- ΝΟΜΟΣ υπ΄αριθ. 2812 της 9/10 Μαρτ. 2000 (ΦΕΚ Α΄67) Κύρωση του Κώδικα Δικαστικών Υπαλλήλων. Άρθρο πρώτο.- Κυρώνεται σύμφωνα με το άρθρ. 76 παρ. 6 του Συντάγματος ο Κώδικας Δικαστικών Υπαλλήλων, ο οποίος συντάχθηκε από τη νομοπαρασκευαστική επιτροπή που συγκροτήθηκε κατ΄ εξουσιοδότηση του άρθρ. 20 παρ. 1 του Νόμ. 1968/1991 «Ρύθμιση θεμάτων αρμοδιότητας του Υπουργείου Δικαιοσύνης» (ΦΕΚ 150 Α΄) με την απόφαση 98756/26.9.1994 του Υπουργού Δικαιοσύνης, όπως τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με τις αποφάσεις 1358/30.1.1995, 40325/16.5.1995 και 53046/19.5.1996 του ίδιου Υπουργού. ΚΩΔΙΚΑΣ ΔΙΚΑΣΤΙΚΩΝ ΥΠΑΛΛΗΛΩΝ ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ ΕΚΤΑΣΗ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ ΤΟΥ ΚΩΔΙΚΑ Έκταση εφαρμογής Άρθρ.9.-1.Ο δικαστικός υπάλληλος διορίζεται με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, η οποία δημοσιεύεται, σε περίληψη, στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Με την ίδια απόφαση ο διοριζόμενος τοποθετείται σε γραμματεία ή υπηρεσία δικαστηρίου ή εισαγγελίας. 2.Η κατά την προηγούμενη παράγραφο τοποθέτηση γίνεται ύστερα από απόφαση του οικείου δικαστικού (υπηρεσιακού) συμβουλίου, εκτός αν η διαδικασία, με βάση την οποία επιλέγεται ο διοριζόμενος, αφορά την πλήρωση θέσεων στη γραμματεία ή υπηρεσία ορισμένου δικαστηρίου ή εισαγγελίας ή αν κατά τη διαδικασία αυτή καθορίζεται κατά τρόπο υποχρεωτικό η θέση, την οποία θα καταλάβει ο επιλεγόμενος. Κοινοποίηση διορισμού Άρθρ.98.-Σε περίπτωση αποκατάστασης, χάρης ή άρσης με οποιονδήποτε άλλον τρόπο του κολασίμου ή άρσης ή μεταβολής των συνεπειών της ποινικής καταδίκης, δεν αίρεται το πειθαρχικώς κολάσιμο της πράξης, με την επιφύλαξη του άρθρ. 47 παρ. 1 του Συντάγματος. Συνεκδίκαση πειθαρχικών παραπτωμάτων Άρθρ.99.-1.Περισσότερα πειθαρχικά παραπτώματα του ίδιου δικαστικού υπαλλήλου, για τα οποία έχει ασκηθεί πειθαρχική δίωξη πριν εκδοθεί οριστική απόφαση για κάποιο από αυτά, συνεκδικάζονται υποχρεωτικά από το αρμόδιο πειθαρχικό όργανο.
- Δικαστικοί υπάλληλοι που διώκονται για το ίδιο ή για συναφή πειθαρχικά παραπτώματα κρίνονται ενιαίως από τα αρμόδια πειθαρχικά όργανα. 3.Στις περιπτώσεις των προηγούμενων παραγράφων αν τα όργανα, στα οποία ανήκει η αρμοδιότητα να επιληφθούν, είναι διαφορετικά, αρμόδια είναι: α)μεταξύ μονομελούς πειθαρχικού οργάνου και δικαστικού (υπηρεσιακού) συμβουλίου το τελευταίο, β)μεταξύ περισσότερων μονομελών πειθαρχικών οργάνων ή μεταξύ περισσότερων δικαστικών (υπηρεσιακών) συμβουλίων, εκείνο που έχει επιληφθεί πρώτο. «Στην αρμοδιότητα του πενταμελούς δικαστικού συμβουλίου υπάγονται και όλα τα συναφή πειθαρχικά παραπτώματα.» Το μέσα σε «» τελευταίο εδάφιο προστέθηκε με την παρ. 6 άρθρ. 9 Νόμ. 2993/22-26 Μαρτ. 2002 (ΦΕΚ Α΄58) κατωτ. αριθ.
- Διοικητικό δεδικασμένο – μη συρροή ποινών Άρθρ.100.-1Δεν επιτρέπεται δεύτερη δίωξη για το ίδιο πειθαρχικό παράπτωμα. 2.Για κάθε πειθαρχικό παράπτωμα επιβάλλεται μία μόνο πειθαρχική ποινή. 3.Αν το πειθαρχικό όργανο επιλαμβάνεται για περισσότερα πειθαρχικά παραπτώματα, με την Σελ. 208,464(α) Τεύχος 1380 Σελ. 94 πειθαρχική απόφαση επιβάλλεται μία μόνο ποινή σε κάθε δικαστικό υπάλληλο, για την επιμέτρηση της οποίας λαμβάνονται υπόψη όλα τα παραπτώματα του διωκομένου. Παραγραφή πειθαρχικών παραπτωμάτων Άρθρ.101.-1.Τα πειθαρχικά παραπτώματα που προβλέπονται στην παρ. 2 του άρθρ. 93 παραγράφονται μετά 5 έτη και τα λοιπά μετά δύο
(2)έτη από την ημέρα που διαπράχθηκαν. 2.Η άσκηση πειθαρχικής δίωξης αναστέλλει την παραγραφή. Και στην περίπτωση όμως αυτή, τα πειθαρχικά παραπτώματα που προβλέπονται στην παρ. 2 του άρθρ. 93 παραγράφονται μετά επτά
(7)έτη και τα λοιπά μετά τρία
(3)έτη από την ημέρα που διαπράχθηκαν, αν κατά το χρονικό αυτό διάστημα δεν εκδοθεί πειθαρχική απόφαση σε πρώτο βαθμό. 3.Πειθαρχικό παράπτωμα που αποτελεί συγχρόνως και ποινικό αδίκημα δεν παραγράφεται πριν εξαλειφθεί το αξιόποινο του τελευταίου λόγω παραγραφής. Για τα πειθαρχικά αυτά παραπτώματα οι πράξεις της ποινικής διαδικασίας αναστέλλουν την παραγραφή τους. 4.Η παραγραφή πειθαρχικού παραπτώματος διακόπτεται από την τέλεση νέου πειθαρχικού παραπτώματος, με το οποίο αποσκοπείται η απόκρυψη ή ματαίωση της πειθαρχικής δίωξης για το πρώτο. 6.Β.ε.110 Γραμματεία των Δικαστηρίων και Εισαγγελιών Σχέση της πειθαρχικής με την ποινική δίκη Άρθρ.102.-1.Η πειθαρχική διαδικασία είναι αυτοτελής και ανεξάρτητη από την ποινική ή άλλη δίκη. 2.Η ποινική δίκη δεν αναστέλλει την πειθαρχική διαδικασία. Το πειθαρχικό όργανο όμως μπορεί με απόφασή του, η οποία είναι ελευθέρως ανακλητή, να διατάξει για εξαιρετικούς λόγους την αναστολή της πειθαρχικής διαδικασίας έως τρεις
(3)το πολύ μήνες. 3.Τα πειθαρχικά όργανα δεσμεύονται από την κρίση που περιέχεται σε αμετάκλητη απόφαση ποινικού δικαστηρίου ή σε αμετάκλητο απαλλακτικό βούλευμα μόνο ως προς την ύπαρξη ή την ανυπαρξία πραγματικών περιστατικών που στοιχειοθετούν την αντικειμενική υπόσταση του πειθαρχικού παραπτώματος. 4.Η πειθαρχική δίκη επαναλαμβάνεται, με τη διαδικασία που ορίζεται στο άρθρ. 134: α)αν μετά την έκδοση της τελεσίδικης πειθαρχικής απόφασης, με την οποία ο δικαστικός υπάλληλος απαλλάσσεται ή τιμωρείται με ποινή κατώτερη της οριστικής παύσης, εκδοθεί για την ίδια πράξη ή παράλειψη αμετάκλητη καταδικαστική απόφαση ποινικού δικαστηρίου, από την αιτιολογία της οποίας προκύπτουν πραγματικά περιστατικά που συνιστούν την αντικειμενική υπόσταση παραπτώματος, το οποίο δικαιολογεί κατά την παρ. 2 του άρθρ. 93 την πειθαρχική ποινή της οριστικής παύσης, β)αν μετά την έκδοση τελεσίδικης καταδικαστικής πειθαρχικής απόφασης εκδοθεί αμετάκλητη αθωωτική απόφαση ποινικού δικαστηρίου ή αμετάκλητο απαλλακτικό βούλευμα για την ίδια πράξη ή παράλειψη και γ)αν μετά την έκδοση τελεσίδικης καταδικαστικής πειθαρχικής απόφασης ανατραπεί με αμετάκλητη δικαστική ή αποδεικτική δύναμη στοιχείων που είχαν ληφθεί υπόψη ή αν αποκαλυφθούν γεγονότα που δεν είχαν ληφθεί υπόψη ή αποδεικτικά στοιχεία, τα οποία ο δικαστικός υπάλληλος δεν γνώριζε ή δεν μπορούσε να προσκομίσει κατά την αρχική πειθαρχική δίκη, εφόσον από τα γεγονότα ή τα στοιχεία αυτά κλονίζεται κατά τρόπο προφανή η αιτιολογία της πειθαρχικής απόφασης. 5.Η εισαγγελική αρχή υποχρεούται να ανακοινώνει αμέσως στην προϊσταμένη αρχή του δικαστικού υπαλλήλου κάθε ποινική δίωξη που ασκείται κατ΄ αυτού. Ανάλογη εφαρμογή διατάξεων του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας Άρθρ.103.-Οι διατάξεις του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας για τον αποκλεισμό, την εξαίρεση και την αποχή δικαστικών λειτουργών, τις εκθέσεις, τις επιδόσεις και κοινοποιήσεις, τις προθεσμίες, τα αποδεικτικά μέσα, την αυτοψία, την πραγματογνωμοσύνη, τους τεχνικούς συμβούλους, τους μάρτυρες, τους διερμηνείς και την εξέταση του κατηγορουμένου εφαρμόζονται ανάλογα στην πειθαρχική δίκη, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά στον παρόντα Κώδικα. ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ΄ ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΑ ΟΡΓ ΑΝΑ Αρμόδιος για την πειθαρχική δίωξη Άρθρ.104.-1.Αρμόδιος για την άσκηση της πειθαρχικής δίωξης των υπαλλήλων της γραμματείας ή υπηρεσίας των δικαστηρίων και των εισαγγελιών είναι ο δικαστής ή ο εισαγγελέας, αντίστοιχα, που αναδεικνύονται, με τον αναπληρωτή τους, με κλήρωση, η οποία διενεργείται το πρώτο δεκαπενθήμερο του Δεκεμβρίου κάθε έτους, με επιμέλεια του προϊσταμένου ή του προέδρου του τριμελούς συμβουλίου διοίκησης του δικαστηρίου ή της εισαγγελίας, μεταξύ όλων των δικαστών ή εισαγγελέων, κατά περίπτωση, που υπηρετούν στο δικαστήριο ή την εισαγγελία, πλην του προϊσταμένου ή του προέδρου του τριμελούς συμβουλίου διοίκησης. Για την κλήρωση εφαρμόζεται αναλόγως η διαδικασία που προβλέπεται από τις διατάξεις για την κλήρωση των μελών των Ανώτατων Δικαστικών Συμβουλίων. Στην περίπτωση του άρθρ. 106 παρ. 1, εδάφιο δεύτερο, την πειθαρχική δίωξη ασκεί ο μόνος δικαστής ή εισαγγελέας που υπηρετεί. Αρμόδιος για την άσκηση πειθαρχικής δίωξης των υπαλλήλων της Γενικής Επιτροπείας της Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο και της Γενικής Επιτροπεία της Επικρατείας στα τακτικά διοικητικά δικαστήρια είναι ο νεότερος αντεπίτροπος. «Πειθαρχική δίωξη μπορεί επίσης να ασκεί για τους υπαλλήλους της υπηρεσίας του ο υπάλληλος που διευθύνει τη γραμματεία δικαστηρίου ή την εισαγγελία ή το υποθηκοφυλακείο. Την αρμοδιότητα αυτή ασκούν στο Ελεγκτικό Συνέδριο οι γενικοί συντονιστές». Τα μέσα σε «» εδάφια προστέθηκαν με την παρ. 7 άρθρ. 9 Νόμ. 2993/22-26 Μαρτ. 2002 (ΦΕΚ Α΄58) κατωτ. αριθ.
- (Αντί για τη σελ. 208,465(α) Σελ. 208,465(β) Τεύχος Σελ. Γραμματεία των Δικαστηρίων και Εισαγγελιών 6.Β.ε.110 2.Οι δικαστές και εισαγγελείς που αναδεικνύονται σύμφωνα με την προηγούμενη παράγραφο είναι αρμόδιοι για την άσκηση πειθαρχικής δίωξης δικαστικών υπαλλήλων κατά το επόμενο ημερολογιακό έτος. 3.Αν ο αρμόδιος για την άσκηση της πειθαρχικής δίωξης που ορίζεται κατά την παρ. 1 δεν ολοκληρώσει τις ενέργειές του σε συγκεκριμένη πειθαρχική υπόθεση μέχρι τη λήξη του έτους, για το οποίο έχει οριστεί, διατηρεί την αρμοδιότητά του για την υπόθεση αυτή έως ότου περατώσει το έργο του. 4.Ο Υπουργός Δικαιοσύνης μπορεί να παραγγείλει πειθαρχική δίωξη κάθε δικαστικού υπαλλήλου. 5.Ο Πρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας, ο Πρόεδρος του Αρείου Πάγου, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, ο Πρόεδρος του Ελεγκτικού Συνεδρίου, ο Γενικός Επίτροπος της Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο και ο Γενικός Επίτροπος της Επικρατείας στα τακτικά διοικητικά δικαστήρια μπορούν να παραγγείλουν την άσκηση πειθαρχικής δίωξης κατά δικαστικών υπαλλήλων που υπηρετούν στα αντίστοιχα δικαστήρια και υπηρεσίες. Την ίδια παραγγελία μπορούν να απευθύνουν και τα αρμόδια πειθαρχικά συμβούλια. Πειθαρχικά όργανα Άρθρ.105.-1.Μονομελή πειθαρχικά όργανα είναι οι προϊστάμενοι ή οι πρόεδροι των τριμελών συμβουλίων διοίκησης των δικαστηρίων και των εισαγγελιών, ο Γενικός Επίτροπος της Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο και ο Γενικός Επίτροπος της Επικρατείας στα τακτικά διοικητικά δικαστήρια. 2.Πολυμελή πειθαρχικά όργανα είναι τα δικαστικά (υπηρεσιακά) συμβούλια. Μονομελή πειθαρχικά όργανα Άρθρ.106.-1.Οι προϊστάμενοι ή οι πρόεδροι των τριμελών συμβουλίων διοίκησης των δικαστηρίων και των εισαγγελιών, ο Γενικός Επίτροπος στο Ελεγκτικό Συνέδριο και ο Γενικός Επίτροπος της Επικρατείας στα τακτικά διοικητικά δικαστήρια ασκούν πειθαρχική δικαιοδοσία στους δικαστικούς υπαλλήλους των υπηρεσιών, στις οποίες προΐστανται. Ειδικώς για τους υπαλλήλους της γραμματείας δικαστηρίων ή εισαγγελιών, στα οποία υπηρετεί ένας δικαστής ή εισαγγελέας, την πειθαρχική Σελ. 208,466(β) Τεύχος Σελ. δικαιοδοσία ασκεί ο προϊστάμενος ή ο πρόεδρος του τριμελούς συμβουλίου διοίκησης του αμέσως ανώτερου δικαστηρίου ή της εισαγγελίας, αντιστοίχως. «Για τους υπαλλήλους των εμμίσθων υποθηκοφυλακείων και κτηματολογικών γραφείων, την πειθαρχική δίωξη ασκεί ο εισαγγελέας της οικείας εισαγγελίας πρωτοδικών». Το μέσα σε «» εδάφιο προστέθηκε με την παρ. 10 άρθρ. 10 Νόμ. 3472/4-4 Ιουλ. 2006 (ΦΕΚ Α΄ 135), ανωτ. σελ. 146,
- 2.Τα μονομελή πειθαρχικά όργανα μπορούν να επιβάλλουν, με αιτιολογημένη απόφασή τους, την ποινή της έγγραφης επίπληξης ή του προστίμου έως του 1/2 των μηνιαίων αποδοχών του δικαστικού υπαλλήλου. Πειθαρχικά Συμβούλια Άρθρ.107.-1.Τα δικαστικά (υπηρεσιακά) συμβούλια είναι και πειθαρχικά. Τα πειθαρχικά συμβούλια είναι αρμόδια για την εκδίκαση των πειθαρχικών υποθέσεων σε πρώτο και δεύτερο βαθμό. 2.Τα πειθαρχικά συμβούλια επιβάλλουν όλες τις πειθαρχικές ποινές. Αρμοδιότητα κατά τόπο Άρθρ.10.-1.Η πράξη διορισμού κοινοποιείται το αργότερο μέσα σε τριάντα
(30)ημέρες από τη δημοσίευσή της, με έγγραφο που επιδίδεται στο διοριζόμενο. Για την επίδοση συντάσσεται αποδεικτικό. Σελ. 208,430 Τεύχος 1361 Σελ. 58 2.Στο έγγραφο αυτό ορίζεται και εύλογη προθεσμία, που δεν μπορεί να υπερβαίνει τις είκοσι
(20)ημέρες, για την ορκωμοσία του διοριζομένου και την ανάληψη υπηρεσίας. Αν δεν ορίζεται προθεσμία, θεωρείται ότι έχει ταχθεί προθεσμία είκοσι
(20)ημερών. Η προθεσμία αυτή μπορεί να παραταθεί, για εξαιρετικούς λόγους, ύστερα από αίτηση του διοριζομένου, μόνο μία φορά, για χρονικό διάστημα έως τεσσάρων
(4)μηνών. 3.Αν παρέλθει άπρακτη η προθεσμία που προβλέπεται στην παρ. 1, η πράξη διορισμού θεωρείται ότι κοινοποιήθηκε την εξηκοστή (60ή) ημέρα από τη δημοσίευσή της στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Από την ημέρα αυτή αρχίζει η προθεσμία για την ορκωμοσία του διοριζομένου και την ανάληψη της υπηρεσίας. 4.Το χρονικό διάστημα από τη δημοσίευση της πράξης διορισμού έως την ανάληψη υπηρεσίας θεωρείται ως χρόνος πραγματικής δημόσιας υπηρεσίας, εφόσον η ανάληψη της υπηρεσίας έγινε μέσα στην εικοσαήμερη προθεσμία που προβλέπεται στην παρ. 2. Ορκωμοσία Άρθρ.108.-Αρμόδιο κατά τόπο πειθαρχικό όργανο είναι εκείνο, στην αρμοδιότητα του οποίου ανήκουν οι υπάλληλοι της γραμματείας ή της υπηρεσίας, στην οποία υπηρετούσε με οποιαδήποτε υπηρεσιακή σχέση ή κατάσταση ο δικαστικός υπάλληλος κατά το χρόνο τέλεσης του πειθαρχικού παραπτώματος. Σε περίπτωση απόσπασης του δικαστικού υπαλλήλου σε μη δικαστική υπηρεσία, αρμόδιο είναι το πειθαρχικό όργανο της γραμματείας ή υπηρεσίας στην οποία ανήκει οργανικά. 6.Β.ε.110 Γραμματεία των Δικαστηρίων και Εισαγγελιών Σύγκρουση αρμοδιοτήτων Άρθρ.109.-Για την άρση της σύγκρουσης αρμοδιότητας μεταξύ πειθαρχικών συμβουλίων, αρμόδιο είναι για μεν τους δικαστικούς υπαλλήλους των γραμματειών πολιτικών και ποινικών δικαστηρίων και εισαγγελιών το ποινικό τμήμα του Αρείου Πάγου και, αν λειτουργούν περισσότερα ποινικά τμήματα, το πρώτο κατά σειρά αρίθμησης από αυτά, για δε τους υπαλλήλους των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων το τμήμα του Συμβουλίου της Επικρατείας που είναι αρμόδιο για την εκδίκαση των πειθαρχικών υποθέσεων των υπαλλήλων. Τα τμήματα αυτά επιλαμβάνονται ύστερα από αίτηση του οργάνου που ασκεί την πειθαρχική δίωξη ή του διωκομένου και εκδικάζουν την υπόθεση σε συμβούλιο. ΚΕΦΑΛΑΙΟ Δ ΠΡΟΔΙΚΑΣΙΑ Διαδικασίες συλλογής αποδεικτικών στοιχείων Άρθρ.110.-Αν υπάρχουν ενδείξεις ή πληροφορίες για τη διάπραξη πειθαρχικού παραπτώματος από δικαστικό υπάλληλο, διενεργείται προκαταρκτική έρευνα ή ένορκη διοικητική εξέταση, σύμφωνα με τα επόμενα άρθρα. Προκαταρκτική έρευνα Άρθρ.111.-1.Προκαταρκτική έρευνα είναι άτυπη συλλογή στοιχείων και διενεργείται είτε από τον αρμόδιο για την άσκηση της πειθαρχικής δίωξης είτε με παραγγελία του από άλλο δικαστικό λειτουργό ή δικαστικό υπάλληλο με βαθμό Α΄, τον οποίο ορίζει ο ίδιος. (Μετά τη σελ. 208,466(α) Σελ. 208,4661 Τεύχος 1380 Σελ. 97 Γραμματεία των Δικαστηρίων και Εισαγγελιών 6.Β.ε.110 6.Β.ε.110 Γραμματεία των Δικαστηρίων και Εισαγγελιών 2.Εκείνος που διενεργεί την προκαταρκτική έρευνα οφείλει να ζητήσει έγγραφες εξηγήσεις από το δικαστικό υπάλληλο που φέρεται ότι έχει υποπέσει σε πειθαρχικό παράπτωμα. Δικαιούται να ζητήσει πληροφορίες ή τη διαβίβαση συναφών στοιχείων από κάθε άλλη αρχή, μεριμνά για τη συγκέντρωση των αποδεικτικών στοιχείων και εξετάζει μάρτυρες χωρίς όρκο, αν το κρίνει αναγκαίο. Ο καλούμενος να δώσει εξηγήσεις έχει δικαίωμα να λάβει προηγουμένως γνώση όλων των στοιχείων που τον αφορούν. Για την προκαταρκτική έρευνα συντάσσεται έκθεση, της οποίας το πόρισμα πρέπει να είναι αιτιολογημένο. 3.Αν, κατά την κρίση του δικαστικού λειτουργού που ασκεί την πειθαρχική δίωξη, η υπόθεση χρειάζεται περαιτέρω διερεύνηση με ένορκη διοικητική εξέταση (ΕΔΕ), αυτή διενεργείται σύμφωνα με όσα ορίζονται στο επόμενο άρθρο. Ένορκη Διοικητική Εξέταση Άρθρ.112.-1.Η ένορκη διοικητική εξέταση αποσκοπεί στη συλλογή στοιχείων για τη διαπίστωση της τέλεσης πειθαρχικού παραπτώματος και τη διερεύνηση των συνθηκών διάπραξής του. 2.Η ένορκη διοικητική εξέταση διενεργείται είτε από τον αρμόδιο για την άσκηση της πειθαρχικής δίωξης είτε με παραγγελία του από δικαστικό λειτουργό ή δικαστικό υπάλληλο με βαθμό Α΄, τον οποίο ορίζει ο ίδιος. Αυτός που διενεργεί την ένορκη διοικητική εξέταση δικαιούται να ζητήσει πληροφορίες και στοιχεία από κάθε αρχή, φροντίζει για τη συγκέντρωση αποδεικτικών στοιχείων και εξετάζει ενόρκως μάρτυρες, αν το κρίνει αναγκαίο. 3.Κατά τη διενέργεια της ένορκης διοικητικής εξέτασης, ο δικαστικός υπάλληλος που φέρεται ότι έχει υποπέσει σε πειθαρχικό παράπτωμα δικαιούται να ζητήσει εγγράφως την εξέταση έως 3 μαρτύρων. 4.Αφού συγκεντρωθούν τα αποδεικτικά στοιχεία, καλείται υποχρεωτικώς ο δικαστικός υπάλληλος που φέρεται ότι έχει υποπέσει σε πειθαρχικό παράπτωμα για την παροχή έγγραφων εξηγήσεων, με κλήση που του επιδίδεται. Με την κλήση αυτή τάσσεται προθεσμία για την παροχή των εξηγήσεων, η οποία δεν μπορεί να είναι μικρότερη από 5 και μεγαλύτερη από 10 ημέρες. Η μη προσέλευσή του ή η άρνησή του να εξεταστεί δεν εμποδίζει την πρόοδο της ένορκης διοικητικής εξέτασης. 5.Ο δικαστικός υπάλληλος δικαιούται να λάβει γνώση και αντίγραφα των στοιχείων του πειθαρχικού φακέλου πριν την παροχή εξηγήσεων. 6.Η ένορκη διοικητική εξέταση περατώνεται με αιτιολογημένη έκθεση του δικαστικού λειτουργού ή του δικαστικού υπαλλήλου που τη διενεργεί. Ο φάκελος που σχηματίζεται διαβιβάζεται αμέσως στον αρμόδιο για την άσκηση της πειθαρχικής δίωξης, αν έχει διενεργήσει άλλος την ένορκη διοικητική εξέταση. Θέση πειθαρχικής δίωξης στο αρχείο Άρθρ.113.-1.Αν, ύστερα από τη διενέργεια προκαταρκτικής έρευνας ή ένορκης διοικητικής εξέτασης, δεν πιθανολογείται πράξη ή παράλειψη που συνιστά πειθαρχικό παράπτωμα ή αν τα πραγματικά περιστατικά που βεβαιώνονται δεν επισύρουν πειθαρχική κύρωση λόγω εξάλειψης του κολασίμου ή λήξης της πειθαρχικής ευθύνης, η υπόθεση τίθεται στο αρχείο με αιτιολογημένη πράξη που υποβάλλεται στον Υπουργό Δικαιοσύνης και στον προϊστάμενο του δικαστηρίου ή της εισαγγελίας ή στο Γενικό Επίτροπο Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο ή στο Γενικό Επίτροπο της Επικρατείας στα τακτικά διοικητικά δικαστήρια, κατά περίπτωση. 2.Αν τα πρόσωπα, στα οποία υποβάλλεται η πράξη αρχειοθέτησης σύμφωνα με την προηγούμενη παράγραφο, κρίνουν ότι συντρέχει ανάγκη περαιτέρω έρευνας της υπόθεσης, μέσα σε ανατρεπτική προθεσμία 20 ημερών από την υποβολή της πράξης παραγγέλλουν στον αρμόδιο για την άσκηση πειθαρχικής δίωξης να διενεργήσει κατά περίπτωση ένορκη διοικητική εξέταση ή συμπληρωματική ένορκη διοικητική εξέταση, σύμφωνα με το προηγούμενο άρθρο. ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ε΄ ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΗ ΔΙΩΞΗ Πειθαρχική αγωγή Άρθρ.114.-1.Ο αρμόδιος για την άσκηση της πειθαρχικής δίωξης, αν κρίνει ότι συντρέχει περίπτωση επιβολής πειθαρχικής ποινής, συντάσσει πειθαρχική αγωγή. 2.Η πειθαρχική αγωγή περιέχει: α)το ονοματεπώνυμο και τα υπηρεσιακά στοιχεία του διωκομένου και β) τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία στοιχειοθετούν το πειθαρχικό παράπτωμα και τις διατάξεις που το προβλέπουν. 3.Η πειθαρχική αγωγή απευθύνεται στο μονομελές πειθαρχικό όργανο ή στο πειθαρχικό συμβούλιο, κατά την κρίση του αρμόδιου για την άσκηση της πειθαρχικής δίωξης οργάνου, και συνοδεύεται από τον πειθαρχικό φάκελο. (Μετά τη σελ. 208,466) Σελ. 208,467 Τεύχος 1361 Σελ. 95 Γραμματεία των Δικαστηρίων και Εισαγγελιών 6.Β.ε.110 Άσκηση πειθαρχικής δίωξης Άρθρ.115.-1.Η πειθαρχική δίωξη ασκείται με την επίδοση της πειθαρχικής αγωγής στο διωκόμενο δικαστικό υπάλληλο. 2.Αντίγραφο της πειθαρχικής αγωγής υποβάλλεται χωρίς καθυστέρηση στον προϊστάμενο ή στον πρόεδρο του τριμελούς συμβουλίου διοίκησης του δικαστηρίου ή της εισαγγελίας ή το Γενικό Επίτροπο της Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο ή το Γενικό Επίτροπο της Επικρατείας στα τακτικά διοικητικά δικαστήρια, κατά περίπτωση, ανάλογα με το δικαστήριο, εισαγγελία ή υπηρεσία, στην οποία υπηρετεί ο διωκόμενος. ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΣΤ΄ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΣΤΑ ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΑ ΟΡΓ ΑΝΑ Διαδικασία στα μονομελή πειθαρχικά όργανα Άρθρ.116.-1.Το μονομελές πειθαρχικό όργανο, μόλις περιέλθει σε αυτό η πειθαρχική αγωγή και ο πειθαρχικός φάκελος, επιμελείται για την επίδοση της πειθαρχικής αγωγής στο διωκόμενο και τον καλεί να απολογηθεί εγγράφως μέσα σε προθεσμία που ορίζεται στην κλήση και δεν μπορεί να είναι μικρότερη από πέντε
(5)ημέρες από την επίδοση της κλήσης. Η οριζόμενη προθεσμία μπορεί να παραταθεί ύστερα από αίτηση του διωκομένου έως πέντε
(5)ημέρες. Η μη προσέλευση του διωκομένου ή η άρνησή του να απολογηθεί δεν εμποδίζει την πρόοδο της διαδικασίας και την έκδοση οριστικής απόφασης. 2.Στις αποφάσεις των μονομελών πειθαρχικών οργάνων εφαρμόζονται αναλόγως οι παρ. 2, 3 και 4 του άρθρ. 129. Ορισμός εισηγητή στο πειθαρχικό συμβούλιο Κλήση διωκομένου σε απολογία Άρθρ.117.-1.Αν η πειθαρχική αγωγή απευθύνεται στο πειθαρχικό συμβούλιο, ο πρόεδρός του ορίζει ένα από τα μέλη του ως εισηγητή. Η σχετική πράξη με αντίγραφο της πειθαρχικής αγωγής επιδίδεται στο διωκόμενο. 2.Ο εισηγητής αντικαθίσταται αν κωλύεται. Ο διωκόμενος μέσα σε τρεις
(3)ημέρες από την επίδοση της πράξης μπορεί να ζητήσει την εξαίρεση του εισηγητή. Στην περίπτωση αυτή ο εισηγητής αντικαθίσταται αν το πειθαρχικό συμβούλιο, χωρίς τη συμμετοχή του, δεχθεί το αίτημα. Αίτηση εξαίρεσης του εισηγητή που ορίστηκε σε αντικατάσταση εκείνου, ο οποίος εξαιρέθηκε, δεν επιτρέπεται. Σελ. 208,468 Τεύχος 1361 Σελ. 96 3.Ο εισηγητής καλεί το διωκόμενο σε απολογία. Στην κλήση τάσσεται εύλογη προθεσμία, όχι μικρότερη από πέντε
(5)ημέρες, που μπορεί, με αίτηση του διωκόμενου, να παραταθεί για 10ημέρες το πολύ. Κατά το χρονικό διάστημα από την επίδοση της κλήσης έως την συζήτηση της υπόθεσης, ο διωκόμενος λογίζεται ότι είναι σε άδεια επί ένα δεκαήμερο, αν το δηλώσει εγγράφως στον προϊστάμενό του. 4.Ο διωκόμενος δικαιούται να λάβει γνώση του πειθαρχικού φακέλου και να ζητήσει αντίγραφο των στοιχείων που περιέχονται σε αυτόν. Η γνώση ή η χορήγηση αντιγράφων βεβαιώνεται με ειδική έκθεση, η οποία υπογράφεται από το γραμματέα του πειθαρχικού συμβουλίου και το διωκόμενο. Άρνηση του διωκομένου να υπογράψει βεβαιώνεται από το γραμματέα στην έκθεση, που, στην περίπτωση αυτήν, υπογράφεται μόνο από αυτόν. 5.Η απολογία είναι πάντοτε έγγραφη και εγχειρίζεται στον εισηγητή, ο οποίος χορηγεί έγγραφη απόδειξη παραλαβής ή κατατίθεται στον προϊστάμενο της υπηρεσίας του διωκομένου, ο οποίος τη διαβιβάζει αμέσως στο αρμόδιο συμβούλιο ή αποστέλλεται στον εισηγητή με συστημένη επιστολή. Στην απολογία επισυνάπτονται όσα στοιχεία έχει στη διάθεσή του ο διωκόμενος, ο οποίος μπορεί να ζητήσει από τον εισηγητή εύλογη προθεσμία για να υποβάλει συμπληρωματικά στοιχεία. Στην απολογία μπορεί να προταθεί η εξέταση μαρτύρων που δεν υπερβαίνουν τους πέντε
(5). 6.Β.ε.110 Γραμματεία των Δικαστηρίων και Εισαγγελιών Ανάκριση Άρθρ.11.-1.Η υπαλληλική σχέση καταρτίζεται με το διορισμό και την αποδοχή του από το διοριζόμενο. 2.Η αποδοχή δηλώνεται με την ορκωμοσία. 6.Β.ε.110 Γραμματεία των Δικαστηρίων και Εισαγγελιών Τύπος του όρκου Άρθρ.118.-1.Αν μετά την απολογία του διωκομένου τα στοιχεία του φακέλου κριθούν από τον πρόεδρο επαρκή για να εισαχθεί η υπόθεση στο πειθαρχικό συμβούλιο, ενεργούνται όσα ορίζονται στα άρθρ. 125 και επόμενα. Αν κριθούν ανεπαρκή, ο πρόεδρος διατάσσει τη διενέργεια ανάκρισης από τον εισηγητή της υπόθεσης. 2.Η ανάκριση αποβλέπει στη συλλογή κάθε πρόσφορου αποδεικτικού στοιχείου και στη διερεύνηση όλων των πραγματικών περιστατικών για το σχηματισμό της κρίσης του πειθαρχικού συμβουλίου. Ανακριτικές πράξεις Άρθρ.119.-1.Ανακριτικές πράξεις είναι: α)η εξέταση μαρτύρων, β)η εξέταση του διωκομένου, γ)η αυτοψία, δ) η πραγματογνωμοσύνη και ε)η αναζήτηση εγγράφων και άλλων στοιχείων. Για τις τέσσερις πρώτες από τις πράξεις αυτές συντάσσεται έκθεση, η οποία υπογράφεται από το δικαστικό λειτουργό που διενεργεί την ανάκριση και τα πρόσωπα που συμπράττουν στην ανακριτική πράξη. Άρνηση των τελευταίων να υπογράψουν βεβαιώνεται στην έκθεση, η οποία στην περίπτωση αυτή υπογράφεται μόνο από το δικαστικό λειτουργό που διενεργεί την ανάκριση. 2.Δεν μπορεί να αποτελέσέι αντικείμενο ανακριτικής πράξης θέμα που κατά το νόμο καλύπτεται: α)από το απόρρητο της υπηρεσίας, εκτός αν συναινεί η αρμόδια αρχή και β)από το επαγγελματικό απόρρητο. 3.Ο εισηγητής διενεργεί αυτοπροσώπως τις ανακριτικές πράξεις στην έδρα του. Αν πρόκειται να διενεργηθεί ανακριτική πράξη έξω από την έδρα του, ο εισηγητής μπορεί να παραγγείλει τη διενέργειά της από δικαστικό λειτουργό που υπηρετεί στην περιφέρεια, στην οποία πρόκειται να διενεργηθεί η πράξη. 4.Μετά το πέρας των ανακριτικών πράξεων ο διωκόμενος καλείται να λάβει γνώση του πειθαρχικού φακέλου. Μάρτυρες Άρθρ.120.-1.Οι μάρτυρες εξετάζονται ενόρκως στον τόπο της κατοικίας ή της διαμονής τους, εκτός αν δηλώσουν ότι επιθυμούν να εξεταστούν στην εισηγητή. 2.Η μη εμφάνιση ή η άρνηση κατάθεσης μάρτυρα χωρίς εύλογη αιτία τιμωρείται κατά το άρθρ. 169 του Ποινικού Κώδικα. Εύλογη αιτία θεωρείται και η συγγένεια του μάρτυρα με το διωκόμενο σε ευθεία γραμμή ή σε πλάγια γραμμή μέχρι και τον τρίτο βαθμό. 3.Η εξέταση μαρτύρων πέρα από εκείνους, τους οποίους δικαιούται να προτείνει ο διωκόμενος, σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρ. 117, απόκειται στην κρίση του εισηγητή. Εξέταση διωκομένου Άρθρ.121.-Κατά την ανάκριση εξετάζεται ανωμοτί ο διωκόμενος, ο οποίος δικαιούται να λάβει γνώση, πριν την εξέτασή του, των στοιχείων του φακέλου. Η μη προσέλευση ή η άρνηση του διωκομένου να εξεταστεί δεν εμποδίζει την πρόοδο της ανάκρισης. Αυτοψία Άρθρ.122.-Η αυτοψία ενεργείται είτε από τον εισηγητή είτε, αν αυτός το προτείνει, από ολόκληρο το πειθαρχικό συμβούλιο, για να διαπιστωθούν οι πραγματικές συνθήκες τέλεσης του πειθαρχικού παραπτώματος ή άλλα συναφή με αυτό στοιχεία. Η εξέταση δημόσιων ή ιδιωτικών εγγράφων ή άλλων στοιχείων, που έχουν κατατεθεί σε δημόσια αρχή, ενεργείται στο γραφείο, στο οποίο φυλάσσονται. Πραγματογνωμοσύνη Άρθρ.123.-Ως πραγματογνώμονες ορίζονται δικαστικοί λειτουργοί ή δημόσιοι πολιτικοί ή στρατιωτικοί υπάλληλοι ή επιστήμονες ή τεχνικοί, από τον πίνακα του άρθρ. 185 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας. Οι αμοιβές των πραγματογνωμόνων εκκαθαρίζονται από τον πρόεδρο του πειθαρχικού συμβουλίου και καταβάλλονται από το Δημόσιο, σύμφωνα με τις διατάξεις για το δημόσιο λογιστικό, μετά τη διενέργεια της πραγματογνωμοσύνης. Αναζήτηση εγγράφων και άλλων στοιχείων Άρθρ.124.-1.Ο εισηγητής δικαιούται να ζητήσει από κάθε δημόσια αρχή την παροχή στοιχείων ή την αποστολή πιστοποιητικών ή βεβαιώσεων για θέματα που ανάγονται στην αρμοδιότητά της ή αντιγράφων των εγγράφων που τηρούνται στο αρχείο της. 2.Ο εισηγητής δικαιούται επίσης να ζητήσει έγγραφα και στοιχεία, τα οποία κατέχει ιδιώτης. Τα έγγραφα και στοιχεία αυτά επιστρέφονται υποχρεωτικά μετά το τέλος της πειθαρχικής δίκης. Ο εισηγητής είναι υποχρεωμένος, ύστερα από αίτηση του ιδιώτη, να χορηγήσει ατελώς, εκτός από απόδειξη παραλαβής και επίσημο αντίγραφο ή απόσπασμα των εγγράφων, τα οποία παρέλαβε. Έγγραφα ή στοιχεία που είναι αναγκαία στον ιδιώτη για την εξυπηρέτηση υποθέσεών του, εξετάζονται στον τόπο, στον οποίο βρίσκονται. (Μετά τη σελ. 208,468) Σελ. 208,469 Τεύχος 1361 Σελ. 97 Γραμματεία των Δικαστηρίων και Εισαγγελιών 6.Β.ε.110 3.Η άρνηση παροχής στοιχείων σύμφωνα με τις προηγούμενες παραγράφους τιμωρείται κατά το άρθρ. 169 του Ποινικού Κώδικα. Ορισμός συνεδρίασης Κλήση του διωκομένου μετά την ανάκριση Άρθρ.125.-1.Μετά το τέλος της ανάκρισης και τη σύνταξη του σχετικού πορίσματος, ο πρόεδρος του συμβουλίου, αφού λάβει τη δικογραφία, ορίζει με πράξη του ημερομηνία για τη συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον του πειθαρχικού συμβουλίου. Η πράξη αυτή κοινοποιείται σε όλα τα μέλη του συμβουλίου 10 τουλάχιστον ημέρες πριν την ημερομηνία συζήτησης της υπόθεσης. Η πράξη επιδίδεται και στο διωκόμενο με κλήση να προσέλθει για να λάβει γνώση και αντίγραφα των στοιχείων του πειθαρχικού φακέλου και για να παραστεί κατά τη συζήτηση. Η κλήση επιδίδεται 10 τουλάχιστον ημέρες πριν την ημέρα της συζήτησης. Η τυχόν μη προσέλευση του διωκομένου δεν εμποδίζει την πρόοδο της διαδικασίας. 2.Ο πρόεδρος καλεί ενώπιον του συμβουλίου τους μάρτυρες, τους οποίους πρότεινε ο διωκόμενος, εκτός εάν εξετάστηκαν στην ανάκριση που προηγήθηκε. Σε κάθε περίπτωση, μπορεί να καλέσει τους μάρτυρες, τους οποίους κρίνει αναγκαίους. Διαδικασία στα πειθαρχικά συμβούλια Άρθρ.12.-1.Ο όρκος έχει ως εξής: «Ορκίζομαι να έχω πίστη στην Πατρίδα, να υπακούω στο Σύνταγμα και στους νόμους και να ασκώ ευσυνείδητα τα καθήκοντά μου». 2.Όποιος δηλώνει ότι δεν πρεσβεύει καμία θρησκεία και εκείνος, του οποίου η θρησκεία δεν επιτρέπει τον όρκο, παρέχει την εξής διαβεβαίωση: «Επικαλούμαι την τιμή και τη συνείδησή μου και διαβεβαιώνω ότι θα έχω πίστη στην Πατρίδα, θα υπακούω στο Σύνταγμα και στους νόμους και θα ασκώ ευσυνείδητα τα καθήκοντά μου». 3.Αλλοδαπός που διορίζεται ως δικαστικός υπάλληλος δίνει τον επόμενο όρκο: «Ορκίζομαι να έχω πίστη στην Ελλάδα, να υπακούω στο Σύνταγμα και στους νόμους της και να ασκώ ευσυνείδητα τα καθήκοντά μου». 4.Αλλοδαπός που διορίζεται ως δικαστικός υπάλληλος και δηλώνει ότι δεν πρεσβεύει καμία θρησκεία και εκείνος, του οποίου η θρησκεία δεν επιτρέπει τον όρκο, παρέχουν την εξής διαβεβαίωση: «Επικαλούμαι την τιμή και τη συνείδησή μου και διαβεβαιώνω ότι θα έχω πίστη στην Ελλάδα, θα υπακούω στο Σύνταγμα και στους νόμους της και θα ασκώ ευσυνείδητα τα καθήκοντά μου». Ανάληψη υπηρεσίας Άρθρ.126.-1.Αν ο διωκόμενος δεν εμφανιστεί κατά τη συζήτηση και δεν έχει κλητευθεί νομίμως ή αν δεν προσέλθει από ανυπέρβλητο κώλυμα, ορίζεται νέα ημερομηνία για συζήτηση. Το συμβούλιο μπορεί, και αν δεν συντρέχουν οι παραπάνω λόγοι, να αναβάλει για μία μόνο φορά τη συζήτηση λόγω της μη προσέλευσης του διωκομένου ή μάρτυρα, του οποίου η εμφάνιση κρίνεται αναγκαία ή για άλλο σπουδαίο λόγο. Αν δεν συντρέχει περίπτωση αναβολής, το συμβούλιο προχωρεί στη συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία του διωκομένου. 2.Ο διωκόμενος μπορεί να ζητήσει εγγράφως, πριν την έναρξη της συνεδρίασης, την εξαίρεση 2 το πολύ μελών του πειθαρχικού συμβουλίου, αναφέροντας τους λόγους εξαίρεσης. Για την αίτηση αποφασίζει το συμβούλιο, χωρίς τη συμμετοχή του μέλους, του οποίου ζητήθηκε η εξαίρεση, με αιτιολογημένη απόφαση που καταχωρίζεται στα πρακτικά. Τα μέλη, την εξαίρεση των οποίων αποφάσισε το συμβούλιο, αντικαθίστανται από αναπληρωματικά μέλη. Σελ. 208,470 Τεύχος 1361 Σελ. 98 3.Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ο εισηγητής διαβάζει την πειθαρχική αγωγή και το πόρισμα της ανάκρισης, αν έχει διενεργηθεί. Στη συνέχεια καλούνται για εξέταση οι μάρτυρες και δίνεται ο λόγος στους εκπροσώπους των δικαστικών υπαλλήλων. Ακολούθως δίνεται ο λόγος στο διωκόμενο για να αναπτύξει προφορικά την απολογία του και να απαντήσει στα ερωτήματα των μελών του συμβουλίου. Επίσης δίνεται ο λόγος στον τυχόν παριστάμενο δικηγόρο του. Ο πρόεδρος μπορεί να χορηγήσει στο διωκόμενο προθεσμία έως 3 ημερών για την υποβολή υπομνήματος. Με το υπόμνημα δεν επιτρέπεται να προβάλλονται νέοι πραγματικοί ισχυρισμοί. 4.Ο πρόεδρος του συμβουλίου διευθύνει τη συζήτηση, απευθύνει ερωτήσεις και δίνει την άδεια στα μέλη του συμβουλίου, στο διωκόμενο και στον τυχόν παριστάμενο δικηγόρο του για να υποβάλουν ερωτήσεις. 5.Για τη συνεδρίαση του πειθαρχικού συμβουλίου συντάσσεται από το γραμματέα πρακτικό, το οποίο υπογράφεται από αυτόν και τον πρόεδρο. Το πρακτικό περιέχει σε συντομία τις καταθέσεις των μαρτύρων, την άποψη των εκπροσώπων των δικαστικών υπαλλήλων, την προφορική απολογία του διωκομένου, καθώς και έκθεση για κάθε αξιόλογο γεγονός που έλαβε χώρα κατά τη διάρκεια της συνεδρίασης. Ο πρόεδρος μπορεί να διατάξει την αυτολεξεί καταχώριση ουσιωδών μερών των καταθέσεων ή δηλώσεων που γίνονται κατά τη συνεδρίαση. 6.Β.ε.110 Γραμματεία των Δικαστηρίων και Εισαγγελιών 6.Το συμβούλιο εκτιμά ελευθέρως τα αποδεικτικά στοιχεία. Αν κρίνει ότι αυτά είναι ανεπαρκή, μπορεί με απόφασή του, η οποία επιδίδεται στο διωκόμενο, να διατάξει τη συμπλήρωση των αποδείξεων. Αν αποφασιστεί η διενέργεια αυτοψίας, αυτή διενεργείται από το συμβούλιο. Όταν συμπληρωθούν οι αποδείξεις σύμφωνα με όσα διατάσσονται με την απόφαση, επαναλαμβάνεται η κύρια διαδικασία. 7.Αν κατά τη διάσκεψη διατυπώνονται για κάποιο ζήτημα περισσότερες από δύο γνώμες, με αποτέλεσμα να μη σχηματίζεται πλειοψηφία, τα μέλη που ψήφισαν υπέρ της δυσμενέστερης για το διωκόμενο γνώμης ή υπέρ της βαρύτερης ποινής, προσχωρούν στην αμέσως ευνοϊκότερη. 8.Ο δικαστικός λειτουργός που άσκησε την πειθαρχική δίωξη δεν επιτρέπεται να συμμετέχει στο πειθαρχικό συμβούλιο που εκδικάζει το ίδιο πειθαρχικό παράπτωμα. Συνεκδίκαση και χωρισμός πειθαρχικών υποθέσεων Άρθρ.127.-1.Τα πειθαρχικά συμβούλια μπορούν σε κάθε στάση της διαδικασίας να διατάξουν την ένωση και συνεκδίκαση ή το χωρισμό περισσότερων πειθαρχικών υποθέσεων που εκκρεμούν ενώπιόν τους. 2.Σε περίπτωση συνεκδίκασης υποθέσεων που ανήκουν στην αρμοδιότητα διαφορετικών πειθαρχικών οργάνων, έχει εφαρμογή η παρ. 3 του άρθρ. 99. Γενικά θέματα διαδικασίας Άρθρ.128.-1.Η διαδικασία ενώπιον των πειθαρχικών συμβουλίων είναι μυστική. 2.Κατά τη διαδικασία ενώπιον των πειθαρχικών συμβουλίων επιτρέπεται συμπαράσταση με δικηγόρο. 3.Η πειθαρχική διαδικασία διενεργείται ατελώς. Έξοδα δεν επιδικάζονται ούτε σε βάρος του διωκομένου. Απόφαση Άρθρ.129.-1.Το σχέδιο της απόφασης συντάσσεται από τον εισηγητή και υπογράφεται από αυτόν και τον πρόεδρο. Το πρωτότυπο της απόφασης υπογράφεται από τον πρόεδρο και το γραμματέα και καταχωρίζεται σε ειδικό βιβλίο. 2.Η απόφαση περιέχει τη σύνθεση του συμβουλίου, το ονοματεπώνυμο των εκπροσώπων των δικαστικών υπαλλήλων που παρέστησαν ή βεβαίωση του γεγονότος ότι κλήθηκαν νομίμως και δεν παρέστησαν, το ονοματεπώνυμο και το βαθμό του διωκομένου, μνεία για την τυχόν παράστασή του ή τη νόμιμη κλήτευσή του, το ονοματεπώνυμο και τον αριθμό του δελτίου ταυτότητας του οικείου δικηγορικού συλλόγου του δικηγόρου που τυχόν παραστάθηκε, περίληψη του αποδιδόμενου παραπτώματος και της απολογίας με τους ουσιώδεις ισχυρισμούς του διωκομένου, αιτιολογικό τόσο ως προς τη διαπίστωση ή μη της ενοχής όσο και ως προς την επιμέτρηση της ποινής και διατακτικό. 3.Η οριστική απόφαση επιδίδεται, με επιμέλεια του γραμματέα, στο διωκόμενο, στον προϊστάμενο ή στον πρόεδρο του τριμελούς συμβουλίου διοίκησης του δικαστηρίου, της εισαγγελίας ή της υπηρεσίας, στην οποία υπηρετεί ο διωκόμενος, και σε όσους έχουν δικαίωμα έφεσης. 4.Η πειθαρχική απόφαση δεν ανακαλείται. ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ζ΄ ΕΝΔΙΚΑ ΜΕΣΑ Έφεση κατά των αποφάσεων μονομελών πειθαρχικών οργάνων Άρθρ.130.-1.Έφεση κατά των αποφάσεων των μονομελών πειθαρχικών οργάνων μπορούν να ασκήσουν: α)Ο δικαστικός υπάλληλος κατά της απόφασης, με την οποία τιμωρήθηκε πειθαρχικώς ή απαλλάχθηκε με μειωτική αιτιολογία. β)Το αρμόδιο για την άσκηση της πειθαρχικής δίωξης όργανο κατά οποιασδήποτε απόφασης. γ) Ο προϊστάμενος ή ο πρόεδρος του τριμελούς συμβουλίου διοίκησης του αμέσως ανώτερου δικαστηρίου ή εισαγγελίας, αντιστοίχως, κατά οποιασδήποτε απόφασης. Κατά των αποφάσεων των προϊσταμένων ή προέδρων του τριμελούς συμβουλίου διοίκησης των εφετείων και των εισαγγελιών τους αφ΄ ενός και των διοικητικών εφετείων αφ΄ ετέρου, έφεση ασκούν ο πρόεδρος του επταμελούς δικαστικού (υπηρεσιακού) συμβουλίου του Αρείου Πάγου και του Συμβουλίου της Επικρατείας, αντιστοίχως. δ)Ο Υπουργός Δικαιοσύνης κατά οποιασδήποτε απόφασης. 2.Η έφεση του δικαστικού υπαλλήλου ασκείται με κατάθεση στο γραμματέα του κατά το άρθρ. 131 αρμόδιου πειθαρχικού συμβουλίου ή στο γραμματέα του δικαστηρίου ή της εισαγγελίας ή στον προϊστάμενο της υπηρεσίας, στην οποία υπηρετεί ή σε ελληνική προξενική αρχή της αλλοδαπής. Η έφεση των προσώπων που αναφέρονται στις περιπτ. β΄ και γ΄ της προηγούμενης παραγράφου ασκείται με κατάθεση ή αποστολή στο γραμματέα του αρμόδιου πειθαρχικού συμβουλίου. Ως προς την προθεσμία για την άσκηση της έφεσης και το μεταβιβαστικό και ανασταλτικό αποτέλεσμά της εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις των παρ. 3, 4, 5 και 6 του άρθρ. 132. (Μετά τη σελ. 208,470) Σελ. 208,471 Τεύχος 1361 Σελ. 99 Γραμματεία των Δικαστηρίων και Εισαγγελιών 6.Β.ε.110 Αρμόδιο δευτεροβάθμιο όργανο Άρθρ.131.-1.Με την επιφύλαξη των επόμενων παραγράφων, η κατά το προηγούμενο άρθρο έφεση ασκείται ενώπιον του πειθαρχικού συμβουλίου του οικείου εφετείου. 2.Η έφεση κατά της απόφασης προϊσταμένου ή προέδρου του τριμελούς συμβουλίου διοίκησης εφετείου, διοικητικού εφετείου ή εισαγγελίας εφετών ασκείται ενώπιον του πενταμελούς πειθαρχικού συμβουλίου του οικείου ανώτατου δικαστηρίου. 3.Η έφεση κατά της απόφασης του Γενικού Επιτρόπου της Επικρατείας στα τακτικά διοικητικά δικαστήρια ασκείται ενώπιον του επταμελούς πειθαρχικού συμβουλίου του Συμβουλίου της Επικρατείας. 4.Η έφεση κατά της απόφασης των προέδρων των ανώτατων δικαστηρίων, του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου και του Γενικού Επιτρόπου της Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο ασκείται ενώπιον του επταμελούς πειθαρχικού συμβουλίου του οικείου ανώτατου δικαστηρίου. Έφεση κατά των αποφάσεων των πειθαρχικών συμβουλίων Άρθρ.132.-1.Οι αποφάσεις των πειθαρχικών συμβουλίων που εκδίδονται σε πρώτο βαθμό υπόκεινται σε έφεση. 2.Δικαίωμα έφεσης έχουν: α)Ο δικαστικός υπάλληλος κατά απόφασης, με την οποία τιμωρήθηκε πειθαρχικώς ή απαλλάχθηκε με μειωτική αιτιολογία. β)Ο Υπουργός Δικαιοσύνης και το αρμόδιο για την άσκηση της πειθαρχικής δίωξης όργανο κατά οποιασδήποτε απόφασης. 3.Η έφεση του δικαστικού υπαλλήλου ασκείται μέσα σε ένα
(1)μήνα από την επίδοση σε αυτόν της απόφασης του πρωτοβάθμιου πειθαρχικού συμβουλίου με κατάθεση στο γραμματέα του συμβουλίου αυτού. Μπορεί επίσης να κατατεθεί στο γραμματέα του δικαστηρίου ή εισαγγελίας ή στον προϊστάμενο της υπηρεσίας, στην οποία υπηρετεί ή στον προϊστάμενο ελληνικής προξενικής αρχής της αλλοδαπής, οι οποίοι είναι υποχρεωμένοι να την αποστείλουν, χωρίς καθυστέρηση, στο γραμματέα του συμβουλίου που έχει εκδώσει την προσβαλλόμενη απόφαση. Η παραπάνω προθεσμία για την άσκηση της έφεσης παρεκτείνεται κατά ένα
(1)μήνα για όσους διαμένουν στο εξωτερικό. Σελ. 208,472 Τεύχος 1361 Σελ. 100 4.Η έφεση του Υπουργού Δικαιοσύνης και του αρμόδιου για την άσκηση της πειθαρχικής δίωξης οργάνου ασκείται μέσα σε ένα
(1)μήνα από την περιέλευση σε αυτούς της απόφασης του πρωτοβάθμιου πειθαρχικού συμβουλίου, και πάντως όχι μετά την πάροδο 3 μηνών από την έκδοσή της, με κατάθεση ή αποστολή, με τηλεγράφημα ή με τηλεομοιοτυπία στο γραμματέα του συμβουλίου αυτού. Σε περίπτωση αποστολής της έφεσης, ως ημερομηνία άσκησής της θεωρείται η ημερομηνία κατάθεσης του τηλεγραφήματος ή αποστολής της τηλεομοιοτυπίας. 5.Με την άσκηση της έφεσης η υπόθεση μεταβιβάζεται στο κατά το άρθρ. 23 αρμόδιο δευτεροβάθμιο συμβούλιο, το οποίο δεν μπορεί να χειροτερεύσει τη θέση του διωκομένου αν έχει ασκηθεί έφεση μόνο υπέρ αυτού. 6.Η προθεσμία για την άσκηση της έφεσης και η άσκησή της αναστέλλουν την εκτέλεση της απόφασης. Διαδικασία στα δευτεροβάθμια πειθαρχικά συμβούλια Άρθρ.133.-Ως προς τη διαδικασία ενώπιον των δευτεροβάθμιων πειθαρχικών συμβουλίων, τα δικαιώματα του διωκομένου, την έκδοση και επίδοση της απόφασης, ισχύουν αναλόγως όσα ορίζονται για τα πρωτοβάθμια συμβούλια. 6.Β.ε.110 Γραμματεία των Δικαστηρίων και Εισαγγελιών Επανάληψη πειθαρχικής δίκης Άρθρ.134.-1.Την επανάληψη της πειθαρχικής δίκης, σύμφωνα με την παρ. 4 του άρθρ. 102, μπορούν να ζητήσουν τα αρμόδια για την άσκηση της πειθαρχικής δίωξης όργανα στην περίπτ. α΄της παραγράφου αυτής, ο δικαστικός υπάλληλος στις περιπτ. β΄ και γ΄ της ίδιας παραγράφου και ο Υπουργός Δικαιοσύνης σε κάθε περίπτωση. 2.Η αίτηση επανάληψης της πειθαρχικής δίκης απευθύνεται στο πειθαρχικό όργανο που είχε εκδώσει την απόφαση, κατά της οποίας στρέφεται η αίτηση. Η αίτηση ασκείται μέσα σε ένα
(1)έτος από την ημερομηνία, κατά την οποία έγινε αμετάκλητη η δικαστική απόφαση ή το απαλλακτικό βούλευμα ή αφότου αποκαλύφθηκαν τα νέα αποδεικτικά στοιχεία. Ως προς τη διαδικασία κατάθεσης και εξέτασης της αίτησης επανάληψης εφαρμόζονται αναλόγως όσα ορίζονται για την έφεση. 3.Η αίτηση επανάληψης της πειθαρχικής δίκης εξετάζεται από το όργανο που εξέδωσε την πειθαρχική απόφαση, κατά της οποίας στρέφεται η αίτηση. Αν γίνει δεκτή η αίτηση επανάληψης, το πειθαρχικό όργανο εξαφανίζει την πειθαρχική αυτή απόφαση και ερευνά κατ΄ ουσίαν την υπόθεση. ΚΕΦΑΛΑΙΟ Η ΕΚΤΕΛΕΣΗ ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΩΝ ΑΠΟΦΑΣΕΩΝ ΔΙΑΓΡΑΦΗ ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΩΝ ΠΟΙΝΩΝ Συνέπειες πειθαρχικών αποφάσεων Άρθρ.13.-1.Δεν επιτρέπεται η ανάληψη υπηρεσίας πριν την ορκωμοσία. 2.Οι υπάλληλοι των δικαστηρίων και των εισαγγελιών τους ορκίζονται ενώπιον του οικείου δικαστηρίου, σε δημόσια συνεδρίαση. Οι υπάλληλοι της γραμματείας του Γενικού Επιτρόπου της Επικρατείας στα τακτικά διοικητικά δικαστήρια ορκίζονται ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών. 3.Η ορκωμοσία βεβαιώνεται με πρακτικό. Η ανάληψη υπηρεσίας πιστοποιείται με έκθεση που συντάσσει ο γραμματέας του δικαστηρίου ή της εισαγγελίας ή ο προϊστάμενος της υπηρεσίας, στην οποία τοποθετείται ο δικαστικός υπάλληλος. ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ ΑΝΑΚΛΗΣΗ ΔΙΟΡΙΣΜΟΥ – ΑΝΑΔΙΟΡΙΣΜΟΣ Ανάκληση διορισμού Άρθρ.135.-Οι τελεσίδικες αποφάσεις των πειθαρχικών οργάνων εκτελούνται υποχρεωτικώς από τις αρμόδιες υπηρεσίες ως εξής: α)Το πρόστιμο υπολογίζεται στις αποδοχές, τις οποίες λαμβάνει ο δικαστικός υπάλληλος κατά το χρόνο έκδοσης της πρωτοβάθμιας πειθαρχικής απόφασης. Η εκτέλεση της απόφασης, με την οποία επιβάλλεται πρόστιμο, γίνεται από τον οικείο εκκαθαριστή των αποδοχών, ο οποίος παρακρατεί το ποσό του προστίμου από τις αποδοχές του πρώτου μήνα μετά την πάροδο άπρακτης της προθεσμίας για την άσκηση έφεσης ή μετά την επίδοση της απόφασης που εκδόθηκε σε δεύτερο βαθμό. Αν το ποσό αυτό είναι ανώτερο από το ¼ των μηνιαίων αποδοχών του δικαστικού υπαλλήλου, η παρακράτηση γίνεται σε περισσότερες μηνιαίες δόσεις, που ορίζονται με την απόφαση. Καμία δόση δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει το ¼ των μηνιαίων αποδοχών του δικαστικού υπαλλήλου. Αν ο δικαστικός υπάλληλος αποχωρήσει από την υπηρεσία, τα ποσά που οφείλονται εισπράττονται κατά τον Κ.Ε.Δ.Ε.. Τα ποσά προστίμου περιέρχονται στο δημόσιο ταμείο. Αν ο δικαστικός υπάλληλος αποβιώσει, η οφειλή, κατά το ποσό που δεν έχει εισπραχθεί διαγράφεται. β)Αν επιβληθεί η ποινή της διακοπής του δικαιώματος για μισθολογική εξέλιξη και του δικαιώματος για προαγωγή, ο χρόνος της διακοπής υπολογίζεται από το χρόνο, κατά τον οποίο ο δικαστικός υπάλληλος αποκτά το δικαίωμα για μισθολογική εξέλιξη ή τα τυπικά προσόντα για προαγωγή. γ)Όποιος τιμωρείται με υποβιβασμό δεν κρίνεται για προαγωγή πριν παρέλθει από την επιβολή της ποινής χρονικό διάστημα ίσο με το ήμισυ του χρόνου που απαιτείται για προαγωγή. δ)Η εκτέλεση της ποινής της προσωρινής παύσης αρχίζει την επόμενη ημέρα από την επίδοση της απόφασης του δευτεροβάθμιου πειθαρχικού οργάνου στο δικαστικό υπάλληλο ή την επόμενη ημέρα από εκείνη, κατά την οποία η απόφαση του πρωτοβάθμιου πειθαρχικού οργάνου έγινε τελεσίδικη. Ο χρόνος της προσωρινής παύσης δεν θεωρείται χρόνος πραγματικής υπηρεσίας. Κατά τη διάρκεια εκτέλεσης της ποινής της προσωρινής παύσης ο δικαστικός υπάλληλος: αα)δεν μπορεί να ασκεί τα υπηρεσιακά του καθήκοντα ούτε άλλη αρμοδιότητα ή καθήκον που έχει ανατεθεί σε αυτόν με την ιδιότητά του ως δικαστικού υπαλλήλου και ββ)στερείται το ήμισυ των αποδοχών του κάθε μήνα. Η παρακράτηση γίνεται από τον εκκαθαριστή των αποδοχών του και το ποσό που παρακρατείται περιέρχεται στο δημόσιο ταμείο. ε)Αν επιβληθεί η πειθαρχική ποινή της οριστικής παύσης, η υπαλληλική σχέση λύεται από την επίδοση στο δικαστικό υπάλληλο της σχετικής απόφασης του δευτεροβάθμιου πειθαρχικού οργάνου ή από την άπρακτη πάροδο της προθεσμίας έφεσης κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου πειθαρχικού οργάνου. Αν η απόφαση του δευτεροβάθμιου πειθαρχικού οργάνου δεν επιδοθεί στο δικαστικό υπάλληλο που τιμωρήθηκε μέσα σε 30 ημέρες από την έκδοσή της, η υπαλληλική σχέση λύεται την τριακοστή ημέρα. Ενέργειες μετά την τελεσιδικία Άρθρ.136.-1.Οι τελεσίδικες πειθαρχικές αποφάσεις των μονομελών πειθαρχικών οργάνων και των πειθαρχικών συμβουλίων διαβιβάζονται, με το σχετικό φάκελο, στο Υπουργείο Δικαιοσύνης, το οποίο μεριμνά για την εκτέλεσή τους. Αν η απόφαση αφορά υπάλληλο του Ελεγκτικού Συνεδρίου, ο φάκελος διαβιβάζεται στην υπηρεσία διοικητικού του δικαστηρίου αυτού, η οποία μεριμνά για την εκτέλεση της απόφασης. (Μετά τη σελ. 208,472) Σελ. 208,473 Τεύχος 1361 Σελ. 101 Γραμματεία των Δικαστηρίων και Εισαγγελιών 6.Β.ε.110 2.Οι πειθαρχικές αποφάσεις τίθενται στο προσωπικό μητρώο του δικαστικού υπαλλήλου. Οι πειθαρχικοί φάκελοι φυλάσσονται στο αρχείο της αρμόδιας υπηρεσίας του Υπουργείου Δικαιοσύνης ή, αν πρόκειται για υπαλλήλους του Ελεγκτικού Συνεδρίου, στο αρχείο της αρμόδιας υπηρεσίας του δικαστηρίου αυτού. Διαγραφή πειθαρχικών ποινών Άρθρ.137.-1.Διαγράφονται από το προσωπικό μητρώο των δικαστικών υπαλλήλων και δεν επιτρέπεται εφεξής να αποτελέσουν στοιχεία κρίσης τους: α)η ποινή της επίπληξης μετά ένα
(1)έτος, β)η ποινή του προστίμου μετά 2 έτη, γ)οι ποινές της στέρησης του δικαιώματος για μισθολογική εξέλιξη, της στέρησης του δικαιώματος για προαγωγή, του υποβιβασμού και της προσωρινής παύσης μετά 5 έτη, αν κατά τα χρονικά αυτά διαστήματα δεν έχει επιβληθεί στο δικαστικό υπάλληλο οποιαδήποτε νέα πειθαρχική ποινή. Οι παραπάνω προθεσμίες αρχίζουν από την ημερομηνία, κατά την οποία η απόφαση επιβολής της ποινής έγινε τελεσίδικη. Αν μέσα στον παραπάνω χρόνο επιβληθεί νέα πειθαρχική ποινή, η διαγραφή επέρχεται μετά την πάροδο του χρόνου που προβλέπεται γι΄ αυτήν, ο οποίος υπολογίζεται από τη λήξη του χρόνου που προβλέπεται για την πρώτη. 2.Ποινές που δεν έχουν εκτελεστεί δεν διαγράφονται. ΜΕΡΟΣ ΕΝΑΤΟ Λ ΥΣΗ ΤΗΣ ΥΠΑΛΛΗΛΙΚΗΣ ΣΧΕΣΗΣ Λόγοι λύσης της υπαλληλικής σχέσης Άρθρ.138.-1.Η υπαλληλική σχέση του δικαστικού υπαλλήλου λύεται με το θάνατο, την έκπτωση, την αποδοχή της παραίτησης, την οριστική παύση και την απόλυση λόγω ορίου ηλικίας ή συμπλήρωσης τριακονταπενταετούς υπηρεσίας. 2.Οριστική παύση επιβάλλεται στις περιπτώσεις ποινικής καταδίκης, πειθαρχικού παραπτώματος, σωματικής ή πνευματικής ανικανότητας και ανυπαίτιος υπηρεσιακής ανεπάρκειας, όπως ορίζεται στα άρθρ. 141, 93 παρ. 2, 143 και 144, αντιστοίχως. Έκπτωση λόγω απώλειας της ελληνικής ιθαγένειας Άρθρ.139.-1.Αν ο δικαστικός υπάλληλος απολέσει την ελληνική ιθαγένεια, εκπίπτει αυτοδικαίως από την υπηρεσία από την ημερομηνία απώλειας της ελληνικής ιθαγένειας, εκτός αν προβλέπεται διαφορετικά από ειδικές διατάξεις. Σελ. 208,474 Τεύχος 1361 Σελ. 102 2.Για την έκπτωση εκδίδεται από τον Υπουργό Δικαιοσύνης διαπιστωτική πράξη, περίληψη της οποίας δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Παραίτηση Άρθρ.140.-1.Η παραίτηση αποτελεί δικαίωμα του δικαστικού υπαλλήλου και υποβάλλεται εγγράφως. 2.Αίρεση, όρος ή προθεσμία στην παραίτηση θεωρούνται ότι δεν έχουν γραφεί. 3.Η παραίτηση θεωρείται ότι δεν έχει υποβληθεί, αν κατά την υποβολή της έχει ασκηθεί ποινική δίωξη για κακούργημα ή για πλημμέλημα από εκείνα που αναφέρονται στο άρθρ. 6 παρ. 1 περιπτ. α΄ και δ΄ ή πειθαρχική δίωξη για παράπτωμα που μπορεί να επισύρει την ποινή της οριστικής παύσης. Αν δεν εκδοθεί οριστική απόφαση από το πειθαρχικό συμβούλιο μέσα σε ένα
(1)έτος από την άσκηση της πειθαρχικής δίωξης, ο δικαστικός υπάλληλος δικαιούται να υποβάλει παραίτηση, εφόσον δεν εκκρεμεί ποινική δίωξη κατ΄ αυτού για τα παραπάνω εγκλήματα. 4.Ο δικαστικός υπάλληλος δικαιούται να ανακαλέσει εγγράφως τη δήλωση παραίτησης μέσα σε αποκλειστική προθεσμία δύο
(2)μηνών από την υποβολή της. Αν ο δικαστικός υπάλληλος ανακαλέσει τη δήλωση παραίτησής του, δεν επιτρέπεται να υποβάλει νέα πριν παρέλθει έτος από την ανάκληση. 6.Β.ε.110 Γραμματεία των Δικαστηρίων και Εισαγγελιών 5.Η παραίτηση γίνεται αποδεκτή με πράξη του Υπουργού Δικαιοσύνης που δημοσιεύεται, σε περίληψη, στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Η πράξη αυτή δεν μπορεί να εκδοθεί πριν παρέλθουν δύο
(2)μήνες από την υποβολή της δήλωσης παραίτησης, εκτός αν ο δικαστικός υπάλληλος ζητήσει ρητώς την άμεση αποδοχή της. Η λύση της υπαλληλικής σχέσης επέρχεται σύμφωνα με το άρθρ.
- 6.Αν παρέλθει άπρακτο τρίμηνο από την υποβολή της, η δήλωση παραίτησης θεωρείται ότι έχει γίνει αποδεκτή την πρώτη ημέρα μετά τη συμπλήρωση του τριμήνου και η υπαλληλική σχέση λύεται αυτοδικαίως από την ίδια χρονολογία. Για τη λύση στην περίπτωση αυτήν εκδίδεται διαπιστωτική πράξη του Υπουργού Δικαιοσύνης, που δημοσιεύεται, σε περίληψη, στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. 7.Οι διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας που ρυθμίζουν την παραίτηση στις περιπτώσεις που προβλέπονται στο άρθρ. 47 ή σε άλλες ειδικές περιπτώσεις, εφαρμόζονται και για τους δικαστικούς υπαλλήλους. Παύση λόγω ποινικής καταδίκης Άρθρ.141.-1.Ο δικαστικός υπάλληλος παύεται οριστικά από την υπηρεσία αν καταδικαστεί με δικαστική απόφαση για τα αδικήματα και τις ποινές που προβλέπονται στις περιπτ΄. α΄ και δ΄ του άρθρ.
- 2.Η οριστική παύση επιβάλλεται ως παρεπόμενη ποινή με την καταδικαστική απόφαση. 3.Αν το δικαστήριο παραλείψει να επιβάλει την οριστική παύση, ο εισαγγελέας εισάγει αμέσως την υπόθεση στο δικαστήριο, το οποίο έχει την υποχρέωση να συμπληρώσει την απόφαση με την επιβολή της παρεπόμενης αυτής ποινής. 4.Τα αποτελέσματα της οριστικής παύσης επέρχονται από την ημερομηνία, κατά την οποία καθίσταται αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση. Για την παύση εκδίδεται από τον Υπουργό Δικαιοσύνης διαπιστωτική πράξη, περίληψη της οποίας δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Επαναφορά στην υπηρεσία μετά την παύση Άρθρ.142.-1.Ο δικαστικός υπάλληλος που παύθηκε από την υπηρεσία σύμφωνα με το άρθρ. 141 δεν επιτρέπεται να επανέλθει σε αυτήν σε περίπτωση αποκατάστασης, χάρης ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο άρσης του αξιόποινου της πράξης ή άρσης ή μεταβολής των συνεπειών της καταδίκης. 2.Κατ΄ εξαίρεση ο δικαστικός υπάλληλος που παύθηκε, επανέρχεται αν εκδοθεί κατά το άρθρ. 47 παρ. 1 του Συντάγματος π. δ/γμα, με το οποίο αίρονται οι συνέπειες της καταδίκης και ως προς την παύση. Στην περίπτωση αυτήν ο δικαστικός υπάλληλος επανέρχεται ύστερα από αίτησή του με το βαθμό και το μισθολογικό κλιμάκιο που έφερε κατά την παύση. Η επαναφορά είναι υποχρεωτική για την υπηρεσία, αν η αίτηση υποβληθεί μέσα σε 3 μήνες από τη δημοσίευση του π. δ/τος. Η πράξη επαναφοράς στην υπηρεσία εκδίδεται από τον Υπουργό Δικαιοσύνης το αργότερο μέσα σε 2 μήνες από την υποβολή της αίτησης και δημοσιεύεται σε περίληψη στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Αν δεν υπάρχει κενή θέση, συνιστάται προσωρινή θέση με την πράξη της επαναφοράς και ο δικαστικός υπάλληλος καταλαμβάνει αυτοδικαίως την πρώτη θέση που θα κενωθεί στον κλάδο του. Οριστική παύση για σωματική ή πνευματική ανικανότητα Άρθρ.14.-1.Η πράξη διορισμού ανακαλείται αν ο διοριζόμενος δεν τον αποδέχτηκε είτε ρητώς είτε σιωπηρώς λόγω της παρέλευσης άπρακτων, από υπαιτιότητά του, των προθεσμιών που προβλέπονται στις παρ. 2 και 3 του άρθρ.
- 2.Η πράξη διορισμού που εκδόθηκε κατά παράβαση νόμου μπορεί να ανακληθεί μέσα σε μία διετία από τη δημοσίευσή της. Ανακαλείται όμως και μετά την παρέλευση της προθεσμίας αυτής, αν αυτός που διορίστηκε προκάλεσε ή υποβοήθησε την παρανομία ή αν ο διορισμός έγινε κατά παράβαση του άρθρ. 2 ή
- 3.Ο δικαστικός υπάλληλος, του οποίου ο διορισμός ανακλήθηκε κατά την προηγούμενη παράγραφο, υπέχει τις ευθύνες δικαστικού υπαλλήλου για το χρόνο, κατά τον οποίο άσκησε τα καθήκοντά του. Οι πράξεις, τις οποίες ενήργησε ο δικαστικός αυτός υπάλληλος έως την ανάκληση του διορισμού του, είναι έγκυρες. Αναδιορισμός Άρθρ.143.-1.Ο δικαστικός υπάλληλος απολύεται με πράξη του Υπουργού Δικαιοσύνης, που δημοσιεύεται σε περίληψη στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, ύστερα από απόφαση του δικαστικού (υπηρεσιακού) συμβουλίου, αν διαπιστωθεί, σύμφωνα με τα άρθρ. 43 και 86 παρ. 3, σωματική ή πνευματική ανικανότητά του για την εκτέλεση καθηκόντων δικαστικού υπαλλήλου. 2.Κατά της απόφασης για την οριστική παύση, σύμφωνα με την προηγούμενη παράγραφο, επιτρέπεται προσφυγή στο αρμόδιο δευτεροβάθμιο δικαστικό (υπηρεσιακό) συμβούλιο. Η προθεσμία της προσφυγής και η άσκησή της δεν έχει ανασταλτικό αποτέλεσμα. Οριστική παύση για υπηρεσιακή ανεπάρκεια χωρίς υπαιτιότητα Άρθρ.144.-1.Επιτρέπεται η απόλυση δικαστικού υπαλλήλου, ο οποίος χωρίς υπαιτιότητά του επιδεικνύει ανεπάρκεια κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του. Για την απόλυση απαιτείται αιτιολογημένη απόφαση του δικαστικού (υπηρεσιακού) συμβουλίου, που εκδίδεται ύστερα από κλήση του δικαστικού υπαλλήλου για παροχή εξηγήσεων. 2.Κατά της απόφασης για την οριστική παύση, σύμφωνα με την προηγούμενη παράγραφο, επιτρέπεται προσφυγή στο αρμόδιο δευτεροβάθμιο δικαστικό (υπηρεσιακό) συμβούλιο. Η προθεσμία της προσφυγής και η άσκησή της έχει ανασταλτικό αποτέλεσμα. Μετά την έκδοση απορριπτικής απόφασης του δευτεροβάθμιου δικαστικού (υπηρεσιακού) συμβουλίου ή την άπρακτη πάροδο της προθεσμίας για την άσκηση της προσφυγής, ο δικαστικός υπάλληλος απολύεται με πράξη του Υπουργού Δικαιοσύνης που δημοσιεύεται σε περίληψη στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. (Μετά τη σελ. 208,474) Σελ. 208,475 Τεύχος 1361 Σελ. 103 Γραμματεία των Δικαστηρίων και Εισαγγελιών 6.Β.ε.110 Απόλυση λόγω ορίου ηλικίας και τριακονταπενταετίας Άρθρ.145.-1.Ο δικαστικός υπάλληλος απολύεται αυτοδικαίως από την υπηρεσία όταν συμπληρώσει το 65 ο έτος της ηλικίας του. 2.Κατ΄ εξαίρεση ο δικαστικός υπάλληλος απολύεται αυτοδικαίως από την υπηρεσία όταν συμπληρώσει το 60ό έτος της ηλικίας και 35 ετών πραγματική και συντάξιμη δημόσια υπηρεσία. Αν ο δικαστικός υπάλληλος κατά τη συμπλήρωση του 65 ου έτους της ηλικίας του δεν έχει συμπληρώσει τριανταπέντε ετών πραγματική και συντάξιμη δημόσια υπηρεσία, παρατείνεται η παραμονή του στην υπηρεσία έως τη συμπλήρωση της υπηρεσία αυτής και πάντως όχι πέρα από το 67 ο έτος της ηλικίας. 3.Ως ημέρα γέννησης, για την εφαρμογή των προηγούμενων παραγράφών, θεωρείται η 31 η Δεκεμβρίου του έτους γέννησης του δικαστικού υπαλλήλου. 4.Ως πραγματική δημόσια υπηρεσία θεωρείται κάθε υπηρεσία που έχει παρασχεθεί στο Δημόσιο, νομικό πρόσωπο δημόσιου δικαίου ή οργανισμό τοπικής αυτοδιοίκησης με σχέση εργασίας δημόσιου ή ιδιωτικού δικαίου ή αναγνωρίζεται ως πραγματική δημόσια υπηρεσία με βάση ειδικές διατάξεις. Η υπηρεσία που έχει παρασχεθεί με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου προσμετράται για τη συμπλήρωση τριακονταπενταετίας εφόσον, με βάση ειδικές διατάξεις, έχει ληφθεί υπόψη για το διορισμό, την ένταξη, τη μονιμοποίηση, τη βαθμολογική εξέλιξη η την με οποιονδήποτε τρόπο μισθολογική εξέλιξη του δικαστικού υπαλλήλου και επιπλέον αναγνωρίζεται ως συντάξιμη από το Δημόσιο. Ο χρόνος στράτευσης πριν την έναρξη της υπαλληλικής σχέσης δεν θεωρείται χρόνος πραγματικής δημόσιας υπηρεσίας. 5.Τρεις
(3)μήνες τουλάχιστον πριν τη συμπλήρωση του ορίου ηλικίας εκδίδεται και κοινοποιείται στο δικαστικό υπάλληλο πράξη, με την οποία βεβαιώνεται αιτιολογημένα ο χρόνος της συντάξιμης υπηρεσίας. Για την άρση τυχόν αμφισβήτησης ως προς τη συμπλήρωση συντάξιμου χρόνου 35 ετών, τηρείται η διαδικασία που προβλέπεται από το άρθρ. 1 παρ. 1 του Νόμ. 1232/1982 (ΦΕΚ 22 Α΄), όπως κάθε φορά ισχύει. Χρόνος λύσης της υπαλληλικής σχέσης Άρθρ.146.-Εκτός από τις περιπτώσεις, στις οποίες προβλέπεται αυτοδίκαιη λύση, η υπαλληλική σχέση λύεται από την κοινοποίηση στον ενδιαφερόμενο της σχετικής πράξης του Υπουργού Δικαιοσύνης. Αν η πράξη αυτή δεν κοινοποιηθεί μέσα σε 20 ημέρες από τη δημοσίευσή της, η υπαλληλική σχέση λύεται την επόμενη ημέρα από την πάροδο του εικοσαημέρου. Σελ. 208,476 Τεύχος 1361 Σελ. 104 ΜΕΡΟΣ ΔΕΚΑΤΟ ΤΕΛΙΚΕΣ ΚΑΙ ΜΕΤΑΒΑΤΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ Κατάταξη υπηρετούντων δικαστικών υπαλλήλων Άρθρ.147.-1.Οι δικαστικοί υπάλληλοι που υπηρετούν κατά τη δημοσίευση του παρόντος Κώδικα κατατάσσονται αυτοδικαίως στους βαθμούς της κατηγορίας, στην οποία έχουν διοριστεί ή ανήκουν σύμφωνα με ειδικές διατάξεις. Η κατάταξη γίνεται με βάση το συνολικό χρόνο της πραγματικής δημόσιας υπηρεσίας τους, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρ. 20 και 66. Χρόνος που τυχόν πλεονάζει θεωρείται ότι έχει διανυθεί στο βαθμό της κατάταξης. Για την κατάταξη δεν υπολογίζεται: α)ο χρόνος που δεν λαμβάνεται υπόψη για τη βαθμολογική εξέλιξη σύμφωνα με το άρθρ. 69, β)το χρονικό διάστημα, κατά το οποίο στερήθηκε ο δικαστικός υπάλληλος το δικαίωμα για προαγωγή, γ)ένα
(1)έτος για κάθε κρίση του δικαστικού υπαλλήλου ως μη προακτέου και δ)αν έχει επιβληθεί η πειθαρχική ποινή του υποβιβασμού, χρονικό διάστημα ίσο προς το ήμισυ του χρόνου που απαιτείται για προαγωγή. 2.Αν ο χρόνος της πραγματικής δημόσιας υπηρεσίας δικαστικού υπαλλήλου είναι μικρότερος από εκείνον που προβλέπεται από το άρθρ. 66 για την προαγωγική εξέλιξη στο βαθμό, τον οποίο κατέχει, η κατάταξή του γίνεται στο βαθμό αυτόν. Στην περίπτωση αυτήν ο χρόνος που απαιτείται για την προαγωγή του στον επόμενο βαθμό αρχίζει από την κατά τα ανωτέρω κατάταξή του. 6.Β.ε.110 Γραμματεία των Δικαστηρίων και Εισαγγελιών 3.Για την κατάταξη των δικαστικών υπαλλήλων κατά τις διατάξεις των προηγούμενων παραγράφων εκδίδεται πράξη του προϊσταμένου της αρμόδιας για θέματα προσωπικού διεύθυνσης του Υπουργείου Δικαιοσύνης. Μετάταξη υπηρετούντων δικαστικών υπαλλήλων Άρθρ.148.-1
(3).Δικαστικοί υπάλληλοι που υπηρετούν κατά τη δημοσίευση του παρόντος Κώδικα ή είχαν επιτύχει σε σχετικό διαγωνισμό πριν από τη δημοσίευση του Κώδικα, αλλά προσελήφθησαν μετά την ισχύ του και έχουν τυπικά προσόντα ανώτερης κατηγορίας, τα οποία δεν προβλέπονται για κανέναν κλάδο δικαστικών υπαλλήλων, είναι δυνατόν να μεταταγούν σε κλάδο παρεμφερών ή συναφών, κατά την κρίση του υπηρεσιακού συμβουλίου, τυπικών προσόντων. Εάν δεν υπάρχουν κλάδοι παρεμφερών ή συναφών προσόντων, είναι δυνατόν να μεταταγούν σε προσωρινές θέσεις προσωρινού κλάδου που συνιστώνται με την απόφαση της μετάταξης και καταργούνται αυτοδικαίως με την αποχώρηση των δικαστικών υπαλλήλων οι οποίοι τις καταλαμβάνουν. Οι μετατασσόμενοι, κατ’ εφαρμογή του προηγούμενου εδαφίου, υπάλληλοι ασκούν καθήκοντα της οργανικής μονάδας στην οποία τοποθετούνται ή αυτά που καθορίζονται με πράξη του προϊσταμένου αυτής. 2
(4).Η μετάταξη της ανωτέρω παραγράφου διενεργείται με αίτηση που υποβάλλεται από τους ενδιαφερομένους στην υπηρεσία τους μέσα σε τρεις μήνες από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου». 3
(6).Για τις μετατάξεις που προβλέπονται στις προηγούμενες παραγράφους έχουν εφαρμογή οι διατάξεις των παρ. 3 και 4 του άρθρ. 83. Οι παρ. 1,2,5 και 7 καταργήθηκαν και οι μέσα σε ( ) παρ.
(3),
(4)και
(6), όπως οι παρ. 3 και 4 αντικαταστάθηκαν από την παρ. 11 άρθρ. 10 Νόμ. 3472 της 4-4 Ιουλ. 2006 (ΦΕΚ Α΄ 135) ανωτ. σελ. 146,56 , αναριθμήθηκαν σε παρ. 1,2 και 3 αντίστοιχα, από την παρ. 12 ίδιου άρθρου Νόμ. 3472/ 2006 . Δικαστικά (Υπηρεσιακά) Συμβούλια Άρθρ.149.-1.Έως τη συγκρότηση των δικαστικών (υπηρεσιακών) συμβουλίων κατά τις διατάξεις του άρθρ. 22, εξακολουθούν να λειτουργούν τα υφιστάμενα κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος Κώδικα. 2.Έως την έκδοση της υπουργικής απόφασης που προβλέπεται από την παρ. 12 του άρθρ. 22, εφαρμόζονται οι διατάξεις που ισχύουν κατά τη δημοσίευση του παρόντος Κώδικα. Ανάκληση διορισμού - αναδιορισμός Άρθρ.15.-1.Δικαστικός υπάλληλος που παύθηκε λόγω σωματικής ή πνευματικής ανικανότητας επιτρέπεται να αναδιοριστεί, σε ομοιόβαθμη θέση με αυτήν που κατείχε, εφόσον: α)είχε τουλάχιστον τριετή υπηρεσία δικαστικού υπαλλήλου, β)υπέβαλε αίτηση αναδιορισμού μέσα σε αποκλειστική προθεσμία πέντε
(5)ετών από την παύση του από την υπηρεσία, γ)έχει όλα τα τυπικά προσόντα, που απαιτούνται για την κατάληψη της θέσης κατά το χρόνο του αναδιορισμού, εκτός από την ηλικία. 2.Ο αναδιορισμός γίνεται ύστερα από γνωμοδότηση της οικείας υγειονομικής επιτροπής, με την οποία διαπιστώνεται η αποκατάσταση της σωματικής ή πνευματικής του ικανότητας και η δυνατότητά του να ασκεί κανονικά τα καθήκοντά του. Ο δικαστικός υπάλληλος παραπέμπεται στην υγειονομική επιτροπή μέσα σε προθεσμία 30 ημερών από την ημερομηνία υποβολής της αίτησης αναδιορισμού. 3.Επιτρέπεται επίσης ο αναδιορισμός δικαστικού υπαλλήλου, του οποίου ανακλήθηκε ο διορισμός για παράβαση του άρθρ. 6 περιπτ. α΄ ή γ΄, εφόσον μετά την ανάκληση ο υπάλληλος αυτός απαλλάχτηκε από την κατηγορία με αμετάκλητη απόφαση ή με αμετάκλητο βούλευμα. Ο αναδιορισμός στην περίπτωση αυτή γίνεται ύστερα από αίτηση του δικαστικού υπαλλήλου, που υποβάλλεται μέσα σε αποκλειστική προθεσμία ενός
(1)έτους από τότε που θα καταστεί αμετάκλητη η απόφαση του δικαστηρίου ή το βούλευμα, και εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις της περίπτ. γ΄ της παρ. 1 του παρόντος άρθρου. (Αντί για τη σελ. 208,431) Σελ. 208,431(α) Τεύχος Σελ. Γραμματεία των Δικαστηρίων και Εισαγγελιών 6.Β.ε.110 4.Για τον αναδιορισμό αποφασίζει το αρμόδιο δικαστικό (υπηρεσιακό) συμβούλιο. Ο δικαστικός υπάλληλος αναδιορίζεται με το βαθμό τον οποίο έφερε κατά το χρόνο της παύσης του ή της ανάκλησης του διορισμού του. Αν δεν υπάρχει κατά το χρόνο του αναδιορισμού κενή θέση, καταλαμβάνει προσωποπαγή θέση που συνιστάται με την πράξη αναδιορισμού. 5.Οι διατάξεις των άρθρ. 9 έως και 13 ισχύουν και για τον αναδιορισμό. ΜΕΡΟΣ ΤΡΙΤΟ ΤΟΜΕΙΣ – ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ – ΚΛΑΔΟΙ – ΒΑΘΜΟΙ Τομείς Άρθρ.150.-1.Οι διατάξεις του άρθρ. 14 εφαρμόζονται και για τους διορισμούς που έγιναν πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος Κώδικα. 2.Οι διατάξεις του άρθρ. 15 εφαρμόζονται και για τους δικαστικούς υπαλλήλους που εξήλθαν της υπηρεσίας πριν από την έναρξη ισχύος του παρόντος Κώδικα. (Αντί για τη σελ. 208,477) Σελ. 208,477(α) Τεύχος Σελ. Γραμματεία των Δικαστηρίων και Εισαγγελιών 6.Β.ε.110 Θητεία υπηρετούντων προϊσταμένων Άρθρ.151.-Οι κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος προϊστάμενοι γενικών διευθύνσεων, διευθύνσεων, τμημάτων, αυτοτελών γραφείων ή αντίστοιχου επιπέδου οργανικών μονάδων εξακολουθούν να ασκούν τα καθήκοντά τους έως τη λήξη της θητείας, για την οποία έχουν επιλεγεί σύμφωνα με τις προϊσχύουσες διατάξεις. Δήλωση περιουσιακών στοιχείων Άρθρ.152.-Κατά την πρώτη εφαρμογή του παρόντος Κώδικα οι δικαστικοί υπάλληλοι έχουν υποχρέωση να υποβάλουν δήλωση περιουσιακών στοιχείων, σύμφωνα με το άρθρ. 54, μέσα σε 3 μήνες από την έναρξη της ισχύος του. Πειθαρχικές διατάξεις Άρθρ.153.-1.Για τη δίωξη πειθαρχικών παραπτωμάτών που έχουν τελεστεί πριν την ημερομηνία δημοσίευσης του παρόντος Κώδικα, εφόσον δεν έχει ασκηθεί πειθαρχική δίωξη κατά την ημερομηνία αυτή, εφαρμόζονται οι διαδικαστικές και ουσιαστικές διατάξεις του Κώδικα. 2.Για τα πειθαρχικά παραπτώματα, για τα οποία κατά τη δημοσίευση του παρόντος Κώδικα έχει ασκηθεί πειθαρχική δίωξη χωρίς να έχει εκδοθεί οριστική απόφαση, εφαρμόζονται οι προϊσχύουσες ουσιαστικές διατάξεις. Ως προς τα θέματα διαδικασίας εφαρμόζονται εφεξής στις περιπτώσεις αυτές οι διατάξεις του παρόντος Κώδικα και οι σχετικές δίκες μεταβιβάζονται στα όργανα που προβλέπονται από τον Κώδικα. 3.Το επιτρεπτό της προσβολής σε δευτεροβάθμιο πειθαρχικό όργανο των αποφάσεων που εκδόθηκαν πριν τη δημοσίευση του παρόντος Κώδικα κρίνεται με βάση τις προϊσχύουσες διατάξεις. Στις υποθέσεις, στις οποίες κατά τη δημοσίευση του Κώδικα εκκρεμεί έφεση που έχει ασκηθεί παραδεκτώς σύμφωνα με τις προϊσχύουσες διατάξεις, εφαρμόζονται εφεξής οι διαδικαστικές διατάξεις του Κώδικα. Στις περιπτώσεις αυτές το εμπρόθεσμο της έφεσης κρίνεται με βάση τις προϊσχύουσες διατάξεις αν η προθεσμία για την άσκησή της κινήθηκε πριν τη δημοσίευση του παρόντος Κώδικα. 4.Για την παραγραφή πειθαρχικών παραπτωμάτων που έχουν τελεστεί πριν τη δημοσίευση του παρόντος Κώδικα, εφαρμόζονται οι διατάξεις αυτού αν είναι ευνοϊκότερες. Σελ. 208,478(α) Τεύχος Σελ. Έκδοση κανονιστικών πράξεων Άρθρ.154.-1.Μέχρι τη έκδοση των κανονιστικών π. δ/των και υπουργικών αποφάσεων που προβλέπονται από τον παρόντα Κώδικα εφαρμόζονται οι αντίστοιχες διατάξεις που ισχύουν κατά τη δημοσίευσή του, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά. 2.Κατά την πρώτη εφαρμογή του παρόντος Κώδικα τα π. δ/τα και οι υπουργικές αποφάσεις που προβλέπονται από τα άρθρ. 18 παρ. 2 εδάφιο πρώτο, 19 παρ. 5, 61 παρ. 5, 63 παρ. 5 και 64 παρ. 4 εκδίδονται μέσα σε ένα
(1)έτος και όσα προβλέπονται από τα άρθρ. 8 παρ. 3 και 4, 22 παρ. 12, 25 παρ. 4, 36 παρ. 3 και 62 παρ. 12 μέσα σε έξι
(6)μήνες από τη δημοσίευση του Κώδικα. Σχηματισμός προσωπικών μητρώων Άρθρ.155.-1.Οι υπηρεσιακές μονάδες που τηρούν τους ατομικούς φακέλους των δικαστικών υπαλλήλων, με ευθύνη των προϊσταμένων τους, σχηματίζουν τα προσωπικά μητρώα σύμφωνα με όσα ορίζονται στο άρθρ. 61 και καταστρέφουν τα στοιχεία των ατομικών φακέλων, τα οποία δεν περιλαμβάνονται σε εκείνα που καταχωρούνται στο προσωπικό μητρώο σύμφωνα με το άρθρο αυτό. Η παράλειψη των υπόχρεων να εφαρμόσουν το προηγούμενο εδάφιο συνιστά πειθαρχικό παράπτωμα. 6.Β.ε.110 Γραμματεία των Δικαστηρίων και Εισαγγελιών 2.Με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης ορίζεται η διαδικασία καταστροφής των ατομικών φακέλων, σύμφωνα με την προηγούμενη παράγραφο, τάσσεται προθεσμία μέσα στην οποία οι υπηρεσίες οφείλουν να ολοκληρώσουν την καταστροφή και να σχηματίσουν τα προσωπικά μητρώα και ρυθμίζεται κάθε σχετική λεπτομέρεια. Με την ίδια απόφαση μπορεί να προβλέπεται και δυνατότητα παράδοσης στο δικαστικό υπάλληλο, ύστερα από αίτησή του, των στοιχείων που δεν είναι καταχωρητέα στο προσωπικό μητρώο. Γνωμοδότηση για την έκδοση διοικητικών πράξεων Άρθρ.156.-Στις περιπτώσεις στις οποίες απαιτείται γνώμη της Ο.Δ.Υ .Ε. ή του Συλλόγου Υπαλλήλων Ελεγκτικού Συνεδρίου για την έκδοση π. δ/των, υπουργικών αποφάσεων ή άλλων διοικητικών πράξεων που προβλέπονται από τον παρόντα Κώδικα, αυτή πρέπει να υποβάλλεται μέσα σε προθεσμία ενός
(1)μηνός από τη λήψη του σχετικού ερωτήματος. Αν η προθεσμία αυτή παρέλθει άπρακτη, η πράξη μπορεί να εκδοθεί και χωρίς την παραπάνω γνώμη. Κατάργηση διατάξεων Άρθρ.157.-1.Καταργούνται το Ν. Δ. 1025/1971 (ΦΕΚ 228 Α΄) εκτός από τα άρθρ. 42 και 43, ο Νόμ. 294/1976 (ΦΕΚ 82 Α΄), το Π.Δ. 245/1978 (ΦΕΚ 54 Α΄), ο Νόμ. 965/1979 (ΦΕΚ 210 Α΄), το Π.Δ. 162/1984 (ΦΕΚ 54 Α΄), το άρθρ. 27 του Νόμ. 1805/1988 (ΦΕΚ 199 Α΄), οι παρ. 3, 4, 5 και 6 του άρθρ. 15 του Νόμ. 1835/1989 (ΦΕΚ 76 Α΄) και κάθε διάταξη της νομοθεσίας για τους δικαστικούς υπαλλήλους αντίθετη προς τον Κώδικα. 2.Κάθε διάταξη γενική ή ειδική που είναι αντίθετη προς τις διατάξεις του παρόντος Κώδικα ή αναφέρεται σε θέματα που ρυθμίζονται από αυτόν, δεν εφαρμόζεται στους δικαστικούς υπαλλήλους. Έναρξη ισχύος Άρθρο δεύτερο.-1.Η ισχύς του παρόντος νόμου αρχίζει 3 μήνες μετά τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά. 2.Από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου αρχίζει η ισχύς: α)των άρθρ. 1 έως και 15 του Κώδικα που κυρώνεται με το άρθρο πρώτο, με την επιφύλαξη της παρ. 3 του παρόντος άρθρου, β)των άρθρ. 92 έως και 137, γ)των εξουσιοδοτικών διατάξεων των Άρθρ.16.-Οι δικαστικοί υπάλληλοι κατατάσσονται στους παρακάτω τομείς: α)Τομέας υπαλλήλων του Συμβουλίου της Επικρατείας, β)Τομέας υπαλλήλων των πολιτικών και ποινικών δικαστηρίων και των εισαγγελιών, γ)Τομέας υπαλλήλων των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων και της Γενικής Επιτροπείας της Επικρατείας στα τακτικά διοικητικά δικαστήρια, δ)Τομέας υπαλλήλων του Ελεγκτικού Συνεδρίου και της υπηρεσίας του Γενικού Επιτρόπου της Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο. «ε. Τομέας υπαλλήλων εμμίσθων υποθηκοφυλακείων της χώρας και Κτηματολογικών Γραφείων Ρόδου και Κω - Λέρου». Το μέσα σε «» στοιχ. ε΄ προστέθηκε με την παρ. 2 άρθρ. 10 Νόμ. 3472/4-4 Ιουλ. 2006 (ΦΕΚ Α΄ 135), ανωτ. σελ. 146,
- Κατηγορίες άρθρ. 3 παρ. 2, 5 παρ. 3 και 4, 18 παρ. 2, 19 παρ. 5, 22 παρ. 2, 25 παρ. 4, 32 παρ. 2, 34 παρ. 1, 36 παρ. 3, 38 παρ. 2, 42 παρ. 12, 54 παρ. 5, 61 παρ. 5, 62 παρ. 12, 63 παρ. 5, 64 παρ. 4 και 155 παρ. 2 και δ)του ΄άρθρ. 156 του ίδιου Κώδικα. 3.Το ανώτατο όριο ηλικίας που ορίζεται στην παρ. 1 του άρθρ. 3 για το διορισμό με τυπικό προσόν τίτλο υποχρεωτικής ή δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης αρχίζει να ισχύει 3 έτη από τη δημοσίευση του παρόντος Κώδικα. Το ανώτατο όριο που ορίζεται στην ίδια διάταξη για το διορισμό με τυπικό προσόν τίτλο τριτοβάθμιας εκπαίδευσης αρχίζει να ισχύει 2 έτη από τη δημοσίευση του Κώδικα αυτού. Άρθρ.17.-Οι θέσεις των δικαστικών υπαλλήλων κάθε τομέα κατατάσσονται στις εξής κατηγορίες: α)κατηγορία θέσεων πανεπιστημιακής εκπαίδευσης, με χαρακτηριστικά στοιχεία ΠΕ, β)κατηγορία θέσεων τεχνολογικής εκπαίδευσης, με χαρακτηριστικά στοιχεία ΤΕ, γ)κατηγορία θέσεων δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, με χαρακτηριστικά στοιχεία ΔΕ, και δ)κατηγορία θέσεων υποχρεωτικής εκπαίδευσης, με χαρακτηριστικά στοιχεία ΥΕ. Κλάδοι – Ειδικότητες Άρθρ.18.-1.Οι θέσεις κάθε κατηγορίας κατατάσσονται στους εξής κλάδους και ειδικότητες: α)Κατηγορία ΠΕ: αα. Κλάδος ΠΕ Γραμματέων Σελ. 208,432(α) Τεύχος Σελ. αβ. Κλάδος ΠΕ Πληροφορικής, με ειδικότητες: - Επιστήμης των Υπολογιστών και - Μηχανικών Η/Υ αγ. Κλάδος ΠΕ Μηχανικών, με ειδικότητες: - Πολιτικών Μηχανικών - Ηλεκτρολόγων – Μηχανολόγων αδ. Κλάδος ΠΕ Οικονομολόγων αε. Κλάδος ΠΕ Οικονομολόγων – Λογιστών αστ. Κλάδος ΠΕ Μεταφραστών – Διερμηνέων β)Κατηγορία ΤΕ: βα. Κλάδος ΤΕ Γραμματέων. ββ. Κλάδος ΤΕ Πληροφορικής, με ειδικότητες: - Πληροφορικής και - Ηλεκτρονικών Υπολογιστικών Συστημάτων βγ. Κλάδος ΤΕ Ελεγκτών Τεχνολόγων βδ. Κλάδος ΤΕ Βιβλιοθηκονόμων γ)Κατηγορία ΔΕ: γα. Κλάδος ΔΕ Γραμματέων γβ. Κλάδος ΔΕ Δακτυλογράφων – Χειριστών - Ηλεκτρονικών Υπολογιστών γγ. Κλάδος ΔΕ Πληροφορικής γδ. Κλάδος ΔΕ Μεταφραστών – Διερμηνέων γε. Κλάδος ΔΕ Οδηγών γστ. Κλάδος ΔΕ Ταξινόμων δ)Κατηγορία ΥΕ: δα. Κλάδος ΥΕ Επιμελητών Δικαστηρίων δβ. Κλάδος ΥΕ Φυλάκων δγ. Κλάδος ΥΕ Καθαριστριών. 2.Με π. δ/γμα, που εκδίδεται με πρόταση των Υπουργών Δικαιοσύνης και Οικονομικών, ορίζεται ο αριθμός των οργανικών θέσεων των κλάδων και ειδικοτήτων που προβλέπονται στην προηγούμενη παράγραφο, για κάθε τομέα του άρθρ.
- Με όμοιο π. δ/γμα μπορεί να καταργούνται, να συγχωνεύονται ή να μετονομάζονται οι παραπάνω κλάδοι και ειδικότητες ή να συνιστώνται νέοι κλάδοι και ειδικότητες. Στις περιπτώσεις του προηγούμενου εδαφίου επιτρέπεται η κατάργηση ή ανακατανομή οργανικών θέσεων των καταργούμενων ή συγχωνευόμενων κλάδων. 6.Β.ε.110 Γραμματεία των Δικαστηρίων και Εισαγγελιών Τυπικά προσόντα Άρθρ.1.-1.Στις διατάξεις του παρόντος Κώδικα υπάγονται οι δικαστικοί υπάλληλοι. «2.Δικαστικοί υπάλληλοι είναι οι υπάλληλοι της γραμματείας του Συμβουλίου της Επικρατείας, των πολιτικών και ποινικών δικαστηρίων και των εισαγγελιών τους, των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, της Γενικής Επιτροπείας της Επικρατείας στα τακτικά διοικητικά δικαστήρια, οι υπάλληλοι του Ελεγκτικού Συνεδρίου και της υπηρεσίας του Γενικού Επιτρόπου της Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο, οι υπάλληλοι των εμμίσθων υποθηκοφυλακείων, καθώς και οι υπάλληλοι των Κτηματολογικών Γραφείων Ρόδου και Κω - Λέρου». Η παρ. 2 αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. 1 άρθρ. 10 Νόμ. 3472/4-4 Ιουλ. 2006 (ΦΕΚ Α΄ 135), ανωτ. σελ. 146,
- ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ ΔΙΟΡΙΣΜΟΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α΄ ΠΡΟΣΟΝΤΑ ΚΑΙ ΚΩΛ ΥΜΑΤΑ ΔΙΟΡΙΣΜΟΥ Ιθαγένεια Άρθρ.19.-1.Τυπικό προσόν διορισμού σε θέσεις της κατηγορίας ΠΕ ορίζεται το πτυχίο ή δίπλωμα τμήματος ή σχολής ανώτατου εκπαιδευτικού ιδρύματος της ημεδαπής ή ισότιμο της αλλοδαπής. 2.Τυπικό προσόν διορισμού σε θέσεις της κατηγορίας ΤΕ ορίζεται το πτυχίο σχολής τεχνολογικού εκπαιδευτικού ιδρύματος ή άλλης αναγνωρισμένης ανώτερης σχολής της ημεδαπής ή ισότιμο της αλλοδαπής. 3.Τυπικό προσόν διορισμού σε θέσεις της κατηγορίας ΔΕ ορίζεται απολυτήριος τίτλος λυκείου ή ισότιμος τίτλος άλλου σχολείου ή τίτλος τεχνικής επαγγελματικής σχολής δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης ή ισότιμος τίτλος άλλης σχολής. 4.Τυπικό προσόν διορισμού σε θέσεις της κατηγορίας ΥΕ ορίζεται απολυτήριος τίτλος υποχρεωτικής εκπαίδευσης. 5.Με π. δ/γμα, που εκδίδεται με πρόταση του Υπουργού Δικαιοσύνης, ύστερα από γνώμη της Ο.Δ.Υ .Ε. και του Συλλόγου Υπαλλήλων του Ελεγκτικού Συνεδρίου, καθορίζονται οι ειδικότεροι τίτλοι σπουδών που απαιτούνται για κάθε κλάδο και ειδικότητα, ορίζονται τυχόν πρόσθετα ειδικά προσόντα, ο τρόπος, με τον οποίο αποδεικνύεται η συνδρομή τους και τα καθήκοντα κάθε κλάδου της ίδιας ή διαφορετικής κατηγορίας και ρυθμίζεται κάθε σχετικό θέμα. 6.Έως ότου εκδοθεί το π. δ/γμα, που προβλέπεται στην παρ. 5, ως προς τα τυπικά προσόντα διορισμού στους κλάδους του προηγούμενου άρθρου εφαρμόζονται οι ισχύουσες ειδικές για δικαστικούς υπαλλήλους διατάξεις ή, αν δεν υπάρχουν, εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις που ισχύουν για τους δημόσιους διοικητικούς υπαλλήλους. Βαθμολογική κλίμακα Άρθρ.20.-1.Οι θέσεις των κατηγοριών Πανεπιστημιακής Εκπαίδευσης (ΠΕ), Τεχνολογικής Εκπαίδευσης (ΤΕ), Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης (ΔΕ) και Υποχρεωτικής Εκπαίδευσης (ΥΕ) κατατάσσονται σε 5 συνολικά βαθμούς, ως ακολούθως: - Βαθμός Α΄ - Βαθμός Β΄ - Βαθμός Γ΄ - Βαθμός Δ΄ - Βαθμός Ε΄. 2.Εισαγωγικός βαθμός των κατηγοριών ΠΕ, ΤΕ και ΔΕ είναι ο βαθμός Δ΄ και της κατηγορίας ΥΕ ο βαθμός Ε΄. Για τους αποφοίτους της Εθνικής Σχολής Δημόσιας Διοίκησης εισαγωγικός είναι ο βαθμός Β΄. Καταληκτικός βαθμός των κατηγοριών ΠΕ, ΤΕ και ΔΕ είναι ο βαθμός Α΄ και της κατηγορίας ΥΕ ο βαθμός Β΄. 3.Οι θέσεις όλων των βαθμών των κατηγοριών ΠΕ, ΤΕ, ΔΕ και ΥΕ είναι, σε κάθε κατηγορία, οργανικά ενιαίες. Μεταξύ υπαλλήλων του ίδιου βαθμού δεν υπάρχει αρχαιότητα, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά. ΜΕΡΟΣ ΤΕΤΑΡΤΟ ΣΥ ΛΛΟΓΙΚΑ ΟΡΓ ΑΝΑ ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α΄ «ΔΙΚΑΣΤΙΚΑ ΚΑΙ ΥΠΗΡΕΣΙΑΚΑ ΣΥΜΒΟΥ ΛΙΑ» Ο μέσα σε «» τίτλος αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. 1 άρθρ. 9 Νόμ. 2993/22-26 Μαρτ. 2002 (ΦΕΚ Α΄58) κατωτ. αριθ.
- «Δικαστικά και υπηρεσιακά συμβούλια» Άρθρ.21.-«1.Δικαστικά και υπηρεσιακά συμβούλια για τους δικαστικούς υπαλλήλους είναι τα εξής: α. Πενταμελές δικαστικό συμβούλιο στο Συμβούλιο της Επικρατείας, στον Άρειο Πάγο και στο Ελεγκτικό Συνέδριο. β. Επταμελές δικαστικό συμβούλιο στο Συμβούλιο της Επικρατείας, στον Άρειο Πάγο και στο Ελεγκτικό Συνέδριο. γ. Πενταμελές υπηρεσιακό συμβούλιο σε κάθε εφετείο και σε κάθε διοικητικό εφετείο. δ. Πενταμελές υπηρεσιακό συμβούλιο στο Συμβούλιο της Επικρατείας, στον Άρειο Πάγο και στο Ελεγκτικό Συνέδριο. ε. Επταμελές υπηρεσιακό συμβούλιο στο Συμβούλιο της Επικρατείας, στον Άρειο Πάγο και στο Ελεγκτικό Συνέδριο.» Ο μέσα σε «» τίτλος και η παρ. 1 αντικαταστάθηκαν ως άνω από την παρ. 2 άρθρ. 9 Νόμ. 2993/22-26 Μαρτ. 2002 (ΦΕΚ Α΄58) κατωτ. αριθ.
- (Αντί για τη σελ. 208,433) Σελ. 208,433(α) Τεύχος 1380 Σελ. 87 Γραμματεία των Δικαστηρίων και Εισαγγελιών 6.Β.ε.110 2.Τα παραπάνω συμβούλια αποφασίζουν για την προαγωγή, τοποθέτηση, μετάθεση, απόσπαση, μετάταξη των δικαστικών υπαλλήλων, την επιλογή προϊσταμένων οργανικών μονάδων και την επιβολή πειθαρχικής ποινής, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος. Επίσης αποφασίζουν ή γνωμοδοτούν για κάθε άλλο θέμα υπηρεσιακής κατάστασης των δικαστικών υπαλλήλων, για το οποίο απαιτείται κατά νόμο απόφαση ή γνωμοδότηση, αντιστοίχως, υπηρεσιακού συμβουλίου. «Συγκρότηση δικαστικών και υπηρεσιακών συμβουλίων» Άρθρ.22.-«1.Το πενταμελές δικαστικό συμβούλιο του Συμβουλίου της Επικρατείας, του Αρείου Πάγου και του Ελεγκτικού Συνεδρίου συγκροτείται από το νεότερο αντιπρόεδρο ως πρόεδρο και τέσσερις συμβούλους Επικρατείας ή αρεοπαγίτες ή συμβούλους του Ελεγκτικού Συνεδρίου, αντιστοίχως, ως μέλη. Το επταμελές δικαστικό συμβούλιο του Συμβουλίου της Επικρατείας, του Αρείου Πάγου και του Ελεγκτικού Συνεδρίου συγκροτείται από τον αρχαιότερο αντιπρόεδρο ως πρόεδρο και έξι συμβούλους Επικρατείας ή αρεοπαγίτες ή συμβούλους του Ελεγκτικού Συνεδρίου, αντιστοίχως, ως μέλη. 2.Το υπηρεσιακό συμβούλιο εφετείου συγκροτείται από το νεότερο πρόεδρο εφετών ως πρόεδρο, έναν εφέτη, έναν αντεισαγγελέα εφετών και δύο δικαστικούς υπαλλήλους ως μέλη. Το υπηρεσιακό συμβούλιο διοικητικού εφετείου συγκροτείται από το νεότερο πρόεδρο εφετών ως πρόεδρο, δύο εφέτες και δύο δικαστικούς υπαλλήλους ως μέλη.
- Το πενταμελές υπηρεσιακό συμβούλιο του Συμβουλίου της Επικρατείας συγκροτείται από το νεότερο αντιπρόεδρο ως πρόεδρο, δύο συμβούλους Επικρατείας και δύο δικαστικούς υπαλλήλους ως μέλη. Αυτοί είναι υπάλληλοι του Συμβουλίου της Επικρατείας όταν η κρίση του συμβουλίου αφορά υπάλληλο του Συμβουλίου της Επικρατείας ή υπάλληλοι των διοικητικών δικαστηρίων όταν η κρίση του συμβουλίου αφορά υπάλληλο των διοικητικών δικαστηρίων. Το πενταμελές υπηρεσιακό συμβούλιο του Αρείου Πάγου συγκροτείται από το νεότερο αντιπρόεδρο ως πρόεδρο, έναν αρεοπαγίτη, έναν αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου και δύο δικαστικούς υπαλλήλους, ως μέλη. Σελ. 208,434(α) Τεύχος 1380 Σελ. 88 Το πενταμελές υπηρεσιακό συμβούλιο του Ελεγκτικού Συνεδρίου συγκροτείται από το νεότερο αντιπρόεδρο ως πρόεδρο, έναν σύμβουλο του Ελεγκτικού Συνεδρίου, έναν αντεπίτροπο Επικρατείας και δύο δικαστικούς υπαλλήλους ως μέλη. Το επταμελές υπηρεσιακό συμβούλιο του Συμβουλίου της Επικρατείας συγκροτείται από τον αρχαιότερο αντιπρόεδρο ως πρόεδρο, τέσσερις συμβούλους Επικρατείας και δύο δικαστικούς υπαλλήλους ως μέλη. Η διάταξη του δεύτερου εδαφίου της παραγράφου 3 εφαρμόζεται και στην περίπτωση αυτήν. Το επταμελές υπηρεσιακό συμβούλιο του Αρείου Πάγου συγκροτείται από τον αρχαιότερο αντιπρόεδρο ως πρόεδρο, δύο αρεοπαγίτες, δύο αντεισαγγελείς του Αρείου Πάγου και δύο δικαστικούς υπαλλήλους ως μέλη. Το επταμελές υπηρεσιακό συμβούλιο του Ελεγκτικού Συνεδρίου συγκροτείται από τον αρχαιότερο αντιπρόεδρο ως πρόεδρο, τρεις συμβούλους του Ελεγκτικού Συνεδρίου, έναν αντεπίτροπο Επικρατείας και δύο δικαστικούς υπαλλήλους ως μέλη. 4.Οι δικαστικοί λειτουργοί μέλη των δικαστικών και υπηρεσιακών συμβουλίων με ισάριθμους αναπληρωτές αναδεικνύονται με κλήρωση που γίνεται τον Ιούνιο κάθε έτους. Η θητεία τους αρχίζει την 1η Ιουλίου του ίδιου έτους και λήγει την 30ή Ιουνίου του επομένου. Για την κλήρωση εφαρμόζεται αναλόγως η διαδικασία την οποία ορίζουν οι διατάξεις που ισχύουν για τα ανώτατα δικαστικά συμβούλια. 6.Β.ε.110 Γραμματεία των Δικαστηρίων και Εισαγγελιών Οι δικαστικοί λειτουργοί μέλη των υπηρεσιακών συμβουλίων των εφετείων και των διοικητικών εφετείων και οι αναπληρωτές τους αναδεικνύονται με κληρώσεις μεταξύ όλων των εφετών που υπηρετούν στο εφετείο ή διοικητικό εφετείο και όλων των αντεισαγγελέων εφετών που υπηρετούν στην Εισαγγελία Εφετών. Αν οι υπηρετούντες δεν επαρκούν, αναδεικνύονται με την ίδια διαδικασία αντιστοίχως ως τακτικά ή αναπληρωματικά μέλη του συμβουλίου πρόεδροι πρωτοδικών ή εισαγγελείς πρωτοδικών της εφετειακής περιφέρειας, εφόσον δε και αυτοί δεν επαρκούν, πρωτοδίκες ή αντεισαγγελείς πρωτοδικών που υπηρετούν στην έδρα του εφετείου. Οι δικαστικοί λειτουργοί μέλη των δικαστικών και υπηρεσιακών συμβουλίων του Συμβουλίου της Επικρατείας και οι αναπληρωτές τους αναδεικνύονται με κλήρωση μεταξύ όλων των συμβούλων της Επικρατείας. Οι δικαστικοί λειτουργοί μέλη των δικαστικών συμβουλίων του Αρείου Πάγου και του Ελεγκτικού Συνεδρίου και οι αναπληρωτές τους αναδεικνύονται με κλήρωση στην οποία μετέχουν αντιστοίχως όλοι οι αρεοπαγίτες ή οι σύμβουλοι του Ελεγκτικού Συνεδρίου. Οι δικαστικοί λειτουργοί μέλη των υπηρεσιακών συμβουλίων του Αρείου Πάγου και του Ελεγκτικού Συνεδρίου και οι αναπληρωτές τους αναδεικνύονται με κληρώσεις στις οποίες μετέχουν αντιστοίχως όλοι οι αρεοπαγίτες ή οι σύμβουλοι του Ελεγκτικού Συνεδρίου και όλοι οι αντεισαγγελείς του Αρείου Πάγου ή οι αντεπίτροποι Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο. Όσοι έχουν κληρωθεί ως μέλη πρωτοβάθμιου δικαστικού ή υπηρεσιακού συμβουλίου δεν μπορεί να κληρωθούν ως μέλη του αντίστοιχου δευτεροβάθμιου συμβουλίου και αντιστρόφως. Σε περίπτωση απουσίας ή κωλύματος ο πρόεδρος του πενταμελούς δικαστικού συμβουλίου, καθώς και του πενταμελούς υπηρεσιακού συμβουλίου ανώτατου δικαστηρίου αναπληρώνεται από τον αμέσως αρχαιότερό του αντιπρόεδρο του ανώτατου δικαστηρίου. Σε περίπτωση απουσίας ή κωλύματος ο πρόεδρος του επταμελούς δικαστικού ή υπηρεσιακού συμβουλίου αναπληρώνεται από τον αμέσως νεότερό του αντιπρόεδρο. Σε περίπτωση απουσίας ή κωλύματος ο πρόεδρος του υπηρεσιακού συμβουλίου εφετείου αναπληρώνεται από τον αμέσως αρχαιότερό του πρόεδρο εφετών και αν δεν υπηρετεί άλλος πρόεδρος εφετών, από τον αρχαιότερο εφέτη. 5.Οι δικαστικοί υπάλληλοι μέλη των υπηρεσιακών συμβουλίων και οι αναπληρωτές τους αναδεικνύονται με εκλογές οι οποίες διεξάγονται με τη χρήση ενιαίου ψηφοδελτίου και με καθολική και μυστική ψηφοφορία. Εκλόγιμοι είναι οι δικαστικοί υπάλληλοι με Α΄ και Β΄ βαθμό. Όταν πρόκειται να εκλεγούν ως μέλη υπηρεσιακού συμβουλίου εφετείου ή διοικητικού εφετείου πρέπει να υπηρετούν σε υπηρεσία της περιφέρειας του εφετείου. Όσοι δικαστικοί υπάλληλοι έχουν εκλεγεί ως μέλη πρωτοβάθμιου υπηρεσιακού συμβουλίου, δεν μπορεί να εκλεγούν ως μέλη του δευτεροβάθμιου και αντιστρόφως. Οι λεπτομέρειες διεξαγωγής των εκλογών και κάθε άλλο σχετικό θέμα ρυθμίζεται με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, με την οποία μπορεί να καθορίζονται πρόσθετες προϋποθέσεις εκλογιμότητας για τη διασφάλιση της αμεροληψίας των υπαλλήλων μελών των συμβουλίων.» Ο μέσα σε «» τίτλος και οι παρ. 1 έως και 5 αντικαταστάθηκαν ως άνω από την παρ. 3 άρθρ. 9 Νόμ. 2993/22-26 Μαρτ. 2002 (ΦΕΚ Α΄58) κατωτ. αριθ.
- 6.Οι αποφάσεις και γνωμοδοτήσεις του πενταμελούς και επταμελούς δικαστικού (υπηρεσιακού) συμβουλίου του Συμβουλίου της Επικρατείας, που αφορούν τους υπαλλήλους του τομέα των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων και της Γενικής Επιτροπείας της Επικρατείας στα τακτικά διοικητικά δικαστήρια, λαμβάνονται ύστερα από γνώμη του Γενικού Επιτρόπου της Επικρατείας στα τακτικά διοικητικά δικαστήρια, ο οποίος μπορεί να την υποβάλει εγγράφως και να παραστεί για να την αναπτύξει και προφορικώς. «Οι αποφάσεις των δικαστικών συμβουλίων του Αρείου Πάγου και του Ελεγκτικού Συνεδρίου λαμβάνονται ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου και του Γενικού Επιτρόπου της Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο αντιστοίχως.» Το μέσα σε «» τελευταίο εδάφιο προστέθηκε με την παρ. 4 άρθρ. 9 Νόμ. 2993/22-26 Μαρτ. 2002 (ΦΕΚ Α΄58) κατωτ. αριθ.
- (Μετά τη σελ. 208,434(α) Σελ. 208,4341 Τεύχος 1380 Σελ. 89 Γραμματεία των Δικαστηρίων και Εισαγγελιών 6.Β.ε.110 7.Χρέη γραμματέα των παραπάνω συμβουλίων ασκεί δικαστικός υπάλληλος με Β΄ τουλάχιστον βαθμό του δικαστηρίου, στο οποίο λειτουργεί το συμβούλιο, οριζόμενος με τον αναπληρωτή του από τον προϊστάμενο της γραμματείας. 8.Τα δικαστικά (υπηρεσιακά) συμβούλια συνεδριάζουν στο κατάστημα του αντίστοιχου δικαστηρίου. 9.Τα πρωτοβάθμια δικαστικά (υπηρεσιακά) συμβούλια αποφαίνονται ύστερα από ερώτημα του Υπουργού Δικαιοσύνης. 10.Κατά τη συζήτηση των υποθέσεων ενώπιον των συμβουλίων, καλούνται υποχρεωτικά πριν 5 τουλάχιστον εργάσιμων ημερών και έχουν δικαίωμα να παρίστανται και να εκφράζουν γνώμη δύο αιρετοί εκπρόσωποι των δικαστικών υπαλλήλων, στους οποίους μαζί με την κλήση κοινοποιείται και η ημερήσια διάταξη. Αν δεν κληθούν νομότυπα, κατά το προηγούμενο εδάφιο, οι αιρετοί εκπρόσωποι, η συζήτηση αναβάλλεται. 11.Κατά τις συνεδριάσεις των δικαστικών (υπηρεσιακών) συμβουλίων τηρούνται πρακτικά. 12.Οι αποφάσεις και γνωμοδοτήσεις των δικαστικών (υπηρεσιακών) συμβουλίων εκδίδονται μέσα σε 20 ημέρες από τη λήψη του σχετικού ερωτήματος και υποβάλλονται χωρίς καθυστέρηση στο Υπουργείο Δικαιοσύνης με αντίγραφο του οικείου πρακτικού. 13.Με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, η οποία εκδίδεται ύστερα από γνώμη της Ο.Δ.Υ .Ε. και του Συλλόγου Υπαλλήλων του Ελεγκτικού Συνεδρίου, καθορίζονται οι προϋποθέσεις για την εκλογιμότητα των αιρετών εκπροσώπων, η διαδικασία για την εκλογή τους, η θητεία τους, οι περιπτώσεις και η διαδικασία αντικατάστασής τους κατά τη διάρκεια της θητείας τους και κάθε σχετικό θέμα. Σελ. 208,4342 Τεύχος 1380 Σελ. 90 6.Β.ε.110 Γραμματεία των Δικαστηρίων και Εισαγγελιών Αρμοδιότητα δικαστικών και υπηρεσιακών συμβουλίων «Άρθρ.23.-1.Το πενταμελές δικαστικό συμβούλιο του Συμβουλίου της Επικρατείας, του Αρείου Πάγου και του Ελεγκτικού Συνεδρίου αποφασίζει σε πρώτο βαθμό για την παύση των δικαστικών υπαλλήλων λόγω βαρέος πειθαρχικού παραπτώματος, ασθένειας, αναπηρίας ή υπηρεσιακής ανεπάρκειας. 2.Το επταμελές δικαστικό συμβούλιο αποφασίζει σε δεύτερο βαθμό επί διαφωνίας του Υπουργού Δικαιοσύνης ή προσφυγής δικαστικού υπαλλήλου κατά των αποφάσεων των πενταμελών δικαστικών συμβουλίων του ίδιου κλάδου δικαιοδοσίας. 3.Το υπηρεσιακό συμβούλιο του εφετείου και του διοικητικού εφετείου επιλαμβάνεται σε πρώτο βαθμό για κάθε θέμα υπηρεσιακής κατάστασης και για τις πειθαρχικές υποθέσεις των δικαστικών υπαλλήλων που υπηρετούν στις γραμματείες δικαστηρίων και εισαγγελιών της περιφέρειάς τους, καθώς και για την επιλογή και τοποθέτηση προϊσταμένων τμημάτων στις ίδιες γραμματείες. 4.Στην αρμοδιότητα του πενταμελούς υπηρεσιακού συμβουλίου του Συμβουλίου της Επικρατείας υπάγονται: α. Τα θέματα της προηγούμενης παραγράφου που αφορούν στους υπαλλήλους της γραμματείας του Συμβουλίου της Επικρατείας. β. Η μετάθεση και η απόσπαση υπαλλήλων της γραμματείας των διοικητικών δικαστηρίων της Γενικής Επικρατείας στα τακτικά διοικητικά δικαστήρια από την περιφέρεια ενός διοικητικού εφετείου σε άλλη, η απόσπαση στη γραμματεία του Συμβουλίου της Επικρατείας και η επιλογή και τοποθέτηση προϊσταμένων γενικών διευθύνσεων και διευθύνσεων των υπηρεσιών που αναφέρονται στο εδάφιο αυτό. Το συμβούλιο αυτό αποφασίζει σε δεύτερο βαθμό επί διαφωνίας του Υπουργού Δικαιοσύνης ή προσφυγής δικαστικού υπαλλήλου κατά των αποφάσεων των πενταμελών υπηρεσιακών συμβουλίων των διοικητικών εφετείων. 5.Στην αρμοδιότητα του πενταμελούς υπηρεσιακού συμβουλίου του Αρείου Πάγου υπάγονται: α. Τα θέματα της παραγράφου 3 που αφορούν τους υπαλλήλους του. β. Η μετάθεση και η απόσπαση υπαλλήλων της υπηρεσίας του δικαστηρίου αυτού και της γραμματείας της εισαγγελίας του, της υπηρεσίας των πολιτικών και ποινικών δικαστηρίων και των εισαγγελιών τους από την περιφέρεια ενός εφετείου σε άλλη ή στη γραμματεία του Αρείου Πάγου ή της εισαγγελίας του και η επιλογή και τοποθέτηση προϊσταμένων γενικών διευθύνσεων και διευθύνσεων των υπηρεσιών που προβλέπονται στο εδάφιο αυτό. Το συμβούλιο αυτό αποφασίζει σε δεύτερο βαθμό επί διαφωνίας του Υπουργού Δικαιοσύνης ή προσφυγής δικαστικού υπαλλήλου κατά των αποφάσεων των υπηρεσιακών συμβουλίων των εφετείων. 6.Στην αρμοδιότητα του πενταμελούς υπηρεσιακού συμβουλίου του Ελεγκτικού Συνεδρίου υπάγονται όλα τα θέματα υπηρεσιακής κατάστασης και οι πειθαρχικές υποθέσεις των υπαλλήλων του Ελεγκτικού Συνεδρίου και της υπηρεσίας του Γενικού Επιτρόπου της Επικρατείας σε αυτό, καθώς και η επιλογή και τοποθέτηση προϊσταμένων οργανικών μονάδων. 7.Το επταμελές υπηρεσιακό συμβούλιο αποφασίζει σε δεύτερο βαθμό επί διαφωνίας του Υπουργού Δικαιοσύνης ή προσφυγής δικαστικού υπαλλήλου κατά των αποφάσεων των πενταμελών υπηρεσιακών συμβουλίων των ανώτατων δικαστηρίων του ίδιου κλάδου δικαιοδοσίας. 8.Αρμόδιο για τους υπαλλήλους της γραμματείας της Γενικής Επιτροπείας της Επικρατείας στα τακτικά διοικητικά δικαστήρια είναι το υπηρεσιακό συμβούλιο του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών.» Το άρθρ. 23 αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. 5 άρθρ. 9 Νόμ. 2993/22-26 Μαρτ. 2002 (ΦΕΚ Α΄58) κατωτ. αριθ.
- Δεύτερος βαθμός κρίσης Άρθρ.24.-1.Οι αποφάσεις των πρωτοβάθμιων δικαστικών (υπηρεσιακών) συμβουλίων κοινοποιούνται, με επιμέλεια του γραμματέα του συμβουλίου, μέσα σε προθεσμία 15 ημερών από την έκδοσή τους στο δικαστικό υπάλληλο που κρίθηκε δυσμενώς και διαβιβάζονται, μέσα στην ίδια προθεσμία, στο Υπουργείο Δικαιοσύνης. Ειδικά οι αποφάσεις που αφορούν την επιλογή προϊσταμένων οργανικών μονάδων δεν κοινοποιούνται στους δικαστικούς υπαλλήλους, αλλά τοιχοκολλώνται, μέσα στην ίδια προθεσμία, στο κατάστημα του δικαστηρίου, στο οποίο λειτουργεί το δικαστικό (υπηρεσιακό) συμβούλιο που εξέδωσε την απόφαση. Για την τοιχοκόλληση συντάσσεται πρακτικό. (Αντί για τη σελ. 208,435) Σελ. 208,435(α) Τεύχος 1380 Σελ. 91 Γραμματεία των Δικαστηρίων και Εισαγγελιών 6.Β.ε.110 2.Ο Υπουργός Δικαιοσύνης, αν διαφωνεί με απόφαση πρωτοβάθμιου δικαστικού (υπηρεσιακού) συμβουλίου ή με γνωμοδότησή του, που κατά νόμο απαιτείται να είναι σύμφωνη, μπορεί μέσα σε 20 ημέρες από την ημερομηνία περιέλευσης στο Υπουργείο Δικαιοσύνης της απόφασης ή γνωμοδότησης να παραπέμψει το ερώτημα στο αρμόδιο δευτεροβάθμιο συμβούλιο για κρίση σε δεύτερο βαθμό. 3.Δικαστικός υπάλληλος που κρίθηκε δυσμενώς δικαιούται να ασκήσει προσφυγή κατά της απόφασης ή γνωμοδότησης του πρωτοβάθμιου συμβουλίου. Η προσφυγή ασκείται με κατάθεση στον προϊστάμενο ή στον πρόεδρο του τριμελούς συμβουλίου διοίκησης του δικαστηρίου, της εισαγγελίας ή της υπηρεσίας στην οποία υπηρετεί ο προσφεύγων, μέσα σε προθεσμία 20 ημερών από την κοινοποίηση ή, αν στρέφεται κατά απόφασης επιλογής προϊσταμένων οργανικών μονάδων, από την τοιχοκόλληση. Ο προϊστάμενος αποστέλλει την προσφυγή στο αρμόδιο δευτεροβάθμιο συμβούλιο μέσα σε 5 ημέρες από την κατάθεσή της και μέσα στην ίδια προθεσμία διαβιβάζει αντίγραφό της στο Υπουργείο Δικαιοσύνης. 4.Δεκαπέντε
(15)τουλάχιστον ημέρες πριν τη συνεδρίαση, ο γραμματέας του δευτεροβάθμιου συμβουλίου κοινοποιεί αντίγραφο του ερωτήματος του Υπουργού Δικαιοσύνης ή της προσφυγής στους δικαστικούς υπαλλήλους που έχουν έννομο συμφέρον να αντικρούσουν το ερώτημα αυτό ή την προσφυγή. Οι δικαστικοί αυτοί υπάλληλοι δικαιούνται να υποβάλουν υπόμνημα στο γραμματέα του συμβουλίου 5 τουλάχιστον ημέρες πριν τη συνεδρίαση. 5.Ο δικαστικός υπάλληλος που υπέβαλε προσφυγή ή υπόμνημα σύμφωνα με την προηγούμενη παράγραφο δικαιούται να παραστεί αυτοπροσώπως ή με δικηγόρο ενώπιον του δευτεροβάθμιου συμβουλίου για να αναπτύξει και προφορικώς τις απόψεις του. 6.Το δευτεροβάθμιο συμβούλιο εκδίδει την απόφασή του μέσα σε προθεσμία δύο
(2)μηνών από τη λήψη της προσφυγής ή του ερωτήματος. ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β ΥΠΗΡΕΣΙΑΚΕΣ ΣΥΝΕΛΕΥΣΕΙΣ Υπηρεσιακές συνελεύσεις δικαστικών υπαλλήλων Άρθρ.25.-1.Σε κάθε δικαστήριο και εισαγγελία, καθώς και στη Γενική Επιτροπεία της Επικρατείας Σελ. 208,436(α) Τεύχος 1380 Σελ. 92 στα τακτικά διοικητικά δικαστήρια λειτουργεί υπηρεσιακή συνέλευση που αποτελείται από όλους τους δικαστικούς υπαλλήλους του δικαστηρίου ή της εισαγγελίας, με την επιφύλαξη της παρ.
- 2.Στην υπηρεσιακή συνέλευση προεδρεύει ο δικαστικός υπάλληλος που διευθύνει τις υπηρεσίες της γραμματείας του δικαστηρίου ή της εισαγγελίας. Σε περίπτωση έλλειψης, απουσίας ή κωλύματός του, προεδρεύει ο νόμιμος αναπληρωτής του. 3.Η υπηρεσιακή συνέλευση συγκαλείται από τον πρόεδρό της ή, σε περίπτωση έλλειψης, απουσίας ή κωλύματός του, από τον αναπληρωτή του, τουλάχιστον μία φορά κατ΄ έτος. Κατά τη συνέλευση αυτή συζητούνται υποχρεωτικώς τα θέματα που αναφέρονται στις περιπτ. α΄, β΄ και γ΄ της παρ. 1 του άρθρ.
- Συγκαλείται επίσης υποχρεωτικώς: α) 10 τουλάχιστον ημέρες πριν τη συνεδρίαση της ολομέλειας του δικαστηρίου ή της εισαγγελίας για την κατάρτιση, συμπλήρωση, τροποποίηση, αντικατάσταση ή κατάργηση διατάξεων του κανονισμού εσωτερικής υπηρεσίας, και β) αν το ζητήσουν περισσότεροι από το 1/3 των μελών της με αίτησή τους προς τον πρόεδρο της συνέλευσης, με την οποία προτείνονται τα θέματα και ο εισηγητής. Στην περίπτωση αυτή η υπηρεσιακή συνέλευση συγκαλείται υποχρεωτικώς από τον πρόεδρο μέσα σε προθεσμία 15 ημερών από την ημερομηνία υποβολής της αίτησης και έχει ως θέματα ημερήσιας διάταξης εκείνα που προτείνονται με την αίτηση. 6.Β.ε.110 Γραμματεία των Δικαστηρίων και Εισαγγελιών 4.Με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, που εκδίδεται ύστερα από γνώμη του Συλλόγου Υπαλλήλων του Ελεγκτικού Συνεδρίου, καθορίζεται η συγκρότηση, ο τρόπος λειτουργίας και κάθε θέμα σχετικό με την υπηρεσιακή συνέλευση των υπαλλήλων των Ελεγκτικού Συνεδρίου και της υπηρεσίας του Γενικού Επιτρόπου της Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο. Για τους υπαλλήλους αυτούς μπορεί να προβλέπονται με την ίδια απόφαση και περισσότερες από μία υπηρεσιακές συνελεύσεις. Αρμοδιότητα υπηρεσιακής συνέλευσης Άρθρ.26.-Στην αρμοδιότητα της υπηρεσιακής συνέλευσης ανήκουν: α.Η υποβολή προτάσεων: αα)για τον προγραμματισμό των εργασιών της γραμματείας του δικαστηρίου ή της εισαγγελίας, ββ)για την κατάρτιση, συμπλήρωση, τροποποίηση, αντικατάσταση ή κατάργηση διατάξεων του κανονισμού εσωτερικής υπηρεσίας του δικαστηρίου ή της εισαγγελίας, γγ)για τα κριτήρια επιλογής των δικαστικών υπαλλήλων για τη συμμετοχή σε επιτροπές, συμβούλια και κάθε είδους συλλογικά διοικητικά όργανα που προβλέπονται από το νόμο ή τον κανονισμό του δικαστηρίου ή της εισαγγελίας. β.Η αξιολόγηση των εργασιών της γραμματείας του δικαστηρίου ή της εισαγγελίας. γ.Η συζήτηση επί των εκθέσεων των προϊσταμένων των οργανικών μονάδων, στις οποίες περιέχονται διαπιστώσεις και προτάσεις για την καλύτερη οργάνωση και λειτουργία της μονάδας, της οποίας προΐστανται. δ.Κάθε θέμα, το οποίο ανατίθεται στην υπηρεσιακή συνέλευση από ειδικές διατάξεις. Σύγκληση της υπηρεσιακής συνέλευσης Άρθρ.27.-1.Η πρόσκληση για τη σύγκληση της υπηρεσιακής συνέλευσης, με τα θέματα της ημερήσιας διάταξης, τοιχοκολλάται στα οικεία δικαστικά καταστήματα, με επιμέλεια του προέδρου της, 10 τουλάχιστον ημέρες πριν την ημερομηνία της συνεδρίασης. Ο πρόεδρος της υπηρεσιακής συνέλευσης υποχρεούται να έχει στη διάθεση κάθε ενδιαφερόμενου μέλους τις εισηγήσεις και τα πληροφοριακά στοιχεία που υπάρχουν για τα θέματα της ημερήσιας διάταξης. Τα θέματα της ημερήσιας διάταξης εισηγείται ο πρόεδρος της υπηρεσιακής συνέλευσης ή μέλος της, που ορίζεται από τον ίδιο, ή το μέλος που έχει προταθεί με την αίτηση σύγκλησης της συνέλευσης που υποβλήθηκε σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρ.
- 2.Στην υπηρεσιακή συνέλευση καλούνται 10 τουλάχιστον ημέρες πριν την ημερομηνία της συνεδρίασης και μπορούν να παρίστανται: α)ο πρόεδρος και τα μέλη του τριμελούς συμβουλίου διοίκησης ή ο δικαστικός λειτουργός που διευθύνει το δικαστήριο ή την εισαγγελία, β)ο πρόεδρος, ο αντιπρόεδρος και ο γενικός γραμματέας της οικείας συνδικαλιστικής οργάνωσης των δικαστικών υπαλλήλων ή τρεις εκπρόσωποί τους , που ορίζονται από το διοικητικό συμβούλιο της συνδικαλιστικής οργάνωσης και γ) εκπρόσωπος του οικείου δικηγορικού συλλόγου, ο οποίος ορίζεται από το διοικητικό συμβούλιο του συλλόγου. Οι ανωτέρω μπορούν να υποβάλλουν έγγραφες προτάσεις, τις οποίες, εφόσον το επιθυμούν, αναπτύσσουν αμέσως μετά την εισήγηση. 3.Η υπηρεσιακή συνέλευση βρίσκεται σε απαρτία όταν είναι παρόντα περισσότερα από τα μισά της μέλη. Αν δεν υπάρχει απαρτία, η υπηρεσιακή συνέλευση συγκαλείται πάλι την πέμπτη εργάσιμη ημέρα από την αρχική ημερομηνία συνεδρίασης και συνεδριάζει με όσα μέλη παρίστανται. 4.Οι αποφάσεις της υπηρεσιακής συνέλευσης λαμβάνονται με την απόλυτη πλειοψηφία των παρόντων μελών. Αν δεν σχηματιστεί απόλυτη πλειοψηφία, επαναλαμβάνεται η ψηφοφορία μεταξύ των δύο επικρατέστερων γνωμών. 5.Σε κάθε υπηρεσιακή συνέλευση τηρούνται πρακτικά με ευθύνη του προέδρου της. Για το σκοπό αυτόν, στην αρχή της συνεδρίασης ορίζονται από τον πρόεδρο, ως γραμματείς, δύο από τα μέλη της υπηρεσιακής συνέλευσης. 6.Τα πρακτικά και οι αποφάσεις υπογράφονται από τον πρόεδρο και τους γραμματείς της υπηρεσιακής συνέλευσης και αποστέλλονται στον Υπουργό Δικαιοσύνης, στο Γενικό Γραμματέα του Υπουργείου Δικαιοσύνης, στον πρόεδρο και τα μέλη του τριμελούς συμβουλίου διοίκησης ή στο δικαστικό λειτουργό που διευθύνει το δικαστήριο ή την εισαγγελία, στον οικείο δικηγορικό σύλλογο, στην οικεία πρωτοβάθμια συνδικαλιστική οργάνωση δικαστικών υπαλλήλων, στην οικεία ένωση δικαστικών λειτουργών και στην Ο.Δ.Υ .Ε.. (Αντί για τη σελ. 208,437) Σελ. 208,437(α) Τεύχος Σελ. Γραμματεία των Δικαστηρίων και Εισαγγελιών 6.Β.ε.110 ΜΕΡΟΣ ΠΕΜΠΤΟ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ – ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΙΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α΄ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ Δικαίωμα ελεύθερης έκφρασης Άρθρ.28.-1.Η έκφραση των πολιτικών, φιλοσοφικών και θρησκευτικών πεποιθήσεων και των επιστημονικών απόψεων και η υπηρεσιακή κριτική των πράξεων της προϊσταμένης αρχής αποτελούν δικαίωμα των δικαστικών υπαλλήλων που τελεί υπό την εγγύηση του Κράτους. Καμία διάκριση δεν επιτρέπεται να γίνεται στους δικαστικούς υπαλλήλους λόγω των πεποιθήσεων ή των απόψεών τους ή της υπηρεσιακής κριτικής πράξεων της προϊσταμένης αρχής. 2.Οι δικαστικοί υπάλληλοι δεν επιτρέπεται να εκδηλώνουν ή να διαδίδουν τις πολιτικές, φιλοσοφικές ή θρησκευτικές τους πεποιθήσεις κατά την άσκηση των καθηκόντων τους ή χρησιμοποιώντας την ιδιότητά τους, ούτε να κάνουν διακρίσεις σε όφελος ή σε βάρος των πολιτών εξαιτίας των πεποιθήσεών τους. Συνδικαλιστικά δικαιώματα Άρθρ.29.-1.Η συνδικαλιστική ελευθερία και η ανεμπόδιστη άσκηση των συναφών με αυτή δικαιωμάτων διασφαλίζονται στους δικαστικούς υπαλλήλους. 2.Οι δικαστικοί υπάλληλοι μπορούν ελευθέρως, τηρώντας τις διατάξεις του νόμου, να ιδρύουν συνδικαλιστικές οργανώσεις, να γίνονται μέλη τους και να ασκούν τα συνδικαλιστικά τους δικαιώματα. 3.Οι δικαστικοί υπάλληλοι έχουν δικαίωμα προσφυγής σε απεργία για τη διαφύλαξη και προαγωγή των οικονομικών, εργασιακών, συνδικαλιστικών, κοινωνικών και ασφαλιστικών συμφερόντων τους. Το δικαίωμα της απεργίας ασκείται σύμφωνα με το νόμο που το ρυθμίζει. 4.Οι Οι συνδικαλιστικές οργανώσεις διαπραγματεύονται ή διαβουλεύονται με τις αρμόδιες αρχές για τους όρους και τις συνθήκες εργασίας των μελών τους. Δικαίωμα άσκησης καθηκόντων Άρθρ.2.-1.Μόνο Έλληνες πολίτες διορίζονται δικαστικοί υπάλληλοι. Εξαιρέσεις επιτρέπονται μόνο στις περιπτώσεις που προβλέπονται από ειδικούς νόμους. Σελ. 208,428(α) Τεύχος Σελ. 2.Όποιος αποκτά την ελληνική ιθαγένεια με πολιτογράφηση δεν μπορεί να διοριστεί δικαστικός υπάλληλος πριν συμπληρωθούν τρία
(3)έτη από την κτήση της ιθαγένειας. Βλ. και το Π.Δ. 176/27 Ιουλ.-3 Αυγ. 2004 (ΦΕΚ Α΄146) , κατωτ. αριθ.
- Όριο ηλικίας Άρθρ.30.-1.Ο δικαστικός υπάλληλος έχει δικαίωμα να εκτελεί τα καθήκοντα του κλάδου, στον οποίο ανήκει, ή της ειδικότητάς του. Σελ. 208,438(α) Τεύχος Σελ. «2.Σε περίπτωση επιτακτικών υπηρεσιακών αναγκών, οι οποίες δεν μπορούν να καλυφθούν με άλλο τρόπο, επιτρέπεται η ανάθεση σε δικαστικό υπάλληλο καθηκόντων άλλου κλάδου ή ειδικότητας. Η ανάθεση γίνεται με απόφαση του Προϊσταμένου του δικαστηρίου ή της εισαγγελίας για χρονικό διάστημα έως έξι μήνες, με δυνατότητα παράτασης για έξι ακόμη μήνες, με όμοια απόφαση. Ο χρόνος ανάθεσης μπορεί να παραταθεί συνολικά έως δύο έτη, με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, μετά από σύμφωνη γνώμη του αρμόδιου υπηρεσιακού συμβουλίου». Η παρ. 2 αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. 3 άρθρ. 10 Νόμ. 3472/4-4 Ιουλ. 2006 (ΦΕΚ Α΄ 135), ανωτ. σελ. 146,
- Μισθός και εν γένει αποδοχές Άρθρ.32.-1.Οι δικαστικοί υπάλληλοι δικαιούνται μισθό και κάθε άλλου είδους αμοιβές και απολαβές που καθορίζονται από τις διατάξεις που εκάστοτε ισχύουν. Επίσης δικαιούνται κάθε είδους αμοιβές και απολαβές, που προβλέπονται από ειδικές διατάξεις λόγω της φύσης της εργασίας τους. 2.Η αξίωση του δικαστικού υπαλλήλου για το μισθό αρχίζει με την ανάληψη υπηρεσίας και παύει με τη λύση της υπαλληλικής σχέσης. 3.Η αξίωση για πλήρη μισθό του δικαστικού υπαλλήλου, ο οποίος ανακαλείται από την κατάσταση της διαθεσιμότητας ή της αργίας, αρχίζει από την επαναφορά του στην υπηρεσία. 4.Μετά τη λήξη του χρόνου αναρρωτικής άδειας ή διαθεσιμότητας, και εφόσον εκκρεμεί διαδικασία απόλυσης του δικαστικού υπαλλήλου λόγω ανίατης νόσου, καταβάλλεται ο μισθός της διαθεσιμότητας, μέχρις ότου λυθεί η υπαλληλική σχέση. 6.Β.ε.110 Γραμματεία των Δικαστηρίων και Εισαγγελιών 5.Οι αποδοχές που παρέχονται μετά τη λύση της υπαλληλικής σχέσης, σύμφωνα με τη συνταξιοδοτική νομοθεσία, δεν επηρεάζονται από τις διατάξεις της παρ.
- 6.Μισθός δεν οφείλεται για το χρονικό διάστημα, κατά το οποίο ο δικαστικός υπάλληλος, από υπαιτιότητά του, δεν εργάστηκε. Στην περίπτωση αυτή η περικοπή του μισθού ενεργείται με πράξη του αρμόδιου για την εκκαθάριση των αποδοχών οργάνου, το οποίο οφείλει να ειδοποιήσει ο προϊστάμενος της υπηρεσίας, στην οποία υπηρετεί ο δικαστικός υπάλληλος. Κατά της πράξης αυτής, η οποία κοινοποιείται με απόδειξη στο δικαστικό υπάλληλο, επιτρέπεται προσφυγή που ασκείται μέσα σε δέκα
(10)ημέρες από την κοινοποίηση ενώπιον του αρμόδιου δικαστικού (υπηρεσιακού) συμβουλίου. Κατά της απόφασης του συμβουλίου αυτού δεν χωρεί προσφυγή στο δευτεροβάθμιο συμβούλιο. Χρόνος καταβολής αποδοχών Άρθρ.32.-1.Οι αποδοχές των δικαστικών υπαλλήλων προκαταβάλλονται κάθε δεκαπενθήμερο. 2.Με κοινή απόφαση των Υπουργών Δικαιοσύνης και Οικονομικών μπορεί να καθορίζεται διαφορετικά ο χρόνος καταβολής των αποδοχών. Ανώτατο όριο απολαβών Άρθρ.33.-1.Οι κάθε είδους πρόσθετες απολαβές των δικαστικών υπαλλήλων δεν μπορεί να είναι κατά μήνα ανώτερες από το σύνολο των αποδοχών της οργανικής τους θέσης. 2.Τα οδοιπορικά έξοδα και η αποζημίωση για υπηρεσία εκτός έδρας, τα έξοδα μετακίνησης εκτός γραφείου για εκτέλεση υπηρεσίας εντός της έδρας και κάθε αποζημίωση που δικαιούται ο δικαστικός υπάλληλος για δαπάνη που αποδεδειγμένα πραγματοποιεί για την εκτέλεση υπηρεσίας δεν υπάγονται στον περιορισμό της παρ.
- Έξοδα μετάθεσης, απόσπασης και πρώτης εγκατάστασης Άρθρ.34.-Ως προς την κάλυψη των δαπανών και την αποζημίωση των δικαστικών υπαλλήλων που μετακινούνται εντός και εκτός της επικράτειας εφαρμόζονται οι διατάξεις που ισχύουν εκάστοτε για τους δημόσιους διοικητικούς υπαλλήλους. Υγειονομική περίθαλψη – Έξοδα κηδείας Άρθρ.35.-1.Οι δικαστικοί υπάλληλοι έχουν δικαίωμα να εξασφαλίζεται στους ίδιους και στις οικογένειές τους υγειονομική περίθαλψη που περιλαμβάνει νοσοκομειακή, ιατρική και φαρμακευτική περίθαλψη. 2.Η υπηρεσία έχει υποχρέωση να καταβάλει τα έξοδα κηδείας των δικαστικών υπαλλήλων, των συζύγων και των τέκνων τους, εφόσον αυτά προστατεύονται και συντηρούνται από αυτούς. Από τα έξοδα αυτά εκπίπτει κάθε ποσό που καταβάλλεται για την ίδια αιτία από ασφαλιστικό οργανισμό ή από οποιονδήποτε άλλο φορέα. 3.Ως προς τους φορείς, τις προϋποθέσεις και τον τρόπο παροχής υγειονομικής περίθαλψης στο δικαστικό υπάλληλο και στα μέλη της οικογένειάς του που δικαιούνται την περίθαλψη, τη συμμετοχή του στις σχετικές δαπάνες, καθώς και ως προς τις προϋποθέσεις, το ύψος και τον τρόπο καταβολής των εξόδων κηδείας, εφαρμόζονται οι διατάξεις που ισχύουν κάθε φορά για τους δημόσιους διοικητικούς υπαλλήλους. Διαρκής επιμόρφωση Άρθρ.36.-1.Οι δικαστικοί υπάλληλοι, ανεξάρτητα από την κατηγορία, τον κλάδο ή την ειδικότητά τους, έχουν δικαίωμα επιμόρφωσης κατά το διάστημα της σταδιοδρομίας τους, πέρα από τα προγράμματα, τα οποία παρακολουθούν κατά τη δοκιμαστική υπηρεσία σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρ.
- 2.Η υπηρεσία είναι υποχρεωμένη να μεριμνά για την επιμόρφωση των δικαστικών υπαλλήλων. Η συμμετοχή των δικαστικών υπαλλήλων σε προγράμματα επιμόρφωσης μπορεί να ορίζεται και ως υποχρεωτική. 3.Με Π. δ/γμα, που εκδίδεται με πρόταση των Υπουργών Δικαιοσύνης και Οικονομικών, ύστερα από γνώμη της Ο.Δ.Υ .Ε. και του Συλλόγου Υπαλλήλων Ελεγκτικού Συνεδρίου, ορίζεται το περιεχόμενο των προγραμμάτων επιμόρφωσης, η διάρκειά τους, ο υποχρεωτικός ή προαιρετικός χαρακτήρας της παρακολούθησης, τα πρόσωπα, στα οποία ανατίθεται η επιμόρφωση, τα κριτήρια, οι προϋποθέσεις και η διαδικασία επιλογής των δικαστικών υπαλλήλων για την παρακολούθηση των προγραμμάτων επιμόρφωσης, ο τρόπος ελέγχου της παρακολούθησης από τους δικαστικούς υπαλλήλους των προγραμμάτων και της επίδοσής τους, οι κυρώσεις σε περίπτωση μη παρακολούθησης ή ελλιπούς παρακολούθησης και κάθε σχετικό θέμα. Άδειες απουσίας – Αρμοδιότητα χορήγησης Άρθρ.37.-1.Οι δικαστικοί υπάλληλοι δικαιούνται άδειες απουσίας από την υπηρεσία τους, σύμφωνα με όσα ορίζονται στα επόμενα άρθρα. (Αντί για τη σελ. 208,439) Σελ. 208,439(α) Τεύχος 1400 Σελ. 91 Γραμματεία των Δικαστηρίων και Εισαγγελιών 6.Β.ε.110 2.Οι άδειες, αν δεν ορίζεται διαφορετικά, χορηγούνται από τον προϊστάμενο του δικαστηρίου ή της εισαγγελίας, ύστερα από αίτηση του δικαστικού υπαλλήλου και γνώμη του προϊσταμένου της γραμματείας. Για τους υπαλλήλους του Ελεγκτικού Συνεδρίου οι άδειες χορηγούνται ύστερα από γνώμη του άμεσου προϊσταμένου του υπαλλήλου και του προϊσταμένου της υπηρεσίας διοικητικού του δικαστηρίου αυτού. Κανονικές άδειες Άρθρ.38.-1.Ο δικαστικός υπάλληλος, ο οποίος έχει συμπληρώσει πραγματική υπηρεσία ενός
(1)έτους, δικαιούται σε κάθε ημερολογιακό έτος κανονική άδεια απουσίας είκοσι πέντε
(25)εργάσιμων ημερών. 2.Με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, μπορεί να προσαυξάνεται έως πέντε
(5)εργάσιμες ημέρες η διάρκεια της κανονικής άδειας για τους δικαστικούς υπαλλήλους που υπηρετούν στις παραμεθόριες περιοχές. Εκδόθηκε η αριθ. 62719/23-30 Απρ. 2002 (ΦΕΚ Β΄535) απόφ. Υπ. Δικαιοσύνης, κατωτ. αριθ. 114. 3.Η κανονική άδεια χορηγείται υποχρεωτικώς στο δικαστικό υπάλληλο κατά τη διάρκεια του ημερολογιακού έτους. 4.Με αιτιολογημένη πράξη, που εκδίδεται κατά τη διαδικασία της παρ. 2 του προηγούμενου άρθρου, επιτρέπεται να μη χορηγείται, να περιορίζεται ή να ανακαλείται η κανονική άδεια, προκειμένου να αντιμετωπιστούν έκτακτες ανάγκες της υπηρεσίας. 5.Η άδεια που δεν χορηγήθηκε κατ΄ εφαρμογή της προηγούμενης παραγράφου χορηγείται υποχρεωτικά το επόμενο έτος. 6.Από το χρόνο της κανονικής άδειας αφαιρείται ο χρόνος κάθε αδικαιολόγητης απουσίας. Απουσία κατά την περίοδο των δικαστικών διακοπών Άρθρ.39.-Οι δικαστικοί υπάλληλοι που υπηρετούν στις γραμματείες των δικαστηρίων και εισαγγελιών έχουν κατά την περίοδο των δικαστικών διακοπών δικαίωμα απουσίας από την εργασία δέκα
(10)εργάσιμες ημέρες. Η απουσία εγκρίνεται με βάση τις ανάγκες της υπηρεσίας και κατά τη διαδικασία που προβλέπεται στην παρ. 2 του άρθρ. 37. Σελ. 208,440(α) Τεύχος 1400 Σελ. 92 Άδειες μητρότητας Άρθρ.3.-1.Δικαστικός υπάλληλος μπορεί να διοριστεί όποιος έχει συμπληρώσει το εικοστό πρώτο (21 ο) έτος και δεν έχει υπερβεί το τριακοστό (30ό) έτος της ηλικίας του, όταν πρόκειται για κατάληψη θέσεων με τυπικό προσόν απολυτήριο τίτλο υποχρεωτικής ή δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, και το τριακοστό πέμπτο (35 ο) έτος, όταν πρόκειται για κατάληψη θέσεων με τυπικό προσόν τίτλο τριτοβάθμιας εκπαίδευσης. 2.Ειδικές εξαιρέσεις διορισμού δικαστικών υπαλλήλων, κατά παρέκκλιση των παραπάνω ορίων ηλικίας, μπορεί να θεσπίζονται, μόνο εφόσον συντρέχουν εξαιρετικοί υπηρεσιακοί λόγοι, με π. δ/γμα που εκδίδεται με πρόταση του Υπουργού Δικαιοσύνης, μετά γνώμη της Ομοσπονδίας Δικαστικών Υπαλλήλων Ελλάδος (Ο.Δ.Υ .Ε.) ή και του Συλλόγου Υπαλλήλων Ελεγκτικού Συνεδρίου, κατά περίπτωση. 3.Για τη συμπλήρωση των ορίων ηλικίας που προβλέπονται στην παρ. 1, ως ημέρα γέννησης θεωρείται η 1 η Ιανουαρίου για το κατώτατο και η 31 η Δεκεμβρίου για το ανώτατο όριο. 4.Η ηλικία αποδεικνύεται από το δελτίο της αστυνομικής ταυτότητας ή, σε περίπτωση αμφισβήτησης, από τη ληξιαρχική πράξη γέννησης που έχει συνταχθεί μέσα σε ενενήντα
(90)ημέρες από τη γέννηση. Αν δεν υπάρχει τέτοια πράξη, η ηλικία αποδεικνύεται από το μητρώο αρρένων για τους άνδρες και από το γενικό μητρώο για τις γυναίκες. 6.Β.ε.110 Γραμματεία των Δικαστηρίων και Εισαγγελιών 5.Αν υπάρχουν περισσότερες εγγραφές στο οικείο μητρώο, επικρατεί η πρώτη χρονολογικά εγγραφή. 6.Διόρθωση της εγγραφής, με οποιονδήποτε τρόπο, δεν λαμβάνεται υπόψη. 7.Για τους άγαμους ή χήρους ή διαζευγμένους γονείς που έχουν την επιμέλεια τέκνου, το ανώτατο όριο ηλικίας διορισμού αυξάνεται κατά ένα
(1)έτος για κάθε τέκνο αλλά όχι περισσότερα από δύο
(2)έτη συνολικά Εκπλήρωση στρατιωτικών υποχρεώσεων Άρθρ.40.-«1.Στις υπαλλήλους χορηγείται άδεια μητρότητας με πλήρεις αποδοχές δύο
(2)μήνες πριν και τρεις
(3)μήνες μετά τον τοκετό. Η άδεια λόγω κυοφορίας χορηγείται ύστερα από βεβαίωση του θεράποντος ιατρού για τον πιθανολογούμενο χρόνο τοκετού. 2.Όταν ο τοκετός πραγματοποιείται σε χρόνο μεταγενέστερο από αυτόν που είχε πιθανολογηθεί αρχικά, η άδεια που έχει χορηγηθεί παρατείνεται μέχρι την πραγματική ημερομηνία του τοκετού, χωρίς αυτή η παράταση να συνεπάγεται αντίστοιχη μείωση του χρόνου της άδειας που χορηγείται μετά τον τοκετό. Όταν ο τοκετός πραγματοποιηθεί σε χρόνο προγενέστερο από αυτόν που είχε αρχικά πιθανολογηθεί, το υπόλοιπο της άδειας χορηγείται μετά τον τοκετό, ώστε να εξασφαλιστεί συνολικός χρόνος πέντε
(5)μηνών». Οι παρ. 1 και 2 αντικαταστάθηκαν ως άνω από την παρ. 1 άρθρ. 11 Νόμ. 3060/8-11 Οκτ. 2002 (ΦΕΚ Α΄242) Τόμ. 29 σελ. 40,462. 3.Στις κυοφορούσες υπαλλήλους, που έχουν ανάγκη ειδικής κατ΄ οίκον θεραπείας πέρα από το όριο της αναρρωτικής άδειας με αποδοχές, χορηγείται άδεια με πλήρεις αποδοχές, εφόσον υποβληθεί σχετική βεβαίωση του θεράποντος ιατρού και διευθυντή γυναικολογικής ή μαιευτικής κλινικής ή τμήματος δημόσιου νοσηλευτικού ιδρύματος. 4.Σε περίπτωση πρόωρου τοκετού με νεκρό κύημα, χορηγείται στη δικαστική υπάλληλο άδεια 20 ημερών με πλήρεις αποδοχές, εφόσον αυτή έχει εξαντλήσει τα χρονικά όρια της αναρρωτικής άδειας. «5.Στις υπαλλήλους που υιοθετούν τέκνο χορηγείται άδεια τριών
(3)μηνών με πλήρεις αποδοχές μέσα στο πρώτο εξάμηνο μετά την περάτωση της διαδικασίας της υιοθεσίας και εφόσον το υιοθετούμενο τέκνο είναι ηλικίας έως έξι
(6)ετών.» Η παρ. 5 αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. 1 άρθρ. 11 Νόμ. 3060/8-11 Οκτ. 2002 (ΦΕΚ Α΄242) Τόμ. 29 σελ. 40,462. 6.Β.ε.110 Γραμματεία των Δικαστηρίων και Εισαγγελιών Γονικές άδειες Άρθρ.41.-1.Στο γονέα δικαστικό υπάλληλο που έχει τέκνο ηλικίας έως έξι
(6)ετών χορηγείται υποχρεωτικά, ύστερα από αίτησή του, γονική άδεια ανατροφής του τέκνου έως
(2)έτη, χωρίς αποδοχές. Ο χρόνος της άδειας αυτής δεν αποτελεί χρόνο πραγματικής υπηρεσίας. Δεν δικαιούται γονική άδεια ο δικαστικός υπάλληλος, αν ο άλλος γονέας δεν εργάζεται ή κάνει χρήση γονικής άδειας. Επίσης δεν χορηγείται η άδεια αυτή, αν ο δικαστικός υπάλληλος στερείται της επιμέλειας του τέκνου. Η άδεια αυτή χορηγείται μετά τη λήξη της άδειας μητρότητας κατά τις παρ. 1 και 5 του άρθρ. 40. 2.Ο δικαστικός υπάλληλος, εφόσον έχει τέκνα που παρακολουθούν μαθήματα πρωτοβάθμιας ή δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, δικαιούται, ύστερα από αίτησή του που εγκρίνεται από τον άμεσο προϊστάμενό του, να απουσιάσει έως πέντε
(5)ημέρες κάθε σχολικό έτος, για την παρακολούθηση της σχολικής τους επίδοσης. Εκπαιδευτικές άδειες Άρθρ.42.-1.Ο δικαστικός υπάλληλος δικαιούται να ζητήσει άδεια μετεκπαίδευσης έως ένα
(1)έτος, που μπορεί να παραταθεί έως έξι
(6)μήνες. Η μετεκπαίδευση μπορεί να πραγματοποιηθεί, με βάση συγκεκριμένο πρόγραμμα, σε δικαστήρια, υπηρεσίες, εκπαιδευτικά ιδρύματα και άλλους φορείς ή οργανισμούς δημόσιους ή ιδιωτικούς, στην Ελλάδα ή το εξωτερικό. 2.Ο δικαστικός υπάλληλος δικαιούται επίσης να ζητήσει άδεια για την παρακολούθηση μεταπτυχιακών σπουδών σε ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα στην Ελλάδα ή το εξωτερικό. Η άδεια αυτή δεν επιτρέπεται να υπερβεί τα 2 έτη, αν ο κύκλος σπουδών είναι ενός
(1)έτους, ή τα 3 έτη, αν η διάρκειά του είναι δύο
(2)ετών. 3.Εκπαιδευτική άδεια κατά τις προηγούμενες παραγράφους χορηγείται σε δικαστικούς υπαλλήλους που έχουν συμπληρώσει τριετή τουλάχιστον υπηρεσία και δεν έχουν υπερβεί το 50ό έτος της ηλικίας τους. 4.Οι παραπάνω εκπαιδευτικές άδειες χορηγούνται με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, ύστερα από αίτηση του δικαστικού υπαλλήλου και σύμφωνη γνώμη του δικαστικού (υπηρεσιακού) συμβουλίου, το οποίο λαμβάνει υπόψη τη συνάφεια του περιεχομένου της μετεκπαίδευσης ή των μεταπτυχιακών σπουδών με το αντικείμενο της υπηρεσίας του δικαστικού υπαλλήλου, την υπηρεσιακή επίδοση, τις γνώσεις, τα τυπικά προσόντα και την ηλικία του, καθώς και τις ανάγκες της υπηρεσίας. Ειδικά για τη χορήγηση άδειας για μετεκπαίδευση ή μεταπτυχιακές σπουδές σε χώρα του εξωτερικού, απαιτείται πολύ καλή γνώση της γλώσσας της χώρας αυτής. 5.Εκπαιδευτική άδεια χορηγείται υποχρεωτικά, αν ο δικαστικός υπάλληλος έχέι λάβει υποτροφία από το Ίδρυμα Κρατικών Υποτροφιών. Υποτροφία που έχει χορηγηθεί στο δικαστικό υπάλληλο από άλλο ίδρυμα ή οργανισμό, ελληνικό, διεθνή ή αλλοδαπό, ή από αλλοδαπή κυβέρνηση, συνεκτιμάται από το δικαστικό (υπηρεσιακό) συμβούλιο για τη χορήγηση της άδειας. Στην περίπτωση αυτή η άρνηση χορήγησης της άδειας πρέπει να αιτιολογείται ειδικώς. 6.Ο δικαστικός υπάλληλος, στον οποίο χορηγείται εκπαιδευτική άδεια για μετεκπαίδευση ή μεταπτυχιακή εκπαίδευση στο εσωτερικό, λαμβάνει πλήρεις τις αποδοχές του προσαυξημένες κατά 15%. Αν κατά τη διάρκεια της εκπαιδευτικής άδειας ο δικαστικός υπάλληλος υποχρεώνεται να παραμένει εκτός της έδρας της υπηρεσίας του, η προσαύξηση των αποδοχών του μπορεί να ανέλθει έως 75%, ύστερα από σύμφωνη γνώμη του δικαστικού (υπηρεσιακού) συμβουλίου. Κατά τον καθορισμό του ύψους της προσαύξησης λαμβάνεται ιδίως υπόψη ο αριθμός των μελών της οικογένειάς του. 7.Στο δικαστικό υπάλληλο, στον οποίο χορηγείται εκπαιδευτική άδεια για μετεκπαίδευση ή μεταπτυχιακή εκπαίδευση στο εξωτερικό, καταβάλλονται οι αποδοχές του αυξημένες στο διπλάσιο. 8.Οι κατά τις προηγούμενες παραγράφους προσαυξήσεις των αποδοχών μειώνονται κατά το μέρος που καλύπτονται από υποτροφία ή άλλου είδους σχετική χρηματική αμοιβή ή αποζημίωση, που τυχόν χορηγείται στο δικαστικό υπάλληλο. 9.Ο δικαστικός υπάλληλος δικαιούται οδοιπορικά έξοδα για την αρχική μετάβασή του και την επιστροφή του μετά τη λήξη της άδειας. 10.Η εκπαιδευτική άδεια μπορεί να ανακαλείται με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, ύστερα από σύμφωνη, ειδικώς αιτιολογημένη, γνώμη του δικαστικού (υπηρεσιακού) συμβουλίου, για λόγους που σχετίζονται με την επίδοσή του κατά τη μετεκπαίδευση ή τις μεταπτυχιακές σπουδές, καθώς και για ενέργειες που δεν συμβιβάζονται με την ιδιότητά του ως δικαστικού υπαλλήλου και θίγουν το κύρος της υπηρεσίας του. 11.Μετά τη λήξη της εκπαιδευτικής άδειας ο δικαστικός υπάλληλος έχει υποχρέωση να παραμείνει στην υπηρεσία για χρονικό διάστημα τριπλάσιο της διάρκειας της άδειας. Αν δεν εκπληρώσει την υποχρέωση αυτή, ο δικαστικός υπάλληλος οφείλει να επιστρέψει τις αποδοχές που έλαβε κατά το χρόνο της άδειας. Στην περίπτωση αυτή ο χρόνος της άδειας δεν υπολογίζεται ως χρόνος πραγματικής υπηρεσίας. (Αντί για τη σελ. 208,441) Σελ. 208,441(α) Τεύχος Σελ. Γραμματεία των Δικαστηρίων και Εισαγγελιών 6.Β.ε.110 12.Με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης μπορούν να καθορίζονται οι ειδικότερες υποχρεώσεις του δικαστικού υπαλλήλου κατά τη διάρκεια της εκπαιδευτικής άδειας, ο τρόπος ελέγχου της τήρησης των υποχρεώσεων αυτών και κάθε σχετική λεπτομέρεια. Με όμοια απόφαση μπορεί να καθοριστεί και η διαδικασία για τη διαπίστωση της γνώσης της ξένης γλώσσας που απαιτείται κατά την παρ. 4. Αναρρωτικές άδειες Άρθρ.43.-1.Ο δικαστικός υπάλληλος που είναι ασθενής ή χρειάζεται να αναρρώσει δικαιούται αναρρωτική άδεια με πλήρεις αποδοχές διάρκειας τόσων μηνών όσα είναι τα έτη της υπηρεσίας του, μετ΄ αφαίρεση του συνόλου των αναρρωτικών αδειών που τυχόν έχει λάβει κατά την προηγούμενη πενταετία. Δικαστικός υπάλληλος με υπηρεσία μικρότερη από τρία
(3)έτη δικαιούται αναρρωτική άδεια τριών
(3)μηνών εφόσον συντρέχουν οι παραπάνω προϋποθέσεις. Για την εφαρμογή του παρόντος άρθρου χρόνος υπηρεσίας έξι
(6)μηνών θεωρείται ως πλήρες έτος. 2.Αναρρωτική άδεια χορηγούμενη χωρίς διακοπή δεν μπορεί να υπερβεί τους δώδεκα
(12)μήνες. 3.Στις περιπτώσεις δυσίατων νοσημάτων η διάρκεια της αναρρωτικής άδειας, την οποία δικαιούται ο δικαστικός υπάλληλος, είναι διπλάσια από τα όρια που προβλέπονται στις παρ. 1 και 2. 4.Στο χρόνο της αναρρωτικής άδειας συνυπολογίζονται και οι ημέρες απουσίας λόγω ασθενείας του δικαστικού υπαλλήλου, που προηγήθηκαν της άδειας. 5.Ως προς τη διαδικασία διαπίστωσης της ασθένειας, τον τρόπο χορήγησης της αναρρωτικής άδειας και τον καθορισμό των δυσίατων νοσημάτων, εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις που ισχύουν κάθε φορά για τους δημόσιους διοικητικούς υπαλλήλους. Ειδικές άδειες Άρθρ.44.-1.Σε δικαστικό υπάλληλο που φοιτά σε σχολείο ή εκπαιδευτικό ίδρυμα της δευτεροβάθμιας ή τριτοβάθμιας εκπαίδευσης χορηγείται, ύστερα από αίτησή του, άδεια έως είκοσι
(20)εργάσιμων ημερών, κάθε ημερολογιακό έτος, με πλήρεις αποδοχές, για τη συμμετοχή του σε εξετάσεις. Η άδεια αυτή χορηγείται συνεχώς ή τμηματικώς κατά τη διάρκεια των εξεταστικών περιόδων για όσα έτη απαιτούνται κατά σχολή για τη λήψη του οικείου τίτλου σπουδών και για τρεις
(3)ακόμη εξεταστικές περιόδους. Σελ. 208,442(α) Τεύχος Σελ. 2.Χορηγείται άδεια έως δέκα
(10)εργάσιμων ημερών ανά διετία, με πλήρεις αποδοχές, ύστερα από αίτησή του, σε δικαστικό υπάλληλο, ο οποίος λαμβάνει μέρος σε διαγωνισμό ή εξετάσεις για να λάβει υποτροφία ή για να επιλεγεί για φοίτηση σε κύκλους μεταπτυχιακών σπουδών σε θέματα που σχετίζονται με το αντικείμενο της υπηρεσίας του, καθώς και σε εκείνον, ο οποίος συμμετέχει σε συνέδρια, σεμινάρια και κάθε είδους συναντήσεις επιστημονικού χαρακτήρα, εφόσον η συμμετοχή του κρίνεται επωφελής για την υπηρεσία. 3.Χορηγείται στο δικαστικό υπάλληλο άδεια απουσίας, με πλήρεις αποδοχές, τριών
(3)εργάσιμων ημερών όταν συνάπτει γάμο, δύο
(2)εργάσιμων ημερών όταν αποκτά τέκνο και τριών
(3)εργάσιμων ημερών σε περίπτωση θανάτου συζύγου, ή συγγενούς εξ αίματος ή εξ αγχιστείας, έως και δεύτερου βαθμού. «4.Δικαστικός υπάλληλος ο οποίος πάσχει ή έχει σύζυγο ή τέκνο που πάσχει από νόσημα για το οποίο απαιτούνται τακτικές μεταγγίσεις αίματος ή αιμοκαθάρσεις ή από νόσημα που χρειάζεται περιοδική νοσηλεία δικαιούται επιπλέον άδειας έως είκοσι εργάσιμων ημερών κάθε ημερολογιακό έτος, με πλήρεις αποδοχές». Η παρ. 4 αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. 4 άρθρ. 10 Νόμ. 3472 της 4-4 Ιουλ. 2006 (ΦΕΚ Α΄ 135), ανωτ. σελ. 146,56. 5.Ο δικαστικός υπάλληλος δικαιούται άδεια έως τριών
(3)εργάσιμων ημερών, με πλήρεις αποδοχές, για τη συμμετοχή σε δίκη, για την οποία απαιτείται η αυτοπρόσωπη παρουσία του. 6.Διατάξεις, με τις οποίες προβλέπεται η χορήγηση άλλων ειδικών αδειών στους δημόσιους διοικητικούς υπαλλήλους, ισχύουν και για τους δικαστικούς υπαλλήλους. 6.Β.ε.110 Γραμματεία των Δικαστηρίων και Εισαγγελιών Συνδικαλιστικές άδειες Άρθρ.45.-Ως προς τις συνδικαλιστικές άδειες των δικαστικών υπαλλήλων εφαρμόζονται οι διατάξεις που ισχύουν εκάστοτε για τους δημόσιους διοικητικούς υπαλλήλους. Άδειες χωρίς αποδοχές Άρθρ.46.-1.Ο δικαστικός υπάλληλος, εφόσον οι ανάγκες της υπηρεσίας το επιτρέπουν, μπορεί να λαμβάνει κάθε ημερολογιακό έτος άδεια απουσίας τριάντα
(30)ημερών, χωρίς αποδοχές. 2.Πέρα από την άδεια της προηγούμενης παραγράφου, επιτρέπεται να χορηγείται στους δικαστικούς υπαλλήλους για σοβαρούς ιδιωτικούς λόγους, ύστερα από αίτησή τους και γνώμη του δικαστικού (υπηρεσιακού) συμβουλίου, άδεια χωρίς αποδοχές, της οποίας η διάρκεια, συνεχής ή διακεκομμένη, δεν μπορεί να υπερβεί συνολικά τη διετία. 3.Ο δικαστικός υπάλληλος, αν έχει σύζυγο που υπηρετεί στο εξωτερικό, σε ελληνική υπηρεσία του Δημοσίου, νομικού προσώπου δημόσιου δικαίου ή άλλου φορέα του δημόσιου τομέα ή σε υπηρεσία της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή σε διεθνή οργανισμό, στον οποίο μετέχει η Ελλάδα, δικαιούται άδεια χωρίς αποδοχές, διάρκειας, συνεχούς ή διακεκομμένης, έως έξι
(6)ετών, εφόσον έχει συμπληρώσει διετή πραγματική υπηρεσία. 4.Σε δικαστικό υπάλληλο που αποδέχεται θέση στην Ευρωπαϊκή Ένωση ή σε διεθνή οργανισμό, στον οποίο μετέχει η Ελλάδα, χορηγείται, ύστερα από γνώμη του δικαστικού (υπηρεσιακού) συμβουλίου, άδεια χωρίς αποδοχές έως πέντε
(5)ετών που μπορεί να παραταθεί με την ίδια διαδικασία για πέντε
(5)ακόμη έτη. Η άδεια αυτή λήγει αυτοδικαίως αν ο δικαστικός υπάλληλος αποχωρήσει από την παραπάνω θέση. Αν ο δικαστικός υπάλληλος δεν εμφανιστεί να αναλάβει καθήκοντα μέσα σε δύο
(2)μήνες από τη λήξη της άδειας, θεωρείται ότι παραιτήθηκε από την υπηρεσία. 5.Αν η άδεια που προβλέπεται στην παρ. 4 χορηγηθεί για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της διετίας, η θέση του δικαστικού υπαλλήλου θεωρείται κενή και συμπληρώνεται. Στην περίπτωση αυτή ο δικαστικός υπάλληλος διατηρείται στην υπηρεσία ως υπεράριθμος και καταλαμβάνει την πρώτη θέση που θα κενωθεί μετά την επιστροφή του. Τα προηγούμενα εδάφια εφαρμόζονται και στην περίπτωση της άδειας που προβλέπεται στην παρ. 3, εφόσον αυτή χορηγείται για συνεχόμενο χρονικό διάστημα πέραν της διετίας. 6.Ο χρόνος της άδειας χωρίς αποδοχές δεν αποτελεί χρόνο πραγματικής υπηρεσίας, εκτός από τις περιπτώσεις των παρ. 1 και 4. Στις περιπτώσεις αυτές ο δικαστικός υπάλληλος έχει υποχρέωση να καταβάλει όλες τις κρατήσεις που αντιστοιχούν στις αποδοχές του. Δικαίωμα επανόδου στην υπηρεσία Άρθρ.47.-1.Δικαστικοί υπάλληλοι που παραιτούνται υποχρεωτικώς, σύμφωνα με το Σύνταγμα και την εκλογική νομοθεσία, για να ανακηρυχθούν υποψήφιοι σε εκλογές, μπορούν να επανέλθουν στην υπηρεσία μετά τη συμπλήρωση ενός
(1)έτους από την υποβολή της παραίτησής τους αν δεν εκλεγούν, ή μετά τη λήξη, με οποιονδήποτε τρόπο, της θητείας τους. 2.Η επάνοδος συντελείται με μόνη την υποβολή σχετικής αίτησης από τον ενδιαφερόμενο στην υπηρεσία, από την οποία είχε παραιτηθεί. Αν η υπηρεσία αυτή δεν υπάρχει κατά το χρόνο της επανόδου, η αίτηση υποβάλλεται στην υπηρεσία, στην οποία έχουν μεταφερθεί οι υπάλληλοι της υπηρεσίας που καταργήθηκε. Η αίτηση υποβάλλεται μέσα σε αποκλειστική προθεσμία ενός
(1)μηνός από τον πάροδο του έτους που προβλέπεται στην παρ. 1 ή από τη λήξη της θητείας. Αν δεν υπάρχει κενή θέση, ο δικαστικός υπάλληλος επανέρχεται ως υπεράριθμος και καταλαμβάνει αυτοδικαίως την πρώτη θέση που θα κενωθεί στον κλάδο του. Για την επάνοδο εκδίδεται διαπιστωτική πράξη μέσα σε ένα
(1)μήνα από την υποβολή της αίτησης επανόδου. Ο εκτός υπηρεσίας χρόνος δεν θεωρείται ως χρόνος πραγματικής υπηρεσίας. Όροι υγιεινής και ασφάλειας Άρθρ.48.-Οι δικαστικοί υπάλληλοι έχουν δικαίωμα στη διασφάλιση συνθηκών υγιεινής και ασφάλειας στο χώρο εργασίας τους, με βάση τις ισχύουσες διατάξεις. ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β ΎΠΟΧΡΕΩΣΕΙΣ Πίστη στο Σύνταγμα Άρθρ.49.-Οι δικαστικοί υπάλληλοι υπηρετούν το Λαό και οφείλουν να έχουν πίστη στο Σύνταγμα και αφοσίωση στην Πατρίδα και τη Δημοκρατία. Νομιμότητα υπηρεσιακών ενεργειών Άρθρ.4.-Για το διορισμό σε θέση δικαστικού υπαλλήλου, ο υποψήφιος απαιτείται: α)να έχει εκπληρώσει τις στρατιωτικές του υποχρεώσεις ή να έχει απαλλαγεί νόμιμα από αυτές, ή β)εφόσον έχει αναγνωριστεί ως αντιρρησίας συνείδησης, να έχει εκπληρώσει, σύμφωνα με τις ειδικές διατάξεις της στρατολογικής νομοθεσίας, άοπλη θητεία ή εναλλακτική πολιτική κοινωνική υπηρεσία. Υγεία Άρθρ.50.-1.Ο δικαστικός υπάλληλος έχει υποχρέωση να εκτελεί τα καθήκοντά του σύμφωνα με το νόμο. (Μετά τη σελ. 208,442) Σελ. 208,443 Τεύχος 1361 Σελ. 71 Γραμματεία των Δικαστηρίων και Εισαγγελιών 6.Β.ε.110 2.Ο δικαστικός υπάλληλος οφείλει να συμμορφώνεται προς τις εντολές των προϊσταμένων του. Αν θεωρεί παράνομη την εντολή προϊσταμένου, οφείλει πριν την εκτελέσει να αναφέρει στον προϊστάμενό του την αντίθετη γνώμη του και να εκτελέσει την εντολή χωρίς υπαίτια καθυστέρηση. Στην περίπτωση αυτή ο δικαστικός υπάλληλος δεν απαλλάσσεται από την ευθύνη για την παράνομη ενέργεια αν δεν αναφέρει εγγράφως την αντίθετη γνώμη του πριν εκτελέσει την εντολή. 3.Αν η εντολή είναι προδήλως αντίθετη προς το Σύνταγμα ή το νόμο, ο δικαστικός υπάλληλος οφείλει να μην εκτελέσει και να αναφέρει τους λόγους χωρίς αναβολή στον προϊστάμενο που έδωσε την εντολή. Αν σε εντολή, η οποία προδήλως αντίκειται σε διατάξεις νόμων ή κανονιστικών πράξεων, διατυπώνονται επείγοντες και εξαιρετικοί λόγοι γενικότερου συμφέροντος είτε αρχικώς είτε ύστερα από άρνηση υπακοής σε προηγούμενη όμοιου περιεχομένου, ο δικαστικός υπάλληλος οφείλει να εκτελέσει την εντολή και να