📄 Κείμενο νόμου
9. ΒΑΣΙΛΙΚΟΝ ΔΙΑΤΑΓΜΑ της 24/31 Οκτ. 1940 Περί τροποποιήσεως, συμπληρώσεως και κωδικοποιήσεως των «περί διοικήσεως, διαχειρίσεως και εκκαθαρίσεως των ανταλλαξίμων Μουσουλμανικών κτημάτων διατάξεων». Έχοντες υπ’ όψει τας διατάξεις: 1)του Ν.Δ. της 2/3 Μαΐου 1924 «περί συστάσεως Γενικής Διευθύνσεως Ανταλλαγής πληθυσμών», 2)του άρθρ. 4 του Α.Ν. 608/37, 3)του άρθρ. 12 της δια του Α.Ν. 909/1937 κυρωθείσης συμβάσεως, 4)του άρθρ. 9 του υπ’ αριθ. 1909/1939 Α. Νόμου «περί αναλήψεως υπό του Κράτους της διαχειρίσεως των εν Ελλάδι κτημάτων των ανταλλαγέντων Μουσουλμάνων», και 5)του Α.Ν. 2068/1939 «περί υπαγωγής της παρά τω Υπουργείω Κρατικής Υγιεινής και Αντιλήψεως λειτουργούσης Διευθύνσεως Ανταλλαγής εις την Γ.Δ.Δ.Λ. κλπ.» μετά γνώμην του συμβουλίου της Επικρατείας, προτάσει των Ημετέρων επί των Οικονομικών, Γεωργίας και Εθνικής Προνοίας Υπουργών απεφασίσαμεν και διατάσσομεν. Περιουσιακά στοιχεία Άρθρον 1. 1.Εις την αρμοδιότητα της δια του Αν. Νόμου 19091939 «περί αναλήψεως υπό του Κράτους της διαχειρίσεως των εν Ελλάδι κτημάτων των ανταλλαγέντων Μουσουλμάνων» συσταθείσης παρά τη Γενική Διευθύνσει Δημοσίου Λογιστικού του Υπουργείου Οικονομικών ειδικής υπηρεσίας Διαχειρίσεως ανταλλαξίμων Μουσουλμανικών κτημάτων, σημειουμένης εφεξής προς συντομίαν Υ.Δ.Α.Μ.Κ. υπάγεται η διοίκησις διαχείρισις και εκκαθάρισις πάντων των εν Ελλάδι περιουσιακών στοιχείων των ανταλλαγέντων Μουσουλμάνων και των βακουφίων Σελ. 270 (περιλαμβανομένων των νεκροταφείων και των παντός είδους περιουσιακών στοιχείων των ανηκόντων εις Οθωμανικά νομικά πρόσωπα), τα οποία περιήλθον εις το Ελληνικόν Δημόσιον δυνάμει της από 30 Ιανουαρίου 1923 Συμβάσεως Ανταλλαγής Ελληνοτουρκικών Πληθυσμών, της από 21 Ιουνίου 1924 αποφάσεως της Μικτής Επιτροπής Ανταλλαγής Πληθυσμών και των ΕλληνοΤουρκικών από 10 Ιουνίου 1930 Συμφωνιών, των κυρωθεισών δια του Ν. 4793. 2.Ειδικώτερον η Υ.Δ.Α.Μ.Κ., διοικεί, εκκαθαρίζει και διαχειρίζεται α΄)άπαντα τα ανταλλάξιμα αστικά και αγροτικά κτήματα των πόλεων, κωμοπόλεων και χωρίων, περιλαμβανομένων των νεκροταφείων και των παντός είδους κτημάτων των ανηκόντων εις Οθωμανικά νομικά πρόσωπα, β΄)τας απαιτήσεις των ανταλλαγέντων Μουσουλμάνων κατά παντός τρίτου, ησφαλισμένας εμπραγμάτως επί ακινήτων εν Ελλάδι, αι οποίαι κατά τας διατάξεις της Συμβάσεως «περί ανταλλαγής» και συμφώνως με την υπ’ αριθ. 94/1931 απόφασιν της Μικτής Επιτροπής Ανταλλαγής ΕλληνοΤουρκικών Πληθυσμών, περιήλθον εις το Ελληνικόν Δημόσιον, γ΄)τα Δυνάμει του από 13 Νοεμβρίου 1927 Ν. Διατάγματος «περί των εις την ανταλλάξιμον περιουσίαν ανηκόντων κτηματογράφων της καείσης ζώνης Θεσσαλονίκης, κυρωθέντος δια του Νόμου 4302, ανήκοντα εις την ανταλλάξιμον περιουσίαν κτήματα και κτηματόγραφα της πυρικαύστου ζώνης Θεσσαλονίκης, μετά των συμπαρομαρτούντων τούτοις δικαιωμάτων, δ΄)παν άλλο περιουσιακόν στοιχείον ανήκον εις την ανταλλάξιμον περιουσίαν (κινητά εγκαταλειφθέντα υπό των ανταλλαγέντων Μουσουλμάνων μετοχαί περιερχόμεναι εις το Ελληνικόν Δημόσιον δυνάμει των από 26 Αυγούστου 1933 και 12 Ιουνίου 1934 αποφάσεων των ουδετέρων Μελών της Μικτής Επιτροπής Ανταλλαγής Ελληνοτουρκικών Πληθυσμών κλπ.), ε΄)τα παραδοθέντα εις την Εθνικήν Τράπεζαν της Ελλάδας, ως διαχειρίστριαν των εξ ανταλλαγής κτημάτων και ήδη περιελθόντα εκ διαδοχής εις την Υ.Δ.Α.Μ.Κ., υπό της Επιτροπής Αποκαταστάσεως Προσφύγων ακίνητα εν γένει εις αντάλλαγμα ετέρων ισαξίων ανταλλαξίμων ακινήτων παραχωρηθέντων υπό της Εθνικής Τραπέζης εις την Ε.Α.Π. προς εγκατάστασιν εν αυτοίς προσφύγων ως και τα παραδιδόμενα τη Υ.Δ.Α.Μ.Κ. υπό της διαδόχου της Ε.Α.Π. υπηρεσίας, συμφώνως τω από 15/22 Μαΐου 1926 Ν. Διατάγματι «περί μεταβιβάσεως δικαιωμάτων κυριότητος της Ε.Α.Π. κλπ.» ως ετροποποιήθη δια του από 23/26 Ιουλίου 1926 ομοίου. Τα ακίνητα ταύτα, έστω και αν δεν ανήκουσιν εις την κατηγορίαν των ανταλλαξίμων, αρκεί μόνον να ετέλουν ταύτα νομίμως υπό την κυριότητα και κατοχήν της Ε.Α.Π., διαχειρίζεται ή Υ.Δ.Α.Μ.Κ. κατά τας διατάξεις του παρόντος. Εξαιρετικώς εις περίπτωσιν εκνικήσεως ή δικαστικής αναγνωρίσεως εμπραγμάτου τινός δικαιώματος ή υποθήκης υπέρ τρίτου επί των κτημάτων τούτων ευθύνεται το Δημόσιον εις την κατά τας κειμένας διατάξεις προβλεπομένην δια τα κτήματα ταύτα αποζημίωσιν. Τα διαχωριστικά των ανταλλαξίμων ακινήτων πρωτόκολλα μεταξύ της Ε.Α.Π. ή της διαδόχου αυτής υπηρεσίας και της Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος ως διαχειριστρίας των κτημάτων τούτων, επέχουσι θέσιν κανονικού πρωτοκόλλου παραδόσεως και παραλαβής μεταξύ των δύο τούτων οργανισμών και είναι έγκυρα και ισχυρά απέναντι παντός τρίτου. 26.Ζ.β.7-9 Διαχείριση Ανταλλάξιμων Κτημάτων Περιλαμβανόμενοι τυχόν περιορισμοί εις τα πρωτόκολλα ταύτα ως προς την διάθεσιν των κτημάτων τούτων δεν δεσμεύουσι την Υ.Δ.Α.Μ.Κ. και στ΄)τα παραδοθέντα εις την Εθνικήν Τράπεζαν της Ελλάδος, ως διαχειρίστριαν των εξ ανταλλαγής κτημάτων, δια κανονικών πρωτοκόλλων παραδόσεως και παραλαβής κτήματα έστω και αν δεν ανήκον εις ανταλλάξιμα Μουσουλμανικά φυσικά ή νομικά πρόσωπα ή βακούφια εφ’ όσον μέχρι της 29 Οκτωβρίου 1937 δεν εξεδόθη οριστική και τελεσίδικος απόφασις των Δικαστηρίων ή της Επιτροπής της παραγράφου 54Δ του Άρθρον 5. 1.Προκειμένου περί ρυμοτομουμένων ακινήτων της ανταλλαξίμου περιουσίας προς εφαρμογήν εγκεκριμένου σχεδίου πόλεώς τινος, ενασκουμένην παρά. των οικείων Δήμων ή Κοινοτήτων ή Κτηματικών ομάδων από κοινού ή κεχωρισμένως, η αξία αυτών, κατόπιν αιτήσεως των Δήμων ή Κοινοτήτων ή Κτηματικών ομάδων, υποβαλλομένης εις την Υ.Δ.Α.Μ.Κ. εντός διμήνου προσθεσμίας από της δημοσιεύσεως του κυρωτικού της εφαρμογής του σχεδίου πόλεως Δ/τος, προσδιορίζεται υπό του Κεντρικού Συμβουλίου προτάσει της Τοπικής Επιτροπής εντός εξάμηνου προθεσμίας από της ημέρας της κατά τ’ ανωτέρω υποβολής προς την Υ.Δ.Α.Μ.Κ. των αιτήσεων των Δήμων και Κοινοτήτων ή Κτηματικών Ομάδων, αφού προηγουμένως καταγραφώσι ταύτα καθ’ όρια και έκτασιν υπό των αρμοδίων δημομηχανικών και της Τεχνικής Υπηρεσίας της Υ.Δ.Α.Μ. Κ. Όσον αφορά τα προ της 8 Φεβρουαρίου 1936 δημοσιευθέντα εκτελεστικά της εφαρμογής των εγκεκριμένων σχεδίων πόλεων Δ/τα ισχύουσιν αι υπό των μέχρι τούδε κειμένων διατάξεων χορηγηθείσαι προθεσμίαι. Το Κεντρικόν Συμβούλιον δικαιούται να χορηγή παράτασιν των προθεσμιών τούτων ως και της δια του προηγουμένου εδαφίου προβλεπομένης διμήνου τοιαύτης, δια μίαν ή πλείονας πόλεις, αιτήσει του ενδιαφερομένου Δήμου ή Κοινότητος ή Κτηματικής Ομάδος προς εφαρμογήν εγκεκριμένου ή εγκριθησομένου σχεδίου πόλεως εν όλω ή εν μέρει ή και δι’ έν μόνον ακίνητον. Το Κεντρικόν Συμβούλιον καθορίζει ως αποζημίωσιν την αγοραίαν αξίαν πάντων των ρυμοτομουμένων ανταλλαξίμων κτημάτων (οικοδομών και κτιρίων εν γένει, οικοπέδων προς ανέωξιν ή διεύρυνσιν οδών και πλατειών ή δημιουργίαν αλσών, πρασιών, κήπων κλπ. και εν γένει των προς κοινωφελείς σκοπούς αναγκαιούντων κοινοχρήστων χώρων), δια τα οποία υπόχρεοι προς αποζημίωσιν συμφώνως τω Νόμω «περί σχεδίων πόλεων και κωμών» τυγχάνουσιν οι Δήμοι ή αι Κοινότητες ή αι Κτηματικαί ομάδες, ουχί όμως και των τμημάτων ή ολοκλήρων κτημάτων, δι’ α υπόχρεοι προς αποζημίωσιν κατά τον νόμον «περί σχεδίων πόλεων κλπ.) είναι οι παρόδιοι, οπότε η αποζημίωσις καθορίζεται κατά τα εν τω νόμω «περί σχεδίων πόλεων» προβλεπόμενα. 2.Η κατά την προηγουμένην παράγραφον εκτιμητική απόφασις του Κεντρικού Συμβουλίου κοινοποιείται υπό της Υ.Δ.Α.Μ.Κ. εντός μηνός από της εκδόσεως της εις τον αρμόδιον Δήμον ή Κοινότητα ή Κτηματικήν ομάδα, των τελευταίων τούτων δικαιουμένων, εις ην περίπτωσιν δεν αποδέχονται την καθορισθείσαν εκτίμησιν, να προσφύγωσιν εις το αρμόδιον Πρωτοδικεϊον εντός μηνός από της κοινοποιήσεως αυτοίς της αποφάσεως του Κεντρικού Συμβουλίου, της προσφυγής ταύτης κοινοποιουμένης υποχρεωτικώς και ταυτοχρόνως εις το αρμόδιον Γραφείον Διαχειρίσεως ανταλλαξίμου περιουσίας μερίμνη του εκκαλούντος. Παρερχομένης απράκτου της προθεσμίας ταύτης η απόφασις του Κεντρικού Συμβουλίου καθίσταται ανέκκλητος. Η επί της κατά τ’ ανωτέρω προσφυγής απόφασις του Πρωτοδικείου είναι οριστική και ανέκκλητος. 3.Εντός τριμήνου από της κοινοποιήσεως/της ανεκκλήτου καταστάσης αποφάσεως του Κεντρικού Συμβουλίου ή της αποφάσεως του Πρωτοδικείου υποχρεούται ο Δήμος ή η Κοινότης ή η Κτηματική ομάς να προέλθη εις την υπογραφήν συμβολαιογραφικής πράξεως καθοριζούσης τον τρόπον και χρόνον αποπληρωμής του τιμήματος. Η αποπληρωμή του τιμήματος δύναται να πραγματοποιηθή: α)δια βαθμιαίας καταβολής τοις μετρητοίς ή δι’ ομολογιών Δανείων Ανταλλαξίμων της αξίας των, αναλόγως της προόδου της εφαρμογής των σχεδίων πόλεων, καταληφθησομένων ανταλλαξίμων κτημάτων και προ της καταλήψεως αυτών. Επιτρέπεται προ της καταλήψεως και καταβολής του τιμήματος ή υπό της Υ.Δ.Α.Μ.Κ. εκποίησις των τοιούτων κτημάτων εν δημοπρασία ή απ’ ευθείας προς τρίτους ή κατόχους αναγραφομένου ρητώς εν τοις οικείοις μεταβιβαστικοίς τίτλοις του όρου ότι οι αγορασταί θέλουσιν αποδεχθή εν καιρώ τα κατά τ’ ανωτέρω μεταξύ της Υ.Δ.Α.Μ.Κ. και των Δήμων ή Κοινοτήτων ή Κτηματικών ομάδων προσδιορισθέντα τιμήματα, παραιτούμενοι πάσης και της λόγω υπερόγκου βλάβης έτι εκ του λόγου τούτου αγωγής. Οι Δήμοι ή αι Κοινότητες ή αι Κτηματικαί ομάδες θέλουσι καταβάλλει εις τους αγοραστάς των κτημάτων τούτων τα καταβληθέντα παρά των αγοραστών ποσά προς την Υ.Δ.Α.Μ.Κ. έναντι του τιμήματος προς εξόφλησιν του κεφαλαίου, του μετά ταύτα εναπομένοντος υπολοίπου εκ του καθορισθέντος μετά των Δήμων ή Κοινοτήτων ή Κτηματικών ομάδων τιμήματος καταβαλλομένου υπό των Δήμων τη Υ.Δ.Α.Μ.Κ. Εάν όμως οι εν λόγω τρίτοι αγορασταί αγοράσωσι το ακίνητον εις τιμήν μεγαλυτέραν της δια του μεταξύ της Υ.Δ.Α.Μ.Κ. και Δήμων ή Κοινοτήτων ή Κτηματικών ομάδων συμβολαίου καθορισθείσης τοιαύτης, το υπό των Δήμων ή Κοινοτήτων ή Κτηματικών ομάδων καταβληθησόμενον ποσόν διανέμεται μεταξύ του αγοραστού και της Υ.Δ.Α.Μ.Κ. κατ’ αναλογίαν. Επίσης επιτρέπεται η επισκευή των τοιούτων Κτημάτων παρά της Υ.Δ.Α.Μ.Κ. κατά τους όρους του άρθρου 6 του παρόντος ή παρά των τρίτων αγοραστών, της τοιαύτης βελτιώσεως της καταστάσεώς των μη δυναμένης να αυξήση την κατά τ’ ανωτέρω ανεκκλήτως καθορισθείσαν εις βάρος των Δήμων ή Κοινοτήτων ή Κτηματικών ομάδων υποχρέωσιν καταβολής του τιμήματος και β)δια καταβολής τοις μετρητοίς ή δι’ ομολογιών Δανείων Ανταλλαξίμων, του ενός δεκάτου του τιμήματος κατά την υπογραφήν των σχετικών τίτλων, των δε μετά ταύτα εναπομενόντων εννέα δεκάτων καταβαλλομένων εντός εικοσιπενταετίας δια τοκοχρεωλυτικών δόσεων επί επιτοκίω 3% κατά την μέθοδον της συνθέτου χρεωλυσίας της πρώτης των δόσεων τούτων καταβλητέας την πρώτην μετά την χρονολογίαν υπογραφής των τίτλων τακτήν ημερομηνίαν πληρωμής δόσεως. Προς εξασφάλισιν Σελ. 277 Διαχείριση Ανταλλάξιμων Κτημάτων 26.Ζ.β.9 της υπολοίπου απαιτήσεως της ΥΔ.Α.Μ.Κ. υποχρεούνται οι Δήμοι, αι Κοινότητες ή αι Κτηματικαί ομάδες να εκχωρήσωσιν υπέρ της Υ.Δ.Α.Μ.Κ. εκ των δια την εφαρμογήν των σχεδίων πόλεων επιβληθέντων ή επιβληθησομένων εσόδων αυτών ανάλογον ποσόν, των Δημοσίων Ταμιών των ενεργούντων την είσπραξιν των εσόδων τούτων υποχρεουμένων επί τη σχετική ειδοποιήσει της Υ.Δ.Α.Μ.Κ να παρακρατήσωσιν εκ των αποδιδομένων κατά τα άνω εσόδων των Δήμων, Κοινοτήτων ή Κτηματικών ομάδων τας εκάστοτε καθισταμένας απαιτητάς τοκοχρεωλυτικάς δόσεις. Εις περίπτωσιν καθυστερήσεως δόσεώς τινος εισπράττεται εις βάρος των Δήμων ή Κοινοτήτων ή Κτηματικών ομάδων τόκος υπερημερίας κατά το άρθρον 17 του παρόντος. 4.Κατ’ εξαίρεσιν των διατάξεων των άρθρων 24 και 26 του από 17 Ιουλίου/16 Αυγούστου 1923 Ν.Δ. «περί σχεδίων πόλεων, κωμών κλπ.» οι κατά τόπους αρμόδιοι Νομομηχανικοί υποχρεούνται όπως, οσάκις κρίνεται τούτο αναγκαίον κατά τας διατάξεις του άρθρου 6 του παρόντος, προβαίνωσιν εις την ατελή έκδοσιν αδειών επισκευής ή ενισχύσεως ρυμοτομουμένων ανταλλαξίμων κτημάτων, εφ’ όσον ταύτα δεν έχουσιν εισέτι περιληφθή εις την κατά την παράγραφον 1 του παρόντος άρθρου καταγραφήν, ή ταύτης γενομένης δεν συνετελέσθησαν εντός των προθεσμιών του παρόντος άρθρου α΄ εις τούτο καθοριζόμεναι σχετικαί διατυπώσεις. Η κατά τα άνω άδεια επισκευής ή ενισχύσεως χορηγείται εντός προθεσμίας το πολύ τεσσαράκοντα πέντε ημερών από της σχετικής εγγράφου αιτήσεως του Προϊσταμένου του αρμοδίου Γραφείου Διαχειρίσεως ανταλλαξίμου περιουσίας, κοινοποιουμένης ταυτοχρόνως και εις τον οικείον Δήμον ή Κοινότητα ή Κτηματικήν ομάδα. Εάν οι νομομηχανικοί δεν χορηγήσωσι την ως άνω καθοριζομένην άδειαν εντός της ανωτέρω προθεσμίας, η Υ.Δ.Α.Μ.Κ. δικαιούται και άνευ της αδείας ταύτης να προβαίνη εις την επισκευήν ή ενίσχυσιν των ρυμοτομουμένων ακινήτων, έκτος εάν ο Δήμος ή η Κοινότης ή η Κτηματική ομάς εντός της αυτής προθεσμίας προς χορήγησιν της σχετικής αδείας (45 ημερών) ζητήσωσι την εκτίμησιν των ακινήτων τούτων κατά τας διατάξεις της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου προς εφαρμογήν του εγκεκριμένου σχεδίου πόλεως και υπό τον όρον της εντός μηνός από της εις τον Δήμον ή Κοινότητα ή Κτηματικήν ομάδα κοινοποιήσεως της οριστικής εκτιμητικής αποφάσεως υπογραφής του μεταβιβαστικού τίτλου των ακινήτων τούτων. 5.Εάν οι Δήμοι ή αι Κοινότητες ή αι Κτηματικαί ομάδες δεν εκπληρώσωσιν εμπροθέσμως οιανδήποτε εκ των υπό του παρόντος άρθρου προβλεπομένων υποχρεώσεών των, πάσα απαλλοτρίωσις αίρεται αυτοδικαίως, απαγορευομένης της καταλήψεως των ρυμοτομουμένων ακινήτων, των οποίων η διαχείρισις και εκποίησις ενεργείται παρά της Υ.Δ.Α.Μ.Κ. κατά τας διατάξεις του παρόντος. Βλ. και άρθρ. 5 Νόμ. 1042/1946. Επισκευαί ακινήτων. Άρθρον 6. Επισκευαί ακινήτων. 1.Επισκευαί ανταλλαξίμων ακινήτων κατ’ αρχήν δεν ενεργούνται. Σελ. 278 Εις εξαιρετικάς περιπτώσεις κρινομένας υπό του Κεντρικού Συμβουλίου, προτάσει της Τοπικής Επιτροπής, επιτρέπεται η ενέργεια επισκευών κατά τας επομένας διατάξεις. 2.Αι επισκευαί ακινήτων ενεργούνται δια δημοπρασίας διεξαγομένης ενώπιον των αρμοδίων Τοπικών Επιτροπών υφ’ ους όρους και προθεσμίας καθορίζει το άρθρον 12 του παρόντος. Και εφ’ όσον μεν ή προϋπολογιζομένη δαπάνη επισκευής δεν είναι ανωτέρα των 5.000 δραχ. τα αποτελέσματα της διεξαγομένης δημοπρασίας κατακυρούνται υπό των Τοπικών Επιτροπών, εφ’ όσον δε η προϋπολογιζομένη δαπάνη είναι ανωτέρα των 5.000 δραχμ. τα αποτελέσματα της δημοπρασίας εγκρίνονται υπό του Κεντρικού Συμβουλίου μετά πρότασιν της Τοπικής Επιτροπής. Κατ’ εξαίρεσιν των διατάξεων του προηγουμένου εδαφίου επιτρέπεται η κατόπιν προχείρου μειοδοσίας διενεργουμένης μεταξύ των επί τούτω προσκαλουμένων εργολάβων και τεχνιτών ή και άνευ τοιαύτης, ενέργεια επισκευών εις τας περιπτώσεις επειγούσης ανάγκης, μετ’ απόφασιν της αρμοδίας Τοπικής Επιτροπής, εφ’ όσον το προϋπολογιζόμενον ποσόν της δαπάνης δεν είναι ανώτερον των τριών χιλιάδων δραχμών. 3.Επισκευαί ή δαπάναι πάσης φύσεως ενεργηθείσαι ή ενεργούμεναι εις ανταλλάξιμα κτήματα, άνευ εγγράφου αδείας της τέως διαχειριστρίας Εθνικής Τραπέζης ή της Υ.Δ.Α.Μ.Κ. αυτοβούλως υπό των κατόχων των ή μισθωτών των, δεν αναγνωρίζονται, αλλά παραμένουσιν εις όφελος των κτημάτων, των ενεργησάντων ταύτας ουδεμιάς αποζημιώσεως δικαιουμένων εκ της αιτίας ταύτης. Μισθώσεις και καθορισμός αποζημιώσεως χρήσεως. Άρθρον 7. 1.Η μίσθωσις παντός ακινήτου ενεργείται κατ’ αρχήν κατόπιν δημοπρασίας. Εξαιρετικώς επιτρέπεται η απ’ ευθείας και άνευ δημοπρασίας μίσθωσις παντός ακινήτου εις τους νομίμους αυτού κατόχους ή τους συνιδιοκτήτας. Ωσαύτως επιτρέπεται η απ’ ευθείας και άνευ δημοπρασίας και εις έτερα πρόσωπα μίσθωσις πεφυτευμένων αγροτικών κτημάτων μετά δύο αγόνους δημοπρασίας και εφ’ όσον κατά την κρίσιν της Τοπικής Επιτροπής υφίσταται κίνδυνος φθοράς ή απωλείας των ηρτημένων καρπών. Ομοίως επιτρέπεται η απ’ ευθείας και άνευ δημοπρασίας μίσθωσις παντός ακινήτου εις νομικά πρόσωπα Δημοσίου δικαίου ή Κοινωφελή Ιδρύματα και Σωματεία εν γένει εκπληρούντα κοινωφελή σκοπόν και η προσωρινή παραχώρησις της χρήσεως εις Δημοσίας Αρχάς επί αποζημιώσει υπέρ του Λογαριασμού Διαχειρίσεως της ανταλλαξίμου περιουσίας. 2.Αι μισθώσεις γίνονται μέχρις ενός έτους ή εις ειδικάς περιπτώσεις καθ’ ας η καλυτέρα εκμετάλλευσις του κτήματος υπό του μισθωτού επιβάλλει μακροχρόνιον μίσθωσιν και μέχρι τεσσάρων το πολύ ετών. Σιωπηρά παράτασις μισθώσεως δεν επιτρέπεται. Αι μέχρι ενός έτους μισθώσεις δια δημοπρασίας ως και αι μισθώσεις περί ων το δεύτερον εδάφιον της προηγουμένης παραγράφου, αποφασίζονται υπό των αρμοδίων Τοπικών Επιτροπών, πάσαι δε αι λοιπαί μισθώσεις αποφασίζονται υπό του Κεντρικού Συμβουλίου προτάσει των Τοπικών Επιτροπών. Υπό του αυτού Συμβουλίου προτάσει των Τοπικών Επιτροπών καθορίζονται και αι αποζημιώσεις χρήσεως υπό Δημοσίων Αρχών ανταλλαξίμων κτημάτων, μη απαιτουμένης εν προκειμένω γνωμοδοτήσεως της Επιτροπής στεγάσεως Δημοσίων υπηρεσιών. Η αποζημίωσις αύτη καταβάλλεται υπέρ της ανταλλαξίμου περιουσίας εις βάρος των οικείων πιστώσεων του προϋπολογισμού των εξόδων του αρμοδίου Υπουργείου, αγομένη άλλως εις χρέωσιν του υπό του εδαφ. 3 της παραγράφου 1 του άρθρου 4 του παρόντος προβλεπομένου Λογαριασμού του Δημοσίου. Προκειμένης παραχωρήσεως ανταλλαξίμων κτημάτων προς χρήσιν δημοσίας υπηρεσίας επιτρέπεται η λύσις υφισταμένης μισθώσεως ιδιωτικού οικήματος προς στέγασιν της υπηρεσίας ταύτης αζημίως δια το Δημόσιον. 26.Ζ.β.9 Διαχείριση Ανταλλάξιμων Κτημάτων Επισκευαί ανταλλαξίμων κτημάτων χρησιμοποιουμένων υπό Δημοσίων υπηρεσιών, εφ’ όσον δεν εγκριθή κατά το άρθρον 6 του παρόντος η ενέργεια αυτών εις βάρος της ανταλλαξίμου περιουσίας ενεργούνται εις βάρος των πιστώσεων του αρμοδίου Υπουργείου, τηρουμένων των επί τούτω διατυπώσεων των κειμένων διατάξεων περί στεγάσεως δημοσίων υπηρεσιών. 3.Εις βάρος παντός φυσικού ή νομικού προσώπου οπωσδήποτε χρησιμοποιούντος ή χρησιμοποιήσαντος ανταλλάξιμον ακίνητον άνευ μισθωτικής σχέσεως καθορίζεται αποζημίωσις δια την χρήσιν ή κάρπωσιν του ακινήτου. Το ποσόν της αποζημιώσεως δέον να είναι τουλάχιστον ίσον προς το προϊσχύσαν δια το ίδιον ακίνητον μίσθωμα, εάν δε δεν υπάρχει προηγουμένη μίσθωσις το ποσόν της αποζημιώσεως καθορίζεται επί τη βάσει της μισθωτικής αξίας του ακινήτου (υπό μεν της Τοπικής Επιτροπής εάν πρόκειται περί αποζημιώσεως μέχρι δραχμ. τριακοσίων μηνιαίως ή τριών χιλιάδων εξακοσίων ετησίως), υπό (δε) του Κεντρικού Συμβουλίου μετά πρότασιν της Τοπικής Επιτροπής (εάν πρόκειται περί αποζημιώσεως δραχμών 301 και άνω μηνιαίως ή τριών χιλιάδων εξακοσίων μιας και άνω ετησίως) Η αρμοδιότης της Τοπικής Επιτροπής κατηργήθη δια του άρθρ. 11 Νόμ. 930/1943. Κατά των αποφάσεων τούτων επιτρέπεται ανακοπή ενώπιον μεν του Ειρηνοδίκου της περιφερείας του ακινήτου, εάν πρόκειται περί αποφάσεως της Τοπικής Επιτροπής, ενώπιον δε του Προέδρου Πρωτοδικών της περιφερείας του ακινήτου, εάν πρόκειται περί αποφάσεως του Κεντρικού Συμβουλίου ασκουμένη υπό του ενδιαφερομένου εντός είκοσιν ημερών από της ανακοινώσεως αυτώ της αποφάσεως καθορισμού αποζημιώσεως χρήσεως. Η ανακοίνωσις προκειμένου περί προσώπου αγνώστου διαμονής ενεργείται εις τον Δήμαρχου ή τον Πρόεδρον της Κοινότητος της τελευταίας γνωστής τη υπηρεσία κατοικίας του ενδιαφερομένου, υποχρεούμενον όπως τοιχοκολλά ταύτην επί ένα μήνα εις τα Γραφεία του Δήμου ή της Κοινότητος. Εις τας περιπτώσεις ταύτας η προς άσκησιν ανακοπής προθεσμία ορίζεται 50θήμερος από της εις τον Δήμαρχον ή τον Πρόεδρον της Κοινότητος ανακοινώσεως. Η ανωτέρω 20ήμερος προθεσμία εξηρέθη του Δικαιοστασίου δια του άρθρ. 4 παρ. 1 Νόμ. 1650/1951. Μόνη η κατάθεσις της ανακοπής ταύτης παρά τω αρμοδίω Δικαστηρίω ουδέν έννομον αποτέλεσμα συνεπάγεται αν δεν ορισθή ταυτοχρόνως δικάσιμος ταύτης και αν δεν κοινοποιηθή ή ανακοπή προς το Δημόσιον μετά κλήσεως προς συζήτησιν. Αι ήδη κατατεθείσαι ανακοπαί θεωρούνται άνευ εννόμου αποτελέσματος, εάν εντός τριών μηνών από της ισχύος του παρόντος δεν κοινοποιηθή προς το Δημόσιον υπό των ανακοπτόντων κλήσις προς συζήτησιν αυτών. (α)Εξαιρετικώς επί των δικών τούτων το Δημόσιον εκπροσωπείται υπό του Προϊσταμένου του αρμοδίου Γραφείου Διαχειρίσεως Ανταλλαξίμου Περιουσίας προς ον κοινοποιούνται πάντα τα σχετικά δικόγραφα μη απαιτουμένης κοινοποιήσεως εις τον Υπουργόν των Οικονομικών, δυναμένου να παραστή και άνευ δικηγόρου προσωπικώς, ή και δι’ άλλου υπαλλήλου της Υπηρεσίας του, εγγράφως επ’ αυτού εκάστοτε οριζομένου, προς υποστήριξιν των απόψεων του Δημοσίου. β)Ο Πρόεδρος των Πρωτοδικών της Περιφερείας του ακινήτου κρίνων εκ των ενόντων επικυροί την απόφασιν του Κεντρικού Συμβουλίου ή περιορίζει το δια ταύτης καθορισθέν ποσόν αποζημιώσεως, μη δικαιούμενος ν’ ακυροί εξ ολοκλήρου την απόφασιν του Κεντρικού Συμβουλίου ούτε και να εξετάζη κατά την ενώπιον αυτού διαδικασίαν ζητημάτων κυριότητος νομής ή ετέρας τινός εννόμου σχέσεως. Κατά της αποφάσεως του Προέδρου Πρωτοδικών ουδέν ένδικον μέσον επιτρέπεται. Αποφάσεις Προέδρου Πρωτοδικών εκδοθείσαι ή εκδιδόμεναι καθ’ υπέρβασιν της ανωτέρω παρεχομένης αρμοδιότητος είναι αυτοδικαίως άκυροι. Τα εδάφ. 5, 6 και 7ον της παρ. 3 αντικατεστάθησαν δια των ανωτέρω περιπτώσεων α΄ και β΄ δια του άρθρ. 4 παρ. 1 Νόμ. 1650/1951. Η μη ανακοπείσα εμπροθέσμως απόφασις της Τοπικής Επιτροπής ή του Κεντρικού Συμβουλίου ή η κυρωτική ή η τροποποιητική απόφασις του Ειρηνοδίκου ή Προέδρου, αποτελούσι τίτλον διοικητικής εκτελέσεως κατά τον νόμον «περί εισπράξεως δημοσίων εσόδων». Ανακοπή κατά της προσκλήσεως του Ταμίου προς πληρωμήν ή κατά της εκτελέσεως εν γένει συγχωρείται ένεκα μόνον των εν τω άρθρω 68 έδάφ. Α΄, του Νόμου περί εισπράξεως δημοσίων εσόδων λόγων κατά τα ειδικώτερον εν τω άρθρω τούτω οριζόμενα. Το αυτό ισχύει και εις την περίπτωσιν ασκήσεως ανακοπής κατ’ αποφάσεων καθορισμού αποζημιώσεων χρήσεως, καθ’ ην δεν εκοινοποιήθη αυτή εις το Δημόσιον μετά κλήσεως προς συζήτησιν. 4.Το τρέχον μίσθωμα προκαταβάλλεται υπό του μισθωτού και κατά τα συμφωνούμενα χρονικά διαστήματα. Κατά την υπογραφήν του μισθωτηρίου, ο μισθωτής υποχρεούται να συστήση παρακαταθήκην δια ποσόν ίσον προς το μίσθωμα ενός μηνός ή το 1/12 ετησίου μισθώματος ή και μείζον εις ειδικάς περιπτώσεις κατά την κρίσιν της Τοπικής Επιτροπής, ως εγγύησιν δια την πιστήν και πλήρη τήρησιν των όρων της μισθώσεως. Το ποσόν τούτο της εγγυήσεως συμψηφίζεται εις την τελευταίαν δόσιν του μισθώματος ή εν περιπτώσει μη τηρήσεως των όρων της μισθώσεως, εκπίπτει λόγω ποινικής ρήτρας υπέρ της ανταλλαξίμου περιουσίας. 5.Συμφωνηθέντα μισθώματα ή καθορισθείσαι αποζημιώσεις χρήσεως μέχρι της 31 Δεκεμβρίου 1935 καταβάλλονται, ανεξαρτήτως του χρόνου της λήξεώς των, εις ομολογίας των Δανείων Ανταλλαξίμων, εξαιρέσει των περιπτώσεων καθ’ ας ρητώς συνεφωνήθη ή εις μετρητά πληρωμή των. Μισθώματα στηριζόμενα επί συμβάσεων καταρτισθεισών ή καταρτιζομένων από 1 Ιανουαρίου 1936 και εφεξής καταβάλλονται τοις μετρητοίς. Ομοίως τοις μετρητοίς καταβάλλονται και τα δυνάμει οιουδήποτε τίτλου πλην συμβατικού από 1ης Ιανουαρίου 1936, και εφεξής καθοριζόμενα μισθώματα και αποζημιώσεις χρήσεως. 6.Οφειλαί εκ μισθωμάτων και αποζημιώσεων χρήσεως αναγόμεναι εις χρόνον προγενέστερον της 11 Σεπτεμβρίου 1939 δύνανται να εξοφληθώσι τμηματικώς δια δόσεων. Το ποσόν των δόσεων και το χρονικόν διάστημα εντός του οποίου δέον να γίνη η εξόφλησις ως και αι αναγκαιούσαι ασφάλειαι δια την πραγματοποίησιν της εισπράξεως ορίζονται αναλόγως της οικονομικής καταστάσεως του οφειλέτου, εάν μεν πρόκειται περί ποσού καθυστερουμένων μισθωμάτων ή αποζημιώσεων χρήσεως μέχρι 12.000 δραχμών υπό της Τοπικής Επιτροπής, εάν δε πρόκειται περί ποσού ανωτέρου των 12.000 δραχμών υπό του Κεντρικού Συμβουλίου προτάσει της Τοπικής Επιτροπής. Η σχετική περί παροχής διευκολύνσεως αίτησις του οφειλέτου δέον επί ποινή απαραδέκτου να συνοδεύηται υπό γραμματίου καταθέσεως υπέρ του λογαριασμού διαχειρίσεως ανταλλαξίμου περιουσίας ποσού δραχμών εκατόν προς αντιμετώπισιν των δαπανών αμοιβής των ανωτέρω Τοπικής Επιτροπής και Κεντρικού Συμβουλίου. 7.Επιτρέπεται προτάσει της Τοπικής Επιτροπής και εγκρίσει του Κεντρικού Συμβουλίου η άνευ προηγουμένης δημοπρασίας χορήγησις αδείας υλοτομίας εξ ανταλλαξίμων Σελ. 279 Διαχείριση Ανταλλάξιμων Κτημάτων 26.Ζ.β.9 δασών εις κατοίκους χωρίων και συνοικισμών, συμφώνως τω άρθρω 128 του δασικού Κώδικος επί καταβολή παρ’ αυτών του δια του εκάστοτε ισχύοντος πίνακος διατιμήσεως καθωρισμένου μισθώματος. Βλ. και άρθρ. 5 παρ. 2 Νόμ. 1650/1951. Διαχείρισις και εκκαθάρισις αγροτικών κτημάτων. Άρθρον 8. 1.Ο Νόμος 4857 εφαρμόζεται και επί των εις την διαχείρισιν της Υ.Δ.Α.Μ.Κ. τελούντων ανταλαξίμων κτημάτων, εφ’ όσον η πραγματική εγκατάστασις προσφύγων εις ταύτα υπό της Επιτροπής Αποκαταστάσεως Προσφύγων εγένετο προ της ισχύος του Νόμου τούτου, ήτοι το βραδύτερον μέχρι και της 27ης Δεκεμβρίου 1930. Εν τη εννοία των κτημάτων τούτων νοούνται ου μόνον οι καλλιεργήσιμοι αγροί, αλλά και τα αναγκαία παρακολουθήματα αυτών, ήτοι σταύλοι, αχυρώνες, αλωνότοποι, οικίαι εις ας στεγάζονται οι εγκατασταθέντες μετά της αναγκαίας περιοχής των (αυλή) οικόπεδα δι’ α εχρεώθησαν οι κληρούχοι δι’ ανέγερσιν οικιών, μαγαζεία εις α ασκούσιν επαγγέλματα σχέσιν έχοντα με την γεωργίαν π.χ. σιδηρουργεία, πεταλωτήρια, σαγματοποιεϊα κλπ., τέλος δε και μαγαζεία εις α δεν ασκείται τοιούτον επάγγελμα, κείνται όμως κάτωθι της οικίας του κληρούχου. «Εις την έννοιαν των ως άνω κτημάτων περιλαμβάνονται επίσης και τα εντός της ακτίνος του σχεδίου πόλεως και κωμών κείμενα ακίνητα οπωσδήποτε παραχωρηθέντα προς τον σκοπόν αγροτικής αποκαταστάσεως ή συμπληρώσεως αυτής. Τ’ ανταλλάξιμα όμως αγροτικά κτήματα, όσα κείνται εντός του εγκεκριμένου σχεδίου λουτροπόλεων ή πόλεων, εχουσών κατά την τελευταίαν απογραφήν άνω των δέκα πέντε χιλιάδων κατοίκων ή απέχουν έλασσον των χιλίων μέτρων από της τελευταίας οικοδομικής γραμμής των τοιούτων πόλεων, εφ’ όσον επί των κτημάτων τούτων ή υπό της Ε.Α.Π. γενομένη προσωρινή αγροτική εγκατάστασις ακτημόνων (γηγενών ή προσφύγων) δεν κατέστη οριστική μέχρι της ισχύος του παρόντος, επιτρέπεται όπως δι’ αποφάσεως των Υπουργών Οικονομικών και Γεωργίας εισαχθώσιν εις την υπηρεσίαν διαχειρίσεως Ανταλλαξίμων Μουσουλμανικών Κτημάτων, ήτις δύναται δι’ αποφάσεως του Κεντρικού Συμβουλίου εις ειδικάς περιπτώσεις καθοριζομένας δια της αποφάσεως ταύτης να εκποιή ταύτα δια δημοπρασίας ή μεταβιβάζη άνευ δημοπρασίας εις τους κατά την ισχύν του υπ’ αριθ. 2068/1939 Α.Ν. κατόχους, εφ’ όσον ούτοι τυγχάνουσι κατά τας διατάξεις του Αγροτικού Νόμου γεωργικώς αποκαταστέοι. Εν τη δευτέρα ταύτη περιπτώσει η μεταβίβασις επιτρέπεται να ενεργήται επί τη τρεχούση κατά τον χρόνον της πωλήσεως αξία των κτημάτων τούτων, μετ’ έκπτωσιν καθοριζομένην εκάστοτε υπό του Κεντρικού Συμβουλίου μη δυναμένην εν ουδεμιά περιπτώσει να υπερβή ποσοστόν 25%. Αι διατάξεις του ως άνω Α .Νόμου 2068/1939 ως και του άρθρου 8 παράγρ. 1 εδάφιον 3 του από 24/10/40 Β.Δ. «περί τροποποιήσεως κλπ.» δυνάμει των οποίων παρέχεται το δικαίωμα εις τους κατόχους των κτημάτων τούτων της απ’ ευθείας αγοράς καταργούνται από της ισχύος του παρόντος.» Το εντός «» εδάφιον αντικατεστάθη ως άνω δια του άρθρ. 1 Νόμ. 930/1943. Σελ. 280 Πάσαι ανεξαιρέτως αι αποφάσεις των Επιτροπών Απαλλοτριώσεων αι εκδοθείσαι εις εκτέλεσιν του Νόμου 4857, έστω και αν δεν είχε γίνει πραγματική εγκατάστασις πρόσφυγος ή γηγενούς μέχρι της ενάρξεως της ισχύος αυτού, είναι κατά πάντα νόμιμοι και απρόσβλητοι ως κυρωθείσαι δια του άρθρου 209 του αγροτικού Κώδικος 6448. Το τίμημα όμως των κτημάτων εφ’ ων δεν είχε γίνει πραγματική εγκατάστασις προσφύγων μέχρι της ενάρξεως της ισχύος του Νόμου 4857 καίτοι ταύτα ήσαν εγγεγραμμένα εις τα Κτηματολόγια της Ε.Α.Π. καθορίζεται συμφώνως τη παραγράφω 3 του παρόντος άρθρου και καταβάλλεται εις την Υ.Δ.Α.Μ.Κ. κατά τας διατάξεις του παρόντος. Δια τους αποκατασταθέντας γηγενείς επί των κτημάτων του πρώτου εδαφίου της παρούσης παραγράφου, την χρέωσιν και είσπραξιν του τιμήματος και την έκδοσιν των παραχωρητηρίων θέλει ενεργήσει η Υ.Δ.Α.Μ.Κ. κατά τας σχετικάς διατάξεις του παρόντος. Αγοραπωλησίαι συναφθείσαι μετά την ισχύν του Νόμου 4857 ή εφεξής συναπτόμεναι μεταξύ Υ.Δ.Α.Μ.Κ. και τρίτων επί ανταλλαξίμων κτημάτων εμπιπτόντων εις την κατά τας διατάξεις του Ν. 4857 αναγκαστικήν απαλλοτρίωσιν έστω και εάν δεν εγένετο πραγματική εγκατάστασις πρόσφυγος μέχρι της ενάρξεως της ισχύος του Νόμου 4857, αρκεί το κτήμα να ήτο εγγεγραμμένον εις το Κτηματολόγιον της Ε.Α.Π. βεβαιουμένης της τοιαύτης εγγραφής του υπό του Υπουργείου Γεωργίας, θεωρούνται αυτοδικαίως άκυροι, της Υ.Δ.Α.Μ.Κ. υποχρεουμένης εις την επιστροφήν προς τους αγοραστάς του εισπραχθέντος τιμήματος. Το τίμημα όμως των κτημάτων, άτινα αφορώσιν αι ανωτέρω αγοραπωλησίαι καθορίζεται συμφώνως τη παρ. 3 του παρόντος άρθρου και καταβάλλεται εις την Υ.Δ.Α.Μ.Κ. υπό των εγκατασταθέντων ακτημόνων κατά τας διατάξεις του παρόντος. Δια πάντα τα κατά τον Νόμον 4857 απαλλοτριωθέντα ανταλλάξιμα κτήματα δεν κινείται υπό της Υ.Δ.Α.Μ.Κ. η ενώπιον των τακτικών Δικαστηρίων διαδικασία αποζημιώσεως. Αι ήδη εκκρεμείς δίκαι περί καθορισμού αποζημιώσεως απαλλοτριώσεως ανταλλαξίμων κτημάτων απαλλοτριωθέντων κατά τον Νόμον 4857 καταργούνται, αι δε τυχόν εκδοθείσαι τελεσίδικοι δικαστικαί αποφάσεις ουδέν έννομον αποτέλεσμα επάγονται ως προς την καθορισθείσαν αποζημίωσιν των ανταλλαξίμων κτημάτων. Δια τα περί ων η παρούσα παράγραφος κτήματα το τίμημα των οποίων δεν καθορίζεται και δεν εισπράττεται υπό της Υ.Δ.Α.Μ.Κ., ενεργείται χρέωσις του κατά το άρθρον 4 παράγρ. 1 του παρόντος λογαριασμού του Δημοσίου με το αντίστοιχον ποσόν χρεώσεως των επί των κτημάτων τούτων αποκατασταθέντων προσώπων. Εις πίστωσιν του λογαριασμού τούτου άγεται παν ποσόν καταβαλλόμενον υπό του Δημοσίου δια την πληρωμήν του τιμήματος των κτημάτων τούτων εκ πιστώσεων αναγραφομένων δια τον σκοπόν τούτον ή δια παρεμφερή σκοπόν εις τον προϋπολογισμόν των εξόδων του Υπουργείου Γεωργίας. 2.(Επιτρέπεται, όπως δι’ αποφάσεως των Υπουργών Οικονομικών και Γεωργίας, κοινοποιουμένης εις την Υ.Δ.Α.Μ.Κ. ως και εις τους τυχόν μισθωτάς τους προστατευομένους υπό του ενοικιοστασίου βοσκών, αναλαμβάνωνται από της διαχειρίσεως της Υ.Δ.Α.Μ.Κ. καλλιεργήσιμοι, βοσκήσιμοι και δασικαί εκτάσεις (δια την ανάληψιν των οποίων δασικών εκτάσεων δέον να συντρέχωσιν αι προϋποθέσεις του Δασικού Κώδικος, αι αφορώσαι την παραχώρησιν προς καλλιέργειαν δασικών εκτάσεων του Δημοσίου) ως και πεφυτευμέναι προς αποκατάστασιν και συμπλήρωσιν ανεπαρκούς κλήρου ακτημόνων καλλιεργητών και μικρών κτηνοτρόφων, γηγενών ή προσφύγων, έτι δε και ανταλλάξιμα οικόπεδα και ακατοίκητα οικήματα αγροτικών συνοικισμών προς αποκατάστασιν ακτημόνων γεωργών και κτηνοτρόφων. Εις ανάληψιν υπόκειται και το εξ αδιαιρέτου μερίδιον της Υ.Δ.Α.Μ.Κ. εφαρμοζομένων ως προς τούτο κατ’ αναλογίαν των περί διανομής διατάξεων της παρ. 7 του άρθρου 79 του Αγροτικού Κωδικός 6448.) Η ως άνω ευχέρεια αναλήψεως κτημάτων κατηργήθη δια του άρθρ. 13 παρ. 10 Ν.Δ. 2967/1954. 26.Ζ.β.9 Διαχείριση Ανταλλάξιμων Κτημάτων Η διάθεσις των κατά τ’ ανωτέρω αναλαμβανομένων κτημάτων ενεργείται κατά τα εν τοις επομένοις οριζόμενα: α)Μετά την έκδοσιν της περί αναλήψεως αποφάσεως των Υπουργών Οικονομικών και Γεωργίας, η Επιτροπή Απαλλοτριώσεων καθορίζει τον γεωργικόν κλήρον και τους ως αποκαταστατέους κρινομένους κατά τας σχετικάς διατάξεις του Αγροτικού Νόμου. Επί τη βάσει της αποφάσεως ταύτης της Επιτροπής Απαλλοτριώσεων, ενεργείται υπό του Γεωργικού Γραφείου η προσωρινή διανομή. β)Η υπό της Υ.Δ.Α.Μ.Κ. παράδοσις των ούτως αναλαμβανομένων κτημάτων ενεργείται δια πρωτοκόλλων και μετά ταυτόχρονον πάντοτε παράδοσιν εις αυτήν υπό του Γεωργικού Γραφείου της υπό της Επιτροπής Απαλλοτριώσεων εκδοθείσης κατά τα άνω αποφάσεως και του πίνακος προσωρινής διανομής. γ)Από της υπογραφής του πρωτοκόλλου παραδόσεως του αναλαμβανομένου κτήματος διακόπτεται η διαχείρισις της Υ.Δ.Α.Μ.Κ. και λύεται αυτοδικαίως πάσα υφισταμένη μισθωτική επί του κτήματος σχέσις. Το τυχόν υφιστάμενον επί των γαιών τούτων ενοικιοστάσιον βοσκών αίρεται αυτοδικαίως μετά την λήξιν της κτηνοτροφικής περιόδου διαρκούσης της οποίας εξεδόθη η περί αναλήψεως απόφασις των Υπουργών Οικονομικών και Γεωργίας και εφ’ όσον η απόφασις αύτη εκοινοποιήθη εις τους μισθωτάς κτηνοτρόφους δύο τουλάχιστον μήνας προ της λήξεως της ανωτέρω κτηνοτροφικής περιόδου, του ενοικιοστασίου εν εναντία περιπτώσει αιρομένου από της επομένης κτηνοτροφικής περιόδου. Επίσης εάν η μισθωθείσα έκτασις είναι καλλιεργημένη, η μισθωτική σχέσις διακόπτεται, άμα τη συγκομιδή των ηρτημένων καρπών. δ)Επί τη βάσει της παραδιδομένης κατά τ’ ανωτέρω αποφάσεως της Επιτροπής Απαλλοτριώσεων και του πίνακος προσωρινής διανομής η Τοπική Επιτροπή Διαχειρίσεως Ανταλλαξίμου Περιουσίας καθορίζει εις βάρος των προσωρινώς αποκαθισταμένων το τίμημα του εις έκαστον αποκαθιστάμενον χορηγουμένου κλήρου. Ως τίμημα των κτημάτων τούτων ορίζεται η κατά το έτος 1930 αξία αυτών. Αι τιμαί εκτιμήσεως της τέως Επιτροπής Αποκαταστάσεως Προσφύγων επί κτημάτων του αυτού είδους και της αυτής περίπου αποδοτικότητος ομόρων ή γειτονικών προσφυγικών κλήρων λαμβάνονται ως βάσις καθορισμού του τιμήματος τούτου, εκτός εάν η Τοπική Επιτροπή ήθελεν αποφανθή, ότι, η βάσει ταύτης εκτίμησις δεν θα ήτο δικαία, οπότε η εκτίμησις γίνεται βάσει των τιμών του έτους 1930. Το κατά τ’ ανωτέρω καθοριζόμενον τίμημα επαυξανόμενον δια των τόκων αυτού προς τρία τοις εκατόν (3%) ως οριστικού, μισθώματος αναδρομικώς από της κατοχής υπό του αποκαθισταμένου του παραχωρουμένου κτήματος, εις περίπτωσιν δε προγενεστέρας κατοχής άλλου ανταλλαξίμου αγροτικού κτήματος από της κατοχής τούτου και δι’ έκτασιν ουχί ανωτέραν του παραχωρηθέντος κλήρου, μέχρι της ημερομηνίας εκδόσεως της κατά τ’ ανωτέρω αποφάσεως της Τοπικής Επιτροπής, άγεται εις χρέωσιν των αποκαθισταμένων και καταβάλλεται τοκοχρεωλυτικώς επί επιτοκίω 3% υπό των οικείων κληρούχων εις την Υ.Δ.Α.Μ.Κ. τοις μετρητοίς ή δι’ ομολογιών Δανείων Ανταλλαξίμων εντός εικοσιπενταετίας κατά τας διατάξεις του παρόντος. Εκ των τυχόν καθορισθέντων μισθωμάτων ή αποζημιώσεων χρήσεως των κτημάτων τούτων εις βάρος των αποκαθισταμένων όσα εκ τούτων εισεπράχθησαν μέχρι της κατά τ’ ανωτέρω εκδόσεως της αποφάσεως της Τοπικής Επιτροπής συμψηφίζονται εις το εκ της παραχωρήσεως του κλήρου δημιουργούμενον χρέος, των εις μετρητά καταβληθέντων ποσών τρεπομένων δια τον συμψηφισμόν και μόνον εις ομολογίας δανείων ανταλλαξίμων επί τη εξευρισκομένη κατά την ημέραν του καθορισμού του τιμήματος τιμή αυτών κατά τας διατάξεις του Αν. Νόμου 608/1937, τα τυχόν όπως εισπραχθέντα επί πλέον του συνολικού τούτου χρέους μισθώματα δεν επιστρέφονται. Εις το ανώτερο τίμημα κεφαλοποιούνται και τα τυχόν οφειλόμενα ή καθοριζόμενα μισθώματα ή αποζημιώσεις δια την χρήσιν άλλων ανταλλαξίμων κτημάτων ή εκτάσεων πέραν των παραχωρηθεισών δια των πινάκων προσωρινής διανομής και δια την μέχρι της ημέρας του καθορισμού του τιμήματος χρονικήν περίοδον, των εις μετρητά οφειλομένων τρεπομένων δια την κεφαλοποίησιν και μόνον εις ομολογίας κατά τ’ ανωτέρω. Κατά το άρθρ. 13 παρ. 6 Ν.Δ. 2967/1954, η προσαύξησις 3% ετησίως λόγω οριστικού μισθώματος υπολογίζεται από 1 Ιαν. 1945 και εφεξής. Αι κατά τ’ ανωτέρω αποφάσεις της Τοπικής Επιτροπής είναι οριστικαί και ανέκκλητοι, ανακοινούνται δε υπό της Υ.Δ.Α.Μ.Κ. εις τον ενδιαφερόμενον, όστις τεκμαίρεται αμαχήτως αποδεχθείς το καθορισθέν τίμημα εάν εντός μηνός από της κοινοποιήσεως της αποφάσεως δεν υποβάλη αντίθετον δήλωσιν, οπότε και θεωρείται αποποιούμενος τον κλήρον. Εάν κατά την οριστικήν διανομήν των κλήρων επενεχθώσι μεταβολαί επί πλέον ή επί έλαττον εις τας εκτάσεις δι’ ας εχρεώθη επί τη βάσει της αποφάσεως της προσωρινής διανομής έκαστος κληρούχος, η χρέωσις αυτού προσαρμόζεται υπό της Υ.Δ.Α.Μ.Κ. εις την οριστικώς παραχωρουμένην αυτώ έκτασιν άνευ παρατάσεως του αρχικώς καθωρισμένου χρόνου αποπληρωμής, αυξανομένου ή μειουμένου του ποσού εκάστης των μη ληξασών εισέτι τοκοχρεολυτικών δόσεων. Εάν πρόσωπα περιλαμβανόμενα εις την απόφασιν προσωρινής διανομής δεν δικαιωθώσιν κλήρου κατά την οριστικήν διανομήν ή δεν αποδεχθώσι το καθορισθέν υπό της Τοπικής Επιτροπής τίμημα, ή δι’ οιονδήποτε λόγον παύσωσι κατέχοντες τον κλήρον, καθορίζεται εις βάρος τούτων και δια το διάστημα της κατοχής του κτήματος αποζημίωσις χρήσεως προς ην συμψηφίζεται παν εν τω μεταξύ καταβληθέν ποσόν εκ τιμήματος ή μισθωμάτων, των εις ομολογίας δανείων ανταλλαξίμων καταβληθέντων ποσών τρεπομένων εις μετρητά επί τη εξευρισκομένη κατά τ’ ανωτέρω τιμή των ομολογιών, το τυχόν όμως επί πλέον καταβληθέν δεν επιστρέφεται. Το αυτό ισχύει και δια τα πρόσωπα τα αποκατασταθέντα επί κτημάτων, τα οποία επανέρχονται εις την ελευθέραν διαχείρισιν της Υ.Δ.Α.Μ.Κ. κατά τας διατάξεις του επομένου εδαφίου ε΄. Εις περίπτωσιν αποβολής του κληρούχου ή εγκαταταλείψεως του κλήρου δι’ οιονδήποτε λόγον και μέχρι της εγκαταστάσεως εις το κτήμα νέου κληρούχου η Υ.Δ.Α.Μ.Κ. δικαιούται να εκμισθώνη τούτο ή να καθορίζη αποζημίωσιν χρήσεως εις βάρος των πράγματι νεμομένων τούτο. ε)Εντός προθεσμίας πέντε ετών από της αναλήψεως, ης επιτρέπεται η παράτασις δια κοινής αποφάσεως των Υπουργών Οικονομικών και Γεωργίας επί μίαν εισέτι πενταετίαν, αι κατά. τόπους Εποικιστικαί Υπηρεσίαι του Υπουργείου Γεωργίας υποχρεούνται να διανείμωσιν οριστικώς εις τους ακτήμονας τα αναλαμβανόμενα κτήματα. Εντός της αυτής προθεσμίας αι εν λόγω υπηρεσίαι υποχρεούνται να συντάξωσιν και διαβιβάσωσιν εις την Υ.Δ.Α.Μ.Κ. τους αρμοδίως κυρωθέντας πίνακας οριστικών διανομών μετά των σχετικών διαγραμμάτων της οριστικής διανομής. Επί τη βάσει των πινάκων οριστικής διανομής η Υ.Δ.Α.Μ.Κ εκδίδει υπέρ των αποκατασταθέντων τους οριστικούς τίτλους κυριότητος (παραχωρητήρια) οίτινες μεταγράφονται επιμελεία της Υ.Δ.Α.Μ.Κ. ή του κληρούχου. Σελ. 281 Διαχείριση Ανταλλάξιμων Κτημάτων 26.Ζ.β.9 Δια το υπόλοιπον της υφισταμένης κατά τον χρόνον της εκδόσεως του οριστικού τίτλου (παραχωρητηρίου) οφειλής του κληρούχου προς την Υ.Δ.Α.Μ.Κ. εγγράφεται αιτήσει ταύτης υποθήκη εφ’ εκάστου κλήρου, εξαλειφομένη μετά την αποπληρωμήν του τιμήματος επί τη βάσει περί τούτου βεβαιώσεως της Υ.Δ.Α.Μ.Κ. Η μεταγραφή των οριστικών τίτλων ως και η εγγραφή και η εξάλειψις της υποθήκης ενεργούνται ατελώς. στ)Δια την αμοιβήν του Προέδρου, των μελών και του Γραμματέως της Επιτροπής Απαλλοτριώσεων, λόγω εκδικάσεως κτημάτων ανταλλαξίμων διατιθεμένων βάσει της παρούσης παραγράφου και δια την υπό των αιτουμένων την αποκατάστασιν καταβολήν παραβόλου, εφαρμόζονται άπασαι αι διατάξεις του άρθρου 111 του υπ’ αριθ. 1722/1939 Αν. Νόμου. Πάσαι αι δαπάναι δι’ αυτοψίαν, πραγματογνωμοσύνην κ.λ.π. των διατιθεμένων δυνάμει της παρούσης παραγράφου κτημάτων προκαταβάλλονται υπό του Ειδικού Ταμείου Εποικισμού εις αντίκρυσμα δε καταβάλλεται τοις μετρητοίς εις το Ταμείον τούτο υπό των κληρούχων μετά την κύρωσιν της οριστικής διανομής το υπό του εδαφίου 2 του άρθρου 5 του Νόμου 3565 ως ετροποποιήθη δια του άρθρου 11 του Α. Νόμου 1321/1938 προβλεπόμενον ποσοστόν λογιζόμενον επί του καθορισθέντος τιμήματος. Το ποσόν τούτο εισπράττεται υπό του Ταμείου Εποικισμού εις τρεις ίσας ετησίας δόσεις επί τη βάσει των υπό της Υ.Δ.Α.Μ.Κ. καταρτιζομένων πινάκων οφειλής των προσωρινώς αποκατασταθέντων. 3.Πάσαι αι μέχρι της 29 Οκτωβρίου 1937 γενόμεναι υπό της Γενικής Διευθύνσεως Εποικισμού ΜακεδονίαςΘράκης βάσει των διατάξεων της από 30 Ιουλίου 1932 συμβάσεως μετά της Ε.Τ.Ε. «περί διαχειρίσεως κλπ», διαθέσεως παραληφθεισών υπ’ αυτής ανταλλαξίμων εκτάσεων ως και αι βάσει του άρθρου. 11 του από 15 Ιουλίου 1933 Ν. Διατάγματος του κυρωθέντος δια του Νόμου 5875 γενόμεναι αναλήψεις ανταλλαξίμων κτημάτων είναι κατά πάντα έγκυροι και νόμιμοι. Αι κατά τόπους Εποικιστικαί υπηρεσίαι υποχρεούνται, όπως εντός δύο ετών από της ισχύος του παρόντος αποστείλωσιν εις την Υ.Δ.Α.Μ.Κ. πίνακας προσωρινών διανομών κατά κτήμα συμφώνως τω εδαφ. β΄ της προηγουμένης παραγράφου. Παρερχομένης απράκτου της προθεσμίας ταύτης η γενομένη ανάληψις των κτημάτων ως και η επακολουθήσασα ταύτην διαδικασία είναι άκυρος, της διαθέσεως των κτημάτων τούτων προς αγροτικήν εγκατάστασιν μη επιτρεπομένης ή μη τηρούμενης εξ υπαρχής της διαδικασίας της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου. Δια το από της αναλήψεως μέχρι της επαναφοράς εις την διαχείρισιν της Υ.Δ.Α.Μ.Κ. των τοιούτων κτημάτων χρονικόν διάστημα καθορίζεται εις βάρος των κατόχων τούτων αποζημίωσις χρήσεως κατά τας διατάξεις του παρόντος. Δια τα κτήματα περί ων το πρώτον εδάφιον της παρούσης παραγράφου και όσον αφορά την διαχείρισιν, τον τρόπον διενεργείας της προσωρινής διανομής, τον καθορισμόν του τμήματος, την αμοιβήν των Επιτροπών Απαλλοτριώσεων κλπ. εφαρμόζονται αι αντίστοιχοι διατάξεις των εδαφ. α, γ, δ, ε και στ της προηγουμένης παραγρ. 2. Εξαιρετικώς η προθεσμία προς αποστολήν εις την Υ.Δ.Α.Μ.Κ. των αρμοδίως κυρωθέντων πινάκων οριστικής διανομής ορίζεται τριετής από της ισχύος του παρόντος επιτρεπομένης της επί μίαν τριετίαν παρατάσεως ταύτης δια κοινής αποφάσεως των Υπουργείων Οικονομικών και Γεωργίας. Σελ. 282 Δια τας μέχρι της 29 Οκτωβρίου 1937 αναληφθείσας υπό του Υπουργείου της Γεωργίας και υπό των Επιτροπών Απαλλοτριώσεων εκτιμηθείσας και εκδικασθείσας, έστω και άνευ αιτήσεως της Εθνικής Τραπέζης, οιασδήποτε κατηγορίας ανταλλαξίμους εκτάσεις, οφείλεται υπό των αποκατασταθέντων φυσικών ή Νομικών Προσώπων το δια των αποφάσεων των Επιτροπών απαλλοτριώσεων των εκδοθεισών μέχρι της ανωτέρω ημερομηνίας καθορισθέν τίμημα καταβάλλεται δε τη Υ.Δ.Α.Μ.Κ. κατά τας διατάξεις του παρόντος. Δια τας τυχόν όμως εκδικασθείσας αλλά μη εκτιμηθείσας μέχρι της ανωτέρω ημερομηνίας (29 Οκτωβρίου 1937) εκτάσεις θέλει καθορισθή το υπό της προηγουμένης παραγράφου 2 οριζόμενον τίμημα. Εξαιρετικώς προκειμένου περί βοσκών αναληφθεισών μέχρι της 29 Οκτωβρίου 1937 υπέρ Συνοικισμών, Κοινοτήτων και Συνεταιρισμών Αποκαταστάσεως ακτημόνων καλλιεργητών και κτηνοτρόφων, αίτινες αναλήψεις είναι κατά πάντα έγκυροι και νόμιμοι, το τίμημα μετά του οριστικού μισθώματος μειωμένον κατά 27% εφ’ όσον δεν καθωρίσθη υπό των Επιτροπών απαλλοτριώσεων κατά τ’ ανωτέρω οπότε ισχύει το υπό τούτων καθορισθέν, καθορίζεται κατά τας διατάξεις της προηγουμένης παραγράφου, βαρύνουν το υπέρ ου η ανάληψις νομικόν πρόσωπον του Συνεταιρισμού ή της οικείας Κοινότητος υπέρ ης η ανάληψις, ή της οικείας Κοινότητος εις ην υπάγεται ο υπέρ ου η ανάληψις Συνοικισμός και εισπράττεται κατά τας διατάξεις της προηγουμένης παραγράφου 2. Εις ας περιπτώσεις δεν καταστή δυνατή η είσπραξις του τιμήματος παρά του υποχρέου κατά τ’ ανωτέρω νομικού προσώπου τούτο βαρύνει τους αποκατασταθέντας, ευθυνομένους αλληλεγγύως δι’ ολόκληρον το καθυστερούμενον ποσόν του τιμήματος. Η υπό της Υ.Δ.Α.Μ.Κ. διαχείρισις των βοσκών τούτων θεωρείται διακοπείσα από της υπό των γεωργικών υπηρεσιών παραδόσεως τούτων εις τα υπέρ ων η ανάληψις νομικά πρόσωπα. Τα υπό της Ε.Τ.Ε., ως διαχειριστρίας των ανταλλαξίμων κτημάτων εισπραχθέντα ενοίκια εκ των μέχρι της 29 Οκτωβρίου 1937 αναληφθεισών βοσκών και λοιπών εκτάσεων θεωρούνται ως καλώς εισπραχθέντα παρ’ αυτής και δεν αποδίδονται εις τα υπέρ ων η ανάληψις φυσικά ή νομικά πρόσωπα, μη καθοριζομένων εν πάση περιπτώσει δια το αυτό χρονικόν διάστημα και εις βάρος των αυτών προσώπων ετέρων μισθωμάτων ή αποζημιώσεων χρήσεως. 4.Δι’ αποφάσεως των Υπουργών Οικονομικών και Γεωργίας κοινοποιουμένης εις την Υ.Δ.Α.Μ.Κ., ως και εις τους τυχόν μισθωτάς τους προστατευομένους υπό του ενοικιοστασίου βοσκών δύο μήνας προ της λήψεως της κτηνοτροφικής περιόδου, αναλαμβάνονται ανταλλάξιμοι βοσκαί διαχειριζόμεναι υπό της Υ.Δ.Α.Μ.Κ. και διατίθενται υπέρ Κοινοτήτων ή Κτηνοτροφικών Συνεταιρισμών ή Συνεταιρισμών αποκαταστάσεως ακτημόνων καλλιεργητών, υφισταμένων ή επί τούτω συγκροτουμένων. Η υπό της Υ.Δ.Α.Μ.Κ. παράδοσις των ούτως αναλαμβανομένων βοσκών ενεργείται δια πρωτοκόλλων και μετά ταυτόχρονον παράδοσιν εις αυτήν υπό της αρμοδίας Εποικιστικής Αρχής σχετικής αποφάσεως της Επιτροπής απαλλοτριώσεων και πίνακος προσωρινής διανομής. Άμα τη υπογραφή του ανωτέρω πρωτοκόλλου διακόπτεται η διαχείρισις της Υ.Δ.Α.Μ.Κ. και αίρεται αυτοδικαίως πάσα μισθωτική σχέσις επί του κτήματος κατά τα εν τω εδαφίω γ΄ της παραγράφου 4 του παρόντος άρθρου οριζόμενα. Και δια τας βοσκάς ταύτας όσον αφορά τον καθορισμόν και την καταβολήν του τιμήματος μειωμένου κατά 27% και των τόκων αυτού, την αμοιβήν των Επιτροπών απαλλοτριώσεων και λοιπάς δαπάνας κλπ. εφαρμόζονται αι αντίστοιχοι διατάξεις της προηγουμένης παραγράφου 3. 26.Ζ.β.9 Διαχείριση Ανταλλάξιμων Κτημάτων 5.Δι’ αποφάσεως του Υπουργού της Γεωργίας εκδιδομένης κατά την διαδικασίαν και υπό τας προϋποθέσεις της παραγράφου 3 του άρθρου 2 του Αν. Νόμου 1223/1938, και κοινοποιουμένης εις την Υ.Δ.Α.Μ.Κ. δύνανται ν’ αφαιρεθώσιν από τας Κοινότητας ή Συνεταιρισμούς βοσκαί παραχωρηθείσαι εις αυτάς εκ της ανταλλαξίμου περιουσίας αναληφθείσαι κατά τας διατάξεις του άρθρου 11 του δια του Νόμου 5875 κυρωθέντος Ν. Διατάγματος και των από 30 Ιουλίου 1932, 6 Ιουλίου 1935 και 4 Οκτωβρίου 1937, συμβάσεων μετά της Ε.Τ.Ε. «περί διαχειρίσεως κλπ» ή αναληφθησόμεναι εφεξής κατά τας διατάξεις του παρόντος. Αι ούτως αφαιρούμεναι βοσκαί διατίθενται δι’ αποφάσεως του Υπουργού της Γεωργίας, κοινοποιουμένης και εις την Υ.Δ.Α.Μ.Κ., προς ετέρας Κοινότητας ή έτερα νομικά πρόσωπα ή προς αποκατάστασιν μικρών κτηνοτρόφων. Το τίμημα καθορίζεται κατά τα εν τη προηγουμένη παραγράφω οριζόμενα και εισπράττεται υπό της Υ.Δ.Α.Μ.Κ. κατά τας διατάξεις του παρόντος. Εν τη περιπτώσει ταύτη εκ του τυχόν καθορισθέντος τιμήματος εις βάρος των Κοινοτήτων ή νομικών προσώπων υπέρ ων εγένετο η αρχική ανάληψις, θέλει εκπεσθή το αναλογούν εις την αφαιρουμένην έκτασιν τοιούτον. Δια το χρονικόν διάστημα από της αρχικής αναλήψεως μέχρι της νέας διαθέσεως των ούτως αφαιρουμένων κτημάτων καταλογίζεται εις βάρος της εκπτώτου Κοινότητος ή ετέρου Νομικού προσώπου αποζημίωσις χρήσεως κατά τας διατάξεις του παρόντος, εις ην συμψηφίζονται αι τυχόν καταβληθείσαι δόσεις ή μισθώματα, μη αποδιδομένου του τυχόν επί πλέον του οφειλομένου καταβληθέντος ποσού. Πάντα τα έσοδα τα προερχόμενα εκ μισθωμάτων βοσκών κατά το άρθρον 2 παράγρ. ε΄ της από 4 Οκτωβρίου 1937 συμβάσεως μεταξύ Ελληνικού Δημοσίου και Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος είτε ταύτα εισεπράχθησαν παρά της Εθνικής Τραπέζης είτε υπό της διαδόχου αυτής υπηρεσίας αποδίδονται εις το Ειδικόν Ταμείον Εποικισμού, μη αγόμενα εις πίστωσιν των κοινοτήτων έναντι του κατά τ’ ανωτέρω καθοριζομένου τιμήματος. Επίσης εις το αυτό Ειδικόν Ταμείον Εποικισμού αποδίδονται τα μέχρι σήμερον τυχόν δια λογαριασμόν του Κεντρικού Ταμείου Γεωργίας, Κτηνοτροφίας και Δασών κατατεθέντα υπό της Ε.Τ.Ε. ή της διαδόχου αυτής Υπηρεσίας τοιαύτα έσοδα. Εφεξής εις το Ταμείον Εποικισμού αποδίδεται υπό των Κοινοτήτων το πέραν της προς την Υ.Δ.Α.Μ.Κ. οφειλομένης τοκοχρεωλυτικής δόσεως ποσόν των εσόδων των εκ της μισθώσεως των βοσκών τούτων. 6.Ανταλλάξιμα κτήματα εφ’ ων μέχρι της 27 Δεκεμβρίου 1930 ουδέποτε εγκαταστάθησαν υπό της Επιτροπής Αποκαταστάσεως Προσφύγων πρόσφυγες, έστω και αν παρεδόθησαν ταύτα εις την Εθνικήν Τράπεζαν της Ελλάδος, θεωρούνται ανειλημμένα κατά τας διατάξεις της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου, εφ’ όσον επί των κτημάτων τούτων αποκατεστάθησαν υπό της διαδόχου της Επιτροπής Αποκαταστάσεως Προσφύγων Γεωργικής ή Εποικιστικής Υπηρεσίας πρόσφυγες ή γηγενείς, εκδιδομένης προς τούτο υπό του Υπουργού της Γεωργίας αποφάσεως περί αναλήψεως ανατρεχούσης εις τον χρόνον της εγκαταστάσεως αυτών. Επί των κτημάτων τούτων εφαρμόζονται αι διατάξεις της παραγράφου 3 του παρόντος άρθρου. Κατ’ εξαίρεσιν εις όσας περιπτώσεις εγένετο μέχρι της 29 Οκτωβρίου 1937 βεβαιώσεις και εισπράξεις εκ μέρους της Αγροτικής Τραπέζης της Ελλάδος, ενεργείται έκπτωσις ίσου πόσου εκ της δημιουργουμένης ως άνω υπέρ της Υ.Δ.Α.Μ.Κ. απαιτήσεως, της Αγροτικής Τραπέζης μη υποχρεουμένης εις την καταβολήν των ποσών τούτων εις την Υ.Δ.Α.Μ.Κ. του δ’ εις ον η παραχώρησις υποχρεουμένου να καταβάλη το απομένον υπόλοιπον τοις μετρητοίς ή δι’ ομολογιών Δανείων Ανταλλαξίμων εις την Υ.Δ.Α.Μ.Κ. κατά τας διατάξεις του παρόντος. 7.Τα περί ων το άρθρον 125 του Α.Ν. 1722/1939 αγροτικά ανταλλάξιμα κτήματα παραδίδονται εις τας αρμοδίας Γεωργικάς Υπηρεσίας επί τη ταυτοχρόνω παραδόσει παρ’ αυτών, της αποφάσεως της οικείας Επιτροπής Απαλλοτριώσεων και πίνακας προσωρινής διανομής των εν λόγω κτημάτων. Δια τα ήδη παραδοθέντα κτήματα αι κατά τόπους Εποικιστικαί Υπηρεσίαι υποχρεούνται όπως εντός δύο ετών από της ισχύος του παρόντος αποστείλωσιν εις την Υ.Δ.Α.Μ.Κ. πίνακας προσωρινών διανομών κατά κτήμα. Η αρμοδία Τοπική Επιτροπή καθορίζει εις βάρος των εις τον πίνακα της προσωρινής διανομής αναγραφομένων προσώπων το τίμημα του εις έκαστον περιερχομένου κτήματος συμφώνως τη παραγράφω 2 του παρόντος άρθρου, εφαρμοζομένων κατά τα λοιπά των διατάξεων της παραγράφου 3 του παρόντος άρθρου. Τυχόν μη αναγκαιούντα δι’ εποικιστικάς ανάγκας ανταλλάξιμα κτήματα παραδιδόμενα εις τας Γεωργικάς ή Εποικιστικάς Υπηρεσίας κατά τας προηγουμένας παραγράφους, επαναπαραδίδονται τη Υ.Δ.Α.Μ.Κ. παρ’ ης διατίθενται ελευθέρως κατά τας διατάξεις του παρόντος. 8.Ανταλλάξιμοι βοσκήσιμοι εκτάσεις αφεθείσαι ή αφιέμεναι προς κοινήν χρήσιν αποκαθισταμένων κατά τας διατάξεις του παρόντος γηγενών ακτημόνων καλλιεργητών παραχωρούνται κατά κυριότητα εις το Νομικόν Πρόσωπον της Κοινότητος εν τη περιφερεία της οποίας κείνται, της αξίας των βοσκών τούτων βαρυνούσης κατ’ αναλογίαν την αξίαν του παραχωρουμένου εις τους αποκαθισταμένους εν τη περιφερεία της προς ην η παραχώρησις Κοινότητος κλήρου και καθοριζομένης μετά του τιμήματος του κλήρου υπό της Τοπικής Επιτροπής κατά τα εν τη παραγράφω 2 του παρόντος άρθρου οριζόμενα. Εν η περιπτώσει η χρήσις της βοσκής αφίεται εις αποκατασταθέντας υπό της Ε.Α.Π. ή υπό της διαδόχου αυτής Εποικιστικής Υπηρεσίας πρόσφυγας από κοινού μετά αποκαθισταμένων κατά τας διατάξεις του παρόντος γηγενών ή προσφύγων, οι τελευταίοι ούτοι χρεούνται με την αναλογούσαν εις αυτούς αξίαν της βοσκής. 9.Οι όροι και οι περιορισμοί του άρθρου 5 του Α. Νόμου 1722/39 ισχύουσι και δια την κατά τας προηγουμένας παραγράφους μεταβιβαζομένην κυριότητα αγροτικών κλήρων. Αι αποφάσεις του Υπουργού της Γεωργίας, δι’ ων ανακαλείται η μεταβίβασις της κυριότητος γεωργικών κλήρων, κοινοποιείται άμα ως καταστή οριστική εις την Υ.Δ.Α.Μ.Κ. εις ην συγχρόνως ανακοινούται εάν ο αφαιρεθείς κλήρος θα διατεθή υπέρ άλλου κληρούχου ή θα παραμείνη εις την διαχείρισιν αυτής προς ελευθέραν διάθεσιν κατά τας διατάξεις. του παρόντος. Μέχρι της εγκαταστάσεως άλλου κληρούχου η μίσθωσις των αφαιρουμένων κλήρων ενεργείται υπό της Υ.Δ.Α.Μ.Κ. κατά τας διατάξεις του παρόντος. 10.Επί των κατά προηγουμένας παραγράφους ως και κατά την παράγραφον 12 του παρόντος άρθρου αποκαθισταμένων και επί των κλήρων αυτών ισχύουσι κατ’ αναλογίαν αι περί κυριότητος, διαγραφής, κληρονομίας κλπ. διατάξεις του Αγροτικού Νόμου, εξαιρέσει των θεμάτων των ειδικώς ρυθμιζομένων δια του παρόντος. 11.Διεκδικούμενα παρά τρίτων ή βεβαρυμένα δι’ εμπραγμάτων βαρών ανταλλάξιμα αγροτικά κτήματα και μετά την εξάλειψιν των βαρών τούτων δυνάμει της παραγράφου 10 του άρθρου 3 του παρόντος, δεν διατίθενται προς αποκατάστασιν ακτημόνων κατά το παρόν, εις οιονδήποτε δε στάδιον και αν ευρίσκεται τυχόν αρξαμένη διαδικασία αποκαταστάσεως ακτημόνων επί τοιούτων κτημάτων αύτη, άμα τη αναγγελία της διεκδικήσεως ή του εμπραγμάτου βάρους, αναστέλλεται, του κτήματος δυναμένου να διατεθή υπό της Υ.Δ.Α.Μ.Κ. κατά τας διατάξεις του παρόντος, μόνον αντί της τρεχούσης αξίας αυτού. Σελ. 283 Διαχείριση Ανταλλάξιμων Κτημάτων 26.Ζ.β.9 Κτήματα παραδοθέντα προ της ισχύος του παρόντος εις τας Γεωργικάς ή Εποικιστικάς Υπηρεσίας, αι επί των οποίων διεκδικήσεις ή βάρη έχουσιν ήδη αναγγελθή, επαναπαραδίδονται άμα τη δημοσιεύσει του παρόντος εις την Υ.Δ.Α.Μ.Κ. παρ’ ης διατίθενται κατά το προηγούμενον εδάφιον. Κατ’ εξαίρεσιν επιτρέπεται μετά έγκρισιν του Κ.Σ. η διάθεσις κτημάτων βεβαρημένων δι’ υποθήκης προς αποκατάστασιν ακτημόνων, εφ’ όσον ήθελον οι οικείοι κληρούχοι καταβάλει εφ’ άπαξ ανάλογον ποσόν εκ του καθορισθησομένου τιμήματος προς εξόφλησιν της βαρυνούσης το ακίνητον υποθήκης. Το εντός «» εδάφιον προσετέθη δια του άρθρ. 9 Νόμ. 930/1943. Η κατά το άρθρον 57 του Αγροτικού Κωδικός 6448 ως ετροποποιήθη μεταγενεστέρως διαδικασία αναγνωρίσεως δικαιώματος κυριότητος μικροϊδιοκτησιών δεν εφαρμόζεται επί των οπωσδήποτε περιελθόντων ή εφεξής περιελευσομένων εις την διαχείρισιν της Υ.Δ.Α.Μ.Κ. ως ανταλλαξίμων αγροτικών κτημάτων και αν ταύτα παρεδόθησαν εις τας Γεωργικάς Υπηρεσίας προς αποκατάστασιν ακτημόνων, εφαρμοζομένων ως προς την διεκδίκησιν τοιούτου δικαιώματος των διατάξεων του άρθρου 3 του παρόντος. Εκκρεμείς δίκαι εγερθείσαι κατά την ως άνω διάταξιν του Αγροτικού Κωδικός 6448 καταργούνται, αι δε τυχόν εκδοθείσαι κατά την αυτήν διάταξιν αποφάσεις ουδέν έννομον αποτέλεσμα επάγονται κατά της Υ.Δ.Α.Μ.Κ. των σχετικών διεκδικήσεων διεπομένων από της ισχύος του παρόντος υπό των διατάξεων της παραγράφου 2 του άρθρου 3 του παρόντος. Δια την εκτέλεσιν υπό του Υπουργείου Γεωργίας αποφάσεων εκδοθεισών κατά το άρθρον 57 του Αγροτικού Κωδικός 6448 ως ετροποποιήθη μεταγενεστέρως, δέον επί ποινή απαραδέκτου να προσάγηται υπό του ενδιαφερομένου βεβαίωσις της Υ.Δ.Α.Μ.Κ. ότι η απόφασις, ης ζητείται η εκτέλεσις, δεν αφορά εις ανταλλάξιμον κτήμα. 12.Κτήματα εφ’ ων έχει αναγνωρισθή δικαίωμα κυριότητος επί καταβολή τιμήματος κατά το άρθρον 5 του νόμου 4399 ως ετροποποιήθη, παραχωρούνται οριστικώς απ’ ευθείας υπό της Υ.Δ.Α.Μ.Κ. εις τα δικαιούχα πρόσωπα κατά την επομένην διαδικασίαν. Η αρμοδία Τοπική Επιτροπή καθορίζει, τη αιτήσει του ενδιαφερομένου, υποβαλλομένη εντός τριμήνου προθεσμίας από της προσκλήσεως υπό του αρμοδίου Γραφείου Διαχειρίσεως ανταλλαξίμου περιουσίας, το τίμημα της εκτάσεως εφ’ ης ανεγνωρίσθη κυριότης κατά το εδάφιον δ΄ της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου, καταβλητέον κατά τας διατάξεις της αυτής παραγράφου. Η καθορίζουσα το τίμημα απόφασις ανακοινούται εις τον ενδιαφερόμενον όστις τεκμαίρεται αμαχήτως αποδεχθείς τούτο εάν εντός μηνός από της κοινοποιήσεως της αποφάσεως δεν υποβάλη αντίθετον δήλωσιν, οπότε ως και εις την περίπτωσιν μη εμπροθέσμου υποβολής της κατά τα ανωτέρω αιτήσεως, εκπίπτει πάντων των εκ της υπέρ αυτού εκδεδομένης αποφάσεως κατά τον νόμον 4399 απορρεόντων δικαιωμάτων. Εν περιπτώσει εκπτώσεως δια το διάστημα της κατοχής καθορίζεται εις βάρος των εκπτώτων αποζημίωσις χρήσεως κατά τας διατάξεις του παρόντος, τα δε κτήματα διατίθενται ελευθέρως υπό της Υ.Δ.Α.Μ.Κ. Σελ. 284 Υπέρ των κατά τ’ ανωτέρω αποδεχομένων το καθορισθέν τίμημα η Υ.Δ.Α.Μ.Κ. εκδίδει οριστικούς τίτλους (παραχωρητήρια) ομοίους προς τους εκδιδομένους υπέρ των κατά τας προηγουμένας παραγράφους αποκαθισταμένων και επιφέροντας τα αυτά έννομα αποτελέσματα υπέρ της Υ.Δ.Α.Μ.Κ. και του κληρούχου. Κατά την διαδικασίαν των προηγουμένων εδαφίων της παρούσης παραγράφου παραχωρούνται απ’ ευθείας υπό της Υ.Δ.Α.Μ.Κ. εις τους κατόχους των ακτήμονας αυτοκαλλιεργητάς, ανταλλάξιμα αγροτικά κτήματα κείμενα εις μη παραμεθορίους περιοχάς κατά την παράγραφον 15 του παρόντος άρθρου, εξαίρεσει των κτημάτων περί ων το άρθρον 12 του Αν.Νόμου 2068]39. Η ακτημοσύνη, το δικαίωμα προς αγροτικήν αποκατάστασιν και ο βιόσιμος κλήρος της περιφερείας κατά τον Αγροτικόν Νόμον, καθορίζονται υπό της αρμοδίας Επιτροπής απαλλοτριώσεων. Η τυχόν κατεχομένη παρά των αποκαθισταμένων ακτημόνων αυτοκαλλιεργητών πέραν της ης δικαιούνται κατά τον Αγροτικόν Νόμον έκτασις, εφ’ όσον δεν καθίσταται εφικτός ο διαχωρισμός ταύτης, παραχωρείται μεν και αύτη εις τον αποκαθιστάμενον, ως τίμημα όμως ταύτης καθορίζεται η τρέχουσα κατά την παραχώρησιν αξία. 13.Από της ισχύος του παρόντος καταργείται η διάταξις του άρθρου 5 του Νόμου 4399 ως ετροποποιήθη. Εν περιπτώσει καθ’ ην εις πρόσωπον υπέρ ου ανεγνωρίσθη δικαίωμα κυριότητος επί καταβολή τιμήματος εχορηγήθη και γεωργικός κλήρος, ο ούτως αποκατασταθείς υποχρεούται καλούμενος να επιλέξηται τον ένα των δύο κλήρων, του ετέρου αφαιρουμένου προ μεν της κυρώσεως της οριστικής διανομής του αγροκτήματος κατά το άρθρον 2 του Α.Ν. 1722]39, μετά δε ταύτην κατά την παραγρ. 2 του άρθρ. 5 του αυτού Αναγκ. Νόμου. Αποφάσεις του άρθρου 7 του Νόμου 4399 εκδοθείσαι επί τη βάσει του άρθρου 5 του ιδίου Νόμου, ως ετροποποιήθη, κατά παράβασιν των ισχυουσών διατάξεων κατά την εποχήν της εκδόσεώς των, ή επί τη βάσει ανακριβών πραγματικών στοιχείων, επιτρέπεται ν’ ανακαλώνται εν όλω ή εν μέρει δια κοινών αποφάσεων των Υπουργών Οικονομικών και Γεωργίας μέχρι της εκδόσεως του κατά την προηγουμένην παράγραφον οριστικού τίτλου. Κατά τον αυτόν τρόπον και δια τους ιδίους λόγους ανακαλούνται και αποφάσεις κυρωτικαί ανωμάλων δικαιοπραξιών εκδοθείσαι εις εκτέλεσιν του Νόμου 4399 ως ετροποποιήθη. 14.Η παράγραφος 5 του άρθρου 1 του υπ’ αριθ. 1244]38 Αν.Νόμου εφαρμόζεται και επί των ανταλλαξίμων κτημάτων. Η προς τα κατά την παράγραφον ταύτην προβλεπόμενα πρόσωπα παραχώρησις ενεργείται υπό της Υ.Δ.Α.Μ.Κ. δι’ απ’ ευθείας και άνευ δημοπρασίας πωλήσεως των κτημάτων, επαναπαραδιδομένων προς τούτο υπό των Εποικιστικών Υπηρεσιών εις την Υ.Δ.Α.Μ.Κ., επί τιμήματι ίσω προς την τρέχουσαν κατά τον χρόνον της πωλήσεως αξίαν των κτημάτων. Το τίμημα καθορίζεται υπό του Κεντρικού Συμβουλίου προτάσει της Τοπικής Επιτροπής κατόπιν αιτήσεως του ενδιαφερομένου υποβαλλομένης εντός προθεσμίας τριών μηνών από της προσκλήσεως υπό του αρμοδίου Γραφείου Διαχειρίσεως ανταλλαξίμου περιουσίας, καταβάλλεται δε τη Υ.Δ.Α.Μ.Κ. κατά τας διατάξεις του άρθρου 15 του παρόντος. Οι μη υποβάλλοντες εμπροθέσμως την αίτησιν απ’ ευθείας αγοράς ως και οι μη υπογράφοντες εμπροθέσμως τους μεταβιβαστικούς τίτλους κηρύσσονται έκπτωτοι του δικαιώματος απ’ ευθείας αγοράς, των κτημάτων διατιθεμένων ελευθέρως υπό της Υ.Δ.Α.Μ.Κ. 26.Ζ.β.9 Διαχείριση Ανταλλάξιμων Κτημάτων 15.Καλλιεργούμεναι ή καλλιεργήσιμοι γαίαι της Ανταλλαξίμου Περιουσίας, κείμεναι εις παραμεθορίους περιοχάς του Κράτους, ως αύται ορίζονται εκάστοτε δια Νόμων ή Διαταγμάτων, παραδίδονται δια πρωτοκόλλων άνευ ετέρας διατυπώσεως υπό των κατά τόπους αρμοδίων Γραφείων Υ.Δ.Α.Μ.Κ. εις τας οικείας Γεωργικάς Υπηρεσίας και διατίθενται παρ’ αυτών δια την αγροτικήν αποκατάστασιν ακτημόνων καλλιεργητών κατά τας διατάξεις του Αγροτικού Νόμου, εφαρμοζομένης της περαιτέρω επί τούτω διαδικασίας της διαγραφομένης υπό του άρθρου 8 του ως άνω Β.Δ]τος. Κατ’ εξαίρεσιν διατίθενται βάσει της κειμένης Νομοθεσίας περί διαχειρίσεως της Ανταλλαξίμου Περιουσίας κτήματα της ανωτέρω κατηγορίας, εφ’ όσον ταύτα ήθελον κριθή υπό των αρμοδίων οργάνων της Γεωργικής Υπηρεσίας ως ακατάλληλα λόγω του είδους και της φύσεώς των, δι’ αγροτικήν αποκατάστασιν ακτημόνων. Η παρ. 15 αντικατεστάθη ως άνω δια του άρθρ. 7 παρ. 2 Νόμ. 1650/1951. 16.Αι διατάξεις των προηγουμένων παραγράφων δεν εφαρμόζονται επί των ως κλήρων παραχωρουμένων αγροτικών κτημάτων των κειμένων εις την περιφέρειαν της νήσου Λέσβου, ων η διάθεσις ενεργείται επί τη βάσει των επομένων διατάξεων. Α΄)Η κατά τας μέχρι τούδε κειμένας διατάξεις συσταθείσα τριμελής Επιτροπή αποτελουμένη εκ του Νομάρχου Λέσβου ως Προέδρου, του προϊσταμένου του εν Μυτιλήνη Γραφείου Διαχειρίσεως Ανταλλαξίμου περιουσίας, και του προϊσταμένου της Γεωργικής Υπηρεσίας ως μελών, κατόπιν επιτοπίου μελέτης όπου και εφ’ όσον επιβάλλεται τούτο, εξευρίσκει και καθορίζει το μέτρον του βιωσίμου κλήρου δια πενταμελή οικογένειαν κατ’ αγροτικάς περιφερείας τόσον ως προς τα ελαιοκτήματα όσον και ως προς τας ασκεπείς ή άλλας πεφυτευμένας εκτάσεις, καθορίζουσα συνάμα δι’ εκάστην περιφέρειαν το ελάχιστον όριον του κλήρου όταν πρόκειται περί ενός μόνον ατόμου κληρούχου, αφ’ ενός, και αφ’ ετέρου την κατ’ άτομον αναλογίαν δια τας οικογενείας τας απαρτιζομένας από άτομα άνω των πέντε. Επί τη βάσει των πορισμάτων της Επιτροπής ταύτης η Υ.Δ.Α.Μ.Κ. διαθέτει τα μη διατεθέντα αγροκτήματα κατά προτίμησιν προς αποκατάστασιν των συγκεντρούντων τας προς τούτο ιδιότητας κατόχων τούτων δι’ έκτασιν ίσην προς τον καθοριζόμενον κατά τ’ ανωτέρω κλήρον διαθέτουσα τας απομενούσας εκτάσεις ως κάτωθι: α)Θα παραχώρηση κλήρους δι’ αποκατάστασιν ακτημόνων μαχητών Ν.Δ. 1118]49 και αναπήρων και θυμάτων πολέμου Α.Ν. 1324]1949. β)Θα παραχώρηση κλήρους δι’ αποκατάστασιν ημιακτημόνων μαχητών Ν.Δ. 1118]49 και αναπήρων και θυμάτων πολέμου Α.Ν. 1324]49. γ)Θα παραχώρηση κλήρους δι’ αποκατάστασιν προσφύγων μη λαβόντων κλήρους και διαμενόντων εν τη αυτή περιφερεία εν η κείνται τα κτήματα και δ)Θα παραχώρηση κλήρους δι’ αποκατάστασιν γηγενών εντελώς ακτημόνων διαμενόντων εν τη αυτή περιφερεία εν η κείνται τα κτήματα. Αι περιπτ. α΄-δ΄ αντικατεστάθησαν ως άνω δια του άρθρ. 7 παρ. 3 Νόμ. 1650/1951. Η παραχώρησις των αγροκτημάτων τούτων ενεργείται ως εξής: α)Εξακριβούνται και υπολογίζονται τα διαθέσιμα αγροκτήματα εκάστου χωρίου και όλης της νήσου, λαμβάνονται υπ’ όψει αι ανάγκαι των υπό εγκατάστασιν κληρούχων εν τω συνόλω εν συνδυασμώ με την στέγην και τας υπαρχούσας διαθεσίμους εξ ανταλλαγής οικίας. Εφ’ όσον εις περιφέρειάν τινα υπάρχουσι διαθέσιμα αγροκτήματα, ελλείπουσιν όμως εξ ανταλλαγής οικήματα, οι ζητούντες εις την περιφέρειαν ταύτην εγκατάστασιν μετεγκαθίστανται εις άλλην περιφέρειαν όπου υπάρχουσι διαθέσιμοι οικίαι και αγροκτήματα εκτός εάν πρόκειται περί κληρούχων οι όποιοι έχουσιν ισχυρότερον δεσμόν με τον τόπον της διαμονής (ιδίαν στέγην ή άλλην κτηματικήν περιουσίαν), οπότε προτιμώνται εις την εγκατάστασιν άλλων της αυτής κατηγορίας, εχόντων δεσμούς ασθενεστέρους. β)Μεταξύ προσφύγων και γηγενών, εχόντων τους αυτούς περίπου δεσμούς, προτιμώνται κατά την εγκατάστασ …
Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.