουν εφαρμογή για τις οικονομικές χρήσεις που λήγουν την 31-12-2002 και επόμενες. 6. Υπό την επιφύλαξη των οριζομένων στο άρθρο 17β, το αναγκαίο περιθώριο φερεγγυότητας για τις εργασίες ασφαλίσεων κατά ζημιών, καθορίζεται ίσο με το μεγαλύτερο από τα πιο κάτω αποτελέσματα: Πρώτο αποτέλεσμα (σε σχέση με τα ασφάλιστρα): Λαμβάνεται το άθροισμα: (α) των ασφαλίστρων ή των αλληλασφαλιστικών εισφορών, όπου συμπεριλαμβάνονται και τα παρεπόμενα δικαιώματα, που πραγματοποιήθηκαν κατά την τελευταία κλεισθείσα εταιρική χρήση από δραστηριότητες πρωτασφάλισης και (β) το ποσό των αντασφαλίστρων που έγιναν αποδεκτά κατά την τελευταία χρήση. Από το άθροισμα αυτό αφαιρείται το ποσό των ασφαλίστρων ή αλληλασφαλιστικών εισφορών που ακυρώθηκε κατά την τελευταία χρήση και το ποσό φόρων, τελών και εισφορών που αντιστοιχούν στα πιο πάνω ασφάλιστρα, αντασφάλιστρα ή εισφορές. Το ποσό που εξευρίσκεται με αυτό τον τρόπο, μοιράζεται σε δύο τμήματα εκ των οποίων το πρώτο αντιστοιχεί σε ποσό που δεν υπερβαίνει τα 10 εκατομμύρια ECU και το άλλο στο υπερβαίνον το ποσό αυτό. Με την πιο πάνω κατανομή λαμβάνεται ποσοστό 18% από το πρώτο τμήμα και 16% από το δεύτερο, τα οποία προσθέτονται. Το πρώτο αποτέλεσμα εξευρίσκεται με πολλαπλασιασμό του πιο πάνω αθροίσματος επί τον κατά την τελευταία χρήση λόγο μεταξύ του ποσού των ζημιών (αποζημιώσεων) που παραμένουν σε βάρος της ασφαλιστικής επιχείρησης, μετά την αφαίρεση των αντασφαλιστικών εκχωρήσεων, και του ποσού των ακαθάριστων ζημιών (αποζημιώσεων). Ο λόγος αυτός, σε καμμία περίπτωση δεν μπορεί να είναι μικρότερος του 50%. Δεύτερο αποτέλεσμα (σε σχέση με τις αποζημιώσεις): Λαμβάνεται το άθροισμα : (α) των ποσών των ασφαλιστικών αποζημιώσεων που καταβλήθηκαν για τις πρωτασφαλίσεις κατά τη διάρκεια των τριών τελευταίων χρήσεων ή επτά τελευταίων χρήσεων προκειμένου περί επιχειρήσεων που ασκούν βασικά μόνο ένα ή περισσότερους από τους κλάδους θύελλας, χαλαζιού ή παγετού (χωρίς αφαίρεση των ζημιών σε βάρος των εκδοχέων ή αντεκδοχέων), (β) του ποσού των αποζημιώσεων που καταβλήθηκαν κατά τη διάρκεια των αυτών περιόδων λόγω αποδοχής αντασφαλίσεων ή αντεκχωρήσεων, και (γ) του ποσού των προβλέψεων που έγιναν στο τέλος της τελευταίας χρήσης για τις ασφαλιστικές αποζημιώσεις που πρέπει να πληρωθούν, τόσο για τις πρωτασφαλίσεις όσο και για τις αποδοχές αντασφαλίσεων. Από το άθροισμα αυτό αφαιρείται: α) το ποσό των απαιτήσεων κατά τρίτων που εισπράχθηκαν καθ' υποκατάσταση της επιχείρησης στα δικαιώματα των ασφαλισμένων, κατά τη διάρκεια των τριών τελευταίων εταιρικών χρήσεων, προκειμένου δε περί επιχειρήσεων που ασκούν βασικά μόνο ένα ή περισσότερους από τους κλάδους χαλαζιού, θύελλας ή παγετού, των τελευταίων επτά εταιρικών χρήσεων, και β) το ποσό των προβλέψεων ή αποθεμάτων, που έγιναν κατά την έναρξη της δεύτερης χρήσης της προηγούμενης της τελευταίας χρήσης που απογράφτηκε, για πληρωτέες ασφαλιστικές αποζημιώσεις τόσο για τις πρωτασφαλίσεις όσο και για τις αποδοχές αντασφαλίσεων. Για τον κλάδο Βοήθειας ασφαλιστική αποζημίωση, είναι η δαπάνη της επιχείρησης για την συγκεκριμένη βοήθεια που παρέσχε. Μετά από αυτά, εξευρίσκεται η ετήσια μέση επιβάρυνση αποζημιώσεων των τριών τελευταίων εταιρικών χρήσεων ή των επτά τελευταίων εταιρικών χρήσεων, προκειμένου για επιχειρήσεις που ασκούν βασικά μόνο ένα ή περισσότερους από τους κλάδους θύελλας, χαλαζιού ή παγετού. Το ποσό που προκύπτει κατανέμεται σε δύο μέρη: Το πρώτο μέρος φτάνει μέχρι του ποσού που αντιστοιχεί σε 7 εκατομμύρια ECU και το δεύτερο περιλαμβάνει το υπερβάλλον και λαμβάνονται από μεν το πρώτο μέρος ποσοστό 26%, από δε το δεύτερο ποσοστό 23%,τα οποία αθροίζονται. Το δεύτερο αποτέλεσμα προκύπτει δια πολλαπλασιασμού του πιο πάνω αθροίσματος επί τον κατά την τελευταία εταιρική χρήση λόγο μεταξύ του ποσού των ασφαλιστικών αποζημιώσεων που παραμένουν σε βάρος της ασφαλιστικής επιχείρησης, μετά την αφαίρεση των αντασφαλιστικών εκχωρήσεων, και του ποσού των ακαθάριστων ζημιών (αποζημιώσεων). Ο λόγος αυτός σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να είναι μικρότερος του 50%. (Αντί για τη σελ.240,023) Σελ. 240,023(α) Τεύχος 1444 Σελ. 23 Ιδιωτική Επιχείρηση Ασφαλίσεως 12.Μ.α.7 ΄Οπου αναφέρεται στο παρόν άρθρο ότι λαμβάνονται υπόψη οι επτά τελευταίες εταιρικές χρήσεις ως περίοδος αναφοράς της μέσης επιβάρυνσης για ασφαλιστικές αποζημιώσεις ισχύει και για τον κλάδο πιστώσεων. 7. Τα λαμβανόμενα ποσοστά από τα τμήματα της πιο πάνω παράγ. 6 μειώνονται στο 1/3 για την ασφάλιση υγείας (κλάδοι 1 και 2 της παραγ. 1 του άρθρ.35 Π.Δ.252/6-19 Αυγ.1996 (ΦΕΚ Α΄186), κατωτ.αριθ.26. 12.Μ.α.9 Ιδιωτική Επιχείρηση Ασφαλίσεως άρθρου 13 του παρόντος) που υπόκεινται σε διαχείρηση παρόμοια με τις ασφαλίσεις ζωής, αν: α) Τα ασφάλιστρα που εισπράχθηκαν υπολογίζονται με βάση πίνακες νοσηρότητας σύμφωνα με τις μαθηματικές μεθόδους που εφαρμόζονται στην ασφάλιση. β) Συγκροτείται μαθηματικό απόθεμα γήρατος (προόδου ηλικίας). γ) Εισπράττεται το απαιτούμενο ποσό συμπληρωματικού ασφαλίστρου για την συγκρότηση ποσού (περιθωρίου)ασφαλείας. δ) Ο ασφαλιστής δεν μπορεί να καταγγείλει τη σύμβαση, παρά μόνο μέχρι την ημερομηνία λήξης του τρίτου χρόνου της ασφάλισης το αργότερο. ε) Η σύμβαση ασφάλισης προβλέπει την δυνατότητα αύξησης των ασφαλίστρων ή μείωσης των παροχών, ακόμη και για τα ισχύοντα συμβόλαια. 8. Υπό την επιφύλαξη των οριζομένων στο άρθρο 17β, το αναγκαίο περιθώριο φερεγγυότητας για τις εργασίες ασφαλίσεων ζωής, καθορίζεται ως εξής: α) Για τους κλάδους και κινδύνους Ι.1, Ι.2, II και IX το αναγκαίο περιθώριο φερεγγυότητας πρέπει να είναι ίσο προς το άθροισμα των ακόλουθων δύο αποτελεσμάτων: Πρώτο αποτέλεσμα. Αυτό υπολογίζεται ως εξής: Ποσοστό 4% των μαθηματικών αποθεμάτων που αφορούν πρωτασφαλιστικές εργασίες (χωρίς να αφαιρεθούν οι αντασφαλιστικές εκχωρήσεις) και αντασφαλιστικές αποδοχές πολλαπλασιάζεται με τον κατά την τελευταία χρήση λόγο του συνόλου των μαθηματικών αποθεμάτων (μετά την αφαίρεση των αντασφαλιστικών εκχωρήσεων) προς τα ακαθάριστα συνολικά μαθηματικά αποθέματα πριν αφαιρεθούν οι αντασφαλιστικές εκχωρήσεις. Ο λόγος αυτός, δεν μπορεί σε καμμία περίπτωση να είναι μικρότερος του 85%. Δεύτερο αποτέλεσμα. Αυτό υπολογίζεται ως εξής: Για τα ασφαλιστήρια των οποίων το κεφάλαιο κινδύνου δεν είναι αρνητικό, ποσοστό 0,3% απ' αυτό το κεφάλαιο, το οποίο έχει ασφαλισθεί από την επιχείρηση, πολλαπλασιάζεται με τον κατά την τελευταία χρήση λόγο του συνολικού κεφαλαίου Σελ. 240,024(
  1. a)Τεύχος 1444 Σελ. 24 κινδύνου με ίδια κράτηση της επιχείρησης μετά την αφαίρεση των αντασφαλιστικών εκχωρήσεων και αντεκχωρήσεων, προς το συνολικό κεφάλαιο κινδύνου στο οποίο περιλαμβάνονται και οι αντασφαλίσεις. Ο λόγος αυτός, σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να είναι μικρότερος του 50%. Για τις ασφαλίσεις θανάτου μικρής διάρκειας και μέχρι τρία το πολύ χρόνια, το επί του κεφαλαίου κινδύνου ποσοστό σύμφωνα με τα ανωτέρω ορίζεται σε 0,1%. Στην περίπτωση που η διάρκεια των ασφαλίσεων αυτών είναι μεταξύ τριών και το πολύ πέντε χρόνων το ποσοστό ορίζεται σε 0,15%. β) Για τις συμπληρωματικές ασφαλίσεις (1.3), το αναγκαίο περιθώριο φερεγγυότητας είναι ίσο με το αποτέλεσμα των κατωτέρω υπολογισμών: Λαμβάνεται το άθροισμα :
  2. i)των ασφαλίστρων όπου περιλαμβάνονται και τα παρεπόμενα δικαιώματα, που πραγματοποιήθηκαν κατά την τελευταία κλεισθείσα εταιρική χρήση από δραστηριότητες πρωτασφάλισης, όποιες χρήσεις και αν αφορούν, και
  3. ii)του ποσού των ασφαλίστρων τα οποία έγιναν αποδεκτά κατά την τελευταία χρήση. Από το άθροισμα αυτό αφαιρείται το ποσό των ασφαλίστρων, τα οποία ακυρώθηκαν κατά την τελευταία χρήση και το ποσό των φόρων, των τελών και εισφορών που αντιστοιχούν στα ανωτέρω ασφάλιστρα. Το ποσό το οποίο εξευρίσκεται με αυτό τον τρόπο κατανέμεται σε δύο τμήματα εκ των οποίων το πρώτο αντιστοιχεί σε ποσό που δεν υπερβαίνει τα 10 εκατομμύρια ευρωπαϊκές λογιστικές μονάδες και το άλλο στο υπερβαίνον το ποσό αυτό. Μετά την ανωτέρω κατανομή, λαμβάνεται ποσοστό 18% από το πρώτο τμήμα και 16% από το δεύτερο, τα οποία αθροίζονται. 12.Μ.α.7 Ιδιωτική Επιχείρηση Ασφαλίσεως «Το αναγκαίο περιθώριο φερεγγυότητας» βρίσκεται με πολλαπλασιασμό του ανωτέρω αθροίσματος επί τον κατά την τελευταία χρήση λόγο μεταξύ του ποσού των ζημιών (αποζημιώσεων) που παραμένουν σε βάρος της ασφαλιστικής επιχείρησης μετά την αφαίρεση των αντασφαλιστικών εκχωρήσεων και του ποσού των ακαθάριστων ζημιών (αποζημιώσεων). Ο λόγος αυτός σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να είναι μικρότερος του 50%. γ) Για τους κλάδους III, VII και VIII, το αναγκαίο περιθώριο φερεγγυότητας είναι ίσο με το άθροισμα: ί) Του 4% των μαθηματικών αποθεμάτων, τα οποία υπολογίζονται σύμφωνα με τους όρους του εδαφίου α της παρούσης παραγράφου πρώτο αποτέλεσμα, εφόσον η επιχείρηση φέρει κινδύνους επενδύσεων και του 1% των αποθεμάτων, τα οποία υπολογίζονται με τον ίδιο τρόπο, εφόσον η επιχείρηση δεν φέρει κινδύνους επενδύσεων και υπό την προϋπόθεση ότι η διάρκεια της συμβάσεως υπερβαίνει τα 5 χρόνια και η κατανομή για την κάλυψη των γενικών εξόδων τα οποία αναγράφονται στην σύμβαση έχει καθορισθεί για περίοδο μεγαλύτερη των 5 χρόνων, και
  4. ii)Του 0,3% του κεφαλαίου κινδύνου το οποίο υπολογίζεται σύμφωνα με τους όρους του εδαφίου α της παρούσης παραγράφου, δεύτερο αποτέλεσμα, εφόσον η επιχείρηση καλύπτει κινδύνους θανάτου. δ) Για τους κλάδους VI (Κεφαλαιοποίηση) και IV1 (Διαρκής ασφάλισης υγείας), « το αναγκαίο περιθώριο φερεγγυότητας» είναι ίσο με το 4% των μαθηματικών αποθεμάτων τα οποία υπολογίζονται σύμφωνα με τους όρους που διαλαμβάνονται στο εδάφιο α, πρώτο αποτέλεσμα της παρούσας παραγράφου. ε) Για τον κλάδο V (Τοντίνες), «το αναγκαίο περιθώριο φερεγγυότητας» είναι ίσο με το 1% του ενεργητικού τους. στ) Για τον κλάδο IV2 «το αναγκαίο περιθώριο φερεγγυότητας» υπολογίζεται σύμφωνα με τις παραγ. 6 και 7 του παρόντος άρθρου. Οι μέσα σε « το αναγκαίο περιθώριο φερεγγυότητας» και «του αναγκαίου περιθωρίου φερεγγυότητας» φράσεις των παρ.3 και 8 αντικαταστάθηκαν ως άνω από το άρθρ.7 Π.Δ.159/27 Μαΐου-5 Ιουν.1998 (ΦΕΚ Α΄121), κατωτ.αριθ.28. 9. Με απόφαση του Υπουργού Εμπορίου καθορίζεται το περιεχόμενο της ετήσιας έκθεσης περιθωρίου φερεγγυότητας που θα υποβάλλουν οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις". Το άρθρ.17α αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ.3 άρθρ.19Π.Δ.252/6-19 Αυγ.1996 (ΦΕΚ Α΄ 186), κατωτ.αριθ.26. «Άρθρ.17β.-1. Κάθε Ελληνική ασφαλιστική επιχείρηση υποχρεούται να διαθέτει εγγυητικό κεφάλαιο. Το εγγυητικό κεφάλαιο αποτελεί το 1/3 του αναγκαίου περιθωρίου φερεγγυότητας. 2. α) Όταν πρόκειται για δραστηριότητες ασφαλίσεων κατά ζημιών σε καμία περίπτωση το εγγυητικό κεφάλαιο δεν μπορεί να είναι κατώτερο από το ποσό που αντιστοιχεί σε: - 1.200.000 ΕΥΡΩ προκειμένου για επιχειρήσεις που ασκούν ένα ή περισσότερους από τους κλάδους 10 μέχρι και 15. - 600.000 ΕΥΡΩ προκειμένου για επιχειρήσεις που ασκούν ένα ή περισσότερους από τους κλάδους 1 μέχρι και 8, 16 και 18. - 400.000 ΕΥΡΩ προκειμένου για επιχειρήσεις που ασκούν τους κλάδους 9 ή και 17 Ειδικά για τις επιχειρήσεις που ασκούν τον κλάδο ασφάλισης 14 "Πιστώσεις", και το ετήσιο ποσό των χρεωμένων προς τους πελάτες ακαθάριστων εγγεγραμμένων ασφαλίστρων και εισφορών στον κλάδο αυτό για κάθε μία από τις τρεις τελευταίες χρήσεις υπερέβη τα 2.500.00 ΕΥΡΩ ή το 4% του συνολικού ποσού των ακαθάριστων εγγεγραμμένων ασφαλίστρων ή εισφορών που έχουν χρεωθεί από την επιχείρηση αυτή προς τους πελάτες, το εγγυητικό κεφάλαιο δεν μπορεί να είναι κατώτερο από 1.400.000 EΥΡΩ. Όταν συμπληρωθούν οι παραπάνω προϋποθέσεις η επιχείρηση πρέπει να αυξήσει το εγγυητικό κεφάλαιο εντός δύο
(2)ετών σε 1.400.000 ΕΥΡΩ. β) Αν η δραστηριότητα της ασφαλιστικής επιχείρησης επεκτείνεται σε περισσότερους κλάδους ή κινδύνους ασφαλίσεων κατά ζημιών λαμβάνεται υπόψη μόνο ο κλάδος ή ο κίνδυνος για τον οποίο απαιτείται το υψηλότερο ποσό ελαχίστου εγγυητικού κεφαλαίου. γ) Προκειμένου για αλληλασφαλιστικούς συνεταιρισμούς του άρθρου 35 (παράγ. 1 και 4), τα ανωτέρω ελάχιστα ποσά εγγυητικού κεφαλαίου μειώνονται κατά το ένα τέταρτο. 3. Όταν πρόκειται για δραστηριότητες ασφαλίσεων ζωής, το εγγυητικό κεφάλαιο σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να είναι κατώτερο από το ποσό που αντιστοιχεί σε 1.600.000 ΕΥΡΩ. Το μισό τουλάχιστον του εγγυητικού κεφαλαίου καθώς και ολόκληρο το ως άνω ελάχιστο όριο εγγυητικού κεφαλαίου που καθορίζεται σύμφωνα με τα παραπάνω πρέπει να απαρτίζεται από τα στοιχεία του άρθρου 17α [παράγ. 4 (περ. α και β)]». Το άρθρ.17β αντικαταστάθηκε ως άνω από το άρθρ.6 Π.Δ.288/18-23 Οκτ.2002 (ΦΕΚ Α΄258), κατωτ.αριθ.37. (Αντί για τη σελ.240,03) Σελ. 240,03(α) Τεύχος 1444 Σελ. 25 Ιδιωτική Επιχείρηση Ασφαλίσεως 12.Μ.α.7 Άρθρ.17γ.-«1.Το Υπουργείο Εμπορίου για να διαπιστώσει την εκ μέρους των ασφαλιστικών επιχειρήσεων τήρηση των διατάξεων του παρόντος που αφορούν το περιθώριο φερεγγυότητας και το εγγυητικό κεφάλαιο προβαίνει σε υποχρεωτικό έλεγχο τουλάχιστο μία φορά το χρόνο της οικονομικής τους κατάστασης. "Προς το σκοπό αυτό το Υπουργείο Εμπορίου δύναται να απαιτεί οποιοδήποτε στοιχείο ή να διεξάγει ελέγχους στα γραφεία της ασφαλιστικής επιχείρησης. «Κάθε ασφαλιστική επιχείρηση υποχρεούται να δημοσιεύει και να υποβάλει στο Υπουργείο Ανάπτυξης, ανά εξάμηνο, συνοπτικές οικονομικές καταστάσεις. Ειδικά κατά τη διάρκεια των τριών πρώτων εταιρικών χρήσεων αυτής, η υποχρέωση αυτή είναι ανά τρίμηνο, προς έλεγχο της οικονομικής της κατάστασης, σε συνδυασμό με το υποβληθέν πρόγραμμα δραστηριότητάς της. Μέχρι την υποβολή των στοιχείων για τεχνικά αποθέματα και περιθώριο φερεγγυότητας, της πρώτης χρήσης που έχει κλείσει επίσημα, η ασφαλιστική επιχείρηση υποχρεούται ανά τρίμηνο να διαθέτει τα αναγκαία περιουσιακά στοιχεία σε ασφαλιστική τοποθέτηση σύμφωνα με το άρθρ.8. Με απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης καθορίζεται το περιεχόμενο και ο τρόπος σύνταξης των συνοπτικών οικονομικών καταστάσεων, καθώς και ο τρόπος αποτίμησης των λογαριασμών». Τα μέσα σε «» εδάφια όπως είχαν αντικατασταθεί από την παρ.1 άρθρ.21 Π.Δ.252/6-19 Αυγ.1996 (ΦΕΚ Α΄186), κατωτ.αριθ.26,αντικαταστάθηκαν ως άνω από την παρ.5 άρθρ.10 Νόμ.3190/22-30 Οκτ.2003 (ΦΕΚ Α΄249), τόμ.11 σελ.270,24. «Προκειμένου για τον κλάδο 18 (Βοήθειας) ο έλεγχος αφορά και τα προσόντα του προσωπικού, συμπεριλαμβανομένου και του ιατρικού, καθώς και την ποιότητα του εξοπλισμού που διαθέτουν οι επιχειρήσεις, για ν’ ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις που επιβάλλει ο κλάδος αυτός. Ο ανωτέρω έλεγχος διενεργείται σε στενή συνεργασία με τις αρμόδιες Υπηρεσίες των οικείων Υπουργείων». Η μέσα στα « » διάταξη προστέθηκε από την παρ. 4 άρθρ. 3 Π.Δ. 103/22 Μαρτ.-2 Απρ. 1990 (ΦΕΚ Α΄ 47), (Διόρθ. Σφαλμ. στο ΦΕΚ Α΄ 78/29-5-1990). Σελ. 240,04(α) Τεύχος 1444 Σελ. 26 12.Μ.α.7 Ιδιωτική Επιχείρηση Ασφαλίσεως "2. Για τις ήδη λειτουργούσες ελληνικές ασφαλιστικές επιχειρήσεις, η δέσμευση των περιουσιακών στοιχείων τα οποία διατίθενται ή έχουν διατεθεί σε ασφαλιστική τοποθέτηση, αίρεται και μετατρέπεται, σε διάθεση των στοιχείων αυτών σε ασφαλιστική τοποθέτηση με απόφαση του Υπουργού Εμπορίου, η οποία εκδίδεται μετά από αίτηση της ασφαλιστικής επιχείρησης συνοδευόμενη από δικαιολογητικά από τα οποία προκύπτει ότι η επιχείρηση έχει συμμορφωθεί με τις διατάξεις των άρθρων 7, 8, 17α και 17β του παρόντος". Η παρ.2 αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ.2 άρθρ.21 Π.Δ.252/6-19 Αυγ.1996 (ΦΕΚ Α΄186), κατωτ.αριθ.26. 3.Αν το περιθώριο φερεγγυότητας το κατεχόμενο από ασφαλιστική επιχείρηση υπολείπεται του εξευρισκομένου ποσού σύμφωνα με το άρθρ. 17α, υποχρεώνεται αυτή να υποβάλει για έγκριση στο Υπουργείο Εμπορίου σχέδιο οικονομικής ανασυγκρότησης. "Σε έκτακτες περιπτώσεις, εάν το Υπουργείο Εμπορίου είναι της γνώμης ότι θα επιδεινωθεί περισσότερο η οικονομική κατάσταση της επιχείρησης μπορεί να περιορίσει ή απαγορεύσει την ελεύθερη διάθεση του συνόλου ή μέρους των περιουσιακών στοιχείων της ασφαλιστικής επιχείρησης σύμφωνα με το άρθρο 9 παρ.2 και 3 του παρόντος και να λαμβάνει κάθε άλλο πρόσφορο μέτρο για τη διασφάλιση των συμφερόντων των ασφαλισμένων". Το μέσα σε «» εδάφιο προστέθηκε με την παρ.3 άρθρ.21 Π.Δ.252/6-19 Αυγ.1996 (ΦΕΚ Α΄186), κατωτ.αριθ.26. 4.Αν το κατεχόμενο περιθώριο φερεγγυότητας υπολείπεται και του εγγυητικού κεφαλαίου, το οποίο η ασφαλιστική επιχείρηση πρέπει να διαθέτει, ή το οικείο εγγυητικό κεφάλαιο δεν συγκροτείται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρ. 17β παρ. 3 του παρόντος η ασφαλιστική επιχείρηση υποχρεώνεται να υποβάλει για έγκριση στο Υπουργείο Εμπορίου σχέδιο βραχυπρόθεσμης χρηματοδότησης για συμπλήρωση αυτού. "Μέχρι αυτή την συμπλήρωση, ο Υπουργός Εμπορίου μπορεί να απαγορεύει την ελεύθερη διάθεση του συνόλου ή μέρους των περιουσιακών στοιχείων της ασφαλιστικής επιχείρησης σύμφωνα με το άρθρο 9 παραγ.2 και 3 του παρόντος και να λαμβάνει κάθε άλλο πρόσφορο μέτρο για την διασφάλιση των συμφερόντων των ασφαλισμένων". Το μέσα σε «» δεύτερο εδάφιο αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ.4 άρθρ.21 Π.Δ.252/6-19 Αυγ.1996 (ΦΕΚ Α΄186), κατωτ.αριθ.26. 5.Ο Υπουργός Εμπορίου μπορεί να ανακαλέσει την οικεία άδεια λειτουργίας για όλους τους κλάδους που ασκούνται απ’ αυτήν, αν η ασφαλιστική επιχείρηση δεν συμμορφώνεται, εντός της προθεσμίας η οποία έχει ταχθεί, με τα μέτρα ανασυγκρότησης ή βραχυπρόθεσμης χρηματοδότησης σύμφωνα με τις παραπάνω παρ. 3 και 4 του παρόντος». "6. Η ετήσια έκθεση περιθωρίου φερεγγυότητος υποβάλλεται στο Υπουργείο Εμπορίου « μέχρι την 30η Ιουνίου εκάστου έτους». Ο έλεγχος υπολογισμού και σύστασης του περιθωρίου φερεγγυότητος, η υποβολή και η έγκριση προγραμμάτων ανασυγκρότησης ή βραχυχρονίου χρηματοδότησης και η λήψη άλλων μέτρων πρέπει να έχουν περατωθεί μέχρι την 31η Οκτωβρίου εκάστου έτους. Μετά την ημερομηνία αυτή επιβάλλονται οι προβλεπόμενες υπό του παρόντος διοικητικές και ποινικές κυρώσεις. Στα προγράμματα ανασυγκρότησης και βραχυχρονίου χρηματοδότησης τίθενται υποχρεωτικά προθεσμίες πραγματοποίησης τους που δεν μπορούν να ξεπερνούν τους 2 μήνες". Η μέσα σε «» φράση αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ.4 άρθρ.5Π.Δ.288/18-23 Οκτ.2002 (ΦΕΚ Α΄258), κατωτ.αριθ.37. Η παρ.6 προστέθηκε με την παρ.5 άρθρ.21 Π.Δ.252/6-19 Αυγ.1996 (ΦΕΚ Α΄186), κατωτ.αριθ.26. Το άρθρ. 17γ προστέθηκε από το άρθρ. 16 Π.Δ. 118/8-8 Μαρτ. 1985 (ΦΕΚ Α΄ 35), (κατωτ. αριθ. 20). Άρθρ.18.-1.Το πέμπτον τουλάχιστον των καθαρών ετησίων κερδών της Εταιρείας διατίθεται προς σχηματισμόν τακτικού αποθεματικού. 2.Η τοιαύτη διάθεσις δεν είναι υποχρεωτική, άμα ως το αποθεματικόν υπερβή το τετραπλάσιον του μετοχικού κεφαλαίου. "Άρθρ.19.-1. Με απόφαση του Υπουργού Εμπορίου καθορίζονται: α) Τα στατιστικά στοιχεία και άλλες πληροφορίες σε συνδυασμό με το άρθρο 34 του παρόντος που πρέπει να υποβάλλουν οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις που λειτουργούν στην Ελλάδα στο Υπουργείο Εμπορίου «μέχρι την 30η Ιουνίου εκάστου έτους». Η μέσα σε «» φράση αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ.5 άρθρ.5Π.Δ.288/18-23 Οκτ.2002 (ΦΕΚ Α΄258), κατωτ.αριθ.37. (Αντί για τη σελ.240,05) Σελ. 240,05(α) Τεύχος 1444 Σελ. 27 Ιδιωτική Επιχείρηση Ασφαλίσεως 12.Μ.α.7 β) Ο συνοπτικός τεχνικός λογαριασμός (αποτέλεσμα εκμεταλλεύσεως) που πρέπει να υποβάλλουν οι ελληνικές ασφαλιστικές επιχειρήσεις στο Υπουργείο Εμπορίου μαζί με τις οικονομικές τους καταστάσεις, για τις εργασίες τους σε κάθε κράτοςμέλος της Ε.Ε και του Ε.Ο.Χ. υπό καθεστώς εγκατάστασης (υποκατάστημα) ή υπό καθεστώς ελεύθερης παροχής υπηρεσιών. 2. Οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις που λειτουργούν στην Ελλάδα υποβάλλουν στο Υπουργείο Εμπορίου μαζί με τις οικονομικές καταστάσεις και τους λογαριασμούς εκμεταλλεύσεων των κλάδων ασφάλισης σύμφωνα με το άρθρο 72 παραγ. 1Α του παρόντος. 3. Το Υπουργείο Εμπορίου ανταλλάσσει στοιχεία της παραγ.1 ανωτέρω με τις άλλες εποπτικές αρχές των κρατών-μελών της Ε.Ε και του Ε.Ο.Χ σε εφαρμογή του 7ου Κεφαλαίου "Ιδιαίτερες Διατάξεις για την Ελευθερία Εγκατάστασης και την Ελεύθερη Παροχή Υπηρεσιών". Το άρθρ.19 αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ.6 άρθρ.21 Π.Δ.252/6-19 Αυγ.1996 (ΦΕΚ Α΄186), κατωτ.αριθ.26. ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΤΡΙΤΟΝ «Α) ΑΛΛΟΔΑΠΕΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΤΡΙΤΩΝ ΧΩΡΩΝ» Ο τίτλος Α του τρίτου Κεφαλαίου αντικαταστάθηκε ως άνω από το άρθρ.22 Π.Δ.252/6-19 Αυγ.1996 (ΦΕΚ Α΄186), κατωτ.αριθ.26. ΄Αρθρ.20.-1. Με την επιφύλαξη των διατάξεων της παραγρ. 4 του άρθρου 3α του παρόντος, αλλοδαπή ασφαλιστική επιχείρηση που δεν έχει την έδρα της σε κράτος-μέλος της Ε.Ε. και του Ε.Ο.Χ. μπορεί να ασκεί ασφαλιστικές εργασίες στην Ελλάδα με μορφή υποκαταστήματος ή πρακτορείου, μετά από σχετική άδεια του Υπουργού Εμπορίου για την εγκατάσταση και λειτουργία της. Η άδεια χορηγείται με απόφαση του Υπουργού Εμπορίου που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΤΑΕ και ΕΠΕ). 2. Α. Για τη χορήγηση άδειας απαιτείται, η ασφαλιστική επιχείρηση να: α) ΄Εχει στην έδρα της τη μορφή ανώνυμης εταιρείας και να λειτουργεί νόμιμα και για τους κλάδους που ζητά την άδεια άσκησης ασφαλιστικών εργασιών στην Ελλάδα. β) Διορίσει νόμιμο αντιπρόσωπο της στην Ελλάδα. Εάν ο νόμιμος αντιπρόσωπος είναι νομικό πρόσωπο, οφείλει να έχει την έδρα του στην Ελλάδα και πρέπει να ορίσει την εκπροσώπηση του φυσικό πρόσωπο που κατοικεί στην Ελλάδα και είναι κατάλληλο σύμφωνα με τα άρθρα 15 παράγ. 1δ και 16 παραγ.2 του παρόντος. Σελ. 240,06(α) Τεύχος 1444 Σελ. 28 γ) Επιτρέπεται σε Ελληνικές ασφαλιστικές επιχειρήσεις η εγκατάσταση στη χώρα που η αιτούσα έχει την έδρα της. δ) ΄Εχει κεφάλαιο όχι κατώτερο των οριζομένων στο άρθρο 17 ελαχίστων ορίων κεφαλαίου. ε) Διαθέτει στην Ελλάδα ή άλλο κράτος-μέλος της Ε.Ε. και του Ε.Ο.Χ. στοιχεία του ενεργητικού της για ποσό τουλάχιστον ίσο προς το ένα δεύτερο (1/2) του σύμφωνα με το άρθρο 17β ελαχίστου ορίου εγγυητικού κεφαλαίου και έχει δεσμεύσει στην Ελλάδα το τέταρτο του ελαχίστου αυτού ορίου σαν εγγύηση, σύμφωνα με το άρθρο 8 παράγ. 1 και 15 του παρόντος. στ) Αναλάβει την υποχρέωση με υπεύθυνη δήλωση των εκπροσώπων της: i)΄Οτι θα διαθέτει περιθώριο φερεγγυότητας για το υποκατάστημα ή πρακτορείο σύμφωνα με τα πιο κάτω οριζόμενα στην περίπτωση Γ.
  1. ii)Οτι μέσα σε ένα δίμηνο από την χορήγηση της άδειας λειτουργίας θα έχει στον τόπο του υποκαταστήματος ή του πρακτορείου διοικητική και λογιστική υπηρεσία κατάλληλη για τις εργασίες της στην Ελλάδα. iii) Οτι θα σχηματίζει και επενδύει τα τεχνικά αποθέματα από τις εργασίες της στην Ελλάδα σύμφωνα με τα άρθρα 7, 8 και 13γ του παρόντος.
  2. iv)Να ορίσει τα πρόσωπα που προβλέπονται στην περ.Α στοιχ.ι του Αρθρου 13γ και στο άρθρο 55 του παρόντος. Β. «ν. στην περίπτωση που καλύπτει κινδύνους του κλάδου ασφαλίσεων ζημιών 10 «αστική ευθύνη από ατυχήματα που προκαλούνται από αυτοκίνητα οχήματα», εκτός της ευθύνης του μεταφορέα, ανακοινώνουν το όνομα και την Διεύθυνση του προσώπου που διορίζει σε κάθε κράτος μέλος, εκτός της Ελλάδος, ως αντιπρόσωπο για τον διακανονισμό ζημιών, ο οποίος πληροί τις προϋποθέσεις και ασκεί τα καθήκοντα που ορίζονται στο άρθρ.13δ του παρόντος Νόμου». Το μέσα σε «» εδάφ.ν προστέθηκε με την παρ.2 άρθρ.9 Π.Δ.10/16-21 Ιαν.2003 (ΦΕΚ Α΄7), κατωτ.σελ.248,133. 12.Μ.α.7 Ιδιωτική Επιχείρηση Ασφαλίσεως Στην αίτηση για τη χορήγηση της άδειας πρέπει να επισυνάπτονται: α) Επικυρωμένο αντίγραφο του Καταστατικού όπως ισχύει κατά το χρόνο της υποβολής της αίτησης. β) Αντίγραφο του εγγράφου πληρεξουσιότητας για διορισμό νομίμου αντιπροσώπου στην Ελλάδα, επικυρωμένο από την αρμόδια Ελληνική Προξενική Αρχή, που να περιέχει και δήλωση σύμφωνα με την οποία η ανάκληση του διορισμού γίνεται μόνο μετά από επίδοση σχετικής πράξης επικυρωμένης όπως ανωτέρω, προς το Υπουργείο Εμπορίου και ισχύει από τη δημοσίευση της ανακλητικής απόφασης του Υπουργού Εμπορίου στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΤΑΕ και ΕΠΕ). γ) Πιστοποιητικό της εποπτικής αρχής της έδρας της επιχείρησης με ημερομηνία όχι προγενέστερη των τριών μηνών, σχετικά με το ότι η ασφαλιστική επιχείρηση λειτουργεί στην έδρα της και ασκεί πράγματι τους κλάδους ασφάλισης που ζητά να ασκήσει στην Ελλάδα. δ) Απόδειξη κατάθεσης της εγγύησης που προβλέπεται από το στοιχείο ε της προηγούμενης περίπτωσης Α. ε) Πίνακα ονομάτων και διευθύνσεων των διευθυνόντων της. στ) Πρόγραμμα δραστηριότητας του υποκαταστήματος ή πρακτορείου που περιλαμβάνει τα στοιχεία που προβλέπονται στο άρθρο 15 παραγ.2 του παρόντος με επιφύλαξη του στοιχείου ε της ως άνω περίπτωσης Α. ζ) Ισολογισμό και πίνακα κερδών-ζημιών των τελευταίων τριών εταιρικών χρήσεων ή όσων εταιρικών χρήσεων έχει διανύσει εφόσον η αιτούσα λειτουργεί για χρόνο μικρότερο των τριών ετών. Για τη χορήγηση άδειας λειτουργίας νέου κλάδου ή κλάδων απαιτείται η υποβολή των ανωτέρω στοιχείων με εξαίρεση αυτών που έχουν ήδη υποβληθεί εφόσον καλύπτουν και το νέο κλάδο. Γ. Το περιθώριο φερεγγυότητας που πρέπει να διαθέτουν οι ασφαλιστικές αυτές επιχειρήσεις συγκροτείται σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 17α και υπολογίζεται μόνο με βάση τα ασφάλιστρα ή τα μαθηματικά αποθέματα και τις αποζημιώσεις από τις εργασίες του υποκαταστήματος ή πρακτορείου. Το τρίτο του περιθωρίου φερεγγυότητας αποτελεί το εγγυητικό κεφάλαιο, το οποίο δεν θα μπορεί να είναι μικρότερο από το μισό του ελαχίστου ορίου εγγυητικού κεφαλαίου που προβλέπεται στο άρθρο 17β. Τα αντικρύζοντα το περιθώριο φερεγγυότητας περιουσιακά στοιχεία, πέραν της κατατεθημένης και δεσμευμένης εγγύησης της παραγ.2 περιπτ. Αε του παρόντος άρθρου, μπορούν να είναι επενδεδυμένα και σε άλλα κράτη-μέλη της Ε.Ε. και του Ε.Ο.Χ. Δ. Σε ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία που εδρεύει εκτός κράτους-μέλους της Ε.Ε. και του Ε.Ο.Χ. και έχει ζητήσει ή λάβει άδεια εγκατάστασης πρακτορείου ή υποκαταστήματος σε ένα ή περισσότερα κράτη μέλη της Ε.Ε. και του Ε.Ο.Χ. αναφορικά με τις δραστηριότητες της στην Ελλάδα (είτε ασφαλίσεων ζημιών είτε ασφαλίσεων ζωής) είναι δυνατόν, μετά από αίτησή της, να της παραχωρηθούν με απόφαση του Υπουργού Εμπορίου, τα παρακάτω πλεονεκτήματα που παραχωρούνται σωρευτικά, μετά από συμφωνία των εποπτικών αρχών όλων των κρατών-μελών από τα οποία η εταιρεία έχει ζητήσει ή λάβει άδεια εγκατάστασης και στα οποία υποχρεούται επίσης να υποβάλλει αίτηση για την παραχώρηση των πλεονεκτημάτων αυτών: α) Το περιθώριο φερεγγυότητάς της να υπολογίζεται με βάση το σύνολο της δραστηριότητας της στα κράτη-μέλη της Ε.Ε. και του Ε.Ο.Χ., λαμβανομένων υπόψη των εργασιών που πραγματοποιεί το σύνολο των υποκαταστημάτων ή πρακτορείων της που είναι εγκατεστημένα στην Ε.Ε. και στον Ε.Ο.Χ. β) Να απαλλαγεί από την υποχρέωση να καταθέσει και στην Ελλάδα την σύμφωνα με την πιο πάνω περίπτωση Α εδάφιο ε, εγγύηση. γ) τα περιουσιακά της στοιχεία, που απαρτίζουν το εγγυητικό κεφάλαιο να διατίθενται σε άλλο κράτος-μέλος της Ε.Ε. και του Ε.Ο.Χ., όπου είναι εγκατεστημένη η αιτούσα, υπό την επιφύλαξη της ως άνω περιπτ.Γ. Ε. α) Τα πιο πάνω παραχωρηθέντα πλεονεκτήματα καταργούνται ταυτόχρονα από όλα τα ενδιαφερόμενα κράτη-μέλη μετά από πρωτοβουλία ενός ή περισσοτέρων απ’ αυτά. β) Στην αίτηση παραχώρησης των πιο πάνω πλεονεκτημάτων η οποία υποβάλλεται προς όλες τις εποπτικές αρχές των κρατών-μελών από τις οποίες έχει ζητήσει ή λάβει άδεια εγκατάστασης πρακτορείου ή υποκαταστήματος η αιτούσα, πρέπει να προσδιορίζεται η εποπτική αρχή που θα είναι αρμόδια για την εξακρίβωση της κατάστασης φερεγγυότητας της αιτούσας για το σύνολο αυτών των δραστηριοτήτων της στα κράτη-μέλη που μετέχουν στην συμφωνία. Η επιλογή, της αρχής αυτής, ανήκει στην αιτούσα εταιρεία και πρέπει να είναι αιτιολογημένη. Η εγγύηση της πιο πάνω περίπτωσης 2Α εδάφ. ε, κατατίθεται στο κράτος - μέλος της εποπτικής αρχής που έχει επιλεγεί. γ) Τα πιο πάνω πλεονεκτήματα ισχύουν αφότου η εποπτική αρχή που έχει επιλεγεί, αναγγείλει στις λοιπές εποπτικές αρχές ότι θα παρακολουθεί την κατάσταση φερεγγυότητας για το σύνολο των εγρασιών των πρακτορείων ή υποκαταστημάτων της αιτούσας στα κράτη - μέλη της Ε.Ε. και του Ε.Ο.Χ. (Μετά τη σελ.240,06) Σελ. 240,07 Τεύχος 1417 Σελ. 61 Ιδιωτική Επιχείρηση Ασφαλίσεως 12.Μ.α.7 ΣΤ. Οι αλλοδαπές ασφαλιστικές επιχειρήσεις που λειτουργούν στην Ελλάδα και δεν εδρεύουν σε κράτος - μέλος της Ε.Ε. και του Ε.Ο.Χ., υπόκεινται στις διατάξεις του παρόντος ν.δ/τος εξαιρουμένων των διατάξεων των άρθρων 14, 15 παρ. 1, 15α, 35 έως και 38 και του 7ου κεφαλαίου "Ιδιαίτερες διατάξεις για την Ελευθερία Εγκατάστασης και την Ελεύθερη Παροχή Υπηρεσιών" του παρόντος. Ζ. Για την εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 9, 17γ (παράγ. 3, 4 και 5) και 24α παραγρ. 1 η κατά τη παραπάνω περίπτωση Ε αρμόδια αρχή για την εξακρίβωση της κατάστασης φερεγγυότητας εξομοιώνεται προς την εποπτική αρχή του κράτους στο έδαφος του οποίου η ασφαλιστική επιχείρηση έχει την έδρα της. Η. Αν η παραπάνω εποπτική αρχή ανακαλέσει την άδεια, το Υπουργείο Εμπορίου παίρνει τα κατάλληλα μέτρα για την προστασία των ασφαλισμένων της από το πρακτορείο ή υποκατάστημα που βρίσκεται στην Ελλάδα. Αν η ανάκληση στηρίζεται στην ανεπάρκεια της συνολικής φερεγγυότητας όπως αυτή καθορίζεται στη συμφωνία όπου αναφέρεται η παραπάνω περίπτωση Δ, ανακαλείται η άδεια λειτουργίας της στην Ελλάδα. (οδηγία 91/371/ΕΟΚ) 3. α) Για την εγκατάσταση και λειτουργεία στην Ελλάδα υποκαταστημάτων ή πρακτορείων ασφαλιστικών επιχειρήσεων που έχουν έδρα την Ελβετική Συνομοσπονδία, για την άσκηση ασφαλίσεων κατά ζημιών του άρθρου 13 παραγρ. 1 και 3 του παρόντος, ισχύει η Συμφωνία (με τα συνημμένα προσαρτήματα και πρωτόκολλα και τις συνημμένες ανταλλαγείσες επιστολές) μεταξύ Ευρωπαϊκής ΄Ενωσης και Ελβετικής Συνομοσπονδίας, δυνάμει της Απόφασης του Συμβουλίου 91/370/ΕΟΚ (L 205/27.7.91), σχετικά με την πρωτασφάλιση εκτός από την ασφάλιση ζωής, εφαρμοζομένων αναλόγως των παραγ. 1 και 2 {περίπτ. Α στοιχ. β και στ (εκτός περίπτωσης
  3. j)και περ. Β στοιχ. α, β, γ, ε, στ, ζ} του παρόντος άρθρου και των άρθρων 1 έως και 13β, 15 (παρ. 2, 3 και 5). 16, 19, 22, 23, 29, 30, 33, 34, 43 έως και 50, 51, 52α, 53 53α, 54, 55, 57, 58 και 59 του παρόντος ν.δ. β) Τα υποκαταστήματα της περιπτ.α ανωτέρω, που ήδη λειτουργούν στην Ελλάδα, μπορούν να ζητήσουν να τους αποδοθεί η δεσμευμένη εγγύηση και να απαλλαγούν της υποχρέωσης συγκρότησης περιθωρίου φερεγγυότητας εφ’ όσον: Σελ. 240,08 Τεύχος 1417 Σελ. 62 - Υποβάλλουν στο Υπουργείο Εμπορίου πιστοποιητικό φερεγγυότητας από την εποπτική αρχή της έδρας το οποίο να βεβαιώνει ότι η έδρα του υποκαταστήματος κατέχει το αναγκαίο περιθώριο φερεγγυότητας, λαμβάνοντας υπόψη και τις εργασίες του υποκαταστήματος. -΄Εχουν σχηματίσει και επενδύσει στα τεχνικά τους αποθέματα σύμφωνα με τα άρθρα 7 και 8 του παρόντος. γ) Στα υποκαταστήματα της περιπτ. β ανωτέρω, εφαρμόζεται αναλόγως το άρθρο 17γ παρ. 2 του παρόντος." Το άρθρ.20 αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ.1 άρθρ.22 Π.Δ.252/6-19 Αυγ.1996 (ΦΕΚ Α΄186),κατωτ.αριθ.26. "Άρθρ.21.- 1. Υπό την επιφύλαξη του άρθρου 20 παραγ. 2 περιπτ. Δ και Ε του παρόντος οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις της παραγ. 1 και 2 του άρθρου 20 του παρόντος που ασκούν ασφαλίσεις ζωής, συγκροτούν το μισό του εγγυητικού κεφαλαίου τους και ολόκληρο το ελάχιστο εγγυητικό τους κεφάλαιο, σύμφωνα με το άρθρο 17α παραγ. 4 περιπ. α. και β. 2. Η δεσμευμένη εγγύηση των ανωτέρω ασφαλιστικών επιχειρήσεων, σύμφωνα με το άρθρο 20 παραγ. 2Αε αποδίδεται με απόφαση του Υπουργού Εμπορίου που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως". Το άρθρ.21 αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ.2 άρθρ.22 Π.Δ.252/6-19 Αυγ.1996 (ΦΕΚ Α΄186),κατωτ.αριθ.26. 12.Μ.α.7 Ιδιωτική Επιχείρηση Ασφαλίσεως Άρθρ.22.-1.Ο νόμιμος αντιπρόσωπος, όστις δέον να κατοική εν Ελλάδι, εκπροσωπεί την (Εταιρείαν) δικαστικώς και εις τας προς την Ελληνικήν Κυβέρνησιν σχέσεις αυτής. Αποκλείεται ο διορισμός παρά της αυτής Εταιρείας δύο νομίμων αντιπροσώπων, είτε με αρμοδιότητα επί ωρισμένου μέρους της Επικρατείας, είτε προς άσκησιν ωρισμένου κλάδου. 2.Ο αντιπρόσωπος υπογράφει παν ασφαλιστήριον αφορών τας εν άρθρ. 4 ασφαλίσεις. Το Υπουργείον Εμπορίου επί εγγράφω αιτήσει του αντιπροσώπου, δύναται να επιτρέψη ίνα και άλλα πρόσωπα έχοντα την κατοικίαν αυτών εν Ελλάδι υπογράφουν τα ασφαλιστήρια υπό τον όρον της υποβολής δια την παροχήν αδείας αντιγράφου οικείου συμβολαιογραφικού πληρεξουσίου εγγράφου. 3.Ο αντιπρόσωπος υπέχει την ευθύνην των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου και του εκπροσώπου των ημεδαπών Ασφαλιστικών Εταιρειών. 4.Ελλείψει αντιπροσώπου, ως και εν απουσία τούτου, πάσα επίδοσις γίνεται προς τον Γραμματέα Πρωτοδικών της έδρας του. 5.Εν περιπτώσει παύσεως του αντιπροσώπου υπό της (Εταιρείας), η παύσις ισχύει από της επιδόσεως προς το Υπουργείον Εμπορίου εγγράφου περί τούτου δηλώσεως. 6.Η (Εταιρεία) υποχρεούται να πληροί την θέσιν του νομίμου αντιπροσώπου εντός δύο μηνών από της κενώσεως αυτής, άλλως ανακαλείται η Υπουργική απόφασις της αδείας εγκαταστάσεως αυτής εν Ελλάδι. "Άρθρ.23.- 1. Οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις του άρθρου 20 του παρόντος, που λειτουργούν στην Ελλάδα, υποχρεούνται: α) Να τηρούν στην Ελλάδα εμπορικά βιβλία στην ελληνική γλώσσα για τις εργασίες τους στην Ελλάδα. β) Να καταρτίζουν, δημοσιεύουν και υποβάλλουν στο Υπουργείο Εμπορίου, οικονομικές καταστάσεις στην ελληνική γλώσσα, σύμφωνα με το Κεφάλαιο 11 "ετήσιοι και ενοποιημένοι λογαριασμοί (οικονομικές καταστάσεις) των ασφαλιστικών επιχειρήσεων", το Π.Δ. 148/84 (Α'47) όπως ισχύει και με το άρθρο 19 παραγ. 2 του παρόντος. 2. Οι ως άνω ασφαλιστικές επιχειρήσεις υπόκεινται στην αρμοδιότητα των ελληνικών δικαστηρίων και σε λογιστικό έλεγχο, σύμφωνα με το Άρθρ.13α.-«1.Ο κλάδος βοήθειας περιλαμβάνει τη βοήθεια που παρέχεται σε πρόσωπα τα οποία περιέρχονται σε δυσχερή θέση είτε κατά τη διάρκεια μετακινήσεων ή απουσίας από την κατοικία ή από τον τόπο της μόνιμης διαμονής τους είτε από άλλες περιστάσεις ανεξάρτητα από μετακίνηση ή απουσία. Δεν περιλαμβάνει τις υπηρεσίες συντήρησης ή διατήρησης, την εξυπηρέτηση μετά την πώληση, καθώς και την υπό μορφή μεσολάβησης απλή υπόδειξη ή παροχή συνδρομής». Η παρ. 1, αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. 1 του άρθρ. 6 του Νόμ. 2170/10-10 Σεπτ. 1993, ΦΕΚ Α΄ 150, κατωτ. αριθ. 25. 2.Η βοήθεια συνίσταται στην ανάληψη, έναντι προηγούμενης καταβολής ασφαλίστρου, της υποχρέωσης για άμεση παροχή βοήθειας στον δικαιούχο, όταν αυτός περιέρχεται σε δυσχερή θέση λόγω τυχαίου γεγονότος, στις περιπτώσεις και με τους όρους που προβλέπει η σύμβαση. 3.Η βοήθεια μπορεί να παρέχεται σε χρήμα ή σε είδος. Οι παροχές σε είδος μπορούν να συνίστανται και στη χρησιμοποίηση του προσωπικού ή υλικού που ανήκουν στην επιχείρηση που παρέχει την βοήθεια. 4."Οι διατάξεις του παρόντος δεν εφαρμόζονται στις δραστηριότητες βοήθειας όταν η παροχή περιορίζεται στις εξής εργασίες, οι οποίες εκτελούνται σε περίπτωση ατυχήματος ή βλάβης οδικού οχήματος που συμβαίνει στην Ελλάδα:" Το μέσα σε «» πρώτο εδάφιο αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ.15 άρθρ.35 Νόμ.2496/12-16 Μαΐου 1997 (ΦΕΚ Α΄87), κατωτ.αριθ.27. -Την επιτόπου επισκευή για την οποία ο παρέχων την βοήθεια χρησιμοποιεί στις περισσότερες περιπτώσεις, δικό του προσωπικό και υλικό. -Την μεταφορά του οχήματος μέχρι τον πλησιέστερο ή καταλληλότερο τόπο διενέργειας της επισκευής, ενδεχομένως δε και νόμιμη μεταφορά του οδηγού και των επιβατών μέχρι τον πλησιέστερο τόπο απ’ όπου θα μπορέσουν να συνεχίσουν το ταξίδι τους με άλλα μέσα. -Την μεταφορά του οχήματος από σημείο εντός της Ελλάδας, ενδεχομένως μαζί με τον οδηγό και τους επιβάτες, μέχρι την κατοικία τους, το σημείο εκκίνησης ή τον αρχικό προορισμό τους εντός της Ελλάδας. Σελ. 238,022(α) Τεύχος 1417 Σελ. 38 Όσον αφορά στις δύο πρώτες περιπτώσεις, η προϋπόθεση ότι το ατύχημα ή η βλάβη συνέβη στην Ελλάδα δεν ισχύει, εφόσον πρόκειται για οργανισμό μέλος του οποίου είναι ο δικαιούχος, και η επισκευή ή η μεταφορά του οχήματος πραγματοποιείται μετά απλή επίδειξη της ταυτότητας μέλους, χωρίς πρόσθετη επιβάρυνση από ανάλογο οργανισμό του κράτους-μέλους της ΕΟΚ όπου συνέβη το ατύχημα ή η βλάβη, βάσει συμφωνίας αμοιβαιότητας. 5.Οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου δεν εφαρμόζονται όταν οι εργασίες αυτές διενεργούνται από επιχείρηση που υπάγεται στις διατάξεις του παρόντος». Το άρθρ. 13α προστέθηκε από την παρ. 4 άρθρο 36 του κ.ν. 2190/20 "περί ανωνύμων εταιρειών" και το άρθρο 3 του Π.Δ. 226/92 (ΑΊ20), όπως ισχύει. 3. Σε κάθε έγγραφο, έντυπο ή δακτυλογραφημμένο, οι ανωτέρω ασφαλιστικές επιχειρήσεις πρέπει να αναφέρουν την φράση "Αλλοδαπή Ασφαλιστική Επιχείρηση" συνοδευομένη από την εταιρική επωνυμία της, την έδρα και την εθνικότητά της και το καταβεβλημένο εταιρικό της κεφάλαιο". Το άρθρ.23 αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ.3 άρθρ.22 Π.Δ.252/6-19 Αυγ.1996 (ΦΕΚ Α΄186),κατωτ.αριθ.26. "Β) ΑΛΛΟΔΑΠΟΙ ΜΕΣΙΤΕΣ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ" «Αρθρ.24.-1. Μεσίτης Λλόυδς Λονδίνου μπορεί να λειτουργεί στην Ελλάδα μέσω αντιπροσώπου, φυσικού ή νομικού προσώπου εφόσον υποβάλλει στο Υπουργείο Εμπορίου τα ακόλουθα έγγραφα: α) Αντίγραφο του εγγράφου πληρεξουσιότητας για διορισμό αντιπροσώπου στην Ελλάδα, επικυρωμένο από την αρμόδια Ελληνική Προξενική Αρχή. β) Βεβαίωση της Επιτροπής του Λλόυδς επικυρωμένη από τον ΄Ελληνα Πρόξενο στο Λονδίνο, ότι ο αιτών είναι αναγνωρισμένος μεσίτης ασφαλίσεων του Λλόυδς και ότι με την ιδιότητα αυτή έχει το δικαίωμα εισόδου στην αίθουσα ασφαλίσεων του Λλόυδς με ημερομηνία όχι προγενέστερη των τριών μηνών σχετικά με το ότι ο μεσίτης λειτουργεί νόμιμα στην έδρα του. γ) Την διεύθυνση στην Ελλάδα του αντιπροσώπου. Εντός μηνός από την υποβολή των ανωτέρω εγγράφων ο αντιπρόσωπος του μεσίτου δικαιούται να ασκήσει τις δραστηριότητες του στην Ελλάδα. 2. Οι αντιπρόσωποι των Μεσιτών Λλόυδς Λονδίνου, μπορούν να τοποθετούν απ' ευθείας ασφαλιστικές εργασίες σε ασφαλιστικές επιχειρήσεις που λειτουργούν νόμιμα στην Ελλάδα εφόσον εγγραφούν στο οικείο Επιμελητήριο του άρθρου 15α του ν. 1569/85, όπως ισχύει. 3. Προκειμένου περί αντιπροσώπων των Μεσιτών Λλόυδς Λονδίνου που ήδη λειτουργούν στην Ελλάδα για την εγγραφή τους στο Επιμελητήριο, απαιτούνται οι προϋποθέσεις της παρ. 3 στοιχεία β, γ, δ και της παρ. 9 του άρθρου 15α του ν. 1569/85 όπως ισχύει. Προκειμένου περί νομικών προσώπων οι ως άνω προϋποθέσεις πρέπει να συντρέχουν στο πρόσωπο των ομορρύθμων εταίρων στις προσωπικές εταιρείες, ενός διαχειριστού στις ΕΠΕ ή του διευθύνοντα συμβούλου στις Α.Ε. 4. Μεσίτες με έδρα σε άλλο κράτος - μέλος της Ε.Ε. ή του Ε.Ο.Χ. μπορούν να τοποθετούν ασφαλιστικές εργασίες σε ασφαλιστικές επιχειρήσεις που λειτουργούν νόμιμα στην Ελλάδα είτε με καθεστώς εγκατάστασης είτε με καθεστώς ελεύθερης παροχής υπηρεσιών. Ο τίτλος Β του Κεφαλ.Γ΄ και το άρθρ.24 αντικαταστάθηκαν ως άνω από την παρ.1 άρθρ.23 Π.Δ.252/6-19 Αυγ.1996 (ΦΕΚ Α΄186),κατωτ.αριθ.26. (Αντί για τη σελ.241(θ) Σελ. 241(ι) Τεύχος 1417 Σελ. 63 Ιδιωτική Επιχείρηση Ασφαλίσεως 12.Μ.α.7 «Γ) ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑ ΤΟΥ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΕΜΠΟΡΙΟΥ ΜΕ ΤΙΣ ΕΠΟΠΤΙΚΕΣ ΑΡΧΕΣ ΤΩΝ ΛΟΙΠΩΝ ΚΡΑΤΩΝ - ΜΕΛΩΝ ΤΗΣ Ε.Ε. ΚΑΙ ΤΟΥ ΕΟΧ" «Άρθρ.24α.-1.Το Υπουργείο Εμπορίου, ανταλλάσει με τις αρμόδιες εποπτικές αρχές των άλλων κρατών - μελών της Ε.Ε. και του Ε.Ο.Χ. κάθε έγγραφο και κάθε πληροφορία χρήσιμη για την άσκηση της εποπτείας επί των ασφαλιστικών επιχειρήσεων που λειτουργούν τόσο στην Ελλάδα όσο και σε άλλο ή άλλα κράτη - μέλη της Ε.Ε. και του Ε.Ο.Χ., ιδιαίτερα δε συνεργάζεται στενά με αυτές για την εφαρμογή των μέτρων που προβλέπονται από τις διατάξεις των άρθρων 3 (παρ.2), 3α (παρ.6), 5, 6, 7, 8, 9, 15 (παρ. 1δ και 6), 15α, 16, 17γ (παρ.3, 4, 5), 19, 20 (παρ.2 περιπτ. Δ, Ε, Ζ, Η), 53α και 59 του παρόντος. 2. Το Υπουργείο Εμπορίου μπορεί να απαγορεύει την ελεύθερη διάθεση στοιχείων ενεργητικού που βρίσκονται στην Ελλάδα και ανήκουν σε ασφαλιστική επιχείρηση με έδρα σε άλλο κράτος μέλος, κατόπιν αιτήσεως της εποπτικής αρχής του κράτους αυτού, για παράβαση των διατάξεων περί σχηματισμού και επένδυσης τεχνικών αποθεμάτων και συγκρότησης περιθωρίου φερεγγυότητας. Στην αίτηση πρέπει να ορίζονται τα στοιχεία για τα οποία θα ληφθούν τα μέτρα της απαγόρευσης. 3. Το Υπουργείο Εμπορίου σε περιπτώσεις ανάκλησης της άδειας λειτουργίας ελληνικής ασφαλιστικής επιχείρησης, ενημερώνει σχετικά τις εποπτικές αρχές των άλλων κρατών - μελών όπου λειτουργεί η επιχείρηση, οι οποίες οφείλουν να την εμποδίσουν να αναλάβει, είτε με καθεστώς εγκατάστασης είτε με καθεστώς ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, νέες εργασίες στο έδαφος τους. Το Υπουργείο Εμπορίου με τη συνδρομή των αρχών αυτών λαμβάνει κάθε πρόσφορο μέτρο για τη διασφάλιση των συμφερόντων των ασφαλισμένων, ιδίως περιορίζει την ελεύθερη διάθεση των στοιχείων ενεργητικού της επιχείρησης κατ΄ εφαρμογή των άρθρων 17 (παρ. 3, 4) και 9 του παρόντος. Επίσης το Υπουργείο Εμπορίου ενημερώνει τις εποπτικές αρχές των κρατών - μελών στο έδαφος των οποίων η επιχείρηση ασκεί τη δραστηριότητά της για κάθε ληφθέν μέτρο και τα κράτη αυτά, λαμβάνουν μετά από σχετικό αίτημά του, ανάλογα μέτρα. 4. Εάν το Υπουργείο Εμπορίου, με την ιδιότητα της εποπτικής αρχής σύμφωνα με την παρ. 2 περιπτ. Δ, Ε, του άρθρου 20 του παρόντος ανακαλέσει την άδεια λειτουργίας στην Ελλάδα ασφαλιστικής επιχείρησης που δεν εδρεύει σε Σελ. 242(ι) Τεύχος 1417 Σελ. 64 κράτος - μέλος της Ε.Ε. και του Ε.Ο.Χ., ειδοποιεί τις εποπτικές αρχές των άλλων κρατών - μελών στο έδαφος των οποίων η ασφαλιστική επιχείρηση έχει πάρει άδεια λειτουργίας για να λάβουν τα κατάλληλα μέτρα. 5. Το Υπουργείο Εμπορίου συνεργάζεται με τις εποπτικές αρχές των άλλων κρατών - μελών για την εφαρμογή των μέτρων που προβλέπονται στο 7ο Κεφάλαιο του παρόντος "Ιδιαίτερες διατάξεις για την Ελευθερία Εγκατάστασης και την Ελεύθερη Παροχή Υπηρεσιών". 6. Με αποφάσεις του Υπουργού Εμπορίου που δημοσιεύονται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΤΑΕ και ΕΠΕ) καθορίζεται κάθε αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος άρθρου, με βάση το πρωτόκολλο συνεργασίας των εποπτικών αρχών των κρατών - μελών". Ο τίτλος Γ΄ και το άρθρ.24α αντικαταστάθηκαν ως άνω από την παρ.2 άρθρ.23 Π.Δ.252/619 Αυγ.1996 (ΦΕΚ Α΄186),κατωτ.αριθ.26. 12.Μ.α.7 Ιδιωτική Επιχείρηση Ασφαλίσεως ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΤΕΤΑΡΤΟΝ Περί Πρακτόρων, Ασφαλειομεσιτών και Πραγματογνωμόνων Άρθρ.25.-1.Εκάστη ασφαλιστική (Εταιρεία) ημεδαπή ή αλλοδαπή δύναται εφ’ όσον επιθυμεί, να διορίση ένα γενικόν πράκτορα εδρεύοντα εις την πόλιν ένθα η έδρα της ημεδαπής Εταιρείας ή του νομίμου αντιπροσώπου της αλλοδαπής. Γενικός Πράκτωρ δύναται να είναι φυσικόν ή νομικόν πρόσωπον το οποίον αναλαμβάνει να αντιπροσωπεύη την ασφαλιστικήν Εταιρείαν εις ολόκληρον την Ελληνικήν επικράτειαν βάσει συμβολαιογραφικού πληρεξουσίου εγγράφου, αντίγραφον του οποίου υποβάλλεται εις το Υπουργείον Εμπορίου προς έγκρισιν του διορισμού του. 2.Τα δικαιώματα, αι υποχρεώσεις και εν γένει η έκτασις των αρμοδιοτήτων του Γενικού Πράκτορος επί της οργανώσεως, αναζητήσεως και συνάψεως ασφαλίσεων, δέον όπως καθορίζωνται δια του συμβολαιογραφικού πληρεξουσίου του διορισμού του. 3.Δι’ αποφάσεως του Υπουργού Εμπορίου καθορίζονται ο χρόνος και ο τρόπος αποδόσεως λογ/σμού επί της εν γένει χρηματικής διαχειρίσεως του Γενικού Πράκτορος προς την (εταιρείαν) ή τον νόμιμον αντιπρόσωπον. 4.Η ιδιότης του Γενικού Πράκτορος είναι ασυμβίβαστος προς την ιδιότητα μέλους του Διοικητικού Συμβουλίου ή Γεν. Δ/ντού ή Δ/ντού ή εκπροσώπου της ημεδαπής ασφαλιστικής (εταιρείας) την οποίαν πρόκειται να πρακτορεύση. Το άνω άρθρο καταργείται δύο έτη μετά τη δημοσίευση (25-10-85) του Νόμ. 1569/1985 (ΦΕΚ Α΄ 183)(κατωτ. αριθ. 21), από την παρ. 2 του άρθρ. 21 του νόμου αυτού. Άρθρ.26-28.-(Καταργήθηκαν από την παρ. 2 του άρθρ. 21 Νόμ. 1569/1985, ΦΕΚ Α΄ 183, (κατωτ. αριθ. 21). ΄Αρθρ.28α.-(Καταργήθηκε από την παρ.1 άρθρ.24 Π.Δ.252/6-19Αυγ.1996, ΦΕΚ Α΄186, κατωτ.αριθ.26). Άρθρ.29.-1.Οι υπό των Ασφαλιστικών (Εταιρειών ) οριζόμενοι πραγματογνώμονες δια την εκτίμησιν πραγματοποιηθείσης ζημίας και τον καθορισμόν της οφειλομένης αποζημιώσεως, υποχρεούνται όπως αντίγραφον της εκθέσεώς των κοινοποιούν εις τον ζημιωθέντα ησφαλισμένον. Η ασφαλιστική (εταιρεία) υποχρεούται όπως εντός 15 ημερών από της υποβολής της εκθέσεως πραγματογνωμοσύνης γνωστοποιή εις τον δικαιούχον την αποδοχήν ή μη ταύτης, εκτός εάν επέλθη εν τω μεταξύ φιλικός διακανονισμός. 2.Εις περίπτωσιν αποδοχής υπό της Ασφαλιστικής (Εταιρείας) και του δικαιούχου της προσδιορισθείσης υπό της πραγματογνωμοσύνης ασφαλιστικής αποζημιώσεως , η Ασφαλιστική (Εταιρεία) υποχρεούται αμελλητί εις την καταβολήν ταύτης εις τον δικαιούχον, άλλως ανακαλείται προσωρινώς ή οριστικώς η άδεια λειτουργίας αυτής. 3.Οι ανωτέρω πραγματογνώμονες, εν τη ενασκήσει των καθηκόντων των ευθύνονται και διώκονται κατά τας διατάξεις του άρθρ. 46 του παρόντος Ν.Δ/τος. Το άρθρ. 29 δεν έχει εφαρμογήν επί των ασφαλίσεων πλοίων και αεροσκαφών (άρθρ. 7 Ν.Δ. 551/1970, κατωτ. αριθ. 9). ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΠΕΜΠΤΟΝ Περί τιμολογίων ασφαλίστρων, δικαιωμάτων και προμηθειών "Άρθρ.-30.- 1. Η κατάρτιση των τιμολογίων που χρησιμοποιούν οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις που λειτουργούν στην Ελλάδα, είτε με καθεστώς εγκατάστασης είτε με καθεστώς ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, είναι ελεύθερη και γίνεται σύμφωνα με τις τεχνοοικονομικές ανάγκες της κάθε επιχείρησης. 2. Το Υπουργείο Εμπορίου δύναται να επιβάλει ελέγχους στις αυξήσεις των τιμολογίων ασφαλίσεων κατά ζημιών μόνο στην περίπτωση επιβολής γενικού ελέγχου των τιμών των προϊόντων και υπηρεσιών όλων των οικονομικών δραστηριοτήτων. 3. Ειδικά εφόσον πρόκειται για ασφαλίσεις ζωής, τα ασφάλιστρα για τις νέες ασφαλιστικές δραστηριότητες πρέπει να είναι επαρκή, βάσει λογικών αναλογιστικών υποθέσεων, ώστε η ασφαλιστική επιχείρηση να είναι σε θέση να εκπληρώνει όλες τις υποχρεώσεις της και ιδίως την υποχρέωση σύστασης επαρκών τεχνικών αποθεματικών. Προς τούτο, μπορούν να λαμβάνονται υπόψη όλες οι πτυχές της χρηματοοικονομικής κατάστασης της ασφαλιστικής επιχείρησης χωρίς όμως να γίνεται συστηματικά και μόνιμα η προσθήκη πόρων ξένων προς τα εν λόγω ασφάλιστρα και στο αποκτούμενο εισόδημα, πράγμα που θα μπορούσε να κλονίσει τελικά τη φερεγγυότητα της επιχείρησης". Το άρθρ.30 αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ.2 άρθρ.24 Π.Δ.252/6-19 Αυγ.1996 (ΦΕΚ Α΄186),κατωτ.αριθ.26. ΄Αρθρ.31-32.-(Καταργήθηκαν από την παρ.3 άρθρ.24 Π.Δ.252/6-19Αυγ.1996, ΦΕΚ Α΄186, κατωτ.αριθ.26). (Μετά τη σελ.242(ι) Σελ. 242,01 Τεύχος 1417 Σελ. 65 Ιδιωτική Επιχείρηση Ασφαλίσεως 12.Μ.α.7 άρθρ. 2 Π.Δ. 103/22 Μαρτ.-2 Απρ. 1990 (ΦΕΚ Α΄ 47), (Διόρθ. Σφαλμ. στο ΦΕΚ Α΄ 78/29-51990). 12.Μ.α.7 Ιδιωτική Επιχείρηση Ασφαλίσεως ΄Αρθρ.33.-1.(Καταργήθηκε από την παρ.3 άρθρ.33 Νόμ.2496/12-16 Μαΐου 1997, ΦΕΚ Α΄87, κατωτ.αριθ.27). 2.Παν νομικόν ή φυσικόν πρόσωπον, αναλαμβάνον την δια λογαριασμόν ασφαλιστικής (εταιρείας) είσπραξιν των ασφαλίστρων, υποχρεούται εις α)τήρησιν των εν παρ. 1 του παρόντος άρθρου οριζομένων, β)έγκαιρον ενημέρωσιν της ασφαλιστικής (εταιρείας) περί της καθυστερήσεως των δόσεων των ησφαλισμένων και γ)κατάθεσιν τοις μετρητοίς παρά τη (Εταιρεία) ή παρά τινι Τραπέζη επ’ ονόματι της (Εταιρείας) των υπ’ αυτού εισπραττομένων ασφαλίστρων το αργότερον εις το τέλος εκάστης εβδομάδος. Άρθρ.34.-Προς υπολογισμόν του κόστους της ασφαλίσεως αι εν Ελλάδι λειτουργούσαι ασφαλιστικαί επιχειρήσεις υποχρεούνται, από της ενάρξεως της χρήσεως του επομένου έτους της δημοσιεύσεως του παρόντος Ν.Δ/τος, εις την τήρησιν στατιστικών στοιχείων κατά κλάδον και την υποβολήν τούτων εις την Αναλογιστικήν Υπηρεσίαν του Υπουργείου Εμπορίου και τας οικείας Ενώσεις των Ασφαλιστικών Εταιρειών, κατά τα ειδικώτερον δι’ αποφάσεως του Υπουργού Εμπορίου καθοριζόμενα. ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΕΚΤΟΝ Α) Αλληλασφαλιστικοί Συνεταιρισμοί-Αλληλασφαλιστικά Ταμεία Άρθρ.35.-«1.Η άσκηση αμοιβαίας ασφάλισης ή αλληλασφάλισης για την κάλυψη κινδύνων κατά ζημιών επιτρέπεται, μετά από άδεια του Υπουργού Εμπορίου μόνο από Αλληλασφαλιστικούς Συνεταιρισμούς με αποκλειστικό σκοπό την αλληλασφάλιση των μελών τους. Για την σύστασή τους χρειάζονται τουλάχιστον πενήντα πρόσωπα. 2.Στα αλληλασφαλιστικά Ταμεία Συνεταιρισμών που λειτουργούν κατά την έναρξη της ισχύος του παρόντος παρέχεται προθεσμία έξι μηνών να μετατραπούν σε αλληλασφαλιστικούς συνεταιρισμούς, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος, διαφορετικά ανακαλείται η άδεια λειτουργία τους. 3.Στους αλληλασφαλιστικούς συνεταιρισμούς εφαρμόζονται μόνο οι διατάξεις των άρθρ. 35 έως 37 του παρόντος, εφόσον συγκεντρώνουν αθροιστικά τις πιο κάτω με στοιχεία α-γ προϋποθέσεις: α)Το καταστατικό τους προβλέπει την δυνατότητα επιβολής συμπληρωματικών εισφορών ή μείωσης των προβλεπομένων παροχών. β)Δεν καλύπτουν κινδύνους αστικής ευθύνης, εκτός εάν οι κίνδυνοι αυτοί καλύπτονται σαν παρεπόμενοι υπό την έννοια και τις προϋποθέσεις του άρθρ. 3 παρ. 1 του παρόντος, ή κινδύνους πιστώσεων και εγγυήσεων. Σελ. 242,02 Τεύχος 1417 Σελ. 66 γ)Το ύψος των εισφορών που εισπράττονται κάθε χρόνο δεν υπερβαίνει σε δραχμές το ισότιμο του ενός εκατομμυρίου Ευρωπαϊκών Λογιστικών Μονάδων. Επίσης εφαρμόζονται μόνο οι διατάξεις των άρθρ. 35 έως και 37 του παρόντος, στους αλληλασφαλιστικούς συνεταιρισμούς, που έχουν συνάψει με άλλο αλληλασφαλιστικό συνεταιρισμό σύμβαση είτε πλήρους αντασφάλισης όλων των συναπτομένων από αυτούς ασφαλίσεων είτε υποκατάστασης του εκδοχέα συνεταιρισμού στον εκχωρούντα συνεταιρισμό για την εκτέλεση των υποχρεώσεων που απορρέουν από τις ασφαλίσεις αυτές, ανεξάρτητα από το αν ο εκχωρών συνεταιρισμός συγκεντρώνει όλες τις παραπάνω με στοιχ. α-γ προϋποθέσεις. Ο αντασφαλίζων ή ο εκδοχέας αλληλασφαλιστικός συνεταιρισμός υπάγεται οπωσδήποτε στις διατάξεις της επόμενης παραγράφου. 4.Στους αλληλασφαλιστικούς συνεταιρισμούς που δεν εμπίπτουν στις διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου, εκτός από τις διατάξεις των άρθρ. 35 έως και 37 εφαρμόζονται ανάλογα και οι υπόλοιπες διατάξεις του παρόντος, ιδιαίτερα δε οι διατάξεις σχετικά με το περιθώριο φερεγγυότητας, το εγγυητικό κεφάλαιο, τα τεχνικά αποθέματα και το πρόγραμμα δραστηριότητας. Οι συνεταιρισμοί αυτοί απαλλάσσονται από τις υποχρεώσεις του άρθρ. 36 παρ. 1γ για κατάθεση εγγύησης» Το άρθρ. 35 αντικαταστάθηκε ως άνω από το άρθρ. 23 Π.Δ. 118/8-8 Μαρτ. 1985 (ΦΕΚ Α΄ 35) (κατωτ. αριθ. 20). 12.Μ.α.7 Ιδιωτική Επιχείρηση Ασφαλίσεως Άρθρ.36.-1.Δια την χορήγησιν της αδείας οι Συνεταιρισμοί δέον όπως υποβάλλουν εις το Υπουργείον Εμπορίου αίτησιν μετά των ακολούθων δικαιολογητικών: α)Κεκυρωμένον αντίγραφον του Καταστατικού, εγκεκριμένου συμφώνως προς τας διατάξεις του Νόμ. 602/1915 «περί Συνεταιρισμών», μετά καταστάσεως των εν ενεργεία μελών αυτών. Εις το Καταστατικόν δέον να περιλαμβάνωνται λεπτομερώς διατάξεις περί των ασφαλιζομένων κινδύνων, των καταβλητέων εισφορών, του τρόπου καλύψεως των κινδύνων και του διακανονισμού των αποζημιώσεων, της τηρήσεως των κατά το παρόν Ν.Δ/μα προβλεπομένων τεχνικών αποθεματικών και εν γένει του τρόπου οργανώσεως και λειτουργίας της αλληλασφαλίσεως των μελών. β)Έγγραφον δήλωσιν του Συνεταιρισμού, επί ιδρύσεως Αλληλασφαλιστικού Ταμείου, ότι αναλαμβάνει την πλήρη κάλυψιν του ασφαλιστικού κινδύνου εκ της υπολοίπου περιουσίας του, εν περιπτώσει μη καλύψεως τούτου υπό των πόρων του Ταμείου και "γ) Απόδειξη καταθέσεως εγγυήσεως σε αναγνωρισμένη τράπεζα στην Ελλάδα, από τον αλληλοασφαλιστικό συνεταιρισμό δραχμών 3.000.000, η οποία τοποθετείται ασφαλιστικώς σύμφωνα με το άρθρο 8 παρ. 15 δεύτερη περίπτωση του παρόντος." Το εδάφ.γ΄ αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ.4 άρθρ.24 Π.Δ.252/6-19Αυγ.1996, ΦΕΚ Α΄186, κατωτ.αριθ.26). 2.Η άδεια χορηγείται δι’ αποφάσεως του Υπουργού Εμπορίου δημοσιευομένης εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΔΑΕ και ΕΠΕ), από της δημοσιεύσεως δε ταύτης άρχεται νομίμως η λειτουργία του Αλληλασφαλιστικού Συνεταιρισμού ή του Αλληλασφαλιστικού Ταμείου. 3.Αι διατάξεις του άρθρ. 111 παρ. 4 του Ν.Δ. 4233/62 «περί τηρήσεως του κώδικος οδικής κυκλοφορίας» ισχύει και δια τ’ αλληλασφαλιστικά Ταμεία Συνεταιρισμών Ιδιωτικών Λεωφορείων (ΚΤΕΛ). Άρθρ.37.-1.Οι Αλληλασφαλιστικοί Συνεταιρισμοί και τα Αλληλασφαλιστικά Ταμεία υπόκεινται εις την εποπτείαν του Υπουργείου Εμπορίου, ασκουμένην συμφώνως προς το παρόν Ν.Δ/μα. "2. Με την επιφύλαξη των άρθρων 19 και 62 έως και 78 του παρόντος, που αφορούν τους αλληλοασφαλιστικούς συνεταιρισμούς του άρθρου 35 παρ. 4, εντός δύο μηνών από της λήξεως εκάστης διαχειριστικής περιόδου, α) υποβάλλουν εις το Υπουργείον Εμπορίου αντίγραφον του ισολογισμού αυτών, μετά καταστάσεως των εν ενεργεία μελών και πίνακος των εισπραχθεισών εισφορών και των πληρωθεισών και εκκρεμών αποζημιώσεων δια το παρελθόν έτος και β) δημοσιεύουν στο Τεύχος Ανωνύμων Εταιρειών και Ε.Π.Ε. της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως τον ως άνω ισολογισμό και υποβάλλουν ένα αντίγραφο στο Υπουργείο Εμπορίου." Η παρ.2 αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ.5 άρθρ.24 Π.Δ.252/6-19 Αυγ.1996 (ΦΕΚ Α΄186), κατωτ.αριθ.26. 3.Δια Β.Δ/τος εκδιδομένου προτάσει του Υπουργού Εμπορίου δύναται να καθορισθή πάσα λεπτομέρεια αναγκαία δια την εφαρμογήν των διατάξεων των άρθρ. 36 και 37 του παρόντος Ν.Δ/τος. Άρθρ.13β.-«1.Η ασφάλιση νομικής προστασίας συνίσταται στην έναντι καταβολής ασφαλίστρου συμβατική δέσμευση για την ανάληψη των δικαστικών εξόδων και για την παροχή άλλων υπηρεσιών που απορρέουν από την εν λόγω ασφαλιστική σύμβαση με σκοπό ιδίως: -την αποκατάσταση της ζημίας που υπέστη ο ασφαλισμένος είτε μέσω εξώδικου συμβιβασμού, είτε μέσω αστικής ή ποινικής δίκης. -την υπεράσπιση ή εκπροσώπηση του ασφαλισμένου σε αστική, ποινική, διοικητική ή άλλη δίκη ή την εκπροσώπηση κατ’ απαιτήσεως, η οποία εγείρεται εναντίον του. (Άρθρ. 2 παρ. 1 της Οδηγίας 87/344/ΕΟΚ) 2.Η ασφάλιση νομικής προστασίας αποτελεί αντικείμενο αυτοτελούς ασφαλιστηρίου συμβολαίου από εκείνο που συνάπτεται για άλλους κλάδους ή αντικείμενο αυτοτελούς ειδικού κεφαλαίου εντός ενιαίου ασφαλιστηρίου, όπου ρητά αναφέρονται οι όροι ασφάλισης νομικής προστασίας και το σχετικό ασφάλιστρο. (Άρθρ.3 παρ. 1 της Οδηγίας 87/344/ΕΟΚ) 3.Στο ασφαλιστήριο συμβόλαιο περιλαμβάνονται υποχρεωτικά και τα ακόλουθα: Ι.Το δικαίωμα του ασφαλισμένου να επιλέγει ελεύθερα το δικηγόρο του: α)σε κάθε δικαστική ή διοικητική διαδικασία, όταν επιλαμβάνεται δικηγόρος για να υπερασπίσει ή να εκπροσωπήσει τον ασφαλισμένο ή να εξυπηρετήσει τα συμφέροντά του. β)για την υπεράσπιση των συμφερόντων του, σε κάθε περίπτωση που ανακύψει σύγκρουση συμφερόντων. ΙΙ.Το δικαίωμα του ασφαλισμένου να προσφεύγει στην ακόλουθη διαδικασία: Σε περίπτωση διαφωνίας μεταξύ του ασφαλιστή και του ασφαλισμένου ως προς την ανάγκη παραφύλαξης των έννομων συμφερόντων του ασφαλισμένου ενώπιον δικαστικής ή διοικητικής αρχής ο ασφαλισμένος μπορεί να προκαλέσει αιτιολογημένη γνωμοδότηση δικηγόρου της αρεσκείας του, σχετικά με την ανάγκη, ή μη της παραφύλαξης. Αν ο ασφαλισμένος δεν αποδέχεται την γνωμοδότηση αυτή ή αν η ασφαλιστική επιχείρηση κρίνει ότι η γνωμοδότηση απομακρύνεται από τη σωστή νομική και πραγματική βάση της υπόθεσης, προκαλείται η διαιτητική επίλυση από διαιτητή κοινής αποδοχής. Σε περίπτωση διαφωνίας ως προς το πρόσωπο του διαιτητή ο διορισμός του γίνεται κατά το άρθρ. 878 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (Κ. Πολ. Δικ.). Οι δαπάνες για τις ανωτέρω ενέργειες βαρύνουν τον ασφαλιστή εφόσον με τις ενέργειες αυτές κριθεί αναγκαία η παραφύλαξη των συμφερόντων του ασφαλισμένου, άλλως κατανέμονται κατ’ ισομοιρία στον ασφαλιστή και τον ασφαλισμένο. Εάν ο ασφαλισμένος, παρά την αντίθετη απόφαση του διαιτητή, προσφύγει σε δικαστική ή διοικητική αρχή, βαρύνεται με τις σχετικές δαπάνες, σε περίπτωση ολοσχερούς ήττας του, άλλως οι δαπάνες αυτές επιμερίζονται ανάλογα με την έκταση της κατ’ ουσίαν ήττας προς τη νίκη του. Η ανωτέρω διαδικασία της διαιτησίας δεν αποκλείει το δικαίωμα του ασφαλισμένου προσφυγής του στα δικαστήρια. (Άρθρ. 4 παρ. 1 (α και β) της Οδηγίας 87/344/ΕΟΚ) ΙΙ.Η μνεία της νομικά αυτοτελούς επιχείρησης, που προβλέπεται στην παρ. 5β του παρόντος άρθρου, όταν συντρέχει περίπτωση εφαρμογής της. (Άρθρ. 3 παρ. 2β της Οδηγίας 87/344/ΕΟΚ) 4.Ο ασφαλιστής νομικής προστασίας ή, ανάλογα με την περίπτωση, το γραφείο διακανονισμού ζημιών, κάθε φορά που ανακύπτει σύγκρουση συμφερόντων ή διαφωνία όσον αφορά τη διευθέτηση της διαφοράς, υποχρεούται να ενημερώνει τον ασφαλισμένο για τα δικαιώματά του, τα οποία απορρέουν από την προηγούμενη παράγραφο. (Άρθρ. 7 της Οδηγίας 87/344/ΕΟΚ) 5.Η ασφαλιστική επιχείρηση που ασκεί στην Ελλάδα τον κλάδο ασφάλισης νομικής προστασίας, επιλέγει έναν από τους ακολούθους τρόπους λειτουργίας (ώστε να αποφεύγεται κάθε κίνδυνος σύγκρουσης συμφερόντων). (Άρθρ. 1 της Οδηγίας 87/344/ΕΟΚ) α)Η ασφαλιστική επιχείρηση υποχρεούται να εξασφαλίζει ότι κανένα μέλος του προσωπικού της που ασχολείται με την διαχείριση των ασφαλιστικών περιπτώσεων του κλάδου νομικής προστασίας ή την παροχή νομικών συμβουλών, σχετικών, προς τη διαχείριση αυτή, δεν ασκεί συγχρόνως παρόμοια δραστηριότητα: -είτε σε άλλο κλάδο που ασκεί η ίδια επιχείρηση, αν πρόκειται για επιχείρηση πολλαπλών κλάδων. -είτε άσχετα από το αν πρόκειται για επιχείρηση πολλαπλών κλάδων ή για εξειδικευμένη επιχείρηση, σε άλλη επιχείρηση που συνδέεται με την ίδια, με οικονομικούς, εμπορικούς ή διοικητικούς δεσμούς και η οποία ασκεί ένα ή περισσότερους ασφαλιστικούς κλάδους. β)Η ασφαλιστική επιχείρηση υποχρεούται να αναθέτει τη διαχείριση των ασφαλιστικών περιπτώσεων του κλάδου νομικής προστασίας σε μία νομικά αυτοτελή επιχείρηση με τη μορφή Ανώνυμης Εταιρείας (Α.Ε.) ή Εταιρείας Περιωρισμένης Ευθύνης (Ε.Π.Ε.). (Αντί για τη σελ. 238,03(γ) Σελ. 238,03(δ) Τεύχος 1417 Σελ. 39 Ιδιωτική Επιχείρηση Ασφαλίσεως 12.Μ.α.7 Αν η επιχείρηση αυτή συνδέεται με οικονομικούς, εμπορικούς ή διοικητικούς δεσμούς με άλλη ασφαλιστική επιχείρηση, που ασκεί ένα ή περισσότερους κλάδους ασφάλισης, τα μέλη του προσωπικού της εν λόγω επιχείρησης, τα οποία ασχολούνται με τη διαχείριση ασφαλιστικών περιπτώσεων του κλάδου Νομικής Προστασίας ή την παροχή νομικών συμβουλών, σχετικά με τη διαχείριση αυτή, δεν επιτρέπεται να ασκούν συγχρόνως την ίδια ή παρόμοια δραστηριότητα για την άλλη επιχείρηση. Οι ίδιες απαγορεύσεις ισχύουν και για τα μέλη της διεύθυνσης και διοίκησης της επιχείρησης. (Άρθρ. 3 παρ. 2(α, β) Οδηγίας 87/344/ΕΟΚ) 6.Για την χορήγηση άδειας λειτουργίας του κλάδου νομικής προστασίας, η αιτούσα επιχείρηση αναφέρει υποχρεωτικά στο πρόγραμμα δραστηριότητας ποιον από τους ανωτέρω τρόπους λειτουργίας επιλέγει. Οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις που ήδη ασκούν τον κλάδο νομικής προστασίας υποχρεούνται εντός προθεσμίας έξι
(6)μηνών από τη δημοσίευση του παρόντος να γνωστοποιήσουν στο Υπουργείο Εμπορίου ποιον από τους τρόπους λειτουργίας επέλεξαν. 7.Σε περίπτωση παράβασης από την ασφαλιστική επιχείρηση των διατάξεων του παρόντος άρθρου, ανακαλείται η άδεια λειτουργίας του κλάδου ασφάλισης νομικής προστασίας, στα δε μέλη της διοίκησης της επιχείρησης επιβάλλονται οι ποινές του άρθρ. 47 του παρόντος. 8.Δεν διέπεται από τις διατάξεις των παρ. 2, 3, 4, 5, 6 και 7 του παρόντος άρθρου, η ασφάλιση νομικής προστασίας, όταν αυτή αφορά διαφορές ή κινδύνους που απορρέουν από τη χρήση θαλασσίων πλοίων ή σχετίζονται με τη χρήση αυτή. (Άρθρ. 2 παρ. 2 της Οδηγίας 87/344/ΕΟΚ) 9.Δεν διέπεται από το παρόν άρθρο, η δραστηριότητα της ασφαλιστικής επιχείρησης σε περιπτώσεις ασφάλισης αστικής ευθύνης προς υπεράσπιση ή εκπροσώπηση ασφαλισμένου της, εφόσον η δραστηριότητα αυτή ασκείται και προς το συμφέρον της, με την ιδιότητά της ως ασφαλιστικής επιχείρησης αστικής ευθύνης Το άρθρ. 13β, προστέθηκε από την περίπτ. Β΄ Άρθρ.38.-Τα ήδη λειτουργούντα Αλληλασφαλιστικά Ταμεία Συνεταιρισμών ιδιοκτητών Λεωφορείων (ΚΤΕΛ) υποχρεούνται όπως εντός έτους από της δημοσιεύσεως του παρόντος Ν.Δ/τος συμμορφωθούν πλήρως προς τα ανωτέρω οριζόμενα, άλλως ανακαλείται η άδεια λειτουργίας αυτών. Β.Περί ασκήσεως του Κλάδου Κεφαλοποιήσεως Άρθρ.39.-1.Κεφαλοποίησις υπό την έννοιαν του παρόντος θεωρείται η εξασφάλισις ωρισμένου κεφαλαίου καταβλητέου εις ωρισμένον χρόνον αντί ωρισμένων καταβολών, ενιαίων ή περιοδικών. 2-3.-(Καταργήθηκαν και οι μέσα σε () παρ.
(4)και
(5)αναριθμήθηκαν ως παρ.2 και 3 αντίστοιχα από την παρ.6 άρθρ.24 Π.Δ.252/6-19 Αυγ.1996, ΦΕΚ Α΄186, κατωτ.αριθ.26). 2
(4).Απαγορεύεται η δια του αυτού συμβολαίου κατάρτισις συμβάσεως ασφαλίσεως ζωής και κεφαλοποιήσεως. 3
(5).Επιτρέπεται η προ της λήξεως του συμβολαίου καταβολή του δια της κεφαλοποιήσεως εξασφαλιζομένου ποσού, εν συνδυασμώ προς κληρώσεις. Άρθρ.40.-(Καταργήθηκε και τα μέσα σε () αρθρ.
(41)και
(42)αριθμήθηκαν ως 40 και 41 αντίστοιχα από την παρ.7 άρθρ.24 Π.Δ.252/6-19 Αυγ.1996, ΦΕΚ Α΄186, κατωτ.αριθ.26). Άρθρ.40
(41).-1.Τα συμβόλαια κεφαλοποιήσεως είναι ονομαστικά, επιτρεπομένης της μεταβιβάσεως αυτών δια γνωστοποιήσεως εις την (εταιρείαν) και εγκρίσεως δια προσθέτου πράξεως. Η διάρκεια των συμβολαίων δεν δύναται να υπερβαίνη τα 25 έτη. 2.Το εξασφαλιζόμενον δια της κεφαλοποιήσεως κεφάλαιον δεν δύναται να υπερβαίνη το ποσόν των 50.000 δραχμών. Δι’ αποφάσεως του Υπουργού Εμπορίου δύναται ν’ αυξομειούται το ανωτέρω ποσόν. 3.Ο αριθμός των ενεργουμένων κατ’ έτος κληρώσεων δέον να μη είναι ανώτερος των δώδεκα. (Μετά τη σελ.242,02) Σελ. 242,021 Τεύχος 1417 Σελ. 67 Ιδιωτική Επιχείρηση Ασφαλίσεως 12.Μ.α.7 "4. Το τεχνικό επιτόκιο ανατοκισμού, προς υπολογισμό των μαθηματικών αποθεμάτων, δεν δύναται να είναι ανώτερο από το οριζόμενο στην παρ. 6 του άρθρου 15 του παρόντος, το δε ποσοστό των κληρουμένων ετησίως συμβολαίων να μην υπερβαίνει το δώδεκα επί τοις χιλίοις (12%ο)" Η παρ.4 αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ.8 άρθρ.24 Π.Δ.252/6-19 Αυγ.1996, ΦΕΚ Α΄186, κατωτ.αριθ.26). 5.Η χορήγησις δανείων προς ησφαλισμένους κλάδου κεφαλοποιήσεως επιτρέπεται μόνον δια την εξακολούθησιν της ισχύος των σχετικών συμβολαίων. Άρθρ.41
(42).-1.Πάσα δημοσίευσις των ασφαλιστικών (εταιρειών) δια του τύπου, τοιχοκολλήσεων κλπ. εν σχέσει προς την ενέργειαν κληρώσεων, επιτρέπεται μόνον κατόπιν προηγουμένης θεωρήσεως του δημοσιεύματος υπό του Υπουργού Εμπορίου, υποχρεουμένου να αποφανθή εντός δεκαημέρου από της υποβολής της σχετικής αιτήσεως. 2.Πάσα ενέργεια κληρώσεως δέον να ανακοινούται εις το Υπουργείον Εμπορίου προ δέκα πέντε τουλάχιστον ημερών. Αι κληρώσεις ενεργούνται ενώπιον Επιτροπής αποτελουμένης εξ ενός μέλους του Ελεγκτικού Συνεδρίου υποδεικνυομένου υπό του Σώματος τούτου δι’ εν έτος, εξ ενός ανωτέρου υπαλλήλου της καθ’ ύλην Διευθύνσεως ή της Αναλογιστικής Υπηρεσίας του Υπουργείου Εμπορίου και εξ ενός των Δ/ντών ή Συμβούλων της ενδιαφερομένης (εταιρείας). Δι’ αποφάσεως του Υπουργού Εμπορίου καθορίζεται η κατά κλήρωσιν αμοιβή των μελών της Επιτροπής, ήτις καταβάλλεται υπό της ενδιαφερομένης Εταιρείας. "Αρθρ.42.-Οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις που έχουν έδρα σε κράτος - μέλος της Ε.Ε. και του Ε.Ο.Χ., και ασκούν στην Ελλάδα τον κλάδο κεφαλαιοποιήσεως υπό καθεστώς εγκατάστασης ή ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, υποχρεούνται να συμμορφωθούν με τα άρθρα 39 και 41 του παρόντος. Τα συμβόλαια κεφαλαιοποιήσεως είναι ονομαστικά και επιτρέπεται η μεταβίβαση αυτών με γνωστοποίηση στην επιχείρηση και έγκριση με πρόσθετη πράξη." Το νέο άρθρ.42 προστέθηκε με την παρ.9 άρθρ.24 Π.Δ.252/6-19 Αυγ.1996, ΦΕΚ Α΄186, κατωτ.αριθ.26). Σελ. 242,022 Τεύχος 1417 Σελ. 68 12.Μ.α.7 Ιδιωτική Επιχείρηση Ασφαλίσεως "ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΒΔΟΜΟ" "Ιδιαίτερες διατάξεις για την Ελευθερία Εγκατάστασης και την Ελεύθερη Παροχή Υπηρεσιών" Κατά την έννοια του παρόντος κεφαλαίου η λέξη "κράτος" και οι λέξεις "κράτος - μέλος" σημαίνουν κράτος - μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Ε.Ε.) και του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου (Ε.Ο.Χ.). (΄Αρθρα 32, 47 και 54 οδηγίας 92/49/ΕΟΚ και άρθρο 32 οδηγίας 92/96/ΕΟΚ) "Άρθρ.42α.- Α 1) Ασφαλιστική επιχείρηση που εδρεύει σε κράτος - μέλος μπορεί να ιδρύσει υποκατάστημα στην Ελλάδα εφόσον η εποπτική αρχή καταγωγής της κοινοποιήσει στο Υπουργείο Εμπορίου τα εξής δικαιολογητικά στην ελληνική ή αγγλική γλώσσα εκτός του πιστοποιητικού φερεγγυότητας που υποβάλλεται στην γλώσσα της χώρας καταγωγής. α) Πρόγραμμα δραστηριότητας στο οποίο πρέπει να αναφέρονται το είδος των προτεινομένων εργασιών και η διοικητική οργάνωση του υποκαταστήματος ως και τα στοιχεία που προβλέπονται στο πρωτόκολλο συνεργασίας των εποπτικών αρχών των κρατών -μελών επιφυλασσομένης της παρ. 6 του άρθρου 52α του παρόντος. β) Την διεύθυνση στην οποία ζητούνται και παραδίνονται έγγραφα, στο κράτος - μέλος του υποκαταστήματος, και η διεύθυνση αυτή είναι η ίδια με τη διεύθυνση στην οποία απευθύνονται οι ανακοινώσεις που προορίζονται για τον νόμιμο αντιπρόσωπο. γ) Πληρεξούσιο διορισμού του νομίμου αντιπροσώπου, ο οποίος πρέπει να έχει επαρκή εξουσία για να δεσμεύει την επιχείρηση έναντι τρίτων και να την αντιπροσωπεύει έναντι των αρχών και των δικαστηρίων του κράτους μέλους του υποκαταστήματος. Εάν ο νόμιμος αντιπρόσωπος είναι νομικό πρόσωπο πρέπει να ορίσει φυσικό πρόσωπο για την εκπροσώπησή του. Οσον αφορά την ένωση ασφαλιστών Λλόυδς, σε περίπτωση ενδεχόμενων διαφορών στο κράτος μέλος του υποκαταστήματος, οι οποίες σχετίζονται με αναληφθείσες υποχρεώσεις, δεν πρέπει να προκύπτουν για τους ασφαλισμένους δυσχέρειες μεγαλύτερες από εκείνες που ήταν ενδεχόμενο να προκύψουν εάν οι διαφορές αυτές αφορούσαν συνήθεις ασφαλιστικές επιχειρήσεις. Για το σκοπό αυτό οι αρμοδιότητες του νομίμου αντιπροσώπου πρέπει, ιδίως, να περιλαμβάνουν την ικανότητα να ενάγεται ενώπιον των δικαστηρίων υπό την ιδιότητά του αυτή, καθώς και την εξουσία να δεσμεύει τους ενδιαφερομένους ασφαλιστές του Λλόυδς. Οι διατάξεις των παρ. 1 έως και 4 του άρθρου 22 του παρόντος εφαρμόζονται αναλόγως. δ) Η ασφαλιστική επιχείρηση υποχρεούται επίσης να προσκομίσει δήλωση εγγραφής της στο Επικουρικό Κεφάλαιο και το Γραφείο διεθνούς Ασφάλισης, όταν πρόκειται να ασκήσει τον Κλάδο 10 "Ασφάλιση αστικής ευθύνης από χερσαία αυτοκίνητα οχήματα", εξαιρουμένης της ευθύνης του μεταφορέα. ε) Δήλωση επιλογής του τρόπου ασκήσεως του κλάδου 17 "Νομική Προστασία" σύμφωνα με το άρθρο 13β παρ. 5 του παρόντος ν. δ/τος εφόσον προτίθεται να ασκήσει τον κλάδο
  1. στ) Πιστοποιητικό φερεγγυότητας της εποπτικής αρχής της έδρας σύμφωνα με το υπόδειγμα Ι που προβλέπεται στο πρωτόκολλο συνεργασίας των εποπτικών αρχών των κρατών - μελών. 2) Ο Υπουργός Εμπορίου διαθέτει προθεσμία δύο μηνών από την βεβαιωμένη παραλαβή των δικαιολογητικών της προηγούμενης παραγράφου προκειμένου να αναφέρει στην εποπτική αρχή του κράτους - μέλους καταγωγής και εφόσον είναι αναγκαίο, τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες για λόγους δημοσίου συμφέροντος, πρέπει να ασκεί τις δραστηριότητές του το υποκατάστημα στην Ελλάδα. Το υποκατάστημα αρχίζει τις εργασίες μετά την προς αυτό σχετική ανακοίνωση του Υπουργείου Εμπορίου και σε κάθε περίπτωση μετά την πάροδο της δίμηνης προθεσμίας. 3) Κάθε τροποποίηση των υποβληθέντων δικαιολογητικών, υπό στοιχεία α, β, γ της ως άνω περίπτ.Α1 γνωστοποιείται γραπτώς στο Υπουργείο Εμπορίου ένα μήνα πριν από την ισχύ τους εντός του οποίου το Υπουργείο Εμπορίου ενεργεί ανάλογα με τα οριζόμενα στην προηγούμενη παράγραφο. Β. 1) Ελληνική ασφαλιστική επιχείρηση μπορεί να ιδρύσει υποκαταστήματα σε κράτος - μέλος, εφόσον υποβάλλει αίτηση στο Υπουργείο Εμπορίου με την οποία δηλώνει το κράτος μέλος που προτίθεται να ιδρύσει το υποκατάστημα, με τα ακόλουθα δικαιολογητικά: α) Πρόγραμμα δραστηριότητας στο οποίο πρέπει να αναφέρονται, ιδίως, το είδος των προτεινομένων εργασιών και η διοικητική οργάνωση του υποκαταστήματος. Με απόφαση του Υπουργού Εμπορίου καθορίζονται τα επιπλέον στοιχεία που πρέπει να περιλαμβάνει το πρόγραμμα δραστηριότητας. β) Την διεύθυνση στην οποία ζητούνται και παραδίνονται έγγραφα, στο κράτος μέλος του υποκαταστήματος, και η διεύθυνση αυτή είναι η ίδια με τη διεύθυνση στην οποία απευθύνονται οι ανακοινώσεις που προορίζονται για τον νόμιμο αντιπρόσωπο. (Μετά τη σελ.242,022) Σελ. 242,03 Τεύχος 1417 Σελ. 69 Ιδιωτική Επιχείρηση Ασφαλίσεως 12.Μ.α.7 γ) Πληρεξούσιο διορισμού του νομίμου αντιπροσώπου, ο οποίος πρέπει να έχει επαρκή εξουσία για να δεσμεύει την επιχείρηση έναντι τρίτων και να την αντιπροσωπεύει έναντι των αρχών και των δικαστηρίων του κράτους μέλους του υποκαταστήματος. Εάν ο νόμιμος αντιπρόσωπος είναι νομικό πρόσωπο πρέπει να ορίσει φυσικό πρόσωπο για την εκπροσώπησή του. δ) Επίσης πρέπει να υποβληθεί δήλωση εγγραφής της ασφαλιστικής επιχείρησης στο Επικουρικό Κεφάλαιο και το Γραφείο Διεθνούς Ασφάλισης της χώρας του υποκαταστήματος, όταν πρόκειται να ασκήσει εκεί τον κλάδο 10 "Ασφάλιση αστικής ευθύνης από χερσαία αυτοκίνητα οχήματα" εξαιρουμένης της ευθύνης του μεταφορέα. ε) Δήλωση του τρόπου άσκησης του κλάδου 17 "Νομική προστασία σύμφωνα με το άρθρο 13β παρ. 5 του παρόντος ν.δ./τος εφόσον προτίθεται να ασκήσει τον κλάδο
  2. 2) Το Υπουργείο Εμπορίου, μετά από έλεγχο του προγράμματος δραστηριότητας και εφόσον είναι επαρκής η διοικητική οργάνωση και η χρηματοοικονομική κατάσταση της ασφαλιστικής επιχείρησης καθώς και η εντιμότητα, τα επαγγελματικά προσόντα ή η επαγγελματική πείρα των διευθυντών και του νομίμου αντιπροσώπου, διαβιβάζει, εντός τριμήνου από την υποβολή τους, τα δικαιολογητικά του προηγουμένου εδαφίου μαζί με το πιστοποιητικό φερεγγυότητας συντεταγμένο σύμφωνα με την παρ. 1 στ της ως άνω περίπτωσης Α και στην ελληνική γλώσσα, στην εποπτική αρχή της χώρας του υποκαταστήματος και ενημερώνει σχετικά την αιτούσα ασφαλιστική επιχείρηση. 3) Κάθε τροποποίηση των υποβληθέντων δικαιολογητικών υπό στοιχεία α, β, γ της παραγρ. 2 της ως άνω περίπτ. Β γνωστοποιείται γραπτώς στο Υπουργείο Εμπορίου ένα μήνα πριν από την ισχύ τους, προκειμένου να εφαρμοστεί ανάλογα η διαδικασία της προηγούμενης παραγράφου. 4) Οταν ελληνική ασφαλιστική επιχείρηση ασφαλίσεων κατά ζημιών επιθυμεί να ασκήσει σε άλλο κράτος - μέλος τον κλάδο 2 "Ασθένειες" ο οποίος υποκαθιστά μερικώς ή ολικώς το σύστημα νομοθετημένης υποχρεωτικής κοινωνικής ασφάλειας στο κράτος - μέλος, υποβάλλει στο Υπουργείο Εμπορίου τις τεχνικές βάσεις των τιμολογίων και τους γενικούς και τους ειδικούς όρους της ασφάλισης πριν την χρησιμοποίηση τους εφαρμοζομένων των διατάξεων της ως άνω περίπτ. Β του παρόντος άρθρου καθώς και των διατάξεων των άρθρων 47 και 54 της Οδηγίας 92/49/ΕΟΚ (L 228/11.8.92)." (΄Αρθρα 34, 35, 36 και 37 των οδηγιών 92/49/ΕΟΚ και 92/96/ΕΟΚ και άρθρ.6 της οδηγ. 90/618/ΕΟΚ) Σελ. 242,04 Τεύχος 1417 Σελ. 70 "Άρθρ.42β.- Ως Ελεύθερη Παροχή Υπηρεσιών νοείται η κάλυψη που παρέχει ασφαλιστική επιχείρηση κατά την έννοια του άρθρου 2α στοιχ. α δεύτερη περίπτωση του παρόντος, για κίνδυνο ή ασφαλιστική υποχρέωση που βρίσκεται σε άλλο κράτος - μέλος. Το τελευταίο αποτελεί το κράτος - μέλος της παροχής υπηρεσιών κατά την έννοια του παρόντος κεφαλαίου. Α.1) Η άσκηση στην Ελλάδα ασφαλίσεων με ελεύθερη παροχή υπηρεσιών από ασφαλιστική επιχείρηση κατά την έννοια του άρθρου 2α στοιχ. α δεύτερη περίπτωση του. παρόντος προϋποθέτει την υποβολή στο Υπουργείο Εμπορίου εκ μέρους της εποπτικής αρχής της καταγωγής της ενδιαφερόμενης ασφαλιστικής επιχείρησης των εξής δικαιολογητικών στην ελληνική ή αγγλική γλώσσα, εκτός του πιστοποιητικού φερεγγυότητας που υποβάλλεται στη γλώσσα της χώρας καταγωγής, υπό την επιφύλαξη του άρθρου 52α παρ. 6 του παρόντος: α) Γνωστοποίηση της επωνυμίας και της διεύθυνσης της έδρας της ενδιαφερόμενης ασφαλιστικής επιχείρησης. β) Πιστοποιητικό φερεγγυότητας συντεταγμένο σύμφωνα με το υπόδειγμα Ι του πρωτοκόλου συνεργασίας των εποπτικών αρχών των κρατών - μελών. γ) Γνωστοποίηση της φύσεως των κινδύνων ή των ασφαλιστικών υποχρεώσεων που η ασφαλιστική επιχείρηση προτίθεται να ασκήσει στην Ελλάδα. 12.Μ.α.7 Ιδιωτική Επιχείρηση Ασφαλίσεως δ) Σε περίπτωση άσκησης του κλάδου 10 "Ασφάλιση αστικής ευθύνης από χερσαία αυτοκίνητα οχήματα» εκτός της ευθύνης του μεταφορέα, πληρεξούσιο διορισμού του ειδικού αντιπροσώπου φυσικού ή νομικού προσώπου με κατοικία ή έδρα την Ελλάδα, ο οποίος θα συλλέγει τις απαραίτητες πληροφορίες σχετικά με τις απαιτήσεις από τα ασφαλιστήρια συμβόλαια που καλύπτουν τον κίνδυνο της αστικής ευθύνης θα διαθέτει επαρκείς εξουσίες για να αντιπροσωπεύει την επιχείρηση έναντι των προσώπων που υπέστησαν ζημίες και θα μπορούσαν να προβάλουν αξίωση αποζημίωσης συμπεριλαμβανομένης και της ικανοποίησης αυτών των αξιώσεων και για να την αντιπροσωπεύει ή, εφόσον απαιτείται, να φροντίζει για την αντιπροσώπευση της ενώπιον των δικαστηρίων και των αρχών σχετικά με τις αξιώσεις αυτές. Ο ειδικός αντιπρόσωπος εκπροσωπεί την επιχείρηση στις σχέσεις της με το ελληνικό κράτος για οτιδήποτε αφορά την ύπαρξη και την ισχύ του ασφαλιστηρίου συμβολαίου που καλύπτει την αστική ευθύνη του αυτοκινήτου και έχει εκδοθεί με καθεστώς ελεύθερης παροχής υπηρεσιών. Ο ειδικός αντιπρόσωπος δεν δικαιούται να αναλαμβάνει για λογαριασμό της επιχείρησης η οποία τον εξουσιοδότησε, δραστηριότητες άλλες εκτός από εκείνες που αναφέρονται στα δύο προηγούμενα εδάφια, ιδίως απαγορεύεται να αναλαμβάνει δραστηριότητες πρωτασφάλισης. Ο ορισμός του ειδικού αντιπροσώπου δεν αποτελεί διορισμό νομίμου αντιπροσώπου κατά την έννοια του άρθρου 22 του παρόντος, ούτε αποτελεί ίδρυση υποκαταστήματος ή πρακτορείου κατά την έννοια του άρθρου 42α περιπτ. Α. 1 ή εγκατάσταση της ασφαλιστικής επιχείρησης κατά την έννοια του άρθρου 2α στοιχ. γ του παρόντος. Πρέπει επίσης να υποβληθεί δήλωση εγγραφής της ασφαλιστικής επιχείρησης στο Επικουρικό Κεφάλαιο και το Γραφείο Διεθνούς Ασφάλισης στην Ελλάδα. «Σε περίπτωση που η ασφαλιστική επιχείρηση δεν έχει διορίσει ειδικό αντιπρόσωπο ως ανωτέρω, τότε ο αντιπρόσωπος για τον διακανονισμό ζημιών που έχει ορίσει η επιχείρηση για τους ζημιωθέντες μονίμους κατοίκους στην Ελλάδα οι οποίοι έχουν υποστεί ζημιές από ασφαλισμένο όχημα στην επιχείρηση αυτή και από ατύχημα που έχει συμβεί σε άλλο κράτος μέλος ή σε τρίτη χώρα της οποίας το Εθνικό Γραφείο Διεθνούς Ασφάλισης έχει προσχωρήσει στο σύστημα πράσινης κάρτας, ασκεί τα καθήκοντα και έχει τις υποχρεώσεις του ειδικού αντιπροσώπου ως ανωτέρω». Το μέσα σε «» έκτο εδάφιο προστέθηκε με την παρ.1 άρθρ.10 Π.Δ.10/16-21 Ιαν.2003 (ΦΕΚ Α΄7), κατωτ.σελ.248,
  3. ε) Δήλωση της επιλογής τρόπου ασκήσεως του κλάδου 17 "Νομική Προστασία" σύμφωνα με το άρθρο 13β παρ. 5 του παρόντος ν.δ/τος εφόσον προτίθεται να ασκήσει τον κλάδο
  4. 2) Το Υπουργείο Εμπορίου, γνωστοποιεί στην εποπτική αρχή της καταγωγής της ενδιαφερόμενης ασφαλιστικής επιχείρησης την καταχώρηση της εν λόγω ασφαλιστικής επιχείρησης στο ειδικό μητρώο ελεύθερης παροχής υπηρεσιών που τηρείται στο Υπουργείο Εμπορίου. Επιπλέον, και εφόσον είναι αναγκαίο το Υπουργείο Εμπορίου, μπορεί αμέσως να γνωστοποιεί εγγράφως στην εποπτική αρχή του κράτους καταγωγής τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες για λόγους δημοσίου συμφέροντος πρέπει να ασκεί τις δραστηριότητές της η ασφαλιστική επιχείρηση στην Ελλάδα και να ζητά τις αναγκαίες πληροφορίες σχετικά με τα ειδικά συστήματα πωλήσεων τα οποία η επιχείρηση προτίθεται να χρησιμοποιήσει στην Ελλάδα. 3) Η ασφαλιστική επιχείρηση έχει δικαίωμα ασκήσεως των δραστηριοτήτων της στην Ελλάδα με ελεύθερη παροχή υπηρεσιών μόλις της κοινοποιηθεί σχετική γνωστοποίηση εκ μέρους της εποπτικής αρχής της καταγωγής της για την υποβολή στο Υπουργείο Εμπορίου των κατά την παράγραφο 1 της περ. Α του παρόντος άρθρου απαραίτητων δικαιολογητικών και με την επιφύλαξη του άρθρου 42ζ του παρόντος. 4) Κάθε τροποποίηση των υποβληθέντων δικαιολογηικών της ως άνω παραγράφου 1, γνωστοποιείται εγγράφως στο Υπουργείο Εμπορίου τηρουμένης αναλόγως της διαδικασίας των ανωτέρω παραγράφων 1, 2 και
  5. Β. 1) Ελληνική ασφαλιστική επιχείρηση κατά την έννοια του άρθρου 2α στοιχ. α του παρόντος, μπορεί να προβεί σε ελεύθερη παροχή υπηρεσιών σε άλλο κράτος - μέλος εφόσον υποβάλλει στο Υπουργείο Εμπορίου αίτηση με την οποία δηλώνει το κράτος - μέλος ή τα κράτη - μέλη που προτίθεται να ασκήσει δραστηριότητες ελεύθερης παροχής υπηρεσιών μαζί με τα εξής δικαιολογητικά: α) Γνωστοποίηση της φύσης των κινδύνων ή των ασφαλιστικών υποχρεώσεων που η ασφαλιστική επιχείρηση προτίθεται να καλύπτει στο κράτος μέλος παροχής. β) Σε περίπτωση άσκησης του κλάδου 10 "Ασφάλιση αστικής ευθύνης από χερσαία αυτοκίνητα οχήματα", εκτός της ευθύνης του μεταφορέα, πληρεξούσιο διορισμού του ειδικού αντιπροσώπου φυσικού ή νομικού προσώπου με κατοικία ή έδρα το κράτος - μέλος όπου προτίθεται η επιχείρηση να ασκήσει τις δραστηριότητές της, ο οποίος θα συλλέγει τις απαραίτητες πληροφορίες σχετικά με τις απαιτήσεις από τα ασφαλιστήρια συμβόλαια που καλύπτουν τον κίνδυνο της αστικής ευθύνης, θα διαθέτει επαρκείς εξουσίες για (Μετά τη σελ.242,04) Σελ. 242,05 Τεύχος 1417 Σελ. 71 Ιδιωτική Επιχείρηση Ασφαλίσεως 12.Μ.α.7 να αντιπροσωπεύει την επιχείρηση έναντι των προσώπων που υπέστησαν ζημίες και θα μπορούσαν να προβάλουν αξίωση αποζημίωσης συμπεριλαμβανομένης και της ικανοποίησης αυτών των αξιώσεων και για να την αντιπροσωπεύει ή, εφόσον απαιτείται, να φροντίζει για την αντιπροσώπευσή της ενώπιον των δικαστηρίων και των αρχών σχετικά με τις αξιώσεις αυτές. Ο ειδικός αντιπρόσωπος εκπροσωπεί την επιχείρηση στις σχέσεις της με το ανωτέρω κράτος για οτιδήποτε αφορά στην ύπαρξη και την ισχύ του ασφαλιστηρίου συμβολαίου που καλύπτει την αστική ευθύνη του αυτοκινήτου και έχει εκδοθεί με καθεστώς ελεύθερης παροχής υπηρεσιών. Ο ειδικός αντιπρόσωπος δεν δικαιούται να αναλαμβάνει για λογαριασμό της επιχείρησης η οποία τον εξουσιοδότησε, δραστηριότητες άλλες εκτός από εκείνες που αναφέρονται στα δύο προηγούμενα εδάφια. Ιδίως απαγορεύεται να αναλαμβάνει δραστηριότητες πρωτασφάλισης. Ως προς τον ορισμό του ειδικού αντιπροσώπου ισχύει η περίπτ. Α1 στοιχ. δ τέταρτο εδάφιο του παρόντος άρθρου. Πρέπει επίσης να υποβληθεί δήλωση εγγραφής της ασφαλιστικής επιχείρησης στο Επικουρικό Κεφάλαιο και το Γραφείο Διεθνούς Ασφάλισης του κράτους-μέλους της παροχής. «Σε περίπτωση που η ασφαλιστική επιχείρηση δεν έχει διορίσει ειδικό αντιπρόσωπο ως ανωτέρω, τότε ο αντιπρόσωπος για τον διακανονισμό ζημιών όπως ορίζεται στο άρθρ.13δ του παρόντος Νόμου, ασκεί τα καθήκοντα και έχει τις υποχρεώσεις του ειδικού αντιπροσώπου ως ανωτέρω». Το μέσα σε «» έκτο εδάφιο προστέθηκε με την παρ.2 άρθρ.10 Π.Δ.10/16-21 Ιαν.2003 (ΦΕΚ Α΄7), κατωτ.σελ.248,
  6. γ) Σε περίπτωση άσκησης του κλάδου 17 "Νομική προστασία» δήλωση περί του τρόπου επιλογής της άσκησης του κλάδου σύμφωνα με το άρθρο 13β παρ. 5 του παρόντος ν.δ./τος.
  7. Το Υπουργείο Εμπορίου, μετά από έλεγχο και εφόσον είναι επαρκής η χρηματοοικονομική κατάσταση της ασφαλιστικής επιχείρησης για το σύνολο των δραστηριοτήτων της και εξασφαλίζονται συνθήκες υγιούς διαχείρησης, ανακοινώνει και αποστέλλει εντός μηνός από την υποβολή τους τα δικαιολογητικά της προηγούμενης παραγράφου μαζί με το πιστοποιητικό φερεγγυότητας συντεταγμένο σύμφωνα με την παρ. 1 στοιχ. β της ως άνω περίπτ. Α στην ελληνική γλώσσα, προς τις εποπτικές αρχές της χώρας ή των χωρών παροχής. Σελ. 242,06 Τεύχος 1417 Σελ. 72 Το Υπουργείο Εμπορίου ενημερώνει και την αιτούσα ασφαλιστική επιχείρηση σχετικά με τη διαδικασία συνεργασίας με την εποπτική αρχή της χώρας παροχής. Σε περίπτωση μη κοινοποίησης των δικαιολογητικών προς την εποπτική αρχή της χώρας παροχής, το Υπουργείο Εμπορίου γνωστοποιεί εντός μηνός εγγράφως στην αιτούσα ασφαλιστική επιχείρηση τους λόγους της αρνήσεως.
  8. Η διαδικασία των ως άνω παραγράφων 1 και 2 εφαρμόζεται και σε κάθε τροποποίηση των δικαιολογητικών της παραγράφου
  9. Οταν ελληνική ασφαλιστική επιχείρηση ασφαλίσεων κατά ζημιών επιθυμεί να ασκήσει σε άλλο κράτος - μέλος τον κλάδο 2 "Ασθένειες" ο οποίος υποκαθιστά μερικώς ή ολικώς το σύστημα νομοθετημένης υποχρεωτικής κοινωνικής ασφάλειας στο κράτος - μέλος, υποβάλλει στο Υπουργείο Εμπορίου τις τεχνικές βάσεις των τιμολογίων και τους γενικούς και ειδικούς όρους της ασφάλισης πριν την χρησιμοποίηση των εφαρμοζομένων διατάξεων της ως άνω περίπτ. Β και των διατάξεων των άρθρων 47 και 54 της οδηγίας 92/49/ΕΟΚ (L 228/11.8.1992)." (Αρθρο 38 και 39 οδηγιών 92/49/ΕΟΚ και 92/96/ΕΟΚ) "Άρθρ.42γ.-
  10. Με την επιφύλαξη των διατάξεων της παρ. 6 του άρθρου 52α του παρόντος, το Υπουργείο Εμπορίου για τον έλεγχο της τήρησης των εθνικών διατάξεων περί των ασφαλιστικών συμβάσεων και του δημοσίου συμφέροντος, μπορεί να ζητά από τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις που εδρεύουν σε κράτος - μέλος και ασκούν στην Ελλάδα ασφαλίσεις με υποκαταστήματα ή με καθεστώς ελεύθερης παροχής υπηρεσιών τη μη συστηματική κοινοποίηση των γενικών και ειδικών όρων και των εντύπων που προτίθενται να χρησιμοποιήσουν με τους ασφαλισμένους, με την επιφύλαξη της παραγράφου 6 του άρθρου 4 του παρόντος.
  11. Το Υπουργείο Εμπορίου ζητά στην ελληνική γλώσσα από τις ανωτέρω ασφαλιστικές επιχειρήσεις οποιοδήποτε στοιχείο που είναι αναγκαίο για την εφαρμογή το παρόντος ν.δ." (άρθρα 40 των οδηγ. 92/49/ΕΟΚ και οδηγ. 92/96/ΕΟΚ) 12.Μ.α.7 Ιδιωτική Επιχείρηση Ασφαλίσεως "Άρθρ.42δ.-
  12. Ασφαλιστική Επιχείρηση με έδρα σε άλλο κράτος - μέλος που λειτουργεί στην Ελλάδα με καθεστώς ελεύθερης παροχής υπηρεσιών ή υποκαταστήματος, υποχρεούται να υποβάλει στο Υπουργείο Εμπορίου σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 42 γ του παρόντος, οποιοδήποτε έγγραφο της ζητηθεί για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου εφόσον και οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις των οποίων η έδρα είναι στην Ελλάδα, έχουν την ίδια υποχρέωση. Εαν αρνηθεί την υποβολή των ζητηθέντων δικαιολογητικών, το Υπουργείο Εμπορίου εφαρμόζει τις διατάξεις των επομένων παραγράφων 2-
  13. Εαν η ως άνω ασφαλιστική επιχείρηση δεν τηρεί τους κανόνες δικαίου που ισχύουν, το Υπουργείο Εμπορίου την καλεί να αποκαταστήσει την κατά την ισχύουσα νομοθεσία και τις ασφαλιστικές αρχές τάξη και ενημερώνει εγγράφως την έδρα της και την εποπτική αρχή της χώρας καταγωγής της.
  14. Αν η επιχείρηση δεν ανταποκριθεί στην πρόσκληση αυτή, το Υπουργείο Εμπορίου ενημερώνει την εποπτική αρχή του κράτους καταγωγής της και της ζητά με συστημένη επιστολή να πάρει όλα τα κατάλληλα μέτρα ώστε η επιχείρηση να συμμορφωθεί προς τα ανωτέρω. Το Υπουργείο Εμπορίου ζητά, επίσης, να του ανακοινωθούν τα μέτρα αυτά.
  15. Αν παρά τα ληφθέντα μέτρα από τις εποπτικές αρχές του κράτους καταγωγής της επιχείρησης ή σε περίπτωση έλλειψης ή ανεπάρκειας των μέτρων αυτών, η επιχείρηση εξακολουθεί να παραβιάζει τους κανόνες δικαίου που ισχύουν στην Ελλάδα, το Υπουργείο Εμπορίου,. μετά από ενημέρωση των προηγουμένων εποπτικών αρχών, μπορεί να λάβει τα κατάλληλα μέτρα για την πρόληψη νέων παραβάσεων και την προστασία των συμφερόντων των ασφαλισμένων και να απαγορεύσει, εφόσον είναι αναγκαίο, στην επιχείρηση να εξακολουθήσει να συνάπτει νέες ασφαλίσεις με υποκατάστημα ή με καθεστώς ελεύθερης παροχής υπηρεσιών.
  16. Το Υπουργείο Εμπορίου διατηρεί το δικαίωμα να χρησιμοποιήσει κάθε μέσο που διαθέτει και ιδίως να προσφύγει στις εποπτικές αρχές ή και στις διπλωματικές αρχές του κράτους ή των κρατών στα οποία είναι εγκατεστημένη η επιχείρηση.
  17. Εάν η επιχείρηση που έχει διαπράξει την παράβαση διαθέτει εγκατάσταση ή περιουσιακά στοιχεία στην Ελλάδα, το Υπουργείο Εμπορίου μπορεί να επιβάλει τις σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος ν.δ./τος διοικητικές κυρώσεις επί της εγκατάστασης περιλαμβανομένου και του περιορισμού της ελεύθερης διάθεσης των περιουσιακών στοιχείων της επιχείρησης που βρίσκονται στης Ελλάδα.
  18. Κάθε μέτρο που λαμβάνεται βάσει των προηγουμένων παραγράφων και συνεπάγεται κυρώσεις ή περιορισμούς στην άσκηση παροχής υπηρεσιών, αιτιολογείται δεόντως και κοινοποιείται στην ενδιαφερόμενη επιχείρηση και στην εποπτική αρχή της χώρας καταγωγής της.
  19. Κατόπιν αιτήσεως της εποπτικής αρχής της χώρας καταγωγής, το Υπουργείο Εμπορίου διευκολύνει, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος ν.δ./τος, τον περιορισμό της ελεύθερης διάθεσης των περιουσιακών στοιχείων της επιχείρησης που βρίσκονται στην Ελλάδα.
  20. Οι προηγούμενες διατάξεις δεν θίγουν την κατά περίπτωση εφαρμογή των κανόνων ποινικού δικαίου περιλαμβανομένων των ποινικών κυρώσεων που προβλέπει η ισχύουσα ασφαλιστική νομοθεσία στην Ελλάδα.
  21. Εάν για τον έλεγχο τηρήσεως των κανόνων δικαίου που ισχύουν στην Ελλάδα επιβάλλεται έλεγχος στα γραφεία της έδρας της ασφαλιστικής επιχείρησης ή στα γραφεία του υποκαταστήματός της στην Ελλάδα το Υπουργείο Εμπορίου συνεργάζεται με την εποπτική αρχή της χώρας καταγωγής για την κατά περίπτωση πραγματοποίηση του ελέγχου. Αν το Υπουργείο Εμπορίου κρίνει ότι είναι αναγκαίο μπορεί να διεξάγει μόνο του ελέγχους στα γραφεία του υποκαταστήματος αφού ειδοποιήσει προηγουμένως την εποπτική αρχή της έδρας." (άρθρα 41 οδηγ. 92/49/ΕΟΚ και 40 οδηγ. 92/96/ΕΟΚ) "Αρθρ.42 ε.- Ασφαλιστικές επιχειρήσεις με έδρα σε άλλο κράτος - μέλος της Ε.Ε. και του Ε.Ο.Χ. μπορούν να διαφημίζουν στην Ελλάδα τις υπηρεσίες που παρέχουν με καθεστώς εγκατάστασης ή ελεύθερης παροχής υπηρεσιών υποκείμενες στις σχετικές με τη διαφήμιση ισχύουσες διατάξεις της ελληνικής νομοθεσίας οι οποίες έχουν θεσπισθεί για λόγους γενικού συμφέροντος και αφορούν ιδίως τον τύπο και το περιεχόμενο αυτής της διαφήμισης." (άρθρα 42 των οδηγ. 92/49/ΕΟΚ και 92/96/ΕΟΚ) "Αρθρ.42 στ.- Σε περίπτωση εκκαθάρισης ασφαλιστικής επιχείρησης οι υποχρεώσεις που προκύπτουν από σύμβαση που έχει υπογραφεί από υποκατάστημα ή με καθεστώς ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, εκτελούνται κατά τον ίδιο τρόπο όπως και οι υποχρεώσεις που προκύπτουν από τις άλλες ασφαλιστικές συμβάσεις της επιχείρησης αυτής, αδιακρίτως υπηκοότητας ασφαλισμένων και δικαιούχων. Το άρθρο 10 του παρόντος εφαρμόζεται αναλόγως." (άρθρα 46 οδηγ. 92/49/ΕΟΚ και 44 οδηγ. 92/96/ΕΟΚ) (Μετά τη σελ.242,06) Σελ. 242,07 Τεύχος 1417 Σελ. 73 Ιδιωτική Επιχείρηση Ασφαλίσεως 12.Μ.α.7 «΄Αρθρ.42ζ.-
  22. Τα ασφαλιστήρια συμβόλαια που αφορούν κινδύνους ή ασφαλιστικές υποχρεώσεις, οι οποίοι, κατά την έννοια του άρθρου 2α στοιχ. ζ και η του παρόντος βρίσκονται στην Ελλάδα, ανεξαρτήτως του εφαρμοστέου δικαίου στην ασφαλιστική σύμβαση, υπόκεινται αποκλειστικά στους έμμεσους φόρους, τέλη χαρτοσήμου, τέλη ή δικαιώματα υπέρ του ελληνικού δημοσίου ή τρίτων και εισφορές υπέρ οιουδήποτε οργανισμού ή ταμείου ή οργανώσεως που προβλέπονται από τις ισχύουσες διατάξεις της ελληνικής φορολογικής νομοθεσίας. Επίσης, στους ίδιους έμμεσους φόρους και λοιπές επιβαρύνσεις υπόκεινται και τα ασφαλιστήρια που αφορούν κινητά που περιλαμβάνονται σε ακίνητο το οποίο βρίσκεται στην Ελλάδα, εκτός από κινητά υπό εμπορική διαμετακόμιση, όταν το ακίνητο και το περιεχόμενο του δεν καλύπτονται με το ίδιο ασφαλιστήριο συμβόλαιο.
  23. Κάθε ασφαλιστική επιχείρηση που είναι εγκατεστημένη σε άλλο κράτος - μέλος του Ε.Ο.Χ., εφόσον συνάπτει ασφαλιστήρια συμβόλαια που αφορούν κινδύνους ή ασφαλιστικές υποχρεώσεις που βρίσκονται στην Ελλάδα για τα ασφάλιστρα των οποίων εφαρμόζεται η ελληνική νομοθεσία κατά τις διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου υποχρεούται να διορίσει φορολογικό αντιπρόσωπο στην Ελλάδα, σύμφωνα με τις διατάξεις της περίπτ. δ της παραγρ. 4 του αρθρ. 29 του ν. 1642/1986, όπως ισχύει, ο οποίος έχει όλες τις φορολογικές υποχρεώσεις και τα δικαιώματα που έχουν οι εγκατεστημένες στην Ελλάδα ασφαλιστικές επιχειρήσεις. Η ύπαρξη του αντιπροσώπου αυτού δεν αποτελεί εγκατάσταση της ασφαλιστικής επιχείρησης με την επιφύλαξη των διατάξεων των στοιχ. β και γ του άρθρου 2α και του άρθρου 42α του παρόντος ν.δ./τος.
  24. Οι υποχρεώσεις καταβολής των εμμέσων φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων επί των ασφαλίστρων, σύμφωνα με την παραγρ. 1 θεωρούνται απαιτητές στο νόμισμα των ασφαλίστρων και καταβάλλονται με βάσει την ισοτιμία δραχμής ξένου νομίσματος της ημέρας της είσπραξης. Σελ. 242,08 Τεύχος 1417 Σελ. 74
  25. Ο φορολογικός αντιπρόσωπος, μαζί με τη δήλωση καταβολής του φόρου κύκλου εργασιών και των τελών χαρτοσήμου του τελευταίου τριμήνου του προηγούμενου έτους, υποχρεούται να υποβάλλει στην αρμόδια Δημόσια Οικονομική Υπηρεσία πλήρη κατάλογο των ασφαλιστηρίων συμβολαίων της επιχείρησης που αντιπροσωπεύει τα ασφάλιστρα των οποίων υπόκεινται στους έμμεσους φόρους και επιβαρύνσεις της παραγρ. 1." Το νέο κεφάλαιο έβδομο καθώς και τα άρθρ. 2 Π.Δ. 459/8-14 Δεκ. 1990 (ΦΕΚ Α΄ 175). Σελ. 238,04(δ) Τεύχος 1417 Σελ. 40 "Αρθρ.13γ.-Α.Ασφαλίσεις ζωής που συνδέονται με επενδύσεις (Κλάδος III της παρ.2 του άρθρου 13 του παρόντος). ΄Οταν οι προβλεπόμενες στη σύμβαση παροχές καθορίζονται από την αξία μονάδων, οι οποίες συνδέονται με μια συγκεκριμμένη αξία, όπως αυτή των εγκεκριμμένων μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων ή από μονάδες περισσοτέρων διακεκριμμένων κεφαλαίων τα οποία οργανώνονται και διοικούνται από την ίδια την ασφαλιστική επιχείρηση (εσωτερικό μεταβλητό κεφάλαιο) εφαρμόζονται οι ακόλουθες ρυθμίσεις: α) Στην περίπτωση που η πληρωμή του ασφαλίστρου γίνεται με ενιαίο ασφάλιστρο, τότε ο αριθμός των μονάδων πρέπει να αναγράφεται στο ασφαλιστήριο συμβόλαιο. Αύξηση των μονάδων αυτών έναντι ασφαλίστρου γίνεται με πρόσθετη πράξη ασφάλισης. Το ασφαλιστήριο συμβόλαιο δύναται να προβλέπει αύξηση των μονάδων παροχής ως αποτέλεσμα της επαναεπένδυσης των μονάδων του επενδεδυμένου ποσού από εγκεκριμμένο από τις αρμόδιες αρχές αμοιβαίο κεφάλαιο ή να προβλέπει την πληρωμή των μονάδων τοις μετρητοίς. Στην περίπτωση αύξησης των μονάδων πρέπει να χορηγείται βεβαίωση με τον αριθμό των επιπλέον μονάδων. Αν η πληρωμή του ασφαλιστηρίου γίνεται με περιοδικές καταβολές, το ασφαλιστήριο συμβόλαιο θα

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.