← Ελλάδα

54. ΝΟΜΟΣ υπ’ αριθ. 998 της 27/29 Δεκ. 1979 (ΦΕΚ Α΄ 289) Περί προστασίας των δασών και των δασικών εν γένει εκτάσεων της Χώρας. ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΠΡΩΤΟΝ ΓΕΝΙΚ

Εν συντομία

Αυτός ο νόμος καθορίζει συγκεκριμένα μέτρα για την προστασία, ανάπτυξη και βελτίωση των δασών και των δασικών εκτάσεων της χώρας, καθώς και τους όρους υπό τους οποίους αυτές οι εκτάσεις μπορούν να αλλάξουν χρήση για λόγους δημοσίου συμφέροντος.

Τι ρυθμίζει

Ποιους αφορά

Βασικά σημεία

Κείμενο νόμου

  1. ΝΟΜΟΣ υπ’ αριθ. 998 της 27/29 Δεκ. 1979 (ΦΕΚ Α΄ 289) Περί προστασίας των δασών και των δασικών εν γένει εκτάσεων της Χώρας. ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΠΡΩΤΟΝ ΓΕΝΙΚΑΙ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ Σκοπός Άρθρ.1.-Σκοπός του παρόντος νόμου είναι ο καθορισμός των συγκεκριμένων μέτρων προστασίας δια την διατήρησιν, ανάπτυξιν και βελτίωσιν των δασών και των δασικών εν γένει εκτάσεων της Χώρας εντός του πλαισίου και προς τον σκοπόν της διατηρήσεως και βελτιώσεως του όλου φυσικού περιβάλλοντος και εν συναρτήσει προς το ιδιαίτερον νομικόν καθεστώς το διέπον την ιδιοκτησίαν και την εκμετάλλευσιν τούτων, ως και ο προσδιορισμός, κατά περίπτωσιν ή κατηγορίας περιπτώσεων, των όρων και προϋποθέσεων υπό τας οποίας τα δάση και αι δασικαί εν γένει εκτάσεις ή τμήματα αυτών δύναται να μεταβάλλουν την κατά προορισμόν χρήσιν των ή να εξυπηρετούν και άλλας χρήσεις, δια λόγους επιβαλλομένους εκ δημοσίου συμφέροντος. Γενικαί υποχρεώσεις Άρθρ.8.-1.Δια την διοικητικήν αναγνώρισιν εκ μέρους του Δημοσίου της κυριότητος ή άλλων εμπραγμάτων δικαιωμάτων ιδιωτών ή νομικών προσώπων δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου επί δασών ή δασικών εκτάσεων, συνιστώνται τέσσαρα Συμβούλια Ιδιοκτησίας Δασών, έχοντα αντιστοίχως ως έδραν τας Αθήνας, τον Πειραιά, την Θεσσαλονίκην και τας Πάτρας. Η τοπική αρμοδιότης εκάστου των ανωτέρω συμβουλίων εκτείνεται: α)του πρώτου, εις τας περιφερείας των Εφετείων Αθηνών, Λαρίσης και Ναυπλίου, β)του δευτέρου, εις τας περιφερείας των Εφετείων Πειραιώς, Κυκλάδων, Κρήτης και Δωδεκανήσου, γ)του τρίτου, εις τας περιφερείας των Εφετείων Θεσσαλονίκης και Θράκης και δ)του τετάρτου, εις τας περιφερείας των Εφετείων Πατρών, Ιωαννίνων και Κερκύρας. 2.Έκαστον Συμβούλιον Ιδιοκτησίας Δασών αποτελείται από: α)Τον προϊστάμενον του Εφετείου της έδρας του συμβουλίου πρόεδρον εφετών, αναπληρούμενον υπό του νομίμου αναπληρωτού του, ως προέδρου. Ως πρόεδρος του Συμβουλίου Ιδιοκτησίας Δασών Αθηνών ορίζεται είς εκ των προέδρων εφετών των υπηρετούντων εις το Εφετείον Αθηνών, αναπληρούμενος υπό ετέρου προέδρου εφετών, β)δύο εφέτας, γ)ένα πάρεδρον του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους και δ)τον Επιθεωρητήν Δασών της έδρας του Συμβουλίου, αναπληρούμενον υπό του νομίμου αναπληρωτού του. Ο Πρόεδρος του Συμβουλίου Ιδιοκτησίας Δασών Αθηνών, ως και τα υπό στοιχ. β΄ μέλη πάντων των ως άνω συμβουλίων ορίζονται, μετά των αναπληρωτών των, δια κοινής αποφάσεως των Υπουργών Δικαιοσύνης και Γεωργίας επί διετή θητεία, δυναμένη να ανανεούται. Το υπό στοιχ. γ΄ μέλος ορίζεται, μετά του αναπληρωτού του, δια κοινής αποφάσεως των Υπουργών Οικονομικών και Γεωργίας, επί ομοία θητεία. Τα αναπληρωματικά μέλη αναπληρούν τα τακτικά εις περίπτωσιν ελλείψεως, απουσίας ή κωλύματος. Τα Συμβούλια Ιδιοκτησίας Δασών συνεδριάζουν παρόντων πάντων των μελών των. 17.Ζ.α.54 Δασικός Κώδικας 3.Τα Συμβούλια Ιδιοκτησίας Δασών επιλαμβάνονται της αναγνωρίσεως της κυριότητος ή άλλου εμπραγμάτου δικαιώματος τη αιτήσει του ενδιαφερομένου ιδιώτου ή νομικού προσώπου, κρίνουν δε επί τη βάσει των υπό τούτου προσκομιζομένων, ως και των παρά τη δασική υπηρεσία τηρουμένων στοιχείων, δυνάμενα να ζητήσουν και την παρ’ άλλων δημοσίων υπηρεσιών αποστολήν παντός χρησίμου εγγράφου ή άλλου στοιχείου ή να διατάξουν την διενέργειαν ειδικής ερεύνης ή πραγματογνωμοσύνης προς μόρφωσιν ασφαλούς κρίσεως περί των προβαλλομένων ιδιωτικών δικαιωμάτων. Πλείονες αιτήσεις αφορώσαι το αυτό δάσος ή δασικήν έκτασιν ή συνεχόμενα τμήματα εξετάζονται από κοινού. Τα ως άνω Συμβούλια, μετ’ ανάγνωσιν της εισηγήσεως του ορισθέντος εισηγητού, γνωμοδοτούν ητιολογημένως εφ’ εκάστης υποθέσεως. Η κρίσις των Συμβουλίων σχηματίζεται δι’ ελευθέρας εκτιμήσεως των ως άνω αποδεικτικών στοιχείων. Η απορριπτική της αιτήσεως ιδιώτου ή νομικού προσώπου γνωμοδότησις είναι δεσμευτική δια τον Υπουργόν, μη δυνάμενον να προβή δι’ αποφάσεώς του εις αναγνώρισιν δικαιωμάτός τινος του ασκήσαντος την αίτησιν. Εφ’ όσον το Συμβούλιον ήθελεν αποφανθή υπέρ της αναγνωρίσεως ιδιωτικών δικαιωμάτων επί δάσους ή δασικής εκτάσεως, ο Υπουργός δύναται είτε να αποδεχθή την γνωμοδότησιν είτε να απορρίψη την αίτησιν του ενδιαφερομένου δι’ ειδικώς ητιολογημένης αποφάσεώς του είτε να προσφύγη εις το Αναθεωρητικόν Συμβούλιον Ιδιοκτησίας Δασών κατά τα ανωτέρω οριζόμενα. 4.Συνιστάται εν Αθήναις Αναθεωρητικόν Συμβούλιον Ιδιοκτησίας Δασών, αποτελούμενον από: α)ένα Αντιπρόεδρον του Αρείου Πάγου, β)ένα Σύμβουλον της Επικρατείας, γ)ένα Αεροπαγίτην, δ)ένα Νομικόν Σύμβουλον του Κράτους και ε)τον Γενικόν Διευθυντήν Δασών του Υπουργείου Γεωργίας, αναπληρούμενον υπό του νομίμου αναπληρωτού του. Τα εκ δικαστικών λειτουργών μέλη και ο Νομικός Σύμβουλος του Κράτους, μετά των αναπληρωτών των, ορίζονται ως εν παρ. 2 του παρόντος άρθρου προβλέπεται. Ως αναπληρωτής του Προέδρου του Συμβουλίου ορίζεται έτερος Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου. Το Αναθεωρητικόν Συμβούλιον συνεδριάζει παρόντων πάντων των μελών του, επιλαμβάνεται δε των υποθέσεων εφ’ ων εξεδόθη γνωμοδότησις ενός εκ των Συμβουλίων Ιδιοκτησίας Δασών είτε κατόπιν προσφυγής του ενδιαφερομένου ιδιώτου ή νομικού προσώπου εντός προθεσμίας έξ μηνών από της κοινοποιήσεως αυτώ της απορριπτικής αποφάσεως εφ’ όσον ο Υπουργός δεν απεδέχθη την θετικήν γνωμοδότησιν του συμβουλίου ή εφ’ όσον η αρνητική γνωμοδότησις του εν λόγω συμβουλίου ελήφθη δια ψήφων τριών κατά δύο, είτε κατόπιν παραπομπής υπό του Υπουργού Γεωργίας εις περίπτωσιν εκδόσεως θετικής γνωμοδοτήσεως του πρωτοβαθμίου συμβουλίου. Αι αρνητικαί γνωμοδοτήσεις του Αναθεωρητικού Συμβουλίου, ως και αι παμψηφεί λαμβανόμεναι θετικαί γνωμοδοτήσεις αυτού, είναι δεσμευτικαί δια τον Υπουργόν, υποχρεούμενον εις έκδοσιν αποφάσεως του αυτού περιεχομένου. Τας λοιπάς θετικάς γνωμοδοτήσεις του ως άνω Συμβουλίου δύναται ο Υπουργός να μη αποδεχθή δι’ ητιολογημένης αποφάσεώς του. Με το άρθρ. 9 Νόμ. 1341/30-30 Μαρτ. 1983 (ΦΕΚ Α΄ 38) (Τόμ. 172 σελ. 296, 11), ορίστηκε ότι ο Υπουργός Γεωργίας έχει το δικαίωμα μέσα σε 6 μήνες από την έναρξη ισχύος του άνω νόμου να προσφύγει στο Αναθεωρητικό Συμβούλιο Ιδιοκτησίας Δημοσίων δασών και να επιδιώξει την επανάκριση ιδίων αυτού αποφάσεων, που ενέκριναν κάτω από την ισχύ του Ν.Δ. 86/1969, γνωμοδοτήσεις του Σ.Ι.Δ.Δ., οι οποίες αναγνώρισαν σαν ιδιωτικά δάση ή δασικές εκτάσεις. 5.Ο Υπουργός Γεωργίας δύναται εις πάσαν περίπτωσιν να παραπέμψη αυτεπαγγέλτως την έρευναν και κρίσιν περί της υπάρξεως ή μη ιδιωτικών δικαιωμάτων επί δάσους ή δασικής εκτάσεως εις το οικείον Συμβούλιον Ιδιοκτησίας Δασών. Άμα τη ανωτέρω παραπομπή προσκαλούνται οι διεκδικούντες ή προβάλλοντες δικαίωμα κυριότητος επί του δάσους ή της δασικής εκτάσεως, περί ης πρόκειται, όπως εντός προθεσμίας έξ μηνών από της επί αποδείξει προσκλήσεώς των υποβάλουν τα αποδεικτικά του ζητουμένου υπ’ αυτών δικαιώματος στοιχεία. Παρερχομένης απράκτου της ταχθείσης ανωτέρω προθεσμίας το Συμβούλιον Ιδιοκτησίας Δασών γνωμοδοτεί βάσει των υπαρχόντων εις την υπηρεσίαν στοιχείων και ο Υπουργός αποφαίνεται βάσει της γνωμοδοτήσεως ταύτης. 6.Δια την υπό ιδιώτου ή νομικού προσώπου δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου συζήτησιν ασκηθείσης αιτήσεως προς αναγνώρισιν δικαιωμάτων επί δάσους ή δασικής εκτάσεως υπό Συμβουλίου Ιδιοκτησίας Δασών, καταβάλλεται ειδικόν τέλος υπέρ του Κεντρικού Ταμείου Γεωργίας Κτηνοτροφίας και Δασών κλιμακούμενον ως ακολούθως: α)εκ δρχ. 2.000 δια δάση ή δασικάς εκτάσεις μέχρις είκοσι στρεμμάτων, β)εκ δρχ. 5.000 δια δάση ή δασικάς εκτάσεις μέχρι πεντήκοντα στρεμμάτων, γ)εκ δρχ. 10.000 δια δάση ή δασικάς εκτάσεις μέχρις εκατόν στρεμμάτων, δ)εκ δρχ. 20.000 δια δάση ή δασικάς εκτάσεις μέχρι τριακοσίων στρεμμάτων, ε)εκ δρχ. 50.000 δια δάση ή δασικάς εκτάσεις μέχρι χιλίων στρεμμάτων και ς)εκ δρχ. 100.000 δια δάση ή δασικάς εκτάσεις εμβαδού μεγαλυτέρου των 1.000 στρεμμάτων. Εν περιπτώσει μη καταβολής του ως άνω τέλους μέχρι της πρώτης συζητήσεως της υποθέσεως ενώπιον των κατά την παρ. 1 συμβουλίων, η αίτησις απορρίπτεται ως απαράδεκτος. Αιτήσεις αναγνωρίσεως υποβαλλόμεναι υπό Δήμων και Κοινοτήτων ή άλλων νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου δεν υπόκεινται εις την καταβολήν των ως άνω τελών. 7.Δια π.δ/τος, εκδιδομένου τη προτάσει των Υπουργών Δικαιοσύνης και Γεωργίας, καθορίζονται ειδικώτερον τα της συγκροτήσεως και εσωτερικής οργανώσεως των κατά το παρόν άρθρον Συμβουλίων, τα της λειτουργίας και της ενώπιον αυ(Αντί για τη σελ. 456,403(α) Σελ. 456,403(β) Τεύχος 1260-Σελ. 37 Δασικός Κώδικας 17.Ζ.α.54 τών διαδικασίας προς κρίσιν των υποθέσεων και έκδοσιν των γνωμοδοτήσεών των, περιλαμβανομένης και της εκπροσωπήσεως ή αυτοπροσώπου παραστάσεως των ενδιαφερομένων, τα της συλλογής του αποδεικτικού υλικού και εξετάσεως μαρτύρων, τα της κοινοποιήσεως των γνωμοδοτήσεων εις τους ενδιαφερομένους και τας δημοσίας αρχάς, τα της ασκήσεως της προσφυγής ενώπιον του Αναθεωρητικού Συμβουλίου και τα της εκδόσεως και κοινοποιήσεως των υπουργικών αποφάσεων, ως και τα της εκτελέσεως αυτών. Δι’ ομοίου δ/τος, εκδιδομένου τη προτάσει των Υπουργών Οικονομικών και Γεωργίας δύναται να αναπροσαρμόζωνται τα κατά την προηγουμένην παράγραφον ειδικά τέλη υπέρ του Κεντρικού Ταμείου Γεωργίας, Κτηνοτροφίας και Δασών. 8.Η κατά το παρόν άρθρον διαδικασία, ως και η τυχόν αρνητική γνωμοδότησις των συμβουλίων ή απόφασις του Υπουργού Γεωργίας δεν παρακωλύει τους ενδιαφερομένους προς επιδίωξιν της αναγνωρίσεως των προβαλλομένων υπ’ αυτού δικαιωμάτων ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων. Δια της εκδόσεως θετικής αποφάσεως περί αναγνωρίσεως της κυριότητος ή άλλου εμπραγμάτου δικαιώματος επί δάσους ή δασικής εκτάσεως επ’ ονόματι του ασκήσαντος την σχετικήν αίτησιν ή των φερομένων ως δικαιοπαρόχων αυτού, δεν παρακωλύεται η υπό τρίτου ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων επιδίωξις της αναγνωρίσεως των αυτών εμπραγμάτων δικαιωμάτων επί του ως είρηται δάσους ή δασικής εκτάσεως. Το Δημόσιον ουδεμίαν πάντως φέρει ευθύνην είτε έναντι του ασκήσαντος την κατά την παρ. 3 αίτησιν εκ της κατοχής ή διαχειρίσεως δάσους ή δασικής εκτάσεως δια τον μέχρι της αναγνωρίσεως των ιδιωτικών δικαιωμάτων χρόνου, είτε έναντι τρίτου, ο οποίος ήθελεν αναγνωρισθή δια τελεσιδίκου δικαστικής αποφάσεως αληθής δικαιούχος. 9.Δια της ασκήσεως αιτήσεως αναγνωρίσεως κυριότητος ή άλλου εμπραγμάτου δικαιώματος κατά τα εν παρ. 3 οριζόμενα, ο υποβαλών ταύτην ως και οι καθολικοί ή ειδικοί διάδοχοι αυτού θεωρούνται αμαχήτως ως αποδεχθέντες τον δασικόν χαρακτήρα της εκτάσεως, εφ’ ης προβάλλονται τα ιδιωτικά δικαιώματα, εφ’ όσον αύτη έχει εμβαδόν μείζον των 100 στρεμμάτων. 10.Μέχρι της συγκροτήσεως των Συμβουλίων Ιδιοκτησίας Δασών της παρ. 1 του παρόντος άρθρου λειτουργεί το ήδη υφιστάμενον παρά τη Γενική Διευθύνσει Δασών Συμβούλιον Ιδιοκτησίας Δημοσίων Δασών. Ευθύς μετά την συγκρότησιν εκάστου των ανωτέρω Συμβουλίων όλαι αι μετά την ημερομηνίαν της συγκροτήσεως ενός εκάστου εκκρεμούσαι αιτήσεις προς γνωμοδότησιν εις το Σ.Ι.Δ.Δ. Σελ. 456,404(β) Τεύχος 1260-Σελ. 38 αποστέλλονται εις το κατά περιφέρειαν αρμόδιον Σ.Ι.Δ., αναλόγως του τόπου εις ον κείται η δασική έκτασις, εφ’ ης αναφέρεται το αιτούμενον υπό του αιτούντος δικαίωμα κυριότητος ή έτερον εμπράγματον δικαίωμα. 11.Δια Π.Δ/τος, εκδιδομένου προτάσει του Υπουργού Γεωργίας, είναι δυνατόν όπως ιδρυθούν τρία εισέτι Συμβούλια Ιδιοκτησίας Δασών, οπότε θα καθορίζεται και η έδρα και η περιφέρεια εκάστου των ιδρυομένων Συμβουλίων. Τεχνικόν Συμβούλιον Δασών Το τεχνικό Συμβούλιο Δασών, που προβλέπεται από τις διατάξεις του άρθρ. 9, διατηρήθηκε και λειτουργεί σύμφωνα με αυτές από την παρ. 5 άρθρ. 1 της 393155/22-23 Σεπτ. 1992 (ΦΕΚ Β΄ 579) (Διόρθ. Σφάλμ. στο ΦΕΚ Β΄ 271/21 Απρ. 1993) απόφασης Υπουργού Προεδρίας της Κυβέρνησης και Γεωργίας, (Τόμ. 16 σελ. 50,428), πλην της συμμετοχής σε αυτό του εκπροσώπου της Πανελλήνιας Ένωσης Δασολόγων Δημοσίων Υπαλλήλων (Π.Ε.Δ.Δ.Υ.). Άρθρ.82.-Αντικαθίσταται το άρθρ. 14 Νόμ. 248/1976 (κατωτ. σελ. 572,601). Άρθρ.83.-Αντικαθίσταται το άρθρ. 15 Νόμ. 248/1976 (κατωτ. σελ. 572,601). Έναρξις ισχύος Άρθρ.84.-Η ισχύς του παρόντος νόμου άρχεται από της δημοσιεύσεώς του εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Άρθρ.9.-1.Παρά τω Υπουργείω Γεωργίας λειτουργεί Τεχνικόν Συμβούλιον Δασών ως γνωμοδοτικόν όργανον επί θεμάτων διαχειρίσεως των δασών και εκτελέσεως των δασικών έργων ως και της θηρευτικής οικονομίας. 2.Ειδικώτερον το Τεχνικόν Συμβούλιον Δασών γνωμοδοτεί: Επί της εγκρίσεως ή τροποποιήσεως α) δασοπονικών μελετών αναφερομένων εις την διαχείρισιν δασών και την εκτέλεσιν πάσης φύσεως έργων και εργασιών και υποκειμένων εις την έγκρισιν του Υπουργού Γεωργίας, β)γενικών προγραμμάτων πάσης φύσεως δασικών έργων και εργασιών αναφερομένων εις περιοχάς μεγαλυτέρας του Νομού, ως και των εθνικής κλίμακος ετησίων ή πολυετών εν γένει προγραμμάτων, γ)επί της εγκρίσεως του πίνακος διατιμήσεως δασικών προϊόντων και του πίνακος αμοιβών επιβλαβών θηραμάτων, ως και περί του χρόνου ασκήσεως ή περιορισμού της θήρας, δ)επί της μειώσεως του φόρου δασικών προϊόντων εις τας περιπτώσεις διανοίξεως δασικών οδών εντός ιδιωτικών δασών ή δασικών εκτάσεων και ε)επί παντός ετέρου θέματος, το οποίον παραπέμπεται εις αυτό κατά ειδικήν διάταξιν του παρόντος ή άλλου νόμου, ή επί του οποίου ήθελε ζητηθή η γνώμη του υπό του Υπουργού Γεωργίας. 3.Το Τεχνικόν Συμβούλιον Δασών αποτελείται από: α)τον Νομικόν Σύμβουλον του Υπουργείου Γεωργίας ως πρόεδρον, β)τον Γενικόν Διευθυντήν Δασών, γ)τους δύο αρχαιοτέρους εκ των προϊσταμένων διευθύνσεων της Γενικής Διευθύνσεως Δασών και δ)ένα καθηγητήν του Δασολογικού Τμήματος της Γεωπονικής και Δασολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. 17.Ζ.α.54 Δασικός Κώδικας 4.Τον Νομικόν Σύμβουλον του Κράτους απόντα ή κωλυόμενον, αναπληροί ο αρχαιότερος πάρεδρος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, οπότε του Συμβουλίου προεδρεύει ο Γενικός Διευθυντής Δασών. Τον Γενικόν Διευθυντήν Δασών, ελλείποντα, απόντα ή κωλυόμενον, αναπληροί ο αναπληρωτής γενικός διευθυντής δασών, τους προϊσταμένους διευθύνσεων οι αμέσως νεώτεροι τούτων και τον καθηγητήν έτερος καθηγητής του αυτού Τμήματος της αυτής Σχολής, αμφοτέρων τούτων οριζομένων δι’ αποφάσεως του Υπουργού Γεωργίας κατόπιν προτάσεως του οικείου συλλόγου καθηγητών. Χρέη εισηγητών ασκούν οι καθ’ ύλην αρμόδιοι προϊστάμενοι διευθύνσεων ή τμημάτων της Γενικής Διευθύνσεως Δασών, χρέη δε γραμματέως υπάλληλος της αυτής Γενικής Διευθύνσεως, επί βαθμώ τουλάχιστον 5ω. Το Συμβούλιον συνεδριάζει εγκύρως παρόντων τεσσάρων εκ των μελών του. Δια την ύπαρξιν πλειοψηφούσης γνώμης απαιτείται πάντως η ψήφος τριών εκ των μελών του συμβουλίου. 5.Δια π.δ/τος εκδιδομένου προτάσει των Υπουργών Προεδρίας Κυβερνήσεως και Γεωργίας καθορίζονται ειδικώτερον τα της οργανώσεως και λειτουργίας του Τεχνικού Συμβουλίου Δασών. Μέχρι της εκδόσεως του Π.Δ/τος λειτουργεί το ήδη υφιστάμενον Συμβούλιον. Περιφερειακά Συμβούλια και Επιτροπαί Άρθρ.10.-1.Παρά τη έδρα εκάστου Νομού λειτουργεί Νομαρχιακόν Συμβούλιον Δασών, το οποίον συγκροτείται εκ των κάτωθι: α)του Διευθυντού Δασών, β)ενός δασολόγου των δασικών υπηρεσιών του νομού, οριζομένου μετά του αναπληρωτού του υπό του Νομάρχου, γ)του Διευθυντού Γεωργίας, δ)του Διευθυντού Τεχνικών Υπηρεσιών, ε)ενός οικονομικού εφόρου, οριζομένου μετά του αναπληρωτού του υπό του Νομάρχου και ς)ενός Νομαρχιακού Συμβούλου, οριζομένου υπό του Νομάρχου μετά του αναπληρωτού του ετέρου Νομαρχιακού Συμβουλίου, εφ’ όσον υπάρχουν πλείονες του ενός. Του Συμβουλίου προεδρεύει ο ανώτερος κατά βαθμόν και εν ισοβαθμία ο αρχαιότερος των μελών. Εν περιπτώσει ελλείψεως, απουσίας ή κωλύματος των υπό στοιχ. α΄, γ΄ και δ΄ μελών, ταύτα αναπληρούνται υπό των νομίμων αναπληρωτών των εις την άσκησιν των κυρίων καθηκόντων των. Εισηγητής επί των συζητουμένων θεμάτων ορίζεται υπό του Διευθυντού Δασών δασάρχης ή έτερος δασικός υπάλληλος υπηρετών εν τω νομώ, χρέη δε γραμματέως εκτελεί υπάλληλος της Διευθύνσεως Δασών του νομού, οριζόμενος υπό του προϊσταμένου ταύτης. 2.Το Νομαρχιακόν Συμβούλιον Δασών γνωμοδοτεί επί θεμάτων, δι’ α ρητώς προβλέπεται σχετική γνωμοδότησις αυτών υπό της δασικής νομοθεσίας, ως και επί παντός ετέρου θέματος, επί του οποίου ήθελε ζητηθή η γνώμη του υπό του οικείου νομάρχου. Τα κατά τις ανωτέρω παρ. 1 και 2 συνεστημένα «νομαρχιακά συμβούλια δασών» και οι σχετικές με αυτά διατάξεις συνθέσεως, συγκροτήσεως κλπ. καταργήθηκαν από την παρ. 9 άρθρ. 6 της 272961/26-26 Απρ. 1982 (ΦΕΚ Β΄ 215), Διόρθ. Σφαλμ. στο ΦΕΚ Β΄ 564/9-81982, απόφ. Υπ. Προεδρ. Κυβερν. και Γεωργίας, (τόμ. 16 σελ. 50, 255). 3.Παρά τη έδρα εκάστου νομού συγκροτείται Επιτροπή Επιλύσεως Δασικών Αμφισβητήσεων, η οποία είναι αρμοδία δια την επίλυσιν διαφορών αναφερομένων εις τον χαρακτήρα περιοχής τινος ή τμήματος της επιφανείας της γης ως δάσους ή δασικής εκτάσεως ή εις τα όρια ταύτης. Επίσης η Επιτροπή αύτη αποφαίνεται επί παντός ετέρου θέματος παραπεμπομένου εις αυτήν κατά τας διατάξεις του παρόντος νόμου. Η ως άνω Επιτροπή αποτελείται εκ του προϊσταμένου του Πρωτοδικείου της έδρας του νομού προέδρου πρωτοδικών ως προέδρου, του διευθυντού δασών και του διευθυντού γεωργίας του αυτού νομού ως μελών, αναπληρουμένων υπό των νομίμων αναπληρωτών των εις την άσκησιν των κυρίων καθηκόντων των. Προκειμένου περί των διαμερισμάτων του Νομού Αττικής, οι πρόεδροι εκάστης επιτροπής μετά των νομίμων αναπληρωτών των ορίζονται οι αρχαιότεροι Πρόεδροι Πρωτοδικών, του Πρωτοδικείου Αθηνών μετά των αναπληρωτών των, δια κοινής αποφάσεως των Υπουργών Δικαιοσύνης και Γεωργίας. Χρέη γραμματέως της επιτροπής ασκεί υπάλληλος της Διευθύνσεως Δασών του νομού, οριζόμενος υπό του προϊσταμένου ταύτης. Κατά της αποφάσεως της Επιτροπής ταύτης χωρεί προσφυγή ενώπιον Δευτεροβαθμίου Επιτροπής, εδρευούσης εις την έδραν του οικείου Εφετείου και αποτελουμένης εκ του Προέδρου Εφετών, ως Προέδρου, του Επιθεωρητού Δασών και του Επιθεωρητού Γεωργίας, αναπληρουμένων υπό των νομίμων αναπληρωτών των εις την άσκησιν των κυρίων καθηκόντων του. Οι Επιτροπές, που προβλέπονται από την άνω παρ. 3, διατηρήθηκαν με νέα συγκρότηση από τις παρ. 12 και 13 άρθρ. 2 της 393155/22-23 Σεπτ. 1992 (ΦΕΚ Β΄ 579) (Διόρθ. Σφαλμ. στο ΦΕΚ Β΄ 271/21 Απρ. 1993) απόφασης Υπουργού Προεδρίας της Κυβέρνησης και Γεωργίας, (Τόμ. 16 σελ. 50,428). 4.Παρ’ εκάστω νομώ, ο οποίος περιλαμβάνει περιοχάς κηρυχθείσας επικινδύνους, κατά τα εν άρθρ. 25 του παρόντος νόμου οριζόμενα, συγκροτείται Επιτροπή Αντιμετωπίσεως Δασοπυρκαϊών, αποτελουμένη εκ του Νομάρχου, του Διευθυντού Δασών, του διοικητού αγροτικής ασφαλείας, των ανωτέρων εν τω Νομώ αξιωματικών της Χωροφυλακής, της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας και του στρατού ξηράς ή των αναπληρωτών αυτών ως και εκπροσώπου της εγγύτερον ευρισκομένης ειδικής μονάδος κατασβέσεως δασοπυρκαϊών από αέρος. Εις ταύτην δύνανται να καλούνται υπό του Νομάρχου και οι Δήμαρχοι ή Πρόεδροι Κοινοτήτων τηςεπικινδύνου περιοχής, ως και εκπρόσωποι πά(Αντί για τη σελ. 456,405(α) Σελ. 456,405(β) Τεύχος 1260-Σελ. 39 Δασικός Κώδικας 17.Ζ.α.54 σης άλλης στρατιωτικής ή πολιτικής Αρχής ή Υπηρεσίας, η συνδρομή της οποίας τυγχάνει απαραίτητος δια την καλυτέραν δυνατήν οργάνωσιν του αγώνος εναντίον των δασοπυρκαϊών. Η Επιτροπή, συνερχομένη τρις τουλάχιστον κατά το από 1ης Μαΐου μέχρι 31ης Οκτωβρίου εκάστου έτους χρονικόν διάστημα, ενημερούται επί των υφ’ εκάστης υπηρεσίας λαμβανομένων προληπτικών μέτρων και διατιθεμένων μέσων, προβαίνει εις επιθεωρήσεις των επικινδύνων περιοχών και εις οργάνωσιν ασκήσεων δια την αντιμετώπισιν πυρκαϊάς και εισηγείται τα περαιτέρω ληπτέα μέτρα δια την διατήρησιν των κατά τα άρθρ. 26 και 27 μονάδων κατασβέσεως δασοπυρκαϊών εις κατάστασιν της ενδεικνυομένης ετοιμότητος και τον συντονισμόν των ενεργειών αυτών. Περί των συζητήσεων και ενεργειών της επιτροπής τηρούνται επιμελεία του Νομάρχου πρακτικά, φυλασσόμενα παρ’ αυτού. Η «Επιτροπή αντιμετωπίσεως δασοπυρκαϊών» και οι σχετικές με αυτή διατάξεις καταργήθηκαν από την παρ. 16 άρθρ. 6 της 272961/26-26 Απρ. 1982 (ΦΕΚ Β΄ 215), Διόρθ. Σφαλμ. στο ΦΕΚ Β΄ 564/9-8-1982, απόφ. Υπ. Προεδρ. Κυβερν. και Γεωργίας (τόμ. 16 σελ. 50,255). 5.Δι’ αποφάσεων του Υπουργού Γεωργίας δημοσιευομένων εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, δύναται να ρυθμίζεται παν θέμα αναφερόμενον εις την λειτουργίαν των κατά το παρόν άρθρον συμβουλίων και επιτροπών, ως και την ενώπιον αυτών διαδικασίαν. ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΤΡΙΤΟΝ Μέτρα προστασίας Φωτογράφησις Άρθρ.11.-1.Τα δάση και αι δασικαί εκτάσεις της Χώρας φωτογραφούνται: α)από αέρος εν τω συνόλω των ή κατά τα φυσικώς διακεκριμένα τμήματα αυτών κατά τρόπον ώστε να εμφαίνεται ο δασικός χαρακτήρ της φωτογραφιζομένης περιοχής και τα όρια μέχρι των οποίων εξικνείται το δάσος ή η δασική έκτασις, και β)εκ του σύνεγγυς κατ’ εκλογήν, ώστε να εμφαίνεται η μορφολογία του εδάφους και το είδος ή τα είδη της δασικής βλαστήσεως εν τη περιοχή, καθώς και τα τυχόν ιδιαίτερα εκάστου τμήματος αυτής χαρακτηριστικά. Σελ. 456,406(β) Τεύχος 1260-Σελ. 40 2.Αι κατά την προηγουμένην παράγραφον φωτογραφίαι, επί των οποίων σημειούνται η χρονολογία λήψεως, αι τοπωνυμίαι και τα λοιπά προσδιοριστικά στοιχεία των περιοχών, τας οποίας απεικονίζουν, ταξινομούνται και φυλάσσονται μετά των αρνητικών παρά τη κεντρική δασική υπηρεσία. Πλήρης σειρά φωτογραφιών των δασών και δασικών εκτάσεων φυλάσσεται κεχωρισμένως δια την περιοχήν εκάστου Δασαρχείου παρ’ αυτώ. 3.Αι δημόσιαι υπηρεσίαι υποχρεούνται να παρέχουν πάσαν αναγκαίαν συνδρομήν εν τω κύκλω της αρμοδιότητός των εις την δασικήν υπηρεσίαν δια την επιτέλεσιν του έργου της φωτογραφήσεως. Το έργον τούτο εν όλω ή εν μέρει δύναται να ανατεθή και εις ετέραν δημοσίαν υπηρεσίαν ή εις ίδιον δημόσιον οργανισμόν. 4.Η κατά τα ανωτέρω φωτογράφησις ενεργείται υπό τον όρον της τηρήσεως των διατάξεων περί ασφαλείας οχυρών θέσεων, αμυντικών περιοχών και λοιπών εγκαταστάσεων εθνικής αμύνης. 5.Δια τας εν παρ. 1, περίπτ. β΄ φωτογραφίας το σημείον λήψεως τούτων εξασφαλίζεται δια σταθερών σημείων, συνδεομένων με το τριγωνομετρικόν δίκτυον της Χώρας. Τα στοιχεία του σημείου λήψεως, ως και του προσανατολισμού του άξονος λήψεως της φωτογραφίας, σημειούνται και τηρούνται κατά τα εν τη παρ. 2 οριζόμενα. 17.Ζ.α.54 Δασικός Κώδικας Χαρτογράφησις Άρθρ.12.-1.Δια της χαρτογραφήσεως σκοπείται η υπό ωρισμένην κλίμακα επί του χάρτου απεικόνισις και οριοθέτησις των επιφανειών της γης αι οποίαι καταλαμβάνονται υπό δασών και δασικών εκτάσεων, ως αύται καθορίζονται εν άρθρ. 3 παρ. 1 έως και 5 του παρόντος νόμου. 2.Η χαρτογράφησις των δασών και δασικών εκτάσεων ενεργείται υπό της Γενικής Διευθύνσεως Δασών τη συνδρομή των αρμοδίων κρατικών φορέων. Αι λοιπαί δημόσιαι υπηρεσίαι υποχρεούνται να παρέχουν τα εις την διάθεσίν των στοιχεία και πάσαν εντός της αρμοδιότητος εκάστης δυνατήν συνδρομήν. Οι έχοντες ανεγνωρισμένα επί δασών ή δασικών εκτάσεων δικαιώματα, ως και οι οπωσδήποτε νεμόμενοι ή κατέχοντες δάση ή δασικάς εκτάσεις, υποχρεούνται να διευκολύνουν το έργον της χαρτογραφήσεως, επιτρέποντες την ακώλυτον διακίνησιν των οργάνων ή συνεργείων της χαρτογραφήσεως, την οριοσήμανσιν ή τοποθέτησιν διακριτικών σημείων ή πάσαν άλλην αναγκαίαν δια το έργον της χαρτογραφήσεως ενέργειαν. 3.Η χαρτογράφησις ενεργείται επί τη βάσει προγράμματος καταρτιζομένου υπό της Γενικής Διευθύνσεως Δασών και εγκρινομένου δι’ αποφάσεως του Υπουργού Γεωργίας μετά γνωμάτευσιν επί τούτου της αρμοδίας υπηρεσίας του Υπουργείου Εθνικής Αμύνης. Το πρόγραμμα καθορίζει τας περιφερείας εις τας οποίας ενεργείται κατά Νομόν και κατά σειράν προτεραιότητος η χαρτογράφησις. Το έργον τούτο δύναται να ανατεθή και εις ετέραν δημοσίαν υπηρεσίαν ή εις ίδιον δημόσιον οργανισμόν. 4.Επί τη βάσει των επί μέρους χαρτογραφικών εργασιών, των κατά το προηγούμενον άρθρον στοιχείων της φωτογραφήσεως, ως και όλων των εν γένει υφισταμένων στοιχείων, συντάσσεται ο δασικός χάρτης εκάστης περιοχής (δήμου ή κοινότητος ή πλειόνων δήμων και κοινοτήτων), υπογραφόμενος υπό του προϊσταμένου του χαρτογραφικού συνεργείου και του οικείου δασάρχου. Ο χάρτης ούτος αποστέλλεται υπό του δασάρχου εις τους εις ους αφορά δήμους ή κοινότητας και εκτίθεται επί ένα μήνα εις τα καταστήματα αυτών και του δασαρχείου, του κοινού ειδοποιουμένου περί τούτου δια σχετικής ανακοινώσεως, δημοσιευομένης εις δύο τουλάχιστον τοπικάς εφημερίδας ή εις μίαν τοπικήν και μίαν εφημερίδα των Αθηνών ή της Θεσσαλονίκης. Εάν εντός δύο μηνών από της τελευταίας δημοσιεύσεως δεν προβληθούν αι κατά την επομένην παράγραφον αντιρρήσεις κατά του χάρτου, ούτος καθίσταται οριστικός και υποβάλλεται εις την κεντρικήν δασικήν υπηρεσίαν προς κύρωσιν υπό του Υπουργού. (Μετά τη σελ. 456,406(β) Σελ. 456,4061 Τεύχος 1260-Σελ. 41 Δασικός Κώδικας 17.Ζ.α.54 17.Ζ.α.54 Δασικός Κώδικας 5.Αντιρρήσεις κατά του δασολογικού χάρτου και του συνοδεύοντος αυτόν υπομνήματος της παρ. 6 του παρόντος άρθρου, αφορώσαι εις αμφισβήτησιν του δασικού χαρακτήρος τμημάτων των εις αυτόν εμφαινομένων επιφανειών ή εις ουσιώδη σφάλματα της οριοθετήσεως των δασών και δασικών εκτάσεων, δύναται να προβληθούν ενώπιον των κατ’ άρθρ. 10 παρ. 3 επιτροπών παρ’ οιουδήποτε έχοντος έννομον συμφέρον φυσικού ή νομικού προσώπου εντός δύο μηνών από της τελευταίας των κατά την προηγουμένην παράγραφον δημοσιεύσεων. Εάν η ως άνω επιτροπή δεχθή τας αντιρρήσεις, ο χάρτης αναμορφούται συμφώνως προς τα εν τη αποφάσει της οριζόμενα, υποβάλλεται δε εις την κεντρικήν δασικήν υπηρεσίαν προς κύρωσιν υπό του Υπουργού. Εάν αι αντιρρήσεις απορριφθούν ο δασολογικός χάρτης υποβάλλεται προς κύρωσιν ως έχει. 6.Ο Υπουργός, εντός έξ μηνών από της εις αυτόν υποβολής του χάρτου, δύναται να αναπέμψη τούτον προς συμπλήρωσιν ή νέαν έρευναν. Οι καθιστάμενοι οριστικοί χάρται κυρούνται υπό του Υπουργού Γεωργίας και φυλάσσονται αριθμούμενοι και αρχειοθετούμενοι παρά τη κεντρική δασική υπηρεσία, ως και παρ’ εκάστω δασαρχείω και αντίγραφα αυτών αποστέλλονται εις την Γενικήν Διεύθυνσιν Οικισμού του Υπουργείου Δημοσίων Έργων, η δε χρήσις αυτών είναι υποχρεωτική δια τα δημόσια όργανα. Έκαστον δασολογικόν χάρτην συνοδεύει υπόμνημα περί της ταξινομήσεως των απεικονιζομένων τμημάτων κατά τας εν άρθρ. 4 του παρόντος νόμου διακρίσεις. Η κυρούσα τους οριστικούς χάρτας απόφασις του Υπουργού Γεωργίας δημοσιεύεται εις το Δ΄ Τεύχος της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως μετά φωτοσμικρύνσεως των χαρτών. 7.Κατά την διαδικασίαν της χαρτογραφήσεως δεν δύναται να τεθούν ή προβληθούν θέματα ιδιοκτησίας ουδέ να θίγουν δι’ αυτής ιδιωτικά δικαιώματα του Δημοσίου ή ιδιωτών. Πας ενδιαφερόμενος δύναται να ζητήση και λάβη αντίτυπα χαρτών ή φωτογραφιών δασών ή δασικών εκτάσεων, καταβάλλων το αντίτιμον αυτών, ως και να επικαλεσθή και προσκομίση τοιούτους χάρτας ή φωτογραφίας ενώπιον παντός δικαστηρίου ή διοικητικής αρχής προς θεμελίωσιν ή υπεράσπισιν δικαιωμάτων του. Αι δασικαί υπηρεσίαι δύνανται να αρνηθούν την χορήγησιν φωτογραφιών ή αντιγράφων χαρτών, εφ’ όσον συντρέχει λόγος αναγόμενος εις την ασφάλειαν της Χώρας. 8.Ανά πενταετίαν μετά την τελείωσιν της διαδικασίας χαρτογραφήσεως γίνεται έλεγχος προς συμπλήρωσιν του χάρτου δια των τυχόν νέων εκτάσεων αι οποίαι κατόπιν φυσικής αναγεννήσεως ή αναδασώσεως απέκτησαν δασικόν χαρακτήρα, ως και προς διαπίστωσιν τυχόν αλλοιώσεων ή μεταβολών εντός αυτού. Εμφανή και αδιαμφισβήτητα λάθη του δασικού χάρτου είναι δυνατόν να διορθωθούν μόνον εντός διετίας από της κυρώσεώς του υπό του Υπουργού Γεωργίας μετά σύμφωνον γνώμην του Τεχνικού Συμβουλίου Δασών. Δασολόγιον Άρθρ.13.-1.Παρά τη Κεντρική Δασική Υπηρεσία τηρείται γενικόν δασολόγιον εις το οποίον καταχωρούνται, κεχωρισμένως κατά νομούς, τα εμφαινόμενα εις τους δασικούς χάρτας δάση και δασικαί εκτάσεις, προσδιοριζόμεναι δια των γνωστών τοπωνυμιών, ως επίσης τα διακριβωθέντα όρια και η εις στρέμματα συνολικής έκτασις τούτων. Εις το δασολόγιον σημειούνται επίσης τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της δασικής βλαστήσεως εκάστης περιοχής (κατηγορίαι δασών, είδος βλαστήσεως, πυκνότης, ηλικία ή άλλαι προσδιοριστικαί λεπτομέρειαι). Εις εκάστην μερίδα σημειούνται οι συνταχθέντες χάρται και αι ληφθείσαι δια την περιοχήν φωτογραφίαι μετά των στοιχείων αυτών, ως και αι κατά την παρ. 8 του προηγουμένου άρθρου συμπληρώσεις ή μεταβολαί των δασολογικών χαρτών. Εις το δασολόγιον καταχωρίζονται ιδιαιτέρως αι εις εκάστην περιφέρειαν κηρυχθείσαι ή εφεξής κηρυσσόμεναι αναδασωτέαι εκτάσεις. Επίσης σημειούνται εις το περιθώριον εκάστης υφισταμένης μερίδος δάσους ή δασικής εκτάσεως αι εν σχέσει προς ταύτην κηρυσσόμεναι ως αναδασωτέαι εκτάσεις λόγω καταστροφής ή αποψιλώσεως της δασικής βλαστήσεως. 2.Παρ’ εκάστω δασαρχείω τηρείται τοπικόν δασολόγιον δια τα εις την περιφέρειαν αυτού ευρισκόμενα δάση και τας δασικάς εκτάσεις μετά των κατά την παρ. 1 στοιχείων, ενημερουμένων εκάστοτε υπό της κεντρικής υπηρεσίας. 3.Δια π.δ/τος εκδιδομένου προτάσει των Υπουργών Προεδρίας Κυβερνήσεως, Εθνικής Αμύνης και Γεωργίας καθορίζονται: α)τα του προσωπικού της οργανώσεως και του εξοπλισμού των συνεργείων φωτογραφήσεως και χαρτογραφήσεως των δασών και δασικών εκτάσεων, β)η οργάνωσις της υπηρεσίας καταρτίσεως και τηρήσεως του γενικού δασολογίου, ως και τα της τηρήσεως των τοπικών δασολογίων υπό των κατά τόπους δασαρχείων, γ)ο τρόπος και αι λεπτομέρειαι λήψεως, εκτυπώσεως και φυλάξεως των φωτογραφιών ως και συντάξεως, εκτυπώσεως και αρχειοθετήσεως των δασικών χαρτών, δ)η ασφάλεια των παραγομένων πάσης φύσεως φωτογραφικών και χαρτογραφικών υλικών εις τα οποία περιέχονται οχυραί θέσεις, αμυντικαί περιοχαί ή άλλαι εγκαταστάσεις του Υπουργείου Εθνικής Αμύνης, ε)αι λεπτομέρειαι καταρτίσεως και τηρήσεως του γενικού δασολογίου, ως και χρησιμοποιήσεως των στοιχείων αυτού ή παροχής τούτων εις πάντα ενδιαφερόμενον. Προσωρινή επίλυσις αμφισβητήσεων Άρθρ.14.-1.Εάν δεν έχει καταρτισθή εισέτι δασολόγιον, ο χαρακτηρισμός περιοχής τινός ή τμήματος της επιφανείας της γης ως δάσους ή δασικής εκτάσεως και ο καθορισμός των ορίων τούτων δια την εφαρμογήν των διατάξεων του παρόντος νόμου, ως και ο προσδιορισμός της κατηγορίας εις ην ανήκει δάσος ή δασική έκτασις κα(Μετά τη σελ. 456,406) Σελ. 456,407 Τεύχος 718-Σελ. 31 Δασικός Κώδικας 17.Ζ.α.54 τα τας εν άρθρ. 4 διακρίσεις, ενεργείται κατ’ αίτησιν οιουδήποτε έχοντος έννομον συμφέρον ή και αυτεπαγγέλτως δια πράξεως του κατά τόπον αρμοδίου δασάρχου. 2.Η κατά την προηγουμένην παράγραφον πράξις, ερειδομένη επί σχετικής εισηγήσεως αρμοδίου δασολόγου και των τυχόν υφισταμένων στοιχείων φωτογραφήσεως και χαρτογραφήσεως της περιοχής ή παντός ετέρου σχετικού στοιχείου, δέον να είναι προσηκόντως ητιολογημένη δι’ αναφοράς εις την μορφολογίαν του εδάφους, το είδος, την σύνθεσιν, την έκτασιν της βλαστήσεως και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά αυτής, τας τυχόν επελθούσας προσφάτους αλλοιώσεις ή καταστροφάς, ως και εις παν έτερον χρήσιμον στοιχείον προς χαρακτηρισμόν της εκτάσεως. Η πράξις αύτη κοινοποιείται εις τον υποβαλόντα την σχετικήν αίτησιν ιδιώτην ή νομικόν πρόσωπον ή δημοσίαν υπηρεσίαν, αποστέλλεται δε εις τον οικείον δήμον ή κοινότητα και εκτίθεται επί ένα μήνα μερίμνη του δημάρχου ή προέδρου της κοινότητος εις το δημοτικόν ή κοινοτικόν κατάστημα. Ανακοίνωσις περί της συντάξεως της ως άνω πράξεως και της αποστολής αυτής εις τον οικείον δήμον ή κοινότητα, μετά περιλήψεως του περιεχομένου της δημοσιεύεται εις δύο τουλάχιστον τοπικάς εφημερίδας ή εις μίαν τοπικήν και μίαν εφημερίδα των Αθηνών ή της Θεσσαλονίκης. 3.Κατά της πράξεως του δασάρχου περί ης αι προηγούμεναι παράγραφοι, επιτρέπονται αντιρρήσεις του νομάρχου, ως και παντός έχοντος έννομον συμφέρον φυσικού ή νομικού προσώπου, εντός δύο μηνών από της κατά τα ανωτέρω προς αυτό κοινοποιήσεως, ή εφ’ όσον δεν συντρέχει περίπτωσις κοινοποιήσεως, από της τελευταίας των κατά την προηγουμένην παράγραφον δημοσιεύσεων, ενώπιον της κατά το άρθρ. 10 παρ. 3 επιτροπής του νομού, εις ον ευρίσκεται η υπό αμφισβήτησιν έκτασις ή το μεγαλύτερον τμήμα αυτής. Η επιτροπή, ως και η δευτεροβάθμιος τοιαύτη, λαμβάνουσα υπ’ όψιν τον σχετικόν φάκελλον και τας προτάσεις του ενδιαφερομένου ως άνω ιδιώτου, νομικού προσώπου ή δημοσίας υπηρεσίας, δυναμένη δε και να διενεργήση αυτοψίαν προς μόρφωσιν ασφαλεστέρας γνώμης περί της υφισταμένης εν τη περιοχή καταστάσεως, αποφαίνεται ητιολογημένως εντός τριμήνου προθεσμίας από της υποβολής των αντιρρήσεων. Σελ. 456,408 Τεύχος 718-Σελ. 32 4.Αι κατά την προηγουμένην παράγραφον αποφάσεις των επιτροπών, δι’ ων χαρακτηρίζονται περιοχαί τινες ή τμήμα αυτών ως δάση ή δασικαί εκτάσεις, λαμβάνονται υποχρεωτικώς υπ’ όψιν κατά την μεταγενεστέραν χαρτογράφησιν και την σύνταξιν του δασολογίου της περιοχής ή κατά την συμπλήρωσιν αυτού, συμφώνως προς τα εν άρθρ. 12 και 13 οριζόμενα. Δασικαί οδοί Άρθρ.15.-1.Δασικαί οδοί είναι αι κατασκευαζόμεναι εντός ή εις τας παρυφάς δασών ή δασικών εκτάσεων και εξυπηρετούσαι την προστασίαν και εκμετάλλευσιν τούτων, ή την πρόσβασιν προς υφισταμένας τεχνικάς εγκαταστάσεις ή αισθητικά τοπία, ή την εκτέλεσιν και συντήρησιν δασικών έργων ή τας μεταφοράς δασικών προϊόντων και μη συμπίπτουσαι μετά του εθνικού, επαρχιακού ή κοινοτικού οδικού δικτύου της Χώρας. 2.Ιδιοκτήται ιδιωτικών δασών και δασικών εκτάσεων, ως και οι διακάτοχοι δημοσίων δασών και δασικών εκτάσεων, υποχρεούνται να επιτρέπουν την δια μέσω τούτων διάνοιξιν δασικών οδών, εφ’ όσον αύται κατασκευάζονται επί τη βάσει του εγκεκριμένου προγράμματος δασικής οδοποιΐας. Οι εν λόγω ιδιοκτήται ή διακάτοχοι δύνανται να προβαίνουν εις την διάνοιξιν δασικών οδών εντός των ιδιοκτησιών ή των διακατεχομένων εκτάσεων μόνον κατόπιν αδείας του διευθυντού δασών του νομού, εκδιδομένης μετ’ εισήγησιν του αρμοδίου δασάρχου, δια την εξυπηρέτησιν τινός εκ των εν παρ. 1 σκοπών. 17.Ζ.α.54 Δασικός Κώδικας 3.Κύριος ή διακάτοχος εδάφους, δια μέσου του οποίου καθίσταται αναγκαία η διάνοιξις προσωρινής δασικής οδού προς διευκόλυνσιν μεταφοράς δασικών προϊόντων εξ υπερκειμένων ή παρακειμένων δασών, υποχρεούται να αφήση ελευθέραν την διάνοιξιν ταύτην κατά τους όρους τους τιθεμένους υπό της δασικής αρχής, δικαιούμενος εις πλήρη αποζημίωσιν εκ μέρους του κυρίου ή κατόχου των προϊόντων ή του μεταφέροντος ταύτα δια πάσαν θετικήν ζημίαν προσγινομένην ες αυτόν εκ της διανοίξεως της ρηθείσης προσωρινής δασικής οδού. Εν διαφωνία, τα της αποζημιώσεως καθορίζονται υπό του αρμοδίου ειρηνοδικείου. 4.Δασικαί οδοί, των οποίων η διαδρομή συμπίπτει εν όλω ή εν μέρει προς την διαδρομήν εθνικών ή επαρχιακών ή κοινοτικών οδών, διέπονται από τας περί κατασκευής και συντηρήσεως των τελευταίων τούτων διατάξεις. Είναι πάντως δυνατή, κατόπιν κοινής αποφάσεως των Υπουργών Δημοσίων Έργων και Γεωργίας, η ανάθεσις της κατασκευής ή συντηρήσεως και ανακαινίσεως των οδών τούτων εις την δασικήν υπηρεσίαν. 5.Η διάνοιξις δασικών οδών διερχομένων δια μέσου ή εις τας παρυφάς ανεγνωρισμένων αρχαιολογικών χώρων είναι δυνατή μόνον κατόπιν εγκρίσεως του Υπουργού Πολιτισμού και Επιστημών, διδομένης μετά γνώμην του Κεντρικού Αρχαιολογικού Συμβουλίου και κατά τους όρους ταύτης. 6.Ο προγραμματισμός, η μελέτη, η κατασκευή και συντήρησις των δασικών οδών ενεργούνται κατά τα εις το επόμενον άρθρον γενικώς περί των λοιπών δασικών έργων οριζόμενα. Ειδικά δασοτεχνικά έργα Άρθρ.16.-1.Αι αρμόδιαι υπηρεσίαι δασοτεχνικών έργων μεριμνούν δια την κατασκευήν των πάσης φύσεως τεχνικών έργων και την εκτέλεσιν των πάσης φύσεως εργασιών προστασίας και αναπτύξεως των δασών και δασικών εκτάσεων. Ειδικώτερον εις την αρμοδιότητα των ως άνω υπηρεσιών ανήκει ο προγραμματισμός, η μελέτη και εκτέλεσις των έργων και εργασιών της δασικής οδοποιΐας, ως αύτη ορίζεται εν άρθρ. 15, των δασικών μεταφορικών εγκαταστάσεων και δασικών κτιρίων, της δασοτεχνικής διευθετήσεως χειμάρρων και των προστατευτικών αναδασώσεων, βελτιώσεως ορεινών βοσκοτόπων, τοποθετήσεως πινακίδων, κατασκευής υδατοδεξαμενών και υδραγωγών, ως και συντηρήσεως ή επισκευής των εν γένει τεχνικών έργων και εγκαταστάσεων. Ο Υπουργός Γεωργίας δύναται δι’ αποφάσεώς του δημοσιευομένης εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως να αναθέτει εις τας ως άνω υπηρεσίας δασοτεχνικών έργων και παν έτερον έργον αναφερόμενον εις την προστασίαν ή ανάπτυξιν των δασών, ανήκον ες την αρμοδιότητα ετέρων υπηρεσιών του Υπουργείου Γεωργίας. Ομοίως, δια κοινών αποφάσεων του Υπουργού Γεωργίας και του κατά περίπτωσιν αρμοδίου Υπουργού δύναται να ανατίθενται εις τας ως άνω δασοτεχνικάς υπηρεσίας και έτερα έργα υπαγόμενα εις την αρμοδιότητα άλλων Υπουργείων. 2.Εις τα δημόσια δάση και δασικάς εκτάσεις, τα κατά την προηγουμένην παράγραφον έργα εκτελούνται επί τη βάσει πενταετούς προγράμματος καταρτιζομένου υπό της δασικής υπηρεσίας, δι’ ένα έκαστον νομόν ή πλείονας συνορεύοντας νομούς και καθορίζοντος την ιεράρχησιν τούτων από πλευράς σπουδαιότητος και επείγοντος. Τα εν λόγω πενταετή προγράμματα εγκρίνονται υπό του Υπουργού Γεωργίας μετά γνώμην του Τεχνικού Συμβουλίου Δασών, εις ο μετέχει μετά ψήφου δια την επ’ αυτών συζήτησιν και ο Γενικός Διευθυντής Εγγείων Βελτιώσεων. Αι δια τα έργα ταύτα αναγκαιούσαι μελέται συντάσσονται είτε απ’ ευθείας υπό της δασικής υπηρεσίας είτε κατόπιν αναθέσεως κατά τας περί εκπονήσεως μελετών του Δημοσίου διατάξεις. Τα έργα δασοτεχνικής διευθετήσεως χειμάρρων και βελτιώσεως των ορεινών εδαφών, άτινα έχουν άμεσον σχέσιν με αντίστοιχα πεδινά εγγειοβελτιωτικά έργα ή άλλα μεγάλα δημόσια έργα (αεροδρόμια, τεχνηταί λίμναι, φράγματα, διάνοιξιν εθνικών οδών κλπ.), εντάσσονται κατά προτεραιότητα εις τα ως άνω πενταετή προγράμματα. Αι δαπάναι εκτελέσεως των ως άνω έργων δύναται να βαρύνουν εν όλω ή εν μέρει τους προϋπολογισμούς των αντιστοίχων εγγειοβελτιωτικών ή υδροηλεκτρικών ή άλλων δημοσίων έργων κατόπιν κοινής αποφάσεως των Υπουργών Συντονισμού και Γεωργίας, ως και του κατά περίπτωσιν ως εκ του αντικειμένου του δημοσίου έργου αρμοδίου Υπουργού. 3.Τα κατά την παρ. 1 δασικά έργα και εργασίαι εκτελούνται προκειμένου περί δημοσίων δασών και δασικών εκτάσεων παρά της δασικής υπηρεσίας είτε δι’ αυτεπιστασίας είτε δι’ εργολαβίας, μετ’ απόφασιν του Υπουργού Γεωργίας ή του οικείου νομάρχου. Δια π.δ/τος εκδιδομένου προτάσει του Υπουργού Γεωργίας καθορίζονται ειδικώτερον και κατά παρέκκλισιν από πάσης άλλης διατάξεως αφορώσης γενικώς εις τα δημόσια έργα, τα της χρηματοδοτήσεως αυτών και διαχειρίσεως των σχετικών πιστώσεων, αι κατηγορίαι, κατά είδος ή ύψος απαιτουμένης δαπάνης, των δι’ αυτεπιστασίας εκτελουμένων έργων, ως και των έργων ων η εκτέλεσις είναι δυνατή άνευ διαγωνισμού, τα της προκηρύξεως, διενεργείας και εκτελέσεως των σχετικών διαγωνισμών, τα της επιβλέψεως και παραλαβής, τα του τρόπου συντηρήσεως των ως είρηται έργων, καθώς και πάσα άλλη λεπτομέρεια σχετική προς την εκτέλεσιν των δασοτεχνικών έργων. 4.Εις τα ιδιωτικά ή διακατεχόμενα δάση και δασικάς εκτάσεις τα αναγκαία προστατευτικά τεχνικά έργα πραγματοποιούνται υποχρεωτικώς υπό των ιδιοκτητών ή διακατόχων συμφώνως προς τας εγκεκριμένας δασοπονικάς μελέτας ή σχέδια και τα σχετικά προγράμματα της δασικής υπηρεσίας. Δια την αντιμετώπισιν των δαπανών των έργων τούτων, οι ιδιοκτήται ή διακάτοχοι επιδοτούνται υπότου Κράτους μέχρι ποσοστού 100% της (Μετά τη σελ. 456,408) Σελ. 456,409 Τεύχος 718-Σελ. 33 Δασικός Κώδικας 17.Ζ.α.54 πραγματοποιουμένης δαπάνης. Εν αδυναμία ή αρνήσει των ιδιοκτητών ή διακατόχων, τα ανωτέρω αναγκαία προστατευτικά έργα, εκτελούνται μερίμνη της δασικής υπηρεσίας, οι δε ιδιοκτήται ή διακάτοχοι υποχρεούνται να εξασφαλίζουν ακόλυτον την διακίνησιν των συνεργείων, μηχανημάτων και υλικών και να μεριμνούν δια την διατήρησιν των εκτελουμένων έργων και ιδιαιτέρως δια την διαφύλαξιν και ανάπτυξιν των φυτευομένων δενδρυλλίων. Το ήμισυ της δαπάνης δια την εκτέλεσιν των ως άνω έργων υπό της δασικής υπηρεσίας καταλογίζεται εις βάρος των ιδιοκτητών ή διακατόχων και εισπράττεται τμηματικώς εντός τετραετίας ως δημόσιον έσοδον, πλην αν πρόκειται περί δασών ή δασικών εκτάσεων μη αποφερόντων αποδεδειγμένως έσοδα εκ της εκμεταλλεύσεως αυτών επαρκή δια την αντιμετώπισιν των ετησίων δόσεων της ως άνω δαπάνης, οπότε η δαπάνη καλύπτεται συνολικώς υπό του Δημοσίου. Ανανέωσις και βελτίωσις δασών Άρθρ.17.-1.Κατά την άσκησιν της δασοπονίας και την εν γένει διαχείρισιν των δημοσίων δασών, ως και κατά την εφαρμογήν της δασοπολιτικής επιτηρήσεως του Κράτους επί των ιδιωτικών δασών, λαμβάνεται υποχρεωτικώς πρόνοια ανανεώσεως και βελτιώσεως αυτών δι’ αναγεννητικών και αναγωγικών υλοτομιών εν συνδυασμώ με ενδεικνυομένας και επιτρεπομένας ενρητινώσεις ή επί μέρους αναδασώσεις, ώστε να εξασφαλίζεται, εν όψει και της φύσεως του εδάφους και του είδους της δασικής βλαστήσεως, η σπερμοφυής μορφή αυτών. 2.Εις τας δασικάς εκτάσεις και εις τα πρεμνοφυή δάση λαμβάνεται υποχρεωτικώς μέριμνα δια την ανανέωσιν και βελτίωσιν των δασικών συστάδων. 3.Αι κατά τας παρ. 1 και 2 υποχρεώσεις βαρύνουν: α)Το Δημόσιον, ως προς τα δημόσια και μη υπό τρίτων διακατεχόμενα δάση και δασικάς εκτάσεις, β)τους ιδιοκτήτας, ως προς τα αναγνωρισμένα ιδιωτικά δάση και δασικάς εκτάσεις, γ)τους διακατόχους, ως προς τα διακατεχόμενα δάση και δασικάς εκτάσεις του Δημοσίου. Αι υποχρεώσεις αύται ισχύουν ανεξαρτήτως της εκτάσεως εκάστης ιδιοκτησίας. 4.Άπαντες οι ιδιοκτήται ιδιωτικών δασών και δασικών εκτάσεων (δήμοι, κοινότητες, φυσικά ή νομικά πρόσωπα) υποχρεούνται να διαθέτουν κατ’ έτος μέχρι τα τριάκοντα επί τοις εκατόν των εκ της εκμεταλλεύσεως ή εκμισθώσεως αυτών καθαρών εσόδων δια την μερίμνη των ιδίων εκτέλεσιν δασικών έργων, διάνοιξιν οδών, φύτευσιν ή καλλιέργειαν ταχυαυξών ειδών, διενέργειαν αναδασώσεων, ως και βελτίωσιν ή επέκτασιν της δασικής βλαστήσεως επί της ιδιοκτησίας των. Η ως άνω διάταξις εφαρμόζεται αναλόγως και επί διακατεχομένων δασών ή δασικών εκτάσεων. Σελ. 456,410 Τεύχος 718-Σελ. 34 Οι μη συμμορφούμενοι εις την δια της παρούσης παραγράφου θεσπιζομένην υποχρέωσιν δεν θα τυγχάνουν επιδοτήσεως κατ’ άρθρ. 16 του παρόντος νόμου ουδέ των χορηγουμένων οικονομικών κινήτρων βάσει του Ν.Δ. 131/1974 και δεν θα δανειοδοτούνται υπό της Αγροτικής Τραπέζης της Ελλάδος. Η μη συμμόρφωσις του δασοκτήμονος βεβαιούται δι’ αποφάσεως του Νομαρχιακού Συμβουλίου Δασών, εκδιδομένης κατόπιν ητιολογημένης εισηγήσεως του αρμοδίου Δασάρχου και εγκρινομένης υπό του Νομάρχου. 5.Τα οικεία νομαρχιακά Ταμεία Γεωργίας, Κτηνοτροφίας και Δασών δύνανται να παρέχουν πιστώσεις προς εκτέλεσιν δασικών έργων και έργων αναδασώσεως ή βελτιώσεως και αναπτύξεως ιδιωτικών δασών ή δασικών εκτάσεων, προς ανάπτυξιν της δασικής παραγωγής αυτών ή διατήρησιν του αισθητικού ή προστατευτικού χαρακτήρος αυτών. Αι πιστώσεις αύται διέπονται υπό των διατάξεων του Ν.Δ. 131/1974 περί παροχής οικονομικών ενισχύσεων εις την γεωργικήν, κτηνοτροφικήν, δασικήν και αλιευτικήν παραγωγήν ως εκάστοτε ισχύουν. Επιτήρησις Άρθρ.2.-1.Τα δάση και αι δασικαί εν γένει εκτάσεις συνιστούν εθνικόν κεφάλαιον, η δε προστασία των αποτελεί υποχρέωσιν, τόσον των κρατικών οργάνων εν τη ασκήσει των αρμοδιοτήτων των, όσον και των πολιτών. 2.Ουδενός ιδιωτικού δικαιώματος ή άσκησις δύναται να ενεργείται κατά παραβίασιν της ως άνω υποχρεώσεως, πλην αν άλλως κατ’ εξαίρεσιν ορίζει ο νόμος και εντός των ορίων της εξαιρέσεως ταύτης. Έκτασις εφαρμογής Άρθρ.18.-1.Αι δασικαί αρχαί μεριμνούν δια την αδιάλειπτον και αποτελεσματικήν επιτήρησιν των δημοσίων δασών και δασικών εκτάσεων προς φύλαξιν αυτών εκ των κινδύνων πυρκαϊών, παρανόμων υλοτομιών, εκχερσώσεων και βοσκήσεων, την φύλαξιν των δασικών έργων, την προστασίαν της αγρίας πανίδος και την πρόληψιν δασικών αδικημάτων. Δια την φύλαξιν και προστασίαν των ιδιωτικών δασών και δασικών εκτάσεων μεριμνούν οι ιδιοκτήται τούτων, υπό την επίβλεψιν της δασικής υπηρεσίας. 2.Εις τα δάση και τας δασικάς εκτάσεις, εγκαθίστανται παρατηρητήρια ή φυλάκεια, εφοδιασμένα δι’ ενσυρμάτων ή ασυρμάτων τηλεφωνικών συσκευών επικοινωνίας μετά των πλησιεστέρων δασικών και αστυνομικών αρχών. 3.Αι δασικαί υπηρεσίαι εφοδιάζονται δι’ αυτοκινήτων οχημάτων επιβατικών, φορτηγών και πυροσβεστικών, ως επίσης δια προωθητήρων και άλλων αναγκαίων δια την εκτέλεσιν της αποστολής των μηχανημάτων και εργαλείων. 17.Ζ.α.54 Δασικός Κώδικας Προστασία Χλωρίδος και Πανίδος Άρθρ.19.-1.Τα υπό του παρόντος νόμου προβλεπόμενα ιδιαίτερα προστατευτικά μέτρα αφορούν και την εντός των δασών και των δασικών εκτάσεων αγρίαν πανίδα ως και την λοιπήν χλωρίδα. 2.Οι όροι των διεξαγομένων επί των υφισταμένων ειδών αγρίας πανίδoς και αυτοφυούς χλωρίδος ερευνών, τα ειδικώτερα μέτρα προστασίας τούτων και τα της συνεργασίας της δασικής υπηρεσίας μετά των υπηρεσιών προστασίας του περιβάλλοντος και άλλων ενδιαφερομένων δια τα ως άνω είδη υπηρεσιών ή νομικών προσώπων δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου (εκπαιδευτικών ιδρυμάτων, μουσείων κλπ.) καθορίζονται δια π.δ/τος, εκδιδομένου προτάσει των Υπουργών Συντονισμού και Γεωργίας. Πινακίδες Άρθρ.20.-1.Εντός των δασών και δασικών εκτάσεων ή εις τας παρυφάς ή τας εισόδους αυτών και εις επίκαιρα κατά την κρίσιν του οικείου δασάρχου σημεία, ως και εις παρακειμένας οδούς, παραλίας ή άλλας κοινής χρήσεως εκτάσεις τοποθετούνται υποχρεωτικώς πινακίδες: α)Ρυθμιστικαί, δια των οποίων απαγγέλλεται ή υπομιμνήσκεται απαγόρευσις ή υποχρέωσις και β)πληροφοριακαί, παρέχουσαι ενδείξεις περί υφισταμένων κινδύνων, κατευθύνσεων, τοπωνυμιών, αποστάσεων, υψομετρικής διαφοράς, χρησίμων εγκαταστάσεων κλπ. 2.Αι διαστάσεις, ο χρωματισμός, το ειδικώτερον περιεχόμενον και πάσα άλλη λεπτομέρεια δια την κατασκευήν και τοποθέτησιν των πινακίδων τούτων καθορίζονται δι’ αποφάσεων του Υπουργού Γεωργίας. Ανάπτυξις φιλοδασικού πνεύματος Άρθρ.21.-1.Το Υπουργείον Γεωργίας δύναται να προβαίνη δαπάναις του Κεντρικού Ταμείου Γεωργίας Κτηνοτροφίας και Δασών: α)Εις την σύνταξιν, εκτύπωσιν ή αγοράν προς πώλησιν ή δωρεάν διανομήν βιβλίων, περιοδικών, φυλλαδίων ή άλλων εντύπων αποσκοπούντων εις την διάδοσιν των γνώσεων περί τα δάση και την προστασίαν αυτών, την ανάπτυξιν της δασοπονίας και την ενίσχυσιν του φιλοδασικού πνεύματος. β)Εις την παροχήν βραβείων δια την εκπόνησιν μελετών αφορωσών εις την διαχείρισιν, προστασίαν και βελτίωσιν ή ανάπτυξιν των ελληνικών δασών ή την συμμετοχήν εις εκθέσεις ή την ανάπτυξιν υποδειγματικών δασικών φυτειών. γ)Εις την επιχορήγησιν εκπαιδευτικών ή κοινωφελών ιδρυμάτων δια την διενέργειαν ερευνών και την συντήρησιν του συλλεγομένου υλικού επί της εντός δασών και δασικών εκτάσεων αγρίας πανίδος και αυτοφυούς χλωρίδος. δ)Εις την επιχορήγησιν φιλοδασικών σωματείων δια την υπ’ αυτών διενέργειαν αναδασώσεων ή την συμβολήν των εις την προστασίαν του πρασίνου και εν γένει την εκπλήρωσιν των σκοπών των. ε)Εις την οργάνωσιν δασικών εκθέσεων. 2.Υπό των κατά τόπους δασαρχών ή των υπ’ αυτούς υπαλλήλων του δασολογικού κλάδου ενεργούνται κατ’ έτος εν συνεννοήσει μετά των αρμοδίων επιθεωρητών δημοτικής και μέσης εκπαιδεύσεως διαλέξεις και ομιλίαι μετά επιδείξεων ή πρακτικών ασκήσεων προς τους μαθητάς των σχολείων της περιφερείας των, αφορώσαι εις την προστασίαν των δασών και την ανάπτυξιν του φιλοδασικού πνεύματος. Αι διαλέξεις αύται δέον να καλύπτουν χρόνον τουλάχιστον δύο ωρών κατ’ έτος δι’ εκάστην τάξιν. 3.Τα ραδιοφωνικά και τηλεοπτικά μέσα ενημερώσεως, υποχρεούνται, όπως εις τα εβδομαδιαία προγράμματα αυτών συμπεριλαμβάνουν εκπομπάς σχετικάς με την ανάπτυξιν και προστασίαν της χλωρίδος και πανίδος. Δασικοί συνεταιρισμοί προστασίας Άρθρ.22.-1.Εάν εις περιοχήν χαρακτηρισθείσαν ως επικίνδυνον κατά το άρθρ. 25 του παρόντος περιλαμβάνονται ιδιωτικά δάση ή δασικαί εκτάσεις ή διακατεχόμενα δημόσια δάση ή δασικαί εκτάσεις, οι ιδιοκτήται αυτοτελών τμημάτων ή ιδανικών μεριδίων ή οι διακάτοχοι αυτών ενούνται υποχρεωτικώς εις ένα ή πλείονας αναγκαστικούς δασικούς συνεταιρισμούς προστασίας των ως άνω δασών ή δασικών εκτάσεων. Ομοίως εις τοιούτους αναγκαστικούς συνεταιρισμούς ενούνται υποχρεωτικώς οι ιδιοκτήται ιδιωτικών δασών ή δασικών εκτάσεων ευρισκομένων εντός περιοχής χαρακτηρισθείσης ως οικιστικής, κατά το άρθρ. 49 του παρόντος. 2.Σκοπός των ως άνω αναγκαστικών συνεταιρισμών είναι η από κοινού υπό των συνεταιρισμένων δασοκτημόνων ή διακατόχων: α)Εκτέλεσις των κατά το άρθρ. 16 προστατευτικών έργων, β) πραγματοποίησις των κατά τον παρόντα νόμον επιβαλλομένων αναδασώσεων, γ)άσκησις της δεούσης επιτηρήσεως και τήρησις της αναγκαίας καθαριότητος και δ)αντιμετώπισις των συναφών προς την διατήρησιν, βελτίωσιν και ανάπτυξιν της εντός των ιδιοκτησιών των δασικής βλαστήσεως προβλημάτων. 3.Οι αναγκαστικοί δασικοί συνεταιρισμοί προστασίας συνιστώνται, εφ’ όσον οι μεν ενούμενοι εις αυτούς ιδιοκτήται ή διακάτοχοι είναι πλείονες των επτά τα δε δάση ή δασικαί εκτάσεις, αι υπαγόμεναι εις την από κοινού προστασίαν, κείνται εντός της περιφερείας του αυτού δήμου ή κοινότητος ή εντός των συνορευουσών περιφερειών πλειόνων δήμων ή κοινοτήτων. Εάν εις την αυτήν ως άνω περιφέρειαν υφίσταται και λειτουργεί αναγκαστικός συνεταιρισμός δασοκτημόνων προς προαγωγήν της δασοπονίας των, προσκτάται και τον χαρακτήρα του δασικού συνεταιρισμού προστασίας κατά τα ανωτέρω. 4.Η σύστασις των ως άνω αναγκαστικών δασικών συνεταιρισμών ενεργείται δι’ αποφάσεως του οικείου νομάρχου καθοριζούσης την ονομασίαν, την έδραν και την περιοχήν του συνεταιρισμού. (Αντί για τη σελ. 456,411) Σελ. 456,411(α) Τεύχος ΙΑ-ΙΙ-Ι Σελ. 35 Δασικός Κώδικας 17.Ζ.α.54 Οι ούτω συνιστώμενοι αναγκαστικοί δασικοί συνεταιρισμοί είναι νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου δεν έχουν δε εμπορικήν ιδιότητα. 5.Δια π.δ/τος εκδιδομένου τη προτάσει του Υπουργού Γεωργίας καθορίζονται οι ειδικώτεροι όροι και η διαδικασία δια την σύστασιν, συγχώνευσιν και διάλυσιν των ως άνω αναγκαστικών δασικών συνεταιρισμών, τα του τρόπου διοικήσεως αυτών, το ύψος και ο τρόπος καταβολής των εισφορών των μελών, τα της εκλογής των οργάνων των, τα της εσωτερικής οργανώσεως και λειτουργίας των, τα της συμπαραστάσεως, βοηθείας και εποπτείας αυτών υπό του Υπουργείου Γεωργίας, τα του τρόπου της οικονομικής διαχειρίσεως και της ασκήσεως διαχειριστικού ελέγχου ως και πάσα ετέρα λεπτομέρεια αφορώσα εις την λειτουργίαν των εν λόγω δασικών συνεταιρισμών και την πραγμάτωσιν των σκοπών των. 6.Ιδιοκτήται δασών ή δασικών εκτάσεων ως και διακάτοχοι δημοσίων δασών ή ιδιωτικών εκτάσεων μη περιλαμβανομένων εις επικινδύνους περιοχάς δύναται να συνιστούν ή να μετέχουν εκουσίως εις δασικούς συνεταιρισμούς προστασίας. ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΤΕΤΑΡΤΟΝ Αντιμετώπισις πυρκαϊών Απαγορεύσεις Άρθρ.23.-1.Απαγορεύεται: α)Να ανάπτεται ή να διατηρήται πυρ προς οιονδήποτε σκοπόν εν υπαίθρω και εντός δασών ή δασικών εκτάσεων ή πλησίον αυτών και μέχρις αποστάσεως τριακοσίων μέτρων. Εξαιρετικώς επιτρέπεται η αφή πυράς από μεν 1ης Μαΐου μέχρι 31ης Οκτωβρίου εκάστου έτους κατόπιν αδείας της δασικής αρχής ή επί παρουσία οργάνου αυτής, κατά δε το υπόλοιπον χρονικόν διάστημα συμφώνως προς τους υπό των δασικών κανονισμών προβλεπομένους όρους. β)Να ανάπτεται ή να διατηρήται πυρ προς οιονδήποτε σκοπόν εντός οικιών, ξενοδοχείων, εργαστηρίων, καλυβών, ποιμνιοστασίων, σκηνών, αυλών και άλλων ενδιαιτημάτων ή περιφραγμένων ακαλύπτων χώρων ευρισκομένων εντός δασών ή δασικών εκτάσεων ή εις τριακοσίων μέτρων απόστασιν από των ορίων αυτών, χωρίς να λαμβάνωνται τα παρά των δασικών κανονισμών προβλεπόμενα μέτρα. γ)Να τοποθετούνται, φυλάσσωνται ή εγκαταλείπωνται εύφλεκτοι ύλαι ή άχρηστα είδη ή απορρίμματα εντός των δασών ή δασικών εκτάσεων και μέχρις αποστάσεως τριακοσίων μέτρων πλην των προς τούτο ωρισμένων υπό της δασικής αρχής ή κατόπιν αδείας ταύτης χώρων, τηρουμένων πάντοτε Σελ. 456,412(α) Τεύχος ΙΑ-ΙΙ-Ι Σελ. 36 δια την φύλαξιν ή την καύσιν τούτων των υπό των δασικών κανονισμών ή άλλων ειδικών διατάξεων επιβαλλομένων μέτρων ασφαλείας κατά της πυρκαϊάς. Απαγορεύεται ιδία η υπό των δήμων και κοινοτήτων δημιουργία χώρων απορρίψεως και καύσεως απορριμμάτων εντός δασών ή δασικών εκτάσεων και μέχρις αποστάσεως πεντακοσίων μέτρων από αυτών, εκτός αν διαπιστούται απόλυτος αδυναμία εξευρέσεως άλλου χώρου και πάντοτε κατόπιν αδείας του οικείου νομάρχου, εκδιδομένης μετά πρότασιν της δασικής υπηρεσίας και καθοριζούσης τον τόπον και τους όρους απορρίψεως και καύσεως των απορριμμάτων, ως και πάντα τα αναγκαία μέτρα δια την αποτροπήν μεταδόσεως του πυρός. δ)Η εντός δασών ή δασικών εκτάσεων ή μέχρις αποστάσεως εκατόν μέτρων από τούτων καύσις ανθρακοκαμίνων και ασβεστοκαμίνων, ως και η εγκατάστασις άλλου εργαστηρίου ή τεχνικού συγκροτήματος λειτουργούντος δια καυσίμου ύλης, άνευ αδείας του δασάρχου και συμφώνως προς τους όρους ταύτης. ε)Η εντός δασών και δασικών εκτάσεων θήρα δι’ όπλων εχόντων βύσμα εξ ύλης, εκ της οποίας δύναται να μεταδοθή το πυρ. ς)Η εντός δασών και δασικών εκτάσεων απόρριψις ανημμένων σιγαρρέτων εκ μέρους πεζών ή εποχουμένων αμαξών, αυτοκινήτων και σιδηροδρομικών συρμών. ζ)Το κάπνισμα των εντός κορμών δένδρων, μελισσών, ειμή κατά τα υπό των δασικών κανονισμών προβλεπόμενα. 2.Επίσης απαγορεύεται η από 1ης Μαΐου μέχρις 31ης Οκτωβρίου εκάστου έτους καύσις αγρών ή αγροτικών εκτάσεων ή χορτολιβαδικών εδαφών, εφ’ όσον ευρίσκονται εντός δασών ή δασικών εκτάσεων ή πλησίον αυτών ή δενδροστοιχίων και μέχρις αποστάσεως τριακοσίων μέτρων, άνευ αδείας του οικείου δασάρχου καθοριζούσης τον χρόνον και τας προϋποθέσεις πραγματοποιήσεως ταύτης και άνευ της τηρήσεως των εκ της ως άνω γειτνιάσεως και των κρατουσών καιρικών συνθηκών επιβαλλομένων μέτρων ασφαλείας, κατά τα ειδικώτερον υπό των δασικών κανονισμών προβλεπόμενα. 3.Οι παραβάται των ανωτέρω απαγορεύσεων πλην της ποινικής διώξεως εις ην υπόκεινται κατά τας διατάξεις του παρόντος νόμου, ευθύνονται αστικώς εις αποζημίωσιν κατά τας περί αδικοπραξιών διατάξεις. «4.Επίσης απαγορεύεται: α)Η απόρριψη αναμμένων σιγαρέττων εντός δασών, δασικών και χορτολιβαδικών εκτάσεων. β)Η απόρριψη αναμμένων σιγαρρέτων εκ των σιδηροδρομικών αμαξών και αυτοκινήτων εν γένει οχημάτων. Οι παραβάτες των διατάξεων της παραγράφου αυτής τιμωρούνται κατά τη διάταξη του άρθρ. 69 παρ. 1 του παρόντος νόμου ευθυνόμενοι σε περίπτωση πυρκαγιάς και αστικά σε αποζημίωση κατά τη διάταξη της προηγούμενης παραγράφου». Η παρ. 4 προστέθηκε από την παρ. 13 άρθρ. 38 Νόμ. 1845/25-26 Απρ. 1989 (ΦΕΚ Α΄ 102), κατωτ. αριθ.
  2. 17.Ζ.α.54 Δασικός Κώδικας Υποχρεώσεις οργανισμών κοινής ωφελείας και ιδιωτικών επιχειρήσεων Άρθρ.24.-1.Αι σιδηροδρομικαί υπηρεσίαι οφείλουν, να μεριμνούν τακτικώς δια την καθαριότητα της εντός δασών ή δασικών εκτάσεων ζώνης, δια της οποίας διέρχονται σιδηροδρομικαί γραμμαί, και την έγκαιρον αποκοπήν και αποκομιδήν των εντός αυτής αναπτυσσομένων ή ευρισκομένων δένδρων, θάμνων, φρυγάνων, ξηρών χόρτων κλπ., συμμορφούμεναι οπωσδήποτε εις τας υποδείξεις της δασικής υπηρεσίας. Η ως άνω ζώνη καταλαμβάνει πάσαν έκτασιν γης εκατέρωθεν των σιδηροτροχιών και εις απόστασιν μέχρι δέκα μέτρων υπολογιζομένων από της εξωτερικής τροχιάς της γραμμής. Εις την ζώνην ταύτην δύναται να φυτεύωνται καλλωπιστικά φυτά ή δένδρα μη υποκείμενα εις κίνδυνον πυρκαϊάς, κατά τας υποδείξεις της δασικής υπηρεσίας. 2.Το εκ της αποκαθάρσεως της ζώνης αποκομιζόμενον υλικόν, εάν είναι χρήσιμον προς καύσιν ή άλλην χρήσιν, παραδίδεται εις τον ιδιοκτήτην ή διακάτοχον του δάσους, ειδοποιούμενον μέσω της οικείας δασικής υπηρεσίας, εάν δε είναι άχρηστον ή εάν ουδείς προσέρχεται δια την παραλαβήν του κατά τα ανωτέρω, καταστρέφεται ή διατίθεται υπό της σιδηροδρομικής υπηρεσίας, αφού μεταφερθή εις ασφαλές δια την καταστροφήν ή διάθεσιν μέρος. 3.Αι σιδηροδρομικαί υπηρεσίαι υποχρεούνται να τοποθετούν εις τας καπνοδόχους ή τους σωλήνας εξατμίσεων των ατμοκινήτων σιδηροδρομικών μηχανών καταλλήλους συσκευάς δια την πρόληψιν εκτινάξεως σπινθήρων ή πυρακτωμένων μορίων ανθράκων ως και τεφροδόχων υπό τας εσχάρας των μηχανών. Επίσης υποχρεούνται να τοποθετούν εντός των αμαξών και των σταθμών, ως και εις επίκαιρα σημεία της εν παρ. 1 ζώνης πινακίδας, δια των οποίων να ειδοποιούνται οι επιβάται περί του κινδύνου πυρκαϊάς και να υπομιμνήσκωνται αι ποινικαί κυρώσεις δια την απόρριψιν ανημμένων σιγαρέττων ή ευφλέκτων υλών. Η υποχρέωσις αύτη βαρύνει και τους ιδιοκτήτας υπεραστικών και τουριστικών λεωφορείων. 4.Εφ’ όσον εις παρακειμένην δάσους ή δασικής εκτάσεως περιοχήν ευρίσκονται αεροδρόμια, σταθμοί αυτοκινήτων, βιομηχανίαι ή εγκαταστάσεις αποθηκεύσεως ευφλέκτων υλών, αι διοικήσεις τούτων υποχρεούνται να λαμβάνουν πέραν των εκ των πυροσβεστικών κανονισμών προβλεπομένων και παν μέτρον επιβαλλόμενον εκ των περιστάσεων δια την αποφυγήν μεταδόσεως πυρκαϊάς εις το παρακείμενον δάσος ή την δασικήν έκτασιν. Εις ην περίπτωσιν τα μέτρα ταύτα δεν ήθελον ληφθή οίκοθεν, ο νομάρχης δύναται τη προτάσει του οικείου δασάρχου να επιβάλη δια πράξεώς του την λήψιν τούτων. 5.Αι αυταί ως άνω υπηρεσίαι ή ιδιωτικαί επιχειρήσεις υποχρεούνται να διατηρούν τα απολύτως αναγκαία μέσα δια την άμεσον αντιμετώπισιν πυρκαϊάς του δάσους ή της δασικής εκτάσεως, η οποία ήθελεν εκδηλωθή εις την αμέσως γειτονικήν προς αυτάς περιοχήν. 6.Τα λεωφορεία, πούλμαν, αυτοκινητάμαξαι και οχήματα σιδηροδρομικών συρμών δέον να είναι εφωδιασμένα πλήρως δια τεφροδοχείων, υπεράνω των οποίων δέον να τίθενται και πινακίδες απαγορευτικαί της εκτός αυτών απορρίψεως των σιγαρέττων. Επικίνδυνοι περιοχαί Άρθρ.25.-1.Περιοχαί, αι οποίαι ως εκ της φύσεως και του είδους της εν αυταίς δασικής βλαστήσεως και των κρατουσών κλιματολογικών συνθηκών ή άλλων αιτίων, είναι ιδιαιτέρως εκτεθειμέναι και ευαίσθητοι εις πυρκαϊάς, κηρύσσονται επικίνδυνοι περιοχαί. 2.Ο ανωτέρω χαρακτηρισμός ενεργείται κατόπιν σχετικής εισηγήσεως των οικείων νομαρχών και της κεντρικής δασικής υπηρεσίας, ερειδομένης επί των κατά την προηγουμένην παράγραφον κριτηρίων και της συχνότητος ή εκτάσεως των κατά το παρελθόν εκραγεισών πυρκαϊών, δια π.δ/τος, εκδιδομένου τη προτάσει των Υπουργών Γεωργίας και Δημοσίας Τάξεως. 3.Η έκδοσις του κατά την προηγουμένην παράγραφον δ/τος συνεπάγεται υποχρεωτικώς την λήψιν των κατωτέρω μέτρων: α)Την εγκατάστασιν ειδικών δασοπυροσβεστικών μονάδων δια την κατάσβεσιν δασοπυρκαϊών εις την έδραν του νομού ή έτερα σημεία αυτού, οριζόμενα υπό του νομάρχου, από 1ης Μαΐου μέχρι 31ης Οκτωβρίου εκάστου έτους, κατά τα εις το άρθρ. 26 οριζόμενα. β)Την εγκατάστασιν, εις τα πλέον εγγύς ευρισκόμενα αεροδρόμια και εις επίκεντρον σημείον εν σχέσει προς πλείονας περιοχάς, μονάδων κατασβέσεως δασοπυρκαϊών από αέρος, κατά το αυτό ως άνω χρονικόν διάστημα, συμφώνως προς τα εν άρθρ. 27 οριζόμενα. γ)Την υπό της μετεωρολογικής υπηρεσίας ιδιαιτέραν παρακολούθησιν, κατά το αυτό ως άνω χρονικόν διάστημα, των καιρικών συνθηκών υπέρ τας επικινδύνους περιοχάς και την έκδοσιν ειδικού δελτίου προς ενημέρωσιν των οικείων νομαρχών, εις ας περιπτώσεις αύται κρίνονται ως συνάμεναι να ευνοήσουν την ανάπτυξιν ή διάδοσιν πυρκαϊάς. δ)Την υπό του Υπουργού Γεωργίας ή του οικείου νομάρχου έκδοσιν ειδικών κανονισμών ρυθμίσεως της διελεύσεως και παραμονής ιδιωτών εντός των δασών και δασικών εκτάσεων της επικινδύνου περιοχής, ως και την δυνατότητα λήψεως προληπτικών μέτρων επείγοντος χαρακτήρος δια την επάνδρωσιν παρατηρητηρίων, την επίβλεψιν των υπό του κοινού συχναζομένων χώρων και την πρόληψιν επαπειλουμένων εγκληματικών πράξεων κατά των δασών ή δασικών εκτάσεων. ε)Την υπό της οικείας δασικής αρχής, εν συνεργασία μετά των, κατά τόπους δημοτικών ή κοινοτικών αρχών, κατάρτισιν πίνακος των από 1ης Μαΐου μέχρι 31ης Οκτωβρίου εκάστου έτους δια(Μετά τη σελ. 456,412) Σελ. 456,413 Τεύχος 718-Σελ. 37 Δασικός Κώδικας 17.Ζ.α.54 μενόντων επί δεκαπενθήμερον και άνω εντός των δασών και δασικών εκτάσεων προσώπων, τα οποία υποχρεούνται να δηλώσουν εγγράφως και υπευθύνως προς την δασικήν υπηρεσίαν τον τόπον της διαμονής των, κατά τα ειδικώτερον υπό των δασικών κανονισμών οριζόμενα. ς)Την κατ’ απόλυτον προτεραιότητα εκτέλεσιν των υπό του προγράμματος δασικών έργων προβλεπομένων κατασκευών και εργασιών. ζ)Την σύστασιν αναγκαστικών δασικών συνεταιρισμών προς προστασίαν των υφισταμένων ιδιωτικών ή διακατεχομένων δασών ή δασικών εκτάσεων, κατά το άρθρ. 22 του παρόντος νόμου. Μονάδες κατασβέσεως δασοπυρκαϊών. Άρθρ.26.-1.Εις νομούς περιλαμβάνοντας επικινδύνους περιοχάς οργανούνται υπό της δασικής υπηρεσίας ειδκαί μονάδες κατασβέσεως δασοπυρκαϊών, εφοδιαζόμεναι δια των πλέον προσφόρων και αποτελεσματικών τεχνικών μέσων. Αι μονάδες αύται συγκροτούνται εξ υπαλλήλων της δασικής υπηρεσίας ειδικώς εκπαιδευομένων εις την αντιμετώπισιν δασοπυρκαϊών. 2.Το προσωπικόν των ειδικών μονάδων κατασβέσεως δασοπυρκαϊών συμμετέχει μετά των λοιπών δασικών υπηρεσιών εις την εκτέλεσιν εργασιών προστασίας και φυλάξεως των δασών και δασικών εκτάσεων και δη εις την διενέργειαν των φρυγανεύσεων, θαμνεύσεων, καθαρισμών, αραιώσεων, εκπρεμνώσεων, διανοίξεων αντιπυρικών ζωνών, την εγκατάστασιν και λειτουργίαν παρατηρητηρίων και υδατοδεξαμενών, ως και εις κοινάς ασκήσεις μετά του λοιπού προσωπικού της δασικής υπηρεσίας επί των τρόπων αντιμετωπίσεως πυρκαϊών και χρήσεως των διατιθεμένων μέσων κατασβέσεως του πυρός επί τη βάσει προγράμματος εγκρινομένου υπό του οικείου νομάρχου. 3.Δια π.δ/τος εκδιδομένου προτάσει του Υπουργού Προεδρίας Κυβερνήσεως, Γεωργίας και Δημοσίας Τάξεως καθορίζονται ειδικώτερον η οργάνωσις και ο τρόπος εκτελέσεως των καθηκόντων των ειδικών μονάδων κατασβέσεως δασοπυρκαϊών, ο αριθμός και η έδρα τούτων, τα της δημιουργίας δασοπυροσβεστικών σταθμών και της επανδρώσεως τούτων, η κατανομή των οργανικών θέσεων του προσωπικού της υπηρεσίας ταύτης, οι όροι διορισιμού ή εντάξεως εις τας οργανικάς θέσεις, τα της προσλήψεως βοηθητικού προσωπικού επί σχέσει ιδιωτικού δικαίου, τα της εκπαιδεύσεως και επιμορφώσεως του προσωπικού της εν λόγω υπηρεσίας, είτε εις Σελ. 456,414 Τεύχος 718-Σελ. 38 την ημεδαπήν με την συνεργασίαν του Πυροσβεστικού Σώματος, είτε εις την αλλοδαπήν, ως και παν έτερον θέμα αφορών εις την εν λόγω υπηρεσίαν και την κατάστασιν του προσωπικού της. 4.Δια κοινών αποφάσεων των Υπουργών Γεωργίας και Δημοσίας Τάξεως καθορίζονται τα της συνεργασίας και αμοιβαίας αρωγής της δασοπυροσβεστικής υπηρεσίας μετά του πυροσβεστικού σώματος. Μονάδες κατασβέσεως δασοπυρκαϊών από αέρος Άρθρ.3.-1.Ως δάσος νοείται πάσα έκτασις της επιφανείας του εδάφους, η οποία καλύπτεται εν όλω ή σποραδικώς υπό αγρίων ξυλωδών φυτών οιωνδήποτε διαστάσεων και ηλικίας, αποτελούντων ως εκ της μεταξύ των αποστάσεως και αλληλεπιδράσεως οργανικήν ενότητα, και η οποία δύναται να προσφέρη προϊόντα εκ των ως άνω φυτών εξαγόμενα ή να συμβάλη εις την διατήρησιν της φυσικής και βιολογικής ισορροπίας ή να εξυπηρετήση την διαβίωσιν του ανθρώπου εντός του φυσικού περιβάλλοντος. 2.Ως δασική έκτασις νοείται πάσα έκτασις της επιφανείας του εδάφους, καλυπτομένη υπό αραιάς ή πενιχράς, υψηλής ή θαμνώδους, ξυλώδους βλαστήσεως οιασδήποτε διαπλάσεως και δυναμένη να εξυπηρετήση μίαν ή περισσοτέρας των εν τη προηγουμένη παραγράφω λειτουργιών. 3.Εις τα δάση ή τας δασικάς εκτάσεις, αντιστοίχως, περιλαμβάνονται και αι εντός αυτών οιασδήποτε φύσεως ασκεπείς εκτάσεις, χορτολιβαδικαί ή μη, βραχώδεις εξάρσεις και γενικώς ακάλυπτοι χώροι, καθώς και αι υπεράνω δασών ή (Μετά τη σελ. 456,38(γ) Σελ. 456,39 Τεύχος 718-Σελ. 23 Δασικός Κώδικας 17.Ζ.α.53-54 δασικών εκτάσεων ασκεπείς κορυφαί ή αλπικαί ζώναι των ορέων και αι άβατοι κλιτύες αυτών. Τα δάση και αι δασικαί εκτάσεις δεν μεταβάλλουν τον, κατά τας ανωτέρω διατάξεις, χαρακτήρα αυτών και όταν ακόμη εντός αυτών υφίστανται μεμονωμένα ή εγκατεσπαρμένα καρποφόρα δένδρα ή συστάδες τοιούτων δένδρων. 4.Εις τας διατάξεις του παρόντος νόμου υπάγονται και αι εντός των πόλεων και των οικιστικών περιοχών ευρισκόμεναι εκτάσεις, αι οποίαι καλύπτονται υπό δασικής βλαστήσεως φυσικώς ή τεχνικώς δημιουργουμένης (πάρκα και άλση), ως και αι οπουδήποτε δημιουργούμεναι δενδροστοιχίαι ή δασικαί φυτείαι. 5.Εις τας διατάξεις του παρόντος νόμου υπάγονται και αι εκτάσεις εκείναι αι οποίαι κηρύσσονται ή έχουν ήδη κηρυχθή δια πράξεως της αρμοδίας διοικητικής αρχής ως δασωτέαι ή αναδασωτέαι. 6.Δεν υπάγονται οπωσδήποτε εις τας διατάξεις του παρόντος νόμου: α)Αι γεωργικώς καλλιεργούμεναι εκτάσεις, β)Αι χορτολιβαδικαί εκτάσεις, αι ευρισκόμεναι επί πεδινών εδαφών ή επί ανωμάλου εδάφους ή λόφων, εφ’ όσον δεν εμπίπτουν εις τας περιπτώσεις της παρ. 3 του παρόντος άρθρου ή δεν έχουν κηρυχθή ένεκα του προστατευτικού αυτών χαρακτήρος ή εξ άλλου λόγου δασωτέαι κατά τα εις το άρθρ. 38 του παρόντος νόμου οριζόμενα, γ)Αι βραχώδεις ή πετρώδεις εκτάσεις, αι ευρισκόμεναι επί των ως άνω πεδινών ή ανωμάλων ή λοφωδών εδαφών, δ)Αι αλυκαί, ε)Αι περιοχαί δια τας οποίας υφίστανται εγκεκριμένα έγκυρα σχέδια πόλεως ή καταλαμβάνονται υπό οικισμών προϋφισταμένων του έτους 1923 ή πρόκειται περί οικοδομησίμων εκτάσεων των οικιστικών περιοχών του Νόμ. 947/1979 και ς)Οι αρμοδίως χαρακτηρισθέντες ως αρχαιολογικοί χώροι και καθ’ ον χρόνον διαρκεί ο χαρακτηρισμός ως τοιούτων. Κατηγορίαι δασών και δασικών εκτάσεων Άρθρ.27.-1.Παρά τη πολεμική αεροπορία και εν συνεργασία μετά της Δασικής Υπηρεσίας του Υπουργείου Γεωργίας οργανούνται και λειτουργούν ειδικαί μονάδες κατασβέσεως δασοπυρκαϊών από αέρος. Αι μονάδες αύται, εφοδιαζόμεναι δι’ ειδικών τύπων αεροσκαφών και ελικοπτέρων, ως και του λοιπού αναγκαίου υλικού δια την αντιμετώπισιν των πυρκαϊών, εγκαθίστανται εις τα εγγύς των επικινδύνων περιοχών του άρθρ. 25 αεροδρόμια, εξυπηρετούμεναι υπό των υπηρεσιών εδάφους της πολεμικής αεροπορίας. 2.Ο τόπος εγκαταστάσεως και η εις διατιθέμενα μέσα δύναμις των μονάδων τούτων, τα της επανδρώσεως, προετοιμασίας και της καταστάσεως ετοιμότητος αυτών, τα της συνεργασίας των με τας δασικάς αρχάς και την πυροσβεστικήν υπηρεσίαν, τα του τρόπου επεμβάσεως και ενεργείας εις περίπτωσιν πυρκαϊάς, τα λαμβανόμενα μέτρα και τα όρια ασφαλείας καθορίζονται δια π.δ/τος εκδιδομένου προτάσει των Υπουργών Εθνικής Αμύνης, Δημοσίας Τάξεως και Γεωργίας. 3.Δι’ αποφάσεων του Αρχηγού Αεροπορίας ή των κατά τόπους αεροπορικών διοικητών ρυθμίζεται πάσα ετέρα λεπτομέρεια αναφερομένη εις την λειτουργίαν των ως άνω μονάδων και την απρόσκοπτον επιτέλεσιν του έργου των. 4.Δια π.δ/τος, εκδιδομένου τη προτάσει των Υπουργών Εθνικής Αμύνης, Γεωργίας και Συγκοινωνιών, επιτρέπεται να μεταφερθούν αι ως άνω μονάδες κατασβέσεως δασοπυρκαϊών εις την υπηρεσίαν Πολιτικής Αεροπορίας ή εις επί τούτω συνιστώμενον οργανισμόν. Εις την περίπτωσιν ταύτην τα εις την παρ. 2 οριζόμενα θέματα ρυθμίζονται δια π.δ/των εκδιδομένων τη προτάσει του Υπουργού Συγκοινωνιών και Γεωργίας. 17.Ζ.α.54 Δασικός Κώδικας Αρμοδιότητες δια την καταστολήν πυρκαϊών Άρθρ.28.-1.Αρμόδια όργανα δια την λήψιν των προσηκόντων μέτρων, την έκδοσιν των σχετικών διαταγών και την μέριμναν της ταχείας και ασφαλούς εκτελέσεώς των είναι: α)ο οικείος δασάρχης και τα υπ’ αυτόν όργανα της δασικής υπηρεσίας, β)αι κατά τόπους αρχαί της χωροφυλακής και αγροφυλακής, γ)αι δημοτικαί ή κοινοτικαί αρχαί της περιοχής εις ην εξερράγη πυρκαϊά, δ)οι σταθμοί ή υποσταθμοί της πυροσβεστικής υπηρεσίας, ε)αι ειδικαί μονάδες κατασβέσεως δασοπυρκαϊών από αέρος και ς)αι κατά τόπους στρατιωτικαί αρχαί. 2.Αι υπό στοιχ. α΄ έως και δ΄ αρχαί και τα όργανα αυτών, ευθύς ως αντιληφθούν την έναρξιν πυρκαϊάς, ή ειδοποιηθούν περί τούτου, έχουν υποχρέωσιν αυτεπαγγέλτου και αμέσου κινητοποιήσεως και επεμβάσεως προς καταστολήν αυτής δια της ιδίας αυτών ενεργείας και δια των υπ’ αυτών διατιθεμένων μέσων. Επίσης έχουν υποχρέωσιν αμέσου ενημερώσεως αλλήλων και του νομάρχου. 3.Η συνδρομή και επέμβασις των υπό στοιχ. ε΄ και ς΄ υπηρεσιών δύναται να ζητηθή υπό του νομάρχου ή, εις περίπτωσιν επείγοντος, υπό των εν παρ. 2 αρχών, υποχρεουμένων εις παροχήν πάσης χρησίμου πληροφορίας. 4.Την επέμβασιν των ανωτέρω αρχών και υπηρεσιών, τον βαθμόν κινητοποιήσεως, την δράσιν και την συνεργασίαν των προς κατάσβεσιν πυρκαϊάς κατευθύνει και συντονίζει, εφ’ όσον συντρέχει περίπτωσις, ο νομάρχης. Μέχρι της ενημερώσεως του νομάρχου και της υπ’ αυτού αναλήψεως της διευθύνσεως και συντονισμού των ενεργειών δια την αντιμετώπισιν της πυρκαϊάς, την ευθύνην αμέσου ενεργείας και εποπτείας των προσπαθειών δια την κατάσβεσιν αυτής έχει ο οικείος δασάρχης. Υποχρεώσεις αντιλαμβανομένων πυρκαϊάν Άρθρ.29.-1.Ο αντιλαμβανόμενος πυρκαϊάν εντός δάσους ή δασικής εκτάσεως, ή πυρκαϊάν εκδηλουμένην πλησίων τούτων, αλλά δυναμένην να επεκταθή εντός αυτών, οφείλει να καταβάλη πάσαν δυνατήν προσπάθειαν προς κατάσβεσιν ταύτης, εφ’ όσον δε ευρίσκεται εις αδυναμίαν να αντιμετωπίση την πυρκαϊάν μόνος, υποχρεούται να ειδοποιήση αμέσως τα πλησιέστερα προς τον τόπον της πυρκαϊάς άτομα, προς δε και την δασικήν ή την αστυνομικήν αρχήν, ή την πυροσβεστικήν υπηρεσίαν, ή τον δήμαρχον ή τον πρόεδρον της κοινότητος ή την τυχόν παρακειμένην στρατιωτικήν υπηρεσίαν. Την τελευταίαν ταύτην υποχρέωσιν ειδοποιήσεως μιάς των ως άνω αρχών ή υπηρεσιών έχουν και τα κατά τα ανωτέρω το πρώτον ειδοποιούμενα άτομα. 2.Τα όργανα μιάς των ως άνω αρχών και υπηρεσιών, λαμβάνοντα γνώσιν εξ ιδίας αντιλήψεως ή εκ της κατά την προηγουμένην παράγραφον ειδοποιήσεως περί της ενάρξεως πυρκαϊάς, υποχρεούνται εις άμεσον ενημέρωσιν των αμέσων κατά τόπους προϊσταμένων των και ειδοποίησιν των λοιπών ως άνω αρχών και υπηρεσιών. Ενέργειαι προς κατάσβεσιν πυρκαϊάς Άρθρ.30.-1.Ο δασάρχης και τα υπ’ αυτόν όργανα της δασικής υπηρεσίας, ευθύς ως λάβουν γνώσιν εκραγείσης πυρκαϊάς, σπεύδουν εις τον τόπον ένθα εξεδηλώθη αύτη, και επιλαμβάνονται της κατασβέσεως ταύτης δια των υπ’ αυτών διατιθεμένων μέσων. Την διεύθυνσιν των εργασιών δια τον εντοπισμόν και την κατάσβεσιν της πυρκαϊάς έχει ο δασάρχης ή ο αναπληρών τούτον υπάλληλος της δασικής υπηρεσίας μέχρι της ειδοποιήσεως και αφίξεως του νομάρχου. Ούτος κατευθύνει και συντονίζει και τας ενεργείας των παρεχόντων συνδρομήν ιδιωτών ή δημοσίων οργάνων, δίδων τας προς τούτο αναγκαίας οδηγίας. 2.Αι κατά τόπον μονάδες της πυροσβεστικής υπηρεσίας και τα όργανα της Χωροφυλακής και Αγροφυλακής υποχρεούνται εις άμεσον κινητοποίησιν και επέμβασιν προς καταστολήν της πυρκαϊάς, αναλόγως προς την έκτασιν ταύτης και τον παρουσιαζόμενον κίνδυνον, τιθέμεναι εις την διάθεσιν του οικείου δασάρχου. 3.Τη αιτήσει του δασάρχου ή του αναπληρούντος τούτον δασικού υπάλληλου δύναται να κινητοποιηθούν και άλλαι μονάδες της πυροσβεστικής υπηρεσίας και της Χωροφυλακής κατόπιν διαταγής των κατά τόπους διοικητών ή υποδιοικητών. 4.Εφ’ όσον η πυρκαϊά λαμβάνει διαστάσεις ή εμφανίζει κίνδυνον επεκτάσεως, αι επιληφθείσαι της κατασβέσεως αυτής υπηρεσίαι και αρχαί δύνανται να ζητήσουν την συνδρομήν της πλησιεστέρως στρατιωτικής διοικήσεως (στρατού, ναυτικού ή αεροπορίας) ή της τυχόν υφισταμένης λιμενικής αρχής. Αι στρατιωτικαί διοικήσεις υποχρεούνται και εις άμεσον αυτεπάγγελτον επέμβασιν προς καταστολήν πυρκαϊάς, εφ’ όσον αύτη εξερράγη εντός στρατιωτικής περιοχής ή εις δάσος ή δασικήν έκτασιν παρακειμένην στρατιωτικών χώρων ή εγκαταστάσεων, ειδοποιούσαι πάντως σχετικώς την δασικήν αρχήν και την πυροσβεστικήν υπηρεσίαν, εφ’ όσον συντρέχει περίπτωσις. 5.Αι στρατιωτικαί διοικήσεις, ευθύς ως λάβουν γνώσιν εκραγείσης πυρκαϊάς κατά τα ανωτέρω, οφίλουν να αποστείλουν το ταχύτερον εις τον τόπον αυτής διαθέσιμον δύναμιν εκ των ανδρών των, εφωδιασμένων δια των απαραιτήτων εργαλείων και μέσων. Η δύναμις αύτη καταφθάνουσα εις τον τόπον της πυρκαϊάς τίθεται εις την διάθεσιν του διευθύνοντος την κατάσβεσιν αυτής νομάρχου, δασάρχου ή αναπληρωτού αυτών υποχρεουμένη να συμμορφούται προς τας οδηγίας των. 6.Εφ’ όσον παρίσταται ανάγκη και ζητηθή υπό των επιληφθεισών της κατασβέσεως της πυρκαϊάς αρχών και υπηρεσιών, κινητοποιούνται και αι μονάδες κατασβέσεως δασοπυρκαϊών από αέρος, αποστέλλουσαι ανάλογον αριθμόν αεροσκαφών και ε(Αντί για τη σελ. 456,415(α) Σελ. 456,415(β) Τεύχος ΙΒ-8-3 Σελ. 39 Δασικός Κώδικας 17.Ζ.α.54 λικοπτέρων δια την επισήμανσιν και καταστολήν της πυρκαϊάς δια των υπ’ αυτών διατιθεμένων μέσων. Επίταξις μέσων και προσωπικών υπηρεσιών «Άρθρ.31.-1.Οι δήμαρχοι, οι πρόεδροι Κοινοτήτων και οι κάτοικοι των δήμων και κοινοτήτων, στην περιφέρεια των οποίων εξερράγη πυρκαγιά, υποχρεούνται, αμέσως, με την καθ’ οιονδήποτε τρόπο διαπίστωση ή αναγγελία εκδήλωσης πυρκαγιάς, να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους για την κατάσβεση αυτής σε συνεργασία με τις δασικές και λοιπές αρμόδιες για την κατάσβεση της πυρκαγιάς αρχές, όπως αυτές ορίζονται από το άρθρ. 28 του παρόντος. Την ίδια υποχρέωση έχουν και οι οδηγοί – χειριστές των οχημάτων της επόμενης παραγράφου. Οι αρνούμενοι με πρόθεση τη συνδρομή τους τιμωρούνται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Τα της οργανώσεως της προσφοράς των υπηρεσιών αυτών ρυθμίζονται με προεδρικό δ/γμα ύστερα από πρόταση των Υπουργών Γεωργίας και Εσωτερικών. 2.Οι κάτοχοι μηχανικών μέσων, που είναι κατάλληλα για την αντιμετώπιση πυρκαγιών, όπως μέσων μεταφοράς, υδροφόρων, χωματουργικών μηχανημάτων και άλλων υποχρεούνται να θέσουν αυτά μετά των χειριστών – οδηγών στους στη διάθεση των αρμοδίων αρχών, μόλις τους ζητηθεί με οποιονδήποτε τρόπο. Οι αρνούμενοι με πρόθεση τιμωρούνται με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών. 3.Πέραν των κατά τις προηγούμενες παραγράφους κυρώσεων, σε περίπτωση άρνησης παροχής προσωπικών υπηρεσιών ή διάθεσης μηχανικών μέσων, με απόφαση του νομάρχη ή του δασάρχη ή των εντεταλμένων από αυτούς οργάνων επιτάσσονται οι αναγκαίες προσωπικές υπηρεσίες και τα μηχανικά μέσα. 4.Όσοι κατά τα ανωτέρω προσφέρουν προσωπικές υπηρεσίες ή διαθέτουν μηχανικά μέσα αποζημιώνονται από τις δασικές υπηρεσίες μετά από αίτησή τους. Οι δαπάνες αυτές βαρύνουν τις πιστώσεις του Υπουργείου Γεωργίας, που προορίζονται για την προστασία των δασών. Με απόφαση του νομάρχη ρυθμίζεται το ύψος των οικονομικών αποζημιώσεων. Επίσης με απόφαση του νομάρχη δύναται να απονέμεται η ηθική αμοιβή της έκφρασης ευαρέσκειας σ’ αυτούς που προσέφεραν εξαιρετικές υπηρεσίες στις προσπάθειες κατάσβεσης της πυρκαγιάς». Το άρθρ. 31 αντικαταστάθηκε ως άνω από το άρθρ. 115 του νόμ. 1892/31-31 Ιουλ. 1990, ΦΕΚ Α΄ 101, κατωτ. αριθ.
  3. Σελ. 456,416(β) Τεύχος ΙΒ-8-3 Σελ. 40 Αμοιβαί Άρθρ.32.-1.Εις τους εθελοντικώς ή κατόπιν επιτάξεως μετασχόντας κατασβέσεως δασοπυρκαϊάς και επιδείξαντας ιδιαίτερον θάρρος και ικανότητα εις το έργον των και ως εκ τούτου συμβαλόντας σημαντικώς εις την κατάσβεσιν αυτής απονέμεται τιμητικόν δίπλωμα ή χρηματικόν βραβείον ή και αμφότερα. Αι λεπτομέρειαι απονομής τούτων και το ύψος του χρηματικού βραβείου κατά κατηγορίας περιπτώσεων και τα απαιτούμενα δικαιολογητικά καθορίζονται δι’ αποφάσεως του Υπουργού Γεωργίας. 2.Εις τους μετασχόντας προς κατάσβεσιν της πυρκαϊάς δασικούς υπαλλήλους ή εργάτας και τα όργανα της χωροφυλακής και αγροφυλακής χορηγείται, μετά πρότασιν του ανωτέρου κατά βαθμόν δασικού υπαλλήλου του διευθύναντος τας εργασίας κατασβέσεως της πυρκαϊάς, ειδική αποζημίωσις λόγω φθοράς ιματισμού και υποδήσεως, καθοριζομένη δι’ αποφάσεως των Υπουργών Οικονομικών και Γεωργίας και βαρύνουσα τον προϋπολογισμόν του Ταμείου Γεωργίας, Κτηνοτροφίας και Δασών. «Σε περίπτωση τραυματισμού ή θανάτου των μετεχόντων στη δασοπροστασία υπαλλήλων ή των εθελοντών πολιτών που μετέχουν στην κατάσβεση των δασικών πυρκαγιών, μπορεί να χορηγείται, είτε στους ίδιους είτε στα μέλη της οικογένειάς τους μέχρι δεύτερου βαθμού συγγενείας, ειδική αποζημίωση το ύψος της οποίας καθορίζεται, κατά περίπτωση, με απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Γεωργίας, σε βάρος του Προϋπολογισμού του Κεντρικού Ταμείου Γεωργίας, Κτηνοτροφίας και Δασών». Το μέσα στα « » δεύτερο εδάφιο προστέθηκε από την περίπτ. α΄ παρ. 12 άρθρ. 38 Νόμ. 1845/25-26 Απρ. 1989 (ΦΕΚ Α΄ 102), κατωτ. αριθ.
  4. 3.Ο Υπουργός Γεωργίας δύναται να καταβάλη ειδικήν αμοιβήν εις τους παρέχοντας θετικάς πληροφορίας δια την ανακάλυψιν των εμπρηστών ή υπαιτίων πυρκαϊών. Η αμοιβή αύτη προκηρύσσεται δημοσία δι’ αποφάσεως του Υπουργού Γεωργίας, καταβάλλεται δε μετά την ανακάλυψιν των δραστών. Τοιαύτη αμοιβή δύναται να εγκριθή υπό του Υπουργού Γεωργίας και καταβληθή και άνευ προηγουμένης προκηρύξεως. Εις τον προϋπολογισμόν του Υπουργείου Γεωργίας εγγράφεται κατ’ έτος ειδική και επαρκής πίστωσις δια την υλοποίησιν της παρούσης παραγράφου. 17.Ζ.α.54 Δασικός Κώδικας Επίπτωσις δαπανών Άρθρ.33.-1.Εφ’ όσον η πυρκαϊά εξερράγη εις ιδιωτικόν ή διακατεχόμενον δάσος ή δασικήν έκτασιν, διαπιστούται δε ητιολογημένως ότι η έναρξις ή επέκτασις αυτής ωφείλετο αποκλειστικώς ή κατά κύριον λόγον εις αδικαιολογήτους παραλείψεις των ιδιοκτητών ή διακατόχων, το ήμισυ των δαπανών δια τας κατά τα άρθρ. 31 παρ. 3 και 32 παρ. 2 αποζημιώσεις, μετά την εκκαθάρισιν και καταβολήν τούτων εις τους δικαιούχους, καταλογίζεται εις βάρος των ως άνω ιδιοκτητών ή διακατόχων και εισπράττεται ως έσοδον του Κεντρικού Ταμείου Γεωργίας, Κτηνοτροφίας και Δασών. 2.Το ως άνω ποσοστόν μειούται αναλόγως εφ’ όσον η πυρκαϊά εξερράγη ή επεξετάθη και εις δημόσιον δάσος ή δασικήν έκτασιν, της κατανομής γινομένης κατά λόγον της καταστραφείσης ιδιωτικής ή διακατεχομένης εκτάσεως εν σχέσει προς την δημοσίαν. 3.Εις ην περίπτωσιν εκ της κατά το άρθρ. 34 ερεύνης και ανακρίσεως ήθηλε προκύψει ότι η πυρκαϊά οφείλεται εις δόλον του ιδιοκτήτου ιδιωτικού δάσους ή δασικής εκτάσεως, ή του διακατόχου δημοσίου δάσους ή δασικής εκτάσεως, το κατά την παρ. 1 του παρόντος άρθρου καταλογιζόμενον, ποσόν καλύπτει υποχρεωτικώς το σύνολον των αυτόθι οριζομένων δαπανών, ως και την δαπάνην κινητοποιήσεως των λοιπών δημοσίων υπηρεσιών. 4.Εις περίπτωσιν, καθ’ ην η πυρκαϊά εξερράγη ή επεξετάθη εις περιοχήν ανήκουσαν εις την κυριότητα μελών δασικού συνεταιρισμού του άρθρ. 22 του παρόντος νόμου, τα κατά τας προηγουμένας παραγράφους ποσοστά των δαπανών καταλογίζονται εις βάρος του οικείου συνεταιρισμού και επιμερίζονται μεταξύ των μελών του κατά τας διεπούσας τούτον διατάξεις. 5.Ο κατά τα ανωτέρω καταλογισμός ενεργείται δια πράξεως του νομάρχου εκδιδομένης κατόπιν προτάσεως του οικείου δασάρχου. Ενέργειαι μετά την καταστολήν Άρθρ.34.-1.Την καταστολήν της πυρκαϊάς επακολουθεί φύλαξις της εκτάσεως, εις την οποίαν αύτη επεξετάθη, μέχρι ολοσχερούς κατασβέσεως δια την πρόληψιν αναζωπυρώσεως. 2.Ο δασάρχης ερευνά τα προκαλέσαντα την πυρκαϊάν αίτια, αναζητεί τους τυχόν υπευθύνους και συντάσσει έκθεσιν περί τούτων και της προκληθείσης ζημίας, την οποίαν υποβάλλει εις τον νομάρχην, την κεντρικήν δασικήν υπηρεσίαν και τον κατά τόπον αρμόδιον εισαγγελέα πλημμελειοδικών. 3.Ο δασάρχης και οι υπ’ αυτού εντεταμένη την εξακρίβωσιν των αιτίων και των υπευθύνων της πυρκαϊάς ενεργούν ως ανακριτικοί υπάλληλοι δικαιούμενοι να προβούν εις πάσαν ανακριτικήν πράξιν. 4.Μερίμνη του οικείου Νομάρχου και τη συνδρομή των αρμοδίων Υπηρεσιών τα καταστρεφόμενα δια πυρκαϊών δάση και δασικαί εκτάσεις αεροφωτογραφούνται, χαρτογραφούνται και κηρύσσονται αναδασωτέαι εντός τριών μηνών από της καταστροφής. Δι’ αποφάσεων του Υπουργού Γεωργίας καθορίζονται λεπτομερώς αι σχετικαί ενέργειαι. Μεταβιβάσεις καέντων δασών Άρθρ.35.-1.Ιδιωτικά δάση και δασικαί εκτάσεις ή μέρη τούτων καταστραφέντα από 11 Ιουν. 1975, ή καταστρεφόμενα εφεξής, εκ πυρκαϊάς δεν δύνανται να μεταβιβασθούν εν κατατμήσει, ουδέ κατ’ ιδανικά μερίδια, δια δικαιοπραξίας εν ζωή επί τριάκοντα έτη από της τοιαύτης καταστροφής των. Με την 87688/1916/29 Ιουν.- 4 Αυγ. 1987 (ΦΕΚ Β΄ 395) απόφ. Υπ. Γεωργίας ορίστηκαν τα εξής: «Από τις διατάξεις της παρ. 1 του άρθρ. 35 του Νόμ. 998/79 δεν απαγορεύεται η μεταβίβαση δάσους ή δασικής έκτασης, που καταστράφηκε εν όλω ή εν μέρει από πυρκαϊά, όταν η μεταβίβαση αφορά ολόκληρο το δάσος ή τη δασική έκταση και όχι τμήμα αυτού ή ιδανικό μερίδιο. Για τη μεταβίβαση ιδιωτικών δασών ή δασικών εκτάσεων ο αρμόδιος δασάρχης χορηγεί πιστοποιητικό αν το μεταβιβαζόμενο έχει καταστραφεί ή όχι από πυρκαϊά μετά τις 11.6.75 εν όλω ή εν μέρει. Στις περιπτώσεις που έχει καεί, το πιστοποιητικό θα συνοδεύεται και από σχεδιάγραμμα στο οποίο θα σημειώνεται μέσα στο όλο δάσος το μέρος εκείνο που έχει καταστραφεί από πυρκαϊά καθώς και την ημερομηνία καταστροφής του». 2.Εις τας δικαιοπραξίας εν ζωή περί μεταβιβάσεως ιδιωτικού δάσους ή δασικής εκτάσεως ολοκλήρου, μέρους τούτων ή ιδανικού μεριδίου, προσαρτάται πιστοποιήτικόν της αρμοδίας δασικής αρχής ότι το μεταβιβαζόμενον δεν κατεστράφη εκ πυρκαϊάς μετά την 11ην Ιουν. 1975 και εις πάσαν εφεξής περίπτωσιν κατά την τελευταίαν τριακονταετίαν από της 11ης Ιουλ. 1975, άλλως η δικαιοπραξία τυγχάνει άκυρος. «3.Οι διατάξεις των προηγούμενων παραγράφων του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται και επί προσυμφώνων μεταβίβασης ιδιωτικών δασών και δασικών εκτάσεων. 4.Συμβολαιογράφος που συντάσσει πράξη μεταβίβασης της κυριότητας επί δάσους ή δασικής έκτασης καθώς και προσύμφωνο με το αυτό αντικείμενο χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις της παρ. 2 του παρόντος άρθρου, καθώς και δια του συμβολαίου ή προσυμφώνου συμβαλλόμενοι και οι ενεργούντες ως πληρεξούσιοι τους τιμωρούνται με φυλάκιση τουλάχιστον 3 μηνών και χρη(Αντί για τη σελ. 456,417(α) Σελ. 456,417(β) Τεύχος 1260-Σελ. 43 Δασικός Κώδικας 17.Ζ.α.54 ματική ποινή τουλάχιστον 500.000 δραχμ., επιφυλασσομένων και των διατάξεων περί πειθαρχικής ευθύνης του συμβολαιογράφου». Οι παρ. 3 και 4 προστέθηκαν από την παρ. 4 άρθρ. 46 Νόμ. 2145/28-28 Μαΐου 1993 (ΦΕΚ Α΄ 88), Τόμ. 8, σελ. 84,
  5. Δασικοί κανονισμοί δια την αντιμετώπισιν πυρκαϊών Άρθρ.36.-Δι’ αποφάσεων του νομάρχου, εκδιδομένων κατόπιν προτάσεων των οικείων δασαρχών και δημοσιευομένων κατά τας διατάξεις του άρθρ. 3 του Νόμ. 301/1976, καθορίζονται: α)Τα χρονικά όρια, οι όροι και προϋποθέσεις δια την χορήγησιν των υπό του άρθρ. 23 προβλεπομένων αδειών, ως και δια την εντός των δασών ή δασικών εκτάσεων εκτέλεσιν των υπό του αυτού άρθρου προβλεπομένων εργασιών ή ενεργειών ή αφήν και διατήρησιν πυρός. β)Αι πρόσθετοι απαγορεύσεις και ειδικαί ρυθμίσεις αι αφορώσαι εις τας κατά το άρθρ. 25 επικινδύνους περιοχάς και ειδικώτερον εις την διέλευσιν και διαμονήν ιδιωτών εντός αυτών, την κυκλοφορίαν ή στάθμευσιν αυτοκινήτων, την αφήν ή χρήσιν πυράς, το κάπνισμα σιγαρέττων, την έκθεσιν ή εγκατάλειψιν ευφλέκτων υλών ή απορριμμάτων, την βοσκήν ή εγκατάστασιν ζώων, τας υποχρεώσεις των κατοίκων τυχόν παρακειμένων οικισμών και εν γένει παν αναγκαίον μέτρον δια την αποτροπήν κινδύνου πυρκαϊάς. γ)Αι ειδικώτεραι υποχρεώσεις των κατά το άρθρ. 24 υπηρεσιών και επιχειρήσεων δια την αποτροπήν κινδύνου μεταδόσεως πυρκαϊάς εις το παρακείμενον δάσος ή δασικήν έκτασιν ή την άμεσον αντιμετώπισιν πυρκαϊάς του παρακειμένου δάσους ή της δασικής εκτάσεως. δ)Τα της εκτελέσεως ασκήσεων ετοιμότητος και συνεργασίας μεταξύ των εν άρθρ. 28 αρχών και υπηρεσιών. ε)Τα της παροχής των αναγκαίων γνώσεων εις τους κατοίκους των εντός της επικινδύνου περιοχής πόλεων και χωρίων δια την αντιμετώπισιν πυρκαϊάς. Σελ. 456,418(β) Τεύχος 1260-Σελ. 44 ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΠΕΜΠΤΟΝ ΔΑΣΩΣΕΙΣ ΚΑΙ ΑΝΑΔΑΣΩΣΕΙΣ Έννοιαι Άρθρ.4.-1.Τα δάση και αι δασικαί εκτάσεις, δια την αποτελεσματικήν και διαρκή προστασίαν των, διακρίνονται αναλόγως προς την ωφελιμότητα και τας λειτουργίας τας οποίας εξυπηρετούν ως ακολούθως: α)Δάση και δασικαί εκτάσεις αι οποίαι παρουσιάζουν ιδιαίτερον επιστημονικόν, αισθητικόν, οικολογικόν, ή γεωμορφολογικόν ενδιαφέρον (εθνικοί δρυμοί, αισθητικά δάση, υγροβιότοποι, διατηρητέα μνημεία της φύσεως). Σελ. 456,40 Τεύχος 718-Σελ. 24 β)Δάση και δασικαί εκτάσεις, αι οποίαι ασκούν ιδιαιτέραν προστατευτικήν επίδρασιν επί των εδαφών και των υπογείων υδάτων, ως αι κείμεναι εντός λεκανών απορροής χειμάρρων, αι υπερκείμεναι πόλεων, χωρίων ή οικισμών, αι ασκούσαι προστασίαν επί παρακειμένων φυσικών ή πολιτιστικών μνημείων ή σημαντικών τεχνικών έργων (προστατευτικά δάση και δασικαί εκτάσεις). γ)Δάση και δασικαί εκτάσεις, αι οποίαι παρουσιάζουν ιδιαιτέραν σημασίαν από απόψεως παραγωγής δασικών προϊόντων ή άλλων αγαθών πρωτογενούς παραγωγής (εκμεταλλεύσιμα ή παραγωγικά δάση και δασικαί εκτάσεις). δ)Δάση και δασικαί εκτάσεις προσφερόμεναι δι’ αναψυχήν του πληθυσμού ή αποτελούσαι παράγοντα συνθηκών διαβιώσεως αυτού εν τη περιοχή ή της τουριστικής αναπτύξεως ταύτης (δάση και δασικαί εκτάσεις αναψυχής). ε)Τα δάση και αι δασικαί εκτάσεις, αι μη εμπίπτουσαι εις οιανδήποτε των κατηγοριών α΄ έως και δ΄. 2.Από της απόψεως της θέσεως των δασών και δασικών εκτάσεων εν σχέσει προς τους χώρους ανθρωπίνης εγκαταστάσεως και δραστηριότητος, διακρίνονται: α)Πάρκα και άλση εντός των πόλεων ή των οικιστικών περιοχών. β)Δάση και δασικαί εκτάσεις κείμεναι επί ζώνης πλάτους 1.000 μέτρων από της θαλάσσης, δι’ όλας τας παρακτίους περιοχάς της Χώρας (παραλιακά δάση), πεντακοσίων μέτρων γύρωθεν της όχθης των λιμνών (παραλίμνια δάση) και 200 μέτρων εκατέρωθεν της όχθης των ποταμών. γ)Δάση και δασικαί εκτάσεις κείμεναι εντός ζώνης πλάτους 1.000 μέτρων εκατέρωθεν των εθνικών οδών και 200 μέτρων εκατέρωθεν επαρχιακών οδών. δ)Δάση και δασικαί εκτάσεις κείμεναι εντός ή πέριξ τουριστικών περιοχών ή λουτροπόλεων και εις ακτίνα 3.000 μέτρων από του κέντρου τούτων. ε)Δάση και δασικαί εκτάσεις κείμεναι πέριξ αρχαιολογικών και ιστορικών χώρων ή μνημείων ή παραδοσιακών οικισμών και εις ακτίνα 3.000 μέτρων από του κέντρου τούτων. ς)Δάση και δασικαί εκτάσεις κείμεναι εντός βιομηχανικών ζωνών ή εις τας παρυφάς βιομηχανικών περιοχών και εντός ζώνης 1.000 μέτρων από της περιφερείας τούτων. ζ)Δάση και δασικαί εν γένει εκτάσεις κείμεναι εντός της περιφερείας του νομού Αττικής. 3.Δια π.δ/τος εκδιδομένου προτάσει του Υπουργού Γεωργίας είναι δυνατόν όπως: α)προσαυξάνονται αι εν τη παρ. 2 αποστάσεις μέχρι και του ημίσεος των αυτόθι προβλεπομένων ορίων εις ωρισμένας περιοχάς της Χώρας, β)προστίθενται και έτεροι νομοί εις την κατηγορίαν ζ΄ της παρ.
  6. 17.Ζ.α.54 Δασικός Κώδικας Καθορισμός αρμοδιοτήτων Άρθρ.37.-1.Ως αναδάσωσις νοείται η αναδημιουργία της καθ’ οιονδήποτε τρόπον καταστραφείσης ή σημαντικώς αραιωθείσης ή άλλως πως υποβαθμισθείσης δασικής βλαστήσεως, είτε δια της φυτεύσεως ή σποράς, είτε δια της διευκολύνσεως της φυσικής αναγεννήσεως, προς δημιουργίαν δάσους ή δασικής εκτάσεως. 2.Εν τη εννοία της αναδασώσεως περιλαμβάνεται και η το πρώτον ενεργουμένη δια σποράς ή φυτεύσεως δασικών φυτών δάσωσις ασκεπών εκτάσεων, αι οποίαι δεν έχουν ουδέ είχον εις το παρελθόν τον χαρακτήρα δάσους ή δασικής εκτάσεως. Υποχρεωτικαί αναδασώσεις Άρθρ.38.-1.Κηρύσσονται υποχρεωτικώς ως αναδασωτέα τα δάση και αι δασικαί εκτάσεις, ανεξαρτήτως της ειδικωτέρας κατηγορίας αυτών ή της θέσεως εις ην ευρίσκονται, εφ’ όσον ταύτα καταστρέφονται ή αποψιλούνται συνεπεία πυρκαϊάς ή παρανόμου υλοτομίας αυτών. Η αυτή υποχρέωσις υφίσταται και δια τα εκ των ως άνω αιτίων καταστραφέντα ή αποψιλωθέντα δάση και δασικάς εκτάσεις, ανεξαρτήτως του χρόνου της καταστροφής ή της αποψιλώσεως τούτων, εφ’ όσον, μέχρι της 11ης Ιουν. 1975, δεν είχον χρησιμοποιηθή δι’ έτερον σκοπόν, ώστε να καθίσταται αδύνατος η ανατροπή της εκ της χρησιμοποιήσεως ταύτης δημιουργηθείσης καταστάσεως. Η δια σποράς ή φυτεύσεως αναδάσωσις των κατά τα ανωτέρω καταστραφέντων δασών ή δασικών εκτάσεων, εφ’ όσον δεν προβλέπεται να γίνη φυσική αναγέννησις, δέον να ενεργήται εντός τριών το πολύ ετών από της κηρύξεως της εκτάσεως ως αναδασωτέας, ευθύνη των αρμοδίων δασικών οργάνων. 17.Ζ.α.54 Δασικός Κώδικας 2.Ωσαύτως κηρύσσονται υποχρεωτικώς ως αναδασωτέα εδάφη στερούμενα δασικής βλαστήσεως, ή των οποίων η δασική βλάστησις έχει καταστραφή ή σημαντικώς αραιωθή ή άλλως πως υποβαθμισθή εφ’ όσον: α)Ευρίσκονται εντός λεκανών απορροής χειμάρρων η δε ύπαρξις της δασικής βλαστήσεως επιβάλλεται δια προστατευτικούς ή υδρονομικούς σκοπούς. β)Υπέρκεινται πόλεων, χωρίων, οικισμών, αρχαιολογικών χώρων, φυσικών ή πολιτιστικών μνημείων ή σημαντικών τεχνικών έργων και έχουν προστατευτικόν δι’ αυτά χαρακτήρα. γ)Η κλίσις των προς τον ορίζονται υπερβαίνει τα 30% απειλείται δε η υπό των υδάτων απόπλυσίς των. δ)Η έλλειψις ή η μείωσις της δασικής βλαστήσεως επί αυτών δημιουργεί κίνδυνον διαβρώσεως του εδάφους ή της ισορροπίας του φυσικού περιβάλλοντος. 3.Δύναται να κηρυχθούν ως αναδασωτέαι εκτάσεις, εκτός των εις τας προηγουμένας παραγράφους του παρόντος άρθρου οριζομένων, εφ’ όσον τούτο επιβάλλεται: α)Εκ λόγων υγιεινής ή εξωραϊσμού του τοπίου. β)Προς συμπλήρωσιν ή ενοποίησιν δασών ή δασικών εκτάσεων. γ)Προς δημιουργίαν δασικών φυτειών. Για την υποχρεωτική αναδάσωση δασικών εκτάσεων από το Δημόσιο βλ. άρθρ. 120 Νόμ. 1892/31-31 Ιουν. 1990 (ΦΕΚ Α΄ 101), κατωτ. αριθ.
  7. Εκμίσθωσις δημοσίων εκτάσεων προς αναδάσωσιν Άρθρ.39.-1.Δημόσιαι δασικαί εκτάσεις των περιπτώσεων γ΄ έως και ε΄ της παρ. 1 του άρθρ. 4 του παρόντος, ή δημόσια χορτολιβαδικά ή άλλα εδάφη κηρυσσόμενα ως αναδασωτέα, δύνανται μετά σχετικήν γνωμοδότησιν του Τεχνικού Συμβουλίου Δασών να εκμισθούνται δια χρονικόν διάστημα μέχρι πεντήκοντα ετών εις νομικά ή φυσικά πρόσωπα δια την μερίμνη και δαπάναις τούτων δημιουργίαν δασικών φυτειών προς αποκλειστικήν δασοπονικήν εκμετάλλευσιν, απαγορευομένης ρητώς πάσης άλλης τοιαύτης. 2.Η εκμίσθωσις, ενεργείται κατόπιν δημοπρασίας δια συμβάσεως υπογραφομένης υπό του Υπουργού Γεωργίας, ή του υπό τούτου εξουσιοδοτουμένου, και του αναλαμβάνοντος την δημιουργίαν και την εκμετάλλευσιν της δασικής φυτείας ή δάσους και καθοριζούσης την διάρκειαν ταύτης, το μίσθωμα εις ποσοστόν επί του προϊόντος της εκμεταλλεύσεως της εκμισθουμένης εκτάσεως, τας υποχρεώσεις του μισθωτού τόσον δια την πραγματοποίησιν των αναδασώσεων όσον και δια την δασικήν εκμετάλλευσιν, ως και πάσαν άλλην αναγκαίαν λεπτομέρειαν. Δια προεδρικού διατάγματος εκδιδομένου τη προτάσει του Υπουργού Γεωργίας δύνανται να καθορίζωνται τα ειδικώτερα στοιχεία των ως άνω συμβάσεων ή και πρότυπα τοιούτων συμβάσεων. (Μετά τη σελ. 456,418(β) Σελ. 456,4181 Τεύχος 1260-Σελ. 45 Δασικός Κώδικας 17.Ζ.α.54 17.Ζ.α.54 Δασικός Κώδικας 3.Η κήρυξις των δια της ως άνω συμβάσεως παραχωρουμένων χορτολιβαδικών ή άλλων εδαφών ως αναδασωτέων ενεργείται εντός μηνός από της υπογραφής της συμβάσεως δεν δύναται δε να αρθή προ της λήξεως της μισθώσεως. Η μη πραγματοποίησις της αναδασώσεως κατά τους όρους της συμβάσεως συνεπάγεται υποχρεωτικώς καταγγελίαν ταύτης και έκπτωσιν του μισθωτού από παντός εκ ταύτης απορρέοντος δικαιώματος. 4.Αι κατά την λήξιν ή την κατά τους όρους της συμβάσεως πρόωρον λύσιν της μισθώσεως υπάρχουσαι επί της εκμισθωθείσης εκτάσεως δασικαί φυτείαι περιέρχονται εις το Δημόσιον και αποτελούν αντικείμενον διαχειρίσεως παρ’ αυτού ως δημόσια δάση. 5.Αι διατάξεις των προηγουμένων παραγράφων ισχύουν και δια την εκμίσθωσιν δημοτικών ή κοινοτικών δασικών εκτάσεων ή χορτολιβαδικών εδαφών. Η εκμίσθωσις ενεργείται πάντοτε κατόπιν δημοπρασίας κατά τας διατάξεις της δημοτικής και κοινοτικής νομοθεσίας, της σχετικής περί κατακυρώσεως αυτής αποφάσεως του δημοτικού ή κοινοτικού συμβουλίου υποκειμένης εις την έγκρισιν του νομάρχου. 6.Δημόσια χορτολιβαδικά εδάφη, τα οποία δεν εξυπηρετούν ή δεν προκρίνονται δια την εξυπηρέτησιν άλλων εκ δημοσίου συμφέροντος επιβαλλομένων σκοπών κατά τα εν άρθρ. 74 παρ. 1 οριζόμενα, κηρυσσόμενα αναδασωτέα δύναται να παραχωρούνται κατά κυριότητα εις δήμους ή κοινότητας προς δημιουργίαν πάρκων ή αλσών, ή δασών αναψυχής ή προστατευτικών δασών. Η παραχώρησις ενεργείται δι’ αποφάσεως του Υπουργού Γεωργίας και τελεί πάντοτε υπό τον όρον της συντηρήσεως του πάρκου ή άλσους ή δάσους υπό του Δήμου ή Κοινότητος. Η φύτευσις δύναται να βαρύνη είτε το Δημόσιον είτε τον Δήμον ή Κοινότητα είτε και αμφότερα τα μέρη, ως κατά περίπτωσιν ο Υπουργός Γεωργίας θέλει ορίσει. Εάν δεν τηρηθούν οι όροι της παραχωρήσεως αίρεται αυτοδικαίως η παραχώρησις και η κυριότης της εκτάσεως επανέρχεται εις το Δημόσιον. Διάθεσις εκτάσεων Ν.Π.Δ.Δ. προς αναδάσωσιν Άρθρ.40.-1.Δήμοι και κοινότητες ή άλλα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου δύνανται να διαθέτουν κατά χρήσιν εις το Δημόσιον (Δασικήν Υπηρεσίαν) εκτάσεις ανηκούσας εις αυτά προς αναδάσωσιν και δασοπονικήν εκμετάλλευσιν μερίμνη και δαπάναις της δασικής υπηρεσίας, διατηρουμένης της επί των εκτάσεων τούτων κυριότητος των ως άνω νομικών προσώπων και μετά την αναδάσωσιν. Το χρονικόν διάστημα της διαθέσεως ορίζεται ελευθέρως υπό της συμβάσεως. 2.Η αναδάσωσις των κατά την προηγουμένην παράγραφον εκτάσεων κηρύσσεται μετά την υπό των αρμοδίων συλλογικών οργάνων των ως είρηται νομικών προσώπων λήψιν της αποφάσεως περί διαθέσεως της εκτάσεως, τα δε καθαρά έσοδα εκ της εκμεταλλεύσεως διανέμονται εξ ημισείας μεταξύ του δημοσίου και του νομικού προσώπου. Μείζον ποσοστόν εκ των εσόδων τούτων δύναται να παραχωρηθή εις τους ως άνω ιδιοκτήτας κατόπιν αποφάσεως του Υπουργού Γεωργίας μετά γνώμην του Συμβουλίου Δασικής Πολιτικής. Εάν ιδιοκτήται των ως άνω εκτάσεων είναι οργανισμοί τοπικής αυτοδιοικήσεως, αποδίδεται εις αυτούς το σύνολον των εκ της εκμεταλλεύσεως καθαρών εσόδων. Κήρυξις αναδασωτέων εκτάσεων Άρθρ.41.-1.Η κήρυξις εκτάσεων ως αναδασωτέων ενεργείται δι’ αποφάσεως του οικείου νομάρχου καθοριζούσης σαφώς τα όρια της εκτάσεως η οποία κηρύσσεται αναδασωτέα και συνοδευομένης υποχρεωτικώς υπό σχεδιαγράμματος, το οποίον δημοσιεύεται εν φωτοσμικρύνσει μετά της αποφάσεως εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. 2.Εις έκαστον νομόν το πρόγραμμα δι’ αναδασώσεις καταρτίζεται υπό της δασικής υπηρεσίας και εγκρίνεται υπό του νομάρχου, μετά γνωμοδότησιν του νομαρχιακού συμβουλίου δασών, επί τη βάσει της υφισταμένης καταστάσεως της δασικής βλαστήσεως εν τω νομώ, των επελθουσών κατά το πρόσφατον παρελθόν αποψιλώσεων, αραιώσεων ή υποβαθμίσεων, ως και των αναγκών ενισχύσεως και επεκτάσεως της ρηθείσης βλαστήσεως δια προστατευτικούς ή αισθητικούς σκοπούς, ως και εν όψει των τυχόν προτάσεων άλλων ενδιαφερομένων υπηρεσιών και των οικείων οργανισμών τοπικής αυτοδιοικήσεως. Το εν λόγω πρόγραμμα καταρτίζεται ανά πενταετίαν και εκτελείται δια των κατανεμομένων πιστώσεων του προϋπολογισμού ή των διατιθεμένων προς τον σκοπόν της αναδασώσεως άλλων ειδικών κονδυλίων. Δια την κατάρτισιν του προγράμματος απαιτείται όπως τούτο κοινοποιηθεί τουλάχιστον εν δίμηνον προ της εγκρίσεώς του εις τας Νομαρχιακάς Υπηρεσίας του Υπουργείου Συντονισμού και Δημοσίων Έργων (αρμοδιότητος Γεν. Δ/νσεως Οικισμού). Παρεχομένης της προθεσμίας ταύτης, το πρόγραμμα εγκρίνεται άνευ της γνώμης των υπηρεσιών τούτων. Εάν διατυπωθούν υπό των υπηρεσιών τούτων εμπροθέσμως αντιρρήσεις αναγόμεναι εις θέματα της αρμοδιότητός των, επί των αντιρρήσεων αποφαίνονται οι Υπουργοί Συντονισμού, Γεωργίας και Δημοσίων Έργων, η τυχόν δε μεταξύ των διαφωνία επιλύεται υπό του Εθνικού Συμβουλίου Χωροταξίας και Περιβάλλοντος. 3.Ειδικώς προκειμένου περί κηρύξεως εκτάσεων ως αναδασωτέων ένεκα μερικής ή ολικής καταστροφής δάσους ή δασικής εκτάσεως εκ πυρκαϊάς ή άλλης αιτίας εκ των εν άρθρ. 38 παρ. 1 αναφερομένων η κατά την παρ. 1 του παρόντος άρθρου απόφασις του νομάρχου εκδίδεται, μετά εισήγησιν της αρμοδίας δασικής υπηρεσίας, υποχρεωτικώς εντός τριών μηνών από της καταστολής της πυρκαιάς ή της διαπιστώσεως της εξ άλλης αιτίας καταστροφής. Δια της αποφάσεως ταύτης καθορίζονται και αι υποχρεώσεις της δασικής υπηρεσίας δια την κατάρτισιν και εφαρμογήν ειδικού δια την προκειμένην περίπτωσιν προγράμματος αναδασώσεως. (Μετά τη σελ. 456,418) Σελ. 456,419 Τεύχος 718-Σελ. 43 Δασικός Κώδικας 17.Ζ.α.54 4.Δια την δημιουργίαν πάρκων ή αλσών ή δασών αναψυχής εντός πόλεων ή οικιστικών περιοχών απαιτείται σχετική πρόβλεψις εις το οικείον προεδρικόν διάταγμα το καθορίζον το σχέδιον της πόλεως ή τον τρόπον αναπτύξεως της οικιστικής περιοχής, η δε πραγματοποίησις της αναδασώσεως βαρύνει τον οικείον οργανισμόν τοπικής αυτοδιοικήσεως ή τον φορέα της οικιστικής αναπτύξεως. Εις περίπτωσιν αδρανείας τούτων η υπό του ρηθέντος προεδρικού διατάγματος προβλεπομένη δημιουργία πάρκου ή άλσους ή δάσους αναψυχής ενεργείται, κατόπιν αποφάσεως του οικείου νομάρχου δαπάναις των υποχρέων υπό της δασικής υπηρεσίας. Το αυτό ισχύει και εις περίπτωσιν αναδημιουργίας τούτων μετά τυχόν καταστροφή εκ πυρκαϊάς. Αι δενδροστοιχίαι ή γραμμικαί φυτείαι ή άλλαι δενδροφυτεύσεις εντός των πόλεων ή των οικιστικών περιοχών δημιουργούνται κατόπιν αποφάσεως του οικείου οργανισμού τοπικής αυτοδιοικήσεως ή του αρμοδίου οικιστικού φορέως. Πραγματοποίησις αναδασώσεων Άρθρ.42.-1.Αι αναδασώσεις δημοσίων δασών ή δασικών εκτάσεων πραγματοποιούνται επί τη βάσει μελέτης καταρτιζομένης υπό της δασικής υπηρεσίας και καθοριζούσης το είδος της δασικής βλαστήσεως, τας εργασίας φυτεύσεως ή άλλας ενεργείας δια την διευκόλυνσιν της αναγεννήσεως, ως και τα απαραίτητα μέτρα δια την προστασίαν της αναδασώσεως (περιφράξεις, τοποθέτησις πινακίδων ειδικαί απαγορεύσεις κλπ.). 2.Η αναδάσωσις ιδιωτικών δασών και δασικών εκτάσεων ή διακατεχομένων δημοσίων δασών και δασικών εκτάσεων ενεργείται επί τη βάσει μελέτης εγκρινομένης υπό της δασικής αρχής και υπό την εποπτείαν ταύτης, μερίμνη και δαπάναις των διακατόχων ή ιδιοκτητών. Εφ’ όσον πρόκειται περί ιδιωτικού δάσους ή δασικής εκτάσεως ανηκόντων εις μέλος ή μέλη δασικού συνεταιρισμού και καταστραφέντων ολικώς ή μερικώς εκ πυρκαϊάς την αναδάσωσιν πραγματοποιεί υποχρεωτικώς ο συνεταιρισμός κατά τα ανωτέρω, καταβάλλων τας σχετικάς δαπάνας και επιμερίζων ταύτας μεταξύ των μελών του κατά τας διεπούσας τούτον διατάξεις. Περί της εκτελέσεως της εγκεκριμένης μελέτης αναδασώσεως οι ως άνω ιδιώται ή ο συνεταιρισμός παρέχουν κατ’ έτος τα αναγκαία στοιχεία εις την δασικήν αρχήν. Εάν η αναδάσωσις κηρύσσεται συνεπεία καταστροφής του δάσους ή της δασικής εκτάσεως εκ πυρκαϊάς ή βιαίου συμβάντος και δεν συντρέχει αμέλεια ή δόλος των ιδιοκτητών ή διακατόχων το Δημόσιον δύναται να προβή εις επιδότησιν τούτων μέχρι και του συνόλου της πραγματοποιουμένης δια την αναδάσωσιν δαπάνης. Σελ. 456,420 Τεύχος 718-Σελ. 44 Αναγκαστική απαλλοτρίωσις αναδασωτέων εκτάσεων Άρθρ.43.-1.Η κήρυξις ως αναδασωτέας ιδιωτικής εκτάσεως συνιστά λόγον απαλλοτριώσεως ταύτης δια την πραγματοποίησιν της αναδασώσεως θεωρουμένης ως δημοσίας ωφελείας, υπό τας κατωτέρω προϋποθέσεις. 2.Ο ιδιοκτήτης εκτάσεως μη εχούσης ήδη τον χαρακτήρα δάσους ή δασικής εκτάσεως εφ’ όσον δεν επιθυμεί να διατηρήση την κυριότητα ταύτης μετά την κήρυξιν αυτής ως αναδασωτέας και να προβή εις την πραγματοποίησιν της αναδασώσεως κατά τα εις το προηγούμενον άρθρον οριζόμενα δύναται να δηλώση εντός τριών μηνών από της δημοσιεύσεως της σχετικής αποφάσεως ότι δέχεται να πωλήση την ως άνω έκτασιν προς το Δημόσιον, ότε και προσκαλείται να προσαγάγη τους τίτλους του. Περί της αναγνωρίσεως τούτων αποφαίνεται το οικείον Συμβούλιον Ιδιοκτησίας Δασών, περί δε του τιμήματος αντί του οποίου δέον να γίνη η αγορά αποφαίνεται η κατά το άρθρ. 10 παρ. 3 επιτροπή κατά τα εν τω άρθρ. 6 οριζόμενα. Μετά τον έλεγχον των τίτλων και το καθορισμόν της τιμής πωλήσεως ο αναγνωρισθείς ιδιοκτήτης προσκαλείται εις σύναψιν του πωλητηρίου συμβολαίου συναπτομένου μετά του οικείου νομάρχου ή του υπό τούτου εξουσιοδοτουμένου. Η δαπάνη δια την αγοράν βαρύνει τον προϋπολογισμόν του Κεντρικού Ταμείου Γεωργίας Κτηνοτροφίας και Δασών. 17.Ζ.α.54 Δασικός Κώδικας 3.Αν ο ιδιοκτήτης αρνηθή την πώλησιν δια ρητής δηλώσεώς του ή δια της μη προσελεύσεώς του προς υπογραφήν της συμβάσεως ή δεν προβαίνει εις τας κατά το προηγούμενον άρθρον εργασίας της αναδασώσεως ή παραμελεί ταύτας επί χρονικόν διάστημα μείζον του έτους, η Διοίκησις δικαιούται να προβή εις την υπέρ του Δημοσίου και δαπάναις αυτού απαλλοτρίωσιν ταύτης, προς πραγματοποίησιν της αναδασώσεως. Η απαλλοτρίωσις κηρύσσεται υπέρ του Δημοσίου και δαπάναις του Κεντρικού Ταμείου Γεωργίας Κτηνοτροφίας και Δασών, δια κοινής αποφάσεως των Υπουργών Οικονομικών και Γεωργίας, εκδιδομένης υποχρεωτικώς εντός εξαμήνου από της εκδηλώσεως της αρνήσεως του ιδιοκτήτου να προβή εις την πώλησιν ή από της παρόδου της ως άνω ενιαυσίας χρονικής περιόδου, καθ’ ην ούτος ημέλησε τας εργασίας της αναδασώσεως. Επιτρέπεται, επίσης, εντός εξαμήνου προθεσμίας από της κηρύξεως της εκτάσεως ως αναδασωτέας η απαλλοτρίωσις τοιαύτης ιδιωτικής εκτάσεως και εις ην έτι περίπτωσιν ο ιδιοκτήτης εδέχθη να ενεργήση και εκτελεί τας εργασίας αναδασώσεως, εφ’ όσον αύτη περιβάλλεται κατά το μείζον τμήμα της υπό δημοσίου δάσους ή δημοσίας δασικής εκτάσεως και ήθελε κριθή ότι η ύπαρξις ταύτης δυσχεραίνει την διαχείρισιν και εκμετάλλευσιν του δημοσίου δάσους ή δασικής εκτάσεως.Την κήρυξιν της απαλλοτριώσεως δύναται να ζητήση εις πάσαν περίπτωσιν και ο ιδιοκτήτης της αναδασωτέας εκτάσεως, οπότε αύτη είναι υποχρεωτική δια το Δημόσιον, ευθυνόμενον, εν παραλείψει εκδόσεως της σχετικής πράξεως εντός τριμήνου από της αιτήσεως, και δια πάσαν ζημίαν του ιδιοκτήτου εκ της παραλείψεως. 4.Η αναγκαστική απαλλοτρίωσις ιδιωτικού δάσους ή δασικής εκτάσεως καταστραφείσης εκ πυρκαϊάς είναι πάντοτε δυνατή δια το Δημόσιον μετά την κήρυξιν ταύτης, ή της όλης περιοχής εις ην ευρίσκεται αύτη, ως αναδασωτέας, ιδία δε οσάκις αι συνθήκαι εκδηλώσεως και η έκτασις της πυρκαϊάς, αι ανάγκαι εκτελέσεως εν τη όλη περιοχή δασικών έργων μείζονος σημασίας, η φύλαξις της περιοχής και η προστασία της από ενδεχομένην χρησιμοποίησιν τμημάτων της προς άλλους σκοπούς, ή η ανάγκη της ταχυτέρας δυνατής και ενιαίας εις την όλην περιοχήν επανεγκαταστάσεως της δασικής βλαστήσεως επιβάλλουν την ανάληψιν του έργου της αναδασώσεως και την συντήρησιν του δάσους ή της δασικής εκτάσεως υπό του Δημοσίου. Εις την περίπτωσιν ταύτην η αναγκαστική απαλλοτρίωσις κηρύσσεται εντός αποκλειστικής προθεσμίας ενός έτους από της δημοσιεύσεως της κατά το άρθρ. 41 παρ. 1 νομαρχιακής αποφάσεως, επί τη βάσει ειδικώς ητιολογημένης εκθέσεως της δασικής υπηρεσίας. 5.Η δαπάνη δια την πραγματοποίησιν των κατά τας προηγουμένας παραγράφους αναγκαστικών απαλλοτριώσεων βαρύνει τον προϋπολογισμόν του Κεντρικού Ταμείου Γεωργίας Κτηνοτροφίας και Δασών. Άρσις αναδασώσεων Άρθρ.44.-1.Η μη κατά νόμον έγκαιρος συντέλεσις αναγκαστικής απαλλοτριώσεως αφορώσης εις ιδιωτικήν έκτασιν, κηρυχθείσαν αναδασωτέαν και η οποία προ της σχετικής αποφάσεως δεν απετέλει δάσος ή δασικήν έκτασιν, συνεπάγεται την υποχρέωσιν της Διοικήσεως προς άρσιν της αναδασώσεως. Αύτη ενεργείται δι’ ομοίας προς την κήρυξιν της αναδασώσεως αποφάσεως, τη αιτήσει του ιδιοκτήτου. 2.Επιτρέπεται δι’ ομοίας ως άνω αποφάσεως η άρσις της αναδασώσεως δημοσίας εκτάσεως, η οποία δεν απετέλει δάσος ή δασικήν έκτασιν, εφ’ όσον μετά την πάροδον πενταετίας από της κηρύξεως αυτής αποδεικνύεται το ανέφικτον της πραγματοποιήσεως της αναδασώσεως. 3.Εις πάσας τας λοιπάς περιπτώσεις η αναδάσωσις δύναται να αρθή μόνον κατά την διαδικασίαν και υπό τας προϋποθέσεις υφ’ ας επιτρέπεται η μεταβολή του προορισμού δάσους κατά τα εις το ΣΤ΄ κεφάλαιον του παρόντος νόμου οριζόμενα. ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΕΚΤΟΝ Επιτρεπταί επεμβάσεις εις τα δάση και τας δασικάς εκτάσεις Εξαιρετικός χαρακτήρ επεμβάσεων Άρθρ.45.-«1.Στα δάση και τις δασικές εκτάσεις, περί των οποίων το άρθρ. 117 παρ. 3 του Συντάγματος, ουδεμία επιτρέπεται επέμβαση προβλεπόμενη από τις διατάξεις του παρόντος ή από άλλη διάταξη, με εξαίρεση τα αναφερόμενα στις διατάξεις του Άρθρ.5.-1.Η προστασία των δασών και των δασικών εκτάσεων, ως και η λήψις των υπό του παρόντος νόμου προβλεπομένων ειδικωτέρων μέτρων, ανήκει εις την αρμοδιότητα της δασικής υπηρεσίας, ενεργούσης κατά τας οικείας περί τούτων διατάξεις ή τας ειδικάς διατάξεις του παρόντος νόμου. 2.Η μέριμνα δια την ανάπτυξιν, βελτίωσιν, αναδάσωσιν και προστασίαν των πάρκων, αλσών και των εντός των πόλεων ή οικιστικών περιοχών δενδροστοιχιών ανήκει εις τους οικείους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοικήσεως ή τους επί τη βάσει σχετικής πολεοδομικής μελέτης αναλαβόντας την δημιουργίαν αυτών οικιστικούς φορείς ή εις ίδια νομικά πρόσωπα επί τη βάσει ειδικών διατάξεων. Ωσαύτως η ως άνω μέριμνα δια δάση ή δασικάς εκτάσεις ή πάρκα, άλση και δενδροστοιχίας ευρισκομένας εντός αρχαιολογικών χώρων ανήκει εις τας αρμοδίας υπηρεσίας του Υπουργείου Πολιτισμού. Αι ως άνω υπηρεσίαι και οργανισμοί δύνανται πάντως να ζητούν την συνδρομήν της δασικής υπηρεσίας, εφ’ όσον συντρέχει περίπτωσις. Αι δασικαί υπηρεσίαι συνεργάζονται μετά των λοιπών δημοσίων υπηρεσιών και των οργανισμών τοπικής αυτοδιοικήσεως ή άλλων νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, εφ’ όσον πρόκειται περί λήψεως μέτρων προστασίας, η πραγματοποίησις των οποίων περιλαμβάνεται και εις την αρμοδιότητα των υπηρεσιών ή των νομικών τούτων προσώπων. 3.Η άσκησις των αρμοδιοτήτων άλλων δημοσίων υπηρεσιών ή υπηρεσιών νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου ή των δραστηριοτήτων δημοσίων ή ιδιωτικών επιχειρήσεων δεν δύναται να ενεργήται κατά τρόπον θίγοντα τα, υπό την διαχείρισιν ή την επίβλεψιν του Υπουργείου Γεωργίας, ευρισκόμενα δάση και τας δασικάς εκτάσεις πέραν των, δια των διατάξεων του παρόντος νόμου ή των αποφάσεων της δασικής υπηρεσίας ή του Υπουργού Γεωργίας, τιθεμένων ορίων. Υπολογισμός αξίας δασών και δασικών εκτάσεων άρθρ. 59 του Νόμ. 998/1979, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρ. 17 του Νόμ. 1734/1987, των παρ. 1 και 2 του άρθρ. 58 του παρόντος και τα όλως απαραίτητα για την τεχνητή αναδάσωση και την προστασία της βλαστήσεως». Η παρ. 1 αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. 1 του άρθρου δέκατου τρίτου του Νόμ. 1822/88, (ΦΕΚ Α΄ 272), Τόμ. 13

(2)σελ. 322,07. 2.(Καταργήθηκε από την παρ. 9 άρθρ. 18 Νόμ. 1734/16-26 Οκτ. 1987, ΦΕΚ Α΄ 189, Τόμ. 172, σελ. 358). 3.Δεν επιτρέπεται η εν όλω ή εν μέρει μεταβολή του προορισμού δημοσίου δάσους ή δασικής εκτάσεως, ή η εντός αυτών εκτέλεσις έργων, ή η δημιουργία μονίμων εγκαταστάσεων, ή η παροχή άλλης διαρκούς εξυπηρετήσεως, εφ’ όσον δια τον αυτόν σκοπόν είναι δυνατή η παραχώρησις ή διάθεσις ή η χρησιμοποίησις εδαφών, τα οποία δεν εμπίπτουν εις την έννοιαν των δασών ή δασικών εκτάσεων, ως αύτη προσδιορίζεται εν άρθρ. 3 του παρόντος. (Αντί για τη σελ. 456,421(α) Σελ. 456,421(β) Τεύχος ΙΑ-11-1 Σελ. 39 Δασικός Κώδικας 17.Ζ.α.54 «Η παραπάνω γενική απαγόρευση δεν ισχύει εφ’ όσον πρόκειται για εκτέλεση στρατιωτικών έργων που αφορούν άμεσα την εθνική άμυνα της Χώρας, για διανοίξεις δημόσιων οδών, καθώς και για κατασκευή και εγκατάσταση αγωγών φυσικού αερίου, η χάραξη των οποίων προβλέπει διέλευσή τους από δημόσιο δάσος ή δασική έκταση». Το δεύτερο μέσα σε « » εδάφιο της παρ. 3 αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ.2 του άρθρ. δέκατου τρίτου του Νόμ. 1822/88, (ΦΕΚ Α΄ 272), Τόμ. 13
(2)σελ. 322,07. 4.Περί της συνδρομής της κατά την προηγουμένην παράγραφον γενικής προϋποθέσεως κρίνει ητιολογημένως το αρμόδιον προς έγκρισιν της επεμβάσεως όργανον επί τη βάσει και των σχετικών βεβαιώσεων των κατά τόπους Διευθύνσεων Γεωργίας ή Οικονομικών εφόρων περί των υφισταμένων και δυναμένων κατ’ αρχήν να διατεθούν δια τον αυτόν σκοπόν χορτολιβαδικών ή άλλων εδαφών ή γηπέδων ή οικοπέδων του Δημοσίου ή άλλων μη δασικών εκτάσεων ανηκουσών εις ιδιώτας και δυναμένων να απαλλοτριωθούν δια τον αυτόν σκοπόν. 5.Δια τας μείζονος σημασίας ή εκτάσεως επεμβάσεις εις τα δάση και τας δασικάς εκτάσεις, περί ων τα άρθρ. 49, 50, 51, 52, 56, 57 και 58 παρ. 1 του παρόντος νόμου, απαιτείται όπως η αίτησις ή το έγγραφον, δι ου ζητείται η παροχή της εγκρίσεως της επεμβάσεως κατά τους όρους των ως είρηται διατάξεων, συνοδεύεται υπό μελέτης επιπτώσεων επί του περιβάλλοντος και αντιμετωπίσεως τούτων θεωρημένης υπό της Υπηρεσ. Χωροταξίας και Περιβάλλοντος, δυναμένης να θέση όρους δια την παροχήν της εγκρίσεως ή να επιβάλη συμπληρωματικά μέτρα προς προστασίαν του περιβάλλοντος. Εις τας περιπτώσεις ταύτας η έγκρισις παρέχεται υπό τον περιορισμόν της συμμορφώσεως του ενδιαφερομένου προς τους όρους της εν λόγω μελέτης. Αι ακριβείς προδιαγραφαί της ως άνω μελέτης δι’ εκάστην κατηγορίαν επεμβάσεων εκ των ανωτέρω καθορίζονται δια κοινής αποφάσεως των Υπουργών Συντονισμού, Γεωργίας και του αρμοδίου ως εκ του σκοπού της επεμβάσεως Υπουργού. 6.Η εκουσία μεταβολή του προορισμού ιδιωτικών δασών ή δασικών εκτάσεων, ως και η χρησιμοποίησις αυτών και δι’ άλλους σκοπούς, υπόκειται εις τους περιορισμούς τους τασσομένους κατά περίπτωσιν ή κατηγορίας περιπτώσεων δια των επομένων άρθρων του παρόντος κεφαλαίου. Η αναγκαστική απαλλοτρίωσις αυτών προς παραχώρησιν δικαιώματος κυριότητος εις τρίτους, έστω και δι’ επιτρεπόμενον κατά τα επόμενα άρθρα σκοπόν, Σελ. 456,422(β) Τεύχος ΙΑ-11-1 Σελ. 40 απαγορεύεται. Η αναγκαστική απαλλοτρίωσις ιδιωτικών δασών ή δασικών εκτάσεων υπέρ του Δημοσίου δια προβλεπόμενον υπό του νόμου ως δημοσίας ωφελείας σκοπόν ενεργείται εφ’ όσον συντρέχουν αι κατά τα επόμενα άρθρα προϋποθέσεις και υπό τον όρον της διατηρήσεως της δασικής βλαστήσεως, κατά τα μη θιγόμενα δια της εκπληρώσεως του ως άνω σκοπού τμήματα αυτών. 7.Η κατά τον παρόντα νόμον προστασία των δασών και δασικών εκτάσεων, ως και τα υπ’ αυτού ειδικώτερον προβλεπόμενα προστατευτικά μέτρα ή απαγορεύσεις δεν παρακωλύουν την κατά τας κειμένας διατάξεις χρήσιν ή εκμετάλλευσιν αυτών προς άντλησιν των εις την φύσιν και την μορφήν αυτών προσιδιαζόντων ωφελημάτων, ως ταύτα προσδιορίζονται εν άρθρ. 3 παρ. 1 του παρόντος. 8.(Καταργήθηκε από την παρ. 9 άρθρ. 18 Νόμ. 1734/16-26 Οκτ. 1987, ΦΕΚ Α΄ 189, Τόμ. 172, σελ. 358). 9.Δια των διατάξεων του παρόντος κεφαλαίου δεν θίγονται νομοθετικαί ρυθμίσεις διέπουσαι αρμοδιότητας άλλων διοικητικών αρχών επί των εν τω κεφαλαίω τούτω αναφερομένων επί μέρους θεμάτων και προβλέπουσαι την παροχήν οιασδήποτε αδείας ή την άσκησιν εποπτείας ή ελέγχου επί της συναφούς προς τα θέματα ταύτα δραστηριότητος των ιδιωτών ή νομικών προσώπων δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου. Εφ’ όσον πάντως δια την άσκησιν της δραστηριότητος, χάριν της οποίας επιζητείται η επέμβασις εις δάση ή δασικάς εκτάσεις, απαιτείται κατά νόμον άδεια διοικητικής αρχής, αύτη χορηγείται, συντρεχόντων των λοιπών νομίμων όρων, μετά την χορήγησιν της κατά τας διατάξεις του παρόντος κεφαλαίου εγκρίσεως, άλλως θεωρείται ισχύουσα υπό τον όρον της χορηγήσεως τοιαύτης εγκρίσεως, ουδεμίαν παράγουσα προ της λήψεως ταύτης έννομον συνέπειαν ως προς περιοχάς ή ακίνητα καταλαμβανόμενα υπό δασών ή δασικών εκτάσεων. 17.Ζ.α.54 Δασικός Κώδικας Εκχέρσωσις δημοσίων δασών και δασικών εκτάσεων. Άρθρ.46.-1.Η εκχέρσωσις δημοσίων δασών προς απόδοσιν εις αγροτικήν οιασδήποτε φύσεως καλλιέργειαν απαγορεύεται. Κατ’ εξαίρεσιν, επιτρέπεται η υπό του Δημοσίου χρησιμοποίησις, ή η προς γεωργικούς συνεταιρισμούς ή φυσικά πρόσωπα ασκούντα κατά κύριον επάγγελμα το του γεωργού ή εις ομάδας τούτων κατά χρήσιν παραχώρησις ασκεπούς εντός δημοσίου δάσους εκτάσεως, προς δενδροκομικήν και μόνον καλλιέργειαν ή προς φύτευσιν αναμείξ αγρίων και οπωροφόρων ή καρποφόρων δένδρων ή προς δημιουργίαν αμπελώνων ή φυτειών αρωματικών φυτών, εφ’ όσον διαπιστούται επί τη βάσει σχετικής μελέτης ότι αι εδαφολογικαί και οικολογικαί συνθήκαι συνηγορούν υπέρ του τρόπου τούτου της εκμεταλλεύσεως. Επίσης επιτρέπεται η δι’ εμβολιασμού εξημέρωσις αγρίων οπωροφόρων ή καρποφόρων δένδρων. Η κατά τα ανωτέρω χρήσις δεν αίρει τον δασικόν χαρακτήρα της όλης περιοχής ουδέ εξαιρεί ταύτην ή τα εντός αυτής τμήματα, εις α ενεργείται αύτη, της εφαρμογής των διατάξεων του παρόντος. Εν τη σχετική πράξει παραχωρήσεως δημοσίου δάσους ή τμήματος αυτού προς δενδροκαλλιέργειαν ή άλλην χρήσιν υπό τας ως άνω προϋποθέσεις, αναγράφονται υποχρεωτικώς το εμβαδόν και τα όρια της παραχωρηρουμένης εκτάσεως ως και η διάρκεια της παραχωρήσεως, είναι δε δυνατόν να ορίζωνται το είδος ή τα είδη ως και ο αριθμός των δένδρων των οποίων επιτρέπεται η φύτευσις ή ο εμβολιασμός και εκμετάλλευσις ως και να επιβάλλεται η κατασκευή βαθμίδων ή άλλων έργων δια την συγκράτησιν του εδάφους. Η κατά τα ανωτέρω προς τρίτους παραχώρησις δημοσίου δάσους ή τμήματος αυτού ουδέποτε δύναται να περιλαμβάνη ή να στηρίξη μεταβίβασιν του δικαιώματος της κυριότητος, διατηρουμένης πάντοτε υπέρ του Δημοσίου. Εφ’ όσον εις το μέλλον η ως άνω καλλιέργεια ήθελεν εγκαταλειφθή ή καταστή αδύνατος, ή παρέλθη ο χρόνος της παραχωρήσεως η διαχείρισις της προς τον ρηθέντα σκοπόν παραχωρηθείσης περιοχής ή τμήματος αυτής περιέρχεται αυτοδικαίως εις το Δημόσιον. Δια προεδρικού διατάγματος εκδιδομένου προτάσει του Υπουργού Γεωργίας θέλουν καθορισθή οι ειδικώτεροι όροι δια την τοιαύτην παραχώρησιν και δη οι αναφερόμενοι εις την συνέχισιν της δασοπονικής εκμεταλλεύσεως των εν τη περιοχή αγρίων δένδρων, εις το τίμημα και τας λοιπάς υποχρεώσεις του προς ον η παραχώρησις ως και τα του ελέγχου, της εκπτώσεως, αντικαταστάσεως ή διαδοχής του προς ον η παραχώρησις. 2.Δημόσιαι δασικαί εκτάσεις ή τμήματα αυτών δύνανται να εκχερσωθούν και χρησιμοποιηθούν υπό του Δημοσίου ή παραχωρηθούν εις γεωργικούς συνεταιρισμούς ή εις αποδεδειγμένως ακτήμονας καλλιεργητάς μονίμους κατοίκους του οικείου δήμου ή κοινότητος ή εις ομάδας τούτων προς δενδροκομικήν καλλιέργειαν, είτε δια φυτεύσεως οπωροφόρων ή καρποφόρων δένδρων, είτε δι’ εμβολιασμού υφισταμένων αγρίων, εφ’ όσον διαπιστούται επί τη βάσει σχετικής μελέτης ότι αι εδαφολογικαί και οικολογικαί συνθήκαι συνηγορούν υπέρ της τοιαύτης μεταβολής του τρόπου της εκμεταλλεύσεώς των. Δια την προς τρίτους παραχώρησιν τοιούτων εκτάσεων προς δενδροκομικήν καλλιέργειαν τηρούνται κατά τα λοιπά οι εν τη προηγουμένη παραγράφω όροι. 3.Δημόσιαι δασικαί εκτάσεις, ή τμήματα αυτών δύνανται να εκχερσωθούν και χρησιμοποιηθούν υπό του Δημοσίου ή παραχωρηθούν κατά χρήσιν ή κατά κυριότητα εις τα εν τη παρ. 2 φυσικά ή νομικά πρόσωπα προς αγροτικήν εκμετάλλευσιν, εφ’ όσον: α)Δεν ανήκουν εις τας υπό στοιχ. α΄, β΄ και δ΄ κατηγορίας της παρ. 1 του άρθρ. 4 του παρόντος και δεν εμπίπτουν εις τινα των περιπτώσεων της παρ. 2 του αυτού άρθρου. β)Η κλίσις του εδάφους είναι μικροτέρα του 25% και το βάθος του εδάφους είναι κατάλληλον δια γεωργικήν εκμετάλλευσιν. γ)Δεν υφίσταται κίνδυνος διαβιώσεως του εδάφους ή είναι δυνατή η λήψις των απαραιτήτων προστατευτικών μέτρων. δ)Αφίεται ζώνη δασικής εκτάσεως πλάτους τουλάχιστον 200 μέτρων προστατευτική τυχόν παρακειμένου δάσους. Εις περίπτωσιν μη πραγματοποιήσεως της εκχερσώσεως ή εγκαταλείψεως της μετά ταύτην αγροτικής εκμεταλλεύσεως υπό του εις ον η παραχώρησις επί χρονικόν διάστημα μείζον της τριετίας η παραχωρηθείσα περιοχή περιέρχεται εκ νέου εις την πλήρη διάθεσιν ή την κυριότητα του Δημοσίου, το οποίον δύναται να διαθέση ταύτην δια τον αυτόν ως άνω σκοπόν εις έτερον δικαιούχον ή να κηρύξη ταύτην αναδασωτέαν. 4.Περί της συνδρομής των κατά τας προηγουμένας παραγράφους προϋποθέσεων αποφαίνεται ο οικείος νομάρχης μετά σύμφωνον ητιολογημένην γνωμοδότησιν του νομαρχιακού συμβουλίου δασών. 5.Επιτρέπεται η δια περιορισμένον χρόνον κατόπιν αδείας του οικείου δασάρχου εγκατάστασις εντός δημοσίων δασών ή δασικών εκτάσεων, εξαιρέσει των κατηγοριών α΄, β΄ και δ΄ της παρ. 1 του άρθρ. 4 του παρόντος ποιμνιοστασίων, πτηνοτροφείων ή άλλων συναφών εγκαταστάσεων, ως και μελισσοκομείων εια άπαντα τα δάση και τας δασικάς εκτάσεις. Εις την άδειαν ταύτην ορίζονται τα υποχρεωτικώς ληπτέα μέτρα ασφαλείας και αι συναφείς υποχρεώσεις του εις ον αύτη χορηγείται. Η μη τήρησις των υποχρεώσεων τούτων συνεπάγεται άνευ ετέρου ανάκλησιν της αδείας. Αι κατά την παρούσαν παράγραφον άδειαι ουδέν άλλο δικαίωμα δύνανται να θεμελιώσουν επί των εις ας αύται αφορούν εκτάσεων ή χώρων. 6.Δια προεδρικού διατάγματος εκδιδομένου τη προτάσει του Υπουργού Γεωργίας εντός έτους από της ενάρξεως της ισχύος του παρόντος θέλει καθορισθή ειδικώτερον η διαδικασία δια την διενέργειαν των κατά το παρόν άρθρον παραχωρήσεων (Μετά τη σελ. 456,422) Σελ. 456,423 Τεύχος 718-Σελ. 47 Δασικός Κώδικας 17.Ζ.α.54 και χορηγήσεως αδειών, τα κριτήρια επιλογής των προς α αι παραχωρήσεις ή υπέρ ων αι άδειαι προσώπων, οι όροι ανακλήσεων τούτων, ως και πάσα ετέρα αναγκαία λεπτομέρεια. Εκχέρσωσις ιδιωτικών δασών και δασικών εκτάσεων Άρθρ.47.-1.Η εκχέρσωσις ιδιωτικών δασών απαγορεύεται. Επιτρέπεται πάντως η εντός αυτών φύτευσις καρποφόρων δένδρων ή εξημέρωσις αγρίων εφ’ όσον συντρέχουν αι εν τη παρ. 1 του προηγουμένου άρθρου προϋποθέσεις. Προκειμένου περί ιδιωτικών δασικών εκτάσεων είναι δυνατή η χρησιμοιποίησις ή εκχέρσωσις αυτών υπό των ιδιοκτητών των, προς δενδροκομικήν ή αγροτικήν εκμετάλλευσιν υπό τας εν τω προηγουμένω άρθρω ουσιαστικάς προϋποθέσεις. 2.Δια την τοιαύτην χρησιμοποίησιν ιδιωτικών δασών ή μεταβολήν της χρήσεως ιδιωτικών δασικών εκτάσεων απαιτείται άδεια του οικείου νομάρχου εκδιδομένη μετά σύμφωνον γνωμοδότησιν του νομαρχιακού συμβουλίου δασών και μη μεταβάλλουσα τον χαρακτηρισμόν αυτών ως δασών ή δασικών εκτάσεων δια την εφαρμογήν των διατάξεων του παρόντος. 3.Δημοτικαί ή κοινοτικαί δασικαί εκτάσεις, δύναται να εκχερσούνται κατά τα εν παρ. 1 και 2 οριζόμενα και να παραχωρούνται κατά χρήσιν εις φυσικά πρόσωπα τα οποία τυγχάνουν μόνιμοι κάτοικοι του δήμου ή της κοινότητος και είναι κατά κύριον επάγγελμα γεωργοί, προς μόνιμον γεωργικήν ή δενδροκομικήν καλλιέργειαν. 4.Η μετά την διενέργειαν της εκχερσώσεως και εντός διετίας από ταύτης μη πραγματοποίησις της εγκριθείσης χρήσεως ή η οποτεδήποτε διακοπή ταύτης πέραν των δύο ετών συνιστούν λόγους κηρύξεως της ιδιωτικής εκτάσεως ως ανταγωνιστικώς απαλλοτριωτέας υπέρ του Δημοσίου ή ανακλήσεως της κατά την παρ. 3 παραχωρήσεως. Εν περιπτώσει αναγκαστικής απαλλοτριώσεως δια τους εν τη παραγράφω ταύτη λόγους, η εκτίμησις των απαλλοτριουμένων εκτάσεων γίνεται βάσει των διατάξεων της παρ. 1 του άρθρ. 6 του παρόντος. Οδοί Άρθρ.48.-1.Η διάνοιξις δημοσίων οδών δια μέσου δασών ή δασικών εκτάσεων είναι επιτρεπτή εφ’ όσον δια της μελέτης κατασκευής τούτων λαμβάνεται πρόνοια δια την διαφύλαξιν του τυχόν προστατευτικού χαρακτήρος των δασών. Επίσης κατά την χάραξιν και την κατασκευήν των οδών δέον να Σελ. 456,424 Τεύχος 718-Σελ. 48 προβλέπωνται και λαμβάνωνται μέτρα δια την προστασίαν της εκατέρωθεν δασικής βλαστήσεως και την μη αλλοίωσιν του φυσικού περιβάλλοντος. Η διάνοιξις οδών εντός των πυρήνων των εθνικών δρυμών απαγορεύεται. 2.Πλην των απολύτως αναγκαίων τεχνικών έργων ή άλλων απαραιτήτων δημοσίων εγκαταστάσεων (τελωνειακών σταθμών, ή σταθμών ελέγχου κλπ.), παν έτερον έργον ή κτίσμα ή εγκατάστασις κατά μήκος των οδών, αι οποίαι διέρχονται εκ δάσους ή δασικής εκτάσεως επιτρέπεται μόνον από τους όρους και τας προϋποθέσεις των λοιπών διατάξεων του παρόντος κεφαλαίου. 3.Η διάνοιξις οδών δια μέσου δασών ή δασικών εκτάσεων, δι’ εξυπηρέτησιν εκμεταλλεύσεων βιομηχανιών, μεταλλείων και λατομείων, περί ων τα άρθρ. 56 και 57 του παρόντος, είναι επιτρεπτή κατόπιν αδείας της δασικής αρχής και συμφώνως προς χάραξιν εγκρινομένης υπ’ αυτής. Αι δαπάναι τυχόν αποζημιώσεων, ως και τα έξοδα κατασκευής και συντηρήσεως των οδών τούτων βαρύνουν τας εξυπηρετουμένας δι’ αυτών επιχειρήσεις. Εκλιπόντες του λόγου, δι’ ον ηνοίχθησαν αι κατά την παρούσαν παράγραφον οδοί, αύται διατηρούνται ως δασικαί, εφ’ όσον ανταποκρίνονται εις τους όρους του άρθρ. 15, άλλως αναδασούνται μερίμνη της δασικής υπηρεσίας. 4.Εις δημόσια δάση και δασικάς εκτάσεις και εις βάθος μέχρι 200 μέτρων από δημοσίας ή από δασικής οδού δύναται η δασική υπηρεσία να ιδρύη εις καταλλήλους θέσεις χώρους διημερεύσεως (πικ-νίκ) προς εξυπηρέτησιν των επισκεπτών. Η χρήσις τούτων υπό του κοινού ενεργείται επί τη βάσει κανονισμών εκδιδομένων υπό του οικείου νομάρχου. 17.Ζ.α.54 Δασικός Κώδικας Πόλεις και οικιστικαί περιοχαί Άρθρ.49.-1.Τα εντός εγκεκριμένου σχεδίου πόλεως ή πολεοδομικής ζώνης ή εντός οικιστικής περιοχής υφιστάμενα πάρκα, άλση και δενδροστοιχίαι, υπό την επιφύλαξιν των εν άρθρ. 48 παρ. 1 και 52 παρ. 1 προβλεπομένων, δεν δύνανται να μεταβάλουν προορισμόν ή χρήσιν. 2.Επέκτασις πόλεως εχούσης εγκεκριμένον σχέδιον, ή οικισμού υφισταμένου προ του 1923, ή δημιουργία οικιστικής περιοχής εντός δημοσίου δάσους ή δασικής εκτάσεως δεν επιτρέπεται, ούτε είναι δυνατή η καθ’ οιονδήποτε τρόπον παραχώρησις δημοσίου δάσους ή δασικής εκτάσεως προς δημιουργίαν ή επέκτασιν πόλεων, οικισμών ή οικιστικών περιοχών. Κατ’ εξαίρεσιν επιτρέπεται η ένταξις δημοσίου δάσους ή δασικής εκτάσεως, ή τμήματος αυτών, εις οικιστικήν περιοχήν, του σχετικού προεδρικού διατάγματος, εκδιδομένου εν τοιαύτη περιπτώσει τη προσυπογραφή και του Υπουργού Γεωργίας, εφ’ όσον: α)Η τοποθέτησις αυτών εντός του μείζοντος χώρου, ο οποίος χαρακτηρίζεται ως οικιστιτκή περιοχή, επιβάλλεται εκ της ενότητος του πολεοδομικού σχεδιασμού, το δε εντασσόμενον τμήμα διατηρεί τον δασικόν αυτού χαρακτήρα, δυνάμενον να διατεθή δια την δημιουργίαν κοινοχρήστων χώρων ή δια κοινωφελείς σκοπούς, μόνον επί τη συνδρομή των προϋποθέσεων και όρων των επιβαλλομένων υπό των λοιπών άρθρων του παρόντος κεφαλαίου, ή β)πρόκειται περί δασών ή δασικών εκτάσεων εμπιπτουσών εις τας κατηγορίας γ΄ έως και ε΄ της παρ. 1 του άρθρ. 4 του παρόντος, περιβαλλουσών εν όλω ή κατά το μέγιστον τμήμα της περιφερείας των, υφισταμένας πόλεις ή οικισμούς, είναι δε τελείως ανέφικτος η χρησιμοποίησις άλλων συνεχομένων η εγγύς κειμένων χώρων δια την επέκτασιν τούτων. Εις την τελευταίαν ταύτην περίπτωσιν, η ένταξις του δάσους ή της δασικής εκτάσεως ή τμήματος αυτών εις το σχέδιον της νέας οικιστικής περιοχής γίνεται αποκλειστικώς εν τω μέτρω των αναγκών των κατοίκων της παρακειμένης πόλεως ή οικισμού και υπό τον όρον της κατά το δυνατόν διατηρήσεως της δασικής μορφής της υπό τας ρηθείσας προϋποθέσεις εντασσομένης εκτάσεως, εφαρμοζομένων περαιτέρω, δια την διαμόρφωσιν των οικοδομησίμων χώρων, την μεταβίβασιν αυτών εις ιδιώτας και την οικοδόμησιν αυτών των περιορισμών της παρ. 4 του παρόντος άρθρου. 3.Περιοχή, αποτελουμένη αποκλειστικώς εξ ιδιωτικών δασών ή δασικών εκτάσεων, δύναται κατ’ εφαρμογήν της γενικωτέρας κρατικής οικιστικής πολιτικής να χαρακτηρισθή ως οικιστική ή να περιληφθή εις οικιστικήν περιοχήν, εφ’ όσον αι ανάγκαι του πολεοδομικού σχεδιασμού και της οικιστικής αναπτύξεως κατά την κρίσιν του Υπουργού Δημοσίων Έργων επιβάλλουν τούτο, συμφώνως προς τα εν τη προηγουμένη παραγράφω οριζόμενα και υπό τον όρον ότι η περιοχή αύτη εμπίπτει εις μίαν των υπό στοιχ. γ΄ έως και ε΄ κατηγοριών της παρ. 1 του άρθρ. 4 του παρόντος, συντρέχουν δε αι λοιπαί προϋποθέσεις της πολεοδομικής νομοθεσίας. Η συνδρομή του ως άνω όρου βεβαιούται υπό της οικείας δασικής αρχής, το δε σχετικόν προεδρικόν διάταγμα περί χαρακτηρισμού της περιοχής ως οικιστικής προσυπογράφεται και υπό του Υπουργού Γεωργίας. 4.Δια του κατά την προηγουμένην παράγραφον διατάγματος, πέραν των κατά την πολεοδομικήν νομοθεσίαν όρων διαμορφώσεως, αναπτύξεως και δομήσεως της περιοχής, προβλέπονται αι υποχρεώσεις και τα βάρη των ιδιοκτητών ή του αναλαμβάνοντος την διαμόρφωσιν της οικιστικής περιοχής φορέως δια την διατήρησιν και ανάπτυξιν της δασικής βλαστήσεως εντός των μη καταλαμβανομένων υπό των οικοδομών χώρων ή δια την αναδάσωσιν αυτών. Εις ουδεμίαν περίπτωσιν το σύνολον των προς οικοδόμησιν διατιθεμένων χώρων δύναται να υπερβή το 10% του δάσους ή της δασικής εκτάσεως, η οποία χαρακτηρίζεται κατά τα ανωτέρω ως οικιστική ή περιλαμβάνεται εις μείζονα οικιστικήν περιοχήν. 5.Η κατάτμησις των εν τη οικιστική περιοχή δασικών ιδιοκτησιών επιτρέπεται δι’ αποφάσεως του Υπουργού Γεωργίας, υπό τον όρον ότι δι’ αυτής δημιουργούνται αυτοτελείς ιδιοκτησίαι ουχί μικρότεραι των τεσσάρων στρεμμάτων. Επίσης επιτρέπεται όπως δια της κατατμήσεως ή δια του διαμορφουμένου οδικού δικτύου δημιουργούνται αυτοτελη τεμάχια μείζονος των εκατόν στρεμμάτων εκτάσεων της επ’ αυτών δομήσεως χωρούσης κατά το σύστημα της οριζοντίου ή και καθέτου συνιδιοκτησίας. Ο συντελεστής δομήσεως, υπολογιζόμενος επί των

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.