- ΠΡΟΕΔΡΙΚΟΝ ΔΙΑΤΑΓΜΑ της 28/28 Ιουλ. 1931 (ΦΕΚ Α΄ 239) Περί κώδικος των νόμων περί τελών χαρτοσήμου. ΄Εχοντες υπ’όψει την παρ. 2 του άρθρ. 27 του Ν. 5164 της 17 Ιουλ. 1931 περί τροποποιήσεως του Ν. 4755, περί κώδικος των νόμων περί τελών χαρτοσήμου απεφασίσαμεν και διατάσσομεν: Αι διατάξεις του Νόμ. 4755 της 13 Μαΐου 1930 περί κώδικος των νόμων περί τελών χαρτοσήμου και του Ν. 5164 της 17 Ιουλ. 1931 περί τροποποιήσεως του Ν. 4755, περί κώδικος των νόμων περί τελών χαρτοσήμου κωδικοποιούνται εις ενιαίον κείμενον νόμου ως κατωτέρω: ΝΟΜΟΣ 4755 ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α΄ Γενικοί ορισμοί Άρθρ.1.-1.Φόρος υπό το όνομα τέλος χαρτοσήμου επιβάλλεται κατά τα εν τω παρόντι νόμω οριζόμενα επί των εν αυτώ καθοριζομένων εγγράφων. Βλ. άρθρ. 59 Νόμ. 947/1979 τόμ. 23 σελ 430,41 για συμβάσεις δανείων και λοιπών χρηματοδοτήσεων που αφορούν αγοράς γης κλπ. Άρθρ.7.-1.Προς διευκόλυνσιν της δημοσίας υπηρεσίας και των συναλλαγών επιτρέπεται κατ’ εξαίρεσιν του ανωτέρω άρθρου και κατόπιν αποφάσεως του υπουργού των Οικονομικών να εκτυπωθώσιν ειδικά ένσημα έντυπα δια συναλλαγματικάς, γραμμάτια εις διαταγήν, φορτωτικά, τελωνειακά και άλλα έγγραφα. Η χρήσις των ειδικών τούτων ενσήμων εντύπων είναι υποχρεωτική, αποκλειομένης της εκδόσεως των εγγράφων τούτων επί μη ενσήμου εντύπου. «Η αληθής έννοια του άρθρ. 7 του από 28 Ιουλ. 1931 Δ/τος «περί Κώδικος Νόμων περί τελών χαρτοσήμου» ως και η του άρθρ. 5 του υπ’ αριθ. 1578/1939 Α.Ν. «περί αντικαταστάσεως δια τέλους ενιαίας αξίας των τελών χαρτοσήμου μετά πάντων των επ’ αυτών προσθέτων ποσοστών και συμπληρώσεως ενίων διατάξεων των περί τελών χαρτοσήμου Νόμων», είναι ότι δια πάσαν δαπάνην αφορώσαν την κατασκευήν του φύλλου σφραγιστού χάρτου, του κινητού επισήματος, παντός ετέρου ειδικού ενσήμου και ενσήμων ταινιών καπνού την επισήμανσιν, συσκευασίαν, αποσυσκευασίαν ή μεταβολήν αυτών, ως και δι’ ημερησίαν αποζημίωσιν των δια την εκτέλεσιν των εργασιών τούτων συνιστωμένων Επιτροπών, ο Υπουργός των Οικονομικών εντέλεται την εκ του ειδικού προϋπολογισμού των εξόδων του Υπουργείου των Οικονομικών πληρωμήν αυτών. Το ποσόν της κατά τ’ ανωτέρω αποζημιώσεως καθορίζεται υπό του Υπουργού όστις εντέλλεται ωσαύτως και την πληρωμήν πάσης άλλης δαπάνης αφορώσης την εκτέλεσιν των εργασιών τούτων». (Αρθρ. 4 Ν.Δ. 606/1941,28.Έα). (Μετά την σελ. 10(α) Σελ. 10,01 ΠΖ-41 Κώδικας Τελών Χαρτοσήμου 28.Α.α.10 28.Α.α.10 Κώδικας Τελών Χαρτοσήμου Άρθρ.8.-1.Έγγραφα έχοντα αντικείμενον κινητήν ή ακίνητον περιουσίαν κειμένην εν Ελλάδι ή υποχρεώσεις εκτελεστέας εν αυτή, συνταχθέντα δε εν τη αλλοδαπή, αλλ’ ουχί ενώπιον ελληνικής αρχής επί πληρωμή του οικείου τέλους, υποβάλλονται εις τα κατά τον παρόντα νόμον τέλη υπό τας κατωτέρω διακρίσεις: α)Εάν μεν τα έγγραφα ταύτα συνετάγησαν εν Ευρώπη, Τουρκία και Αιγύπτω, χαρτοσημαίνονται δια του απλού τέλους εντός προθεσμίας τριών ετών από της εκδόσεως αυτών, προσαγόμενα εις οιονδήποτε εν Ελλάδι Οικονομικόν Έφορον, άλλως υπόκεινται εις τας εν άρθρ. 40 παρ. 3 ποινάς. β)Εάν τα αυτά έγγραφα συνετάγησαν εν τη αλλοδαπή, πλην ουχί εν Ευρώπη, Τουρκία ή Αιγύπτω, υπόκεινται εις το απλούν κατά τον παρόντα νόμον τέλος και μόνον εφ’ όσον προσάγονται ενώπιον δικαστηρίων ή άλλης του Κράτους αρχής. 2.Παν άλλο έγγραφον, έχον αντικείμενον διάφορον του των εγγράφων της παρ. 1 του παρόντος άρθρου, συντασσόμενον εν τη αλλοδαπή υπόκειται εις το κατά το άρθρ. 24 παρ. 6 του παρόντος νόμου τέλος, μόνον εάν προσαχθή ενώπιον των ελληνικών δικαστηρίων ή πάσης άλλης του κράτους αρχής. Η διάταξις της παρ. 6 άρθρ. 24 περιελήφθη εις την παρ. 5 του αυτού άρθρου ως τούτο αντικατεστάθη δια του ν. 2246/52 κατωτ. αριθ.
- 3.Εις τας περιπτώσεις του εδ. β΄ της ανωτέρω παρ. 1 και της παρ. 2, το κινητόν επίσημα επικολλάται και διαγράφεται υπό του προσάγοντος το έγγραφον. άρθρ. 23 Ν.Δ. 4201/1961, αντικαταστάθηκε και πάλι ως άνω από την παρ. 2 άρθρ. 77 Νόμ. 1041/1980 (ΦΕΚ Α΄ 75), (τόμ. 27 σελ. 196,27). 5.Τα κατά το άρθρ. 50 του υπ’αριθ. 434/1937 Α. Νόμου «περί οργανώσεως των Υποθηκοφυλακείων του Κράτους» καθοριζόμενα πιστοποιητικά και λοιπά έγγραφα Σελ. 42(ε) Τεύχος 1328 Σελ. 68 6.Αι δια την έκδοσιν των κατά την ανωτέρω παρ. 5 πιστοποιητικών και λοιπών εγγράφων υποβαλλόμεναι αιτήσεις Β΄.Έγγραφα εν τοις Ληξιαρχείοις 1.Πάσα αίτησις περί διορθώσεως ληξιαρχικής πράξεως (συμφώνως τη παρ. 4 του άρθρ. 12 της κωδικοποιήσεως των Νόμ. 2430 και 4385) 2.Πάσα αίτησις προς καταχώρισιν ληξιαρχικής πράξεως περί γεγονότος γεννήσεως, βαπτίσεως, γάμου, λαβόντος χώραν προ της εκασταχού εφαρμογής του Νόμ. 2430 3.Αι βεβαιώσεις προς δημοσίας δημοτικάς ή κοινοτικάς αρχάς λώς 4.Αντίγραφα πάσης φύσεως ληξιαρχικών πράξεων ή αποσπάσματα (πλην των αιτουμένων παρά δημοσίας, δημοτικής ή κοινοτικής αρχής και των αναπήρων πολέμου και εν γένει θυμάτων πολέμου) 5.Πιστοποιητικά και βεβαιώσεις εκ των ληξιαρχικών βιβλίων Με τις παρ. 2 και 3 του άρθρ. 13 του Νόμ. 2579/17-17 Φεβρ. 1998, (ΦΕΚ Α΄ 31), κατωτ.αριθ. 142, καταργήθηκαν από 1.3.1998 τα πάγια τέλη χαρτοσήμου, που επιβάλλονται στα έγγραφα της άνω παρ.
- 6.Τα οικογενειακά ληξιαρχικά βιβλιάρια Εν περιπτώσει απωλείας οικογενειακού ληξιαρχικού βιβλιαρίου, το χορηγούμενον δεύτερον τοιούτον 7.Πάσα κατά το άρθρ. 34 (παρ. 3) του Νόμ. 5097/1931 εκπρόθεσμος δήλωσις, περί ης η υπό στοιχ. α΄ περίπτωσις της παρ. 1 του αυτού άρθρου, υπόκειται εις τέλος. Πάσα δε τοιαύτη, περί ης η υπό στοιχ. β΄ περίπτωσις, υπόκειται εις τέλος Τα πάγια τέλη τίθενται ως εδιπλασιάσθησαν δια του άρθρ. 25 Νόμ. 12/1975 (κατωτ. αριθ. 99). Του διπλασιασμού εξηρέθησαν τα τέλη της παρ. 2 του τίτλου Α΄ του άρθρ.
- 28.Α.α.10 Κώδικας Τελών Χαρτοσήμου Τέλη επί διαφόρων ειδικών τινων αιτήσεων προς Δικαστικάς Αρχάς ή εγγράφων τινών ενώπιον Δικαστικών Αρχών, Συμβολαιογράφων κλπ. Αρθρ.27.-1.Αντίγραφα αποφάσεων και οιωνδήποτε άλλων εγγράφων, επιφυλασσομένων των διατάξεων του παρόντος, δι’ ων ορίζεται ατέλεια ή μειωμένα τέλη, εκδιδόμενα παρά των γραμματέων των πολιτικών και ποινικών δικαστηρίων και εισαγγελιών, ως και παρά προανακριτικών υπαλλήλων εν γένει, εν σχέσει προς ποινικήν υπόθεσιν, υπόκεινται εις τέλος δραχ. 10 κατά φύλλον, προκειμένου περί ειρηνοδικείων και πταισματοδικείων και δραχ. 15 κατά πάσαν άλλην περίπτωσιν. Αντίγραφα εγγράφων κοινοποιουμένων αυτεπαγγέλτως εις ουδέν τέλος υπόκεινται. 2.Αντίγραφα εγγράφων εκδιδόμενα παρά δικηγόρων ή των διαδίκων και πληρεξουσίων αυτών υπόκεινται εις τέλος δραχ. 5 κατά φύλλον. Εάν το εκδιδόμενον αντίγραφον είναι αντίγραφον εγγράφου εκδοθέντος ατελώς, το παρά δικηγόρου εκδιδόμενον αντίγραφον εις ουδέν τέλος υπόκειται». Αι παρ. 1 και 2 αντικατεστάθησαν ως άνω δια του άρθρ. 2 Νόμ. 663/1977 (τόμ. 9 σελ. 136,05) ισχύοντος από 16 Σεπτ.
- 3.Τα επικεκυρωμένα έγγραφα, αποσπάσματα και αντίγραφα τα υπό των συμβολαιογράφων εκδιδόμενα, υπόκεινται εις τέλος δραχ. 5 ανά φύλλον. 4.Η έκθεσις δικαστικής εκποιήσεως πλοίων δραχ.
- Εις το τέλος τούτο υπόκειται μόνον το πρώτον φύλλον, των λοιπών μη υποκειμένων εις τέλος. 5.Τα κοινοποιούμενα ισοζύγια πιστώσεων και χρεών ανά φύλλον δραχ.
- 6.Γνωμοδοτήσεις και υπομνήματα νομομαθών δραχ.
- Εις το τέλος τούτο υπόκειται μόνον το πρώτον φύλλον, των υπολοίπων μη υποκειμένων εις τέλος. 7.Σύνταξις κανονισμού αβαρίας (άρθρ. 233 Κ.Ι.Ν.Δ.) δραχ.
- Εις το τέλος τούτο υπόκειται μόνον το πρώτον φύλλον, των υπολοίπων μη υποκειμένων εις τέλος τι. Η επικύρωσις του κανονισμού παρά του Πρωτοδικείου εις ουδέν τέλος υπόκειται. 8.Η έκθεσις του πλοιάρχου περί των κατά τον πλουν εκτάκτων συμβάντων (άρθρ. 50 Κ.Ι.Ν.Δ.) δραχ.
- Εις το τέλος τούτο υπόκειται μόνον το πρώτον φύλλον, των λοιπών μη υποκειμένων εις τέλος. 9.Ένορκοι βεβαιώσεις ενώπιον Ειρηνοδίκου και Συμβολαιογράφου δραχ.
- Εάν εν τη ενόρκω βεβαιώσει βεβαιούται υπό του ομνύοντος η λήψις χρηματικού ποσού, το πρωτότυπον της εκθέσεως υπόκειται προσθέτως εις τα αναλογικά τέλη, εις α κατά Νόμον υπόκειται η σχέσεις ην αφορά η γενομένη καταβολή, υπολογιζόμενα επί του ομολογουμένου ως ληφθέντος ποσού, εκτός εάν αποδεικνύηται εκ των προσαγομένων εγγράφων ότι η σχέσις δι’ ην η ομολογουμένη καταβολή, υπεβλήθη εις τα οικεία αναλογικά τέλη, οπότε δεν οφείλεται το αναλογικόν τέλος. Εις την περίπτωσιν ταύτην δέον να αναγράφωνται τα προσαγόμενα έγγραφα εξ ων αποδεικνύεται η καταβολή του αναλογούντος τέλους χαρτοσήμου. «10.Πάσα αίτησις προς τας δικαστικάς αρχάς και την γραμματείαν των δικαστηρίων και εισαγγελιών προς έκδοσιν πιστοποιητικού προς το συμφέρον ιδιώτου εις ουδέν τέλος υπόκειται. Τα επί των αιτήσεων όμως τούτων εκδιδόμενα πιστοποιητικά υπόκεινται εις τέλος δραχ. 30 ανεξαρτήτως αριθμού φύλλων». Η παρ. 10 αντικατεστάθη ως άνω δια του άρθρ. 2 Νόμ. 663/1977 (τόμ. 9 σελ. 136,05) ισχύοντος από 16 Σεπτ.
- 11.Αιτήσεις συγκλήσεως συγγενικού συμβουλίου δραχ.
- Εις το τέλος τούτο υπόκειται το πρώτον φύλλον των λοιπών μη υποκειμένων εις τέλος». Το άρθρ. 27 αντικατεστάθη ως άνω δια του άρθρ. 3 Ν.Δ. 199/1969 (κατωτ. αριθ. 86) Τα τέλη του άρθρ. 27 εξηρέθησαν του διπλασιασμού του άρθρ. 25 Νομ. 12/1975 (κατωτ. αριθ. 99). Τέλη ποινικής διαδικασίας Άρθρ.28.-«1.Έφεσις κατ’ αποφάσεων ή βουλευμάτων, αίτησις ακυρώσεως αποφάσεως ή διαδικασίας: α.Πταισματοδικείου Δρχ. 50 β.Μονομελούς Πλημμελειοδικείου « 150 γ.Κατά πάσαν άλλην περίπτωσιν « 200 2.Αναίρεσις και αίτησις επαναλήψεως της διαδικασίας κατ’ αποφάσεων ή βουλευμάτων: α.Πταισματοδικείου « 200 β.Μονομελούς Πλημμελειοδικείου « 250 γ.Κατά πάσαν άλλην περίπτωσιν « 300 3.Ανακοπαί λιπομαρτύρων εγγράφως ή προφορικώς διατυπωθείσαι κατά πάσαν περίπτωσιν « 20 4.Ανακοπαί λιπενόρκων « 50 5.Τέλη πολιτικής αγωγής: α.Κατά την προδικασίαν « 50 β.Ενώπιον συνεδριάζοντος Πταισματοδικείου « 50 γ.Κατά πάσαν άλλην περίπτωσιν « 100 Τα τέλη ταύτα καταβάλλονται εφ’ άπαξ είτε κατά την προδικασίαν είτε κατά την επ’ ακροατηρίου διαδικασίαν και καλύπτουν την παράστασιν του πολιτικώς ενάγοντος μέχρι του αμετακλήτου της αποφάσεως. (Αντί των σελ. 43(δ)-48(β) Σελ. 43(ε) Τεύχος 667-Σελ. 109 Κώδικας Τελών Χαρτοσήμου 28.Α.α.10 6.Αιτήσεις, πλην μηνύσεων, και προσφυγαί κατ’ ακολουθίαν των οποίων εκδίδεται διάταξις, βούλευμα ή απόφασις: α.Του Πταισματοδικείου, δημοσίου κατηγόρου ή πταισματοδίκου Δρχ. 50 β.Του Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών ή ανακριτού « 100 γ.Του Πλημμελειοδικείου ή του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών « 100 δ.Του Εφετείου, Συμβουλίου Εφετών ή Εισαγγελέως Εφετών « 150 ε.Κατά πάσαν άλλην περίπτωσιν « 150 7.Υπομνήματα υποβαλλόμενα ειςανακριτικάς, εισαγγελικάς καιδικαστικάς εν γένει αρχάς, ενσχέσει προς εκκρεμούσαν ποινικήν υπόθεσιν και κλήσεις μαρτύρων εκ μέρους διαδίκων, κατά φύλλον 20 8.Παν άλλο έγγραφον ή δικόγραφον της ποινικής διαδικασίας και πάσα αίτησις ή μήνυσις ή έγκλησις υποβαλλομένη ενώπιον αρχώνασκουσών ποινικήν δικαιοδοσίαν 20 9.Παν απόγραφον ποινικής αποφάσεως επιδικαζούσης αποζημίωσιν ή χρηματικήν ικανοποίησιν υπόκειται εις τέλος υπολογιζόμενον εις ποσοστόν 3% επί του επιδικαζομένου ποσού. 10.Πλην της περιπτώσεως της παρ. 7 του παρόντος, εις τα ανωτέρω τέλη υπόκεινται μόνον το πρώτον φύλλον των εγγράφων, των λοιπών φύλλων μη υποκειμένων εις τέλος. 11.Τα δικόγραφα και λοιπά έγγραφα της ενώπιον των Στρατοδικείων, Ναυτοδικείων και Αεροδικείων διαδικασίας υπόκεινται εις τα δια τα τριμελή πλημμελειοδικεία προβλεπόμενα τέλη του δε Αναθεωρητικού Δικαστηρίου εις τα τέλη της κατ’ έφεσιν διαδικασίας ενώπιον των τριμελών εφετείων. 12.Δικόγραφα και λοιπά έγγραφα της ενώπιον των δικαστηρίων ανηλίκων διαδικασίας εις ουδέν τέλος υπόκεινται. 13.Επί της διαδικασίας του ειδικού δικαστηρίου περί ευθύνης Υπουργών εφαρμόζονται αι διατάξεις του παρόντος άρθρου περί τελών, ενώπιον του πενταμελούς εφετείου δικάζοντος εις πρώτον βαθμόν». Το άρθρ. 28 αντικατεστάθη ως άνω δια του άρθρ. 2 Νόμ. 663/1977 (τόμ. 9 σελ. 136,05) ισχύοντος από 16 Σεπτ.
- Τέλη επί εγγράφων της Πειθαρχικής Διαδικασίας. Άρθρ.29.-«1.Το πρωτότυπον των πειθαρχικών κατηγορητηρίων, της προς απολογίαν κλήσεως εκ μέρους πάσης δημοσίας πολιτικής, δημοτικής ή κοινοτικής αρχής, δυναμένης κατά νόμον ν’ ασκήση Σελ. 44(ε) Τεύχος 667-Σελ. 110 πειθαρχικήν δίωξιν, συμπεριλαμβανομένων και των δικαστικών τοιούτων ως και το κοινοποιούμενον αντίγραφον των εγγράφων τούτων εις τον διωκόμενον υπάλληλον
(3)6 «Εις το τέλος τούτο υπόκειται μόνον το πρώτον φύλλον των εν λόγω εγγράφων, των λοιπών μη υποκειμένων εις τέλος». Η εντός « » περίοδος προσετέθη δια της παρ. 4 του εβδόμου άρθρου του Β.Δ. 6/7 Ιαν.
- «Εις το αυτό ως άνω τέλος, υπόκειται και το έγγραφον της απολογίας του διωκομένου υπαλλήλου». Το εντός « » εδ. προσετέθη δια του άρθρ. 12 παρ. 3 του ν. 2246/1952, κατωτ. αριθ.
- 2.Τα πρωτότυπα των αποφάσεων πάσης δημοσίας πολιτικής, δημοτικής ή κοινοτικής αρχής, παντός Συμβουλίου και πάσης Επιτροπής, δι’ ων επιβάλλεται πειθαρχική τιμωρία εις τον δημόσιον πολιτικόν ή δημοτικόν ή κοινοτικόν υπάλληλον, περιλαμβανομένων και των αποφάσεων των δικαστικών πειθαρχικών Συμβουλίων Δραχ.
(15)30. Εις το τέλος τούτο υπόκειται μόνον το πρώτον φύλλον των αποφάσεων, των λοιπών φύλλων μη υποκειμένων εις τέλος. 3.Τα πρωτότυπα των αποφάσεων πάσης δημοσίας πολιτικής, δημοτικής ή κοινοτικής αρχής, συμπεριλαμβανομένων των δικαστικών, παντός συμβουλίου ή επιτροπής, δι’ ων επικυρούνται άλλαι καταδικαστικαί πειθαρχικαί αποφάσεις, είτε εξ επαγγέλματος είτε μετά προσφυγήν των διωκομένων υπαλλήλων
(30)60. Εις το τέλος τούτο υπόκειται μόνον το πρώτον φύλλον των αποφάσεων, των λοιπών φύλλων μη υποκειμένων εις τέλος. 4.Τα αποδεικτικά της επιδόσεως των εν ταις προηγουμέναις παραγράφοις εγγράφων εις τον υπό δίωξιν υπάλληλον Δραχ.
(3)- Αι απλαί υπηρεσιακαί κοινοποιήσεις άνευ ιδίου αποδεικτικού επιδόσεως δεν υπόκεινται εις τέλη. 5.Αι διατάξεις του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται και επί των εγγράφων της πειθαρχικής διαδικασίας των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου. 6.Αι διατάξεις του παρόντος άρθρου δεν έχουσιν εφαρμογήν επί των εγγράφων, της πειθαρχικής διαδικασίας του Σώματος Αστυνομίας Πόλεων και του Πυροσβεστικού Σώματος». Το άρθρ. 29 αντικατεστάθη ως άνω δια του πρώτου άρθρου του Β.Δ. 12/15 Σεπτ. 1949, κατωτ. αριθ.
- Τα πάγια τέλη τίθενται ως εδιπλασιάσθησαν δια του άρθρ. 25 Νομ. 12/1975 (κατωτ. αριθ. 99). 28.Α.α.10 Κώδικας Τελών Χαρτοσήμου Άρθρ.30.-1.Καθ’ ας περιπτώσεις δια διατάξεων ετέρων νόμων επιβάλλονται επί εγγράφων μη κατονομαζομένων εν τω παρόντι νόμω, τέλη χαρτοσήμου πάγια, μη αντιστοιχούντα ακριβώς προς μίαν των κλάσεων, ως αύται ορίζονται εις την κλίμακα του ανωτέρω άρθρ 12, επί των εγγράφων τούτων από της ενάρξεως της ισχύος του παρόντος νόμου το τέλος χαρτοσήμου αυξάνεται κατά τοσούτον ώστε να ανέλθη εις ποσόν αντιστοιχούν προς την αμέσως άνω του ποσού του επιβαλλομένου δια της ειδικής διατάξεως τέλους υφισταμένην κλάσιν της κλίμακος του άρθρ.
- Προκειμένου περί επιβαλλομένων τελών των κλάσεων των δρχ. 3,5 ή 50 δεν ισχύει η παρούσα διάταξις. 2.Καθ’ ας περιπτώσεις δι’ ετέρων νόμων επιβάλλονται επί ωρισμένων εγγράφων αναλογικά τέλη διάφορα των καθοριζομένων εν τω παρόντι νόμω, ισχύουσι τα αναλογικά τέλη του παρόντος νόμου, διατηρουμένων κατ’ εξαίρεσιν εν ισχύϊ του άρθρ. 2 του Ν.Δ. της 23 Νοεμ. 1923 και του άρθρ. 46 του ν. 3338(27.Βα.3). Αι αναφερόμεναι εις το άρθρ. 30 περιπτώσεις ερρυθμίσθησαν νεωτέρως δια της υπ’ αριθ. Ε849/1945 αποφάσεως του Υπουργού των Οικονομικών, οριζούσης εν προκειμένω ότι: 1.Επί περιπτώσεων καθ’ ας δια διατάξεων ετέρων νόμων επιβάλλονται επί εγγράφων μη κατονομαζομένων εν τη παρούση αποφάσει πάγια τέλη χαρτοσήμου, ταύτα ορίζονται εφεξής εις τα ποσά, άτινα καθωρίσθησαν δια του Ν.Δ. 420/1941, εφ’ όσον δε δεν αντιστοιχούσι τα ποσά ακριβώς προς μίαν των κλάσεων, ως αύται ορίζονται δια του άρθρ. 3 της παρούσης, το τέλος χαρτοσήμου αυξάνεται κατά τοσούτον ώστε να ανέλθη εις ποσόν αντιστοιχούν προς την αμέσως άνω του ποσού του επιβαλλομένου δια της ειδικής διατάξεως τέλους υφισταμένην κλάσιν, ήτις δημιουργείται δια της παρούσης αποφάσεως. 2.Καθ’ ας περιπτώσεις δι’ ετέρων νόμων επιβάλλονται επί ωρισμένων εγγράφων αναλογικά τέλη διάφορα των καθοριζομένων δια της παρούσης, ισχύουσι τα αναλογικά τέλη τα καθοριζόμενα δια της παρούσης. Ήδη αι κλάσεις του άρθρ. 12 κατηργήθησαν, ορισθέντος ενιαίου αναλογικού τέλους 3% δια τα αστικά και 1% δια τα εμπορικά έγγραφα. (Βλ. ανωτ. άρθρα 12 και 14). Άρθρ.31.-1.Διατηρούνται εν ισχύϊ πάσαι αι δια συμβάσεων νομοθετικώς κυρωθεισών η δι’ άλλων ειδικών νόμων καθιερωμέναι ατέλειαι και απαλλαγαί εκ των τελών χαρτοσήμου. 2.Δια Δ/των εκδιδομένων προτάσει του υπουργικού συμβουλίου, επιτρέπεται, όπως καταργώνται υφιστάμεναι προ της ενάρξεως της ισχύος του παρόντος νόμου δυνάμει ειδικών νόμων απαλλαγαί εκ των τελών χαρτοσήμου ωρισμένων εγγράφων και διαδικασιών. Βλ. ήδη άρθρ. 1 Α.Ν. 413/1936 και εν γένει την περί απαλλαγών νομοθεσίαν εν 28 Α.δ. Επίσης άρθρ. 10 παρ. 1 Ν.Δ. 1033/1942 και άρθρ. 15 παρ. 5 Νόμ. 2246/1952 (κατωτ. αριθ. 31 και 65). ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Γ΄ Υπολογισμός και τρόπος της καταβολής Άρθρ.32.-1.Προς ορθόν και ακριβή υπολογισμόν του επιβαλλομένου αναλογικού τέλους χαρτοσήμου, τα έγγραφα δέον να περιέχωσι την αληθή και ακριβή χρηματικήν ποσότητα και την πραγματικήν αξίαν των εν αυτοίς αναφερομένων πραγμάτων. 2.Καθ’ ας περιπτώσεις βάσει πράξεων οίκον. εφόρων ή άλλων κατά νόμον αρμοδίων αρχών καθίστανται οριστικά και τελεσίδικα φορολογικά στοιχεία προς εφαρμογήν φορολογικών νόμων εις αξίας ανωτέρας των αναγραφομένων εις συμβολαιογραφικάς πράξεις αφορώσας ακίνητα, δια την επί πλέον ταύτην αξίαν οφείλονται τα οικεία αναλογικά τέλη χαρτοσήμου της συμβολαιογραφικής πράξεως και της μεταγραφής βεβαιούμενα και εισπραττόμενα συμπληρωματικώς κατά τα δια Δ/τος ειδικώτερον καθορισθησόμενα. Εις εκτέλεσιν της παρ. 2 εξεδόθη το Π.Δ. 9/12 Οκτ. 1931 περί συμπληρωματικής βεβαιώσεως και εισπράξεως τελών χαρτοσήμου εν περιπτώσει καθ’ ην ήθελε προκύψει αξία ανωτέρα της εν συμβολαιογραφική πράξει αφορώση ακίνητα αναγραφείσης. Ήδη όμως δεν επιβάλλεται αναλογικόν τέλος χαρτοσήμου εις τα πράξεις ταύτας, δυνάμει του άρθρ. 19 Νόμ. 1587/1950 (τόμ. 27 σελ. 54), του τέλους τούτου συγχωνευθέντος με τον φόρον μεταβιβάσεως ακινήτων. 3.Τα ξένα νομίσματα δια τον υπολογισμόν του τέλους χαρτοσήμου μετατρέπονται εις δραχμάς λαμβανομένης ως βάσεως της παγίας τιμής της δραχμής ως αύτη καθορίζεται δια της νομίμου σταθεροποιήσεως αυτής. (Αντί της σελ. 49) Σελ. 49(α) Τεύχος 553-Σελ. 53 Κώδικας Τελών Χαρτοσήμου 28.Α.α.10 4.α)Επί μισθών, ποσοστών, αποζημιώσεων, αμοιβών, προμηθειών και μεσιτειών ή άλλων απολαυών ιδιωτών εξοφλουμένων ουχί αμέσως δι’ εκδόσεως εξοφλητικής αποδείξεως του δικαιούχου αλλ’ εμμέσως είτε δια μεταφοράς των χρηματικών ποσών εις λογαριασμόν καταθέσεων οιασδήποτε φύσεως παρά Τραπέζη ή ανωνύμω εταιρεία ή κατ’ άλλον οιονδήποτε τρόπον, το αναλογικόν τέλος υπολογιζόμενον εφ’ ολοκλήρου του ποσού οφείλεται άμα τη μεταφορά ή τη άλλη τυχόν πράξει, ή τη γενομένη πληρωμή. «Προκειμένου περί μισθών και άλλων αποδοχών των πληρωμάτων των υπό Ελληνικήν σημαίαν πλοίων της τε ωκεανοπόρου ναυσιπλοΐας και της ακτοπλοΐας, η εξόφλησις αυτών, όσον αφορά την υποχρέωσιν καταβολής του επ’ αυτών προσήκοντος τέλους χαρτοσήμου, τεκμηριούται αμαχήτως εκ της εγγραφής αυτών εις τα παρά τω Ναυτικώ Απομαχικώ Ταμείω κατατιθέμενα ναυτολόγια οπουδήποτε και αν εγένετο η πληρωμή». β΄.«Εις ας περιπτώσεις κατά την καθ’ οιονδήποτε τρόπον εξόφλησιν μισθών, ημερομισθίων, επιχορηγήσεων, επιδομάτων, συντάξεων και πάσης εν γένει αμοιβής, παροχής ή βοηθήματος, παρωχημένης ή παρεχομένης υπηρεσίας, καταβαλλομένων υπό Δήμων, Κοινοτήτων, Νομικών προσώπων Δημοσίου Δικαίου, πάσης φύσεως και μορφής επιχειρήσεων και παντός εν γένει απασχολούντος συστηματικώς έμμισθον ή ημερομίσθιον προσωπικόν, ενεργείται παρακράτησις του επ’ αυτών αναλογούντος φόρου καθαράς προσόδου (ΣΤ΄ Κατηγορίας), κατά τας περί τούτου διατάξεις του Κώδικος περί φορολογίας των καθαρών προσόδων, το επί των μισθών κλπ. τούτων αναλογούν τέλος χαρτοσήμου εισπράττεται καθ’ ον τρόπον και χρόνον και ο φόρος καθαράς προσόδου, ελγχειριζομένης άμα μιας και της αυτής δηλώσεως, είτε κατά την απόδοσιν του φόρου απαιτείται τοιαύτη είτε κατ’ άλλον χρόνον. Ο τύπος της δηλώσεως ταύτης δύναται να ορίζηται ενιαίος δια τε τον φόρον και το τέλος χαρτοσήμου. Κατά τον ανωτέρω οριζόμενον τρόπον εισπράττεται το τέλος χαρτοσήμου και εις ας περιπτώσεις οι μισθοί, ημερομίσθια κλπ. δεν υπόκεινται, λόγω ποσού, είτε ως πρός τινας είτε ως προς πάντας τους δικαιούχους, εις φόρον καθαράς προσόδου, του ενεργούντος τας πληρωμάς υποχρεουμένου να καταβάλλη τούτο εις το Δημόσιον εις τας δια την απόδοσιν του φόρου καθαράς προσόδου οριζομένας εκάστοτε προθεσμίας. Σελ. 50(α) Τεύχος 553-Σελ. 54 28.Α.α.10 Κώδικας Τελών Χαρτοσήμου Εξαιρετικώς, εις ην περίπτωσιν δεν υφίσταται υποχρέωσις εγχειρίσεως δηλώσεως φορολογίας καθαρών προσόδων (ΣΤ΄ Κατηρογίας), ο δε συνολικός αριθμός των μισθωτών, ημερομισθίων κλπ. δεν υπερβαίνει τους είκοσιν
(20), το επί των καταβληθέντων αυτοίς μισθών, ημερομισθίων κλπ. αναλογούν τέλος χαρτοσήμου δύναται να καταβάλληται είτε κατά τον ανωτέρω οριζόμενον τρόπον είτε κατά τας γενικάς διατάξεις του παρόντος νόμου. Τ’ ανωτέρω δεν εφαρμόζονται προκειμένου περί του τέλους επί των κατά το προηγούμενον εδάφιον μισθών και άλλων αποδοχών των πληρωμάτων των πλοίων. Το επί τούτων τέλος παρακρατείται υπό των ενεργούντων την πληρωμήν αυτών και εισπράττεται υπό των Λιμενικών Αρχών κατά την εξόφλησιν των ναυτολογίων, είτε κατατίθενται ταύτα εν τη αλλοδαπή είτε εν τη ημεδαπή, ομού μετά των ειφορών του Ναυτικού Απομαχικού Ταμείου και καθ’ ον τρόπον εισπράττονται αύται, αποδίδεται δε υπό των Λιμενικών Αρχών ομού μετά των εισφορών εις το Ναυτικόν Απομαχικόν Ταμείον. Το Ταμείον τούτο καταβάλλει το τέλος εις ο νόμισμα εισεπράχθη εις το Δημόσιον». Η εντός « » περίοδος της α΄ παραγράφου και η β΄ παράγραφος προσετέθησαν δια των παρ. 1 και 2 του τετάρτου άρθρου του Β.Δ. 12/15 Σεπτ. 1949, κατωτ. αριθ.
- 5.α)Επί εγγράφων διπλοτύπων, τριπλοτύπων ή πολλαπλών τοιούτων αποκοπτομένων εκ στελέχους, το χαρτόσημον επιτίθεται μόνον επί του εγγράφου του εις το στέλεχος παραμένοντος και ουχί επί του αποκοπτομένου, γιγνομένης απαραιτήτως ενυπογράφου βεβαιώσεως επί του αποκοπτομένου εγγράφου ότι το χαρτόσημον ετέθη επί του στελέχους, της βεβαιώσεως ταύτης ούσης ισχυράς ενώπιον πάσης αρχής. Η διατήρησις των τοιούτων εγγράφων στελεχών είναι υποχρεωτική επί μίαν διετίαν. Δια Δ/των επιτρέπεται να καθορίζωνται και έτεραι κατηγορίαι εγγράφων και συμβάσεων χαρτοσημαινομένων κατά τον αυτόν ως άνω τρόπον. «β)Επί συμβάσεων υποκειμένων εις αναλογικόν τέλος, συναπτομένων δε δι’ ιδιωτικών εγγράφων και εκδιδομένων εις διπλούν ή πολλαπλούν, το έν μόνον των εγγράφων υποβάλλεται εις αναλογικόν τέλος χαρτοσήμου, πάντα δε τα λοιπά εις το πάγιον τέλος το οριζόμενον υπό της παρ. 17 του άρθρ. 21 του παρόντος. Το επί του αναλογικού χαρτοσήμου γραφόμενον έγγραφον παραμένει, αναλόγως της συγκεκριμένης σχέσεως, εις τον πωλητήν, εις τον εκμισθωτήν, εις τον δανειστήν, επί άλλων δε συμβάσεων εις το υπό Δ/των οριζόμενον πρόσωπον, εκτός αν άλλως ήθελον συμφωνήσει οι συμβαλλόμενοι, οπότε η συμφωνία αύτη, ισχυρά ούσα, ρητώς μνημονεύεται εις τα έγγραφα». Η περιπτ. β΄ αντικατεστάθη ως άνω δια της παρ. 1 άρθρ. 4 Β.Δ. 28/30 Μαρτ. 1946, κατωτ. αριθ.
- «γ)Επί εγγράφων υποκειμένων εις πάγιον τέλος και εκδιδομένων εις πλείονα του ενός πρωτότυπα, έκαστον πρωτότυπον υπόκειται εις το αυτό τέλος». Το εδάφ. γ΄ προσετέθη δια της παρ. 5 του εβδόμου άρθρου του Β.Δ. 6/7 Ιουν.
- δ)Προστεθέν δια του Β.Δ. 6/7 Ιουν. 1951 κατηργήθη δια της παρ. 4 άρθρ. 12 ν. 2246/1952, κατωτ. αριθ.
- Βλ. και άρθρ. 1 παρ. 2 Ν.Δ. 7/9 Δεκ. 1947 ως εκυρώθη δια του Ν.Δ. 632/1948, τ. 27 σελ.
- Άρθρ.9.-1.Απαγορεύεται απολύτως η επιστροφή του αντιτίμου ή η ανταλλαγή φύλλων σφραγιστού χάρτου ή κινητών επισημάτων ή παντός άλλου ενσήμου, άπαξ πωληθέντων υπό του δημοσίου ταμείου, και αν έτι ταύτα είναι όλως αμεταχείριστα. 2.Εξαιρετικώς, καθ’ ας περιπτώσεις αίρεται εκ της κυκλοφορίας ωρισμένος τύπος σφραγιστού χάρτου ή κινητού επισήματος η άλλου ενσήμου, επιτρέπεται η ανταλλαγή του κατεχομένου σφραγιστού χάρτου ή κινητού επισήματος ή άλλου ενσήμου, αιρομένου εκ της κυκλοφορίας, δια τοιούτου του εις κυκλοφορίαν τιθεμένου νέου τύπου. Δια Διατάγματος καθορίζεται εκάστοτε εφ’ άπαξ ανατρεπτική προθεσμία δια την προσαγωγήν προς ανταλλαγήν τούτων υπό των κατόχων. 3.Σφραγιστός χάρτης, χρησιμοποιηθείς άπαξ δι’ οιονδήποτε σκοπόν, δεν δύναται να χρησιμοποιηθή δι’ έτερον, απαγορευομένης της διπλής χρήσεως αυτού. 4.«α.Τέλος χαρτοσήμου οπωσδήποτε καταβληθέν δεν επιστρέφεται. β.Εξαιρετικώς, επιφυλασσομένων των διατάξεων περί παραγραφής, επιστρέφονται τα τέλη χαρτοσήμου τα καταβληθέντα δι’ αποδεικτικού πληρωμής του Δημοσίου Ταμείου, εφ’ όσον δεν εγένετο η υπό του νόμου προβλεπομένη χρήσις του εκδοθέντος αποδεικτικού πληρωμής ή εφ’ όσον αποδεδειγμένως το ποσόν του τέλος κατεβλήθη εν όλω ή εν μέρει αχρεωστήτως. Ομοίως επιστρέφονται και τα καθ’ οιονδήποτε τρόπον καταβληθέντα τέλη χαρτοσήμου, εφ’ όσον εκδοθή απόφασις διοικητικού δικαστηρίου ή του Συμβουλίου της Επικρατείας, διατάσσουσα την επιστροφήν». Τα εδάφ. α και β αντικαταστάθηκαν ως άνω από το άρθρ. 72 Νόμ. 1041/1980 ΦΕΚ Α΄ 75), (τόμ. 27 σελ. 196,27). «γ)Εις ας περιπτώσεις επιστρέφονται υπό του Δημοσίου, ως αχρεωστήτως καταβληθέντες φόροι, δασμοί, τέλη ή δικαιώματα, ως και πάσης άλλης φύσεως έσοδα, συνεπιστρέφονται κατά την αυτήν διαδικασίαν επιστροφής και τα συγκαταβληθέντα και επί των επιστρεφομένων ποσών αναλογούντα οικεία τέλη χαρτοσήμου, ως αχρεωστήτως και ταύτα καταβληθέντα. Επί εξοφλήσεως των ως άνω επιστρεπτέων φόρων κλπ. δια συμψηφισμού προς ετέραν οφειλήν του δικαιούχου της επιστροφής, εξοφλούνται και τα επιστρεπτέα τέλη χαρτοσήμου δια συμψηφισμού προς τυχόν οφειλόμενα τοιαύτα δια την συμψηφιστικώς εξοφλουμένην οφειλήν. Εάν δια την συμψηφιστικώς εξοφλουμένην οφειλήν δεν οφείλονται τέλη χαρτοσήμου, τα επί του επιστρεπτέου ποσού αναλογούντα τοιαύτα συμψηφίζονται εις ίσον ποσόν της (κυρίας) οφειλής, άλλως επιστρέφονται». Το εδ. γ΄ προσετέθη δια του άρθρ. 1 Β.Δ. 19/23 Φεβρ. 1949, κατωτ. αριθ.
- Άρθρ.33.-1.Πας, είτε ιδιώτης είτε συμβολαιογράφος ή άλλη δημοσία, δημοτική ή κοινοτική ή εκκλησιαστική αρχή, υποχρεούται να γράφη απ’ αρχής επί του αναλόγου σφραγιστού χάρτου ή να επιθέτη απ’ αρχής το κινητόν επίσημα εις πάντα τα υπ’ αυτού εκδιδόμενα ή συντασσόμενα και εις τέλος χαρτοσήμου υποκείμενα έγγραφα, άλλως ευθύνεται έναντι του δημοσίου δια την πληρωμήν του τέλους χαροσήμου, επιβάλλεται δε αυτώ προσθέτως δια την μη απ’ αρχής χαροσήμανσιν του εγγράφου και το πρόστιμον το προβλεπόμενον υπό των διατάξεων του κατωτέρω κεφαλαίου Δ΄. Ο δεχόμενος ή ποιούμενος χρήσιν εγγράφου μη χαρτοσημανθέντος παρά του υποχρέου απ’ αρχής, ευθύνετια έναντι του δημοσίου ως και ο αρχικώς μη συντάξας το έγγραφον επί σφραγιστού χάρτου ή μη επιθέσας εξ’ αρχής το κινητόν επίσημα, δια την πληρωμήν του τέλους και του δια την παράβασιν προστίμου κατά τα ειδικώτερον εν τω επομένω κεφαλαίω Δ΄ καθοριζόμενα. Όλως εξαιρετικώς και μόνον προκειμένου περί συμβάσεων συναπτομένων υπό του δημοσίου, των δήμων ή των κοινοτήτων ή οργανισμών δημοσίου δικαίου και αφορωσών έργα κοινής ωφελείας, το επί των οποίων αναλογικόν τέλος χαρτοσήμου υπερβαίνει τα δύο εκατομμύρια δραχμών επιτρέπεται, όπως το εξ υπαρχής οφειλόμενον ποσόν υπερβάλλοντος τέλους χαρτοσήμου, καταβάλληται εις δόσεις, οριζομένας δια πράξεως του υπουργικού συμβουλίου. 2.Ανεξαρτήτως του κατά την διάταξιν της ανωτέρω παρ. 1 του παρόντος άρθρου απ’ ευθείας έναντι του δημοσίου ευθυνομένου δια την πληρωμήν του τέλους χαρτοσήμου ως εκδότου ή συντάσσοντος το έγγραφο δύναται δια Δ/των να καθορίζηται επί ωρισμένων εγγράφων ή σχέσεων τίς ο βαρυνόμενος δια της δαπάνης του τέλους χαρτοσήμου. Ιδιαίτεραι συμφωνίαι καθορίζουσαι τα του βάρους της δαπάνης του τέλους χαρτοσήμου είναι ισχυραί, εξαιρέσει της περιπτώσεως καθ’ ην συμβαλλόμενος είναι το δημόσιον, οι δήμοι ή αι κοινότητες ή πρόσωπα απαλλασσόμενα τελών χαρτοσήμου οπότε εφαρμόζεται η διάταξις του κατωτέρω άρθρ.
- (Αντί της σελ. 51) Σελ. 51(α) 364-011 Κώδικας Τελών Χαρτοσήμου 28.Α.α.10 Εις περίπτωσιν όμως καθ’ ην συνάπτονται δάνεια υφ’ όλων των προσώπων τούτων μετά ανωνύμων τραπεζιτικών εταιριών, εάν ειδικώς συμφωνηθή όπως η δαπάνη του τέλους χαρτοσήμου των σχετικών προς αυτά συμβολαίων, εξοφλητικών αποδείξεων, λογαριασμών, βαρύνη το δανειζόμενον πρόσωπον το εκ των τελών χαρτοσήμου απαλλασσόμενον, η συμφωνία αύτη είναι ισχυρά. Δια Δ/των επιτρέπεται να εφαρμοσθή η παρούσα διάταξις και επί ετέρων σχέσεων. Δια του άρθρ. 13 ν. 2053/1952, τ.15 σ. 146,15 ορίζεται ότι το επί των εξοφλητικών αποδείξεων λήψεως μισθού ή ημερομισθίων χαρτόσημον βαρύνει εξ ημισείας τους εργοδότας και τους εργαζομένους. 3.Πας κατά παράβασιν των διατάξεων των ανωτέρω παραγράφων εκδόσας ή συντάξας έγγραφον εφ’ απλού χάρτου ή επί φύλλου σφραγιστού χάρτου ή κινητού επισήματος τιμής κατωτέρας της νομίμου ή πας δεχθείς τοιούτον έγγραφον υποχρεούται όπως προσαγάγη τούτο εις τον οικονομ. έφορον της κατοικίας του είτε άλλης περιφερείας όστις υποβάλλει το έγγραφον εις το ανάλογον τέλος, συγχρόνως δε επιβάλλει και το υπό των διατάξεων του κατωτέρω κεφαλαίου Δ΄ προβλεπόμενον πρόστιμον επιθέτων κινητόν επίσημα αναλόγου αξίας δια τε το τέλος και το πρόστιμον. Εις την περίπτωσιν ταύτην ο οικ. έφορος παρά το επιτιθέμενον επίσημα δια πράξεώς του χρονολογουμένης και υπογραφομένης παρ’ αυτού σημειοί το ποσόν το αναλογούν εις το τέλος και την διάταξιν την επιβάλλουσαν αυτό, χωριστά δε το ποσόν το αναλογούν εις το πρόστιμον και την διάταξιν την επιβάλλουσαν τούτο. Κατά της πράξεως ταύτης επιτρέπεται προσφυγή συμφώνως προς τα ειδικώτερον εν τω άρθρ. 65 καθοριζόμενα. Άρθρ.34.-1.α)«Όσα έγγραφα είναι νόμω τελείως απηλλαγμένα παντός τέλους χαρτοσήμου γράφονται εφ’ απλού χάρτου και αν συντάσσονται ενώπιον συμβολαιογράφου. «β.Παν έγγραφον απαλλασσόμενον των τελών χαρτοσήμου κατά την σύνταξιν ή έκδοσιν αυτού απαλλάσσεται και των τελών της μεταγραφής. Εάν το έγγραφον υπόκειται εις πάγιον τέλος κατά την σύνταξιν ή έκδοσιν αυτού, δια την μεταγραφήν αυτού καταβάλλεται πάγιον τέλος δρχ. 10.000». Σελ. 52(α) 364-012 Το β΄ εδάφιον αντικατεστάθη ως άνω δια του άρθρ. 12 παρ. 5 του Ν. 2246/1952, κατ. αριθ.
- 2.Εις ο αναλογικόν ή πάγιον τέλος χαρτοσήμου υπόκειται έγγραφόν τι, εις το αυτό υπόκειται τούτο και εάν καταρτίζηται ενώπιον συμβολαιογράφου. «3.Όσα έγγραφα δεν προβλέπονται υπό του παρόντος νόμου ως υποκείμενα εις αναλογικόν είτε εις πάγιον τέλος, εάν συντάσσωνται ενώπιον συμβολαιογράφου, υπόκεινται εις πάγιον τέλος δρχ. 10.000». Η παρ. 3 αντικατεστάθη ως άνω δια της παρ. 2 άρθρ. 3 Β.Δ. 19/20 Ιαν. 1948, κατωτ. αριθ.
- Άρθρ.35.-1.Συμβολαιογράφοι, δικαστήρια και πάσα δημοσία ή άλλη αρχή δικαιούνται να απαιτήσωσι προ πάσης ενεργείας παρά των ενδιαφερομένων την προκαταβολήν του νομίμου τέλους χαρτοσήμου μετά παντός τυχόν νομίμου δικαιώματος δια τα εις τας υποθέσεις αυτών αναγκαία έγγραφα. 2.«α)Τα εν τοις άρθρ. 25, 26 και 27 του παρόντος αναφερόμενα τέλη χαρτοσήμου εισπράττονται, εάν μεν δεν υπερβαίνωσι το ποσόν των 250 δραχμών, είτε δι’ επικολλήσεως επί των εγγράφων αναλόγου κινητού επισήματος, είτε δι’ αποδεικτικού πληρωμής του Δημοσίου Ταμείου, κατά την κρίσιν του υποχρέου, εάν δε υπερβαίνωσι το ποσόν των 250, εξ ολοκλήρου δι’ αποδεικτικού πληρωμής του Δημοσίου Ταμείου. Εάν η δια γραμματίου καταβολή του τέλους καθίσταται δυσχερής λόγω ανυπαρξίας Δημοσίου Ταμείου ή δι’ άλλον τινα σοβαρόν λόγον, ο προϊστάμενος του δικαστηρίου δύναται τη προφορική αιτήσει του ενδιαφερομένου, να επιτρέψη την καταβολήν του τέλους δι’ επικολλήσεως κινητού επισήματος δι’ απλής σημειώσεως επί του εγγράφου, υπογραφομένης υπ’ αυτού». Το ανωτέρω εδαφ. α΄ ετέθη εις αντικατάστασιν των εδαφ. α΄ και β΄ και τα επόμενα εδάφια γ΄ και δ΄ ηριθμήθησαν ως εδάφ. β΄ και γ΄ δια της παρ. 1 άρθρ. 4 Ν.Δ. 199/1969 (κατωτ. αριθ. 86). Τα αντικατασταθέντα εδάφ. α΄ και β΄ είχον προστεθή δια της παρ. 1 άρθρ. 3 Β.Δ. 28/30 Νοεμ.
- 28.Α.α.10 Κώδικας Τελών Χαρτοσήμου β)Εν δίκαις πολιτικαίς, ο προκαταβαλών το του χαρτοσήμου τέλος, έχει δικαίωμα αναλήψεως αυτού από του ηττωμένου μετά της δικαστικής δαπάνης κατά τα εν τη Πολ. Δικονομία ειδικώτερον ωρισμένα. γ)Εν ανεπαρκεία της γεγομένης προκαταβολής του νομίμου τέλους αποφάσεως εν πολιτικαίς δίκαις, ο γραμματεύς του δικαστηρίου προσκαλεί άνευ αναβολής τον πληρεξούσιον δικηγόρον του διαδίκου, όπως καταβάλη το προς συμπλήρωσιν απαιτούμενον τέλος εντός 15 ημερών. Της προθεσμίας ταύτης παρελθούσης απράκτου, το καθυστερούμενον τέλος διπλασιάζεται συντασσομένης περί τούτου πράξεως. Το τέλος τούτο βάσει της πράξεως ταύτης εισπράττεται υπό των γραμματέων των δικαστηρίων κατά τας διατάξεις περί εισπράξεως των δημοσίων εσόδων, των γραμματέων τούτων ασκούντων εν τη περιπτώσει ταύτη εξαιρετικώς τα δικαιώματα και τα καθήκοντα δημοσίου ταμίου. Όπου υφίσταται ειδικόν δημόσιον ταμείον δικαστικών εισπράξεων τα ανωτέρω καθήκοντα ενεργεί ο ταμίας αντί των γραμματέων των δικαστηρίων, επί τη αιτήσει των γραμματέων τούτων. Δια Δ/τος δύνανται να καθορίζωνται αι λεπτομέρειαι της εκτελέσεως του παρόντος εδαφίου. 3.«Αι ενώπιον ανακριτικών υπαλλήλων συντασσόμεναι εκθέσεις προφορικής μηνύσεως υπό δημοσίων οργάνων εν τη εκτελέσει των καθηκόντων των συντάσσονται ατελώς». Το πρώτον εδάφιον της παρ. 3 κατηργήθη και το δεύτερον αντικατεστάθη ως άνω δια της παρ. 3 άρθρ. 4 Β.Δ. 28/30 Μαρτ. 1946, κατωτ. αριθ.
- «4α).Τα κατά το άρθρ. 28 και 29 του παρόντος τέλη της ποινικής και πειθαρχικής διαδικασίας καταβάλλονται, εφ’ όσον δεν ορίζεται άλλως, μετά την τελεσιδικίαν της καταδικαστικής αποφάσεως, υπολογιζόμενα και εκκαθαριζόμενα υπό του αρμοδίου δικαστικού Γραμματέως, προκειμένου περί τελών της ποινικής και της δικαστικής πειθαρχικής διαδικασίας, και υπό της αρμοδίας δημοσίας αρχής, προκειμένου περί τελών άλλων πειθαρχικών αποφάσεων, εισπράττονται δε δι’ αποδεικτικού πληρωμής». Το εδαφ. α΄ αντικατεστάθη ως άνω δια του άρθρ. 12 παρ. 6 του Ν. 2246/1952, κατωτέρω αριθ.
- β)Αι εξαιρετικαί διατάξεις της Ποιν. Δικονομίας και άλλων νόμων περί εκκαθαρίσεως και εισπράξεως των τελών της ποινικής διαδικασίας προ της εκδόσεως της τελεσιδίκου καταδικαστικής αποφάσεως διατηρούνται εν ισχύϊ. γ-ζ)Κατηργήθησαν και τα εδ. η΄ και θ΄ έλαβον τα στοιχεία γ΄ και δ΄ δια της παρ. 4 άρθρ. 4 Β.Δ. 28/30 Μαρτ. 1946, κατωτ. αριθ.
- γ(η)Δια την λύσιν πάσης αναφυομένης μεταξύ εκκαθαρίζοντος δικαστικού υπαλλήλου και φορολογουμένου διαφωνίας όσον αφορά τα υποκείμενα εις τέλη έγγραφα της ποινικής διαδικασίας και το ποσόν των τελών τούτων ως και δια την άρσιν παντός σχετικού ενδοιασμού του εκκαθαρίζοντος δικαστικού υπαλλήλου αρμόδιος είναι ο αμέσως προϊστάμενος του υπαλλήλου τούτου εισαγγελεύς ή άλλος δημόσιος κατήγορος, όστις αποφαίνεται οριστικώς και αμετακλήτως δι’ ητιολογημένης αποφάσεώς του, αντίγραφον της οποίας επισυνάπτεται εις την δικογραφίαν. Μέχρι της εκδόσεως της εν λόγω αποφάσεως ο φορολογούμενος δύναται να καταβάλη προσωρινώς το κατά την αντίληψιν του εκκαθαρίζοντος οφειλόμενον επί πλέον ποσόν και να απαλλαγή πάσης κατά νόμον ευθύνης ή διώξεως, να ζητήση δε την επιστροφήν του επί πλέον καταβληθέντος εάν δικαιωθή δια της ανωτέρω αποφάσεως. Το παρόν εδάφιον δύναται να τροποποιηθή δια Δ/τος. δ(θ)Ο εκκαθαρίζων δικαστικός υπάλληλος ο μη προσφεύγων εν περιπτώσει διαφωνίας ή ενδοιασμού προκειμένου περί αμφισβητουμένου ζητήματος εις τον αρμόδιον εισαγγελέα ή τον δημόσιον κατήγορον τιμωρείται πειθαρχικώς. «5.Επί παύσεως ή διορισμού οριστικού ή προσωρινού επιτρόπου ή παρεπιτρόπου ή κηδεμόνος ή αντιλήπτορος, προκαλουμένων αυτεπαγγέλτως, κατά τας σχετικάς διατάξεις της Πολιτικής Δικονομίας και του Αστ. Κώδ., τα τέλη ωσαύτως επιβάλλονται μετά το πέρας της διαδικασίας, ότε πέμπεται υπό του Εισαγγελέως ή του Ειρηνοδίκου ή του δικαστικού Γραμματέως ή περί αυτών σημείωσις, ίνα εισπραχθώσι καθ’ ον και επί ποινικών υποθέσεων τρόπον». Η παρ. 5 αντικατεστάθη ως άνω δια του άρθρ. 12 παρ. 7 του Ν. 2246/1952, κατωτ. αριθ.
- 6.Εν τη περιπτώσει του άρθρ. 460 του Εμπορικού Νόμου (11.Αα.5) ο επί της πτωχεύσεως εισηγητής οφείλει να πέμψη την εκκαθάρισιν των τελών εις τον ταμίαν προς είσπραξιν. (7
(10).Οι κατά το άρθρ. 220 της Πολ. Δικονομίας πένητες υποβάλλονται εις το ήμισυ των νομί-μων δικαστικών τελών όπερ και μόνον προκαταβάλλεται υπό του αντιδίκου αυτών,όταν επισπεύδη. Εν περιπτώσει ήττης του πένητος άλλα τέλη ούτε εκκαθαρίζονται ούτε εισπράττονται. Εν περιπτώσει δε ήττης του αντιδίκου αυτού η είσπραξις του υπολοίπου ημίσεος των τελών γίνεται κατά τα εν τη παρ. 2 του άρθρ. 36 οριζόμενα). (Αντί της σελ. 53) Σελ. 53(α) 364-013 Κώδικας Τελών Χαρτοσήμου 28.Α.α.10 Η παρ. 7, αριθμηθείσα ούτω μετά την κατάργησιν προϊσχυσασών παραγράφων δια της παρ. 5 άρθρ. 4 Β.Δ. 28/30 Μαρτ. 1946 και δια της παρ. 8 άρθρ. 12 Νόμ. 2246/1952, κατηργήθη δια της παρ. 2 άρθρ. 4 Ν.Δ. 199/1969 (κατωτ. αριθ. 86). Άρθρ.36.-1.Επί αντιδικίας προς το δημόσιον τέλη προκαταβάλλονται μόνον υπό του αντιδίκου του δημοσίου αιτούντος, ενάγοντος, ανακόπτοντος, εκκαλούντος ή αναιρεσείοντος και εν γένει καταδιώκοντος, επιδικαζόμενα αυτώ εν περιπτώσει ήττης του δημοσίου μετά των δικαστικών εξόδων και καταβαλλόμενα μετά κοινοποίησιν επιταγής εξ απογράφου της αποφάσεως δι’ εντάλματος μεν του αρμοδίου υπουργείου και ομού μετά της επιδικαζομένης απαιτήσεως, δι’ εντάλματος δε του υπουργείου Οικονομικών όταν επιδικάζωνται μόνον δικαστικά έξοδα και τέλη. 2.Εν περιπτώσει ήττης του αντιδίκου του δημοσίου η βεβαιώσις των τελών επιδιώκεται ομού μετά των επιδικαζομένων τω δημοσίω δικαστικών εξόδων, ως και των οφειλομένων απ’ αρχής της δίκης και μη βεβαιωθέντων τελών, επιμελεία της διευθύνσεως του δικαστικού του υπουργείου των Οικονομικών, βάσει της κοινοποιηθείσης επιταγής εξ απογράφου ή βάσει αποσπασμάτων των σχετικών αποφάσεων. 3.Εν περιπτώσει ήττης του δημοσίου αιτούντος, ενάγοντος, ανακόπτοντος, εκκαλούντος, αναιρε-σείοντος και εν γένει καταδιώκοντος τέλη ούτε εκκαθαρίζονται ούτε εισπράττονται. 4.Επί διεξαγωγής αποδείξεων παντός είδους μόνον δια την αιτήσει του δημοσίου ενεργουμένην δεν προκαταβάλλονται τέλη, η δε έκθεσις συντάσσεται ατελώς προκειμένης εξετάσεως μάρτυρος του δημοσίου ή βεβαιώσεως πραγματογνωμοσύνης, αυτοψίας κλπ. αιτήσει του δημοσίου βαρυνομένου δι’ αυτής. 5.Αι ανωτέρω παράγραφοι εφαρμόζονται και προκειμένου περί δήμων, κοινοτήτων και των προσώπων εν γένει των απαλλασσομένων τελών χαρτοσήμου, οπότε εν περιπτώσει ήττης του αντιδίκου τούτων, τα τέλη βεβαιούνται υπέρ του δημοσίου εφαρμοζομένης της διαδικασίας της ανωτέρω παρ. 2. 6.Επιτρέπεται όπως δια Δ/τος καθορίζωνται αι λεπτομέρειαι της εκτελέσεως του παρόντος άρθρου. Σελ. 54(α) 364-014 Άρθρ.37.-1.Επί συμβολαίων εν οις συμβάλλεται το δημόσιον, οι δήμοι και αι κοινότητες ή νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου ή άλλα πρόσωπα απαλλασσόμενα τελών χαρτοσήμου, το τέλος καταβάλλει το έτερον συμβαλλόμενον μέρος, ωσαύτως δε και επί των προς το δημόσιον, τον δήμον ή την κοινότητα ή νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου ή άλλα πρόσωπα απαλλασσόμενα τελών χαρτοσήμου, εξοφλητικών αποδείξεων και επί λογαριασμών υποκειμένων εις τέλος, τούτο καταβάλλεται υπό του ετέρου μέρους. Βλ. εξαίρεσιν εν άρθρ. 14 παρ. 2 Ν.Δ. 419/1947 (28.Αδ.8). 28.Α.α.10 Κώδικας Τελών Χαρτοσήμου ΄Αρθρ.38.-Δια Δ/των καθορίζονται: 1.Ο τρόπος καθ’ ον υπολογίζεται το υπό του παρόντος νόμου επιβαλλόμενον τέλος χαρτοσήμου επί των πράξεων συμβάσεων ή άλλων εγγράφων εν γένει μεν αλλά και ειδικώς εφ’ ων πράξεων και συμφωνιών ως εκ της φύσεως αυτών ή ως εκ του ιδίου τρόπου καθ’ ον ρυθμίζονται εν αυταίς αι χρηματικαί σχέσεις ή ως εκ της ελλείψεως οριστικού καθορισμού του αντικειμένου της συμφωνίας ή ωρισμένης χρονικής διαρκείας αυτής ή εξ άλλων λόγων ο υπολογισμός του τέλους εξ αυτής της συναπτομένης συμφωνίας καθίσταται αμφίβολος, ανέφικτος (π.χ. ανταλλαγή, συμβιβασμός, δάνειον, μίσθωσις, ισόβιος ή άλλου είδους παροχή ή έφεσις, επικαρπία, ψιλή κυριότης, σύστασις εταιρειών, παροχή ηλεκτρικού ρεύματος, ύδατος, φωταερίου και άλλαι συμφωνίαι) ως και αι επιβαλλόμεναι εν σχέσει προς τον τρόπον του υπολογισμού του τέλους υποχρεώσεις εις τους ιδιώτας και τας δημοσίας ή άλλας αρχάς. Το περί ου η παρ. 1 Δ/μα δεν εξεδόθη εισέτι και επομένως, συμφώνως προς το άρθρ. 67 παρ. 1 του κώδικος ισχύει σχετικώς η παράγρ. 1 του άρθρ. 30 νόμ. ΑΧΚΕ΄ (ανωτ. αρ. 4) έχουσα ούτω: «Επί συμβολαίων ανταλλαγής, το τέλος επιβάλλεται επί της αξίας του πολυτιμοτέρου των ανταλλαττομένων πραγμάτων επί συμβιβασμών, εν γένει μεν επί του ποσού αυτών, εν η δε περιπτώσει συμβιβάζονται αντίθετοι απαιτήσεις, επί της αξίας της μείζονος αυτών . εν δανείω επί της δανειζομένης ποσότητος . εν μισθώσει επί του συμπεφωνημένου μισθώματος πολλαπλασιαζομένου προς τας χρονικάς περιόδους εφ’ ας ισχύει η μίσθωσις . επί συμβάσεως ισοβίων παροχών ή εφέσεων επί του εικοσαπλού του ετησίου χορηγήματος ή της ετησίας δόσεως, αορίστου δε όντος του χρόνου, επί του δεκαπλού . επί δωρεών μεταξύ ζώντων το τέλος λογίζεται επί της υπό των μερών ομολογουμένης ποσότητος . επί παραχωρήσεων επικαρπίας λογίζεται επί του ημίσεος της αξίας του πράγματος, και κατά την συνένωσιν της κυριότητος και της επικαρπίας επί της όλης αξίας . επί διαπραγματεύσεων πωλήσεως των προσκαίρως ή ισοβίως συμφωνηθέντων εισοδημάτων, το τέλος ορίζεται επί της ρητής τιμής ή επί του γινομένου των εισοδημάτων επί τα μήπω παρελθόντα έτη ή, εν απροσδιορίστω χρόνω, επί του δεκαπλού εισοδήματος». 2.Ο τρόπος καθ’ ον καταβάλλεται το τέλος επί των πράξεων, συμβάσεων, ή άλλων εγγράφων, ο τρόπος καθ’ ον δέον να χρησιμοποιήται ο σφραγιστός χάρτης ή το κινητόν επίσημα, προκειμένου δε περί του τελευταίου τούτου και το σημείον ή το μέρος του εγγράφου ή της πράξεως ένθα τούτο δέον να επικολλάται, επιτρεπομένης της επιθέσεως του κινητού επισήματος επί ετέρου εγγράφου στοιχείου, σχετικού προς το εις τέλος χαρτοσήμου υποβαλλόμενον έγγραφον ή πράξιν, γιγνομένης πάντως μνείας εν τω εγγράφω τούτω, ως και αι επιβαλλόμεναι εν σχέσει προς τα ανωτέρω υποχρεώσεις εις τους ιδιώτας και τας δημοσίας ή άλλας αρχάς, ως και ο τρόπος της χαρτοσημάνσεως των συμβάσεων των συναπτομένων δι’ ιδιωτικών εγγράφων. Εις εκτέλεσιν της παρ. 2 εξεδόθη το Β.Δ. της 19/27 Ιουν. 1940 περί τρόπου εισπράξεως τελών επί εγγράφων τινών της ποινικής διαδικασίας (9.Εα.10). 3.Ο τρόπος καθ’ ον δύναται να γίνη η σήμανσις εγγράφου εν περιπτώσει ελλείψεως εν τω ταμείω χαρτοσήμου, βεβαιουμένης κατά τα εν τω Δ/τι καθορισθησόμενα, ως και ο τρόπος καθ’ ον δύναται να γίνη η σήμανσις εγγράφου συνταχθέντος εφ’ απλού χάρτου ή επί χαρτοσήμου κατωτέρας τιμής της νομίμου, εν τόπω ή χρόνω εν ω ήτο ως εκ των περιστάσεων αδύνατος η προμήθεια του αναλόγου χαρτοσήμου. 4.Ο τρόπος καθ’ ον εκκαθαρίζονται, βεβαιούνται και εισπράττονται τα τέλη της ποινικής διαδικασίας, τα τέλη των πειθαρχικών αποφάσεων και τα μη προκαταβαλλόμενα τέλη των πολιτικών υποθέσεων. 5.Ο τρόπος της καταβολής των πέραν των δρχ.
(1000)«1500» υπερβαλλόντων τελών χαρτοσήμου, ο τύπος των δια την είσπραξιν τούτων εκδιδομένων γραμματίων, ο χρόνος της εκδόσεως αυτών εν σχέσει προς το έγγραφον όπερ αφορώσι και εν γένει πάσα λεπτομέρεια αφορώσα την βεβαίωσιν, είσπραξιν των τελών τούτων και τας συναφείς προς ταύτας υποχρεώσεις των ιδιωτών και δημοσίων υπαλλήλων. Το ποσόν της παρ. 5 διωρθώθη συμφώνως προς τον Α.Ν. 1578 (κατ. αρ. 19). Εξεδόθη το Β.Δ. 19/27 Ιουν. 1940 (9.Μα.10). ΄Αρθρ.10-11.(Ερρύθμιζον την λιανικήν πώλησιν χαρτοσήμου. Ήδη δυνάμει του άρθρ. 15 ν. 187/1943, το θέμα ερρυθμίσθη δια της υπ’ αριθ. Ε 11150 της 5/6 Νοεμ. 1946 αποφάσεως Υπουργού Οικονομικών, κατωτ. αριθ. 45α). (Αντί για τη σελ. 11) Σελ. 11(α) Τεύχος 761-Σελ. 69 Κώδικας Τελών Χαρτοσήμου 28.Α.α.10 ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Β΄ Τέλη χαρτοσήμου εν γένει. Ι. Αναλογικά τέλη χαρτοσήμου α) Αναλογικά τέλη επί αστικών εγγράφων «Άρθρον 12.-1 Επί των συμβολαίων και των εγγράφων, των κατονομαζομένων εν τω επομένω Άρθρ.39.-1.Πας είτε ιδιώτης είτε δημόσιος ή δημοτικός ή κοινοτικός ή εκκλησιαστικός λειτουργός εις ον έχει επιτραπή η επίθεσις κινητού επισήματος οφείλει άμα τη επιθέσει να διαγράφη αυτό. 2.Ο τρόπος της τε επιθέσεως και της διαγραφής ορισθήσεται δια διατάγματος. Περί της διαγραφής του κινητού επισήματος βλ. εν 28.Αγ. (Αντί της σελ. 55) Σελ. 55(α) Τεύχος 625-Σελ. 115 Κώδικας Τελών Χαρτοσήμου 28.Α.α.10 ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Δ΄ Παραβάσεις και ποιναί Άρθρ.40.-1.«α)Η υπό ιδιώτου, εταιρίας, σωματείου, ιδρύματος και παντός είδους νομικού προσώπου μη εξ αρχής γραφή επί του αναλογικού σφραγιστού χάρτου των εγγράφων, των υπ’ αυτών εκδιδομένων, ή η μη επικόλλησις, άμα τη συντάξει επί των παρ’ αυτών συντασσομένων εγγράφων, του αναλόγου κινητού επισήματος, εις ας περιπτώσεις επιτρέπεται η επίθεσις τοιούτου, ως επίσης και η κυκλοφορία η αποδοχή και η χρήσις παρά των ανωτέρω προσώπων εγγράφων μη γεγραμμένων εξ αρχής επί του αναλόγου σφραγιστού χάρτου, ή εφ’ ου δεν έχει επικολληθή, άμα τη συντάξει του το ανάλογον κινητόν επίσημα, εις ας περιπτώσεις επιτρέπεται η επίθεσις τοιούτου, τιμωρείται ως εξής:» Το εδ. α΄ αντικατεστάθη ως άνω δια του άρθρ. 7 Ν.Δ. 1033/1942 κατωτ. αριθ.
- «β)Τα έγγραφα, αι επί των οποίων παραβάσεις εξακριβούνται χωρίς ταύτα να προσάγωνται οίκοθεν υπό των παραβατών εις τον Οικ. Έφορον προς σήμανσιν, υποβάλλονται εις πληρωμήν του προσήκοντος τέλους και προστίμου από του ημίσεος μέχρι του διπλασίου του τέλους». Η εντός « » περίοδος αντικατεστάθη ως άνω δια του άρθρ. 13 παρ. 1 του ν. 2246/1952, κατωτ. αριθ.
- «Η υποχρέωσις της πληρωμής του τέλους και του προστίμου επιβάλλεται εν πάση περιπτώσει εις τον εκδότην του εγγράφου, αναλόγως δε της συγκεκριμένης περιπτώσεως και εις τον κυκλοφορούντα, αποδεχθέντα, χρησιμοποιούντα το έγγραφον το μη υποβεβλημένον εις το ανάλογον τέλος χαρτοσήμου και δια μεν την καταβολήν του τέλους χαρτοσήμου ευθύνονται αλληλεγγύως ό,τε εκδότης του εγγράφου και ο κυκλοφορών ή αποδεχθείς ή χρησιμοποιήσας το μη εξ αρχής σημανθέν έγγραφον, η υποχρέωσις όμως της πληρωμής του προστίμου είναι αυτοτελής δι’ έκαστον των παραβατών». Η εντός « » περίοδος αντικατεστάθη ως άνω δια του Ν. 1036/
- Σελ. 56(α) Τεύχος 625-Σελ. 116 γ΄«Ο προσάγων οίκοθεν το έγγραφον ενώπιον οιουδήποτε Οικον. Εφόρου προς σήμανσιν υπο-χρεούται εις πληρωμήν του προσήκοντος επί του εγγράφου τέλους χαρτοσήμου, επιπροσθέτως δε και εις πληρωμήν προστίμου ίσου προς 5% του τέλους τούτου δι’ έκαστον μήνα από της λήξεως της προθεσμίας καταβολής, μη δυναμένου να υπερβή το 25% τούτου». Το ανωτέρω εντός « » πρώτον εδάφιον είχεν αντικατασταθή δια του άρθρ. 13 παρ. 2 Νόμ. 2246/1952 κατωτ. αριθ. 65, αντικατεστάθη δε εκ νέου ως άνω δια του άρθρ. 59 παρ. 1 Νόμ. 542/1977 (κατωτ. αριθ. 106). Εφ’ όσον ο οίκοθεν προσάγων το έγγραφον προς σήμανσιν δεν είναι ο εκδότης αυτού, άπαξ επιβληθέντος υπό του οικον. εφόρου του αναλόγου τέλους χαρτοσήμου και του ανήκοντος προστίμου δι’ επικολλήσεως επί του εγγράφου αναλόγου κινητού επισήματος αποκλείεται πάσα δίωξις του εκδότου ή άλλου προσώπου δια την πληρωμήν του τέλους και του προστίμου. Εφ’ όσον αντιθέτως ο οίκοθεν προσάγων το έγγραφον προς σήμανσιν είναι ο εκδότης αυτού αποκλείεται η δίωξις παντός άλλου προσώπου δια την πληρωμήν του τέλους και του προστίμου, άπαξ επικολληθέντος υπό του οικον. εφόρου του κινητού επισήματος επί του προσαχθέντος υπό του εκδότου εγγράφου δια τε το τέλος και το πρόστιμον». Η παραγρ. γ΄ αντικατεστάθη ως άνω δια του άρθρ. 8 Α.Ν. 209/1936, τ.27 σελ.
- «2.Εις τας περιπτώσεις των εδ. β΄ και γ΄ της αυτής ως άνω παραγράφου 1 το τέλος υπολογίζεται επί τη βάσει των διατάξεων των ισχυουσών κατά τον χρόνον της εκδόσεως της πράξεως καταλογισμού αυτού ή σημάνσεως του εγγράφου, εφ’ όσον το τέλος τούτο είναι ίσον ή μεγαλύτερον του οφειλομένου κατά τον χρόνον της εκδόσεως του εγγράφου, ως αξία δε, εφ’ ης υπολογίζεται το τέλος, εφ’ όσον αύτη δεν είναι εκπεφρασμένη εν τω εγγράφω εις δραχμάς, λαμβάνεται πάντοτε η του αυτού χρόνου (του καταλογισμού ή της σημάνσεως) τοιαύτη». Η παρ. 2 προσετέθη δια του άρθρ. 13 παρ. 3 του ν. 2246/1952, κατωτ. αριθ. 65, εις την θέσιν, της δια του άρθρ. 4 παρ. 3 Ν.Δ. 1033/1942, καταργηθείσης. 28.Α.α.10 Κώδικας Τελών Χαρτοσήμου 3.α΄)Παρελθούσης της εν τω εδ. α΄ της παρ. 1 του άρθρ. 8 προθεσμίας προς χαρτοσήμανσιν των εν τω εδαφίω τούτω αναφερομένων εγγράφων ταύτα υποβάλλονται εκτός της πληρωμής του τέλους και εις την πληρωμήν προστίμου συμφώνως προς τας διακρίσεις της ανωτέρω παρ. 1 εδ. γ΄. β΄)Αι προθεσμίαι της ανωτέρω παρ. 1 εδ. γ΄ προκειμένου περί των εγγράφων τούτων άρχονται μετά την πάροδον της δια του εδ. α΄ της παρ. 1 του άρθρ. 8 οριζομένης τριετούς προθεσμίας. 4.α΄)Επί επιστολών εκδοθεισών εν τω εσωτερικώ είτε εμπορικών είτε μη, υποκειμένων δε εξ υπαρχής εις αναλογικόν τέλος, επιτρέπεται να ενεργήται η επίθεσις κινητού επισήματος αξίας ίσης προς το απλούν τέλος υπό του εκδότου αυτής ή του λήπτου ή παντός άλλου ενδιαφερομένου προσώπου εντός τριών μηνών από της χρονολογίας της εκδόσεως αυτών. Παρελθούσης της προθεσμίας ταύτης, αι εν λόγω επιστολαί υποβάλλονται εκτός της πληρωμής του τέλους και εις την πληρωμήν προστίμου συμφώνως προς τας διακρίσεις των ανωτέρω παραγράφων του παρόντος άρθρου. Το κινητόν επίσημα, προκειμένου μεν περί του εκδότου της επιστολής διαγράφεται παρ’ αυτού, προκειμένου δε περί του λήπτου ή άλλων ενδιαφερομένων διαγράφεται υπό του οικ. εφόρου, όστις και επιθέτει τούτο συντάσσων την οικείαν πράξιν. β΄)Αι προθεσμίαι της ανωτέρω παρ. 1 εδ. γ΄ του παρόντος άρθρου προκειμένου περί των τοιούτων επιστολών, άρχονται μετά την πάροδον της προθεσμίας των τριών μηνών της καθοριζομένης υπό του εδ. α΄ της παρούσης παραγράφου. Βλ. και άρθρ. 4 παρ. 3 Ν.Δ. 1033/1942 κατωτ. αριθ. 31 5.α΄)Εξαιρετικώς αι συναλλαγματκαί και τα γραμμάτια εις διαταγήν, είτε εμπορικά είτε μη, και αυτά τα άτακτα εκ των εγγράφων τούτων, γεγραμμένα εφ’ απλού χάρτου ή επί σφραγιστού χάρτου ελάσσονος της νομίμου αξίας ή μη φέροντα το ανάλογον κινητόν επίσημα κατά τον προσήκοντα χρόνον και τρόπον διαγραφέν εφ’ όσον επιτρέπεται η επίθεσις επ’ αυτών κινητού επισήματος ή μη έχοντα τας δύο σφραγίδας του σφραγιστού χάρτου, αριστερά ή δεξιά του σώματος αυτών κατά την αρχήν ή το τέλος των γεγραμμένων στίχων ή εφ’ όσον δεν συνετάχθησαν εξ αρχής επί του ειδικού ενσήμου εντύπου καθ’ ην περίπτωσιν δια τα τοιαύτα έγγραφα έχει καθορισθή ίδιος τύπος τοιούτου ειδικού ενσήμου εντύπου θεωρούνται ως κατά παράβασιν του νόμου εφ’ απλού χάρτου γεγραμμένα και εκτός των συνεπειών της πληρωμής του τέλους και του προστίμου περί ων η ανωτέρω παρ. 1, στερούνται των πλεονεκτημάτων των άρθρ. 729 και 732 της Πολ. Δικ. (10.Αα.1) είναι ανεπίδεκτα διαμαρτυρήσεως, δεν παρέχουσι τω κομιστή αγωγήν κατά των οπισθογράφων, επί δε αποδεδεγμένης συναλλαγματικής ουδέ κατά του εκδότου ακύρου ούσης πάσης εναντίας προς τας εκπτώσεις ταύτας ρήτρας. β΄)Το τέλος και το πρόστιμον επιβάλλεται αλληλεγγύως τω εκδότη, τοις οπισθογράφοις, τω τριτεγγυητή, τω αποδέκτη και τω κομιστή. Επί των εν τη αλλοδαπή εκδιδομένων τοιούτων εγγράφων, το πρόστιμον επιβάλλεται αλληλεγγύως μόνον τω εν τη ημεδαπή οπισθογράφω, αποδέκτη, τριτεγγυητή και κομιστή. (γ΄)(Επί τη υπό του οικ. εφόρου επιθέσει κινητού επισήματος αξίας ίσης προς το ελλείπον τέλος και το πρόστιμον τα έγγραφα ταύτα ανακτώσι τα των άρθρ. 729 και 732 της Πολ. Δικ. (10.Αα.1) πλεονεκτήματα, αίρονται δε συγχρόνως άπασαι αι εν τω εδ. α΄ της παρούσης παραγράφου στερήσεις και εκπτώσεις). Δια της παρ. 4 του άρθρ. 11 του Ν.Δ. 3717/1957 (κατωτ. αριθ. 76) ωρίσθη ότι το εδάφ. γ΄ ισχύει εφεξής μόνον προκειμένου περί δικαιογράφων ποσού δρχ. 5.000 και κάτω και ότι η ισχύς της παραγράφου ταύτης (4ης) άρχεται μετά 4μηνον από της δημοσιεύσεως του εν λόγω Ν.Δ/τος (μετά την 23 Ιουλ. 1957). Δια της παρ. 3 άρθρ. 4 Ν.Δ. 4535/1966 (κατωτ. αριθ. 80) κατηργήθη από 1 Σεπτ. 1966 εξ ολοκλήρου το εδάφ. γ΄ και η ως άνω παρ. 4 του άρθρ. 11 Ν.Δ. 3717/
- «6.Ο παρά τας διατάξεις της παρ. 21 του άρθρ. 15 και της παρ. 22 του άρθρ. 18 εκδούς λογαριασμόν ή απόδειξιν άνευ του νομίμου χαρτοσήμου υποβάλλεται εις την πληρωμήν του τέλους και προστίμου μέχρι δραχ. 2.000.000 δι’ εκάστην παράβασιν. Προκειμένου περί εξοφλήσεως μισθών, ημερομισθίων, επιχορηγήσεων κλπ., περί ων η παρ. 4 του άρθρ. 32 του παρόντος, εν περιπτώσει υποβολής εκπροθέσμου ή ανακριβούς δηλώσεως ή μη δηλώσεως επιβάλλεται εκτός του τέλους χαρτοσήμου ως πρόστιμον η προσαύξησις η οριζομένη υπό του άρθρ. 2 του υπ’ αριθ. 632/1948 Ν.Δ/τος «περί κυρώσεως του από 7 Δεκ. 1947 Ν.Δτ/ος «περί επιβολής προσαυξήσεως λόγω εκπροθέσμου, ελλιπούς δηλώσεως ή παραλείψεως υποβολής δηλώσεως». Παράλειψις υποβολής δηλώσεως υπάρχει και ως προς τους μισθωτούς, ημερομισθίους κλπ., τους παραλειφθέντας εκ της υποβληθείσης δηλώσεως». «Εν περιπτώσει παραλείψεως της καταβολής του τέλους επί των, κατά τας διατάξεις των άρθρ. 15γ, 15δ, 15ε και 16 του παρόντος, υποβαλλομένων εις τον Οικον. Έφορον εγγράφων ή καταβολής ποσού μικροτέρου του πράγματι οφειλομένου, το μη καταβληθέν εν όλω ή εν μέρει τέλος καταλογίζεται δια πράξεως του αρμοδίου Οικον. Εφόρου μετά προστίμου, όπερ εν ουδεμιά περιπτώσει δύναται να είναι κατώτερον του καταλογιζομένου ποσού του τέλους. Εν περιπτώσει εκπροθέσμου καταβολής του τέλους επιβάλλεται και πρόστιμον ίσον προς 10% δι’ έκαστον μήνα από της λήξεως της προθεσμίας καταβολής του τέλους, μη δυνάμενον να υπερβή το 50% τούτου». Το εντός « » τρίτον εδάφιον αντικατεστάθη εκ νέου ήδη ως άνω δια της παρ. 2 άρθρ. 59 Νόμ. 542/1977 (κατωτ. αριθ. 106). (Αντί της σελ. 57(β) Σελ. 57(γ) Τεύχος 625-Σελ. 117 Κώδικας Τελών Χαρτοσήμου 28.Α.α.10 Η παρ. 6 κατηργήθη δια του πέμπτου άρθρου Β.Δ. 12/15 Σεπτ. 1949, κατωτ. αριθ. 55 της παλαιάς παρ. 7 λαβούσης τον αριθ. 6 και αντικατασταθείσης ως άνω δια της αυτής διατάξεως. Το τελευταίον εδάφιον αντικατεστάθη και πάλιν δια της παρ. 4 άρθρ. 13 ν. 2246/1952, κατωτ. αριθ. 65 Βλ. άρθρ. 2 Ν.Δ. 632/1948 εν τ.27 σελ.
- «7.Εν περιπτώσει καθ’ ην εντός των προθεσμιών του τρίτου εδαφίου της παρ. 2 του άρθρου 15 του παρόντος νόμου δεν ήθελον πραγματοποιηθή αι προϋποθέσεις, υφ’ ας παρέχονται αι αυτόθι οριζόμεναι απαλλαγαί, ο Οικονομικός Έφορος καταλογίζει τα τε τέλη χαρτοσήμου και το υπέρ οιουδήποτε τρίτου τέλη, εισφοράς, κρατήσεις ή δικαιώματα επί του καταστατικού και της δημοσιεύσεως αυτού, των μετοχικών τίτλων, ως και των τυχόν συναφθεισών συμβάσεων της παρ. 10 του άρθρ. 15 του παρόντος, ακολουθουμένης περαιτέρω της διαδικασίας του άρθρ. 65 του παρόντος. Μετά των τελών χαρτοσήμου επιβάλλεται και πρόστιμον από του 1/4 μέχρι του διπλασίου των τελών τούτων. Εάν η προϋπόθεσις της κατά τα 4/5 καλύψεως δια της αξίας πλοίων κλπ. του κεφαλαίου των περί ων πρόκειται εταιριών ήθελε πραγματοποιηθή εμπροθέσμως εν μέρει μόνον, καταλογίζεται μέρος των τελών κλπ. αντιστοιχούν εις το ακάλυπτον ποσοστόν του κεφαλαίου μετά αναλόγου προστίμου εντός των ανωτέρω καθοριζομένων ορίων. Εάν κατά την διάρκειαν της εταιρίας και επί συνεχές διάστημα δώδεκα μηνών ήθελε παύσει το κεφάλαιον αυτής, δι’ ο έτυχεν απαλλαγής από των τελών χαρτοσήμου κλπ., να καλύπτεται κατά τα 4/5 αυτού δια της αξίας των εισενεχθέντων ή κτηθέντων πλοίων ο Οικονομικός Έφορος καταλογίζει τόσον ποσόν εκ των κατά το προηγούμενον εδάφιον τελών χαρτοσήμου όσον το προκύπτον εκ του πολλαπλασιασμού του συνολικού ποσού τελών, αφ’ ων εχώρησεν αρχικώς απαλλαγή, επί τα υπολειπόμενα έτη διαρκείας της εταιρίας και της διαιρέσεως του γινομένου δια του αριθμού των κατά το καταστατικόν ετών διαρκείας της εταιρίας. Μετά του τέλους επιβάλλεται και πρόστιμον από του 1/4 μέχρι του διπλασίου τέλους. Παροφυλαττομένης και της εφαρμογής των διατάξεων της παρ. 5 του άρθρ. 15 του παρόντος, τ’ ανωτέρω εφαρμόζονται αναλόγως και εν περιπτώσει διαλύσεως της εταιρίας προ της κατά το καταστατικόν λήξεως του χρόνου διαρκείας αυτής, όσον αφορά το χαρτόσημον κλπ., το αντιστοιχούν εις το τμήμα του κεφαλαίου του καλύπτοντος Σελ. 58(γ) Τεύχος 625-Σελ. 118 εισενεχθέντα ή κτηθέντα πλοία υπό Ελληνικήν σημαίαν. Η συνεπεία πτωχεύσεως θέσις της εταιρείας υπό εκκαθάρισιν και διάλυσις αυτής δεν επάγεται τας ως άνω συνεπείας». Η παράγρ. 7 αντικατεστάθη ως άνω δια του άρθρ. 13, το τέλος ορίζεται εις 3% της εν αυτοίς διαλαμβανομένης αξίας εις δραχμάς». Το άρθρ. 12 αντικατεστάθη ως άνω δια του πρώτου άρθρου του Β.Δ. της 6/7 Ιουνίου 1951, κατωτ. αριθ.
- Σχετικώς το πρώτον άρθρον παρ. 2 του Β.Δ. 6/7 Ιουν. 1951 ορίζει ότι «όπου, κατά τας ισχυούσας διατάξεις, το τέλος ορίζεται ίσον, α) προς το ήμισυ της αστικής κλίμακος, εφεξής ορίζεται ίσον προς το ήμισυ του 3%, β) προς κλάσμα της εμπορικής κλίμακος, εφεξής ορίζεται εις κλάσμα του 1%». άρθρ. 13 παράγρ. 5 του ν. 2246/1952, κατωτ. αριθ.
- Άρθρ.41.-1.Η μη χρησιμοποίησις των ειδικών ενσήμων εντύπων των κεκανονισμένων δι’ ωρισμένας κατηγορίας εγγράφων έχει ως συνέπειαν ότι το έγγραφον θεωρείται ως γραφέν εφ’ απλού χάρτου, εφαρμόζονται δ’ αναλόγως αι διατάξεις του ανωτέρω άρθρ.
- Ειδικώς προκειμένου περί συναλλαγματικών και γραμματίων εφαρμόζονται αι ειδικαί παράγραφοι του ανωτέρω άρθρ.
- Άρθρ.42.-1.Η γραφή στίχων πλειόνων των τριάκοντα κατά σελίδα του φύλλου σφραγιστού χάρτου και η επί του έξω περιθωρίου του φύλλου γραφή ως και η κάλυψις των σφραγίδων ως και η παραμόρφωσις αυτών εις τρόπον ώστε να μη διακρίνηται το ποσόν της τιμής ή και άνευ της συνεπείας ταύτης τιμωρείται δι’ υποβολής των εγγράφων εις πρόστιμον ισότιμον του τέλους του σφραγιστού χάρτου εφ’ ου εγράφησαν . προ της επιβολής αυτού τα έγγραφα είναι απαράδεκτα ενώπιον των δικαστηρίων και πάσης αρχής, ειδικώς δε το έγγραφον το φέρον σφραγίδα ή το επίσημα παραμεμορφωμένον ώστε δεν διακρίνεται η τιμή αυτού, εκλαμβάνεται γεγραμμένον επί χαρτοσήμου δραχμής μιας, υποβάλλεται δε εις πρόστιμον διπλάσιον του τέλους και ουχί κατώτερον των δρχ. 10.
- Το αρχικόν πρόστιμον ήτο δρχ. 50 αίτινες εδιακοσιαπλασιάσθησαν δια του άρθρ. 7 Β.Δ. 12/15 Σεπτ. 1949, κατωτ. αριθ.
- Άρθρ.43.-1.Η μη λήψις και μη χαρτοσήμανσις αδείας κατασκευής, πωλήσεως και εισαγωγής εκ του εξωτερικού πυρίτιδος, εκρηκτικών υλών, φυσιγγίων, καψυλίων, όπλων, μαχαιρών και εν γένει ειδών εκ των αναφερομένων εις τας παρ. 20, 21, 22 και 23 του ανωτέρω άρθρ. 21 υπόκειται εις πληρωμήν εκτός του τέλους και προστίμου «δρχ. 1.000 έως 2.000.000» δι’ εκάστην παράβασιν. Το αρχικόν πρόστιμον ήτο δρχ. 100 έως 1.000 το ανώτατον όριον αυτού όμως ηυξήθη εις δρχ. 200.000 δια του άρθρ. 14 ν. 187/1943, κατωτ. αριθ.
- Μετά ταύτα το πρόστιμον εδεκαπλασιάσθη δια του εβδόμου άρθρου Β.Δ. 12/15 Σεπτ. 1949, κατωτ. αριθ.
- 28.Α.α.10 Κώδικας Τελών Χαρτοσήμου Άρθρ.44.-1.Η μη χαρτοσήμανσις προ πάσης χρήσεως του ημερολογίου, και του βιβλίου των απογραφών ως και των λοιπών βιβλίων των αναφερομένων εν τη παρ. 18 του ανωτέρω άρθρ. 18 υποβάλλεται εις πληρωμήν του τέλους χαρτοσήμου και προστίμου μέχρι δρχ. 2.000.000, της θεωρήσεως, αριθμίσεως και μονογραφήσεως ενεργουμένης υπό μόνου του οικονομικού εφόρου. Το ανώτατον όριον του ως άνω προστίμου αρχικώς ήτο δρχ. 10.000, ηυξήθη δε εις δρχ. 200.000 δια του άρθρ. 14 ν. 187/1943, κατωτ. αριθ.
- Μετά ταύτα το πρόστιμον εδεκαπλασιάσθη δια του εβδόμου άρθρου Β.Δ. 12/15 Σεπτ. 1949, κατωτ. αριθ.
- 2.Μη υποβληθέντων εις τέλη χαρτοσήμου των ανωτέρω βιβλίων αι εν αυτοίς εγγραφαί ουδεμίαν έχουσιν αποδεικτικήν δύναμιν πλην μόνον ότε και εφ’ όσον χρησιμεύουσιν εις απόκρουσιν ή υποστήριξιν της ποινικής αγωγής. Άρθρ.45.-(Προέβλεπε την ενώπιον συμβολαιογράφου σύνταξιν προικοσυμφώνων, δωρητηρίων, συμβάσεων εχουσών αντικείμενον την σύστασιν κλπ. εμπραγμάτων δικαιωμάτων επί ακινήτων, συμβάσεων αφορωσών υποθήκας κλπ. Κατηργήθη δια του άρθρ. 31 εισαγωγ. ν. Αστ. Κώδ. 2743/1941, 7.Αγ.
- Τα θέματα ταύτα ήδη ρυθμίζονται δια του Αστ. Κώδικος). Άρθρ.46.-1.Δια την προ της καταβολής του αναλόγου χαρτοσήμου μεταβίβασιν, ενεχυρίασιν, έκθεσιν εν Χρηματιστηρίω ή άλλω τόπω προς πώλησιν ή άλλην κυκλοφορίαν ξένων χρεωγράφων ή ετέρων αξιών ξένων ή τίτλων αλλοδαπών εταιριών, ο κύριος του τίτλου και ο συμπράξας χρηματιστής ή μεσίτης ή οιοσδήποτε ιδιώτης ή δημόσιος λειτουργός υπόκεινται έκαστος εις πρόστιμον ίσον τω δεκάτω της ονομαστικής αξίας των τίτλων, ο δε κύριος αυτών και εις πληρωμήν του μη καταβληθέντος τέλους. «Επί προσαγωγής οίκοθεν προς τον Οικον. Έφορον των τίτλων προς χαρτοσήμανσιν, το ως άνω τέλος καταβάλλεται ανεξαρτήτως του ποσού αυτού και της εν καιρώ τω δέοντι ή μη προσαγωγής των τίτλων προς σήμανσιν δια διπλοτύπου του Δημοσίου Ταμείου. Ο Οικον. Έφορος βεβαιοί επισήμως επί του τίτλου ή των πλειόνων τοιούτων την κατά τοιούτον τρόπον καταβολήν του τέλους, μνημονεύων και τα στοιχεία του διπλοτύπου. Δια του αυτού διπλοτύπου καταβάλλεται και το τυχόν επιβαλλόμενον πρόστιμον, το βαρύνον τον επιμελούμενον της σημάνσεως, του βαρύνοντος τους λοιπούς υπευθύνους της παραβάσεως καταλογιζομένου δια σχετικής πράξεως του Οικον. Εφόρου, ακολουθουμένης περαιτέρω της διαδικασίας των παρ. 5 και 6 του άρθρ. 65 του παρόντος νόμου. Εν περιπτώσει μη προσαγωγής των τίτλων προς σήμανσιν το τε τέλος και το πρόστιμον, ως προς άπαντας τους υπευθύνους, καταλογίζεται δια πράξεως κατά τ’ ανωτέρω.» Το εντός « » εδάφιον προσετέθη δια του άρθρ. 14 παρ. 1 του ν. 2246/1952, κατωτ. αριθ.
- Άρθρ.47.-«1.Ανώνυμοι και κατά μετοχάς ετερόρρυθμοι εταιρείαι, μη προσάγουσαι εις τον Οικον. Έφορον τους μετοχικούς τίτλους αυτών προς σήμανσιν προ πάσης χρήσεως αυτών, υπόκεινται εις πληρωμήν εκτός του τέλους και προστίμου μέχρι του διπλασίου του τέλους. 2.Το εν λόγω τέλος καταβάλλεται κατά το εν τω δευτέρω εδαφίω του άρθρ. 46 του παρόντος οριζόμενα, ακολουθουμένης της αυτόθι οριζομένης διαδικασίας εν περιπτώσει μη προσαγωγής των τίτλων προς σήμανσιν. Τ’ ανωτέρω ισχύουσιν αναλόγως και προκειμένου περί ομολογιών εν γένει. 3.Αι υπό ανωνύμου εταιρείας παραβάσεις εν γένει των περί τελών χαρτοσήμου διατάξεων δύνανται να προκαλέσωσι και την ανάκλησιν της αδείας της εγκρίσεως του καταστατικού αυτής». Το άρθρ. 47 αντικατεστάθη ως άνω δια του Άρθρ. 13.- «Εις το κατά την παρ. 1 του προηγουμένου άρθρ. 12 τέλος υπόκεινται:». Η εντός « » φράσις αντικατεστάθη ως άνω δια του άρθρ. 3 παρ. 1 του Ν. 2246/1952, κατωτ. αρ.
- 1.α)Πάσα σύμβασις, οιουδήποτε αντικειμένου, συναπτομένη είτε απ’ ευθείας είτε δια δημοσίου συναγωνισμού ή πάσα εξόφλησις συμβάσεως ή σχετική προς την σύμβασιν απόδειξις, εφ όσον καταρτίζονται εγγράφως και δη είτε δια δημοσίου, είτε δι’ ιδιωτικού καθ’ οιονδήποτε τύπον συντεταγμένου εγγράφου. Εξαιρούνται: Α΄.(Αι εξοφλητικαί αποδείξεις των μισθών και άλλων αποδοχών των ιδιωτικών υπαλλήλων εν γένει, των δημοτικών, κοινοτικών, εκκλησιαστικών και άλλων υπαλλήλων νομικών προσώπων και ιδρυμάτων, οίτινες μόνον εφ’ όσον πρόκειται περί ποσού μη υπερβαίνοντος τας δραχμάς τέσσαρας χιλιάδας μηνιαίως υπόκεινται εις το ήμισυ του τέλους της κλίμακος του ανωτέρω άρθρ. 12, επί ποσού όμως υπερβαίνοντος τας δραχ. 4.000 μηνιαίως καταβάλλεται ολόκληρον το τέλος του άρθρ. 12 και επί ολοκλήρου του ποσού). Αι ως άνω αποδείξεις υπάγονται σήμερον εις την κλίμακα του άρθρ. 14 δυνάμει του άρθρ. 15 παρ. Α΄ περίπτ. α΄ και β΄ του Κώδικος Νόμων περί Χαρτοσήμου, ως ετροποποιήθη δια του Ν. 2246/1952, κατωτέρω αριθ.
- Β.Αι συμβάσεις, εξοφλήσεις και αποδείξεις, αίτινες κατά τας ρητάς διατάξεις του παρόντος νόμου υπόκεινται εις ελαφρότερον τέλος χαρτοσήμου. Επί των εξαιρέσεων της παρ. 1α βλ. και διατάξεις του άρθρ. 3 Α.Ν. 1288/1938, (28 Αδ.). Σελ. 12(α) Τεύχος 761-Σελ.
- β)Εφ’ όσον σύμβασις κατηρτίσθη εγγράφως και υπεβλήθη εξ υπαρχής εις το τέλος χαρτοσήμου, πάσα εξόλφησις ή σχετική προς την σύμβασιν απόδειξις υπόκεινται εις πάγιον τέλος δραχ. 5.000 εκτός αν η απόδειξις αύτη αφορά την καταβολήν τόκων ή άλλων ωφελειών, δι’ α δεν κατεβλήθη προηγουμένως το νόμιμον τέλος οπότε η απόδειξις αύτη υπόκειται εις το τέλος της κλίμακος του άρθρ. 12 ή του κατωτ. άρθρ. 14 αναλόγως προς την φύσιν της κυρίας συμβάσεως. Καθ’ ας περιπτώσεις το πάγιον τούτο τέλος τυγχάνει ανώτερον του αναλογικού τέλους του αντιστοιχούντος εις το ποσόν, δι’ ό η απόδειξις ή εξόφλησις, καταβάλλεται το αναλογικόν τέλος χαρτοσήμου. Εφ’ όσον η σύμβασις δεν συνήφθη εγγράφως υπόκειται εις το αναλογικόν τέλος η εγγράφως καταρτιζομένη εξόφλησις αυτής ή η σχετική προς την σύμβασιν έγγραφος απόδειξις. γ)Εφ’ οιασδήποτε σχέσεως, εκ της οποίας απορρέει απαίτησις δι ην δεν κατεβλήθη το κατά το άρθρ. 14 παρ. 2 του ν. 2246/1952, κατωτ. αριθ.
- Άρθρ.48.-1.Η άρνησις υποβολής εις έλεγχον προς εξακρίβωσιν παραβάσεων του νόμου περί τελών χαρτοσήμου και η άρνησις της ανακοινώσεως των εις τούτον υποκειμένων βιβλίων και εγγράφων, ως και η ψευδής δήλωσις περί του ότι δεν υφίστανται τα προς έλεγχον ζητούμενα έγγραφα, η μη επί διετίαν τήρησις των χαρτοσημαινομένων τιμολογίων και των εγγράφων στελεχών εξ ων αποκόπτονται έγγραφα, ως και η παράβασις της τελευταίας προτάσεως του άρθρ. 7, τιμωρείται επιβαλλομένου κατά του παραβάτου προστίμου δρχ. 1.000 μέχρι δρχ. 2.000.
- Το αρχικόν πρόστιμον ήτο δρχ. 100 μέχρι 10.000, του ανωτάτου ορίου αυξηθέντος εις δρχ. 200.000 δια του άρθρ. 14 ν. 187/1943, κατωτ. αριθ.
- Μετά ταύτα το πρόστιμον εδεκαπλασιάσθη δια του εβδόμου άρθρου Β.Δ. 12/15 Σεπτ. 1949, κατωτ. αριθ.
- Άρθρ.49.-1.Εν περιπτώσει μη νομίμου διαγραφής ή μη νομίμου ακυρώσεως άμα τη επικολλήσει επί του εγγράφου του κινητού επισήματος και παντός άλλου ενσήμου δι’ ου εισπράττονται φόροι, τέλη και δικαιώματα του δημοσίου η δια του κινητού επισήματος σήμανσις θεωρείται μη γενομένη, του εγγράφου θεωρουμένου ως γεγραμμένου εξ αρχής εφ’ απλού χάρτου. Σελ. 59 Κώδικας Τελών Χαρτοσήμου 28.Α.α.10 2.Πλην τούτου η μη νόμιμος διαγραφή ή μη νόμιμος ακύρωσις άμα τη επικολλήσει επί του εγγράφου του κινητού επισήματος ή παντός άλλου ενσήμου δι’ ου εισπράττονται φόροι, τέλη και δικαιώματα, τιμωρείται δια προστίμου μέχρι «δρχ. 2.000.000». Εάν ο παραβάτης είναι λειτουργός ή υπάλληλος εκ των αναφερομένων εις το κατωτέρω άρθρ. 51 το πρόστιμον τριπλασιάζεται. Αρχικώς το ανώτατον όριον του προστίμου ήτο δρχ. 1.000, αυξηθέν εις δρχ. 200.000 δια του άρθρ. 14 ν. 187/1943, κατωτ. αριθ. 35 εδεκαπλασιάσθη δε δια του εβδόμου άρθρου του Β.Δ. 12/15 Σεπτ. 1949, κατωτ. αριθ.
- Άρθρ.50.-1.Πάσα παράβασις διατάξεως των εις εκτέλεσιν του παρόντος νόμου εκδιδομένων Δ/των τιμωρείται με πρόστιμον δραχ. 1.000 μέχρι δραχ. 2.000.
- Αρχικώς το πρόστιμον ήτο δραχ. 100 μέχρι 5.000, του ανωτάτου ορίου αυξηθέντος εις δρχ. 200.000 δια του άρθρ. 14 ν. 187/1943, κατωτ. αρ.
- Μετά ταύτα το πρόστιμον εδεκαπλασιάσθη δια του εβδόμου άρθρου Β.Δ. 12/15 Σεπτ. 1949, κατωτ. αριθ.
- Άρθρ.51.-1.«Η υπό δημοσίων, εκκλησιαστικών, δημοτικών, κοινοτικών λειτουργών ή υπό προϊσταμένων ή άλλων υπαλλήλων λιμενικών επιτροπών, ειδικών ταμείων, νομικών προσώπων και οργανισμών δημοσίου δικαίου, μη εξ υπαρχής γραφή επί του αναλόγου σφραγιστού χάρτου των εγγράφων των υπ’ αυτών εκδιδομένων ή ενώπιον αυτών συντασσομένων ή η μη επικόλλησις, άμα τη συντάξει, των παρ’ αυτών συντασσομένων εγγράφων του αναλόγου κινητού επισήματος εις ας περιπτώσεις επιτρέπεται τούτο, ως επίσης και η αποδοχή προς υπηρεσιακήν χρήσιν, ή τοιαύτη χρήσις εγγράφων μη γεγραμμένων εξ αρχής επί του αναλόγου σφραγιστού χάρτου ή εφ’ ων δεν έχει επιτεθή, άμα τη συντάξει των, το ανάλογον κινητόν επίσημα, εις ας περιπτώσεις επιτρέπεται η επίθεσις τοιούτου, τιμωρείται υποβαλλομένων των παραβατών εις την πληρωμήν προστίμου μέχρι του απλού τέλους άνευ αναγωγής κατά του ιδιώτου, όστις υπόκειται εις την πληρωμήν του κατά το ανωτέρω άρθρω 40 τέλους». Η παράγρ. 1 αντικατεστάθη ως άνω υπό του άρθρ. 8 παράγρ. 3 Α.Ν. 209/1936 τ.27 σελ.
- Σελ. 60 2.α)Πας λειτουργός ή υπάλληλος εκ των εν τη ανωτέρω παρ. 1 αναφερομένων ευθύς ως περιέλθη εις την υπηρεσίαν αυτού έγγραφον υποκείμενον εις τέλος χαρτοσήμου και μη συντεταγμένον νομίμως επί του αναλόγου χαρτοσήμου, υποχρεούται, όπως άνευ αναβολής συντάσση σύντομον έκθεσιν περί της εξακριβωθείσης παραβάσεως και διαβιβάζει ταύτην προς τον οικον. έφορον της περιφερείας του δια την επιβολήν κατά των παραβατών των υπό του παρόντος νόμου προβλεπομένων ποινών, ειδοποιών απαραιτήτως περί τούτου τον ενδιαφερόμενον. Μόνον μετά την καταβολήν του τέλους και του προστίμου του δια της αποφάσεως του οικονομικού εφόρου καταλογισθέντος επιτρέπεται η χρήσις του εγγράφου τούτου υπό των λειτουργών και υπαλλήλων τούτων. β)Καθ’ ας περιπτώσεις εκ των ενόντων κρίνουσι δικαστήρια, πρόεδροι δικαστηρίων ή ειρηνοδίκαι εξαιρουμένων των δικών εκ συναλλαγματικών ή γραμματίων, επίσης δε εις περιπτώσεις ποινικών δικών και ανακρίσεων, επιτρέπεται όπως λαμβάνωνται υπ’ όψει προσαγόμενα έγγραφα κατά παράβασιν του νόμου συντεταγμένα εφ’ απλού χάρτου ή επί χαρτοσήμου ελάσσονος αξίας, χωρίς εκ τούτου να παρακωλύεται η εφαρμογή της διαδικασίας του εδαφ. α΄ της παρούσης παραγράφου δια την επιβολήν του τέλους και του προστίμου. 28.Α.α.10 Κώδικας Τελών Χαρτοσήμου γ)Προκειμένου περί ελλείψεων χαρτοσήμου εξακριβουμένων κατά τον έλεγχον διαχειρίσεων υπολόγων εν γένει και μη αναπληρωθεισών υπό τούτων, δεν έχει εφαρμογήν η διάταξις του ανωτέρω εδ. α΄, αλλ’ οι υπεύθυνοι δια τας εξακριβουμένας ελλείψεις υπόλογοι καλούνται υπό του υπουργείου των Οικονομικών επί τη βάσει επισήμου πίνακος περί τούτων καταρτιζομένου υπό της ελεγχούσης υπηρεσίας, όπως εντός δέκα πέντε ημερών από της κοινοποιήσεως της προσκλήσεως, συμπληρώσωσι τας ελλείψεις δι’ επικολλήσεως αναλόγου κινητού επισήματος επί του πίνακος. Παρελθούσης απράκτου της προθεσμίας ταύτης προκαλείται υπό της αρμοδίας υπηρεσίας καταλογιστική απόφασις του οικονομικού εφόρου δια την επιβολήν των τε ελλειπόντων τελών και του εν τη ανωτέρω παράγρ. 1 του παρόντος άρθρου προστίμου, διαβιβαζομένου εις τον οικονομικόν έφορον μόνον του πίνακος των ελλείψεων της ελεγχούσης αρχής. 3.Επί πράξεων των προέδρων, γραμματέων, συμβολαιογράφων, δικηγόρων, των φυλάκων υποθηκών τε και μεταγραφών και των κλητήρων παρά τοις δικαστηρίοις άπασιν η παράβασις των περί τέλους χαρτοσήμου διατάξεων του νόμου επάγεται και πειθαρχικήν ποινήν επιβαλλομένην υπό του αρμοδίου δικαστηρίου, κατά τα εν τω δικαστικώ οργανισμώ ωρισμένα. Ωσαύτως δε και οι δημόσιοι λειτουργοί εν περιπτώσει παραβάσεως των διατάξεων του νόμου περί τελών χαρτοσήμου, τιμωρούνται πειθαρχικώς κατά τους ισχύοντας περί πειθαρχικής δικαιοδοσίας νόμους. 4.Ένεκα παραβάσεως των διατάξεων περί τέλους εγγραφής εν τοις δικαστικοίς πινακίοις, ευθύνονται αλληλεγγύως δια την πληρωμήν του υπό της πρώτης παραγράφου του παρόντος άρθρου καθοριζομένου προστίμου ό τε πρόεδρος του δικαστηρίου και ο γραμματεύς. Άρθρ.52.-«Η μη τήρησις των διατάξεων εν γένει περί υπερβάλλοντος τέλους χαρτοσήμου, και ειδικώς η χρήσις φύλλου σφραγιστού χάρτου ή κινητού επισήματος αντί γραμματίου υπερβάλλοντος τέλους, η μη εν δέοντι χρόνω έκδοσις και προσάρτησις εις το οικείον έγγραφον του γραμματίου, ως και η μη βεβαίωσις εν τω εγγράφω περί της καταβολής του υπερβάλλοντος τέλους τιμωρείται, επιβαλλομένου κατά του παραβάτου, εκτός του τέλους χαρτοσήμου, εις ας περιπτώσεις τούτο δεν έχει οπωσδήποτε καταβληθή, και του υπό της παραγρ. 1 του ανωτέρω άρθρ. 40 προστίμου». Το άρθρ. 52 αντικατεστάθη ως άνω δια του έκτου άρθρου Β.Δ. 12/15 Σεπτ. 1949, κατωτ. αριθ.
- Άρθρ.53.-1.Ο δημόσιος ή ο δικαστικός λειτουργός ο παραλείψας την εκκαθάρισιν ή βεβαίωσιν των τελών χαρτοσήμου επί πειθαρχικών ή ποινικών υποθέσεων ή επί υποθέσεων ήττης του αντιδίκου του δημοσίου εις δίκας πολιτικάς, τιμωρείται δια προστίμου μέχρι του διπλασίου του μη εκκαθαρισθέντος ή μη βεβαιωθέντος ποσού τελών χαρτοσήμου. Άρθρ.54.-1.Η μη είσπραξις του τέλους του επιβαλλομένου δια της παρ. 20 του ανωτέρω άρθρ. 15 επί εκάστης αποδείξεως εκδιδομένης παρά των δημοσίων ταμείων τιμωρείται επιβαλλομένου κατά του παραβάτου εκτός του μη εισπραχθέντος τέλους και προστίμου μέχρι δραχ. 200.
- Αρχικώς το ανώτατον όριον του προστίμου ήτο δραχ. 1.000, ηυξήθη όμως εις δραχ. 200.000 δια του άρθρ. 14 ν. 187/1943, κατωτ. αριθ.
- άρθρ. 12 τέλος, εάν εκδοθή απόφασις εκτελεστή επιδικάζουσα οιονδήποτε ποσόν, το τέλος τούτο καταβάλλεται υποχρεωτικώς προ της εκδόσεως του εκτελεστού απογράφου και υπολογίζεται επί του δια της αποφάσεως, επιδικασθέντος κεφαλαίου και των τόκων αυτού μέχρι της ημέρας της εκδόσεως του απογράφου, γιγνομένης ειδικής περί της καταβολής ταύτης μνείας παρά πόδας του εκτελεστού απογράφου υπό της εκδιδούσης αυτό αρχής. Δια το ποσόν των από της εκδόσεως του απογράφου μέχρι της εξοφλήσεως τόκων, το τέλος καταβάλλεται κατά την εξόφλησιν της περί ης η απόφασις απαιτήσεως ή, εν περιπτώσει εκτελέσεως δια πλειστηριασμού, κατά την εξόφλησιν του εκπλειστηριάσματος. Εάν δια την τοιαύτην εξόφλησιν, υπαχθείσαν εις το τέλος κατά τ’ ανωτέρω, ενεργηθή πληρωμή δια γραμματίου του δημοσίου ταμείου ή του ταμείου παρακαταθηκών, η σχετική απόδειξις, υπόκειται εις πάγιον τέλος δρχ. 5.
- «Όταν ηττηθείς διάδικος είναι το Δημόσιον ή το ταμείον του εθνικού στόλου ή το εκκλησιαστικόν ταμείον, το καταβαλλόμενον υπό του νικήσαντος αντιδίκου του, προς λήψιν απογράφου τέλος, βαρύνει αυτόν (τον καταβαλόντα) και δεν είναι αποδοτέον μετά της λοιπής δικαστικής δαπάνης». Τα εντός « » της παρ. 1γ΄ προσετέθησαν υπό του άρθρ. 29 Α.Ν. 553 (κατωτ. αρ. 17). 28.Α.α.10 Κώδικας Τελών Χαρτοσήμου «δ.Επί ενοικιάσεων δημοσίων, δημοτικών ή κοινοτικών προσόδων ή δικαιωμάτων ή πραγμάτων εν γένει και επί των δια διαγωνισμού ή καθ’ οιονδήποτε άλλον τρόπον ενεργουμένων παντός είδους παραχωρήσεων υπό του Δημοσίου, των Δήμων ή Κοινοτήτων ή άλλων νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, ως και επί πάσης άλλης συμβάσεως οιουδήποτε αντικειμένου μεταξύ τινος των αυτών προσώπων εξ ενός και οιουδήποτε τρίτου εξ ετέρου εις το αναλογικόν τέλος του άρθρ. 12 υπόκειται η μετά την κατακύρωσιν καταρτιζομένη σύμβασις. Εις όσας περιπτώσεις δεν συνάπτεται ιδιαιτέρα έγγραφος σύμβασις ουδέν εκ της κατακυρώσεως δικαίωμα αποκτά ο υπέρ ου αύτη προ της καταβολής του αναλογούντος τέλους. Τ’ ανωτέρω δεν εφαρμόζονται επί των περιπτώσεων περί ων προβλέπουσι η παρ. 2 του παρόντος και τα άρθρ. 15β, 15γ, 15δ, 15ε και 16 του παρόντος νόμου». Το εδ. α΄ αντικατεστάθη ως άνω δια του Άρθρ.55.-1.Η εν γνώσει περί του ανακριβούς της δηλουμένης αξίας του αντικειμένου της πράξεως υπό των ενδιαφερομένων προς αποφυγήν των τελών χαρτοσήμου, κατάρτισις αυτής υπό συμβολαιογράφου ή ενέργεια μεταγραφής της πράξεως τιμωρείται επιβαλλομένου κατά του παραβάτου συμβολαιογράφου ή φύλακος υποθηκών και μεταγραφών και ιδιωτών προστίμου 10.000 μέχρι 2.000.000 δραχμών. Αρχικώς το πρόστιμον ήτο δρχ. 1.000 μέχρι 10.000, του ανωτάτου ορίου αυξηθέντος εις δραχ. 200.000 δια του άρθρ. 14 ν. 187/1943, κατωτ. αριθ.
- Μετά ταύτα το πρόστιμον εδεκαπλασιάσθη δια του εβδόμου άρθρου Β.Δ. 12/15 Σεπτ. 1949, κατωτ. αριθ.
- 2.Εν περιπτώσει εκτελέσεως των δια προσυμφώνου συμφωνηθέντων άνευ καταρτίσεως εγγράφου οριστικού συμβολαίου, το ως εκ του λόγου τούτου μη καταβληθέν αναλογικόν τέλος χαρτοσήμου καταλογίζεται δια πράξεως του οικονομικού εφόρου. Άρθρ.56.-1.Η υπό δημοσίου ταμίου ή οιουδήποτε ταμιακού υπαλλήλου ανταλλαγή ή εξαργύρωσις άπαξ πωληθέντων εκ του ταμείου φύλλων σφραγιστού χάρτου ή κινητών επισημάτων ή ενσήμων οιουδήποτε είδους ή η αποδοχή προς πώλησιν και πώλησις χαρτοσήμων και ενσήμων μη προμηθευθέντων παρ’ αυτού νομίμως εκ των αποθηκών του δημοσίου τιμωρείται επιβαλλομένου κατά του παραβάτου προστίμου μέχρι του εικοσαπλασίου του ανταλλαγέντος, εξαργυρωθέντος ή πωληθέντος ποσού. Άρθρ.57.-(Κατηργήθη δια του άρθρου 473 ν. 1492/1950, τ.8 σελ. 79). (Αντί για τη σελ. 61(α) Σελ. 61(β). Τεύχος Ζ11-Σελ. 11 Κώδικας Τελών Χαρτοσήμου 28.Α.α.10 Άρθρ.58.-1.Η πώλησις φύλλων σφραγιστού χάρτου ή κινητών επισημάτων ή άλλων ενσήμων άνευ ειδικής αδείας εκδιδομένης παρά της αρμοδίας εκ του νόμου αρχής ως και η πώλησις κλάσεων φύλλων σφραγιστού χάρτου ή κινητών επισημάτων ή άλλων ενσήμων δι’ ας δεν εδόθη η άδεια λιανικής επί προμηθεία πωλήσεως δι’ ων αποκλειστικώς η πώλησις κατά νόμον ενεργείται μόνον εν τοις δημοσίοις ταμείοις ως και η παρά των κεκτημένων νομίμως άδειαν λιανικής επί προμηθεία πωλήσεως φύλλου σφραγιστού χάρτου ή κινητού επισήματος ή άλλου ενσήμου πώλησις αυτού εις τιμήν ανωτέραν της νομίμου ως και η παρά των κεκτημένων νομίμως άδειαν λιανικής επί προμηθεία πωλήσεως φύλλου σφραγιστού χάρτου ή κινητού επισήματος ή άλλου ενσήμου μη τήρησις των υποχρεώσεων αυτών εκ του νόμου των Δ/των ή των κανονισμών του υπουργείου των Οικονομικών τιμωρείται δια προστίμου δραχ. 2.000 μέχρι δραχ. 2.000.0000 στερουμένου του παραβάτου αυτοδικαίως της αδείας και μη επιτρεπομένης της εκδόσεως εκ νέου τοιούτης αδείας επ’ ονόματί του. Το πωλούμενον χαρτόσημον ή κινητόν επίσημα ή άλλο ένσημον κατάσχεται και πωλείται υπέρ του δημοσίου ταμείου. Το ως άνω πρόστιμον αρχικώς ήτο δρχ. 200 μέχρι 5.000, του ανωτάτου ορίου αυξηθέντος εις δραχ. 200.000 δια του άρθρ. 14 ν. 187/1943, κατωτ. αριθ.
- Μετά ταύτα το πρόστιμον εδεκαπλασιάσθη δια του εβδόμου άρθρου Β.Δ. 12/15 Σεπτ. 1949, κατωτ. αριθ.
- Άρθρ.59.-(Κατηργήθη δια του άρθρου 473 ν. 1492/1950, τ.8 σελ. 79). Άρθρ.60.-1.Η άνευ αδείας κατασκευή, εισαγωγή και απλώς κατοχή χάρτου εμπεριέχοντος τα υπό των νόμων και των διαταγμάτων καθοριζόμενα διακριτικά σημεία του χάρτου του προωρισμένου αποκλειστικώς δια την κατασκευήν φύλλων σφραγιστού χάρτου, κινητών επισημάτων και άλλων ενσήμων τιμωρείται δια φυλακίσεως μέχρις ενός έτους, ο δε χάρτης κατάσχεται. Άρθρ.61.-(Κατηγργήθη δια του άρθρ. 473 ν. 1492/1950, τ.8 σελ. 79). Άρθρ.62-1.Αν μη επιτεθή προσθέτως το νόμιμον επίσημα δια τε το τέλος και το πρόστιμον συμφώνως προς τα ανωτέρω άρθρα επί παντός εγγράφου υποκειμένου εις τέλος και κατά παράβασιν των διατάξεων του παρόντος νόμου μη νομίμως εξ υπαρχής σημανθέντος, τα δικαστήρια Σελ. 62(β) Τεύχος Ζ11-Σελ. 12 και αι δημόσιαι αρχαί δεν επιτρέπεται να δεχθώσιν α)ουδέν ουδενός είδους έγγραφον ιδιωτικόν εκ των υποβεβλημένων υπό του Νόμου εις τέλος χαρτοσήμου μη γραφέν απ’ αρχής επί χάρτου σεσημασμένου ή γραφέν μεν αλλ’ επί χάρτου κατωτέρας τιμής, β)ουδέν έγγραφον έχον τας σφραγίδας κεκαλυμμένας δια γραφής ή άλλως παραμεμορφωμένας εις τρόπον ώστε να μη διακρίνεται το ποσόν της τιμής. Των σφραγίδων καλυφθεισών μεν, αλλ’ ουχί εις τρόπον κωλύοντα την διάγνωσιν της τιμής το έγγραφον λαμβάνεται υπ’ όψιν μόνον μετά την καταβολήν του εν τω άρθρ. 42 προστίμου. Άρθρ.63.-1.Επιτεθέντος κατά την κρίσιν του οικονομικού εφόρου του κινητού επισήματος, τα δικαστήρια και αι δημόσιαι αρχαί οφείλουσι να δεχθώσι το έγγραφον, της πράξεως του οικονομικού εφόρου αποτελούσης δεδικασμένον, ως προς τε το νόμιμον και το εμπρόθεσμον της χαρτοσημάνσεως. Άρθρ.64.-1.Επί προσαγωγής ιδιωτικών εγγράφων εν αντιγράφω απαιτείται προς παραδοχήν αυτών επίσημος βεβαίωσις ότι το πρωτότυπον είναι γεγραμμένον επί του νομίμου χάρτου ή υπεβλήθη εις το πρόστιμον. Εν ελλείψει της βεβαιώσεως ταύτης, το προσαγόμενον αντίγραφον υποβάλλεται εις τε το τέλος και το πρόστιμον ως πρωτότυπον. άρθρ. 3 παρ. 2 Ν. 2246/1952, κατωτ. αρ.
- ε)Εφ’ όσον σχετικώς προς οιανδήποτε κυρίαν σύμβασιν, συνάπτονται παρεπόμενα σύμφωνα, αναφερόμενα εις την παροχήν υποθήκης, ενεχύρου, εγγυήσεως πάσης φύσεως, ως και πάσης άλλης ασφαλείας ή ποινικών ρητρών, εάν μεν υπεβλήθη εις το κατά την κλίμακα του άρθρ. 12 τέλος η κυρία σύμβασις, το δε παρεπόμενον συμφωνείται δια του εγγράφου, εις ουδέν υπόκειται τούτο τέλος. Εάν το παρεπόμενον τούτο σύμφωνον συμφωνήται δια χωριστού εγγράφου, εφ’ όσον μεν η κυρία σύμβασις υπεβλήθη εις το τέλος της κλίμακος του άρθρ. 12, το παρεπόμενον σύμφωνον υπόκειται εις πάγιον τέλος δραχμών 10.000, εν εναντία δε περιπτώσει εις το αναλογικόν τέλος της κλίμακος του άρθρ. 12, υπολογιζόμενον επί του ποσού του αντιστοιχούντος εις την αξίαν της μη υποβληθείσης εις το αναλογικόν τέλος κυρίας συμβάσεως, αδιαφόρως αν το εν τω παρεπομένω συμφώνω ποσόν είναι έλασσον ή μείζον της αξίας της μη υποβληθείσης εις το αναλογικόν τέλος κυρίας συμβάσεως. Παν όμως ποσόν καταβαλλόμενον, συνεπεία προσθέτου συμφώνου, πέρα του υποβληθέντος εις αναλογικόν τέλος ποσού της κυρίας συμβάσεως, υπόκειται κατά την καταβολήν του εις το κατά το άρθρ. 12 τέλη. «Προκειμένης θεωρήσεως υπό Συμβολαιογράφου ιδιωτικού εγγράφου συστάσεως ενεχύρου, όπως τούτο κτήσηται βεβαίαν χρονολογίαν, κατά τας διατάξεις των άρθρ. 1211 και 1247 του Αστικού Κώδικος, η θεώρησις αύτη υπόκειται εις το κατά τ’ ανωτέρω προσήκον αναλογικόν τέλος, εκτός αν προκύπτη ότι το έγγραφον τούτο ή η κυρία σύμβασις υπήχθησαν εις το εν λόγω τέλος, οπότε η θεώρησις υποβάλλεται εις το προσήκον αυτή πάγιον τέλος». Η εντός « » παράγραφος προσετέθη δια του Άρθρ.65.-1.Επί των εις το τέλος του χαρτοσήμου αναγομένων παραβάσεων, εκτός των περιπτώσεων καθ’ ας καταλογίζεται χρηματική ποινή ή φυλάκισις επιβαλλομένη υπό του αρμοδίου ποινικού δικαστηρίου, αποφαίνεται πάντοτε ο οικον. έφορος καταλογίζων δια πράξεώς του εις βάρος του παραβάτου το νόμιμον τέλος και το πρόστιμον. 2.Αρμόδιος οικον. έφορος είναι εκείνος εις την περιφέρειαν του οποίου εξακριβούται η παράβασις, καθ’ ας δε περιπτώσεις οίκοθεν προσάγεται το μη νομίμως χαρτοσημανθέν έγγραφον δια την επίθεσιν κινητού χατοσήμου διά τε το τέλος και το πρόστιμον αρμόδιος καθίσταται ο οικον. έφορος εις ον προσάγεται το έγγραφον προς σήμανσιν. «3.Στην πράξη της παρ. 1, η οποία μπορεί να εκδίδεται και για περισσότερα από 1 έτη αναγράφονται τα ποσά του κύριου τέλους και του προστίμου. Μαζί με την πράξη κοινοποιείται στον υπόχρεο και αντίγραφο της οικείας έκθεσης ελέγχου, στην οποία μνημονεύονται και οι σχετικές διατάξεις, που επιβάλλουν το τέλος αυτό και το πρόστιμο. Με απόφαση του Υπουργού των Οικονομικών καθορίζεται το περιεχόμενο της παραπάνω πράξης». Η παρ. 3 αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. 6 άρθρ. 20 Νόμ. 1473/1984 (ΦΕΚ Α΄ 127) (κατωτ. αριθ. 127). 28.Α.α.10 Κώδικας Τελών Χαρτοσήμου 4.Κατά την υπό του οικον. Εφόρου επίθεσιν επί εγγράφου μη νομίμως σεσημασμένου του κινητού επισήματος δια τε το τέλος και το πρόστιμον σημειούται επ’ αυτού παρά το επιτιθέμενον επίσημα το ποσόν το αναλογούν εις το τέλος και το πρόστιμον ως και η διάταξις η επιβάλλουσα αυτό, η πράξις δε αύτη του οικον. εφόρου χρονολογουμένη και υπογραφομένη υπ’ αυτού θεωρείται ως πράξις εκδιδομένη, συμφώνως τη παρ. 1 του παρόντος άρθρου καθ’ ης επιτρέπεται η κατά την κατωτέρω παράγραφον προσφυγή. «5.Ο καθ’ ου εξεδόθη η πράξις της φορολογικής αρχής περί καταλογισμού κυρίου τέλους χαρτοσήμου και προστίμου, δύναται να προτείνη την εξώδικον λύσιν της διαφοράς μεταξύ αυτού και της εκδούσης την πράξιν φορολογικής αρχής. Η πρότασις υποβάλλεται εις την εκδούσαν την πράξιν φορολογικήν αρχήν, είτε δια του δικογράφου της προσφυγής, είτε δι’ ιδιαιτέρας αιτήσεως εντός της δια την άσκησιν της προσφυγής προβλεπομένης προθεσμίας. Υποβληθείσης προτάσεως εξωδίκου λύσεως της διαφοράς η φορολογική αρχή καλεί επί αποδείξει τον καθ’ ου η πράξις, ίνα προσέλθη εις τακτήν ημερομηνίαν προς συζήτησιν ταύτης. Δια την υπό πληρεξουσίου συζήτησιν της προτάσεως περί εξωδίκου λύσεως της διαφοράς και την υπογραφήν της πράξεως, δέον να προσάγηται ειδική έγγραφος πληρεξουσιότης. Η φορολογική αρχή λαμβάνουσα υπ’ όψιν τα στοιχεία του φακέλλου της υποθέσεως, τα υπό του καθ’ ου η πράξις προσκομιζόμενα στοιχεία, τα προφορικώς ή εγγράφως υπ’ αυτού αναπτυσσόμενα, ως και παν έτερον στοιχείον, δύναται, εφ’ όσον κρίνει εν όλω ή εν μέρει βάσιμον το αίτημα, ν’ αποδεχθή την ακύρωσιν της πράξεως ή την τροποποίησιν ταύτης δια διαγραφής ή περιορισμού του επιβληθέντος τέλους και επί ενίων εγγράφων, πράξεων, σχέσεων ή συναλλαγών ως και τον περιορισμόν του επιβληθέντος ποσοστού προστίμου μέχρι του ημίσεος αυτού, εξαιρέσει των περιπτώσεων περί ων το τρίτον εδάφιον της παρ. 6 του άρθρ. 40 του παρόντος, εφ’ ων εν ουδεμιά περιπτώσει το πρόστιμον δύναται να περιορισθή εις ποσόν κατώτερον του καταλογιζομένου κυρίου τέλους.
- Εφ’ όσον αι απόψεις του, καθ’ ου η πράξις και της φορολογικής αρχής συμπέσουν, συντάσσεται περί τούτου ητιολογημένη πράξις, υπογραφομένη παρ’ αμφοτέρων των μερών και η διαφορά θεωρείται επιλυθείσα εν όλω ή εν μέρει, κατά περίπτωσιν, αναλόγως του εκ της συμπτώσεως των απόψεων των μερών επελθόντος αποτελέσματος, η δε ασκηθείσα προσφυγή θεωρείται ως μη γενομένη ή ισχύει μόνον δια τας περιπτώσεις, δια τας οποίας δεν επετεύχθη διοικητική επίλυσις της διαφοράς. Εάν δεν εμφανισθή ο καθ’ ου η πράξις δια την συζήτησιν της προτάσεως αυτού ή εάν δεν πραγματοποιηθή η εξώδικος λύσις της διαφοράς, ακολουθεί η διαδικασία του νόμου δια την εκδίκασιν της ασκηθείσης προσφυγής. Η ματαίωσις της εξωδίκου λύσεως της διαφοράς βεβαιούται υπό της φορολογικής αρχής επί του περιέχοντος το αίτημα δικογράφου». Η παρ. 5 είχεν αντικατασταθή δια της παρ. 1 άρθρ. 5 Β.Δ. 18/18 Ιουλ. 1950 (κατωτ. αριθ. 57) και η παρ. 6 είχε προστεθή δια του άρθρ. 8 Β.Δ. 12/15 Σεπτ. 1949 (κατωτ. αριθ. 55). Αμφότεραι αι παράγραφοι αύται αντικατεστάθησαν ως άνω δια της παρ. 3 άρθρ. 59 Νόμ. 542/1977 (τόμ. 27Α σελ. 377). «7.Διαρκούσης της προθεσμίας προς άσκησιν ενστάσεως κατά της πράξεως ή του φύλλου ελέγχου, δι’ ης καταλογίζεται τέλος χαρτοσήμου και προστίμου, ο υπόχρεως δικαιούται να ζητήση παρά του αρμοδίου Οικον. Εφόρου την συμβιβαστικήν επίλυσιν της διαφοράς. Επιτευχθείσης της συμβιβαστικής επιλύσεως της διαφοράς, συντάσσεται σχετική πράξις επί της καταλογιστικής πράξεως ή του φύλλου ελέγχου, ήτις υπογράφεται υπό του Οικον. Εφόρου και του υποχρέου, ο οποίος μέχρι και της επομένης της υπογραφής της πράξεως ημέρας υποχρεούται να καταβάλη α)το τέλος και «β)πρόστιμον ίσον προς το 1/3 του τέλους τούτου». Εν περιπτώσει μη καταβολής του τέλους κλπ. ματαιούται η συμβιβαστική επίλυσις της διαφοράς και συνεχίζεται περαιτέρω η τακτική διαδικασία». Η παρ. 7 προσετέθη δια της παρ. 1 του ενάτου άρθρου του Β.Δ. 6/7 Ιουν. 1951, κατωτ. αρ. 64 της παρ. β΄ αντικατασταθείσης ως άνω δια του άρθρ. 14 παρ. 4 του Ν. 2246/1952, κατωτ. αριθ.
- Κατά το άρθρ. 2 Ν.Δ. 328/1974 (τόμ. 27 σελ. 194,404) επί τελών χαρτοσήμου, εξαιρέσει των εν τοις Τελωνείοις βεβαιουμένων και εισπραττομένων, εφαρμόζονται αναλόγως αι διατάξεις των παρ. 4 και 5 του άρθρ. 59 Ν.Δ. 3323/1955 (τόμ. 27 σελ. 171) αφορώσαι τρόπον καταβολής του φόρου εν περιπτώσει συμβιβασμού ή προσφυγής ενώπιον φορολογικού δικαστηρίου. Άρθρ.66.-1.Η εφαρμογή εν γένει του νόμου περί τελών χαρτοσήμου και η δίωξις των παραβάσεων ανατίθεται εις τους οικονομικούς εφόρους του Κράτους. Εις πόλεις ένθα υφίστανται πλείονες οικονομικοί έφοροι δύναται να καθίσταται εις τούτων αρμόδιος ειδικώς δια την έκδοσιν των καταλογιστικών πράξεως και την επίθεσιν του κινητού επισήματος, δι’ αποφάσεως του υπουργού των Οικονομικών. (Αντί της σελ. 63 (β) Σελ. 63(γ) Τεύχος 625-Σελ. 119 Κώδικας Τελών Χαρτοσήμου 28.Α.α.10 2.Οι οικον. έφοροι είτε αυτοπροσώπως είτε δι’ ειδικώς εντεταλμένων παρ’ αυτών υπαλλήλων της οικον. εφορίας υποχρεούνται να ενεργώσιν έλεγχον εις τα εν τη κατωτέρω παρ. 3 γραφεία και καταστήματα προς εξακρίβωσιν των παραβάσεων του Νόμου περί τελών χαρτοσήμου. 3.Ωσαύτως εις οικον. επιθεωρητάς ή άλλους οικονομικούς υπαλλήλους δύναται να ανατίθηται υπό του υπουργού των Οικονομικών ο έλεγχος των γραφείων και καταστημάτων των εμπόρων, βιομηχάνων, επιτηδευματιών εν γένει, Τραπεζών, ασφαλιστικών εταιριών και λοιπών ανωνύμων εταιριών, ιδιαιτέρως δε των συμβολαιογραφείων, γραφείων φυλάκων υποθηκών και μεταγραφών και δικαστικών κλητήρων, δήμων, κοινοτήτων, λιμενικών επιτροπών και ειδικών ταμείων και οργανισμών δημοσίου δικαίου ως και των γραφείων των γραμματέων των δικαστηρίων δια την εξακρίβωσιν της εφαρμογής του Νόμου περί τελών χαρτοσήμου. 4.«Εις τους εν ταις ανωτέρω παραγράφοις οριζομένους υπαλλήλους εφ’ όσον ενεργούσι τον έλεγχον εις ώρας εκτός των εργασίμων, παρέχεται προκειμένου περί ελέγχου ενεργουμένου εν Αθήναις, Πειραιεί και Θεσ/νίκη πάγιον ποσόν δι’ έξοδα κινήσεως μέχρι δραχμών πεντήκοντα δι’ εκάστην πραγματικήν ημέραν εργασίας, καθοριζόμενον υπό του υπουργού. Προκειμένου περί των εις άλλας πόλεις εδρευουσών εφοριών ορίζεται χρόνος ενεργείας του εντός της έδρας τούτων ελέγχου, το τελευταίον τετράμηνον, εκάστου οικονομικού έτους ως εξής: α)Παρά τη έδρα εκάστης εφορίας α΄ τάξεως δια τριών υπαλλήλων αντί μηνιαίου παγίου ποσού εξόδων κινήσεως δραχ. 500 δι’ έκαστον υπάλληλον. β)Παρά τη έδρα εκάστης εφορίας β΄ τάξεως δια δύο υπαλλήλων αντί παγίου μηνιαίου ποσού εξόδων κινήσεως δραχ. 400 δι’ έκαστον υπάλληλον. Αι εφορίαι γ΄ τάξεως, ως και οι α΄ και β΄ τάξεως δια το υπόλοιπον οκτάμηνον χρονικόν διάστημα, θέλουσιν ασχολείσθαι εις τον έλεγχον χαρτοσήμου εν συγχρονισμώ με τας λοιπάς εργασίας βεβαιώσεως άνευ ειδικής αποζημιώσεως». «Εις Αθήνας και Πειραιά, εφ’ όσον ο έλεγχος ενεργείται δια συνεργείου εκ μονίμων υπαλλήλων τη φροντίδι του αρμοδίου Τμήματος του Υπουργείου ουδεμία αποζημίωσις χορηγείται εις τας Εφορίας των πόλεων τούτων δια την αυτήν αιτίαν». Η παράγρ. 4 αντικατεστάθη ως άνω υπό του άρθρ. 20 παρ. 1 Α.Ν. 667/37 (τ. 24), όπερ εκ παραδρομής ομιλεί περί άρθρ. 55 αντί 66 του κώδικος. Τα ποσά των εξόδων κινήσεως και αποζημιώσεων ορίζονται δι’ αποφάσεων του Υπουργού των Οικονομικών. Σελ. 64(γ) Τεύχος 625-Σελ. 120 Μεταβατικαί διατάξεις Άρθρ.67.-1.Μέχρι της εκδόσεως ενός εκάστου εκ των Δ/των των προβλεπομένων υπό των διατάξεων του παρόντος Νόμου, ο τρόπος της εισπράξεως των δια του παρόντος Νόμου επιβαλλομένων τελών, ο τρόπος του υπολογισμού, ο τρόπος της εκκαθαρίσεως και βεβαιώσεως των τελών τούτων, ο τρόπος της χρήσεως του φύλλου σφραγιστού χάρτου και του κινητού επισήματος, της διαγραφής και ακυρώσεως αυτού, ο τρόπος της καταβολής των τελών και ο τρόπος της πωλήσεως του χαρτοσήμου ενεργούνται συμφώνως προς τας ισχυούσας προ της δημοσιεύσεως του παρόντος Νόμου διατάξεις. 2.Έγγραφα συνταχθέντα προ της ισχύος του Ν. 5164 και υποκείμενα εις τέλη χαρτοσήμου πάγια ή αναλογικά και μη υποβληθέντα εις τέλη χαρτοσήμου ή υποβληθέντα εις τέλος κατώτερον του νομίμου, δύνανται να προσαχθώσιν εις οιονδήποτε οικον. έφορον του Κράτους και να υποβληθώσι παρ’ αυτού εις το απλούν τέλος χαρτοσήμου, ως τούτο καθορίζεται υπό του Νόμου τούτου άνευ προστίμου, εφ’ όσον προσάγονται εντός τριών μηνών από της ενάρξεως της ισχύος του Ν. 5164 οπότε ταύτα είναι ισχυρά ενώπιον των δικαστηρίων και πάσης άλλης του Κράτους αρχής. Εφ’ όσον τοιαύτα έγγραφα προσάγονται μετά την πάροδον του τριμήνου η χαρτοσήμανσις αυτών ενεργείται συμφώνως προς τας διατάξεις του κεφαλαίου Δ΄ του Ν. 4755 περί κώδικος των Νόμων περί τελών χαρτοσήμου (ανωτ. αρ. 10). 3.Η διάταξις της παρ. 2 του άρθρου 5 του Ν. 5164/1931 (ανωτ. αρ. 6) ισχύει από της 1 Αυγ.
- 4.Εκκρεμείς ή εγερθησόμεναι προ των δικαστηρίων προσωπικαί αγωγαί περί διαφορών γεννηθεισών προ του Αυγ. 1922 ή στηριζόμενοι επί τελεσιδίκων αποφάσεων ή εκτελεστών δικαιογράφων, ων η έκδοσις ανατρέχει εις τον αυτόν χρόνον και εφ’ όσον το αντικείμενον αυτών δεν υπερβαίνει τας δραχ. 50.000, υπόκεινται ενώπιον πάντων των δικαστηρίων εις τα τέλη χαρτοσήμου τα καθωρισμένα δια την ενώπιον των ειρηνοδικείων διαδικασίαν, πλην του κατά τον Ν. 4428 (
- Εγ. 1) τέλους, όπερ εισπράττεται ακέραιον, της δι’ αυτού προβλεπομένης εγγραφής αντικαθιστώσης καθ’ όλας τας ανωτέρω περιπτώσεις, πάσαν κοινοποίησιν των σχετικών προς τοιαύτας διαφοράς αποδεικτικών επιδόσεως συντασσομένων επί χαρτοσήμου δραχμών πέντε. Βλ. και άρθρ. 19 Νόμ. 2246/1952 (κατωτ. αριθ. 65). 5.(Κατηργήθη δια της παρ. 6 άρθρ. 4 Β.Δ. 28/30 Μαρτ. 1946 κατωτ. αριθ. 42). 28.Α.α.10 Κώδικας Τελών Χαρτοσήμου ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ε΄ Τελικαί διατάξεις Άρθρ.68.-1.Καταργούνται οι νόμοι: ΑΧΚΕ΄/1887, ΑΨ4Β΄/1889, ΒΡΙΒ΄/1892, ΒΧΚΓ΄/1899, Γ4/1905, ΓΡΛΖ΄/1906, ΓΤΠ΄/1909, ΓΧΒ΄/1910, ΓΧΚΓ΄/1910 ως ούτος ετροποποιήθη δια μεταγενεστέρων νόμων, 1372/1918 (ανωτ. αρ. 2), το άρθρ. 1 του ν. 1680/1919, αι περί τελών χαρτοσήμου διατάξεις του από 29 Δεκ. 1922 Ν.Δ/τος περί προσαυξήσεως τελών χαρτοσήμου κλπ., το άρθρ. 39 του Ν.Δ. της 4 Ιουλ. 1923 περί οργανισμού του Ελεγκτικού Συνεδρίου (τ.29), το άρθρ. 10 του Ν.Δ. της 23 Ιουλίου 1923 περί τροποποιήσεως των νόμων της ταμιακής υπηρεσίας του Κράτους, το Ν.Δ. της 11 Σεπτ. 1923 περί των επιβαλλομένων ποινών εν περιπτώσει μη νομίμου διαγραφής κλπ., το Ν.Δ. της 24 Δεκ. 1925 περί ορισμού ενιαίου ενσήμου δια την είσπραξιν των τελών χαρτοσήμου κλπ., το Ν.Δ. της 22 Ιαν. 1926 περί συμπληρώσεως των διατάξεων περί ενιαίου ενσήμου, το Ν.Δ. της 27 Οκτ. 1925 περί αυξήσεως και καταλογισμού των τελών της ποινικής διαδικασίας, ο ν. 4438 της 6 Αυγ. 1929 εκτός των διατάξεων των άρθρ. 2 και 3 αυτού αίτινες διατηρούνται εν ισχύϊ και πάσα άλλη διάταξις αντικειμένη εις τον παρόντα νόμον. 2.Μέχρι της δημοσιεύσεως ειδικού νόμου, τα νόμιμα δικαιώματα των συμβολαιογράφων, φυλάκων υποθηκών και μεταγραφών και δικαστικών κλητήρων ρυθμίζονται επί τη βάσει των προ της ενάρξεως της ισχύος του ν. 4755 υφισταμένων διατάξεων. 3.(Αφεώρα τα τέλη επί των εισιτηρίων και κομίστρων. Κατηργήθη από 1 Ιαν. 1951 δια του άρθρ. 12 Α.Ν. 1524/1950 ως ούτος εκυρώθη και ετροποποιήθη δια του Ν. 1620/1951). 4.Διατηρούνται εν ισχύϊ αι εν τη προξενική νομοθεσία διατάξεις περί τελών χαρτοσήμου. «Τα τέλη όμως συμβολαιογραφικής πράξεως γινομένης ενώπιον προξενικής αρχής δι’ αγοραπωλησίαν ή ναυπήγησιν πλοίου κανονίζονται επί τη βάσει της εμπορικής κλίμακος της προβλεπομένης υπό του άρθρ. 176 της εν ισχύϊ προξενικής διατιμήσεως, μη δυνάμενα όμως να υπερβώσι τας χιλίας μεταλλικάς δραχμάς». Τα εντός « » της παρ. 4 προσετέθησαν υπό του άρθρ. 21 παρ. 1 ν. 5420/1932 (
- Ζα. 6). Άρθρ.69.-1.Η σφράγισις των εισιτηρίων δια την είσπραξιν του τέλους των δημοσίων θεαμάτων ως και η έκδοσις αδείας τελέσεως αυτών και εν γένει πάσα ενέργεια ή πράξις αναφερομένη εις τον έλεγχον και την βεβαίωσιν του τέλους των δημοσίων θεαμάτων ανατίθεται εις τον Οικονομικόν Έφορον δύναται όμως η ενέργεια αύτη να ανατίθεται και εις τους οριζομένους ως ανωτέρους επόπτας της φορολογίας των δημοσίων θεαμάτων, όπου υφίστανται τοιούτοι. Άρθρ.70.-Η ισχύς του παρόντος Δ/τος άρχεται από της 1 Αυγ.
- άρθρ. 3 παρ. 3 του Ν. 2246/1952, κατωτ. αρ.
- ς)Εφ’ όσον κατά τας διατάξεις του άρθρ. 51 παρ.1 του Ν.Δ. της 17 Ιουλ. 1923 περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιριών (12.Βα.4) χορηγείται υποθήκη, εις το κατά τον παρόντα νόμον αναλογικόν τέλος, υπόκειται επί μεν των δανείων απλών ή χρεωλυτικών ή πράξις λήψεως των χρημάτων, επί δε των δανείων επί ανοικτώ λογαριασμώ η πράξις δι’ ης βεβαιούται ότι εξεπληρώθησαν οι όροι του προσυμφώνου και ότι ο οφειλέτης δικαιούται να κάμη χρήσιν της πιστώσεως. Η πράξις αύτη συντάσσεται υποχρεωτικώς προ της ενάρξεως της κινήσεως της πιστώσεως. ζ)Πάσα σύμβασις, δι’ ης δίδεται υπόσχεσις περί μελλούσης καταρτίσεως οριστικής συμβάσεως (προσύμφωνον), υπόκειται εις πάγιον τέλος δραχ. 10.000, εάν όμως κατά την συνομολόγησιν τοιούτων προσυμφώνων λαμβάνη χώραν οιαδήποτε καταβολή, ιδία λόγω αρραβώνος, δια το ποσόν της τοιαύτης καταβολής καταβάλλεται προσθέτως αναλογικόν τέλος εκπιπτόμενον κατά την συνομολόγησιν της οριστικής συμβάσεως κατά τα δια Δ/τος καθορισθησόμενα. Εις εκτέλεσιν της παρ. 1ζ΄ εξεδόθη το Π.Δ. 17/22 Μαρτ. 1933 (κατωτ. αριθ.) «2.α)Το τέλος χαρτοσήμου οριζόμενον εις 3% επιβάλλεται επί του ολικού ποσού των κτωμένων μισθωμάτων εξ εκμισθώσεως οικοδομών άνευ εκπτώσεώς τινος. Ως οικοδομαί νοούνται αι κατά την έννοιαν του άρθρ. 9 του Κώδικος φορολογίας καθαρών προσόδων τοιαύται. β)Επί μισθωμάτων εξ οικοδομών αι οποίαι απαλλάσσονται εξ ολοκλήρου του φόρου Α΄ κατηγορίας, συμφώνως προς την περίπτωσιν δ΄ της παρ. 4 του άρθρ. 9 του Κώδικος φορολογίας καθαρών προσόδων, δεν οφείλεται το κατά το προηγούμενον εδάφιον τέλος. «γ)Το τέλος της παρούσης παραγράφου συμβεβαιούται και συνεισπράττεται μετά του φόρου του αναλογούντος εις το εξ οικοδομών εισόδημα του φορολογουμένου επί τη βάσει της δια τον φόρον τούτον ακολουθουμένης διαδικασίας, μη εφαρμοζομένων εφεξής, ως προς το τέλος τούτο, των περί προκαταβολής διατάξεων των Ν.Δ. 3323/55 και 3843/
- Επί υπερημέρου καταβολής των τελών χαρτοσήμου, λόγω εκπροθέσμου ή ανακριβούς δηλώσεως ή παραλείψεως δηλώσεως φόρου εισοδήματος μεθ’ ου συμβεβαιούνται και τα τέλη ταύτα, επιβάλλεται πρόστιμον εις ποσοστόν επί του οφειλομένου τέλους ίσον προς το ποσοστόν του προσθέτου φόρου, το οριζόμενον εκάστοτε εν τη φορολογία του εισοδήματος». Το εδάφ. γ΄ αντικατεστάθη ως άνω δια της παρ. 4 άρθρ. 13 Ν.Δ. 4444/1964 (τόμ. 27 σελ. 206,807). (Αντί για τη σελ. 13(β) Σελ. 13(γ) Τεύχος 761-Σελ. 71 Κώδικας Τελών Χαρτοσήμου 28.Α.α.10 δ)Επί οικοδομών απαλλασσομένων του φόρου Α΄ Κατηγορίας λόγω εκπτώσεως βαρών ή εκ διατάξεως Νόμου, ο κτώμενος το μίσθωμα υποχρεούται εντός των προθεσμιών δηλώσεως και καταβολής του φόρου Α΄ Κατηγορίας του Κώδικος φορολογίας καθαρών προσόδων να επιδώση αρχικήν ή κατά περίπτωσιν τροποποιητικήν δήλωσιν μόνον δια το τέλος της παρούσης παραγράφου και να καταβάλη τούτο. ε)Υπόχρεως προς δήλωσιν και καταβολήν του τέλους χαρτοσήμου εις τας περιπτώσεις της παρούσης παραγράφου είναι ο δια τον φόρον Α΄ Κατηγορίας του Κώδικος φορολογίας καθαρών προσόδων υπόχρεως ή εκείνος όστις θα υπεχρεούτο εις δήλωσιν και καταβολήν του φόρου Α΄ Κατηγορίας, εάν δεν υπήρχεν η λόγω βαρών απαλλαγή εκ του φόρου ή η απαλλαγή εξ άλλης τινός διατάξεως Νόμου. ς)Αι συμβάσεις μισθώσεως οικοδομών και αι αποδείξεις εξοφλήσεως μισθωμάτων εξ οικοδομών συντάσσονται πάντοτε ατελώς. ζ)Το κατά την παρούσαν παράγραφον τέλος βαρύνει εξ ολοκλήρου τον μισθωτήν, οσάκις ούτος προστατεύεται εκ των διατάξεων περί ενοικιοστασίου. Εάν ο μισθωτής δεν προστατεύεται εκ του ενοικιοστασίου ή επί τη βάσει του ενοικιοστασίου καταβάλλει μίσθωμα συνιστάμενον εις ποσοστόν επί των εισπράξεων της επιχειρήσεώς του, το τέλος χαρτοσήμου βαρύνει εξ ημισείας τον μισθωτήν και τον εκμισθωτήν. «Το τέλος των περιπτώσεων τούτων καταβάλλεται εις τον εκμισθωτήν υπό του μισθωτού ομού μετά του μισθώματος. Εάν μισθωτής τυγχάνη το Δημόσιον, Δήμος ή Κοινότης ή άλλο απαλλασσόμενον των εν λόγω τελών χαρτοσήμου πρόσωπον και ούτος προστατεύεται εκ των διατάξεων του ενοικιοστασίου, ο εκμισθωτής ουδέν τέλος καταβάλλει, μη εφαρμοζομένων εν προκειμένω των διατάξεων του Άρθρ.2.-«
- Τα τέλη χαρτοσήμου διακρίνονται εις αναλογικά και εις πάγια. Ως αναλογικά τέλη κατά τον παρόντα νόμον νοούνται τα υπολογιζόμενα εις ποσοστόν επί της εν τοις σημαινομένοις εγγράφοις εκφραζομένης χρηματικής αξίας». Η παρ. 1 αντικατεστάθη ως άνω δια του άρθρ. 1 Ν. 2246/1952, κατωτ. αριθ. 2.Εξαιρούνται του τέλους χαρτοσήμου το Δημόσιον, οι Δήμοι και αι Κοινότητες. άρθρου 37 του παρόντος. Εάν τις των εν λόγω μισθωτών (Δημόσιον κλπ.) δεν προστατεύεται εκ των διατάξεων περί ενοικιοστασίου ή επί τη βάσει του ενοικιοστασίου καταβάλλη μίσθωμα συνιστάμενον εις ποσοστόν επί των εισπράξεων της επιχειρήσεώς του, το τέλος βαρύνει εξ ολοκλήρου τον εκμισθωτήν». «η)Εάν εκμισθωτής τυγχάνη το Δημόσιον, Δήμος ή Κοινότης ή άλλο απαλλασσόμενον των εν λόγω τελών χαρτοσήμου πρόσωπον, το τέλος βαρύνει εξ ολοκλήρου τον μισθωτήν και καταβάλλεται, καθ’ ην μεν περίπτωσιν εκμισθωτής τυγχάνει το Δημόσιον, κατά την κατάρτισιν της μισθωτικής συμβάσεως ή, επί αγράφου ή νομίμου παρατάσεως Σελ. 14(γ) Τεύχος 761-Σελ.
- του χρόνου της συμβατικής μισθώσεως ή επί μισθωτικής συμβάσεως απροσδιορίστου ποσού, κατά την εκάστοτε καταβολήν εις το Δημόσιον Ταμείον των μισθωμάτων, εις πάσαν δε άλλην περίπτωσιν κατά τ’ ανωτέρω εν εδ. ε΄ οριζόμενα». Το εντός « » εδάφιον της περιπτ. ζ΄ και η περίπτ. η΄ αντικατεστάθησαν ως άνω δια των παρ. 1 και 2 άρθρ. 11 Ν.Δ. 2561/1953, τ. 27 σελ. 370,02(α), του αυτού νόμου ορίζοντος εν παρ. 2 άρθρ. 14 ότι η ισχύς των ανωτέρω διατάξεων άρχεται από 1ης Ιουλ.
- «θ.Αι διατάξεις των περιπτ. α΄ έως και η΄ της παρούσης παραγράφου εφαρμόζονται αναλόγως και επί εισοδημάτων εξ εκμισθώσεως γαιών». Η περίπτ. θ΄ αντικαταστάθηκε ως άνω από το άρθρ. 73 Νόμ. 1041 /1980 (ΦΕΚ Α΄ 75), (τόμ. 27 σελ. 196,27). Δυνάμει της παρ. 4 άρθρ. 3 Ν. 2246/1952, κατωτ. αρ. 65, η ως άνω παρ. 2 απετελέσθη εκ της παρ. 12 άρθρ. 24 του παρόντος Κώδικος ως είχεν αντικαταταθή δια της παρ. 1 άρθρ. 1 Β.Δ. 18/18 Ιουλ. 1950, κατωτ.αριθ. 57 και αι παρ. 2, 3 και 4 ηριθμίσθησαν εκ νέου ως 3, 4 και
- Το άρθρ. 1 παρ. 3 του Β.Δ. 18/18 Ιουλ. 1950 ορίζει ότι αι ως άνω διατάξεις εφαρμόζονται επί των από 1 Ιουλ. 1950 και εφεξής κτωμένων μισθωμάτων και επί των δηλουμένων κατά το οικον. έτος 1950-1951 και εφεξής εισοδημάτων εξ εκμισθώσεως γαιών. 3
(2).Πάσα άλλη απόδειξις διδομένη παρ’ οιουδήποτε και δι’ οιανδήποτε αιτίαν, εφ’ όσον δεν ανάγεται εις σύμβασιν υποβληθείσαν κατά την κατάρτισιν εις αναλογικόν τέλος, αλλ’ απορρέει εξ οιασδήποτε άλλης σχέσεως μη υποβληθείσης οπωσδήποτε προηγουμένως εις το αναλογικόν τέλος. Εξαιρούνται οι αποδείξεις, αίτινες κατά τας διατάξεις του παρόντος νόμου υπόκεινται εις ειδικόν τέλος ελαφρότερον. «4.Πάσαι εις τα δημόσια, δημοτικά ή κοινοτικά ταμεία ή τα ταμεία νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου ή εις πάντας εν γένει τους κατ’ εντολήν και δια λογαριασμόν αυτών ενεργούντας χρηματικάς δοσοληψίας διδόμεναι εξοφλητικαί αποδείξεις, εκτός αν δια το εξοφλούμενον ποσόν προκατεβλήθη το κατά το άρθρ. 12 αναλογικόν τέλος, οπότε οι αποδείξεις, αύται υπόκεινται εις το πάγιον τέλος του εδ. β΄ της παρ. 1 του παρόντος άρθρου. Αι διατάξεις της παρούσης παραγράφου δεν εφαρμόζονται επί των περιπτώσεων, περί ων άλλως ορίζεται εν τω παρόντι. Η παρ. 4 αντικατεστάθη ως άνω δια του άρθρ. 3 παρ. 5 του Ν. 2246/1952, κατωτ. αρ. 65. 28.Α.α.10 Κώδικας Τελών Χαρτοσήμου Το πάγιον τέλος της παρ. 1 εδ. β΄-δ΄και της παρ. 3 ηυξήθη εις 5.000 δραχ. δια της παρ. 1 του άρθρ. 12 Ν. 2246/1952, κατωτ. αριθ. 65, και το πάγιον τέλος των εδ. ε΄ και γ΄ της αυτής παραγράφου ηυξήθη εις δραχ. 10.000 δια των άρθρ. 3 Ν.Δ. 420/1941, άρθρ. 2 Α.Ν. 654/1941, άρθρ. 3 Β.Δ. 28/30 Μαρτ. 1946, άρθρ. 3 Β.Δ. 8/8 Ιαν. 1947 και άρθρ. 3 Β.Δ. 19/20 Ιαν. 1948. 5
(4).Αι διδόμεναι εις ασφαλιστικάς εταιρίας αποδείξεις πληρωμής αποζημιώσεων δι’ ασφαλίσεις πάσης φύσεως. «Εξαιρετικώς αι αποδείξεις καταβολής αποζημιώσεων δια συναπτομένας εν Ελλάδι ή μέσω των εν Ελλάδι νομίμων εκπροσώπων των μεσιτών του αγγλικού Λλόϋδ, ασφαλίσεις: α)Φορτίων μεταφερομένων δια θαλάσσης, υπόκεινται εις τέλος 1%. β)Πλοίων, αεροσκαφών, ως και των πληρωμάτων αυτών υπόκεινται εις τέλος δραχ. 5». Το εντός « » δεύτερον εδάφιον, προστεθέν δια του άρθρ. 2 Ν.Δ. 4094/1960 αντικατεστάθη ως άνω δια της παρ. 1 άρθρ. 6 Ν.Δ. 4419/1964 (τόμ. 27 σελ. 66,61). β)Αναλογικά τέλη επί εμπορικών εγγράφων «Άρθρ.14.-1.Επί των εμπορικών και λοιπών εγγράφων και πράξεων, των κατονομαζομένων εν τω επομένω άρθρ. 15, το τέλος ορίζεται εις (1%) «2%» της εν αυτοίς διαλαμβανομένης αξίας εις δραχμάς». Σχετικώς το πρώτον άρθρον παρ. 2 του Β.Δ. 6/7 Ιουν. 1951 ορίζει ότι «όπου, κατά τας ισχυούσας διατάξεις, το τέλος ορίζεται ίσον α)προς το ήμισυ της αστικής κλίμακος, εφεξής ορίζεται ίσον προς το ήμισυ του 3% β)προς κλάσμα της εμπορικής κλίμακος, εφεξής ορίζεται εις κλάσμα του 1%». Επίσης εν άρθρ. 4 Ν.Δ. 1033/1942, κατωτ. αριθ. 31, ως τούτο ισχύει σήμερον διατηρηθέν δια του άρθρου 4 παραγρ. 16 Ν. 2246/1952, ορίζεται ότι: Έγγραφα υποκείμενα κατά τας μέχρι τούδε ισχυούσας διατάξεις εις αναλογικά τέλη χαρτοσήμου της κλίμακος του άρθρ. 14 (εμπορικής) του Κώδικος περί τελών χαρτοσήμου υπάγονται εφεξής εις το ήμισυ του αναλογικού τέλους της αστικής κλίμακος. Εξαιρούνται τα έγγραφα περί ων αι παρ. 1, 7, 8, 9, 10, 14-27 του άρθρ. 15 του Κώδικος περί τελών χαρτοσήμου, άτινα υπάγονται εις το αναλογικόν τέλος χαρτοσήμου της εμπορικής κλίμακος κατά το ανωτ. άρθρ.
- Ήδη, δια του άρθρ. 20 Νόμ. 12/1975 (κατωτ. αριθ. 99) το τέλος του άρθρ. 14 ηυξήθη εις 2%. Άρθρ.15.-«Εις το κατά την παραγρ. 1 του προηγουμένου άρθρ. 14 τέλος υπόκεινται». Η εντός « » φράσις αντικατεστάθη ως άνω δια της παρ. 1 του άρθρ. 4 του Ν. 2246/1952, κατωτ. αρ.
- 1.α.Πάσα σύμβασις, οιουδήποτε αντικειμένου συναπτομένη, είτε απ’ ευθείας, είτε δια δημοσίου συναγωνισμού μεταξύ εμπόρων, μεταξύ εμπόρου και εμπορικής εταιρίας πάσης φύσεως, μεταξύ εμπορικών εταιριών πάσης φύσεως, αφορώσα αποκλειστικώς εις την ασκουμένην υπ’ αυτών εμπορίαν και μεταξύ τρίτου εν γένει και ανωνύμου εταιρείας ή πάσα εξόφλησις συμβάσεως ή σχετική προς την σύμβασιν απόδειξις, εφ’ όσον καταρτίζονται εγγράφως και δη είτε δια δημοσίου είτε δι’ ιδιωτικού καθ’ οιονδήποτε τύπον συντεταγμένου εγγράφου. Η παρ. 1α αντικατεστάθη ως άνω δια του άρθρ. 2 Ν.Δ. 1033/1942, κατωτ. αριθ.
- Εξαιρούνται: Α΄.Αι συμβάσεις, εξοφλήσεις και αποδείξεις, αίτινες κατά ρητάς διατάξεις του παρόντος νόμου υπόκεινται εις έλασσον τέλος χαρτοσήμου. Β΄.Αι κατά το Ν.Δ. της 17 Ιουλ. 1923, περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιριών (12.Βα.4), καθ’ οιονδήποτε τύπον συμβάσεις ενεγγύου πιστώσεως ή προκαταβολής επί φορτωτικών, αίτινες υπόκεινται εις το ήμισυ του αναλογικού τέλους της κλίμακος του άρθρου 14, πλην των συμβάσεων ενεγγύου πιστώσεως ή προκαταβολής επί φορτωτικών των αφορωσών σιτηρά, καπνά ή σταφίδας, αίτινες υπόκεινται εις το έν τέταρτον του αναλογικού τέλους της κλίμακος του άρθρ.
- «Γ΄(Τα προικοσύμφωνα, αι συμβάσεις δωρεάς), αι συμβάσεις αι έχουσαι αντικείμενον σύστασιν, μετάθεσιν, αλλοίωσιν πραγματικών δικαιωμάτων επί ακινήτων κτημάτων, ή μεταβολήν της νομής αυτών, (ως και οι συμβάσεις μισθώσεως ακινήτων κτημάτων), άτινα υπόκεινται πάντοτε εις το τέλος της κλίμακος του άρθρ. 12». Η περίπτωσις Γ΄ αντικατεστάθη ως άνω δια του άρθρ. 2 Ν.Δ. 1033/1942, κατωτ. αριθ. 31 η δε εντός ( ) φράσις διεγράφη δια της παρ. 2 άρθρ. 1 Β.Δ. 18/18 Ιουλ. 1950, κατωτ. αριθ.
- Η διαγραφή αύτη εφαρμόζεται, δυνάμει του άρθρ. 1 παρ. 3 Β.Δ. 18/18 Ιουλ. 1950, επί των από 1 Ιουλ. 1950 και εφεξής κτωμένων μισθωμάτων εξ οικοδομών και επί των δηλουμένων κατά το οικον. έτος 1950-51 και εφεξής εισοδημάτων εξ εκμισθώσεως γαιών. (Αντί της σελ. 15 (δ) Σελ. 15(ε) Τεύχος 553-Σελ. 17 Κώδικας Τελών Χαρτοσήμου 28.Α.α.10 Δυνάμει της παρ. 1 άρθρ. 7 Ν.Δ. 3842/ 1958 (τόμ. 27Α σελ. 296,03) αι συμβάσεις προικός και δωρεάς εν ζωή ή αιτία θανάτου ανεξαρτήτως αριθμού φύλλων του εγγράφου μέχρι ποσού 30.000 δραχμών υπόκεινται εις πάγιον τέλος χαρτοσήμου δραχ.
(100)200, πέραν δε του ποσού τούτου εις τέλος δραχ.
(200)- Τα πάγια τέλη εδιπλασιάσθησαν ως άνω δια του άρθρ. 25 Νομ. 12/1975 (κατωτ. αριθ. 99). Δ΄.Πάσαι αι συμβάσεις αι εις υποθήκας αφορώσαι υποκείμεναι εις τέλη συμφώνως προς τας διακρίσεις των κατωτέρω εδ. δ΄ και ε΄. (Ε΄.Τα δάνεια απλά ή χρεωλυτικά ή επ’ ανοικτώ λογαριασμώ, τα χορηγούμενα υπό ανωνύμων τραπεζιτικών εταιριών κτηματικής πίστεως, άτινα υπόκεινται πάντοτε και εις τας περιπτώσεις έτι του κατωτέρω εδ. ε΄ εις το αναλογικόν τέλος του άρθρ. 12, εφαρμοζομένης επ’ αυτών της παρ. 1, εδ΄. ε΄ του άρθρ. 13). Η περίπτ. Ε΄ κατηργήθη δια του άρθρ. 2 Α.Ν. 118/1967 (κατωτ. αριθ. 82). ΣΤ΄.(Προσετέθη ως και η επομένη περίπτ. Ζ΄ δια της παρ. 2 άρθρ. 5 Ν. 5164/1931, ανωτ. αρ. 6 της διατάξεως ταύτης καταργηθείσης δια της παρ. 3 Άρθρ.3-1.«Τα αναλογικά τέλη χαρτοσήμου εισπράττονται, εφ’ όσον δεν ορίζεται άλλως εν τω παρόντι νόμω, εάν μεν δεν υπερβαίνουν το ποσόν των 300 δραχμών δια χρήσεως κινητού επισήματος, εάν δε υπερβαίνουν το ποσόν των 300 δραχμών, εξ ολοκλήρου δι’ αποδεικτικού πληρωμής του Δημοσίου Ταμείου. Το αποδεικτικόν πληρωμής, μνημονεύον απαραιτήτως τα ουσιώδη στοιχεία του σημαινομένου εγγράφου, προσαρτάται εις το έγγραφον τούτο. Εις το σώμα δε του εγγράφου ή παρά πόδας αυτού αναγράφονται υπό τινος των συναλλασσομένων ή, προκειμένου περί συμβολαιογραφικού εγγράφου, υπό του συντάσσοντος τούτο συμβολαιογράφου, ο αριθμός και η ημερομηνία του αποδεικτικού πληρωμής των τελών. Το αποδεικτικόν πληρωμής δέον να εκδίδεται το βραδύτερον εντός πέντε ημερών από της ημερομηνίας του σημαινομένου εγγράφου». Το πρώτο εδάφιο αντικαταστάθηκε ως άνω από το άρθρ. 71 Νόμ. 1041/1980 (ΦΕΚ Α΄75), (τόμ. 27 σελ. 196,27). Το άνω ποσό των 300 δραχμ. αυξήθηκε σε 600 από την παρ. 1 του άρθρ. 20 Νόμ. 1473/1984, (ΦΕΚ Α΄127) (κατωτ. αριθ. 127). Το ανωτέρω ποσό αυξήθηκε και πάλι σε δραχ. 1000 από την παρ. 7 του άρθρ. 19 Νόμ. 1882/1990, ΦΕΚ Α΄43, (διορθ. σφαλμ. στο ΦΕΚ Α΄ 51/6-4-1990), (κατωτ. αριθ. 134). Σύμφωνα δε με την διάταξη της παρ. 8 άνω άρθρ. 19 Νόμ. 1882/1990, η άνω αύξηση αρχίζει μετά 15 ημέρες από την δημοσίευση του Νόμου (9 Απρ. 1990). Το ανωτέρω ποσό αυξήθηκε και πάλι σε δραχ. 5000 από την παρ. 1 άρθρ. 27 Νόμ. 2648/21-22 Οκτ. 1998 (ΦΕΚ Α΄ 238) κατωτ. αριθ.
- «Εξαιρετικώς α)επί δανείων συναπτομένων μεταξύ εμπόρων ή μεταξύ εμπορικών εταιριών ή μεταξύ εμπόρων και εμπορικών εταιριών ως και μεταξύ εμπόρων ή εμπορικών εταιριών και οιουδήποτε τρίτου και β)επί των πάσης φύσεως απολήψεως υπό εταίρων, επί διανομής κερδών ομορρύθμων και ετερορρύθμων εμπορικών εταιριών, ως και επί κεφαλαιοποιήσεως κερδών των εταιριών τούτων, τα οφειλόμενα τέλη χαρτοσήμου καταβάλλονται εντός του πρώτου δεκαπενθημέρου του μηνός του επομένου της εις τα λογιστικά βιβλία εγγραφής των πράξεων τούτων. Ωσαύτως, εξαιρετικώς, επί αυξήσεως του κεφαλαίου των ανωνύμων εταιριών τα οφειλόμενα τέλη χαρτοσήμου καταβάλλονται, εφ’ όσον μεν απαιτείται προς τούτο έγκρισις του Υπουργού Εμπορίου, προ ταύτης, εις πάσαν δε άλλης περίπτωσιν εντός εικοσαημέρου από της λήψεως της αποφάσεως περί αυξήσεως του κεφαλαίου». Τα εντός « » εδάφια προσετέθησαν δια της παρ. 1 του άρθρ. 11 του Ν.Δ. 3717/1957 (κατωτ. αριθ. 76). 2.Εξαιρετικώς προκειμένου περί ιδιωτικών εγγράφων εκδιδομένων επί συναλλαγών μετά Τραπεζών, τα κατά την προηγουμένην παράγραφον τέλη, εφ’ όσον δεν αφορώσιν εις γραμμάτια εις διαταγήν ή συναλλαγματικάς, δύνανται να εισπράττωνται, αδιαφόρως ποσού, εξ ολοκλήρου είτε δια χρήσεως σφραγιστού χάρτου ή κινητού επισήματος είτε δι’ εκδόσεως αποδεικτικού πληρωμής του Δημοσίου Ταμείου. Εν τη τελευταία ταύτη περιπτώσει εφαρμόζονται αι διατάξεις των δύο τελευταίων περιόδων της προηγουμένης παραγράφου. Τα εν τη παρούση παραγράφω οριζόμενα εφαρμόζονται αναλόγως και επί συμβάσεων συναπτομένων μεταξύ του ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων και οιουδήποτε τρίτου, αλλά μόνον εφ’ όσον αι συμβάσεις αύται συντάσσονται δια συμπληρώσεως εντύπων σχεδίων. (Αντί για τη σελ. 9(ζ) Σελ. 9(η) Τεύχος 1328 Σελ. 53 Κώδικας Τελών Χαρτοσήμου 28.Α.α.10 «3.Παραφυλαττομένης της εφαρμογής των διατάξεων της παρ. 2 του άρθρ. 15α του παρόντος, το δια χρήσεως κινητού επισήματος εισπραττόμενον αναλογικόν τέλος, εάν μεν είναι συνολικού ποσού μέχρι μιας δραχμής αμελείται, εάν δε περιλαμβάνη κλάσμα δραχμής στρογυλοποιείται εις την επομένην μονάδα ταύτης». Η παρ. 3 αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. 2 άρθρ. 31 Νόμ. 1041/1980 (ΦΕΚ Α΄ 75), (τόμ. 27 σελ. 196,27) 4.Η παρ. 3 του άρθρου πρώτου του Β.Δ/τος της 66-1951 «περί τροποποιήσεως του Κώδικος των νόμων περί τελών χαρτοσήμου» καταργείται. «5.Τα πάγια τέλη χαρτοσήμου, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά στον παρόντα ή σε άλλους ειδικούς νόμους, εισπράττονται, εάν δεν υπερβαίνουν τις 600 δραχμ., με κινητό επίσημα και αν υπερβαίνουν το ποσό αυτό είτε με κινητό επίσημα είτε με αποδεικτικό πληρωμής του δημοσίου ταμείου, κατά την κρίση του υποχρέου». Η παρ. 5 αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. 2 άρθρ. 20 Νόμ. 1473/1984 (ΦΕΚ Α΄127) (κατωτ. αριθ. 127). Το άνω ποσό των 600 δραχμών αυξήθηκε σε 1000 δραχμές από την παρ. 7 άρθρ. 19 Νόμ. 1882/1990, ΦΕΚ Α΄ 43, (διόρθ. σφαλμ. στο ΦΕΚ Α΄ 51/6-4-1990), (κατωτ. αριθ. 134). Σύμφωνα δε με την παρ. 8 άνω άρθρ. 19 Νόμ. 1882/1990, η ανωτέρω αύξηση ισχύει μετά 15 ημέρες από τη δημοσίευση του Νόμου αυτού (9 Απρ. 1990).
- Εν ελλείψει σφραγιστού χάρτου και κινητού επισήματος, τα τέλη χαρτοσήμου εισπράττονται εν πάση περιπτώσει δι’ αποδεικτικού πληρωμής του Δημοσίου Ταμείου, εφαρμοζομένων εν τοιαύτη περιπτώσει των διατάξεων των δύο τελευταίων περιόδων της ανωτέρω παρ.
- Η έλλειψις σφραγιστού χάρτου και κινητού επισήματος τεκμαίρεται αμαχήτως εκ της υπό του Δημοσίου Ταμείου εκδόσεως γραμματίου παραλαβής ή αποδεικτικού πληρωμής δια την είσπραξιν των τελών. 7.Εις ας περιπτώσεις κατά τας ενεργουμένας πληρωμάς εις τα Δημόσια, Δημοτικά ή Κοινοτικά Ταμεία, ως και τα τοιαύτα νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, οφείλονται οιαδήποτε αναλογικά τέλη, ταύτα εισπράττονται δι’ αμέσου καταβολής. 8.Διατάξεις άλλων Νόμων, Β.Δ/των ή Υπουργικών αποφάσεων ορίζουσαι διάφορον του εν τω παρόντι άρθρω τρόπον καταβολής του τέλους χαρτοσήμου επί ειδικών περιπτώσεων διατηρούνται εν ισχύϊ. Το άρθρ. 3 αντικατεστάθη ως άνω δια του άρθρ. 2 Β.Δ. 18/18 Ιουλ. 1950, κατωτ. αριθ. 57). «Ζ΄.Αι συναλλαγαί, περί ων προβλέπουσι τα άρθρ. 15β, 15γ, 15δ, 15ε και 16 το παρόντος». Η΄)«Τα έγγραφα και πράξεις και μόνον ως προς την διανομήν, μεταξύ ημεδαπών καλλιτεχνικών γραφείων και αλλοδαπών ή ημεδαπών καλλιτεχνικών συγκροτημάτων, του προκύπτοντος, εξ οργανώσεως διαφόρων θεαμάτων εν Ελλάδι, εσόδου εφ ων το τέλος χαρτοσήμου παραμένει εις έν επί τοις εκατόν (1%) (Άρθρ. 20 Νόμ. 12/1975, κατωτ. αριθ. 99). β)Αι διατάξεις τουάρθρ. 13 παρ. 1 εδ. β΄, γ΄, ς΄ και ζ΄ έχουσιν ανάλογον εφαρμογήν και δια τας περιπτώσεις των εν τω παρόντι άρθρω αναφερομένων συμβάσεων και σχέσεων. γ)Εφ’ όσον σχετικώς προς οιανδήποτε κυρίαν σύμβασιν, υποκειμένην εις τα αναλογικά τέλη του παρόντος άρθρου συνάπτωνται παρεπόμενα σύμφωνα, αναφερόμενα εις την παροχήν ενεχύρου, εγγυήσεως πάσης φύσεως, ως και πάσης άλλης ασφαλείας ή ποινικών ρητρών, εάν μεν υπεβλήθη εις το προσήκον αναλογικόν τέλος, η κυρία σύμβασις, το δε παρεπόμενον σύμφωνον συμφωνείται δια του αυτού εγγράφου, εις ουδέν υπόκειται τούτο τέλος, εάν το παρεπόμενον σύμφωνον συμφωνήται δια χωριστού εγγράφου, εφ’ όσον μεν η κυρία σύμβασις υπεβλήθη εις το προσήκον αναλογικόν τέλος, το παρεπόμενον Σελ. 16(ε) Τεύχος 553-Σελ. 18 σύμφωνον υπόκειται εις πάγιον τέλος δραχ.
(10)20 εν εναντία δε περιπτώσει εις το κατά την φύσιν της κυρίας συμβάσεως προσήκον αναλογικόν τέλος του παρόντος άρθρου υπολογιζόμενον επί του ποσού του αντιστοιχούντος εις την αξίαν της μη υποβληθείσης εις το προσήκον αναλογικόν τέλος της κυρίας συμβάσεως, αδιαφόρως αν το εν τω παρεπομένω συμφώνω ποσόν είναι έλασσον ή μείζον της αξίας της μη φορολογηθείσης κυρίας συμβάσεως. Παν όμως ποσόν καταβαλλόμενον συνεπεία προσθέτου συμφώνου πέρα του υποβληθέντος εις το προσήκον αναλογικόν τέλος ποσού της κυρίας συμβάσεως υπόκειται κατά την καταβολήν του εις το κατά το παρόν άρθρον αναλογικόν τέλος. «Προκειμένης θεωρήσεως υπό Συμβολαιογράφου ιδιωτικού εγγράφου συστάσεως ενεχύρου, όπως τούτο κτήσηται βεβαίαν χρονολογίαν, κατά τας διατάξεις των άρθρ. 1211 και 1247 του Αστικού Κώδικος, η θεώρησις αύτη υπόκειται εις το κατά τ’ ανωτέρω προσήκον αναλογικόν τέλος, εκτός αν προκύπτη ότι το έγγραφον τούτο ή η κυρία σύμβασις υπήχθησαν εις το εν λόγω τέλος,, οπότε η θεώρησις υποβάλλεται εις το προσήκον αυτή πάγιον τέλος». Το εντός « » εδάφιον προσετέθη δια της παρ. 3 άρθρ. 4 Ν. 2246/1952, κατωτ. αρ. 65. δ)Εφ’ όσον το παρεπόμενον σύμφωνον αφορά ασφάλειαν δι’ υποθήκης εάν μεν τούτο συμφωνήται δια του αυτού μετά της κυρίας συμβάσεως εγγράφου, τούτο μεν εις ουδέν υπόκειται τέλος, η κυρία όμως σύμβασις υπόκειται εις το αναλογικόν τέλος του άρθρ. 12, εάν δε το παρεπόμενον σύμφωνον της υποθήκης γίνεται δια χωριστού εγγράφου, το σύμφωνον τούτο υπόκειται εις το τέλος ίσον, προς την διαφοράν μεταξύ του τέλους του άρθρ. 12 και εκείνου, εις ο κατά τον νόμον υπεβλήθη η κυρία σύμβασις, εις ην αφορά το παρεπόμενον σύμφωνον της παροχής υποθήκης. 28.Α.α.10 Κώδικας Τελών Χαρτοσήμου ε)Εξαιρετικώς υπόκειται εις αναλογικόν τέλος του άρθρ. 14 πάσα δι’ υποθήκης ησφαλισμένη σύμβασις δανείου απλού ή χρεωλυτικού ή πιστώσεως εις ανοικτόν λογαριασμόν (αποκλειομένων των δι’ υποθήκης ασφαλιζομένων απαιτήσεων των στηριζομένων επί γραμματίων εις διαταγήν ή συναλλαγματικών, εφ’ ων εφαρμόζεται πάντοτε η αμέσως ανωτέρω υπό στοιχείον δ΄ διάταξις) ως και πάσα σύμβασις δι’ ης χορηγείται υποθήκη προς εξασφάλισιν προγενεστέρας ή μελλούσης απαιτήσεως εκ των άνω δανείων ή πιστώσεων εφ’ όσον τα δάνεια ή αι πιστώσεις χορηγούνται είτε παρ’ ανωνύμων τραπεζικών εταιριών προς εμπόρους ή εμπορικάς εταιρίας οιασδήποτε φύσεως είτε παρ’ οιουδήποτε φυσικού ή νομικού προσώπου προς ανωνύμους βιομηχανικάς εταιρίας. Εις τας περιπτώσεις ταύτας, όταν δια του χωριστού εγγράφου χορηγήται υποθήκη προς εξασφάλισιν προγενεστέρας εκ δανείου ή πιστώσεως οφειλής, η σύμβασις αύτη υπόκειται εις πάγιον τέλος δραχ.
(10)20, εφ’ όσον η κυρία σύμβασις υπήχθη τουλάχιστον εις αναλογικόν τέλος του άρθρ.
- Τα πάγια τέλη τίθενται ως εδιπλασιάσθησαν δια του άρθρ. 25 Νομ. 12/1975 (κατωτ. αριθ. 99). «2.Τα καταστατικά των εν Ελλάδι παντός είδους εμπορικών εταιριών και πάσα πράξις σχετική προς την αύξησιν του κεφαλαίου αυτών. Απλαί τροποποιήσεις των καταστατικών, μη συνεπαγόμεναι αύξησιν κεφαλαίου ή μη αφορώσαι παράτασιν του χρόνου της διαρκείας της εταιρίας υπόκεινται εις πάγιον τέλος δραχ. 10.000). Δυνάμει του εδάφ. α΄ της παρ. 4 άρθρ. 11 Α.Ν. 148/1967 (κατωτ. αριθ. 83) απαλλάσσονται εφ’ εξής των τελών χαρτοσήμου τα καταστατικά των παντός είδους ανωνύμων εταιρειών και πάσα πράξις σχετική προς την αύξησιν του κεφαλαίου αυτών. Δια τας μεταλλευτικάς ανωνύμους εταιρείας βλ. άρθρ. 4 Νόμ. 3663/1957 (τόμ. 13Α σελ. 566). Βλ. σχετικώς τα υπό το άρθρ. 14 σχόλια (ανωτ. σελ. 15). Απαλλαγήν από του τέλους χαρτοσήμου επί περιπτώσεων τινών αυξήσεως του εταιρικού κεφαλαίου εμπορικής εταιρείας εν γένει βλ. εν άρθρ. 3 Α.Ν. 470/1968 (κατωτ. αριθ. 85). «Το κατά τ’ ανωτέρω οφειλόμενον τέλος επί των καταστατικών δεν δύναται εν πάση περιπτώσει να είναι κατώτερον των 1.000 δραχμών». Το ανωτέρω μέσα σε « » εδάφιο προστέθηκε από το άρθρ. 74 Νόμ. 1041/1980 (ΦΕΚ Α΄75), (τόμ. 27 σελ. 196,27). Εξαιρετικώς τα καταστατικά των παντός είδους ναυτιλιακών εταιριών, περιλαμβανομένης και της συμπλοιοκτησίας, των συνιστωμένων επί τω σκοπώ της εκμεταλλεύσεως είτε των εις Έλληνας πλοιοκτήτας ανηκόντων ή υπό ναυπήγησιν ευρισκομένων και εις τας εταιρείας ταύτας εισφερομένων, είτε υπό των εταιρειών τούτων αποκτηθησομένων πλοίων εν γένει ή μεριδίων αυτών, απαλλάσσονται δια το σύνολον των κεφαλαίων αυτών, εφ’ όσον τούτο καλύπτεται κατά τα 4/5 αυτού δια της αξίας των εισφερομένων κατά τ’ ανωτέρω πλοίων κλπ. και θα εξακολουθή καλυπτόμενον κατά το αυτό ποσοστόν, καθ’ όλην την διάρκειαν της εταιρείας, του κατά τ’ ανωτέρω τέλους ή του αντιστοίχου τοιούτου κατά την Προξενικήν Νομοθεσίαν, ως και παντός υπέρ οιουδήποτε τρίτου τέλους, εισφοράς, κρατήσεως ή δικαιώματος επί τη συντάξει ή δημοσιεύσει των καταστατικών τούτων, εξαιρέσει μόνον των δικαιωμάτων των συμβολαιογράφων. Αι κατά τ’ ανωτέρω απαλλαγαί παρέχονται υπό την προϋπόθεσιν ότι τα εισφερόμενα εις τας εταιρείας πλοία φέρουσιν ή θα τεθώσιν υπό Ελληνικήν σημαίαν εντός τριμήνου από της υπογραφής του καταστατικού της εταιρείας, ή προκειμένου περί κτήσεως πλοίων υπό της εταιρείας, εντός μηνός από της κτήσεως αυτών. Εν τη τελευταία ταύτη περιπτώσει η κτήσις του πλοίου δέον να πραγματοποιηθή εντός 6 μηνών από της συστάσεως της εταιρείας, προκειμένου δε περί ναυπηγήσεως τοιούτου δέον εντός της αυτής προθεσμίας των 6 μηνών να υπογραφή το σύμφωνον της ναυπηγήσεως. Της αυτής απαλλαγής και υπό τας αυτάς ως άνω προϋποθέσεις απαλαύουσι και αι πράξεις αυξήσεως του κεφαλαίου των εταιρειών τούτων. Τ’ ανωτέρω εφαρμόζονται αναλόγως και επί συγχωνεύσεως ναυτιλιακών εταιρειών δια συστάσεως νέας. Επίσης εφαρμόζονται αναλόγως και επί συγχωνεύσεως εις άλλην ή εξαγοράς υπό άλλης μιας ή πλειόνων εταιρειών, ως και επί αυξήσεως του κεφαλαίου μετά ή άνευ προσλήψεως συνεταίρου υπό οιασδήποτε άλλης συνεστημένης ναυτιλιακής εταιρείας, της προϋποθέσεως επενδύσεως του κεφαλαίου εις πλοία κατά τα 4/5 αυτών αφορώσης εις την συγχωνευομένην ή εξαγοραζομένην εταιρείαν ή εις το ποσόν της αυξήσεως του κεφαλαίου. Αι πράξεις παρατάσεως του χρόνου της διαρκείας των εταιρειών υπόκεινται εις τέλος 0,5% επί του κεφαλαίου αυτών. Εις το αυτό τέλος υπόκεινται και αι πράξεις παρατάσεως, του χρόνου της διαρκείας εμπορικών ομορρύθμων και ετερορρύθμων εταιρειών, ων η κατά το καταστατικόν αυτών διάρκεια έχει λήξει κατά την έναρξιν της ισχύος του παρόντος, υπό τον όρον ότι καθ’ όλον το διάστημα από της λήξεως του χρόνου της διαρκείας αυτών και μέχρι της κατά την παρούσαν διάταξιν σημάν σεως της πράξεως παρατάσεως του χρόνου της διαρκείας αυτών, είτε υφισταμένης χωρίς να (Αντί για τη σελ. 17(ε) Σελ. 17(ζ) Τεύχος Θ103-Σελ. 35 Κώδικας Τελών Χαρτοσήμου 28.Α.α.10 έχη προσηκόντως σημανθή είτε ήδη συνταχθησομένης, αι εταιρείαι αύται εξηκολούθησαν πράγματι και αποδεδειγμένως εργαζόμεναι, άνευ μεταβολής εις τα κατά το καταστατικόν αυτών πρόσωπα των συναιτέρων. Δεν θεωρείται ότι επήλθε μεταβολή εις τα πρόσωπα των συνεταίρων επί συνεχίσεως της εταιρικής συνεργασίας, κατά διάταξιν του καταστατικού, μετά των κληρονόμων αποβιώσαντος συνεταίρου. Η κατά τ’ ανωτέρω σήμανσις επιτρέπεται όπως πραγματοποιηθή μέχρι τέλους του οικον. έτους 1952-
- Δια την τοιαύτην σύμανσιν δεν επιβάλλεται οιονδήποτε πρόστιμον». Με το άρθρ. 75 Νόμ. 1041/1980 (ΦΕΚ Α΄75), (τόμ. 27 σελ. 196,27), ορίστηκε ότι το τέλος χαρτοσήμου 2% που επιβάλλεται στις πράξεις παρατάσεως των εταιρειών υπολογίζεται και στα αποθεματικά γενικά που υπάρχουν κατά το χρόνο παρατάσεως. Η παράγρ. 2 αντικατεστάθη ως άνω δια της παρ. 4 του άρθρ. 4 του Ν. 2246/1952, κατωτ. αριθ.
- Δυνάμει του εδαφ. β΄της παρ. 4 άρθρ. 11 Α.Ν. 148/1967 (κατωτ. αριθ. 83) απαλλάσσονται των τελών χαρτοσήμου αι δι’ οιονδήποτε λόγον τροποποιήσεις των καταστατικών των ανωνύμων εταιρειών. Για τις εταιρείες ενεργού πολεοδομίας βλ. άρθρ. 59 Νόμ. 947/1979 τόμ. 23 σελ. 430,
- Για τη κατάργηση των τελών χαρτοσήμου στις άνω πράξεις της παρ. 2 και την επιβολή φόρου στη συγκέντρωση κεφαλαίου βλέπε άρθρ. 17 και επόμενα Νόμ. 1676/1986 (ΦΕΚ Α΄ 204), τόμ. 28Α, σελ. 358,
- 3.Αι πράξεις ανωνύμων εταιρειών περί εκδόσεως δανείων δι’ ομολογιών εάν όμως αι ομολογίαι ασφαλίζωνται δι’ υποθήκης, το περί υποθήκης σύμφωνον υπόκειται εις πάγιον τέλος δραχ.
(10)20. Αι πράξεις ανωνύμων εταιρειών περί εκδόσεως δανείου δι’ ομολογιών απηλλάγησαν των τελών χαρτοσήμου δια του εδαφ. γ΄ της παρ. 4 άρθρ. 11 Α.Ν. 148/1967 (κατωτ. αριθ. 83). «4.Οι οριστικοί τίτλοι οιουδήποτε είδους μετοχών των ημεδαπών ανωνύμων εταιρειών, ως και των ημεδαπών κατά μετοχάς ετερορρύθμων εταιρειών, οι τίτλοι παντός είδους ομολογιών και τα εν Ελλάδι κυκλοφορούντα παντός είδους ξένα χρεώγραφα. Οι ιδρυτικοί τίτλοι υπόκεινται εις πάγιον τέλον
(10)20 δραχμών. Δυνάμει των εδαφ. δ΄ και ε΄ της παρ. 4 άρθρ. 11 Α.Ν. 148/1967 (κατωτ. αριθ. 83) οι προσωρινοί και οριστικοί τίτλοι οιουδήποτε είδους μετοχών ανωνύμων εταιρειών, ως και οι τίτλοι παντός είδους ομολογιών και οι ιδρυτικοί τίτλοι απαλλάσσονται εφεξής των τελών χαρτοσήμου. Σελ. 18(ζ) Τεύχος Θ 103 – Σελ. 36 Δεν οφείλεται οιονδήποτε τέλος εν περι