📄 Κείμενο νόμου
110. ΝΟΜΟΣ υπ΄αριθ. 2812 της 9/10 Μαρτ. 2000 (ΦΕΚ Α΄67) Κύρωση του Κώδικα Δικαστικών Υπαλλήλων. Άρθρο πρώτο.- Κυρώνεται σύμφωνα με το άρθρ. 76 παρ. 6 του Συντάγματος ο Κώδικας Δικαστικών Υπαλλήλων, ο οποίος συντάχθηκε από τη νομοπαρασκευαστική επιτροπή που συγκροτήθηκε κατ΄ εξουσιοδότηση του άρθρ. 20 παρ. 1 του Νόμ. 1968/1991 «Ρύθμιση θεμάτων αρμοδιότητας του Υπουργείου Δικαιοσύνης» (ΦΕΚ 150 Α΄) με την απόφαση 98756/26.9.1994 του Υπουργού Δικαιοσύνης, όπως τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με τις αποφάσεις 1358/30.1.1995, 40325/16.5.1995 και 53046/19.5.1996 του ίδιου Υπουργού. ΚΩΔΙΚΑΣ ΔΙΚΑΣΤΙΚΩΝ ΥΠΑΛΛΗΛΩΝ ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ ΕΚΤΑΣΗ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ ΤΟΥ ΚΩΔΙΚΑ Έκταση εφαρμογής Άρθρ.9.-1.Ο δικαστικός υπάλληλος διορίζεται με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, η οποία δημοσιεύεται, σε περίληψη, στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Με την ίδια απόφαση ο διοριζόμενος τοποθετείται σε γραμματεία ή υπηρεσία δικαστηρίου ή εισαγγελίας. 2.Η κατά την προηγούμενη παράγραφο τοποθέτηση γίνεται ύστερα από απόφαση του οικείου δικαστικού (υπηρεσιακού) συμβουλίου, εκτός αν η διαδικασία, με βάση την οποία επιλέγεται ο διοριζόμενος, αφορά την πλήρωση θέσεων στη γραμματεία ή υπηρεσία ορισμένου δικαστηρίου ή εισαγγελίας ή αν κατά τη διαδικασία αυτή καθορίζεται κατά τρόπο υποχρεωτικό η θέση, την οποία θα καταλάβει ο επιλεγόμενος. Κοινοποίηση διορισμού Άρθρ.98.-Σε περίπτωση αποκατάστασης, χάρης ή άρσης με οποιονδήποτε άλλον τρόπο του κολασίμου ή άρσης ή μεταβολής των συνεπειών της ποινικής καταδίκης, δεν αίρεται το πειθαρχικώς κολάσιμο της πράξης, με την επιφύλαξη του άρθρ. 47 παρ. 1 του Συντάγματος. Συνεκδίκαση πειθαρχικών παραπτωμάτων Άρθρ.99.-1.Περισσότερα πειθαρχικά παραπτώματα του ίδιου δικαστικού υπαλλήλου, για τα οποία έχει ασκηθεί πειθαρχική δίωξη πριν εκδοθεί οριστική απόφαση για κάποιο από αυτά, συνεκδικάζονται υποχρεωτικά από το αρμόδιο πειθαρχικό όργανο. 2. Δικαστικοί υπάλληλοι που διώκονται για το ίδιο ή για συναφή πειθαρχικά παραπτώματα κρίνονται ενιαίως από τα αρμόδια πειθαρχικά όργανα. 3.Στις περιπτώσεις των προηγούμενων παραγράφων αν τα όργανα, στα οποία ανήκει η αρμοδιότητα να επιληφθούν, είναι διαφορετικά, αρμόδια είναι: α)μεταξύ μονομελούς πειθαρχικού οργάνου και δικαστικού (υπηρεσιακού) συμβουλίου το τελευταίο, β)μεταξύ περισσότερων μονομελών πειθαρχικών οργάνων ή μεταξύ περισσότερων δικαστικών (υπηρεσιακών) συμβουλίων, εκείνο που έχει επιληφθεί πρώτο. «Στην αρμοδιότητα του πενταμελούς δικαστικού συμβουλίου υπάγονται και όλα τα συναφή πειθαρχικά παραπτώματα.» Το μέσα σε «» τελευταίο εδάφιο προστέθηκε με την παρ. 6 άρθρ. 9 Νόμ. 2993/22-26 Μαρτ. 2002 (ΦΕΚ Α΄58) κατωτ. αριθ. 113. Διοικητικό δεδικασμένο – μη συρροή ποινών Άρθρ.100.-1Δεν επιτρέπεται δεύτερη δίωξη για το ίδιο πειθαρχικό παράπτωμα. 2.Για κάθε πειθαρχικό παράπτωμα επιβάλλεται μία μόνο πειθαρχική ποινή. 3.Αν το πειθαρχικό όργανο επιλαμβάνεται για περισσότερα πειθαρχικά παραπτώματα, με την Σελ. 208,464(α) Τεύχος 1380 Σελ. 94 πειθαρχική απόφαση επιβάλλεται μία μόνο ποινή σε κάθε δικαστικό υπάλληλο, για την επιμέτρηση της οποίας λαμβάνονται υπόψη όλα τα παραπτώματα του διωκομένου. Παραγραφή πειθαρχικών παραπτωμάτων Άρθρ.101.-1.Τα πειθαρχικά παραπτώματα που προβλέπονται στην παρ. 2 του άρθρ. 93 παραγράφονται μετά 5 έτη και τα λοιπά μετά δύο (2) έτη από την ημέρα που διαπράχθηκαν. 2.Η άσκηση πειθαρχικής δίωξης αναστέλλει την παραγραφή. Και στην περίπτωση όμως αυτή, τα πειθαρχικά παραπτώματα που προβλέπονται στην παρ. 2 του άρθρ. 93 παραγράφονται μετά επτά (7) έτη και τα λοιπά μετά τρία (3) έτη από την ημέρα που διαπράχθηκαν, αν κατά το χρονικό αυτό διάστημα δεν εκδοθεί πειθαρχική απόφαση σε πρώτο βαθμό. 3.Πειθαρχικό παράπτωμα που αποτελεί συγχρόνως και ποινικό αδίκημα δεν παραγράφεται πριν εξαλειφθεί το αξιόποινο του τελευταίου λόγω παραγραφής. Για τα πειθαρχικά αυτά παραπτώματα οι πράξεις της ποινικής διαδικασίας αναστέλλουν την παραγραφή τους. 4.Η παραγραφή πειθαρχικού παραπτώματος διακόπτεται από την τέλεση νέου πειθαρχικού παραπτώματος, με το οποίο αποσκοπείται η απόκρυψη ή ματαίωση της πειθαρχικής δίωξης για το πρώτο. 6.Β.ε.110 Γραμματεία των Δικαστηρίων και Εισαγγελιών Σχέση της πειθαρχικής με την ποινική δίκη Άρθρ.102.-1.Η πειθαρχική διαδικασία είναι αυτοτελής και ανεξάρτητη από την ποινική ή άλλη δίκη. 2.Η ποινική δίκη δεν αναστέλλει την πειθαρχική διαδικασία. Το πειθαρχικό όργανο όμως μπορεί με απόφασή του, η οποία είναι ελευθέρως ανακλητή, να διατάξει για εξαιρετικούς λόγους την αναστολή της πειθαρχικής διαδικασίας έως τρεις (3) το πολύ μήνες. 3.Τα πειθαρχικά όργανα δεσμεύονται από την κρίση που περιέχεται σε αμετάκλητη απόφαση ποινικού δικαστηρίου ή σε αμετάκλητο απαλλακτικό βούλευμα μόνο ως προς την ύπαρξη ή την ανυπαρξία πραγματικών περιστατικών που στοιχειοθετούν την αντικειμενική υπόσταση του πειθαρχικού παραπτώματος. 4.Η πειθαρχική δίκη επαναλαμβάνεται, με τη διαδικασία που ορίζεται στο άρθρ. 134: α)αν μετά την έκδοση της τελεσίδικης πειθαρχικής απόφασης, με την οποία ο δικαστικός υπάλληλος απαλλάσσεται ή τιμωρείται με ποινή κατώτερη της οριστικής παύσης, εκδοθεί για την ίδια πράξη ή παράλειψη αμετάκλητη καταδικαστική απόφαση ποινικού δικαστηρίου, από την αιτιολογία της οποίας προκύπτουν πραγματικά περιστατικά που συνιστούν την αντικειμενική υπόσταση παραπτώματος, το οποίο δικαιολογεί κατά την παρ. 2 του άρθρ. 93 την πειθαρχική ποινή της οριστικής παύσης, β)αν μετά την έκδοση τελεσίδικης καταδικαστικής πειθαρχικής απόφασης εκδοθεί αμετάκλητη αθωωτική απόφαση ποινικού δικαστηρίου ή αμετάκλητο απαλλακτικό βούλευμα για την ίδια πράξη ή παράλειψη και γ)αν μετά την έκδοση τελεσίδικης καταδικαστικής πειθαρχικής απόφασης ανατραπεί με αμετάκλητη δικαστική ή αποδεικτική δύναμη στοιχείων που είχαν ληφθεί υπόψη ή αν αποκαλυφθούν γεγονότα που δεν είχαν ληφθεί υπόψη ή αποδεικτικά στοιχεία, τα οποία ο δικαστικός υπάλληλος δεν γνώριζε ή δεν μπορούσε να προσκομίσει κατά την αρχική πειθαρχική δίκη, εφόσον από τα γεγονότα ή τα στοιχεία αυτά κλονίζεται κατά τρόπο προφανή η αιτιολογία της πειθαρχικής απόφασης. 5.Η εισαγγελική αρχή υποχρεούται να ανακοινώνει αμέσως στην προϊσταμένη αρχή του δικαστικού υπαλλήλου κάθε ποινική δίωξη που ασκείται κατ΄ αυτού. Ανάλογη εφαρμογή διατάξεων του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας Άρθρ.103.-Οι διατάξεις του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας για τον αποκλεισμό, την εξαίρεση και την αποχή δικαστικών λειτουργών, τις εκθέσεις, τις επιδόσεις και κοινοποιήσεις, τις προθεσμίες, τα αποδεικτικά μέσα, την αυτοψία, την πραγματογνωμοσύνη, τους τεχνικούς συμβούλους, τους μάρτυρες, τους διερμηνείς και την εξέταση του κατηγορουμένου εφαρμόζονται ανάλογα στην πειθαρχική δίκη, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά στον παρόντα Κώδικα. ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ΄ ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΑ ΟΡΓ ΑΝΑ Αρμόδιος για την πειθαρχική δίωξη Άρθρ.104.-1.Αρμόδιος για την άσκηση της πειθαρχικής δίωξης των υπαλλήλων της γραμματείας ή υπηρεσίας των δικαστηρίων και των εισαγγελιών είναι ο δικαστής ή ο εισαγγελέας, αντίστοιχα, που αναδεικνύονται, με τον αναπληρωτή τους, με κλήρωση, η οποία διενεργείται το πρώτο δεκαπενθήμερο του Δεκεμβρίου κάθε έτους, με επιμέλεια του προϊσταμένου ή του προέδρου του τριμελούς συμβουλίου διοίκησης του δικαστηρίου ή της εισαγγελίας, μεταξύ όλων των δικαστών ή εισαγγελέων, κατά περίπτωση, που υπηρετούν στο δικαστήριο ή την εισαγγελία, πλην του προϊσταμένου ή του προέδρου του τριμελούς συμβουλίου διοίκησης. Για την κλήρωση εφαρμόζεται αναλόγως η διαδικασία που προβλέπεται από τις διατάξεις για την κλήρωση των μελών των Ανώτατων Δικαστικών Συμβουλίων. Στην περίπτωση του άρθρ. 106 παρ. 1, εδάφιο δεύτερο, την πειθαρχική δίωξη ασκεί ο μόνος δικαστής ή εισαγγελέας που υπηρετεί. Αρμόδιος για την άσκηση πειθαρχικής δίωξης των υπαλλήλων της Γενικής Επιτροπείας της Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο και της Γενικής Επιτροπεία της Επικρατείας στα τακτικά διοικητικά δικαστήρια είναι ο νεότερος αντεπίτροπος. «Πειθαρχική δίωξη μπορεί επίσης να ασκεί για τους υπαλλήλους της υπηρεσίας του ο υπάλληλος που διευθύνει τη γραμματεία δικαστηρίου ή την εισαγγελία ή το υποθηκοφυλακείο. Την αρμοδιότητα αυτή ασκούν στο Ελεγκτικό Συνέδριο οι γενικοί συντονιστές». Τα μέσα σε «» εδάφια προστέθηκαν με την παρ. 7 άρθρ. 9 Νόμ. 2993/22-26 Μαρτ. 2002 (ΦΕΚ Α΄58) κατωτ. αριθ. 113. (Αντί για τη σελ. 208,465(α) Σελ. 208,465(β) Τεύχος Σελ. Γραμματεία των Δικαστηρίων και Εισαγγελιών 6.Β.ε.110 2.Οι δικαστές και εισαγγελείς που αναδεικνύονται σύμφωνα με την προηγούμενη παράγραφο είναι αρμόδιοι για την άσκηση πειθαρχικής δίωξης δικαστικών υπαλλήλων κατά το επόμενο ημερολογιακό έτος. 3.Αν ο αρμόδιος για την άσκηση της πειθαρχικής δίωξης που ορίζεται κατά την παρ. 1 δεν ολοκληρώσει τις ενέργειές του σε συγκεκριμένη πειθαρχική υπόθεση μέχρι τη λήξη του έτους, για το οποίο έχει οριστεί, διατηρεί την αρμοδιότητά του για την υπόθεση αυτή έως ότου περατώσει το έργο του. 4.Ο Υπουργός Δικαιοσύνης μπορεί να παραγγείλει πειθαρχική δίωξη κάθε δικαστικού υπαλλήλου. 5.Ο Πρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας, ο Πρόεδρος του Αρείου Πάγου, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, ο Πρόεδρος του Ελεγκτικού Συνεδρίου, ο Γενικός Επίτροπος της Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο και ο Γενικός Επίτροπος της Επικρατείας στα τακτικά διοικητικά δικαστήρια μπορούν να παραγγείλουν την άσκηση πειθαρχικής δίωξης κατά δικαστικών υπαλλήλων που υπηρετούν στα αντίστοιχα δικαστήρια και υπηρεσίες. Την ίδια παραγγελία μπορούν να απευθύνουν και τα αρμόδια πειθαρχικά συμβούλια. Πειθαρχικά όργανα Άρθρ.105.-1.Μονομελή πειθαρχικά όργανα είναι οι προϊστάμενοι ή οι πρόεδροι των τριμελών συμβουλίων διοίκησης των δικαστηρίων και των εισαγγελιών, ο Γενικός Επίτροπος της Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο και ο Γενικός Επίτροπος της Επικρατείας στα τακτικά διοικητικά δικαστήρια. 2.Πολυμελή πειθαρχικά όργανα είναι τα δικαστικά (υπηρεσιακά) συμβούλια. Μονομελή πειθαρχικά όργανα Άρθρ.106.-1.Οι προϊστάμενοι ή οι πρόεδροι των τριμελών συμβουλίων διοίκησης των δικαστηρίων και των εισαγγελιών, ο Γενικός Επίτροπος στο Ελεγκτικό Συνέδριο και ο Γενικός Επίτροπος της Επικρατείας στα τακτικά διοικητικά δικαστήρια ασκούν πειθαρχική δικαιοδοσία στους δικαστικούς υπαλλήλους των υπηρεσιών, στις οποίες προΐστανται. Ειδικώς για τους υπαλλήλους της γραμματείας δικαστηρίων ή εισαγγελιών, στα οποία υπηρετεί ένας δικαστής ή εισαγγελέας, την πειθαρχική Σελ. 208,466(β) Τεύχος Σελ. δικαιοδοσία ασκεί ο προϊστάμενος ή ο πρόεδρος του τριμελούς συμβουλίου διοίκησης του αμέσως ανώτερου δικαστηρίου ή της εισαγγελίας, αντιστοίχως. «Για τους υπαλλήλους των εμμίσθων υποθηκοφυλακείων και κτηματολογικών γραφείων, την πειθαρχική δίωξη ασκεί ο εισαγγελέας της οικείας εισαγγελίας πρωτοδικών». Το μέσα σε «» εδάφιο προστέθηκε με την παρ. 10 άρθρ. 10 Νόμ. 3472/4-4 Ιουλ. 2006 (ΦΕΚ Α΄ 135), ανωτ. σελ. 146,56. 2.Τα μονομελή πειθαρχικά όργανα μπορούν να επιβάλλουν, με αιτιολογημένη απόφασή τους, την ποινή της έγγραφης επίπληξης ή του προστίμου έως του 1/2 των μηνιαίων αποδοχών του δικαστικού υπαλλήλου. Πειθαρχικά Συμβούλια Άρθρ.107.-1.Τα δικαστικά (υπηρεσιακά) συμβούλια είναι και πειθαρχικά. Τα πειθαρχικά συμβούλια είναι αρμόδια για την εκδίκαση των πειθαρχικών υποθέσεων σε πρώτο και δεύτερο βαθμό. 2.Τα πειθαρχικά συμβούλια επιβάλλουν όλες τις πειθαρχικές ποινές. Αρμοδιότητα κατά τόπο Άρθρ.10.-1.Η πράξη διορισμού κοινοποιείται το αργότερο μέσα σε τριάντα (30) ημέρες από τη δημοσίευσή της, με έγγραφο που επιδίδεται στο διοριζόμενο. Για την επίδοση συντάσσεται αποδεικτικό. Σελ. 208,430 Τεύχος 1361 Σελ. 58 2.Στο έγγραφο αυτό ορίζεται και εύλογη προθεσμία, που δεν μπορεί να υπερβαίνει τις είκοσι (20) ημέρες, για την ορκωμοσία του διοριζομένου και την ανάληψη υπηρεσίας. Αν δεν ορίζεται προθεσμία, θεωρείται ότι έχει ταχθεί προθεσμία είκοσι (20) ημερών. Η προθεσμία αυτή μπορεί να παραταθεί, για εξαιρετικούς λόγους, ύστερα από αίτηση του διοριζομένου, μόνο μία φορά, για χρονικό διάστημα έως τεσσάρων (4) μηνών. 3.Αν παρέλθει άπρακτη η προθεσμία που προβλέπεται στην παρ. 1, η πράξη διορισμού θεωρείται ότι κοινοποιήθηκε την εξηκοστή (60ή) ημέρα από τη δημοσίευσή της στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Από την ημέρα αυτή αρχίζει η προθεσμία για την ορκωμοσία του διοριζομένου και την ανάληψη της υπηρεσίας. 4.Το χρονικό διάστημα από τη δημοσίευση της πράξης διορισμού έως την ανάληψη υπηρεσίας θεωρείται ως χρόνος πραγματικής δημόσιας υπηρεσίας, εφόσον η ανάληψη της υπηρεσίας έγινε μέσα στην εικοσαήμερη προθεσμία που προβλέπεται στην παρ. 2. Ορκωμοσία Άρθρ.108.-Αρμόδιο κατά τόπο πειθαρχικό όργανο είναι εκείνο, στην αρμοδιότητα του οποίου ανήκουν οι υπάλληλοι της γραμματείας ή της υπηρεσίας, στην οποία υπηρετούσε με οποιαδήποτε υπηρεσιακή σχέση ή κατάσταση ο δικαστικός υπάλληλος κατά το χρόνο τέλεσης του πειθαρχικού παραπτώματος. Σε περίπτωση απόσπασης του δικαστικού υπαλλήλου σε μη δικαστική υπηρεσία, αρμόδιο είναι το πειθαρχικό όργανο της γραμματείας ή υπηρεσίας στην οποία ανήκει οργανικά. 6.Β.ε.110 Γραμματεία των Δικαστηρίων και Εισαγγελιών Σύγκρουση αρμοδιοτήτων Άρθρ.109.-Για την άρση της σύγκρουσης αρμοδιότητας μεταξύ πειθαρχικών συμβουλίων, αρμόδιο είναι για μεν τους δικαστικούς υπαλλήλους των γραμματειών πολιτικών και ποινικών δικαστηρίων και εισαγγελιών το ποινικό τμήμα του Αρείου Πάγου και, αν λειτουργούν περισσότερα ποινικά τμήματα, το πρώτο κατά σειρά αρίθμησης από αυτά, για δε τους υπαλλήλους των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων το τμήμα του Συμβουλίου της Επικρατείας που είναι αρμόδιο για την εκδίκαση των πειθαρχικών υποθέσεων των υπαλλήλων. Τα τμήματα αυτά επιλαμβάνονται ύστερα από αίτηση του οργάνου που ασκεί την πειθαρχική δίωξη ή του διωκομένου και εκδικάζουν την υπόθεση σε συμβούλιο. ΚΕΦΑΛΑΙΟ Δ ΠΡΟΔΙΚΑΣΙΑ Διαδικασίες συλλογής αποδεικτικών στοιχείων Άρθρ.110.-Αν υπάρχουν ενδείξεις ή πληροφορίες για τη διάπραξη πειθαρχικού παραπτώματος από δικαστικό υπάλληλο, διενεργείται προκαταρκτική έρευνα ή ένορκη διοικητική εξέταση, σύμφωνα με τα επόμενα άρθρα. Προκαταρκτική έρευνα Άρθρ.111.-1.Προκαταρκτική έρευνα είναι άτυπη συλλογή στοιχείων και διενεργείται είτε από τον αρμόδιο για την άσκηση της πειθαρχικής δίωξης είτε με παραγγελία του από άλλο δικαστικό λειτουργό ή δικαστικό υπάλληλο με βαθμό Α΄, τον οποίο ορίζει ο ίδιος. (Μετά τη σελ. 208,466(α) Σελ. 208,4661 Τεύχος 1380 Σελ. 97 Γραμματεία των Δικαστηρίων και Εισαγγελιών 6.Β.ε.110 6.Β.ε.110 Γραμματεία των Δικαστηρίων και Εισαγγελιών 2.Εκείνος που διενεργεί την προκαταρκτική έρευνα οφείλει να ζητήσει έγγραφες εξηγήσεις από το δικαστικό υπάλληλο που φέρεται ότι έχει υποπέσει σε πειθαρχικό παράπτωμα. Δικαιούται να ζητήσει πληροφορίες ή τη διαβίβαση συναφών στοιχείων από κάθε άλλη αρχή, μεριμνά για τη συγκέντρωση των αποδεικτικών στοιχείων και εξετάζει μάρτυρες χωρίς όρκο, αν το κρίνει αναγκαίο. Ο καλούμενος να δώσει εξηγήσεις έχει δικαίωμα να λάβει προηγουμένως γνώση όλων των στοιχείων που τον αφορούν. Για την προκαταρκτική έρευνα συντάσσεται έκθεση, της οποίας το πόρισμα πρέπει να είναι αιτιολογημένο. 3.Αν, κατά την κρίση του δικαστικού λειτουργού που ασκεί την πειθαρχική δίωξη, η υπόθεση χρειάζεται περαιτέρω διερεύνηση με ένορκη διοικητική εξέταση (ΕΔΕ), αυτή διενεργείται σύμφωνα με όσα ορίζονται στο επόμενο άρθρο. Ένορκη Διοικητική Εξέταση Άρθρ.112.-1.Η ένορκη διοικητική εξέταση αποσκοπεί στη συλλογή στοιχείων για τη διαπίστωση της τέλεσης πειθαρχικού παραπτώματος και τη διερεύνηση των συνθηκών διάπραξής του. 2.Η ένορκη διοικητική εξέταση διενεργείται είτε από τον αρμόδιο για την άσκηση της πειθαρχικής δίωξης είτε με παραγγελία του από δικαστικό λειτουργό ή δικαστικό υπάλληλο με βαθμό Α΄, τον οποίο ορίζει ο ίδιος. Αυτός που διενεργεί την ένορκη διοικητική εξέταση δικαιούται να ζητήσει πληροφορίες και στοιχεία από κάθε αρχή, φροντίζει για τη συγκέντρωση αποδεικτικών στοιχείων και εξετάζει ενόρκως μάρτυρες, αν το κρίνει αναγκαίο. 3.Κατά τη διενέργεια της ένορκης διοικητικής εξέτασης, ο δικαστικός υπάλληλος που φέρεται ότι έχει υποπέσει σε πειθαρχικό παράπτωμα δικαιούται να ζητήσει εγγράφως την εξέταση έως 3 μαρτύρων. 4.Αφού συγκεντρωθούν τα αποδεικτικά στοιχεία, καλείται υποχρεωτικώς ο δικαστικός υπάλληλος που φέρεται ότι έχει υποπέσει σε πειθαρχικό παράπτωμα για την παροχή έγγραφων εξηγήσεων, με κλήση που του επιδίδεται. Με την κλήση αυτή τάσσεται προθεσμία για την παροχή των εξηγήσεων, η οποία δεν μπορεί να είναι μικρότερη από 5 και μεγαλύτερη από 10 ημέρες. Η μη προσέλευσή του ή η άρνησή του να εξεταστεί δεν εμποδίζει την πρόοδο της ένορκης διοικητικής εξέτασης. 5.Ο δικαστικός υπάλληλος δικαιούται να λάβει γνώση και αντίγραφα των στοιχείων του πειθαρχικού φακέλου πριν την παροχή εξηγήσεων. 6.Η ένορκη διοικητική εξέταση περατώνεται με αιτιολογημένη έκθεση του δικαστικού λειτουργού ή του δικαστικού υπαλλήλου που τη διενεργεί. Ο φάκελος που σχηματίζεται διαβιβάζεται αμέσως στον αρμόδιο για την άσκηση της πειθαρχικής δίωξης, αν έχει διενεργήσει άλλος την ένορκη διοικητική εξέταση. Θέση πειθαρχικής δίωξης στο αρχείο Άρθρ.113.-1.Αν, ύστερα από τη διενέργεια προκαταρκτικής έρευνας ή ένορκης διοικητικής εξέτασης, δεν πιθανολογείται πράξη ή παράλειψη που συνιστά πειθαρχικό παράπτωμα ή αν τα πραγματικά περιστατικά που βεβαιώνονται δεν επισύρουν πειθαρχική κύρωση λόγω εξάλειψης του κολασίμου ή λήξης της πειθαρχικής ευθύνης, η υπόθεση τίθεται στο αρχείο με αιτιολογημένη πράξη που υποβάλλεται στον Υπουργό Δικαιοσύνης και στον προϊστάμενο του δικαστηρίου ή της εισαγγελίας ή στο Γενικό Επίτροπο Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο ή στο Γενικό Επίτροπο της Επικρατείας στα τακτικά διοικητικά δικαστήρια, κατά περίπτωση. 2.Αν τα πρόσωπα, στα οποία υποβάλλεται η πράξη αρχειοθέτησης σύμφωνα με την προηγούμενη παράγραφο, κρίνουν ότι συντρέχει ανάγκη περαιτέρω έρευνας της υπόθεσης, μέσα σε ανατρεπτική προθεσμία 20 ημερών από την υποβολή της πράξης παραγγέλλουν στον αρμόδιο για την άσκηση πειθαρχικής δίωξης να διενεργήσει κατά περίπτωση ένορκη διοικητική εξέταση ή συμπληρωματική ένορκη διοικητική εξέταση, σύμφωνα με το προηγούμενο άρθρο. ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ε΄ ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΗ ΔΙΩΞΗ Πειθαρχική αγωγή Άρθρ.114.-1.Ο αρμόδιος για την άσκηση της πειθαρχικής δίωξης, αν κρίνει ότι συντρέχει περίπτωση επιβολής πειθαρχικής ποινής, συντάσσει πειθαρχική αγωγή. 2.Η πειθαρχική αγωγή περιέχει: α)το ονοματεπώνυμο και τα υπηρεσιακά στοιχεία του διωκομένου και β) τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία στοιχειοθετούν το πειθαρχικό παράπτωμα και τις διατάξεις που το προβλέπουν. 3.Η πειθαρχική αγωγή απευθύνεται στο μονομελές πειθαρχικό όργανο ή στο πειθαρχικό συμβούλιο, κατά την κρίση του αρμόδιου για την άσκηση της πειθαρχικής δίωξης οργάνου, και συνοδεύεται από τον πειθαρχικό φάκελο. (Μετά τη σελ. 208,466) Σελ. 208,467 Τεύχος 1361 Σελ. 95 Γραμματεία των Δικαστηρίων και Εισαγγελιών 6.Β.ε.110 Άσκηση πειθαρχικής δίωξης Άρθρ.115.-1.Η πειθαρχική δίωξη ασκείται με την επίδοση της πειθαρχικής αγωγής στο διωκόμενο δικαστικό υπάλληλο. 2.Αντίγραφο της πειθαρχικής αγωγής υποβάλλεται χωρίς καθυστέρηση στον προϊστάμενο ή στον πρόεδρο του τριμελούς συμβουλίου διοίκησης του δικαστηρίου ή της εισαγγελίας ή το Γενικό Επίτροπο της Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο ή το Γενικό Επίτροπο της Επικρατείας στα τακτικά διοικητικά δικαστήρια, κατά περίπτωση, ανάλογα με το δικαστήριο, εισαγγελία ή υπηρεσία, στην οποία υπηρετεί ο διωκόμενος. ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΣΤ΄ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΣΤΑ ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΑ ΟΡΓ ΑΝΑ Διαδικασία στα μονομελή πειθαρχικά όργανα Άρθρ.116.-1.Το μονομελές πειθαρχικό όργανο, μόλις περιέλθει σε αυτό η πειθαρχική αγωγή και ο πειθαρχικός φάκελος, επιμελείται για την επίδοση της πειθαρχικής αγωγής στο διωκόμενο και τον καλεί να απολογηθεί εγγράφως μέσα σε προθεσμία που ορίζεται στην κλήση και δεν μπορεί να είναι μικρότερη από πέντε (5) ημέρες από την επίδοση της κλήσης. Η οριζόμενη προθεσμία μπορεί να παραταθεί ύστερα από αίτηση του διωκομένου έως πέντε (5) ημέρες. Η μη προσέλευση του διωκομένου ή η άρνησή του να απολογηθεί δεν εμποδίζει την πρόοδο της διαδικασίας και την έκδοση οριστικής απόφασης. 2.Στις αποφάσεις των μονομελών πειθαρχικών οργάνων εφαρμόζονται αναλόγως οι παρ. 2, 3 και 4 του άρθρ. 129. Ορισμός εισηγητή στο πειθαρχικό συμβούλιο Κλήση διωκομένου σε απολογία Άρθρ.117.-1.Αν η πειθαρχική αγωγή απευθύνεται στο πειθαρχικό συμβούλιο, ο πρόεδρός του ορίζει ένα από τα μέλη του ως εισηγητή. Η σχετική πράξη με αντίγραφο της πειθαρχικής αγωγής επιδίδεται στο διωκόμενο. 2.Ο εισηγητής αντικαθίσταται αν κωλύεται. Ο διωκόμενος μέσα σε τρεις (3) ημέρες από την επίδοση της πράξης μπορεί να ζητήσει την εξαίρεση του εισηγητή. Στην περίπτωση αυτή ο εισηγητής αντικαθίσταται αν το πειθαρχικό συμβούλιο, χωρίς τη συμμετοχή του, δεχθεί το αίτημα. Αίτηση εξαίρεσης του εισηγητή που ορίστηκε σε αντικατάσταση εκείνου, ο οποίος εξαιρέθηκε, δεν επιτρέπεται. Σελ. 208,468 Τεύχος 1361 Σελ. 96 3.Ο εισηγητής καλεί το διωκόμενο σε απολογία. Στην κλήση τάσσεται εύλογη προθεσμία, όχι μικρότερη από πέντε (5) ημέρες, που μπορεί, με αίτηση του διωκόμενου, να παραταθεί για 10ημέρες το πολύ. Κατά το χρονικό διάστημα από την επίδοση της κλήσης έως την συζήτηση της υπόθεσης, ο διωκόμενος λογίζεται ότι είναι σε άδεια επί ένα δεκαήμερο, αν το δηλώσει εγγράφως στον προϊστάμενό του. 4.Ο διωκόμενος δικαιούται να λάβει γνώση του πειθαρχικού φακέλου και να ζητήσει αντίγραφο των στοιχείων που περιέχονται σε αυτόν. Η γνώση ή η χορήγηση αντιγράφων βεβαιώνεται με ειδική έκθεση, η οποία υπογράφεται από το γραμματέα του πειθαρχικού συμβουλίου και το διωκόμενο. Άρνηση του διωκομένου να υπογράψει βεβαιώνεται από το γραμματέα στην έκθεση, που, στην περίπτωση αυτήν, υπογράφεται μόνο από αυτόν. 5.Η απολογία είναι πάντοτε έγγραφη και εγχειρίζεται στον εισηγητή, ο οποίος χορηγεί έγγραφη απόδειξη παραλαβής ή κατατίθεται στον προϊστάμενο της υπηρεσίας του διωκομένου, ο οποίος τη διαβιβάζει αμέσως στο αρμόδιο συμβούλιο ή αποστέλλεται στον εισηγητή με συστημένη επιστολή. Στην απολογία επισυνάπτονται όσα στοιχεία έχει στη διάθεσή του ο διωκόμενος, ο οποίος μπορεί να ζητήσει από τον εισηγητή εύλογη προθεσμία για να υποβάλει συμπληρωματικά στοιχεία. Στην απολογία μπορεί να προταθεί η εξέταση μαρτύρων που δεν υπερβαίνουν τους πέντε (5). 6.Β.ε.110 Γραμματεία των Δικαστηρίων και Εισαγγελιών Ανάκριση Άρθρ.11.-1.Η υπαλληλική σχέση καταρτίζεται με το διορισμό και την αποδοχή του από το διοριζόμενο. 2.Η αποδοχή δηλώνεται με την ορκωμοσία. 6.Β.ε.110 Γραμματεία των Δικαστηρίων και Εισαγγελιών Τύπος του όρκου Άρθρ.118.-1.Αν μετά την απολογία του διωκομένου τα στοιχεία του φακέλου κριθούν από τον πρόεδρο επαρκή για να εισαχθεί η υπόθεση στο πειθαρχικό συμβούλιο, ενεργούνται όσα ορίζονται στα άρθρ. 125 και επόμενα. Αν κριθούν ανεπαρκή, ο πρόεδρος διατάσσει τη διενέργεια ανάκρισης από τον εισηγητή της υπόθεσης. 2.Η ανάκριση αποβλέπει στη συλλογή κάθε πρόσφορου αποδεικτικού στοιχείου και στη διερεύνηση όλων των πραγματικών περιστατικών για το σχηματισμό της κρίσης του πειθαρχικού συμβουλίου. Ανακριτικές πράξεις Άρθρ.119.-1.Ανακριτικές πράξεις είναι: α)η εξέταση μαρτύρων, β)η εξέταση του διωκομένου, γ)η αυτοψία, δ) η πραγματογνωμοσύνη και ε)η αναζήτηση εγγράφων και άλλων στοιχείων. Για τις τέσσερις πρώτες από τις πράξεις αυτές συντάσσεται έκθεση, η οποία υπογράφεται από το δικαστικό λειτουργό που διενεργεί την ανάκριση και τα πρόσωπα που συμπράττουν στην ανακριτική πράξη. Άρνηση των τελευταίων να υπογράψουν βεβαιώνεται στην έκθεση, η οποία στην περίπτωση αυτή υπογράφεται μόνο από το δικαστικό λειτουργό που διενεργεί την ανάκριση. 2.Δεν μπορεί να αποτελέσέι αντικείμενο ανακριτικής πράξης θέμα που κατά το νόμο καλύπτεται: α)από το απόρρητο της υπηρεσίας, εκτός αν συναινεί η αρμόδια αρχή και β)από το επαγγελματικό απόρρητο. 3.Ο εισηγητής διενεργεί αυτοπροσώπως τις ανακριτικές πράξεις στην έδρα του. Αν πρόκειται να διενεργηθεί ανακριτική πράξη έξω από την έδρα του, ο εισηγητής μπορεί να παραγγείλει τη διενέργειά της από δικαστικό λειτουργό που υπηρετεί στην περιφέρεια, στην οποία πρόκειται να διενεργηθεί η πράξη. 4.Μετά το πέρας των ανακριτικών πράξεων ο διωκόμενος καλείται να λάβει γνώση του πειθαρχικού φακέλου. Μάρτυρες Άρθρ.120.-1.Οι μάρτυρες εξετάζονται ενόρκως στον τόπο της κατοικίας ή της διαμονής τους, εκτός αν δηλώσουν ότι επιθυμούν να εξεταστούν στην εισηγητή. 2.Η μη εμφάνιση ή η άρνηση κατάθεσης μάρτυρα χωρίς εύλογη αιτία τιμωρείται κατά το άρθρ. 169 του Ποινικού Κώδικα. Εύλογη αιτία θεωρείται και η συγγένεια του μάρτυρα με το διωκόμενο σε ευθεία γραμμή ή σε πλάγια γραμμή μέχρι και τον τρίτο βαθμό. 3.Η εξέταση μαρτύρων πέρα από εκείνους, τους οποίους δικαιούται να προτείνει ο διωκόμενος, σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρ. 117, απόκειται στην κρίση του εισηγητή. Εξέταση διωκομένου Άρθρ.121.-Κατά την ανάκριση εξετάζεται ανωμοτί ο διωκόμενος, ο οποίος δικαιούται να λάβει γνώση, πριν την εξέτασή του, των στοιχείων του φακέλου. Η μη προσέλευση ή η άρνηση του διωκομένου να εξεταστεί δεν εμποδίζει την πρόοδο της ανάκρισης. Αυτοψία Άρθρ.122.-Η αυτοψία ενεργείται είτε από τον εισηγητή είτε, αν αυτός το προτείνει, από ολόκληρο το πειθαρχικό συμβούλιο, για να διαπιστωθούν οι πραγματικές συνθήκες τέλεσης του πειθαρχικού παραπτώματος ή άλλα συναφή με αυτό στοιχεία. Η εξέταση δημόσιων ή ιδιωτικών εγγράφων ή άλλων στοιχείων, που έχουν κατατεθεί σε δημόσια αρχή, ενεργείται στο γραφείο, στο οποίο φυλάσσονται. Πραγματογνωμοσύνη Άρθρ.123.-Ως πραγματογνώμονες ορίζονται δικαστικοί λειτουργοί ή δημόσιοι πολιτικοί ή στρατιωτικοί υπάλληλοι ή επιστήμονες ή τεχνικοί, από τον πίνακα του άρθρ. 185 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας. Οι αμοιβές των πραγματογνωμόνων εκκαθαρίζονται από τον πρόεδρο του πειθαρχικού συμβουλίου και καταβάλλονται από το Δημόσιο, σύμφωνα με τις διατάξεις για το δημόσιο λογιστικό, μετά τη διενέργεια της πραγματογνωμοσύνης. Αναζήτηση εγγράφων και άλλων στοιχείων Άρθρ.124.-1.Ο εισηγητής δικαιούται να ζητήσει από κάθε δημόσια αρχή την παροχή στοιχείων ή την αποστολή πιστοποιητικών ή βεβαιώσεων για θέματα που ανάγονται στην αρμοδιότητά της ή αντιγράφων των εγγράφων που τηρούνται στο αρχείο της. 2.Ο εισηγητής δικαιούται επίσης να ζητήσει έγγραφα και στοιχεία, τα οποία κατέχει ιδιώτης. Τα έγγραφα και στοιχεία αυτά επιστρέφονται υποχρεωτικά μετά το τέλος της πειθαρχικής δίκης. Ο εισηγητής είναι υποχρεωμένος, ύστερα από αίτηση του ιδιώτη, να χορηγήσει ατελώς, εκτός από απόδειξη παραλαβής και επίσημο αντίγραφο ή απόσπασμα των εγγράφων, τα οποία παρέλαβε. Έγγραφα ή στοιχεία που είναι αναγκαία στον ιδιώτη για την εξυπηρέτηση υποθέσεών του, εξετάζονται στον τόπο, στον οποίο βρίσκονται. (Μετά τη σελ. 208,468) Σελ. 208,469 Τεύχος 1361 Σελ. 97 Γραμματεία των Δικαστηρίων και Εισαγγελιών 6.Β.ε.110 3.Η άρνηση παροχής στοιχείων σύμφωνα με τις προηγούμενες παραγράφους τιμωρείται κατά το άρθρ. 169 του Ποινικού Κώδικα. Ορισμός συνεδρίασης Κλήση του διωκομένου μετά την ανάκριση Άρθρ.125.-1.Μετά το τέλος της ανάκρισης και τη σύνταξη του σχετικού πορίσματος, ο πρόεδρος του συμβουλίου, αφού λάβει τη δικογραφία, ορίζει με πράξη του ημερομηνία για τη συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον του πειθαρχικού συμβουλίου. Η πράξη αυτή κοινοποιείται σε όλα τα μέλη του συμβουλίου 10 τουλάχιστον ημέρες πριν την ημερομηνία συζήτησης της υπόθεσης. Η πράξη επιδίδεται και στο διωκόμενο με κλήση να προσέλθει για να λάβει γνώση και αντίγραφα των στοιχείων του πειθαρχικού φακέλου και για να παραστεί κατά τη συζήτηση. Η κλήση επιδίδεται 10 τουλάχιστον ημέρες πριν την ημέρα της συζήτησης. Η τυχόν μη προσέλευση του διωκομένου δεν εμποδίζει την πρόοδο της διαδικασίας. 2.Ο πρόεδρος καλεί ενώπιον του συμβουλίου τους μάρτυρες, τους οποίους πρότεινε ο διωκόμενος, εκτός εάν εξετάστηκαν στην ανάκριση που προηγήθηκε. Σε κάθε περίπτωση, μπορεί να καλέσει τους μάρτυρες, τους οποίους κρίνει αναγκαίους. Διαδικασία στα πειθαρχικά συμβούλια Άρθρ.12.-1.Ο όρκος έχει ως εξής: «Ορκίζομαι να έχω πίστη στην Πατρίδα, να υπακούω στο Σύνταγμα και στους νόμους και να ασκώ ευσυνείδητα τα καθήκοντά μου». 2.Όποιος δηλώνει ότι δεν πρεσβεύει καμία θρησκεία και εκείνος, του οποίου η θρησκεία δεν επιτρέπει τον όρκο, παρέχει την εξής διαβεβαίωση: «Επικαλούμαι την τιμή και τη συνείδησή μου και διαβεβαιώνω ότι θα έχω πίστη στην Πατρίδα, θα υπακούω στο Σύνταγμα και στους νόμους και θα ασκώ ευσυνείδητα τα καθήκοντά μου». 3.Αλλοδαπός που διορίζεται ως δικαστικός υπάλληλος δίνει τον επόμενο όρκο: «Ορκίζομαι να έχω πίστη στην Ελλάδα, να υπακούω στο Σύνταγμα και στους νόμους της και να ασκώ ευσυνείδητα τα καθήκοντά μου». 4.Αλλοδαπός που διορίζεται ως δικαστικός υπάλληλος και δηλώνει ότι δεν πρεσβεύει καμία θρησκεία και εκείνος, του οποίου η θρησκεία δεν επιτρέπει τον όρκο, παρέχουν την εξής διαβεβαίωση: «Επικαλούμαι την τιμή και τη συνείδησή μου και διαβεβαιώνω ότι θα έχω πίστη στην Ελλάδα, θα υπακούω στο Σύνταγμα και στους νόμους της και θα ασκώ ευσυνείδητα τα καθήκοντά μου». Ανάληψη υπηρεσίας Άρθρ.126.-1.Αν ο διωκόμενος δεν εμφανιστεί κατά τη συζήτηση και δεν έχει κλητευθεί νομίμως ή αν δεν προσέλθει από ανυπέρβλητο κώλυμα, ορίζεται νέα ημερομηνία για συζήτηση. Το συμβούλιο μπορεί, και αν δεν συντρέχουν οι παραπάνω λόγοι, να αναβάλει για μία μόνο φορά τη συζήτηση λόγω της μη προσέλευσης του διωκομένου ή μάρτυρα, του οποίου η εμφάνιση κρίνεται αναγκαία ή για άλλο σπουδαίο λόγο. Αν δεν συντρέχει περίπτωση αναβολής, το συμβούλιο προχωρεί στη συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία του διωκομένου. 2.Ο διωκόμενος μπορεί να ζητήσει εγγράφως, πριν την έναρξη της συνεδρίασης, την εξαίρεση 2 το πολύ μελών του πειθαρχικού συμβουλίου, αναφέροντας τους λόγους εξαίρεσης. Για την αίτηση αποφασίζει το συμβούλιο, χωρίς τη συμμετοχή του μέλους, του οποίου ζητήθηκε η εξαίρεση, με αιτιολογημένη απόφαση που καταχωρίζεται στα πρακτικά. Τα μέλη, την εξαίρεση των οποίων αποφάσισε το συμβούλιο, αντικαθίστανται από αναπληρωματικά μέλη. Σελ. 208,470 Τεύχος 1361 Σελ. 98 3.Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ο εισηγητής διαβάζει την πειθαρχική αγωγή και το πόρισμα της ανάκρισης, αν έχει διενεργηθεί. Στη συνέχεια καλούνται για εξέταση οι μάρτυρες και δίνεται ο λόγος στους εκπροσώπους των δικαστικών υπαλλήλων. Ακολούθως δίνεται ο λόγος στο διωκόμενο για να αναπτύξει προφορικά την απολογία του και να απαντήσει στα ερωτήματα των μελών του συμβουλίου. Επίσης δίνεται ο λόγος στον τυχόν παριστάμενο δικηγόρο του. Ο πρόεδρος μπορεί να χορηγήσει στο διωκόμενο προθεσμία έως 3 ημερών για την υποβολή υπομνήματος. Με το υπόμνημα δεν επιτρέπεται να προβάλλονται νέοι πραγματικοί ισχυρισμοί. 4.Ο πρόεδρος του συμβουλίου διευθύνει τη συζήτηση, απευθύνει ερωτήσεις και δίνει την άδεια στα μέλη του συμβουλίου, στο διωκόμενο και στον τυχόν παριστάμενο δικηγόρο του για να υποβάλουν ερωτήσεις. 5.Για τη συνεδρίαση του πειθαρχικού συμβουλίου συντάσσεται από το γραμματέα πρακτικό, το οποίο υπογράφεται από αυτόν και τον πρόεδρο. Το πρακτικό περιέχει σε συντομία τις καταθέσεις των μαρτύρων, την άποψη των εκπροσώπων των δικαστικών υπαλλήλων, την προφορική απολογία του διωκομένου, καθώς και έκθεση για κάθε αξιόλογο γεγονός που έλαβε χώρα κατά τη διάρκεια της συνεδρίασης. Ο πρόεδρος μπορεί να διατάξει την αυτολεξεί καταχώριση ουσιωδών μερών των καταθέσεων ή δηλώσεων που γίνονται κατά τη συνεδρίαση. 6.Β.ε.110 Γραμματεία των Δικαστηρίων και Εισαγγελιών 6.Το συμβούλιο εκτιμά ελευθέρως τα αποδεικτικά στοιχεία. Αν κρίνει ότι αυτά είναι ανεπαρκή, μπορεί με απόφασή του, η οποία επιδίδεται στο διωκόμενο, να διατάξει τη συμπλήρωση των αποδείξεων. Αν αποφασιστεί η διενέργεια αυτοψίας, αυτή διενεργείται από το συμβούλιο. Όταν συμπληρωθούν οι αποδείξεις σύμφωνα με όσα διατάσσονται με την απόφαση, επαναλαμβάνεται η κύρια διαδικασία. 7.Αν κατά τη διάσκεψη διατυπώνονται για κάποιο ζήτημα περισσότερες από δύο γνώμες, με αποτέλεσμα να μη σχηματίζεται πλειοψηφία, τα μέλη που ψήφισαν υπέρ της δυσμενέστερης για το διωκόμενο γνώμης ή υπέρ της βαρύτερης ποινής, προσχωρούν στην αμέσως ευνοϊκότερη. 8.Ο δικαστικός λειτουργός που άσκησε την πειθαρχική δίωξη δεν επιτρέπεται να συμμετέχει στο πειθαρχικό συμβούλιο που εκδικάζει το ίδιο πειθαρχικό παράπτωμα. Συνεκδίκαση και χωρισμός πειθαρχικών υποθέσεων Άρθρ.127.-1.Τα πειθαρχικά συμβούλια μπορούν σε κάθε στάση της διαδικασίας να διατάξουν την ένωση και συνεκδίκαση ή το χωρισμό περισσότερων πειθαρχικών υποθέσεων που εκκρεμούν ενώπιόν τους. 2.Σε περίπτωση συνεκδίκασης υποθέσεων που ανήκουν στην αρμοδιότητα διαφορετικών πειθαρχικών οργάνων, έχει εφαρμογή η παρ. 3 του άρθρ. 99. Γενικά θέματα διαδικασίας Άρθρ.128.-1.Η διαδικασία ενώπιον των πειθαρχικών συμβουλίων είναι μυστική. 2.Κατά τη διαδικασία ενώπιον των πειθαρχικών συμβουλίων επιτρέπεται συμπαράσταση με δικηγόρο. 3.Η πειθαρχική διαδικασία διενεργείται ατελώς. Έξοδα δεν επιδικάζονται ούτε σε βάρος του διωκομένου. Απόφαση Άρθρ.129.-1.Το σχέδιο της απόφασης συντάσσεται από τον εισηγητή και υπογράφεται από αυτόν και τον πρόεδρο. Το πρωτότυπο της απόφασης υπογράφεται από τον πρόεδρο και το γραμματέα και καταχωρίζεται σε ειδικό βιβλίο. 2.Η απόφαση περιέχει τη σύνθεση του συμβουλίου, το ονοματεπώνυμο των εκπροσώπων των δικαστικών υπαλλήλων που παρέστησαν ή βεβαίωση του γεγονότος ότι κλήθηκαν νομίμως και δεν παρέστησαν, το ονοματεπώνυμο και το βαθμό του διωκομένου, μνεία για την τυχόν παράστασή του ή τη νόμιμη κλήτευσή του, το ονοματεπώνυμο και τον αριθμό του δελτίου ταυτότητας του οικείου δικηγορικού συλλόγου του δικηγόρου που τυχόν παραστάθηκε, περίληψη του αποδιδόμενου παραπτώματος και της απολογίας με τους ουσιώδεις ισχυρισμούς του διωκομένου, αιτιολογικό τόσο ως προς τη διαπίστωση ή μη της ενοχής όσο και ως προς την επιμέτρηση της ποινής και διατακτικό. 3.Η οριστική απόφαση επιδίδεται, με επιμέλεια του γραμματέα, στο διωκόμενο, στον προϊστάμενο ή στον πρόεδρο του τριμελούς συμβουλίου διοίκησης του δικαστηρίου, της εισαγγελίας ή της υπηρεσίας, στην οποία υπηρετεί ο διωκόμενος, και σε όσους έχουν δικαίωμα έφεσης. 4.Η πειθαρχική απόφαση δεν ανακαλείται. ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ζ΄ ΕΝΔΙΚΑ ΜΕΣΑ Έφεση κατά των αποφάσεων μονομελών πειθαρχικών οργάνων Άρθρ.130.-1.Έφεση κατά των αποφάσεων των μονομελών πειθαρχικών οργάνων μπορούν να ασκήσουν: α)Ο δικαστικός υπάλληλος κατά της απόφασης, με την οποία τιμωρήθηκε πειθαρχικώς ή απαλλάχθηκε με μειωτική αιτιολογία. β)Το αρμόδιο για την άσκηση της πειθαρχικής δίωξης όργανο κατά οποιασδήποτε απόφασης. γ) Ο προϊστάμενος ή ο πρόεδρος του τριμελούς συμβουλίου διοίκησης του αμέσως ανώτερου δικαστηρίου ή εισαγγελίας, αντιστοίχως, κατά οποιασδήποτε απόφασης. Κατά των αποφάσεων των προϊσταμένων ή προέδρων του τριμελούς συμβουλίου διοίκησης των εφετείων και των εισαγγελιών τους αφ΄ ενός και των διοικητικών εφετείων αφ΄ ετέρου, έφεση ασκούν ο πρόεδρος του επταμελούς δικαστικού (υπηρεσιακού) συμβουλίου του Αρείου Πάγου και του Συμβουλίου της Επικρατείας, αντιστοίχως. δ)Ο Υπουργός Δικαιοσύνης κατά οποιασδήποτε απόφασης. 2.Η έφεση του δικαστικού υπαλλήλου ασκείται με κατάθεση στο γραμματέα του κατά το άρθρ. 131 αρμόδιου πειθαρχικού συμβουλίου ή στο γραμματέα του δικαστηρίου ή της εισαγγελίας ή στον προϊστάμενο της υπηρεσίας, στην οποία υπηρετεί ή σε ελληνική προξενική αρχή της αλλοδαπής. Η έφεση των προσώπων που αναφέρονται στις περιπτ. β΄ και γ΄ της προηγούμενης παραγράφου ασκείται με κατάθεση ή αποστολή στο γραμματέα του αρμόδιου πειθαρχικού συμβουλίου. Ως προς την προθεσμία για την άσκηση της έφεσης και το μεταβιβαστικό και ανασταλτικό αποτέλεσμά της εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις των παρ. 3, 4, 5 και 6 του άρθρ. 132. (Μετά τη σελ. 208,470) Σελ. 208,471 Τεύχος 1361 Σελ. 99 Γραμματεία των Δικαστηρίων και Εισαγγελιών 6.Β.ε.110 Αρμόδιο δευτεροβάθμιο όργανο Άρθρ.131.-1.Με την επιφύλαξη των επόμενων παραγράφων, η κατά το προηγούμενο άρθρο έφεση ασκείται ενώπιον του πειθαρχικού συμβουλίου του οικείου εφετείου. 2.Η έφεση κατά της απόφασης προϊσταμένου ή προέδρου του τριμελούς συμβουλίου διοίκησης εφετείου, διοικητικού εφετείου ή εισαγγελίας εφετών ασκείται ενώπιον του πενταμελούς πειθαρχικού συμβουλίου του οικείου ανώτατου δικαστηρίου. 3.Η έφεση κατά της απόφασης του Γενικού Επιτρόπου της Επικρατείας στα τακτικά διοικητικά δικαστήρια ασκείται ενώπιον του επταμελούς πειθαρχικού συμβουλίου του Συμβουλίου της Επικρατείας. 4.Η έφεση κατά της απόφασης των προέδρων των ανώτατων δικαστηρίων, του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου και του Γενικού Επιτρόπου της Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο ασκείται ενώπιον του επταμελούς πειθαρχικού συμβουλίου του οικείου ανώτατου δικαστηρίου. Έφεση κατά των αποφάσεων των πειθαρχικών συμβουλίων Άρθρ.132.-1.Οι αποφάσεις των πειθαρχικών συμβουλίων που εκδίδονται σε πρώτο βαθμό υπόκεινται σε έφεση. 2.Δικαίωμα έφεσης έχουν: α)Ο δικαστικός υπάλληλος κατά απόφασης, με την οποία τιμωρήθηκε πειθαρχικώς ή απαλλάχθηκε με μειωτική αιτιολογία. β)Ο Υπουργός Δικαιοσύνης και το αρμόδιο για την άσκηση της πειθαρχικής δίωξης όργανο κατά οποιασδήποτε απόφασης. 3.Η έφεση του δικαστικού υπαλλήλου ασκείται μέσα σε ένα (1) μήνα από την επίδοση σε αυτόν της απόφασης του πρωτοβάθμιου πειθαρχικού συμβουλίου με κατάθεση στο γραμματέα του συμβουλίου αυτού. Μπορεί επίσης να κατατεθεί στο γραμματέα του δικαστηρίου ή εισαγγελίας ή στον προϊστάμενο της υπηρεσίας, στην οποία υπηρετεί ή στον προϊστάμενο ελληνικής προξενικής αρχής της αλλοδαπής, οι οποίοι είναι υποχρεωμένοι να την αποστείλουν, χωρίς καθυστέρηση, στο γραμματέα του συμβουλίου που έχει εκδώσει την προσβαλλόμενη απόφαση. Η παραπάνω προθεσμία για την άσκηση της έφεσης παρεκτείνεται κατά ένα (1) μήνα για όσους διαμένουν στο εξωτερικό. Σελ. 208,472 Τεύχος 1361 Σελ. 100 4.Η έφεση του Υπουργού Δικαιοσύνης και του αρμόδιου για την άσκηση της πειθαρχικής δίωξης οργάνου ασκείται μέσα σε ένα (1) μήνα από την περιέλευση σε αυτούς της απόφασης του πρωτοβάθμιου πειθαρχικού συμβουλίου, και πάντως όχι μετά την πάροδο 3 μηνών από την έκδοσή της, με κατάθεση ή αποστολή, με τηλεγράφημα ή με τηλεομοιοτυπία στο γραμματέα του συμβουλίου αυτού. Σε περίπτωση αποστολής της έφεσης, ως ημερομηνία άσκησής της θεωρείται η ημερομηνία κατάθεσης του τηλεγραφήματος ή αποστολής της τηλεομοιοτυπίας. 5.Με την άσκηση της έφεσης η υπόθεση μεταβιβάζεται στο κατά το άρθρ. 23 αρμόδιο δευτεροβάθμιο συμβούλιο, το οποίο δεν μπορεί να χειροτερεύσει τη θέση του διωκομένου αν έχει ασκηθεί έφεση μόνο υπέρ αυτού. 6.Η προθεσμία για την άσκηση της έφεσης και η άσκησή της αναστέλλουν την εκτέλεση της απόφασης. Διαδικασία στα δευτεροβάθμια πειθαρχικά συμβούλια Άρθρ.133.-Ως προς τη διαδικασία ενώπιον των δευτεροβάθμιων πειθαρχικών συμβουλίων, τα δικαιώματα του διωκομένου, την έκδοση και επίδοση της απόφασης, ισχύουν αναλόγως όσα ορίζονται για τα πρωτοβάθμια συμβούλια. 6.Β.ε.110 Γραμματεία των Δικαστηρίων και Εισαγγελιών Επανάληψη πειθαρχικής δίκης Άρθρ.134.-1.Την επανάληψη της πειθαρχικής δίκης, σύμφωνα με την παρ. 4 του άρθρ. 102, μπορούν να ζητήσουν τα αρμόδια για την άσκηση της πειθαρχικής δίωξης όργανα στην περίπτ. α΄της παραγράφου αυτής, ο δικαστικός υπάλληλος στις περιπτ. β΄ και γ΄ της ίδιας παραγράφου και ο Υπουργός Δικαιοσύνης σε κάθε περίπτωση. 2.Η αίτηση επανάληψης της πειθαρχικής δίκης απευθύνεται στο πειθαρχικό όργανο που είχε εκδώσει την απόφαση, κατά της οποίας στρέφεται η αίτηση. Η αίτηση ασκείται μέσα σε ένα (1) έτος από την ημερομηνία, κατά την οποία έγινε αμετάκλητη η δικαστική απόφαση ή το απαλλακτικό βούλευμα ή αφότου αποκαλύφθηκαν τα νέα αποδεικτικά στοιχεία. Ως προς τη διαδικασία κατάθεσης και εξέτασης της αίτησης επανάληψης εφαρμόζονται αναλόγως όσα ορίζονται για την έφεση. 3.Η αίτηση επανάληψης της πειθαρχικής δίκης εξετάζεται από το όργανο που εξέδωσε την πειθαρχική απόφαση, κατά της οποίας στρέφεται η αίτηση. Αν γίνει δεκτή η αίτηση επανάληψης, το πειθαρχικό όργανο εξαφανίζει την πειθαρχική αυτή απόφαση και ερευνά κατ΄ ουσίαν την υπόθεση. ΚΕΦΑΛΑΙΟ Η ΕΚΤΕΛΕΣΗ ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΩΝ ΑΠΟΦΑΣΕΩΝ ΔΙΑΓΡΑΦΗ ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΩΝ ΠΟΙΝΩΝ Συνέπειες πειθαρχικών αποφάσεων Άρθρ.13.-1.Δεν επιτρέπεται η ανάληψη υπηρεσίας πριν την ορκωμοσία. 2.Οι υπάλληλοι των δικαστηρίων και των εισαγγελιών τους ορκίζονται ενώπιον του οικείου δικαστηρίου, σε δημόσια συνεδρίαση. Οι υπάλληλοι της γραμματείας του Γενικού Επιτρόπου της Επικρατείας στα τακτικά διοικητικά δικαστήρια ορκίζονται ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών. 3.Η ορκωμοσία βεβαιώνεται με πρακτικό. Η ανάληψη υπηρεσίας πιστοποιείται με έκθεση που συντάσσει ο γραμματέας του δικαστηρίου ή της εισαγγελίας ή ο προϊστάμενος της υπηρεσίας, στην οποία τοποθετείται ο δικαστικός υπάλληλος. ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ ΑΝΑΚΛΗΣΗ ΔΙΟΡΙΣΜΟΥ – ΑΝΑΔΙΟΡΙΣΜΟΣ Ανάκληση διορισμού Άρθρ.135.-Οι τελεσίδικες αποφάσεις των πειθαρχικών οργάνων εκτελούνται υποχρεωτικώς από τις αρμόδιες υπηρεσίες ως εξής: α)Το πρόστιμο υπολογίζεται στις αποδοχές, τις οποίες λαμβάνει ο δικαστικός υπάλληλος κατά το χρόνο έκδοσης της πρωτοβάθμιας πειθαρχικής απόφασης. Η εκτέλεση της απόφασης, με την οποία επιβάλλεται πρόστιμο, γίνεται από τον οικείο εκκαθαριστή των αποδοχών, ο οποίος παρακρατεί το ποσό του προστίμου από τις αποδοχές του πρώτου μήνα μετά την πάροδο άπρακτης της προθεσμίας για την άσκηση έφεσης ή μετά την επίδοση της απόφασης που εκδόθηκε σε δεύτερο βαθμό. Αν το ποσό αυτό είναι ανώτερο από το ¼ των μηνιαίων αποδοχών του δικαστικού υπαλλήλου, η παρακράτηση γίνεται σε περισσότερες μηνιαίες δόσεις, που ορίζονται με την απόφαση. Καμία δόση δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει το ¼ των μηνιαίων αποδοχών του δικαστικού υπαλλήλου. Αν ο δικαστικός υπάλληλος αποχωρήσει από την υπηρεσία, τα ποσά που οφείλονται εισπράττονται κατά τον Κ.Ε.Δ.Ε.. Τα ποσά προστίμου περιέρχονται στο δημόσιο ταμείο. Αν ο δικαστικός υπάλληλος αποβιώσει, η οφειλή, κατά το ποσό που δεν έχει εισπραχθεί διαγράφεται. β)Αν επιβληθεί η ποινή της διακοπής του δικαιώματος για μισθολογική εξέλιξη και του δικαιώματος για προαγωγή, ο χρόνος της διακοπής υπολογίζεται από το χρόνο, κατά τον οποίο ο δικαστικός υπάλληλος αποκτά το δικαίωμα για μισθολογική εξέλιξη ή τα τυπικά προσόντα για προαγωγή. γ)Όποιος τιμωρείται με υποβιβασμό δεν κρίνεται για προαγωγή πριν παρέλθει από την επιβολή της ποινής χρονικό διάστημα ίσο με το ήμισυ του χρόνου που απαιτείται για προαγωγή. δ)Η εκτέλεση της ποινής της προσωρινής παύσης αρχίζει την επόμενη ημέρα από την επίδοση της απόφασης του δευτεροβάθμιου πειθαρχικού οργάνου στο δικαστικό υπάλληλο ή την επόμενη ημέρα από εκείνη, κατά την οποία η απόφαση του πρωτοβάθμιου πειθαρχικού οργάνου έγινε τελεσίδικη. Ο χρόνος της προσωρινής παύσης δεν θεωρείται χρόνος πραγματικής υπηρεσίας. Κατά τη διάρκεια εκτέλεσης της ποινής της προσωρινής παύσης ο δικαστικός υπάλληλος: αα)δεν μπορεί να ασκεί τα υπηρεσιακά του καθήκοντα ούτε άλλη αρμοδιότητα ή καθήκον που έχει ανατεθεί σε αυτόν με την ιδιότητά του ως δικαστικού υπαλλήλου και ββ)στερείται το ήμισυ των αποδοχών του κάθε μήνα. Η παρακράτηση γίνεται από τον εκκαθαριστή των αποδοχών του και το ποσό που παρακρατείται περιέρχεται στο δημόσιο ταμείο. ε)Αν επιβληθεί η πειθαρχική ποινή της οριστικής παύσης, η υπαλληλική σχέση λύεται από την επίδοση στο δικαστικό υπάλληλο της σχετικής απόφασης του δευτεροβάθμιου πειθαρχικού οργάνου ή από την άπρακτη πάροδο της προθεσμίας έφεσης κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου πειθαρχικού οργάνου. Αν η απόφαση του δευτεροβάθμιου πειθαρχικού οργάνου δεν επιδοθεί στο δικαστικό υπάλληλο που τιμωρήθηκε μέσα σε 30 ημέρες από την έκδοσή της, η υπαλληλική σχέση λύεται την τριακοστή ημέρα. Ενέργειες μετά την τελεσιδικία Άρθρ.136.-1.Οι τελεσίδικες πειθαρχικές αποφάσεις των μονομελών πειθαρχικών οργάνων και των πειθαρχικών συμβουλίων διαβιβάζονται, με το σχετικό φάκελο, στο Υπουργείο Δικαιοσύνης, το οποίο μεριμνά για την εκτέλεσή τους. Αν η απόφαση αφορά υπάλληλο του Ελεγκτικού Συνεδρίου, ο φάκελος διαβιβάζεται στην υπηρεσία διοικητικού του δικαστηρίου αυτού, η οποία μεριμνά για την εκτέλεση της απόφασης. (Μετά τη σελ. 208,472) Σελ. 208,473 Τεύχος 1361 Σελ. 101 Γραμματεία των Δικαστηρίων και Εισαγγελιών 6.Β.ε.110 2.Οι πειθαρχικές αποφάσεις τίθενται στο προσωπικό μητρώο του δικαστικού υπαλλήλου. Οι πειθαρχικοί φάκελοι φυλάσσονται στο αρχείο της αρμόδιας υπηρεσίας του Υπουργείου Δικαιοσύνης ή, αν πρόκειται για υπαλλήλους του Ελεγκτικού Συνεδρίου, στο αρχείο της αρμόδιας υπηρεσίας του δικαστηρίου αυτού. Διαγραφή πειθαρχικών ποινών Άρθρ.137.-1.Διαγράφονται από το προσωπικό μητρώο των δικαστικών υπαλλήλων και δεν επιτρέπεται εφεξής να αποτελέσουν στοιχεία κρίσης τους: α)η ποινή της επίπληξης μετά ένα (1) έτος, β)η ποινή του προστίμου μετά 2 έτη, γ)οι ποινές της στέρησης του δικαιώματος για μισθολογική εξέλιξη, της στέρησης του δικαιώματος για προαγωγή, του υποβιβασμού και της προσωρινής παύσης μετά 5 έτη, αν κατά τα χρονικά αυτά διαστήματα δεν έχει επιβληθεί στο δικαστικό υπάλληλο οποιαδήποτε νέα πειθαρχική ποινή. Οι παραπάνω προθεσμίες αρχίζουν από την ημερομηνία, κατά την οποία η απόφαση επιβολής της ποινής έγινε τελεσίδικη. Αν μέσα στον παραπάνω χρόνο επιβληθεί νέα πειθαρχική ποινή, η διαγραφή επέρχεται μετά την πάροδο του χρόνου που προβλέπεται γι΄ αυτήν, ο οποίος υπολογίζεται από τη λήξη του χρόνου που προβλέπεται για την πρώτη. 2.Ποινές που δεν έχουν εκτελεστεί δεν διαγράφονται. ΜΕΡΟΣ ΕΝΑΤΟ Λ ΥΣΗ ΤΗΣ ΥΠΑΛΛΗΛΙΚΗΣ ΣΧΕΣΗΣ Λόγοι λύσης της υπαλληλικής σχέσης Άρθρ.138.-1.Η υπαλληλική σχέση του δικαστικού υπαλλήλου λύεται με το θάνατο, την έκπτωση, την αποδοχή της παραίτησης, την οριστική παύση και την απόλυση λόγω ορίου ηλικίας ή συμπλήρωσης τριακονταπενταετούς υπηρεσίας. 2.Οριστική παύση επιβάλλεται στις περιπτώσεις ποινικής καταδίκης, πειθαρχικού παραπτώματος, σωματικής ή πνευματικής ανικανότητας και ανυπαίτιος υπηρεσιακής ανεπάρκειας, όπως ορίζεται στα άρθρ. 141, 93 παρ. 2, 143 και 144, αντιστοίχως. Έκπτωση λόγω απώλειας της ελληνικής ιθαγένειας Άρθρ.139.-1.Αν ο δικαστικός υπάλληλος απολέσει την ελληνική ιθαγένεια, εκπίπτει αυτοδικαίως από την υπηρεσία από την ημερομηνία απώλειας της ελληνικής ιθαγένειας, εκτός αν προβλέπεται διαφορετικά από ειδικές διατάξεις. Σελ. 208,474 Τεύχος 1361 Σελ. 102 2.Για την έκπτωση εκδίδεται από τον Υπουργό Δικαιοσύνης διαπιστωτική πράξη, περίληψη της οποίας δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Παραίτηση Άρθρ.140.-1.Η παραίτηση αποτελεί δικαίωμα του δικαστικού υπαλλήλου και υποβάλλεται εγγράφως. 2.Αίρεση, όρος ή προθεσμία στην παραίτηση θεωρούνται ότι δεν έχουν γραφεί. 3.Η παραίτηση θεωρείται ότι δεν έχει υποβληθεί, αν κατά την υποβολή της έχει ασκηθεί ποινική δίωξη για κακούργημα ή για πλημμέλημα από εκείνα που αναφέρονται στο άρθρ. 6 παρ. 1 περιπτ. α΄ και δ΄ ή πειθαρχική δίωξη για παράπτωμα που μπορεί να επισύρει την ποινή της οριστικής παύσης. Αν δεν εκδοθεί οριστική απόφαση από το πειθαρχικό συμβούλιο μέσα σε ένα (1) έτος από την άσκηση της πειθαρχικής δίωξης, ο δικαστικός υπάλληλος δικαιούται να υποβάλει παραίτηση, εφόσον δεν εκκρεμεί ποινική δίωξη κατ΄ αυτού για τα παραπάνω εγκλήματα. 4.Ο δικαστικός υπάλληλος δικαιούται να ανακαλέσει εγγράφως τη δήλωση παραίτησης μέσα σε αποκλειστική προθεσμία δύο (2) μηνών από την υποβολή της. Αν ο δικαστικός υπάλληλος ανακαλέσει τη δήλωση παραίτησής του, δεν επιτρέπεται να υποβάλει νέα πριν παρέλθει έτος από την ανάκληση. 6.Β.ε.110 Γραμματεία των Δικαστηρίων και Εισαγγελιών 5.Η παραίτηση γίνεται αποδεκτή με πράξη του Υπουργού Δικαιοσύνης που δημοσιεύεται, σε περίληψη, στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Η πράξη αυτή δεν μπορεί να εκδοθεί πριν παρέλθουν δύο (2) μήνες από την υποβολή της δήλωσης παραίτησης, εκτός αν ο δικαστικός υπάλληλος ζητήσει ρητώς την άμεση αποδοχή της. Η λύση της υπαλληλικής σχέσης επέρχεται σύμφωνα με το άρθρ. 146. 6.Αν παρέλθει άπρακτο τρίμηνο από την υποβολή της, η δήλωση παραίτησης θεωρείται ότι έχει γίνει αποδεκτή την πρώτη ημέρα μετά τη συμπλήρωση του τριμήνου και η υπαλληλική σχέση λύεται αυτοδικαίως από την ίδια χρονολογία. Για τη λύση στην περίπτωση αυτήν εκδίδεται διαπιστωτική πράξη του Υπουργού Δικαιοσύνης, που δημοσιεύεται, σε περίληψη, στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. 7.Οι διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας που ρυθμίζουν την παραίτηση στις περιπτώσεις που προβλέπονται στο άρθρ. 47 ή σε άλλες ειδικές περιπτώσεις, εφαρμόζονται και για τους δικαστικούς υπαλλήλους. Παύση λόγω ποινικής καταδίκης Άρθρ.141.-1.Ο δικαστικός υπάλληλος παύεται οριστικά από την υπηρεσία αν καταδικαστεί με δικαστική απόφαση για τα αδικήματα και τις ποινές που προβλέπονται στις περιπτ΄. α΄ και δ΄ του άρθρ.6. 2.Η οριστική παύση επιβάλλεται ως παρεπόμενη ποινή με την καταδικαστική απόφαση. 3.Αν το δικαστήριο παραλείψει να επιβάλει την οριστική παύση, ο εισαγγελέας εισάγει αμέσως την υπόθεση στο δικαστήριο, το οποίο έχει την υποχρέωση να συμπληρώσει την απόφαση με την επιβολή της παρεπόμενης αυτής ποινής. 4.Τα αποτελέσματα της οριστικής παύσης επέρχονται από την ημερομηνία, κατά την οποία καθίσταται αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση. Για την παύση εκδίδεται από τον Υπουργό Δικαιοσύνης διαπιστωτική πράξη, περίληψη της οποίας δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Επαναφορά στην υπηρεσία μετά την παύση Άρθρ.142.-1.Ο δικαστικός υπάλληλος που παύθηκε από την υπηρεσία σύμφωνα με το άρθρ. 141 δεν επιτρέπεται να επανέλθει σε αυτήν σε περίπτωση αποκατάστασης, χάρης ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο άρσης του αξιόποινου της πράξης ή άρσης ή μεταβολής των συνεπειών της καταδίκης. 2.Κατ΄ εξαίρεση ο δικαστικός υπάλληλος που παύθηκε, επανέρχεται αν εκδοθεί κατά το άρθρ. 47 παρ. 1 του Συντάγματος π. δ/γμα, με το οποίο αίρονται οι συνέπειες της καταδίκης και ως προς την παύση. Στην περίπτωση αυτήν ο δικαστικός υπάλληλος επανέρχεται ύστερα από αίτησή του με το βαθμό και το μισθολογικό κλιμάκιο που έφερε κατά την παύση. Η επαναφορά είναι υποχρεωτική για την υπηρεσία, αν η αίτηση υποβληθεί μέσα σε 3 μήνες από τη δημοσίευση του π. δ/τος. Η πράξη επαναφοράς στην υπηρεσία εκδίδεται από τον Υπουργό Δικαιοσύνης το αργότερο μέσα σε 2 μήνες από την υποβολή της αίτησης και δημοσιεύεται σε περίληψη στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Αν δεν υπάρχει κενή θέση, συνιστάται προσωρινή θέση με την πράξη της επαναφοράς και ο δικαστικός υπάλληλος καταλαμβάνει αυτοδικαίως την πρώτη θέση που θα κενωθεί στον κλάδο του. Οριστική παύση για σωματική ή πνευματική ανικανότητα Άρθρ.14.-1.Η πράξη διορισμού ανακαλείται αν ο διοριζόμενος δεν τον αποδέχτηκε είτε ρητώς είτε σιωπηρώς λόγω της παρέλευσης άπρακτων, από υπαιτιότητά του, των προθεσμιών που προβλέπονται στις παρ. 2 και 3 του άρθρ. 10. 2.Η πράξη διορισμού που εκδόθηκε κατά παράβαση νόμου μπορεί να ανακληθεί μέσα σε μία διετία από τη δημοσίευσή της. Ανακαλείται όμως και μετά την παρέλευση της προθεσμίας αυτής, αν αυτός που διορίστηκε προκάλεσε ή υποβοήθησε την παρανομία ή αν ο διορισμός έγινε κατά παράβαση του άρθρ. 2 ή 6. 3.Ο δικαστικός υπάλληλος, του οποίου ο διορισμός ανακλήθηκε κατά την προηγούμενη παράγραφο, υπέχει τις ευθύνες δικαστικού υπαλλήλου για το χρόνο, κατά τον οποίο άσκησε τα καθήκοντά του. Οι πράξεις, τις οποίες ενήργησε ο δικαστικός αυτός υπάλληλος έως την ανάκληση του διορισμού του, είναι έγκυρες. Αναδιορισμός Άρθρ.143.-1.Ο δικαστικός υπάλληλος απολύεται με πράξη του Υπουργού Δικαιοσύνης, που δημοσιεύεται σε περίληψη στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, ύστερα από απόφαση του δικαστικού (υπηρεσιακού) συμβουλίου, αν διαπιστωθεί, σύμφωνα με τα άρθρ. 43 και 86 παρ. 3, σωματική ή πνευματική ανικανότητά του για την εκτέλεση καθηκόντων δικαστικού υπαλλήλου. 2.Κατά της απόφασης για την οριστική παύση, σύμφωνα με την προηγούμενη παράγραφο, επιτρέπεται προσφυγή στο αρμόδιο δευτεροβάθμιο δικαστικό (υπηρεσιακό) συμβούλιο. Η προθεσμία της προσφυγής και η άσκησή της δεν έχει ανασταλτικό αποτέλεσμα. Οριστική παύση για υπηρεσιακή ανεπάρκεια χωρίς υπαιτιότητα Άρθρ.144.-1.Επιτρέπεται η απόλυση δικαστικού υπαλλήλου, ο οποίος χωρίς υπαιτιότητά του επιδεικνύει ανεπάρκεια κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του. Για την απόλυση απαιτείται αιτιολογημένη απόφαση του δικαστικού (υπηρεσιακού) συμβουλίου, που εκδίδεται ύστερα από κλήση του δικαστικού υπαλλήλου για παροχή εξηγήσεων. 2.Κατά της απόφασης για την οριστική παύση, σύμφωνα με την προηγούμενη παράγραφο, επιτρέπεται προσφυγή στο αρμόδιο δευτεροβάθμιο δικαστικό (υπηρεσιακό) συμβούλιο. Η προθεσμία της προσφυγής και η άσκησή της έχει ανασταλτικό αποτέλεσμα. Μετά την έκδοση απορριπτικής απόφασης του δευτεροβάθμιου δικαστικού (υπηρεσιακού) συμβουλίου ή την άπρακτη πάροδο της προθεσμίας για την άσκηση της προσφυγής, ο δικαστικός υπάλληλος απολύεται με πράξη του Υπουργού Δικαιοσύνης που δημοσιεύεται σε περίληψη στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. (Μετά τη σελ. 208,474) Σελ. 208,475 Τεύχος 1361 Σελ. 103 Γραμματεία των Δικαστηρίων και Εισαγγελιών 6.Β.ε.110 Απόλυση λόγω ορίου ηλικίας και τριακονταπενταετίας Άρθρ.145.-1.Ο δικαστικός υπάλληλος απολύεται αυτοδικαίως από την υπηρεσία όταν συμπληρώσει το 65 ο έτος της ηλικίας του. 2.Κατ΄ εξαίρεση ο δικαστικός υπάλληλος απολύεται αυτοδικαίως από την υπηρεσία όταν συμπληρώσει το 60ό έτος της ηλικίας και 35 ετών πραγματική και συντάξιμη δημόσια υπηρεσία. Αν ο δικαστικός υπάλληλος κατά τη συμπλήρωση του 65 ου έτους της ηλικίας του δεν έχει συμπληρώσει τριανταπέντε ετών πραγματική και συντάξιμη δημόσια υπηρεσία, παρατείνεται η παραμονή του στην υπηρεσία έως τη συμπλήρωση της υπηρεσία αυτής και πάντως όχι πέρα από το 67 ο έτος της ηλικίας. 3.Ως ημέρα γέννησης, για την εφαρμογή των προηγούμενων παραγράφών, θεωρείται η 31 η Δεκεμβρίου του έτους γέννησης του δικαστικού υπαλλήλου. 4.Ως πραγματική δημόσια υπηρεσία θεωρείται κάθε υπηρεσία που έχει παρασχεθεί στο Δημόσιο, νομικό πρόσωπο δημόσιου δικαίου ή οργανισμό τοπικής αυτοδιοίκησης με σχέση εργασίας δημόσιου ή ιδιωτικού δικαίου ή αναγνωρίζεται ως πραγματική δημόσια υπηρεσία με βάση ειδικές διατάξεις. Η υπηρεσία που έχει παρασχεθεί με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου προσμετράται για τη συμπλήρωση τριακονταπενταετίας εφόσον, με βάση ειδικές διατάξεις, έχει ληφθεί υπόψη για το διορισμό, την ένταξη, τη μονιμοποίηση, τη βαθμολογική εξέλιξη η την με οποιονδήποτε τρόπο μισθολογική εξέλιξη του δικαστικού υπαλλήλου και επιπλέον αναγνωρίζεται ως συντάξιμη από το Δημόσιο. Ο χρόνος στράτευσης πριν την έναρξη της υπαλληλικής σχέσης δεν θεωρείται χρόνος πραγματικής δημόσιας υπηρεσίας. 5.Τρεις (3) μήνες τουλάχιστον πριν τη συμπλήρωση του ορίου ηλικίας εκδίδεται και κοινοποιείται στο δικαστικό υπάλληλο πράξη, με την οποία βεβαιώνεται αιτιολογημένα ο χρόνος της συντάξιμης υπηρεσίας. Για την άρση τυχόν αμφισβήτησης ως προς τη συμπλήρωση συντάξιμου χρόνου 35 ετών, τηρείται η διαδικασία που προβλέπεται από το άρθρ. 1 παρ. 1 του Νόμ. 1232/1982 (ΦΕΚ 22 Α΄), όπως κάθε φορά ισχύει. Χρόνος λύσης της υπαλληλικής σχέσης Άρθρ.146.-Εκτός από τις περιπτώσεις, στις οποίες προβλέπεται αυτοδίκαιη λύση, η υπαλληλική σχέση λύεται από την κοινοποίηση στον ενδιαφερόμενο της σχετικής πράξης του Υπουργού Δικαιοσύνης. Αν η πράξη αυτή δεν κοινοποιηθεί μέσα σε 20 ημέρες από τη δημοσίευσή της, η υπαλληλική σχέση λύεται την επόμενη ημέρα από την πάροδο του εικοσαημέρου. Σελ. 208,476 Τεύχος 1361 Σελ. 104 ΜΕΡΟΣ ΔΕΚΑΤΟ ΤΕΛΙΚΕΣ ΚΑΙ ΜΕΤΑΒΑΤΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ Κατάταξη υπηρετούντων δικαστικών υπαλλήλων Άρθρ.147.-1.Οι δικαστικοί υπάλληλοι που υπηρετούν κατά τη δημοσίευση του παρόντος Κώδικα κατατάσσονται αυτοδικαίως στους βαθμούς της κατηγορίας, στην οποία έχουν διοριστεί ή ανήκουν σύμφωνα με ειδικές διατάξεις. Η κατάταξη γίνεται με βάση το συνολικό χρόνο της πραγματικής δημόσιας υπηρεσίας τους, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρ. 20 και 66. Χρόνος που τυχόν πλεονάζει θεωρείται ότι έχει διανυθεί στο βαθμό της κατάταξης. Για την κατάταξη δεν υπολογίζεται: α)ο χρόνος που δεν λαμβάνεται υπόψη για τη βαθμολογική εξέλιξη σύμφωνα με το άρθρ. 69, β)το χρονικό διάστημα, κατά το οποίο στερήθηκε ο δικαστικός υπάλληλος το δικαίωμα για προαγωγή, γ)ένα (1) έτος για κάθε κρίση του δικαστικού υπαλλήλου ως μη προακτέου και δ)αν έχει επιβληθεί η πειθαρχική ποινή του υποβιβασμού, χρονικό διάστημα ίσο προς το ήμισυ του χρόνου που απαιτείται για προαγωγή. 2.Αν ο χρόνος της πραγματικής δημόσιας υπηρεσίας δικαστικού υπαλλήλου είναι μικρότερος από εκείνον που προβλέπεται από το άρθρ. 66 για την προαγωγική εξέλιξη στο βαθμό, τον οποίο κατέχει, η κατάταξή του γίνεται στο βαθμό αυτόν. Στην περίπτωση αυτήν ο χρόνος που απαιτείται για την προαγωγή του στον επόμενο βαθμό αρχίζει από την κατά τα ανωτέρω κατάταξή του. 6.Β.ε.110 Γραμματεία των Δικαστηρίων και Εισαγγελιών 3.Για την κατάταξη των δικαστικών υπαλλήλων κατά τις διατάξεις των προηγούμενων παραγράφων εκδίδεται πράξη του προϊσταμένου της αρμόδιας για θέματα προσωπικού διεύθυνσης του Υπουργείου Δικαιοσύνης. Μετάταξη υπηρετούντων δικαστικών υπαλλήλων Άρθρ.148.-1(3).Δικαστικοί υπάλληλοι που υπηρετούν κατά τη δημοσίευση του παρόντος Κώδικα ή είχαν επιτύχει σε σχετικό διαγωνισμό πριν από τη δημοσίευση του Κώδικα, αλλά προσελήφθησαν μετά την ισχύ του και έχουν τυπικά προσόντα ανώτερης κατηγορίας, τα οποία δεν προβλέπονται για κανέναν κλάδο δικαστικών υπαλλήλων, είναι δυνατόν να μεταταγούν σε κλάδο παρεμφερών ή συναφών, κατά την κρίση του υπηρεσιακού συμβουλίου, τυπικών προσόντων. Εάν δεν υπάρχουν κλάδοι παρεμφερών ή συναφών προσόντων, είναι δυνατόν να μεταταγούν σε προσωρινές θέσεις προσωρινού κλάδου που συνιστώνται με την απόφαση της μετάταξης και καταργούνται αυτοδικαίως με την αποχώρηση των δικαστικών υπαλλήλων οι οποίοι τις καταλαμβάνουν. Οι μετατασσόμενοι, κατ’ εφαρμογή του προηγούμενου εδαφίου, υπάλληλοι ασκούν καθήκοντα της οργανικής μονάδας στην οποία τοποθετούνται ή αυτά που καθορίζονται με πράξη του προϊσταμένου αυτής. 2(4).Η μετάταξη της ανωτέρω παραγράφου διενεργείται με αίτηση που υποβάλλεται από τους ενδιαφερομένους στην υπηρεσία τους μέσα σε τρεις μήνες από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου». 3(6).Για τις μετατάξεις που προβλέπονται στις προηγούμενες παραγράφους έχουν εφαρμογή οι διατάξεις των παρ. 3 και 4 του άρθρ. 83. Οι παρ. 1,2,5 και 7 καταργήθηκαν και οι μέσα σε ( ) παρ. (3),(4) και (6), όπως οι παρ. 3 και 4 αντικαταστάθηκαν από την παρ. 11 άρθρ. 10 Νόμ. 3472 της 4-4 Ιουλ. 2006 (ΦΕΚ Α΄ 135) ανωτ. σελ. 146,56 , αναριθμήθηκαν σε παρ. 1,2 και 3 αντίστοιχα, από την παρ. 12 ίδιου άρθρου Νόμ. 3472/ 2006 . Δικαστικά (Υπηρεσιακά) Συμβούλια Άρθρ.149.-1.Έως τη συγκρότηση των δικαστικών (υπηρεσιακών) συμβουλίων κατά τις διατάξεις του άρθρ. 22, εξακολουθούν να λειτουργούν τα υφιστάμενα κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος Κώδικα. 2.Έως την έκδοση της υπουργικής απόφασης που προβλέπεται από την παρ. 12 του άρθρ. 22, εφαρμόζονται οι διατάξεις που ισχύουν κατά τη δημοσίευση του παρόντος Κώδικα. Ανάκληση διορισμού - αναδιορισμός Άρθρ.15.-1.Δικαστικός υπάλληλος που παύθηκε λόγω σωματικής ή πνευματικής ανικανότητας επιτρέπεται να αναδιοριστεί, σε ομοιόβαθμη θέση με αυτήν που κατείχε, εφόσον: α)είχε τουλάχιστον τριετή υπηρεσία δικαστικού υπαλλήλου, β)υπέβαλε αίτηση αναδιορισμού μέσα σε αποκλειστική προθεσμία πέντε (5) ετών από την παύση του από την υπηρεσία, γ)έχει όλα τα τυπικά προσόντα, που απαιτούνται για την κατάληψη της θέσης κατά το χρόνο του αναδιορισμού, εκτός από την ηλικία. 2.Ο αναδιορισμός γίνεται ύστερα από γνωμοδότηση της οικείας υγειονομικής επιτροπής, με την οποία διαπιστώνεται η αποκατάσταση της σωματικής ή πνευματικής του ικανότητας και η δυνατότητά του να ασκεί κανονικά τα καθήκοντά του. Ο δικαστικός υπάλληλος παραπέμπεται στην υγειονομική επιτροπή μέσα σε προθεσμία 30 ημερών από την ημερομηνία υποβολής της αίτησης αναδιορισμού. 3.Επιτρέπεται επίσης ο αναδιορισμός δικαστικού υπαλλήλου, του οποίου ανακλήθηκε ο διορισμός για παράβαση του άρθρ. 6 περιπτ. α΄ ή γ΄, εφόσον μετά την ανάκληση ο υπάλληλος αυτός απαλλάχτηκε από την κατηγορία με αμετάκλητη απόφαση ή με αμετάκλητο βούλευμα. Ο αναδιορισμός στην περίπτωση αυτή γίνεται ύστερα από αίτηση του δικαστικού υπαλλήλου, που υποβάλλεται μέσα σε αποκλειστική προθεσμία ενός (1) έτους από τότε που θα καταστεί αμετάκλητη η απόφαση του δικαστηρίου ή το βούλευμα, και εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις της περίπτ. γ΄ της παρ. 1 του παρόντος άρθρου. (Αντί για τη σελ. 208,431) Σελ. 208,431(α) Τεύχος Σελ. Γραμματεία των Δικαστηρίων και Εισαγγελιών 6.Β.ε.110 4.Για τον αναδιορισμό αποφασίζει το αρμόδιο δικαστικό (υπηρεσιακό) συμβούλιο. Ο δικαστικός υπάλληλος αναδιορίζεται με το βαθμό τον οποίο έφερε κατά το χρόνο της παύσης του ή της ανάκλησης του διορισμού του. Αν δεν υπάρχει κατά το χρόνο του αναδιορισμού κενή θέση, καταλαμβάνει προσωποπαγή θέση που συνιστάται με την πράξη αναδιορισμού. 5.Οι διατάξεις των άρθρ. 9 έως και 13 ισχύουν και για τον αναδιορισμό. ΜΕΡΟΣ ΤΡΙΤΟ ΤΟΜΕΙΣ – ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ – ΚΛΑΔΟΙ – ΒΑΘΜΟΙ Τομείς Άρθρ.150.-1.Οι διατάξεις του άρθρ. 14 εφαρμόζονται και για τους διορισμούς που έγιναν πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος Κώδικα. 2.Οι διατάξεις του άρθρ. 15 εφαρμόζονται και για τους δικαστικούς υπαλλήλους που εξήλθαν της υπηρεσίας πριν από την έναρξη ισχύος του παρόντος Κώδικα. (Αντί για τη σελ. 208,477) Σελ. 208,477(α) Τεύχος Σελ. Γραμματεία των Δικαστηρίων και Εισαγγελιών 6.Β.ε.110 Θητεία υπηρετούντων προϊσταμένων Άρθρ.151.-Οι κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος προϊστάμενοι γενικών διευθύνσεων, διευθύνσεων, τμημάτων, αυτοτελών γραφείων ή αντίστοιχου επιπέδου οργανικών μονάδων εξακολουθούν να ασκούν τα καθήκοντά τους έως τη λή …
Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.