← Ελλάδα

185. ΝΟΜΟΣ υπ’ αριθ. 2683 της 8/9 Φεβρ. 1999 (ΦΕΚ Α΄ 19) Κύρωση του Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ.

Εν συντομία

Αυτός ο νόμος επικυρώνει τον Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.), ο οποίος καθορίζει τους κανόνες για την επιλογή προϊσταμένων, τις προαγωγές και τη διαχείριση του προσωπικού.

Τι ρυθμίζει

Ποιους αφορά

Βασικά σημεία

Κείμενο νόμου

  1. ΝΟΜΟΣ υπ’ αριθ. 2683 της 8/9 Φεβρ. 1999 (ΦΕΚ Α΄ 19) Κύρωση του Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ. και άλλες διατάξεις. Άρθρο πρώτο Κυρώνεται ο Κώδικας Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ., όπως καταρτίστηκε από την Επιτροπή του άρθρου 31 παρ. 6 του Νόμ. 2190/1994 (ΦΕΚ Α΄ 28) του οποίου το κείμενο έχει ως εξής: ΚΩΔΙΚΑΣ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗΣ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΠΟΛΙΤΙΚΩΝ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΩΝ ΥΠΑΛΛΗΛΩΝ ΚΑΙ ΥΠΑΛΛΗΛΩΝ Ν.Π.Δ.Δ. ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ Αρχές του Υπαλληλικού Κώδικα άρθρ. 47 παρ. 1 του Συντάγματος διάταγμα που αίρει το σχετικό κώλυμα. Απόλυση από άλλη θέση για πειθαρχικούς λόγους Άρθρ.85.-1.Η επιλογή των προϊσταμένων τμημάτων και αυτοτελών γραφείων ή αντίστοιχου επιπέδου οργανικών μονάδων γίνεται με απόφαση του υπηρεσιακού συμβουλίου, με βάση τα κριτήρια που αναφέρονται στο άρθρ.
  2. Η επιλογή γίνεται το αργότερο μέσα σε ένα μήνα από τη λήξη της θητείας. Οι κατά τις διατάξεις της παρ. 3 του άρθρ. 84 προϋποθέσεις πρέπει να συντρέχουν το αργότερο μέχρι και την επόμενη ημέρα από τη λήξη της θητείας των προϊσταμένων. 2.Για την επιλογή των προϊσταμένων τμημάτων και αυτοτελών γραφείων ή αντίστοιχου επιπέδου οργανικών μονάδων, ο αριθμός των κρινόμενων υπαλλήλων πρέπει να είναι τουλάχιστον διπλάσιος του αριθμού των κενών θέσεων για τις οποίες γίνεται η κρίση. Εφόσον δεν συμπληρώνεται ο αριθμός αυτός από υπαλλήλους που έχουν τις απαιτούμενες προϋποθέσεις, ο πίνακας των υπαλλήλων που κρίνονται συμπληρώνεται με υπαλλήλους με λιγότερα χρόνια στο βαθμό Α΄. Όταν στον κλάδο από τον οποίο προέρχεται ο προϊστάμενος υπηρετεί ένας μόνο υπάλληλος, αυτός κρίνεται αυτοτελώς από το υπηρεσιακό συμβούλιο. 3.Έγγραφη δήλωση του υπαλλήλου, ότι δεν επιθυμεί να κριθεί κατά την επιλογή προϊσταμένων τμημάτων και αυτοτελών γραφείων ή αντίστοιχου επιπέδου οργανικών μονάδων, εκτιμάται από το υπηρεσιακό συμβούλιο με βάση τις ανάγκες της υπηρεσίας. 4.Αν κενωθεί ή συσταθεί θέση προϊσταμένου τμήματος ή αυτοτελούς γραφείου ή αντίστοιχου επιπέδου οργανικής μονάδας πριν από τη λήξη της τριετίας, το υπηρεσιακό συμβούλιο επιλέγει νέο προϊστάμενο για το υπόλοιπο της θητείας. Η επιλογή προϊσταμένων για τις θέσεις που κενώθηκαν ή συστάθηκαν γίνεται το αργότερο μέσα σε ένα μήνα από τότε που οι θέσεις κενώθηκαν ή συστάθηκαν. Αν το χρονικό διάστημα που απομένει για τη συμπλήρωση της τριετίας είναι μικρότερο από έξι μήνες, δεν επιλέγεται προϊστάμενος αλλά εφαρμόζεται το άρθρ.
  3. Για την επιλογή, σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου αυτής, απαιτείται να υποβληθεί αίτηση από τον ενδιαφερόμενο υπάλληλο στην οικεία υπηρεσία το αργότερο μέσα σε 15 ημέρες από την ημέρα που έλαβε γνώση, με φροντίδα της υπηρεσίας προσωπικού. Το υπηρεσιακό συμβούλιο, με ειδικά αιτιολογημένη απόφασή του, μπορεί να επιλέξει ως προϊστάμενο και υπάλληλο που δεν υπέβαλε αίτηση, ιδίως αν υπηρετεί στον τόπο που θα ασκήσει καθήκοντα προϊσταμένου. Σελ. 318,302 Τεύχος 1345 Σελ. 64 5.Όσοι επιλέγονται τοποθετούνται σε οργανικές μονάδες αντίστοιχου επιπέδου, με απόφαση του οικείου οργάνου και εξακολουθούν να ασκούν τα καθήκοντά τους και μετά τη λήξη της θητείας τους έως την τοποθέτηση νέου προϊσταμένου. 6.Με απόφαση του υπηρεσιακού συμβουλίου, ο προϊστάμενος τμήματος ή αυτοτελούς γραφείου ή αντίστοιχου επιπέδου οργανικών μονάδων μπορεί να απαλλαγεί από τα καθήκοντά του και πριν από τη λήξη της τριετίας, για σοβαρό λόγο αναγόμενο στην πλημμελή άσκηση των υπηρεσιακών του καθηκόντων, όπως η αποφυγή ανάληψης ευθυνών και η μειωμένη ποσοτική και ποιοτική απόδοση. Το υπηρεσιακό συμβούλιο, συνεκτιμώντας τις ανάγκες της υπηρεσίας, μπορεί επίσης να απαλλάξει από τα καθήκοντά του τον προϊστάμενο ύστερα από αίτησή του. Στην περίπτωση αυτή ο υπάλληλος, που παραιτείται με αίτησή του πριν από την ανάληψη καθηκόντων προϊσταμένου ή εντός έξι μηνών από της αναλήψεως, στερείται του δικαιώματος επιλογής του ως προϊσταμένου οργανικής μονάδας για μια τριετία. 7.Όπου από τις οικείες οργανικές διατάξεις επιτρέπεται η τοποθέτηση προϊσταμένου κατηγορίας που έπεται κατά το προβάδισμα, δεν ισχύει το προβάδισμα των κατηγοριών. 2.Ε.β.185 Υπαλληλικός Κώδικας 8.Υπάλληλοι που έχουν επιλεγεί 2 φορές ως προϊστάμενοι τμήματος, αυτοτελούς γραφείου ή αντίστοιχου επιπέδου οργανικών μονάδων και έχουν ασκήσει καθήκοντα για 2 τριετίες εξακολουθούν να ασκούν καθήκοντα προϊσταμένου αντίστοιχης οργανικής μονάδας χωρίς νέα κρίση υπηρεσιακού συμβουλίου, εκτός εάν με αιτιολογημένη απόφασή του το υπηρεσιακό συμβούλιο κρίνει διαφορετικά, μετά από πρόταση της υπηρεσίας. Καταστάσεις υπαλλήλων Άρθρ.86.-1.Τον Ιανουάριο κάθε έτους συντάσσονται από την αρμόδια υπηρεσία καταστάσεις, στις οποίες καταγράφονται όλοι οι υπάλληλοι κατά κατηγορία, βαθμό, κλάδο και ειδικότητα και με βάση το χρόνο υπηρεσίας στο βαθμό. Οι καταστάσεις αυτές συντάσσονται με βάση τα στοιχεία της 31ης Δεκεμβρίου του προηγούμενου έτους και περιλαμβάνουν και στοιχεία δηλωτικά της ηλικίας, της συνολικής υπηρεσίας, του μισθολογικού κλιμακίου και των τίτλων σπουδών. 2.Οι καταστάσεις αυτές κοινοποιούνται υποχρεωτικά στους υπαλλήλους κατά το πρώτο δεκαήμερο του Φεβρουαρίου κάθε έτους. Διόρθωση των στοιχείων που αναγράφονται στις καταστάσεις γίνεται από την υπηρεσία ύστερα από αίτηση του υπαλλήλου, η οποία υποβάλλεται σε προθεσμία 10 ημερών από την κοινοποίηση. Αν η υπηρεσία απορρίψει την αίτηση ή δεν απαντήσει μέσα σε 10 ημέρες από την υποβολή της, επιτρέπεται η υποβολή αίτησης διόρθωσης στο υπηρεσιακό συμβούλιο μέσα σε 10 ημέρες από την πάροδο της παραπάνω δεκαήμερης προθεσμίας ή από την κοινοποίηση της απορριπτικής απόφασης της υπηρεσίας, αν αυτή γίνει νωρίτερα. Το υπηρεσιακό συμβούλιο αποφασίζει μέσα σε ένα μήνα από την υποβολή της αίτησης διόρθωσης. Πίνακες προακτέων Άρθρ.87.-Για την εφαρμογή των οριζομένων στο άρθρ. 82, το υπηρεσιακό συμβούλιο καταρτίζει, με βάση τις καταστάσεις του άρθρ. 86, χωριστά κατά βαθμούς, κλάδους ή και ειδικότητα, τους ακόλουθους πίνακες: α)Πίνακες προακτέων στους ενιαίους βαθμούς: Για την εγγραφή στους πίνακες αυτούς κρίνονται οι υπάλληλοι που συμπληρώνουν έως τις 30 Απριλίου του επόμενου έτους τον απαιτούμενο για την προαγωγή στον επόμενο ενιαίο βαθμό χρόνο υπηρεσίας. β)Πίνακες προακτέων στο βαθμό του Διευθυντή: Για την εγγραφή στους πίνακες αυτούς κρίνονται οι υπάλληλοι που συμπληρώνουν έως τις 30 Απριλίου του επόμενου έτους τον απαιτούμενο για την προαγωγή στο βαθμό του Διευθυντή χρόνο υπηρεσίας και άσκησης καθηκόντων προϊσταμένου τμήματος, εφόσον κατά τον Απρίλιο του έτους κατάρτισης έχουν τα απαιτούμενα λοιπά τυπικά προσόντα για προαγωγή. «Ο αριθμός των κρινόμενων υπαλλήλων πρέπει να είναι τουλάχιστον διπλάσιος του αριθμού των θέσεων βαθμού Διευθυντή. Εφόσον ο αριθμός αυτός δεν συμπληρώνεται από υπαλλήλους που έχουν τις προϋποθέσεις του προηγούμενου εδαφίου, για την εγγραφή στους πίνακες αυτούς κρίνονται και υπάλληλοι που έχουν ασκήσει καθήκοντα προϊσταμένου τμήματος ή αυτοτελούς γραφείου ή αντιστοίχων επιπέδων οργανικών μονάδων επί μία τουλάχιστον τριετία. Όσοι έχουν ασκήσει αντίστοιχα καθήκοντα για περισσότερο χρόνο προηγούνται των υπολοίπων.» Η σειρά εγγραφής στους πίνακες αυτούς καθορίζεται από το υπηρεσιακό συμβούλιο με βάση τα στοιχεία που αναφέρονται στο άρθρ.
  4. Έγγραφη δήλωση του υπαλλήλου, ότι δεν επιθυμεί να συμπεριληφθεί στους πίνακες προακτέων της παρούσας παραγράφου, εκτιμάται από το υπηρεσιακό συμβούλιο με βάση τις ανάγκες της υπηρεσίας. Τα μέσα σε «» εδάφια προστέθηκαν ως άνω από την παρ. 8 άρθρ. 4 Νόμ. 2839/11-12 Σεπτ. 2000 (ΦΕΚ Α΄196), κατωτ. αριθ.
  5. Αν από τις οργανικές διατάξεις προβλέπεται η δυνατότητα προαγωγής στην ίδια θέση υπαλλήλων περισσότερων κλάδων, οι ανωτέρω πίνακες περιλαμβάνουν τους υπαλλήλους των κλάδων αυτών. γ)Για την προαγωγή στο βαθμό του Γενικού Διευθυντή δεν καταρτίζονται πίνακες προακτέων. δ)Πίνακες μη προακτέων: Στους πίνακες αυτούς περιλαμβάνονται οι υπάλληλοι που κρίνονται ως μη προακτέοι. Ως μη προακτέοι κρίνονται με ειδικά αιτιολογημένη απόφαση του υπηρεσιακού συμβουλίου, βάσει πραγματικών στοιχείων, οι υπάλληλοι που δεν πληρούν τις ουσιαστικές προϋποθέσεις να ασκήσουν τα καθήκοντα του ανώτερου βαθμού. Υπαλληλικός Κώδικας 2.Ε.β.185 Χρόνος μη υπολογιζόμενος για προαγωγή Άρθρ.88.-Στο χρόνο για προαγωγή δεν υπολογίζεται: α)ο χρόνος της διαθεσιμότητας, β)ο χρόνος της αργίας που επήλθε είτε εξαιτίας ποινικής δίωξης που κατέληξε σε οποιαδήποτε καταδίκη είτε εξαιτίας πειθαρχικής δίωξης που κατέληξε σε πειθαρχική ποινή τουλάχιστον προστίμου αποδοχών 3 μηνών, γ)ο χρόνος της αδικαιολόγητης αποχής από τα καθήκοντα, δ)ο χρόνος της προσωρινής παύσης και ε)ο χρόνος αναστολής άσκησης καθηκόντων κατά το άρθρ.
  6. Έλεγχος νομιμότητας και ισχύς πινάκων προακτέων Άρθρ.89.-1.Οι πίνακες προακτέων, που καταρτίζονται σύμφωνα με το άρθρ. 87, υποβάλλονται για κύρωση μέσα σε 10 ημέρες στον οικείο υπουργό ή στο ανώτατο όργανο διοίκησης του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου. Το αρμόδιο όργανο εξετάζει μόνο τη νομιμότητα της διαδικασίας κατάρτισης των πινάκων και, εφόσον διαπιστώσει παράβαση των σχετικών διατάξεων, αναπέμπει τους πίνακες στο υπηρεσιακό συμβούλιο, το οποίο υποχρεούται να αποφασίσει εντός 10 ημερών. 2.Οι πίνακες που καταρτίζονται σύμφωνα με τα ανωτέρω είναι οριστικοί και ανακοινώνονται στις αρμόδιες υπηρεσίες. Η ισχύς των πινάκων προακτέων αρχίζει την 1η Μαΐου του έτους κατάρτισής τους, ανεξάρτητα από την ημερομηνία οριστικοποίησής τους και λήγει στο τέλος Απριλίου του επόμενου έτους. 3.Οι υπάλληλοι που περιλαμβάνονται στους πίνακες προακτέων στους ενιαίους βαθμούς προάγονται μέσα σε ένα μήνα από την κύρωση των (Μετά τη σελ. 318,30 2) Σελ. 318,30 3 Τεύχος 1345 Σελ. 65 πινάκων ή από την ημέρα που συμπληρώνουν τον απαιτούμενο για προαγωγή χρόνο. Η πράξη προαγωγής των υπαλλήλων ισχύει αναδρομικά από την ημέρα που συμπλήρωσε ο υπάλληλος το χρόνο υπηρεσίας που απαιτείται για να προαχθεί στον επόμενο βαθμό, ποτέ όμως πριν από την έναρξη ισχύος του οικείου πίνακα προακτέων. 4.Οι υπάλληλοι που περιλαμβάνονται στους πίνακες προακτέων στο βαθμό του Διευθυντή προάγονται κατά τη σειρά εγγραφής τους στους οικείους πίνακες μέσα σε ένα μήνα από την κύρωση των πινάκων ή από την κένωση αντίστοιχης θέσης. Από την προαγωγή παραλείπονται οι υπάλληλοι που δεν έχουν συμπληρώσει τον απαιτούμενο χρόνο προς προαγωγή. Σε κάθε περίπτωση παραμένουν κενές τόσες θέσεις, όσες απαιτούνται για την προαγωγή των παραλειπόμενων υπαλλήλων. Ειδικές περιπτώσεις εγγραφής σε πίνακες προακτέων Άρθρ.90.-Υπάλληλοι οι οποίοι μετατάσσονται ή εντάσσονται, σύμφωνα με τις διατάξεις των Άρθρ.9.-Δεν διορίζονται υπάλληλοι όσοι απολύθηκαν από θέση δημόσιας υπηρεσίας ή Ο.Τ.Α. ή άλλου νομικού προσώπου του δημόσιου τομέα, λόγω επιβολής της πειθαρχικής ποινής της οριστικής παύσης ή λόγω καταγγελίας της σύμβασης εργασίας για σπουδαίο λόγο, οφειλόμενο σε υπαιτιότητα του εργαζομένου, αν δεν παρέλθει πενταετία από την απόλυση. Χρόνος συνδρομής προϋποθέσεων διορισμού άρθρ. 69, 70, 72 και 98 μετά την κύρωση των πινάκων προακτέων, κρίνονται από το υπηρεσιακό συμβούλιο και εγγράφονται στους οικείους πίνακες προακτέων κατά το άρθρ. 87 του παρόντος κώδικα. Μη εγγραφή σε πίνακα προακτέων Άρθρ.91.-1.Το υπηρεσιακό συμβούλιο, με αιτιολογημένη απόφασή του, μπορεί να μην εγγράφει στους πίνακες προακτέων υπάλληλο, σε βάρος του οποίου εκκρεμεί ποινική ή πειθαρχική κατηγορία. 2.Όταν η κατηγορία αποδειχθεί αβάσιμη, ο υπάλληλος, είτε είχε αναβληθεί η κρίση είτε είχε κριθεί υπό το βάρος της εκκρεμοδικίας, κρίνεται εκ νέου από το υπηρεσιακό συμβούλιο μέσα σε ένα μήνα από την κοινοποίηση στην αρμόδια υπηρεσία της τελεσίδικης απαλλακτικής κρίσης επί της κατηγορίας και εγγράφεται, με βάση τα προσόντα του, στους οικείους πίνακες και κατά τη σειρά εγγραφής που προβλέπεται στο άρθρ. 87 του παρόντος Κώδικα. 3.Οι ανωτέρω, εγγραφόμενοι στους πίνακες προακτέων σε σειρά προαγωγής, προάγονται αναδρομικά, ανεξάρτητα από την ύπαρξη ή όχι κενών θέσεων. Αν δεν υπάρχουν κενές θέσεις, καταλαμβάνουν τις πρώτες θέσεις που θα κενωθούν. Διαγραφή από πίνακα προακτέων Άρθρ.92.-1.Το υπηρεσιακό συμβούλιο μπορεί με αιτιολογημένη απόφασή του να διαγράψει από πίνακα προακτέων, κατά τη διάρκεια της ισχύος του, υπάλληλο λόγω τελεσίδικης ποινικής καταδίκης τουλάχιστον για πλημμέλημα ή επιβολής πειθαρχικής ποινής προστίμου μεγαλύτερου από τις αποδοχές ενός μηνός. Ο υπάλληλος, που διαγράφεται, μπορεί να κατατάσσεται στον πίνακα μη προακτέων. Σελ. 318,304 Τεύχος 1345 Σελ. 66 2.Αν ανατραπεί αμετάκλητα η πειθαρχική ποινή ή η ποινική καταδίκη, εφαρμόζονται αναλογικά οι διατάξεις της παρ. 3 του άρθρ.
  7. Παράλειψη από προαγωγή Άρθρ.93.-1.Το υπηρεσιακό συμβούλιο, με αιτιολογημένη απόφασή του, μπορεί να παραλείψει από τις προαγωγές υπάλληλο ο οποίος περιλαμβάνεται στους πίνακες προακτέων, αν κατά το χρόνο της προαγωγής εκκρεμεί σε βάρος του ποινική ή πειθαρχική κατηγορία. Οι θέσεις στις οποίες θα προήγοντο οι υπάλληλοι παραμένουν κενές μέχρι τη λήξη της ισχύος των οικείων πινάκων. 2.Αν αποφασισθεί η παράλειψη, εφαρμόζονται αναλογικά οι διατάξεις των παρ. 2 και 3 του άρθρ.
  8. Παραπομπή μη προακτέου υπαλλήλου Άρθρ.94.-Υπάλληλος, ο οποίος εγγράφεται δύο φορές κατά συνέχεια σε πίνακες μη προακτέων στον ίδιο βαθμό, μέσα σε 2 μήνες από την κύρωση του οικείου πίνακα, εισάγεται υποχρεωτικώς προς κρίση στο υπηρεσιακό συμβούλιο, το οποίο, με αιτιολογημένη απόφασή του και μετά από προηγούμενη κλήση αυτού για να παράσχει εγγράφως ή προφορικώς τις αναγκαίες διευκρινίσεις, μπορεί να τον απολύσει ή να τον υποβιβάσει κατά ένα βαθμό.(Κατά της απόφασης αυτής επιτρέπεται να υποβλη2.Ε.β.185 Υπαλληλικός Κώδικας θεί ένσταση στο δευτεροβάθμιο υπηρεσιακό συμβούλιο). Το μέσα σε () τελευταίο εδάφιο καταργήθηκε από την παρ. 1 άρθρ. 15 Νόμ. 2839/11-12 Σεπτ. 2000 (ΦΕΚ Α΄1960, κατωτ. αριθ.
  9. Τιμητική απονομή τίτλων Άρθρ.95.-1.Στους δημόσιους υπαλλήλους που αποχωρούν ευδοκίμως από την υπηρεσία μετά από συμπλήρωση 35 χρόνων πραγματικής δημόσιας υπηρεσίας, απονέμεται τιμητικά ο τίτλος του βαθμού και της θέσης που κατέχουν. Η υπηρεσία μπορεί να απονέμει τον τίτλο του επιτίμου και σε υπάλληλο που αποχωρεί μετά από 30 χρόνια υπηρεσίας. Ο τίτλος του επιτίμου δεν χορηγείται στον υπάλληλο που έχει εκπέσει ή έχει τιμωρηθεί με την ποινή της οριστικής παύσης ή εντός της τελευταίας δεκαετίας πριν την αποχώρησή του έχει τιμωρηθεί με την ποινή του υποβιβασμού ή της στέρησης του προς προαγωγή δικαιώματος. 2.Η απονομή του επιτίμου τίτλου μνημονεύεται στην πράξη λύσης της υπαλληλικής σχέσης και περιλαμβάνεται στο κείμενο που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Προβάδισμα Άρθρ.96.-Το προβάδισμα μεταξύ των υπαλλήλων καθορίζεται ως εξής: α)Μεταξύ υπαλλήλων που ανήκουν σε διαφορετικές κατηγορίες, προηγούνται οι υπάλληλοι της κατηγορίας ΕΘ και ακολουθούν κατά σειρά οι υπάλληλοι της κατηγορίας ΠΕ, της κατηγορίας ΤΕ, της κατηγορίας ΔΕ και τέλος οι υπάλληλοι της κατηγορίας ΥΕ. β)Μεταξύ υπαλλήλων που ανήκουν στην ίδια κατηγορία, προηγούνται οι υπάλληλοι ανώτερου βαθμού, βάσει της ιεραρχικής κλίμακας των βαθμών σύμφωνα με το άρθρ.
  10. γ)Μεταξύ υπαλλήλων του ίδιου κλάδου και βαθμού δεν υπάρχει προβάδισμα. Αναπλήρωση προϊσταμένων Άρθρ.97.-1.Τον προϊστάμενο, που απουσιάζει ή κωλύεται, αναπληρώνει στα καθήκοντά του ο ανώτερος κατά βαθμό προϊστάμενος των υποκείμενων οργανικών μονάδων και επί ομοιοβάθμων ο προϊστάμενος που έχει ασκήσει περισσότερο χρόνο καθήκοντα προϊσταμένου, με την προϋπόθεση ότι ανήκει σε κλάδο του οποίου οι υπάλληλοι προβλέπεται ότι μπορούν να προΐστανται, σύμφωνα με τις οικείες οργανικές διατάξεις. Το αρμόδιο για την τοποθέτηση προϊσταμένων όργανο μπορεί, τηρουμένου του προβαδίσματος των βαθμών, να ορίσει ως αναπληρωτή προϊσταμένου οργανικής μονάδας, που απουσιάζει ή κωλύεται, έναν από τους προϊσταμένους των υποκειμένων οργανικών μονάδων. 2.Αν δεν υπάρχουν υποκείμενες οργανικές μονάδες, τον προϊστάμενο αναπληρώνει στα καθήκοντά του ο ανώτερος κατά βαθμό υπάλληλος που υπηρετεί στην ίδια οργανική μονάδα, εφόσον ανήκει σε κλάδο του οποίου οι υπάλληλοι προβλέπεται ότι μπορούν να προΐστανται σύμφωνα με τις οικείες οργανικές διατάξεις. Αν υπηρετούν περισσότεροι υπάλληλοι με τον ίδιο βαθμό, αναπληρώνει αυτός που έχει περισσότερο χρόνο στο βαθμό ή αυτός που ορίζεται από τον προϊστάμενο της αμέσως υπερκείμενης μονάδας ή αρχής. 3.Το αρμόδιο για το διορισμό όργανο μπορεί με απόφασή του να ορίσει ως αναπληρωτή προϊσταμένου οργανικής μονάδας τον προϊστάμενο άλλης οργανικής μονάδας του ίδιου επιπέδου. 4.Όταν ο προϊστάμενος τμήματος ή αυτοτελούς γραφείου ή αντίστοιχου επιπέδου οργανικής μονάδας απουσιάζει νομίμως από τα καθήκοντά του για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των έξι μηνών, επιλέγεται προσωρινός προϊστάμενος σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 4 του άρθρ.
  11. 5.Αν κενωθεί ή συσταθεί θέση προϊσταμένου οργανικής μονάδας, έως την τοποθέτηση νέου προϊσταμένου εφαρμόζονται οι διατάξεις της παρ.
  12. Ο αναπληρωτής προϊσταμένου οργανικής μονάδας κατά την παράγραφο αυτή δικαιούται το προβλεπόμενο για τη θέση επίδομα από την έναρξη της αναπλήρωσης. Για την αναστολή των καθηκόντων ως προϊσταμένων των υπαλλήλων του εφοριακού κλάδου του Υπουργείου Οικονομικών που εκλέγονται ως μέλη της τοπικής αυτοδιοίκησης και την αναπλήρωσή τους, βλέπε παρ. 1 άρθρ. 16 Νόμ. 2873/28-28 Δεκ. 1999 (ΦΕΚ Α΄285), τόμ. 24, σελ. 58,
  13. Ένταξη Άρθρ.10.-1.Οι υποψήφιοι υπάλληλοι πρέπει να έχουν τα προσόντα του διορισμού τόσο κατά το χρόνο λήξης της προθεσμίας υποβολής αιτήσεων όσο και κατά το χρόνο του διορισμού. Το ανώτατο όριο της ηλικίας διορισμού πρέπει να συντρέχει κατά το πρώτο, σύμφωνα με τα ανωτέρω, χρονικό σημείο. 2.Οι διατάξεις του πρώτου εδαφίου της παρ. 1 του παρόντος Άρθρ.98.-1.Οι υπάλληλοι, που έχουν πριν από το διορισμό τους χρόνο πραγματικής δημόσιας υπηρεσίας, εντάσσονται μετά τη μονιμοποίησή τους μέχρι και τον αμέσως ανώτερο βαθμό, ανάλογα με το συνολικό χρόνο υπηρεσίας τους, ύστερα από ουσιαστική κρίση του υπηρεσιακού συμβουλίου. 2.Ως πραγματική δημόσια υπηρεσία νοείται κάθε υπηρεσία που έχει διανυθεί στο Δημόσιο, νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου ή σε Ο.Τ.Α., με σχέση εργασίας δημόσιου ή ιδιωτικού δικαίου, καθώς και κάθε άλλη υπηρεσία που, με βάση ειδικές διατάξεις, αναγνωρίζεται ως Υπαλληλικός Κώδικας 2.Ε.β.185 πραγματική δημόσια υπηρεσία για βαθμολογική εξέλιξη. 3.Η προϋπηρεσία με σχέση εργασίας δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου σε υπηρεσίες της Κυπριακής Δημοκρατίας λαμβάνεται υπόψη για την ένταξη. 4.Για την κατά τα ανωτέρω ένταξη λαμβάνεται υπόψη μόνο η υπηρεσία που έχει διανυθεί πριν από το διορισμό με τα τυπικά προσόντα της κατηγορίας, στην οποία ανήκει ο υπάλληλος κατά το χρόνο της ένταξης. 5.Ο τυχόν πλεονάζων χρόνος μετά την ένταξη, σύμφωνα με την παρ. 1 του παρόντος άρθρου, δεν λαμβάνεται υπόψη. ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ε΄ ΔΙΑΘΕΣΙΜΟΤΗΤΑ Θέση σε διαθεσιμότητα Άρθρ.99.-1.Ο υπάλληλος τίθεται σε διαθεσιμότητα λόγω ασθένειας ή επειδή καταργείται η θέση του, σύμφωνα με τις διατάξεις των επόμενων άρθρων. 2.Η πράξη θέσης του υπαλλήλου σε διαθεσιμότητα και η πράξη επαναφοράς του στην υπηρεσία, αν δεν ορίζεται διαφορετικά στον παρόντα Κώδικα, εκδίδονται από το αρμόδιο για το διορισμό του όργανο, μετά από απόφαση του υπηρεσιακού συμβουλίου. 3.Κατά τη διάρκεια της διαθεσιμότητας παύει η άσκηση των καθηκόντων του υπαλλήλου, κύριων ή παραπεπόμενων. (Μετά τη σελ. 318,30 4) Σελ. 318,30 5 Τεύχος 1345 Σελ. 67 Διαθεσιμότητας λόγω ασθένειας Άρθρ.100.-1.Ο υπάλληλος τίθεται, αυτεπάγγελτα ή με αίτησή του, σε διαθεσιμότητα λόγω ασθένειας μετά από απόφαση του υπηρεσιακού συμβουλίου, όταν η ασθένειά του παρατείνεται πέρα από το μέγιστο χρόνο αναρρωτικής άδειας του άρθρ. 54, είναι όμως, κατά την εκτίμηση της υγειονομικής επιτροπής ιάσιμη. 2.Η διαθεσιμότητα αρχίζει από τη λήξη της αναρρωτικής άδειας και δεν μπορεί να υπερβεί το ένα έτος και για τα δυσίατα νοσήματα τα
  14. Αρμόδιο όργανο για την έκδοση της πράξης αυτής είναι ο υπουργός ή το ανώτατο μονομελές όργανο διοίκησης των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου ή αν δεν υπάρχει ο πρόεδρος του συλλογικού οργάνου διοίκησης των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου. 3.Κατά το τελευταίο δεκαπενθήμερο πριν από τη λήξη του ανώτατου ορίου διαθεσιμότητας οι επιτροπές του άρθρ. 166 υποχρεούνται να γνωμοδοτήσουν για την ικανότητα του υπαλλήλου να αναλάβει αμέσως τα καθήκοντά του. Αν η επιτροπή γνωματεύσει αρνητικά, με τη λήξη του χρόνου της διαθεσιμότητας, ο υπάλληλος απολύεται υποχρεωτικά, σύμφωνα με το άρθρ.
  15. Ο υπάλληλος μπορεί να παραπεμφθεί προς εξέταση στην αρμόδια υγειονομική επιτροπή, ύστερα από αίτησή του ή αυτεπάγγελτα και πριν από το χρόνο λήξης της διαθεσιμότητας. Στην περίπτωση αυτή, αν η επιτροπή γνωματεύσει αρνητικά, ο υπάλληλος απολύεται υποχρεωτικά με τη λήξη του χρόνου της διαθεσιμότητας. 4.Οι διατάξεις των άρθρων 31-35 του παρόντος Κώδικα εφαρμόζονται και για τους υπαλλήλους που τίθενται σε διαθεσιμότητα λόγω ασθένειας. Διαθεσιμότητα λόγω κατάργησης θέσης Άρθρ.101.-1.Σε διαθεσιμότητα τίθεται, με απόφαση του υπηρεσιακού συμβουλίου, ο υπάλληλος του οποίου καταργείται η θέση, εφόσον δεν μεταταγεί σύμφωνα με την παρ. 4 του άρθρ. 155 του παρόντος. 2.Η διαθεσιμότητα διαρκεί ένα έτος, μετά την πάροδο του οποίου ο υπάλληλος απολύεται. 3.Κατά τη διάρκεια της διαθεσιμότητας και ένα έτος μετά τη λήξη της ο υπάλληλος δικαιούται τις αποδοχές του άρθρ.
  16. Αποδοχές διαθεσιμότητας Άρθρ.102.-1.Ο υπάλληλος κατά τη διάρκεια της διαθεσιμότητας δικαιούται τα τρία τέταρτα των αποδοχών του. 2.Επιδόματα ασθενείας, που καταβάλλονται σε υπαλλήλους νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου κατά τη διάρκεια της διαθεσιμότητας, εκπίπτουν από τις αποδοχές του υπαλλήλου, εφόσον η ασφάλισή του θεμελιώνεται και στη συνεισφορά του νομικού προσώπου. Σελ. 318,306 Τεύχος 1345 Σελ. 68 ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΣΤ΄ ΑΡΓΙΑ – ΑΝΑΣΤΟΛΗ ΑΣΚΗΣΗΣ ΚΑΘΗΚΟΝΤΩΝ Αυτοδίκαιη θέση σε αργία Άρθρ.103.-1.Τίθεται αυτοδίκαια σε αργία ο υπάλληλος ο οποίος στερήθηκε την προσωπική του ελευθερία, ύστερα από ένταλμα προσωρινής κράτησης ή δικαστική απόφαση, έστω και αν απολύθηκε με εγγύηση. 2.Τίθεται αυτοδίκαια σε αργία ο υπάλληλος στον οποίο επιβλήθηκε η ποινή της οριστικής παύσης. Η αργία αρχίζει από την κοινοποίηση της πειθαρχικής απόφασης και λήγει την τελευταία ημέρα της προθεσμίας άσκησης προσφυγής ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας ή την ημέρα που δημοσιεύθηκε η απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, εφόσον έχει ασκηθεί προσφυγή. 3.Ο υπάλληλος επανέρχεται αυτοδίκαια στα καθήκοντά του εάν εκλείψει ο λόγος για τον οποίο έχει τεθεί σε αργία. Δυνητική θέση σε αργία – Αναστολή άσκησης καθηκόντων Άρθρ.104.-1.Μπορεί να τεθεί σε αργία ο υπάλληλος κατά του οποίου: α)έχει ασκηθεί ποινική δίωξη για αδίκημα, το οποίο μπορεί να επισύρει την έκπτωση από την υπηρεσία και προκειμένου για το αδίκημα της παράβασης καθήκοντος, εφόσον έχει παραπεμφθεί στο ακροατήριο, β)έχει 2.Ε.β.185 Υπαλληλικός Κώδικας ασκηθεί πειθαρχική δίωξη για παράπτωμα, το οποίο μπορεί να επισύρει την ποινή της οριστικής παύσης και γ)υπάρχει βάσιμη υπόνοια για άτακτη διαχείριση, η οποία στηρίζεται σε έκθεση της προϊσταμένης αρχής ή του αρμόδιου επιθεωρητή. 2.Σε κατεπείγουσες περιπτώσεις, όταν διακυβεύεται το συμφέρον της υπηρεσίας και πριν αποφανθεί το υπηρεσιακό συμβούλιο, μπορεί να επιβληθεί στον υπάλληλο από τον προϊστάμενο της αρχής, στην οποία υπηρετεί, το μέτρο της αναστολής της άσκησης των καθηκόντων του. Εντός 15 ημερών το υπηρεσιακό συμβούλιο συνέρχεται και αποφασίζει για τη θέση του υπαλλήλου σε αργία. Η αναστολή άσκησης των καθηκόντων αίρεται αυτοδικαίως, εάν το υπηρεσιακό συμβούλιο δεν αποφασίσει για τη θέση σε αργία εντός της παραπάνω προθεσμίας. 3.Η πράξη, με την οποία ο υπάλληλος τίθεται σε δυνητική αργία ή επαναφέρεται στα καθήκοντά του, εκδίδεται μετά από απόφαση του υπηρεσιακού συμβουλίου. Για να τεθεί ο υπάλληλος σε αργία απαιτείται προηγούμενη ακρόασή του. Αρμόδιο όργανο για την έκδοση της πράξης αυτής είναι ο υπουργός ή το ανώτατο μονομελές όργανο διοίκησης των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου ή, αν δεν υπάρχει, ο πρόεδρος του συλλογικού οργάνου διοίκησης των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου. 4.Μετά την πάροδο έτους από τη θέση σε αργία, το υπηρεσιακό συμβούλιο υποχρεούται να αποφανθεί για τη συνέχιση ή μη της αργίας. 5.Η αργία αρχίζει από την κοινοποίηση της σχετικής πράξης. Ο υπάλληλος επανέρχεται στα καθήκοντά του από την κοινοποίηση της πράξης επαναφοράς ή αυτοδίκαια από την τελεσιδικία της ποινικής απόφασης που δεν συνεπάγεται έκπτωση, ή της πειθαρχικής απόφασης, η οποία δεν επιβάλλει την ποινή της οριστικής παύσης. Συνέπειες της αργίας άρθρου ισχύουν και για τα κωλύματα διορισμού. ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β΄ ΠΛΗΡΩΣΗ ΘΕΣΕΩΝ Προγραμματισμός πλήρωσης θέσεων Άρθρ.105.-1.Ο υπάλληλος ο οποίος τελεί σε κατάσταση αργίας απέχει από την άσκηση των κύριων και παρεπόμενων καθηκόντων του. 2.Στον υπάλληλο που τελεί σε κατάσταση αργίας καταβάλλεται το ήμισυ των αποδοχών του. Το υπόλοιπο ήμισυ ή μέρος αυτού μπορεί να αποδοθεί σε αυτόν, μετά από ειδικά αιτιολογημένη απόφαση του υπηρεσιακού συμβουλίου, εφόσον απαλλαγεί με τελεσίδικη δικαστική απόφαση ή τιμωρηθεί με πειθαρχική ποινή κατώτερη από την οριστική παύση. Εάν ο υπάλληλος απαλλαγεί από κάθε πειθαρχική ευθύνη ή αποδειχτεί αβάσιμη η υπόνοια για άτακτη διαχείριση, επιστρέφεται το μέρος των αποδοχών του που παρακρατήθηκε. 3.Ο υπάλληλος, στον οποίο επιβλήθηκε πειθαρχική ποινή οριστικής παύσης για το παράπτωμα της αδικαιολόγητης αποχής από την εκτέλεση των καθηκόντων του, δεν δικαιούται αποδοχές αργίας. 4.Οι διατάξεις των άρθρων 31-35 του παρόντος Κώδικα εφαρμόζονται και κατά τη διάρκεια της αργίας. ΜΕΡΟΣ Ε΄ ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ ΤΜΗΜΑ Α΄ ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΑ ΠΑΡΑΠΤΩΜΑΤΑ ΚΑΙ ΠΟΙΝΕΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α΄ ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΑ ΠΑΡΑΠΤΩΜΑΤΑ ΚΑΙ ΒΑΣΙΚΕΣ ΑΡΧΕΣ Ορισμός πειθαρχικού παραπτώματος Άρθρ.106.-1.Πειθαρχικό παράπτωμα αποτελεί κάθε παράβαση υπαλληλικού καθήκοντος που συντελείται με υπαίτια πράξη ή παράλειψη και μπορεί να καταλογισθεί στον υπάλληλο. 2.Το υπαλληλικό καθήκον προσδιορίζεται τόσο από τις υποχρεώσεις που επιβάλλουν στον υπάλληλο οι κείμενες διατάξεις, οι εντολές και οδηγίες όσο και από τη συμπεριφορά που πρέπει να τηρεί ο υπάλληλος και εκτός της υπηρεσίας ώστε να μη θίγεται το κύρος αυτής. 3.Το υπαλληλικό καθήκον, κατά την προηγούμενη παράγραφο, σε καμία περίπτωση δεν επιβάλλει στον υπάλληλο πράξη ή παράλειψη που να αντίκειται προς τις διατάξεις του Συντάγματος και των νόμων. Πειθαρχικά παραπτώματα Άρθρ.107.-1.Πειθαρχικά παραπτώματα αποτελούν ιδίως: α)Πράξεις με τις οποίες εκδηλώνεται άρνηση αναγνώρισης του Συντάγματος ή έλλειψη αφοσίΥπαλληλικός Κώδικας 2.Ε.β.185 ωσης στην Πατρίδα και τη Δημοκρατία. β)Η παράβαση καθήκοντος κατά τον Ποινικό Κώδικα ή άλλους ειδικούς ποινικούς νόμους. γ)Η παράβαση της αρχής της αμεροληψίας. δ)Η αδικαιολόγητη αποχή από την εκτέλεση των καθηκόντων. ε)Η άρνηση ή παρέλκυση εκτέλεσης υπηρεσίας. στ)Η αμέλεια, καθώς και η ατελής ή μη έγκαιρη εκπλήρωση του καθήκοντος. ζ)Η παράβαση της υποχρέωσης εχεμύθειας, με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρ.
  17. η)Η άσκηση κριτικής των πράξεων της προϊσταμένης αρχής που γίνεται δημοσίως, γραπτώς ή προφορικώς, με σκόπιμη χρησιμοποίηση εκδήλως ανακριβών στοιχείων ή με προδήλως απρεπείς εκφράσεις. θ)Η άσκηση εργασίας ή έργου με αμοιβή χωρίς προηγούμενη άδεια της υπηρεσίας. ι)Η αδικαιολόγητη άρνηση προσέλευσης για ιατρική εξέταση. ια)Η αδικαιολόγητη μη έγκαιρη σύνταξη ή η σύνταξη μεροληπτικής έκθεσης αξιολόγησης. (Μετά τη σελ. 318,30 6) Σελ. 318,30 7 Τεύχος 1345 Σελ. 69 ιβ)Η ανάρμοστη συμπεριφορά προς τους πολίτες, η αδικαιολόγητη μη εξυπηρέτησή τους και η μη έγκαιρη διεκπεραίωση των υποθέσεών τους. ιγ)Η αδικαιολόγητη μη έγκαιρη απάντηση σε αναφορές πολιτών. ιδ)Η αδικαιολόγητη προτίμηση νεότερων υποθέσεων με παραμέληση παλαιότερων. ιε)Η άμεση ή μέσω τρίτου προσώπου συμμετοχή σε δημοπρασία την οποία διενεργεί επιτροπή, μέλος της οποίας είναι ο υπάλληλος ή η αρχή στην οποία αυτός ανήκει. ιστ)Η χρησιμοποίηση της δημοσιοϋπαλληλικής ιδιότητας ή πληροφοριών που κατέχει ο υπάλληλος λόγω της υπηρεσίας ή της θέσης του, για εξυπηρέτηση ιδιωτικών συμφερόντων του ίδιου ή τρίτων προσώπων. ιζ)Η αποδοχή οποιασδήποτε υλικής εύνοιας ή ανταλλάγματος που προέρχεται από πρόσωπο του οποίου τις υποθέσεις χειρίζεται ή πρόκειται να χειριστεί κατά την άσκηση των υπηρεσιακών του καθηκόντων ο υπάλληλος. ιη)Η χρησιμοποίηση τρίτων προσώπων για την απόκτηση υπηρεσιακής εύνοιας ή την πρόκληση ή ματαίωση διαταγής της υπηρεσίας. ιθ)Η σύναψη στενών κοινωνικών σχέσεων με πρόσωπα των οποίων ουσιώδη συμφέροντα εξαρτώνται από τον τρόπο αντιμετώπισης θεμάτων της αρμοδιότητας του υπαλλήλου. κ)Η φθορά λόγω ασυνήθιστης χρήσης, η εγκατάλειψη ή η παράνομη χρήση πράγματος το οποίο ανήκει στην υπηρεσία. κα)Η παράλειψη δίωξης και τιμώρησης πειθαρχικού παραπτώματος, με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρ. 110 παρ.
  18. 2.Διατάξεις που ορίζουν ειδικά πειθαρχικά παραπτώματα διατηρούνται σε ισχύ. Εφαρμογή κανόνων και αρχών του ποινικού δικαίου Άρθρ.108.-1.Κανόνες και αρχές του ποινικού δικαίου και της ποινικής δικονομίας εφαρμόζονται ανάλογα και στο πειθαρχικό δίκαιο, εφόσον δεν αντίκεινται στις ρυθμίσεις του παρόντος και συνάδουν με τη φύση και το σκοπό της πειθαρχικής διαδικασίας. 2.Εφαρμόζονται ιδίως οι κανόνες και οι αρχές που αφορούν: α)Τους λόγους αποκλεισμού της υπαιτιότητας και της ικανότητας προς καταλογισμό. β)Τις ελαφρυντικές ή επιβαρυντικές περιστάσεις για την επιμέτρηση της πειθαρχικής ποινής. γ)Την έμπρακτη μετάνοια. δ)Το δικαίωμα σιγής του πειθαρχικώς διωκομένου. ε)Την πραγματική και νομική πλάνη. στ)Το τεκμήριο της αθωότητας του πειθαρχικώς διωκομένου. ζ)Την επιείκεια υπέρ του πειθαρχικώς διωκομένου. Σελ. 318,308 Τεύχος 1345 Σελ. 70 η)Την προστασία των δικαιολογημένων συμφερόντων ως λόγο που αίρει τον πειθαρχικό χαρακτήρα δυσμενών κρίσεων, εκφράσεων και εκδηλώσεων, εκτός εάν συνιστούν το πειθαρχικό παράπτωμα της χαρακτηριστικώς ανάρμοστης συμπεριφοράς. ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β΄ ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΕΣ ΠΟΙΝΕΣ Πειθαρχικές ποινές Άρθρ.109.-1.Οι πειθαρχικές ποινές που επιβάλλονται στους υπαλλήλους είναι: α)η έγγραφη επίπληξη, β)το πρόστιμο έως τις αποδοχές 3 μηνών, γ)η στέρηση του δικαιώματος για προαγωγή από ένα έως 5 έτη. δ)ο υποβιβασμός κατά ένα βαθμό. ε)η προσωρινή παύση από 3 έως έξι μήνες με πλήρη στέρηση των αποδοχών και στ)η οριστική παύση. 2.Η ποινή της οριστικής παύσης μπορεί να επιβληθεί μόνο για τα ακόλουθα παραπτώματα: α)παράβαση του άρθρ. 107 παρ. 1(α) του παρόντος κεφαλαίου, β)παράβαση καθήκοντος κατά τον Ποινικό Κώδικα ή άλλους ειδικούς νόμους, γ)αποδοχή οποιασδήποτε υλικής εύνοιας ή ανταλλάγματος που προέρχεται από πρόσωπο του οποίου τις υποθέσεις χειρίζεται ή πρόκειται να χειριστεί, κατά την άσκη2.Ε.β.185 Υπαλληλικός Κώδικας ση των υπηρεσιακών καθηκόντων του, ο υπάλληλος, δ)χαρακτηριστικώς αναξιοπρεπή ή ανάξια για υπάλληλο διαγωγή εντός ή εκτός της υπηρεσίας, ε)παραβίαση απορρήτων της υπηρεσίας κατά τις κείμενες διατάξεις, στ)αδικαιολόγητη αποχή από την εκτέλεση των υπηρεσιακών καθηκόντων πάνω από 22 εργάσιμες ημέρες συνεχώς ή πάνω από 30 εργάσιμες ημέρες σε διάστημα ενός έτους. ζ)εξαιρετικώς σοβαρή απείθεια, η)άμεση ή μέσω τρίτου προσώπου συμμετοχή σε δημοπρασία την οποία διενεργεί η αρχή στην οποία αυτός ανήκει η επιτροπή, μέλος της οποίας είναι αυτός, θ)εμμονή σε άρνηση προσέλευσης για εξέταση από υγειονομική επιτροπή σύμφωνα με το άρθρ. 56 παρ.
  19. 3.Η ποινή της οριστικής παύσης μπορεί να επιβληθεί στον υπάλληλο για οποιοδήποτε παράπτωμα αν: α)κατά την προηγούμενη της διάπραξής του διετία του είχαν επιβληθεί 3 τουλάχιστον πειθαρχικές ποινές ανώτερες του προστίμου αποδοχών ενός μηνός ή β)κατά το προηγούμενο της διάπραξής του έτος είχε τιμωρηθεί για το ίδιο αδίκημα με ποινή ανώτερη του προστίμου αποδοχών ενός μηνός. ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ΄ ΔΙΩΞΗ ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΩΝ ΠΑΡΑΠΤΩΜΑΤΩΝ Δίωξη πειθαρχικών παραπτωμάτων Άρθρ.110.-1.Η δίωξη και η τιμωρία πειθαρχικών παραπτωμάτων αποτελεί καθήκον των πειθαρχικών οργάνων. Η παράβαση του καθήκοντος αυτού συνιστά το κατά την περ. κα΄ της παρ. 1 του άρθρ. 107 πειθαρχικό παράπτωμα. 2.Κατ’ εξαίρεση, για παραπτώματα που θα επέσυραν την ποινή της έγγραφης επίπληξης, η δίωξη απόκειται στη διακριτική εξουσία των πειθαρχικών οργάνων, τα οποία λαμβάνουν υπόψη αφ’ ενός το συμφέρον της υπηρεσίας και αφ’ ετέρου τις συνθήκες διάπραξής τους και την υπηρεσιακή γενικώς διαγωγή του υπαλλήλου. Αν το πειθαρχικό όργανο αποφασίσει να μην ασκήσει δίωξη, υποχρεούται να ενημερώσει, με αιτιολογημένη έκθεσή του, τον αμέσως ανώτερο πειθαρχικώς προϊστάμενο. 3.Δεν επιτρέπεται δεύτερη δίωξη για το ίδιο πειθαρχικό παράπτωμα. 4.Η βαθμολογική ή η μισθολογική εξέλιξη του υπαλλήλου δεν αίρει το πειθαρχικώς κολάσιμο παραπτώματος που διαπράχθηκε πριν από την εξέλιξη αυτή. 5.Πράξεις που έχουν τελεστεί από υπάλληλο κατά τη διάρκεια προγενέστερης υπηρεσίας του σε δημόσια υπηρεσία, οργανισμό τοπικής αυτοδιοίκησης ή άλλο νομικό πρόσωπο του δημόσιου τομέα τιμωρούνται πειθαρχικά, εάν υπάγονται σε μία από τις περιπτώσεις του άρθρ. 109 παρ. 2 και δεν έχει παρέλθει ο χρόνος παραγραφής τους. Σχέση πειθαρχικού παραπτώματος και ποινής Άρθρ.11.-1.Οι δημόσιες υπηρεσίες και τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου προγραμματίζουν σε ετήσια βάση τις ανάγκες τους σε τακτικό προσωπικό μετά από γνώμη της οικείας συνδικαλιστικής οργάνωσης. 2.Το Υπουργείο Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, στο πλαίσιο της γενικότερης κυβερνητικής πολιτικής, συντονίζει τον προγραμματισμό του ανθρώπινου δυναμικού ανάλογα με τις πραγματικές ανάγκες των υπηρεσιών. Τρόπος πλήρωσης θέσεων Άρθρ.111.-1.Για κάθε πειθαρχικό παράπτωμα επιβάλλεται μία μόνο πειθαρχική ποινή. Σε κάθε υπάλληλο με την ίδια πειθαρχική απόφαση επιβάλλεται μία μόνο ποινή. 2.Αν το πειθαρχικό όργανο επιλαμβάνεται για περισσότερα πειθαρχικά παραπτώματα, με την πειθαρχική απόφαση επιβάλλεται μία μόνο ποινή σε κάθε υπάλληλο. Κατά την επιμέτρηση της ποινής αυτής λαμβάνεται υπόψη ο αριθμός και η βαρύτητα όλων των παραπτωμάτων. 3.Κατά την επιμέτρηση των πειθαρχικών ποινών λαμβάνονται υπόψη οι κανόνες και οι αρχές των περιπτώσεων β΄, γ΄, ε΄, ζ΄ και η΄ της παρ. 2 του άρθρ. 108.Η υποτροπή αποτελεί ιδιαιτέρως επιβαρυντική περίπτωση για την επιμέτρηση της ποινής. Παραγραφή πειθαρχικών παραπτωμάτων Άρθρ.112.-1.Τα πειθαρχικά παραπτώματα παραγράφονται μετά 2 έτη από την ημέρα που διαπράχτηκαν. Τα πειθαρχικά παραπτώματα της παρ. 2 του άρθρ. 109 παραγράφονται μετά 5 έτη. 2.Πειθαρχικό παράπτωμα το οποίο αποτελεί και ποινικό αδίκημα, δεν παραγράφεται πριν παραγραφεί το ποινικό αδίκημα. Για τα παραπτώματα αυτά οι πράξεις της ποινικής διαδικασίας διακόπτουν την παραγραφή του πειθαρχικού παραπτώματος. 3.Η κλήση σε απολογία ή η παραπομπή στο υπηρεσιακό συμβούλιο διακόπτουν την παραγραφή. Στις περιπτώσεις αυτές ο συνολικός χρόνος παραγραφής ως την έκδοση της πρωτοβάθμιας πειθαρχικής απόφασης δεν μπορεί να υπερβεί τα 3 έτη και προκειμένου για τα παραπτώματα της παρ. 2 του άρθρ. 109,τα 7 έτη. 4.Η παραγραφή του πειθαρχικού παραπτώματος διακόπτεται επίσης από την τέλεση νέου πειθαρχικού παραπτώματος, το οποίο αποσκοπεί στην απόκρυψη ή την παρεμπόδιση της πειθαρχικής δίωξης του πρώτου. Στην περίπτωση αυτή το πρώτο παράπτωμα παραγράφεται όταν παραγραφεί το δεύτερο, εφόσον η παραγραφή του δεύτερου συντελείται σε χρόνο μεταγενέστερο της παραγραφής του πρώτου. 5.Δεν παραγράφεται το πειθαρχικό παράπτωμα για το οποίο εκδόθηκε πειθαρχική απόφαση που επιβάλλει πειθαρχική ποινή σε πρώτο βαθμό. Λήξη πειθαρχικής ευθύνης Άρθρ.113.-Ο υπάλληλος ο οποίος απώλεσε την υπαλληλική ιδιότητα με οποιονδήποτε τρόπο δε διώκεται πειθαρχικώς, η πειθαρχική όμως διαδικασία, η οποία τυχόν έχει αρχίσει, συνεχίζεται και μετά τη λύση της υπαλληλικής σχέσης με εξαίρεση την περίπτωση του θανάτου. Η τυχόν καταδικαστική απόφαση που εκδίδεται στην περίπτωση αυτή παραμένει ανεκτέλεστη. Σχέση της πειθαρχικής διαδικασίας με την ποινική δίκη Άρθρ.114.-1.Η πειθαρχική διαδικασία είναι αυτοτελής και ανεξάρτητη από την ποινική ή άλλη δίκη. 2.Η ποινική δίκη δεν αναστέλλει την πειθαρχική διαδικασία. Το πειθαρχικό όργανο όμως μπορεί με απόφασή του, η οποία είναι ελευθέρως ανακλητή, να διατάξει, για εξαιρετικούς λόγους, την αναστολή της πειΥπαλληλικός Κώδικας 2.Ε.β.185 θαρχικής διαδικασίας, η οποία δεν πρέπει να (Μετά τη σελ. 318,30 8) Σελ. 318,30 9 Τεύχος 1345 Σελ. 71 υπερβαίνει το ένα έτος. Αναστολή δεν επιτρέπεται σε περίπτωση που το πειθαρχικό παράπτωμα προκάλεσε δημόσιο σκάνδαλο ή θίγει σοβαρά το κύρος της υπηρεσίας. 3.Το πειθαρχικό όργανο δεσμεύεται από την κρίση που περιέχεται σε αμετάκλητη απόφαση ποινικού δικαστηρίου ή σε αμετάκλητο απαλλακτικό βούλευμα, μόνο ως προς την ύπαρξη ή την ανυπαρξία πραγματικών περιστατικών που στοιχειοθετούν την αντικειμενική υπόσταση πειθαρχικού παραπτώματος. 4.Αν μετά την έκδοση πειθαρχικής απόφασης με την οποία απαλλάσσεται ο υπάλληλος ή επιβάλλεται ποινή κατώτερη από την οριστική παύση, εκδοθεί αμετάκλητη καταδικαστική απόφαση ποινικού δικαστηρίου με την οποία διαπιστώνονται πραγματικά περιστατικά που συνιστούν την αντικειμενική υπόσταση παραπτώματος, το οποίο δικαιολογεί κατά το άρθρ. 109 παρ. 2 την πειθαρχική ποινή της οριστικής παύσης, η πειθαρχική διαδικασία επαναλαμβάνεται με τη διαδικασία του άρθρ.
  20. Επίσης επαναλαμβάνεται η πειθαρχική διαδικασία, αν μετά την έκδοση καταδικαστικής πειθαρχικής απόφασης, με την οποία επιβάλλεται οποιαδήποτε ποινή, εκδοθεί αμετάκλητη αθωωτική ποινική απόφαση ή αμετάκλητο απαλλακτικό βούλευμα για την πράξη ή την παράλειψη, για την οποία διώχθηκε πειθαρχικά ο υπάλληλος. 5.Η επανάληψη της πειθαρχικής διαδικασίας επιτρέπεται και όταν έχει εκδοθεί καταδικαστική πειθαρχική απόφαση, χωρίς να έχει λάβει υπόψη καταδικαστική ποινική απόφαση που προηγήθηκε. 6.Ο εισαγγελέας πλημμελειοδικών έχει υποχρέωση να ανακοινώνει αμέσως στην προϊσταμένη αρχή του υπαλλήλου κάθε ποινική δίωξη που ασκείται κατ’ αυτού. Στην ίδια αρχή ανακοινώνεται επίσης από τον αρμόδιο εισαγγελέα η απόφαση ή το βούλευμα με το οποίο τερματίζεται η δίωξη. Σε περίπτωση εγκλεισμού σε σωφρονιστικό κατάστημα, ο διευθυντής φυλακών γνωστοποιεί, χωρίς καθυστέρηση, στην προϊσταμένη αρχή του υπαλλήλου. Αυτοτέλεια κολασίμου του πειθαρχικού παραπτώματος Άρθρ.115.-1.Σε περίπτωση αποκατάστασης απονομής χάριτος, ή άρσης με οποιονδήποτε άλλο τρόπο του κολασίμου ή μεταβολής των συνεπειών της ποινικής καταδίκης, δεν αίρεται το πειθαρχικώς κολάσιμο της πράξης. 2.Σε περίπτωση άρσης των συνεπειών της ποινικής καταδίκης, κατά το άρθρ. 47 του Συντάγματος, αίρεται και το πειθαρχικώς κολάσιμο της πράξης. Σελ. 318,310 Τεύχος 1345 Σελ. 72 ΚΕΦΑΛΑΙΟ Δ΄ ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΑ ΟΡΓΑΝΑ Πειθαρχικά όργανα «Άρθρ.116.- Πειθαρχική εξουσία στους υπαλλήλους ασκούν: α) Οι πειθαρχικώς προϊστάμενοί τους. β) Το Διοικητικό Συμβούλιο Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου για τους υπαλλήλους του Νομικού Προσώπου. γ) Το Υπηρεσιακό Συμβούλιο. δ) Το Δευτεροβάθμιο Πειθαρχικό Συμβούλιο του άρθρου 163α και ε) Το Συμβούλιο της Επικρατείας.» Το άρθρ. 116, αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. 2 άρθρ. 15 Νόμ. 2839/11-12 Σεπτ. 2000 (ΦΕΚ Α΄196), κατωτ. αριθ. 196 Πειθαρχικώς προϊστάμενοι Άρθρ.117.-1.Πειθαρχικώς προϊστάμενοι των υπαλλήλων των κεντρικών και περιφερειακών υπηρεσιών που ανήκουν στην αρμοδιότητά τους είναι: α)ο υπουργός, β)ο γενικός γραμματέας υπουργείου ή γενικής γραμματείας, γ)ο γενικός γραμματέας αυτοτελούς υπηρεσίας, δ)ο γενικός γραμματέας περιφέρειας, ε)ο ειδικός γραμματέας, στ)ο γενικός διευθυντής, ζ)ο διευθυντής. 2.Ε.β.185 Υπαλληλικός Κώδικας 2.Επίσης πειθαρχικώς προϊστάμενοι είναι: α)Ο αρχηγός των ενόπλων δυνάμεων και οι αρχηγοί του στρατού του ναυτικού και της αεροπορίας των σωμάτων ασφαλείας και του Λιμενικού σώματος για τους πολιτικούς υπαλλήλους των υπηρεσιών που υπάγονται σ’ αυτούς. β)Οι διοικητές μονάδων και σχολών των ενόπλων δυνάμεων, των σωμάτων ασφαλείας και του λιμενικού σώματος. γ)Οι διευθυντές καταστημάτων ή οι προϊστάμενοι υπηρεσιών εφόσον είναι ανώτατοι ή ανώτεροι αξιωματικοί, για τους πολιτικούς υπαλλήλους των υπηρεσιών που υπάγονται σ’ αυτούς. δ)Ο διοικητής του Αγίου Όρους για όλους τους πολιτικούς υπαλλήλους που υπάγονται στην αρμοδιότητά του. ε)Ο προϊστάμενος ανεξάρτητης διοικητικής αρχής. 3.Πειθαρχικώς προϊστάμενοι για τους υπαλλήλους νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου είναι: α)Ο διοικητής ή ο πρόεδρος του συλλογικού οργάνου ο οποίος ασκεί διοίκηση, ο υποδιοικητής, ο γενικός γραμματέας ή ο αναπληρωτής γενικός γραμματέας, για όλο το προσωπικό του νομικού προσώπου. β)Ο πρόεδρος της Ακαδημίας Αθηνών για το προσωπικό της. γ)Ο πρύτανης Α.Ε.Ι. για όλο το προσωπικό του Ιδρύματος, ο κοσμήτορας σχολής, ο πρόεδρος τμήματος και ο διευθυντής τομέα για το προσωπικό που υπάγεται σ’ αυτούς. δ)Ο πρόεδρος και ο αντιπρόεδρος Τ.Ε.Ι., για όλο το προσωπικό του Ιδρύματος, ο διευθυντής παραρτήματος Τ.Ε.Ι. για όλο το προσωπικό του παραρτήματος, ο διευθυντής σχολής και ο προϊστάμενος τμήματος για το προσωπικό που υπάγεται σ’ αυτούς. ε)Ο γενικός διευθυντής ή ο διευθυντής για τους υπαλλήλους που υπάγονται σ’ αυτούς. 4.Η ιδιότητα του προϊσταμένου ως επί θητεία ή μετακλητού υπαλλήλου δεν κωλύει την άσκηση της πειθαρχικής εξουσίας από αυτόν. Αρμοδιότητα πειθαρχικώς προϊσταμένων Άρθρ.118.-1.Όλοι οι πειθαρχικώς προϊστάμενοι μπορούν να επιβάλλουν την ποινή της επίπληξης. Την ποινή του προστίμου μπορούν να επιβάλλουν οι εξής με τις πιο κάτω διακρίσεις: α)Ο υπουργός έως και τις αποδοχές ενός μηνός. β)Ο γενικός γραμματέας υπουργείου ή γενικής γραμματείας ή αυτοτελούς υπηρεσίας, ο γενικός γραμματέας περιφέρειας, ο ειδικός γραμματέας υπουργείου και ο αρχηγός των ενόπλων δυνάμεων και οι αρχηγοί του στρατού ξηράς ,του ναυτικού και της αεροπορίας, των σωμάτων ασφαλείας και του λιμενικού σώματος έως και τα δύο τρίτα των μηνιαίων αποδοχών. γ)Οι διοικητές μονάδων και σχολών των ενόπλων δυνάμεων, των σωμάτων ασφαλείας και του λιμενικού σώματος, οι διευθυντές καταστημάτων και οι προϊστάμενοι στρατιωτικών υπηρεσιών ή υπηρεσιών των σωμάτων ασφαλείας ή του λιμενικού σώματος αν είναι ανώτατοι αξιωματικοί έως το ήμισυ των μηνιαίων αποδοχών και αν είναι ανώτεροι έως και το ένα τρίτο των μηνιαίων αποδοχών. δ)Ο διοικητής του Αγίου Όρους, ο προϊστάμενος ανεξάρτητης διοικητικής αρχής, ο διοικητής ή ο πρόεδρος συλλογικού οργάνου, ο οποίος ασκεί διοίκηση, ο υποδιοικητής, ο γενικός γραμματέας ή ο αναπληρωτής γενικός γραμματέας νομικού προσώπου έως και το ήμισυ των μηνιαίων αποδοχών. ε)Ο πρύτανης Α.Ε.Ι. και ο πρόεδρος Τ.Ε.Ι. έως και τα δύο τρίτα των μηνιαίων αποδοχών. Ο κοσμήτορας σχολής, ο πρόεδρος τμήματος και ο διευθυντής τομέα Α.Ε.Ι., ο αντιπρόεδρος Τ.Ε.Ι., ο διευθυντής παραρτήματος Τ.Ε.Ι., έως και το ήμισυ των μηνιαίων αποδοχών, ο διευθυντής σχολής Τ.Ε.Ι. και ο προϊστάμενος τμήματος Τ.Ε.Ι. έως και το ένα τέταρτο των μηνιαίων αποδοχών. στ)Ο γενικός διευθυντής έως και το ήμισυ των μηνιαίων αποδοχών. 2.Η αρμοδιότητα των πειθαρχικώς προϊσταμένων είναι αμεταβίβαστη, εκτός αν από διάταξη νόμου προβλέπεται διαφορετικά. 3.Αρμόδιος πειθαρχικώς προϊστάμενος είναι εκείνος στον οποίο υπάγεται, με οποιαδήποτε υπηρεσιακή σχέση ή κατάσταση, ο υπάλληλος κατά το χρόνο τέλεσης του παραπτώματος. 4.Οι πειθαρχικώς προϊστάμενοι και το διοικητικό συμβούλιο νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου επιλαμβάνονται αυτεπαγγέλτως. 5.Αν έχουν επιληφθεί αρμοδίως περισσότεροι πειθαρχικώς προϊστάμενοι, η πειθαρχική διαδικασία συνεχίζεται μόνο από εκείνον που κάλεσε πρώτος σε απολογία τον υπάλληλο. Ανώτερος πειθαρχικώς προϊστάμενος ή το διοικητικό συμβούλιο νομικού προσώπου έχουν, σε κάθε περίπτωση, δικαίωμα να ζητήσουν την παραπομπή σ’ αυτούς της πειθαρχικής υπόθεσης, εφόσον δεν έχει εκδοθεί πειθαρχική απόφαση. 6.Αν ο πειθαρχικός προϊστάμενος, ο οποίος έχει επιληφθεί, κρίνει ότι το παράπτωμα επισύρει ποινή ανώτερη της αρμοδιότητάς του, παραπέμπει την υπόθεση σε οποιονδήποτε ανώτερο αυτού πειθαρχικώς προϊστάμενο μέχρι και τον υπουργό ή και το διοικητικό συμβούλιο του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, αν Υπαλληλικός Κώδικας 2.Ε.β.185 πρόκειται για υπάλληλο του νομικού προσώπου. Αν και ο υπουργός ή το διοικητικό συμβούλιο νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου κρίνει ότι η προσήκουσα ποινή είναι ανώτερη και της δικής τους αρμοδιότητας, παραπέμπουν το θέμα στο υπηρεσιακό συμβούλιο. Αρμοδιότητα διοικητικών συμβουλίων νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου Άρθρ.119.-Τα διοικητικά συμβούλια νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου μπορεί να επιβάλλουν τις ποινές της επίπληξης και του προστίμου έως και τις αποδοχές ενός μηνός. Αρμοδιότητα υπηρεσιακών συμβουλίων Άρθρ.12.-1.Η πλήρωση των θέσεων διέπεται από τις αρχές της ίσης ευκαιρίας συμμετοχής, της αξιοκρατίας, της αντικειμενικότητας, της κοινωνικής αλληλεγγύης, της διαφάνειας και της δημοσιότητας. 2.Η πλήρωση των θέσεων γίνεται με δημόσιο διαγωνισμό, γραπτό και κατ’ εξαίρεση προφορικό ή με σειρά προτεραιότητας βάσει σαφώς καθορισμένων κριτηρίων, σύμφωνα με τις αρχές του άρθρ. 1 του παρόντος και όπως ορίζει ο νόμος. 3.Ειδικές διατάξεις που ρυθμίζουν κατ’ εξαίρεση διορισμό χωρίς την τήρηση των διατάξεων της παρ.2 ισχύουν. Αρμόδιο όργανο Άρθρ.120.-«1.Τα υπηρεσιακά συμβούλια μπορούν να επιβάλλουν οποιαδήποτε πειθαρχική ποινή. Τα υπηρεσιακά συμβούλια κρίνουν σε πρώτο βαθμό μετά από παραπομπή της υπόθεσης σε αυτά και σε δεύτερο βαθμό μετά από άσκηση ένστασης κατ’ αποφάσεων πειθαρχικώς προϊσταμένων. Το δευτεροβάθμιο πειθαρχικό συμβούλιο του άρθρου 163α αποφαίνεται σε δεύτερο βαθμό ύστερα από ένσταση κατ’ αποφάσεων των υπηρεσιακών συμβουλίων και σε πρώτο βαθμό για την εκδίκαση του παραπτώματος του τελευταίου εδαφίου του άρθρου 123.» Η παρ. 1, αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. 3 άρθρ. 15 Νόμ. 2839/11-12 Σεπτ. 2000 (ΦΕΚ Α΄196), κατωτ. αριθ.
  21. (Μετά τη σελ. 318,31 0) Σελ. 318,31 1 Τεύχος 1345 Σελ. 73 2.Αρμόδιο υπηρεσιακό συμβούλιο είναι εκείνο στο οποίο υπάγεται, με οποιαδήποτε υπηρεσιακή σχέση ή κατάσταση, ο υπάλληλος κατά το χρόνο τέλεσης του παραπτώματος. 3.Συγκρούσεις αρμοδιότητες μεταξύ περισσοτέρων υπηρεσιακών συμβουλίων για την κρίση του ίδιου παραπτώματος αίρονται από τον πρόεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους. Οι καταφατικές συγκρούσεις αίρονται, εφόσον δεν έχει εκδοθεί οριστική απόφαση ενός τουλάχιστον από τα συμβούλια που έχουν επιληφθεί. Οι αποφατικές συγκρούσεις αίρονται, εφόσον οι αποφάσεις δύο τουλάχιστον συμβουλίων που έχουν κηρυχθεί αναρμόδια, είναι τελεσίδικες. Για την άρση απαιτείται αίτηση της υπηρεσίας ή του υπαλλήλου. Αν πρόκειται για καταφατική σύγκρουση, την άρση μπορεί να τη ζητήσει και ο πρόεδρος ενός από τα υπηρεσιακά συμβούλια που έχουν επιληφθεί. Συμβούλιο της Επικρατείας Άρθρ.121.-Δικαίωμα προσφυγής ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας έχουν οι μόνιμοι υπάλληλοι κατά των αποφάσεων: α)του υπουργού, του προϊσταμένου ανεξάρτητης διοικητικής αρχής, του Διοικητή του Αγίου Όρους, καθώς και του διοικητή ή του προέδρου συλλογικού οργάνου, ο οποίος ασκεί τη διοίκηση νομικού προσώπου δημόσιου δικαίου, που επιβάλλουν οποιαδήποτε ποινή, «β) του δευτεροβάθμιου πειθαρχικού συμβουλίου που επιβάλλει τις πειθαρχικές ποινές του προστίμου αποδοχών ενός

(1)μηνός και άνω, της στέρησης του δικαιώματος για προαγωγή, του υποβιβασμού και της προσωρινής ή οριστικής παύσης και» Η περίπτ. β΄ αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. 4 άρθρ. 15 Νόμ. 2839/11-12 Σεπτ. 2000 (ΦΕΚ Α΄196), κατωτ. αριθ.
  1. γ)των συλλογικών οργάνων του άρθρ.
  2. Από κοινού κρίση πειθαρχικών παραπτωμάτων Άρθρ.122.-1.Περισσότερα του ενός πειθαρχικά παραπτώματα του ίδιου υπαλλήλου μπορεί, κατά την κρίση του πειθαρχικού οργάνου, να κρίνονται ενιαίως, εφόσον ανάγονται σε καθήκοντα υπηρεσιών του ίδιου υπουργείου ή νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου. 2.Περισσότεροι υπάλληλοι, που δικαιώνονται για το ίδιο ή για συναφή πειθαρχικά παραπτώματα, μπορεί να κρίνονται ενιαίως, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις της προηγούμενης παραγράφου. 3.Αν στις περιπτώσεις των παραγράφων 1 και 2 τα πειθαρχικά όργανα που είναι αρμόδια να επιληφθούν είναι διαφορετικά, αρμόδιο για την κρίση όργανο είναι: α)μεταξύ περισσότερων πειθαρχικώς προϊσταμένων ο ανώτερος σε βαθμό, και σε περίπτωση ομοιοβάθμων, εκείνος που έχει επιληφθεί πρώτος. Σελ. 318,312 Τεύχος 1345 Σελ. 74 β)μεταξύ περισσότερων υπηρεσιακών συμβουλίων, εκείνο που έχει επιληφθεί πρώτο και γ)μεταξύ πειθαρχικώς προϊσταμένου και υπηρεσιακού συμβουλίου, το τελευταίο. ΤΜΗΜΑ Β΄ ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α΄ ΑΣΚΗΣΗ ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΗΣ ΔΙΩΞΗΣ Άσκηση πειθαρχικής δίωξης Άρθρ.123.-Η πειθαρχική δίωξη αρχίζει είτε με την κλήση του υπαλλήλου σε απολογία από το μονομελές πειθαρχικό όργανο είτε με την παραπομπή του στο υπηρεσιακό συμβούλιο. Η πειθαρχική διαδικασία ολοκληρώνεται ενώπιον του μονομελούς πειθαρχικού οργάνου εντός τριμήνου και ενώπιον του υπηρεσιακού συμβουλίου εντός εξαμήνου από την έναρξη της πειθαρχικής δίωξης. Η υπαίτια παράβαση της διάταξης του προηγούμενου εδαφίου αποτελεί πειθαρχικό παράπτωμα. «Το παράπτωμα αυτό, για τα μέλη του υπηρεσιακού συμβουλίου, εκδικάζεται μετά από παραπομπή ενώπιον του δευτεροβάθμιου πειθαρχικού συμβουλίου.» Το μέσα σε «» τελευταίο εδάφιο αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. 5 άρθρ. 15 Νόμ. 2839/11-12 Σεπτ. 2000 2.Ε.β.185 Υπαλληλικός Κώδικας (ΦΕΚ Α΄196), κατωτ. αριθ.
  3. Παραπομπή στο υπηρεσιακό συμβούλιο Άρθρ.124.-1.Αν ο υπουργός κρίνει ότι το πειθαρχικό παράπτωμα τιμωρείται με ποινή μεγαλύτερη της αρμοδιότητάς του, παραπέμπει την υπόθεση στο υπηρεσιακό συμβούλιο. Για τους υπαλλήλους νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου η πειθαρχική υπόθεση παραπέμπεται για τον ίδιο λόγο στο υπηρεσιακό συμβούλιο από το διοικητικό συμβούλιο του νομικού προσώπου. Η παραπομπή είναι υποχρεωτική όταν υπάρχει αιτιολογημένη πρόταση αρμόδιας υπηρεσίας. 2.Ο υπουργός ή ο γενικός γραμματέας περιφέρειας, όταν λάβουν γνώση πειθαρχικού παραπτώματος που τελέσθηκε από υπάλληλο νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, παραπέμπουν την υπόθεση ενώπιον του οικείου υπηρεσιακού συμβουλίου για την άσκηση του πειθαρχικού ελέγχου. 3.Δεν επιτρέπεται παραπομπή στο υπηρεσιακό συμβούλιο μετά την έκδοση οριστικής απόφασης για το ίδιο παράπτωμα από οποιοδήποτε πειθαρχικό όργανο. Διαδικασία και συνέπειες παραπομπής Άρθρ.125.-1.Στο έγγραφο, με το οποίο η υπόθεση παραπέμπεται στο υπηρεσιακό συμβούλιο σύμφωνα με το άρθρ. 124 του παρόντος, πρέπει να προσδιορίζονται επακριβώς κατά τόπο και χρόνο τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν το πειθαρχικό παράπτωμα και ο διωκόμενος υπάλληλος. 2.Το παραπεμπτήριο έγγραφο κοινοποιείται στον διωκόμενο υπάλληλο και αποστέλλεται μαζί με το φάκελο της υπόθεσης στο υπηρεσιακό συμβούλιο. Η παράλειψη κοινοποίησης του παραπεμπτηρίου εγγράφου συνεπάγεται ακυρότητα της πειθαρχικής διαδικασίας, εκτός αν ο διωκόμενος υπάλληλος έλαβε αποδεδειγμένως πλήρη γνώση του με άλλο τρόπο. 3.Η έκδοση του παραπεμπτηρίου εγγράφου καταργεί την εκκρεμή πειθαρχική διαδικασία ενώπιον άλλου πειθαρχικού οργάνου. 4.Το παραπεμπτήριο έγγραφο δεν ανακαλείται. ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β΄ ΠΡΟΚΑΤΑΡΚΤΙΚΗ ΕΡΕΥΝΑ – ΕΝΟΡΚΗ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΗ ΕΞΕΤΑΣΗ – ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΗ ΑΝΑΚΡΙΣΗ Προκαταρκτική έρευνα Άρθρ.126.-1.Προκαταρκτική έρευνα είναι η άτυπη συλλογή και καταγραφή στοιχείων για να διαπιστωθεί η τέλεση πειθαρχικού παραπτώματος και οι συνθήκες τέλεσής του. 2.Προκαταρκτική έρευνα μπορεί να ενεργήσει κάθε πειθαρχικώς προϊστάμενος του υπαλλήλου. 3.Αν αυτός που ενεργεί προκαταρκτική έρευνα κρίνει, με βάση τα στοιχεία που έχουν συγκεντρωθεί, ότι δεν συντρέχει περίπτωση πειθαρχικής δίωξης, περατώνει την έρευνα με αιτιολογημένη έκθεσή του. Στην περίπτωση αυτή δεν αποκλείεται η ενέργεια προκαταρκτικής έρευνας από ανώτερο πειθαρχικώς προϊστάμενο. Αν, αντιθέτως, αυτός που ενεργεί προκαταρκτική έρευνα κρίνει ότι έχει διαπραχθεί πειθαρχικό παράπτωμα, το οποίο τιμωρείται με ποινή της αρμοδιότητάς του, καλεί τον υπάλληλο σε απολογία σύμφωνα με το Άρθρ.13.-.Οι διαδικασίες πρόσληψης διενεργού-νται από ανεξάρτητη διοικητική αρχή. 2.Κατά των πράξεων της ανεξάρτητης αυτής αρχής επιτρέπεται στον αρμόδιο υπουργό η άσκηση αίτησης ακυρώσεως ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας. Προκήρυξη πλήρωσης θέσεων άρθρ.
  4. Αν κρίνει, είτε πριν από την κλήση του υπαλλήλου σε απολογία ή μετά την απολογία του, ότι δικαιολογείται η επιβολή βαρύτερης ποινής, παραπέμπει την υπόθεση σε ανώτερο πειθαρχικώς προϊστάμενο, σύμφωνα με όσα ορίζονται στην παρ. 6 του άρθρ.
  5. Αν, τέλος, κρίνει ότι το πειθαρχικό παράπτωμα χρειάζεται περαιτέρω έρευνα, διατάσει τη ενέργεια ένορκης διοικητικής εξέτασης. Ένορκη διοικητική εξέταση Άρθρ.127.1.Ένορκη διοικητική εξέταση (Ε.Δ.Ε.) ενεργείται κάθε φορά που η υπηρεσία έχει σοβαρές υπόνοιες ή σαφείς ενδείξεις για τη διάπραξη πειθαρχικού παραπτώματος. Η εξέταση αυτή αποσκοπεί στη συλλογή στοιχείων για τη διαπίστωση της τέλεσης πειθαρχικού παραπτώματος και των προσώπων που τυχόν ευθύνονται, καθώς και στη διερεύνηση των συνθηκών κάτω από τις οποίες αυτό έχει τελεστεί. Η ένορκη διοικητική εξέταση δεν συνιστά έναρξη πειθαρχικής δίωξης. 2.Η ένορκη διοικητική εξέταση διατάσσεται από οποιονδήποτε πειθαρχικώς προϊστάμενο και ενεργείται από μόνιμο υπάλληλο με βαθμό τουλάχιστον Α΄ του ίδιου υπουργείου ή νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου και σε καμία περίπτωση κατώτερου βαθμού εκείνου στον οποίο αποδίδεται η πράξη. Σε περίπτωση αδυναμίας, λόγω κωλύματος, η ένορκη διοικητική εξέταση μπορεί να ενεργείται και από μόνιμο δημόσιο υπάλληλο τουλάχιστον με βαθμό Α΄ άλλου υπουργείου ή, προκειμένου για νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, του υπουργείου που το εποπτεύει. 3.Κατά την εξέταση του υπαλλήλου, στον οποίο αποδίδεται η διάπραξη πειθαρχικού παραπτώματος, εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις των άρθρ. 131 παρ. 3 και 133 του παρόντος. 4.Η ένορκη διοικητική εξέταση ολοκληρώνεται με την υποβολή αιτιολογημένης έκθεσης του υπαλλήλου που την ενεργεί. Η έκθεση αυτή υποβάλλεται, με όλα τα στοιχεία που συγκεντρώθηκαν, στον πειθαρχικώς προϊστάμενο ο οποίος διέταξε τη διενέργεια της εξέτασης. Εφόσον με την έκθεση διαπιστώνεται η διάπραξη πειθαρχικού παραπτώματος από συγκεκριμένο υπάλληλο, ο πειθαρχικώς προϊστάμενος υποχρεούται να ασκήσει πειθαρχική δίωξη. 5.Διατάξεις που προβλέπουν τη διενέργεια ένορκων διοικητικών εξετάσεων οποιασδήποτε μορφής από ειδικά όργανα δεν θίγονται. 6.Οι διατάξεις των παρ. 5, 6 και 7 του άρθρ. 128, καθώς και οι διατάξεις των άρθρων 130 και 132 εφαρμόζονται αναλόγως. Πειθαρχική ανάκριση Άρθρ.128.-1.Πειθαρχική ανάκριση διεξάγεται υποχρεωτικά κατά τη διαδικασία ενώπιον του υπηρεσιακού συμβουλίου. Κατ’ εξαίρεση δεν είναι υποχρεωτική η ανάκριση στις ακόλουθες περιπτώσεις: α)όταν τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν την αντικειμενική υπόσταση του πειθαρχικού παραπτώματος προκύπτουν από το φάκελο κατά τρόπο αναμφισβήτητο, Υπαλληλικός Κώδικας 2.Ε.β.185 β)όταν ο υπάλληλος ομολογεί με την απολογία του κατά τρόπο μη επιδεχόμενο αμφισβήτηση ότι διέπραξε το πειθαρχικό παράπτωμα, (Μετά τη σελ. 318,31 2) Σελ. 318,31 3 Τεύχος 1345 Σελ. 75 γ)όταν ο υπάλληλος συλλαμβάνεται επ’ αυτοφώρω κατά τη διάπραξη ποινικού αδικήματος που αποτελεί συγχρόνως και πειθαρχικό παράπτωμα, δ)όταν έχει προηγηθεί ανάκριση ή προανάκριση συμφώνως με τις διατάξεις του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας για ποινικό αδίκημα που αποτελεί και πειθαρχικό παράπτωμα. ε)όταν έχει διενεργηθεί, πριν την έκδοση του παραπεμπτηρίου εγγράφου ή της ένστασης Ε.Δ.Ε. ή άλλη ένορκη εξέταση κατά την οποία διαπιστώθηκε διάπραξη πειθαρχικού παραπτώματος από συγκεκριμένο υπάλληλο. Το ίδιο ισχύει όταν η διάπραξη πειθαρχικού παραπτώματος προκύπτει από έκθεση δικαστικού οργάνου ή άλλου ελεγκτικού οργάνου της διοίκησης. 2.Η πειθαρχική ανάκριση διεξάγεται από υπάλληλο που μπορεί να είναι και μέλος του υπηρεσιακού συμβουλίου τουλάχιστον ομοιόβαθμο του διωκομένου. 3.Δεν ενεργούν πειθαρχική ανάκριση: α)τα πρόσωπα κατά των οποίων στρέφεται το πειθαρχικό παράπτωμα, β)οι πειθαρχικώς προϊστάμενοι που έχουν εκδώσει την πειθαρχική απόφαση η οποία κρίνεται κατ΄ ένσταση, γ)τα πρόσωπα που έχουν ενεργήσει ένορκη διοικητική εξέταση. Ο εγκαλούμενος δικαιούται μέσα σε τρεις ημέρες από την κλήση του για εξέταση να ζητήσει την εξαίρεση εκείνου που διεξάγει την ανάκριση με έγγραφη αίτηση. Στην αίτηση πρέπει να εκτίθενται κατά τρόπο σαφή και συγκεκριμένο οι λόγοι εξαίρεσης και να αναφέρονται τα στοιχεία στα οποία θεμελιώνονται οι προβαλλόμενοι ισχυρισμοί. Για την αίτηση εξαίρεσης αποφασίζει το υπηρεσιακό συμβούλιο χωρίς τη συμμετοχή εκείνου, του οποίου ζητείται η εξαίρεση, που αναπληρώνεται νομίμως. Αν η αίτηση γίνει δεκτή, οι ανακριτικές πράξεις που στο μεταξύ ενεργήθηκαν, είναι άκυρες και επαναλαμβάνονται εξ αρχής. 4.Όποιος διεξάγει ανάκριση, δικαιούται να ενεργήσει ανακριτικές πράξεις και εκτός της έδρας του. Επίσης δικαιούται να ζητήσει την ενέργεια ανακριτικών πράξεων και εκτός της έδρας του από οποιαδήποτε διοικητική αρχή. 5.Η πειθαρχική ανάκριση είναι μυστική. 6.Η πειθαρχική ανάκριση μπορεί να επεκταθεί στην έρευνα και άλλων παραπτωμάτων του ίδιου υπαλλήλου, εφόσον προκύπτουν επαρκή στοιχεία. 7.Καθήκοντα γραμματέα εκτελεί υπάλληλος ο οποίος ορίζεται από τον ενεργούντα την ανάκριση. Ανακριτικές πράξεις Άρθρ.129.-1.Ανακριτικές πράξεις είναι: α)η αυτοψία, β)η εξέταση μαρτύρων, γ)η πραγματογνωμοσύνη, δ)η εξέταση του διωκομένου. Σελ. 318,314 Τεύχος 1345 Σελ. 76 2.Δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο ανακριτικής πράξης θέμα που κατά το νόμο καλύπτεται: α)από το απόρρητο της υπηρεσίας, εκτός αν συμφωνεί η αρμόδια αρχή ή β)από το κατά νόμο επαγγελματικό ή άλλο απόρρητο. 3.Για την ανακριτική πράξη συντάσσεται έκθεση που υπογράφεται από όσους συνέπραξαν. Αν κάποιος απ’ αυτούς είναι αναλφάβητος ή αρνείται να υπογράψει, γίνεται σχετική μνεία στην έκθεση. Αυτοψία Άρθρ.130.-1.Με την επιφύλαξη όσων ορίζονται στο δεύτερο εδάφιο της παρ. 4 του άρθρ. 128, η αυτοψία διενεργείται αυτοπροσώπως από εκείνον που διεξάγει την πειθαρχική ανάκριση με την παρουσία γραμματέα. 2.Η αυτοψία δημόσιων εγγράφων ή εγγράφων ιδιωτικών που έχουν κατατεθεί σε δημόσια αρχή ενεργείται στο γραφείο όπου φυλάσσονται. 3.Έγγραφα που κατέχονται από ιδιώτη, παραδίδονται στον ανακριτή και επιστρέφονται υποχρεωτικώς μετά το τέλος της πειθαρχικής διαδικασίας. Ο ανακριτής, ύστερα από αίτηση του ιδιώτη, υποχρεούται να χορηγεί ατελώς απόδειξη παραλαβής και επίσημο αντίγραφο των εγγράφων που παραλήφθηκαν. Έγγραφα τα οποία είναι αναγκαία για τη διεκπεραίωση κάθε είδους υπόθεσης του κατόχου 2.Ε.β.185 Υπαλληλικός Κώδικας τους ή άλλου προσώπου ανακοινώνονται στον ανακριτή στον τόπο όπου βρίσκονται. Μάρτυρες Άρθρ.131.-1.Οι μάρτυρες εξετάζονται ενόρκως σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας. 2.Η μη εμφάνιση ή η άρνηση κατάθεσης του μάρτυρα χωρίς εύλογη αιτία αποτελεί πλημμέλημα. Εύλογη αιτία θεωρείται και η συγγένεια του διωκόμενου με το μάρτυρα σε ευθεία γραμμή ή έως και το δεύτερο βαθμό σε πλάγια γραμμή. 3.Ο διωκόμενος δικαιούται κατά τη διάρκεια της πειθαρχικής ανάκρισης και της ένορκης διοικητικής εξέτασης και μέχρι το τέλος της εξέτασής του να ζητήσει εγγράφως την εξέταση μαρτύρων. Ο ανακριτής υποχρεούται να εξετάσει πέντε τουλάχιστον από τους προτεινόμενους μάρτυρες. Πραγματογνώμονες Άρθρ.132.-Ως πραγματογνώμονες ορίζονται δημόσιοι υπάλληλοι, υπάλληλοι νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου και ο.τ.α., καθώς και αξιωματικοί των ενόπλων δυνάμεων και σωμάτων ασφαλείας και του λιμενικού σώματος. Οι πραγματογνώμονες, πριν από τη διενέργεια της πραγματογνωμοσύνης, ορκίζονται σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας. Εξέταση διωκομένου Άρθρ.14.-1.Κάθε διαδικασία πρόσληψης προϋποθέτει προηγούμενη προκήρυξη, η οποία δημοσιεύεται υποχρεωτικά σε ειδικό τεύχος της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως. Για την εξασφάλιση της ευρύτερης δυνατής πληροφόρησης των υποψηφίων περίληψη της προκήρυξης δημοσιεύεται δια του τύπου και ανακοινώνεται με άλλα μέσα μαζικής ενημέρωσης, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο νόμο για τις προσλήψεις, όπως εκάστοτε αυτός ισχύει. 2.Δεν επιτρέπεται η προκήρυξη χωρίς προηγούμενη έγκριση για την πλήρωση των θέσεων από το εκάστοτε αρμόδιο κυβερνητικό όργανο, εφόσον απαιτείται, καθώς και βεβαίωση ύπαρξης των σχετικών πιστώσεων. 3.Ειδικές διατάξεις που ρυθμίζουν κατ’ εξαίρεση διορισμό σε κενή θέση χωρίς την πρόβλεψη σχετικής προκήρυξης ισχύουν. ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ΄ ΔΙΟΡΙΣΜΟΣ Υποχρέωση διορισμού Άρθρ.133.-Κατά την πειθαρχική ανάκριση καλείται οπωσδήποτε για εξέταση ο διωκόμενος υπάλληλος. Ο υπάλληλος εξετάζεται ανωμοτί και μπορεί να παρίσταται μετά δικηγόρου. Η μη προσέλευση του διωκομένου ή η άρνησή του να εξετασθεί δεν εμποδίζει την πρόοδο της ανάκρισης. Ενέργειες μετά την ανάκριση Άρθρ.134.-1.Ο πρόεδρος του υπηρεσιακού συμβουλίου, όταν λάβει το παραπεμπτήριο έγγραφο, ορίζει ως εισηγητή της πειθαρχικής υπόθεσης ένα από τα μέλη του συμβουλίου, στο οποίο και παραδίδεται ο φάκελος. 2.Ο πρόεδρος του υπηρεσιακού συμβουλίου, όταν διαβιβαστεί σε αυτόν το πόρισμα της πειθαρχικής ανάκρισης ή σε περίπτωση μη διενέργειας ανάκρισης κατά το άρθρ. 128 παρ. 1, όταν κρίνει ότι η υπόθεση είναι ώριμη για συζήτηση, την εισάγει στο υπηρεσιακό συμβούλιο για να αποφασίσει την κλήση σε απολογία του διωκόμενου υπαλλήλου ή την απαλλαγή του χωρίς αυτή. ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ΄ ΑΠΟΛΟΓΙΑ Κλήση σε απολογία Άρθρ.135.-1.Πειθαρχική ποινή δεν επιβάλλεται, εάν ο υπάλληλος δεν κληθεί προηγουμένως σε απολογία. Η εξέταση του διωκόμενου κατά το στάδιο της ένορκης διοικητικής εξέτασης ή της πειθαρχικής ανάκρισης δεν αναπληρώνει την κλήση σε απολογία. 2.Στην κλήση σε απολογία καθορίζεται σαφώς το αποδιδόμενο πειθαρχικό παράπτωμα και τάσσεται εύλογη προθεσμία για απολογία. Η προθεσμία αυτή δεν μπορεί να είναι βραχύτερη από δύο ημέρες, όταν ο υπάλληλος καλείται σε απολογία από τον πειθαρχικώς προϊστάμενο και από τρεις ημέρες, όταν αυτός καλείται από συμβούλιο. Η προθεσμία για απολογία μπορεί να παραταθεί μία μόνο φορά και έως το τριπλάσιο της αρχικής προθεσμίας μετά από αιτιολογημένη έγγραφη αίτηση του διωκομένου. Εκπρόθεσμη απολογία λαμβάνεται υποχρεωτικώς υπόψη, εφόσον υποβάλλεται πριν από την έκδοση της απόφασης. Η παράλειψη της κλήσης σε απολογία καλύπτεται από την υποβολή εγγράφου απολογίας. 3.Όταν μετά την κλήση του διωκομένου σε απολογία ακολουθεί παραπομπή σύμφωνα με την παρ. 6 του άρθρ. 118 σε ανώτερο πειθαρχικώς προϊστάμενο ή στο υπηρεσιακό συμβούλιο ή στα όργανα του άρθρ. 119, δεν απαιτείται νέα κλήση σε απολογία. 4.Μετά την κλήση σε απολογία η υπόθεση περατούται με την έκδοση απόφασης. Απολογία Άρθρ.136.-1.Η απολογία υποβάλλεται εγγράφως. Ενώπιον συλλογικού πειθαρχικού οργάνου επιτρέπεται στο διωκόμενο και η προφορική συμπληρωματική απολογία. 2.Η απολογία παραδίδεται με απόδειξη στο όργανο το οποίο καλεί σε απολογία. Μπορεί όμως και να αποσταλεί ταχυδρομικώς με συστημένη επιστολή ή να κατατεθεί σε δημόσια αρχή για αποστολή. Στις περιπτώσεις του προηγούμενου εδαφίου το εμπρόθεσμο της υποβολής της κρίνεται από το χρόνο της ταχυδρόμησης ή της κατάθεσης στη δημόσια αρχή. 3.Πριν από την απολογία ο διωκόμενος έχει δικαίωμα να λάβει γνώση του φακέλου της πειθαρχικής υπόθεσης. Το γεγονός ότι έλαβε γνώση αποδεικνύεται με πράξη η οποία υπογράφεται από τον υπάλληλο, ο οποίος τηρεί το φάκελο και το διωκόμενο ή μόνο από τον πρώτο, αν ο δεύτερος αρνηθεί να υπογράψει. Αν ο διωκόμενος υπάλληλος δεν υπηρετεί Υπαλληλικός Κώδικας 2.Ε.β.185 στην έδρα του οργάνου που τον καλεί σε απολογία, του χορηγείται σχετική άδεια. 4.Με την απολογία του ο υπάλληλος έχει δικαίωμα να ζητήσει εύλογη προθεσμία για να υποβάλει έγγραφα στοιχεία. Η παροχή της προθεσμίας και η διάρκειά της εναπόκεινται στην κρίση του οργάνου το οποίο τον καλεί σε απολογία. ΚΕΦΑΛΑΙΟ Δ΄ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΕΝΩΠΙΟΝ ΥΠΗΡΕΣΙΑΚΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ Προσδιορισμός δικασίμου – Παράσταση διωκόμενου Άρθρ.137.-1.Μετά την υποβολή της απολογίας ή την παρέλευση της προθεσμίας υποβολής της ο πρόεδρος του υπηρεσιακού συμβουλίου προσδιορίζει με πράξη του την ημέρα κατά την οποία θα κριθεί η υπόθεση. Η ημέρα, η ώρα και ο τόπος της συνεδρίασης ανακοινώνονται εγγράφως στο διωκόμενο πριν από τέσσερις τουλάχιστον ημέρες. 2.Ο διωκόμενος υπάλληλος έχει δικαίωμα να παραστεί αυτοπροσώπως ή να παρασταθεί δια ή μετά πληρεξουσίου δικηγόρου ενώπιον των υπηρεσιακών συμβουλίων και των οργάνων του άρθρ.
  6. Η μη προσέλευση του διωκόμενου δεν εμποδίζει την πρόοδο της διαδικασίας. (Μετά τη σελ. 318,31 4) Σελ. 318,31 5 Τεύχος 1345 Σελ. 77 3.Αν το υπηρεσιακό συμβούλιο κρίνει ανεπαρκή τα αποδεικτικά στοιχεία, αναβάλλει την κρίση της υπόθεσης και διατάσσει συμπληρωματική ανάκριση. 4.Η υπηρεσία του διωκομένου υποχρεούται να του χορηγεί ανάλογη άδεια για να προσέλθει ενώπιον συλλογικού πειθαρχικού οργάνου κατά την κρίση της υπόθεσής του. Κωλύματα και εξαίρεση μελών υπηρεσιακού συμβουλίου Άρθρ.138.-1.Μέλη του υπηρεσιακού συμβουλίου που δε δικαιούνται να διεξάγουν ανάκριση σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 3 του άρθρ. 128 ή έχουν διενεργήσει πειθαρχική ανάκριση στην κρινόμενη υπόθεση, κωλύονται να μετάσχουν στη σύνθεσή του κατά την κρίση της υπόθεσης αυτής. 2.Ο διωκόμενος μπορεί με έγγραφη αίτησή του να ζητήσει την εξαίρεση μελών του υπηρεσιακού συμβουλίου με την προϋπόθεση ότι με τα υπόλοιπα μέλη υπάρχει απαρτία. Η αίτηση αυτή, που υποβάλλεται δύο τουλάχιστον ημέρες πριν από τη συζήτηση της υπόθεσης, πρέπει να περιέχει κατά τρόπο σαφή και συγκεκριμένο τους λόγους της εξαίρεσης και να συνοδεύεται από τα στοιχεία με τα οποία αυτοί αποδεικνύονται. Για την αίτηση εξαίρεσης το υπηρεσιακό συμβούλιο αποφασίζει αιτιολογημένα με συμμετοχή των νόμιμων αναπληρωτών των μελών των οποίων ζητείται η εξαίρεση. Τα μέλη που εξαιρούνται αντικαθίστανται από τα αναπληρωματικά τους. Αν εξαιρεθεί το τακτικό και το αναπληρωματικό του μέλος, το συμβούλιο συνεδριάζει με τα υπόλοιπα μέλη του, εφόσον έχει απαρτία. Η εξαίρεση αναπληρωματικού μέλους μπορεί να ζητηθεί και την ημέρα της συνεδρίασης. Στην περίπτωση αυτή το συμβούλιο αποφασίζει αμέσως επί της αιτήσεως εξαιρέσεως και συνεδριάζει με τα υπόλοιπα μέλη του. 3.Στην περίπτωση της παρ. 4 του άρθρ. 114 αποκλείεται να μετάσχει στο υπηρεσιακό συμβούλιο ο ανακριτής ή αυτός που συμμετείχε στο υπηρεσιακό συμβούλιο κατά την πρώτη κρίση. Δεν μπορούν να εξαιρεθούν μέλη τακτικά ή αναπληρωματικά περισσότερα από τα απαιτούμενα για να έχει το υπηρεσιακό συμβούλιο απαρτία. ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ε΄ ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΤΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ Κοινοποιήσεις στο διωκόμενο Άρθρ.139.-Η κλήση σε απολογία και κάθε πρόσκληση ή ειδοποίηση του διωκόμενου επιδίδονται με δημόσιο όργανο στον ίδιο προσωπικά ή στην κατοικία του σε πρόσωπο με το οποίο συνοικεί. Εάν δεν καταστεί δυνατή η επίδοση, το έγγραφο της κλήσης σε απολογία τοιχοκολλάται στο κατάστημα της υπηρεσίας του Σελ. 318,316 Τεύχος 1345 Σελ. 78 υπαλλήλου και συντάσσεται πρωτόκολλο που υπογράφεται από ένα μάρτυρα. Για την επίδοση αυτή συντάσσεται αποδεικτικό. Σε περίπτωση άρνησης παραλαβής αυτός που διενεργεί την επίδοση, συντάσσει πράξη στην οποία βεβαιώνεται η άρνηση. Αν ο υπάλληλος είναι άγνωστης διαμονής, το έγγραφο της κλήσης σε απολογία τοιχοκολλάται στο κατάστημα της υπηρεσίας του και συντάσσεται σχετικό αποδεικτικό. Εκτίμηση αποδείξεων Άρθρ.140.-1.Το πειθαρχικό όργανο εκτιμά ελευθέρως τις αποδείξεις. Για να μορφώσει την κρίση του, μπορεί να λάβει υπόψη του και αποδεικτικά στοιχεία που δεν προκύπτουν από την πειθαρχική διαδικασία αλλά από άλλη νόμιμη διαδικασία, εφόσον έλαβε γνώση τους ο διωκόμενος. 2.Συναφή πειθαρχικά παραπτώματα, τα οποία διαπιστώνονται κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο της ίδιας πειθαρχικής κρίσης μόνο εφόσον ο διωκόμενος κληθεί σε απολογία και γι’ αυτά. 3.Η κρίση πρέπει να στηρίζεται σε αποδεδειγμένα πραγματικά γεγονότα και να είναι ειδικώς αιτιολογημένη. Πειθαρχική απόφαση Άρθρ.141.-1.η πειθαρχική απόφαση 2.Ε.β.185 Υπαλληλικός Κώδικας διατυπώνεται εγγράφως. 2.Στην απόφαση μνημονεύονται: α)ο τόπος και ο χρόνος έκδοσής της, β)το ονοματεπώνυμο, η ιδιότητα και ο βαθμός του μονομελούς πειθαρχικού οργάνου ή των μελών του συλλογικού πειθαρχικού οργάνου, γ)το ονοματεπώνυμο, η ιδιότητα και ο βαθμός του κρινομένου, δ)τα πραγματικά περιστατικά και στοιχεία που συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του πειθαρχικού παραπτώματος, προσδιορισμένα κατά τόπο και χρόνο, ε)η υποβολή ή όχι απολογίας, στ)η αιτιολογία της απόφασης, ζ)η γνώμη των μελών του συλλογικού οργάνου που μειοψήφησαν και η)η απαλλαγή του κρινομένου ή η ποινή που του επιβάλλεται. Η παράλειψη των στοιχείων που αναφέρονται στα εδάφια α΄, β΄ και γ΄, εκτός του ονοματεπώνυμου, δεν συνεπάγεται ακυρότητα της απόφασης, εφόσον αυτά προκύπτουν από το φάκελο της υπόθεσης. 3.Η πειθαρχική απόφαση υπογράφεται από το όργανο που την εκδίδει. Όταν αυτή εκδίδεται από συλλογικό όργανο, υπογράφεται από τον πρόεδρο και το γραμματέα. 4.Η πειθαρχική απόφαση κοινοποιείται σε αντίγραφο με τη φροντίδα της υπηρεσίας στον υπάλληλο και γνωστοποιείται στα όργανα που δικαιούνται να ασκήσουν ένσταση. Η κοινοποίηση της απόφασης στον υπάλληλο ενεργείται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρ.
  7. Στον υπάλληλο γνωστοποιούνται επίσης τα ένδικα μέσα που δικαιούται να ασκήσει. 5.Η πειθαρχική απόφαση δεν ανακαλείται. Ανάκληση της πειθαρχικής απόφασης επιτρέπεται κατ’ εξαίρεση σε περίπτωση πρόδηλης παρανομίας. Ανάκληση πειθαρχικής απόφασης μονομελούς οργάνου γίνεται ύστερα από σύμφωνη γνώμη πειθαρχικού συμβουλίου. Πειθαρχική απόφαση που υπόκειται σε ένσταση δεν ανακαλείται. Η αίτηση για ανάκληση της πειθαρχικής απόφασης υποβάλλεται μέσα σε αποκλειστική προθεσμία εξήντα ημερών από την κοινοποίησή της στον υπάλληλο. Αν η ανάκληση δεν γίνει εντός τριμήνου, λογίζεται ότι το αίτημα της ανάκλησης έχει απορριφθεί. ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΣΤ΄ ΕΝΔΙΚΑ ΜΕΣΑ Ένσταση Άρθρ.15.-Οι επιτυχόντες που περιλαμβάνονται στον πίνακα διοριστέων διορίζονται υποχρεωτικά μέσα σε 30 ημέρες από τη λήξη της προθεσμίας υποβολής των δικαιολογητικών και το αργότερο εντός 4 μηνών από την έκδοση των πινάκων διοριστέων. Αρμοδιότητα έκδοσης και τύπος πράξης διορισμού Άρθρ.142.-1.Οι αποφάσεις των πειθαρχικώς προϊσταμένων, εκτός αυτών που ορίζονται στο άρθρ. 121 περ. (α), καθώς και των συλλογικών οργάνων του άρθρ. 119, υπόκεινται σε ένσταση ενώπιον του αρμόδιου υπηρεσιακού συμβουλίου. «Οι αποφάσεις των υπηρεσιακών συμβουλίων που έκριναν σε πρώτο βαθμό υπόκεινται σε ένσταση ενώπιον του δευτεροβάθμιου πειθαρχικού συμβουλίου, από τον υπάλληλο που τιμωρήθηκε, στις περιπτώσεις επιβολής της πειθαρχικής ποινής του προστίμου αποδοχών ενός
(1)μηνός και άνω, της στέρησης του δικαιώματος για προαγωγή, του υποβιβασμού, της προσωρινής και οριστικής παύσης. Όλες οι αποφάσεις των υπηρεσιακών συμβουλίων που έκριναν σε πρώτο βαθμό υπόκεινται σε ένσταση ενώπιον του δευτεροβάθμιου πειθαρχικού συμβουλίου, υπέρ της διοίκησης, κατά τα οριζόμενα στο εδάφιο β’ της επόμενης παραγράφου.» Το μέσα σε «» τελευταίο εδάφιο, αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. 6 άρθρ. 15 Νόμ. 2839/11-12 Νοεμ. 2000 (ΦΕΚ Α΄196), κατωτ. αριθ.
  1. 2.Ένσταση ενώπιον του πρωτοβάθμιου ή δευτεροβάθμιου πειθαρχικού συμβουλίου δικαιούνται να ασκήσουν: α)ο υπάλληλος που τιμωρήθηκε και β)υπέρ της διοίκησης ή υπέρ του υπαλλήλου, κάθε ανώτερος πειθαρχικώς προϊστάμενος, οι πρόεδροι των συλλογικών οργάνων του άρθρ. 119 και ο υπουργός ή ο γενικός γραμματέας περιφέρειας που ασκεί εποπτεία στο νομικό πρόσωπο. 3.Η ένσταση ασκείται μέσα σε προθεσμία 20 ημερών από την κοινοποίηση της απόφασης στον υπάλληλο ή από την περιέλευσή της στα όργανα που δικαιούνται να ασκήσουν ένσταση. Η προθεσμία αυτή παρατείνεται κατά 30 ημέρες για εκείνους που διαμένουν στο εξωτερικό.
  2. «Τα πειθαρχικά συμβούλια (πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμιο), όταν κρίνουν μετά από ένσταση του υπαλλήλου ή υπέρ του δεν μπορούν να χειροτερέψουν τη θέση του.» Όταν κρίνουν ένσταση υπέρ της διοίκησης, δεν μπορούν να επιβάλλουν ελαφρότερη ποινή από αυτήν που επιβλήθηκε. Όταν ασκούνται ενστάσεις τόσο από τον υπάλληλο όσο και υπέρ της διοίκησης, το πειθαρχικό συμβούλιο τις κρίνει από κοινού και δεν δεσμεύεται ως προς την ποινή που θα επιβάλλει. Το μέσα σε «» πρώτο εδάφιο, αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. 7 άρθρ. 15 Νόμ. 2839/11-12 Σεπτ. 2000 (ΦΕΚ Α΄196), κατωτ. αριθ.
  3. 5.Η προθεσμία για την άσκηση ένστασης και η άσκησή της αναστέλλουν την εκτέλεση της πειθαρχικής απόφασης. Επανάληψη της πειθαρχικής διαδικασίας Άρθρ.143.-1.Την επανάληψη της πειΥπαλληλικός Κώδικας 2.Ε.β.185 θαρχικής διαδικασίας, σύμφωνα με τις παρ. 4 και 5 του άρθρ. 114, μπορούν να ζητήσουν τα όργανα των παρ. 1 και 2 του άρθρ. 124, όταν έχει εκδοθεί καταδικαστική ποινική απόφαση και ο υπάλληλος, όταν έχει εκδοθεί αθωωτική ποινική απόφαση εντός αποκλειστικής προθεσμίας ενός έτους. 2.Η αίτηση για την επανάληψη της πειθαρχικής διαδικασίας απευθύνεται στο οικείο πρωτοβάθμιο ή δευτεροβάθμιο κατά περίπτωση πειθαρχικό συμβούλιο, στο οποίο υπαγόταν ο υπάλληλος κατά το χρόνο τέλεσης του παραπτώματος. 3.Αν έχει εκδοθεί καταδικαστική ποινική απόφαση, κατά την επανάληψη της πειθαρχικής διαδικασίας, μπορεί να επιβληθεί πειθαρχική ποινή ανώτερη από αυτήν που είχε επιβληθεί. Αν έχει εκδοθεί αθωωτική ποινική απόφαση, μπορεί να επιβληθεί ελαφρότερη ποινή ή να απαλλαγεί ο υπάλληλος. Όταν ο υπάλληλος είχε τιμωρηθεί με οριστική ή προσωρινή παύση ή υποβιβασμό, το υπηρεσιακό συμβούλιο μπορεί κατά την επανάληψη της πειθαρχικής διαδικασίας να αποφασίσει και τη βαθμολογική ή μισθολογική του αποκατάσταση. Αν δεν υπάρχει κενή θέση, ο υπάλληλος παραμένει υπεράριθμος και καταλαμβάνει την πρώτη θέση που θα κενωθεί. Προσφυγή Άρθρ.144.-1.Προσφυγή ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας, σύμφωνα με το άρθρ. 121, δικαιούται να ασκήσει ο υπάλληλος που τιμωρήθηκε. (Μετά τη σελ. 318,31 6) Σελ. 318,31 7 Τεύχος 1345 Σελ. 79 2.Η προθεσμία και η άσκηση της προσφυγής ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας διέπονται από τις κείμενες διατάξεις. «
  4. Η προθεσμία για την άσκηση της προσφυγής και η άσκησή της δεν αναστέλλουν την εκτέλεση της πειθαρχικής απόφασης, με εξαίρεση τις πειθαρχικές αποφάσεις που επιβάλλουν την ποινή της προσωρινής ή οριστικής παύσης ή του υποβιβασμού. Το Συμβούλιο της Επικρατείας μπορεί με απόφασή του να αναστείλει την εκτέλεση της πειθαρχικής απόφασης, εφόσον πιθανολογεί ανεπανόρθωτη βλάβη του προσφεύγοντα ή ευδοκίμηση της προσφυγής. Στην περίπτωση αυτήν, η εκδίκαση της προσφυγής γίνεται μέσα σε προθεσμία έξι
(6)μηνών από τη χορήγηση της αναστολής, άλλως η χορηγηθείσα αναστολή εκτέλεσης της πειθαρχικής απόφασης παύει να ισχύει. Η παρ 3, αντικαταστάθηκε ως αν από την παρ. 8 άρθρ. 15 Νόμ. 2839/11-12 Σεπτ. 2000 (ΦΕΚ Α΄196), κατωτ. αριθ.
  1. 4.Το Συμβούλιο της Επικρατείας, όταν κρίνει μετά από προσφυγή, δεν μπορεί να χειροτερεύσει τη θέση του υπαλλήλου. ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ζ΄ ΕΚΤΕΛΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗΣ – ΔΙΑΓΡΑΦΗ ΠΟΙΝΩΝ Εκτέλεση απόφασης Άρθρ.145.-1.Η τελεσίδικη απόφαση εκτελείται υποχρεωτικώς. Η εκτέλεση γίνεται από την οικεία υπηρεσία ή νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου. Παράλειψη εκτέλεσης της ποινής αποτελεί πειθαρχικό παράπτωμα. 2.Σε περίπτωση απόρριψης προσφυγής κατά απόφασης που επιβάλλει την ποινή της οριστικής παύσης, η λύση της υπαλληλικής σχέσης επέρχεται αυτοδικαίως από τη δημοσίευση της απόφασης του Συμβουλίου της Επικρατείας. 3.Κατά το χρόνο της προσωρινής παύσης ο υπάλληλος απέχει από κάθε υπηρεσία. Ο χρόνος της προσωρινής παύσης δεν θεωρείται χρόνος πραγματικής υπηρεσίας. 4.Όποιος τιμωρείται με υποβιβασμό, δεν κρίνεται για προαγωγή πριν περάσει από την επιβολή της ποινής χρονικό διάστημα ίσο με το μισό του χρόνου που απαιτείται για προαγωγή. 5.Η πειθαρχική απόφαση, η οποία επιβάλλει πρόστιμο, εκτελείται από τον προϊστάμενο της υπηρεσίας που εντέλλεται την πληρωμή των αποδοχών του υπαλλήλου. Αν λυθεί η υπαλληλική σχέση, το πρόστιμο εισπράττεται σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα για την είσπραξη δημοσίων εσόδων. Για την καταβολή βαρύνεται αποκλειστικά ο υπάλληλος που τιμωρήθηκε και όχι οι κληρονόμοι του. Σελ. 318,318 Τεύχος 1345 Σελ. 80 Το πρόστιμο υπολογίζεται στις αποδοχές που λαμβάνει ο υπάλληλος κατά το χρόνο έκδοσης της πρωτοβάθμιας πειθαρχικής απόφασης. Όταν αυτό ορίζεται έως στο 1/5 των αποδοχών του, παρακρατείται εφάπαξ από τις αποδοχές του πρώτου μήνα μετά την τελεσιδικία της απόφασης. Όταν είναι μεγαλύτερο, παρακρατείται τμηματικώς κατά μήνα. Η μηνιαία παρακράτηση καθορίζεται με την πειθαρχική απόφαση και δεν επιτρέπεται να είναι ανώτερη από το 1/5 των αποδοχών του υπαλλήλου. Διαγραφή πειθαρχικών ποινών Άρθρ.146.1.Διαγράφονται αυτοδικαίως η ποινή της επίπληξης μετά 3 έτη, του προστίμου μετά 5 έτη και οι λοιπές ποινές, εκτός από την ποινή της οριστικής παύσης, μετά 10 έτη, εφόσον κατά το αντίστοιχο χρονικό διάστημα ο υπάλληλος δεν τιμωρήθηκε με άλλη ποινή. 2.Ο πειθαρχικός φάκελος ποινής που διαγράφεται αφαιρείται από το προσωπικό μητρώο του υπαλλήλου, τίθεται στο αρχείο της υπηρεσίας και δεν επιτρέπεται εφεξής να αποτελεί στοιχείο κρίσης του. Δαπάνες πειθαρχικής διαδικασίας Άρθρ.16.1.-Οι δημόσιοι υπάλληλοι διορίζονται με απόφαση του οικείου υπουργού, εκτός αν ορίζει διαφορετικά ο νόμος. 2.Οι υπάλληλοι των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου διορίζονται με απόφαση του ανώτατου μονομελούς οργάνου διοίκησής του και, αν δεν υπάρχει, του προέδρου του συλλογικού οργάνου διοίκησης του νομικού προσώπου. 3.Κείμενες διατάξεις, που προβλέπουν το διορισμό με απόφαση άλλου οργάνου, διατηρούνται σε ισχύ. Δημοσίευση και κοινοποίηση πράξης διορισμού Άρθρ.147.-1.Η πειθαρχική διαδικασία διεξάγεται ατελώς. 2.Όταν διατάσσεται πραγματογνωμοσύνη, οι αμοιβές των πραγματογνωμόνων 2.Ε.β.185 Υπαλληλικός Κώδικας εκκαθαρίζονται από το πειθαρχικό όργανο και καταβάλλονται από το Δημόσιο ή το οικείο νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου. ΜΕΡΟΣ ΣΤ΄ ΛΥΣΗ ΥΠΑΛΛΗΛΙΚΗΣ ΣΧΕΣΗΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α΄ ΛΥΣΗ ΥΠΑΛΛΗΛΙΚΗΣ ΣΧΕΣΗΣ Λόγοι λύσης Άρθρ.148.-Η υπαλληλική σχέση λύεται με το θάνατο, την αποδοχή της παραίτησης, την έκπτωση και την απόλυση του υπαλλήλου. ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β΄ ΠΑΡΑΙΤΗΣΗ Παραίτηση Άρθρ.149.-1.Η παραίτηση αποτελεί δικαίωμα του υπαλλήλου και υποβάλλεται εγγράφως. Αίρεση, όρος ή προθεσμία στην αίτηση παραίτησης θεωρούνται ότι δεν έχουν γραφεί. 2.Η παραίτηση θεωρείται ότι δεν έχει υποβληθεί αν κατά την υποβολή της εκκρεμεί ποινική δίωξη για πλημμέλημα από τα αναφερόμενα στην περ. α΄ της παρ. 1 του άρθρ. 8 ή για κακούργημα ή πειθαρχική δίωξη ενώπιον του υπηρεσιακού συμβουλίου για παράπτωμα που μπορεί να επισύρει την ποινή της οριστικής παύσης ή αν η ποινική ή πειθαρχική δίωξη ασκηθεί μέσα σε 2 μήνες από την υποβολή της παραίτησης και πριν την αποδοχή της. Στην περίπτωση άσκησης πειθαρχικής δίωξης μετά την υποβολή αίτησης παραίτησης, εφόσον η πειθαρχική υπόθεση δεν εκδικασθεί σε πρώτο βαθμό εντός έξι μηνών, ο υπάλληλος δικαιούται να υποβάλει νέα αίτηση παραίτησης κατά τους όρους του παρόντος άρθρου. 3.Ο υπάλληλος, που έχει τις υποχρεώσεις του άρθρ. 58, δεν έχει δικαίωμα να παραιτηθεί πριν λήξει ο χρόνος που ορίζεται στη διάταξη αυτή. 4.Ο υπάλληλος μέσα σε αποκλειστική προθεσμία ενός μηνός από την υποβολή της αίτησης παραίτησης μπορεί να την ανακαλέσει εγγράφως, εφόσον αυτή δεν έχει γίνει αποδεκτή σύμφωνα με την επόμενη παράγραφο. 5.Η παραίτηση γίνεται αποδεκτή με πράξη που εκδίδεται από το αρμόδιο όργανο και δημοσιεύεται σε περίληψη στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Η υπηρεσία δεν μπορεί να κάνει αποδεκτή τη παραίτηση πριν από την πάροδο 15 ημερών από την υποβολή της. Αν μέσα σε 15 ημέρες από την πάροδο 15 ημερών από την υποβολή της παραίτησης ο υπάλληλος επανέλθει με δεύτερη αίτηση, εμμένοντας στην παραίτησή του, αυτή γίνεται αυτοδικαίως αποδεκτή και λύεται η υπαλληλική σχέση από την ημέρα υποβολής της δεύτερης αίτησης. Η παραίτηση θεωρείται ότι έχει γίνει αποδεκτή και λύεται αυτοδικαίως η υπαλληλική σχέση, αν παρέλθει άπρακτη προθεσμία 2 μηνών από την υποβολή της. Για τη λύση της υπαλληλικής σχέσης εκδίδεται διαπιστωτική πράξη, περίληψη της οποίας δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. 6.Διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας, που ρυθμίζουν την παραίτηση του υπαλλήλου σε ειδικές περιπτώσεις, διατηρούνται σε ισχύ. ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ΄ ΕΚΠΤΩΣΗ Αυτοδίκαιη έκπτωση λόγω ποινικής καταδίκης Άρθρ.150.-Ο υπάλληλος εκπίπτει αυτοδικαίως της υπηρεσίας, εφόσον με αμετάκλητη δικαστική απόφαση: α)καταδικασθεί σε ποινή τουλάχιστον πρόσκαιρης κάθειρξης ή σε οποιαδήποτε ποινή για πλημμέλημα από τα αναφερόμενα στην περ. α΄ της παρ. 1 του άρθρ. 8 ή σε οποιαδήποτε ποινή για λιποταξία. β)του επιβληθεί στέρηση πολιτικών δικαιωμάτων. Η έκπτωση επέρχεται από την ημερομηνία δημοσίευσης της αμετάκλητης καταδικαστικής απόφασης. Για την έκπτωση εκδίδεται διαπιστωτική πράξη, περίληψη της οποίας δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Επαναφορά στην υπηρεσία σε περίπτωση έκπτωσης Άρθρ.151.-1.Ο υπάλληλος που εξέπεσε σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρ. 150, επανέρχεται στην υπηρεσία, εφόσον εκδοθεί το κατά το άρθρ. 47 παρ. 1 του Συντάγματος διάταγμα που αίρει τις συνέπειες της ποινής. 2.Με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται με πρόταση του Υπουργού Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, καθορίζονται οι ειδικότερες προϋποθέσεις και η διαδικασία επαναφοράς στην υπηρεσία. Έκπτωση λόγω απώλειας ιθαγένειας ΄Αρθρ.151.-Ο υπάλληλος εκπίπτει αυτοδικαίως της υπηρεσίας από την ημερομηνία που απώλεσε την ελληνική ιθαγένεια ή την ιθαγένεια κράτουςμέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Για Υπαλληλικός Κώδικας 2.Ε.β.185 την έκπτωση εκδίδεται διαπιστωτική πράξη, περίληψη της οποίας δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. ΚΕΦΑΛΑΙΟ Δ΄ ΑΠΟΛΥΣΗ Λόγοι απόλυσης Άρθρ.153.-Ο υπάλληλος απολύεται μόνο για τους επόμενους λόγους: α)επιβολή της πειθαρχικής ποινής της οριστικής παύσης, β)σωματική ή πνευματική ανικανότητα, γ)κατάργηση της θέσης στην οποία υπηρετεί, δ)συμπλήρωση ορίου ηλικίας και τριακονταπενταετίας, ε)ακαταλληλότητα κατά το άρθρ. 94 του παρόντος Κώδικα. Απόλυση για σωματική ή πνευματική ανικανότητα Άρθρ.154.-1.Ο υπάλληλος απολύεται ύστερα από απόφαση του υπηρεσιακού συμβουλίου, αν διαπιστωθεί σωματική ή πνευματική ανικανότητα σύμφωνα με τα άρθρα 100, 166 και
  2. Δεν απολύεται ο υπάλληλος αν η ανικανότητα του επιτρέπει την άσκηση άλλων καθηκόντων. 2.Ο υπάλληλος που απολύεται σύμφωνα με την παρ. 1 αναδιορίζεται σύμφωνα με το άρθ.
  3. (Μετά τη σελ. 318,31 8) Σελ. 318,31 9 Τεύχος 1345 Σελ. 81 Απόλυση λόγω κατάργησης θέσης Άρθρ.1.-1.Σκοπός του παρόντος Κώδικα είναι η καθιέρωση ενιαίων και ομοιόμορφων κανόνων που διέπουν την πρόσληψη και την υπηρεσιακή κατάσταση των πολιτικών διοικητικών υπαλλήλων, σύμφωνα με τις αρχές της αξιοκρατίας και της κοινωνικής αλληλεγγύης και τη διασφάλιση της μέγιστης δυνατής απόδοσης κατά την εργασία τους. 2.Στην πραγματοποίηση του κατά την προηγούμενη παράγραφο σκοπού συμβάλλει η λειτουργία της Ανεξάρτητης Διοικητικής Αρχής για τις προσλήψεις, της Εθνικής Σχολής Δημόσιας Διοίκησης και του Ινστιτούτου Επιμόρφωσης στο πλαίσιο του Εθνικού Κέντρου Δημόσιας Διοίκησης. Έκταση εφαρμογής Άρθρ.17.-1.Περίληψη της πράξης διορισμού δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και κοινοποιείται στο διοριζόμενο το αργότερο εντός 30 ημερών από τη δημοσίευση. (Μετά τη σελ. 318,28 0) Σελ. 318,28 1 Τεύχος 1345 Σελ. 43 Υπαλληλικός Κώδικας 2.Ε.β.185 2.Η κοινοποίηση στο διοριζόμενο γίνεται με έγγραφο της οικείας αρχής, στο οποίο αναγράφεται ο αριθμός του φύλλου της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως όπου δημοσιεύθηκε η περίληψη της πράξης διορισμού και το οποίο επιδίδεται επί αποδείξει στην κατοικία του είτε στον ίδιο είτε σε πρόσωπο που συνοικεί με αυτόν. Με το έγγραφο αυτό τάσσεται και εύλογη προθεσμία 30 το πολύ ημερών για ορκωμοσία του διοριζομένου και ανάληψη υπηρεσίας. Αν δεν καθορίζεται τέτοια προθεσμία, θεωρείται ότι έχει ταχθεί προθεσμία 30 ημερών. Η προθεσμία αυτή μπορεί να παραταθεί ως έξι μήνες, μόνο μία φορά, για εξαιρετικούς λόγους. 3.Αν παρέλθει άπρακτη η προθεσμία της παρ. 1, η πράξη διορισμού θεωρείται ότι έχει κοινοποιηθεί την τριακοστή ημέρα από τη δημοσίευση και από την ημέρα αυτή αρχίζει η προθεσμία για ορκωμοσία του διοριζομένου και ανάληψη υπηρεσίας. Κατάρτιση υπαλληλικής σχέσης Άρθρ.155.-1.Ο υπάλληλος απολύεται, αν καταργηθεί η θέση στην οποία υπηρετεί. 2.Αν καταργηθούν ορισμένες μόνο θέσεις του ίδιου κλάδου, απολύονται οι υπάλληλοι οι οποίοι συγκεντρώνουν τα λιγότερα ουσιαστικά προσόντα, ύστερα από απόφαση του υπηρεσιακού συμβουλίου. Κατά της απόφασης αυτής επιτρέπεται προσφυγή στο Συμβούλιο της Επικρατείας. 3.Τα ανωτέρω ισχύουν και σε περίπτωση κατάργησης θέσεων μετά από συγχώνευση κλάδων ή υπηρεσιών. 4.Οι κατά τις ανωτέρω διατάξεις προς απόλυση υπάλληλοι δικαιούνται, με αίτησή τους, να μεταταγούν σε κενή οργανική θέση άλλης δημόσιας υπηρεσίας ή νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου. Με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται με πρόταση του Υπουργού Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, καθορίζονται οι ειδικότεροι όροι και η διαδικασία μετάταξης. 5.Ο υπάλληλος δικαιούται να επαναδιοριστεί, αν επανασυσταθεί η ίδια ή όμοια θέση μέσα σε ένα έτος από την απόλυσή του. Απόλυση λόγω ορίου ηλικίας και τριακονταπενταετίας Άρθρ.156.-1.Ο υπάλληλος απολύεται αυτοδικαίως από την υπηρεσία με τη συμπλήρωση του 65ου έτους της ηλικίας του. 2.Κατ’ εξαίρεση ο υπάλληλος απολύεται αυτοδικαίως από την υπηρεσία με τη συμπλήρωση του 60ού έτους της ηλικίας και τριανταπέντε ετών πραγματικής και συντάξιμης δημόσιας υπηρεσίας. Αν ο υπάλληλος, κατά τη συμπλήρωση του 65ου έτους της ηλικίας, δεν έχει συμπληρώσει τριανταπέντε ετών πραγματική και συντάξιμη δημόσια υπηρεσία, παρατείνεται η παραμονή του στην υπηρεσία έως τη συμπλήρωση της υπηρεσίας αυτής και πάντως όχι πέραν του 67ου έτους της ηλικίας. 3.Ως ημέρα γέννησης, για την εφαρμογή των προηγούμενων παραγράφων, θεωρείται η 31η Δεκεμβρίου του έτους γέννησης. 4.Ως πραγματική δημόσια υπηρεσία θεωρείται κάθε υπηρεσία που έχει παρασχεθεί στο Δημόσιο, νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου ή ο.τ.α. με σχέση εργασίας δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου ή που αναγνωρίζεται ως πραγματική δημόσια υπηρεσία με βάση ειδικές διατάξεις. Ο χρόνος στράτευσης πριν από την έναρξη της υπαλληλικής σχέσης δεν θεωρείται χρόνος πραγματικής δημόσιας υπηρεσίας. Σελ. 318,320 Τεύχος 1345 Σελ. 82 5.Με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται μετά από πρόταση του αρμόδιου υπουργού και έγκριση του υπουργικού συμβουλίου, γενικός διευθυντής μπορεί να παραμένει στην υπηρεσία και μετά τη συμπλήρωση τριακονταπενταετούς δημόσιας υπηρεσίας για μια διετία, και πάντως όχι του πέραν του 65ου έτους της ηλικίας, λόγω εξαιρετικής ανάγκης που αιτιολογείται ειδικώς. Πράξη λύσης της υπαλληλικής σχέσης Άρθρ.157.-1.Η λύση της υπαλληλικής σχέσης διενεργείται με απόφαση του οικείου υπουργού ή του μονομελούς οργάνου διοίκησης των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, περίληψη της οποίας δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. 2.Εκτός από τις περιπτώσεις αυτοδίκαιης λύσης, η υπαλληλική σχέση λύεται με την κοινοποίηση της απόφασης στον ενδιαφερόμενο. Αν η απόφαση αυτή δεν κοινοποιηθεί μέσα σε 20 ημέρες από τη δημοσίευσή της, η υπαλληλική σχέση λύεται αυτοδικαίως από την πάροδο του εικοσαήμερου. ΜΕΡΟΣ Ζ΄ ΣΥΛΛΟΓΙΚΑ ΟΡΓΑΝΑ ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α΄ ΥΠΗΡΕΣΙΑΚΑ ΣΥΜΒΟΥΛΙΑ Είδη και αρμοδιότητες Άρθρ.158.-1.Τα υπηρεσιακά συμβούλια διακρίνονται ως εξής: α. Ειδικό υπηρεσιακό συμβούλιο, αρμόδιο για την εν γένει υπηρεσιακή κατάσταση των ανώτατων υπαλλήλων του Δημοσίου και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, με εξαίρεση την Ακαδημία Αθηνών και τα Α.Ε.Ι.. β. «Υπηρεσιακά συμβούλια», για την εν γένει υπηρεσιακή κατάσταση των λοιπών υπαλλήλων του κράτους. 2.Ε.β.185 Υπαλληλικός Κώδικας γ «Υπηρεσιακά συμβούλια» για την εν γένει υπηρεσιακή κατάσταση των υπαλλήλων ορισμένου νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου (ειδικά) ή πλειόνων νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (κοινά). δ. (Καταργήθηκε από την παρ. 9 άρθρ. 15 Νόμ. 2839/11-12 Σεπτ. 2000 (ΦΕΚ Α΄196), κατωτ. αριθ. 196). 2.Τα υπηρεσιακά συμβούλια των προηγούμενων περιπτώσεων α΄, β΄, γ΄ λειτουργούν και ως πειθαρχικά συμβούλια. (Το υπηρεσιακό συμβούλιο της περίπτωσης δ΄ λειτουργεί αποκλειστικά ως πειθαρχικό, με την επιφύλαξη του άρθρ. 94). Το μέσα σε () τελευταίο εδάφιο, καταργήθηκε από την παρ. 10 άρθρ. 15 Νόμ. 2839/1112 Σεπτ. 2000 (ΦΕΚ Α΄196), κατωτ. αριθ. 196). 3.Κάθε υπηρεσιακό συμβούλιο αποτελεί ιδιαίτερη αρχή. 4.Τα υπηρεσιακά συμβούλια ασκούν τις αρμοδιότητες που προβλέπει το Σύνταγμα, ο παρών Κώδικας και ειδικές διατάξεις. 5.Το ειδικό υπηρεσιακό συμβούλιο κρίνει σε πρώτο και τελευταίο βαθμό. 6.Τα «υπηρεσιακά συμβούλια» κρίνουν υποθέσεις που ορίζονται στον παρόντα Κώδικα και σε ειδικές διατάξεις είτε σε πρώτο και τελευταίο βαθμό είτε σε δεύτερο βαθμό. 7.(Καταργήθηκε από την παρ. 11 άρθρ. 15 Νόμ. 2839/11-12 Σεπτ. 2000 (ΦΕΚ Α΄196), κατωτ. αριθ.
  4. Οι μέσα σε «»λέξεις, των περίπτ. β΄, γ΄, της παρ. 1 άρθρ. 158 και παρ. 6 του ιδίου άρθρου, αντικαταστάθηκαν ως άνω από την παρ. 11, άρθρ. 15 Νόμ. 2839/11-12 Σεπτ. 2000, (ΦΕΚ Α΄196), κατωτ. αριθ.
  5. Σύσταση Άρθρ.159.-1.Συνιστάται ειδικό υπηρεσιακό συμβούλιο που εδρεύει στο Υπουργείο Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης. «
  6. Σε κάθε υπηρεσία συνιστώνται, με απόφαση του οικείου Υπουργού, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, ένα ή περισσότερα υπηρεσιακά συμβούλια.» Η παρ. 2 αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. 12 άρθρ. 15 Νόμ. 2839/11-12 Σεπτ. 2000 (ΦΕΚ Α΄196), κατωτ. αριθ.
  7. 3.Σε κάθε νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου συνιστώνται ένα ή περισσότερα υπηρεσιακά συμβούλια. Σε κάθε νομό ή διαμέρισμα νομού επιτρέπεται η σύσταση ενός ή περισσότερων κοινών υπηρεσιακών συμβουλίων, με απόφαση του οργάνου που ασκεί την εποπτεία στα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου. Με τη συστατική απόφαση, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, καθορίζεται και η έδρα των κοινών υπηρεσιακών συμβουλίων. 4.Σε περίπτωση σύστασης περισσότερων υπηρεσιακών συμβουλίων στο ίδιο υπουργείο ή νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου καθορίζεται, με την πράξη σύστασής τους, και η μεταξύ τους αρμοδιότητα. 5.(Καταργήθηκε από την παρ. 13, άρθρ. 15 Νόμ. 2839/11-12 Σεπτ. 2000, ΦΕΚ Α΄196, κατωτ. αριθ. 196). «5
(6). Στην Ακαδημία Αθηνών και σε κάθε Α.Ε.Ι. συνιστώνται με απόφαση του Προέδρου και του Πρύτανη αντίστοιχα, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, μέχρι δύο
(2)υπηρεσιακά συμβούλια.» Η μέσα σε () παρ. 6 αναριθμήθηκε σε παρ. 5 και αντικαταστάθηκε ως άνω, από την παρ. 14 άρθρ. 15 Νόμ. 2839/11-12 Σεπτ. 2000 (ΦΕΚ Α΄196), κατωτ. αριθ.
  1. Συγκρότηση Άρθρ.160.-1.Το ειδικό υπηρεσιακό συμβούλιο είναι επταμελές και αποτελείται από: α. Έναν αντιπρόεδρο του Συμβουλίου της Επικρατείας, ως πρόεδρο, με αναπληρωτή του αντιπρόεδρο ή σύμβουλο της Επικρατείας, που τους ορίζει ο Πρόεδρος του δικαστηρίου αυτού. β. Έναν καθηγητή του Εθνικού Μετσόβειου Πολυτεχνείου, με αναπληρωτή του επίσης καΥπαλληλικός Κώδικας 2.Ε.β.185 θηγητή του ίδιου ιδρύματος. γ. Έναν καθηγητή δημοσίου δικαίου του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, με αναπληρωτή του επίσης καθηγητή του ίδιου Πανεπιστημίου. δ. Έναν καθηγητή δημοσίου δικαίου ή διοικητικής ή πολιτικής επιστήμης του Εθνικού Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, με αναπληρωτή του επίσης καθηγητή του ίδιου Πανεπιστημίου. Οι ανωτέρω καθηγητές με τους αναπληρωτές τους ορίζονται από τον πρύτανη του οικείου Α.Ε.Ι.. ε. Το γενικό διευθυντή του Υπουργείου Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, αρμόδιο για θέματα προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης, με αναπληρωτή του το γενικό διευθυντή Διοικητικής Υποστήριξης του ίδιου υπουργείου. στ. Το γενικό διευθυντή του Υπουργείου Οικονομικών, αρμόδιο για θέματα μισθών και συντάξεων, με αναπληρωτή του το γενικό διευθυντή Διοικητικής Υποστήριξης του ίδιου υπουργείου. ζ. Τον πρόεδρο της Α.Δ.Ε.Δ.Υ., με αναπληρωτή του μέλος της εκτελεστικής επιτροπής, το οποίο ορίζει η επιτροπή αυτή. 2.Τα πρωτοβάθμια υπηρεσιακά συμβούλια των υπουργείων και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου είναι πενταμελή και αποτελούνται από: (Μετά τη σελ. 318,32 0) Σελ. 318,32 1 Τεύχος 1345 Σελ. 83 α. 3 μονίμους υπαλλήλους με βαθμό διευθυντή, από αυτούς που υπάγονται στην αρμοδιότητα του υπηρεσιακού συμβουλίου και υπηρετούν στην έδρα του, από τους οποίους ο ένας ορίζεται ως πρόεδρος. Με την απόφαση συγκρότησης ορίζεται ως αναπληρωτής του προέδρου ένα από τα τακτικά μέλη του συμβουλίου. Στην περίπτωση που προεδρεύει ο αναπληρωτής του προέδρου, συμμετέχει ως μέλος ο αναπληρωτής του προεδρεύοντος. β. 2 αιρετούς εκπροσώπους των υπαλλήλων με βαθμό τουλάχιστον Α΄. 3.(Καταργήθηκε από την παρ. 15 άρθρ. 15 Νόμ. 2839/11-12 Σεπτ. 2000 (ΦΕΚ Α΄196), κατωτ. αριθ.
  2. 3
(4).Τα μέλη υπό τα στοιχεία α΄ της παρ. 2 (και β΄ της παρ. 3) ορίζονται από τον οικείο υπουργό ή το Δ.Σ. του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου από υπαλλήλους που έχουν το βαθμό διευθυντή. Αν δεν υπάρχουν ή δεν επαρκούν οι υπάλληλοι αυτοί, ορίζονται υπάλληλοι, που έχουν τις ίδιες προϋποθέσεις, από άλλα υπουργεία ή άλλα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου. Ο τρόπος, η διαδικασία και οι λοιπές προϋποθέσεις για την ανάδειξη των μελών υπό τα στοιχεία β΄ της παρ. 2 (και γ΄ της παρ. 3), καθορίζονται με απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, που εκδίδεται μετά από σύμφωνη γνώμη της Α.Δ.Ε.Δ.Υ.. 4
(5).Τα μέλη του υπηρεσιακού συμβουλίου ορίζονται, αντίστοιχα, με ισάριθμους αναπληρωτές. Οι μέσα σε () παρ. 4 και 5 , αναριθμήθηκαν σε παρ. 3 και 4 και οι μέσα σε () λέξεις της παρ. 3, διαγράφηκαν από την παρ. 16 Άρθρ.18.-1.Η υπαλληλική σχέση καταρτίζεται με το διορισμό και την αποδοχή του. 2.Η αποδοχή δηλώνεται με την ορκωμοσία. Ορκωμοσία – Ανάληψη υπηρεσίας άρθρ. 15 Νόμ. 2839/11-12 Σεπτ. 2000, (ΦΕΚ Α΄196), κατωτ. αριθ.
  1. Ορισμός μελών Άρθρ.161.-1.Τα μέλη του ειδικού υπηρεσιακού συμβουλίου ορίζονται με απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης. 2.Ο πρόεδρος και τα μέλη των λοιπών υπηρεσιακών συμβουλίων, καθώς και οι αναπληρωτές τους, ορίζονται με απόφαση του οικείου υπουργού ή του Δ.Σ. του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου ή του προέδρου της Ακαδημίας Αθηνών ή του πρύτανη Α.Ε.Ι., προκειμένου περί των υπηρεσιακών συμβουλίων της παρ. 6 του άρθρ.
  2. Σελ. 318,322 Τεύχος 1345 Σελ. 84 2.Ε.β.185 Υπαλληλικός Κώδικας Θητεία Άρθρ.162.-1.Τα μέλη κάθε υπηρεσιακού συμβουλίου, με ισάριθμους αναπληρωτές τους, ορίζονται για θητεία 2 ετών που αρχίζει την 1η Ιανουαρίου με απόφαση που εκδίδεται κατά το Δεκέμβριο του προηγούμενου έτους. «Η θητεία των μελών των υπηρεσιακών συμβουλίων λήγει την 31η Δεκεμβρίου των ετών των οποίων ο τελευταίος αριθμός είναι άρτιος.» Το μέσα σε «» δεύτερο εδάφιο, προστέθηκε από την παρ. 3 άρθρ. 4 Νόμ. 2839/11-12 Σεπτ. 2000 (ΦΕΚ Α΄196), κατωτ. αριθ.
  3. 2.Κατά τη διάρκεια της διετίας απαγορεύεται η αντικατάσταση μελών, εκτός αν συντρέχουν αποδεδειγμένα σοβαροί υπηρεσιακοί ή προσωπικοί λόγοι. Λειτουργία Άρθρ.163.-1.Τα αναπληρωματικά μέλη συμμετέχουν σε περίπτωση απουσίας ή κωλύματος των τακτικών μελών. 2.Ο αναπληρωτής του προέδρου προεδρεύει σε περίπτωση απουσίας ή κωλύματος του προέδρου. 3.Στα (πρωτοβάθμια) υπηρεσιακά συμβούλια ως εισηγητές και αναπληρωτές τους, χωρίς δικαίωμα ψήφου, ορίζονται με απόφαση του οικείου υπουργού ή του Δ.Σ. του οικείου νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου οι προϊστάμενοι των υπηρεσιών προσωπικού. 4.Στο ειδικό υπηρεσιακό συμβούλιο και στα (δευτεροβάθμια) υπηρεσιακά συμβούλια ως εισηγητές ορίζονται, με πράξη του προέδρου, μόνο μέλη τους. Οι μέσα σε () λέξεις της παρ. 3 και 4, διαγράφηκαν από την παρ. 17 άρθρ. 15 Νόμ. 2839/1112 Σεπτ. 2000 (ΦΕΚ Α΄196), κατωτ. αριθ.
  4. 5.Χρέη γραμματέα εκτελεί υπάλληλος που ορίζεται με τον αναπληρωτή του από τον οικείο υπουργό ή το Δ.Σ. του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, αντίστοιχα. 6.Στο ειδικό υπηρεσιακό συμβούλιο γραμματέας ορίζεται με τον αναπληρωτή του υπάλληλος με βαθμό τουλάχιστον Α΄ του Υπουργείου Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης. 7.Όλα τα υπηρεσιακά συμβούλια βρίσκονται σε απαρτία, όταν είναι παρόντα 3 τουλάχιστον μέλη τους, εκτός από το ειδικό υπηρεσιακό συμβούλιο που συνεδριάζει με την παρουσία 5 τουλάχιστον μελών. Τα υπηρεσιακά συμβούλια αποφασίζουν ή γνωμοδοτούν με απόλυτη πλειοψηφία των παρόντων μελών, στα οποία συμπεριλαμβάνεται οπωσδήποτε ο πρόεδρος ή ο αναπληρωτής του. Σε περίπτωση ισοψηφίας, υπερισχύει η ψήφος του προέδρου. Εάν σχηματισθούν περισσότερες από δύο γνώμες, όσοι ακολουθούν την ασθενέστερη, οφείλουν να προσχωρήσουν στη μία από τις επικρατέστερες. 8.Οι πράξεις των υπηρεσιακών συμβουλίων διατυπώνονται σε πρακτικά που υπογράφονται από τον πρόεδρο και το γραμματέα. Έως την κατά τα ανωτέρω υπογραφή των πρακτικών, μπορεί να χορηγείται στους ενδιαφερόμενους υπαλλήλους, μετά από αίτησή τους, βεβαίωση για τις αποφάσεις που έχουν ληφθεί, η οποία υπογράφεται από τον πρόεδρο του υπηρεσιακού συμβουλίου. Στα πρακτικά καταχωρίζεται πλήρως η γνώμη των τυχόν μειοψηφούντων. 9.Η λειτουργία των υπηρεσιακών συμβουλίων διέπεται συμπληρωματικά από τις γενικές διατάξεις για τα συλλογικά όργανα της διοίκησης, όπως εκάστοτε αυτές ισχύουν. 10.Ο υπάλληλος μπορεί να παραστεί ενώπιον των υπηρεσιακών συμβουλίων που κρίνουν πειθαρχική του υπόθεση αυτοπροσώπως, με συμπαράσταση δικηγόρου ή μόνο δια δικηγόρου. Σύσταση και συγκρότηση δευτεροβάθμιου πειθαρχικού συμβουλίου «Άρθρ.163α.-
  5. Συνιστάται στο Υπουργείο Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης δευτεροβάθμιο πειθαρχικό συμβούλιο. Το δευτεροβάθμιο πειθαρχικό συμβούλιο κρίνει σε δεύτερο βαθμό, κατά το νόμο και την ουσία, τις αποφάσεις όλων των πρωτοβάθμιων πειθαρχικών συμβουλίων, αποκλειστικά για τις υποθέσεις που ορίζονται στον παρόντα Κώδικα. Τα πρωτοβάθμια πειθαρχικά συμβούλια είναι υποχρεωμένα να ενημερώνουν διαρκώς το δευτεροβάθμιο πειθαρχικό συμβούλιο για την πορεία και την έκβαση των πειθαρχικών υποθέσεων, από την εισαγωγή τους σε αυτά μέχρι την έκδοση της πειθαρχικής απόφασης. Με απόφαση του Προέδρου του δευτεροβάθμιου πειθαρχικού συμβουλίου, ασκείται πειθαρχική δίωξη κατά των μελών των πρωτοβάθμιων πειθαρχικών συμβουλίων που παραβαίνουν τις διατάξεις του πρώτου εδαφίου του άρθρου 123 του παρόντος, καθώς και τις διατάξεις του προηγούμενου εδαφίου της παρούσας παραγράφου. Υπαλληλικός Κώδικας 2.Ε.β.185
  6. Το δευτεροβάθμιο πειθαρχικό συμβούλιο είναι επταμελές και αποτελείται από: α) έναν Αντιπρόεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους ως Πρόεδρο, με αναπληρωτή του Σύμβουλο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, που υποδεικνύονται από τον Πρόεδρο του Ν.Σ.Κ., β) δύο Συμβούλους του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με τους αναπληρωτές τους, που υποδεικνύονται από τον Πρόεδρο του Ν.Σ.Κ., γ) ένα Γενικό Διευθυντή του Υπουργείου Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης με τον αναπληρωτή του Διευθυντή του ίδιου Υπουργείου, οι οποίοι ορίζονται από τον Υπουργό Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, δ) το Γενικό Διευθυντή αρμόδιο για θέματα προσωπικού του οικείου Υπουργείου, της Γενικής Γραμματείας Περιφέρειας ή Ν.Π.Δ.Δ., όπου υπηρετεί ο πειθαρχικά διωκόμενος υπάλληλος, και αν δεν υπηρετεί Γενικός Διευθυντής, το Γενικό Διευθυντή αρμόδιο για θέματα προσωπικού του Υπουργείου που εποπτεύει το Ν.Π.Δ.Δ., και ε) δύο εκπροσώπους της Α.Δ.Ε.Δ.Υ., με τους αναπληρωτές τους, οι οποίοι είναι μόνιμοι υπάλληλοι με βαθμό Δι-ευθυντή, και οι οποίοι υποδεικνύονται με απόφαση της εκτελεστικής επιτροπής της Α.Δ.Ε.Δ.Υ.. Εάν η Α.Δ.Ε.Δ.Υ. δεν υποδείξει τους ανωτέρω εντός προθεσμίας είκοσι
(20)ημερών από την περιέλευση σε αυτήν εγγράφου ερωτήματος του Υπουργού Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, τα μέλη αυτά μαζί με τους αναπληρωτές τους ορίζονται με απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης από υπηρεσίες και Ν.Π.Δ.Δ., υπάλληλοι των οποίων υπάγονται στις διατάξεις του παρόντος Κώδικα. Χρέη Γραμματέα εκτελεί υπάλληλος της Γραμματείας του δευτεροβάθμιου πειθαρχικού συμβουλίου, που ορίζεται με τον αναπληρωτή του από το Διευθυντή της. 3. Τα μέλη του δευτεροβάθμιου πειθαρχικού συμβουλίου μαζί με τους αναπληρωτές τους ορίζονται για θητεία δύο
(2)ετών που αρχίζει την 1η Ιανουαρίου, με απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, που εκδίδεται κατά το Δεκέμβριο του προηγούμενου έτους. Κατά τη διάρκεια της θητείας τους απαγορεύεται η αντικατάσταση μελών, εκτός αν συντρέχουν αποδεδειγμένα σοβαροί υπηρεσιακοί ή προσωπικοί λόγοι.
  1. Τα τακτικά μέλη των περιπτώσεων α~, β~ και ε~ είναι πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης στο δευτεροβάθμιο πειθαρχικό συμβούλιο. Η θητεία τους σε αυτό θεωρείται χρόνος πραγματικής υπηρεσίας τους στις οργανικές τους θέσεις και στο βαθμό τον οποίο κατέχουν, για όλες τις συνέπειες. Τα τακτικά μέλη των περιπτώσεων α~ και β~ μπορούν να παρίστανται κατά τις συνεδριάσεις της Ολομέλειας και των τμημάτων του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους. Τα τακτικά μέλη της περ. ε~ της παρ. 2 αποσπώνται με απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης στο Υπουργείο Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, προκειμένου να οριστούν ως μέλη του δευτεροβάθμιου πειθαρχικού συμβουλίου. Η απόσπαση είναι υποχρεωτική για την υπηρεσία από την οποία προέρχονται. Στους αποσπασμένους καταβάλλονται από την υπηρεσία τους οι πάσης φύσεως αποδοχές και επιδόματα, που αντιστοιχούν στη θέση από την οποία προέρχονται. (Μετά τη σελ. 318,32 2) Σελ. 318,32 3 Τεύχος 1345 Σελ. 85
  2. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και Οικονομικών, καθορίζεται ειδική αποζημίωση των τακτικών μελών του δευτεροβάθμιου πειθαρχικού συμβουλίου, καθώς και αποζημίωση των αναπληρωματικών μελών ανάλογα με τις συνεδριάσεις στις οποίες μετείχαν, κατά παρέκκλιση των κειμένων διατάξεων.
  3. Για τη διαδικασία ενώπιον του δευτεροβάθμιου πειθαρχικού συμβουλίου εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις των άρθρων 137, 138, 139, 140 και 141 του παρόντος Κώδικα.
  4. Με απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης καθορίζεται ο ειδικότερος τρόπος λειτουργίας του δευτεροβάθμιου πειθαρχικού συμβουλίου, τα ζητήματα υπηρεσιακής αναπλήρωσης των μελών της περ. ε~ της παρ. 2 και κάθε σχετική λεπτομέρεια εφαρμογής του παρόντος άρθρου.
  5. Το έργο του δευτεροβάθμιου πειθαρχικού συμβουλίου υποστηρίζεται από γραμματεία της οποίας η οργάνωση, οι θέσεις του προσωπικού και ο τρόπος λειτουργίας της καθορίζονται με απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης.» Το άρθρ. 163α, προστέθηκε από την παρ. 18 άρθρ. 15 Νόμ. 2839/11-12 Σεπτ. 2000 (ΦΕΚ Α΄196), κατωτ. αριθ.
  6. «Ένσταση ενώπιον του δευτεροβάθμιου πειθαρχικού συμβουλίου» Ο μέσα σε «» τίτλος, αντικαταστάθηκε ως άνω από την περίπτ. α΄ της παρ. 10 άρθρ. 15 Νόμ. 2839/11-12 Σεπτ. 2000 (ΦΕΚ Α΄196), κατωτ. αριθ.
  7. Άρθρ.164.- «
  8. Οι αποφάσεις των υπηρεσιακών συμβουλίων που έκριναν σε πρώτο βαθμό υπόκεινται σε ένσταση ενώπιον του δευτεροβάθμιου πειθαρχικού συμβουλίου, από τον υπάλληλο που τιμωρήθηκε, στις περιπτώσεις επιβολής της πειθαρχικής ποινής του προστίμου αποδοχών ενός
(1)μηνός και άνω, της στέρησης του δικαιώματος για προαγωγή, του υποβιβασμού, της προσωρινής και οριστικής παύσης. Όλες οι αποφάσεις των υπηρεσιακών συμβουλίων που έκριναν σε πρώτο βαθμό υπόκεινται σε ένσταση ενώπιον του δευτεροβάθμιου πειθαρχικού συμβουλίου, υπέρ της διοίκησης, κατά τα οριζόμενα στην επόμενη παράγραφο.» Η παρ. 1, αντικαταστάθηκε ως άνω από την περίπτ. β΄ της παρ. 1 άρθρ. 15, Νόμ. 2839/11-12 Σεπτ. 2000 (ΦΕΚ Α΄196), κατωτ. αριθ.
  1. Σελ. 318,324 Τεύχος 1345 Σελ. 86 2.Ε.β.185 Υπαλληλικός Κώδικας 2.Τις πράξεις μπορεί να προσβάλει είτε ο ενδιαφερόμενος υπάλληλος είτε υπέρ ή κατά του υπαλλήλου ο οικείος υπουργός ή το ανώτατο μονομελές όργανο ή αν δεν υπάρχει, το Δ.Σ. του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, εντός αποκλειστικής προθεσμίας 20 ημερών από την κοινοποίησή τους. «3.Η ένσταση κατατίθεται στο πρωτοβάθμιο πειθαρχικό συμβούλιο που τη διαβιβάζει αμελλητί στο δευτεροβάθμιο με τον πλήρη φάκελο της υπόθεσης». Η παρ. 3, αντικαταστάθηκε ως άνω από την περίπτ. γ΄, της παρ. 19, άρθρ. 15 Νόμ. 2839/11-12 Σεπτ. 2000 (ΦΕΚ Α΄196), 4.Η εκτέλεση της πράξης αναστέλλεται αυτοδικαίως κατά τη διάρκεια της προθεσμίας για την άσκηση ένστασης, και αν ασκηθεί ένσταση, μέχρι αυτή να εξεταστεί, με την επιφύλαξη των ειδικών διατάξεων που ρυθμίζουν την υπηρεσιακή κατάσταση του υπαλλήλου κατά το χρόνο της αναστολής. 5.(Καταργήθηκε από την παρ. 20 άρθρ. 15 Νόμ. 2839/11-12Σεπτ. 2000 ΦΕΚ Α΄196,κατωτ. αριθ. 196). ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β΄ ΥΓΕΙΟΝΟΜΙΚΕΣ ΕΠΙΤΡΟΠΕΣ Είδη υγειονομικών επιτροπών Άρθρ.165.-1.Αρμόδιες να αποφαίνονται για θέματα υγείας των υπαλλήλων είναι οι υγειονομικές επιτροπές που διακρίνονται σε: α)πρωτοβάθμιες, β)δευτεροβάθμιες, γ)προσφυγών, δ)ειδικές. 2.Αρμόδιες να γνωματεύουν προκειμένου να χορηγηθούν αναρρωτικές άδειες σε μόνιμους υπαλλήλους του Δημοσίου και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, οι οποίοι κατά τη μονιμοποίησή τους διατήρησαν την υγειονομική ασφάλιση του Ι.Κ.Α., είναι οι οικείες υγειονομικές επιτροπές του Ι.Κ.Α.. 3.Στα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου που διαθέτουν δική τους υγειονομική οργάνωση, μπορεί, με πράξη του διοικητικού συμβουλίου η οποία εγκρίνεται από τον υπουργό που εποπτεύει το νομικό πρόσωπο, να ανατίθεται η άσκηση των έργων των πρωτοβάθμιων ή δευτεροβάθμιων υγειονομικών επιτροπών σε υφιστάμενες σε αυτά αντίστοιχες υγειονομικές επιτροπές. Η αρμοδιότητα των επιτροπών αυτών μπορεί, με κοινή απόφαση των υπουργών που ασκούν την εποπτεία, να επεκτείνεται και σε νομικά πρόσωπα, οι υπάλληλοι των οποίων είναι ασφαλισμένοι για τον κλάδο ασθενείας στο νομικό πρόσωπο στο οποίο λειτουργούν οι επιτροπές. Πρωτοβάθμιες και δευτεροβάθμιες υγειονομικές επιτροπές Άρθρ.19.-1.Ο όρκος δίνεται ενώπιον του οργάνου που έχει εκδώσει την πράξη διορισμού ή του οργάνου που ορίζεται στο έγγραφο της κοινοποίησης. α)Ο όρκος έχει ως εξής: «Ορκίζομαι να φυλάττω πίστη στην πατρίδα, υπακοή στο Σύνταγμα και τους νόμους και να εκπληρώνω τιμίως και ευσυνειδήτως τα καθήκοντά μου». β)Ο όρκος των αλλοδαπών έχει ως εξής: «Ορκίζομαι να φυλάττω πίστη στην Ελλάδα, υπακοή στο Σύνταγμα και τους νόμους της και να εκπληρώνω τιμίως και ευσυνειδήτως τα καθήκοντά μου». γ)Όσοι δηλώνουν ότι δεν πρεσβεύουν καμιά θρησκεία ή πρεσβεύουν θρησκεία που δεν επιτρέπει τον όρκο, παρέχουν, αντί όρκου, την ακόλουθη διαβεβαίωση: «Δηλώνω, επικαλούμενος την τιμή και τη συνείδησή μου, ότι θα φυλάττω πίστη στην Ελλάδα, υπακοή στο Σύνταγμα και τους νόμους και ότι θα εκπληρώνω τιμίως και ευσυνειδήτως τα καθήκοντά μου». 2.Η ορκωμοσία βεβαιώνεται με πρωτόκολλο, που χρονολογείται και υπογράφεται από τον ορκιζόμενο και το όργανο ενώπιον του οποίου ορκίζεται. Η ανάληψη καθηκόντων πιστοποιείται με έκθεση, που υπογράφεται από τον προϊστάμενο της οικείας υπηρεσίας και τον υπάλληλο. Η έκθεση φέρει αριθμό πρωτοκόλλου της χρονολογίας ανάληψης καθηκόντων. Σελ. 318,282 Τεύχος 1345 Σελ. 44 3.Αφετηρία του υπολογισμού της υπηρεσίας των υπαλλήλων αποτελεί η χρονολογία δημοσίευσης στο φύλλο της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως της πράξης διορισμού, με την προϋπόθεση ότι η ανάληψη υπηρεσίας γίνεται εντός μηνός από την κοινοποίηση της πράξης διορισμού, αλλιώς η ανάληψη υπηρεσίας. Ανάκληση διορισμού Άρθρ.166.-
  2. Σε κάθε νομό και νομαρχιακό διαμέρισμα συνιστώνται, με απόφαση του οικείου γενικού γραμματέα Περιφέρειας, μία ή περισσότερες πρωτοβάθμιες υγειονομικές επιτροπές που αποτελούνται από 3 μέλη και συγκροτούνται από γιατρούς του Δημοσίου ή νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου ή ο.τ.α. που υπηρετούν στο νομό ή το νομαρχιακό διαμέρισμα. Οι πρωτοβάθμιες υγειονομικές επιτροπές είναι αρμόδιες να γνωματεύουν, ύστερα από ερώτημα της υπηρεσίας: α)για τη χορήγηση αναρρωτικών αδειών, β)για την πιστοποίηση της υγείας των υποψηφίων για διορισμό και γ)για κάθε άλλο θέμα υγείας του υπαλλήλου το οποίο έχει σχέση με τα υπηρεσιακά του καθήκοντα. Αν συσταθούν περισσότερες επιτροπές, με την απόφαση σύστασής τους ορίζονται η έδρα και η χωρική αρμοδιότητά τους. 2.Στην έδρα κάθε Περιφέρειας συνιστάται με απόφαση του γενικού γραμματέα της Περιφέρειας δευτεροβάθμια υγειονομική επιτροπή, που αποτελείται από 5 μέλη και συγκροτείται από γιατρούς του Δημοσίου ή νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου ή ο.τ.α. που υπηρετούν στο νομό. Οι δευτεροβάθμιες υγειονομικές επιτροπές είναι αρμόδιες: α)για την κρίση ενστάσεων κατ’ αποφάσεων των πρωτοβάθμιων επιτροπών κατά το άρθρ. 56 παρ. 3, β)για την απόλυση από την υπηρεσία λόγω ασθενείας όταν δεν συντρέχει περίπτωση του άρθρ. 154 παρ. 1 εδάφιο δεύτερο και γ)για την κρίση της αποκατάστασης της υγείας όσων αναδιορίζονται σύμφωνα με το άρθρ.
  3. Δευτεροβάθμια υγειονομική επιτροπή μπορεί να συσταθεί και εκτός της έδρας της Περιφέρειας με απόφαση του γενικού γραμματέα της Περιφέρειας, με την οποία ορίζεται και η χωρική της αρμοδιότητα. Στις δευτεροβάθμιες επιτροπές δεν μπορεί να μετέχει μέλος που μετείχε στην πρωτοβάθμια επιτροπή κατά της οποίας στρέφεται η ένσταση. 3.Ο ορισμός των μελών των πρωτοβάθμιων και δευτεροβάθμιων υγειονομικών επιτροπών γίνεται τον Ιανουάριο κάθε δεύτερου έτους με απόφαση του οικείου οργάνου. Με την ίδια απόφαση ορίζεται και ο γραμματέας από τους υπαλλήλους που υπηρετούν στην έδρα των υγειονομικών επιτροπών και η αποζημίωση των μελών και του γραμματέα. 4.Οι αρνητικές αποφάσεις των υγειονομικών επιτροπών κοινοποιούνται απευθείας στον ενδιαφερόμενο. Υπαλληλικός Κώδικας 2.Ε.β.185 (Μετά τη σελ. 318,32 4) Σελ.31 8,325 Tεύχος 1345 Σελ. 87 5.Με κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και Υγείας και Πρόνοιας καθορίζεται ο τρόπος λειτουργίας των πρωτοβάθμιων και δευτεροβάθμιων υγειονομικών επιτροπών, ο τρόπος εξέτασης των υπαλλήλων και κάθε άλλη σχετική λεπτομέρεια. Επιτροπές προσφυγών Άρθρ.167.-1.Με απόφαση του Υπουργού Υγείας και Πρόνοιας συνιστώνται, τον Ιανουάριο κάθε δεύτερου έτους, στις έδρες των ιατρικών τμημάτων Α.Ε.Ι. επιτροπές προσφυγών που αποτελούνται από 3 καθηγητές ιατρικών τμημάτων Α.Ε.Ι. οποιασδήποτε βαθμίδας. Με την ίδια απόφαση ορίζεται η έδρα, η αρμοδιότητα, ο τρόπος λειτουργίας τους και η ειδικότητα των μελών τους. Η αμοιβή των μελών και του γραμματέα των επιτροπών καθορίζεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Υγείας και Πρόνοιας και Οικονομικών. Ο ορισμός των μελών και του γραμματέα των επιτροπών γίνεται με απόφαση του Υπουργού Υγείας και Πρόνοιας για θητεία 2 ετών. 2.Οι επιτροπές προσφυγών αποφαίνονται για τις προσφυγές των υπαλλήλων σε όσες περιπτώσεις ρητά προβλέπει ο παρών Κώδικας. Ειδικές υγειονομικές επιτροπές Άρθρ.168.-1.Με απόφαση του Υπουργού Υγείας και Πρόνοιας συνιστώνται ειδικές υγειονομικές επιτροπές αποτελούμενες από 3 καθηγητές ιατρικών τμημάτων Α.Ε.Ι. οποιασδήποτε βαθμίδας. Με την ίδια απόφαση ορίζεται η συγκρότηση των ειδικών υγειονομικών επιτροπών κατά ειδικότητα σε σχέση προς τα είδη των δυσίατων νοσημάτων, η χωρική αρμοδιότητά τους και ο τρόπος λειτουργίας τους, καθώς και η αμοιβή των μελών και του γραμματέα. 2.Οι ειδικές υγειονομικές επιτροπές γνωματεύουν για τη χορήγηση αναρρωτικών αδειών σε υπαλλήλους που πάσχουν από δυσίατα νοσήματα και για την απαλλαγή τους από την υπηρεσία εφόσον δεν μπορούν να εκτελούν τα καθήκοντά τους, λόγω σωματικής ή πνευματικής ανικανότητας που οφείλεται στα νοσήματα αυτά. Οι γνωματεύσεις των επιτροπών αυτών δεν υπόκεινται σε προσφυγή ενώπιον των επιτροπών προσφυγών. 3.Με απόφαση του Υπουργού Υγείας και Πρόνοιας, τον Ιανουάριο κάθε δεύτερου έτους, ορίζονται τα μέλη των επιτροπών αυτών, μετά από πρόταση των οικείων ιατρικών τμημάτων, καθώς και ο γραμματέας. Σελ. 318,326 Τεύχος 1345 Σελ. 88 2.Ε.β.185 Υπαλληλικός Κώδικας ΜΕΡΟΣ Η΄ ΤΕΛΙΚΕΣ – ΜΕΤΑΒΑΤΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ Σύσταση θέσεων κατά βαθμούς Άρθρ.169.-1.Συνιστώνται αυτοδικαίως θέσεις βαθμού Γενικού Διευθυντή σε αριθμό ίσο με τις υφιστάμενες γενικές διευθύνσεις. Η θέση συνιστάται στον κλάδο από τον οποίο προβλέπεται κατά τις οικείες οργανικές διατάξεις να προέρχεται ο προϊστάμενος της Γενικής Διεύθυνσης. Στην περίπτωση που προβλέπεται να προέρχεται από περισσότερους κλάδους, η θέση συνιστάται εκτός βαθμολογικής κλίμακας των κλάδων και ανήκει σε όλους. 2.Συνιστώνται, αυτοδικαίως, θέσεις βαθμού Διευθυντή, σε αριθμό ίσο με τις υφιστάμενες διευθύνσεις ή υποδιευθύνσεις ή αντίστοιχου επιπέδου οργανικές μονάδες. Η θέση συνιστάται στην κατηγορία και τον κλάδο από τον οποίο προβλέπεται, κατά τις οικείες οργανικές διατάξεις, να προέρχεται ο προϊστάμενος. Αν ο προϊστάμενος προβλέπεται να προέρχεται από περισσότερους κλάδους ή κατηγορίες, η θέση συνιστάται εκτός βαθμολογικής κλίμακας των κλάδων ή κατηγοριών και ανήκει σε όλους. 3.Οι λοιπές θέσεις των υπαλλήλων κάθε κλάδου διαβαθμίζονται αυτοδικαίως σε θέσεις ενιαίων βαθμών Δ΄ έως και Α΄ για τις κατηγορίες ΠΕ, ΤΕ και ΔΕ και Ε΄ έως και Β΄ για την κατηγορία ΥΕ. Ρύθμιση ειδικών θεμάτων Άρθρ.170.-1.Οι κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος προϊστάμενοι οργανικών μονάδων επιπέδου Διεύθυνσης και Γενικής Διεύθυνσης εξακολουθούν να ασκούν τα καθήκοντά τους έως την τυχόν προαγωγή τους ή την τοποθέτησή νέου προϊσταμένου. 2.Οι κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος προϊστάμενοι τμημάτων, αυτοτελών γραφείων ή αντίστοιχου επιπέδου οργανικών μονάδων εξακολουθούν να ασκούν τα καθήκοντά τους μέχρι τη λήξη της θητείας για την οποία έχουν επιλεγεί, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρ. 36 του νόμ. 2190/
  4. Υγειονομικές επιτροπές Άρθρ.171.-1.Η συγκρότηση των υγειονομικών επιτροπών κατά τις διατάξεις των άρθρων 165-168 του παρόντος Κώδικα γίνεται μέσα σε προθεσμία 2 μηνών από την έναρξη ισχύος του. 2.Έως τη συγκρότηση και λειτουργία των νέων υγειονομικών επιτροπών εξακολουθούν να λειτουργούν οι κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος υφιστάμενες. Λοιπές διατάξεις Άρθρ.172.-1.Για μια διετία από την έναρξη ισχύος του παρόντος, ανώτατο όριο ηλικίας διορισμού ορίζεται για την κατηγορία ΠΕ και ΤΕ το 37ο έτος. 2.Για μια τριετία ανώτατο όριο ηλικίας διορισμού για την κατηγορία ΔΕ και ΥΕ ορίζεται το 35ο έτος. 3.Σε θέσεις κατηγορίας ΥΕ επιτρέπεται ο διορισμός κατόχων απολυτηρίου δημοτικού σχολείου, εφόσον έχουν αποφοιτήσει μέχρι και το έτος
  5. 4.Η πλήρωση θέσεων που προκηρύχθηκαν πριν από τη συμπλήρωση των ορίων ηλικίας της παρ. 1 του άρθρ. 6 του παρόντος Κώδικα, γίνεται με τα όρια ηλικίας που ίσχυαν πριν από τη χρονολογία της προκύρηξης. 5.Κατά την πρώτη εφαρμογή του παρόντος, στην περίπτωση που στις οικείες οργανικές διατάξεις δεν προβλέπονται οι κλάδοι από τους οποίους προέρχονται οι προϊστάμενοι των οργανικών μονάδων, εκδίδεται κοινή απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και του κατά περίπτωση αρμόδιου υπουργού, η οποία καθορίζει τους κλάδους αυτούς, ανάλογα με το αντικείμενο της συγκεκριμένης οργανικής μονάδας και την ειδικότητα του κλάδου. 6.Με προεδρικά διατάγματα, που εκδίδονται με πρόταση του Υπουργού Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και των κατά περίπτωση αρμόδιων υπουργών, προσαρμόζονται οι ισχύουσες διατάξεις προς τις ρυθμίσεις του παρόντος Κώδικα, εφόσον αυτό επιβάλλεται λόγω της μεταβολής του βαθμολογικού συστήματος. Η ισχύς των προεδρικών διαταγμάτων μπορεί να ανατρέχει στην έναρξη της ισχύος του παρόντος Κώδικα. 7.Κάθε διάταξη που είναι αντίθετη με τον παρόντα Κώδικα ή ρυθμίζει θέματα που διέπονται από αυτόν, καταργείται. Μεταβατικές διατάξεις Άρθρο δεύτερο 1.Οι υπάλληλοι που υπηρετούν κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος κατατάσσονται αυτοδίκαια στους ενιαίους βαθμούς της κατηγορίας που υπηρετούν, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρ. 79 παρ. 1-7 του παΥπαλληλικός Κώδικας 2.Ε.β.185 ρόντος, με το βαθμό που κατέχουν με τις διατάξεις του Νόμ. 2190/1994 κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος. Ο χρόνος στον κατεχόμενο βαθμό θεωρείται χρόνος που διανύθηκε στο βαθμό κατάταξης. 2.Για την αυτοδίκαιη κατάταξη των υπαλλήλων κατά το παρόν άρθρο, εκδίδονται διαπιστωτικές πράξεις του προϊσταμένου της αρμόδιας για θέματα προσωπικού υπηρεσίας. Οι πράξεις αυτές δεν δημοσιεύονται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. 3.Κατά την πρώτη εφαρμογή του Κώδικα, για την προαγωγή στο βαθμό του διευθυντή, κρίνονται όσοι υπάλληλοι κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος: α)έχουν τις προϋποθέσεις να κριθούν για προαγωγή στο βαθμό του διευθυντή, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Κώδικα ή β)έχουν οποτεδήποτε επιλεγεί ως προϊστάμενοι διεύθυνσης ή υποδιεύθυνσης ή αντίστοιχου επιπέδου οργανικών μονάδων ή γ)έχουν τις προϋποθέσεις να επιλεγούν ως προϊστάμενοι διεύθυνσης, σύμφωνα με τις διατάξεις των παραγράφων 6 και 7 του άρθρ. 36 του Νόμ. 2190/1994, και επιπλέον έχουν ασκήσει καθήκοντα προϊσταμένου διεύθυνσης ή τμήματος ή αυτοτελούς γραφείου ή αντίστοιχου επιπέδου οργανικής μονάδας για μία τουλάχιστον τριετία. Ειδικά, οι απόφοιτοι της Εθνικής Σχολής Δημόσιας Διοίκησης κρίνονται για προαγωγή στο βαθμό του διευθυντή εφόσον έχουν ασκήσει καθήκοντα προϊσταμένου διεύθυνσης ή τμήματος ή αυτοτελούς γραφείου ή αντίστοιχου επιπέδου οργανικών μονάδων για μία τουλάχιστον διετία, λαμβανομένων υπόψη και των διατάξεων της παρ. 4 του άρθρ. 12 του Νόμ. 2527/
  6. Οι προαγωγές των υπαλλήλων στο βαθμό του διευθυντή, σύμφωνα με τις διατάξεις των προηγούμενων εδαφίων, γίνονται με απόφαση του οικείου υπηρεσιακού συμβουλίου ύστερα από ερώτημα του αρμόδιου οργάνου, χωρίς να καταρτίζονται προς τούτο πίνακες προακτέων και πρέπει να έχουν ολοκληρωθεί το αργότερο μέσα σε 3 μήνες από την έναρξη ισχύος του παρόντος. 4.Οι πρώτοι πίνακες προακτέων στους ενιαίους βαθμούς καταρτίζονται μέσα σε ένα μήνα από την έναρξη ισχύος του παρόντος και ισχύουν μέχρι τέλους Απριλίου του επόμενου έτους. Οι πρώτοι πίνακες προακτέων στο βαθμό του διευθυντή θα ισχύσουν μέχρι τέλους Απριλίου
  7. 5.(Κατά την πρώτη εφαρμογή του παρόντος Κώδικα, για την προαγωγή στο βαθμό του γενικού διευθυντή κρίνονται, μέσα σε προθεσμία έξι μηνών από την έναρξη ισχύος του παρόντος, όσοι έχουν ασκήσει καθήκοντα προϊσταμένου γενικής διεύθυνσης μετά από επιλογή τους, σύμφωνα με τις διατάξεις είτε των άρθρων 78 και 79 του Νόμ. 1892/1990 είτε των Άρθρ.20.-1.Η πράξη διορισμού ανακαλείται υποχρεωτικά, εάν ο διοριζόμενος δεν αποδέχτηκε το διορισμό ρητώς ή σιωπηρώς ή δεν εκπλήρωσε άλλες νόμιμες πρόσθετες υποχρεώσεις πριν από την ανάληψη υπηρεσίας. 2.Η πράξη διορισμού, που έγινε κατά παράβαση νόμου, ανακαλείται εντός διετίας από τη δημοσίευσή της. Μετά την παρέλευση της προθεσμίας αυτής η πράξη διορισμού ανακαλείται, εάν αυτός που διορίστηκε προκάλεσε δολίως ή υποβοήθησε την παρανομία ή εάν ο διορισμός του έγινε κατά παράβαση των άρθρων 24 και 36 του Νόμ. 2190/1994, καθώς και οι προϊστάμενοι διευθύνσεων, οι οποίοι κατά την έναρξη ισχύος του (Μετά τη σελ. 318,32 6) Σελ. 318,32 7 Τεύχος 1345 Σελ. 89 παρόντος έχουν ασκήσει καθήκοντα προϊσταμένου διεύθυνσης ή υποδιεύθυνσης τουλάχιστον για 3 χρόνια). Το μέσα σε () πρώτο εδάφιο, καταργήθηκε από την παρ. 2 άρθρ. 4, Νόμ. 2839/11-12 Σεπτ. 2000 (ΦΕΚ Α΄ 196), κατωτ. αριθ. 196.σύμφωνα δε με το δεύτερο εδάφιο της ίδιας παραγράφου ορίστηκε ότι: Για την προαγωγή στο βαθμό του Γενικού Διευθυντή κρίνονται και οι υπάλληλοι που έχουν ασκήσει καθήκοντα προϊσταμένου γενικής διεύθυνσης μετά από επιλογή τους, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρ. 78 και 79 του Νόμ.1892/199 0 είτε των άρθρ. 29 και 36 του Νόμ. 2190/
  8. Ερωτήματα που έχουν υποβληθεί στο Ειδικό Υπηρεσιακό Συμβούλιο μέχρι τη δημοσίευση του παρόντος νόμου εξετάζονται σύμφωνα με την καταργούμενη, με τις διατάξεις της παραγρά-φου αυτής, παρ. 5 του άρθρου δεύτερου του Νόμ. 2683/
  9. Οι υπηρετούντες προϊστάμενοι γενικών διευθύνσεων, αν δεν προαχθούν στο βαθμό αυτόν, δύνανται να αποχωρήσουν από την υπηρεσία με τις αποδοχές και τον τίτλο του βαθμού της θέσης του γενικού διευθυντή, εφόσον υποβάλλουν αίτηση παραίτησης εντός αποκλειστικής προθεσμίας 2 μηνών από την ανακοίνωση της μη προαγωγής τους. Στην περίπτωση αυτήν προσαυξάνεται ο συνολικός χρόνος της πραγματικής δημόσιας υπηρεσίας τους κατά το χρόνο που απαιτείται για τη συμπλήρωση 35 ετών πραγματικής υπηρεσίας και όχι περισσότερο από δύο έτη. Αν δεν επιλέξουν την αποχώρησή τους από την υπηρεσία, εφαρμόζονται οι διατάξεις των δύο τελευταίων εδαφίων της παρ. 8 του άρθρ. 82 του παρόντος Κώδικα. Οι κατά τη δημοσίευση του παρόντος προϊστάμενοι διευθύνσεων που κατέχουν τη θέση αυτήν, κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του τέταρτου ή πέμπτου εδαφίου της παρ. 2 του άρθρ. 36 του Νόμ. 2190/1994, κατατάσσονται αυτοδικαίως στο βαθμό του διεθυντή. Κατ’ εξαίρεση, όσοι από τους υπηρεσιακούς προϊστάμενους γενικών διευθύνσεων απολύονται αυτοδικαίως από την υπηρεσία, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρ. 156 του παρόντος Κώδικα, μέχρι 31 Δεκεμβρίου 1999 καταλαμβάνουν αυτοδικαίως θέση βαθμού γενικού διευθυντή. Με την παρ. 19 άρθρ. 21 Νόμ. 2738/6-9 Σεπτ. 1999 (ΦΕΚ Α΄120), ορίστηκε ότι: «Οι διατάξεις του τελευταίου εδαφίου της άνω παρ. 5, έχουν εφαρμογή και σε όσους συμπληρώσουν μέχρι 31.12.1999, τριακονταετή πραγματική και συντάξιμη υπηρεσία. Σελ. 318,328 Τεύχος 1345 Σελ. 90 6.Η προαγωγή των υπαλλήλων στους βαθμούς του γενικού διευθυντή και διευθυντή γίνεται τηρουμένων των οργανικών διατάξεων της οικείας υπηρεσίας που καθορίζουν τους κλάδους ΠΕ, ΤΕ και ΔΕ, από τους oποίους προέρχονται οι προϊστάμενοι οργανικών μονάδων, με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρ. 79 παρ. 5 και 8 του παρόντος Κώδικα. 7.Δεν υπάγονται στις διατάξεις της προηγούμενης παρ. 5 οι γενικοί διευθυντές Γενικών Νοσοκομείων του Ε.Σ.Υ., που διορίζονται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρ. 17 του Νόμ. 2519/1997, η υπηρεσιακή κατάσταση των οποίων εξακολουθεί να διέπεται από τις ισχύουσες κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου ειδικές διατάξεις. 8.Οι υπηρετούντες προϊστάμενοι γενικών διευθύνσεων Περιφέρειας εξακολουθούν να ασκούν τα καθήκοντά τους μέχρι τη λήξη της θητείας για την οποία έχουν επιλεγεί, σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 5 του άρθρ. 3 του Νόμ. 2503/
  10. Μέσα σε προθεσμία έξι μηνών από τη λήξη της ανωτέρω θητείας οι θέσεις του βαθμού του γενικού διευθυντή Περιφέρειας καλύπτονται με προαγωγή. Για την προαγωγή στο βαθμό του γενικού διευθυντή Περιφέρειας κρίνονται οι υπηρετούντες προϊστάμενοι γενικών διευθύνσεων Περιφέρειας, καθώς και οι υπάλληλοι της Περιφέρειας, οι 2.Ε.β.185 Υπαλληλικός Κώδικας οποίοι κατά την ημέρα υποβολής του ερωτήματος στο ειδικό υπηρεσιακό συμβούλιο έχουν τα προσόντα, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρ. 82 παρ. 3 και 4 και 83 του παρόντος Κώδικα, να προαχθούν στο βαθμό αυτόν. Οι υπηρετούντες προϊστάμενοι γενικών διευθύνσεων Περιφέρειας αν δεν προαχθούν στο βαθμό του γενικού διευθυντή καταλαμβάνουν κενή θέση βαθμού διευθυντή και αν δεν υπάρχει την πρώτη θέση που θα κενωθεί, με την επιφύλαξη των διατάξεων των τριών τελευταίων εδαφίων της παρ. 5 του παρόντος άρθρου. 9.Κατά την πρώτη συγκρότηση των πρωτοβάθμιων υπηρεσιακών συμβουλίων με απόφαση του οικείου υπουργού

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.