← Ελλάδα

9. ΒΑΣΙΛΙΚΟΝ ΔΙΑΤΑΓΜΑ της 24/31 Οκτ. 1940 Περί τροποποιήσεως, συμπληρώσεως και κωδικοποιήσεως των «περί διοικήσεως, διαχειρίσεως και εκκαθαρίσεως των

Εν συντομία

Αυτός ο νόμος τροποποιεί, συμπληρώνει και κωδικοποιεί τις διατάξεις που αφορούν τη διοίκηση, διαχείριση και εκκαθάριση των ανταλλάξιμων μουσουλμανικών κτημάτων. Ουσιαστικά, ρυθμίζει πώς το Ελληνικό Δημόσιο διαχειρίζεται την περιουσία που άφησαν πίσω τους οι Μουσουλμάνοι που ανταλλάχθηκαν πληθυσμιακά.

Τι ρυθμίζει

Ποιον αφορά

Βασικά σημεία

Κείμενο νόμου

  1. ΒΑΣΙΛΙΚΟΝ ΔΙΑΤΑΓΜΑ της 24/31 Οκτ. 1940 Περί τροποποιήσεως, συμπληρώσεως και κωδικοποιήσεως των «περί διοικήσεως, διαχειρίσεως και εκκαθαρίσεως των ανταλλαξίμων Μουσουλμανικών κτημάτων διατάξεων». Έχοντες υπ’ όψει τας διατάξεις: 1)του Ν.Δ. της 2/3 Μαΐου 1924 «περί συστάσεως Γενικής Διευθύνσεως Ανταλλαγής πληθυσμών», 2)του άρθρ. 4 του Α.Ν. 608/37, 3)του άρθρ. 12 της δια του Α.Ν. 909/1937 κυρωθείσης συμβάσεως, 4)του άρθρ. 9 του υπ’ αριθ. 1909/1939 Α. Νόμου «περί αναλήψεως υπό του Κράτους της διαχειρίσεως των εν Ελλάδι κτημάτων των ανταλλαγέντων Μουσουλμάνων», και 5)του Α.Ν. 2068/1939 «περί υπαγωγής της παρά τω Υπουργείω Κρατικής Υγιεινής και Αντιλήψεως λειτουργούσης Διευθύνσεως Ανταλλαγής εις την Γ.Δ.Δ.Λ. κλπ.» μετά γνώμην του συμβουλίου της Επικρατείας, προτάσει των Ημετέρων επί των Οικονομικών, Γεωργίας και Εθνικής Προνοίας Υπουργών απεφασίσαμεν και διατάσσομεν. Περιουσιακά στοιχεία Άρθρον
  2. 1.Εις την αρμοδιότητα της δια του Αν. Νόμου 19091939 «περί αναλήψεως υπό του Κράτους της διαχειρίσεως των εν Ελλάδι κτημάτων των ανταλλαγέντων Μουσουλμάνων» συσταθείσης παρά τη Γενική Διευθύνσει Δημοσίου Λογιστικού του Υπουργείου Οικονομικών ειδικής υπηρεσίας Διαχειρίσεως ανταλλαξίμων Μουσουλμανικών κτημάτων, σημειουμένης εφεξής προς συντομίαν Υ.Δ.Α.Μ.Κ. υπάγεται η διοίκησις διαχείρισις και εκκαθάρισις πάντων των εν Ελλάδι περιουσιακών στοιχείων των ανταλλαγέντων Μουσουλμάνων και των βακουφίων Σελ. 270 (περιλαμβανομένων των νεκροταφείων και των παντός είδους περιουσιακών στοιχείων των ανηκόντων εις Οθωμανικά νομικά πρόσωπα), τα οποία περιήλθον εις το Ελληνικόν Δημόσιον δυνάμει της από 30 Ιανουαρίου 1923 Συμβάσεως Ανταλλαγής Ελληνοτουρκικών Πληθυσμών, της από 21 Ιουνίου 1924 αποφάσεως της Μικτής Επιτροπής Ανταλλαγής Πληθυσμών και των ΕλληνοΤουρκικών από 10 Ιουνίου 1930 Συμφωνιών, των κυρωθεισών δια του Ν.
  3. 2.Ειδικώτερον η Υ.Δ.Α.Μ.Κ., διοικεί, εκκαθαρίζει και διαχειρίζεται α΄)άπαντα τα ανταλλάξιμα αστικά και αγροτικά κτήματα των πόλεων, κωμοπόλεων και χωρίων, περιλαμβανομένων των νεκροταφείων και των παντός είδους κτημάτων των ανηκόντων εις Οθωμανικά νομικά πρόσωπα, β΄)τας απαιτήσεις των ανταλλαγέντων Μουσουλμάνων κατά παντός τρίτου, ησφαλισμένας εμπραγμάτως επί ακινήτων εν Ελλάδι, αι οποίαι κατά τας διατάξεις της Συμβάσεως «περί ανταλλαγής» και συμφώνως με την υπ’ αριθ. 94/1931 απόφασιν της Μικτής Επιτροπής Ανταλλαγής ΕλληνοΤουρκικών Πληθυσμών, περιήλθον εις το Ελληνικόν Δημόσιον, γ΄)τα Δυνάμει του από 13 Νοεμβρίου 1927 Ν. Διατάγματος «περί των εις την ανταλλάξιμον περιουσίαν ανηκόντων κτηματογράφων της καείσης ζώνης Θεσσαλονίκης, κυρωθέντος δια του Νόμου 4302, ανήκοντα εις την ανταλλάξιμον περιουσίαν κτήματα και κτηματόγραφα της πυρικαύστου ζώνης Θεσσαλονίκης, μετά των συμπαρομαρτούντων τούτοις δικαιωμάτων, δ΄)παν άλλο περιουσιακόν στοιχείον ανήκον εις την ανταλλάξιμον περιουσίαν (κινητά εγκαταλειφθέντα υπό των ανταλλαγέντων Μουσουλμάνων μετοχαί περιερχόμεναι εις το Ελληνικόν Δημόσιον δυνάμει των από 26 Αυγούστου 1933 και 12 Ιουνίου 1934 αποφάσεων των ουδετέρων Μελών της Μικτής Επιτροπής Ανταλλαγής Ελληνοτουρκικών Πληθυσμών κλπ.), ε΄)τα παραδοθέντα εις την Εθνικήν Τράπεζαν της Ελλάδας, ως διαχειρίστριαν των εξ ανταλλαγής κτημάτων και ήδη περιελθόντα εκ διαδοχής εις την Υ.Δ.Α.Μ.Κ., υπό της Επιτροπής Αποκαταστάσεως Προσφύγων ακίνητα εν γένει εις αντάλλαγμα ετέρων ισαξίων ανταλλαξίμων ακινήτων παραχωρηθέντων υπό της Εθνικής Τραπέζης εις την Ε.Α.Π. προς εγκατάστασιν εν αυτοίς προσφύγων ως και τα παραδιδόμενα τη Υ.Δ.Α.Μ.Κ. υπό της διαδόχου της Ε.Α.Π. υπηρεσίας, συμφώνως τω από 15/22 Μαΐου 1926 Ν. Διατάγματι «περί μεταβιβάσεως δικαιωμάτων κυριότητος της Ε.Α.Π. κλπ.» ως ετροποποιήθη δια του από 23/26 Ιουλίου 1926 ομοίου. Τα ακίνητα ταύτα, έστω και αν δεν ανήκουσιν εις την κατηγορίαν των ανταλλαξίμων, αρκεί μόνον να ετέλουν ταύτα νομίμως υπό την κυριότητα και κατοχήν της Ε.Α.Π., διαχειρίζεται ή Υ.Δ.Α.Μ.Κ. κατά τας διατάξεις του παρόντος. Εξαιρετικώς εις περίπτωσιν εκνικήσεως ή δικαστικής αναγνωρίσεως εμπραγμάτου τινός δικαιώματος ή υποθήκης υπέρ τρίτου επί των κτημάτων τούτων ευθύνεται το Δημόσιον εις την κατά τας κειμένας διατάξεις προβλεπομένην δια τα κτήματα ταύτα αποζημίωσιν. Τα διαχωριστικά των ανταλλαξίμων ακινήτων πρωτόκολλα μεταξύ της Ε.Α.Π. ή της διαδόχου αυτής υπηρεσίας και της Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος ως διαχειριστρίας των κτημάτων τούτων, επέχουσι θέσιν κανονικού πρωτοκόλλου παραδόσεως και παραλαβής μεταξύ των δύο τούτων οργανισμών και είναι έγκυρα και ισχυρά απέναντι παντός τρίτου. 26.Ζ.β.7-9 Διαχείριση Ανταλλάξιμων Κτημάτων Περιλαμβανόμενοι τυχόν περιορισμοί εις τα πρωτόκολλα ταύτα ως προς την διάθεσιν των κτημάτων τούτων δεν δεσμεύουσι την Υ.Δ.Α.Μ.Κ. και στ΄)τα παραδοθέντα εις την Εθνικήν Τράπεζαν της Ελλάδος, ως διαχειρίστριαν των εξ ανταλλαγής κτημάτων, δια κανονικών πρωτοκόλλων παραδόσεως και παραλαβής κτήματα έστω και αν δεν ανήκον εις ανταλλάξιμα Μουσουλμανικά φυσικά ή νομικά πρόσωπα ή βακούφια εφ’ όσον μέχρι της 29 Οκτωβρίου 1937 δεν εξεδόθη οριστική και τελεσίδικος απόφασις των Δικαστηρίων ή της Επιτροπής της παραγράφου 54Δ του Άρθρον
  4. 1.Προκειμένου περί ρυμοτομουμένων ακινήτων της ανταλλαξίμου περιουσίας προς εφαρμογήν εγκεκριμένου σχεδίου πόλεώς τινος, ενασκουμένην παρά. των οικείων Δήμων ή Κοινοτήτων ή Κτηματικών ομάδων από κοινού ή κεχωρισμένως, η αξία αυτών, κατόπιν αιτήσεως των Δήμων ή Κοινοτήτων ή Κτηματικών ομάδων, υποβαλλομένης εις την Υ.Δ.Α.Μ.Κ. εντός διμήνου προσθεσμίας από της δημοσιεύσεως του κυρωτικού της εφαρμογής του σχεδίου πόλεως Δ/τος, προσδιορίζεται υπό του Κεντρικού Συμβουλίου προτάσει της Τοπικής Επιτροπής εντός εξάμηνου προθεσμίας από της ημέρας της κατά τ’ ανωτέρω υποβολής προς την Υ.Δ.Α.Μ.Κ. των αιτήσεων των Δήμων και Κοινοτήτων ή Κτηματικών Ομάδων, αφού προηγουμένως καταγραφώσι ταύτα καθ’ όρια και έκτασιν υπό των αρμοδίων δημομηχανικών και της Τεχνικής Υπηρεσίας της Υ.Δ.Α.Μ. Κ. Όσον αφορά τα προ της 8 Φεβρουαρίου 1936 δημοσιευθέντα εκτελεστικά της εφαρμογής των εγκεκριμένων σχεδίων πόλεων Δ/τα ισχύουσιν αι υπό των μέχρι τούδε κειμένων διατάξεων χορηγηθείσαι προθεσμίαι. Το Κεντρικόν Συμβούλιον δικαιούται να χορηγή παράτασιν των προθεσμιών τούτων ως και της δια του προηγουμένου εδαφίου προβλεπομένης διμήνου τοιαύτης, δια μίαν ή πλείονας πόλεις, αιτήσει του ενδιαφερομένου Δήμου ή Κοινότητος ή Κτηματικής Ομάδος προς εφαρμογήν εγκεκριμένου ή εγκριθησομένου σχεδίου πόλεως εν όλω ή εν μέρει ή και δι’ έν μόνον ακίνητον. Το Κεντρικόν Συμβούλιον καθορίζει ως αποζημίωσιν την αγοραίαν αξίαν πάντων των ρυμοτομουμένων ανταλλαξίμων κτημάτων (οικοδομών και κτιρίων εν γένει, οικοπέδων προς ανέωξιν ή διεύρυνσιν οδών και πλατειών ή δημιουργίαν αλσών, πρασιών, κήπων κλπ. και εν γένει των προς κοινωφελείς σκοπούς αναγκαιούντων κοινοχρήστων χώρων), δια τα οποία υπόχρεοι προς αποζημίωσιν συμφώνως τω Νόμω «περί σχεδίων πόλεων και κωμών» τυγχάνουσιν οι Δήμοι ή αι Κοινότητες ή αι Κτηματικαί ομάδες, ουχί όμως και των τμημάτων ή ολοκλήρων κτημάτων, δι’ α υπόχρεοι προς αποζημίωσιν κατά τον νόμον «περί σχεδίων πόλεων κλπ.) είναι οι παρόδιοι, οπότε η αποζημίωσις καθορίζεται κατά τα εν τω νόμω «περί σχεδίων πόλεων» προβλεπόμενα. 2.Η κατά την προηγουμένην παράγραφον εκτιμητική απόφασις του Κεντρικού Συμβουλίου κοινοποιείται υπό της Υ.Δ.Α.Μ.Κ. εντός μηνός από της εκδόσεως της εις τον αρμόδιον Δήμον ή Κοινότητα ή Κτηματικήν ομάδα, των τελευταίων τούτων δικαιουμένων, εις ην περίπτωσιν δεν αποδέχονται την καθορισθείσαν εκτίμησιν, να προσφύγωσιν εις το αρμόδιον Πρωτοδικεϊον εντός μηνός από της κοινοποιήσεως αυτοίς της αποφάσεως του Κεντρικού Συμβουλίου, της προσφυγής ταύτης κοινοποιουμένης υποχρεωτικώς και ταυτοχρόνως εις το αρμόδιον Γραφείον Διαχειρίσεως ανταλλαξίμου περιουσίας μερίμνη του εκκαλούντος. Παρερχομένης απράκτου της προθεσμίας ταύτης η απόφασις του Κεντρικού Συμβουλίου καθίσταται ανέκκλητος. Η επί της κατά τ’ ανωτέρω προσφυγής απόφασις του Πρωτοδικείου είναι οριστική και ανέκκλητος. 3.Εντός τριμήνου από της κοινοποιήσεως/της ανεκκλήτου καταστάσης αποφάσεως του Κεντρικού Συμβουλίου ή της αποφάσεως του Πρωτοδικείου υποχρεούται ο Δήμος ή η Κοινότης ή η Κτηματική ομάς να προέλθη εις την υπογραφήν συμβολαιογραφικής πράξεως καθοριζούσης τον τρόπον και χρόνον αποπληρωμής του τιμήματος. Η αποπληρωμή του τιμήματος δύναται να πραγματοποιηθή: α)δια βαθμιαίας καταβολής τοις μετρητοίς ή δι’ ομολογιών Δανείων Ανταλλαξίμων της αξίας των, αναλόγως της προόδου της εφαρμογής των σχεδίων πόλεων, καταληφθησομένων ανταλλαξίμων κτημάτων και προ της καταλήψεως αυτών. Επιτρέπεται προ της καταλήψεως και καταβολής του τιμήματος ή υπό της Υ.Δ.Α.Μ.Κ. εκποίησις των τοιούτων κτημάτων εν δημοπρασία ή απ’ ευθείας προς τρίτους ή κατόχους αναγραφομένου ρητώς εν τοις οικείοις μεταβιβαστικοίς τίτλοις του όρου ότι οι αγορασταί θέλουσιν αποδεχθή εν καιρώ τα κατά τ’ ανωτέρω μεταξύ της Υ.Δ.Α.Μ.Κ. και των Δήμων ή Κοινοτήτων ή Κτηματικών ομάδων προσδιορισθέντα τιμήματα, παραιτούμενοι πάσης και της λόγω υπερόγκου βλάβης έτι εκ του λόγου τούτου αγωγής. Οι Δήμοι ή αι Κοινότητες ή αι Κτηματικαί ομάδες θέλουσι καταβάλλει εις τους αγοραστάς των κτημάτων τούτων τα καταβληθέντα παρά των αγοραστών ποσά προς την Υ.Δ.Α.Μ.Κ. έναντι του τιμήματος προς εξόφλησιν του κεφαλαίου, του μετά ταύτα εναπομένοντος υπολοίπου εκ του καθορισθέντος μετά των Δήμων ή Κοινοτήτων ή Κτηματικών ομάδων τιμήματος καταβαλλομένου υπό των Δήμων τη Υ.Δ.Α.Μ.Κ. Εάν όμως οι εν λόγω τρίτοι αγορασταί αγοράσωσι το ακίνητον εις τιμήν μεγαλυτέραν της δια του μεταξύ της Υ.Δ.Α.Μ.Κ. και Δήμων ή Κοινοτήτων ή Κτηματικών ομάδων συμβολαίου καθορισθείσης τοιαύτης, το υπό των Δήμων ή Κοινοτήτων ή Κτηματικών ομάδων καταβληθησόμενον ποσόν διανέμεται μεταξύ του αγοραστού και της Υ.Δ.Α.Μ.Κ. κατ’ αναλογίαν. Επίσης επιτρέπεται η επισκευή των τοιούτων Κτημάτων παρά της Υ.Δ.Α.Μ.Κ. κατά τους όρους του άρθρου 6 του παρόντος ή παρά των τρίτων αγοραστών, της τοιαύτης βελτιώσεως της καταστάσεώς των μη δυναμένης να αυξήση την κατά τ’ ανωτέρω ανεκκλήτως καθορισθείσαν εις βάρος των Δήμων ή Κοινοτήτων ή Κτηματικών ομάδων υποχρέωσιν καταβολής του τιμήματος και β)δια καταβολής τοις μετρητοίς ή δι’ ομολογιών Δανείων Ανταλλαξίμων, του ενός δεκάτου του τιμήματος κατά την υπογραφήν των σχετικών τίτλων, των δε μετά ταύτα εναπομενόντων εννέα δεκάτων καταβαλλομένων εντός εικοσιπενταετίας δια τοκοχρεωλυτικών δόσεων επί επιτοκίω 3% κατά την μέθοδον της συνθέτου χρεωλυσίας της πρώτης των δόσεων τούτων καταβλητέας την πρώτην μετά την χρονολογίαν υπογραφής των τίτλων τακτήν ημερομηνίαν πληρωμής δόσεως. Προς εξασφάλισιν Σελ. 277 Διαχείριση Ανταλλάξιμων Κτημάτων 26.Ζ.β.9 της υπολοίπου απαιτήσεως της ΥΔ.Α.Μ.Κ. υποχρεούνται οι Δήμοι, αι Κοινότητες ή αι Κτηματικαί ομάδες να εκχωρήσωσιν υπέρ της Υ.Δ.Α.Μ.Κ. εκ των δια την εφαρμογήν των σχεδίων πόλεων επιβληθέντων ή επιβληθησομένων εσόδων αυτών ανάλογον ποσόν, των Δημοσίων Ταμιών των ενεργούντων την είσπραξιν των εσόδων τούτων υποχρεουμένων επί τη σχετική ειδοποιήσει της Υ.Δ.Α.Μ.Κ να παρακρατήσωσιν εκ των αποδιδομένων κατά τα άνω εσόδων των Δήμων, Κοινοτήτων ή Κτηματικών ομάδων τας εκάστοτε καθισταμένας απαιτητάς τοκοχρεωλυτικάς δόσεις. Εις περίπτωσιν καθυστερήσεως δόσεώς τινος εισπράττεται εις βάρος των Δήμων ή Κοινοτήτων ή Κτηματικών ομάδων τόκος υπερημερίας κατά το άρθρον 17 του παρόντος. 4.Κατ’ εξαίρεσιν των διατάξεων των άρθρων 24 και 26 του από 17 Ιουλίου/16 Αυγούστου 1923 Ν.Δ. «περί σχεδίων πόλεων, κωμών κλπ.» οι κατά τόπους αρμόδιοι Νομομηχανικοί υποχρεούνται όπως, οσάκις κρίνεται τούτο αναγκαίον κατά τας διατάξεις του άρθρου 6 του παρόντος, προβαίνωσιν εις την ατελή έκδοσιν αδειών επισκευής ή ενισχύσεως ρυμοτομουμένων ανταλλαξίμων κτημάτων, εφ’ όσον ταύτα δεν έχουσιν εισέτι περιληφθή εις την κατά την παράγραφον 1 του παρόντος άρθρου καταγραφήν, ή ταύτης γενομένης δεν συνετελέσθησαν εντός των προθεσμιών του παρόντος άρθρου α΄ εις τούτο καθοριζόμεναι σχετικαί διατυπώσεις. Η κατά τα άνω άδεια επισκευής ή ενισχύσεως χορηγείται εντός προθεσμίας το πολύ τεσσαράκοντα πέντε ημερών από της σχετικής εγγράφου αιτήσεως του Προϊσταμένου του αρμοδίου Γραφείου Διαχειρίσεως ανταλλαξίμου περιουσίας, κοινοποιουμένης ταυτοχρόνως και εις τον οικείον Δήμον ή Κοινότητα ή Κτηματικήν ομάδα. Εάν οι νομομηχανικοί δεν χορηγήσωσι την ως άνω καθοριζομένην άδειαν εντός της ανωτέρω προθεσμίας, η Υ.Δ.Α.Μ.Κ. δικαιούται και άνευ της αδείας ταύτης να προβαίνη εις την επισκευήν ή ενίσχυσιν των ρυμοτομουμένων ακινήτων, έκτος εάν ο Δήμος ή η Κοινότης ή η Κτηματική ομάς εντός της αυτής προθεσμίας προς χορήγησιν της σχετικής αδείας (45 ημερών) ζητήσωσι την εκτίμησιν των ακινήτων τούτων κατά τας διατάξεις της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου προς εφαρμογήν του εγκεκριμένου σχεδίου πόλεως και υπό τον όρον της εντός μηνός από της εις τον Δήμον ή Κοινότητα ή Κτηματικήν ομάδα κοινοποιήσεως της οριστικής εκτιμητικής αποφάσεως υπογραφής του μεταβιβαστικού τίτλου των ακινήτων τούτων. 5.Εάν οι Δήμοι ή αι Κοινότητες ή αι Κτηματικαί ομάδες δεν εκπληρώσωσιν εμπροθέσμως οιανδήποτε εκ των υπό του παρόντος άρθρου προβλεπομένων υποχρεώσεών των, πάσα απαλλοτρίωσις αίρεται αυτοδικαίως, απαγορευομένης της καταλήψεως των ρυμοτομουμένων ακινήτων, των οποίων η διαχείρισις και εκποίησις ενεργείται παρά της Υ.Δ.Α.Μ.Κ. κατά τας διατάξεις του παρόντος. Βλ. και άρθρ. 5 Νόμ. 1042/
  5. Επισκευαί ακινήτων. Άρθρον
  6. Επισκευαί ακινήτων. 1.Επισκευαί ανταλλαξίμων ακινήτων κατ’ αρχήν δεν ενεργούνται. Σελ. 278 Εις εξαιρετικάς περιπτώσεις κρινομένας υπό του Κεντρικού Συμβουλίου, προτάσει της Τοπικής Επιτροπής, επιτρέπεται η ενέργεια επισκευών κατά τας επομένας διατάξεις. 2.Αι επισκευαί ακινήτων ενεργούνται δια δημοπρασίας διεξαγομένης ενώπιον των αρμοδίων Τοπικών Επιτροπών υφ’ ους όρους και προθεσμίας καθορίζει το άρθρον 12 του παρόντος. Και εφ’ όσον μεν ή προϋπολογιζομένη δαπάνη επισκευής δεν είναι ανωτέρα των 5.000 δραχ. τα αποτελέσματα της διεξαγομένης δημοπρασίας κατακυρούνται υπό των Τοπικών Επιτροπών, εφ’ όσον δε η προϋπολογιζομένη δαπάνη είναι ανωτέρα των 5.000 δραχμ. τα αποτελέσματα της δημοπρασίας εγκρίνονται υπό του Κεντρικού Συμβουλίου μετά πρότασιν της Τοπικής Επιτροπής. Κατ’ εξαίρεσιν των διατάξεων του προηγουμένου εδαφίου επιτρέπεται η κατόπιν προχείρου μειοδοσίας διενεργουμένης μεταξύ των επί τούτω προσκαλουμένων εργολάβων και τεχνιτών ή και άνευ τοιαύτης, ενέργεια επισκευών εις τας περιπτώσεις επειγούσης ανάγκης, μετ’ απόφασιν της αρμοδίας Τοπικής Επιτροπής, εφ’ όσον το προϋπολογιζόμενον ποσόν της δαπάνης δεν είναι ανώτερον των τριών χιλιάδων δραχμών. 3.Επισκευαί ή δαπάναι πάσης φύσεως ενεργηθείσαι ή ενεργούμεναι εις ανταλλάξιμα κτήματα, άνευ εγγράφου αδείας της τέως διαχειριστρίας Εθνικής Τραπέζης ή της Υ.Δ.Α.Μ.Κ. αυτοβούλως υπό των κατόχων των ή μισθωτών των, δεν αναγνωρίζονται, αλλά παραμένουσιν εις όφελος των κτημάτων, των ενεργησάντων ταύτας ουδεμιάς αποζημιώσεως δικαιουμένων εκ της αιτίας ταύτης. Μισθώσεις και καθορισμός αποζημιώσεως χρήσεως. Άρθρον
  7. 1.Η μίσθωσις παντός ακινήτου ενεργείται κατ’ αρχήν κατόπιν δημοπρασίας. Εξαιρετικώς επιτρέπεται η απ’ ευθείας και άνευ δημοπρασίας μίσθωσις παντός ακινήτου εις τους νομίμους αυτού κατόχους ή τους συνιδιοκτήτας. Ωσαύτως επιτρέπεται η απ’ ευθείας και άνευ δημοπρασίας και εις έτερα πρόσωπα μίσθωσις πεφυτευμένων αγροτικών κτημάτων μετά δύο αγόνους δημοπρασίας και εφ’ όσον κατά την κρίσιν της Τοπικής Επιτροπής υφίσταται κίνδυνος φθοράς ή απωλείας των ηρτημένων καρπών. Ομοίως επιτρέπεται η απ’ ευθείας και άνευ δημοπρασίας μίσθωσις παντός ακινήτου εις νομικά πρόσωπα Δημοσίου δικαίου ή Κοινωφελή Ιδρύματα και Σωματεία εν γένει εκπληρούντα κοινωφελή σκοπόν και η προσωρινή παραχώρησις της χρήσεως εις Δημοσίας Αρχάς επί αποζημιώσει υπέρ του Λογαριασμού Διαχειρίσεως της ανταλλαξίμου περιουσίας. 2.Αι μισθώσεις γίνονται μέχρις ενός έτους ή εις ειδικάς περιπτώσεις καθ’ ας η καλυτέρα εκμετάλλευσις του κτήματος υπό του μισθωτού επιβάλλει μακροχρόνιον μίσθωσιν και μέχρι τεσσάρων το πολύ ετών. Σιωπηρά παράτασις μισθώσεως δεν επιτρέπεται. Αι μέχρι ενός έτους μισθώσεις δια δημοπρασίας ως και αι μισθώσεις περί ων το δεύτερον εδάφιον της προηγουμένης παραγράφου, αποφασίζονται υπό των αρμοδίων Τοπικών Επιτροπών, πάσαι δε αι λοιπαί μισθώσεις αποφασίζονται υπό του Κεντρικού Συμβουλίου προτάσει των Τοπικών Επιτροπών. Υπό του αυτού Συμβουλίου προτάσει των Τοπικών Επιτροπών καθορίζονται και αι αποζημιώσεις χρήσεως υπό Δημοσίων Αρχών ανταλλαξίμων κτημάτων, μη απαιτουμένης εν προκειμένω γνωμοδοτήσεως της Επιτροπής στεγάσεως Δημοσίων υπηρεσιών. Η αποζημίωσις αύτη καταβάλλεται υπέρ της ανταλλαξίμου περιουσίας εις βάρος των οικείων πιστώσεων του προϋπολογισμού των εξόδων του αρμοδίου Υπουργείου, αγομένη άλλως εις χρέωσιν του υπό του εδαφ. 3 της παραγράφου 1 του άρθρου 4 του παρόντος προβλεπομένου Λογαριασμού του Δημοσίου. Προκειμένης παραχωρήσεως ανταλλαξίμων κτημάτων προς χρήσιν δημοσίας υπηρεσίας επιτρέπεται η λύσις υφισταμένης μισθώσεως ιδιωτικού οικήματος προς στέγασιν της υπηρεσίας ταύτης αζημίως δια το Δημόσιον. 26.Ζ.β.9 Διαχείριση Ανταλλάξιμων Κτημάτων Επισκευαί ανταλλαξίμων κτημάτων χρησιμοποιουμένων υπό Δημοσίων υπηρεσιών, εφ’ όσον δεν εγκριθή κατά το άρθρον 6 του παρόντος η ενέργεια αυτών εις βάρος της ανταλλαξίμου περιουσίας ενεργούνται εις βάρος των πιστώσεων του αρμοδίου Υπουργείου, τηρουμένων των επί τούτω διατυπώσεων των κειμένων διατάξεων περί στεγάσεως δημοσίων υπηρεσιών. 3.Εις βάρος παντός φυσικού ή νομικού προσώπου οπωσδήποτε χρησιμοποιούντος ή χρησιμοποιήσαντος ανταλλάξιμον ακίνητον άνευ μισθωτικής σχέσεως καθορίζεται αποζημίωσις δια την χρήσιν ή κάρπωσιν του ακινήτου. Το ποσόν της αποζημιώσεως δέον να είναι τουλάχιστον ίσον προς το προϊσχύσαν δια το ίδιον ακίνητον μίσθωμα, εάν δε δεν υπάρχει προηγουμένη μίσθωσις το ποσόν της αποζημιώσεως καθορίζεται επί τη βάσει της μισθωτικής αξίας του ακινήτου (υπό μεν της Τοπικής Επιτροπής εάν πρόκειται περί αποζημιώσεως μέχρι δραχμ. τριακοσίων μηνιαίως ή τριών χιλιάδων εξακοσίων ετησίως), υπό (δε) του Κεντρικού Συμβουλίου μετά πρότασιν της Τοπικής Επιτροπής (εάν πρόκειται περί αποζημιώσεως δραχμών 301 και άνω μηνιαίως ή τριών χιλιάδων εξακοσίων μιας και άνω ετησίως) Η αρμοδιότης της Τοπικής Επιτροπής κατηργήθη δια του άρθρ. 11 Νόμ. 930/
  8. Κατά των αποφάσεων τούτων επιτρέπεται ανακοπή ενώπιον μεν του Ειρηνοδίκου της περιφερείας του ακινήτου, εάν πρόκειται περί αποφάσεως της Τοπικής Επιτροπής, ενώπιον δε του Προέδρου Πρωτοδικών της περιφερείας του ακινήτου, εάν πρόκειται περί αποφάσεως του Κεντρικού Συμβουλίου ασκουμένη υπό του ενδιαφερομένου εντός είκοσιν ημερών από της ανακοινώσεως αυτώ της αποφάσεως καθορισμού αποζημιώσεως χρήσεως. Η ανακοίνωσις προκειμένου περί προσώπου αγνώστου διαμονής ενεργείται εις τον Δήμαρχου ή τον Πρόεδρον της Κοινότητος της τελευταίας γνωστής τη υπηρεσία κατοικίας του ενδιαφερομένου, υποχρεούμενον όπως τοιχοκολλά ταύτην επί ένα μήνα εις τα Γραφεία του Δήμου ή της Κοινότητος. Εις τας περιπτώσεις ταύτας η προς άσκησιν ανακοπής προθεσμία ορίζεται 50θήμερος από της εις τον Δήμαρχον ή τον Πρόεδρον της Κοινότητος ανακοινώσεως. Η ανωτέρω 20ήμερος προθεσμία εξηρέθη του Δικαιοστασίου δια του άρθρ. 4 παρ. 1 Νόμ. 1650/
  9. Μόνη η κατάθεσις της ανακοπής ταύτης παρά τω αρμοδίω Δικαστηρίω ουδέν έννομον αποτέλεσμα συνεπάγεται αν δεν ορισθή ταυτοχρόνως δικάσιμος ταύτης και αν δεν κοινοποιηθή ή ανακοπή προς το Δημόσιον μετά κλήσεως προς συζήτησιν. Αι ήδη κατατεθείσαι ανακοπαί θεωρούνται άνευ εννόμου αποτελέσματος, εάν εντός τριών μηνών από της ισχύος του παρόντος δεν κοινοποιηθή προς το Δημόσιον υπό των ανακοπτόντων κλήσις προς συζήτησιν αυτών. (α)Εξαιρετικώς επί των δικών τούτων το Δημόσιον εκπροσωπείται υπό του Προϊσταμένου του αρμοδίου Γραφείου Διαχειρίσεως Ανταλλαξίμου Περιουσίας προς ον κοινοποιούνται πάντα τα σχετικά δικόγραφα μη απαιτουμένης κοινοποιήσεως εις τον Υπουργόν των Οικονομικών, δυναμένου να παραστή και άνευ δικηγόρου προσωπικώς, ή και δι’ άλλου υπαλλήλου της Υπηρεσίας του, εγγράφως επ’ αυτού εκάστοτε οριζομένου, προς υποστήριξιν των απόψεων του Δημοσίου. β)Ο Πρόεδρος των Πρωτοδικών της Περιφερείας του ακινήτου κρίνων εκ των ενόντων επικυροί την απόφασιν του Κεντρικού Συμβουλίου ή περιορίζει το δια ταύτης καθορισθέν ποσόν αποζημιώσεως, μη δικαιούμενος ν’ ακυροί εξ ολοκλήρου την απόφασιν του Κεντρικού Συμβουλίου ούτε και να εξετάζη κατά την ενώπιον αυτού διαδικασίαν ζητημάτων κυριότητος νομής ή ετέρας τινός εννόμου σχέσεως. Κατά της αποφάσεως του Προέδρου Πρωτοδικών ουδέν ένδικον μέσον επιτρέπεται. Αποφάσεις Προέδρου Πρωτοδικών εκδοθείσαι ή εκδιδόμεναι καθ’ υπέρβασιν της ανωτέρω παρεχομένης αρμοδιότητος είναι αυτοδικαίως άκυροι. Τα εδάφ. 5, 6 και 7ον της παρ. 3 αντικατεστάθησαν δια των ανωτέρω περιπτώσεων α΄ και β΄ δια του άρθρ. 4 παρ. 1 Νόμ. 1650/
  10. Η μη ανακοπείσα εμπροθέσμως απόφασις της Τοπικής Επιτροπής ή του Κεντρικού Συμβουλίου ή η κυρωτική ή η τροποποιητική απόφασις του Ειρηνοδίκου ή Προέδρου, αποτελούσι τίτλον διοικητικής εκτελέσεως κατά τον νόμον «περί εισπράξεως δημοσίων εσόδων». Ανακοπή κατά της προσκλήσεως του Ταμίου προς πληρωμήν ή κατά της εκτελέσεως εν γένει συγχωρείται ένεκα μόνον των εν τω άρθρω 68 έδάφ. Α΄, του Νόμου περί εισπράξεως δημοσίων εσόδων λόγων κατά τα ειδικώτερον εν τω άρθρω τούτω οριζόμενα. Το αυτό ισχύει και εις την περίπτωσιν ασκήσεως ανακοπής κατ’ αποφάσεων καθορισμού αποζημιώσεων χρήσεως, καθ’ ην δεν εκοινοποιήθη αυτή εις το Δημόσιον μετά κλήσεως προς συζήτησιν. 4.Το τρέχον μίσθωμα προκαταβάλλεται υπό του μισθωτού και κατά τα συμφωνούμενα χρονικά διαστήματα. Κατά την υπογραφήν του μισθωτηρίου, ο μισθωτής υποχρεούται να συστήση παρακαταθήκην δια ποσόν ίσον προς το μίσθωμα ενός μηνός ή το 1/12 ετησίου μισθώματος ή και μείζον εις ειδικάς περιπτώσεις κατά την κρίσιν της Τοπικής Επιτροπής, ως εγγύησιν δια την πιστήν και πλήρη τήρησιν των όρων της μισθώσεως. Το ποσόν τούτο της εγγυήσεως συμψηφίζεται εις την τελευταίαν δόσιν του μισθώματος ή εν περιπτώσει μη τηρήσεως των όρων της μισθώσεως, εκπίπτει λόγω ποινικής ρήτρας υπέρ της ανταλλαξίμου περιουσίας. 5.Συμφωνηθέντα μισθώματα ή καθορισθείσαι αποζημιώσεις χρήσεως μέχρι της 31 Δεκεμβρίου 1935 καταβάλλονται, ανεξαρτήτως του χρόνου της λήξεώς των, εις ομολογίας των Δανείων Ανταλλαξίμων, εξαιρέσει των περιπτώσεων καθ’ ας ρητώς συνεφωνήθη ή εις μετρητά πληρωμή των. Μισθώματα στηριζόμενα επί συμβάσεων καταρτισθεισών ή καταρτιζομένων από 1 Ιανουαρίου 1936 και εφεξής καταβάλλονται τοις μετρητοίς. Ομοίως τοις μετρητοίς καταβάλλονται και τα δυνάμει οιουδήποτε τίτλου πλην συμβατικού από 1ης Ιανουαρίου 1936, και εφεξής καθοριζόμενα μισθώματα και αποζημιώσεις χρήσεως. 6.Οφειλαί εκ μισθωμάτων και αποζημιώσεων χρήσεως αναγόμεναι εις χρόνον προγενέστερον της 11 Σεπτεμβρίου 1939 δύνανται να εξοφληθώσι τμηματικώς δια δόσεων. Το ποσόν των δόσεων και το χρονικόν διάστημα εντός του οποίου δέον να γίνη η εξόφλησις ως και αι αναγκαιούσαι ασφάλειαι δια την πραγματοποίησιν της εισπράξεως ορίζονται αναλόγως της οικονομικής καταστάσεως του οφειλέτου, εάν μεν πρόκειται περί ποσού καθυστερουμένων μισθωμάτων ή αποζημιώσεων χρήσεως μέχρι 12.000 δραχμών υπό της Τοπικής Επιτροπής, εάν δε πρόκειται περί ποσού ανωτέρου των 12.000 δραχμών υπό του Κεντρικού Συμβουλίου προτάσει της Τοπικής Επιτροπής. Η σχετική περί παροχής διευκολύνσεως αίτησις του οφειλέτου δέον επί ποινή απαραδέκτου να συνοδεύηται υπό γραμματίου καταθέσεως υπέρ του λογαριασμού διαχειρίσεως ανταλλαξίμου περιουσίας ποσού δραχμών εκατόν προς αντιμετώπισιν των δαπανών αμοιβής των ανωτέρω Τοπικής Επιτροπής και Κεντρικού Συμβουλίου. 7.Επιτρέπεται προτάσει της Τοπικής Επιτροπής και εγκρίσει του Κεντρικού Συμβουλίου η άνευ προηγουμένης δημοπρασίας χορήγησις αδείας υλοτομίας εξ ανταλλαξίμων Σελ. 279 Διαχείριση Ανταλλάξιμων Κτημάτων 26.Ζ.β.9 δασών εις κατοίκους χωρίων και συνοικισμών, συμφώνως τω άρθρω 128 του δασικού Κώδικος επί καταβολή παρ’ αυτών του δια του εκάστοτε ισχύοντος πίνακος διατιμήσεως καθωρισμένου μισθώματος. Βλ. και άρθρ. 5 παρ. 2 Νόμ. 1650/
  11. Διαχείρισις και εκκαθάρισις αγροτικών κτημάτων. Άρθρον
  12. 1.Ο Νόμος 4857 εφαρμόζεται και επί των εις την διαχείρισιν της Υ.Δ.Α.Μ.Κ. τελούντων ανταλαξίμων κτημάτων, εφ’ όσον η πραγματική εγκατάστασις προσφύγων εις ταύτα υπό της Επιτροπής Αποκαταστάσεως Προσφύγων εγένετο προ της ισχύος του Νόμου τούτου, ήτοι το βραδύτερον μέχρι και της 27ης Δεκεμβρίου
  13. Εν τη εννοία των κτημάτων τούτων νοούνται ου μόνον οι καλλιεργήσιμοι αγροί, αλλά και τα αναγκαία παρακολουθήματα αυτών, ήτοι σταύλοι, αχυρώνες, αλωνότοποι, οικίαι εις ας στεγάζονται οι εγκατασταθέντες μετά της αναγκαίας περιοχής των (αυλή) οικόπεδα δι’ α εχρεώθησαν οι κληρούχοι δι’ ανέγερσιν οικιών, μαγαζεία εις α ασκούσιν επαγγέλματα σχέσιν έχοντα με την γεωργίαν π.χ. σιδηρουργεία, πεταλωτήρια, σαγματοποιεϊα κλπ., τέλος δε και μαγαζεία εις α δεν ασκείται τοιούτον επάγγελμα, κείνται όμως κάτωθι της οικίας του κληρούχου. «Εις την έννοιαν των ως άνω κτημάτων περιλαμβάνονται επίσης και τα εντός της ακτίνος του σχεδίου πόλεως και κωμών κείμενα ακίνητα οπωσδήποτε παραχωρηθέντα προς τον σκοπόν αγροτικής αποκαταστάσεως ή συμπληρώσεως αυτής. Τ’ ανταλλάξιμα όμως αγροτικά κτήματα, όσα κείνται εντός του εγκεκριμένου σχεδίου λουτροπόλεων ή πόλεων, εχουσών κατά την τελευταίαν απογραφήν άνω των δέκα πέντε χιλιάδων κατοίκων ή απέχουν έλασσον των χιλίων μέτρων από της τελευταίας οικοδομικής γραμμής των τοιούτων πόλεων, εφ’ όσον επί των κτημάτων τούτων ή υπό της Ε.Α.Π. γενομένη προσωρινή αγροτική εγκατάστασις ακτημόνων (γηγενών ή προσφύγων) δεν κατέστη οριστική μέχρι της ισχύος του παρόντος, επιτρέπεται όπως δι’ αποφάσεως των Υπουργών Οικονομικών και Γεωργίας εισαχθώσιν εις την υπηρεσίαν διαχειρίσεως Ανταλλαξίμων Μουσουλμανικών Κτημάτων, ήτις δύναται δι’ αποφάσεως του Κεντρικού Συμβουλίου εις ειδικάς περιπτώσεις καθοριζομένας δια της αποφάσεως ταύτης να εκποιή ταύτα δια δημοπρασίας ή μεταβιβάζη άνευ δημοπρασίας εις τους κατά την ισχύν του υπ’ αριθ. 2068/1939 Α.Ν. κατόχους, εφ’ όσον ούτοι τυγχάνουσι κατά τας διατάξεις του Αγροτικού Νόμου γεωργικώς αποκαταστέοι. Εν τη δευτέρα ταύτη περιπτώσει η μεταβίβασις επιτρέπεται να ενεργήται επί τη τρεχούση κατά τον χρόνον της πωλήσεως αξία των κτημάτων τούτων, μετ’ έκπτωσιν καθοριζομένην εκάστοτε υπό του Κεντρικού Συμβουλίου μη δυναμένην εν ουδεμιά περιπτώσει να υπερβή ποσοστόν 25%. Αι διατάξεις του ως άνω Α .Νόμου 2068/1939 ως και του άρθρου 8 παράγρ. 1 εδάφιον 3 του από 24/10/40 Β.Δ. «περί τροποποιήσεως κλπ.» δυνάμει των οποίων παρέχεται το δικαίωμα εις τους κατόχους των κτημάτων τούτων της απ’ ευθείας αγοράς καταργούνται από της ισχύος του παρόντος.» Το εντός «» εδάφιον αντικατεστάθη ως άνω δια του άρθρ. 1 Νόμ. 930/
  14. Σελ. 280 Πάσαι ανεξαιρέτως αι αποφάσεις των Επιτροπών Απαλλοτριώσεων αι εκδοθείσαι εις εκτέλεσιν του Νόμου 4857, έστω και αν δεν είχε γίνει πραγματική εγκατάστασις πρόσφυγος ή γηγενούς μέχρι της ενάρξεως της ισχύος αυτού, είναι κατά πάντα νόμιμοι και απρόσβλητοι ως κυρωθείσαι δια του άρθρου 209 του αγροτικού Κώδικος
  15. Το τίμημα όμως των κτημάτων εφ’ ων δεν είχε γίνει πραγματική εγκατάστασις προσφύγων μέχρι της ενάρξεως της ισχύος του Νόμου 4857 καίτοι ταύτα ήσαν εγγεγραμμένα εις τα Κτηματολόγια της Ε.Α.Π. καθορίζεται συμφώνως τη παραγράφω 3 του παρόντος άρθρου και καταβάλλεται εις την Υ.Δ.Α.Μ.Κ. κατά τας διατάξεις του παρόντος. Δια τους αποκατασταθέντας γηγενείς επί των κτημάτων του πρώτου εδαφίου της παρούσης παραγράφου, την χρέωσιν και είσπραξιν του τιμήματος και την έκδοσιν των παραχωρητηρίων θέλει ενεργήσει η Υ.Δ.Α.Μ.Κ. κατά τας σχετικάς διατάξεις του παρόντος. Αγοραπωλησίαι συναφθείσαι μετά την ισχύν του Νόμου 4857 ή εφεξής συναπτόμεναι μεταξύ Υ.Δ.Α.Μ.Κ. και τρίτων επί ανταλλαξίμων κτημάτων εμπιπτόντων εις την κατά τας διατάξεις του Ν. 4857 αναγκαστικήν απαλλοτρίωσιν έστω και εάν δεν εγένετο πραγματική εγκατάστασις πρόσφυγος μέχρι της ενάρξεως της ισχύος του Νόμου 4857, αρκεί το κτήμα να ήτο εγγεγραμμένον εις το Κτηματολόγιον της Ε.Α.Π. βεβαιουμένης της τοιαύτης εγγραφής του υπό του Υπουργείου Γεωργίας, θεωρούνται αυτοδικαίως άκυροι, της Υ.Δ.Α.Μ.Κ. υποχρεουμένης εις την επιστροφήν προς τους αγοραστάς του εισπραχθέντος τιμήματος. Το τίμημα όμως των κτημάτων, άτινα αφορώσιν αι ανωτέρω αγοραπωλησίαι καθορίζεται συμφώνως τη παρ. 3 του παρόντος άρθρου και καταβάλλεται εις την Υ.Δ.Α.Μ.Κ. υπό των εγκατασταθέντων ακτημόνων κατά τας διατάξεις του παρόντος. Δια πάντα τα κατά τον Νόμον 4857 απαλλοτριωθέντα ανταλλάξιμα κτήματα δεν κινείται υπό της Υ.Δ.Α.Μ.Κ. η ενώπιον των τακτικών Δικαστηρίων διαδικασία αποζημιώσεως. Αι ήδη εκκρεμείς δίκαι περί καθορισμού αποζημιώσεως απαλλοτριώσεως ανταλλαξίμων κτημάτων απαλλοτριωθέντων κατά τον Νόμον 4857 καταργούνται, αι δε τυχόν εκδοθείσαι τελεσίδικοι δικαστικαί αποφάσεις ουδέν έννομον αποτέλεσμα επάγονται ως προς την καθορισθείσαν αποζημίωσιν των ανταλλαξίμων κτημάτων. Δια τα περί ων η παρούσα παράγραφος κτήματα το τίμημα των οποίων δεν καθορίζεται και δεν εισπράττεται υπό της Υ.Δ.Α.Μ.Κ., ενεργείται χρέωσις του κατά το άρθρον 4 παράγρ. 1 του παρόντος λογαριασμού του Δημοσίου με το αντίστοιχον ποσόν χρεώσεως των επί των κτημάτων τούτων αποκατασταθέντων προσώπων. Εις πίστωσιν του λογαριασμού τούτου άγεται παν ποσόν καταβαλλόμενον υπό του Δημοσίου δια την πληρωμήν του τιμήματος των κτημάτων τούτων εκ πιστώσεων αναγραφομένων δια τον σκοπόν τούτον ή δια παρεμφερή σκοπόν εις τον προϋπολογισμόν των εξόδων του Υπουργείου Γεωργίας. 2.(Επιτρέπεται, όπως δι’ αποφάσεως των Υπουργών Οικονομικών και Γεωργίας, κοινοποιουμένης εις την Υ.Δ.Α.Μ.Κ. ως και εις τους τυχόν μισθωτάς τους προστατευομένους υπό του ενοικιοστασίου βοσκών, αναλαμβάνωνται από της διαχειρίσεως της Υ.Δ.Α.Μ.Κ. καλλιεργήσιμοι, βοσκήσιμοι και δασικαί εκτάσεις (δια την ανάληψιν των οποίων δασικών εκτάσεων δέον να συντρέχωσιν αι προϋποθέσεις του Δασικού Κώδικος, αι αφορώσαι την παραχώρησιν προς καλλιέργειαν δασικών εκτάσεων του Δημοσίου) ως και πεφυτευμέναι προς αποκατάστασιν και συμπλήρωσιν ανεπαρκούς κλήρου ακτημόνων καλλιεργητών και μικρών κτηνοτρόφων, γηγενών ή προσφύγων, έτι δε και ανταλλάξιμα οικόπεδα και ακατοίκητα οικήματα αγροτικών συνοικισμών προς αποκατάστασιν ακτημόνων γεωργών και κτηνοτρόφων. Εις ανάληψιν υπόκειται και το εξ αδιαιρέτου μερίδιον της Υ.Δ.Α.Μ.Κ. εφαρμοζομένων ως προς τούτο κατ’ αναλογίαν των περί διανομής διατάξεων της παρ. 7 του άρθρου 79 του Αγροτικού Κωδικός 6448.) Η ως άνω ευχέρεια αναλήψεως κτημάτων κατηργήθη δια του άρθρ. 13 παρ. 10 Ν.Δ. 2967/
  16. 26.Ζ.β.9 Διαχείριση Ανταλλάξιμων Κτημάτων Η διάθεσις των κατά τ’ ανωτέρω αναλαμβανομένων κτημάτων ενεργείται κατά τα εν τοις επομένοις οριζόμενα: α)Μετά την έκδοσιν της περί αναλήψεως αποφάσεως των Υπουργών Οικονομικών και Γεωργίας, η Επιτροπή Απαλλοτριώσεων καθορίζει τον γεωργικόν κλήρον και τους ως αποκαταστατέους κρινομένους κατά τας σχετικάς διατάξεις του Αγροτικού Νόμου. Επί τη βάσει της αποφάσεως ταύτης της Επιτροπής Απαλλοτριώσεων, ενεργείται υπό του Γεωργικού Γραφείου η προσωρινή διανομή. β)Η υπό της Υ.Δ.Α.Μ.Κ. παράδοσις των ούτως αναλαμβανομένων κτημάτων ενεργείται δια πρωτοκόλλων και μετά ταυτόχρονον πάντοτε παράδοσιν εις αυτήν υπό του Γεωργικού Γραφείου της υπό της Επιτροπής Απαλλοτριώσεων εκδοθείσης κατά τα άνω αποφάσεως και του πίνακος προσωρινής διανομής. γ)Από της υπογραφής του πρωτοκόλλου παραδόσεως του αναλαμβανομένου κτήματος διακόπτεται η διαχείρισις της Υ.Δ.Α.Μ.Κ. και λύεται αυτοδικαίως πάσα υφισταμένη μισθωτική επί του κτήματος σχέσις. Το τυχόν υφιστάμενον επί των γαιών τούτων ενοικιοστάσιον βοσκών αίρεται αυτοδικαίως μετά την λήξιν της κτηνοτροφικής περιόδου διαρκούσης της οποίας εξεδόθη η περί αναλήψεως απόφασις των Υπουργών Οικονομικών και Γεωργίας και εφ’ όσον η απόφασις αύτη εκοινοποιήθη εις τους μισθωτάς κτηνοτρόφους δύο τουλάχιστον μήνας προ της λήξεως της ανωτέρω κτηνοτροφικής περιόδου, του ενοικιοστασίου εν εναντία περιπτώσει αιρομένου από της επομένης κτηνοτροφικής περιόδου. Επίσης εάν η μισθωθείσα έκτασις είναι καλλιεργημένη, η μισθωτική σχέσις διακόπτεται, άμα τη συγκομιδή των ηρτημένων καρπών. δ)Επί τη βάσει της παραδιδομένης κατά τ’ ανωτέρω αποφάσεως της Επιτροπής Απαλλοτριώσεων και του πίνακος προσωρινής διανομής η Τοπική Επιτροπή Διαχειρίσεως Ανταλλαξίμου Περιουσίας καθορίζει εις βάρος των προσωρινώς αποκαθισταμένων το τίμημα του εις έκαστον αποκαθιστάμενον χορηγουμένου κλήρου. Ως τίμημα των κτημάτων τούτων ορίζεται η κατά το έτος 1930 αξία αυτών. Αι τιμαί εκτιμήσεως της τέως Επιτροπής Αποκαταστάσεως Προσφύγων επί κτημάτων του αυτού είδους και της αυτής περίπου αποδοτικότητος ομόρων ή γειτονικών προσφυγικών κλήρων λαμβάνονται ως βάσις καθορισμού του τιμήματος τούτου, εκτός εάν η Τοπική Επιτροπή ήθελεν αποφανθή, ότι, η βάσει ταύτης εκτίμησις δεν θα ήτο δικαία, οπότε η εκτίμησις γίνεται βάσει των τιμών του έτους
  17. Το κατά τ’ ανωτέρω καθοριζόμενον τίμημα επαυξανόμενον δια των τόκων αυτού προς τρία τοις εκατόν (3%) ως οριστικού, μισθώματος αναδρομικώς από της κατοχής υπό του αποκαθισταμένου του παραχωρουμένου κτήματος, εις περίπτωσιν δε προγενεστέρας κατοχής άλλου ανταλλαξίμου αγροτικού κτήματος από της κατοχής τούτου και δι’ έκτασιν ουχί ανωτέραν του παραχωρηθέντος κλήρου, μέχρι της ημερομηνίας εκδόσεως της κατά τ’ ανωτέρω αποφάσεως της Τοπικής Επιτροπής, άγεται εις χρέωσιν των αποκαθισταμένων και καταβάλλεται τοκοχρεωλυτικώς επί επιτοκίω 3% υπό των οικείων κληρούχων εις την Υ.Δ.Α.Μ.Κ. τοις μετρητοίς ή δι’ ομολογιών Δανείων Ανταλλαξίμων εντός εικοσιπενταετίας κατά τας διατάξεις του παρόντος. Εκ των τυχόν καθορισθέντων μισθωμάτων ή αποζημιώσεων χρήσεως των κτημάτων τούτων εις βάρος των αποκαθισταμένων όσα εκ τούτων εισεπράχθησαν μέχρι της κατά τ’ ανωτέρω εκδόσεως της αποφάσεως της Τοπικής Επιτροπής συμψηφίζονται εις το εκ της παραχωρήσεως του κλήρου δημιουργούμενον χρέος, των εις μετρητά καταβληθέντων ποσών τρεπομένων δια τον συμψηφισμόν και μόνον εις ομολογίας δανείων ανταλλαξίμων επί τη εξευρισκομένη κατά την ημέραν του καθορισμού του τιμήματος τιμή αυτών κατά τας διατάξεις του Αν. Νόμου 608/1937, τα τυχόν όπως εισπραχθέντα επί πλέον του συνολικού τούτου χρέους μισθώματα δεν επιστρέφονται. Εις το ανώτερο τίμημα κεφαλοποιούνται και τα τυχόν οφειλόμενα ή καθοριζόμενα μισθώματα ή αποζημιώσεις δια την χρήσιν άλλων ανταλλαξίμων κτημάτων ή εκτάσεων πέραν των παραχωρηθεισών δια των πινάκων προσωρινής διανομής και δια την μέχρι της ημέρας του καθορισμού του τιμήματος χρονικήν περίοδον, των εις μετρητά οφειλομένων τρεπομένων δια την κεφαλοποίησιν και μόνον εις ομολογίας κατά τ’ ανωτέρω. Κατά το άρθρ. 13 παρ. 6 Ν.Δ. 2967/1954, η προσαύξησις 3% ετησίως λόγω οριστικού μισθώματος υπολογίζεται από 1 Ιαν. 1945 και εφεξής. Αι κατά τ’ ανωτέρω αποφάσεις της Τοπικής Επιτροπής είναι οριστικαί και ανέκκλητοι, ανακοινούνται δε υπό της Υ.Δ.Α.Μ.Κ. εις τον ενδιαφερόμενον, όστις τεκμαίρεται αμαχήτως αποδεχθείς το καθορισθέν τίμημα εάν εντός μηνός από της κοινοποιήσεως της αποφάσεως δεν υποβάλη αντίθετον δήλωσιν, οπότε και θεωρείται αποποιούμενος τον κλήρον. Εάν κατά την οριστικήν διανομήν των κλήρων επενεχθώσι μεταβολαί επί πλέον ή επί έλαττον εις τας εκτάσεις δι’ ας εχρεώθη επί τη βάσει της αποφάσεως της προσωρινής διανομής έκαστος κληρούχος, η χρέωσις αυτού προσαρμόζεται υπό της Υ.Δ.Α.Μ.Κ. εις την οριστικώς παραχωρουμένην αυτώ έκτασιν άνευ παρατάσεως του αρχικώς καθωρισμένου χρόνου αποπληρωμής, αυξανομένου ή μειουμένου του ποσού εκάστης των μη ληξασών εισέτι τοκοχρεολυτικών δόσεων. Εάν πρόσωπα περιλαμβανόμενα εις την απόφασιν προσωρινής διανομής δεν δικαιωθώσιν κλήρου κατά την οριστικήν διανομήν ή δεν αποδεχθώσι το καθορισθέν υπό της Τοπικής Επιτροπής τίμημα, ή δι’ οιονδήποτε λόγον παύσωσι κατέχοντες τον κλήρον, καθορίζεται εις βάρος τούτων και δια το διάστημα της κατοχής του κτήματος αποζημίωσις χρήσεως προς ην συμψηφίζεται παν εν τω μεταξύ καταβληθέν ποσόν εκ τιμήματος ή μισθωμάτων, των εις ομολογίας δανείων ανταλλαξίμων καταβληθέντων ποσών τρεπομένων εις μετρητά επί τη εξευρισκομένη κατά τ’ ανωτέρω τιμή των ομολογιών, το τυχόν όμως επί πλέον καταβληθέν δεν επιστρέφεται. Το αυτό ισχύει και δια τα πρόσωπα τα αποκατασταθέντα επί κτημάτων, τα οποία επανέρχονται εις την ελευθέραν διαχείρισιν της Υ.Δ.Α.Μ.Κ. κατά τας διατάξεις του επομένου εδαφίου ε΄. Εις περίπτωσιν αποβολής του κληρούχου ή εγκαταταλείψεως του κλήρου δι’ οιονδήποτε λόγον και μέχρι της εγκαταστάσεως εις το κτήμα νέου κληρούχου η Υ.Δ.Α.Μ.Κ. δικαιούται να εκμισθώνη τούτο ή να καθορίζη αποζημίωσιν χρήσεως εις βάρος των πράγματι νεμομένων τούτο. ε)Εντός προθεσμίας πέντε ετών από της αναλήψεως, ης επιτρέπεται η παράτασις δια κοινής αποφάσεως των Υπουργών Οικονομικών και Γεωργίας επί μίαν εισέτι πενταετίαν, αι κατά. τόπους Εποικιστικαί Υπηρεσίαι του Υπουργείου Γεωργίας υποχρεούνται να διανείμωσιν οριστικώς εις τους ακτήμονας τα αναλαμβανόμενα κτήματα. Εντός της αυτής προθεσμίας αι εν λόγω υπηρεσίαι υποχρεούνται να συντάξωσιν και διαβιβάσωσιν εις την Υ.Δ.Α.Μ.Κ. τους αρμοδίως κυρωθέντας πίνακας οριστικών διανομών μετά των σχετικών διαγραμμάτων της οριστικής διανομής. Επί τη βάσει των πινάκων οριστικής διανομής η Υ.Δ.Α.Μ.Κ εκδίδει υπέρ των αποκατασταθέντων τους οριστικούς τίτλους κυριότητος (παραχωρητήρια) οίτινες μεταγράφονται επιμελεία της Υ.Δ.Α.Μ.Κ. ή του κληρούχου. Σελ. 281 Διαχείριση Ανταλλάξιμων Κτημάτων 26.Ζ.β.9 Δια το υπόλοιπον της υφισταμένης κατά τον χρόνον της εκδόσεως του οριστικού τίτλου (παραχωρητηρίου) οφειλής του κληρούχου προς την Υ.Δ.Α.Μ.Κ. εγγράφεται αιτήσει ταύτης υποθήκη εφ’ εκάστου κλήρου, εξαλειφομένη μετά την αποπληρωμήν του τιμήματος επί τη βάσει περί τούτου βεβαιώσεως της Υ.Δ.Α.Μ.Κ. Η μεταγραφή των οριστικών τίτλων ως και η εγγραφή και η εξάλειψις της υποθήκης ενεργούνται ατελώς. στ)Δια την αμοιβήν του Προέδρου, των μελών και του Γραμματέως της Επιτροπής Απαλλοτριώσεων, λόγω εκδικάσεως κτημάτων ανταλλαξίμων διατιθεμένων βάσει της παρούσης παραγράφου και δια την υπό των αιτουμένων την αποκατάστασιν καταβολήν παραβόλου, εφαρμόζονται άπασαι αι διατάξεις του άρθρου 111 του υπ’ αριθ. 1722/1939 Αν. Νόμου. Πάσαι αι δαπάναι δι’ αυτοψίαν, πραγματογνωμοσύνην κ.λ.π. των διατιθεμένων δυνάμει της παρούσης παραγράφου κτημάτων προκαταβάλλονται υπό του Ειδικού Ταμείου Εποικισμού εις αντίκρυσμα δε καταβάλλεται τοις μετρητοίς εις το Ταμείον τούτο υπό των κληρούχων μετά την κύρωσιν της οριστικής διανομής το υπό του εδαφίου 2 του άρθρου 5 του Νόμου 3565 ως ετροποποιήθη δια του άρθρου 11 του Α. Νόμου 1321/1938 προβλεπόμενον ποσοστόν λογιζόμενον επί του καθορισθέντος τιμήματος. Το ποσόν τούτο εισπράττεται υπό του Ταμείου Εποικισμού εις τρεις ίσας ετησίας δόσεις επί τη βάσει των υπό της Υ.Δ.Α.Μ.Κ. καταρτιζομένων πινάκων οφειλής των προσωρινώς αποκατασταθέντων. 3.Πάσαι αι μέχρι της 29 Οκτωβρίου 1937 γενόμεναι υπό της Γενικής Διευθύνσεως Εποικισμού ΜακεδονίαςΘράκης βάσει των διατάξεων της από 30 Ιουλίου 1932 συμβάσεως μετά της Ε.Τ.Ε. «περί διαχειρίσεως κλπ», διαθέσεως παραληφθεισών υπ’ αυτής ανταλλαξίμων εκτάσεων ως και αι βάσει του άρθρου. 11 του από 15 Ιουλίου 1933 Ν. Διατάγματος του κυρωθέντος δια του Νόμου 5875 γενόμεναι αναλήψεις ανταλλαξίμων κτημάτων είναι κατά πάντα έγκυροι και νόμιμοι. Αι κατά τόπους Εποικιστικαί υπηρεσίαι υποχρεούνται, όπως εντός δύο ετών από της ισχύος του παρόντος αποστείλωσιν εις την Υ.Δ.Α.Μ.Κ. πίνακας προσωρινών διανομών κατά κτήμα συμφώνως τω εδαφ. β΄ της προηγουμένης παραγράφου. Παρερχομένης απράκτου της προθεσμίας ταύτης η γενομένη ανάληψις των κτημάτων ως και η επακολουθήσασα ταύτην διαδικασία είναι άκυρος, της διαθέσεως των κτημάτων τούτων προς αγροτικήν εγκατάστασιν μη επιτρεπομένης ή μη τηρούμενης εξ υπαρχής της διαδικασίας της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου. Δια το από της αναλήψεως μέχρι της επαναφοράς εις την διαχείρισιν της Υ.Δ.Α.Μ.Κ. των τοιούτων κτημάτων χρονικόν διάστημα καθορίζεται εις βάρος των κατόχων τούτων αποζημίωσις χρήσεως κατά τας διατάξεις του παρόντος. Δια τα κτήματα περί ων το πρώτον εδάφιον της παρούσης παραγράφου και όσον αφορά την διαχείρισιν, τον τρόπον διενεργείας της προσωρινής διανομής, τον καθορισμόν του τμήματος, την αμοιβήν των Επιτροπών Απαλλοτριώσεων κλπ. εφαρμόζονται αι αντίστοιχοι διατάξεις των εδαφ. α, γ, δ, ε και στ της προηγουμένης παραγρ.
  18. Εξαιρετικώς η προθεσμία προς αποστολήν εις την Υ.Δ.Α.Μ.Κ. των αρμοδίως κυρωθέντων πινάκων οριστικής διανομής ορίζεται τριετής από της ισχύος του παρόντος επιτρεπομένης της επί μίαν τριετίαν παρατάσεως ταύτης δια κοινής αποφάσεως των Υπουργείων Οικονομικών και Γεωργίας. Σελ. 282 Δια τας μέχρι της 29 Οκτωβρίου 1937 αναληφθείσας υπό του Υπουργείου της Γεωργίας και υπό των Επιτροπών Απαλλοτριώσεων εκτιμηθείσας και εκδικασθείσας, έστω και άνευ αιτήσεως της Εθνικής Τραπέζης, οιασδήποτε κατηγορίας ανταλλαξίμους εκτάσεις, οφείλεται υπό των αποκατασταθέντων φυσικών ή Νομικών Προσώπων το δια των αποφάσεων των Επιτροπών απαλλοτριώσεων των εκδοθεισών μέχρι της ανωτέρω ημερομηνίας καθορισθέν τίμημα καταβάλλεται δε τη Υ.Δ.Α.Μ.Κ. κατά τας διατάξεις του παρόντος. Δια τας τυχόν όμως εκδικασθείσας αλλά μη εκτιμηθείσας μέχρι της ανωτέρω ημερομηνίας (29 Οκτωβρίου 1937) εκτάσεις θέλει καθορισθή το υπό της προηγουμένης παραγράφου 2 οριζόμενον τίμημα. Εξαιρετικώς προκειμένου περί βοσκών αναληφθεισών μέχρι της 29 Οκτωβρίου 1937 υπέρ Συνοικισμών, Κοινοτήτων και Συνεταιρισμών Αποκαταστάσεως ακτημόνων καλλιεργητών και κτηνοτρόφων, αίτινες αναλήψεις είναι κατά πάντα έγκυροι και νόμιμοι, το τίμημα μετά του οριστικού μισθώματος μειωμένον κατά 27% εφ’ όσον δεν καθωρίσθη υπό των Επιτροπών απαλλοτριώσεων κατά τ’ ανωτέρω οπότε ισχύει το υπό τούτων καθορισθέν, καθορίζεται κατά τας διατάξεις της προηγουμένης παραγράφου, βαρύνουν το υπέρ ου η ανάληψις νομικόν πρόσωπον του Συνεταιρισμού ή της οικείας Κοινότητος υπέρ ης η ανάληψις, ή της οικείας Κοινότητος εις ην υπάγεται ο υπέρ ου η ανάληψις Συνοικισμός και εισπράττεται κατά τας διατάξεις της προηγουμένης παραγράφου
  19. Εις ας περιπτώσεις δεν καταστή δυνατή η είσπραξις του τιμήματος παρά του υποχρέου κατά τ’ ανωτέρω νομικού προσώπου τούτο βαρύνει τους αποκατασταθέντας, ευθυνομένους αλληλεγγύως δι’ ολόκληρον το καθυστερούμενον ποσόν του τιμήματος. Η υπό της Υ.Δ.Α.Μ.Κ. διαχείρισις των βοσκών τούτων θεωρείται διακοπείσα από της υπό των γεωργικών υπηρεσιών παραδόσεως τούτων εις τα υπέρ ων η ανάληψις νομικά πρόσωπα. Τα υπό της Ε.Τ.Ε., ως διαχειριστρίας των ανταλλαξίμων κτημάτων εισπραχθέντα ενοίκια εκ των μέχρι της 29 Οκτωβρίου 1937 αναληφθεισών βοσκών και λοιπών εκτάσεων θεωρούνται ως καλώς εισπραχθέντα παρ’ αυτής και δεν αποδίδονται εις τα υπέρ ων η ανάληψις φυσικά ή νομικά πρόσωπα, μη καθοριζομένων εν πάση περιπτώσει δια το αυτό χρονικόν διάστημα και εις βάρος των αυτών προσώπων ετέρων μισθωμάτων ή αποζημιώσεων χρήσεως. 4.Δι’ αποφάσεως των Υπουργών Οικονομικών και Γεωργίας κοινοποιουμένης εις την Υ.Δ.Α.Μ.Κ., ως και εις τους τυχόν μισθωτάς τους προστατευομένους υπό του ενοικιοστασίου βοσκών δύο μήνας προ της λήψεως της κτηνοτροφικής περιόδου, αναλαμβάνονται ανταλλάξιμοι βοσκαί διαχειριζόμεναι υπό της Υ.Δ.Α.Μ.Κ. και διατίθενται υπέρ Κοινοτήτων ή Κτηνοτροφικών Συνεταιρισμών ή Συνεταιρισμών αποκαταστάσεως ακτημόνων καλλιεργητών, υφισταμένων ή επί τούτω συγκροτουμένων. Η υπό της Υ.Δ.Α.Μ.Κ. παράδοσις των ούτως αναλαμβανομένων βοσκών ενεργείται δια πρωτοκόλλων και μετά ταυτόχρονον παράδοσιν εις αυτήν υπό της αρμοδίας Εποικιστικής Αρχής σχετικής αποφάσεως της Επιτροπής απαλλοτριώσεων και πίνακος προσωρινής διανομής. Άμα τη υπογραφή του ανωτέρω πρωτοκόλλου διακόπτεται η διαχείρισις της Υ.Δ.Α.Μ.Κ. και αίρεται αυτοδικαίως πάσα μισθωτική σχέσις επί του κτήματος κατά τα εν τω εδαφίω γ΄ της παραγράφου 4 του παρόντος άρθρου οριζόμενα. Και δια τας βοσκάς ταύτας όσον αφορά τον καθορισμόν και την καταβολήν του τιμήματος μειωμένου κατά 27% και των τόκων αυτού, την αμοιβήν των Επιτροπών απαλλοτριώσεων και λοιπάς δαπάνας κλπ. εφαρμόζονται αι αντίστοιχοι διατάξεις της προηγουμένης παραγράφου
  20. 26.Ζ.β.9 Διαχείριση Ανταλλάξιμων Κτημάτων 5.Δι’ αποφάσεως του Υπουργού της Γεωργίας εκδιδομένης κατά την διαδικασίαν και υπό τας προϋποθέσεις της παραγράφου 3 του άρθρου 2 του Αν. Νόμου 1223/1938, και κοινοποιουμένης εις την Υ.Δ.Α.Μ.Κ. δύνανται ν’ αφαιρεθώσιν από τας Κοινότητας ή Συνεταιρισμούς βοσκαί παραχωρηθείσαι εις αυτάς εκ της ανταλλαξίμου περιουσίας αναληφθείσαι κατά τας διατάξεις του άρθρου 11 του δια του Νόμου 5875 κυρωθέντος Ν. Διατάγματος και των από 30 Ιουλίου 1932, 6 Ιουλίου 1935 και 4 Οκτωβρίου 1937, συμβάσεων μετά της Ε.Τ.Ε. «περί διαχειρίσεως κλπ» ή αναληφθησόμεναι εφεξής κατά τας διατάξεις του παρόντος. Αι ούτως αφαιρούμεναι βοσκαί διατίθενται δι’ αποφάσεως του Υπουργού της Γεωργίας, κοινοποιουμένης και εις την Υ.Δ.Α.Μ.Κ., προς ετέρας Κοινότητας ή έτερα νομικά πρόσωπα ή προς αποκατάστασιν μικρών κτηνοτρόφων. Το τίμημα καθορίζεται κατά τα εν τη προηγουμένη παραγράφω οριζόμενα και εισπράττεται υπό της Υ.Δ.Α.Μ.Κ. κατά τας διατάξεις του παρόντος. Εν τη περιπτώσει ταύτη εκ του τυχόν καθορισθέντος τιμήματος εις βάρος των Κοινοτήτων ή νομικών προσώπων υπέρ ων εγένετο η αρχική ανάληψις, θέλει εκπεσθή το αναλογούν εις την αφαιρουμένην έκτασιν τοιούτον. Δια το χρονικόν διάστημα από της αρχικής αναλήψεως μέχρι της νέας διαθέσεως των ούτως αφαιρουμένων κτημάτων καταλογίζεται εις βάρος της εκπτώτου Κοινότητος ή ετέρου Νομικού προσώπου αποζημίωσις χρήσεως κατά τας διατάξεις του παρόντος, εις ην συμψηφίζονται αι τυχόν καταβληθείσαι δόσεις ή μισθώματα, μη αποδιδομένου του τυχόν επί πλέον του οφειλομένου καταβληθέντος ποσού. Πάντα τα έσοδα τα προερχόμενα εκ μισθωμάτων βοσκών κατά το άρθρον 2 παράγρ. ε΄ της από 4 Οκτωβρίου 1937 συμβάσεως μεταξύ Ελληνικού Δημοσίου και Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος είτε ταύτα εισεπράχθησαν παρά της Εθνικής Τραπέζης είτε υπό της διαδόχου αυτής υπηρεσίας αποδίδονται εις το Ειδικόν Ταμείον Εποικισμού, μη αγόμενα εις πίστωσιν των κοινοτήτων έναντι του κατά τ’ ανωτέρω καθοριζομένου τιμήματος. Επίσης εις το αυτό Ειδικόν Ταμείον Εποικισμού αποδίδονται τα μέχρι σήμερον τυχόν δια λογαριασμόν του Κεντρικού Ταμείου Γεωργίας, Κτηνοτροφίας και Δασών κατατεθέντα υπό της Ε.Τ.Ε. ή της διαδόχου αυτής Υπηρεσίας τοιαύτα έσοδα. Εφεξής εις το Ταμείον Εποικισμού αποδίδεται υπό των Κοινοτήτων το πέραν της προς την Υ.Δ.Α.Μ.Κ. οφειλομένης τοκοχρεωλυτικής δόσεως ποσόν των εσόδων των εκ της μισθώσεως των βοσκών τούτων. 6.Ανταλλάξιμα κτήματα εφ’ ων μέχρι της 27 Δεκεμβρίου 1930 ουδέποτε εγκαταστάθησαν υπό της Επιτροπής Αποκαταστάσεως Προσφύγων πρόσφυγες, έστω και αν παρεδόθησαν ταύτα εις την Εθνικήν Τράπεζαν της Ελλάδος, θεωρούνται ανειλημμένα κατά τας διατάξεις της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου, εφ’ όσον επί των κτημάτων τούτων αποκατεστάθησαν υπό της διαδόχου της Επιτροπής Αποκαταστάσεως Προσφύγων Γεωργικής ή Εποικιστικής Υπηρεσίας πρόσφυγες ή γηγενείς, εκδιδομένης προς τούτο υπό του Υπουργού της Γεωργίας αποφάσεως περί αναλήψεως ανατρεχούσης εις τον χρόνον της εγκαταστάσεως αυτών. Επί των κτημάτων τούτων εφαρμόζονται αι διατάξεις της παραγράφου 3 του παρόντος άρθρου. Κατ’ εξαίρεσιν εις όσας περιπτώσεις εγένετο μέχρι της 29 Οκτωβρίου 1937 βεβαιώσεις και εισπράξεις εκ μέρους της Αγροτικής Τραπέζης της Ελλάδος, ενεργείται έκπτωσις ίσου πόσου εκ της δημιουργουμένης ως άνω υπέρ της Υ.Δ.Α.Μ.Κ. απαιτήσεως, της Αγροτικής Τραπέζης μη υποχρεουμένης εις την καταβολήν των ποσών τούτων εις την Υ.Δ.Α.Μ.Κ. του δ’ εις ον η παραχώρησις υποχρεουμένου να καταβάλη το απομένον υπόλοιπον τοις μετρητοίς ή δι’ ομολογιών Δανείων Ανταλλαξίμων εις την Υ.Δ.Α.Μ.Κ. κατά τας διατάξεις του παρόντος. 7.Τα περί ων το άρθρον 125 του Α.Ν. 1722/1939 αγροτικά ανταλλάξιμα κτήματα παραδίδονται εις τας αρμοδίας Γεωργικάς Υπηρεσίας επί τη ταυτοχρόνω παραδόσει παρ’ αυτών, της αποφάσεως της οικείας Επιτροπής Απαλλοτριώσεων και πίνακας προσωρινής διανομής των εν λόγω κτημάτων. Δια τα ήδη παραδοθέντα κτήματα αι κατά τόπους Εποικιστικαί Υπηρεσίαι υποχρεούνται όπως εντός δύο ετών από της ισχύος του παρόντος αποστείλωσιν εις την Υ.Δ.Α.Μ.Κ. πίνακας προσωρινών διανομών κατά κτήμα. Η αρμοδία Τοπική Επιτροπή καθορίζει εις βάρος των εις τον πίνακα της προσωρινής διανομής αναγραφομένων προσώπων το τίμημα του εις έκαστον περιερχομένου κτήματος συμφώνως τη παραγράφω 2 του παρόντος άρθρου, εφαρμοζομένων κατά τα λοιπά των διατάξεων της παραγράφου 3 του παρόντος άρθρου. Τυχόν μη αναγκαιούντα δι’ εποικιστικάς ανάγκας ανταλλάξιμα κτήματα παραδιδόμενα εις τας Γεωργικάς ή Εποικιστικάς Υπηρεσίας κατά τας προηγουμένας παραγράφους, επαναπαραδίδονται τη Υ.Δ.Α.Μ.Κ. παρ’ ης διατίθενται ελευθέρως κατά τας διατάξεις του παρόντος. 8.Ανταλλάξιμοι βοσκήσιμοι εκτάσεις αφεθείσαι ή αφιέμεναι προς κοινήν χρήσιν αποκαθισταμένων κατά τας διατάξεις του παρόντος γηγενών ακτημόνων καλλιεργητών παραχωρούνται κατά κυριότητα εις το Νομικόν Πρόσωπον της Κοινότητος εν τη περιφερεία της οποίας κείνται, της αξίας των βοσκών τούτων βαρυνούσης κατ’ αναλογίαν την αξίαν του παραχωρουμένου εις τους αποκαθισταμένους εν τη περιφερεία της προς ην η παραχώρησις Κοινότητος κλήρου και καθοριζομένης μετά του τιμήματος του κλήρου υπό της Τοπικής Επιτροπής κατά τα εν τη παραγράφω 2 του παρόντος άρθρου οριζόμενα. Εν η περιπτώσει η χρήσις της βοσκής αφίεται εις αποκατασταθέντας υπό της Ε.Α.Π. ή υπό της διαδόχου αυτής Εποικιστικής Υπηρεσίας πρόσφυγας από κοινού μετά αποκαθισταμένων κατά τας διατάξεις του παρόντος γηγενών ή προσφύγων, οι τελευταίοι ούτοι χρεούνται με την αναλογούσαν εις αυτούς αξίαν της βοσκής. 9.Οι όροι και οι περιορισμοί του άρθρου 5 του Α. Νόμου 1722/39 ισχύουσι και δια την κατά τας προηγουμένας παραγράφους μεταβιβαζομένην κυριότητα αγροτικών κλήρων. Αι αποφάσεις του Υπουργού της Γεωργίας, δι’ ων ανακαλείται η μεταβίβασις της κυριότητος γεωργικών κλήρων, κοινοποιείται άμα ως καταστή οριστική εις την Υ.Δ.Α.Μ.Κ. εις ην συγχρόνως ανακοινούται εάν ο αφαιρεθείς κλήρος θα διατεθή υπέρ άλλου κληρούχου ή θα παραμείνη εις την διαχείρισιν αυτής προς ελευθέραν διάθεσιν κατά τας διατάξεις. του παρόντος. Μέχρι της εγκαταστάσεως άλλου κληρούχου η μίσθωσις των αφαιρουμένων κλήρων ενεργείται υπό της Υ.Δ.Α.Μ.Κ. κατά τας διατάξεις του παρόντος. 10.Επί των κατά προηγουμένας παραγράφους ως και κατά την παράγραφον 12 του παρόντος άρθρου αποκαθισταμένων και επί των κλήρων αυτών ισχύουσι κατ’ αναλογίαν αι περί κυριότητος, διαγραφής, κληρονομίας κλπ. διατάξεις του Αγροτικού Νόμου, εξαιρέσει των θεμάτων των ειδικώς ρυθμιζομένων δια του παρόντος. 11.Διεκδικούμενα παρά τρίτων ή βεβαρυμένα δι’ εμπραγμάτων βαρών ανταλλάξιμα αγροτικά κτήματα και μετά την εξάλειψιν των βαρών τούτων δυνάμει της παραγράφου 10 του άρθρου 3 του παρόντος, δεν διατίθενται προς αποκατάστασιν ακτημόνων κατά το παρόν, εις οιονδήποτε δε στάδιον και αν ευρίσκεται τυχόν αρξαμένη διαδικασία αποκαταστάσεως ακτημόνων επί τοιούτων κτημάτων αύτη, άμα τη αναγγελία της διεκδικήσεως ή του εμπραγμάτου βάρους, αναστέλλεται, του κτήματος δυναμένου να διατεθή υπό της Υ.Δ.Α.Μ.Κ. κατά τας διατάξεις του παρόντος, μόνον αντί της τρεχούσης αξίας αυτού. Σελ. 283 Διαχείριση Ανταλλάξιμων Κτημάτων 26.Ζ.β.9 Κτήματα παραδοθέντα προ της ισχύος του παρόντος εις τας Γεωργικάς ή Εποικιστικάς Υπηρεσίας, αι επί των οποίων διεκδικήσεις ή βάρη έχουσιν ήδη αναγγελθή, επαναπαραδίδονται άμα τη δημοσιεύσει του παρόντος εις την Υ.Δ.Α.Μ.Κ. παρ’ ης διατίθενται κατά το προηγούμενον εδάφιον. Κατ’ εξαίρεσιν επιτρέπεται μετά έγκρισιν του Κ.Σ. η διάθεσις κτημάτων βεβαρημένων δι’ υποθήκης προς αποκατάστασιν ακτημόνων, εφ’ όσον ήθελον οι οικείοι κληρούχοι καταβάλει εφ’ άπαξ ανάλογον ποσόν εκ του καθορισθησομένου τιμήματος προς εξόφλησιν της βαρυνούσης το ακίνητον υποθήκης. Το εντός «» εδάφιον προσετέθη δια του άρθρ. 9 Νόμ. 930/
  21. Η κατά το άρθρον 57 του Αγροτικού Κωδικός 6448 ως ετροποποιήθη μεταγενεστέρως διαδικασία αναγνωρίσεως δικαιώματος κυριότητος μικροϊδιοκτησιών δεν εφαρμόζεται επί των οπωσδήποτε περιελθόντων ή εφεξής περιελευσομένων εις την διαχείρισιν της Υ.Δ.Α.Μ.Κ. ως ανταλλαξίμων αγροτικών κτημάτων και αν ταύτα παρεδόθησαν εις τας Γεωργικάς Υπηρεσίας προς αποκατάστασιν ακτημόνων, εφαρμοζομένων ως προς την διεκδίκησιν τοιούτου δικαιώματος των διατάξεων του άρθρου 3 του παρόντος. Εκκρεμείς δίκαι εγερθείσαι κατά την ως άνω διάταξιν του Αγροτικού Κωδικός 6448 καταργούνται, αι δε τυχόν εκδοθείσαι κατά την αυτήν διάταξιν αποφάσεις ουδέν έννομον αποτέλεσμα επάγονται κατά της Υ.Δ.Α.Μ.Κ. των σχετικών διεκδικήσεων διεπομένων από της ισχύος του παρόντος υπό των διατάξεων της παραγράφου 2 του άρθρου 3 του παρόντος. Δια την εκτέλεσιν υπό του Υπουργείου Γεωργίας αποφάσεων εκδοθεισών κατά το άρθρον 57 του Αγροτικού Κωδικός 6448 ως ετροποποιήθη μεταγενεστέρως, δέον επί ποινή απαραδέκτου να προσάγηται υπό του ενδιαφερομένου βεβαίωσις της Υ.Δ.Α.Μ.Κ. ότι η απόφασις, ης ζητείται η εκτέλεσις, δεν αφορά εις ανταλλάξιμον κτήμα. 12.Κτήματα εφ’ ων έχει αναγνωρισθή δικαίωμα κυριότητος επί καταβολή τιμήματος κατά το άρθρον 5 του νόμου 4399 ως ετροποποιήθη, παραχωρούνται οριστικώς απ’ ευθείας υπό της Υ.Δ.Α.Μ.Κ. εις τα δικαιούχα πρόσωπα κατά την επομένην διαδικασίαν. Η αρμοδία Τοπική Επιτροπή καθορίζει, τη αιτήσει του ενδιαφερομένου, υποβαλλομένη εντός τριμήνου προθεσμίας από της προσκλήσεως υπό του αρμοδίου Γραφείου Διαχειρίσεως ανταλλαξίμου περιουσίας, το τίμημα της εκτάσεως εφ’ ης ανεγνωρίσθη κυριότης κατά το εδάφιον δ΄ της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου, καταβλητέον κατά τας διατάξεις της αυτής παραγράφου. Η καθορίζουσα το τίμημα απόφασις ανακοινούται εις τον ενδιαφερόμενον όστις τεκμαίρεται αμαχήτως αποδεχθείς τούτο εάν εντός μηνός από της κοινοποιήσεως της αποφάσεως δεν υποβάλη αντίθετον δήλωσιν, οπότε ως και εις την περίπτωσιν μη εμπροθέσμου υποβολής της κατά τα ανωτέρω αιτήσεως, εκπίπτει πάντων των εκ της υπέρ αυτού εκδεδομένης αποφάσεως κατά τον νόμον 4399 απορρεόντων δικαιωμάτων. Εν περιπτώσει εκπτώσεως δια το διάστημα της κατοχής καθορίζεται εις βάρος των εκπτώτων αποζημίωσις χρήσεως κατά τας διατάξεις του παρόντος, τα δε κτήματα διατίθενται ελευθέρως υπό της Υ.Δ.Α.Μ.Κ. Σελ. 284 Υπέρ των κατά τ’ ανωτέρω αποδεχομένων το καθορισθέν τίμημα η Υ.Δ.Α.Μ.Κ. εκδίδει οριστικούς τίτλους (παραχωρητήρια) ομοίους προς τους εκδιδομένους υπέρ των κατά τας προηγουμένας παραγράφους αποκαθισταμένων και επιφέροντας τα αυτά έννομα αποτελέσματα υπέρ της Υ.Δ.Α.Μ.Κ. και του κληρούχου. Κατά την διαδικασίαν των προηγουμένων εδαφίων της παρούσης παραγράφου παραχωρούνται απ’ ευθείας υπό της Υ.Δ.Α.Μ.Κ. εις τους κατόχους των ακτήμονας αυτοκαλλιεργητάς, ανταλλάξιμα αγροτικά κτήματα κείμενα εις μη παραμεθορίους περιοχάς κατά την παράγραφον 15 του παρόντος άρθρου, εξαίρεσει των κτημάτων περί ων το άρθρον 12 του Αν.Νόμου 2068]
  22. Η ακτημοσύνη, το δικαίωμα προς αγροτικήν αποκατάστασιν και ο βιόσιμος κλήρος της περιφερείας κατά τον Αγροτικόν Νόμον, καθορίζονται υπό της αρμοδίας Επιτροπής απαλλοτριώσεων. Η τυχόν κατεχομένη παρά των αποκαθισταμένων ακτημόνων αυτοκαλλιεργητών πέραν της ης δικαιούνται κατά τον Αγροτικόν Νόμον έκτασις, εφ’ όσον δεν καθίσταται εφικτός ο διαχωρισμός ταύτης, παραχωρείται μεν και αύτη εις τον αποκαθιστάμενον, ως τίμημα όμως ταύτης καθορίζεται η τρέχουσα κατά την παραχώρησιν αξία. 13.Από της ισχύος του παρόντος καταργείται η διάταξις του άρθρου 5 του Νόμου 4399 ως ετροποποιήθη. Εν περιπτώσει καθ’ ην εις πρόσωπον υπέρ ου ανεγνωρίσθη δικαίωμα κυριότητος επί καταβολή τιμήματος εχορηγήθη και γεωργικός κλήρος, ο ούτως αποκατασταθείς υποχρεούται καλούμενος να επιλέξηται τον ένα των δύο κλήρων, του ετέρου αφαιρουμένου προ μεν της κυρώσεως της οριστικής διανομής του αγροκτήματος κατά το άρθρον 2 του Α.Ν. 1722]39, μετά δε ταύτην κατά την παραγρ. 2 του άρθρ. 5 του αυτού Αναγκ. Νόμου. Αποφάσεις του άρθρου 7 του Νόμου 4399 εκδοθείσαι επί τη βάσει του άρθρου 5 του ιδίου Νόμου, ως ετροποποιήθη, κατά παράβασιν των ισχυουσών διατάξεων κατά την εποχήν της εκδόσεώς των, ή επί τη βάσει ανακριβών πραγματικών στοιχείων, επιτρέπεται ν’ ανακαλώνται εν όλω ή εν μέρει δια κοινών αποφάσεων των Υπουργών Οικονομικών και Γεωργίας μέχρι της εκδόσεως του κατά την προηγουμένην παράγραφον οριστικού τίτλου. Κατά τον αυτόν τρόπον και δια τους ιδίους λόγους ανακαλούνται και αποφάσεις κυρωτικαί ανωμάλων δικαιοπραξιών εκδοθείσαι εις εκτέλεσιν του Νόμου 4399 ως ετροποποιήθη. 14.Η παράγραφος 5 του άρθρου 1 του υπ’ αριθ. 1244]38 Αν.Νόμου εφαρμόζεται και επί των ανταλλαξίμων κτημάτων. Η προς τα κατά την παράγραφον ταύτην προβλεπόμενα πρόσωπα παραχώρησις ενεργείται υπό της Υ.Δ.Α.Μ.Κ. δι’ απ’ ευθείας και άνευ δημοπρασίας πωλήσεως των κτημάτων, επαναπαραδιδομένων προς τούτο υπό των Εποικιστικών Υπηρεσιών εις την Υ.Δ.Α.Μ.Κ., επί τιμήματι ίσω προς την τρέχουσαν κατά τον χρόνον της πωλήσεως αξίαν των κτημάτων. Το τίμημα καθορίζεται υπό του Κεντρικού Συμβουλίου προτάσει της Τοπικής Επιτροπής κατόπιν αιτήσεως του ενδιαφερομένου υποβαλλομένης εντός προθεσμίας τριών μηνών από της προσκλήσεως υπό του αρμοδίου Γραφείου Διαχειρίσεως ανταλλαξίμου περιουσίας, καταβάλλεται δε τη Υ.Δ.Α.Μ.Κ. κατά τας διατάξεις του άρθρου 15 του παρόντος. Οι μη υποβάλλοντες εμπροθέσμως την αίτησιν απ’ ευθείας αγοράς ως και οι μη υπογράφοντες εμπροθέσμως τους μεταβιβαστικούς τίτλους κηρύσσονται έκπτωτοι του δικαιώματος απ’ ευθείας αγοράς, των κτημάτων διατιθεμένων ελευθέρως υπό της Υ.Δ.Α.Μ.Κ. 26.Ζ.β.9 Διαχείριση Ανταλλάξιμων Κτημάτων 15.Καλλιεργούμεναι ή καλλιεργήσιμοι γαίαι της Ανταλλαξίμου Περιουσίας, κείμεναι εις παραμεθορίους περιοχάς του Κράτους, ως αύται ορίζονται εκάστοτε δια Νόμων ή Διαταγμάτων, παραδίδονται δια πρωτοκόλλων άνευ ετέρας διατυπώσεως υπό των κατά τόπους αρμοδίων Γραφείων Υ.Δ.Α.Μ.Κ. εις τας οικείας Γεωργικάς Υπηρεσίας και διατίθενται παρ’ αυτών δια την αγροτικήν αποκατάστασιν ακτημόνων καλλιεργητών κατά τας διατάξεις του Αγροτικού Νόμου, εφαρμοζομένης της περαιτέρω επί τούτω διαδικασίας της διαγραφομένης υπό του άρθρου 8 του ως άνω Β.Δ]τος. Κατ’ εξαίρεσιν διατίθενται βάσει της κειμένης Νομοθεσίας περί διαχειρίσεως της Ανταλλαξίμου Περιουσίας κτήματα της ανωτέρω κατηγορίας, εφ’ όσον ταύτα ήθελον κριθή υπό των αρμοδίων οργάνων της Γεωργικής Υπηρεσίας ως ακατάλληλα λόγω του είδους και της φύσεώς των, δι’ αγροτικήν αποκατάστασιν ακτημόνων. Η παρ. 15 αντικατεστάθη ως άνω δια του άρθρ. 7 παρ. 2 Νόμ. 1650/
  23. 16.Αι διατάξεις των προηγουμένων παραγράφων δεν εφαρμόζονται επί των ως κλήρων παραχωρουμένων αγροτικών κτημάτων των κειμένων εις την περιφέρειαν της νήσου Λέσβου, ων η διάθεσις ενεργείται επί τη βάσει των επομένων διατάξεων. Α΄)Η κατά τας μέχρι τούδε κειμένας διατάξεις συσταθείσα τριμελής Επιτροπή αποτελουμένη εκ του Νομάρχου Λέσβου ως Προέδρου, του προϊσταμένου του εν Μυτιλήνη Γραφείου Διαχειρίσεως Ανταλλαξίμου περιουσίας, και του προϊσταμένου της Γεωργικής Υπηρεσίας ως μελών, κατόπιν επιτοπίου μελέτης όπου και εφ’ όσον επιβάλλεται τούτο, εξευρίσκει και καθορίζει το μέτρον του βιωσίμου κλήρου δια πενταμελή οικογένειαν κατ’ αγροτικάς περιφερείας τόσον ως προς τα ελαιοκτήματα όσον και ως προς τας ασκεπείς ή άλλας πεφυτευμένας εκτάσεις, καθορίζουσα συνάμα δι’ εκάστην περιφέρειαν το ελάχιστον όριον του κλήρου όταν πρόκειται περί ενός μόνον ατόμου κληρούχου, αφ’ ενός, και αφ’ ετέρου την κατ’ άτομον αναλογίαν δια τας οικογενείας τας απαρτιζομένας από άτομα άνω των πέντε. Επί τη βάσει των πορισμάτων της Επιτροπής ταύτης η Υ.Δ.Α.Μ.Κ. διαθέτει τα μη διατεθέντα αγροκτήματα κατά προτίμησιν προς αποκατάστασιν των συγκεντρούντων τας προς τούτο ιδιότητας κατόχων τούτων δι’ έκτασιν ίσην προς τον καθοριζόμενον κατά τ’ ανωτέρω κλήρον διαθέτουσα τας απομενούσας εκτάσεις ως κάτωθι: α)Θα παραχώρηση κλήρους δι’ αποκατάστασιν ακτημόνων μαχητών Ν.Δ. 1118]49 και αναπήρων και θυμάτων πολέμου Α.Ν. 1324]
  24. β)Θα παραχώρηση κλήρους δι’ αποκατάστασιν ημιακτημόνων μαχητών Ν.Δ. 1118]49 και αναπήρων και θυμάτων πολέμου Α.Ν. 1324]
  25. γ)Θα παραχώρηση κλήρους δι’ αποκατάστασιν προσφύγων μη λαβόντων κλήρους και διαμενόντων εν τη αυτή περιφερεία εν η κείνται τα κτήματα και δ)Θα παραχώρηση κλήρους δι’ αποκατάστασιν γηγενών εντελώς ακτημόνων διαμενόντων εν τη αυτή περιφερεία εν η κείνται τα κτήματα. Αι περιπτ. α΄-δ΄ αντικατεστάθησαν ως άνω δια του άρθρ. 7 παρ. 3 Νόμ. 1650/
  26. Η παραχώρησις των αγροκτημάτων τούτων ενεργείται ως εξής: α)Εξακριβούνται και υπολογίζονται τα διαθέσιμα αγροκτήματα εκάστου χωρίου και όλης της νήσου, λαμβάνονται υπ’ όψει αι ανάγκαι των υπό εγκατάστασιν κληρούχων εν τω συνόλω εν συνδυασμώ με την στέγην και τας υπαρχούσας διαθεσίμους εξ ανταλλαγής οικίας. Εφ’ όσον εις περιφέρειάν τινα υπάρχουσι διαθέσιμα αγροκτήματα, ελλείπουσιν όμως εξ ανταλλαγής οικήματα, οι ζητούντες εις την περιφέρειαν ταύτην εγκατάστασιν μετεγκαθίστανται εις άλλην περιφέρειαν όπου υπάρχουσι διαθέσιμοι οικίαι και αγροκτήματα εκτός εάν πρόκειται περί κληρούχων οι όποιοι έχουσιν ισχυρότερον δεσμόν με τον τόπον της διαμονής (ιδίαν στέγην ή άλλην κτηματικήν περιουσίαν), οπότε προτιμώνται εις την εγκατάστασιν άλλων της αυτής κατηγορίας, εχόντων δεσμούς ασθενεστέρους. β)Μεταξύ προσφύγων και γηγενών, εχόντων τους αυτούς περίπου δεσμούς, προτιμώνται κατά την εγκατάστασιν οι πρόσφυγες. γ)Εάν τα διαθέσιμα αγροκτήματα μιας περιφερείας επαρκώσι μεν δια τας ανάγκας των εγκαθισταμένων κληρούχων, ουχί όμως πλήρως, αλλά κατά τι περιωρισμένως, τότε μεγαλείτεροι μεν κλήροι θα δοθώσιν εις τους πρόσφυγας, σχετικώς δε μικρότεροι εις τους γηγενείς, εφ’ όσον και οι μεν και οι δε προτιμώσι τους ανεπαρκείς κλήρους εν τη περιφερεία ταύτη από τους πλήρεις άλλης περιφερείας. δ)Μετά την εξ ολοκλήρου διανομήν των οικημάτων μιας περιφερείας και την δια μετεγκαταστάσεως παραχώρησιν απάντων των οικημάτων των αγροτικών περιφερειών της νήσου εις αποκαθισταμένους ακτήμονας χωρεί η παραχώρησις, εφ’ όσον υπάρχουσιν ακόμη ακτήμονες, ετέρων αγροκτημάτων. Β΄)Το τίμημα των ως κλήρων κατά τ’ ανωτέρω παραχωρουμένων αγροκτημάτων της νήσου Λέσβου καθορίζεται υπό του Κεντρικού Συμβουλίου τη προτάσει της υπό της προηγουμένης παραγράφου προβλεπομένης τριμελούς επιτροπής διαθέσεως κλήρων Λέσβου, μη απαιτουμένης τοιαύτης της Τοπικής επιτροπής. Ως ετήσιον μίσθωμα των κλήρων τούτων δια τας από 1 Μαρτίου 1932 και εφεξής προκειμένου περί ελαιοκτημάτων και από 1 Σεπτεμβρίου 1931 και εφεξής προκειμένου περί των λοιπών αγροκτημάτων, μισθωτικάς περιόδους καθορίζεται ποσοστόν πέντε και ήμισυ τοις εκατόν επί του καθοριζομένου τιμήματος των κλήρων. Δια τας προ των ημερομηνιών τούτων μισθωτικάς περιόδους θα ισχύσωσι τα μισθώματα ή αι επικαρπίαι αι καθωρισθείσαι κατά τα τότε ισχύσαντα, επιτρεπομένης της κεφαλαιοποιήσεως τούτων μετά του καταβληθησομένου τιμήματος των κλήρων αποφάσει του Κεντρικού Συμβουλίου. Το καθορισθέν δια το μέχρι και του έτους 1928 χρονικόν διάστημα μίσθωμα επί κληρουχικών κτημάτων της νήσου Λέσβου ως και τα υπογραφέντα σχετικά μισθωτήρια ακυρούνται και αντ’ αυτών ισχύουσιν αι καθορισθείσαι υπό της Τοπικής Επιτροπής επικαρπίαι κεφαλαιοποιούμεναι μετά της αξίας του κλήρου. Η απόφασις περί καθορισμού του τιμήματος ανακοινούται εις τον κληρούχον, όστις τεκμαίρεται αμαχήτως αποδεχθείς τούτο εάν εντός προθεσμίας ενός μηνός από της κοι.νοποιήσεως της αποφάσεως δεν υποβάλη αντίθετον δήλωσιν, οπότε θεωρείται αποποιούμενος τον κλήρον. Δια τας μετά την ισχύν του παρόντος καθισταμένας απαιτητάς δόσεις εκ τιμήματος κλπ. παραχωρηθέντων ως κλήρων ελαιοκτημάτων, το καθορισθέν εις λαγήνια ελαίου τίμημα τρέπεται εις δραχμάς, επί τη βάσει της μέσης τιμής ελαίου οξύτητος 0-5 βαθμών των ετών 1932-35, ως τοιαύτης λαμβανομένης της υπό του Υπουργείου των Οικονομικών ή του Τελωνείου Λέσβου καθορισθείσης δια τα αυτά έτη. Γ΄)Το κατά τ’ ανωτέρω καθοριζόμενον τίμημα των παραχωρουμένων κλήρων εξοφλείται υπό των κληρούχων εντός εικοσιπενταετίας δια ετησίων τοκοχρεωλυτικών δόσεων επί επιτοκίω 3% καταβαλλομένων τοις μετρητοίς ή δι’ ομολογιών δανείων ανταλλαξίμων. Δια τας μετά την ισχύν του παρόντος καθισταμένας απαιτητάς δόσεις εκ τιμήματος κλπ. παραχω-ρηθέντων ήδη κλήρων, καθορίζεται τοκοχρεωλυτική εξόφλησις δι’ ετησίων δόσεων δια το υπολοιπόμενον προς συμπλήρωσιν εικοσιπενταετίας χρονικόν διάΣελ. 285 Διαχείριση Ανταλλάξιμων Κτημάτων 26.Ζ.β.9 στημα λογιζόμενον από της αρχικής χρεώσεως, μη επιτρεπομένης μεταβολής ή επί έλαττον της συνολικής διαρκείας εξοφλήσεως της οφειλής της καθορισθείσης επί τη βάσει των μέχρι τούδε ισχυουσών διατάξεων. Δ΄)Δια το χρονικόν διάστημα από της ενάρξεως της κατοχής μέχρι της αποβολής ή εγκαταλείψεως ή μη αποδοχής του τιμήματος των παραχωρηθέντων κλήρων, καταλογίζεται εις βάρος του εκπτώτου αποζημίωσις χρήσεως, εις ην συμψηφίζονται αι τυχόν καταβληθείσαι δόσεις ή μισθώματα, μη αποδιδόμενου του τυχόν επί πλέον του οφειλομένου καταβληθέντος ποσού. Τα λόγω εκπτώσως των κληρούχων ή χηρείας των κλήρων διαθέσιμα αγροτικά κτήματα της Νήσου Λέσβου, εφ’ όσον δεν υφίστανται κληρούχοι δικαιούμενοι κατά τα προηγούμενα εδάφια απ’ ευθείας παρά της Υ.Δ.Α.Μ.Κ. αποκαταστάσεως, εκποιούνται παρ’ αυτής κατά τας διατάξεις του παρόντος. Κατά τον αυτόν τρόπον διατίθενται και τα ανεξαρτήτως υπάρξεως αναποκαταστάτων κληρούχων ειδικώς εξαιρούμενα αποφάσει του Κεντρικού Συμβουλίου προτάσει της Επιτροπής διαθέσεως κλήρων αγροτικά κτήματα της νήσου Λέσβου. Ε΄)Εις τους αποδεχομένους το κατά εδάφιον Β΄ της παρούσης παραγράφου καθοριζόμενον τίμημα κληρούχους η Υ.Δ.Α.Μ.Κ. χορηγεί οριστικούς τίτλους κυριότητος (παραχωρητήρια), οίτινες μεταγράφονται επιμελεία της Υ.Δ.Α.Μ.Κ. ή του δικαιούχου, εγγραφομένης υποθήκης εφ’ εκάστου κλήρου. Η εξάλειψις της υποθήκης ενεργείται μετά την αποπληρωμήν του τιμήματος επί τη βάσει περί τούτου βεβαιώσεως της Υ.Δ.Α.Μ.Κ. Η μεταγραφή των τίτλων ως και η εγγραφή και η εξάλειψις της υποθήκης ενεργούνται ατελώς. Από της εκδόσεως των οριστικών τίτλων κυριότητος (παραχωρητηρίων) εξαντλείται πάσα αρμοδιότης της Επιτροπής Διαθέσεως Κλήρων νήσου Λέσβου. Το αυτό εφαρμόζεται και δια τους ήδη παραχωρηθέντας κλήρους ων το τίμημα κατά τας μέχρι τούδε ισχυούσας διατάξεις ήχθη εις χρέωσιν των κληρούχων, εφ’ όσον δεν υπεγράφησαν συμβολαιογραφικοί τίτλοι οριστικής μεταβιβάσεως αυτών, της υποθήκης εγγραφομένης δια το κατά τον χρόνον χορηγήσεως του οριστικού τίτλου (παραχωρητηρίου) υφιστάμενον υπόλοιπον της οφειλής του κληρούχου. ΣΤ΄)Αι διατάξεις των παραγράφων 9 και 10 του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται και επί των παραχωρηθέντων και παραχωρουμένων προς αποκατάστασιν ακτημόνων ανταλλαξίμων κτημάτων της νήσου Λέσβου, των Εποικιστικών υπηρεσιών του Υπουργείου Γεωργίας ασκουσών και επί των κληρούχων τούτων μετά την παραχώρησιν του κλήρου υπό της Επιτροπής διαθέσεως κλήρων, πάσαν την κατά τον Αγροτικόν Νόμον αρμοδιότητα αυτών. Ζ΄)Από της ισχύος του παρόντος καταργείται το συσταθέν βάσει των μετά της Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος Συμβάσεων «περί διαχειρίσεως των ανταλλαξίμων κτημάτων» Ταμείον Στεγάσεως νήσου Λέσβου, της κινητής και ακινήτου περιουσίας τούτου περιερχομένης τη Υ.Δ.Α.Μ.Κ. και διατιθεμένης παρ’ αυτής κατά τας διατάξεις του παρόντος. Η΄)Η κατά την παραγρ. 4 του άρθρου 11 του από 29 Σεπτεμβρίου 1939 Β.Δ. «περί οργανώσεως της Υπηρεσίας Διαχειρίσεως ανταλλαξίμων Μουσουλμανικών κτημάτων» καθοριζομένη αποζημίωσις των μελών των τοπικών επιτροπών παρέχεται και εις την Επιτροπήν διαθέσεως κλήρων Λέσβου λογιζομένη επί των από της ισχύος του παρόΣελ. 286 ντος καθοριζομένων τμημάτων των παραχωρηθέντων και μη εκτιμηθέντων ή των εφεξής παραχωρουμένων κλήρων νήσου Λέσβου. Η κατανομή του ποσού της αποζημιώσεως ενεργείται κατά τους όρους του άρθρου 11 παραγρ. 4 του ανωτέρω Β.Διατάγματος. Βλ. και άρθρ. 7 παρ. 1 Νόμ. 1650/51 και άρθρ. 4 και επ. Ν.Δ. 2967/
  27. Πωλήσεις κινητών. άρθρου 1 της δια του Νόμου 5266 κυρωθείσης Συμβάσεως, αναγνωρίσασα ότι τα κτήματα δεν ανήκουσιν εις την ανταλλάξιμον περιουσίαν αλλ’ εις το Δημόσιον. Τοιαύται αποφάσεις εκδοθείσαι μέχρι της ανωτέρω ημερομηνίας εκτελούνται, παραδιδομένων των κτημάτων υπό της Υ.Δ.Α.Μ.Κ. δια πρωτοκόλλου παραδόσεως και παραλαβής εις την Διεύθυνσιν Δημοσίων κτημάτων. Εις περίπτωσιν κατά την οποίαν μέχρι της ισχύος του παρόντος επί κτημάτων της κατηγορίας ταύτης η Διεύθυνσις Δημοσίων Κτημάτων ενήργησε πράξεις διαχειρίσεως (μισθώσεις, πωλήσεις κλπ), αι πράξεις αύται θεωρούνται κατά πάντα έγκυροι εφ’ όσον ετηρήθησαν αι διατάξεις περί διοικήσεως των δημοσίων κτημάτων, τα δε εισπραχθέντα μισθώματα ή τιμήματα θεωρούνται οριστικώς ως δημόσιον έσοδον. Τυχόν οφειλόμενα επί τη βάσει πράξεων της Διευθύνσεως Δημοσίων Κτημάτων κατά την ισχύν του παρόντος μισθώματος ή τιμήματα τοιούτων κτημάτων εισπράττονται υπό της Υ.Δ.Α.Μ.Κ. εις ο νόμισμα συνεφωνήθη να πληρωθώσι και εν γένει κατά τους συμφωνηθέντας όρους. Εκποιουμένου αναγκαστικώς ακινήτου εφ’ ου υπάρχουσιν εμπράγματα βάρη προς εξασφάλισιν απαιτήσεων περί ων η περίπτωσις β΄ της παρούσης παραγράφου, το πρόγραμμα πλειστηριασμού κοινοποιείται εις το Δημόσιον κατά τας διατάξεις του άρθρου 968 της Πολιτικής Δικονομίας, άλλως ο πλειστηριασμός είναι αυτοδικαίως άκυρος. Εις περίπτωσιν εκουσίας μεταβιβάσεως κτημάτων βαρυνομένων με τοιαύτας απαιτήσεις οι συντάσσοντες τας πράξεις μεταβιβάσεως συμβολαιογράφοι υποχρεούνται να κοινοποιώσιν αντίγραφα του Συμβολαίου εις τα αρμόδια εκ της τοποθεσίας του ακινήτου Γραφεία διαχειρίσεως ανταλλαξίμου περιουσίας. Αι εκ της αιτίας ταύτης απαιτήσεις της Υ.Δ.Α.Μ.Κ. εισπράττονται παρά των υποχρέων οφειλετών εις μετρητά κατά τον Νόμον «περί εισπράξεως των δημοσίων εσόδων». Ωσαύτως μεταξύ των στοιχείων της ανταλλαξίμου περιουσίας περιλαμβάνονται και αι εκδοθείσαι ή εκδοθησόμεναι ομολογίαι και η εις μετρητά καταβαλλομένη αξία των απαλλοτριωθέντων αγροτικών ακινήτων των ανηκόντων εις ανταλλάξιμα φυσικά ή νομικά πρόσωπα Μουσουλμάνων, ως και ή καθορισθείσα και καθοριζομένη αποζημίωσις των κατά τον Αγροτικόν Νόμον κηρυχθέντων απαλλοτριωτέων μέχρι της 3 Απριλίου 1926 ανταλλαξίμων κτημάτων. Αι αποζημιώσεις αύται άγονται εις χρέωσιν του κατά το Άρθρον
  28. Πάσης φύσεως υλικά κατεδαφιζομένων ή ετοιμορρόπων κτιρίων ή κατακείμενα δένδρα ή αγροί λίθοι ή ηρτημένοι καρποί, εφ’ όσον δεν έχει μισθωθή το κτήμα, και εν γένει κινητά πράγματα, οιασδήποτε αξίας, πωλούνται μετ’ εκτίμησιν ενός ή δύο εκτιμητών της Υ.Δ.Α.Μ.Κ. δια δημοπρασίας, κατόπιν αποφάσεως της Τοπικής Επιτροπής. Εξαιρετικώς δύνανται να πωληθώσι και άνευ δημοπρασίας κατόπιν αποφάσεως της Τοπικής Επιτροπής:α)εάν υφίσταται κατά την κρίσιν της Τοπικής Επιτροπής άμεσος κίνδυνος απωλείας ή καταστροφής των ανωτέρω αντικειμένων ανεξαρτήτως πόσου εκτιμηθείσης αξίας των. β) εάν ή εκτιμηθείσα αξία των δεν υπερβαίνει τας πέντε χιλιάδας (5.000) δραχμ. και γ) εις Δήμους ή Κοινότητας ή Νομικά πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου. Το τίμημα της ούτως εκποιουμένης κινητής περιουσίας εισπράττεται ως έσοδον της ανταλλαξίμου περιουσίας εις μετρητά εφ’ άπαξ και εις ολόκληρον κατά την υπογραφήν του οικείου συμβολαίου. Πωλήσεις ακινήτων απ’ ευθείας δυνητικαί. Άρθρον
  29. 1.Επιτρέπεται εις την Υ.Δ.Α.Μ.Κ, να πωλή ακίνητα οιασδήποτε φύσεως και κτηματολογικής αξίας απ’ ευθείας και άνευ δημοπρασίας:α)εις Δήμους ή Κοινότητας δι’ ανάγκας αυτών βεβαιουμένας υπό του Νομάρχου εις την περιφέρειαν του οποίου εδρεύουσι ταύτα, β)εις ιδρύματα, οργανισμούς και νομικά πρόσωπα Δημοσίου δικαίου και εις Σωματεία εν γένει επιδιώκοντα κοινωφελή σκοπόν, δι’ ανάγκας αυτών βεβαιουμένας υπό του Νομάρχου της περιφερείας εν η εδρεύουσι ταύτα, γ)εις συνιδιοκτήτας έχοντας συγκυριότητα επί τοιούτων κτημάτων, δ)τμημάτων ή και ολοκλήρων ανταλλαξίμων οικοπέδων τα οποία δυνάμει των διατάξεων του Ν.Διατάγματος της 17 Ιουλίου/16 Αυγούστου 1923 «περί σχεδίων πόλεων κλπ.» προσκυρούνται εις γειτονικάς ιδιοκτησίας τρίτων προς τους εις ους προσκυρούνται ταύτα, είτε προ είτε μετά την κατά το άρθρον 46 του ανωτέρου Νομοθετικού Διατάγματος σύνταξιν παρά της αρμοδίας υπηρεσίας των Δημοσίων έργων της πράξεως «περί τακτοποιήσεως και προσκυρώσεως», πάντως όμως μετά την υπό του άρθρου 45 του ανωτέρω Ν.Δ/τος προβλεπομένην ειδοποίησιν των ενδιαφερομένων δια τον εντός διμήνου από της κοινοποιήσεως της προσκλήσεως διακανονισμόν της προσκυρώσεως, δι’ ιδιωτικών μεταξύ των συμφωνιών. Η τμηματική εξόφλησις κατά τας διατάξεις του παρόντος, επί της περιπτώσεως ταύτης, παρέχεται μόνον εφ’ όσον παρασχεθή εις πρώτην υποθήκην το ακίνητον, εις ο τα κτήματα ταύτα προσκυρούνται, ή έτερα αναλόγου αξίας κτήματα, ε) εις οιονδήποτε πρόσωπον κάτοχον ή μη κάτοχον, εάν το ακίνητον εξετέθη εις δημοπρασίαν προς πώλησιν τρις μετά την 11ην Σεπτεμβρίου-1939 και αι γενόμεναι δημοπρασίαι απέβησαν άγονοι. ς)(Αντικατασταθείσα δια του άρθρ. 5 παρ. 1 Νόμ. 930/1943, αντικατεστάθη ήδη δια των διατάξεων του άρθρ. 1 παραγρ. 1-5 Ν.Δ. 2967/1954). και ζ)εις ανεγείραντας οικοδομάς ή παραπήγματα επί ανταλλαξίμων οικοπέδων μέχρι της ισχύος του παρόντος. Βλ. και άρθρ. 6 παρ. 2 Νόμ. 1650/
  30. Κάτοχοι δια την εφαρμογήν της παρούσης νοούνται οι εφ’ οιαδήποτε σχέσει τελούντες εις την φυσικήν κατοχήν των κτημάτων. Συντρέχοντος ανεγείραντος και κατόχου προτιμάται ο ανεγείρας. 26.Ζ.β.9 Διαχείριση Ανταλλάξιμων Κτημάτων 2.Εις περίπτωσιν καθ’ ην των περί ων η προηγουμένη παράγραφος κτημάτων αιτούνται την απ’ ευθείας αγοράν τόσον ο κάτοχος όσον και ο τυχόν συνιδιοκτήτης, προτιμάται ο συνιδιοκτήτης, εφ’ όσον απεφασίσθη η απ’ ευθείας πώλησις τούτων. 3.Κατ’ εξαίρεσιν, επιτρέπεται, υπό τας λοιπάς προϋποθέσεις της περιπτώσεως στ΄ της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου, η απ’ ευθείας πώλησις εις πρόσφυγας και μη κατεχομένων, υπ’ αυτών ανταλλαξίμων κτημάτων ή οικοπέδων κτηματολογικής αξίας μέχρι 200.000 δραχμών, εφ’ όσον κατέχουσιν επί μίαν τουλάχιστον διετίαν προ της πωλήσεως ανταλλάξιμα κτήματα ή οικόπεδα κτηματολογικής αξίας μείζονος των 200.000 δραχμών, ων η εις τούτους μεταβίβασις δεν είναι δυνατή εκ του λόγου τούτου. 4.Πάντα τα κτήματα της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου πωλούνται επί τη βάσει της τρεχούσης κατά τον χρόνον της πωλήσεως αξίας αυτών, καθοριζομένης δι’ αποφάσεως του Κεντρικού Συμβουλίου, στηριζομένης εις πρότασιν της αρμοδίας Τοπικής Επιτροπής μετ’ εκτίμησιν ενός ή δύο εκτιμητών της Υ.Δ.Α.Μ.Κ. 5.Αι διατάξεις του παρόντος άρθρου ως και του επομένου άρθρου 11 δεν εφαρμόζονται εις ας περιπτώσεις επί ανταλλαξίμων οικοπεδικών εκτάσεων εγένοντο ομαδικαί ανεγέρσεις θεμελιωμένων ή μη οικημάτων ή παραπηγμάτων, ων η κατά τας διατάξεις ταύτας απ’ ευθείας διάθεσις δύναται να προκαλέση, κατ’ ελευθέραν περί τούτου κρίσιν του Κεντρικού Συμβουλίου σοβαράν ζημίαν εις την ανταλλάξιμον περιουσίαν. Εις τας περιπτώσεις ταύτας επιτρέπεται όπως δι’ αποφάσεως του Υπουργού των Οικονομικών μετά γνώμην του Κεντρικού Συμβουλίου στηριζομένην εις πρότασιν της οικείας Τοπικής Επιτροπής παραχωρηθή δωρεάν εις την αρμοδίαν Δημοσίαν Υπηρεσίαν η αναγκαίουσα έκτασις είτε εκ του κατεχομένου οικοπέδου είτε εξ αλλού ανταλλαξίμου κτήματος είτε εκ των εις την διάθεσιν του Υπουργείου Κρατικής Υγιεινής και Αντιλήψεως εκτάσεων προερχομένων εξ απαλλοτριώσεως προς εγκατάστασιν προσφύγων, δι’ ανέγερσιν οικημάτων προς μετεγκατάστασιν των κατά την ισχύν του παρόντος κατόχων των ανταλλαξίμων ακινήτων, εγγραφομένης δια τους μη δικαιούχους προσφυγικής αποκαταστάσεως ειδικής πιστώσεως εν τω προϋπολογισμώ των εξόδων του Υπουργείου Κρατικής Υγιεινής και Αντιλήψεως. Ο τρόπος της παραχωρήσεως, της χρεώσεως και εξοφλήσεως των ούτω ανεγειρομένων οικημάτων ως και πάσα σχετική λεπτομέρεια κανονισθήσεται δι’ αποφάσεως των Υπουργών Οικονομικών καί Κρατικής Υγιεινής και Αντιλήψεως δημοσιευομένης εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Βλ. και άρθρ. 8 Νόμ. 1650/1951 και άρθρ. 1 Ν.Δ. 2967/
  31. Πωλήσεις ακινήτων απ’ ευθείας υποχρεωτικαί. Άρθρον 11 1.Η Υ.Δ.Α.Μ.Κ. υποχρεούται να πωλή απ’ ευθείας και άνευ δημοπρασίας επί τη τρεχούση κατά τον χρόνον της πωλήσεως αξία αυτών εις ανεγείραντας οικοδομάς ή μόνιμα θεμελιωμένα και στερεάς κατασκευής κατά την κρίσιν της Τοπικής Επιτροπής παραπήγματα, ή εν περιπτώσει θανάτου τούτων εις τους ζητούντας την εξαγοράν συμβιούντας μετ’ αυτών κληρονόμους των, οικόπεδα οιασδήποτε κτηματολογικής αξίας υπό τας προϋποθέσεις: α)ότι η επί των οικοπέδων ανέγερσις συνετελέσθη το βραδύτερον μέχρι της 27 Δεκεμβρίου 1930 αδεία Δημοσίας Αρχής ή της Ε.Α.Π. και β)ότι τ’ αναγερθέντα κτίσματα ή παραπήγματα εχρησιμοποιούντο υπό των ανεγειράντων ταύτα ή των αιτούντων κληρονόμων των, μέχρι της κατά τας διατάξεις του παρόντος άρθρου πωλήσεως των εφ’ ων ταύτα οικοπέδων, δι’ οικογενειακήν, ή επαγγελματικήν στέγασίν των, αποδεικνυομένην δια βεβαιώσεως της οικείας αστυνομικής αρχής, βεβαιούσης ταυτοχρόνως και το γεγονός της προ της 27 Δεκεμβρίου 1930 λαβούσης χώραν άδεια Δημοσίας αρχής ή της Ε.Α .Π. ανεγέρσεως. Η εν προκειμένω υποχρέωσις της Υ.Δ.Α.Μ.Κ., εξικνείται μέχρι εκτάσεως ενός κατεχομένου αρτίου κατά το σχέδιον της πόλεως οικοπέδου, επιτρεπομένης ουχ’ ήττον της πωλήσεως και μείζονος της του ενός αρτίου οικοπέδου εκτάσεως εις περίπτωσιν καθ’ ην η απομένουσα επί πλέον του αρτίου οικοπέδου έκτασις, δεν δύναται να αποτελέση άρτιον οικοδομήσιμον οικόπεδον ή δεν είναι αναγκαστικώς προσκυρωτέον εις γειτονικόν ανταλλάξιμον ακίνητον. Εις περίπτωσιν καθ’ ην επί του αυτού κατά τ’ ανωτέρω οικοπέδου, μη δεκτικού διαχωρισμού κατά την κρίσιν της Τοπικής Επιτροπής, υφίστανται ανεγέρσεις ανήκουσαι εις πλείονα του ενός πρόσωπα δικαιούμενα κατά τ’ ανωτέρω απ’ ευθείας αγοράς του οικοπέδου, τούτο πωλείται εν τω συνόλω εξ αδιαιρέτου εις τους αποδεχομένους εκ τούτων το καθοριζόμενον τίμημα. Το άρθρον 2 του υπ’ αριθ. 909/1937 Αναγκαστικού Νόμου καταργείται. 2.Το τίμημα των ανωτέρω κτημάτων καθορίζεται υπό του Κεντρικού Συμβουλίου προτάσει της Τοπικής Επιτροπής μετ’ εκτίμησιν ενός ή δύο εκτιμητών της Υ.Δ.Α.Μ.Κ., κατόπιν αιτήσεως προς τούτο των δικαιουμένων κατά την προηγουμένην παράγραφον απ’ ευθείας και άνευ δημοπρασίας αγοράς, υποβαλλομένης εντός τριών μηνών από της σχετικής προσκλήσεως της Υ.Δ.Α.Μ.Κ. και συνοδευομένης υπό της σχετικής κατά την προηγουμένην παράγραφον βεβαιώσεως της Αστυνομικής Αρχής. 3.Εάν οι κατά τας διατάξεις των προηγουμένων παραγράφων δικαιούχοι δεν υποβάλωσιν εμπροθέσμως την περί απ’ ευθείας αγοράς των περί ων πρόκειται ακινήτων αίτησιν ή δεν υπογράψωσιν εμπροθέσμως το οικείον πωλητήριον συμβόλαιον, απόλλυσι το δικαίωμα της άνευ δημοπρασίας αγοράς των ακινήτων, της Υ.Δ.Α.Μ.Κ. δικαιουμένης να προβή εις την δια δημοπρασίας εκποίησιν τούτων μετά των επ’ αυτών κτισμάτων ή παραπηγμάτων. Εν τη περιπτώσει ταύτη η αξία των υλικών των κτισμάτων ή παραπηγμάτων εκτιμάται υπό της Τοπικής Επιτροπής, του αγοραστού υποχρεουμένου να καταβάλη ταύτην εις την Υ.Δ.Α.Μ.Κ. εις μετρητά προ της υπογραφής του οικείου μεταβιβαστικού τίτλου, έστω και αν το ποσόν ταύτης υπερβαίνη το κατά την υπογραφήν των πωλητηρίων, συμβολαίων καταβλητέον 1/10 του τιμήματος, προς δε και ευθυνομένου έναντι του ανεγείραντος δια πάσαν επί πλέον αποζημίωσιν επιδικασθησομένην τυχόν αύτω, υπό των Δικαστηρίων. Την εισπραττομένην ως άνω ή καθοριζομένην κατά το επόμενον εδάφιον αξίαν των υλικών των κτισμάτων ή παραπηγμάτων η Υ.Δ.Α.Μ.Κ. καταβάλλει ατόκως εις τον κατά την εποχήν της εκποιήσεως του κτήματος, ή της κατά το επόμενον εδάφιον καταβολής της αξίας των υλικών, κάτοχον, απαλλασσομένη πάσης άλλης ευθύνης εκ της αιτίας ταύτης έναντι αυτού, του αγοραστού και παντός τρίτου. Αποφάσει του Κεντρικού Συμβουλίου επιτρέπεται η καταβολή της αξίας των υλικών, καθοριζομένης υπό της Τοπικής Επιτροπής, και προ της πωλήσεως του κτήματος υπό τον όρον της παραιτήσεως του κατά τ’ ανωτέρω δικαιούχου, πάσης εκ της αιτίας ταύτης απαιτήσεώς του κατά της Υ.Δ.Α.Μ.Κ. και παντός τρίτου. Αι διατάξεις της παρούσης παραγράφου ισχύουσι και προκειμένου περί ανεγειράντων επί ανταλλαξίμων οικοπέδων προ της ισχύος του παρόντος εις ους δι’ οιονδήποτε λόγον δεν μεταβιβάζεται το οικόπεδον εφ’ ου ανήγειραν. 4.Ανεγέρσεις επί ανταλλαξίμων κτημάτων ενεργούμεναι μετά την ισχύν του παρόντος άνευ αδείας της Υ.Δ.Α.Μ.Κ. παραμένουσιν προς όφελος της ανταλλαξίμου περιουσίας, των Σελ. 287 Διαχείριση Ανταλλάξιμων Κτημάτων 26.Ζ.β.9 ενεργησάντων ταύτας ουδεμιάς δικαιουμένων αποζημιώσεως. 5.Αι διατάξεις των προηγουμένων παραγράφων εφαρμόζονται και επί των κληθέντων κατά τας μέχρι τούδε ισχυούσας διατάξεις κατόχων ανταλλαξίμων οικοπέδων, εφ’ ων ούτοι ανήγειραν κτίσματα ή παραπήγματα προς απ’ ευθείας παρά τούτων αγοράν μη πραγματοποιηθείσαν δι’ οιονδήποτε λόγον, εξαιρέσει της περιπτώσεως καθ’ ην το κτήμα έχει ήδη μεταβιβασθή εις τρίτους. 6.Ανταλλάξιμα κτήματα μη καταληφθέντα εισέτι κατεχόμενα προ της 18 Οκτωβρίου 1912, πωλούνται υποχρεωτικώς απ’ ευθείας και άνευ δημοπρασίας εις τους έκτοτε εν συνεχεία μέχρι της πωλήσεώς των κατόχους αυτών ή εν περιπτώσει θανάτου των εις τους κληρονόμους των. Ως τίμημα των κτημάτων τούτων καθορίζεται υπό του Κεντρικού Συμβουλίου, προτάσει της Τοπικής Επιτροπής η τρέχουσα αυτών κατά τον χρόνον της πωλήσεως αξία μειωμένη κατά 25%, εν περιπτώσει δε πωλήσεως τούτων εις τους ανωτέρω κατόχους ούτοι απαλλάσσονται παντός μισθώματος ή αποζημιώσεως χρήσεως κατά τον χρόνον καθ’ ον ενεμήθησαν τα κτήματα. Η προς τους κατόχους της κατηγορίας ταύτης πρόσκλησις απευθύνεται αυτοίς άμα τη οριστικοποιήσει του πρωτοκόλλου καταλήψεως του κτήματος. Εντός προθεσμίας τριών μηνών από της προσκλήσεως υποχρεούνται ούτοι να υποβάλωσιν αίτησιν περί απ’ ευθείας αγοράς του κτήματος. Η μη εμπρόθεσμος υποβολή της περί απ’ ευθείας αγοράς αιτήσεως, ως και η μη εμπρόθεσμος υπογραφή του μεταβιβαστικού τίτλου, συνεπάγονται απώλειαν του δικαιώματος της απ’ ευθείας και άνευ δημοπρασίας αγοράς των ακινήτων τούτων, της Υ.Δ.Α.Μ.Κ. δικαιουμένης εις την ελευθέραν εκποίησιν αυτών. 7.Η Υ.Δ.Α.Μ.Κ. υποχρεούται να πωλήση απ’ ευθείας και άνευ δημοπρασίας εις τους κατέχοντας μη γνωστά τω Δημοσίω ανταλλάξιμα κτήματα και δηλούντας ταύτα αυθορμήτως τη Υ.Δ.Α.Μ.Κ. εντός έτους από της ισχύος του παρόντος. Η ως άνω προθεσμία παρετάθη δια του άρθρ. 1 παρ. 4 Νόμ. 1650/1951 επί έν έτος από της ισχύος τούτου. Η περί απ’ ευθείας αγοράς των κτημάτων τούτων αίτησις δέον να υποβληθή εντός τριμήνου από της συνεπεία της δηλώσεως γενησομένης οριστικής καταλήψεως του κτήματος. Οι κάτοχοι της κατηγορίας ταύτης οι μη δηλούντες τη Υ.Δ.Α.Μ.Κ. τα υπ’ αυτών κατεχόμενα κτήματα εντός της ανωτέρω προθεσμίας απόλλυσι το δικαίωμα απ’ ευθείας αγοράς, έστω και αν ανήκωσιν εις κατηγορίαν προσώπων εις την επί τη βάσει ετέρων διατάξεων του παρόντος άρθρου παραχωρείται το δικαίωμα τούτο. Ως τίμημα των κτημάτων τούτων καθορίζεται υπό του Κεντρικού Συμβουλίου, προτάσει της Τοπικής Επιτροπής η τρέχουσα αυτών κατά τον χρόνον της πωλήσεως αξία μειωμένη κατά 25%, εν περιπτώσει δε πωλήσεως τούτων εις τους υποδεικνύοντας ούτοι απαλλάσσονται παντός μισθώματος ή αποζημιώσεως χρήσεως κατά τον χρόνον καθ’ ον ενεμήθησαν τα κτήματα. Η μη εμπρόθεσμος υποβολή της περί απ’ ευθείας αγοράς αιτήσεως, ως και η μη εμπρόθεσμος υπογραφή του μεταβιβαστικού τίτλου, συνεπάγονται απώλειαν του δικαιώματος της απ’ ευθείας και άνευ δημοπρασίας αγοράς των ακινήτων τούτων, της Υ.Δ.Α.Μ.Κ. δικαιουμένης εις την ελευθέραν εκποίησιν αυτών. Σελ. 288 8.Υπό τας αυτάς προϋποθέσεις και όρους της προηγουμένης παραγράφου 7 πωλούνται υποχρεωτικώς απ’ ευθείας και άνευ δημοπρασίας μη γνωστά τω Δημοσίω ανταλλάξιμα κτήματα εις τους υποδεικνύοντας ταύτα έστω και αν δεν τελώσιν υπό την κατοχήν των. 9.Εάν επί των πωλουμένων κατά τας παραγράφους 6, 7 και 8 του παρόντος άρθρου κτημάτων αναγνωρισθή κυριότης τρίτου, ο αναγνωριζόμενος κύριος μετά την τελεσιδικίαν της αποφάσεως δικαιούται ή να ζήτηση την απόδοσιν του κτήματος οπότε αυτοδικαίως διαρρηγνύεται η αγοραπωλησία επιστρεφομένου εις τον αγοραστήν ατόκως του εισπραχθέντος υπό της Υ.Δ.Α.Μ.Κ. τιμήματος και των εισπραχθέντων τόκων, ή να ζήτηση την απόδοσιν του εισπραχθέντος τιμήματος και των εισπραχθέντων τόκων εφαρμοζομένων κατά πάντα και εν προκειμένω των εδαφίων 4, 5 και 6 της παραγράφου 9 του άρθρου 3 του παρόντος. 10.Η Υ.Δ.Α.Μ.Κ. υποχρεούται να πωλήση απ’ ευθείας εις τα Αιγυπτιακά Βασιλικά Βακούφια τα παρ’ αυτών ζητηθησόμενα ανταλλάξιμα κτήματα αντί τιμήματος καθοριζομένου υπό του Κεντρικού Συμβουλίου, βάσει προτάσεως της οικείας Τοπικής Επιτροπής και μετά προηγουμένην επανεκτίμησιν αυτών παρ’ ενός ή δύο εκτιμητών της Υ.Δ.Α.Μ.Κ. Αι μέχρι της 8 Φεβρουαρίου 1936 γενόμεναι τοιαύται πωλήσεις είναι έγκυροι. Βλ. και άρθρ. 2 Νόμ. 1650/1951 και άρθρ. 12 Ν.Δ. 2967/
  32. Διεξαγωγή δημοπρασιών. Άρθρον
  33. 1.Πάσαι αι πωλήσεις κινητών και ακινήτων, αι μισθώσεις και επισκευαί ενεργούνται, πλην αν άλλως ορίζεται εν τω παρόντι, δια δημοπρασίας προκηρυσσομένης υπό της αρμοδίας Τοπικής Επιτροπής της συσταθείσης υπό του άρθρου 11 του Β.Δ. της 29 Σεπτεμβρίου 1939 «περί οργανώσεως της Υ.Δ.Α.Μ.Κ.» και διενεργουμένης ενώπιον της αυτής Επιτροπής ή ενώπιον της τριμελούς Επιτροπής της προβλεπομένης υπό της παραγράφου 6 του ιδίου άρθρου του ανωτέρω Διατάγματος εις ας περιπτώσεις προβλέπεται αύτη αρμοδία. Κατά την αυτήν ημέραν και ώραν δύνανται να ενεργηθώσι πλείονες της μιας δημοπρασίαι. Αι αρχικαί δημοπρασίαι προκηρύσσονται, προκειμένου μεν περί μισθώσεως, επισκευών και πωλήσεως κινητών εν γένει δέκα

(10)ημέρας, προκειμένου δε περί πωλήσεως ακινήτων δέκα πέντε
(15)ημέρας προ της ημέρας της διεξαγωγής των δημοπρασιών. Αι σχετικαί προκηρύξεις δημοσιεύονται εις μίαν τουλάχιστον τοπικήν εφημερίδα ή και εις πλείονας, τοπικάς ή μη, εφημερίδας κατόπιν εγκρίσεως του Κεντρικού Συμβουλίου και τοιχοκολλούνται εις τε το Κατάστημα του οικείου Γραφείου Διαχειρίσεως ανταλλαξίμου περιουσίας και εις το Δημοτικόν ή Κοινοτικόν Κατάστημα της περιφερείας του δημοπραττουμένου, εκφωνούνται δε, εάν υφίσταται τοιούτον έθιμον, εις τα κυριώτερα μέρη της αγοράς υπό κήρυκος την προηγουμένην ημέραν της τελέσεως αυτών. Κατά τον αυτόν ως άνω τρόπον προκηρύσσονται και διενεργούνται και αι επαναληπτικαί δημοπρασίαι, συντεμνομένου μόνον του χρόνου προκηρύξεως αυτών και οριζομένου τούτου, προκειμένου μεν περί μισθώσεως, επισκευών και πωλήσεως κινητών εις πέντε
(5)ημέρας, προκειμένου δε περί πωλήσεως ακινήτων εις οκτώ
(8)ημέρας, προ της ημέρας της διενεργείας αυτών. Εξαιρετικώς προκειμένου περί μισθώσεως αγροτικών κτημάτων, ων η μίσθωσις κρίνεται υπό της Τοπικής Επιτροπής επείγουσα λόγω της παρόδου του χρόνου καλλιεργείας ή συλλογής των ηρτημένων καρπών, επιτρέπεται, όπως εις τας δημοσιεύσεις και τας τοιχοκολλήσεις των διακηρύξεων ορίζηται ότι εν περιπτώσει υπερθέματος ή αγόνου δημοπρασίας, η δημοπρασία θα επαναληφθή την αυτήν ημέραν της επομένης εβδομάδος άνευ ετέρας δημοσιεύσεως ή τοιχοκολλήσεως, ειδοποιουμένου όπου είναι δυνατόν τηλεγραφικώς του Προέδρου της Κοινότητος προς διακήρυξιν. 26.Ζ.β.9 Διαχείριση Ανταλλάξιμων Κτημάτων 2.Ίνα γίνη τις δεκτός εις δημοπρασίαν υποχρεούται να καταθέση ως εγγύησιν ποσόν αντιστοιχούν προς ωρισμένον ποσοστόν του ορισθέντος κατωτάτου ορίου πρώτης προσφοράς εν τη δημοπρασία καθοριζόμενον υπό της Τοπικής Επιτροπής και γνωστοποιούμενον δια της προκηρύξεως. Προκειμένου περί οιασδήποτε πωλήσεως το ποσόν τούτο δεν δύναται να είναι έλασσον του 1/10 του ελαχίστου ορίου πρώτης προσφοράς της δημοπρασίας. Το ποσόν τούτο της εγγυήσεως κατατίθεται εις μετρητά ή εις τίτλους των Εθνικών Δανείων υπολογιζομένους εις την τρέχουσαν αυτών αξίαν εξευρισκομένην κατά τας διατάξεις του έδαφ. 2 του άρθρου 6 του υπ’ αριθ. 608/37 Αναγκ. Νόμου, πλην των ομολογιών των Δανείων Ανταλλαξίμων υπολογιζομένων εις την ονομαστικήν αυτών αξίαν, ή και εις εγγυητικήν επιστολήν ανεγνωρισμένης εν Ελλάδι Τραπέζης. Η κατάθεσις της εγγυοδοσίας αποδεικνύεται δια προσαγωγής γραμματίου παρακαταθήκης του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων ή της εγγυητικής επιστολής των ανωτέρω Τραπεζών. Η εγγυοδοσία δύναται να δοθή και κατά την στιγμήν της δημοπρασίας, όποτε το ποσόν ταύτης, εισπράττεται επί προσωρινή αποδείξει υπό του εκ των μελών της Τοπικής Επιτροπής ή της Τριμελούς Ειδικής Επιτροπής διενεργείας δημοπρασιών εκτός της έδρας του Γραφείου Διαχειρίσεως ανταλλαξίμου περιουσίας, Διευθυντού του Δημοσίου Ταμείου ή εν απουσία αυτού και του νομίμου αναπληρωτού του υπό του Προϊσταμένου του Γραφείου Διαχειρίσεως ανταλλαξίμου περιουσίας ή του αναπληρωτού του, υποχρεουμένων αυθημερόν ή εντός της επομένης εργασίμου ημέρας να καταθέσωσι ταύτην εις το Ταμείον Παρακαταθηκών και Δανείων. 3.Αι δημοπρασίαι κατακυρούνται ή ακυρούνται ή επαναλαμβάνονται, οπότε ορίζεται και το ελάχιστον όριον πρώτης προσφοράς της επαναληπτικής δημοπρασίας υπό μεν της Τοπικής Επιτροπής οσάκις πρόκειται περί δημοπρασίας μονοετούς μισθώσεως ή επισκευών μέχρι ποσού 15.000 δρχ. ή πωλήσεως κινητών οιασδήποτε αξίας ή πωλήσεως ακινήτων αξίας καθοριζομένης εκάστοτε υπό του Κεντρικού Συμβουλίου, υπό δε του Κεντρικού Συμβουλίου μετά γνώμην της Τοπικής Επιτροπής οσάκις πρόκειται περί δημοπρασίας μισθώσεως πέραν του έτους ή επισκευών ων η δαπάνη προϋπελογίσθη άνω των 15.000 δραχμών ως και πωλήσεως ακινήτων δια δημοπρασίας οιασδήποτε αξίας. Η παραγρ. 3 αντικατεστάθη ως άνω δια του άρθρ. 6 Νόμ. 930/1943. Η Τοπική Επιτροπή οφείλει ευθύς μετά το πέρας της δημοπρασίας ν’ αποφαίνηται ή να γνωμοδοτή οσάκις πρόκειται περί αρμοδιότητος του Κεντρικού Συμβουλίου περί του συμφέροντος ή μη του αποτελέσματος της διενεργηθείσης δημοπρασίας ή περί ακυρώσεως της δημοπρασίας και αναβολής ταύτης δι’ ευθετώτερον χρόνον. Επί του αποτελέσματος των υπό της Τριμελούς Επιτροπής διενεργουμένων δημοπρασιών, η Τοπική Επιτροπή αποφαίνεται κατά την πρώτην αυτής συνεδρίασιν την γιγνομένην μετά την διενεργηθείσαν υπό της Τριμελούς Επιτροπής δημοπρασίαν και το βραδύτερον εντός δέκα ημερών από της διενεργείας της δημοπρασίας. 4.Πάσα μετ’ άγονον ή ακυρουμένην δημοπρασίαν γιγνομένη νέα δημοπρασία θεωρείται αρχική. Αι δημοπρασίαι επαναλαμβάνονται υποχρεωτικώς εάν επί του αποτελέσματος αυτών, κρινομένου αρμοδίως συμφέροντος, δοθή εις την Υ.Δ.Α.Μ.Κ. μείζων προσφορά (ή προκειμένου περί επισκευών ελάσσων) ίση προς το 1/20 (5%) του εκπλειστηριάσματος και εφ’ όσον η προσφορά αύτη κατατεθή προκειμένου μεν περί μισθώσεως, επισκευών και πωλήσεως κινητών εντός πέντε
(5)ημερών, προκειμένου δε περί πωλήσεως ακινήτων εντός οκτώ
(8)ημερών από της ημέρας της διενεργείας της δημοπρασίας. Το αυτό ποσοστόν προσφοράς απαιτείται δια την δευτέραν επαναληπτικήν δημοπρασίαν επί του αποτελέσματος της πρώτης επαναληπτικής δημοπρασίας. Η επανάληψις της δημοπρασίας δια τρίτην, τετάρτην, πέμπτην κ.ο.κ. φοράν είναι υποχρεωτική μόνον εφ’ όσον κατατίθεται μείζων (ή προκειμένου περί επισκευών ελάσσων) προσφορά ίση τουλάχιστον προς το 1/10 (10% ) του αποτελέσματος της αμέσως προηγουμένης επαναληπτικής δημοπρασίας. Εις τας περιπτώσεις ταύτας εάν το Κεντρικόν Συμβούλιον δεν έχει αποφανθή μέχρι της καταθέσεως μείζονος προσφοράς επί του αποτελέσματος της δημοπρασίας, η δημοπρασία επαναλαμβάνεται άνευ επί τούτου κρίσεως του Κεντρικού Συμβουλίου. Εις τας προθεσμίας ταύτας προσμετράται πάντοτε και η ημέρα της τελέσεως της δημοπρασίας. Επίσης αι δημοπρασίαι, εφ’ όσον ήθελον αρμοδίως ακυρωθή επαναλαμβάνονται προαιρετικώς κατά την κρίσιν της Τοπικής Επιτροπής ή του Κεντρικού Συμβουλίου αναλόγως της περιπτώσεως, οσάκις το αποτέλεσμα τούτων κρίνεται αρμοδίως ασύμφορον. Δια την ακύρωσιν ή επανάληψιν της δημοπρασίας ειδοποιείται εγγράφως ο τελευταίος πλειοδότης ή μειοδότης προκειμένου περί επισκευών, ως και ο τυχόν προκαλών την επανάληψιν της δημοπρασίας τρίτος, εις ους γνωστοποιείται εγκαίρως ο τε τόπος και η ημέρα της τελέσεως της νέας δημοπρασίας. 5.Εν περιπτώσει αμφισβητήσεως περί της τηρήσεως των διαγραφομένων τύπων προπαρασκευής και διεξαγωγής των δημοπρασιών αποφαίνεται τελικώς το Κεντρικόν Συμβούλιον, όπερ δύναται να ακύρωση κατακυρωθείσαν δημοπρασίαν και πέραν των εν τη προηγουμένη παραγράφω προθεσμιών, δια την μη τήρησιν, κατά την ανεξέλεγκτον κρίσιν του, των νομίμων διατυπώσεων εφ’ όσον δεν έχει υπογραφή μετά του αναδειχθέντος τελευταίου πλειοδότου, ή προκειμένου περί επισκευών μειοδότου, ο σχετικός τίτλος. Την μη τήρησιν των ανωτέρω τύπων εν ουδεμιά περιπτώσει δύναται να επικαλεσθή υπέρ αυτού ο πλειοδότης ή μειοδότης. 6.Πάσα προσφορά δια την επανάληψιν της δημοπρασίας δέον να συνοδεύηται υπό εγγυήσεως, ης το ποσόν δέον να είναι ίσον προς το έν δέκατον (10%) του αποτελέσματος της δημοπρασίας, εφ’ ης δίδεται ή προσφορά, πλέον ολοκλήρου του ποσού της μείζονος (ή προκειμένου περί επισκευών της ελάσσονος) προσφοράς. Η εγγύησις αύτη, ως και η κατατιθεμένη κατά την παράγραφον 2 του παρόντος άρθρου, παρακρατείται υπό του Δημοσίου προς κάλυψιν πάσης τυχόν μελλούσης να πρόκυψη ζημίας, συνεπεία του αναπλειστηριασμού εις βάρος του καταθέσαντος την μείζονα ή ελάσσονα προσφοράν, εφ’ όσον η επαναληπτική δημοπρασία, εις ην δεν εμφανίζεται ο καταθέσας την προσφοράν ταύτην, δεν αποδώση αποτέλεσμα ίσον τουλάχιστον προς την προσφοράν του. Προσφορά ελάσσων των ως άνω οριζομένων ελαχίστων ορίων ή διδομένη μετά την εκπνοήν των ανωτέρω προθεσμιών ή μη συνοδευομένη υπό της ως άνω νομίμου εγγυοδοσίας, δεσμεύει τον δόντα ταύτην έναντι του Δημοσίου ουχί δε και την αρμοδίαν δια την κατακύρωσιν ή ακύρωσιν της δημοπρασίας Τοπικήν Επιτροπήν ή το Κεντρικόν Συμβούλιον. Εν η περιπτώσει εις την κατόπιν εγγυημένης προσφοράς γιγνομένην δημοπρασίαν δεν προσφερθή παρ’ άλλου πλειοδότου ποσόν τουλάχιστον ίσον προς την δοθείσαν προσφοράν, η δημοπρασία αύτη δύναται να κατακυρούται αρμοδίως επ’ ονόματι του δόντος την προσφοράν, θεωρουμένου τούτου ως τελευταίου πλειοδότου κατά την γενομένην συνεπεία της προσφοράς του δημοπρασίαν. 7.Η κατατεθειμένη εγγύησις παρά τωντελευταίων Σελ. 289 Διαχείριση Ανταλλάξιμων Κτημάτων 26.Ζ.β.9 πλειοδοτών, ή προκειμένου περί δημοπρασιών επισκευών παρά των τελευταίων μειοδοτών, επιστρέφεται εις αυτούς εντολή του Προϊσταμένου του αρμοδίου Γραφείου Διαχειρίσεως ανταλλαξίμου περιουσίας, οσάκις δεν κατακυρούται η δημοπρασία επ’ ονόματι αυτών υπό της τοπικής Επιτροπής ή του Κεντρικού Συμβουλίου (αναλόγως της αρμοδιότητος εν εκάστη περιπτώσει.) είτε διότι το αποτέλεσμα της δημοπρασίας κρίνεται ασύμφορον και διατάσσεται η επανάληψις της δημοπρασίας, είτε διότι ακυρούται η δημοπρασία και διατάσσεται η αναβολή της δι’ ευθετώτερον χρόνον, είτε και διότι συμφέροντος κρινομένου του αποτελέσματος της δημοπρασίας διατάσσεται η επανάληψις ταύτης κατόπιν προσφοράς τρίτου. Επίσης η κατατεθειμένη εγγυοδοσία επιστρέφεται εις τους ως άνω δικαιούχους εντολή του προϊσταμένου του αρμοδίου Γραφείου Διαχειρίσεως εάν κατακυρωθείσης αρμοδίως της δημοπρασίας επ’ ονόματι των προσήλθον ούτοι και υπέγραψαν τους σχετικούς τίτλους, ή προκειμένου περί πωλήσεως κινητών κατέβαλον εξ ολοκλήρου το τίμημα. Καθ’ όμοιον τρόπον επιστρέφεται και η κατατεθειμένην εγγυοδοσία των προηγουμένων πλειοδοτών ή μειοδοτών. 8.Η Υ.Δ.Α.Μ.Κ. δικαιούται όπως την κατατεθειμένην εγγυοδοσίαν συμψηφίζη εις το κατά την υπογραφήν των πωλητηρίων συμβολαίων καταβλητέον 1/10 του τιμήματος. 9.Ματαίωσις της προκηρυχθείσης δημοπρασίας ουδεμίαν συνεπάγεται ευθύνην δια την Υ.Δ.Α.Μ.Κ. 10.Εάν η τελευταία ημέρα καταθέσεως μείζονος προσφοράς ή υπογραφής των μεταβιβαστικών τίτλων κλπ. (περί ων το άρθρον 13 του παρόντος) ή πληρωμής δόσεων είναι ημέρα αργίας των δημοσίων γραφείων, είτε κατά το εορτολόγιον του Δημοσίου είτε λόγω τοπικής τινος εορτής, ως τοιαύτης θεωρείται η επομένη εργάσιμος ημέρα, των υποχρεώσεων των τρίτων εκπληρουμένων οίων και όσων υφίσταντο κατά την τελευταίαν ημέραν των προθεσμιών καθ’ ην τα Δημόσια Γραφεία παρέμειναν κλειστά. 11.Η δια δημοπρασίας πώλησις οικιών και μαγαζείων ως και η απ’ ευθείας τοιαύτη προς κατόχους ή τρίτους δύναται τη εγκρίσει του Κεντρικού Συμβουλίου μετά πρότασιν της Τοπικής Επιτροπής να ενεργηθή κεχωρισμένως κατ’ όροφον ή διαμέρισμα ισχυουσών και εφαρμοζομένων των διατάξεων των σχετικών Νόμων «περί της κατόροφον ή διαμέρισμα ιδιοκτησίας». 12.(Κατηργήθη δια του άρθρ. 5 παρ. 2 Νόμ. 930/1943). Υπογραφή τίτλων, έκπτωσις Άρθρον 13. 1.Οι σχετικοί τίτλοι (πωλητήρια, μισθωτήρια και εργολαβικά) των τε κατόπιν δημοπρασίας και των απ’ ευθείας πωλουμένων ή εκμισθουμένων ή επισκευαζομένων ακινήτων, υπογράφονται προκειμένου μεν περί μισθώσεων, επισκευών και πωλήσεως παντοειδούς υλικού και κινητών εν γένει εντός δέκα
(10)ημερών, προκειμένου δε περί πωλήσεων ακινήτων εν γένει εντός
(30)τριάκοντα ημερών, από της ημέρας της τελέσεως της δημοπρασίας συνυπολογιζομένης, εάν πρόκειται περί δημοπρασίας κατακυρουμένης κατά την ημέραν της διεξαγωγής της υπό της Τοπικής Επιτροπής, άλλως από της επομένης της ανακοινώσεως εις τον τελευταίον πλειοδότην (ή μειοδότην) ή τον αιτήσαντα την απ’ ευθείας αγοράν ή μίσθωσιν ή επισκευήν, της εγκρίσεως της Τοπικής Επιτροπής ή του Κεντρικού Συμβουλίου, αναλόγως της αρμοδιότητος εν εκά Σελ. 290 στη περιπτώσει. Αι ανωτέρω προθεσμίαι αι αφορώσαι υπογραφήν μισθωτηρίων παρακτείνονται λόγω αποστάσεως κατά τας διατάξεις της Πολιτικής Δικονομίας, τα δε συντασσόμενα μισθωτήρια ή έγγραφα πωλήσεως κινητών δύνανται να είναι ιδιωτικά συμφωνητικά εφ’ απλού χάρτου. Η υπογραφή των τίτλων παρά των τελευταίων πλειοδοτών ή μειοδοτών δεν δύναται να ζητηθή προ της παρελεύσεως των προθεσμιών της παραγράφου 4 του άρθρου 12 του παρόντος, καθ’ ας δύναται να δοθή μείζων ή ελάσσων προσφορά υποχρεούσα την Υ.Δ.Α.Μ.Κ. προς επανάληψιν της δημοπρασίας. Εις ας περιπτώσεις προς υπογραφήν των τίτλων απαιτείται η κατά τον Αν. Νόμον 1366/38 άδεια, η σχετική αίτησις προς τας κατά τον νόμον τούτον αρμοδίας Επιτροπάς υποβάλλεται δια του Γραφείου Διαχειρίσεως Ανταλλαξίμου περιουσίας. Η εκδιδομένη άδεια διαβιβάζεται υπό της ανωτέρω Επιτροπής εις το Γραφείον Διαχειρίσεως Ανταλλαξίμου περιουσίας, παρ’ ου ανακοινούται η έκδοσις της αδείας εις τον ενδιαφερόμενον. Από της υποβολής της αιτήσεως μέχρι της ανακοινώσεως της εκδόσεως της αδείας αι προθεσμίαι υπογραφής των τίτλων αναστέλλονται. Πάντες οι κατά τ’ ανωτέρω τίτλοι υπογράφονται δια λ/σμον του Δημοσίου υπό του Προϊσταμένου του αρμοδίου Γραφείου Διαχειρίσεως ανταλλαξίμου περιουσίας. Εις εξαιρετικάς περιπτώσεις εγκρίσει της Κεντρικής υπηρεσίας της Υ.Δ.Α.Μ.Κ. η δια λογαριασμόν του Δημοσίου υπογραφή των τίτλων δύναται να ενεργήται υπό του Οικον. Εφόρου ή αλλού δημοσίου υπαλλήλου της τοποθεσίας του κτήματος. 2.Εν περιπτώσει μη εμπροθέσμου κατά τ’ ανωτέρω υπογραφής του τίτλου, ο αγοραστής ή μισθωτής ή εργολήπτης την επομένην της λήξεως των ως άνω προθεσμιών εκπίπτει αυτοδικαίως των δικαιωμάτων του, η δε κατατεθειμένη παρ’ αυτού εγγύησις παρακρατείται υπό του Δημοσίου ίνα κάλυψη την ζημίαν, ήτις ήθελε τυχόν προκύψει εκ του αναπλειστηριασμού εις βάρος του εκπτώτου. 3.Ο αναπλειστηριασμός εις βάρος εκπτώτων ενεργείται συμφώνως προς τας περί δημοπρασιών διατάξεις του άρθρου 12 του παρόντος με ελάχιστον όριον πρώτης προσφοράς το πόσον ανθ’ ου κατεκυρώθη η δημοπρασία επ’ ονόματι του εκπτώτου, προκειμένου δε περί μισθώσεων ο αναπλειστηριασμός διενεγείται δια τον υπολειπόμενον χρόνον της ματαιωθείσης μισθώσεως. Το αποτέλεσμα του αναπλειστηριασμού κατακυρούται ασχέτως ποσού πάντοτε υπό της Τοπικής Επιτροπής. Επανάληψις αναπλειστηριασμού γίνεται αν δοθή ηγγυημένη προσφορά τρίτου ή αν απέβη ούτος άνευ αποτελέσματος (άγονος), εν τη δευτέρα δε περιπτώσει το ελάχιστον όριον πρώτης προσφοράς μειούται ή προκειμένου περί επισκευής αυξάνεται αποφάσει του Κεντρικού Συμβουλίου υπό την κρίσιν του οποίου τίθενται και τ’ αποτελέσματα των τοιούτων δημοπρασιών. 4.Ως ζημίαι θεωρούνται εκτός των πραγματοποιουμένων δια την διενέργειαν του αναπλειστηριασμού διαφόρων εξόδων (δημοσιεύσεις κλπ.) καθοριζομένων υπό της Τοπικής Επιτροπής κατ’ αναλογίαν του αριθμού των δια της αυτής προκηρήξεως δημοπρατουμένων την αυτήν ημέραν ακινήτων και πάσα τυχόν επί έλασσον διαφορά του εν τω αναπλειστηριασμώ επιτυγχανομένου τιμήματος ή μισθώματος πλέον τόκων ηπερημερίας κατά το άρθρον 17 του παρόντος εφ’ ολοκλήρου του τιμήματος ή μισθώματος δια το χρονικόν διάστημα της εκπτώσεως μέχρι της υπογραφής του τίτλου υπό του κατά τον αναπλειστηριασμόν αναδεικνυόμενου τελευταίου πλειοδότου, εάν παρά του τελευταίου τούτου υπεγράφη εμπροθέσμως ο τίτλος, άλλως μέχρι της τελευταίας ημέρας της προθεσμίας υπογραφής τούτου. 26.Ζ.β.9 Διαχείριση Ανταλλάξιμων Κτημάτων Εκ του συνολικού ως άνω ποσού της ζημίας εκπίπτονται τα τυχόν εισπραχθέντα κατά της Υ.Δ.Α.Μ.Κ. μισθώματα ή αποζημιώσεις χρήσεως από τους κατόχους των αναπληστηριαζομένων ακινήτων τ’ αντιστοιχούντα εις το χρονικόν διάστημα της εκπτώσεως καθ’ ο ο έκπτωτος υποχρεούται και εις την καταβολήν τόκου ημερημερίας. Προκειμένου περί εκπτώσεως εκ μειοδοτικής δημοπρασίας επισκευών, ως ζημίαι θεωρούνται εκτός των ως άνω οριζομένων εξόδων αναπλειστηριασμού και πάσα επί πλέον διαφορά του αποτελέσματος του αναπλειστηριασμού, ως και πάσα άλλη ζημία ήτις ήθελε τυχόν προσγίνει εις την ανταλλάξιμων περιουσίαν εκ της λόγω εκπτώσεως μη έγκαιρου επισκευής του ακινήτου. Αι εκκαθαριζόμεναι κατά τ’ ανωτέρω ζημίαι πλέον τόκων υπερημερίας εισπράττονται υπό της Υ.Δ.Μ.Α.Κ. εις μετρητά πλην του εκ τιμήματος των πωλουμένων ακινήτων μέρους της ζημίας δυναμένου να εξοφληθή υπό των εκπτώτων και δι’ ομολογιών Δανείων Ανταλλαξίμων. Εάν η κατατεθειμένη εγγύησις αποτελείται εκ τίτλων Εθνικών Δανείων της Ελλάδος αύτη ρευστοποιείται εκποιουμένων των τίτλων υπό του Δημοσίου δια την κάλυψιν της ζημίας εφ’ όσον ο έκπτωτος καλούμενος υπό της Υ.Δ.Α.Μ.Κ. δεν ήθελε τακτοποιήσει την οφειλήν του εντός 5 ημερών από της προσκλήσεως. Μετά την εκκαθάρισιν των ζημιών επιστρέφεται εις τον έκπτωτον το απομένον τυχόν υπόλοιπον της εγγυήσεώς του. 5.Αι διατάξεις του παρόντος άρθρου πλην της περί αναστολής των προθεσμιών διατάξεως της πρώτης παραγράφου ισχύουσι και εφαρμόζονται και εις τας περιπτώσεις πωλήσεως κινητών, εάν οι αγορασταί αυτών δεν καταβάλωσι το τίμημα ως ορίζεται εν άρθρω 9 του παρόντος. Λύσις μισθώσεων επί πωλουμένων κτημάτων. Άρθρον 14. 1.Επί των πωλουμένων ακινήτων λύεται αυτοδικαίως πάσα μίσθωσις άμα τη λήξει της μισθωτικής περιόδου εντός της οποίας υπογράφεται ο μεταβιβαστικός τίτλος έστω και εάν η μίσθωσις έχει συνομολογηθή δια πλείονας μισθωτικάς περιόδους, πλην των περιπτώσεων καθ’ ας οι μισθωταί προστατεύονται υπό ισχύοντος ενοικιοστασίου. Η Υ.Δ.Α.Μ.Κ. εις ουδεμίαν αποζημίωσιν έναντι των μισθωτών υποχρεούται εκ της κατά τ’ ανωτέρω λύσεως τυχόν υφισταμένης πολυετούς μισθώσεως. Αυθαίρετοι κάτοχοι ανταλλαξίμων κτημάτων έστω και αν έχη καθορισθή εις βάρος των αποζημίωσις χρήσεως δι’ ωρισμένον χρονικόν διάστημα ή αορίστως δεν δύνανται να επικαλεσθώσιν υπέρ αυτών την παρούσαν διάταξιν. 2.Τα τυχόν εισπεπραγμένα μισθώματα πωλουμένων κτημάτων τ’ αναγόμενα εις εποχήν μεταγενεστέραν της υπογραφής του σχετικού μεταβιβαστικού τίτλου και μέχρι της λήξεως της κατά την προηγουμένην παράγραφον μισθωτικής περιόδου συμψηφίζονται υποχρεωτικώς προς το τίμημα μετά την υπογραφήν του πωλητηρίου συμβολαίου. Τρόπος καταβολής τιμήματος. Άρθρον 15. 1.Μετά του τιμήματος πωλήσεως ή οπωσδήποτε διαθέσεως των ακινήτων κεφαλαιοποιούνται οι τόκοι μεταφοράς λήξεως δόσεων εις τακτάς ημερομηνίας ή καθυστερήσεως υπογραφής του τίτλου ή άλλαι τυχόν απαιτήσεις, της Υ.Δ.Α.ΜΚ. πηγάζουσαι εκ καθυστερουμένων μισθωμάτων και αποζημιώσεων χρήσεως κλπ. του μεταβιβαζομένου κτήματος ων είναι δυνατή η εξόφλησις κατά τας διατάξεις του παρόντος εις ομολογίας των Δανείων Ανταλλαξίμων. Η ούτω δημιουργουμένη συνολική απαίτησις της Υ.Δ.Α.Μ.Κ., εξοφλείται προκειμένου περί αγροτικών κτημάτων διατιθεμένων κατά τας διατάξεις του παρόντος προς αποκατάστασιν ακτημόνων δι’ εικοσιπέντε ετησίων τοκοχρεωλυτικών δόσεων κατά την μέθοδον της συνθέτου χρεωλυσίας. Προκειμένου περί των λοιπών κτημάτων οι αγορασταί υποχρεούνται να καταβάλωσι προ της υπογραφής των μεταβιβαστικών τίτλων το 1/10 της κατά τ’ ανωτέρω δημιουργουμένης απαιτήσεως της Υ.Δ.Α.Μ.Κ., δικαιούμενοι να ζητήσωσι την εξόφλησιν των υπολοίπων 9/10 τοκοχρεωλυτικώς κατά την μέθοδον της συνθέτου χρεωλυσίας εις εξαμηνιαίας δόσεις επί επιτοκίω 6% το πολύ εντός α)πέντε ετών προκειμένου περί αρχικού τιμήματος μέχρι πέντε χιλιάδων (5.000 δραχμών). β)Οκτώ ετών προκειμένου περί αρχικού τιμήματος μέχρι δέκα χιλιάδων
(10000)δραχμών, γ)δέκα πέντε ετών προκειμένου περί αρχικού τιμήματος μέχρις είκοσι χιλιάδων
(20000)δραχμών, δ)είκοσιν ετών προκειμένου περί αρχικού τιμήματος μέχρι πεντήκοντα χιλιάδων (50.000) δραχμών και ε)είκοσι πέντε ετών προκειμένου περί αρχικού τιμήματος ανωτέρου των πεντήκοντα χιλιάδων
(50000)δραχμών. Εξαιρετικώς, προκειμένου περί οφειλών Δήμων και Κοινοτήτων ή Κτηματικών ομάδων δημιουργουμένων εκ της εφαρμογής σχεδίων πόλεων και κωμών, περί ων το άρθρον 5 του παρόντος, επιτρέπεται, όπως εφ’ όσον το εκ της αιτίας ταύτης συνολικόν χρέος προς την Υ.Δ.Α.Μ.Κ. υπερβαίνει τα 10.000.000 δραχμών αποφάσει του Κεντρικού Συμβουλίου μετά πρότασιν της Τοπικής Επιτροπής καθορισθή τμηματική εξόφλησις τούτων τοκοχρεωλυτικώς επί επιτοκίω 3% κατά την μέθοδον της συνθέτου χρεωλυσίας εντός πεντηκονταετίας κατ’ ανώτατον όριον. Αι κατά τ’ ανωτέρω απαιτήσεις της Υ.Δ.Α.Μ.Κ. καταβάλλονται εις μετρητά ή εις ομολογίας των δανείων ανταλλαξίμων λογιζομένας εις την ονομαστικήν των αξίαν. 2.Ημερομηνία καταβολής των κατά την προηγουμένην παράγραφον ετησίων και εξαμηνιαίων τοκοχρεολυτικών δόσεων ορίζεται η 2α Ιανουαρίου και η 2α Ιουλίου εκάστου έτους, δια δε το μεσολαβούν χρονικόν διάστημα από της ημέρας καθ’ ην υπογράφεται ο μεταβιβαστικός τίτλος μέχρι των ανωτέρω ημερομηνιών, αφ’ ων άρχεται ο υπολογισμός τον χρόνου των ετησίων ή εξαμηνιαίων τοκοχρεωλυτικών δόσεων, οι αγορασταί υποχρεούνται να καταβάλωσι τόκον μεταφοράς των δόσεων εις τας ανωτέρω τακτάς ημερομηνίας επί επιτοκίω ίσω προς το δια του παρόντος καθοριζόμενον επιτόκιον τμηματικής εξοφλήσεως κεφαλαιοποιούμενον μετά του τιμήματος, παρατεινομένου του χρόνου της εξοφλήσεως του υπολοίπου τιμήματος κατά το μεσολαβήσαν ως άνω χρονικόν διάστημα. Ο ούτω καταβαλλόμενος τόκος εν ουδεμιά περιπτώσει επιστρέφεται. Εξαμηνία νοείται η από 3ης Ιανουαρίου μέχρι και της 2ας Ιουλίου και η από 3ης Ιουλίου μέχρι και της 2ας Ιανουαρίου εκάστου έτους περίοδος, έτος δε η από 3ης Ιανουαρίου μέχρι και της 2ας Ιανουαρίου του επομένου έτους και η από 3ης Ιουλίου μέχρι και της 2ας Ιουλίου του επομένου έτους περίοδος. 3.Εν περιπτώσει τμηματικής εξοφλήσεως του τιμήματος των πωλουμένων ακινήτων, προς ασφάλειαν της απαιτήσεως της ανταλλαξίμου περιουσίας εγγράφεται υποχρεωτικώς πρώτη υποθήκη εις τα οικεία βιβλία υποθηκών δια ποσόν ίσον προς την εκ τιμήματος και εκ κεφαλαιοποιουμένων κατά τ’ ανωτέρω τόκων, μισθωμάτων κλπ. οφειλήν. 4.Τα εκ των πωλουμένων ακινήτων δεκτικά ασφαλίσεως ασφαλίζονται υποχρεωτικώς κατά του κινδύνου πυρός συμφώνως προς τας διατάξεις του από 17/21 Νοεμβρίου 1939 Β.Δ. «περί πυρασφαλίσεως των εκποιουμένων κτημάτων της ανταλλαξίμου περιουσίας». Η Υ.Δ.Α.Μ.Κ. δικαιούται να εγγράψη υποθήκην προς ασφάλειαν ολοκλήρου του ποσού των ασφαλίστρων των απαιτουμένων δια την πυρασφάλειαν των πωλουμένων τοιούΣελ. 291 Διαχείριση Ανταλλάξιμων Κτημάτων 26.Ζ.β.9 των ακινήτων δι’ ολόκληρον το χρονικόν διάστημα της τμηματικής εξοφλήσεως της απαιτήσεώς της. Η εγγραφή της υποθήκης ταύτης γίνεται εξόδοις του αγοραστού προκαταβαλλομένοις εν δυστροπία του υπό του Δημοσίου εκ του λογαριασμού της ανταλλαξίμου περιουσίας και εισπραττομένοις εν τοιαύτη περιπτώσει αναγκαστικώς κατά τας διατάξεις του Νόμου «περί εισπράξεως δημοσίων εσόδων». 5.Εν περιπτώσει πυρκαϊάς ενυποθήκου τινός κατά τας διατάξεις του παρόντος άρθρου κτήματος, ο οφειλέτης εξοφλών την απαίτησιν της Υ.Δ.Α.Μ.Κ. δια καταβολής τοις μετρητοίς η δι’ ομολογιών Δανείων Ανταλλαξίμων του μέρους μόνον της απαιτήσεως του αντιπροσωπεύοντος το υπόλοιπον τίμημα μετά των συμπεφωνημένων τόκων (των τόκων υπερημερίας αυτών, των ασφαλίστρων και λοιπών εξόδων καταβαλλομένων πάντοτε τοις μετρητοίς), δικαιούται, εφ’ όσον η ασφάλισις ενηργήθη παρ’ ασφαλιστική εταιρεία να εισπράξη την επιδικαζομένην λόγω των εκ της πυρκαϊάς ζημιών αποζημίωσιν. Επιτρέπεται, όπως μετ’ απόφασιν του Κεντρικού Συμβουλίου προτάσει της Τοπικής Επιτροπής αποδοθή η υπό της Υ.Δ.Α.Μ.Κ. εισπραχθείσα λόγω των εκ πυρκαϊάς ζημιών αποζημίωσις εις τους οικείους οφειλέτας δια την επισκευήν των ενυπόθηκων κτημάτων, εφ’ όσον εξασφαλίζεται η εκ τιμήματος μετά των τόκων και λοιπών εξόδων απαίτησις της Υ.Δ.Α.Μ.Κ., του εν τοιαύτη περιπτώσει συναπτομένου νέου δανείου εξοφλουμένου δια δόσεων και εις μετρητά εντός του συμφωνηθέντος δια την εξόφλησιν του αρχικού δανείου χρόνου και υφ’ ους όρους συνήφθη το αρχικόν τούτο δάνειον. Εις ην περίπτωσιν παραμένει ανεξόφλητον υπόλοιπον του αρχικού δανείου δυνάμενον να καταβληθή και εις ομολογίας Δανείων Ανταλλαξίμων, δικαιούται ο οφειλέτης να ζήτηση κατά την ημέραν της εισπράξεως του νέου δανείου την τροπήν των μετρητών εις ομολογίας Δανείων Ανταλλαξίμων ή την τροπήν του εις ομολογίας πληρωτέου δανείου εις δάνειον πληρωτέον εις μετρητά επί τη εξευρισκομένη τιμή τούτων βάσει των διατάξεων του Αναγκ. Νόμου 608/1937, χρεουμένου του οφειλέτου με το ποσόν τούτο, ενοποιουμένων πάντως των δύο δανείων εις εν τοιούτον. Τ’ ανωτέρω καθοριζόμενα εφαρμόζονται κατ’ αναλογίαν και επί των εκποιουμένων κτημάτων ρυμοτομουμένων υπό των εγκεκριμένων σχεδίων πόλεων. 6.Εν τη περιπτώσει της τμηματικής εξοφλήσεως του τιμήματος επιτρέπεται η καταβολή μιας ή και περισσοτέρων τοκοχρεολυτικών δόσεων και προ της λήξεώς των. Εάν η προκαταβολλομένη δόσις έδει να καταβληθή κατά την εξαμηνίαν ή το έτος εντός του οποίου προκαταβάλλεται, ουδεμιάς εκπτώσεως τόκου δικαιούται ο προκαταβάλλων. Δια την δόσιν ή τας δόσεις όμως αίτινες είναι καταβλητέαι μετά την εξαμηνίαν, ή το έτος εντός των οποίων προκαταβάλλονται, εκ της προκαταβολής ταύτης εκπίπτεται ο τόκος επί του εφ’ εκάστης προκαταβαλλομένης δόσεως αναλογούντος χρεωλύτρου, δια το χρονικόν διάστημα το αντιστοιχούν από της επομένης της λήξεως της εξαμηνίας ή του έτους εντός των οποίων προκαταβάλλεται μέχρι της λήξεως εκάστης προκαταβαλλομένης δόσεως, συμψηφιζόμενος εις τας τυχόν οφειλομένας προσεχείς τοκοχρεωλυτικάς δόσεις. (Επίσης επιτρέπεται η καθ’ οιονδήποτε χρόνον καταβολή χρηματικού ποσού ίσου τουλάχιστον προς το άθροισμα δύο ετησίων ή τεσσάρων εξαμηνιαίων δόσεων έναντι του υπολειπομένου κεφαλαίου υπό τον όρον της καταβολής Σελ. 292 και των δεδουλευμένων τόκων επί του ούτω καταβαλλομένου ποσού από της αμέσως προηγουμένης τακτής λήξεως μέχρι της ημέρας της καταβολής. Επιτρέπεται εις την Υ.Δ.Α.Μ.Κ., όπως δια την απομένουσαν υπόλοιπον απαίτησιν της μετά την αφαίρεσιν του έναντι κεφαλαίου καταβαλλομένου κατά τα ανωτέρω ποσού καθορίση νέαν δια δόσεων τοκοχρεωλυτικήν εξόφλησιν εντός του υπολειπομένου χρονικού διαστήματος προς συμπλήρωσιν του δια του οικείου πωλητηρίου συμβολαίου καθορισθέντος χρόνου, τμηματικής εξοφλήσεως, της πρώτης των νέων δόσεων καταβλητέας την πρώτην τακτήν ημερομηνίαν του μεθεπομένου της έναντι κεφαλαίου καταβολής οικονομικού έτους.) Βλ. νεωτέρας διατάξεις των άρθρων 7 παρ. 2 Νόμ. 930/1943 και άρθρ. 3 Α.Ν. 1042/
  1. 7.Επί των επί τμηματική εξοφλήσει πωλουμένων ακινήτων, εν περιπτώσει καθυστερήσεως ληξάσης δόσεως πέραν του τριμήνου, ολόκληρον το χρέος καθίσταται απαιτητόν και βαρύνεται με τόκον υπερημερίας από της ημερομηνίας αφ’ ης έληξεν η πρώτη καθυστερουμένη τοκοχρεωλυτική δόσις. Η εισπράξις της τε ληξάσης τοκοχρεωλυτικής δόσεως και του συνόλου της απαιτήσεως ως και η εκτέλεσις των πωλητηρίων συμβολαίων, ενεργούνται κατά τον Νόμον «περί εισπράξεως Δημοσίων εσόδων». Η σχετική κατασχετήριος έκθεσις εγγράφεται απαραιτήτως εις το οικείον βιβλίον κατασχέσεων μετά την λήξιν του ανωτέρω τριμήνου μερίμνη των αρμοδίων Δημοσίων Ταμιών. Επιτρέπεται κατόπιν αποφάσεως του Κεντρικού Συμβουλίου να επανέλθη το δάνειον εις την κανονικήν τοκοχρεωλυτικήν εξόφλησιν και να αρθώσιν αι συνέπειαι της υπερημερίας, μετά την καταβολήν των ληξασών τοκοχρεωλυτικών δόσεων υπολογιζομένων με επιτόκιον υπερημερίας και των εξόδων κατασχέσεως. Κατ’ εξαίρεσιν απαλλάσσονται δυνάμει του παρόντος του τόκου υπερημερίας εφ’ ολοκλήρου του κεφαλαίου οι καθυστερούντες την πληρωμήν των μέχρι και της λήξεως 2 Ιουλίου 1940 τοκοχρεωλυτικών δόσεων, εφ’ όσον εξοφλήσωσι μέχρι της 31 Μαΐου 1941 απάσας τας καθυστερούμενας δόσεις υπολογιζομένας με επιτόκιον υπερημερίας. Εν περιπτώσει επισπεύσει τρίτου πλειστηριασμού του ενυπόθηκου ακινήτου εάν έχη ορισθή ως πρώτη προσφορά ποσόν μικρότερον της απαιτήσεως της Υ.Δ.Α.Μ.Κ., επιτρέπεται εις τον Διευθυντήν του αρμοδίου Ταμείου ως αντιπρόσωπον του Δημοσίου όπως υπερθεματίση δια λογαριασμόν του Δημοσίου μέχρι του ποσού της απαιτήσεως της Υ.Δ.Α.Μ.Κ. Επί των περιερχομένων εις την Υ.Δ.Α.Μ.Κ. εξ αναγκαστικών πλειστηριασμών επισπεύσει αυτής ή τρίτου ακινήτων μετά την έκδοσιν της κατακυρωτικής περιλήψεως αίρονται αι υφιστάμενοι περί του πλειστηριασμού υποθήκαι, προσημειώσεις και κατασχέσεις, κατόπιν εγγράφου προς τον Υποθηκοφύλακα του Προϊσταμένου του οικείου Γραφείου Διαχειρίσεως ανταλλαξίμου περιουσίας. 8.Ως Ομολογίαι Δανείων Ανταλλαξίμων κατά την έννοιαν του παρόντος νοούνται αι ομολογίαι των Δανείων Αποζημιώσεων των αστών ανταλλαξίμων προσφύγων τύπου 8% ή 6%, υπολογίζονται δε εις την ονομαστικήν των αξίαν και δέον να φέρωσιν άπαντα τα μη λήξαντα κατά την ημέραν της δι’ αυτών πληρωμής οφειλής τοκομερίδια. 9.Κλάσματα δραχμής πάσης απαιτήσεως της Υ.Δ.Α.Μ.Κ. πεντήκοντα λεπτών και άνω λογίζονται ως ακεραία δραχμή, κάτω δε των πεντήκοντα λεπτών διαγράφονται. 26.Ζ.β.9 Διαχείριση Ανταλλάξιμων Κτημάτων Εκπτώσεις και Ευεργετήματα. Άρθρον
  2. 1.Εις αγοραστάς ανταλλαξίμων κτημάτων παρέχεται έκπτωσις 10% επί του τιμήματος μετά των κεφαλαιοποιουμένων τυχόν τόκων, μισθωμάτων και αποζημιώσεων χρήσεως, εφ’ όσον ούτοι ήθελον καταβάλη ολόκληρον το οφειλόμενον ποσόν εφ’ άπαξ κατά την υπογραφήν του μεταβιβαστικού τίτλου, προκειμένου δε περί αποκαθισταμένων ακτημόνων κατά το άρθρον 8 του παρόντος εντός προθεσμίας δύο μηνών από της κοινοποιήσεως αυτοίς της περί καθορισμού του τιμήματος αποφάσεως της Τοπικής Επιτροπής. 2.Α)Επί διατεθέντων και διατιθεμένων αγροτικών κτημάτων προς αποκατάστασιν προσφύγων ή γηγενών μέχρι συνολικού ποσού χρεώσεως δραχμών 250.
  3. Β) Επί πωλουμένων αγροτικών κτημάτων της αυτής ως άνω αξίας εις αυτοκαλλιεργητάς, οίτινες εάν δεν είχον γίνει κύριοι των κτημάτων τούτων θα εδικαιούντο αγροτικής αποκαταστάσεως κατά τον Αγροτικόν Νόμον και Γ)Επί πωλουμένων αστικών κτημάτων της αυτής ως άνω αξίας εφ’ όσον ιδιοχρησιμοποιούνται ταύτα εν όλω ή εν μέρει δι’ οικογενειακήν ή επαγγελματικήν στέγασιν : 1)εις πρόσφυγας δικαιουμένους βάσει των κατά τον χρόνον της αγοράς ισχυόντων Νόμων επαγγελματικής ή οικογενειακής στεγάσεως και μη τυχόντας τοιαύτης, θεωρουμένων δια την εφαρμογήν των διατάξεων του παρόντος ως τυχόντων στεγάσεως των μελών οικογενειών άτινα προσυπελογίσθησαν δια την παραχώρησιν στεγάσεως εις εν των μελών των οικογενειών τούτων, και 2)εις γηγενείς και πρόσφυγας μη δικαιουμένους κατά τους «περί στεγάσεως των προσφύγων Νόμους» επαγγελματικής ή οικογενειακής στεγάσεως α)αναπήρους ή θύματα πολέμου, β)εις υποστάντας ζημίας λόγω μερικής ή ολικής καταστροφής της ακινήτου περιουσίας των γενομένης κατά την διάρκειαν των Βαλκανικών και του Ευρωπαϊκού πολέμου εξ εισβολής ξένων στρατευμάτων, γ)εις παλαιούς πολεμιστάς, δ)εις πολυτέκνους και ε)εις τους μετασχόντας εις τον εθελοντικών Μακεδονικόν και Ηπειρωτικόν αγώνα, ως και εις τους Κρητικούς τοιούτους, εκπίπτεται ποσοστόν 40% επί των πρώτων 100.000 δραχμών του αρχικού τιμήματος. Η ιδιοχρησιμοποίησις ή αυτοκαλλιέργεια αποδεικνύεται δι’ εγγράφου βεβαιώσεως της Αστυνομικής ή Δημοτικής ή Κοινοτικής Αρχής της τοποθεσίας του κτήματος, η μη παραχώρησις στεγάσεως υπό της αρμοδίας Υπηρεσίας του Υπουργείου Κρατικής Υγιεινής και Αντιλήψεως, η ιδιότης του αποκαταστατέου κατά τον Αγροτικόν Νόμον ακτήμονος εις ην περίπτωσιν δεν δικαιούται αποκαταστάσεως συνεπεία αγοράς ανταλλαξίμου κτήματος δια βεβαιώσεως της αρμοδίας Γεωργικής Υπηρεσίας, το γεγονός της γενομένης ζημίας και η ιδιότης του αναπήρου ή θύματος πολέμου ή παλαιού πολεμιστού ή πολυτέκνου δια βεβαιώσεως του οικείου Νομάρχου, η δε ιδιότης των μετασχόντων εις τον εθελοντικόν Μακεδονικόν και Ηπειρωτικόν αγώνα, ως και εις τους Κρητικούς αγώνας δια βεβαιώσεως της αρμοδίας προς συνταξιοδότησιν αυτών Αρχής, ή των αρμοδίων στρατιωτικών Αρχών, απασών των ανωτέρω βεβαιώσεων προσαγομένων το βραδύτερον εντός έτους από της ημερομηνίας της υπογραφής του μεταβιβαστικού τίτλου, ή προκειμένου περί αποκαθισταμένων ακτημόνων από της επομένης της λήξεως της μηνιαίας προθεσμίας αποδοχής του καθοριζομένου υπό της Τοπικής Επιτροπής τιμήματος. Εις ας περιπτώσεις η ανωτέρω έκπτωσις παρέχεται εις αποκαθισταμένους ακτήμονας επί του τιμήματος του καθοριζομένου επί τη βάσει των πινάκων της προσωρινής διανομής, η έκπτωσις προσαρμόζεται προς το κατά την εποχήν εκδόσεως του οριστικού τίτλου (παραχωρητηρίου) καθοριζόμενον τυχόν νέον τίμημα συνεπεία μεταβολής της αρχικώς παραχωρηθείσης προς αποκατάστασιν εκτάσεως. Δικαιούνται της ανωτέρω εκπτώσεως και πολύτεκνοι αποκτώντες την ιδιότητα ταύτην μετά την αγοράν του κτήματος, εφ’ όσον προσκομίσωσι περί τούτου βεβαίωσιν του αρμοδίου Νομάρχου εντός προθεσμίας τριών μηνών από της αποκτήσεως της ιδιότητος του πολυτέκνου. Εν περιπτώσει καθ’ ην το πωλούμενον ακίνητον ήτο μισθωμένον υπό της Υ.Δ.Α.Μ.Κ. η ετησία προθεσμία προς προσαγωγήν της βεβαιώσεως ιδιοχρησιμοποιήσεως αναστέλλεται κατά το διάστημα αδυναμίας ιδιοχρησιμοποιήσεως του ακινήτου υπό του αγοραστού λόγω παραμονής του μισθωτού δυνάμει των διατάξεων του παρόντος. Δια το εμπρόθεσμον της προσκομίσεως των ανωτέρω βεβαιώσεων δεν λαμβάνεται υπ’ όψιν ο χρόνος της προσκομίσεως τούτων εις την Υ.Δ.Α.Μ.Κ. αλλ’ η ημερομηνία της υποβολής προς την αρμοδίαν αρχήν της αιτήσεως περί εκδόσεως των ανωτέρω βεβαιώσεων μνημονευομένη απαραιτήτως εν τη βεβαιώσει. Η ανωτέρω έκπτωσις παρέχεται υπό την προϋπόθεσιν ότι ο δικαιούχος δεν έχει αγοράσει από την ανταλλάξιμον περιουσίαν ή δεν εκτήσατο ως δικαιοδόχος τρίτων έτερα ανταλλάξιμα ακίνητα οιασδήποτε φύσεως, των οποίων το τίμημα αθροιζόμενον μετά του τιμήματος επί του οποίου ζητεί την παροχήν της εκπτώσεως δεν υπερβαίνει τας 250.000 δραχμάς. Η έκπτωσις παρέχεται δι’ εν μόνον ακίνητον της εκλογής του αγοραστού και εφ’ άπαξ. Εν περιπτώσει αγοράς δια του αυτού συμβολαίου πλειόνων κτημάτων άνευ καθορισμού ιδιαιτέρως του τιμήματος ενός εκάστου το τίμημα του κτήματος δι’ ο θα χορηγηθή το ευεργέτημα καθορίζεται προς τούτο υπό της αρμοδίας Τοπικής Επιτροπής. Εξαιρετικώς προκειμένου περί προσφύγων τελούντων ουχί ιδία υπαιτιότητι εν αδυναμία προσκομίσεως βεβαιώσεως της αρμοδίας υπηρεσίας του Υπουργείου Κρατικής Υγιεινής και Αντιλήψεως περί προσφυγικής ιδιότητος και μη αποκαταστάσεως αυτών, η έκπτωσις 40% παρέχεται επί τη βάσει 1)βεβαιώσεως της αρμοδίας αρχής ότι ο αγοραστής εμπροθέσμως ητήσατο την έκδοσιν της ανωτέρω βεβαιώσεως και 2)υπευθύνου δηλώσεως του αγοραστού ότι τυγχάνει πρόσφυξ δικαιούμενος και μη τυχών κατά τους «περί στεγάσεως των προσφύγων» νόμους αστικής αποκαταστάσεως. Τα δικαιολογητικά ταύτα δέον να υποβληθώσιν τη Υ.Δ.Α.Μ.Κ. επί ποινή απωλείας του ευεργετήματος της εκπτώσεως 40% εντός ανατρεπτικής προθεσμίας ενός έτους από της υπογραφής του μεταβιβαστικού τίτλου, προκειμένου δε περί πωληθέντων προ της ισχύος του παρόντος κτημάτων εντός έτους από της ισχύος του παρόντος. Η ούτω παρεχομένη έκπτωσις τελεί υπό την αίρεσιν της προσκομίσεως μεταγενεστέρως υπό του αγοραστού βεβαιώσεως της αρμοδίας υπηρεσίας του Υπουργείου Κρατικής Υγιεινής και Αντιλήψεως ότι ούτος τυγχάνει πρόσφυξ δικαιούμενος και μη τυχών αποκαταστάσεως, επί τη προσαγωγή της οποίας και μόνον παρέχεται εξάλειψις της επί του κτήματος υφισταμένης υποθήκης εν περιπτώσει ολοσχερούς εξοφλήσεως του χρέους. Εν η περιπτώσει η υποβληθείσα ως άνω υπεύθυνος δήλωσις ήθελεν ελεγχθή ανειλικρινής, η παρασχεθείσα έκπτωσις 40% ανακαλείται εξ υπαρχής, ολόκληρον δε το ποσόν ταύτης ως και το υπόλοιπον μέρος του τιμήματος (ληξιπρόθεσμον και μη) καθίσταται αμέσως απαιτητόν, βαρυνόμενον με τόκον υπερημερίας το μεν ποσόν της ανακληθείσης εκπτώσεως από της δόσεως αφ’ ης ελογίσθη η έκπτωσις, το υπόλοιπον δε μέρος του χρέους αφ’ ης έκαστον των συνιστώντων τούτο στοιχείων κατέστη απαιτητόν. Οι οφείλεται εις ους χορηγείται το ευεργέτημα της εκπτώσεως 40% επί τη βάσει των ανωτέρω δικαιολογητικών, υποχρεούνται όπως μέχρι του καθορισμού της τοκοχρεωλυτικής δόσεως του δανείου των, καταβάλωση τας προ της χορηγήσεως της Σελ. 293 Διαχείριση Ανταλλάξιμων Κτημάτων 26.Ζ.β.9 εκπτώσεως 40% καθωρισμένας δόσεις. 3.Της κατά την προηγουμένην παράγραφον εκπτώσεως δικαιούνται και αγοράστριαι αστικών ακινήτων σύζυγοι ή χήραι προσώπων άτινα θα εδικαιούντο της ως άνω εκπτώσεως, εάν ταύτα ήσαν αγορασταί του ακινήτου, υπό τον όρον ότι οιοσδήποτε εκ των συζύγων δεν απήλαυσεν εν τω παρελθόντι ταύτης, αποκλειόμενης και της εκ δευτέρου παροχής της εκπτώσεως εις οιονδήποτε εξ αυτών εν τω μέλλοντι. Τα αυτά ισχύουσι και υπέρ των κατ’ εφαρμογήν της παραγράφου 12 του άρθρου 12 του παρόντος αγοραστών αστικών κτημάτων, εφ’ όσον τα πρόσωπα τα ενασκήσαντα το εν τη παραγράφω ταύτη αναφερόμενον δικαίωμα τυγχάνουσι δικαιούχοι της εκπτώσεως, ο δε τίτλος έχει συνταχθή επ’ ονόματι συζύγων, αγάμων θυγατέρων ή ανηλίκων αρρένων τέκνων. Μετά των απαιτουμένων κατά την προηγουμένην παράγραφον βεβαιώσεων δέον συγχρόνως να προσκομίζηται τη Υ.Δ.Α.Μ.Κ. και συμβολαιογραφική συναίνεσις των δικαιούχων δια την παροχήν εκπτώσεως. Εν πάση περιπτώσει η έκπτωσις μόνον εις εν μέλος της οικογενείας δύναται να δοθή κατ’ εφαρμογήν της παρούσης διατάξεως, λαμβάνονται δε υπ’ όψιν δια την κατά το τελευταίον εδάφιον της προηγουμένης παραγράφου εξεύρεσιν του ορίου των 250.000 δραχμών και τα παρ’ ενός εκάστου των μελών της αυτής οικογενείας αγορασθέντα κεχωρισμένως ακίνητα. Ωσαύτως της εκπτώσεως της προηγουμένης παραγράφου δικαιούνται και οι εκ των κληρονόμων των αποβιούντων αγοραστών προ ή μετά την υπογραφήν του πωλητηρίου συμβολαίου ανιόντες, κατιόντες, και σύζυγοι, εφ’ όσον και εις εκ τούτων ιδιοχρησιμοποιεί το ακίνητον κατά τας διατάξεις του παρόντος επί τη προσαγωγή των απαιτουμένων βεβαιώσεων δια την παροχήν της εκπτώσεως ταύτης εις τον παρ’ αυτών κληρονομηθέντα. 4.Η κατά την παράγραφον 2 του παρόντος άρθρου παρεχομένη έκπτωσις ορίζεται εις 50% εφ’ όσον το μετά ταύτην απομένον υπόλοιπον χρέος εξοφληθή εντός τριμήνου προθεσμίας από της μετά την προσαγωγήν των απαιτουμένων βεβαιώσεων ανακοινώσεως υπό της Υ.Δ.Α.Μ.Κ. ότι εχορηγήθη το ευεργέτημα. 5.Τα κατά τας προηγούμενας παραγράφους ευεργετήματα παρέχονται, πλην

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.